© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Δημήτρης Σταυλάς: Ιστορίες ζωής απο το Βαθύ της Αστυπάλαιας

Istorima Code
25187
Story URL
Speaker
Δημήτριος Σταυλάς (Δ.Σ.)
Interview Date
11/07/2023
Researcher
Άλκηστις Καλλιόπη Μπουτσιούκου (Ά.Μ.)
Ά.Μ.:

Καλησπέρα, η μέρα είναι Τετάρτη 12 Ιουλίου του 2023. Είμαι η Άλκηστις Μπουτσιούκου ερευνήτρια από το Istorima και βρίσκομαι στην Αστυπάλαια, μαζί με τον κύριο Δημήτρη Σταυλά. Γεια σας!

Δ.Σ.:

Είμαι ο Δημήτρης ο Σταυλάς, εγεννήθηκα το '31, γεννήθηκα στο Βαθύ. Με παρακάλεσε μια όμορφη κοπέλα να της πω κάτι και είμαι υποχρεωμένος να της πω.

Ά.Μ.:

Σωστά. 

Δ.Σ.:

Λοιπόν, εκείνα τα χρόνια που γεννήθηκα εγώ στο Βαθύ, ήταν δύσκολα. Η μάνα μου με γέννησε πάνω σε ένα λητάδι. Τώρα τι είναι το λητάδι, εσείς δεν ξέρετε. Είναι κείνα που θερίζαμε και βγάζαμε το κριθάρι και κάναμε ψωμί και τρώαμε. Πήγε να θερίσει και την πιάσαν οι πόνοι. Υπήρχε μια θεία μου εκεί που ήξερε λίγο από τέτοια. Και ήταν στο ύψωμα σε ένα μοναστήρι και την ήβλεπε λοιπόν και η θεία μου, τώρα δηλαδή συγχύστηκε, ίντα να κάμει, λέει «Κοίταξε τώρα με την κοιλιά στο στόμα και πήγε να θερίσει», και δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα της και τη θωρεί και πάει και καθίζει. Το κατάλαβε λοιπόν αυτή και το μοναστήρι είναι ψηλά, αν έχετε πάει στο Βαθύ, δεν έχετε πάει. Άμα πάτε καμιά φορά να το δείτε. Αναγκάζεται λοιπόν αυτή και πήρε τον κατήφορο, αλλά ήτανε δύσκολος ο δρόμος, δεν υπήρχε δρόμος, κατσικόδρομος. Στο δρόμο που πήγαινε, φώναζε στον άντρα της, ο οποίος ο άντρας της ήταν αδερφός της μάνας μου. Αυτός λοιπόν πότιζε κάτι κατσίκια που είχε τη μάντρα εκεί με τα κουδούνια, τα τσαμάλια που λέμε, δεν ήκουε. Φώναζέ της λοιπόν αυτός «Βρε, ίντα λες, ίντα λες;». Αλλά άμα την είδεν, ότι ήπιασε τα φουστάνια της κι ήκοφτε, το κατάλαβεν αυτός. Λέει «Κάτι έλαχε στην αδερφή μου» και πήρε κι αυτός δρόμο λοιπόν, κατέβαιναν κι αυτοί και πήγαν και την ήβρανε πια πάνω στο λητάδι. Δεν μπορούσε να σηκωθεί, σπάσαν τα νερά, αλλά ήτανε παλικάρι ο θείος μου. Την έπιασε έτσι και την πήγε μέσα στο σπίτι, σπίτι πετρόχτιστο και με γέννησε.

Ά.Μ.:

Θυμάστε την ημερομηνία; Πότε, την ημερομηνία που γεννηθήκατε;

Δ.Σ.:

Μου φαίνεται ότι ήτανε στις 2 του μηνός που μας πέρασε.

Ά.Μ.:

Ιουνίου.

Δ.Σ.:

Ναι, στις 2 του μηνός.

Ά.Μ.:

Πώς τη λέγαν τη μαμά;

Δ.Σ.:

Σταυρούλα. Εντωμεταξύ, πιο νωρίς έλεεν ο πατέρας «Βρε,» της λέει, «ήμπες στο μήνα σου. Τοιμάσου,» της λέει, «να σε πάμε στο χωριό. Να μην κάμεις το παιδί εδώ και τέλος πάντων αν είναι κόρη, δεν θα με νοιάξει», γιατί είχε κάνει 4 κόρες και είχε μια μανία, να κάμει γιο. «Αν είναι γιος κακομοίρα, να το χάσουμε, θα σε χωρίσω!». Και λέει λοιπόν η μάνα μου «Να σας ζυμώσω, να αφήκω ψωμιά», μια σκάφη λοιπόν τα ζυμώναμε, τα φουρνίζαμε, έτσι δεν υπήρχε, «και το απόγευμα να με πας», «Ντάξει». Πήγε λοιπόν ο πατέρας μου με τις άλλες κόρες στα ζώα και τους είπε «Εδώ θα κάτσετε να τα βλέπετε και εγώ θα πάω τη μάνα σας στο χωριό το απόγευμα και αύριο το πρωί θα γυρίσω». Είχαμε παντρέψει την πρώτη αδερφή. Την πρώτη μου αδερφή, την είχαμε παντρέψει «και θα έρθει ο γαμπρός το βράδυ να μαζέψει τα ζώα, να τα βάλετε στη μάντρα και θα κοιμηθείτε στην άλλη αδερφή». Την ώρα που πήρεν ο πατέρας το μουλάρι και πήγαινε να την πάρει να πάνε στο χωριό, αυτή είχε ζυμώσει και περίμενε λίγο να ανέβουν τα ψωμιά, για να ανάψει το φούρνο. Δεν πρόλαβε να τον ανάψει όμως και πήγε λέει, να κάμει σεφτέ στο χωράφι. Γιατί έτσι λένε ότι είναι ορισμένες μέρες Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Σαββάτο. Την Παρασκεύη, δεν κάνει να κάμεις σεφτέ. Γέννησε λοιπόν η μάνα μου, πήγεν ο γαμπρός.

Ά.Μ.:

Άρα ήσασταν ο πέμπτος, το πέμπτο παιδί της οικογένειας:

Δ.Σ.:

Ναι, 4 κόρες και μετά εγώ. Πήρε λοιπόν ο γαμπρός, να πάει τάξει του πεθερού, για να του δώσει κανά ερίφι, καμιά κατσίκα, τότε δεν υπήρχανε άντε ζώα, που υπάρχουν τώρα. Πήγαινε από την πίσω μπάντα, που ήταν το βιγλάρι, ο Άγιος Νικόλας, πρόβαλλε λοιπόν, ο γαμπρός. Ο πατέρας βάσταγε το μουλάρι και πήγαινε. Μόλις τον είδε, σταμάτησε ο πατέρας, λέει «Για να ήρθε αυτός κάτι συμβαίνει». Αυτός λοιπόν που τον είδεν ότι φερμάρισε, του είπε «Έλα καλέ και γέννησε η μάνα κι ήκαμε γιο», του το είπε. Kι ήρθε προς το σπίτι… Ήταν λοιπόν η θεία μου πάνω στο, εμαζεύτην εκεί όλη η γειτονιά βέβαια και της λέει «Ψόματα μου λέτε πάλι, πάλι κόρη είναι» και με σήκωσε λοιπόν πάνω, για να δει, να πιστέψει. Και μου έλεγε λοιπόν η θεία μου, Θεός σχωρέστην, την ώρα που με σήκωσε και με γύρισεν έτσι, κατούρησε λέει και πήγε μες στο στόμα τους και μου τα έλεγε λοιπόν καμιά φορά και γελούσαμε. Αρχίξαμε να μεγαλώνουμε εκεί ξέρω γω, ξέρω γω, γίνηκα 5, 6, 7 χρονών εκεί. Eκεί με βαφτίσανε, εκεί με σαράντισε η μάνα μου, φέραν τον παπά. Εγροίκου λοιπόν εγώ, το χωριό, λέει «το χωριό», «Ρε γαμώτο το χωριό». Λέω λοιπόν, της μάνας μου μια φορά «Καλέ μάνα, πάρε με να δω το χωριό», «Μωρέ, σώπα θα σε πάρω». Καμιά φορά με πήρε. Όπως ήρθαμε λοιπόν και προβάλαμεν από κάτω από τις πούντες, εκεί που είναι τώρα τα κτήρια, δεν υπήρχεν τίποτε, Πέρα Γιαλός, δεν υπήρχεν τίποτε. Εδώ, από τον Άη Νικόλα να ανεβαίνεις πάνω ήταν 3-4 σπίτια μετρημένα, ο Αη Νικόλας και 2-3 σπίτια στο δρόμο, δεν υπήρχαν τίποτα, ήταν όμως το κάστρο.  Μόλις αντίκρισα εγώ το κάστρο, λέω στη μάνα μου «Καλέ τι είναι αυτά;». Γιατί εμείς δεν είχαμε, ένα, άσπρα σπίτια ήτανε πέτρινα. Είδα άξαφνα τα σπίτια εγώ, είδα τις καμάρες του λιμεναρχείου, το λιμεναρχείο υπήρχε λοιπόν και λέω λοιπόν της μάνα μου «Καλέ, καλέ ίντα είναι αυτά; Για καμάρες…», πρώτη φορά τώρα εγώ. «Μωρέ σώπα, μωρέ σώπα, μη μιλείς», μου έλεγε η μάνα μου. Εντωμεταξύ είχεν άλλη μια ξαδέρφη, που ερχόμασταν μαζί από το Βαθύ και μου λέει λοιπόν αυτή «Βρε,», με τη ρόμπα εγώ, «Ρε, βάστα καλά τη ρόμπα σου, μη σου την πάρει ο καιρός. Θα σου μουντάρουν και θα σου πάρουν το πουντζί σου». Γροικώ έτσι εγώ, γυρίζω πίσω. Γυρίζω πίσω, από πίσω όμως ήρχοντο άλλοι, ο δρόμος ήταν τόσος, κατσικόδρομος, ξυπόλητος, έπρεπε να πάω για το δρόμο. Αν ήβγαινα από το δρόμο, ήτανε αγκάθια, [Δ.Α.], δεν μπορούσα να περπατήξω. Με πιάσανε, αφού με πιάσανε πια, με βάσταγε η μάνα μου από το χωριό και με έφερε εις το χωριό πιο, και είδα το χωριό. Ήταν λοιπόν Λαμπρή, πάμε μέσα στο… Γιατί εκείνα τα χρόνια εμείς, πάντοτε τη Λαμπρή, την Ανάσταση, επηγαίναμε όλες, όποιες, προπαντού αυτές που αγαπούσαν κι όλα και είχαν και τους αυτούς, εκεί πια δείχνανε ότι βρήκαν ευκαιρία, να πουν καμιά κουβέντα ή να ρίξουν κανά… Κάναν κάτι βαρελότα ή είχαν ένα σφυρί και το κοπανούσαν και μολούσε. Και μια φορά κάψαν και μιανής μια φουστάνι. Επιάναμε λοιπόν, από την Πορταΐτισσα την Παναγιά, τον Άη Γιώργη και στον Ευαγγελισμό, όλες αυτές τις εκκλησίες. Μόλις ήταν να βγούμε από εκεί, τις εγυρίζαμεν όλες. Τώρα πια δεν πάνε στις εκκλησίες, τίποτα. Πήρε εμέ λοιπόν η αδελφή μου, που ήτο μεγάλη, ήταν 15 χρονώ πια εκείνη, εγώ πρέπει να ήμουνα 6-7 χρονών παιδάκι, πολύς κόσμος όμως. Εμόληκα εγώ, επήγαν αυτοί. Επήγες μες στο κάστρο; Δεν επήγες;

Ά.Μ.:

Θα πάμε αύριο.

Δ.Σ.:

Μπράβο, έχει μια καμάρα εκεί και περνάς μέσα. Τα σπίτια ήτανε διώροφα και τριώροφα εκεί πάνω κι ο καθένας είχε το δικό του. Το δρομάκι ήταν τόσο να, 50 πόντοι. Άμαν ήμπενες μες στο δρομάκι, ύστερα ήταν δύσκολο να το βρεις να βγεις όξω. Πήγαινες από τη μια, ήβρισκες σπίτι, πήγαινες από την άλλη ήβρισκες σπίτι, εκεί χάθηκα εγώ. Έφυγεν ο κόσμος, έφυγεν κι η αδερφή μου. Η αδερφή μου λοιπόν, νομίζοντας ότι πήγα με τη μάνα, η μάνα νόμιζε πως ήμουν με την αδερφή και απόμεινα εγώ μπουκάλα μέσα εκεί στο Κάστρο. Γύριζα από τη μια, γύριζα από την άλλη, δεν έβρισκα άκρη. Έβαλα τα κλάματα. Κάποιος λοιπόν, με βρήκε, μου λέει «Βρε, γιατί κλαις;», γνώριζεν όμως τον πατέρα μου και τη μάνα μου «Καλέ, έχασα τη μάνα μου, την αδερφή μου», «Έλα εδώ». Την ώρα όμως που με πήγαινε εκεί στην καμάρα, για να βγούμεν όξω, ανέβαινεν η αδερφή μου και με πήρε πια η αδερφή μου και πήγαμε στο σπίτι. Εντάξει, σιγά-σιγά μεγάλωσα πια, γίνηκα 10-12 χρονώ.

Ά.Μ.:

Σχολείο είχατε πάει;

Δ.Σ.:

Πήγα και δούλευα με τους Ιταλούς. Είχαμε τους Ιταλούς τότες. Με τους Ιταλούς λοιπόν, κουβαλούσαμε νερό, εγίνηκα 13 χρονώ. Στα 13 μου χρόνια, 14, ήρθαν οι Γερμανοί. Ήρθαν οι Γερμανοί μαζέψαν τους Ιταλούς και μάλιστα…

Ά.Μ.:

Αυτό πώς το θυμάστε εσείς; Τι σας λέγανε οι γονείς σας, ότι τι συμβαίνει;

Δ.Σ.:

Με τους Ιταλούς περνούμαν πολύ καλά, πολύ καλά. Ήτανε δειλοί ανθρώποι. Οι Γερμανοί ήταν λίγο βάρβαροι, αλλά ήτανε σωστοί όμως, οι Γερμανοί. Ήρθαν λοιπόν οι Γερμανοί. Οι Ιταλοί λοιπόν τους εμαζέψανε, άλλους λεν πως επνίξαν, άλλους λεν πως… Εν πάση περιπτώσει, δεν ακουστήκανε, μόνο 2-3 που είχεν ο πεθερός μου, έναν και του έδωσε τα ρούχα του. Είχε ένα γιο μεγάλο, τον Αναστάση και την ταυτότητά του και έκανε τον βοσκό. Αυτόν μόνο δεν επιάσαν, τους άλλους ούλους τους επιάσαν. Αυτόν δεν τον επιάσαν, γιατί μόλις ήταν να πάν' οι Γερμανοί που ψάχναν αυτοί και λέγαν «Ιταλιάν, Ιταλιάν», του λέει «Όχι, Γκρικ, Γκρικ». Είδεν αυτοί την ταυτότητα, που βάστα αυτός, λέει «Ναι». Του λέει λοιπόν ο πεθερός μου, «Άντε Ανάσταση, πάνε για το μαντρί», κι έφευγεν αυτός και πήγαινε στο μαντρί. Γιατί σου λέει, τον εβλέπανε συνέχεια οι Γερμανοί.

Ά.Μ.:

Εσείς τι κάνατε; Δουλεύατε; Πού δουλεύατε μαζί με τους…;

Δ.Σ.:

Εγώ δούλευα με τους Ιταλούς. Αλλά όταν ήρθαν πια οι Γερμανοί, έκανα ξύλα. Είχαμε δυο μουλάρια και μου τα φόρτωνεν ο πατέρας μου 12 χρονών που ήμουνα και τα έφερνα και τα πουλούσα εδώ και έπαιρνα ένα μπουκάλι λάδι, ένα-δυο κιλά ρύζι, κανά-δυο κιλά μακαρόνια για ξεαρρωστικό, άμα αρρωστούσαμε να κάνουμεν αυτό, να φάμε. Αδεμή ήτανε φάβα, φακή, κουκιά και καμιά φασόλα και η φασόλα, όχι συνέχεια.

Ά.Μ.:

Η γη δεν είναι εύκολο εδώ να φυτέψεις…;

Δ.Σ.:

Άμα φυτέψεις, αλλά οι φασόλες βέβαια, πρέπει να τις φυτέψουμε καλοκαίρι και όχι αυτές τις φασόλες, κάτι μακριά φασολάκια, τέτοια βάζαμε στα μποστάνια. Γιατί τέτοια κάναμε πολλά μποστάνια, σησάμια βάζαμε, πατάτες, ντομάτες, μελιτζάνες, αλλά τις ποτίζαμε με το συρτόνερο. Δεν υπήρχανε, τα μαγκανοπήγαδα ήτανε μόνο εδώ στο Λιβάδι. Εδώ στο Λιβάδι βάζανε από όλα.

Ά.Μ.:

Ο πατέρας σας τι δουλειά έκανε;

Δ.Σ.:

Ο πατέρας μου ήτανε γεωργός. Είχαμε καμιά δεκαριά βόδια, 5-6 μουλαρογάιδουρα, με συγχωρείς, 2 μουλάρια, 2-3 γαϊδάρους. Έκανε και μουλάρια και τα πούλει τα μουλάρι. Ήτανε, ο πατέρας μου ήτανε ένας μεγάλος νοικοκύρης μέσα στο Βαθύ, ενώ ήτανε φτωχός, πάμφτωχος κι αυτός, αλλά ήτανε μεγάλος νοικοκύρης. Γιατί πήγαινε κάτι κτήματα μιανού πλούσιου, εδώ και ο πλούσιος αυτός, τον εμπιστεύτηκε, τα βρήκανε, πίστευε ο ένας τον άλλο και ο πατέρας μου προόδευσεν εκεί και πήρεν όλον τον κάμπο, όλον τον κάμπο. Αν πάτε καμιά φορά στο Βαθύ, από κάτω από τη θάλασσα μέχρι τη μέση του κάμπου τα είχε παρμένα όλα τα χωράφια. Και σπέρναμε και θερίζαμε πια και κάναμε, αλλά το κριθάρι όμως που κάναμε, μας το περνάνε το δέκατο εδώ, δεν μας το αφήνανε το κριθάρι που κάναμε, να το πουλήσουμε εμείς. Το παίρνανε αυτοί, είχανε βάλει μια γραμμή και το πουλούσαν. Εκτός να κρύψουμε, δηλαδή από το δικό μας πάλι, να κρύψουμε μερικό, για να το έχουμε. Κρύβαμε, αλλά υπήρχε ο άλλος που ήρχονταν και έκανε έλεγχο. Πριν να θερίσεις το χωράφι, ηρχόταν και σου λέει «Θα κάμεις τόσα κιλά».

Ά.Μ.:

Από που ερχόντουσαν αυτοί; Αυτοί που ερχόντουσαν, τι ήτανε, να σας κάνουν έλεγχο;

Δ.Σ.:

Ήτανε του δέκατου, τους είχε βάλει ο Δήμος, η αστυνομία, τους είχε βάλει πια, που ήταν εδώ οι Γερμανοί. Γιατί ο κόσμος υπόφερνε και σου λέει «Δεν μπορείς να κάνεις το κριθάρι εσύ και να το πουλήσεις όσο θέλεις». Γιατί ετότε στην πείνα, ήρχονταν λοιπόν οι γυναίκες, σου λέανε «Πάρε το βραχιόλι μου και δω' μου ένα κιλό, δυο κιλά να φάνε τα παιδιά μου. Πάρ’ το δαχτυλίδι μου, πάρε την καδένα μου». Τα είδα με τα μάτια μου αυτά εγώ, που ήρθε μια και λέει της μάνας μου «Καλέ Σταυρούλα, δω' μου 5 κιλά κριθάρι, 5 κιλόγραμμα, και πάρε αυτό το δαχτυλίδι και αυτή την καδένα με τον σταυρό» και λέει ο πατέρας μου «Κακομοίρα, θα σε χωρίσω». Οι αδερφές μου, όμως που ήτο κοριτσάκια, μόλις τα είδαν «Καλέ μάνα πάρε μας τα», λέει «Μην πάρεις τέτοια πράγματα, γιατί θα σε χωρίσω» και την ήδιωξεν η μάνα μου και φεύγει πάλι αυτή και πάει στην πεθερά μου. Πάει λοιπόν στην πεθερά μου και της λέει «Δω' μου 5 κιλά τυρί, δυο τυριά και δυο μυζήθρες και πάρ' τα», ούτε αυτή δεν τα πήρε. Πήγε όμως σε κάποιον άλλον και τα πήρε.

Ά.Μ.:

Γιατί να μην τα πάρουνε;

Δ.Σ.:

Γιατί δεν αξίζαν αυτά που θα δώσεις, να πάρεις τα χρυσά, αυτά ήταν απατεωνιά. Ο πατέρας μου και η πεθερά μου με τον πεθερό μου, δεν εθέλαν αυτά τα πράγματα, δεν τα θέλαν. Μετά από καιρό που μεγάλωσα πια εγώ και αγαπούσα και τη γυναίκα μου, πήγαμε σε ένα γλέντι και ήταν μια αλυσίδα σκολοπεντράτη, χοντρή και είδαμε και την εφόρεσες. Και μου λέει η γυναίκα μου «Αυτή η αλυσίδα την ήφερεν η γυναίκα για μας, δεν την πήραμε. [Δ.Α.]» λέει, «τη μάνα μου και της είπε "πιο καλά να πάω να σε θάψω παρά να σου πάρω τη καδένα"». Και την εβλέπαμε την καδένα, πήγαινε όμως, «Ανεμομαζέματα, ανεμοσκορπίσματα» λέγανε οι παλαιοί. Εν πάση περιπτώσει η ζωή ήτο δύσκολη. Στα 13, στα 12 μου χρόνια λοιπόν, στα 13 μου, ήβρα ένα και πηγαίναμε και κάναμε κάρβουνα. Ξέρεις τι είναι τα κάρβουνα; Αυτά που ψήνουμε. 

Ά.Μ.:

Ναι, ναι, ναι.

Δ.Σ.:

Εμείς εβγάλαμε σκήνια, από τη γης, από κάτω βγάζαμε γουσούλια και τα στήναμε με φούντες, με πέτρες και το βάζαμε φωτιά και καίγοντο. Η μάνα μου που ήξερε, να έρθει να μας το φτιάξει, να μας βάλει τις φούντες και να το στοιβάξει. Εμείς ήμασταν παιδάκια, αλλά έτσι, θέλαμε να κάνουμε το δικό μας. Δουλέψαμε έναν χρόνο.

Ά.Μ.:

Πού πηγαίνατε, κοντά από το σπίτι σας ή μακριά;

Δ.Σ.:

Όχι, μακριά, πάνω σε ένα βουνό πηγαίναμε από πίσω, που είχε πολλά τέτοια χοντρά ξύλα και βγάζαμε κι ύστερα λοιπόν κουβαλούσαμε πάλι, είχαμε σχέρος καμωμένο. Και ήρχουνταν λοιπόν, η μάνα μου και μας τα στοίβαζε, έβαζε τις φούντες όξω, γιατί άμα δεν το φουντώσεις, πάει μέσα το χώμα. Κόβουμε από αυτά τα θαμνάκια, που υπάρχουνε στο Βαθύ και το βάζαμε από κάτω και ανεβαίναμε, τα καρφώναμε και ανεβαίναμε, τα πηγαίναμε μέχρι πάνω κι ύστερα βάζαμε πέτρες και χώμα, πέτρες και χώμα και το αφήναμε, μόνο από πάνω έτσι και του παίζαμε φωτιά. Κάναμε δυο-τρία, στο χρόνο πήγαμε στα καμίνια. Τα καμίνια ήταν δύσκολα. Εγώ ήμουν πια στα 14 μου, εκείνος ήτο 15, ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος. Επήγα με έναν άνθρωπο, ήτανε ξάδερφός μου, είχε πάρει την πρώτη μου ξαδέρφη. Λέει αυτός «Έλα βρε, μαζί μου, που πας στα κάρβουνα. Έλα μαζί μου να μου βάζεις μέσα στο ντενεκέ πέτρες, να μου φέρνεις κοντά να χτίσουμε το καμίνι. Να σε πλερώνω». Είπα λοιπόν στον πατέρα και στη μάνα, λέω «Καλέ, ετοιμάστε μου φαΐ γιατί εγώ θα πάω με το ξάδερφο στο καμίνι». Μου λέει λοιπόν ο πατέρας μου «Βρε, δεν θα πας στο καμίνι» μου λέει, «Είσαι μικρός ακόμα, δεν κάνει να πας στο καμίνι», «Γιατί;», «Γιατί είσαι μικρός και θα πιάνεις βάρετα και θα μείνεις κοντός». Το κοντός δεν μ' άρεσε, δεν ήθελε να είμαι ο κοντός. Πάω, του λέω «Βρε, δεν έρχομαι», «Βρε, γιατί;», «Γιατί μου πε ο πατέρας μου, ότι θα γίνω κοντός». Μου λέει λοιπόν αυτός «Βρε βλάκα, ό,τι μπορείς θα βάζεις στο ντενεκέ, να μου τα φέρεις. Μισό ντενεκέ βάλε, είναι ανάγκη να γεμίζεις το ντενεκέ». Πάω πάλι το ξαναλέω του πατέρα, «Καλέ, έτσι κι έτσι», «Εγώ σου λέω μην πας, τώρα ό,τι θέλεις κάμε», «Θα πάω». Πήγα λοιπόν, δεν με ένοιαζε εμένα και γεμάτο τον ντενεκέ. Δούλεψα ένα χρόνο.

Ά.Μ.:

Ήτανε δύσκολα πολύ; Ήταν πολύ δύσκολα εκεί;

Δ.Σ.:

Δύσκολα ήτανε όταν το έκαιες, όταν του έβαζες φωτιά κι ήταν και χειμώνας κι ήπιανε και βροχή, ήταν μαρτύριο. Τώρα το καλοκαίρι, το είχαμε για παιχνίδι.

Ά.Μ.:

Δηλαδή τι ακριβώς κάνατε εκεί;

Δ.Σ.:

Χτίζαμε το καμίνι. Το καζάνι που λέμε, να βάλουμε το φαΐ και μέσα εκεί εβάζαμε την πέτρα που βγάζαμε ασβέστη. Δούλεψα ένα χρόνο μαζί του. Εγώ ας πούμε, το χρόνο που καίαμε το καμίνι, κάναμε δυο καμίνια, τρία το χρόνο, να πάρω διακόσα τρακόσα φράγκα, αυτός ήπαιρνε πεντακόσια.

Ά.Μ.:

Και τα δίνατε στην οικογένειά σας;

Δ.Σ.:

Ναι, αυτά τα λεφτά λοιπόν, τα πήγαινε στη μάνα μου που με πλήρωνε όποτε. Όποτε κάψουμε το καμίνι, μπορεί σε 3 μήνες, μπορεί σε 4 και 5. Μόλις το κάψουμε, να με πλερώσει, τα πήγαινα της μάνας και η μάνα τα ‘τριβε στο κούτελο, τα έβαζε στον κόρφο της. Είδα όμως εγώ, έπαιρνα 300, αυτός έπαιρνε 500, του λέω «Θα φύγω». Ήμουν πια 14 χρονών, λέει «Γιατί;», «Θα φύγω, γιατί εσύ παίρνεις 500 φράγκα κι εγώ παίρνω 300. Άμα με βάλεις συνέταιρο...». Αυτός για να μην φύγω, «Εντάξει, θα σε βάζω συνέταιρο, θα δουλέψεις», μου λέει «να τα πάρεις», και με έβαλε λοιπόν ένα χρόνο. Στο χρόνο που πιο γίνηκα εγώ 15 χρονών στα 16. Στα 16 μου χρόνια πια, ένιωθα τη δύναμή μου. Εκαίαμε λοιπόν τα καμίνια και επειδή είχα κάποια προσωπικότητα, για να κουβαλήσομε, να βοηθήσω, με προτιμούσανε οι άλλοι και μου λέγαν «Ρε άρχισες τη φωτιά;». Τη φωτιά την κυνηγούσαμε, γιατί ήτονε απότομα τα λεφτά. Μια μέρα να το κάψεις, 2 μέρες να το κάψεις, μια μέρα να κρυώσει και 2, το μπαρκάρεις. Έπαιρνες σε 5 μέρες, έπαιρνες τα λεφτά σου και γι' αυτό τα κυνηγούσαμε τις φωτιές. Όποιος ήταν να κάψει καμίνι, ήρχουνταν να με πάρει να πάω. Ο άλλος όμως, δεν με άφηνε. Μ' έφηκε μια, μ' έφηκε δυο μου λέει «Τι θα γίνει; Άμα εσύ φεύγεις τη Δευτέρα και μου έρχεσαι το Σάββατο, τι δουλειά θα κάνω;» μου λέει. Το έβλεπα κι εγώ όμως. Μόλις κάψαμε το τελευταίο καμίνι του λέω «Φεύγω», «Βρε, κάτσε. Θα μετανιώσεις», «Όχι, φεύγω». Ήθελα να μείνω μοναχός μου και να κάνω αυτό που θέλω, γιατί έτσι από παιδί είχα πρωτοβουλία πάντα.

Ά.Μ.:

Οι γονείς σας τι λέγανε;

Δ.Σ.:

Ο πατέρας μου δε μου μίλει. Ο πατέρας μου είχε έδωσε ένα δικαίωμα, όταν ήμουνα 15 χρονώ, όταν γίνηκα 10-12 χρονώ που αρχίζαμε πια και τσουλοπουρδούμα, με φωνάζει μια μέρα σε υπολογία. Ήρθαμε στη Μαρτιτζάνα, αγαπούμαν εδώ στη Μαρτιτζάνα λοιπόν, κι ήρθαμε με έναν κουνιάδο μαζί και μετά μου είπε λοιπόν ο πατέρας μου, ότι «Όπου θέλεις θα πηγαίνεις, το βράδυ όμως θα έρχεσαι στο σπίτι να κοιμάσαι. Δε θα πηγαίνεις με παρέες» γιατί πέφταμε πάνω στα βουνά, στα αλώνια, όπου βρίσκαμε και κάναμε συνέδριο και πηγαίναμε και κλέβγαμε. Κι ο πατέρας λοιπόν, το έμαθε και σου λέει «Με τις παρέες τώρα που κάνει θα μάθει κι αυτός να κλέβει».

Ά.Μ.:

Τι μπορεί να κλέβατε, κάτι σοβαρό ας πούμε;

Δ.Σ.:

Μια κότα, ένα καρπούζι, κυδώνια με τα εποχιακά, κανά πεπόνι. Αυτό, κανά κατσικάκι, να το βράσουμε να το φάμε. Εντάξει, κλέβανε τότε, κριθάρια οι ανθρώποι και τέτοια, αλλά εμείς δεν εθέλαμε τέτοια. Εμείς μόνο από κανά μποστάνι, να πάμε να κλέψουμε και το δικό μου ήτο γεμάτο, αλλά η παρέα όμως «Όχι, εκείνα ήτανε καλά». Πήγαμε λοιπόν στη Μαρτιτζάνα, ήταν και κάποιο γλέντι και χορεύγαμε. Από τα 15 μου χρόνια λοιπόν, άρχισα εγώ να χορεύω. 

Ά.Μ.:

Τι χορό;

Δ.Σ.:

Σούστα, όλους τους χορούς, ό,τι χορός υπάρχει χόρευα. Ζεμπεκές, όλα τα χόρευα.

Ά.Μ.:

Υπήρχε κάποιος εδώ παραδοσιακός συγκεκριμένος του νησιού;

Δ.Σ.:

Ναι, ναι, στο σύλλογο έχω…

Ά.Μ.:

Όχι, λέω χορός του νησιού από δω υπάρχει;

Δ.Σ.:

Ναι, ήταν η σούστα, αυτή ήτανε ο χορός.

Ά.Μ.:

Και ποιος σας έμαθε; Ποιος σας έμαθε να χορεύετε;

Δ.Σ.:

Είναι ιστορίες μεγάλες. Δυο ξαδέρφες μου υπήρχαν εδώ, που ήμαστε συγγενείς δηλαδή. Ο πατέρας μου και η μάνα τους ήταν πρώτα ξαδέρφια. Εμείς ήμασταν δεύτερα ξαδέρφια, αλλά τότες τα δεύτερα ξαδέρφια υπολογίζουντα, σήμερα όμως, δεν υπολογίζουν τίποτε. Και όταν γίνηκα πια 16 χρονών, ερχόμουνα στο χωριό και γνωρίστηκα με τις ξαδέρφες αυτές. Αυτές λοιπόν, ερχόμασταν, είχα κι έναν αδερφό και τον επαίρναν οι κουνιάδοι μου στα καμίνια κι εγώ μαζί και άμα ήθελα να έρθω και στο χωριό, «Βρε, πάμε στο σπίτι να φάμε». Αφού ήμασταν ξαδέρφια, με έφερνε στο σπίτι λοιπόν, η μάνα, ξάδερφος... Αυτές λοιπόν είχεν ο άντρας αυτηνής, ήσαν από την Αμερική κι ήφερε ένα γραμμόφωνο με ένα χωνί τόσο. Βάζαν λοιπόν αυτοί αυτό και βάρα χοροί, κλείναμε τις πόρτες, η μια από τη μια, η μια από την άλλη, σε ένα μήνα φωστήρας εγώ, στο χορό.

Ά.Μ.:

Σας άρεσε;

Δ.Σ.:

Μ' άρεσεν ο χορός, μ' άρεσε, γιατί ήβλεπα που χορεύγανε και εμείς δεν ημπορούμε να χορέψουμε, δεν ήταν εύκολα. Χορεύανε όλοι, αυτοί που είχαν λεφτά, που…

Ά.Μ.:

Γιατί αυτό;

Δ.Σ.:

Γιατί πληρώναν το όργανα. Δεν μπορείς να χορέψεις χωρίς να διατάξεις, διάταζες και πλήρωνες και είχαμε και αυτό τον εγωισμό ποιος θα πληρώσει τα πολλά και οι οργανοπαίκτες σε παρακολουθούσαν. Σου λέει «Αυτός άμα σηκωθεί τώρα στο χορό θα πάρουμε κανά φράγκο», εκμετάλλευση.

Ά.Μ.:

Και φορούσατε και στολή ή αργότερα αυτό;

Δ.Σ.:

Ναι, μετά λοιπόν, μέσα σε αυτή την ιστορία με τους ανθρώπους που δούλευα, αγάπησα και τη γυναίκα μου. 

Ά.Μ.:

Σε τι ηλικία;

Δ.Σ.:

Η γυναίκα μου ήταν 9 χρονών.

Ά.Μ.:

Εσείς πόσο χρονών ήσασταν;

Δ.Σ.:

15, 16 εγώ, στα 10 εκείνη. Γιατί έχουμεν 6 χρόνια διάφορα. Ήρχονταν λοιπόν και αυτές καμιά φορά στο χορό, γιατί είχε μια αδελφή πιο μεγάλη από τη γυναίκα μου. Ήταν γνωστές μαζί, πηγαίναμε στο χορό, πιάναμε το χορό, χορεύαμε. Όλοι λοιπόν τα είχανε βάλει μαζί μου, ζηλεύανε τώρα, γιατί μόλις ήγνεφα εγώ του οργανοπαίκτη «Βρε, κανόνισε να χορέψω». Αυτός λοιπόν σε δυο, το πολύ-πολύ σε μισή ώρα, ήβρισκε σειρά. Έπρεπε να βρεις σειρά, δεν ήταν εύκολο. Τώρα είναι που με το βρου, σηκώνονται καμιά δεκαριά ή 30 και γίνεται μάχη. Τότε δεν υπήρχε. Τότε ήτανε 5 γυναίκες σε 2 άντρες, 7 ανθρώπους στο χορό, άντε 8 και χόρευες όπως ήθελες. Ήκανες τα τσαλίμια σου, ήκανες ό,τι ήθελες, τώρα δε μπορείς να κάνεις τίποτα. Μόλις σηκωθείς, σε βάζουν μες στη μέση και τελείωσε.

Ά.Μ.:

Και πώς…; Θυμάστε πότε γνωριστήκατε με τη γυναίκα σας;

Δ.Σ.:

Με τη γυναίκα μου γνωριστήκαμε στα 10 της πια, έκλεινε τα 9 και πάνε στα 10. Επειδή δούλευα με τα αδέρφια της και ήρχνουνταν και έφερνε φαΐ. Είχα έναν κουνιάδο που ήταν πιο μεγάλος από μένα βέβαια, 3 χρόνια, αλλά δουλεύαμε μαζί. Γιατί από εκεί που 'φυγα πιο εγώ, απ' τον άλλο, του είπα, λέω «Άμα θέλεις, να σου βάλω τον αδερφό μου συνέταιρο». Έχω έναν άλλο αδελφό, αυτός που έχει το Αυστραλίς κάτω στο Γιαλό, ήταν 13-14 χρονώ, αυτός και του λέω «Άμα θέλεις να σου βάλω τον αδερφό μου συνέταιρο και να κόβω εγώ το κλαδί. Να παίρνω εγώ το μισό καμίνι, να μοιράζεσαι εσύ με τον αδερφό μου». Αυτός δεν ήβρισκεν ανθρώπους, λέει «Εντάξει». Αλλά του είπα όμως «Θα σε βάλω συνεταίρο, επειδή είναι μικρός θα έρχομαι εγώ δυο μέρες με τα μουλάρια να σου κουβαλάω τον κερεστέ κοντά στο καμίνι», γιατί είχε καμίνι που ο κερεστές, τον ήβγαζες όξω στου Ντακορού και πιο μακριά. Πού να το σηκώνεις με μια πέτρα; Ενώ με το μουλάρι τάκα-τάκα πήγαινε. Όταν ήκουσεν αυτός δυο μέρες με τα μουλάρια, να του κουβαλώ, δέχτηκε, λέει «Σύμφωνοι» και έτσι ήβαλε πιο και τον αδερφό μου κι απόμεινα εγώ λεύτερος. Και πήγαινα στις φωτιές κι ήκοβα και το κλαδί αυτό, ήπαιρνα λοιπόν εγώ τρία μερτικά κι ένα αυτός. Πάνω σε αυτή την ιστορία λέω να πάω να πιάσω ένα καμίνι μοναχός μου, να δοκιμάσω μοναχός μου. Επήγα λοιπόν και ήπιασα ένα καμίνι, έβγαλε τον κερεστέ, έσιαξα το καζάνι, την μπούκχα, τα [Δ.Α.]. Γιατί κάνεις από κάτω πατούρα και χτίζεις πάνω, με σκοπό να πάρω αυτόν πάλι, τον ίδιο να μου το χτίσει. Όταν τα ετοίμασα, λοιπόν, είχα πάει σε μια φωτιά και τελείωσα λοιπόν, και την άλλη μέρα καθόμασταν, εγώ πια αφού είχα βρει τη γυναίκα… Μόλις ξύπνησα κατά τις 9-10 η ώρα, δρόμο, επήγαινα. Γιατί εμείς ζούσαμε σε αυτό το βουνό και στην άλλη μπάντα του βουνού εζούσαν η γυναίκα μου, γιατί είχαν μάντρα, κατσίκια.

Ά.Μ.:

Κι εκείνη στο Βαθύ όμως;

Δ.Σ.:

Ναι, αλλά μακριά, τουλάχιστον μια ώρα. Ναι, για να πας σιγά τρία τέταρτα, εγώ το έκανα σε μισή ώρα, ούτε μισή, τότε παιδιά. Πήγαινα λοιπόν εγώ, επέρνου από εκεί που είχα πιάσει το καμίνι, τα είχα βάλει όλα μέσα τα χτιστικά, τα κοντάρια, τα… Και πως μου έρχεται λοιπόν μια μέρα και λέω «Άμα θέλω να χτίσω λίγο εδώ». Έμπα λοιπόν μέσα και πήρα τη μπούκχα να είναι εδώ, και πάω λοιπόν γύρω-γύρω, γύρω-γύρω. Την μπούκχα να είναι εδώ και το έφερα έτσι 2-3 σειρές και μετά βγαίνω όξω, χτίζω τη μπούκχα να μην έμπουν ζώα μέσα, γιατί άμαν έμπουν ζώα θα πάν' από πάνω, θα το χαλάσουν και έφυγα και πήγα στο Βαΐ. Την άλλη μέρα, πήγαμε, μπαρκάραμε το καμίνι, όλο μαζί δυο μέρες. Στην τρίτη μέρα πέρασα εγώ από το καμίνι, για να δω, λέω άμα είναι λέω αυτό, θα χάλασε. Πέρασα, όπως το είχα χτίσει ήτανε. Μπαίνω πάλι μέσα, χτίζω καμιά ώρα δυο, το έφερα ίσα ίσα με τη μπούκχα, το αφήνω, βγαίνω πάλι όξω για την αγαπητικιά. Έλαχε λοιπόν να πάω πάλι στη φωτιά, δεν με αφήνανε πιο στις φωτιές, γιατί είχα κάποια ικανότητα και εκτός την ικανότητα σκάμπαζα κιόλας στο καμίνι πότε ήτο ψημένο, από τι μπορεί να χαλάσει. Ήβλεπα ότι καργάριζε και άμα το έβλεπα εγώ ότι καργάριζε, ήξερα ότι από εδώ θα χαλάσει και ήλεγα στο μάστορη «Βρε, κάμε μια σκάρπα, γιατί θα κυλήσουν. Κι άμα πάνε στο κλαδί πάνω, θα πάρει φωτιά το κλαδί, τελείωσε!». Κι έτσι με προτιμούσανε και μάλιστα ένας λέει «Ακόμα δε βγήκε από το αβγό και μας κάνει κουμάντο» και τους λέει ο άλλος «Κι όμως αυτά που ξέρει αυτός εσείς δεν τα ξέρετε πιο γεράσατε πάνω στη δουλειά». Γιατί είπα μιανού μια φορά «Βρε, κάμε μια σκάρπα», το 'πα στο συνέταιρο, «Πες του συνεταίρου σου να κάμει σκάρπα, γιατί θα χαλάσει το καμίνι». Πήγε να του το πει και δεν το δέχτηκε, παρά του λέει «σου το πε ο Μουστάκης», εμένα με λένε Μουστάκη.

Ά.Μ.:

Γιατί αυτό;

Δ.Σ.:

Άλλη ιστορία πάλι αυτή, ήμουνα στο στρατό και δεν είχα μουστάκι και μετά ήρθα με μουστάκι, με είδες εσύ που ήμασταν γνωστοί, το πες στην άλλη, στην άλλη, «Μουστάκη, Μουστάκη» κάτσαμε Μουστάκη. Έχω πάθει πολλές γκάφες στη ζωή μου. Όταν εχάλασεν όμως, τον κυνήγαγε με το τσατάλι να τον καρφώσει και του λέω εγώ «Βρε, ελάτε να σβήσουμε τη φωτιά, μην καεί το κλαδί κι αφήστε τα!». Εκείνος πήρε δρόμο και γύρισεν ο άλλος και ήβαλε δυο τρία [Δ.Α.] χώμα, νερό, ήτο κοντά στη θάλασσα, και σβήσαμε πιο και μετά από μισή ώρα ήρθε ο άλλος. Εν πάση περιπτώσει, παντού όπου πήγαινα στο χορό εκάναν συνεδρίαση πως θα με καταφέρουν, να με πιάσουν να με δείρουν.

Ά.Μ.:

Γιατί;

Δ.Σ.:

Γιατί άμα σηκωνόμουν στο χορό, σηκώνονταν κι άλλες κοπέλες, κάτι γνωστές, ξέρω γω, και χόρευα δηλαδή εγώ 5, 6, 7 κοπέλες, oι άλλοι χόρευαν 3. Και κάναν τα σχέδιά τους, αλλά τίποτα. Πως θέλαν να κάμουν το σχέδιο λοιπόν; Να μονιάσουν 2-3-4 και να λέει ο ένας «Εγώ δεν είμαι φίλος σου, δεν έρχομαι». Κάποτε όμως μονιάσανε 3, για να με δείρουν, ήτανε στην πόρτα αυτοί, ήτανε 3-4. Είχα πάει στρατιώτης εγώ κι ήρθα, γιατί παντρεύονταν ένας ξάδερφός μου. Ήρθα χορέψαμε, πήγαμε φάαμε ως τις 12. Εντύθηκα, ήβαλα του στρατού τα ρούχα, γιατί το πρωί ήπρεπε να φύγω με το καράβι, να πάω στρατιώτης. Κάθουμε πάνω στον μπουφέ κι ήπινα με τον καφετζή, γιατί δεν μπαίναν οι άντρες μέσα στο γλέντι, μόνο οι γυναίκες και οι συμπέθεροι. Ούλοι οι άντρες ήτο στην πόρτα, κάθε ένας έπαιρνε σειρά κι ήμπαινε και χόρευε. Μαλώσανε λοιπόν αυτοί αναμεταξύ τους, γιατί κάναμε καυγάδες, παίζαν ξύλο. Εκεί που μαλώσαν λοιπόν, μου λέει ο πατέρας της κοπέλας που ήταν νύφη, που ήταν πιο και συμπέθερος «Ρε, συμπέθερε» λέει, «θα σου πω κάτι. Αυτοί οι πιτσιρίκοι θα μας χαλάσουν το γάμο, γιατί άμα γίνει φασαρία, άλλοι σηκώνονται και φεύγουν, άλλοι…», «Και τι θέλεις τώρα;» του λέω, λέει «Πήγαινε εκεί δα και άστα λόγια, πάνε εκειά», «Πού θα πάω; Αυτοί είναι 10 στην πόρτα. Κι αν μουντάρουν κι οι 10 πάνω μου και μου σκίσουν τα ρούχα, πως θα πάω στο στρατό;», αυτό σκέφτουμουν, τα ρούχα σκέφτουμουν γιατί άμα πήγαινα στο στρατό με τα σκισμένα θα έτρωγα και καμπανιά γιατί μας ελέγανε «Να ρίξεις, ρίξε, μη φας». Λέω «Εν πάω», λέει «Θα μας χαλάσουν το γάμο», «Τι να σου κάμω;». Είχα λοιπόν έναν ξάδελφο, λεγόταν κι αυτός Σταυλάς όπως εμένα, ερχόνταν λοιπόν αυτός πάνω και με πιάνει από τον πόδα, γιατί εγώ κάθομαι πάνω στον μπουφέ και τα πόδια μου ήταν κρεμαστά, δεν ήφτανε κάτω. Με πιάνει από τον πόδα και μου λέει «Κατέβα κάτω, γιατί ήρτεν η ώρα σου να τη φας», αυτός ήταν ο Γιώργης, ήταν του Μανώλη ο πατέρας. «Ρε,» του λέω «καλά, δεν βλέπεις στραβός είσαι, δεν βλέπεις πόσοι κάθονται στην πόρτα; Μόλις πάω εγώ, θα μουντάρουν σαν τα πουλιά πάνω μου», «Πήγαινε» μου λέει, «κι ας έρθει κανένας». Αυτοί τα γροικούσαν. Ήτανε ένας άλλος, καθόταν από κάτω. «Πώς θα κατέβω τώρα που ήτανε τα τραπέζια από κάτω και κάθονταν οι ανθρώποι;», μου λέει λοιπόν ο άλλος «Πάτησε στον ώμο μου και παίξε το», ο χώρος αυτός ήτανε για το χορό, «παίξε έναν κάμπανο, πάτησε πάνω μου», παίζω λοιπόν ένα κάμπανο εγώ, σαλτέρνω, πάω μέσα στο χορό. Οι οργανοπαίκτες λοιπόν τους είπανε, «Βρείτε τα, να σας παίξουμε. Συμφωνήστε, να σας παίξουμε», κάθισαν λοιπόν και καπνίζανε αυτοί. Όπως σάλταρα εγώ μες στη μέση, αφού μου έδωσε ο άλλος τον αγέρα, ήτανε έξι, όλοι ήτανε… Μάλιστα ο ένας ήτανε πιο γέρος και μου λέει εμένα «Βρε, σήκου πάνω που φοβάσαι τους καμπούνους». Καμπούνοι ξέρεις ποιοι είναι; Τα κρεμμύδια που βγάζουνε το σπόρο, αυτούς λέγαμε καμπούνους και τους εκόβαμε και τους εξούναμε και τους τρώαμεν αυτούς, με τον εξίαλο, με, ήτανε η μαγιά τους. Καθαρίζαμε απ' όξω, καίγανε λίγο αλλά τις καθαρίζαμε και μ’ έναν άσπρη και τους ετρώγαμε. Τραβώ λοιπόν τη νύφη, μόλις εσάλταρα λοιπόν, λέω στον οργανοπαίκτη, ήτανε ξάδερφός μου, κάνε του έτσι εγώ, έτσι, «Παίξε, βρε» του λέω, «θα χορέψω εγώ. Φορού λοιπόν ένα δαχτυλίδι και είχε σηκώσει μια γρέζα και του έσκισε το φρύδι, έτρεχε λοιπόν το αίμα. Εσηκώθησαν λοιπόν οι γυναίκες με τα μαντιλάκια, του σκουπούσαν το αίμα, άρχιξε αυτός, σηκώθηκα εγώ τράβηξα τη νύφη, εχόρεψα καλά-καλά, ούτε γάτες ούτε ζημιά. Εσύ όμως, η παρέα σου που ήταν στην πόρτα, λέει ο ένας του αλλουνού «Να πααίνετε να του πείτε κουβέντα», λέει λοιπόν, ο ένας «Άστον αυτό κι εγώ μια μέρα θα το χαστουκίσω». Δηλαδή είχαμε αυτό το πράγμα να χαστουκίσει ο ένας τον άλλο, πώς να τον κατηγορήσει. Κάποιος άλλος όμως, που ήτο δικός μου, το άκουσε. Πάω στρατιώτης εγώ, έρχομαι, τον ευρίσκω το φίλο μου. Μου λέει «Βρε, πρόσεξε γιατί ο τάδε είπεν ότι θα σε χαστουκίσει» και πράγματι το είχε σκοπό να με χαστουκίσει. «Έλα ρε, στο διάολο», του λέω εγώ, μου λέει «Θα σε χαστουκίσει, μόνο πρόσεξέ το». Λοιπόν καμιά βάφτιση, τώρα ήτανε, δεν ξέρω τι ήτανε, κανένα πανηγύρι, τον εβλέπω εγώ, αφού μου το είπε ο άλλος, πια είχα το νου μου. Τον εβλέπω εγώ όλο τριγύρω μου, όλο τριγύρω μου, «Αυτός το έχει σκοπό» λέω, τον απόφευγα. Ξαναγίνεται άλλο γλέντι, πάλι νάτος, «Έτσι θα σε έχω εγώ κάθε φορά, να μου κάνεις…;». Όπως ήταν λοιπόν αυτός έτσι από πίσω μου, κάνω εγώ έτσι μια στροφή, το βουτώ πίσω από το λαιμό, σηκώνω τη χέρα μου, μου λέει αυτός «Δαιμονίσθεις;», «Εγώ δαιμονίστηκα ή εσύ;» του λέω, «Δε μου λες, είπες αυτή την κουβέντα; Μην πεις ψόματα, γιατί θα σε ξαπλώσω χάμω». Μου το είπε «Ναι, το είπα» και τον εμόληκα και γίναμε και φίλοι.

Ά.Μ.:

Να πούμε πάλι για τη γυναίκα σας. Πότε παντρευτήκατε, μετά από το στρατό ή από πριν;

Δ.Σ.:

Μετά.

Ά.Μ.:

Μετά.

Δ.Σ.:

Η γυναίκα μου, την εθέλαν κι άλλοι, άλλος καυγάς από εδώ, γυρέυαν με πιστόλι να με σκοτώσουν. Αλλά εγώ λέει μια παροιμία «Άλογο κλάνει», σημασία δεν ήδινα. Επαναστατώθη ο κόσμος, ο πατέρας μου επαναστατώθη, η μάνα μου, οι αδερφές μου ξέρω γω, λέει «Μα τι πράγματα είναι αυτά», εμένα δε με ένοιαζε και καθόλου.

Ά.Μ.:

Οι γονείς σας δε θέλανε να την παντρευτείτε;

Δ.Σ.:

Όχι, θέλανε, αλλά αυτό που γροικούσανε φοβούνταν, σου λέει μεγάλη δουλειά είναι να τραβήξει ο άλλος σαν περπατάς ξένοιαστος το πιστόλι να σε σκοτώσει; Αλλά εγώ δεν τον εφοβούμουνα.

Ά.Μ.:

Οι δικοί της γονείς θέλανε; Οι δικοί της γονείς;

Ά.Μ.:

Κι οι δικοί της δεν τους ήνοιαζε, δεν τους… Σου λέει «Τίποτα, έχει κουράγιο αυτός να τραβήξει και μπιστόλι», τα γροικούσανε κι αυτοί. Ενώ του είπανε ότι «Δεν γίνεται αυτό που ζητάς», αυτός λοιπόν περίμενε. Μόλις ήφυγα και πήγα στρατιώτης πια εγώ, που ήμουνα 22 χρονώ, σου λέει «Τώρα είναι ευκαιρία να πάω εγώ να τη ζητήσω». Εγώ λοιπόν, όταν ήταν αν φύγω στρατιώτης, επέρασα να τη χαιρετήσω την πεθερά βέβαια, την κουνιάδα, τη γυναίκα μου ξέρω γω και είπα ότι «Αύριο φεύγω, ήρθα να σας χαιρετήσω, γιατί…». Αλλά εγώ τις δυο βραδιές επήγαινα εκεί και τη μια βραδιά πήγαινα στον πατέρα μου, στο σπίτι το δικό μας. Φεύγει λοιπόν η πεθερά μου να πάει στη θάλασσα, να πλύνει κάτι μαλλιά και της λέει, μου λέει εμένα «Έλα να σε χαιρετήξω, αφού λες ότι δε θα περάσεις αύριο». Εγώ ήθελα να περάσω αύριο, αλλά το είπα έτσι. Ήρτε λοιπόν αυτή με χαιρέτησε, με φίλησε «Με το καλό να πας, πια να απολυθείς και να έρθεις». Ήκατσα λοιπόν ακόμα εγώ λίγο, ύστερα είδα ότι τελείωσεν τα μαλλιά και ήταν για να έρθει, λέω «Τώρα θα έρθει, να με έβρει πάλι εδώ» και σηκώθηκα λοιπόν να φύγω. Όπως επήγαινα να φύγω, είχε παρμένη μια μικρή της κόρη και από εκεί που πέρνου, είχε ένα σπιτάκι, το πηγάδι που βάζανε νερό και κοιμούνταν εκεί κάτω και στο πάνω σπίτι κοιμούνταν οι γιοι. Κι όπως πήγα εγώ να περάσω, ήτον η μικρή στο πηγάδι και μου λέει «Καλέ, είπεν η μάνα να την περιμένεις, γιατί θέλει να σου πει». Εγώ λοιπόν κατάλαβα, ότι αυτή τώρα τι θέλει να μου πει, εν πάση περιτπώσει. «Να τη» μου λέει «έρχεται», αλλά ήταν μια, χωράφι, από μπρος ένας τοίχος, επρόβαλε λοιπόν, λέει «Έρχεται». Εγώ λοιπόν που λέει έτσι, πήγα εγώ, ήμπα μέσα στο σπιτάκι αυτό, είχε έναν κρεβατάκι που κοιμούνταν η γυναίκα μου κι η κουνιάδα μου και πάω και ξαπλώνω πάνω στο κρεβατάκι. Έρχεται λοιπόν αυτή, της λέω «Πες της τώρα που θα έρθει ότι ήφυγα». Ήρτε λοιπόν αυτή, λέει της «Μωρή, που είναι ο Δημήτρης;», λέει «Ήφυγε», «Μωρή, δεν σου είπα;», λέει «Του το είπα». Γύρισε αυτή, ήβλεπε γύρου- γύρου το βουνό, να φύγω, δεν με έβλεπε, σου λέει «Πού πήγε; Πότε πετάχτηκε πάνω στο βουνό κι έφυγε;». Εγώ όπως είχε την πόρτα λοιπόν, και τρυπώνω, όπως είχε την πόρτα και με είδε και λέει λοιπόν μια λέξη «Μα, είπα δα κι εγώ!». Τέλος πάντων, σηκώνομαι εγώ πάνω, καθίζει δίπλα μου, αρχίνιξε το βιολί, «Να πας και ξέρω γω, να γυρίσεις με το καλό κι άμα γυρίσεις και ξέρω γω…». Εγώ λοιπόν πια, ήμουν 22 χρονών άντρας.

Ά.Μ.:

Πού θα πηγαίνατε;

Δ.Σ.:

Στο στρατό.

Ά.Μ.:

Σε ποιο μέρος ή δεν ξέρατε;

Δ.Σ.:

Στην Αθήνα πηγαίναμε και από εκεί μας εστείλαν στην Τρίπολη. Λέω της, «Κυρά Άννα, μπορείς να μου πεις τι θέλεις; Πες μου τι θέλεις». Μου λέει λοιπόν αυτή «Να, θέλω» μου λέει «να σε κάνω παιδί μου», «Και γιατί δε μου το έλεγες τόσο καιρό; 6 χρόνια έμπαινα μες στο σπίτι σου, 6 χρόνια ήμπαινα μες στο σπίτι», οι κουνιάδοι μου όλοι, όλη η οικογένεια με είχαν ώπα κι ώπα, αλλά κύριος όμως. Λέει «Δεν σου το είπα, γιατί έχεις και μια αδερφή και μπορούσεν η μάνα σου να πει "Να η κυρά Άννα ήπιασεν τον γιο μου να τον πάρει, δεν σκέφτηκε ότι έχει μια αδερφή και πρέπει να την παντρέψει" και να πει μια κουβέντα και να μαλώσουμε και δε θέλω να μαλώσω. Γιατί άμα μαλώσεις τελείωσε, το έχασες το παιχνίδι», «Πρόσεξε όμως καλά». Ήξερα όμως εγώ με το φέυγα μου, ότι ήθελαν να πέσουν οι προξενητάδες, ήξερα. «Πρόσεξε», της λέω, «καλά, μην φύγω και πάω στρατιώτης και δεν περάσει ένας μήνας κι ακούσω, ότι αρραβώνιασες την κόρη σου, γιατί έχεις άλλες 3 από πίσω. Θα σου κάμω δουλειές, που θα πεις πως εδαιμονίστηκα», «Και βασιλιάς να έρθει, δεν την παντρεύω» και δώκαμε χέρι και σηκώθηκα κι ήφυγα. Ήφυγα εγώ, πήγα στο στρατό, άρχιξα να κάνω γράμματα πια αφού… Πάνε οι προξενητάδες.

Ά.Μ.:

Σας έστελνε και εκείνη γράμματα ή μόνο εσείς; Γράμματα στέλνατε μόνο εσείς ή έστελνε κι εκείνη;

Δ.Σ.:

Εγώ έστειλα πρώτα, αλλά δεν ήξερα και γράμματα κι ήβαλα κάποιον και μου έγραψε και μέσα στο γράμμα αυτό έγραφα και στη γυναίκα μου. Άνοιγε το γράμμα η πεθερά, ήπαιρνε το δικό της, ούτε η γυναίκα μου ήξερε γράμματα, οι μικρές τα διαβάζαν. Αυτή λοιπόν, για να μην το δούνε οι γιοι, γιατί είχεν 7 γιους και 5 κόρες, 12 παιδιά, για να μην το δουν οι γιοι και να πεις κανένας ξέρω γω. Άσε που δεν εμίλει κανένας, γιατί τα ξέρανε. Εν πάση περιπτώσει όμως, αυτή σου λέει μπορεί κανάς γιος και να τραβήξει κι ο πατέρας μου μαζί και να γίνει καμιά ιστορία. Πιάνει λοιπόν αυτή και ράβει στο μεσοφόρι, τότε βάζανε μεσοφόρια από το άσπρο πανί, κάνανε μεσοφόρια και φορούσαν, ήκαμε λοιπόν μια τσέπη κι ήβαλε μέσα το γράμμα με το κουμπί και το είχε πάνω της μέρα νύχτα. Ο πεθερός, πέρασε κανένας μήνας, λέει κι ένα βράδυ πια που κάθουντα εκεί, λέει «Ρε μα, ο Δημήτρης δεν μας έστειλε ένα γράμμα, μας εξέχασε». Πετιέται λοιπόν, μια κουνιάδα μου, η μικρή-μικρή και λέει «Καλέ ήστειλε», «Ήστειλε; Και πού 'ναι;», «Να, η μάνα το βαστά», «Πού 'ν’ το το γράμμα;». Κοκαλώνει λοιπόν αυτή και βγάζει το γράμμα και της λέει αυτός «Γιατί το βαστάς πάνω σου και το έχεις;», λέει «Να μην το δουν οι γιοι» λέει, «και πουν καμιά κουβέντα και…». Δεν ήθελε να γίνει φασαρία, γιατί σου λέει «Άμα γίνει φασαρία, μπορεί να χαλάσει ο γάμος», «Και καλά οι γιοι θα μας κάμουν κουμάντο ποιους γαμπρούς θα πάρουμεν εμείς;». Άμα της είπε λοιπόν έτσι, «Έλα, Αντζελίνα», είχε μια κόρη που ήξερε γράμματα «να μου το διαβάσεις». Διάβασε λοιπόν το γράμμα, αφού το διάβασε λοιπόν το παιδί… Εγώ πιο, λέω αφού ήρθαμε εδώ έγραφα «Πατέρα, μάνα», έγραφα. Είχεν έναν καθρέφτη κι είχε από μπρος ένα κομμάτι ξύλο κι ήτο πάνω ο καθρέφτης, ιταλικός ήτανε. Πήγαινε αυτή, το έδεκε απάνω, εκεί. Όποιος ήμπαινε λοιπόν, και πήγαινε να πλυθεί και πήγαινε να κάνει τον [Δ.Α.], ήβλεπε λοιπόν το φάκελο Δημήτριος Σταυλάς, έπιανε το γράμμα, το διάβαζε, το έβαζε μέσα, το έδενε, αυτό ήτανε. Απολύθηκα πια εγώ. Εντωμεταξύ, επήγα πιο, είχα έναν άνθρωπο και τον είχα 5 χρόνια μαζί μου σε δουλειές. Γιατί εγώ πιο με τα καμίνια ήπιασα λεφτά και ήπαιρνα τον άνθρωπο και δούλευε μέχρι το Σαββάτο και το Σαββάτο τον πλήρωνα, γιατί ήρχουνταν και ψώνιζε για τα παιδιά του, να φάει. Δεν περίμενα να κάψω το καμίνι να τον πλερώσω, γιατί είχα πιάσει πια σιρμαγιά από τα καμίνια. Στην αρχή ένα δυο φορές που πήγαινα στη φωτιά, σταμάτααν ο άνθρωπος. Ύστερα που τελείωνα τον ήθελα, μου λέει «Τώρα είμαι με το Δημήτρη, τώρα να το αφήκω στη μέση δεν πάει, πρέπει να κάμω τη βδομάδα. Άμα θέλεις» μου λέει, ήταν 12 φράγκα το μεροκάματο, «εμένα θα μου δώνεις 10, 6 μέρες, 60 φράγκα, κάθε Σαββάτο» λέω «Ντάξει». Του δωνα αυτού κάθε Σαββάτο 60 φράγκα κι ήφευγα εγώ και το ήφηνα και δούλευε. Και άμα δούλευε το βράδυ, που σχόλαγε, πέρναεεν από την πεθερά μου, γιατί εγώ πιο πήγαινα στα καμίνια κι άμα επήγαινα, την άλλη μέρα που καθόμασταν για να ξεκουραστούμε, επήγαινα να δω τι ήκανεν ο εργάτης, γιατί ήτανε καλός εργάτης, αλλά άτεχνος, άτεχνος. Έπρεπε να του πεις «Εκειά βγάλε πέτρες, εκειά βγάλε πέτρες» και να κουβαλεί με το γάιδαρο. Πριν να φύγω λοιπόν, του έλεγα «Εδώ είν' νταμάρι, εκεί, εκεί» του έλεγα 6 πόστα και του έλεγα «Άμα δεν μπορείς από εδώ θα πας εκεί, άμα δεν μπορείς εκεί, εκεί» κι ήκανα τη δουλειά μου. Δεν εσταμάταγα λεφτό, δούλευα, λέω να πάω, να τον ιδώ. Ξύπνου λοιπόν εγώ, έβγαινα πάνω στο βουνό, [Δ.Α.] σε μια ποταμιά, που ήταν το καμίνι, τον ήβλεπα λοιπόν εγώ, εκεί. Πήγαινα λοιπόν εγώ σιγά-σιγά με το δαβρί, όπως ήτουνα αυτός, τον εκούμπου και σκούντου αυτός, «Βρε, γεια!», εγέλου λοιπόν εγώ, κάθουμουν λιγάκι, «Ε, ίσα». Είχα εκεί τα παπούτσια μου, τα παλιά, τα ρούχα μου, τα παλιά, «Άντε βάλ’ τα ρούχα και δουλειά», τι ήθελα να κάνω τώρα εγώ… Έβαζα τα παπούτσια, δούλευα καμιά ώρα, ήσουρνο πέτρες, μετά εγώ άρχισα να πεινώ, να νυστάξω κιόλα, κάνω πως κατουριούμουν, παίρνω τα ρούχα μου, που τα πάω παρακάτω, ήκανα πως εκατουρήθηκα, τράβηξα παρακάτω, ήτανε [Δ.Α], βάζου τα αυτά, αφήνω τα άλλα εκειά, σηκώνομαι φέυγω. Αυτός είδε που δεν εχτύπαγα το βαριό, με είδεν όμως, που πήγαινα. Λέει «Πάει να κατουρήσει», και αφού με είδε και πήγαινα κι ύστερα πέρασε, «Μα, ακόμα κατουρεί αυτός;», γυρίζει λοιπόν και με βλέπει σαν από εδώ απέναντι, ευθύς από πίσω ήταν η μάντρα. βάζει λοιπόν αυτός τις φωνές «Βρε, πού πας τώρα, πού πας;», μιλιάν εγώ, το σκοπό μου. Το βράδυ λοιπόν, εσχόλαν αυτός και πέρναν από εκεί, εγώ εκοιμόμουνα καμιά φορά, που πέρναν αυτός, δηλαδή πήγαινα ήτρωα, ήταν απόγευμα, με έπαιρνε ο ύπνος, βράδυ, εκοιμόμουνα δηλαδή, ήταν 5 η ώρα, 6. Λέει λοιπόν στην πεθερά μου, «Κυρά Άννα, εσήμερα πάλι ο Δημήτρης εκεί που χτύπαεν το βαριό, το χτύπα κάτω και το χάνω και γυρίζω τον εβλέπω στο τάδε μέρος» και είπα, του φώναξα κιόλα «Που να έχεις ανάθεμα! Εθυμήθει τη Μαρούλα και πάει». Του λέει λοιπόν η πεθερά μου, «Τι λόγια είναι αυτά τώρα που λες; Σε ξένους ανθρώπους να τα γροικούνε;» λέει, λέω «αυτά που γίνεστα εμείς κι εμείς [Δ.Α.]. Και μόλις επήγα στρατιώτης, πήγαινε, τον ήβαλεν ο άλλος, του έδωσε δυο προβάτες και δυο κατσίκες, να πάνε να του κάνουνε το γάμο. Ο άλλος, για τις προβάτες και τις κατσίκες, λέει «Θα πάω, αλλά θα πάω πρώτα να το πω του πατέρα σου, που ήτο κακός. Κι αν ο πατέρας σου δεχτεί, θα πάω. Άμα ο πατέρας σου δεν δεχτεί, πώς θα πάω;», εφοβούντα τον πατέρα. Σηκώνεται λοιπόν μια μέρα αυτός, πάει βρίσκει τον πατέραν, του λέει «Ο γιος σου με έστειλε, να πάω να του κάνω γάμο. Εσύ τι λες;». Ο άλλος ήτο ξύπνιος, «Μες στον εμυαλό σου και σένα και του γιου μου μαζί; Εσύ πίστεψες ότι θα σου πούνε. Γάιδαρος θα πας, γάιδαρος θα φύγεις!» του λέει, «Πάαινε και άμα σου πούνε. Έχω 3 κόρες, θα στις κάμω 4. Εγώ θέλω, πάνε», του λέει. Χαρά λοιπόν αυτός, πάει λοιπόν ένα βράδυ, βρίσκει τον πεθερό, την πεθερά, μοναχιά. Και ήταν και ο πάππους της γυναίκας μου, ο Σαψάκος, που ήταν στη Σύρνα κι ήταν πια γέρος, σαν κι εμένα και ήρθεν εδώ και τον είχαν μέσα στη μάντρα να βλέπει τα ζώα, γιατί οι ανθρώποι έτσι... Πάει λοιπόν αυτός, απόγευμα, «Γεια σας», «Βρε, καλώς τονε», «Έλα σας ήφερα ένα μουσδέ!». Μουσδές, τώρα ξέρεις τι θα πει; 

Ά.Μ.:

Όχι.

Δ.Σ.:

Καλό νέο. «ίντα ήφερες μουσδέ;», «Επήγα στον Αντρέα και δέχεται να κάμετε, το γάμο». Η πεθερά μου λοιπόν, μόλις τον ήκουσε, έβραζε το γάλα, γιατί το αρμέγουν, το βράζουν και το βάζουν στα σκαφίδια και το πρωί μαζεύουν την τσίπα από πάνω και [Δ.Α.] και τρώγομεν. Βάσταε λοιπόν ένα ξύλο, έτσι θαλωτό κι ήβαζεν τα ξύλα. Το ακούει λοιπόν ο πάππους, ο γέρος, αυτός ο άνθρωπος ήτο καταπιασμένος, που σου λέω, σε μαντριά και είχε και περιουσία στ’ Aγρελίδι, μεγάλη περιουσία είχε και το δώνει και την περιουσία, του γιου. Γροικά λοιπόν ο γέρος, ο πάππους, ο οποίος εμένα δε με ήξερε, «Ναι» λέει αυτός «Ναι, να γίνει η δουλειά». Λέει του λοιπόν η πεθερά μου «Ξέρω», του λέει, «εγώ τι σου χρειάζεται… Να σου κόψω το [Δ.Α.] να σου το σπάσω στην κεφαλή. Αλλά που δε θα έχω να κάνω τη δουλειά μου», «Μα γιάντα κυρά Άννα;», «Γιατί» του λέει, «ξέρεις την ιστορία και ήρθες. Ρε, πόσες φορές επέρασες και μου είπες ότι "εθυμήθην της Μαρούλας ο Δημήτρης και πάει" και τώρα ήρθες να χαλάσεις το γάμο;».

Ά.Μ.:

Πώς τη λέγαν τη γυναίκα σας;

Δ.Σ.:

Μαρούλα. «Να σηκώσω» μου λέει, «το [Δ.Α.] να σου σπάσω την κεφαλή». Αναλαβαίνει λοιπόν ο γέρος «Μα τι κουβέντες είν' αυτές κυρά Άννα, τον επρόσβαλες». Η γυναίκα μου κάθονταν εκεί πίσω, και του λέει, λέει «Άκου να δεις, έχεις μια κόρη και σ' αρέσει ο γαμπρός, πάνε να κάμεις το γάμο», παρεξηγήθην ο πάππους. Παίρνει λοιπόν την μαγκούρα να σηκωθεί να δείρει την γυναίκα μου, ο πάππους. Αυτή λοιπόν όπως εκαθότανε εκεί και ήταν η πόρτα ανοιχτή, σηκώνεται λοιπόν, πετιέται όξω, βγαίνει κι ο πατέρας, βγαίνει τώρα και η κόρη κι ο πατέρας και γελούσαν απ' όξω κι οι άλλοι 3 τσακώνονταν μέσα. Άμαν ήβγεν ο πεθερός μου στη πόρτα, λέει του προξενητή «Να αυτή τα κάνει ούλα», δηλαδή η πεθερά μου, αυτός… Και σηκώθην ο προξενητής και ήφυγεν. Και μετά πια είναι, πως ήθελε να με σκοτώσει, πως ήθελε να με κάνει. Ύστερα πια ήρθα από το στρατό εγώ, μόλις ήρτα, πήγα βέβαια... Είχε πιάσει και τον κουνιάδο μου, είχα έναν κουνιάδο, που δεν χωρίζαμε καθόλου, από την ώρα που έμαθα εγώ κι έκανα τα καμίνια ήρτε μαζί μου αυτός, δεν έκαναμε με τα άλλα αδέρφια. Ήκοβεν τα κλαδιά κι έκανα εγώ τα καμίνια και είχα και το γαμπρό μου, είχα και έναν γαμπρό. Αυτοί ήταν συνέχεια μαζί μου και πήγε λοιπόν μια μέρα, να πάει στο ψάρεμα. Μόλις ήμπε λοιπόν μες στη βάρκα, είχε κι έναν άλλο, ο οποίος αγαπούσε κι αυτός τη γυναίκα μου, που τον είχανε δούλευε στα καμίνια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Δεν τολμούσε να το πει, γιατί ήκουσε ότι ήτανε λογοδεμμένη. Μπαίνει στη βάρκα λοιπόν αυτός, λέει στον κουνιάδο μου, λέει… Του είπε λοιπόν, ότι το και το, ξέρω γω. Λέει του λοιπόν, ο κουνιάδος μου, «Βρε, δε μου λες, είσαι στο καλά σου;» του λέει, «Έχεις μυαλό; Το μυαλό σου δουλεύει; Αυτός ο άνθρωπος» του λέει, «τώρα μπαίνει 7 χρόνια μες στο σπίτι. Μπαίνει, κοιμάται, ξυπνά. Ξέρω γω τι έχει κάνει με την αδερφή μου, κι ήρθες τώρα εσύ και θα δεχθεί η αδερφή μου να σε πάρει;» λέει «Θα τον σκοτώσω», «Σκότωσέ τον» του λέει, «άμα μπορείς να τον σκοτώσεις, σκότωσε. Κι επειδής θα τον σκοτώσεις θα σε πάρει η αδερφή μου. Τότε θα είναι που δε θα θέλει να σε δει στα μάτια». Γροικά ο άλλος «Τώρα θα μαλώσω μαζί σου στη βάρκα», ο άλλος δεν ήξερε μπάνιο, θα πνιγώ κι εγώ, «Τέλος πάντων» λέει «αυτά μη τα λες, η αδερφή μου είναι αρραβωνιασμένη, τα λόγια σου χάνεις». Δεν τελειώνουν οι ιστορίες αυτές.

Ά.Μ.:

Και μετά παντρευτήκατε;

Δ.Σ.:

Και ήρτα πια εγώ, ήρθα εγώ λοιπόν, και είχε αγοράσει αυτός ένα μπιστόλι από έναν Καλύμνιο, για φοβέρα. Μου λένε λοιπόν, μερικοί γνωστοί και φίλοι, κάτι ξαδέρφια, «Βρε, το και το». Ένας κουνιάδος μου λοιπόν, συνεννόησε μαζί του και πουλήσανε 200 κεφάλια μαντρί του πατέρα και πήρεν αυτός το μπιστόλι και το είχε. Το έδειξε μια μέρα της γυναίκας μου και της κουνιάδας μου. Η κουνιάδα μου λοιπόν φοβήθηκε, «Μωρή, μωρή!», γυρίζει λοιπόν, η γυναίκα μου, τον εβλέπει και του λέει «Βαλ' το στον κώλο σου!» του λέει. Όταν ήρθα λοιπόν εδώ πια, που ήτανε ο πατέρας μου, η μάνα μου επαναστατήσαν, σου λέει «Πολλή ώρα θέλει, να…». Τσατίστηκα κι εγώ, μάζεψα τα ρούχα μου και σ' ένα, σε δυο μήνες επαντρεύτηκα και τελείωσεν η ιστορία. Πήγα πιο στο σπίτι, το σπίτι δεν ήταν φτιαγμένο. Λέω της πεθεράς μου, «θα παντρευτούμε στης αλληνής, της κουνιάδας», και της κουνιάδας μου και το δικό μου είναι ένας τοίχος. Κανόνισα να παντρευτώ και παντρεύτηκα πια και τελείωσεν η ιστορία μας. Πολλές ιστορίες έχω πάθει στη ζωή μου. Παντρεύτηκα πια, συνέχισα τη δουλειά αυτή με τα καμίνια, έβγαζα λεφτά. Επουλιούντο αυτό το κομμάτι, που λέν' ο Πύργος, στο Βαθύ. Εγώ το λιγουρεύουμουν αυτό το κομμάτι για κατσίκια, γιατί αφού είναι η δουλειά μας. Μου λέει λοιπόν ένας, αυτός που είχαμε τα χωράφια του στο Βαθύ, ο Οικονόμου, ήμασταν σαν αδέλφια, μεγαλώσαμε, πιο μεγάλος ήτανε αυτός 2, 3, 4 χρόνια, αλλά σχεδόν μαζί μεγαλώναμε. Άμα θέλαμε να έρθουμε στο χωριό το σπίτι τους και το σπίτι μας ήταν ένα, εκεί τρώγαμε, η μάνα του ήπρεπε να μας ταίσει και να μας... Μου λέει αυτός «Βρε, πουλιέται κι ο Πύργος πού είναι;», μου λέει. Εγώ ήξερα, είναι απέναντι από το σπίτι μου, αν πας στο Βαθύ κι έβρεις τον άλλο μου γιο, που είναι μέσα και του πεις «Δείξε μου τον Πύργο», θα σου πει «Να τος», μπροστά του και να [Δ.Α.] έτσι, πολύ ωραίο. Λέω «Το θέλω» του λέω, «αλλά...» λεφτά ήταν ζόρικα, λέει «Πόσα δίνεις;», λέει αυτός. Αυτός λοιπόν, αυτός ήτανε μιανού δασκάλου ο πιο πλούσιος πάνω στο νησί, αλλά είχε 2 αγόρια και 1 κορίτσι και τα αγόρια τα σπούδαζε και ήθελε λεφτά. Είχεν τόσα πολλά, σου λέει ας πουλήσω ένα κομμάτι να στέλνω στα παιδιά μου. «Πήγαινε ρώτα τον», τον ρωτάει λοιπόν, ήθελε 25 χιλιάρικα τότε, χιλιάρικα. 25 χιλιάδες δεν είναι εύκολα, που ξεκινήσαμε με δανεικά λεφτά. Γιατί πια εγώ εζορίστηκα, για να παντρευτώ, γιατί η μάνα μου ήθελε και μπαξίσι, ήκαμα ένα καμίνι, το έκαψα, τα έδωκα της μάνας μου κι ύστερα πήγα να παντρευτώ και ήταν λίγα τα λεφτά μου. Κι είπα στον κουνιάδο μου «Βρε, δώ' μου ένα χιλιάρι», δεν του είπα εγώ, αλλά ήρθαμε στο χωριό, εκάτσαμε καμιά δεκαριά, δεκαπέντε μέρες και του λέω εγώ «Χρήμα δεν υπάρχει», «Πες της αδερφής σου να σου δώσει», «Γιατί έχει η αδερφή μου;», πήγα της το 'πα, της λέω «Έχεις εσύ λεφτά και δεν μου δωκες;», «Δεν είναι δικά μου» μου λέει, «του αδερφού μου». Το μεσημέρι λοιπόν, που κάτσαμε να φάμε, ήφερε το πορτοφόλι αυτή και του λέει «Ορίστε, το πορτοφόλι» και λέει αυτός και μου δώνουν 1 χιλιάρικο, δανεικό, όχι να μου τα χαρίσει. Αφού πήρα πιο, το χιλιάρικο κι εγώ ήκατσα ένα μήνα κι ήκαμε το γαμπρό. Ύστερα δούλεψα, του δωκα το χιλιάρικο, δούλευα λοιπόν, πήγαμε στο Βαθύ, είχαμε πολλά πράγματα που γλιτώναμε, τα αβγά μας, τα κρέατά μας, τα γάλατά μας, η θάλασσα θησαυρός, καλόγνωμες, ψάρια, ό,τι ήθελες, δεν αγοράζαμε τέτοια πράγματα. Είχαμε την πεθερά, όποτε ήταν να σφάξει, το μισό κρέας το έστελνε στον γαμπρό. Τα τυριά στο γαμπρό. Είχαμε την μάνα, είχε κότες, ό,τι θέλαμε, αβγά, το ψωμί ήταν τότε το κριθάρι, που αλέθαμε. Ότι δούλευα, είχα 7.000. Λέω του, λέω «Ακριβά είναι» του λέω, λέει «Πόσο δώνεις», «Κόψε μου τουλάχιστο τα 5 χιλιάρικα, να γίνουν 20». Λέει «Θα του το πω», μου είπε λοιπόν «Πρόσεξε» μου λέει, «Εάν ο θείος μου δεν δέχεται, θα του πω εγώ, "Ρε θείε, μοιράστε τις 5 χιλιάδες". Χάσε εσύ τις δυόμισι να σου δώκει κι αυτός δυόμισι, να πάρεις 22 και μισό. Δέχεσαι;» του λέω «Βρε, δύσκολα είναι, αλλά άμα είναι πάλι έτσι να το πάρω». «Κι άμα λειφτείς, ότι λειφτείς» μου λέει «θα στο δώσω εγώ». Ήταν δήμαρχος αυτός, αυτό να, που μαγαζί που είναι εδώ από κάτω που έχει μια μαγαζί τώρα, ήταν δικόν του και το πούλησε πιο κι ήκαμε κάτω στο Γιαλό. Αυτός λοιπό φώναξε το θείο του, του το 'πε, του λέει «Ο Δημήτρης το θέλει, αλλά είναι ακριβά». Αυτός όμως δεν ήθελε να βγάλει στον κόσμο ότι πουλούσε, ντρέπουνταν, να βγάλει στον κόσμο ότι πουλάει το κτήμα. «Εσύ» του λέει «τι λες;» λέει «Να σου πω κάτι θείε, εγώ λέω να μοιράσετε το τάλιρο και να συμφωνήσετε», λέει «Αφού το λες εσύ». Με φωνάζει λοιπόν εμένα, μου λέει, «Ό,τι είπαμε, θα σε φωνάξω» μου λέει «και θα πω εγώ, να σας κόψω εγώ την συμφωνία; Αλλά ούτε ο ένας θα πει όχι, ούτε ο άλλος». Εγώ όμως το ήξερα και του θείου του, του το είπε. Λοιπόν «Εσύ θέλεις 25 θείε, ο Δημήτρης θέλει 20, μένει το τάλιρο, μοιράστε το και τελείωσε καλορίζικο». Καλορίζικο και το πήρα… Το πήρα λοιπόν και κάναμε και το εργοστάσιο εκεί, τα κουνιάδια μου κι ένας αδερφός μου.

Ά.Μ.:

Εργοστάσιο για τι;

Δ.Σ.:

Για ασβέστη, γιατί μας εσταματήσαν πια να κόβουμε κλαδιά, το δασαρχείο. Ήχτισα ένα σπίτι και το μάντρωσα κι ήβαλα κατσίκια μέσα. Ήβαλα λοιπό κατσίκια μέσα κι έκανα το χασάπη. Είχε καμιά δεκαριά ανθρώπους που δουλεύανε στο καμίνι και κάθε Παρασκευή ή Πέμπτη τους ήλεγα «Τι κρέας θέλετε;», έλεγε «Εγώ θέλω μισό», «Εγώ θέλω ένα μερί», «Εγώ θέλω μια κουτάλα». Φρόντιζα λοιπόν εγώ κι ήσφαζα το Σαββάτο τάκα-τάκα. Περάσαν χρόνια, μια κοπανιά φανερώθηκε η αρχαιολογία λέει «Εδώ», πούλησα όμως μέσα, δυο οικόπεδα, τιποτένια το ένα… Τότε ήταν δραχμές, 100 χιλιάδες το ένα και κάπου 400 το άλλο. Σήμερα οι 100 χιλιάδες είναι 300 φράγκα. Εν πάση περιπτώσει έρχεται η Αρχαιολογία λέει «Βρε αμάν, βρε χρυσέ μου». Ήκαμε χαρτιά με τον άνθρωπο, «Απαγορεύεται, απαγορεύεται», λέω «Μην μου πείτε να βγάλετε τα κατσίκια γιατί ετότε θα φερθώ μπροστά σας άσχημα». Του είπα λοιπόν, λέει «Όχι, τα κατσίκια δεν σου τα πειράζουμε. Και αν πάρουμε έναν κομμάτι εμπρός-εμπρός και το φράξουμε θα στο πληρώσω», εσυμφώνησα και τους ήδωκα το χαρτί, το αντίγραφο. Και μετά ξεκίνησε αυτός ο αρχαιολόγος [Δ.Α] και ήρθεν πια μέσω Ντούμα και ήκαμε τις έρευνες. Δεν έχω παράπονο.

Ά.Μ.:

Ποια χρονιά ήταν αυτό, πριν πόσα;

Δ.Σ.:

Ποια χρονιά τώρα; Πρέπει να είναι 5-6 χρόνια που αρχίξαν τις ανασκαφές και μάλιστα προχθές είχανε κάνει μια… Κάτω στο σύλλογο εκεί και δώκαν και το βιβλίο, «Το βιβλίο ανήκει στο Δημήτρη το Σταυλά», ο Ντούμας. Δώκαν στον πατέρα του, δώκαν στο Γιάννη, δώκαν στο μεγάλο μου γιο, στο δεύτερο, σε όλους μας. Λέω «Εγώ τα κατσίκια, δεν θέλω να μου βγάλετε». Και κάμαν πια ανασκαφές, και βρήκανε ορισμένα πράγματα. Τώρα πώς βρεθήκανε αυτά;

Ά.Μ.:

Εσείς δε ξέρατε κάτι πιο πριν, τίποτα;

Δ.Σ.:

Πού να ξέρω εγώ; Εκεί που ήτανε, ξέρω λίγον από τους παλιούς, ότι εκεί άλλοι λέν' ότι ήτανε εκκλησία, άλλο λέαν ότι ήτανε ένας πύργος εκεί και φύλαεν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από το λιμάνι. Γιατί τότε ήρχουνταν οι πειραταί. Ήρχουντα οι πειραταί και ήταν σαν πύργος και απέναντι από το βουνό πάλι είχεν άλλους πάνω στο βουνό με την παντιέρα. Και γροικούμαν λοιπόν εμείς, λέει «Στις Παντιέρες», όταν ήμασταν μικροί, έπρεπε να πας από πάνω από τις Παντιέρες, να κατεβείς κάτω. Και λέαμε «Γιατί γίνεται Παντιέρες;», και τώρα ο αρχαιολόγος μας εξήγησε «Ξέρεις γιατί γίνουνταν οι Παντιέρες; Γιατί εκεί πάνω είχε ανθρώπους, φυλάκιο και άμαν εβλέπαν κανένα καΐκι κι ήρχουντα, κάναν σινιάλο κάτω στον πύργο, που ήτο οι άλλοι και τους λέανε ότι έρχεται. Βλέπαν το κατάρτι» τότε δεν υπήρχαν μηχανές, «και προφυλάονταν αυτοί». Εκεί ετοιμάζονταν, μόλις έμπαιναν μέσα είχε [Δ.Α.] μέσα. Τώρα τι γινότανε, δεν ξέρω και γι’ αυτό λέει… Τώρα το μάθαμε, αυτά τα τελευταία χρόνια το μάθαμε. Εγώ λοιπόν εκείνο που το είπα, «Κάμε ό,τι θέλεις εάν θα πάρεις το κομμάτι αυτό που είπες 2, 3, 4 στρέμματα μπρος-μπρος», «Θα το κλείσουμε από τη μια θάλασσα μέχρι την άλλη, θα στο πληρώσω», «Το υπόλοιπο...». Τώρα λοιπόν το βγάλαν όλο Αρχαιολογία, του είπα λοιπόν, του Αντρέα, «Μην μου πεις καμιά ώρα να βγάλω τα κατσίκια θα με έβρεις εμπρός σου», «Τα κατσίκια δε μας πειράζουν». Γιατί ήβγαλεν και λόγο πάνω στην Πορταΐτισσα, στην συνέντευξη και είπε ότι «Με τη θέληση του Σταυλά γίνουνται όλα. Μας είπε να μη βγάλει τα κατσίκια, εμάς τα κατσίκια δεν μας πειράζουν». Κι έτσι δεν έχω κανένα πρόβλημα, δεν έχω κανένα πρόβλημα.

Ά.Μ.:

Θυμάστε κανένα περιστατικό από παλιά όταν ήσασταν μικρός, εκεί στην κατοχή με τους Ιταλούς ή με τους Γερμανούς να είχε γίνει κάτι, έτσι περίεργο;

Δ.Σ.:

Πολλά γινότανε, οι Γερμανοί… Οι Ιταλοί είπαμε ότι ήτανε ήμεροι ανθρώποι και δειλοί. Άμα τέλος πάντων, δεν ξέρω μπορείς να τις είχανε φοβερίσει κιόλα, να μην πειράζουν τις κοπέλες ξέρω γω, αλλά οι Ιταλοί ήταν γυναικάδες. Όταν εβρίσκαν την γυναίκα λοιπόν «Ωραία ragazzina, bonna ragazzina», ξέρω γω. Άμα όμως τους αγρίευες, σουρώναν. Οι Γερμανοί όμως ήταν σκληροί, οι Ιταλοί οι κακόμοιροι ήταν κάπου 30-35 χρόνια, κάμαν το δρόμο και πήγαινε στον Καστελάνο, και στην Μαρτιτζάνα, γιατί ήταν κατσικόδρομος. Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί, οι Γερμανοί όμως ήταν σκληροί, κάμαν απόβαση 3 φορές με τα βαπόρια και τότε η Ιταλία ήταν με την Αγγλία και η Αγγλία πάλι ήταν θαλασσινή κι ήρχουντα οι τορπίλες λοιπόν. Εδώ στου Δράκου τη σπηλιά, αν έχεις ακούσει, πού είναι του Δράκου, εκεί στο βουνό στο Βαθύ, υπάρχει μια σπηλιά και λέγεται του Δράκου. Εκεί τους εβουλιάζανε, τους εβυθίζαν… Και πηγαίνα την άλλη μέρα, εγώ ήμουν παιδάκι και μαζεύαμε, 12-13 χρονών, και μαζεύαμε πιο πράγματα, πουκάμισα, παντελόνια, βαρέλια, λάστιχα, κονσέρβες, γιατί τα βουλιάζανε και πλεύαν αυτά κι ήρχουνταν γιαλό, βρίσκαν στη στεριά, χτυπούσαν, πηαίναν κάτω.

Ά.Μ.:

Εδώ ήταν κι ο αέρας δύσκολος…

Δ.Σ.:

Και βουτούσαν λοιπόν ορισμένοι και μαζεύαν, τις κονσέρβες, τα λάστιχα, τα ρούχα, πάκα τα ρούχα, γερμανικά και ντύνουνταν οι ανθρώποι. Ήταν λοιπόν δυο φορές, και τις δυο τους εβουλιάξανε. Έτσι κάμαν σχέδια να έρθουν με το αεροπλάνο, ήταν λοιπόν αυτοί, εμείς κουβαλούσαμε νερό στη μπαταρία πάνω, κι όπως ξεκινήσαμε το πρωί και πηγαίναμε, βλέπουμε, βλέπω εγώ 4 αεροπλάνα και προβάλουν από πίσω από ένα βουνό. Αν πας στο Βαθύ στον Άη Γιώργη, αν πας στον Άη Γιώργη, αντίπερα έχει ένα μεγάλο βουνό, λέγεται Κατσαράς. Κι αυτά λοιπόν ήρταν από εκεί, και προβάλανε χαμηλά-χαμηλά και περάσανε. Εμείς λοιπόν μας είχανε φοβίσει οι γονείς και μα λέαν «Άμα βλέπετε γερμανικό, θα πέφτετε με τη μούρη, θα τρυπώνετε μες στη [Δ.Α.], να μη σας βλέπουνε, γιατί άμα σας δούνε», ήμασταν 5-6 παιδιά, όλα μικρά 12, 13, 14 χρονών, και πηγαίναμε το νερό. Μόλις φτάναμε λοιπόν, λέω εγώ «Βρε, αυτά είναι γερμανικά» μαύρα, πέφτουμε λοιπόν ούλοι, αφήνουμε τα ζώα και πέφτουμε. Περάσαν αυτά, κάμαν μέσα την Μαλτεζάνα. Σε δυο λεφτά να τα πάλι! Μόλις φτάσαμε εμείς «Βρε, αυτά έχουν άσχημο σκοπό». Μόλις σκύψαν την Μαρτιτζάνα γροικούμε τις [Δ.Α.]. Μόλις ακούσαμε έτσι εμείς, αντίς μπρος, παρατούμε και τα μουλάρια, γυρίζουμε πίσω. Αυτά λοιπόν εκάναν σβούρα το χωριό από εδώ, μπροβέλτα, ήρκουντα και πάλι. Αυτοί οι Ιταλοί τρυπώσανε, δεν τα πειράζανε καθόλου. Καμιά φορά μολούν τις, κατεβαίνουν στη Μαρτιτζάνα. Κατεβαίνουν λοιπόν στη Μαλτεζάνα, δεν τους πειράζει κανένας, καταπατήσαν το χωριό. Μάλιστα ένας ήπεσε σε ένα περβόλι, πάνω σε ένα δέντρο, σε μια συκιά, στον [Δ.Α.], που λένε. Ξέρεις τι είναι ο [Δ.Α.]; Δεν ξέρεις.

Ά.Μ.:

Δεν ξέρω.

Δ.Σ.:

Είναι κι αυτό συκιά, αλλά βγάζει κάτι πράγματα τέτοια, μεγάλα, τα οποία τα μαζεύαμε από το [Δ.Α.] και τα πετούμε στις συκιές και [Δ.Α.] τα σύκα.

Ά.Μ.:

Μάλιστα.

Δ.Σ.:

Γιατί χωρίς αυτά, τα σύκα θα πέσουνε. Όπως εκατέβαινεν αυτός, κάρφωσε μες στη συκιά, αναίσθητος. Ένας λοιπόν που ήτον το κτήμα δικό του, είχεν πόρτα ανοιχτή κι ήτανε εκεί στην πόρτα. Τον είδε που πήγε πάνω στην συκιά. Αφού τον είδε λοιπόν, πήρε δρόμο, είχε και δύο παιδιά. Πάει λοιπόν, τον εβλέπουν πάνω στη συκιά, «Άμα πέσεις» λέει, «κάτω περίπου 10 λεπτά, είσαι αναίσθητος». Λέει λοιπόν αυτός στα παιδιά του «Βρε, πάνε να φέρετε τον τραχά, να κόψουμε το κλαδί, να ξεμπερδέψουμε τον άνθρωπο». Παίρνει λοιπόν το παιδί δρόμο, μεγάλα παιδιά πια, 17, 18 χρόνων, φέρνουν τον τραχά, βλέπει αυτός τον τραχά, λέει «Τώρα θα με κουτσουρέψουν», αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Ανεβαίνει λοιπόν το ένα παιδί, κόβει το κλαδί, τον εκατεβάσαν κάτω. Αφού τον εκατεβάσαν κάτω και δεν τον επειράξαν, τον επήραν λοιπόν στο σπίτι, το κάμανε κάτι ξέρω γω. Εντωμεταξύ είχαν κατεβεί, είχαν κατεβεί άλλοι 100 ανθρώποι, μέσα στον κάμπο εκεί, κυριέψαν το νησί. Παίρνουν λοιπόν τηλέφωνο ότι «Το νησί το κυριέψαμε» και έρχονται λοιπόν, τώρα δε ξέρω, 3, 4, 5 αυτά που καθίζουν στη θάλασσα, στα Καμινάκια. Ήρθαν λοιπόν εκεί στα Καμινάκια, αν έχεις πάει. Ούτε εκεί δεν έχεις πάει.

Ά.Μ.:

Πήγαμε.

Δ.Σ.:

Επήγατε… Εκεί στον άμμο, εκεί στον άμμο λοιπόν, ήρτανε, σκαρώσαν αυτά και βγάλαν 300 Γερμανούς όξω, αυτομάτως. Αυτοί κατέβησαν 9-10 η ώρα, οι άλλοι ήρθαν τα απόγευμα. Αυτοί γυρέψαν το χωριό, όπως ανεβαίναν λοιπόν στο χωριό… Εμάς μας είχαν φοβήσει οι Ιταλοί, «Άμαν έρθουν οι German, θα σας σφάξουν, θα σας κάμουν, θα σας δείξουν» και φοβούμασταν πια πώς θα μας εσφάζαν οι Γερμανοί. Ενώ δεν επειράξαν οι ανθρώποι τίποτα. Όπως εβγαίναν αυτοί από εκεί, από τα Καμινάκια πάνω, απέναντι σε ένα βουνό ήταν 2 βοσκοί, τους είδαν λοιπόν αυτοί, τους ρίξαν στον αγέρα και τους γνέψανε, να παν. Αυτοί που ξέραν ότι σφάζανε, υπολογίσανε ότι θα τους σφάξουνε, και δεν έκαναν οι ανθρώποι τέτοια πράγματα. Λοιπόν πάνε στον κορφή του βουνού, να εδώ, μόλις θέλεις να πας εδώ, του δίνες από πίσω. Για να πορπατήσουν αυτοί, να πάνε εκεί [Δ.Α.] άλλο βουνό αυτοί, δεν τους εβρίσκαν. Προτιμήσαν λοιπόν να πάρουν δρόμο, για να μην πάνε. Αυτοί λοιπόν τους εφωνάζαν λέει «Ελάτε εδώ», αυτοί δεν ήρχουντα, παρά εσκέφτουναν, εσκέφτουνταν, πήραν δρόμο να γυρίσουν πίσω, το βουνό. Ο ένας ήταν καμιά πενηνταριά χρονώ, 55, φούρια τη φούρια, ο ένας με τους δυο καμπανούς τούμπαρε, ο άλλος την ώρα που ήταν πάνω στην κορφή [Δ.Α.], παρ’ τον κάτω. Σηκώθησαν αυτοί, φύγαν ανενόχλητοι. Έρχονται στον Άη Παντελεήμονα. Στον Άη Παντελεήμονα λοιπόν, είχε ένα βοσκό και είχε και τον συμπέθερό μου, αυτός ήταν παιδί, οι οποίοι είμαστε συμπέθεροι, την κόρη του την έχει ο γιος μου, αυτός που είναι στο Βαθύ. Κι ένα γέρο, λεγότανε Πόλος, ο γέρος, [Δ.Α.] το περιβόλι. Ο άλλος ήταν βοσκός και βλέπαν το μαντρί, με το συμπέθερό μου. Έχει λοιπόν ένα σπηλιάδι με νερό, κάτω είναι νερό, και πιο πάνω είναι στεγνό. Αυτοί λοιπόν, αφού είδαν τους Γερμανούς που ήρχουνταν, επροβάλαν λοιπόν, οι Γερμανοί δεν τους εβλέπαν, αυτοί όμως τους είδανε. Πήγαν λοιπόν, αυτοί και ήμπον μέσα στο σπηλιάδι και ανατρέξαν πάνω. Έλα σου λοιπόν, που ήρθαν οι Γερμανοί και πηγαίναν που είδαν το σπίτι, είδαν εκεί το περιβόλι, είχε ένα απίδες, είχε πολλά πράγματα, ωραίο περιβόλι. Θωρούν αυτοί από εδώ, θωρούν από εκεί, τίποτα, βλέπουν το νερό. Πάει λοιπόν να σκύψει ο Γερμανός, να πάρει νερό έτσι για να πιει, βλέπει ο παππούς, κάνει λοιπόν να, «Komm, komm», τους βγάζει όξω, τι ήθελε να κάμει. Άμα σε βλέπανε ότι κρύβεσαι, εθυμώναν οι Γερμανοί. Τους βγάζουν λοιπόν όξω, αυτοί βαστούσαν την [Δ.Α.], λέει λοιπόν του μιανού «Πάρε τη [Δ.Α.]. Αστυπάλαια», ξέρανε την Αστυπάλαια, «[Δ.Α.] Αστυπάλαια», και στον άλλον την άλλη [Δ.Α.]. Ο ένας όμως ήτανε βοσκός, αυτός λοιπόν ήταν και λιγάκι… Λέει τώρα αυτός «Βρε εγώ είμαι παστόρος, πρέπει να πάω το μαντρί, να αρμέξομε, να φάει ο κόσμος. Άμα δεν πάω εγώ…». Αυτοί λοιπόν, είχε, ο αξιωματικός, τα [Δ.Α.] τα ελληνικά. Του μικρού λοιπόν του είπαν να φύγει. «Θα με διώξει ο καπετάνιος», πήρε λοιπόν χαμπάρι αυτός, λέει «Εντάξει [Δ.Α.]», γιατί τους είπε σωστά. Καταλάβανε, ότι αυτό που τους λέγανε ήταν σωστό κι ήφυγεν λοιπόν αυτός και πήγε και πήρε τον μικρό και μαζέψαν το μαντρί και πήγαν κι αρμέξαν. Τον άλλον λοιπόν του φορτώσαν τη [Δ.Α.], τον εφέραν εδώ στον Ντακορού, εδώ και του λέει «Βρήκα λοιπόν μια μπαταρία», βαστούσα την μπαταρία και του λέει «Πόλο, κάτσε εδώ να φυλάς την μπαταρία», αυτός από το φόβο, τι θα κάνει; Ήκατσε, ούτε μίλει ούτε λάλει. Πορπάτησε αυτός από εκεί, ήρθε, πήγε μέχρι εκεί στα καφενεία, ξαναγύρισε, του λέει «Πόλο τσιγαρέτα;», λέει «Πού;». Τώρα που είχαν τα καφενεία, εδώ, λέει «Θα πάω να σου πάρω», του έδωσε λοιπόν λεφτά και πήγε και πήρε τσιγάρα, λέει «Εσύ καπνίζεις;», κάπνιζε αυτός, αλλά φοβούνταν να του πει ότι… Του έδωσε λοιπόν κανά δυο πακέτα τσιγάρα «Πού μένεις;» του είπε «A la casa [Δ.Α.];» λέει «Πάνω», που σημαίνει στην Πορταίτισα, όπως κατεβαίνεις από κάτω. Λέει «Αύριο το πρωί, 8 η ώρα θα 'σαι εδώ». Τι ήθελε να κάμει ο Πόλος, αυτός άμα ήθελε να κοιμηθεί δύσκολα ξυπνούσε. Είχε λοιπόν 2 κόρες κι είχε και 3 γιους. Λέει λοιπόν στις κόρες του «Μωρή, μην ξεχάσετε κακομοίρες να με ξυπνήσετε 8 η ώρα να πάω, γιατί θα με σκοτώσουν». Κάθουντα οι κόρες, πήγε 7 η ώρα, τον εσηκώσαν, επήρε τον δρόμο κι ήρθε κι ήκατσεν εδώ. Να τος αυτός, «Πόλο,» του λέει «εδώ είσαι;», λέει «Ναι», «Έλα μαζί μου». Εντωμεταξύ, αμέσως αυτοί κάτω στο Γιαλό, είχαν οι Ιταλοί τη σουστέντζα, είχαν μια αποθήκη και τι δεν είχε μέσα, τι δεν είχε μέσα! Του πουλιού το γάλα, τυριά, ρύζια, φασόλια, μπισκότα, σοκολάτες και τι δεν είχε μέσα. Όλα τα είχανε, γιατί ήταν καλοφαγάδες οι Ιταλοί. Και λοιπόν, ευτύς και βάλαν μουλάρια, ήταν ο δήμαρχος, ο Γιάννης ο Κάρλου, βάζει λοιπόν ο δήμαρχος να τα φέρουν εδώ στο μαγαζί του, αυτός να τα μοιράσει στους ανθρώπους. Όσα μοιράσει, κι όσα βάλει στην τσέπη του. Αφού τα έφεραν, τα κουβαλήσαν τα μουλάρια, λέει «Πόλο, έλα εδώ», πάει λοιπόν όπως ξεφορτώνει τα μουλάρια, τραβάει ένα τσουβάλι ρύζι, όχι μακαρόνια, κι ένα τυρί τέτοιο, παρμετζάνο, ήταν ωραία τα τυριά τους. Και του λέει «Πόσα παιδιά έχεις;» λέει «πέντε», «Πάρ' τα», του λέει, να μαγειρέψεις να φάνε τα παιδιά. Βάζει λίγο ακόμα στο τσουβάλι, πάει πάνω. Όπως επήγαινε οι Γερμανοί είχαν βάλει 3-4 πολιτσμάνους και βλέπαν. Τον είδε ένας πολιτσμάνος «Πού τα βρήκες Πόλο;», λέει «Μου τα δώκαν». Τέλος πάντων, τα πήγε στο σπίτι αυτός. Πολύ όμως είχαν παίξει κλεψίδι, δικοί μας. Τη νύχτα κατεβαίναν από εκεί, από την από εδώ μεριά, που δεν έχει σπίτια, κατεβαίναν κάτω και πηγαίναν και κλέβανε. Άλλοι πάλι σε παρακολουθούσαν. Ένας λοιπόν παρακολούθει, και είδεν και τον πατέρα και το γιο και βάσταν ένα τσουβάλι ρύζι ο ένας κι ένα τσουβάλι μακαρόνια ο άλλος. Τον είδαν αυτοί, ανεβαίνανε. Πάει λοιπόν κοντά, του λέει «Πρόσεξε, να πεις τίποτα», αυτός όμως ήταν πολιτσμάνος μπορούσε να πει, «γιατί στου βοδιού το κέρατο να μπεις θα σε καθαρίσω. Αν δε θέλεις τη ζωή σου...». Ο άλλος εφοβήθη, γιατί ήτανε, δεν εμίλησε. Ο δήμαρχος βάζει λοιπόν μια διαταγή και λέει «Όσοι πήρανε πράγματα από κάτω και ξερω γω, να τα φέρουν, γιατί θα βγουν οι Γερμανοί και θα κάνουν έλεγχο και όπου βρίσκουν πράγματα, τους καθαρίζουν». Γροικά ο κακόμοιρος ο Πόλος, άνθρωπος που δεν ήξερε, «Τώρα» λέει, «Ανοίξαμε και τα μακαρόνια, κόψαμε και το τυρί, τώρα πώς θα τα πάω πίσω, που λείπουν 5-6 κιλά μακαρόνια;» και όλη η γειτονιά πια, ήβαλε η κακομοίρα από ένα κιλό, ώστε να μαγειρέψουν κι αυτοί, να φαν. Βρίσκει λοιπόν τον πολιτσμάνο και του λέει «Βρε, Γιώργη, βρε ίντα;», «Βρε, κακόμοιρε Πόλο, μόνο;», «Βρε, άμε που ανοίξαμε το τσουβάλι και πήραμε και 3 κιλά, 5, ξέρω γω πόσα πήραμε και κόψαμε και το τυρί», λέει «Φέρ' τα εδώ κι εγώ θα τα σιάξω» και λέει «Βρε, έλα παρ' τα κακόμοιρε μην με σκοτώσουν τζάμπα». Πάει λοιπόν ο άλλος, ήταν όμως πολιτσμάνος και τα βάζει στον ώμο του και τα πάει στο σπίτι του. Περάσαν 2-3 ημέρες, εγύριζε αυτός ο αξιωματικός που τα έδωνε και γύρευε για πετεινό, να αγοράσει πετεινό. Βλέπει τον Πόλο απ' όξω «Βρε, Πόλε» του λέει, «εδώ είσαι;» λέει «Ναι, εδώ είμαι», λέει «Να η γυναίκα μου κι αυτή μια γριά, κόρες». Λέει λοιπόν της γυναίκας του «Να αυτός ήτο μου έδωσεν τα μακαρόνια και το τυρί», αυτός το κατάλαβε. Η γυναίκα του η κακομοίρα του έλεγε «Πετεινό δεν έχω, κότες». Είχε λοιπόν, από τον Άη Παντελεήμονα σύκα ξερά, του έβαλε λοιπόν μες στο πεσκίρι, ήμπε αυτός μέσα ήτρωε σύκα. Του έλεεν λοιπόν η γυναίκα «Να δεις καλό» και ξέρω γω, «να πας στο σπίτι σου, να έχεις την ευχή μου που του τα δωκες και φάαμε», αλλά λέει «Πού 'ν’ τα;», λέει «Τα πήρεν ο πολιτσμάνος», «Ποιος πολιτσμάνος;» λέει «Αυτός», «Που είναι;», λέει «Εδώ από κάτω», «Σήκω πάνω». Σηκώνεται λοιπόν ο Πόλο «Ακολούθα με», πάει λοιπόν απ' όξω από το σπίτι αυτουνού, φωνάζει «Γιώργιε!» Ρωτάει την γυναίκα, λέει «Πού είναι ο άντρας σου;» «Ξυρίζεται» Λέει «Όπως είναι να αφήσει το ξυράφι και να βγει όξω», λέει «Καλέ, έτσι κι έτσι…». Όπως είναι αυτός, βγαίνει όξω. Τέλος πάντων, του τραβάει λοιπόν ένα και του λέει «Πάνε μέσα, βάλε στον ώμο τα μακαρόνια και το τυρί». Η μια μασέλα με το… Πιάνει το τσουβάλι τα μακαρόνια, πιάνει το τυρί, βγαίνει όξω, κατεβαίνει 2 σκαλιά, πάει ο Πόλος να πιάσει το τυρί τουλάχιστον, λέει «Άσ’ το εκεί, προχώρα». Τα πάει επάνω στου Πόλου το σπίτι, τα φέρνει, του τραβάει πάλι όπως είναι κλωτσίδια, του λέει «[Δ.Α.]». Ο Πόλος ο κακόμοιρος, την άλλη μέρα τον εβρίσκει αυτόν «Κακόμοιρε Πόλο, τι ήθελες να του το πεις;», «Τι ήθελα να του το πω;» λέει, «Αφού γυρεύουνε και ξέρω γω κι αν ήρχονταν» λέει «και τα βρίσκανε, να με σκοτώσουν; Όπως θέλησες να τα πάρεις κι εσύ σου είπα κι εγώ παρ' τα». Ο δε δήμαρχος επειδή ήξερε ότι πολλοί είχανε κλέψει, πολλοί, ήβγαλε αυτό το διαταγμό να τα πάνε πίσω. Όσοι ήτο όμως έξυπνοι τι κάνανε;

Ά.Μ.:

Τα κρύψανε.

Δ.Σ.:

Πήγαιναν και βγάζαν το ρύζι από το τσουβάλι, βγάζαν τον αλεύρι, γεμίζαν κοπριά, βάζαν 2-3 κιλά από πάνω. «Πού θέλεις δήμαρχε; Για δες το… Πού θέλεις δήμαρχε; Για δες το», σταχτί, χώμα. Το τσουβάλι λοιπόν δεν εφαινότανε, από πάνω φαινότανε το αλεύρι ή το ρύζι ή τα μακαρόνια, πηγαίναν να το ανοίξουν. Ποιος θέλεις να πει, ύστερα πώς τα πήρε; Ήξερε κανένα; Όσοι ήτονε ξύπνιοι τα γλιτώσανε.

Ά.Μ.:

Και άλλο που ήθελα να σας ρωτήσω είναι αν έχετε έθιμα εδώ στο νησί, έθιμα συγκεκριμένα;

Δ.Σ.:

Τα αστυπαλίτικα φαγητά… Τα αστυπαλίτικα φαγητά παιδί μου, ήτανε τα συνηθισμένα, ήταν το φάβα, οι φακιές, τα κουκιά, ο χόντος, τα πιταρίδια, τα ραντιστά, αυτά ήταν τα συνηθισμένα φαγιά, που τα κάναμε τα ίδια. Ζυμώναμε λίγο αλέυρι και μετά με ένα ξύλο το ανοίγαμε και μετά το κάναμε 2 δίπλες από τη μία και 2 δίπλες από την άλλη και το κόβαμε με το μαχαίρι και ύστερα βάλαμε έτσι το μαχαίρι και τα βάζαμε και ξεραίνοντα κι ό,τι ώρα θέλαμε πια… Είχαμε και το γάλα, δως του τα πιταρίδια με το γάλα. Τα ραντιστά πάλι ήτανε… Άμα κάναμε τη φακή και πολύ λίγο και την ξαναβράζαμε λοιπόν την μαγειρεύαμε, παίρναμε μια τσανάκα, βάζαμε λίγο αλεύρι και το κάναμε έτσι και έκανε βολαράκια, τα ρίχναμε μέσα, αν είχαμε και κανά κουτί ρύζι λοιπόν. Αυτά είναι τα ραντιστά με το ξύδι, αυτά τα κάναμε με το ξύδι. Αυτά τα φαγητά που λέει τώρα ο Δημήτρης, ήταν τη Λαμπρή. Τη Λαμπρή πιο, εσφάζαμε τα κρέατα, εβάζαμε ένα στο φούρνο. Όποιος είχε τρόπο, ήσφαζε κι άλλο και το έβραζε, το αρνί ήταν στο φούρνο και το άλλο. Και κάναμε και τις λαμπρόπιτες, κάναμε τις αυγωτές. Ξέρεις τι είναι οι αυγωτές;

Ά.Μ.:

Όχι.

Δ.Σ.:

Είναι… Πώς ήταν οι κουλούρες στον Περαία εκείνα τα χρόνια, κάναν κάτι κουλούρες άσπρες και τις εβλέπαμε εμείς και λέεαμε «Βρε, ίντα είναι αυτό;». Μας έφερε πιο, που ήρχουναν πια καμιά γνωστή απ' τον Περαία ή καμιά ξαδέρφη κι ήθελε να φέρει πιο κουλούρες, τρώαμε το μαύρο και τρώαμε και το άσπρο και λέαμε «Αυτό ειν' το τυρί κι αυτό είναι το ψωμί» και πάνω λοιπόν αυτή την κουλούρα έβαζες 4 αυγά, 6 αυγά, 8 αυγά, τα έμπηγες γύρω-γύρω. Και λέαμε πιο, εγώ πιο έλεγα της μάνας μου, «Μάνα εγώ τη δική μου τη θέλω με 8», «Μη μιλείς, μη μιλείς θα σου βάλω 8» και μου βαζε πιο 8 εμένα. Και της έλεγαν οι κόρες «Του πρωτοβλαστού σου πιο του βαλες…», «Έτσι άσ’ τα, εσάς θα ταΐζω να κάνετε κώλους και...».  Ο πατέρας μου λοιπόν και η μάνα μου μου είχαν δώκει μια πρωτοβουλία και όταν πια ο πατέρας μου με είδε πια που ανοίχτηκα στις δουλειές και ήκανα δουλειές ξέρω γω, μου είπε ότι… Ήμουν πια 14, 15 χρονών μου λέει «Από δω και μπρος», γιατί είπα εγώ στο κουνιάδο μου «Θα με μαλώσει ο πατέρας μου, που δε θα πάω το βράδυ», λέει «Θα 'ρθω κι εγώ, θα 'ρθω» μου λέει «κι άμα τον δω ότι γυρέψει για να σε δείρει θα του μιλήσω εγώ», «Ρε δεν θα με δείρει, αλλά μόνο να με προσβάλει, εγώ δεν θέλω να με προσβάλει». Γύρισα λοιπόν, στο σπίτι τέτοια ώρα, σχολάσαμε και μου λέει λοιπόν αυτός, εκείνη την ώρα έπαιρνε τα βόδια να πάει να τα ταΐσει. Μου λέει αυτός «Ρε Δημήτρη, τώρα που θα φας, έλα κάτω στο χωράφι που θέλω να σου πω». Λέω εγώ στον κουνιάδο μου «Τι σου είπα, ότι θα μου κάνουν την παρατήρηση», «Έλα βρε, τι θα σου κάνουν;» μου λέει «Θα πάμε μαζί» μου λέει «κι εγώ θα μείνω». Φύγαμε λοιπόν, μπήκαμε στο χωράφι που είχε καλύβες κι είχε εκεί ανθρώπους, ήκατσεν αυτός, πάω εγώ στο άλλο χωράφι, βρίσκω τον πατέρα. Βάζει λοιπόν αυτός το δαβρί έτσι, ακουμπά και καθίζει και μου λέει «Κάτσε», καθίζω. Μου λέει «Πού ήσουνα χθες το βράδυ;», «Πατέρα» λέω έτσι κι έτσι «Πήγαμε στην Μαρτιτζάνα» ο κουνιάδος μου, δεν ήτο κουνιάδος μου, «ο Κώστας κάτσε ακόμα λιγάκι, κάτσε ακόμα, νύχτωσε. Ήρταμε στο Βαΐ που ήταν το σπίτι του, λέει να φάμε και να φύγουμε, μέχρι να φάμε, σκοτείνιασε. «Έλα βρε, κάτσε να κοιμηθούμε και το πρωί θα πάμε». Η πεθερά λοιπόν από τότε το είχε στο μυαλό της, εγώ δεν είχα ακόμα ιδέα «Κάτσετε εδά κι εγώ θα σε βάλω φάγι να φάτε αύριο». Μου έκανε την παρατήρηση, μου λέει «Εν πάση περιπτώσει από σήμερα και μπρος, δεν μπορώ πιο να σου κάνω κουμάντο γιατί πας 15 χρόνω» λέει, «είσαι άντρας, θα αναλάβεις τις ευθύνες σου μοναχός σου. Εγώ κείνο που θέλω από εσένα μην έρθει κάποιος και μου πει ότι ο γιος σου έκλεψε ένα κυδώνι, ένα πεπόνι, ένα καρπούζι, ένα σταφύλι», αυτά ήταν τότες, «Άμα πας και καμείς τέτοια δουλειά, μην πεις πως έχεις πατέρα, να φύγεις, γιατί κείνη την ώρα που θα έρθεις δε ξέρω, μπορεί να σου παίξω καμία να σε σκοτώσω και να μην μπαίνεις στα σπίτια και να λες θα πάρω την κοπέλα, να πειράξεις καμία κοπέλα κι ύστερη την εκοπανήσαμε και φύγαμε. Θα το σκεφτείς καλά, αν σ' αρέσει, ντάξει σ' αρέσει, δε σ' αρέσει μην την πειράξεις την κοπέλα, να της χαλάσεις την τύχη της, την καταστρέψεις, αυτά τα δύο πράγματα σου λέω κι ένα τελευταίο». Λέω «Τι;», « Μου είπες μια φορά» που ήρχουνταν, ήρταν πια οι Έλληνες και μάζευαν όλους, που κλέβανε και τους εκλείναν σ' ένα σπίτι και τους εδέρναν οι Έλληνες πια, οι δικοί μας, φύγανε πιο οι Γερμανοί, φύγανε κι οι Ιταλοί. Τους είχανε κλείσει σ' ένα σπίτι μέσα κι από πίσω λοιπόν, τα σπίτια αυτά, έχουν μια τρύπα τέτοια. Είχε μια πέτρα και μια από πάνω και μία από κάτω κι είχε και τρύπα περίπου τόση, για να παίρνει αγέρα μέσα, γιατί το γεμίζαμεν άχερα και πρέπει να παίρνει αγέρα. Τους έβαλαν λοιπόν πια μέσα στο σπίτι, κλείσαν την πόρτα και τους εδέρναν. Τον πατέρα μου λοιπόν πήγαιναν εκεί, που ήβλεπε τα ζώα ή ήκανε κάτι, τον ρωτούσαν λέει «Μπαρμπα-Κωνστάντινε ήκουσες κανένα να λέει ότι αυτός ήκλεψε το κριθάρι, αυτός ήκλεψε το σιτάρι, τον αρακά», γιατί αυτά κλέβανε εκείνη την εποχή οι ανθρώποι, «Δεν ξέρω τίποτα» λέει, «Καλό βράδυ!», φεύγαν οι ανθρώποι. Εμείς σαν παιδάκια λοιπόν, που τις εβάλαν μέσα, μαζέψανε 5-6, από εκεί που είν’ το Βαθύ, δαβρίδια, οι Έλληνες όμως. Πήγαμε λοιπόν από τη θυρίδα, σκαρφαλώσαμε, κάνει έτσι ένα να [Δ.Α.] και πιο μέσα είν΄ το σπίτι από εδώ και εδώ είναι η θυρίδα. Ανεβαίναμε λοιπόν πάνω και μπαίναμε από τη θυρίδα και εθωρούμα, εγώ κι άλλοι δυο, ξαδέρφια εμείς. Αυτός λοιπόν μας είδε, από μακριά. Κει που θωρούμαν λοιπόν εμείς, βάζει λοιπόν αυτός μια σφυριά, ξεσπάστημαν εμείς, σαλτάραμε κάτω. Γνέφει λοιπόν αυτός, «Έλα εδώ» έπρεπε να πάω, πάω λοιπόν, μόλις πάω κοντά, σηκώνει το δαβρί και μου παίζει 2 δαβριές [Δ.Α.]. Παρεξηγήθηκα εγώ και του λέω «[Δ.Α.], μόνο σε ρωτού και φεύγω» και μου απαντάει «Άκου να σου πω» μου λέει «Γιε μου, άμα κλέβουν, μην κλέβεις κι άμα [Δ.Α.], μην φοβάσαι». Εγώ τώρα 10 χρονώ παιδί, δεν εκατάλαβα τι ήτανε, «Δηλαδή τι είν' αυτό», «Άμα μεγαλώσεις θα μάθεις». Ήμουν όμως πολύ περίεργος από μικρό παιδί, έπρεπε κάτι που δεν, να ρωτήσω να το μάθω. Πάω λοιπόν παρακεί, βρίσκω ένα μπάρμπα μου και του λέω «Καλέ μπάρμπα τι θα πει, άμα κλέβεις και άμα [Δ.Α.], μην φοβάσαι;», λέει αυτός «Τρομάρα στον κώλο σου. Καλά δεν ηξέρεις ίντα 'ναι;», «Δεν ηξέρω». «Βρε, άμα κλέψεις και δεις το χωροφύλακα και έρχεται, θα πεις για μένα έρχεται. Άμα δεν έχεις όμως;»

Ά.Μ.:

Δεν χρειάζεται να φοβάσαι.

Δ.Σ.:

Δεν φοβάσαι, δεν αλλάζει το χρώμα σου. Τότε το κατάλαβα.

Ά.Μ.:

Πως ήταν ο γάμος και το έθιμο του γάμου και ο δικός σας ο γάμος και γενικά εδώ στο νησί πώς γίνονται οι γάμοι;

Δ.Σ.:

Οι γάμοι; Οι γάμοι τότε γίνονταν…

Ά.Μ.:

Και ο δικός σας πώς ήτανε.

Δ.Σ.:

Ο δικός μου ήταν πρωτότυπος, διότι εγώ… Βέβαια πήραν χαμπάρι κι οι γονείς μου και οι μεν και οι δε, ότι με την γυναίκα μου αγαπιούντα, δεν μου είπε κανένας, ότι «Πού πας και τι κάνεις!». Δε μου είπε κανένας, άλλοι όμως γινότανε με προξενιό. Επειδή ήταν φίλοι οι πατεράδες, επειδή είχες ένα χωράφι, επειδή είχες ένα σπίτι ξέρω γω, σου λέει «Μωρέ, μωρέ αυτήν πάρε που έχει το μούσι, το μούσι», το μούσι θα πει τα πλούτη. Εγώ λοιπόν δεν είχα δώσει το δικαίωμα ούτε της μάνας, ούτε του πατέρα, ούτε σε κανένα να μου πει «Βρε, γιατί αγαπάς αυτή και ξέρω γω;», απαγορεύοντο. Η μάνα μου δεν εκαλόθελε, όχι ότι δεν ήθελε, αλλά επειδή ηγάπαεν ένας κουνιάδος τη μια μου αδερφή και ύστερη δεν ήρθαν βολικά, δεν την πήρε, παντρεύτην η αδερφή μου. Αλλά δεν αποκοτούσε όμως, να μου πει η μάνα μου «Ρε, έμαθα πως αγαπάς αυτή την κοπέλα», γιατί της είπεν ο πατέρας μου «Μην του πας κόντρα, γιατί θα βρεις τον μπελά σου, άσ’ τον να κάμει ό,τι θέλει». Ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτές τίποτα. Εγροίκαν όμως… Όταν ήρθεν η ώρα για να παντρευτώ, λέω… Μου είπεν λοιπόν ο πατέρας, όταν πια με είδε που γίνηκα 15-16 χρονώ και δούλευα κι ήπιανα λεφτά. Η μάνα μου λοιπόν χρωστούσαν εδώ στο χωριό και ήρχουνταν λοιπόν και ψούνιζε. Εγώ λοιπόν, επειδή ήταν πολλά τα λεφτά, μου είπε λοιπόν ο πατέρας μια μέρα «Ρε, Δημήτρη θα σου πω κάτι;» λέω «Ίντα θέλεις;». «Είσαστε 3 γιοι, οι κόρες πια», μια είχαμε ελεύθερη, 3 ήτο παντρεμένες, «η επιθυμία μου είναι να κάμετε ένα σπίτι της αδερφής σας κι ύστερα πιο, ό,τι δουλέψουμε να τα μοιράσετε οι 3 γιοι». Ο ένας ήτο 2 χρονώ και ο άλλος ήτο 10, είχαμε 5 χρόνια με το δεύτερό μου αδερφό και με τον άλλο ήχομε 10. «Τον κεσέ να τον πιάσεις εσύ και να κρύβεις τα λεφτά σου», «Εγώ;». Ήταν της μάνας, τώρα του πατέρα… Λέω τώρα θα θυμώσει η μάνα, που μου είπεν ο πατέρας να βαστώ τα λεφτά να κάνω εγώ τον κεσέ, δηλαδή τα λεφτά να μην πάν' κακό. Τώρα θα θυμώσει η μάνα, που της τα έδωνα της μάνας, βάστου το χαρτζιλίκι μου και τα υπόλοιπα τα έδωνα της μάνας, γιατί κείνα τα χρόνια τα παιδιά είχανε χαρά να δουλέψουν να τα δώσουν της μάνας τους. Γύρισα, είδα λοιπόν τη μάνα, γυρίζει λοιπόν η μάνα και μου λέει «Μωρέ, καλά δα σου λέει ο πατέρας σου», «Η δουλειά λέω είναι συνεννοημένη», είπα από μέσα μου. Ντάξει, ήμουν και λίγο εγωιστής, στη δουλειά μου ήμουν πολύ εγωιστής, δεν ήπρεπε να περάσει από τη δούλεψή μου άλλος. Έτσι λοιπόν πουλούσαμε τα βόδια, πουλούσαμε κατσίκια, πουλούσαμε κριθάρια, ήκαμα τα καμίνια, τα λεφτά τα μάζευα. Η τελευταία μου η αδερφή λοιπόν, είχαμε μια βαλίτσα από τους Ιταλούς, τον καστελάνο που δούλευα. Όταν φύγαν πιο, αφήκαν έτσι και πηγαίναμε εμείς και μαζεύαμε ό,τι βρίσκαμε, κουβέρτες, βαλίτσες, καθρέφτες, [Δ.Α.], καρέκλες, αλλά τα καλά τα πήραν άλλοι. Βλέπω μια βαλίτσα, αυτός, όποιος επήγε, ήσπασε το από μπρος φύλλο, όπως ήταν η βαλίτσα, το εμπρός φυλλαράκι κι ήβαλε τα πράγματα, την ήνοιξε κι ήβαλε τα πράγματα, την πήρα λοιπόν εγώ. Την επήρα κάτω, ήπιασα λοιπόν μοναχός μου, πελέκησα ένα ξύλο, το έφερα, το κάρφωσα κι έβαλα λουκέτα. Τα πρώτα λεφτά λοιπόν, που πήρα από ένα καμίνι, λέω της μάνας μου «Καλέ, πόσα θέλεις να πας ψωνίσεις;», «Άμα μου δώσεις 100-150», λέω «Πάρε 200, να πά' να ψωνίσεις, ό,τι θέλεις να φέρεις να τρώμε». Είχε λοιπόν μια ξαδέρφη εδώ, είχε μαγαζί και αυτή λοιπόν η ξαδέρφη πήγαινε και ψούνιζε και πάντα ήφηνε 100 φράγκα μέσα. Ψούνιζε η μάνα μου ό,τι ήθελε και της ήλεγε «Μένεις χρέος 100 φράγκα», για να μην την χάσει από πελάτισσα. Εγώ λοιπόν που ήκουα πια, που λέω «Μάνα, πόσα θέλεις;», λέει «Ό,τι μου δώκεις», «Πάρε 200, πάρε και 100 και δως τα της ξαδέρφης σου και τέρμα πια το βερεσέ. Το τεφτέρι τέρμα από εδώ και μπρος», ό,τι της ήλεγα δε μου έλεγε όχι. Παίρνει λοιπόν, πάει λοιπόν λογαριάζει, λοιπόν «Πόσα σου χρωστώ;», «Τόσα, τα 100 μέσα», λέει «Να' τα, παρ' τα», «Όχι, δεν τα παίρνω», «Μωρή» της λέει «ο γιος μου μου είπε ότι δε θέλει πιο χρέος, τεφτέρι. Γιατί να χρωστούμε;» κι ο πατέρας μου δεν το ήθελε το χρέος. Αλλά τότες όλος ο κόσμος εψούνιζε βερεσέ. Τίποτα, δεν έλεε να το πάρει, έρχεται λοιπόν η μάνα, μου το φέρνει. Μου λέει «Δεν ήθελε να το πάρει», «Δεν ήθελε να το πάρει ο λόγος ποιος;», λέει «Για να μη φύγουμε, να πάμε αλλού». Έρχεται το άλλο Σαββάτο της λέω «Πάρε να ψωνίσεις, πάρε και το κατοστάρικο και πες της θα το πάρει θέλει δε θέλει και θα φύγει κι από το μαγαζί». Έρχεται λοιπόν η μάνα μου, ψωνίζει, της λέει «Πάρε το κατοστάρικο, γιατί ο γιος μου», «Μώρη, κακός θα είναι, δα ο γιος σου», «Κακός, καλός γιος μου είναι». Ήταν όμως ο άντρας της εκεί, λέει λοιπόν ο άντρας της «Τι έγινε Σταυρούλα;» λέει «Να, Δημήτρη», έτσι το λέγαν Δημήτρη, «έτσι κι έτσι», «Γιατί», της λέει, «δεν θέλεις να πάρεις το κατοστάρικο, αφού η γυναίκα θέλει; Φερ' το εδώ Σταυρούλα». Το πήρε λοιπόν «Και άμα θέλεις να ψωνίσεις, το μαγαζί είναι δικό σου, ό,τι θέλεις. Πάλι άμα δε θέλεις», γύρισε η μάνα και μου το πε. Εγώ λοιπόν, αυτός ήταν πρώτος ξάδερφος του πεθερού μου, Κονταράτος ο ένας, Δημήτρης ο ένας, Δημήτρης ο άλλος και είχα πια γνωριστεί εδώ και με γνώριζε, γιατί ήμουν και ψηφοφόρος του. Και για χατίρι λοιπόν αυτονού, του είπα της μάνας μου «Ναι, από εκεί θα πας να ψωνίζεις». Και πήγαινε πάλι η μάνα μου και ψούνιζε, ήταν δήμαρχος αυτός, ήταν δήμαρχος αυτός. Πολλοί, πολλοί γάμοι εγίνουντα με προξενιό. Μόλις θέλαν να πουν του γαμπρού «Βρε, πάρε αυτή που έχει μπαξέ, που έχει σπίτια», τούμπα ο γαμπρός. Εγώ λοιπόν δεν είχα δώσει το δικαίωμα ούτε της μάνας, ούτε του πατέρα, ούτε σε αδερφή, ούτε τίποτα, γιατί ξέρανε και που θα μου το πουν... Οι αδερφές μου θέλανε όλες, ο πατέρας μου ήθελε, η μάνα μου, δηλαδή είπε μια λέξη «Αμού πέρνα». Εντωμεταξύ με θέλανε πολλές γυναίκες.

Ά.Μ.:

Αλλά εσείς;

Δ.Σ.:

Όποια μάνα, όποια μάνα είχε κόρη με ‘θελε, σημασία όμως εγώ. 

Ά.Μ.:

Εσείς δε θέλατε καμία άλλη.

Δ.Σ.:

Σημασία δεν ήδινα σε καμιά. Όταν πηγαίναμε σε κανένα γάμο και χορεύγαμε, χόρευα λοιπόν εγώ κάτι γνωστές, κάτι εξαδέρφια μου ξέρω γω. Ήρθαμε λοιπόν μια, όπως εδιαλύσαμε και βγαίναμε όξω, βγαίναμε μαζί όξω την πόρτα, βέβαια κόσμος, ετότε ήτανε τα λουξ, άμα βγαίναμε όξω ήταν σκοτεινά δηλαδή. Μόλις πηγαίναμε να βγούμε όξω λοιπόν νιώθω μια τσιμπιά εδώ, πάω να πω… Γυρίζω και σε βλέπω εσένα, ότι ήσουν εσύ, λέει λοιπόν αυτή «Απόψε πάλι όποιος έρθει, χόρευες πάλι όποιες ήθελες». Πολλές μου κάναν παράπονο την άλλη μέρα, που δεν τις χόρευα, «Γιατί με πόσες θα χορέψω;» της λέω,» «πόσες θα χορέψω;». Είχα κι ένα παρελθόν, αυτός ο σύντροφος που είχαμε τα κτήματα, είχε δυο ανιψιές, αυτουνού του Περάκη, που σου λέω η κόρη, ήτανε γαμπρός ο κουνιάδος και ο άλλος σύντροφος, που ήταν μπατζανάκηδες μ' αυτόν, είχε κι αυτός μια κόρη. Αυτές τις εγνώριζα, γιατί ήμαστε συντρόφισσες, αλλά δεν ήταν για μένα, αυτές ήτανε…

Ά.Μ.:

Και τι χορούς χορεύατε στο γάμο;

Δ.Σ.:

Όλους τους χορούς, καλαματιανά, καλύμνικα, σούστα, κρητικά, συρτά, τον [Δ.Α.], όλους τους χορούς.

Ά.Μ.:

Τα ρούχα;

Ά.Μ.:

Τι;

Δ.Σ.:

Τι ρούχα έπρεπε να φορέσετε;

Δ.Σ.:

Ρούχα δεν υπάρχανε. Τότε είχε βγει μια μόδα, ένα πανί γαλανό και κάναμε πιο, ένα παντελόνι κι ένα μπουφανάκι και το βάζαμε και λέγαμε…

Ά.Μ.:

Η νύφη; Η νύφη;

Δ.Σ.:

Η νύφη ήπαιρνε ένα κομμάτι φόρεμα και το 'ραβε πιο και κάναν το νυφικό. Το κόβανε κι έπρεπε να ‘ναι Πέμπτη, όχι Παρασκευή, ούτε Σαββάτο. Πέμπτη το κόβανε πιο και το ράβγαν και το έβαζε η νύφη και παντρεύονταν. Αυτές λοιπόν οι κοπέλες που με βλέπαν, που χόρευα και ήμασταν συντρόφοι και γνωστοί, επηγαίναν λοιπόν, στη θεία τους «Καλέ θεία, ο σύντροφος εχόρευε να δεις καλέ, τι όμορφα που χόρευε, αλλά δε μας εχόρεψε». Εγώ δεν επήγαινα να τις χορέψω, γιατί θα έλεγες εσύ «Βρε ποια πάν' και χορεύουν;», «Που πάει ο ξυπόλυτος;», αυτό σκέφτομουν. «Συντροφάκι, δεν το ξανακάμεις αυτό, άμα [Δ.Α.] πανηγύρι θα χορεύεις τις ανηψιές μου και τις δυο», «Καλέ,» της λέω «πώς θα πάω εγώ να χορέψω του Περάκη την κόρη που είναι η πιο πλούσια του νησιού; [Δ.Α.] πήγε να χορέψει του Περάκη την κόρη!», «Να μη σε νοιάζει και να χορεύεις και το Φροσυνάκι», την άλλη την ελέγαν Φροσυνάκι κι είχε ακόμα μια, [Δ.Α.]. Τι ήθελα να κάμω, διαταγή, τις εχόρευα.

Ά.Μ.:

Η γυναίκα σας δεν ζήλευε; Η γυναίκα σας δεν ζήλευε, τότε;

Δ.Σ.:

Καλέ λεύτερος πια, 17, 18 χρονών.

Ά.Μ.:

Δεν το ήξερε;

Δ.Σ.:

Όχι, με τη γυναίκα αγαπιόμαστα, αλλά ναι... Αφού τις εχόρευγα, λοιπόν, λέγαν όλοι «Βρε, βρε για ο βοσκός, ποια χορεύει!» παρεξηγούσανε. Αλλά εγώ λοιπόν της το πα, «Ξέρεις γιατί δεν τις χορεύω;», «Ό,τι θέλουν ας λένε, εσύ χόρευέ τες, γιατίς τους αρέσει» λέει, «ο χορός κι ό,τι θέλει ο καθένας να λέει».

Ά.Μ.:

Με τη γυναίκα σας πότε δώσατε λόγο δηλαδή, τι ηλικία;

Δ.Σ.:

Η γυναίκα μου πια ήταν 15 εκείνη, 12-13 εκείνη κι ήμουνα εγώ 15-16. Και τότε πια μια μέρα όπως ήρχουμουν εγώ, ήρχουντα κι αυτή, είχε βγάλει κάτι βόδια, γιατί ήτανε τσοπάνης ο πατέρας της. Και ήρχουμουν στο χωριό εγώ και σμίξαμε λοιπόν και κουβεντιάζαμε κι ήρχομαστε. Όταν ήρθαμε λοιπόν στη συνάντηση εδώ, εγώ δεν πήγαινα στο χωριό, εκεί πήγαινα, αλλά της είπα ψόματα πως ήρχουμουν στο χωριό, να δω τι θα πει. Αφού ήρθαμε λοιπόν εδώ στο σημείο, εγώ έπρεπε να δώκω από εδώ, αυτή έπρεπε να δώκει από εδώ, να πάει. Η μάντρα πια ήτανε κοντά, σαν του Ντακορού να πούμε δίπλα και από εκεί ήταν από κάτω και κατέβαινα, πήγαινα, «Έλα, εδώ οι δρόμοι μας χωρίζουν», λέει «Μα τι θα πας τώρα στο χωριό» λέει, «για, μεσημεριασμένα πια τώρα. Να πας στο χωριό μια ώρα και να ξαναγυρίσεις», γιατί το πρωί έπρεπε να πάμε στη δουλειά. Σταματήξαμε εκεί, μιλούμα, της λέω εγώ, λέω «Θα πάω» λέω, «τουλάχιστον μέχρι τη Μαρτιτζάνα», γιατί στη μέση ήταν η Μαρτιτζάνα, «Εγώ σου λέω πάμε στη μάντρα» μου λέει αυτή. Εγώ λοιπόν, λέω «Θα πάω στο χωριό» λέω, «θα πάω μέχρι τη Μαρτιτζάνα». Λέει «Εντάξει, θέλεις να πω» λέω, «σε κανένα τίποτα, να δώκω χαιρετίσματα;» τσαντίζεται λοιπόν αυτή και παίρνει δρόμο και μου λέει «Άλλα σου λέω εγώ κι άλλα μου λες εσύ;», παίρνει δρόμο λοιπόν, κοκκινίζει αυτή, παίρνει δρόμο, πάει στη μάντρα. Εγώ λέω «Τώρα θα πάει να τα πει της μάνας της», δεν είχαμε ακόμα πολύ, «τα πει της μάνας της, μπορεί η μάνα της να με μαλώσει». Την παίρνω από πίσω, της λέω «Βρε, μην πεις τίποτα της μάνας σου, εγώ σου 'καμα καλαμπούρι», «Ωραίο καλαμπούρι μου κανες». Μόλις πάμε λοιπόν ήταν η άλλη η αδελφή η μεγάλη, την είδε που ήτον έτσι, της λέει «Μωρή, τι έχεις;» λέει έτσι κι έτσι, «Θα το πω» λέει, της μάνας. Λέει λοιπόν η άλλη «Όχι, μην πεις τίποτε», από εκεί πια αρχίξαμε.

Ά.Μ.:

Μάλιστα.

Δ.Σ.:

Εκεί ήταν η… Εντωμεταξύ έκανα πιο τα καμίνια εκεί στην περιφέρεια, καμιά φορά ήμουν μοναχός, έφερνε τα βόδια αυτή να τα βλέπει, ήρχουνταν κάναμε παρέα. Άσε που είχα και εργάτες, αλλά ήρχουνταν. Αυτή ήταν κοριτσάκι, ήταν πιο που φτάσαμε, να πάω στρατιώτης στα 22 μου χρόνια, της είπα «Εγώ πάω στρατιώτης, δεν ξέρω ανθρώποι ήμεστα, μπορεί, δε ξέρεις τι συμβαίνει, αλλά κι εσύ δε θέλω να με γελάσεις», λέει «Σου δίνω το λόγο μου», «κι εγώ σου δίνω το λόγο μου, μόνο ένας θάνατος θα μας χωρίσει», «Σύμφωνοι» κι ύστερα ήφυγα και πήγα στρατιώτης. Της είπα «Εγώ πάω στρατιώτης, θέλω να κρατήσεις το λόγο που δώκαμε. Πάλι αν νομίζεις ότι, δεν με νοιάζει πες μου το από τώρα, ότι "Δεν ξέρω, μπορεί να μου λάχει κάτι ξέρω γω, να με ζορίσουν τα αδέρφια μου, να με ζορίσουν..."», λέει «Ό,τι και να μου κάνουν, ο λόγος μου είναι λόγος». Ήθελα όμως να πάρω της μάνας το λόγο.

Ά.Μ.:

Ναι και μου είπατε τι έγινε. Μου είπατε πριν.

Δ.Σ.:

Της μάνας το λόγο πια τον είχα πάρει, μου είπε η πεθερά μου ότι «Κι ο βασιλιάς να έρθει δεν την παντρεύω». Την ώρα που τη χαιρέτησα της λέω «Έχω το λόγο σου μόνο με κακό», ανθρώποι ήμασταν, μπορεί ξέρω γω, πάω στρατιώτης θα κάμω 2 χρόνια. Σ' αυτά τα 2 χρόνια ξέρω γω μπορεί να σκοτωθώ, μπορεί να λάχει τίποτα, ανθρώποι είμαστε. Την ώρα που σηκώθηκα πια, που πέρασα την άλλη την ημέρα που είχα παρμένο και το λόγο της μάνας και πήγα πάλι και τις ξαναχαιρέτησα μπρος πίσω κι έφευγα… Η μάνα δεν την ήνοιαζε επειδή ήμουν εγώ μαζί, ούτε τα αδέρφια, ούτε κανένας, καθίζαμε, μιλούσαμε, μας βλέπαν ότι μιλούσαμε, δεν τους ήνοιαζε. Γιατί ξέρανε, ότι ντάξει ανθρώποι είναι, αγαπούνε, ερωτευμένοι είναι. Δεν μιλούσανε, ούτε οι κουνιάδοι, ούτε οι κουνιάδες, ούτε ο πατέρας, ούτε η μάνα. Εκεί που καθόμεστα λοιπόν, σηκώθηκα να φύγω, πριν να φύγω βέβαια, να σηκωθώ να χαιρετήσω, της είπα ότι «Έχουμε δώσει κάποιο λόγο, ισχύει ή το αφήνουμε στο φλου;». «Όχι» μου λέει, «ό,τι και να γίνει, ό,τι και να γίνει, δεν θα δεχτώ». Ήξερεν όμως ότι η μάνα ήταν μαζί μου και τα αδέρφια, και σου λέει «Ποιος θα μου κάνει την παρατήρηση, να μου κάμνει, η κουνιάδα μου η μεγάλη;», και της λέω «Σύμφωνοι είμαστε, μόνο με κακό, να λάχει τίποτα, αλλιώς…».

Ά.Μ.:

Τέλεια.

Δ.Σ.:

[Δ.Α.] πια, πήγα στρατιώτης, ήκαμε 2 χρόνια, γύρισα. Μόλις εγύρισα, με σφίξαν πια τα σκοτώματα και ξέρω γω, εν πάση περιπτώσει, αναγκάστηκα, μάζεψα… Άσε που, τα πολλά μου ρούχα τα είχα εκεί στο σπίτι, όλα αυτά που έβαζα και δούλευγα και μου τα μπάλωνε. Μάζεψα και τα ρούχα, πήγα, ήκατσα κανά μήνα. Ύστερα πιο με τις ιστορίες, έτσι ο ένας, «Αι στο διάολο λέω, να παντρευτούμε να ησυχάσουμε», και παντρευτήκαμε πιο, και τέλειωσε.

Δ.Σ.:

Τέλεια, τώρα που τα συζητάμε όλα αυτά πως, πως νιώθετε, όλα αυτά που γίνανε;

Δ.Σ.:

Κοίταξε τώρα γεράσαμε, μια χαρά είμαστε, ντάξει. Κάναμε παιδιά, η μανία μου ήτανε, να προστατέψω τα παιδιά μου και να τα μεγαλώσω με καλές συνθήκες, όπως μας μεγάλωσαν εμάς ο πατέρας μου και η μάνα μου. Και είμαι ευτυχισμένος, γιατί ήκαμα καλά παιδιά, ήκαμα εγγόνια, έχω παντρέψει κιόλας δυο, έχω και δισάγγονο και λέω ό,τι θέλει η δύναμή του. Εγώ είμαι έτοιμος, είπα ό,τι ώρα θέλει με παίρνει. Έχω φτιάξει 1-2 πανηγύρια εκεί στο Βαθύ, τον Άη Νικόλα, την Παναγιά του Θωμά, [Δ.Α.], δεν είχαν [Δ.Α.], δεν είχαν καμπαναριά, δεν είχανε μεγάλες αυλές, έκαμα μεγάλες αυλές, αυτές είναι η παρηγοριά μου. Από φίλους, βλέπαμε λοιπόν, αυτό το πράγμα ότι κατάρευε, βρισκόμασταν 5-6 φίλοι «Βρε, βάλτε κανά φράγκο, να το σιάξουμε αυτό να μην το αφήκουμε, θα χαλάσει μια και καλή». Πολλοί λοιπόν λέει «Ντάξει» λέει, «αλλά εμείς θα σου δώκουμε τα φράγκα, αλλά δεν μπερδευούμαστε», «Όχι, εγώ». Μοναχός μου έβγαζα τα σχέδια, μοναχός μου είδα πως θα τα κάνω. Με έπαιρνε λοιπόν ο μάστορης, του έλεγα «Τι θέλεις να μου κάνεις, αυτό αυτό, αυτό;», μου λέει «Τόσα, τόσα», «Εκκλησία είναι, θα κόψουμε 500 φράγκα», «Κόψε μου 500», τα 'κανε. Και τα σιαξα αυτά τα πανηγύρια και γιορτάζουν κιόλας στις γιορτές τους. Το ένα γιορτάζει στις 8 του Σεπτέμβρη, το άλλο στις 6 του Δεκέμβρη ο Άη Νικόλας και το άλλο πάλι στις 8 του Νοέμβρη, ο Αρχά Μιχαήλ. Κάναμε πανηγύρια, χορεύομε, διασκεδάζουμε. Εγώ πιο τώρα δε μπορώ να πάω, αλλά έχουν αναλάβει τα παιδιά, έχουν αναλάβει τα παιδιά. Δεν ξέρω, αν γνώρισες το γιο μου το δεύτερο, που είναι στο Βαθύ. Δεν ξέρω αν τους γνώρισες του γιους μου.

Ά.Μ.:

Όχι.

Δ.Σ.:

Ο ένας δουλεύει στην καλλιέργεια, εκεί στο Βαΐ, ο άλλος δουλεύει στην άλλη καλλιέργεια εδώ στον Άη Αντρέα. Ο μεγάλος μου είναι δάσκαλος. Δόξα τω Θεώ τα παιδιά μου, ο άλλος ήταν στο αεροδρόμιο ο δεύτερος, τα κατάφερε.

Ά.Μ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ! Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Δ.Σ.:

Κι εγώ ευχαριστώ.