© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η βιομηχανία της κινηματογραφικής διανομής στην Ελλάδα μέσα από την πορεία της Rosebud.21

Istorima Code
24695
Story URL
Speaker
Ζήνος Παναγιωτίδης (Ζ.Π.)
Interview Date
13/06/2023
Researcher
Ιωάννης Διαμαντάκος (Ι.Δ.)
Ι.Δ.:

[00:00:00]Είμαι ο Γιάννης Διαμαντάκος για το istorima, είναι 14/06/2023, Τετάρτη, και βρίσκομαι με τον κύριο Ζήνο Παναγιωτίδη στα γραφεία της Rosebud.21 στην πλατεία Κάνιγγος. Καλημέρα σας.

Ζ.Π.:

Καλημέρα. Λοιπόν, αρχίζω την αφήγηση στη ζωή μου, ξεκινάω πριν από τα πρώτα μου βήματα, γεννήθηκα το 1951 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς με καταγωγή από την Καππαδοκία και είχα και έναν αδελφό μεγαλύτερό μου. Έβγαλα το δημοτικό στην Κωνσταντινούπολη, στο γνωστό Ζάππειο σχολείο. Και είχαν αποφασίσει οι γονείς μου μετά και από τα γεγονότα, τα γνωστά Σεπτεμβριανά του 1955 και με παρότρυνση του αδελφού της μητέρας μου, να έρθουμε μόνιμα στην Ελλάδα. Αυτό πήρε χρόνια μέχρι να παρθεί η απόφαση και τελικά, όταν βρισκόμουνα στην E’ δημοτικού, αποφασίσαμε να πάω -το πρόγραμμα ήταν- να έρθω εγώ στο γυμνάσιο εδώ στην Ελλάδα, να ακολουθήσει μετά από ένα χρόνο ο αδελφός μου, ο οποίος θα τελείωνε το γυμνάσιο στην Κωνσταντινούπολη και σταδιακά να έρθουν οι γονείς μου, πρώτα η μητέρα μου και μετά ο πατέρας μου. Δυστυχώς, μας πρόλαβαν τα γεγονότα του ‘64, τα γνωστά με τις απελάσεις, γνωστά και απ’ την ταινία την Πολίτικη κουζίνα, όπου έγινε μια ανατροπή σχεδίων. Εγώ ήδη είχα έρθει τοn Σεπτέμβριο του ‘63 για την πρώτη γυμνασίου εδώ στη Λεόντειο και επέστρεψα στην Κωνσταντινούπολη για τις σχολικές διακοπές των Χριστουγέννων του ‘63 σε μια ιδιαίτερα ταραχώδη περίοδο, γιατί ακριβώς την παραμονή των Χριστουγέννων ξέσπασαν τα επεισόδια στην Κύπρο, οπότε πια άρχισε η πολεμική των Τούρκων προς τους Έλληνες και σαφώς τα πρώτα θύματα ήταν η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης. Όλο το σκηνικό άλλαξε μέσα σε μια βραδιά. Θυμάμαι πάρα πολύ έντονα ότι επειδή κάθε Χριστούγεννα βγαίναμε τα παιδιά των Ελλήνων για Κάλαντα, για να μαζέψουν χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς, το θερμό επεισόδιο αυτό που ήταν και μάλλον και προβοκάτσια, έγινε την παραμονή των Χριστουγέννων. Και το πρωί σ’ οποία πολυκατοικία πηγαίναμε, οι θυρωροί, που ήταν, βέβαια, Τούρκοι, μας έδιωχναν κακήν κακώς έχοντας πληροφορηθεί -τότε υπήρχε μόνο το ραδιόφωνο- τη νύχτα για όλα αυτά που εννοείτε είχαν κάνει οι Ελληνοκύπριοι προς τους Τουρκοκυπρίους. Αποτέλεσμα όλων αυτών των γεγονότων είναι να γυρίσω εγώ στην Αθήνα στο σχολείο μαυρισμένος. Οι γονείς μου να επισπεύδουν τον προγραμματισμό τους, να έρθουν όσο το δυνατόν νωρίτερα, πρώτος αδερφός μου και μετά οι γονείς μου να έρθουν στην Ελλάδα. Πρώτο θύμα, πρώτη απώλεια ήταν οικονομική, γιατί ο πατέρας μου, ενώ προγραμμάτιζε να πουλήσει κανονικά το σπίτι μας και το μαγαζί του που ήταν σ’ ένα πολύ εμπορικό δρόμο, ξαφνικά όπως καταλαβαίνετε, η αξία όλων αυτών, κυρίως με κατόχους Έλληνες, έπεσε στο 1/10, γιατί ήξεραν ότι όλοι ήθελαν να ξεπουλήσουν. Ευτυχώς η οικογένεια μου δεν είχε υποστεί απέλαση, γιατί εμείς είχαμε την τουρκική υπηκοότητα, την απέλαση και το πιο σκληρό κομμάτι το δέχτηκαν αυτοί που είχαν ελληνική υπηκοότητα και μάλιστα ήταν οικογένειες -όπως και του Τάσου Μπουλμέτη του σκηνοθέτη της Πολίτικης κουζίνας- όπου ο ένας από τους δύο είχε τουρκική, ο άλλος τη ελληνική υπηκοότητα και έφευγε αυτός που είχε την ελληνική υπηκοότητα και έμενε λίγο να μαζέψει τα συντρίμμια. αυτός που είχε την τουρκική υπηκοότητα. Στο κομμάτι της… Έχω πάρα πολλές μνήμες από ζωή μου μέχρι τα 12 τα 11μιση χρόνια που έφυγα από την Κωνσταντινούπολη, με τις καλοκαιρινές διακοπές στον Άγιο Στέφανο, κοντά στο τότε αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης και μετά στην Πρώτη, σ’ ένα από 4 Πριγκηπόνησσα. Εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα έχουν περάσει σχεδόν 70 χρόνια, έχω την εικόνα, όταν έγιναν τα Σεπτεμβριανά το 1955… Τα επεισόδια τα περισσότερα, βέβαια, έγιναν στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Εμείς ήμασταν για καλοκαιρινές διακοπές στον Άγιο Στέφανο και ο πατέρας μου ανεβοκατέβαινε κάθε μέρα στη δουλειά του. Όταν ξέσπασαν τα επεισόδια εκείνη τη φοβερή νύχτα, ήδη είχε ειδοποιηθεί ο πατέρας μου από φίλους του Τούρκους ότι: «Κλείσε το μαγαζί και φύγε, γιατί σχεδιάζουν…» ήταν όλα οργανωμένα. Όλο ούτως ή άλλως όλο ξεκίνησε από μία προβοκάτσια που έγινε στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Ήρθε στην στον Άγιο Στέφανο, όπου στο σπίτι μας το οποίο ήταν και  διώροφο, μαζεύτηκαν γύρω στους 20 συγγενείς και περάσαμε όλη τη νύχτα στο σπίτι. Εγώ -είναι συγκλονιστικό αυτό- έχω ακόμα τη μνήμη ότι όταν το πρωί, το επόμενο πρωί, άνοιξα το παράθυρο είδα ακριβώς απέναντι μου ένα δέντρο όπου να στέκονται ένας στρατιώτης, ένας αστυνομικός και ένας με πολιτικά. Αυτό γινόταν σε διάφορα σημεία του Αγίου Στεφάνου, προφανώς, δήθεν, για να προστατευθούν τα ελληνικά σπίτια από τυχόν βανδαλισμούς, δηλαδή, αυτό που έγινε στην Κωνσταντινούπολη να πάνε και σε και σε προάστια. Αυτό είναι στη μνήμη σου μένει για πάντα, είναι η αρχή του ξεριζωμού και μην ξέροντας τι θα ακολουθήσει. Πάντως, οπωσδήποτε, εκείνη η μέρα, δηλαδή τα Σεπτεμβριανά, σημάδεψε το τέλος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και αυτό επαναλήφθηκε το 63 που πια έγινε και ο… Δηλαδή το ‘55 αρκετοί Έλληνες είπαν θα ηρεμήσουν. Εννοείται ότι η κυβέρνηση είπε ότι: «Καταδικάζουμε τα επεισόδια, θα προστατεύσουμε» και, και, και. Για να φανταστείτε δε το αστείο της υπόθεσης ότι ο τότε πρωθυπουργός, ο υπουργός Εξωτερικών και ο υπουργός Εσωτερικών πέρασαν από δίκη αργότερα με την κατηγορία ότι δεν προστάτευσαν τότε τους Έλληνες και μάλιστα οι τρεις από τους βασικούς αυτούς, τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς κρεμάστηκαν, δηλαδή καταδικάστηκαν σε θάνατο και κρεμάστηκαν. Λοιπόν και παρακολουθούσαμε σε μία ηλικία που έχω εγώ ήμουνα στην Δ’-Ε’ δημοτικού παρακολουθούσαμε τη δίκη που γινότανε σε ένα άγονο νησί της Προποντίδας. Δηλαδή, αυτό το τονίζω, γιατί αυτά τα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη ήταν γεμάτα πολιτικές εξελίξεις που σ’ ένα σημείο μετά πια όταν μεγάλωνα, άρχισα να αποκτώ πολιτική συνείδηση. Και ήταν λογικό, όταν έχεις βιώσει όλα αυτά εσύ και η οικογένειά σου είναι πάρα πολύ λογικό. Σε αντιστάθμισμα αυτών, υπήρχε ο κινηματογράφος, αυτό είναι ακριβώς η θετική πλευρά των χρόνων μου στην Κωνσταντινούπολη, όπου έτυχε ο νονός μου, ο οποίος ήταν μόνος του, δεν είχε οικογένεια, παιδιά, οικογένεια και λοιπά και ήταν φανατικός κινηματογραφόφιλος. Και από ηλικία, μπορεί να ήταν και κάτω από 10 ετών, πάντως, σίγουρα 10 ετών, κάθε Κυριακή είχε πρόγραμμα να με παίρνει να πηγαίνουμε σε συνεχόμενη, τότε τα σινεμά άνοιγαν από τις 10:00 το πρωί, να πηγαίνουμε στην παράσταση 12:00-14:00, 14:00-16:00 και μερικές φορές και 16:00-18:00. Δηλαδή, κάθε Κυριακή ήξερα ότι θα δω 2-3 ταινίες. Κι αν σκεφτείτε ότι τα χρόνια εκείνα είσαι στην ηλικία των 11 ετών και να έχεις δει από το «Διαζύγιο αλά ιταλικά» του Τζέρμι ή την «Ατιμασμένη» του Βιτόριο ντε Σίκα, μέχρι φυσικά τη «Γέφυρα του ποταμού» Κβάι και λοιπά, είναι ένα ναρκωτικό, το οποίο σου καρφώνεται στη ζωή και δεν θα σου φύγει ποτέ. Μέχρι και τον «Κατήφορο», γιατί κάποια στιγμή… Οι ταινίες τότε εις την Τουρκία δεν υπήρχε η ακαταλληλότητα και όλες οι ταινίες και οι ελληνικές - γιατί πριν ξεσπάσουν τα επεισόδια του ‘63-’64[00:10:00], ερχόντουσαν πάρα πολλές ελληνικές ταινίες και τις βλέπαμε όλοι. Βέβαια, δεν υπήρχε ελληνική ταινία να ΄ρθει που να μην πάνε όλοι οι Έλληνες να τη δουν, μέσα στις οποίες ήταν και ο «Κατήφορος» που εννοείται ότι ήταν ακατάλληλο της εποχής. Και, βέβαια, αυτή η κακή συνήθεια με τον νονό μου συνεχίστηκε στο να κάνω κοπάνες απ’ το σχολείο και να πηγαίνω να βλέπω ταινίες. Όπου κάποια στιγμή τον μου το κάρφωσε ένας πελάτης στον πατέρα μου και καταλαβαίνετε ότι ακολούθησαν διάφορα. Λοιπόν, νομίζω ότι το πρώτο μου μπόλιασμα με την κινηματογραφική μου μανία έγινε τότε. Όταν ήρθα εδώ αντιμετώπισα ένα, τότε δεν υπήρχε ο μετέπειτα όρος bullying, ο οποίος ήταν πολύ πιο αθώος, δηλαδή, στη τάξη μου στη Λεόντειο, όταν σηκωνόμουνα για μάθημα γινόταν πανηγύρι λόγω της προφοράς μου, το λάμδα και λοιπά. Δηλαδή, όλοι περίμεναν πότε θα ανέβει ο Ζήνος στον πίνακα για να γελάσουν. Αυτό δεν με τσάκισε, προσαρμόστηκα πάρα πολύ εύκολα. Στην Β’ γυμνασίου ήδη ήμουνα ένας από αυτούς, παρέες, παιδικές εξόδους πάρτι, πάρτι της εποχής και λοιπά. Δεν κράτησε πολύ. Ήταν πολύ μεγαλύτερη η πληγή μου όταν γύρισα από την Κωνσταντινούπολη από τις διακοπές, τις χριστουγεννιάτικες και βίωσα αυτό το δεκαπενθήμερο τρόμου, το τι γινόταν κάθε μέρα. Ήρθα εδώ και καταλαβαίνετε ότι δεν υπήρχε εφησυχασμός, ξέροντας ότι ο αδερφός μου και οι γονείς μου είναι εκεί και δεν ξέρουμε σε ποιο σημείο βαρβαρότητας θα συνεχιστούν όλα αυτά τα επεισόδια.

Ι.Δ.:

Εσείς στο πογκρόμ του ‘60 ήσασταν εδώ; Ήσασταν στην, απλά είχατε πάει;

Ζ.Π.:

Όχι, όχι συγκεκριμένα, ήμουνα εδώ από το Σεπτέμβριο του ‘63, τα γεγονότα έγιναν το Δεκέμβριο του ‘63, που σημαίνει ότι ήμουνα εκεί λόγω των σχολικών διακοπών, 06/01 γύρισα εδώ. Άρα όλο το άλλο το βίωσα στην Αθήνα στο σχολείο, όντας εσωτερικός στη Λεόντειο και περιμένοντας να τελειώσει ο χρόνος για να έρθει ο αδερφός μου με μεγάλο φόβο αν θα τα καταφέρει να έρθει, γιατί σίγουρα με το τέλος του σχολείου και του γυμνασίου θα ήταν στρατεύσιμος. Τελικά τα κατάφερε και ήρθε, βρέθηκε ο τρόπος και λοιπά. Γιατί όλοι όλα αυτά στην Κωνσταντινούπολη -γιατί και από κει έχει βγει και ο όρος το μπαχτσίσι που λέμε- όλα αυτά μπορούσες να καταφέρεις, ό,τι ήθελες εκεί, δίνοντας σε κάποιο κρατικό παράγοντα κάποια χρήματα. Μέχρι που εγώ για να κερδίσω μια τάξη στο σχολείο και από 14 Νοεμβρίου που έχω γεννηθεί η ταυτότητά μου γράφει 11 Σεπτεμβρίου, για να κερδίσω εκείνη τη συγκεκριμένη χρονιά. Εάν μείνουμε λίγο στον τομέα της του σινεμά, που από ένα σημείο και μετά πάει η ζωή μου ήταν το σινεμά, αυτή η μανία μου με το νονό μου συνεχίστηκε και εδώ. Όχι με τέτοια συχνότητα, βέβαια, αλλά όταν έβγαινα από το σχολείο, τότε είχαμε μάθημα και το Σάββατο, έβγαινα Σάββατο απόγευμα και πήγαινα στον θείο μου μέχρι Κυριακή βραδύ που με επέστρεφε το στο σχολείο που ήμουνα εσωτερικός. Σίγουρα βγαίνοντας, θα έβλεπα τουλάχιστον μια ταινία, μες στο σαββατοκύριακο, θα προσπαθούσα να δω, ναι. Ήταν μια συνήθεια που δεν την είχα αφήσει ποτέ. Και μάλιστα, με παρότρυνση δική μου πολλές φορές, με τους φρερ του σχολείου στη Λεόντειο κανονίζαμε να πάμε όλοι οι εσωτερικοί σ’ ένα γειτονικό σινεμά στο τέρμα Πατησίων για να δούμε ταινία όλοι οι εσωτερικοί μαζί. Που αυτό το είχα καταφέρει εγώ, πίεσα πάρα πολύ λέγοντας την ιστορία μου και αυτό με την Κωνσταντινούπολη και λοιπά. Και είχα δει και από ακόμα θυμάμαι, ας πούμε, στον κινηματογράφο Αρμονία, τέρμα Πατησίων, να έχω δει μαζί με όλους τους μαζί μου συμμαθητές ή τους οικότροφους, είχαμε δει τη «Μεγάλη απόδραση» και πολλές άλλες ταινίες. Περνάω, περνάνε τα χρόνια σταδιακά έρχεται ο αδερφός μου εδώ, έρχεται μετά η μητέρα μου, έρχεται μετά ο πατέρας μου, ξεπουλώντας την περιουσία μας εκεί, στήνοντας εδώ καινούργια ζωή ο πατέρας μου, καινούργια εργασία, άσχετα τελείως με τη δική του που ήταν το εμπόριο των ξηρών καρπών, δύσκολα, σαφώς δύσκολα χρόνια. Εγώ παράλληλα βέβαια, όλο αυτό με το σινεμά πια έβλεπα ότι θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή. Βέβαια, η μανία μου ήταν τότε να γίνω δημοσιογράφος. Διάβαζα πάρα πολλή λογοτεχνία, πολλή. Δηλαδή, από τη Β’ γυμνασίου διάβαζα τα πάντα, από Έμιλι Μπροντέ και Κρόνιν μέχρι Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Ό,τι δηλαδή… Έπαιρνα και διάβαζα, διάβαζα… Ήθελα να φτιάξω πολύ και το γράψιμό μου, γι’ αυτό είχα και μια μανία στην τις εκθέσεις, έγραφα εκτός σχολείου, έγραφα μόνος μου εκθέσεις. Και ήταν ο σκοπός μου αυτός. Βέβαια, η δημοσιογραφία τότε λειτουργούσε τελείως διαφορετικά, ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό. Μην ξεχνάμε ότι αυτά τα χρόνια πια ήτανε τα χρόνια της αποστασίας, του Γιώργου Παπανδρέου που κέρδισε τις εκλογές, μετά που έπεσε η κυβέρνηση του ελέω βασιλιά, όλα αυτά που ταραγμένα χρόνια, μέχρι που με βρήκε και η δικτατορία. Λοιπόν, όλα αυτά βέβαια ενίσχυαν και τη μανία μου να συνεχίσω να ονειρεύομαι να γίνω δημοσιογράφος, μην ξεχνώντας βέβαια το σινεμά. Ώσπου στο διπλανό μας διαμέρισμα, το νοικιάσαμε σε μια οικογένεια Κωνσταντινουπολιτών που είχαν ένα γιο ένα χρόνο μικρότερο από μένα, με μανία στη φυσική, φυσική και μαθηματικά... Ο γαμπρός και ο αδελφός του ήδη ήταν επιστήμονες στην Αμερική και αυτός είχε βάλει σκοπό να γίνει φυσικός. Μάλιστα, τώρα, εδώ και χρόνια, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους φυσικούς στον κόσμο. Αυτός με τη συχνή παρέα που κάναμε άρχισε να με μπολιάζει με τα μαθηματικά και να αλλάζω εγώ. Μέχρι που στην Ε’ γυμνασίου -τότε δεν υπήρχε λύκειο και λοιπά ήταν εξατάξιο το γυμνάσιο- στην Ε’ γυμνασίου δίνω εξετάσεις σε επιτροπή δημόσια για να περάσω από το κλασικό τμήμα στο πρακτικό. Στην Στ’ γυμνασίου ήμουνα στο πρακτικό με σκοπό να πάω να συνεχίσω στα μαθηματικά όπως και πήγα πανεπιστήμιο στα μαθηματικά, στη μαθηματική. Όλο αυτό το διάστημα, όλοι οι φίλοι μου, οι παρέες μου, κάθε σαββατοκύριακο και κυρίως Κυριακή, που πηγαίναμε ήταν στο σινεμά καθιερωμένο, εμπιστευόντουσαν την άποψή μου πού θα πάμε. Βέβαια, πάρα πολλές φορές με βρίζανε. Όταν πήγαινες τώρα κάποια παιδιά τα οποία ήταν 17 χρονών σε ταινία του Γκοντάρ είναι λογικό να σε βρίζουνε. Επέμενα, όμως, εγώ, προσπαθούσα κάποιες ταινίες να είναι προσαρμοσμένες στα γούστα εκείνων, να πηγαίνω μόνος μου εγώ. Και όταν, βέβαια, μπήκα πια στο πανεπιστήμιο, άρχισε πια η επαφή μου με το θέαμα, η κινηματογραφική μου μανία να διογκώνεται, ώσπου κάποια χρονιά, την οποία δυστυχώς δεν θυμάμαι, γιατί έχω πετάξει εκείνο το περίφημο αρχείο, όπου κρατούσα ένα σημείωμα με την ταινία που είδα και με τρεις γραμμές έλεγα: «Μου άρεσε γι’ αυτό τον λόγο ή δεν μου άρεσε γι’ αυτό τον λόγο». Εκείνη τη χρονιά είχα καταγράψει 536 ταινίες. Δηλαδή, έβλεπα μια μισή ταινία την ημέρα. Και είχα δει πια τα πάντα ή μπορούσα να δω μια ταινία… Δηλαδή, δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι στα πρώτα χρόνια στα γαλλικά, στη Λεόντειο, που στο βιβλίο που είχαμε ήταν και διάφορα δημοσιεύματα από εφημερίδες, έγραφε μια εφημερίδα ότι όταν παίχτηκε στο Παρίσι το «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» του Αλέν Ρενέ, οι θεατές βγήκαν εξοργισμένοι και έσπαγαν τις τζαμαρίες. Και μου είχε μείνει αυτό αρρώστια, αυτή η ταινία πότε θα ξανάρθει στην Ελλάδα για να πάω να τη δω. Γιατί είχε έρθει κανονικά όταν είχε βγει τότε - όλες οι ταινίες ερχόντουσαν τότε στην Ελλάδα. Και δεν θα ξεχάσω ήταν στο Studio που πήγαν να δω το «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ» -μάλιστα αυτό το είχα πει και στον τότε ιδιοκτήτη, τον Σωκράτη τον Καψάσκη, τον οποίο θεωρώ τον κορυφαίο διανομέα, αυτός που μας έμαθε σινεμά, αυτός που έφερε τις πρώτες, πολύ μεγάλα ονόματα για πρώτη φορά στην Ελλάδα- του έλεγα: «Σωκράτη -μόλις έμαθα ότι θα φέρει την ταινία- θα ‘ρθω εκείνη την ημέρα και θα μεί[00:20:00]νω στο Studio για να τη δω». Και πραγματικά την είδα απανωτά την ταινία τρεις φορές και για να την καταλάβω, βέβαια.

Ι.Δ.:

Είναι και μεγάλη κιόλας.

Ζ.Π.:

Ναι, ναι, ναι. Λοιπόν, όλο αυτό -περιγράφω τον περίγυρο- ώσπου στο πανεπιστήμιο υπήρχε μία κινηματογραφική λέσχη στην οποία, βέβαια, κάθε Κυριακή πήγαινα. Μαραζωμένη όμως, λίγους. Δηλαδή, ήμασταν 200 άτομα. Κάθε Κυριακή γινόταν μία προβολή. Σιγά-σιγά σ’ αυτά τα πράγματα όταν έχεις τη μανία, είσαι σαν το κοράκι που περιμένει την κατάλληλη στιγμή, έκανα γνωριμίες από εκεί μέσα και άρχισα να βοηθάω. Τους είπα: «Θα σας βοηθάω και εγώ γιατί μου αρέσει το σινεμά. Ξέρω ταινίες, θα σας βοηθάω». Σταδιακά, όταν έφυγε -επειδή ήταν αυτό με την επιμέλεια της, τότε ΔΕΣΠΑ, χουντικοί, Διοικούσα Επιτροπή Σπουδαστών Πανεπιστημίου Αθηνών λεγόταν, αλλά ήταν ένα παράλληλο της τμήμα, άσχετα από τον οργανισμό ΔΕΣΠΑ, από το σωματείο, ας πούμε- όταν παραιτήθηκε ο υπεύθυνος του κινηματογραφικού τμήματος και μπήκε κάποιος άλλος, επειδή είχα ήδη μια μικρή προϊστορία, μού ‘δωσε λίγο περισσότερες αρμοδιότητες. Μέσα στις αρμοδιότητές μου αυτές ήταν να πηγαίνω τότε σ’ όλα τα γραφεία, είχαν κάνει μια συμφωνία με το πανεπιστήμιο να δίνουν μια ταινία το μήνα μάξιμουμ σε δωρεάν προβολή στον κινηματογράφο Ίρις. Η Ίριδα κάτω απ’ το πανεπιστήμιο και κάποιος έπρεπε να πηγαίνει σ’ αυτά τα γραφεία και να ζητάει την ταινία, να συνεννοείται, να παίρνει την κόπια τότε, τα 20-25 κιλά που ήταν οι κόπιες οι 35mm και να παίζεται τις Κυριακές στη Ίρίδα. Άρχισα, βέβαια, σταδιακά με δυο ακόμα φίλους να χωνόμαστε περισσότερο στην επιλογή των ταινιών, να ψάχνουμε εμείς. Δεν ήταν κακές οι προηγούμενες επιλογές, αλλά αρχίσαμε να μπαίνουμε πιο βαθιά.

Ι.Δ.:

Ήταν πιο του συρμού πριν;

Ζ.Π.:

Δεν ήταν του συρμού, ήταν όλες καλλιτεχνικές -δηλαδή, δεν θα έπαιζαν περιπέτεια, δεν θα ‘παιζαν κωμωδία- ήταν όμως πιο ψαγμένες. Και στα τότε στα γραφεία υπήρχε ο θησαυρός των θησαυρών, ό,τι ήθελες από… Είχαν λήξει μεν τα δικαιώματα, αλλά τις έδιναν. Ό,τι ήθελες έβρισκες, απ’ τον «Κλέφτη των ποδηλάτων», μέχρι τα «400 χτυπήματα» μέχρι τι θες. Δηλαδή και πάρα πολλά -τα οποία βέβαια σταδιακά αυτά τα ανακάλυψα, θα τα πούμε στη συνέχεια- πάρα πολλές ταινίες με ελληνικούς τίτλους, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τον αυθεντικό τίτλο. Δηλαδή, για να πω τώρα, θα τα πούμε και στη συνέχεια, ας πούμε η «Λαίδη Μάκβεθ από τη Σιβηρία» του Βάιντα ήταν με τον τίτλο «Αχόρταγη για ηδονή», το «Χαρέμι» του Φερέρι, η «Γκαρσονιέρα μιας ανώμαλης». Λοιπόν, καταλαβαίνεις ότι μπαίνοντας μέσα σ’ αυτά…Το «Foreign correspondent», ο «Ξένος ανταποκριτής» του Χίτσκοκ, με τίτλο «Αγωνία». Όταν πια άρχισα και έλεγα σ’ αυτούς στα γραφεία, μπορώ να ψάξω λίγο αποθήκες και έλεγαν αυτοί: «Τώρα ήρθε ένα ψώνιο να ψάξει, μπες κάνε ό,τι θέλεις, ψάξε». Παράλληλα, άρχισα να έχω επαφή και με τον κινηματογράφο Αλκυονίς, που ήταν ο ένας από τους δύο κινηματογράφους τέχνης της εποχής. Όλα αυτά στη διάρκεια της χούντας. Βέβαια, το πρόγραμμα του στούντιο, του Σωκράτη του Καψάσκη, σαφώς ήταν πολύ καλύτερο, αλλά γίνονταν με προσπάθειες με τον υπεύθυνο του προγράμματος, τον δημοσιογράφο από τη Θεσσαλονίκη, τον Χρήστο τον Χριστοδούλου, γινόταν μια πολύ καλή προσπάθεια. Όλο αυτό αρχίζει, όταν είδαμε ότι αυτές οι ταινίες αρχίζουν, άρχισαν να προσελκύουν κόσμο και οι 300-200 της Κυριακής άρχισαν να γίνονται 500, λέμε να προσθέσουμε και άλλη μια προβολή το Σάββατο. Το Σάββατο πάλι 500. Να προσθέσουμε άλλη μια προβολή την Τετάρτη. Για να φανταστείς τότε είχαμε ένα εισιτήριο το οποίο κόστιζε μια δραχμή.

Ι.Δ.:

Τιμής ένεκεν τελείως.

Ζ.Π.:

Τιμής ένεκεν, μια δραχμή. Δηλαδή αν σκεφτούμε ότι ένα ευρώ κάνει, έκανε 350 δραχμές, πόσο κόστισε. Τιμής ένεκεν και για κάποια και κάποια μικροέξοδα. Φτάσαμε στο σημείο Τετάρτες, Σάββατο και Κυριακή η Ίριδα να έχει τόσο κόσμο, όπου ο υπεύθυνος κινηματογράφου να απειλεί ότι δεν θα ξεκινήσει την προβολή αν δεν αδειάσει και ο δεύτερος εξώστης, γιατί ήταν ένας πρόσθετος δεύτερος εξώστης και υπήρχε κίνδυνος να πέσει και ήταν πάνω 100 άτομα, 150 άτομα, δηλαδή τόσο κόσμο. Εγώ, εν τω μεταξύ, άρχισα πολύ στενή επαφή με τότε με τον κινηματογράφο, με το περιοδικό «Σύγχρονος κινηματογράφος». Ήταν το πρώτο κινηματογραφικό περιοδικό στην Ελλάδα με πολύ μεγάλα ονόματα, με επικεφαλής τον Θόδωρο τον Αγγελόπουλο, τον Βασίλη το Ραφαηλίδη, Γιάννης Σμαραγδής, Σαμαντάς, πάρα πολλά ονόματα. Όλοι αυτοί γύρω από τον κινηματογράφο και δημοσιογράφοι. Όταν άρχισα αυτή τη σχέση, τους ζήτησα να έρχονται στην Ίριδα και ερχόντουσαν βέβαια με χαρά να παρουσιάζουν κάποιες ταινίες. Ο Γιάννης ο Μπακογιαννόπουλος με χαρά. Σ’ αυτή την περίοδο, είχαν έρθει σκηνοθέτες, οι οποίοι μετά έγιναν διάσημοι και παρουσίαζαν τις μικρού μήκους ταινίες τους. Ο Παντελής ο Βούλγαρης, τον «Κλέφτη», ο Θόδωρος Αγγελόπουλος την «Εκπομπή», ο Τάσος Ψαρράς, όλοι πια.. Είχε αρχίσει όλο αυτό το πράγμα να γιγαντώνεται. Δηλαδή, σαν σταφύλια ο κόσμος, μετά στο Q&A δεν έφευγε κανένας - γιατί εδώ που τα λέμε δεν ήταν εύκολο να έχεις άλλου απέναντι σου το Βασίλη Ραφαηλίδη, που ήταν ένας μύθος, ας πούμε, και να μπορείς να ανταλλάξεις μαζί του κάποιες απόψεις για την ταινία που είδες. Και πραγματικά γι’ αυτό το κομμάτι είμαι ειλικρινά υπερήφανος. Δηλαδή, έγινε μια λέσχη δυναμίτης. Ώσπου, βέβαια, κάποια στιγμή μάλιστα, διαφημίζαμε την ταινία… Κάθε φορά και αλλάζαμε ένα ταμπλό στον τέταρτο όροφο της πανεπιστημιακής λέσχης έβαζα, έπαιρνα από τα γραφεία το χαρτονάκι και τις φωτογραφίες και έφτιαχνα το ταμπλό τι παίζουμε την Τετάρτη, το Σάββατο, την Κυριακή.

Ι.Δ.:

Για τι εποχή μιλάτε τώρα;

Ζ.Π.:

Τώρα μιλάμε πια ‘71-‘72.

Ι.Δ.:

Α είναι ακόμα μες τη χούντα.

Ζ.Π.:

Όλα, όλα επί χούντας. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, πρέπει να ήταν το ‘72 μάλλον και το θυμάμαι πάρα πολύ καλά ότι θα παίζαμε τον «Αλέξανδρο Νιέφσκι» του Αϊζενστάιν, μου λένε σε θέλει ο διευθυντής της πανεπιστημιακής λέσχης και μου ανακοινώνουν ότι με παρέμβαση, με εντολή της γενικής ασφάλειας σταματάνε οι προβολές.

Ι.Δ.:

Αυτό θέλω να ρωτήσω αν υπήρχε θέμα με τη λογοκρισία.

Ζ.Π.:

Ναι, οι ταινίες αυτές δεν ήταν, ακόμα και… Αυτό ήταν το αστείο, λόγω της αμάθειας, βέβαια, αυτοί είχαν απαγορεύσει κάποιες πολιτικές ταινίες, εννοείται, αλλά ο «Αλέξανδρος Νιέφσκι» γι’ αυτούς ήταν μία πολεμική ταινία. Έπαιρνες άδεια άνετα και την έπαιζες. Παίζαμε, όλες οι ταινίες, βέβαια, γιατί παράλληλα και είχαμε δεχθεί τότε μια πολεμική, είχαμε κάνει και ένα αφιέρωμα στον κλασικό αμερικάνικο κινηματογράφο. Τότε ήτανε αυτό επικίνδυνο, γιατί οι Αμερικανοί επί χούντας ήταν ο μεγάλος εχθρός. Αλλά τα Cahiers du Cinema σινεμά που ανακάλυψαν όλο το σινεμά του Τζον Φόρντ, του Χάουαρντ Χοξ, όλους τους Αμερικανούς και λοιπά και επειδή είχε περάσει και στον σύγχρονο κινηματογράφο αυτό και ο σύγχρονος κινηματογράφος ήθελε να το περάσει εδώ, γιατί πίστευε ότι ήταν πολύ καλές ταινίες. Και θυμάμαι ομηρικούς καβγάδες μες την Ίριδα, με τον Γιάννη τον Μπακογιαννόπουλο, παίζαμε μια κωμωδία του Χάουαρντ Χοκς με τον Ροκ Χάτσον και έλεγαν: «Γιατί; Είναι δυνατόν τώρα να παίζονται άλλες ταινίες εδώ πολύ ωραίες και να βάζουμε μια αμερικανική κωμωδία;». Και προσπαθούσε ο Μπακογιαννόπουλος να εξηγήσει ότι πίσω από την εικόνα της κωμωδίας υπάρχει ο αμερικάνικος τρόπος ζωής και πώς κριτικάρεται από το Χάουαρντ Χοκς. Λοιπόν, όλα αυτά τα ευτράπελα γινότανε μέσα σε μια σ’ αυτή τη μικρή κοινωνία. Πώς μπήκα, όμως, στο χώρο της διανομής, σαν υπάλληλος. Η μανία μου με το σινεμά εννοείται όχι μόνο δεν μειώνεται, γιγαντώνεται. Υπήρχε ένας, υπάρχει ακόμα ένα θερινό σινεμά στο τέρμα της Πατησίων, στον Άγιο Λουκά, η Ηλέκτρα όπου έπαιζε μια ιαπωνική ταινία. Το θυμάμαι, «Ο ήλιος δεν ανέτειλε γι’ αυτούς», του Κομπαγιάσι. Πηγαίνω να τη δω το βράδυ και -πολύς κόσμος μέσα- αρχίζει η ταινία. Φαίνονται κάποιοι πεθαμένοι να ζωντανεύουν, στην αρχή λέμε θα είναι φλας μπακ. Μετά πάλι κάτι τέτοιο, μετά άρχισε ο κόσμος να φωνάζει τι γίνεται; Γιατί ήταν[00:30:00] ολοφάνερο ότι είχαν μπλεχτεί οι πράξεις. Βγαίνοντας απ’ το σινεμά, όλοι ζητούσαν τα εισιτήρια τους πίσω και λοιπά. Έχει ειδοποιηθεί -δεν υπήρχε βέβαια κινητό- στο σπίτι του ο ιδιοκτήτης της ταινίας ότι: «Εδώ θα μας κάψουν το μαγαζί, έλα εδώ να δεις τι θα κάνουμε με την ταινία» και λοιπά. Έρχεται, με βλέπει ο άλλος με ήξερε που πήγαινα στο γραφείο του για να παίρνω ταινίες για τη λέσχη και μου λέει, δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Εσύ που είσαι κουλτουριάρης και τα ξέρεις αυτά, έρχεσαι αύριο στο γραφείο με το μηχανικό του κινηματογράφου -ο οποίος ήταν ο πολύ γνωστός διευθυντής φωτογραφίας, ο Γρηγόρης ο Δάναλης- και το μηχανικό του γραφείου να φτιάξετε την κόπια; Γιατί προφανώς έγινε ένα μπέρδεμα». Η ταινία σε 16 σημεία, είχαν πάει οι σκηνές τράμπα απ’ το ένα σημείο στο άλλο, για ποιο λόγο; Γιατί ένας μηχανικός που δούλευε στον σ’ αυτό το γραφείο και ήταν να απολυθεί, είχε βρει αυτή την κόπια μπροστά και άρχισε να την κόβει και να τα βάζει σε διάφορα σημεία. Καθόμαστε ένα ολόκληρο πρωινό, τη φτιάχνουμε την ταινία. Εγώ, εν τω μεταξύ, ήταν καλοκαίρι, είχα αρχίσει να δουλεύω για να μαζεύω διαφημιστικά για επαρχιακούς κινηματογράφους. Και μου λέει αυτός ο ιδιοκτήτης της κινηματογραφικής εταιρείας: «Έρχεσαι να πιάσεις δουλειά τα καλοκαίρια;» Τότε έλεγε για καλοκαίρια στην αρχή. Του λέω έρχομαι, πήγα βοηθός booker - booker είναι ο προγραμματιστής των ταινιών. Του λέω αμέσως: «Έρχομαι». Και πιάνω αμέσως δουλειά. Το οποίο αυτό γραφείο είχε πάρα πολλές τότε τουρκικές ταινίες, ήταν πριν το 74 αυτό, πριν την εισβολή στην Κύπρο και που σταμάτησαν οι τουρκικές ταινίες, Φράνκο Τσίτσο κωμωδίες, πολλά γουέστερν και μετά ήταν και οι πρώτοι που είχαν φέρει και τα καράτε, μετά τον Μπρους Λι, βέβαια. Σ’ αυτό το γραφείο ξεκίνησα, όπου άρχισα πια να λατρεύω αυτό που κάνω, έψαχνα… Είχε πάρα, πάρα πολλές ταινίες, παλιές κλασικές αυτός. Η αρρώστια μου ήταν που έμπαινα μέσα εκεί και έβρισκα διαφημιστικά, παλιά διαφημιστικά πολλών ταινιών: «Ο θάνατος του ποδηλάτη», «Οι νύχτες της Καμπίρια», πολλά αμερικάνικα εξαιρετικά γουέστερν από γνωστούς σκηνοθέτες, Φούλερ. Ναι Σάμιουελ Φούλερ, Άντονι Μαν, τέτοια πολλά, έβρισκα εκεί και τράβαγα τα χαρτονάκια και έλεγα: «Αυτές τις ταινίες θα τις αξιοποιήσουμε, θα τις βγάλουμε». Και έτσι έμεινα εκεί. Παράλληλα συνέχισα στην Αλκυονίδα, όπου υπήρχε μια διαφωνία μεταξύ του Χριστόδουλου του υπεύθυνου προγράμματος με τον ιδιοκτήτη της Αλκυονίδας και μου είχε φωνάξει τότε και μου είπε ότι: «Μπορεί να σταματήσει η συνεργασία μας με τον Χρήστο τον Χριστόδουλο, αν θα ήθελες να συνεχίσεις εσύ». Το συζήτησα και με τον Χρήστο μου είπε: «Γιατί όχι, εμένα δε με πειράζει». Και παράλληλα είχα και τον προγραμματισμό -βοηθός στην αρχή και τέτοια- της Αλκυονίδας. Επί χούντας αυτά. Και βέβαια και στην Ακρόπολις φιλμ, το γραφείο το οποίο δούλευα εδώ. Η μανία μου ήταν τέτοια που με το με το σινεμά, που -θα σου πω το κορυφαίο- είχε τότε το η Ακρόπολις φιλμ, ένα σινεμά, το Αβέρωφ, εδώ στην Λυκούργου που έπαιζε δύο έργα, τα οποία δύο έργα ήταν ένα καράτι, ένα γουέστερν και ένα τολμηρό -τώρα μην νομίζεις τολμηρό, δεν είχε τίποτα, δηλαδή, ξέρεις λόγω τίτλου και λοιπά- και πήγαινα κάθε Κυριακή βράδυ που άλλαζε πρόγραμμα για τη Δευτέρα το πρωί και έφτιαχνα τα ταμπλό, πάταγα τις πινέζες και τα ταμπλό. Όπως καταλαβαίνεις, από ένα σημείο και μετά, βέβαια, η Αλκυονίδα άρχισε να με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με ενδιέφερε το άλλο, οι ταινίες οι τουρκικές, οι κωμωδίες Φράνκο Τσίτσο και λοιπά. Την τελευταία χρόνια της χούντας, ο ιδιοκτήτης της Αλκυονίδας κάνει μια τρομακτική επένδυση. Ο υπεύθυνος πολιτισμού της gold φιλμ που ερχόταν συνέχεια στην Αλκυονίδα για να δώσει ταινίες σοβιετικές, έκανε μια συμφωνία που πάρθηκαν 30-40 κλασικά αριστουργήματα, Αϊζενστάιν, Ντοβζένκο, ό,τι θέλεις, ό,τι κλασικό, τις πήρε μαζί με τις κόπιες σε μια εξευτελιστική τιμή, τα δικαιώματα. Βέβαια, επί χούντας δεν μπορούσε να τις παίξει. Είχε την οικονομική ευχέρεια, σου λέει: «Θα το αφήσουμε εκεί». Εν τω μεταξύ, έγινε τότε και το «δημοκρατικό άνοιγμα» του Παπαδόπουλου όπου, με τον Μαρκεζίνη, όπου είχαν πει ότι θα αρχίσει να ακούγεται ο Θεοδωράκης, θα αρχίζουν να παίζονται σοβιετικές ταινίες και λοιπά και μάλιστα έγινε και ένα αφιέρωμα, επί χούντας, εβδομάδα σοβιετικού κινηματογράφου στην Αλκυονίδα με παρόντες τον πρέσβη, το μορφωτικό ακόλουθο και λοιπά, με επτά ταινίες τις οποίες μας της είχε παραχωρήσει, επί χούντας. Δηλαδή, υπάρχει είναι συγκλονιστική, την Κυριακή παιζόταν ο «Πρώτος δάσκαλος» του Καντσαλόφσκι. Αρχίσαμε από το πρωί, από τις 10:00 τις προβολές, έκανε σε μία μέρα 3600 εισιτήρια, από το πρωί στις 22:00 μέχρι το βράδυ. Υπάρχει μια σκηνή σ’ αυτό το χωριό, σ’ ένα χωριό, όπου μαθαίνουν το θάνατο του Λένιν και βγαίνει ένας, δεν υπήρχε άλλος τρόπος και φωνάζει σαν ντελάλης στο χωριό: «Πέθανε ο αρχηγός μας, πέθανε ο Λένιν». Λοιπόν, σ’ αυτή τη σκηνή να είναι μες στην αλκυονίδα 700 άτομα και να σηκώνονται να χειροκροτούν. Βέβαια, αυτό δεν θα γινόταν ούτε επί χούντας ούτε μετέπειτα με τον με τη χούντα του Ιωαννίδη, ήταν ακριβώς στο επίπεδο, όπου εννοείται ότι είχαν μπει κάποιες ελευθερίες, ότι θα γινόταν κανονικά, είχαν υποσχεθεί ότι θα γίνουν, σιγά μη γινόντουσαν, τίμιες εκλογές και λοιπά, θα επανέλθει στη δημοκρατία η Ελλάδα και λοιπά.

Ι.Δ.:

Εσείς –συγγνώμη, γιατί θα φύγουμε και ήθελα να ρωτήσω. Μετά τον Αϊζενστάιν που παίξατε στην Ίριδα και σας είπαν ότι θα κοπεί, δεν είχατε άλλο θέμα μετά;

Ζ.Π.:

Σταμάτησε η λέσχη. Ναι, ναι, ναι.

Ι.Δ.:

Εκεί σταμάτησε η λέσχη τελείως;

Ζ.Π.:

Ναι, τελείως, ήταν το τέλος της λέσχης.

Ι.Δ.:

Εσείς προσωπικά που την φέρατε ή την επιλέξατε την ταινία μετά δεν είχατε κάποιο θέμα.

Ζ.Π.:

Όχι, μετά μου έκαναν κάποιες παρατηρήσεις, κάποιος ήρθε και λοιπά, όχι δεν είχα… Προσπάθησα να μπαλώσω τα αμπάλωτα, εντάξει, ότι αυτό είναι μια ταινία κλασική στο σινεμά, μια πολεμική ιστορία, αναφέρεται στο τέτοιο και λοιπά. Με το κομμάτι με την Αλκυονίδα συνέχισα εγώ. Δηλώνω παραίτηση από την Ακρόπολις φιλμ για να πάω στην Αλκυονίδα, γιατί τους ενδιέφερε με την πτώση της χούντας να κάνουμε γραφείο διανομής, δηλαδή, αυτές τις ταινίες που είχαν αγοραστεί, να πηγαίνουν και σε και σε άλλους κινηματογράφους και επειδή είχα και την εμπειρία της διανομής, μου έκανε να αναλάβω εγώ το γραφείο διανομής. 1974 πια, αποκατάσταση της δημοκρατίας και σταδιακά μετά την εισβολή στην Κύπρο και όλα αυτά, τον ερχομό του Καραμανλή, στήνουμε το γραφείο διανομής στην Αλκυονίδα και αρχίζουμε να βγάζουμε δειλά-δειλά, γιατί ήταν κυβέρνηση της Νέας δημοκρατίας δεξιάς τότε, κάποιες κλασικές ταινίες, σοβιετικές. Η προσέλευση απίστευτη, δηλαδή δεν, το θωρηκτό, γιατί σ’ αυτό πρέπει να σταθούμε, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», το οποίο δεν το είχε πάρει, γιατί ήδη ήταν αγορασμένο από τη Spentzos Film και είχαν αυτοί τα δικαιώματα, θέλαμε όμως να το παίξουμε στο πρόγραμμα της Αλκυονίδας που ήμουνα υπεύθυνος προγράμματος. Κλείσαμε την ταινία για να την παίξουμε στην Αλκυονίδα. Επειδή, ως γνωστόν, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» είναι 62 λεπτά, τότε για να παίζεται στους κινηματογράφους, είχαν βάλει και ένα -τότε πολλές ταινίες συνοδευόντουσαν από αυτά που λέγαμε τα απ’ τα short από μικρού μήκους, κάποιες ταινίες για να συμπληρώνεται το δίωρο πρόγραμμα- υπήρχε μια άθλια ταινία μικρού μήκους 20 λεπτών που αναφερόταν στη «Φιλική εταιρεία» με ντουμπλάζ ελληνικό. Την παίρνουμε την ταινία, τη βάζουμε, δηλαδή, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» συν τη «Φιλική εταιρεία» για δίωρο πρόγραμμα. Απ’ την πρώτη μέρα -τότε Δευτέρες ήταν οι πρεμιέρες- το αδιαχώρητο. Ώσπου πλησιάζουμε προς το σαββατοκύριακο, όπου πετάμε την «Φιλική εταιρεία», εξαφανίζεται, κρατάμε μόνο, χωρίς διάλειμμα, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», όπου απ’ έξω περίμενε ο κόσμος, έμπαινε για τη μία παράσταση, σε μια ώρα και ένα τέταρτο έβγαινε, περίμενε ουρά Αλκυονίδα, Ιουλι[00:40:00]ανού και Αριστοτέλους, να φύγουν οι 700 που ήταν μέσα για να μπουν άλλοι 700 και άλλοι 700 να περιμένουν την άλλη παράσταση. Τέτοια δίψα υπήρχε. Το γραφείο διανομής, εν τω μεταξύ, στήνεται, γιατί κάποιες αίθουσες κυρίως σε περιοχές όπως στην Καισαριανή, όπως αλλού της Πατησίων, λίγο Κυψέλη άρχισαν να ενδιαφέρονται να παίξουν. Η μανία του κόσμου για τις σοβιετικές ταινίες κυρίως των σοσιαλιστικών χωρών ήταν πολύ μεγάλη. Και πηγαίνουμε να στήσουμε ένα γραφείο εδώ στην πλατεία Κάνιγγος, στο θρυλικό κτίριο Χόλιγουντ, το Μέγαρο έβδομης τέχνης, όπου τότε υπήρχαν πάρα πολλά γραφεία διανομής - εκμετάλλευσης λεγόταν, παλιά λεγόταν γραφεία εκμετάλλευσης, όχι διανομή. Τον όρο διανομή πρώτος τον επέβαλλε ο Σωκράτης ο Καψάσκης στη Studio και μετά πια το υιοθετήσαμε όλοι σταδιακά. Ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε ένα γραφείο, δεν βρίσκαμε τίποτα. Και ξαφνικά με βρίσκει κάποιος που είχε μέσα στη στοά ένα γραφείο, ο οποίος είχε αρχίσει να φέρνει σεξ ταινίες και λίγο προς το πορνό. Και μου λέει: «Ψάχνεις για γραφείο έμαθα»; Του λέω ναι. «Θέλεις για να μοιραζόμαστε το ενοίκιο, να πιάσεις τη μία πλευρά του γραφείου εσύ και την άλλη πλευρά εγώ»; Λέω στην απόγνωσή μου πάνω: «Εντάξει μέσα στο τέτοιο θα ‘μια, δεν θα έχουμε καμιά σχέση ο ένας με τον άλλον, παίρνω εγώ μπαίνοντας την αριστερή πλευρά -ψάχναμε την αριστερά τότε, πάντα την αριστερή πλευρά- εσύ κράτα τη δεξιά». Όπου οι πελάτες που ερχόντουσαν από τη μία πλευρά βλέπανε αφίσες απ’ το Λένιν τον Οκτώβρη και από την άλλη πλευρά «Ξάπλωσε με τάδε». Και κάπου ένα χρόνο, ενάμιση χρόνο και ήταν το γραφείο διανομής εκεί, ώσπου μεταφερθήκαμε στα γραφεία δίπλα στην Αλκυονίδα. Βγάζαμε συνέχεια ταινίες ανατολικών χωρών. Βέβαια, αυτό είχε γίνει λίγο, είχε αρχίσει πια,  σε σχέση με το Studio που έφερνε αριστουργήματα απ’ όλες τις χώρες, αρχίσαμε εμείς λίγο όλοι να λένε πια: «Κάντε και μια αλλαγή. Δεν μπορείτε…Το πολύ το κύριε ελέησον…». Βέβαια, στην Αλκυονίδα, στα χρόνια που ήμουνα βοηθός προγραμματισμού ή προγραμματιστής, είχαμε κάνει εξαιρετικά πράγματα, δηλαδή είχαμε πρωτοπαίξει εκεί την «Αναπαράσταση», είχαμε παίξει πολλές ταινίες. Είχαμε τολμήσει να παίξουμε τότε το αριστούργημα, την «Κάλπικη λίρα» που ήταν μια παρεξηγημένη ταινία, που θεωρείται εμπορική ταινία, πολλές ταινίες. Δηλαδή, αυτό που αναφέρθηκα πριν, τη «Λαίδη Μάκβεθ απ’ τη Σιβηρία» την παίξαμε όχι με το «Αχόρταγη για ηδονή», με το «Λαίδη Μάκβεθ απ’ τη Σιβηρία». Δηλαδή, ψάχναμε ταινίες από τα συρτάρια -την «Ιουλιέτα των πνευμάτων» του Φελίνι- πολλές πια ταινίες να αλλάζουν. Και σταδιακά, όταν πια είχαμε… Γιατί δεχόμασταν και πιέσεις και από τον ιδιοκτήτη της Αλκυονίδας, γιατί είχε πληρώσει τις ταινίες αυτές και έλεγε να τις παίξουμε: «Μην πηγαίνετε να παίρνετε από άλλα γραφεία, να παίζουμε αυτές». Εν πάση περιπτώσει, μέχρι το 1978, που πια πάω να στήσω προσωπική εταιρεία, με το όνομα Ζήνος Παναγιωτίδης και ΣΙΑ και μ’ έναν συνεργάτη είμαι στην Αλκυονίδα. Εκεί πια παραιτούμαι από την Αλκυονίδα. Παραιτούμαι από την Αλκυονίδα και αρχίζω και ανοίγω τα δικά μου φτερά. Εκεί πια αρχίζει η δική μου ιστορία σαν διανομέας όπου ξεκίνησε με το Ζήνος Παναγιωτίδης και ΣΙΑ, συνεχίστηκε -και θα τα πούμε αυτά- με την ΕΛΚΕ. Η ΕΛΚΕ ήταν η ένωση έξι γραφείων διανομής για να αντιμετωπίσουμε την κρίση ενωθήκαμε. Βέβαια αυτό έγινε ένα μεγάλο trust. Είχαμε το 85-90% της αγοράς. Διαλύθηκε η ΕΛΚΕ, πήγα σε μια άλλη εταιρεία που κάναμε τρεις από την ΕΛΚΕ, τη Νέα Κίνηση και μετά από τη Νέα Κίνηση ήρθε πια η εποχή της Rosebud. Λοιπόν, αυτό το κομμάτι, όλο το δεύτερο του ανεξάρτητου, κατά κάποιου τρόπου Ζήνου, να το πούμε στην επόμενη φορά.

Ι.Δ.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ζ.Π.:

Κι εγώ και θα συνεχίσουμε.

Ζ.Π.:

Σ’ όλα αυτά τα κινηματογραφικά που μέχρι τώρα έχουμε πει ίσως να πρέπει να γυρίσουμε πάλι λίγο πίσω, να πούμε διαφορά -δεν ξέρω αν μπορούμε να τα κατονομάσουμε τραγελαφικά ή παράξενα ή περίεργα ή αστεία ή ακόμα και δραματικά- κάποιες ιστορίες προ της Rosebud, πριν από τη Rosebud, όπου ίσως που θα πρέπει να σταθούμε, ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΕΛΚΕ και στην οποία αναφερθήκαμε. Η ΕΛΚΕ ήταν μια συνένωση 6 γραφείων, των μεγάλων γραφείων, στο οποίο η τότε δική μου εταιρεία ήταν η μικρότερη και εγώ ήμουνα ηλικιακά ο μικρότερος και σαν ποσοστό στην αγορά. 6 εταιρείες που μαζευτήκαμε για να αντιμετωπίσουμε τις τρομερά αυξημένες μεγάλες τιμές που μας επέβαλαν οι ξένες ταινίες πωλήσεων. Δηλαδή, είχε φτάσει σ’ ένα σημείο που μέσα και από τον ανταγωνισμό μας πια, το να πάρεις τα δικαιώματα για μια ταινία στην Ελλάδα ήταν καταστροφικό. Και για ένα-ενάμιση χρόνο αρχίσαμε, όταν κάναμε τη συμφωνία, να κάνουμε μυστικές συσκέψεις, κανένας άλλος εκτός από μας τους 6 δεν ήξερε για το επερχόμενο trust, να κάνουμε συσκέψεις, πώς σ’ αυτό το διάστημα θα εκμεταλλευτούμε αυτή την ένωση, ούτως ώστε να μην χτυπάει ο ένας τον άλλον στην στο ανέβασμα των τιμών και τα λεφτά που θα περνάνε οι ξένοι να έμεναν στις τσέπες μας. Συνέβησαν πάρα πολλά μέσα σ’ αυτό το ένα σε αυτό τον ένα-ενάμιση χρόνο, όπου είχαμε πάει σε διάφορα φεστιβάλ ή αγορές και κάθε βραδύ πριν την επόμενη ημέρα κρούσης, μαζευόμασταν και συζητούσαμε ποιος θα πάει και σε ποιες εταιρείες. Υπήρχε τότε ένας μηχανισμός, οργανώσαμε έναν μηχανισμό, ούτως ώστε να πηγαίνει κάποιος σε μια εταιρεία, να ρωτάει τις τιμές, να του τις δίνουν, οι οποίες ήταν πάρα πολύ υψηλές και να κάνει μια αντιπρόταση τρομακτικά χαμηλότερη. Δηλαδή, ενώ η λογική λέει ότι ξεκινάς πάντα, όταν σου κάνουν μια πρόταση, μια τιμή σου δίνουν τιμή για το minimum guarantee -θα πούμε τι σημαίνει το minimum guarantee, είναι ένας περίεργος μηχανισμός- να κάνεις μια αντιπρόταση που τουλάχιστον κατά 50% και να ανεβαίνεις πολλές φορές και φτάνει μέσω λόγω του ανταγωνισμού και η τιμή που δίνουν να ξεπερνιέται λόγω του ανταγωνισμού… Εμείς τότε ακολουθήσαμε μια πολιτική ούτως ώστε, όταν μας έλεγαν μια τιμή να αντιπροτείνουμε σχεδόν το 10%. Όπως καταλαβαίνετε, σε μια αγορά όπου οι ξένοι είχαν καλομάθει, όταν έδιναν μια τιμή, να κλείνουν τη συμφωνία πολύ κοντά στην τιμή που πρότειναν, όταν τους έδινες το 10% πάθαιναν σοκ. Βέβαια, δεν πηγαίναμε να τους πούμε ότι ξέρετε είμαστε τρελοί. Λέγαμε ότι πια η αγορά έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που να μην μπορούμε να ανταποκριθούμε όχι μόνο στις τιμές που λένε, ούτε καν στο μισό και ούτε καν και στο λιγότερο από το μισό.

Ι.Δ.:

Ενδεικτικά πόσο έκανε μια ταινία;

Ζ.Π.:

Δεν υπάρχει τιμή, δεν έχει. Ναι, ο καθένας είναι ανάλογα με το budget της παραγωγής, ανάλογα με το πόσο γνωστοί είναι η συντελεστές και λοιπά δεν υπάρχουν τιμές δεν υπάρχει. Υπάρχει από 3.000 μέχρι 800.000 δεν υπάρχει, δεν υπάρχει φιξ τιμή. Τους λέγαμε ότι είναι πολύ κρίσιμη περίοδος και για την επιβίωσή μας χρειαζόμαστε να πληρώνουμε πολύ χαμηλά minimum guarantee. Ο μηχανισμός όμως που είχαμε στήσει έλεγε ότι αν πηγαίναμε και λέγαμε εμείς αντιπρόταση 10.000, ο επόμενος της εξάδας που θα πήγαινε θα ‘λεγε ή 8, 9 ή 12. Πάντως γύρω εκεί. Πήγαινε και ο τρίτος… Δηλαδή, ήταν ένα επαναλαμβανόμενο, ένας κύκλος 6 ατόμων, 6 εταιρειών, δηλαδή, που με βάση το πώς είχαμε ζυγίσει την κάθε ταινία, πηγαίναμε με 1.000-2.000 χιλιάδες 3.000 πάνω κάτω για να κλείσουμε. Λοιπόν, να σου πω ότι τελικά μια ταινία του Χιούστον, ας πούμε, το «Prizzi’s Honor», το οποίο είχε η αρχική τιμή που μας πρότειναν ήταν 150.000 $, την είχαμε πάρει 15.000, δηλαδή στο 10[00:50:00]%. Ο ανταγωνισμός εν τω μεταξύ, τότε, οι εκτός των 6 εταιρειών, δεν μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί τόσο καλά, γιατί αυτές οι εταιρείες ήταν οι μεγάλες εταιρείες που πήγαιναν μόνο τα μεγάλα γραφεία και πάρα πολλοί απ’ αυτούς δεν τολμούσαν καν. Γιατί σου έλεγε: «Θα πάω από ζητήσω το Prizzi’s Honor, θα μου πει 150 και αν δεν δώσω 150 δεν θα το πάρω». Δεν είχαν ψυλλιαστεί όλον αυτό τον μηχανισμό -τον αποκαλέσαμε- που το είχαμε στήσει. Με αποτέλεσμα να αγοράζουν, να έχουν αγοραστεί πολύ καλές ταινίες σε πάρα πολύ καλές τιμές. Εδώ πια, όταν ξεκίνησε και έγινε γνωστό ότι ξεκινάει γραφείο, ξεκινήσαμε μάλιστα την καλοκαιρινή περίοδο ή του ‘83 του ‘84, το 83 νομίζω, όπου αυτόματα καταλάβαμε το, σχεδόν το 90, 85-90% της αγοράς. Βέβαια, από την εξάδα τότε αποσκίρτησε υπάλληλος της μιας εταιρείας, ο Παντελής ο Μητρόπουλος, ο οποίος έφτιαξε σε χρόνο dt, την «Προοπτική». Η όποια «Προοπτική», επειδή οι ξένοι δεν καλόβλεπαν αυτό το trust με καλό μάτι, αυτόματα πήρε και την αντιπροσωπεία της Columbia και κάποιες πολύ δυνατές τότε ελεύθερες ταινίες, όπως η ισραηλίτη η Cannon, η οποία είχε όλους τους Τσαρλς Μπρόνσον, Τσακ Νόρις και πάρα πολλές άλλες παραγωγές. Και αυτή η εταιρεία, η «Προοπτική», πολύ γρήγορα γιγαντώθηκε. Η προοπτική στήθηκε από τον Παντελή τον Μητρόπουλο, τον Γιώργο τον Τζιότζιο, που για πρώτη φορά τότε, ήδη ήτανε στη νέα κινηματογραφική, και τον Γιώργο τον Καραδήμα. Αυτοί οι τρεις κάναν την προοπτική. Η ΕΛΚΕ, όπως γίνεται, δηλαδή είναι στο DNA των Ελλήνων, κάποια πράγματα που βασίζονται σε συνεργασίες να διαλύονται, σε ενάμιση χρόνο διαλύθηκε. Και αυτόματα οι 3 από τους 6, δηλαδή, η Καραγιάννης, Καρατζόπουλος, η «Νέα κινηματογραφική» και η δική μου εταιρεία φτιάξαμε τη Νέα Κίνηση. Ο Σπέντζος έφυγε μόνος του, έστησε μόνος του και η Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης μαζί με την Κρεζίας-Σαρρή συνέχισαν την ΕΛΚΕ και εμένα. Οπότε η μια εταιρεία από 6, οι 6 μας που είχα κάνει τη μία εταιρεία, σπάσαμε στις 3 εταιρείες. Και βέβαια υπήρχε και η «Προοπτική», υπήρχε σαφώς η UIP, η τότε CIC, η οποία ήταν η εταιρεία με βάση το Λονδίνο και ήταν αντιπροσωπεία εδώ, έχοντας τα μεγάλα στούντιο, την Paramount, τη Universal και την Metro, οπότε πια η αγορά από κει που ήταν το 85%-90% της ΕΛΚΕ, έσπασε σε πολύ μεγαλύτερα, σε πολλά κομμάτια. Η περίοδος της «Νέας κίνησης», το στήσιμο της «Νέας κίνησης», η αμέσως μετά δηλαδή την ΕΛΚΕ περίοδος, ήταν και οι χρονιές, οι φοβερές χρονιές με την άνθιση του βίντεο, όπου πια εκείνη η περίοδος ήταν οικονομικά ανεξέλεγκτη. Δηλαδή, τα έσοδα ήταν τεράστια από το βίντεο, δημιουργήθηκαν και εταιρείες που κάναν… Μάλιστα κάποια εταιρεία ξεκίνησε τις ελληνικές παραγωγές, αυτές τις χυδαίες που λέγαμε βιντεοταινίες τότε, που γυριζόντουσαν μέσα σε πέντε μέρες, οι οποίες έκαναν και απίστευτα έσοδα. Αλλά και εμείς μπαίνοντας πια, γιατί μέχρι τότε και ως ΕΛΚΕ και στην αρχή και σαν Νέα Κίνηση δίναμε τις ταινίες, τις πουλούσαμε οργανωμένα σε εταιρείες που είχαν τμήμα βίντεο. Πολύ γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι αυτή είναι μία τεράστια αγορά και η Νέα Κίνηση έστησε και αυτή τμήμα βίντεο. Για να φανταστείτε ότι η Νέα Κίνηση τότε -πόσο διαφορετικά τα πράγματα- πέρα από τις τουλάχιστον 4, πολλές φορές ήταν και 5,6 ταινίες, που έβγαζε κάθε μήνα στους κινηματογράφους, δηλαδή τουλάχιστον μία ταινία την εβδομάδα, έβγαζε κάθε μήνα και 14 ταινίες στο βίντεο. Οι οποίες αυτές οι 14 ταινίες, ήταν ή ταινίες ήδη της Νέας Κίνησης που είχαν βγει νωρίτερα στο σινεμά, είτε ταινίες που αγοράζαμε πηγαίνοντας έξω στα μάρκετ και στα φεστιβάλ, όπου ο ανταγωνισμός ήταν και στο βίντεο τρομακτικός. Δηλαδή, οι ταινίες αυτές που περνάμε για να συμπληρώσουμε τις κινηματογραφικές, που ήταν συνήθως action movies, πουλιόντουσαν έξω κατά εκατοντάδες. Είχε σπάσει το ρεκόρ -δεν θα ξεχάσω ποτέ- σε μια αγορά στο Μιλάνο. Υπήρχε μια αγορά στο Μιλάνο, εξαιρετική, η οποία τελικά όμως νικήθηκε από την αμερικανική αγορά, το AFM, American Film Market, που έγινε ανταγωνιστικό και ισοπέδωσε το MIFET λεγόταν. Ήταν ευρωπαϊκή, που ερχόταν και οι αμερικανοί, ευρωπαϊκή αγορά, τέλος Οκτωβρίου κάθε χρόνο, σ’ έναν κλειστό χώρο τεράστιο, όπου ήταν όλες οι εταιρείες πωλήσεων μέσα και είχε μέσα 27 αίθουσες, μικρές αίθουσες προβολής και τρεις μεγάλες. Που ήταν αυτό, που για πέντε ημέρες πηγαίναμε σ’ αυτή την αγορά που μπαίναμε 09:00 το πρωί -09:30 άρχιζαν οι πρώτες προβολές- και βγαίναμε 19:30 ώρα το βράδυ. Κουδούνια βέβαια, αλλά συνέχεια σε αγορές και σε συνέχεια, σε διαπραγματεύσεις και ενδιάμεσα μπαίναμε να δούμε και κάποια ταινία. Σε μια από αυτές τις αγορές, τότε στο peak του βίντεο, είχαν φτάσει, είχαν μπει σ’ εκείνη τη χρονιά εγγεγραμμένοι στο μάρκετ γύρω στους 100 έλληνες αγοραστές. Λοιπόν, ήταν τόσο πολύ μεγάλο το κύμα, ήταν δε τόσοι πολλοί από αυτούς που δεν ήξεραν μια ξένη γλώσσα, που θυμάμαι που υπήρχε μία Ελληνίδα που ζούσε στην Ιταλία, που έκανε τη μεταφράστρια σε διάφορες εταιρίες, δηλαδή, της λέγαν: «Σήμερα θα πάμε σε 10 εταιρείες, πάρε τόσα χρήματα και λοιπά». Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μπλεχτεί τότε με το βίντεο, όπου πια τα ποσά που παιζόντουσαν… Δηλαδή, είχαν βγει τότε εξειδικευμένα περιοδικά, ο Κόσμος του Βίντεο, που πουλιόταν έξω και στα περίπτερα και το Video Business, που ήταν για εσωτερική χρήση για τους πολίτες, για μας, για τους διανομείς και για τα βιντεοκλάμπ που λεγόταν Video Business. Εκείνη την περίοδο πρέπει να υπήρχαν 60-70 εταιρείες που βγάζαν κάθε μήνα ταινίες, δηλαδή, ασύλληπτο, ασύλληπτα ποσά. Δηλαδή, πρέπει να βγαιναν κάθε μήνα 300-400 ταινίες, αλλά όλες ήταν… Ήταν οι εποχές που πήγαινε ο άλλος το Σάββατο στο βιντεοκλάμπ και έπαιρνε 10 ταινίες για να δει το σαββατοκύριακο στο σπίτι του και αυτό είχε και σαν αποτέλεσμα να πέσει τρομακτικά ο κινηματογράφος. Βέβαια, τότε σ’ εκείνη την περίοδο πια αρχίζει να αναπτύσσεται ξανά να ζωντανεύει ο ποιοτικός κινηματογράφος, δηλαδή ταινίες που πήγαιναν να δουν αυτοί που δεν ήθελαν να δουν στο σπίτι τους βίντεο και κυρίως βίντεο, περιπέτειες και κακές κωμωδίες και λοιπά. Είχαμε πολύ καλά αποτελέσματα σε αρκετές ποιοτικές ταινίες και εγώ μάλιστα στη Νέα Κίνηση, επειδή είχα και το τμήμα μάρκετινγκ και το γραφείο τύπου, πέραν του ότι έπρεπε κάθε μήνα να γράφω τα εξώφυλλα 14 ταινιών με όλα τα διαφημιστικά και λοιπά, να στήνουμε το… Γιατί πάντα ήταν, είχε μεγάλη σημασία όταν προωθούσες τη βιντεοταινία, όταν πήγαιναν οι πολίτες στα βίντεο κλαμπ για να πουλήσουν, το εξώφυλλο. Αλλά αναγκαζόμασταν να μαγειρεύουμε και εξώφυλλα να βάζουμε διάφορα αυτοκίνητα να πετάνε, σκάφη και διάφορα, πάντα ένα όπλο να υπάρχει και λοιπά. Πέραν απ’ αυτό είχα και το τμήμα όλων των ποιοτικών ταινιών, δηλαδή, τις ποιοτικές ταινίες που φέρναμε σαν Νέα Κίνηση και εγώ έκλεινα και τις συμφωνίες, με τη συνεργασία με κάποια άλλη, την Πέγκυ την Καρατζοπούλου, που ήτανε στην ήδη στη Νέα Κίνηση, που είχε και το τμήμα του εξωτερικού, ήταν επικεφαλής. Αλλά εγώ όταν ήταν στις ποιοτικές ταινίες και κυρίως τις σκληρές arthouse ταινίες, ξεκινούσαν από τις διαπραγματεύσεις μέχρι που θα βγαίνουν στο πανί από μένα. Όλη αυτή, βέβαια, η περίοδος κάποια στιγμή άρχισε να παίρνει την κατηφόρα, αλλά ήτανε το βίντεο, όλο το κομμάτι και προ ημών και μετά, κάποια οκταετία μπορώ να πω χρυσή. Όλα αυτά πριν να έρθει πια, απ’ το να περάσουμε και να τελειώσει[01:00:00] πια το VHS και να έρθει το. Κόλλησα.

Ι.Δ.:

Το DVD;

Ζ.Π.:

Το DVD. Έμεινα στη Νέα Κίνηση μέχρι το 1993, όπου το 1993 μαζί με τον Μάνο τον Κρεζία και τον Γιώργο τον Μιχαηλίδη που είχαν μείνει στην ΕΛΚΕ και είχαν την ΕΛΚΕ, τον Γιώργο το Σκούρα, που ήταν στη Νέα Κίνηση, αλλά είχε αποχωρήσει πριν από μένα, στήσαμε την τη Rosebud το ‘93. Το μεγάλο πλεονέκτημα τότε ήταν ότι ο Γιώργος ο Σκούρας, ο οποίος είχε τότε το Αττικόν και τον Απόλλωνα και την επιμέλεια του Άστυ, ήταν συνεταίρος μας και στήσαμε μαζί του ένα πλάνο: ότι το Αττικόν, μετά από μια πλήρη ανακαίνιση, γιατί το Αττικόν είχε κλείσει για κάποια περίοδο σαν κινηματογράφος, είχε γίνει συναυλιακός χώρος, είχε 2 χρόνια είχε παίξει η Άννα Βίσση τους «Δαίμονες», γινόντουσαν συναυλίες, ο Νταλάρας με τον Παπακωνσταντίνου, τότε είχε γίνει συναυλιακός και θεατρικός χώρος. Μετά από μια πολύ μεγάλη ανακαίνιση, είπε: «Θα ανοίξω το σινεμά και με τη Νέα Κίνηση θα παίζουμε ταινίες μόνο, οι οποίες θα βγαίνουν στην Αθήνα μόνο στο Αττικόν. Και το ίδιο μικρότερης εμπορικότητας ταινίες να βγαίνουν στο Άστυ». Απέναντι ο ένας απ’ τον άλλον. Η πρώτη ταινία που ξεκίνησε το Αττικόν και παίχτηκε 7 εβδομάδες, ήταν η «Ινδοκίνα», της οποίας τα δικαιώματα τα είχε ο Σκούρας, αλλά τα είχε δώσει, τη διανομή, στην στη Νέα Κίνηση -συγγνώμη στη Rosebud, με τόσες πολλές εταιρείες έχω μπλέξει και τις εταιρείες, στη Rosebud- και η πρώτη ταινία που παίχτηκε στο Άστυ, πάλι δικαιωμάτων της ΕΛΚΕ, άλλα διανομής της Rosebud, ήταν το «Reservoir Dogs», του Ταραντίνο.

Ι.Δ.:

Άρα ‘92-‘93.

Ζ.Π.:

‘93, καλοκαίρι ή χειμώνας του ‘93. Και οι δύο με τρομακτική επιτυχία. Εν τω μεταξύ πια, εμείς είχαμε αρχίσει να αγοράζουμε για τη Rosebud ταινίες. Ήδη είχαμε αγοράσει ταινίες που… Ας πούμε, είχαμε το «Αντίο παλλακίδα μου» που πήρε το χρυσό φοίνικα στις Κάννες. Είχαμε αγοράσει το -προσπαθώ να θυμηθώ τον ελληνικό τίτλο- του Ανγκ Λι, το «Wedding banquet», το οποίο είχε πάρει το πρώτο βραβείο στο Βερολίνο. Όλα αυτά ήταν στα συρτάρια μας και αρκετές άλλες ταινίες. Και πηγαίναμε από τη μία επιτυχία στην άλλη. Δηλαδή, αποκλειστικά στο Αττικόν, επτά εβδομάδες η «Ινδοκίνα». Μετά είχε για μία εβδομάδα, παίχτηκε… Ήταν αστείο ότι εκείνη τη χρονιά, η Rosebud την πρώτη της χρονιά είχε βγάλει 13 ταινίες, όλες επιτυχίες ή ημίεπιτυχίες, με μία μόνο αποτυχία, το «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» του συγχωρεμένου του Νίκου του Παναγιωτόπουλου. Φτάνει να σου πω ότι την έβδομη μέρα της Ινδοκίνας, την έβδομη εβδομάδα της Ινδοκίνας, την τελευταία μέρα είχε κάνει περίπου 400 εισιτήρια και βάζουμε το «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», δεν θα το ξεχάσω αυτό, στο Αττικόν και κάνει πρώτη μέρα 185 εισιτήρια μόνο. Είχαμε καλομάθει, οι ουρές με την Ινδοκίνα ήτανε περίμενε, μέχρι έξω στη σταδίου ο κόσμος. Το ίδιο και το άστυ του οποίου, μετά το «Reservoir Dogs» ανεβάσαμε -για τότε ήτανε φοβερό ρίσκο- την «Ωραία καβγατζού», μια ταινία 4 ωρών στο υπόγειο του άστυ και αυτή πολύ μεγάλη επιτυχία και πολλές ταινίες τότε. Δηλαδή, ειδικά το Αττικόν, είχαμε παίξει το «Άγριες νύχτες» του Σιρίλ Κολάρ για 4 εβδομάδες, το «Αντίο παλλακίδα μου», πολλές βδομάδες, το «Γαμήλιο πάρτι» λεγότανε του Ανγκ Λι. Όλοι αυτοί τότε άγνωστοι σκηνοθέτες, του Άνγκ λι ήταν η πρώτη του ταινία, του Ταραντίνο ήταν η πρώτη του ταινία, όλοι αυτοί οι άγνωστοι. Και μετά συνέχεια αρκετές επιτυχίες ήταν το «Μια καρδιά το χειμώνα», στο τέλος της σεζόν τον Μάιο «Ο εραστής της κομμώτριας», τρομακτική επίσης επιτυχία. Ήταν μια χρονιά πάρα πολύ καλή. Βέβαια, το θετικό της πρώτης χρονιάς της Rosebud ήταν ότι δεν υπήρχε ανταγωνισμός, οπότε βλέπαμε τις ταινίες και μετά τις αγοράσαμε. Απ’ το δεύτερο έτος και μετά, όταν η αγορά μυρίστηκε ότι έχει ψωμί η ποιοτική ταινία, έπεσε ανταγωνισμός και άρχισε και ο σκληρός ανταγωνισμός. Αυτό είναι. Κάπου εκεί, στο προς το τέλος της πρώτης χρονιάς, ενσωματώνεται, μπαίνει στην ομάδα της Rosebud, ο Γιώργος ο Τζιότζιος. Ο οποίος παρατάει τα δημοσιογραφικά και έρχεται πια στην, ξανά στη διανομή, γιατί ήταν παλιά στην προοπτική. Η δεύτερη χρονιά ήταν λίγο δύσκολη, γιατί είχαν αγοραστεί ταινίες στα χαρτιά, δηλαδή, είτε απ’ το σενάριο, είτε απ’ το promo, είτε από… Δηλαδή, πια δεν είχες τον έλεγχο ότι, ξέρεις, βγάζω μια ταινία την οποία την είδα, μου άρεσε. Μπορεί να αγόραζες πολύ αισιόδοξα… Δηλαδή όταν ας πούμε αγοράζεις τον «Ουσάρο στη στέγη», του σκηνοθέτη του Cyrano και με τη Ζιλιέτ Μπινός πρωταγωνίστρια, έχεις στα χέρια, μια επιτυχία. Βγαίνει η ταινία, τη βλέπεις… Μάλιστα αυτή την είχαμε δει πρώτη φορά στο Παρίσι με το Σκούρα, το Γιώργο τον Τζιότζιο και εγώ και είχαμε πάθει σοκ, δηλαδή ήταν είδαμε ότι είναι τελείως μα τελείως αντιεμπορική. Λοιπόν, και από κει και μετά πια αλλάζουν τα δεδομένα. Μπαίνουμε σ’ ένα σκληρό ανταγωνισμό και στην ποιοτική ταινία, το οποίο συνεχίζεται. Και μπήκαν, βέβαια, μέσα στον ανταγωνισμό και άνθρωποι οι οποίοι δεν είχανε καμία σχέση με το ποιοτικό σινεμά. Δεν υπήρχε το back up ούτε το δικό μου, ούτε του Γιώργου του Τζιότζιου, ούτε του Γιώργου του Σκούρα και λοιπά, απλά σου λέει, έχει ψωμί εδώ. Kαι άρχισε πια ο ανταγωνισμός να γίνεται σκληρός. O οποίος, βέβαια, αυτός ο ανταγωνισμούς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Δύο περιπτώσεις ταινιών που χάθηκαν μέσα απ’ τα χέρια μας, που έγιναν μετά τρομακτικές επιτυχίες, το ένα ήτανε η «Αμελί», την οποία, η προπώληση γινόταν πριν αρχίσουν, μόλις είχαν αρχίσει τα γυρίσματα. Είχαν ένα πολύ μικρό πρόμο και είχαν και μια αφίσα. Και είχα πάει μαζί με τον Γιώργο τον Μιχαηλίδη, κάναμε μια αντιπρόταση -γιατί ήταν αυτό και με μια ταινία του Τεσινέ, δύο ταινίες ήταν. Δεν θυμάμαι ποια του Τεσινέ. Κάνουμε μια αντιπρόταση, το δέχτηκαν, μας λέει ο πωλητής: «Εντάξει, συμφωνώ, θα πάρω και το οκ του αφεντικού μου». Εμένα με έτρωγε λίγο, γιατί ήταν και αρκετά ψηλή τιμή για τα δεδομένα τα τότε - για τα τωρινά δεδομένα καθόλου, αλλά για τα τότε ήταν αρκετά υψηλή. Άρχισε να με τρώει, να το κάνουμε, να μην το κάνουμε, μου είπε ο πωλητής: «Έλα αργότερα, θα έχω συνεννοηθεί με το αφεντικό μου και θα σου πω αν είναι οκ, αν είναι καλοδεχούμενη η προσφορά σου». Και δεν θα το ξεχάσω ποτέ, ήταν αυτό το γραφείο ακριβώς απέναντι απ’ το Παλέ στις Κάννες. Πηγαίνοντας στις Κάννες, βλέπω το Γιώργο το Τζιότζιο να ανεβαίνει τα σκαλιά, εγώ τα κατέβαινα. Του λέω Γιώργο: «Ξέρεις, κάναμε αυτή την πρόταση -του λέω- και εγώ είμαι επιφυλακτικός». Μου λέει: «Και εγώ, ρε παιδί μου, ξέρεις αυτή η αφίσα περίεργη». Εγώ είχα πάει γιατί, σαν Νέα Κίνηση, είχαμε την πρώτη ταινία του Ζενέ, το Ντελικατέσεν. Μόλις μου είπε και αυτό και ο Γιώργος, λέω: «Γιώργο, πάω πίσω να το προλάβω να μην το έχει πει στο αφεντικό του». Να μην τα πολυλογούμε, πηγαίνω πίσω, βρίσκω τον πωλητή, πηγαίνω, λέω: «Το συζήτησες με το αφεντικό σου»; Αυτός αισθάνθηκε και άσχημα: «Με συγχωρείς, δεν το συζήτησα ακόμα». «Σταμάτησε το, αποσύρουμε την προσφορά». Και δυστυχώς η ταινία αγοράστηκε από άλλη εταιρεία και είχε κάνει 220.000 εισιτήρια, τρομακτικό νούμερο για ποιοτική ταινία, αλλά όλη η Αθήνα μίλαγε τότε για την Αμελί. Η άλλη ταινία που την ευθύνη τη φέρω 100%, ήταν μετά στα χρόνια της Rosebud, στα επόμενα χρόνια της Rosebud, δεν θυμάμαι τώρα τη χρονολογία, έχει βγει στην Γερμανία μια ταινία η οποία έχει κάνει μεγάλη επιτυχία, το «Goodbye Lenin». Επειδή είχα πολύ καλή σχέση με την εταιρεία αυτή και την πωλήτρια, μου είχε πει ότι: «Έλα να τη δεις την ταινία, θα σε περιμένω, η τιμή είναι αυτή». Ούτε παζάρια, ούτε τίποτα, μ’ αυτή την ταινία, αν μου πεις οκ, την έχεις. Πηγαίνω με την να τη δω την ταινία στο Βερολίνο, με χιόνι έξω και λοιπά, και κάθομαι, μάλιστα δίπλα μου κα[01:10:00]θόταν ένας πρώην πολύ μεγάλος πωλητής ταινιών από τη Γαλλία, ο οποίος πια είχε κλείσει το γραφείο του και είχε γίνει διανομέας και τη βλέπαμε μαζί. Πέρναγε η ταινία, άρχισε να με ενοχλεί πάρα πολύ το αντικομμουνιστικό «μένος» της ταινίας, το μένος το βάζω μέσα σε εισαγωγικά. Λέω πρώτα απ’ όλα δεν μου πολυάρεσε και η ταινία και λέω αυτή, ξέρεις, θα μας την ξεφωνίσουν ως αντικομμουνιστική την ταινία. Βγαίνω έξω, πριν τελειώσει, βγαίνω έξω. Μάλιστα, τότε με ενόχλησε, δεν ξέρω τι πια αισθήματα με πιάσαν τότε, τα παλαιοκομμουνιστικά. Βγαίνω την παίρνω τηλέφωνο της λέω την είδα την ταινία είσαι ελεύθερη να τη δώσεις όπου θες. Η ταινία αυτόματα αγοράστηκε από άλλον, πολύ πιο έξυπνο από μένα, και έκανε 110.000 εισιτήρια.

Ι.Δ.:

Ο Τίρσεν δεν σας έκατσε και στις δύο.

Ζ.Π.:

Ναι, ναι. Λοιπόν, αυτά τα θεωρώ δυο ταινίες, τις όποιες της άφησα υπαιτιότητί μου και έγιναν επιτυχίες. Και άλλες ταινίες τις έχω αφήσει ή δεν τις έχω ζυγίσει τόσο καλά και έγιναν επιτυχίες. Όπως και άλλες που άφησα και έγιναν μετά και παταγώδεις αποτυχίες. Αυτό πια χαίρεσαι και λες ευτυχώς άφησα την ταινία, πολύ μεγάλη σημασία.

Ι.Δ.:

Εντάξει, αλλά γενικά καταλαβαίνω ότι η διανομή είναι ένα ρίσκο μεγάλο.

Ζ.Π.:

100%, είναι σαν να πηγαίνεις στο καζίνο. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή είναι, κάθε χρόνο έχουμε ένα συγκεκριμένο μπάτζετ αγοράς ταινιών και ως ένα σημείο είναι σαν να πας στο καζίνο και να ρίξεις όλα τα λεφτά στη ρουλέτα. Βέβαια 100% μετράει η γνώση, μετράει η εμπειρία, αλλά η γνώση και για τη γνώση και για την εμπειρία, δυστυχώς, καιροφυλαχτούν τα λάθη, πάντα. Ποτέ κανένας δεν έχει μάθει… Αν είχαμε τόσο καλά τον εμπορικότητα των ταινιών, τώρα θα ήμασταν πάμπλουτοι., λοιπόν. Γι’ αυτό, όσο… Δηλαδή, προσπαθώ τώρα ταυτόχρονα να θυμάμαι και κάποιες παλιές ιστορίες και αυτές οι δύο αποτυχίες σαφώς μ’ έχουν σημαδέψει και σαφέστατα τις αναφέρω σε οτιδήποτε συζητήσεις. Κάθε χρόνο πηγαίνω μία ή δύο φορές στο Πάντειο, στα μεταπτυχιακά και λοιπά και κάνουμε μια συζήτηση πάνω για τη διανομή και πάντα και η υπεύθυνη καθηγήτρια πάντα μου ζητάει να τους πω για αυτές τις αποτυχίες, όπως και κάποια άλλα περιστατικά. Γιατί τα χρόνια εκείνα, δηλαδή αν σκεφτούμε από το σχεδόν ‘70-‘71 που ξεκίνησα, μέχρι τώρα και με όλες τις εξελίξεις τις τεχνολογικές και λοιπά, έχουν γίνει εκατοντάδες γεγονότα, τα οποία αν κάτσω κάποια στιγμή και… Όχι να τα καταγράψω -δεν μπορώ να τα ταξινομήσω στο μυαλό μου- αλλά μπορεί να γίνει κάτι και να θυμηθώ, ας πούμε: «Α, έγινε αυτό».

Ζ.Π.:

Είχαμε πει την προηγούμενη φορά, δεν ξέρω αν αναφερθήκαμε, για το θέμα με τις σύγχρονες, κάποτε. Αυτή είναι μια πολύ ωραία ιστορία, όλος αυτός ο θεσμός με τις σύγχρονες, γιατί είναι 100% ελληνικό, λίγο το κάναν και στην Ιταλία. Νομίζω είχαμε αναφερθεί, επειδή είναι η ποιότητα η αξία των κοπιών, τότε 35mm ήταν μεγάλη, προτιμούσαμε να φέρουμε λιγότερες κόπιες και να υπάρχουν τα μηχανάκια ή κάποιοι υπεύθυνοι, υπήρχαν κάποιοι υπεύθυνοι, με τα παιδιά που αναλάμβαναν τότε τη σύγχρονη, να πηγαίνουν μέρος της κόπιας από σινεμά σε σινεμά. Και με βάση οπωσδήποτε ένα πρόγραμμα. Δηλαδή, συνήθως έπαιζε το κέντρο με την Αμπελόκηπους ή το κέντρο με την Πατησίων, κάπως έτσι, ούτως ώστε… Ουσιαστικά οι μπομπίνες που ερχόταν παλιά, οι ταινίες, στο γραφείο ήταν οι εικοσάλεπτες, δηλαδή 20 λεπτά ταινίας ήταν σ’ ένα κουτί, η πράξη που λέγαμε. Τότε η ανάλογα με το μέγεθος και τη διάρκεια της ταινίας ήταν και οι πράξεις. Οι μικρές, ήταν σε 4 κουτιά, 4 εικοσάλεπτα, δηλαδή, το οποίο γινόταν και 25 λεπτά, μέχρι 6-8 και λοιπά. Ας πούμε, η «Ωραία καβγατζού» που λέγαμε, 4 ώρες, καταλαβαίνεις, ήτανε σε 10, σε 8-10 κουτιά, ας πούμε. Και τότε ήταν η σύγχρονη. Έλεγες, ας πούμε, θα ξεκινήσει στο κέντρο η Έλλη στις 22:00, στις 22:22… Ή μάλλον τις πράξεις τις κάναμε σε μια μπομπίνα που λέγαμε. Μπομπίνα ήταν αυτές που μπαίνανε στις μηχανές των 35mm, η μηχανή που παίζανε που έπαιζε ο κινηματογράφος ήταν επάνω σε μπομπίνες, δηλαδή, περνούσε η ταινία η τριανταπεντάρα. Ο μηχανικός την πέρναγε από το κουτί στην μπομπίνα και παιζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της βδομάδας με τη μπομπίνα. Αυτές οι μπομπίνες όταν ήτανε για σύγχρονη, ήταν περίπου μιάμιση πράξη, γύρω στη μισή ώρα. Όταν δεν είχε σύγχρονη, η μπομπίνα έπαιρνε μέχρι και μία ώρα, τρεις πράξεις, δηλαδή. Όταν, λοιπόν, ήτανε σύγχρονη, έλεγες το κάνετε 4 μπομπίνες της μισής ώρας, χοντρικά λέμε, που σημαίνει ότι ξεκίναγε η χ Έλλη στις 22:00, 22:30 τελείωνε η μπομπίνα. Στην οποία περίμενε αυτός με το μηχανάκι, την έπαιρνε, την πήγαινε στο Δαναό, που σημαίνει ότι ήθελε… Τι σημαίνει αυτό; 22:00 ξεκίναγε, 22:30 την έπαιρνε το μηχανάκι, 22:45 ήταν στο Δαναό, μέχρι να τη γυρίσει, να τη βάλει στη μηχανή, 22:50 έπαιζε ο Δαναός την πρώτη πράξη, την πρώτη μπομπίνα. Η δεύτερη μπομπίνα έτσι, συνέχεια, σταδιακά και παίζανε οι δύο κινηματογράφοι έπαιζαν μαζί. Για να μην γίνεται αντιληπτό στον θεατή αυτό, ότι γίνεται η σύγχρονη και για να μην κοπεί - γιατί κανονικά αν υπήρχε μια μηχανή, θα έπρεπε, όταν έβγαινε η μπομπίνα για να δοθεί στον μηχανάκια, όπως λέγαμε, στο συγχρονατζή μάλλον, έτσι τους αποκαλούσαμε, θα ‘πρεπε, για να βάλει την άλλη, να ανάψει τα φώτα. Για να μην ανάβει τα φώτα όλοι οι κινηματογράφοι αυτοί, πρώτης προβολής, είχαν δύο μηχανές. Οι μηχανές πάντα είχαν μπροστά ένα παραθυράκι, απ’ όπου από κει και με το κάρβουνο τότε, μετέπειτα υπήρχε εξέλιξη, έβγαινε η εικόνα. Για να μη γίνει αντιληπτό, ταυτόχρονα με το που τελείωνε η μπομπίνα στην μηχανή Α, έπεφτε το παραθυράκι και άρχιζε η δεύτερη και άνοιγε το παραθυράκι στη δεύτερη μηχανή και άρχιζε η άλλη μπομπίνα να παίζεται. Ώσπου αυτό κάποια στιγμή οι τιμές των αντιτύπων, των κοπιών είχαν αυξηθεί πολύ, και λέγαμε ότι όταν η ταινία είναι πολύ μεγάλη, πάνω από δύο-δυόμισι ώρες και μεγάλη η αξία της, καθιερώσαμε το ελληνικό φαινόμενο του τρεις το γύρο. Τρεις κινηματογράφοι, την ίδια κόπια. Όπου εκεί πια ήταν περίπλοκο -δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε τώρα- όπου εκεί χρειαζόντουσαν δύο συγχρονατζήδες, οι οποίοι πήγαιναν κυκλικά στους τρεις κινηματογράφους. Δηλαδή, ο ένας πήγαινε και ο άλλος γυρνούσε. Δηλαδή, έπαιζε, ας πούμε, Έλλη-Δαναός στους Αμπελόκηπους, Αλεξάνδρα Πατησίων, ήταν ένα τρίγωνο. Οι δύο συγχρονατζήδες πήγαιναν ο ένας προς τη μία κατεύθυνση και ο άλλος προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ι.Δ.:

Και φαντάζομαι η πρώτη προβολή ξεκινούσε σχετικά νωρίς. Για να προλάβουν.

Ζ.Π.:

Ναι, εννοείται, εννοείται, εννοείται. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό, προ ΕΛΚΕ, όταν είχα την δική μου εταιρεία, τη Ζήνος Παναγιωτίδης και ΣΙΑ, είχαμε φέρει το «Φάνη και Αλέξανδρος», το οποίο ήταν 3 ώρες και 10’.

Ι.Δ.:

Αυτό που είχε να πάρει, δηλαδή το theatrical.

Ζ.Π.:

Το theatrical, ναι.

Ι.Δ.:

Γιατί υπάρχει μετά και το TV που είναι.

Ζ.Π.:

Ναι, οπωσδήποτε, υπάρχει και το άλλο, ακριβώς, ακριβώς. Το οποίο, όταν παραγγείλαμε δυο κόπιες, γιατί ήταν πανάκριβες, και όλα αυτά ήταν ελεγχόμενα από το εξωτερικό, έπρεπε να ενημερώσουμε σε πόσες, σε ποιες αίθουσες, όχι σε πόσες, εννοείται για αυτούς σε δύο αίθουσες θα ‘βγαινε η ταινία, σε ποιες αίθουσες θα ‘βγαινε. Και τους στέλνουμε τότε, Τέλεξ ήταν, Τέλεξ, φαξ και μετά τα email, τους είχαμε, τους στείλαμε ότι θα βγει σε 6 κινηματογράφους. Μας απαντάνε: «Μα έχετε δύο κόπιες». Τους είπαμε έξι αίθουσες που θα παίζουν με δυο κόπιες. Μάλιστα, δεν θα το ξεχάσω, η τότε πωλήτρια είχε πει τότε πριν -θα σου πω μετά τι συνέβη- ότι αυτό δεν θα το αναφέρουμε στον Μπέργκμαν, γιατί, αν του το πούμε, αποκλείεται να δώσει άδεια. Και βγήκε η ταινία. Μάλιστα, η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία και για τα τότε δεδομένα είχε κάνει το χειμώνα στην πρώτη προβολή 40.000 εισιτήρια και όταν πήρε τα Όσκαρ μετά, ξαναβγήκε τον Φεβρουάριο-Μάρτιο και έκανε άλλα 40.000. Όταν είχα πάει στις Κάννες, μετά την προβολή της ταινίας και μετά τη δεύτερη[01:20:00] της καριέρα μετά τα Όσκαρ, μου ζήτησε η πωλήτρια να της εξηγήσω πώς γίνεται, τι θα πει τρεις στο γύρο. Και ήταν το τότε και μέχρι πρόσφατα όλα τα σκανδιναβικά γραφεία, στις Κάννες, είχαν έναν ενιαίο χώρο που μοιραζόντουσαν. Οι Σουηδοί εδώ, οι Δανοί από εκεί, οι Νορβηγοί από κει και λοιπά. Και μαζεύτηκαν όλοι οι Σκανδιναβοί πάνω μου, για να, τους εξηγούσα, σε χαρτί, πώς γινόταν το τρεις στο γύρο, δηλαδή που ξεκίναγε… Γιατί για να πετύχει, έπρεπε να είναι μικρές οι μπομπίνες, δηλαδή εικοσάλεπτες, ας πούμε. Και έλεγα -στο Παλλάς είχε παιχτεί τότε- Παλλάς 20:00, Δαναός 20:35, Αλεξάνδρα 21:10. Όλο αυτό το τέτοιο και είχαν μείνει άφωνοι! Δηλαδή, σου λέει τι εφεύρεση, τη ευρηματικότητα! Έλεγα: «Το ελληνικό δαιμόνιο». Λοιπόν, αναφέρομαι σ’ αυτά τα γεγονότα, γιατί πραγματικά αυτή είναι η ιστορία του ελληνικού σινεμά, πίσω και από τη μεγάλη οθόνη, πίσω και από τους ανθρώπους της και πίσω και από τη μυθολογία της. Δηλαδή, όλα αυτά της καθημερινότητας που θυμίζουν λίγο μπακάλη, ας πούμε - ο μπακάλης με το μολύβι που κάθεται και γράφει τι εισέπραξε, τι παραγγελία έδωσε και λοιπά και τότε όλα γίνονταν με το στυλό και το μολύβι, ούτε Ίντερνετ, ούτε τίποτα - είναι μικρές ιστορίες που πραγματικά τις έχω βιώσει στο πετσί μου, γιατί όλο αυτό το πράγμα ήτανε ώρες δουλειάς, δηλαδή το να κάτσεις… Και μάλιστα, εγώ και κάποιος άλλος φημιζόμασταν ότι ήμασταν οι τέλειοι γνώστες της τρίχρονης, που τη λέγαμε -όχι το σύγχρονη, το τρίχρονη- και μέχρι που παίρναν και άλλα ανταγωνιστικά γραφεία, με το οποία είχαμε φιλικές σχέσεις και μου λέγαν: «Ζήνο, βγάζουμε αυτό, τέτοιο, μπορείς να μου στήσεις το πρόγραμμα;». Όλο αυτό ήταν χρόνος. Για να επανέλθουμε πάλι πίσω, μπορεί να θυμηθούμε και άλλες ιστορίες, κάποια στιγμή, μήπως πια πρέπει να πάμε στην… Για τη Rosebud ουσιαστικά, για τη Rosebud στην πρώτη της φάση, δηλαδή, μ’ αυτό με το Αττικόν και μετά το Άστυ και με την τεράστια επιτυχία έχουμε πει ήδη αρκετά πράγματα. Το καλοκαίρι, εκείνο το καλοκαίρι του ‘94 πια, το γραφείο γνώρισε απίστευτες, γιατί ήταν τότε και εποχές που δεν υπήρχαν πρώτης προβολής ταινίες. Οι χειμωνιάτικοι, παίζαν οι θερινοί κινηματογράφοι τις επιτυχίες του χειμώνα. Και, όπως καταλαβαίνεις, έχοντας στο αμπάρι μας ταινίες σαν την «Ινδοκίνα» ή σαν τον «Εραστή της κομμώτριας» ή το «Αντίο παλλακίδα μου» ή το «Μια καρδιά του χειμώνα», για τα θέρετρα, Βάρκιζα, Βουλιαγμένη, Βούλα, Σαρωνίδα, Ξυλόκαστρο, Καμένα Βούρλα, όλα αυτά, ήταν περιζήτητες. Και τότε είχαμε, ήταν οι κόπιες και έπρεπε να σχεδιάσουμε, δηλαδή, έπαιζε μια μέρα, έπαιζε η Βάρκιζα και για να την πάρει την άλλη μέρα το Λαγονήσι, του λέγαμε: «Κοίτα, ξέρεις, μην έρθεις, θα πας από το να την πάρεις την κόπια από τη Βάρκιζα». Δηλαδή, κάναμε απίστευτα. Οι φωτογραφίες και τα διαφημιστικά, τα οποία δεν ήτανε… Τότε, επειδή ήταν το κόστος τους μεγάλο, παλεύαμε να ξεχωρίσουμε διαφημιστικά, να ξανατυπώσουμε - χρυσή χρονιά, βέβαια. Αλλά, όπως σου είπα, από τη δεύτερη χρονιά, άρχισα πια να κάνουμε και καταμέτρηση αποτυχιών, γιατί αγοράζαμε τυφλά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ένα περιζήτητο πακέτο, μιας γαλλικής εταιρείας της Σου ζε Σε, µε το οποίο το είχαν χτυπήσει όλοι και το είχαμε πάρει εμείς σαν Rosebud, με επτά ταινίες στα χαρτιά, όλες φοβερές. Ήτανε, μετά το «Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία», η επόμενη ταινία του ίδιου σκηνοθέτη και πάλι με το Χιού Γκραντ -όλοι περίμεναν, τρομερή επιτυχία ήταν- ήταν το «Stealing Beauty» του Μπερτολούτσι.

Ι.Δ.:

Το ‘96, εκεί.

Ζ.Π.:

Ναι, ναι, του Yimou το «Shanghai Triad» και λοιπά, δηλαδή, επτά ταινίες στα χαρτιά πολύ επιτυχημένες, στην έξοδο τους όμως και οι επτά, όλες αποτυχημένες. Αλλά ήταν και οι επτά ταινίες, ταινίες που αν τις είχες δει, από τις επτά να διάλεγες δύο. Aλλά τότε οι ταινίες το τι μύριζαν ή τα ονόματα, γιατί όλα αυτά τα ήτανε πολύ μεγάλα ονόματα… Και πια, όλα τα χρόνια της μετέπειτα της Rosebud, θα επανέλθουμε -γιατί υπάρχει και η ιστορία της Rosebud.21- ήτανε πολύ ανταγωνιστικά. Βέβαια, υπήρξαν χρυσές χρονιές, κυρίως η χρονιά του Αστερίξ. Όλη η Rosebud έχει συνδεθεί με τον Αστερίξ, γιατί τον πρώτο και το δεύτερο Αστερίξ, ο παραγωγός, ο Γάλλος, είχαμε κάνει πολύ, είχαμε πολύ καλή σχέση. Είναι εν ζωή ακόμα, είναι μάλιστα ήταν στην ίδια ηλικία, είναι στην ίδια ηλικία με τον Αλέν Ντελόν, γιατί ο πατέρας του είχε κάνει τη συμμορία των Σικελών παραγωγή και είχε και μια στενή φιλία με τον Αλέν Ντελόν, μου είχε δώσει χωρίς minimum guarantee, μόνο κατ’ ευθείαν με ποσοστό διανομής και τον πρώτο και το δεύτερο Αστερίξ, φτάνει να σου πω ότι ο πρώτος Αστερίξ-

Ι.Δ.:

Αυτό με τον Μπενίνι λέτε.

Ζ.Π.:

Ναι, με το Μπενίνι, είχε κάνει 550.000 εισιτήρια.

Ι.Δ.:

Και η Κλεοπάτρα;

Ζ.Π.:

Η Κλεοπάτρα είχε κάνει λιγότερα, επειδή αφενός μεν ήταν αρκετά πιο γαλλική, τα αστεία τους ήταν αρκετά γαλλικά, δύσκολα να μεταφραστούν στα ελληνικά και το χειρότερο απ’ όλα, ο τότε συνεταίρος μου ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Village και δεν δώσαμε τότε την ταινία στη Village, χάνοντας πάνω από 100.000 εισιτήρια. Τότε η Village ήταν το ένα το Village στο Μαρούσι, το οποίο έκανε τρομακτικά εισιτήρια. Και πολλές άλλες… Δηλαδή, στα χρόνια της η Rosebud έχει κάνει πάρα πολλές επιτυχίες και αποτυχίες βέβαια. Είπαμε ότι αυτό είναι, όπως είπαμε, το καζίνο. Εκείνο που πάντα, βέβαια, καμαρώνω και λέω ότι το η Rosebud ήταν η εταιρεία που πρωτογνώρισε στο ελληνικό κοινό δεκάδες σκηνοθέτες που γίναν μετά πολύ γνωστοί, πολλοί, απ’ τον Ταραντίνο που ξεκινήσαμε, τον Χάνεκε, το Γουόνκ Καρ Βάι, το Ανγκ Λι, ονόματα που γίνανε μετά και σε λιγότερο, το Φατίχ Ακίν, πάρα πολλά ονόματα. Δηλαδή, έχω μια λίστα με 20 ονόματα σκηνοθετών που πρωτογνώρισε το κοινό ελέω Rosebud. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο, ξέρεις, πάντα λέω ότι στα πολύ θετικά της δουλειάς μου ήταν και αυτό. Πολλές μάλιστα και τότε στην καλή περίοδο της Rosebud, όταν είχε έρθει και ο Γιώργος ο Τζιότζιος, δηλαδή, μέχρι να αποχωρήσει κι αυτός από τη Rosebud, σ’ αυτά τα χρόνια ας πούμε, είχαμε μια συνεργασία τουλάχιστον τη στιγμή και στην ανεύρεση ταινιών και γενικά και στο κλείσιμο, γιατί όλες αυτές τις ταινίες τις έκλεινα εγώ, δηλαδή, τις διαπραγματεύσεις και λοιπά της έκανα εγώ. Αυτά όσον αφορά την ιστορία της Rosebud, το οποίο θα επανέλθουμε πάλι λίγο μετά για τα μετέπειτα, τα λίγο δύσκολα χρόνια της Rosebud, που με ανάγκασαν να αποχωρήσω από την παλιά Rosebud και να στήσουμε μαζί με την κόρη μου, την Ιωάννα την Παναγιωτίδου, να στήσουμε την Rosebud.21, αυτή η οποία είναι τώρα εν ζωή και τώρα του χρόνου θα συμπληρώσει η Rosebud.21 αισίως τα 10 χρόνια.

Ι.Δ.:

Θέλετε να μας πείτε λίγο για τα φεστιβάλ, γενικά; Για τις Κάννες, για το Βερολίνο; Είναι μεγάλο κεφάλαιο κιόλας.

Ζ.Π.:

Ναι, είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Φτάνει να σου πω ότι στις Κάννες πρωτοπήγα το 1983 και από τότε, με εξαίρεση δύο χρόνια που δεν ήμουνα στην ομάδα αγορών της ΕΛΚΕ, όπως είπαμε σ’ αυτά τα χρόνια, από το ‘83, με εξαίρεση δύο χρόνια, πηγαίνω κάθε χρόνο στις Κάννες και φυσικά με εξαίρεση τα δύο χρόνια του κορωνοϊού. Άρα τις Κάννες τις ξέρω πάρα πολύ καλά. Το μόνο, βέβαια… Μέσα τις Κάννες δεν έχω πάει, είναι ντροπή, δεν έχω επισκεφτεί ούτε καν τη Νίκαια, γιατί πάντα είναι 10 μέρες -συνήθως 10 μέρες- σκλαβιάς, όπου όλη τη μέρα τρέχεις από προβολή σε προβολή, από ραντεβού σε ραντεβού και μετά και είναι και τα δεκάδες κοκτέιλ που γίνονται τέτοιο, που στο τέλος της μέρας είναι τελείως ανακουφιστικά να πας να πιείς ένα ποτό είτε στην παραλία. Ναι, ακριβώς και από τα βράδια τα dinner και όλα τα σχετικά. Αλλά είναι οι Κάννες είναι απίστευτα εξοντωτικές, μ’ ένα κλίμα απαίσιο, το οποίο σημαίνει ότι τις περισσότερες[01:30:00] μέρες ή περισσότερες φορές βρέχει και φαντάζεσαι πώς μπορείς να κινείσαι, γιατί δεν είναι σε έναν εσωτερικό χώρο όπως ήταν το Μιλάνο ήταν, είναι τα γραφεία που είναι μέσα στο Palais, αλλά τα περισσότερα και τα καλύτερα γραφεία, σ’ αυτά που επισκεπτόμαστε και λοιπά είναι εκτός, στην παραλία ή σε παράλληλους δρόμους. Που σημαίνει ότι είσαι εν κινήσει τις 8 ώρες τουλάχιστον της ημέρας, για να προλάβεις και κάποιες προβολές, για να δεις κάποιες ταινίες, είτε να δεις, αν θέλεις, να τις αγοράσεις, αν έχεις ακούσει κάτι κάλο, είτε ταινίες που ήδη έχεις αγοράσει, όπως είπαμε, στα τυφλά και θέλεις να δεις αν η αγορά σου ήταν πετυχημένη ή αποτυχημένη. Στο Βερολίνο πρωτοπήγα τον Φεβρουάριο του ‘89, λίγο πριν, λίγους μήνες πριν την πτώση του τείχους.  Δηλαδή, πήγα τον ‘89 πρώτη φορά το Νοέμβριο του ‘89, έπεσε το τείχος το ‘90. Πήγαμε, πήγαμε, περνούσαμε στο ανατολικό Βερολίνο, αλλά ακόμα με διαβατήριο, ήταν πολύ… Πέρναγαν μόνο οι Βερολινέζοι και εμείς με διαβατήριο. Και στο Βερολίνο το ίδιο, με εξαίρεση τα δύο χρόνια του κορονοϊού, πηγαίνω δηλαδή σε όλα αυτά τα φεστιβάλ, κυρίως σ’ αυτά τα δύο, έχω μια εμπειρία πάνω από 30 χρόνια. Κατά καιρούς έχω πάει στη Βενετία, στο φεστιβάλ Βενετίας, όπου δεν υπάρχει εκεί αγορά, υπάρχει μόνο το φεστιβάλ ή και είναι μόνο οι πωλητές ταινιών των ταινιών που συμμετέχουν στο φεστιβάλ, δεν υπάρχει το λεγόμενο market. Έχω πάει στο Τορόντο αρκετές φορές, που είναι και εκεί φεστιβάλ και μάρκετ, τα τελευταία από χρόνια και πήγαινα και για πάρα πολλά χρόνια. Έχω σταματήσει, στο American film market στο Λος Άντζελες, που είναι ένα μακρινό ταξίδι, που ήταν και αυτό ήταν πολύ μεγάλη και παραμένει πολύ μεγάλη αγορά ταινιών, ήταν αυτή που οι Αμερικανοί δολοφόνησαν την αγορά του Μιλάνου, την ευρωπαϊκή αγορά. Γιατί πέσαν χρήματα – η αμερικανική αγορά είναι ο κορμός της παγκόσμιας παραγωγής ταινιών – και, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πήγαινα. Έχω πάει στο Λος Άντζελες περί τις 10 φορές και φορές, από το 1981 που είχε αρχίσει το American film market. Εκτός από αυτό, βέβαια, υπάρχουν και όλα αυτά τα καλέσματα των εταιρειών, των χωρών, που κάνουν κάθε χρόνο τα screenings τους, παρουσιάζοντας τις καινούργιες ταινίες. Είναι τα Italian screenings, που κάθε δύο χρόνια αλλάζει και ο τόπος παρουσίασης τους και γυρίζει σ’ όλες τις πόλεις της Ιταλίας. Τα German screenings το ίδιο, το ραντεβού, το Paris cinema που ήταν παλιά ήταν στο Αβοριάζ και μετά το τα 20 και χρόνια είναι πια στο Παρίσι. Kάθε Γενάρη μας καλούν και μας δείχνουν τις γαλλικές ταινίες. Kαι βέβαια και το Ventana Sur, που έχω πάει πάρα πολλές φορές στο Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή, που είναι η παρουσίαση των λατινοαμερικάνικων ταινιών. Kαι βέβαια, υπάρχουν και μικρότερα φεστιβάλ εκτός από τη Βενετία, Βερολίνο και Κάννες, όπως το λατρεμένο μου Λοκάρνο, που είναι κάθε Αύγουστο, πολύ ωραίο φεστιβάλ, που οι προβολές γίνονται, οι επίσημες προβολές γίνονται στην Πιάτσα Γκράντε, μια πλατεία με 8000 καθίσματα και με μια γιγαντοοθόνη που είναι απίστευτη εμπειρία, είναι το φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι είναι πολλά…

Ι.Δ.:

Το Σαν Σεμπαστιάν.

Ζ.Π.:

Σαν Σεμπαστιάν, στο οποίο πήγαμε τελευταία με την Ιωάννα, πολλά. Δηλαδή, είναι πολλά μικρά φεστιβάλ τα οποία όλα από μία φορά τα έχω τα έχω επισκεφθεί. Τα αντίστοιχα καλά… Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πια έχει αρκετά γιγαντωθεί, έχει μπει σε μια λίστα αρκετά μεγάλων φεστιβάλ, ας πούμε. Αλλά είναι και κάποια και μικρότερα που, Σκανδιναβία, στο Χάουγκενσουντ, όλα, τα οποία είναι και λίγο αυτό συνδυασμός τουρισμού με ενημέρωση - περισσότερο τουρισμού.

Ι.Δ.:

Αυτό ήθελα να ρωτήσω, ξέρω ότι πηγαίνετε για δουλειά και συνήθως δεν είναι έτσι, αλλά αγαπημένο σε σχέση με τον τόπο και φεστιβάλ, ατμόσφαιρα όλα;

Ζ.Π.:

Το Λοκάρνο, το Λοκάρνο. Βέβαια, σαν δουλειά, σαν αποτελεσματικότητα δουλειάς, είναι οι Κάννες και το και το Βερολίνο γιατί έχουνε πολύ δυνατό κομμάτι market. Δηλαδή, όλοι οι πολίτες απ’ όλο τον κόσμο βρίσκονται εκεί, δηλαδή, μπορείς να βρεις τους πάντες, άρα είναι και γι’ αυτό είναι και τα δύο εξοντωτικά φεστιβάλ. Αυτά τα δύο είναι τα εξοντωτικά φεστιβάλ. Γενικά, πολλές φορές φίλοι και λοιπά μαζί μας λένε: «Α, τι τυχεροί, πηγαίνετε στις Κάννες και κάνετε τουρισμό και τέτοια». Ναι μεν το βράδυ λίγο χαλαρώνεις και λοιπά, αλλά αν ζήσεις τους ρυθμούς, τώρα τα πολλά τα τελευταία, αρκετά χρόνια, καμιά δεκαετία και, που έρχεται και η Ιωάννα και το ζει και αυτή… Δηλαδή, η Ιωάννα, έχοντας και οικογένεια κιόλας, δεν είναι και το πιο εύκολο να λείψει και πολλές μέρες από το σπίτι. Πρέπει να επικεντρωθείς σε κάποιες μέρες στα ραντεβού κάθε μισή ώρα, τα ραντεβού σας σ’ όλα αυτά είναι κάθε μισή ώρα, τα οποία, όμως, τα περισσότερα και καθυστερούν, οπότε καθυστερείς να πας και στο επόμενο ραντεβού ή και στο άλλο ραντεβού που πηγαίνεις είναι ένας άλλος Ζήνος από μια άλλη χώρα του πλανήτη, η οποία και αυτός έχει καθυστερήσει, περιμένεις και λοιπά… Συνήθως, δηλαδή, σ’ όλα τα ραντεβού πηγαίνεις ασθμαίνοντας και καθυστερημένα. Δεν παύει, όμως, όλο αυτό να έχει μια γοητεία, το να βλέπεις κάποιες ταινίες που θέλεις. Για μένα, το καλύτερό μου κομμάτι, που δυστυχώς περιορίζεται τα τελευταία χρόνια λόγω του ανταγωνισμού, τα τελευταία 20 χρόνια, μην πω και 30, είναι να δω μια ταινία, να την ανακαλύψω να μου αρέσει και να πάω να συμφωνήσω, να την πάρω. Αυτό είναι, δηλαδή. Πολλές φορές έχω κάνει λάθος, μου έχει αρέσει πάρα πολύ μια ταινία που την είδα και εμπορικά δεν πήγε καλά. Αλλά σ’ αυτή τη φάση είναι πολύ θετικό ότι πας να βγάλεις, να «πουλήσεις», μέσα σε εισαγωγικά, μια ταινία που αγαπάς, μια ταινία που επιμένεις πάνω σε αυτό. Και κάποια στιγμή θα αναφερθούμε -είναι ένα πολύ, πολύ ισχυρό κομμάτι της Rosebud- στο θέμα των επανεκδόσεων. Δύο πράγματα που έκανε η Rosebud, που καθιέρωσε πρώτον, ήταν πρώτες προβολές του καλοκαιριού. Όπως είπα νωρίτερα, παλιότερα παιζόντουσαν οι ταινίες του χειμώνα το καλοκαίρι. Οι δε, αμερικάνικες ταινίες, τα μπλοκμπάστερ, που βγαίνανε καλοκαίρι στην Αμερική, με την απουσία τότε των πολυκινηματογράφων, βγαίναν το χειμώνα στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στην αγορά. Δηλαδή, ένα μπλοκμπάστερ, τώρα είναι να βγει το «Indiana Jones» και σε δύο εβδομάδες μετά το «Mission impossible». Πριν από, τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90, οι ταινίες αυτές θα περίμεναν να βρουν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο στους χειμερινούς κινηματογράφους, οπότε δεν έβγαιναν. Οι πρώτοι που βγάλαμε ταινίες το καλοκαίρι ήμασταν εμείς τότε την εποχή, την καλή της Rosebud, που είχαμε και το κομμάτι των -εποχή που ήμασταν στον προγραμματισμό μαζί με τον Γιώργο τον Τζιότζιο- πρώτων προβολών, που ήτανε 7-8 ταινίες βγάζαμε το καλοκαίρι, πολύ μεγάλος αριθμός για τότε για τα, για το μέγεθος της Rosebud και το θέμα των επανεκδόσεων. Οι επανεκδόσεις στην Ελλάδα ήταν, πολύ παλιά γινότανε τυχαία, κάποια γραφεία, έπαιρναν μια παλιά ταινία, η οποία είχε πετύχει, πάντως οργανωμένη επανέκδοση, είχε γίνει τότε από την προοπτική, αλλά τον χειμώνα, με πολύ καλά αποτελέσματα. Δηλαδή, από το «Όσο υπάρχουν άνθρωποι», το «Gilda», όλο αυτό, και είχαν πετύχει το χειμώνα. Ήταν τότε, δηλαδή, στην… Η Προοπτική είχε αντιπροσωπεία είχε την αντιπροσωπεία της Columbia, οπότε η Columbia είχε ένα θησαυρό αριστουργημάτων. Όλα αυτά που σου' πα «Gilda», «Όσο υπάρχουν άνθρωποι», «Το λιμάνι της αγωνίας», αριστουργήματα. Και τότε είχε κάνει μια επιλογή ο Γιώργος Τζιότζιος και βγήκαν το χειμώνα. Οπότε είπαμε, μαζί του να κάνουμε αυτό το πράγμα το καλοκαίρι. Και αρχίσαμε να βγάζουμε ταινίες το καλοκαίρι, επανεκδόσεις κυρίως στην αρχή, παλιές αμερικάνικες. Μάλιστα, έπαιρνε και κάποιος, επειδή ήταν συνέταιρος τότε στη Rosebud και ο Γιώργος ο Σκούρας και είχε το θερινό κινηματογράφο Ελληνίδα, έπαιρνε και εκείνος κάποιες ταινίες στις οποίες έδινε διανομή στη Rosebud, αλλά περνάμε και εμείς αρκετές, πολλές αμερικάνικες -τι τίτλους να πρωτοθυμηθώ- μέχρι και κάποιες πιο καινούργιες, οι οποίες γνώρισαν και τρομερή επιτυχία. Ας πούμε[01:40:00], του Τζάρμους, το «Στην παγίδα του νόμου» είχε κάνει 25.000 εισιτήρια ή επίσης τρομακτική επιτυχία «Η διπλή ζωή της Βερόνικα», του Κισλόφσκι, 25.000 το καλοκαίρι. Και από κει και μετά, όμως, μετά, σαν Rosebud, συνεχίζαμε κάποια στιγμή, σταματήσαμε και το περιορίσαμε και σαν Rosebud.21, πια στο οργανωτικό κομμάτι, μαζί με την Ιωάννα, είπαμε ότι πια μέσα σε αυτό το συρφετό των επανεκδόσεων που γίνεται, δεν θέλουμε να παίξουμε εμείς. Βγάζουμε μια επανέκδοση, βγάλαμε μια επιτυχία της Rosebud, το «Gazon maudit», βγάζαμε το «Ιστορία έρωτα και αναρχίας», δηλαδή κάποιες τέτοιες ταινίες, μία το χρόνο, γιατί πια έχει γίνει με τις επανεκδόσεις, ούτε ξέρεις τα τελευταία 10 χρόνια πόσες φορές έγινε επανέκδοση η «Περιφρόνηση» και πόσες φορές έγινε και επανέκδοση το τάδε του Αλέν Ρενέ. Όλες αυτές, εν τω μεταξύ, τις ταινίες, που βγαίνουν και ξαναβγαίνουν τώρα, η Rosebud της είχε φέρει σαν επανέκδοση και αναμασούν τα ίδια και τα ίδια. Σπάνια θα υπάρξει μια ταινία που θα πεις: «Α, αυτή, είδες, είχα να το δω πολλά χρόνια!». «Μερικοί το προτιμούν καυτό» ξανά και ξανά και ξανά. «Ο άγνωστος του εξπρές» -που γνωρίζουν και επιτυχία- ξανά και ξανά, η «Περιφρόνηση» που είπαμε, το «Pierrot le fou», το «Με κομμένη την ανάσα». Για μένα, θα άξιζε να γίνουν επανεκδόσεις σπάνιων ταινιών. Που, βέβαια, έχουν και την επικινδυνότητα οι σπάνιες ταινίες να μην είναι τόσο γνωστές και να μην έχουνε να μην έχουν απήχηση. Πάντως, πραγματικά σε χρόνια, τα οποία ο άλλος μπορεί να το ‘χει, την παλιά κλασική ταινία στην τηλεόραση του ή στο laptop του και λοιπά, το ότι γνωρίζουν στη μεγάλη οθόνη επιτυχία είναι πολύ σημαντικό. Kαι είναι σημαντικό και για ταινίες. Δηλαδή, άλλο, ας πούμε, να δεις Γουόνκ Καρ Βάι στη μεγάλη οθόνη και στη μικρή οθόνη κι άλλο να δεις τον Χίτσκοκ. Τον Χίτσκοκ μπορείς να τον δεις πιο εύκολα, ας πούμε, το άλλο έχει και μια μαγεία από μόνο του που βγάζει η μεγάλη οθόνη. Ναι, αυτά τα δύο κομμάτια της Rosebud, δηλαδή, των επανεκδόσεων και της καθιέρωσης της πρώτης προβολής… Και το ίδιο έχει γίνει με την πρώτη προβολή, αναγκαζόμαστε και ειδικά μετά τον κορονοϊό, να βγάζουμε και εμείς πολλές ταινίες το καλοκαίρι. Βέβαια πια, τα πράγματα έχουν φτάσει σε βαθμό αστειότητας. Δηλαδή, το να βγαίνουν 10 ταινίες κάθε εβδομάδα το καλοκαίρι, νομίζω δεν το αντέχει κανένας κινηματογραφόφιλος κανένας αιθουσάρχης και ίσως και κανένα γραφείο διανομής. Τώρα, γιατί γίνεται, ουδείς γνωρίζει. Είναι, πάντως, ένα φαινόμενο που εγώ πάντα το έλεγα, το φωνάζω και μέσα απ’ το… Εντάξει, υπάρχει ένα όργανο συνδικαλιστικό, η ΕΔΙΚΤΕ, η Ένωση Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών, η οποία είναι ανύπαρκτη, υπαρκτή, η οποία ποτέ δεν θα βρείτε λύσεις. Θα έπρεπε, το φώναζα ότι θα πρέπει να περιοριστούν οι αγορές. Δηλαδή, παίζονται πάρα, πάρα πολλές ταινίες στον κινηματογράφο, που κανονικά δεν θα έπρεπε να βγαίνουν, να πηγαίνουν κατ’ ευθείαν τηλεόραση. Αυτό δημιουργεί έναν ανταγωνισμό μεταξύ μας και στον αιθουσάρχη μια ιδιαίτερη δυσκολία και αναγκάζεται ο αιθουσάρχης να παίζει δυο ταινίες το καλοκαίρι, μία στις 21:00, μια στις 23:00 για να τα χωρέσει όλα και να ‘χει και τα δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη.

Ι.Δ.:

Και καταλήγουν και πηγαίνουν και οι μισοί. Γιατί πόσες ταινίες να δεις πια τη βδομάδα;

Ζ.Π.:

Ναι, ακριβώς, ακριβώς. Οπωσδήποτε έχουν γίνει και γίνονται κάποιες επιτυχίες στο καλοκαίρι και κυρίως εμείς ας πούμε είχαμε κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Κόλπο του αιώνα», την αργεντίνικη ταινία, με τον «Άσπρο πάτο», βέβαια, και παλιότερα με άλλες ταινίες, έχουμε κάνει μεγάλες επιτυχίες το καλοκαίρι. Αλλά σε ταινίες που ξεχώριζαν. Όχι σε ταινίες που, εντάξει, δεν ενδιέφεραν κανένα, που ίσα-ίσα για να για να βγουν. Ένα άλλο κομμάτι που για μένα είναι πολύ, ας το πούμε, αγαπησιάρικο είναι και -φαντάσου ότι όταν ξεκίνησα πόσο σημαντικό ήταν- ήταν η γνωριμία μου με σκηνοθέτες και οι ηθοποιούς παγκόσμιας φήμης. Δηλαδή, δεν ξέρω πόσο μπορεί ένας κινηματογραφόφιλος -γιατί ως σινεφίλ ξεκίνησα αυτή τη δουλειά- μπορεί να ονειρευτεί ποτέ ότι θα σφίξει το χέρι ή θα συνομιλήσει με ανθρώπους που είτε ηθοποιούς που βλέπει στο πανί, είτε σκηνοθέτες που λάτρευε. Δηλαδή, δε ξεχάσω ποτέ είμαστε στις Κάννες, σ’ ένα πούλμαν, έξω από ένα ξενοδοχείο, για να πάμε σ’ ένα γεύμα μεσημεριανό. Και εκείνη την ώρα κάθομαι στο λεωφορείο και βλέπω στο έξω από το ξενοδοχείο, έξω από ένα ξενοδοχείο στις Κάννες να σταματάει μια λιμουζίνα και να κατεβαίνει ο Ηλία Καζάν. Πετιέμαι απ’ το λεωφορείο και πηγαίνω και του σφίγγω το χέρι και του λέω: «Είμαι Έλληνας και θαυμαστής σας». Και αυτός λόγω Ελλάδας, ας πούμε… Νομίζω ότι εκείνη την ώρα οι τρίχες των χεριών μου θα έπρεπε να είχαν γίνει. Όπως και άλλες περιπτώσεις, ας πούμε, όταν γνωρίζεις, όταν έχεις διανομή, έχεις αγοράσει ταινία του Κουροσάβα και βρίσκεσαι στο ίδιο τραπέζι με τον Κουροσάβα και σου υπογράφει μετά αυτόγραφο ο Κουροσάβα είναι κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να το είχες… Όταν πρωτοέβλεπες, ας πούμε, τους «7 σαμουράι» ας πούμε δεν θα φανταζόσουνα ποτέ, ούτε όταν έβλεπες τις τόσες ταινίες του Ηλία Καζάν. Και πολλά άλλα, όπως… Είχαμε τότε ότι μια ταινία του Ρόμπερτ ντε Νίρο και είχε γίνει ένα κλειστό dinner και συνομιλούσε με τον κάθε… Το ωραίο είναι ότι όλοι αυτοί… Επίσης, τον Γούντι Άλεν που είχαμε, τον γνώρισα στις Κάννες και λοιπά μου ‘χει κάνει και αφιέρωση και λοιπά. Όλοι αυτοί, όταν ακούνε Ελλάδα, είναι κάτι διαφορετικό, το βλέπεις στα μάτια τους, στο πρόσωπό τους. Δηλαδή, δεν είναι το θα πάει ο Ελβετός διανομέας, ο Ιταλός -σου λέω και μεγάλες- ο Γερμανός, που τον έχει και μεγαλύτερη ανάγκη και λοιπά. Όταν τους λες Ελλάδα, αυτόματα λάμπει το πρόσωπό τους, η Ελλάδα. Έτσι πάρα πολλούς, τον Τζάρμους, πάρα πολλούς σκηνοθέτες, έχω γνωρίσει και πάρα πολλούς ηθοποιούς και μάλιστα και κάποιους ηθοποιούς που ήταν ψιλοάγνωστοι και έγιναν μετά πολύ επώνυμοι, αλλά και Αμερικανούς. Μια αστεία σκηνή είναι ότι είμαι στο Λος Άντζελες, στο κέντρο του Λος Άντζελες και λοιπά, περπατάω ένα πρωί -πάρα, πάρα πολλά χρόνια πριν- και βλέπω απέναντι μου ένα κοντό να κάνει τζόκινγκ. Και πλησιάζει, αντίθετες κατευθύνσεις, πήγαινα και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι είναι ο Ντάστιν Χόφμαν, ο οποίος, βέβαια, με προσπέρασε, εννοείται και έφυγε. Αλλά ξέρεις, δεν μπορούσα. Εκείνη την ώρα λες: «Γνωστός» από μακριά, είναι σαν πλάνο travelling, ας πούμε. Και βλέπεις κάποιον να έρχεται και λες: «Ρε συ, ο Ντάστιν Χόφμαν ήταν, να πούμε!» και διάφορα τέτοια. Βέβαια, από γνωριμίες και σχέσεις, ας πούμε, του Χάνεκε και που είχαμε όλες τις ταινίες, τις 10 ταινίες και στις 10 ταινίες στα φεστιβάλ συναντιόμασταν, μιλάγαμε και λοιπά. Δηλαδή, με κάποιους σκηνοθέτες που είχαμε πιο συχνή επαφή. Βέβαια, οι δύο σκηνοθέτες με τους οποίους έχω πάρα πολύ καλή σχέση και έχουμε τακτικότατη επικοινωνία, μια φορά την εβδομάδα, ο ένας είναι ο Κώστας ο Γαβράς, τον οποίο τον γνώρισα όταν είχαμε πάρει το τσεκούρι, την πρώτη ταινία του Κώστα που είχαμε εμείς-

Ι.Δ.:

2005;

Ζ.Π.:

Ναι, που αυτό ήταν και η αρχή μιας φιλίας, στενότατης φιλίας. Μάλιστα, ο Κώστας ο Γαβράς με αποκαλεί γραμματέα του γιατί όταν τον παίρνουν τηλέφωνο για κάποια συνέντευξη, είτε ό,τι είναι, είτε εμένα να πάρουν τηλέφωνο, πάντα μου ζητάει τη γνώμη μου, πάντα συζητάμε, ενδιαφέρεται για την πολιτική κατάσταση, συζητάει, συναντιόμαστε δυο-τρεις φορές τον χρόνο, όταν πηγαίνω στο Παρίσι. Φέτος, μάλιστα, που πήγαμε στο Παρίσι, μαζί με την Ιωάννα, μας ξενάγησε στη Cinematheque, στην οποία είναι διευθυντής. Που πάθαμε την πλάκα μας και οι δυο και όλα αυτά που έχει μέσα, είναι μια εμπειρία η Cinematheque. Δηλαδή, δεν πρέπει να υπάρχει κινηματογραφόφίλος που πηγαίνει στο Παρίσι να μην επισκεφτεί, γιατί είναι τα μόνιμα εκθέματα, αλλά είναι και η περιορισμένης διάρκειας εκθέσεις. Τώρα που είχαμε πάει εμείς, ήτανε για τις ταινίες, για τις κατασκοπικές ταινίες και όλα α[01:50:00]υτά, από το Τζέιμς Μποντ μέχρι τις ταινίες του Ψυχρού Πολέμου και λοιπά, ήταν μία εμπειρία, μοναδική εμπειρία. Συναντιόμαστε στο Παρίσι, έχει σπίτι στην Τζια, πάντα συναντιόμαστε στην Τζια, όταν έρχεται εδώ πάντα όταν τον καλούν εδώ ή σε διάφορα μέρη, συναντιόμαστε και εκεί. Δηλαδή, για μένα είναι μια κληρονομιά αυτό, δηλαδή κάτι, μια κατάκτηση στο χώρο μου, η φιλία μου με τον Κώστα το Γαβρά. Και βέβαια, η στενότατη φιλία μου και με το Φατίχ Ακίν που ξεκίνησε με το «Μαζί ποτέ», το «Head on», την πρώτη ταινία του Φατίχ που είχαμε πάρει, και από κει και μετά, έχουμε όλες τις ταινίες του Φατίχ. Έχουμε συνέχεια τακτικότατη επαφή και επικοινωνία. Μάλιστα, όταν γύριζε το «Soul Kitchen», που οι δύο βασικοί ήρωές του ήταν Έλληνες, μου λέει κάποια μέρα που τα πίναμε και μαζί μου λέει: «Θα δώσω το όνομα στον ένα από τους δύο βασικούς, το βασικότερο μάλλον, θα δώσω το όνομά σου» και του λέω: «Φατίχ μη, το όνομα μου είναι πολύ περίεργο Ζήνος, δώσε Γιώργος, Γιάννης, Πέτρος, ό,τι θέλεις». «Όχι, όχι -μου λέει- θέλω να το κάνω». Και λέω μάλιστα, είχα πει ότι πάνω στο μεθύσι του, το είπε αυτό και τελείωσε. Και όταν μου έστειλε το σενάριο για να το διαβάσω ήταν μέσα το Ζήνος Καζαντζάκης, γιατί λατρεύει τον Καζαντζάκη. Το θεωρώ αυτό όχι απλά μεγάλη τιμή, εντάξει, είναι… Βεβαία, στου Φατίχ έχω εμφανιστεί σε δυο-τρεις ταινίες, όπως και στο.

Ι.Δ.:

Στο «In the fade» σας θυμάμαι, όχι;

Ζ.Π.:

Όχι, στο «In the fade» έλειπα, θα ‘παιζα ρόλο, έλειπα στην Αργεντινή στα γυρίσματα, ήμουνα πολύ στο «Soul Kitchen», στο «The cat» μεγάλη σκηνή και σε κάποιο άλλο –προσπαθώ να θυμηθώ, τέλος πάντων- και του Κώστα του Γαβρά την τελευταία ταινία, το «Ενήλικοι στην αίθουσα», κάνω τον Αυστριακό υπουργό Οικονομικών, εκεί που είναι το τέτοιο, στο Eurogroup. Ναι, αυτές οι αυτές οι δύο φιλίες οπωσδήποτε είναι κάτι το οποίο το θεωρώ μεγάλη κατάκτηση. Γιατί είναι και οι δύο επώνυμοι - ο Κώστας ο Γαβράς εννοείται πολύ μεγαλύτερη ιστορία, ο Φατίχ όμως δεν παύει να είναι ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά ταλέντα. Και είναι… Ξέρεις, όταν κάνεις αυτή τη δουλειά, όταν αγαπάς πάρα πολύ το σινεμά, όταν κάποιους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, αλλά κυρίως… Δηλαδή, μου αρέσει το σινεμά του σκηνοθέτη, του auteur. Αυτούς τους ανθρώπους μπορείς να τους δεις, να τους σφίξει το χέρι, να τους συναντήσεις ή μάλλον και μ’ αυτούς τους δύο, που έχω και αυτή την ιδιαίτερη φιλία, το θεωρώ μεγάλη κατάκτηση, μεγάλη κατάκτηση και πόσο μάλλον ξέρω πάρα πολλούς σινεφίλ που εννοείται με ζηλεύουν. Δηλαδή, πάρα πολλοί φίλοι μου έχουν ζητήσει να τους γνωρίσω τον Γαβρά ή το Φατίχ μόνο και μόνο να τους σφίξουν το χέρι και πραγματικά είναι μια εμπειρία, γιατί όταν λατρεύεις μια ταινία που βλέπεις στο πανί, το να έρχεσαι σ’ επαφή με τον δημιουργό του είναι πολύ μεγάλο, πολύ μεγάλο θέμα.

Ι.Δ.:

Θέλετε να μας πείτε λίγο για την αγορά μιας ταινίας; Πώς γίνεται αυτή η διαδικασία και το τι σημαίνει;

Ζ.Π.:

Ναι, τι να πρωτοπεί κανένας για όλον αυτόν τον μηχανισμό. Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετές εταιρείες διανομής, δηλαδή, αν σκεφτείς ότι είναι μια περίοδος κρίσης και λοιπά, όλοι απορούν για την ύπαρξη τόσο πολλών εταιρειών διανομής. Βέβαια, είναι σε τρεις κατηγορίες που μπορείς να το τοποθετείς. Πρώτα απ’ όλα, υπάρχουν κάποιες εταιρείες που αντιπροσωπεύουν ξένα στούντιο. Δηλαδή, έναντι μιας αμοιβής, ενός ποσοστού αμοιβής, βγάζουν τις ταινίες των στούντιο. Έγινε μια ανατροπή φέτος το καλοκαίρι, πριν το καλοκαίρι, μια εταιρεία η οποία ερχόταν… Ή μάλλον το 1974, κάποιες εταιρείες μεγάλες, η Metro, η Universal και η Paramount είχαν φύγει από μια εταιρεία τη τότε Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης και έκαναν εδώ μια αντιπροσωπεία, λεγόταν CIC πού ήταν αυτές οι τρεις εταιρείες, αντιπροσώπευαν αυτά τα στούντιο και οπωσδήποτε τότε έφεραν μια αρνητική επανάσταση στο χώρο, γιατί είχαν πολύ μεγάλους τίτλους και επέβαλαν υψηλά ποσοστά για τις ταινίες τους, πράγμα που έθιγε τα συμφέροντα των αιθουσαρχών και λοιπά, αλλά και καθιέρωσε πια το θέμα της αντιπροσώπευσης των στούντιο στην Ελλάδα. Από τότε και μετά έγιναν πολλές αλλαγές. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο εταιρείες, που μετά και το κλείσιμο, μια εταιρεία που λεγόταν Tulip, που είχε τη Universal και μόλις είχε πάρει και την Paramount, την οποία Paramount την είχε και παλαιότερα, έκλεισε και τώρα πια έχουν επικεντρωθεί οι εταιρείες οι μεγάλες, οι αμερικανικές, τα studios που λέμε, σε δύο εταιρείες, όπου είναι η Feelgood, η οποία έχει την Disney, την οποία την είχε παλαιόθεν, τη Fox, την οποία την είχε πάρει από την Odeon, που την είχε παλιά και τώρα και την Paramount, η οποία Paramount είχε πάει στην Odeon, έφυγε από την Odeon και πήγε στην Tulip και τώρα από την Tulip που έκλεισε πήγε στην Feelgood. Άρα η Feelgood έχει και την Disney, την Fox και την Paramount.

Ι.Δ.:

Τεράστιες.

Ζ.Π.:

Τεράστιες, μιλάμε για ένα τεράστιο… Και υπάρχει η Tanweer, η οποία έχει την αντιπροσωπεία της Warner και πήρε τώρα και τη Universal. Αυτή, όπως καταλαβαίνεις, οι δύο μαζί, ελέγχουν ένα τεράστιο, δηλαδή μπορεί και το 80% της αγοράς να ελέγχουν. Από κει και μετά το υπόλοιπο 20% περίπου, 20-25% της αγοράς, είναι με τις ταινίες που αγοράζουμε εμείς της ελεύθερης αγοράς που λέμε, το independent, στο οποίο όμως η Tanweer και η Feelgood έχουν και τμήμα αγορών. Δηλαδή, ναι μεν έχουν τις στουντιακές ταινίες, έχουν και την αγορά, την ελεύθερη αγορά. Στην οποία ελεύθερη αγορά κινούνται αυτή τη στιγμή αυτοί οι δύο, κινείται η Spentzos Film, μετά κάτω από τη Spentzos Film είμαστε εμείς, σαν Rosebud.21 και υπάρχουν και κάποιες εταιρείες που έχουν μικρότερο μερίδιο αγοράς, οι οποίες είναι καμιά δεκαριά. Τι σημαίνει ελεύθερη αγορά και τι σημαίνει, πως αγοράζεις, πως παίρνεις τα δικαιώματα μιας ελεύθερης ταινίας; Ένας παραγωγός που στήνει μια παραγωγή, ξένος, το πρώτο του μέλημα είναι να βρει ένα γραφείο πωλήσεων, sales agent, που υπάρχουνε πολλοί Αμερικανοί, πάρα πολλοί Ευρωπαίοι, εκεί κινούμαστε και περισσότερο εμείς, Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Ισπανοί, όλοι αυτοί, όλα αυτά είναι γραφεία πωλήσεων, στα οποία εμείς ερχόμαστε σε επαφή όταν πηγαίνουμε στο φεστιβάλ, μ’ αυτούς συναντιόμαστε, απ’ αυτούς κλείνουμε τις ταινίες. Εκεί πια γίνεται μια μάχη, ποιος θα δώσει τα περισσότερα.

Ι.Δ.:

Είναι σαν πλειστηριασμός;

Ζ.Π.:

Σαν πλειστηριασμός, πλειστηριασμός. Βέβαια, υπάρχουν αρκετά γραφεία που παίζει ρόλο η σχέση που έχεις με το γραφείο. Αν έχεις πάρει αρκετές ταινίες από αυτούς, αν έχεις καλύτερες φιλικές σχέσεις σε σχέση με άλλους και λοιπά, ούτως ώστε να διαρρεύσουν κάποιες πληροφορίες, να ξέρεις πού κινείται σε συγκεκριμένο στόχο σου, πού κινούνται οι αντίπαλοί σου και λοιπά. Όπου απ’ αυτούς κλείνεις τα δικαιώματα μιας ταινίας, είτε πακέτου, είτε μεμονωμένων ταινιών, που σημαίνει ότι παίρνεις μια ταινία για 7 ή για 10 ή για 15, όταν είναι πολύ ακριβή ταινία και μεγάλη παραγωγή, χρόνια, τα αποκλειστικά δικαιώματα για την Ελλάδα, το οποίο σημαίνει ότι τα ‘χεις τα δικαιώματα για κινηματογράφο, για DVD, που δεν υπάρχει πια αυτό τώρα, για VOD, για pay TV, Nova, Cosmote και για free TV. Όλα αυτά τα έχεις τα δικαιώματα, τα οποία τα παίρνεις, όμως, δεν πληρώνεις μια τιμή και λες από κει και μετά: «Έχασα-κέρδισα, είναι δικά μου τα λεφτά», τα παίρνεις με minimum guarantee. Τι σημαίνει το minimum guarantee; Λέμε ότι παίρνεις μια ταινία με 50.000 ευρώ, μπορεί να πάρεις και με 5000 και με 10 και 15 και 50 και 250 και τέτοια. Η ακριβότερη, το ακριβότερο minimum guarantee που έχει πληρωθεί ever στην Ελλάδα ήταν για τον Αστερίξ, η Rosebud, πριν πολλά χρόνια τον «Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες» που ήταν 800.000 ευρώ mini[02:00:00]mum guarantee. Τι σημαίνει minimum guarantee; Ας πάρουμε μια απλή περίπτωση, μια ταινία των 10.000. Πληρώνεις τα 10.000 στον ξένο οίκο, κάνεις όλα τα έξοδα, υλικά, διαφήμιση, κόπιες, τηλεοπτική, ραδιοφωνική διαφήμιση, όλα τα έξοδα προώθησης, τα distribution costs που λέμε, όλα αυτά, τα οποία, ας πούμε, κάνεις άλλες -βάζω στρογγυλούς αριθμούς, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα- 10.000 έξοδα. Βγαίνει η ταινία και αρχίζεις να εισπράττεις από τους αιθουσάρχες. Στους αιθουσάρχες νοικιάζεις την ταινία, για μια εβδομάδα, για δύο. Αν έχει επιτυχία, συνεχίζεται και λοιπά. Όταν μια ταινία παίζεται στο σινεμά, παίρνω όλη την αλυσίδα, γιατί ουσιαστικά η αλυσίδα είναι ο παραγωγός, ο ξένος πολίτης, ο sales agent, ο διανομέας, ο κινηματογράφος και το κοινό, είναι αυτή, είναι αυτή είναι αυτή η πεντάδα. Λοιπόν, εμείς νοικιάζουμε στους κινηματογράφους μ’ ένα ποσοστό, το οποίο ξεκινάει από το 50% την πρώτη εβδομάδα και μειώνεται ανά βδομάδα, αν το συνεχίζει. Μας δίνει στο τέλος της εβδομάδας το λεγόμενο μπορντερό, το τι εισιτήρια έκανε και τι ποσό εισέπραξε και τον τιμολογούμε με βάση τις εισπράξεις αυτού, όταν, ας πούμε, αυτός έχει εισπράξει 10.000, του δίνουμε εμείς το 50%, και παίρνουμε 5.000, έτσι έρχονται τα χρήματα σε μας. Αυτόματα όταν εμείς τιμολογούμε και μαζεύουμε τα χρήματα, κάποια στιγμή, απ' τον δεύτερο-τρίτο μήνα, αρχίζουμε να δίνουμε λογαριασμό στους έξω. Εάν μεν η ταινία δεν έχει δουλέψει, όπως λέμε έχει κλείσει -έτσι λέμε, «έχει κλείσει η ταινία»- τη ζημιά θα την υποστούμε εμείς. Δηλαδή, μπορεί να έχουμε πληρώσει για μια ταινία 10.000 για δικαιώματα, 10.000, δηλαδή 20.000, και η ταινία να εισπράξει 5.000, τα 15.000 τα τρώμε εμείς.

Ζ.Π.:

Λοιπόν, εάν όμως η ταινία έχει επιτυχία, κρατάς πρώτα τα 10.000 που έχεις δώσει -η ταινία από την αρχή για τα κινηματογραφικά είναι 50-50 με τους ξένους- κρατάς τα δικά σου και τα λεφτά που έχεις προκαταβάλει απ’ τα δικαιώματα του ξένου, δηλαδή 10.000 που του έχεις δώσει, κρατάς τις 10.000 που έχεις δώσει για έξοδα προώθησης της ταινίας και από κει και μετά ό,τι έρχονται, έσοδα, τα 50 τα παίρνεις εσύ και 50 τα παίρνει ο ξένος. Ο ξένος έχει δεμένο το γάιδαρό του-

Ι.Δ.:

Είναι εξασφαλισμένος.

Ζ.Π.:

Γιατί στην αποτυχία είναι μακριά ναι, ενώ στην επιτυχία σου παίρνει το 50%. Και μάλιστα στην τηλεόραση το 70% μετά, απ’ τα έσοδα, ο ξένος είναι καβάλα στ’ άλογο. Και έτσι γίνεται και εμείς τα δικαιώματα έχουμε για Ελλάδα και για Κύπρο, για όλα αυτά τα μέσα που έχουμε πει, και έτσι έρχονται τα δικαιώματα σε μας, είτε μεγάλους είτε μικρούς. Δηλαδή, υπάρχει ταινία που άλλοι -και εμείς- μπορεί να πάρουμε με 5.000 και μπορεί να μην δουλέψει καθόλου η ταινία και να ζημιώσεις ακόμα και με μια ταινία. Βέβαια, έχουμε ως ένα σημείο την ασφάλεια πώλησης στην τηλεόραση και λοιπά, αλλά είναι σαφώς και οι μεγάλες ταινίες, οι πανάκριβες ας πούμε να το «John Wick», που είναι πανάκριβο και έκανε επιτυχία μεγάλη ας πούμε, τον «Αστερίξ» που βγάλαμε εμείς και τέτοια, που ήταν πληρωμένος ακριβά, αλλά είχε επιτυχία και έχει μπει στο κέρδος - λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία, άλλα έχει μπει τουλάχιστον στο κέρδος. Αυτός είναι ο μηχανισμός, δηλαδή, το πώς ο παραγωγός… Πρόσεξε: ο παραγωγός το δίνει στον πωλητή ταινιών μ’ ένα ποσοστό και αυτός, ο πωλητής παίρνει ένα ποσοστό από τις πωλήσεις που κάνει διεθνώς. Ο πωλητής παίρνει αντίστοιχα ένα ποσοστό από τα κέρδη από μας, τα οποία προωθεί μετά κρατώντας το ποσοστό του προς τον παραγωγό, προς τον πρώτο, ο αιθουσάρχης δίνει τα λεφτά σ’ εμάς, αν πετύχει η ταινία έχει κέρδη, αν η ταινία δεν δουλέψει, δεν έχει κέρδη και ο θεατής, ο τελευταίος της αλυσίδας, δεν γνωρίζει τίποτα από αυτό. Τον ενδιαφέρει να πάει να πληρώσει το εισιτήριο και να δει την ταινία. Από κει και μετά, το πόσα στάδια πέρασε, το τι αγωνίες πέρασαν όλοι και ο παραγωγός επενδύει λεφτά, που είναι πολύ είναι και παραγωγοί, οι οποίοι έχουν μάλιστα και δεσμεύσεις απέναντι σε τράπεζες και λοιπά, είναι οι παραγωγοί, είναι όλοι αυτοί που έχουν δουλέψει στην ταινία, είναι οι πωλητές που στήνουν. Οι πωλητές, ας πούμε, των ταινιών, όταν πηγαίνουν στις Κάννες και στο Βερολίνο και στο Τορόντο και λοιπά νοικιάζουν πανάκριβους χώρους για να δέχονται όλους εμάς. Και βάλε και το προσωπικό που ταξιδεύει εκεί και κοιμάται και τρώει 10 μέρες. Δηλαδή, δεν είναι και γι’ αυτούς… Δηλαδή, αν δεν κάνουν καλές πωλήσεις και αυτοί, είναι ζημιογόνες. Απ’ αυτά περιμένουν να ζήσουν και να κάνουν, δεν είναι ότι κάθονται στο γραφείο.

Ι.Δ.:

Απλά είναι πιο εξασφαλισμένοι από το αν μια ταινία δεν πιάσει στο κοινό-

Ζ.Π.:

Ναι, ακριβώς, ακριβώς από αυτά δεν περιμένουν στο γραφείο τους να πας να τους επισκεφτείς, όπως ήταν και παλιά, που πηγαίναμε σε ταξίδια, στα γραφεία τους και έκλεινες την ταινία. Τώρα αυτοί πρέπει να είναι στις Κάννες, να κάνουν τρομακτικές διαφημίσεις, στα περιοδικά, στα ημερήσια περιοδικά που βγαίνουν, όλα αυτά. Μιλάμε για χώρους εκεί που στις Κάννες που για 8 μέρες που τα νοικιάζουν πληρώνουν 30.000. Δηλαδή, μιλάμε, είναι γραφεία που στις Κάννες ξοδεύουν πάνω από 100.000. Καλά οι Αμερικανοί και λοιπά πολύ, 100-150.000 για 10 μέρες, 8-10 μέρες, έτσι; Αυτός είναι χοντρικά ο μηχανισμός. Θα συνεχίσουμε με τα άλλα και ό,τι άλλα έχουμε και ξεχάσει, γιατί υπάρχουν πραγματικά, δηλαδή, κι άλλα καλά. Είναι πάρα, πάρα πολλές ιστορίες της καθημερινότητας, ιστορίες καθημερινής τρέλας, θα λέγαμε. Βέβαια, έχουν απλοποιηθεί πολύ τώρα με το DCP έχουν απλοποιηθεί πάρα πολύ. Δηλαδή, άλλο ήταν να ήταν οι κόπιες, άλλο και όλα αυτά ακόμα και στην παραγωγή. Παλιά, όταν τράβαγες με αρνητικό, με negative, έκαιγες το φιλμ, προσπαθούσες να κάνεις ως οικονομία ήθελες. Τότε ο Αγγελόπουλος με τα επαναλαμβανόμενα πλάνα του ήτανε για τον παραγωγό-

Ι.Δ.:

Εφιάλτης.

Ζ.Π.:

Ζημιογόνο και εφιάλτης βέβαια, δεδομένου ότι γύριζε ξανά. Όταν έλεγες παλιά ξαναπάμε… Τώρα δεν έχεις κανένα πρόβλημα να το κάνεις 10 φορές, 15 φορές την ίδια σκηνή ξανά και ξανά και ξανά. Γιατί όσοι έχουν βρεθεί σε γυρίσματα ταινιών απορούν -γιατί εκεί είναι η απομυθοποίηση- όπου για μια σκηνή που στο πανί διαρκεί μισό λεπτό ξοδεύεται μιάμιση ώρα, ξοδεύεται μιάμιση ώρα για να γίνει μια σκηνή συγκεκριμένη, που μπορεί να είναι από ενάμιση λεπτό μέχρι μισό λεπτό. Είναι η πλήρης απομυθοποίησή και, ξέρεις, και το επαναλαμβανόμενο και όλο αυτό το σκηνικό. Αυτά.

Ζ.Π.:

Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά είχαμε μείνει στη σημερινή κατάσταση, πώς είναι το σκηνικό σήμερα στη διανομή στην Ελλάδα και μετά τις τελευταίες εξελίξεις, όπου φτάσαμε σ’ ένα σημείο όπου οι δύο μεγάλες εταιρείες, οι οποίες έχουν και τμήμα ανεξάρτητης παραγωγής, δηλαδή, αγοράζουν ταινίες από το εξωτερικό, αλλά έχουν και ένα μεγάλο αριθμό στούντιο, με αποτέλεσμα οι δυο αυτές οι εταιρίες περίπου να ελέγχουν το 80% εισιτηριακά αυτών που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Που σημαίνει ότι το κομμάτι του 20% που απομένει είναι μια πολύ μικρή πίτα, που προσπαθούν να τη μοιραστούν γύρω στα 10 γραφεία διανομής. Όπου στο ανεξάρτητο, βέβαια, κομμάτι εμπλέκονται και αυτές οι δύο εταιρείες, δηλαδή η Feelgood και η Tanweer, που έχουν και τμήμα ελληνικών ταινιών. Που σημαίνει ότι στο κομμάτι των, του 20% συμπεριλαμβάνονται και οι ελληνικές ταινίες, αλλά βλέπουμε πόσο συρρικνώνεται το κομμάτι της πίτας που αφορά τη διεθνή παραγωγή και, βέβαια, και οι μικρές ανεξάρτητες ταινίες, γιατί από τις 10 περίπου εταιρείες που έχουμε πει οι 7 ή 8 προσπαθούν να κολυμπήσουν στα νερά των arthouse ταινιών. Που αυτά εισητηριακά, κάθε χρόνο, δεν μπορούν να ξεπεράσουν ένα ποσοστό του 10%. Και αυτό το λέμε, βέβαια, εάν υπάρχουν επιτυχίες σε arthouse ταινίες. Δηλαδή, αυτόματα όταν μιλάμε τώρα πια ότι, ενώ προ κορονοϊού ο μέσος όρος των εισιτηρίων, ο ετήσιος ήταν 10.000.000, τώρα έχει μειωθεί στα 6.000.000, το 10% είναι ουσιαστικά 600.000. Είναι αδύνατο να κάνουν 10% οι ποιοτικές ταινίες, εκτός αν υπάρχουν, όπως είπαμε, μεγάλες επιτυχίες. Δηλαδή, αν ξαφνικά, όπως ήταν πρόπερσι ο «Άσπρος πάτος», που έκανε 55.000 -ανάμεικτα το λέω τώρα- όπως φέτος[02:10:00] το «Aftersun» έκανε 35.000. Δηλαδή, αν υπάρχουν ταινίες που μπορούν να κάνουν… Ή ένας Γούντι Άλεν, γιατί μέσα στις ποιοτικές ταινίες βάζουμε και τον Γούντι Άλεν ή το χ Αλμοδόβαρ, που είναι ταινίες που μπορούν να κάνουν 60-70.000 εισιτήρια, σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να πιαστεί ένας μεγάλος αριθμός στο κομμάτι των ποιοτικών ταινιών. Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι και επί κορονοϊού και λίγο πριν τον κορονοϊό και επί κορονοϊού και μετά τον κορονοϊό υπάρχει μια τρομακτική πτώση στις ποιοτικές ταινίες. Που σημαίνει ότι -αυτό που το έχουμε ξαναπεί- ότι δυστυχώς η διασκέδαση του καναπέ δεν έχει πιάσει μόνο ενηλίκους, έχει πιάσει και νεολαία που πήγαινε και πηγαίνει ακόμα σε ποιοτικές ταινίες, αλλά με μικρότερη προσέλευση. Σίγουρα το κοινό των ποιοτικών ταινιών που κάλυπτε κάποιες αίθουσες, όπως ο Δαναός, όπως η Έλλη, η Όπερα και λοιπά αυτοί έχουν γνωρίσει μεγάλη πτώση. Και το οποίο είναι ένα κοινό, που ενώ αγκαλιάζει τρομακτικά το φεστιβάλ της Αθήνας κυρίως, αλλά και το ίδιο το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη, το επόμενο διάστημα, είτε λόγω πειρατείας που είναι, όπως έχουμε πει, ο μεγάλος εχθρός, είτε λόγω μειωμένου ενδιαφέροντος, δυστυχώς δεν πηγαίνει με κάποια συχνότητα στο σινεμά. Το κακό είναι ότι -λες και λειτουργεί ένας νόμος του Μέρφι- όσο πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των ταινιών που εμφανίζονται κάθε εβδομάδα στις αίθουσες, τόσο μειώνεται και το κοινό, άρα και μειώνεται και η… Δηλαδή, έχουμε το φαινόμενο να είναι μια εβδομάδα κινηματογραφική και να βγαίνουν 4-5 ποιοτικές ταινίες -και όταν λέμε ποιοτικές ταινίες αυτές που έχουν ανάγκη την καλή κριτική- και μερικές φορές μπορεί να βγαίνουν την ίδια εβδομάδα 3-4, ας πούμε, γαλλικές ταινίες. Δεν υπάρχει καμιά συνεργασία μεταξύ γραφείων, να μπορέσουν να βάλουν πράγμα. Το οποίο στο εξωτερικό γίνεται πολύ συχνά. Δηλαδή, στο εξωτερικό τουλάχιστον ένας κορμός γραφείων και κυρίως αυτών των μικρών εταιρειών πάντα συζητάνε μεταξύ τους, βάζουν στην αρχή της χρονιάς το πρόγραμμά τους και λένε περίπου πότε θα βγάλουν την ταινία τους ούτως ώστε να μην συμπέσει μια δυνατή ταινία ποιοτική με μια άλλη. Εδώ ο ανταγωνισμός είναι τόσο μεγάλος που λες και το κάνουν -που δεν το κάνουν- επίτηδες, είναι κάποιοι που περιμένουν πότε θα βγάλεις μια ταινία ποιοτική να βγάλουν και εκείνοι μια πιο δυνατή - όπως θεωρούν τουλάχιστον ότι είναι πιο δυνατή. Που σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία συνεννόηση και όλο αυτό, βέβαια, είναι εις βάρος και των ταινιών και των διανομέων δηλαδή, αλλά και εις βάρος εννοείται και των κινηματογράφων και των ίδιων των ταινιών, γιατί κάποιες καλές ταινίες εξαφανίζονται. Γι’ αυτό είναι πολύ συχνό το φαινόμενο της εξαφάνισης κάποιων ταινιών από την πρώτη εβδομάδα, εάν τα εισιτήρια δεν είναι τόσο καλά. Και έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα, οι αιθουσάρχες προτιμούν, αν είναι μια ταινία αν γνωρίζει επιτυχία, να παίξουν δεύτερη, τρίτη, τέταρτη εβδομάδα μια πετυχημένη ταινία, παρά να διακινδυνεύσουν με μια καινούργια. Βέβαια, όταν η καινούργια ταινία έρχεται τιμημένη, έρχεται με δάφνες από το εξωτερικό, από φεστιβάλ και λοιπά, είναι περιζήτητη. Αν, όμως, είναι μια πολύ καλή ταινία, πράγμα που γινόταν στο παρελθόν, και κάποια γραφεία διανομής, μέσα στα οποία βέβαια και η Rosebud, προσπαθούσαν να επιβάλουν μια καινούργια ταινία, μια πολύ καλή ταινία, πέρα από την κριτική, το να βρουν έναν τρόπο να καθιερωθεί μια ταινία, να λειτουργήσει λίγο το word of mouth, δυστυχώς, είναι πια τρομακτικά δύσκολο. Συρρικνώνεται η αγορά, συρρικνώνονται ως ένα σημείο και οι εταιρείες και όλοι μας βλέπουμε μπροστά ένα μικρό αδιέξοδο. Σίγουρα έχοντας γνωρίσει σ’ όλα αυτά τα 50 και χρόνια μου στην διανομή, έχοντας γνωρίσει όλους τους εχθρούς του σινεμά, δηλαδή από την τηλεόραση, από την αρχή, πρώτα από την τηλεόραση, τη μαυρόασπρη, την έγχρωμη, την ιδιωτική, το βίντεο, το DVD, όλα αυτά, νομίζω ότι το κακό που έκανε ο κορονοϊός είναι ανεπανόρθωτο. Δηλαδή, ήταν ο χειρότερος εχθρός του σινεμά. Συνήθισε τον κόσμο να κάθεται στο σπίτι, να βλέπει σειρές, έχουν τεράστιους πια συνδρομητές όλες οι πλατφόρμες; Το ποσό πια… Όταν μπεις και σε μια λογική ότι η τιμή ενός εισιτηρίου αντιστοιχεί με την μηνιαία συνδρομή σε μια πλατφόρμα, καταλαβαίνετε ότι ο άλλος στο σινεμά πια θα το έχει επιλογή της επιλογής. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι ταινίες πια να μην υπάρχει να μην υπάρχει γκρίζα ζώνη, να υπάρχει η άσπρη και η μαύρη, δηλαδή ταινίες που γνωρίζουν επιτυχία και ταινίες που γνωρίζουν παταγώδη αποτυχία. Αυτό που γινόταν κάποτε κάποιες ταινίες να πηγαίνουν συμπαθητικά καλά είναι ελάχιστες πια. Δηλαδή, το βλέπεις κάθε βδομάδα που βγαίνουν τα εισιτήρια, το βλέπεις. Είναι κάποιες, είναι ταινίες και αρκετά καλές, που φεύγουν με 1000-2000 εισιτήρια από την αγορά, νούμερα καταστροφικά.

Ι.Δ.:

Η Rosebud που βρίσκεται σ’ όλο αυτό;

Ζ.Π.:

Η Rosebud αυτή τη στιγμή, εάν πούμε ότι οι δύο μεγάλες εταιρείες είναι η Feelgood και η Tanweer, που είπαμε ότι ελέγχουν περίπου το 80% της αγοράς, η Odeon, η οποία στο παρελθόν είχε τη Fox, την έχασε, είχε την Paramount την έχασε και τώρα κινείται μόνο με ανεξάρτητες ταινίες, που είναι η πρώην Odeon, δηλαδή η Odeon, επειδή έχει χρεοκοπήσει έχει γίνει μια υπό εταιρεία, δεν ξέρω αν μπορούμε, μην της βάλουμε τίτλους τι εταιρεία είναι, πάντως έχει χάσει το κύρος της και έχει πέσει πάρα πολύ. Μετά απ’ αυτούς τους δύο είναι ουσιαστικά η Spentzos Film που έρχεται με ένα πολύ μεγάλο μπάτζετ αγορών ανεξάρτητων ταινιών και μετά όμως και σε απόσταση είναι η Rosebud, η οποία η Rosebud ουσιαστικά είναι στη μέση, είναι με απόσταση, κάποια απόσταση από τη Spentzos Film, που είναι προς τα πάνω, και είναι σε απόσταση οι άλλες εταιρείες προς τα κάτω, που έχουν πολύ λιγότερα εισιτήρια από την Rosebud. Το καλό με τη Rosebud είναι ότι εδώ και τέσσερα-πέντε καλοκαίρια έχουμε ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο αγορών, εισιτηρίων, το καλοκαίρι. Δηλαδή, ενώ το ετήσιο, το συνολικό μας προσπαθούμε να είναι γύρω στο 2% της αγοράς, 2-2,5% ανάλογα –φέτος, επειδή είχαμε και τον Αστερίξ, θα είναι μεγαλύτερο- το καλοκαίρι προσδιορίζεται στο 6%, που είναι ένα μεγάλο κομμάτι για το ανεξάρτητο. Δηλαδή, η Feelgood η ανεξάρτητη και η Tanweer η ανεξάρτητη, το καλοκαίρι δεν έχουν τα ποσοστά της Rosebud. Τα τελευταία χρόνια, δεν ξέρουμε φέτος τι θα γίνει. Τώρα έχει ανοίξει αρκετά η αγορά των κινουμένων σχεδίων. Ενώ το κινούμενο σχέδιο στην Ελλάδα παλαιότερα, εκτός Disney, ήταν τελείως αντιεμπορικό, μηδαμινή παρουσία στην αγορά, τώρα έχει μεγαλώσει, έχει μεγεθυνθεί αυτή η αγορά. Δηλαδή, υπάρχει ενδιαφέρον και από τους αιθουσάρχες και αυτό είναι διεθνώς πια. Γιατί βλέπω στις αγορές, φέτος στις Κάννες υπήρχε τρομακτικά μεγάλος αριθμός παραγωγών με κινούμενα σχέδια από όλες τις χώρες, ακόμα από την Ουγγαρία, από τη Ρωσία, πάρα πολλές χώρες. Και θα ‘χετε δει ότι κάθε εβδομάδα πλέον, σχεδόν κάθε εβδομάδα, βγαίνει μια ταινία κινουμένων σχεδίων. Και έχουμε επενδύσει πολύ και στο κινούμενο σχέδιο, με καλές μεταγλωττίσεις, με καλή ποιότητα μεταγλωττίσεων. Και είναι και ένα άνοιγμα για μας, γιατί όταν βλέπουμε ότι συρρικνώνεται η αγορά των ποιοτικών ταινιών, αυτό είναι μια διέξοδος. Σαφέστατα, όπως έχω πει και παλιά, επειδή τις ταινίες τις αγοράζουμε πια στα χαρτιά, ο μεγαλύτερος αριθμός ταινιών αγοράζονται στα χαρτιά και όχι αφού τις δούμε… Νομίζω είχα πει στην αρχή της συνέντευξης μας ότι η καλύτερη χρονιά για τη Rosebud -καλά και παλιότερα με τις άλλες εταιρείες που ήμουνα- ήταν η πρώτη χρονιά όπου όλες τις ταινίες του καταλόγου της πρώτης χρονιάς της είχαμε δει. Δηλαδή, επιτυχία ή αποτυχία, που ήταν όλες επιτυχίες, ήταν από μετά από κρίση δική μας. Είδαμε μια ταινία μας, μας άρεσε και την πήραμε. Από τη δεύτερη χρονιά που άρχισε ο ανταγωνισμός[02:20:00], γιατί βγήκαν οι ανταγωνιστές, μετά την επιτυχία της πρώτης χρονιάς της Rosebud, όλοι οι ανταγωνιστές, χωρίς να έχουν περισσότεροι και το know how, άρχισαν να αγοράζουν ποιοτικές ταινίες, άρχισε ο ανταγωνισμός, με αποτέλεσμα πολλές από τις ταινίες που είχαν τα εχέγγυα για καλή επιτυχία ή να είναι καλή ταινία στο τέλος της ημέρας, να μην είναι καλή ταινία. Και μάλιστα είναι πολλές φορές ακολουθεί -είναι σύνηθες, είναι σαν να είναι νόμος του σινεμά- όταν ένας σκηνοθέτης έρχεται από μια επιτυχία, η επόμενή του ταινία τις περισσότερες φορές να είναι αποτυχία.

Ι.Δ.:

Εμπορική τουλάχιστον.

Ζ.Π.:

Εμπορική και ποιοτική. Δηλαδή, όταν, ας πούμε, επενδύεις στη καινούργια ταινία του Ραπενό, μετά το –έλα κολλήσαμε τώρα, δεν πειράζει- το «Cyrano», επενδύεις στην επόμενη του ταινία, στην οποία παίζει και η Ζιλιέτ Μπινός, ο «Ουσάρος στη στέγη» και ήταν μια παταγώδης αποτυχία και ποιοτική και εμπορική, αρα δεν μπορείς να είσαι… Και αυτό γίνεται σε πολλούς κοινούς σκηνοθέτες. Βέβαια, είναι ορισμένοι που δεν χαλάει η συνταγή. Ακόμα και ο Χάνεκε, που είχε τρεις ταινίες αριστουργήματα η μια μετά την άλλη, στην τελευταία του ταινία έπεσε στην ξηρά. Άρα, δηλαδή, η επιτυχία ή μη, μπορεί να προσδιορίζεται πολλές φορές από τη γνώση και από το πώς βλέπει κάποιος εισαγωγέας μια ταινία, αλλά και το αν μυρίζεται σωστά ή όχι μια ταινία θα έχει επιτυχία ή όχι είναι μέσα στα θετικά, τα αρνητικά μάλλον, του επαγγέλματος. Άλλωστε είπαμε το πώς χάθηκε από τη Rosebud και η «Αμελί» και το «Goodbye Lenin». Είναι πολύ συνηθισμένο και πάντα βέβαια, όταν μια ταινία την απορρίπτουμε και την παίρνει κάποιος άλλος, περιμένουμε τα αποτελέσματα, για να δούμε αν πέσαμε μέσα ή έξω.

Ι.Δ.:

Θεωρείτε πλέον ότι τουλάχιστον τη σύγχρονη εποχή ότι λειτουργεί η λογική του quantity over quality, η ποσότητα έναντι ποιότητας; Υπογράφονται πολλές ταινίες στα χαρτιά και πλέον δεν τις βλέπεις.

Ζ.Π.:

Σαν γραφείο εννοείς.

Ι.Δ.:

Όχι μόνο στη Rosebud, γενικά.

Ζ.Π.:

Σαν γραφείο. Βέβαια, βέβαια, εννοείται. Όταν εμφανίζεται μία εταιρεία τώρα φέτος το καλοκαίρι, με 28 ταινίες στον κατάλογο της το καλοκαίρι, όπου ουσιαστικά εβδομάδες είναι 14, που σημαίνει 28 ταινίες, δύο ταινίες την εβδομάδα, όχι στατιστικά μόνο, με οποιονδήποτε τρόπο να το κρίνεις, εννοείται ότι σ’ αυτές τις 28 ταινίες θα ‘σαι πολύ τυχερός να έχεις 4-5 επιτυχίες.

Ι.Δ.:

Εγώ ήθελα να ρωτήσω τώρα, δεν έχουμε πει λίγο, για την πορεία της Rosebud, όταν ήταν Rosebud κανονικά και μετά πώς έγινε Rosebud.21 να μας πείτε.

Ζ.Π.:

Ναι, η Rosebud, όπως έχω πει στην αρχή, οι εταίροι ήταν η Odeon, η τότε ΕΛΚΕ και μετά Odeon, το 50%, και το άλλο το 50% ήταν ο Γιώργος Σκούρας και εγώ και σε λίγο μπήκε στην ομάδα μας και ο Γιώργος ο Τζιότζιος. Άρα στο μεγαλύτερο διάστημα της Rosebud, ήμασταν αυτοί οι συνεταίροι. Κάποια στιγμή αποχώρησε από τη Rosebud ο Γιώργος ο Σκούρας και αργότερα, λόγω σύγκρουσης του Γιώργου του Τζιότζιου με τον Κρεζία, αποχώρησε και ο Γιώργος. Και στο τέλος πλέον σ’ ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το 50% ανήκε στην Odeon και το 50% σε εμένα προσωπικά. Πολλές φορές πήγαμε να χωρίσουμε με τον Μάνο τον Κρεζία. Δυστυχώς, άργησα να το κάνω, δηλαδή τρεις φορές φτάσαμε σχεδόν στα χαρτιά για να υπογράψουμε και τρεις φορές σκίστηκαν τα χαρτιά. Δυστυχώς, κάποια μεγάλη, κάποια δύναμη τιμωρεί όταν δεν παίρνεις κάποιες σωστές αποφάσεις. Τη μια δε θα ξεχάσω ποτέ. Είμαστε προ των Καννών, ετοιμαζόμαστε να πάμε στις Κάννες και λέμε στις Κάννες να πάμε πια χωριστά, να χωριστεί Rosebud, δηλαδή, να αγοράσω ή να αγοράσει ο Κρεζίας το μερίδιο το δικό μου -γιατί η Odeon πια ήταν ο Κρεζίας, είχε αποχωρήσει ο Μιχαηλίδης- και το άλλο 50%  ή να αγοράσω εγώ το 50% της Odeon ή η Odeon το 50% της Rosebud. Ως ένα σημείο είχαμε φτάσει κάπου, στο οικονομικό. Δυστυχώς, δεν ήμασταν κοντά στα νούμερα αυτά που ήθελε να αγοράσει η Odeon ή αυτά που ήθελε να αγοράσει, να αγοράσει η Rosebud. Και τελικά λίγο πριν τις Κάννες, ενώ θα πηγαίναμε χωριστά ο καθένας να αγοράσει ταινίες, να κάνει τη δική του εταιρεία, εγώ ήθελα πάση θυσία να κρατήσω ότι το brand name, τη Rosebud δηλαδή, λίγο πριν το τέλος της συζήτησης σκίσαμε τα χαρτιά και συνεχίσαμε μαζί. Για να έρθω στην πρόταση που, στην κύρια πρόταση, ήταν να αγοράσω εγώ το μερίδιο της Odeon. Λοιπόν, επειδή κάποια, όπως σου είπα, κάποια δύναμη από πάνω τιμωρεί, δεν έκανα αυτό το βήμα, συνεχίσαμε μαζί και μέσα σε δύο μήνες της επόμενης σεζόν, τρεις από τις ταινίες που είχαμε στη Rosebud έκαναν σύνολο 300.000 εισιτήρια, που σημαίνει ότι τότε αν εγώ είχα το θάρρος -γιατί έλλειψη θάρρους νομίζω είναι ή και συγκινησιακά και συναισθηματικά μάλλον άντε να δώσουμε άλλη μια ευκαιρία μετά από συνεργασία τόσων ετών- τρεις ταινίες της Rosebud στο σύνολο έκαναν 300.000 εισιτήρια. Που σημαίνει ότι τότε αν είχα αγοράσει το μερίδιο της Odeon θα είχα βγάλει τα χρήματα από τις 3 αυτές ταινίες, που ήτανε τότε το «Soul Kitchen», «Ο μικρός Νικόλας» και το «Amour» του Χάνεκε. Δυστυχώς, δεν έγινε και κάποια στιγμή πια όλη αυτή η κρίση συνεχιζόταν, συνεχιζόταν και κάποια στιγμή είπαμε ότι μαζί με την κόρη μου φεύγουμε από τη Rosebud. Η Odeon ήθελε να αγοράσει τη Rosebud γιατί επειδή είχε με έναν μεγάλο αριθμό εταιρειών και η μόνη επικερδής ήταν η Rosebud, ήθελε στις τράπεζες να εμφανίσει μια εταιρεία θετική.

Ι.Δ.:

Στο ισοζύγιο.

Ζ.Π.:

Στο ισοζύγιο, ακριβώς. Και κάναμε μια συμφωνία, η οποία ήτανε για μένα σε πολύ μικρή τιμή, αλλά ήθελα τόσο πολύ να απαγκιστρωθώ που λες αυτό, φέρτα και φεύγω. Για να φανταστείς ότι, όταν ένα χρόνο πριν προσπαθούσα εγώ να αγοράσω το κομμάτι της Odeon, η τιμή που μου έδωσε για να την αγοράσω ήταν ακριβώς η διπλάσια από αυτήν που μου πρότεινε μετά από ένα χρόνο. Άλλα φέρ’ τα και έφυγα και ξεκινήσαμε τότε, ήθελα να κρατήσω -ήταν μέσα στον όρο- το Rosebud και βάλαμε το, επειδή δεν μπορούσε να μείνει σκέτη Rosebud, γιατί η original Rosebud πέρασε στην Odeon, έπρεπε να προσθέσουμε κάτι και προσθέσαμε το 21, το οποίο δεν ξέρω αν σου έχω πει γιατί είναι το 21, γιατί μπήκε το 21.

Ι.Δ.:

Γνωρίζω, αλλά μπορείτε να πείτε εδώ.

Ζ.Π.:

Για τρεις λόγους, για έναν ή τρεις λόγους. Ο ένας ήταν ότι ήταν τα εικοσιένα χρόνια της Rosebud από τότε, δηλαδή από το ‘93 που έγινε, ήταν το 2014, είχαν περάσει 21 χρόνια, ήταν ο εικοστός πρώτος αιώνας που λέγαμε και ο κύριος λόγος ήταν η θύρα 21 της Οriginal της ΑΕΚ.

Ι.Δ.:

Γιατί είστε και από την Κωνσταντινούπολη, να μην το ξεχνάμε.

Ζ.Π.:

Βέβαια, εντάξει και φανατικός ΑΕΚτζής.

Ι.Δ.:

Επίσης, η αγαπημένη σας ταινία είναι το «Πολίτης Κέιν», γιατί ήταν εξαρχής το Rosebud;

Ζ.Π.:

Λοιπόν, σαφώς είναι η ταινία που έχω δει τις περισσότερες φορές στη ζωή μου, συναγωνίζεται εκ των υστέρων με το «Vertigo». Σου είπα νομίζω την άλλη φορά ότι κάποιες ταινίες που τις είχα στην πρώτη κατηγορία και μετά λίγο τις απομυθοποίησα. Κι όμως, δεν θυμάμαι πώς έπεσε ο τίτλος, πάντως, όταν προσπαθούσαμε να βαπτίσουμε την εταιρεία ήμασταν όλοι συνέταιροι και είχα φωνάξει και τον Γιώργο τον Τζότζιο, ως φίλο και λοιπά, του λέω: «Θέλουμε βαφτίσια, έλα και εσύ να ρίξεις μια ιδέα». Πάντως, δεν θυμάμαι καθόλου, δεν θυμόταν μετά και ο Γιώργος, δεν θυμόταν και ο Μιχαηλίδης κάπου εκεί, που κάποιος είπε: «Ρε παιδιά, να βρούμε κάτι συμβολικό μιας ταινίας». Και όχι τίτλο. Λέγαμε στην αρχή μήπως ένα τίτλο ταινίας, ξέρεις, λίγο, είπαμε…. Γιατί μετά μπήκαν οι ταινίες και η Playtime και έχουν μπει και στο εξωτερικό έχουν μπει τίτλοι ταινιών -δεν θυμάμαι- και λοιπά. Είπα εκεί ότι η πιο αγαπημένη μου ταινία είναι ο «Πολίτης Κέιν», έπεσε το «Rosebud», αλλά μόλις έπεσε το Rosebud αυτόματα είπαμε αυτό. Και μάλιστα ήταν αστείο, γιατί όταν πήγαμε να κατοχυρώσουμε τον τίτλο της Rosebud, υπήρχε εταιρεία[02:30:00] πορνό με τον τίτλο Rosebud, αλλά κάναμε μια κίνηση και λοιπά και μας είπαν ότι δεν… Δηλαδή, φοβόμασταν μήπως η εταιρεία πορνό μας κάνει ασφαλιστικά μέτρα, που ποτέ… Οι δικηγόροι μας συμβούλευσαν ότι επειδή είναι και εταιρεία πορνό, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Υπήρχε ένα μπαρ-εστιατόριο στη Σκουφά Rosebud και λοιπά, αλλά δεν είχαμε τέτοιο πρόβλημα και ξεκινήσαμε με το Rosebud, που άρεσε πάρα πολύ. Έχω κρατήσει ακόμα, ήταν απίστευτη, ήταν απίστευτο το αγκάλιασμα των δημοσιογράφων σ’ αυτό που τολμούσαμε τότε. Δηλαδή, έχω κρατήσει σελίδες επί σελίδων, περιοδικά, εφημερίδες, ολοσέλιδες, συνεντεύξεις, τα πάντα για το ότι κάτι γεννιέται στο ελληνικό σινεμά, επιτέλους. Γιατί ερχόμασταν πια μετά από μια κρίση των καλλιτεχνικών ταινιών, το υποδέχτηκαν όλοι πολύ θετικά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι τότε είχε αρχίσει κι ο θεσμός των avant premiere και είχαμε κάνει μια συνεργασία με τα Νέα, παρουσιάζοντας σε avante premiere τις βραβευμένες ταινίες της χρονιάς, που τις είχαμε όλες. Δηλαδή κάναμε avant premiere «Ινδοκίνα», Όσκαρ ξένης ταινίας, «Αντίο, παλλακίδα μου», χρυσός φοίνικας, «Γαμήλιο πάρτι», χρυσή Άρκτος. Ήταν πέντε ταινίες που ήταν όλες βραβευμένες και μιλάμε ότι σε αυτές τις avant premiere, επειδή ήταν σειρά προτεραιότητας οι προσκλήσεις, λέγαμε 16:00 στο ταμείο του Απόλλωνα, από τις 14:00 υπήρχε η ουρά και ανοίγαμε κάποια στιγμή και ήταν απ’ έξω 1000 άτομα για να πάρουν την πρόσκληση, τρομακτική επιτυχία. Νομίζω σου ‘χω πει ότι μέσα σε αυτή τη χρονιά ήταν του Σιριλ Κολάρ, οι «Άγριες νύχτες», το «Μια καρδιά το χειμώνα», «Ο εραστής της κομμώτριας», «Η μποέμικη ζωή» του Καουρισμάκι, όλες οι επιτυχίες.

Ι.Δ.:

Άλλωστε είπατε ότι η «Ινδοκίνα» κράτησε και επτά εβδομάδες.

Ζ.Π.:

Επτά εβδομάδες. Η μόνη αποτυχία, δυστυχώς, ήταν -γιατί τότε το ελληνικό σινεμά ήταν σε μεγάλη κρίση- το «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» του Παναγιωτόπουλου. Δυστυχώς, ο φίλος Παναγιωτόπουλος, που δεν υπάρχει πια, αυτό πρέπει να το αναφέρω, γιατί το λέω μετά το θάνατό του, επειδή ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε ένα τρομακτικό χιούμορ, τρομακτικό. Δηλαδή, μας έλεγε ιστορίες όταν συγκατοικούσαν με τον Θόδωρο τον Αγγελόπουλο στο Παρίσι απίστευτες. Δηλαδή, όταν τις πρωτάκουγα… Την πρώτη την ιστορία, την είχα ακούσει κάτω από βροχή στην πλατεία του Λοκάρνο και είχα γονατίσει κάτω γελώντας και όλοι γύρω-γύρω με κοίταζαν και δεν ήξεραν γιατί γελάω. Είχε φοβερό χιούμορ και αυτοσαρκαστικό, οπότε μπορώ να το πω. Όταν ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε κάνει την ταινία «Βαριετέ» και ήταν και δύσκολη, ήταν και πολύ φίλος και με τον Γιώργο τον Μιχαηλίδη, ο οποίος τότε είχε και το Παλλάς και του είχε παραχωρήσει, ο Μιχαηλίδης του είχε πει: «Θα σου δώσω μια εβδομάδα το Παλλάς να βγάλεις αποκλειστικά το “Βαριετέ”», μεγάλη υπόθεση. Βγάζει το «Βαριετέ» στο Παλλάς και κάνει 8000 εισιτήρια, τρομακτικό νούμερο, πολύ μεγάλη επιτυχία, οπότε εμείς τότε… Τότε ήταν η περίοδος που ήμασταν στην ΕΛΚΕ και έρχεται ο Παναγιωτόπουλος, λέει: «Πού θα συνεχίσουμε; Στο Παλλάς δεν μπορεί». Το Παλλάς έπαιζε μια ταινία κάθε εβδομάδα και άλλαζε. «Ωραία θα σου βρούμε, Νίκο, άλλες αίθουσες». Του βρίσκουμε τέσσερις αίθουσες. Νομίζω ότι ήταν τη δεύτερη εβδομάδα και το Παλλάς, σίγουρα ήταν και ο Δαναός και άλλες δύο αίθουσες. Τέσσερις αίθουσες, δεύτερη βδομάδα και από τις 8000 που είχε κάνει στην μια αίθουσα, κάνει στις τέσσερις μαζί -παταγώδης αποτυχία- 2800. Έρχεται στο τέλος της εβδομάδας ο Παναγιωτόπουλος έντρομος: «Τι έγινε;». Και τότε πρόεδρος στην ΕΛΚΕ ήταν ο Αντώνης ο Καρατζόπουλος, ο οποίος ήταν γενικά αρκετά κυνικός σε κάποιες απόψεις του και πάει στο στον πρόεδρο και του λέει: «Ρε συ πρόεδρε, εσύ που έχεις τόσο μεγάλη εμπειρία τόσα χρόνια στη δουλειά, πώς μπορείς να το εξηγήσεις, την πρώτη βδομάδα σ’ ένα σινεμά να κάνουμε 8000 και τη δεύτερη εβδομάδα σε τέσσερα σινεμά να κάνουμε 2800;». Και του λέει: «Παναγιωτόπουλε, είναι πάρα πολύ απλό, τελείωσαν οι μαλάκες». Λοιπόν αυτό έχει μείνει, το οποίο το χαιρότανε και ο Νίκος ο Παναγιωτόπουλος μετά, γιατί πραγματικά ήταν, ξέρεις, από τη μία πλευρά ο καλλιτέχνης και από την άλλη η κυνικότητα αυτού που λέγαμε παλιά: «Ο παραγωγός, ο κυνικός παραγωγός». Το οποίο και ο τέτοιος το είπε χιούμορ βέβαια, ο Καρατζόπουλος, αλλά έχει μείνει ιστορικό το: «Τελείωσαν οι μαλάκες».

Ι.Δ.:

Μάλιστα.

Ζ.Π.:

Από κει και μετά η Rosebud έφτασε κάποιες χρονιές στο απόγειό της. Μια χρονιά η Rosebud -δεν θυμάμαι ακριβώς ποια- ήταν η πλέον επικερδής κινηματογραφική εταιρεία στην Ελλάδα. Δηλαδή στον ισολογισμό, στον ισολογισμό όλων των εταιρειών, εταιρειών που είχαν στούντιο και λοιπά με τεράστιους τζίρους, εκεί που έλεγε «κέρδη» ήταν μακράν πρώτη η Rosebud. Είχε βέβαια και διακυμάνσεις, γιατί όπως σου είπα, ήτανε οι αγορές τυφλές και είχαμε και επιτυχίες και αποτυχίες μας. Μας απογείωσε πάρα, πάρα πολύ η ιστορία με τον Αστερίξ.

Ι.Δ.:

Απλά πληρώσατε πάρα πολλά λεφτά για να το πάρετε.

Ζ.Π.:

Πρόσεξε, ήμασταν πάρα πολύ τυχεροί ότι τον πρώτο και το δεύτερο Αστερίξ, επειδή είχα πάρα πολύ καλή σχέση με τον παραγωγό, τον έναν από τους κύριους παραγωγούς, και με εμπιστευόταν, γιατί είχα αγοράσει από αυτόν και άλλες ταινίες, είχα αγοράσει τον «Εραστή της κομμώτριας», τον «Ουσάρο», που είπαμε ότι ήταν αποτυχία, αλλά και άλλες ταινίες πετυχημένες ή μη, μου είπε: «Μόνο σε σένα σε όλο τον κόσμο -νομίζω και σε μια άλλη αγορά στο Λίβανο- θα τη δώσω την ταινία με ποσοστό, δηλαδή, δεν θα πληρώσει minimum guarantee». Οπότε λειτουργήσαμε εκ του ασφαλούς. Όταν είδαμε τον Αστερίξ, το πρώτο Αστερίξ είχαμε πάει στην πρεμιέρα ο Γιώργος ο Σκούρας, ο Γιώργος ο Τζιότζιος κι εγώ. Οι δυο τους καταλάβαιναν πολύ καλύτερα από μένα, γιατί ήταν η πρεμιέρα σε αίθουσα γαλλική, χωρίς υπότιτλους. Εγώ απογοητεύτηκα και ο Γιώργος ο Τζιότζιος απογοητεύτηκε. Ο Γιώργος ο Σκούρας ήταν αισιόδοξος. Και μάλιστα είχαμε πάρει μια βοήθεια από τη Unifrance, το γαλλικό οργανισμό ενίσχυσης των γαλλικών ταινιών, ότι αν αποτύχουμε, γιατί κάναμε πολύ μεγάλο άνοιγμα, θα μας δώσει ένα ποσό, θα μας πληρώσει της κόπιες. Γιατί κάναμε για τότε μεγάλο άνοιγμα σε γαλλική ταινία. Η ταινία σάρωσε, πρώτη ταινία, 550.000 εισιτήρια. Στη σεζόν τη χειμερινή ήταν πρώτη, στην ετήσια ήταν δεύτερη, γιατί το καλοκαίρι είχε βγει το «Mamma Mia», ήταν δεύτερη. Ο δεύτερος Αστερίξ πήγε καλά, αλλά δυστυχώς από ένα τραγικό λάθος του τότε συνεταίρου μου, του Κρεζία, που είχε τσακωθεί με τα Village-

Ι.Δ.:

Α με τα Village.

Ζ.Π.:

Μπράβο, με τα Village, δεν παίχτηκε η ταινία στα Village. Τράβηξα τα χίλια μύρια να πείσω τους έξω ότι γιατί δεν παίζουμε στα Village. Δεν ήθελα να τους πω τον ακριβή λόγο, και έκανε 350.000 εισιτήρια. Έρχεται η σειρά του τρίτου Αστερίξ, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου πάλι ο παραγωγός θα ήτανε ο ίδιος και μου είχε πει: «Και αυτό θα σου το -ήταν πολύ ευχαριστημένος από τα χρήματα που τους δίναμε απ’ τα ποσοστά- μ’ αυτό τον τρόπο». Αλλά κάποια στιγμή μου ανακοινώνει, αυτός αποχωρεί από την ταινία. Οπότε έρχεται η εταιρεία, ο παραγωγός, ο κύριος παραγωγός τότε ο Λαγκμάν, ένας από τους μεγάλους παραγωγούς, γιος ενός μεγάλου παραγωγού και η Πατέ και μας ζητάνε ένα τρομακτικό ποσό, το μεγαλύτερο ποσό που έχει αγοραστεί ταινία ποτέ, ανεξάρτητη ταινία, το οποίο αποφασίζουμε να το πληρώσουμε, πιστεύοντας στα πάρα πολλά εισιτήρια.

Ι.Δ.:

Ήταν αυτό που είπατε 800.000;

Ζ.Π.:

800.000, ήταν ένα πόσο απίστευτο. Κλείνουμε την συμφωνία και έρχεται κάποια στιγμή η ώρα να πάμε ο Γιώργος ο Σκούρας, ο Γιώργος ο Τζιότζιος και εγώ να δούμε το πρώτο cut, χωρίς τα σπέσιαλ εφέ, της ταινίας στο Παρίσι, σ’ ένα γραφείο. Όπου η ταινία τη θεωρούμε, κυρίως ο Τζιότζιος και γω, πάρα πολύ κακή, τρελαινόμαστε. Αφού αρχίζω να λέω εγώ: «Είναι το τέλος της Rosebud!», έχοντας πληρώσει 800.000. Βγήκαμε μετά με την πωλήτρια για φαγητό, μας άκουγε όλο το Παρίσι, εμένα ειδικά για τις φωνές μου, για την ποιότητα της ταινίας. Τελικά όμως η ταινία και λόγω μιας μεγάλης πρεμιέρας που είχε γίνει στο Μέγαρο, παρουσία του Ντεπαρτιέ, και λόγω ελληνικού θέματος, έκανε πολύ καλά εισιτήρια, 450.000 έκανε και βγήκε και κερδοφόρα. [02:40:00]Αλλά βλέπεις πώς το σκηνικό αλλάζει, από κει που λες το τέλος της Rosebud, να πηγαίνεις στην επιτυχία, όπως και το ανάποδο να περιμένεις μια επιτυχία και να… Δηλαδή, ξέρω ‘γω, στο φίλο μου το Φατίχ Ακίν, όταν ερχόταν από επιτυχίες και μου είχε πει ότι θα κάνει ταινία για την σφαγή των Αρμενίων, του είχα πει για την Ελλάδα αυτό είναι ψωμοτύρι, μια ταινία που την πληρώσαμε και ακριβά, σκηνοθέτης αποδεδειγμένα καλός, το θέμα πολύ εμπορικό για την Ελλάδα… Παταγώδης αποτυχία! Γι’ αυτό δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ μέχρι που θα φτάσει η πρώτη μέρα. Για μας πάντα η μέρα της κρίσης είναι η Πέμπτη, όπου παρακολουθούμε, βέβαια, και τον ανταγωνισμό και το δικό μας. Την Πέμπτη πια ξέρεις τη πορεία μιας ταινίας. Βέβαια, πολλές φορές γυρίζει προς το καλό ή το κακό εάν η ταινία έχει word of mouth, δηλαδή είναι ταινίες που ξεκίνησαν, ας πούμε… Ακόμα και ο «Άσπρος πάτος», που έκανε 55.000 το καλοκαίρι, που ήταν μεγάλη επιτυχία, η πρώτη μέρα ήταν μια απογοήτευση, δηλαδή, σε σχέση με αυτά που περιμέναμε. Ήταν η ταινία του καλοκαιριού. Ό,τι άνοιγες, όποιο περιοδικό, όποια εφημερίδα, ότι άνοιγες και έλεγε για τις ταινίες του καλοκαιριού, νούμερο ένα μακράν ήταν ο «Άσπρος πάτος».

Ι.Δ.:

Είναι κάποιες που παίρνουν traction πιο μακροπρόθεσμα.

Ζ.Π.:

Ακριβώς, ακριβώς και γίνονται και στη συνέχεια. Και δες και τις φετινές περιπτώσεις, ακόμα και το «Aftersun» και λοιπά, ναι μεν ξεκίνησε καλά, αλλά όταν ξεκίνησε, κανένας δεν φανταζόταν ότι θα ‘κανε αυτό το νούμερο ή η «Φάλαινα». Λέμε τώρα για ταινίες πετυχημένες. Ή το «Μπλε καφτάνι», του Δαναού, που το βγάλαμε εμείς διανομή.

Ι.Δ.:

Εγώ θέλω να κάνω μια άλλη ερώτηση, γιατί μπορεί να πάμε πιο πέρα και θα το ξεχάσουμε. Όταν γίνατε πλέον Rosebud.21 και η Rosebud η κανονική έμεινε στην Odeon, κρατήσατε τον κατάλογό σας ή έμενε σ’ εκείνους;

Ζ.Π.:

Όχι, δυστυχώς, έμεινε σ’ εκείνους. Αργότερα πήραμε τους δύο πρώτους Αστερίξ - για τα τηλεοπτικά δικαιώματα πια μιλάμε. Όλος ο κατάλογος, όλος, όλος ο κατάλογος έμεινε μέχρι εξαντλήσεως στην Odeon, που είχε μέσα διαμάντια.

Ι.Δ.:

Δηλαδή, όλα αυτά τα χρόνια που είχατε.

Ζ.Π.:

Όλα, όλα, όλα, όλα αυτά, όλα αυτά. Που οι ταινίες, βέβαια, συμπεριλαμβανομένων και τίτλων που ήταν κατευθείαν για βίντεο κάποιοι, επί Rosebud, κανονικής Rosebud, πρώτης Rosebud πρέπει να ήταν είχε γίνει η καταμέτρηση περίπου 550, κάτι τέτοιο. Όπως σου είπα, κάποια στιγμή πιστεύω ότι στην καριέρα μου πρέπει να έχω κάνει διανομή, μπορεί και το 2000 τίτλοι να είναι λίγο, μπορεί να είναι και 3000, ούτε ξέρω πόσες, σ’ όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή από τότε που ξεκίνησα. Που ήταν και ήταν και τα πιο δύσκολα χρόνια, γιατί όταν πρωτοξεκινήσαμε η αγορά των ποιοτικών ταινιών, σαν Ζήνος Παναγιωτίδης τότε ξεκίνησα, ήταν εντελώς ανύπαρκτη. Παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον και κάποιο, δηλαδή είχαμε πάρει τον κινηματογράφο Έλλη αποκλειστικά στο κέντρο της Αθήνας και ενώ με τη Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, με την κολοσσιαία εταιρεία, είχε κάνει 85.000 εισιτήρια, εμείς τη φέραμε στα 135.000 εισιτήρια. Επίσης, όταν το Αττικόν την πρώτη χρονιά συνεργάστηκε αποκλειστικά με τη Rosebud, έκανε, επειδή ξανάνοιξε -είχε γίνει, νομίζω το έχουμε πει, είχε γίνει θέατρο και μουσική σκηνή- όταν ξανάνοιξε την πρώτη χρονιά με όλα αυτά, με την «Ινδοκίνα» και όλα τα σχετικά, είχε κάνει 155.000 εισιτήρια, τρομακτικό νούμερο. Όλες σε αποκλειστικότητα όμως, οι ταινίες ξεκίναγαν αποκλειστικά στο Αττικόν και μετά άνοιγαν. Ήταν τελείως διαφορετική η λογική τότε δηλαδή και το σκηνικό.

Ι.Δ.:

Σήμερα πού βρίσκεται γενικώς μετά από δέκα χρόνια;

Ζ.Π.:

Καλά, καλά, δηλαδή, είμαστε -όπως σου είπα πριν- κάπου στο μέσον μεταξύ της επόμενης εταιρείας, που είναι μετά τις δύο κολοσσιαίες εταιρείες, και των μικρότερων εταιρειών, είμαστε ακριβώς στη μέση, κάνοντας ένα σημαντικό αριθμό εισιτηρίων κάθε καλοκαίρι και κάθε… Τώρα βέβαια το χειμώνα, δύο χρόνια υποφέραμε πάρα πολύ. Ήδη και ο «Αστερίξ» φέτος, που ήταν το μεγάλο μας χαρτί, δεν έκανε τα αναμενόμενα. Βέβαια, έκανε 100.000 εισιτήρια, δεν ήταν λίγα, αλλά δεν ήταν τα αναμενόμενα. Βγάζουμε κάθε χρόνο περίπου -τώρα άλλαξε λίγο το σκηνικό- τώρα εκεί που πάμε να ακουμπήσουμε, να βγάζουμε το χρόνο κάπου 7 με 8 ταινίες το καλοκαίρι και άλλες τόσες το χειμώνα. Το οποίο βέβαια σαν πλάνο, επειδή σου είπα για τις ταινίες κινουμένων σχεδίων, έχουμε κάθε χειμώνα να βγάζουμε τρεις ταινίες κινουμένων σχεδίων, γιατί είναι σοβαρή αγορά και δύο ταινίες κινουμένων σχεδίων το καλοκαίρι, άρα ο αριθμός μπορεί να γίνει μεταξύ 15 με 20. Δεν θέλουμε να φτάσουμε στο 20, θέλουμε να κρατήσουμε… Το κακό είναι ότι όταν είσαι σινεφίλ, πολλές φορές, επειδή είσαι υποψήφιο θύμα, με την έννοια ότι πας να δεις μια ταινία, σου αρέσει πάρα πολύ και μπορεί να πιστεύεις ότι αυτή η ταινία θα γίνει επιτυχία και να σ’ έχει ακουμπήσει μόνο εσένα, να είναι μεν καλή ταινία, αλλά να μην έχει κάνει επιτυχία.

Ι.Δ.:

Την κρίνεις σα θεατής, όχι σαν διανομέας κάπως.

Ζ.Π.:

Ναι, ακριβώς, σαν θεατής. Αυτό είμαι δυστυχώς, αυτό ήταν το δικό μου, πάντα, το λάθος μου και ένα κομμάτι το είχε και ο Γιώργος ο Τζιότζιος. Όταν είσαι σινεφίλ, δεν μπορείς να είσαι ψυχρός, ας πούμε. Εντάξει, μπορεί να πεις αυτή η ταινία είναι εμπορική και να είναι και μιας ποιότητας, δηλαδή. Έχω κάνει και διανομή πολύ κακών ταινιών, ευτυχώς πολύ λίγων. Δηλαδή, ταινίες που ήταν στα χαρτιά μια χαρά και να αποδειχτούν στο τέλος παταγώδεις αποτυχίες. Είναι πολύ δύσκολο να προωθήσεις μια ταινία την οποία δεν την αγαπάς, δεν την αγάπησες. Γι’ αυτό σ’ αυτό έχω πολύ κυματοθραύστη σ’ αύτη είναι η ιστορία την κόρη μου, που είναι πιο ψυχρή, είναι μια άλλη γενιά και βλέπει πιο ψυχρά τα πράγματα, και όταν είναι μία ταινία που δεν μου αρέσει και λοιπά, λέω: «Πάρε εσύ, διαχειρίσου το», ξέρω ότι θα τη διαχειριστεί πάρα πολύ καλά. Βέβαια, μεγάλος αριθμός των ανταγωνιστών είναι πιο ψυχροί δολοφόνοι από μένα και βλέπουν τις ταινίες με μια άλλη ματιά. Αυτό που λέω και θα λέω πάντα είναι ότι ο αριθμός των ταινιών που εισάγονται στην Ελλάδα, κυρίως των ποιοτικών, είναι τρομακτικά μεγάλος. Δηλαδή, για μένα από τις ταινίες… Τώρα βάζουμε ταυτότητα ποιοτική ταινία -τι σημαίνει ποιοτική ταινία είναι και λίγο στον αέρα- αλλά από τις ταινίες τις λεγόμενες arthouse οτιδήποτε, θα έπρεπε να εισάγονται στην Ελλάδα το 50%. Μπορεί να φαίνεται υπερβολή αυτό που λέω, όμως, αλήθεια, είναι πραγματικότητα. Οι μισές ταινίες που βγαίνουν στην Ελλάδα, στους κινηματογράφους, είναι περιττές. Θα μπορούσαν να πάνε σε πλατφόρμα, θα μπορούσαν κάποιες στην τηλεόραση. Δυστυχώς όμως και η τηλεόραση… Παλιά στην ΕΡΤ βρίσκαμε ένα καταφύγιο στην ΕΡΤ, έπαιρνε πολλές ποιοτικές ταινίες. Τώρα, επειδή η ΕΡΤ τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να ανταγωνιστεί τα ιδιωτικά κανάλια και να περιορίσει όσο το δυνατό περισσότερο την αυστηρά ποιοτική ταινία, από τον κατάλογό μας, ας πούμε, επειδή πια η ΕΡΤ αγοράζει, παλιά αγόραζε κάθε χρόνο, τώρα αγοράζει κάθε δυο, δυόμιση χρόνια σχεδόν εμείς αισθανόμαστε τυχεροί να αγοράζουν το 50% των ταινιών μας, πολλές φορές και λιγότερο, ενώ παλαιότερα έπαιρναν το 100% των ταινιών μας.

Ι.Δ.:

Μάλιστα.

Ζ.Π.:

Δεν ξέρω τι άλλα μπορούμε να πούμε. Σίγουρα μας διαφεύγουν διάφορα τραγελαφικά, τραγελαφικές ιστορίες. Έχουμε πει αρκετές, δεν ξέρω τώρα δεν μου έρχονται έτσι, μπορεί σιγά-σιγά μπορεί να μου έρθουν στο μυαλό.

Ι.Δ.:

Κοιτάξτε, έχουμε πει πολλά, έχετε σκιαγραφήσει μια μεγάλη πορεία, χρόνων, δηλαδή είμαι αρκετά καλυμμένος, δεν ξέρω αν έχετε να πείτε και σεις κάτι περισσότερο.

Ζ.Π.:

Όχι, σίγουρα θα έχουμε ξεχάσει κάτι, σίγουρα, αλλά νομίζω ότι έχουμε καλύψει… Γιατί θα χαρακτηριστώ και υπερφλύαρος, υπερφίαλος.

Ι.Δ.:

Ωραία, μπορούμε τότε να το λήξουμε εδώ.

Ζ.Π.:

Ναι, ωραία και αν θυμηθούμε κάτι από τα τραγελαφικά, εσύ αν θυμάσαι τίποτα άλλα, αν είχες ακούσει τίποτα αλλά. Τέλος πάντων. Αυτά.

Ι.Δ.:

Λοιπόν, ευχαριστώ παρά πολύ για όλο το χρόνο.

Ζ.Π.:

Και εγώ ευχαριστώ. Ναι, μου άρεσε, γιατί ήταν μια ωραία αναδρομή. Μάλιστα, μην ξεχνάς ότι πέραν των κινηματογραφικών, κάναμε και αναδρομή και τη ζωή μου. Θυμήθηκα κομμάτια από την Κωνσταντινούπολη, από τον ερχομό μου εδώ στην Ελλάδα, από τα πρώτα μου βήματα, από την κινηματογραφική λέσχη του πανεπιστημίου, από τις φιλίες μου με κάποιους σκηνοθέτες, τη γνωριμία μου με ηθοποιούς που ποτέ δεν φανταζόμουν ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν η ώρα να συνομιλήσω μαζί τους ή να τους χαιρετίσω. Νομίζω ότι είναι μια ζωή πολύ, πολύ γεμάτη κινηματογραφικά. Και έχω ζήσει το σινεμά πια και σε όλες… Πέρα από το τεχνικό κομμάτι, που είναι οι διάφορες πια είναι τρομακτικές, αν σκεφτείς από το ‘70 μέχρι τώρα πόσες[02:50:00] αλλαγές έχουν γίνει, πόσα καινούργια πράγματα μπήκαν στο χώρο του θεάματος. Δηλαδή, αν πεις ότι δεν πρόλαβα το βουβό κινηματογράφο, εννοείται, ή τις εύφλεκτες κόπιες, που ήταν κάποτε οι κόπιες 35άρες ήταν και εύφλεκτες ή τους ριχτούς τους υπότιτλους που έπεφταν, που έχουν βγει από κει τα χασάπη γράμματα και τα διάφορα, όλα τα άλλα από την κανονική κόπια των 35mm, μέχρι τώρα με το DCP και λοιπά, όλα μα όλα τα έχω ζήσει. Και το καλό είναι αυτό, ότι όλα αυτά δεν τα έχω ζήσει αφ’ υψηλού. Δηλαδή, δεν ήμουνα ο εστέτ του κινηματογράφου, ήμουνα εργάτης του κινηματογράφου. Μου άρεσε να μπαίνω μέσα στα… Μην πω τη λέξη. Ναι. Αυτά, ευχαριστώ πολύ και ‘γω.

Ι.Δ.:

Εγώ ευχαριστώ, κύριε Ζήνο, και εντάξει νομίζω ότι κι εγώ χαίρομαι, δηλαδή, που τα είχατε τη… Να κάνετε το οδοιπορικό όλο αυτό. Και να κλείσουμε.

Ζ.Π.:

Ωραία, λοιπόν, ελπίζω στις νέες γενιές, όταν φύγουμε εμείς από τη δουλειά, να υπάρχουν άνθρωποι που πρώτα απ’ όλα το επάγγελμά μας να βρίσκεται εν ζωή, και να είναι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο σινεμά μόνο για τις εμπορικές απολαβές, για τις οικονομικές απολαβές, να είναι και ένα κομμάτι της ζωής τους το σινεμά. Αυτά.

Ι.Δ.:

Ωραία λοιπόν.

Ζ.Π.:

That’s all, φώτα, φώτα παρακαλώ.

Ι.Δ.:

Μια συμπλήρωση να κάνουμε που o κύριος Ζήνος θυμήθηκε μια ιστορία που νομίζω ότι έχει αξία να ειπωθεί εδώ.

Ζ.Π.:

Ναι, θυμηθήκαμε τώρα την ιστορία του «Trainspotting». Είναι ένα από -τι μπορώ να πω- τα παραλειπόμενα, αυτά που γράφουν ιστορία στην πορεία μιας εταιρείας, είναι η ιστορία του «Trainspotting». Η ταινία του Ντάνι Μπόιλ έρχεται με δόξα από το εξωτερικό, από το φεστιβάλ των Καννών, είναι να βγει στους κινηματογράφους και κάποια στιγμή, τότε είχαμε κάνει μια avant premiere με τα Νέα και με το περιοδικό Μετρό. Την μέρα που είναι να βγει η ταινία με παίρνουν τηλέφωνο και ο Δημήτρης Δανίκας απ’ τα Νέα και ο Γιώργος Θαλασσινός από το Μετρό για να μου πουν ότι δόθηκε μεγάλη συνέχεια σ’ ένα πρωτοσέλιδο του αδέσμευτου τύπου, του Δημήτρη του Ρίζου, που έγραφε κινηματογραφικά, ο Ιάσονας ο Τριανταφυλλίδης. Πρωτοσέλιδο: «Ταινία που διαφημίζει τα ναρκωτικά στις αίθουσες». Και με ενημερώνουν ότι το βράδυ την ταινία, στον κινηματογράφο Όπερα θα τη δει εισαγγελέας για να αποφασίσει αν θα την απαγορεύσει ή όχι. Μου συστήνουν ένα δικηγόρο, φίλο τους και μετέπειτα φίλο και δικό μου, τον Μάκη τον Τζίφρα. Με ενημερώνει τα διαδικαστικά. Μάλιστα μου είπε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Επειδή το βράδυ μπορεί να την περάσεις στο κρατητήριο, για να γίνει το πρωί το αυτόφωρο και να προλάβουμε, αν αθωωθείς, να παιχτεί η ταινία το σαββατοκύριακο, να μην χάσουμε το σαββατοκύριακο, ντύσου με μπουφάν, μην βάζεις κάνα σακάκι και λοιπά, μπουφάν. Έχε μαζί σου οδοντόβουρτσα, οδοντόπαστα και λοιπά και κάτι ακόμα, γιατί μπορεί να την περάσεις τη νύχτα στο κρατητήριο». Πηγαίνω στην Όπερα, όπου έχουν στηθεί όλα τα κανάλια απ’ έξω, δεν βρίσκεται εισαγγελέας, όλοι ψάχνουν μέσα στην αίθουσα φάτσα περίεργη να δουν αν είναι κανένας εισαγγελέας. Αυτό που έχουμε γνωρίσει τον εισαγγελέα με τα μαύρα γυαλιά και την καμπαρντίνα και λοιπά, δεν υπάρχει. Και ξαφνικά μας ειδοποιούν ότι ο εισαγγελέας πάει να δει την ταινία στον κινηματογράφο Άττικα στην Πλατεία Αμερικής. Όλα τα συνεργεία σηκώνουν όλες κάμερες και λοιπά και εγώ, βέβαια, και πηγαίνουμε στο Άττικα. Όπου πια έξω απ’ το Άττικα είναι όλα τα κανάλια και περιμένουνε, είναι η ώρα του δελτίου ειδήσεων -ίδια ώρα ήταν όλα τα δελτία ειδήσεων τότε- και περιμένουν να δουν τελικά πότε θα βγει ο εισαγγελέας και τι θα αποφασίσει. Παρεμπιπτόντως, ο εισαγγελέας αυτός, που το πού ήταν τότε στα πρώτα του βήματα, ήταν ο πολύ γνωστός για τα τελευταία χρόνια, ο Ισίδωρος Ντογιάκος. Όλα τα μετέπειτα μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας, ο Χατζηνικολάου, ο Ευαγγελάτος, ο Βαξεβάνης, νομίζω κι ο Παπαδάκης ήταν, πάντως, όλοι ήτανε σε ανοιχτή και με ανοιχτή εικόνα ταυτόχρονα, δηλαδή, έλεγαν το δελτίο ειδήσεων και ένα κομμάτι της εικόνας έδειχνε το Άττικα, μόλις βγει ο Ντογιάκος, για να κάνουν τη σύνδεση. Και μάλιστα νομίζω ότι ο Ευαγγελάτος είχε κάνει ταυτόχρονη σύνδεση με το προεδρικό μέγαρο, όπου υπήρχε μια δεξίωση και ήταν εκεί ο υπουργός, ο τότε υπουργός πολιτισμού, ο Βαγγέλης ο Βενιζέλος και ήμασταν τότε στην οθόνη ο Βαγγέλης ο Βενιζέλος, ο Ευαγγελάτος μάλλον και εγώ και ταυτόχρονα έλεγα, εγώ: «Είναι αδιανόητο σε μια ευρωπαϊκή χώρα να πάει να απαγορευθεί μια ταινία που έχει παιχτεί σε όλο τον κόσμο με πολύ καλές κριτικές, επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών» και λοιπά. Και πραγματικά βγαίνει ο Ντογιάκος, πέφτουν όλοι πάνω του, λέει ότι: «Θα πάρω την απόφαση αύριο, θα την ανακοινώσουμε αύριο». Και τελικά το πρωί, το πρωί ανακοινώνει, ενώ περιμέναμε, ευτυχώς γλίτωσα το κρατητήριο και το αυτόφωρο. Το πρωί έβγαλε απόφαση απαλλακτική και η ταινία συνέχισε να παίζεται στους κινηματογράφους με τρομακτική επιτυχία. Έκανε 120.000 εισιτήρια. Ήταν το θέμα των ημερών, δηλαδή μια ταινία που πραγματικά, πώς ένα δημοσίευμα ξαφνικά λειτούργησε τόσο θετικά για την εμπορικότητα μιας ταινίας, αυτό ήταν ένα από τα πολλά. Έχω δεκάδες τέτοιες παρόμοιες ιστορίες, αλλά αυτή νομίζω ήταν αυτή που είχε πάρει και την μεγαλύτερη δημοσιότητα.

Ι.Δ.:

Και από τις πιο επεισοδιακές, μάλιστα.