© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Το Cinema Πάνθεον μέσα από τα μάτια του χειριστή της κινηματογραφικής μηχανής

Istorima Code
24693
Story URL
Speaker
Χαράλαμπος Θεοφιλόπουλος (Χ.Θ.)
Interview Date
10/07/2023
Researcher
Χρυσούλα Λαδέα (Χ.Λ.)
Χ.Λ.:

[00:00:00]Είναι Τρίτη 11/07. Βρισκόμαστε στον κλειστό πλέον θερινό κινηματογράφο «Πάνθεον», στην Αμαλιάδα. Και εγώ είμαι η Χρυσούλα Λαδέα, ερευνήτρια για το Istorima. Καλησπέρα σας, θα θέλατε να μας συστηθείτε;

Χ.Θ.:

Βεβαίως! Λέγομαι Χαράλαμπος Θεοφιλόπουλος του Γεωργίου, του ιδρυτή του κινηματογράφου «Πάνθεον» στην Αμαλιάδα –θερινού, καλοκαιρινού–, ο οποίος ιδρύθηκε, αν δεν κάνω λάθος, το 1925. Που είχε το ιδιόκτητο σπίτι με κήπο δίπλα, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε μετέπειτα ως καλοκαιρινός. Το 1925 νοικιάστηκε, αν δεν κάνω λάθος, σε δύο αδέρφια –Γιαννακόπουλοι νομίζω, από τα Καμποχώρια, πιθανόν από τα Καβάσιλα–, τα οποία το βάστηξαν για δύο χρόνια. Μετά από αυτό, έφυγαν αυτοί και ανέλαβε την επιχείρηση ο πατέρας μου, από το 1927. Ο οποίος έφερε έναν μηχανικό, ονόματι Σπύρο Παλίγκα, Κερκυραίο την καταγωγή. Από την εποχή εκείνη του ’27, αν δεν κάνω λάθος, μέχρι μεταπολεμικά, κάπου το 1950. Ο κινηματογράφος λειτούργησε, όπως σας είπα, από το ’27. Εγώ γεννήθηκα το 1934 και, απ’ ό,τι θυμάμαι μετέπειτα, όταν μεγάλωσα φυσικά και απ’ ό,τι μας έλεγε ο πατέρας μου, δούλευε ως κινηματογράφος, αλλά έφερνε και θέατρα. Ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της εποχής εκείνης, κάπου το ’37-’38, δε θυμάμαι ακριβώς, είχε έρθει η Κοτοπούλη. Η Μαρίκα Κοτοπούλη, η γνωστότατη της εποχής εκείνης. Μ’ έναν θίασο στον Πύργο για ορισμένες παραστάσεις. Δυο-τρεις μέρες, δεν ξέρω τι ακριβώς. Κάναμε μία προσπάθεια ο πατέρας μου να τη φέρει. Αυτή δεν ήθελε, διότι φοβόταν για τις εισπράξεις, αν θα μπορέσει να σταθεί. Και της εγγυήθηκε ο πατέρας μου, όπως έλεγε, της πλήρωσε τα έξοδα για δύο παραστάσεις. Έγινε τόση δουλειά όταν ήρθε… Όχι μόνο μία μέρα, έμεινε δύο μέρες και έμεινε υπερευχαριστημένη φυσικά. Μετά, βέβαια, ποιοι άλλοι ηθοποιοί την εποχή εκείνη, αλλά τότε ήσαντε η μόνη που θυμάμαι που έλεγε ο πατέρας μου ότι είχε έρθει ως διάσημη. Είχαν, βέβαια, περάσει και άλλα μικρότερα συγκροτήματα, αλλά δεν τα ’ξερα εγώ αυτά.

Χ.Λ.:

Αυτά ήσαντε τα λεγόμενα μπουλούκια;

Χ.Θ.:

Την εποχή εκείνη μπουλούκια θεωρούνταν. Βέβαια, μεταπολεμικά ήσαν τα λεγόμενα μπουλούκια, τα οποία μαζευόσαντε ένα-δύο διάσημοι ηθοποιοί, ας πούμε, που ήσαντε γνωστοί της εποχής εκείνης, μάζευαν και καμιά δεκαπενταριά ηθοποιούς της κακιάς ώρας και ήσαντε τα λεγόμενα μπουλούκια. Αλλά ήσαντε τόσο οργανωμένα, μερικές φορές ήσαντε καλοί επιχειρηματίες, που όταν ερχόσαντε φερειπείν στην Αμαλιάδα –σας συζητώ τώρα για μεταπολεμικά–, που μένανε από δυο-τρεις μέρες μέχρι ένα μήνα. Είχαν καθημερινό νέο πρόγραμμα, ή επιθεώρηση, ή δράματα, ανάλογα. Εναλλαγή. Και διατηρείτο έναν μήνα. Ήσαντε ορισμένα που είχαν πλήρη επιτυχία, ήσαντε κι άλλα που αποτύγχαναν και τα μάζευαν και έφευγαν βράδυ.

Χ.Λ.:

Δηλαδή ανάλογα αν είχε πέραση, μπορεί να έμεναν έναν μήνα. Διαφορετικά έφευγαν.

Χ.Θ.:

Ναι, είχαν μείνει ένα μήνα. Είχαν σκηνικά δικά τους. Σκηνικά έφερναν… Η συγκοινωνία τότε ήσαντε με το τρένο. Δυο βαγόνια σκηνικά. Είχαν τα χρόνια εκείνα ορχήστρα, τρία, τέσσερα, πέντε όργανα. Τραγουδιστές, καλούς τραγουδιστές. Και ήσαντε μετά τα διάφορα νούμερα. Είχαν τους κονφερασιέ.

Χ.Λ.:

Πείτε μου γι’ αυτό.

Χ.Θ.:

Οι κονφερασιέ ήσαντε πολύ ετοιμόλογοι, πανέξυπνοι, δηλαδή έφτανε στο σημείο, όταν έβγαινε στη σκηνή για να κάνει… Γιατί ήτανε και αυτό μέρος του προγράμματος. Οι θεατές, ας πούμε, έλεγαν ο καθένας είκοσι-τριάντα λέξεις ασυνάρτητες. Και αυτοί, μέσα σε πέντε λεπτά, όταν έπαιρνε τις λέξεις, πήγαινε μέσα στα παρασκήνια, καθόταν και γύριζε σε πέντε-δέκα λεπτά και σου έλεγε ένα πολύ ωραίο ποίημα. Ήσαντε πάρα πολύ…

Χ.Λ.:

Οι κονφερασιέ πότε εμφανίζονταν;

Χ.Θ.:

Οι κονφερασιέ στην αρχή και στη συνέχεια παρουσίαζαν τα διάφορα νούμερα, τα σκετς. Η κάθε παράσταση είχε δέκα-δεκαπέντε σκετς. Είχε χορευτικά, τραγούδια… Κάποιος τα παρουσίαζε αυτά, αυτός ήταν ο λεγόμενος κονφερασιέ. Αλλά ο κινηματογράφος του πατέρα μου, Γεώργιος Θεοφιλόπουλος, το είχε μέχρι το 1939. Ο οποίος συνεταιριστήκαμε την εποχή εκείνη με τους αδερφούς Παπανδρικόπουλους, οι οποίοι είχαν ένα θερινό κινηματογράφο στον σταθμό κάτω. Μετά ήρθαμε εδώ πέρα, συνεταιριστήκαμε, και χειμερινό και καλοκαιρινό. Μας έπιασε ο πόλεμος, μείναμε συνεταίροι.

Χ.Λ.:

Μάλιστα. Στην αρχή ο κινηματογράφος, τότε προπολεμικά, ήτανε βουβός;

Χ.Θ.:

Στην αρχή, ναι, ήτανε βουβός και το χαρακτηριστικό αυτό ήτανε με τις ελληνικές φουστανέλες, «Η Γκόλφω», «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας». Που όταν είχε χορό και τέτοια με τις φουστανέλες, ο πατέρας μου, για να κινήσει το ενδιαφέρον του κόσμου ότι παρουσίαζε κάτι το ξεχωριστό, έπαιρνε τους γύφτους από τα χωριά εδώ με τα νταούλια και με τα κλαρίνα. Και όταν άρχιζε ο χορός και χόρευαν αυτοί βουβά, έπαιζαν αυτοί και νόμιζαν ότι ήτανε ζωντανά.

Χ.Λ.:

Και ο κόσμος κάτω τι έκανε;

Χ.Θ.:

Πανζουρλισμός, ιδιαίτερα σ’ αυτά.

Χ.Λ.:

Πότε σταμάτησε να είναι βουβός ο κινηματογράφος;

Χ.Θ.:

Βουβός πρέπει να ήτανε προ του ’39. Μετά ήταν ομιλών.

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε ο κινηματογράφος στον πόλεμο;

Χ.Θ.:

Όταν μας έπιασε ο πόλεμος, μετά άρχισαν, δυσκόλεψαν τα πράγματα. Δεν μπορούσαμε να φέρουμε ταινίες, μας επιτάξαν οι Γερμανοί και παίζαμε μόνο για τους Γερμανούς. Χρήματα δεν υπήρχαν. Βέβαια, μας είχαν δώσει την εβδομάδα μία-δυο φορές την εβδομάδα, δεν ξέρω, να παίζουμε για το κοινό. Ρεύμα δεν υπήρχε τότε στην Κατοχή. Πρώτα ή προπολεμικά ήταν, αν δεν κάνω λάθος, η ηλεκτρική των αδελφών Θανόπουλοι. Δε θυμάμαι τι ακριβώς. Οι οποίοι ήταν προς τον Αϊ-Γιώργη, πιο κάτω ήταν η ηλεκτρική. Αλλά στην Κατοχή δεν υπήρχε το ρεύμα. Και τότε οι Γερμανοί, δεν ξέρω πώς ακριβώς, ήταν ένας Μαζαράκης, ο οποίος είναι τώρα πού είναι η εκκλησία η Μυρτιδιώτισσα. Ήταν ένα κτήμα, μεγάλο αγρόκτημα εκεί πέρα. Αυτός ήταν νοικοκύρης της εποχής εκείνης. Τώρα δεν ξέρω πώς ακριβώς, είχε μία γεννήτρια ηλεκτρική. Και από κει οι Γερμανοί, με έξοδα δικά τους, έφεραν ρεύμα από τη Μυρτιδιώτισσα –τώρα για να καταλάβετε–, μέχρι το Πάνθεον εδώ πέρα, για να δουλεύει η μηχανή του κινηματογράφου και να έχει ρεύμα μέσα η αίθουσα

Χ.Λ.:

Νωρίτερα πώς λειτουργούσε;

Χ.Θ.:

Προ της Κατοχής, είπαμε υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Αλλά με την Κατοχή αυτά σταματησανε.

Χ.Λ.:

Εσείς πόσων χρονών ήσασταν όταν ήτανε η Κατοχή;

Χ.Θ.:

Εγώ όταν γεννήθηκα το ’34.

Χ.Λ.:

Ναι, μικρό παιδάκι. Τι θυμάστε;

Χ.Θ.:

Τι θυμάμαι! Ορισμένα πράγματα τα θυμάμαι. Ότι όταν ήτανε να δίνουμε παραστάσεις για τον κόσμο εδώ πέρα, χρήματα δεν υπήρχαν και η είσοδος ήτανε με είδος.

Χ.Λ.:

Δηλαδή;

Χ.Θ.:

Δηλαδή μία χούφτα σταφίδα, λίγο στάρι. Το μέτρημα ήτανε σ’ ένα ποτήρι του μικρού του κρασιού, το μετρό. Ένα αyγό. Και έτσι ζουν δύο οικογένειες, και η δικιά μας και του συνεταίρου μας.

Χ.Λ.:

Και οι άνθρωποι επισκέπτονταν εκείνη την περίοδο τον κινηματογράφο;

Χ.Θ.:

Ναι, ερχόσαντε!

Χ.Λ.:

Δηλαδή παρόλες τις δυσκολίες;

Χ.Θ.:

Ερχόσαντε. Βέβαια, το έργο μάς το παραχωρούσαν οι Γερμανοί, δεν πληρώναμε νοίκι και τέτοια. Οπότε δεν επιβαρυνόμασταν σε έξοδα και ό,τι μαζεύαμε για να τα φέρουμε κι εμείς βόλτα.

Χ.Λ.:

Και τι ταινίες ήταν αυτές που βλέπατε;

Χ.Θ.:

Τώρα αυτές ήσαντε… Μας τις διαθέταν οι Γερμανοί. Κάνανε προπαγάνδα δικιά τους, οπωσδήποτε. Θυμάμαι δε στον καλοκαιρινό κινηματογράφο[00:10:00]… Γιατί κάτω από το σπίτι ήταν η αίθουσα του κινηματογράφου, η οποία μέσα δίνονταν και παραστάσεις θεατρικές. Πίσω απ’ τη σκηνή είχαμε τα παρασκήνια. Την εποχή εκείνη υπήρχαν παρασκήνια. Βέβαια, στον καλοκαιρινό όχι, αλλά στον καλοκαιρινό που ήτανε ο θερινός, αυτό θυμάμαι, ότι, όταν δίναμε παραστάσεις τους Γερμανούς –πεντακόσιο, ολόκληρο τάγμα, δεν ξέρω πόσοι ήσαντε– αφήναν τα όπλα τους εκεί πέρα ή πίναν, δεν ξέρω τι ακριβώς, και τα ξεχνάγανε και τα παίρνανε το πρωί. Ποιος να τολμήσει, όμως, να τ’ ακουμπήσει; Φοβούμαστε, γιατί ήσαντε πάρα πολύ σκληροί. Θυμάμαι δε ένα περιστατικό, πιτσιρίκος μ’ ένα λάστιχο, αυτό που πετάνε πέτρες –τώρα αν το ξέρεις, έχει καλώς–, έβαζα σημάδι ένα δέντρο που ήτανε στα είκοσι.

Χ.Λ.:

Σφεντόνα;

Χ.Θ.:

Σφεντόνα, μπράβο! Λοιπόν, στα είκοσι μέτρα. Αλλά καθόμουνα στη μέσα πλευρά του κινηματογράφου, που ήτανε η έξοδος προς τη λεωφόρο και σημάδευα κάποιο δέντρο. Κατά κακή μου τύχη, πέρναγε τότε ένας Γερμανός. Τον χτύπησα, αφήνει το ποδήλατο κάτω και με παίρνει στο κυνήγι. Αλλά εγώ πρόκανα και τρύπωσα μέσα στον χειμερινό. Και τρύπωσα, θυμάμαι, κάτω από ένα κάθισμα. Έψαξε να με βρει, δε με βρήκε. Καλά, τη γλίτωσα! Αυτές τις αναμνήσεις έχω.

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε; Τι εικόνα έχετε από τον πεζόδρομο και την Αμαλιάδα την εποχή της Κατοχής;

Χ.Θ.:

Νυφοπάζαρο, ήτανε το νυφοπάζαρο της εποχής.

Χ.Λ.:

Την εποχή της Κατοχής;

Χ.Θ.:

Μεταπολεμικά εγώ θυμάμαι.

Χ.Λ.:

Τότε στην Κατοχή, όμως, θυμάμαι που μου είχατε πει πώς ήτανε, πώς είχε συρματοπλέγματα.

Χ.Θ.:

Όταν ήτανε με στην Κατοχή οι Γερμανοί, μπροστά από τον κινηματογράφο… Που είναι απέναντι τώρα, που είναι του Σταθόπουλου, αυτό παλιά ήταν αστυνομία. Ήσαντε των Γερμανών πράκτορες η αστυνομία τότε, είχαν τους τσολιάδες, που λέμε. Είχαν συρματόπλεγμα και υπό Κατοχή έμεναν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί κάτω. Και είχε συρματόπλεγμα με είσοδο. Άνοιγε το πρωί, έκλεινε το βράδυ.

Χ.Λ.:

Και το συρματόπλεγμα από πού ξεκινούσε μέχρι πού; Πού ήταν το συρματόπλεγμα; Έξω από την αστυνομία;

Χ.Θ.:

Όχι από δω από την αστυνομία, σπίτι σε σπίτι. Καλά, πιο κάτω ήτανε οι καραμπινιέρηδες, οι Ιταλοί. Απέναντι ήσαντε οι Γερμανοί. Έμενε ένας –δε θυμάμαι πώς τον έλεγαν– ένας Γερμανός, ο οποίος ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Γερμανών.

Χ.Λ.:

Γιατί;

Χ.Θ.:

Ήταν πολύ σκληρός. Είχαν χωριστεί οι πόλεις, ήταν ώρες κυκλοφορίας, που κυκλοφορούσαν. Δεν είχαμε ελεύθερο να κυκλοφορούμε συνέχεια, υπήρχε ωράριο.

Χ.Λ.:

Μάλιστα. Πείτε μου και για εκείνον τον καλό, όμως, Τσέχο.

Χ.Θ.:

Οι Γερμανοί είχαν και ένα δικό τους μηχανικό, της εμπιστοσύνης τους, ο οποίος ήτανε χειριστής μηχανής κινηματογράφου. Τον έλεγαν Άλφρεντ, το επώνυμο δεν το θυμάμαι. Ήταν πάρα πολύ καλός. Αυστριακός. Όταν κάνανε μπλόκα οι Γερμανοί και παίρνανε για αγγαρείες και τέτοια, μας έλεγε να μη βγούμε στην αγορά, γιατί θα κάνανε συλλήψεις. Στους μεγάλους, όχι σ’ εμένα. Γιατί εγώ ήμουν πιτσιρικάς.

Χ.Λ.:

Εσείς τότε που ήσασταν πιτσιρικάς, χωνόσασταν μέσα με τον Άλφρεντ στη μηχανή;

Χ.Θ.:

Ναι, βέβαια, πήγαινα. Γιατί μου έδινε κουραμάνα και έτρωγα. Έφερνε κουραμάνα, ψωμί. Δεν είχαμε ψωμί. Μας έφερνε σχεδόν κάθε μέρα μία κουραμάνα.

Χ.Λ.:

Α, ήταν καλός, δηλαδή, αυτός!

Χ.Θ.:

Ναι, αμέ!

Χ.Λ.:

Και την περίοδο του Εμφυλίου πώς ήταν ο κινηματογράφος; Λειτουργούσε κανονικά;

Χ.Θ.:

Τώρα κοίταξε να δεις, την περίοδο του Εμφυλίου υπολειτουργούσε. Αλλά μεταπολεμικά, μετά την απελευθέρωση, μετά το ’44 ξέρω γω, πότε ήταν ακριβώς, που άρχισε και λειτουργούσε ο κινηματογράφος, αλλά τότε ο κόσμος δεν πολυέβγαινε. Μη νομίζετε, ήτανε στον χειμερινό κινηματογράφο, νοικιάζαμε μία ταινία. Ο κόσμος, όμως, δεν ερχόταν. Κάναμε τρεις προβολές την εβδομάδα – Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, βασικά. Αλλά όταν ήσαντε τα ελληνικά έργα αργότερα, ήτανε και Πέμπτη, από την Τετάρτη και από τη Δευτέρα, ανάλογα. Αλλά τον καιρό εκείνο, θυμάμαι, αν δεν ξεπερνούσε τα τριάντα-τριάντα πέντε άτομα, δεν κάναμε προβολή. Γιατί ήμαστε υποχρεωμένοι να πληρώσουμε την ταινία. Γιατί στην κάθε μέρα της παράστασης είχαμε και έναν εφοριακό στην πόρτα. Παρακολουθούσε πόσα άτομα θα μπούνε. Ήτανε το πρωτόκολλο που υπέγραφε, πόσα εισιτήρια έχουμε, να πληρωθούν κι εκείνοι εκεί. Αλλά δε μας επέτρεπε να βάζουμε και τζαμπατζήδες μέσα. Αυτά γινόσαντε. Μετά ήρθανε τα θέατρα που ’ρχόσαντε τα συγκροτήματα, μέσα στο χειμερινό. Μεταπολεμικά πέρασαν όλα τα ονόματα της εποχής εκείνης, γιατί δεν υπήρχε άλλη χειμερινή αίθουσα και αναγκαστικά ήτανε το «Πάνθεον». Θυμάμαι πάλι ομιλίες, Καραμανλής φερειπείν, Στεφανόπουλος, που θυμάμαι τώρα της εποχής εκείνης, που κάναν περιοδεία στη κάθε πόλη. Και οι πολιτευτές της κάθε πόλης, της Ηλείας και τέτοια. Όταν κάνανε ομιλία, την κάνανε ή στον χειμερινό ή στον καλοκαιρινό. Ελεύθερα έξω απαγορευότανε οι συγκεντρώσεις, οι υπαίθριες συγκεντρώσεις. Γινόσαντε μέσα στην αίθουσα. Και θυμάμαι πάλι όταν ήσαντε οι μεγάλοι, Στεφανόπουλος, Καραμανλής, που έχουν μιλήσει εδώ στο «Πάνθεον», μέχρι να συγκεντρωθεί ο κόσμος και τέτοια, ερχόσαντε απάνω στο σπίτι του πατέρα μου –που είχε ο πατέρας μου, η οικογένεια–, στο σαλόνι, να πιουν το καφεδάκι τους. Μέχρι να συγκεντρωθούν κάτω, να κατέβουν στην αίθουσα για να κάνουν την ομιλία τους.

Χ.Λ.:

Δηλαδή τους είχατε γνωρίσει εσείς μ’ έναν τρόπο;

Χ.Θ.:

Μ’ ένα τρόπο, όλοι οι πολιτικοί είχαν περάσει από δω.

Χ.Λ.:

Και οι ηθοποιοί; Θυμάστε μερικούς να μου πείτε; Ή κάποιος που σας έκανε εντύπωση;

Χ.Θ.:

Κωνσταντάρας, Κοντού, Ξένια Καλογεροπούλου, Ληναίος νομίζω, Καρακατσάνης είχε περάσει. Όλοι οι ηθοποιοί.

Χ.Λ.:

Αυτοί πού έμεναν;

Χ.Θ.:

Αυτοί έμεναν σε ξενοδοχεία της εποχής εκείνης, αλλά ξενοδοχεία δεν υπήρχαν. Σ’ ενοικιαζόμενα δωμάτια. Ιδιαίτερα τα μπουλούκια. Εντάξει, μετά υπήρχαν κάτι ξενοδοχεία. Ήτανε το «Ελληνίς» εδώ, ήτανε πιο κάτω το άλλο του Πέττα.

Χ.Λ.:

Θυμάστε κανένα ηθοποιό που σας έκανε πολλή εντύπωση και το θυμάστε πολύ έντονα;

Χ.Θ.:

Όλοι. Την εποχή εκείνη, οι ηθοποιοί ήσαντε γνωστοί και όλοι κάναν εντύπωση, όχι μόνο σ’ εμένα που ήμουν παιδάκι αλλά και στους μεγάλους.

Χ.Λ.:

Εσείς που ήσασταν παιδάκι νιώθατε ότι ήσασταν τυχερός που τα βιώνατε όλα αυτά;

Χ.Θ.:

Βέβαια, ήμουν προνομιούχος στην Αμαλιάδα. Το ’θελα, δεν το ’θελα.

Χ.Λ.:

Αυτό το αναγνώριζαν και οι άλλοι, δηλαδή; Σας το έλεγαν και οι συμμαθητές σας στο σχολείο;

Χ.Θ.:

Βέβαια, να πάρω έναν συμμαθητή να τον βάζω μέσα και τέτοια.

Χ.Λ.:

Εσάς την εποχή σας επιτρεπόταν να πηγαίνετε σαν παιδάκι στον κινηματογράφο;

Χ.Θ.:

Εγώ είχα το άσυλο, αλλά τα άλλα παιδιά στο Γυμνάσιο… Του Γυμνασίου θυμάμαι που απαγορεύονταν να έρθουν στις παραστάσεις, εκτός που γινόσαντε μαθητικές παραστάσεις. Μαθητικές παραστάσεις και μεταπολεμικά κάναμε και παιδικές παραστάσεις, το λεγόμενο «Σινεάκ», που το είχαμε κάθε Κυριακή στις δέκα η ώρα.

Χ.Λ.:

Τι έπαιζαν συνήθως; Τι ήταν το Σινεάκ;

Χ.Θ.:

Μίκυ Μάους, τέτοια επίκαιρα. Καμιά φορά, καμιά ταινία που επιτρέπετο να είναι κατάλληλη, όλα αυτά. Με ειδικές άδειες. Κάθε ταινία δε, ακολουθείτο και από άδεια προβολής, που εχαρακτηρίζετο ή κατάλληλη ή ακατάλληλη. Τότε το ακατάλληλο ήταν 14 χρόνων.

Χ.Λ.:

Και ποια ταινία μπορεί να θεωρηθεί ακατάλληλη εκείνη την εποχή;

Χ.Θ.:

Τότε αν φαινόταν και λίγο το μπούτι της ηθοποιού θεωρούνταν ακατάλληλο, τόσο πολύ! Εντάξει, δεν υπήρχαν τα μετέπειτα αυτά, τσόντες που λέγαμε. Την εποχή εκείνη θα τους κρέμαγαν άμα έπαιζαν τέτοια πράγματα.

Χ.Λ.:

Εσείς, είπατε, ποιος ήταν ο χειριστής της μηχανής όταν ήσασταν παιδάκι;

Χ.Θ.:

Ο χειριστής της μηχανής, από προπολεμικά που το είχε ο πατέρας μου, αν δεν κάνω λάθος, μέχρι και το 1950, κάπου εκεί, είχαμε μηχανικό, τον Παλίγκα τον Σπύρο, τον Κερκυραίο.

Χ.Λ.:

Δηλαδή τον φέρατε από την Κέρκυρα για να δουλέψει εδώ;

Χ.Θ.:

Εδώ είχε εγκατασταθεί μόνιμα.

Χ.Λ.:

Ναι, αλλά ήρθε με αφορμή τον κινηματογράφο.

Χ.Θ.:

Ναι, ήταν ηλεκτρολόγος. Είχε άδεια μηχανικού κινηματογράφου την εποχή εκείνη.

Χ.Λ.:

Εσείς, σαν παιδάκι, μπαίνατε μέσα στο δωμάτιο της μηχανής;

Χ.Θ.:

Εντάξει, έμπαινα μέσα, αλλά απαγορευόταν για τους άλλους.

Χ.Λ.:

Ωραία, εσείς όμως, σαν παιδί, είχατε την περιέργεια να το μάθετε;

Χ.Θ.:

Ναι, και οι ταινίες στην [00:20:00]εποχή εκείνη ήσαντε εύφλεκτες. Δηλαδή με το παραμικρό, με το βολταϊκό τόξο, αν κοβόταν και δεν ασφαλίζετο με τον αυτόματο διακόπτη, μπορούσε να πιάσει φωτιά και να πιάσει όλο το μηχανοστάσιο εκεί.

Χ.Λ.:

Αυτή η μηχανή, που ήσασταν εσείς σαν παιδάκι, ήταν διαφορετική από αυτήν που χειριζόσασταν μετά;

Χ.Θ.:

Καλά, οι πρώτες μηχανές ήσαντε τελείως διαφορετικές. Μετά, όσο πηγαίναμε και εξελίσσονταν.

Χ.Λ.:

Πώς ήταν εκείνες οι μηχανές;

Χ.Θ.:

Τώρα να σας πω, καταρχήν, ήσαντε βουβές. Στις βουβές, όταν άρχισε μετά ο ομιλών κινηματογράφος, οι ειδικοί της εποχής εκείνης κάναν προσθήκη με κάποια εξαρτήματα και γινόταν ομίλων. Αλλά μετά βγήκαν και οι μηχανές οι ιταλικές. Ήταν οι Cine Meccanica, η Fendi μετέπειτα, την οποίαν πήραμε εμείς ως αδελφοί Θεοφιλόπουλοι. Ήτανε υπεραυτόματες, με βολταϊκό τόξο. Τα δε προπολεμικά, τα γράμματα δεν ήσαντε ενσωματωμένα στην ταινία επάνω. Ήτανε ξεχωριστό. Ξεχωριστή η ταινία, που κανείς δεν ήξερε… Με το ανοιγόκλειμα του στόματος, υπολόγιζες τι θα πει για να δείξεις τα γράμματα, δηλαδή δεν υπήρχε συγχρονισμός απόλυτος. Άλλα έδειχνε, άλλα έριχνε. Αυτοί που έριχναν τους τίτλους, λεγόσαντε ο τιτλέρ, που χειρίζετο τις…

Χ.Λ.:

Πώς ονομάζονταν;

Χ.Θ.:

Τιτλέρ. Εκτός από τον μηχανικό κινηματογράφου, ήταν και αυτός που έριχνε τα γράμματα με τους τίτλους. Καλά, αυτός δε χρειάζετο άδεια, αλλά εμπειρία για να ξέρει. Μέχρι που έγινε μετά, ταυτόχρονα, ο ομίλων ο κινηματογράφος και γλιτώσαμε απ’ αυτό το βάσανο. Βέβαια, οι ταινίες της εποχής εκείνης, και ιδιαίτερα μεταπολεμικά, με την πολλή χρήση, κοβόσαντε. Δηλαδή σε μία παράσταση… Γι’ αυτό έπρεπε –εξαρτάται από τον μηχανικό– να την ελέγξει. Γιατί ήτανε φθαρμένη, κομμένη, τα δόντια, που λέγαμε, προσαρμόζονταν στα γρανάζια για να γυρίζει η ταινία, έπρεπε να είναι σε άριστη κατάσταση για να μπορέσει να τη βγάλει μία μηχανή. Και όσο παλιά ήτανε, τόσες πολλές φορές κοβόταν. Μετά πήραμε τις σύγχρονες μηχανές, αλλά και στη σύγχρονη μηχανή από την πολλή χρήση… Γιατί τότε ο κινηματογράφος μεταπολεμικά δούλευε πολύ και με τους κινητούς στα χωριά και τέτοια. Και πάθαιναν φθορές.

Χ.Λ.:

Και όταν κοβόταν πώς αντιδρούσε το κοινό;

Χ.Θ.:

Όταν κοβόταν, σφυρίγματα… «Εδώ πέρα, γράμματα, Παλίγκα!» φωνάζανε και τέτοια. Γινόταν χαμός! Θυμάμαι ένα ωραίο –πάλι ξεφεύγουμε–, όταν ήταν ο καλοκαιρινός κινηματογράφος, που ήμαστε συνέταιροι με τους Παπανδρικόπουλους, μεταπολεμικά, που η οθόνη ήτανε προς τη λεωφόρο. Ήτανε κάποιο σύρμα από την οθόνη, που ήτανε δίπλα το σπίτι, και έκανε τις βόλτες του ένα ποντίκι, δηλαδή αυτό το θυμάμαι επί δυο-τρεις μήνες το καλοκαίρι. Είχε γίνει η ατραξιόν, το περιμέναν όλοι!

Χ.Λ.:

Και όταν πέρναγε το ποντίκι, τι γινόταν;

Χ.Θ.:

Χάλαγε ο κόσμος από τα χειροκροτήματα!

Χ.Λ.:

Το είχαν βγάλει και όνομα;

Χ.Θ.:

Όχι, όχι!

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε ο κινηματογράφος; Περιγράψτέ τον μας όπως τον θυμάστε εσείς σαν παιδάκι. Ο πρώτος κινηματογράφος. Αυτές τις εικόνες που έχετε.

Χ.Θ.:

Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, θυμάμαι αμυδρά όταν συνεταιριστήκαμε το ’39, προ του πολέμου, τον κινηματογράφο. Δεν έχω άλλες αναμνήσεις.

Χ.Λ.:

Θυμάστε πώς ήτανε ο χώρος, τα καθίσματα;

Χ.Θ.:

Ναι, τα καθίσματα ήτανε ψάθινα, τα οποία το καλοκαίρι καταβρέχαμε το αυτό, γιατί έτρωγαν πασατέμπο και τέτοια. Τα σαρώναμε, το καταβρέχουμε για να έχει δροσιά το βράδυ. Ήτανε ολόκληρη ιεροτελεστία να το πω έτσι.

Χ.Λ.:

Ο θερινός κινηματογράφος;

Χ.Θ.:

Ο θερινός κινηματογράφος. Να, όπως εδώ μέσα, έπαιρνε ο θερινός μεταπολεμικά, το ’61 ιδιαίτερα, που μεγάλωσε η αίθουσα και του χειμερινού, που εκσυγχρονίστηκε και έγινε υπερπολυτελής κινηματογράφος. Συναγωνίζετο και τους αθηναϊκούς. Ήταν ένας από τους καλύτερους επαρχιακούς, όπως θα δεις στις φωτογραφίες που έχει.

Χ.Λ.:

Πείτε μου πώς ήτανε ο κινηματογράφος μετά την ανακαίνιση. Περιγράψτέ τον μας.

Χ.Θ.:

Σας είπα, όπως το βλέπεις στις φωτογραφίες. Ήταν ένας υπερσύγχρονος κινηματογράφος.

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε τα καθίσματα;

Χ.Θ.:

Βελούδινα!

Χ.Λ.:

Τι χρώμα είχαν;

Χ.Θ.:

Προς το βυσσινί, δε θυμάμαι το βελούδο.

Χ.Λ.:

Και η οθόνη ήτανε πάλι τελευταίας τεχνολογίας;

Χ.Θ.:

Ναι. Καλά, η οθόνη ήταν μεγάλη, γιατί τότε η προβολή και η ταινία ήτανε σινεμασκόπ. Γινόταν στενόμακρη και είχε βάθος και τέτοια. Ενώ πρώτα η οθόνη, η κοινή η προβολή μία φωτογραφία έδειχνε.

Χ.Λ.:

Για εξηγήστε τό μας λίγο αυτό.

Χ.Θ.:

Αυτό δεν το ξέρω, δεν μπορώ να σ’ το εξηγήσω, γιατί είναι τεχνικό. Αλλά θυμάμαι με τον φακό που χειρίζομαι και εγώ τη μηχανή. Γιατί, όταν γύρισα από στρατιώτης και χωρίσαμε το 1961 με τους Παπανδρικόπουλους, μετά σμίξαμε τα τρία αδέρφια και αρχίσαμε την ανακαίνιση. Χειμερινό κινηματογράφο, αγοράσαμε μηχανή, τη Fedi, μία ιταλική υπερσύγχρονη. Όλα αυτά τα πράγματα. Την οποίαν απ’ τον χειμερινό την πηγαίναμε στον καλοκαιρινό που ήτανε δίπλα, γιατί δεν είχαμε τη δυνατότητα να έχουμε δύο μηχανές. Χειμώνα-καλοκαίρι αυτή η δουλειά γινόταν. Ο χειμερινός είχε γύρω στα εξακόσια καθίσματα μέσα. Είχε και εξώστη. Καθώς και ο καλοκαιρινός. Ο καλοκαιρινός είχε κάπου οχτακόσια καθίσματα και καμία εκατόν πενηνταριά περίπου εξώστη εκεί πάνω. Και το καλοκαίρι γινόταν χαμός. Αν μας έπιανε βέβαια… Ήταν χρονιές που μας έπιανε βροχή, τότε γινόταν χαμός. Είχαμε τις πολυθρόνες τις πλιάν και τις έβαζαν στο κεφάλι για να μη βρέχονται, τις γύριζαν. Και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε εκ των υστέρων και κάναμε αυτό το υπόστεγο.

Χ.Λ.:

Αυτό το υπόστεγο είναι από τότε;

Χ.Θ.:

Από τότε έγινε. Στην αρχή είχαμε τεντόπανο, αυτά που έχουμε στις ομπρέλες. Αλλά με τη βροχή έπιανε νερό και γέμιζε μέχρι που σκιζόταν. Και αναγκαστήκαμε και κάναμε αυτό το υπόστεγο, του οποίου τα φύλλα είναι αλουμίνιο. Είναι ελαφρό, δεν είναι τσίγκος. Και κάναμε αυτό το υπόστεγο. Από μέσα μαζευόσαντε καμιά διακοσαριά άτομα, ίσως και περισσότερα. Και όρθιοι και τέτοια. Και βγάζαμε τις παραστάσεις, αλλά μέσα να έχεις οχτακόσια καθίσματα, χίλια καθίσματα και να σε πιάσει βροχή; Γινόταν χαμός!

Χ.Λ.:

Και τότε τι γινόταν; Σηκωνόντουσαν όλοι, έφευγαν;

Χ.Θ.:

Έφευγαν, εξαργυρώνουν τα εισιτήρια. Ερχόσαντε την άλλη μέρα και τέτοια.

Χ.Λ.:

Έπρεπε να δώσετε πίσω τα χρήματα, ε;

Χ.Θ.:

Άμα πέρναγε μέση, δικαιολογιόμαστε και δεν τα δίναμε. Αλλά προ της αυτό, ήμαστε υποχρεωμένοι.

Χ.Λ.:

Μάλιστα. Εσείς πότε αναλάβατε τη μηχανή; Ποια χρονολογία;

Χ.Θ.:

Εγώ, όταν απολύθηκα από στρατιώτης το ’59 –το 1958 προς το ’59 απολύθηκα από στρατιώτης–, πήρε σύνταξη ο πατέρας μου και την έγραψε την επιχείρηση στ’ όνομά μου, διότι ο μεγάλος μου αδερφός είχε λεωφορείο, ο άλλος ήτανε ανάπηρος πολέμου και έπαιρναν από κει σύνταξη και δε μας συνέφερε ν’ ασφαλιστούμε στο ταμείο κινηματογραφιστών την εποχή εκείνη. Και ήτανε στ’ όνομά μου η επιχείρηση. Αλλά παράλληλα μετά, λόγω του ότι ο Παλίγκας, ο μηχανικός της εποχής εκείνης μεγάλωσε, δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, είχε βγάλει ένας από εδώ, από την Αμαλιάδα…. Μάλλον δύο αδέρφια Οικονομόπουλοι, οι οποίοι ήσαντε εξαίρετα παιδιά, χαρακτήρες το κάτι άλλο. Ο ένας ήτανε τρομερό μυαλό. Αυτός είχε βγάλει άδεια μηχανικού κινηματογράφου. Τον είχαμε για βλάβες και τέτοια τον χρησιμοποιούσαμε και ερχόταν και βοήθαγε, μέχρι που πήρα εγώ στην αρχή δίπλωμα… Όχι, ψέματα λέω! Ο αδερφός μου ο μεγάλος είχε άδεια βοηθού κινηματογράφου. Μετά, όταν απολύθηκα, έβγαλα κι εγώ άδεια βοηθού και ύστερα από τρία χρόνια –δε θυμάμαι, κάποιο χρονικό διάστημα–, πήγα έδωσα εξετάσεις στην Αθήνα και πήρα άδεια χειριστού. Οπότε μετά δεν ήμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε μηχανικό, γιατί ήταν κάποιο μεγάλο έξοδο την εποχή εκείνη.

Χ.Λ.:

Κατάλαβα. Την άδεια πώς την περνάτε; Έπρεπε να παρακολουθήσετε[00:30:00] κάποια μαθήματα;

Χ.Θ.:

Παρακολούθησα στον μηχανικό. Ο μηχανικός σου ’δινε μία βεβαίωση ότι παρακολουθούσες, δεν ξέρω για πόσα χρόνια. Έδινες κάπου σε μία επιτροπή του Υπουργείου τυπικές εξετάσεις, όπως και του βοηθού και του χειριστού. Και άμα στις απαντήσεις που σου κάνανε μένανε ικανοποιημένοι, σου δίνανε την άδεια.

Χ.Λ.:

Εσείς θέλατε να ασχοληθείτε, όμως, με τη μηχανή;

Χ.Θ.:

Αναγκαίο κακό. Εν τω μεταξύ, μετά έπαιρνα κάποιο άλλο παιδί, το μάθαινα σ’ αυτό, τον κάλυπτα με τη δική μου άδεια και εγώ δεν ήμουν στη μηχανή. Γιατί ήμουν πότε στο ταμείο, πότε ταξιθέτης, τακτοποιούσα τον κόσμο κάτω, πότε στην πόρτα. Γιατί δουλεύαμε όλοι, και οι τρεις μαζί, για να μην έχουμε έξοδα, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε. Και ιδιαίτερα όταν κάναμε την ανακαίνιση του κινηματογράφου, γιατί τα χρόνια εκείνη ήταν δύσκολα, αναγκαστήκαμε και πουλήσαμε ένα σπίτι, οικόπεδο –σπίτι, μάλλον– στην πλατεία Αμερικής, στην Αθήνα. Και ευτυχώς, κατορθώσαμε και τις υποχρεώσεις μας προς την τράπεζα και τις βγάλαμε την εποχή εκείνη, όταν άρχισε η τηλεόραση και ιδιαίτερα τα βίντεο. Και ξεχρεωθήκαμε. Τότε ξεχρεωθήκαμε. Και μετά έπεσε ο κινηματογράφος πάρα πολύ. Και ορισμένα χρόνια, να το πούμε έτσι, τ’ αδέρφια μου αναγκαστικά κάνανε αγγαρεία για να βγάλω κι εγώ τη σύνταξη. Να συμπληρώσω τα χρόνια για να βγάλω τη σύνταξη. Και ήμουν ασφαλισμένος από το ’59. Δούλεψε ο κινηματογράφος, χειμερινός-καλοκαιρινός, μέχρι το 1994. Κάπου εκεί. Που συμπλήρωσα τα συντάξιμα χρόνια. Γιατί δεν έβγαινε τότε. Μετά δε συνέφερε να το κρατήσεις.

Χ.Λ.:

Δεν είχε τόσο κόσμο;

Χ.Θ.:

Δεν ήτανε, ήτανε τα βίντεο. Πήγαινες, δεν ξέρω πόσο έδινες, έπαιρνες μία κασέτα, τη βάσταγες μία εβδομάδα στο σπίτι, το έβλεπες και το χόρταινες το έργο συνέχεια. Μετά έπαιρναν αυτό, κάναν ανταλλαγή. Δεν ήτανε. Βέβαια, οι ταινίες της εποχής εκείνης, που ήμαστε εδώ ως εταιρεία αδελφοί Θεοφιλοπούλοι, οι ταινίες ήσαντε πολύ ακριβές. Ξεκινούσαν από τετρακόσιες δραχμές, πεντακόσιες, εφτακόσιες, χίλιες, χίλια πεντακόσια. Που από οχτακόσιες και πάνω ήσαντε καλές οι ταινίες, ήσαντε πολύ καλές. Και υπήρχαν πάρα πολλές εταιρείες. Υπήρχε ο ανταγωνισμός μετά στην Αμαλιάδα, γιατί ήμαστε εμείς, ήρθαν οι αδερφοί Παπανδρικόπουλοι, είχε ανοίξει και κάποιος Λεβέντης Θεοφίλης στον σταθμό κάτω και ήσαντε τρεις θερινοί. Μετά έγινε και του Παπανδρικόπουλου, που ήτανε θερινός-χειμερινός και υπήρχε ανταγωνισμός. Και στις εταιρείες έπρεπε… Όποιος έδινε τα περισσότερα χρήματα και τις περισσότερες ταινίες τράβαγες από μία εταιρεία, είχε και το μονοπώλιο και το πλεονέκτημα να επιλέγεις ταινίες. Αλλά μαζί με τις καλές, σου πάσαραν και τις παλιές ταινίες, τις σκάρτες.

Χ.Λ.:

Και πώς καταφέρνατε, εφόσον είπατε ότι είχατε και τους ανταγωνιστές εδώ, να πάρετε την ταινία που θέλατε;

Χ.Θ.:

Βασικά, απ’ την εταιρεία. Ο καθένας είχε την εταιρεία του, από κει και πέρα εξαρτάτο. Αν είχε καλές ταινίες η εταιρεία, είχε καλές ταινίες και ο κινηματογράφος.

Χ.Λ.:

Εσείς ποια εταιρεία είχατε που παίρνετε τις ταινίες σας;

Χ.Θ.:

Δαμασκηνός Μιχαηλίδης, Σάββας Film, Σπέντζος. Μετά ήσαντε οι αδερφοί Ρουσόπουλοι, Finos Film. Μετά η Finos Film έδινε και σε όλους και στους άλλους. Αυτά γινόσαντε.

Χ.Λ.:

Και με ποιον τρόπο κλείνατε τότε τις ταινίες;

Χ.Θ.:

Ανεβαίναμε μία φορά τον μήνα, κάθε δεκαπέντε μέρες και άλλοτε τηλεφωνικά. Ενώ είχαμε προγραμματίσει για τον μήνα, φερειπείν τρεις την εβδομάδα, δέκα-δεκαπέντε τον μήνα. Αν καμιά φορά άλλαζε το πρόγραμμα ή την έδινε κάπου αλλού η εταιρεία γιατί τους προσφέραν περισσότερα λεφτά, μας ειδοποιούσαν, μας κάνανε μια αλλαγή και τέτοια. Και θυμάμαι η ακριβότερη ταινία ήτανε «Η Οργή», που είχαμε φέρει. Τώρα ηθοποιός… Με τη Φόνσου. Δε θυμάμαι. Την οποίαν είχαμε πληρώσει πενήντα χιλιάρικα. Κινδυνέψαμε να βγάλουμε… Μια εβδομάδα, αν δεν κάνω λάθος. Κινδυνέψαμε να βγάλουμε τα λεφτά της. Δηλαδή κέρδος σχεδόν μηδέν. Τίποτα! Ενώ ήσαντε άλλες ταινίες, εκεί που δεν το περίμενες, που την έφερνες και γελάγαμε εμείς οι ίδιοι και όμως γινόταν ουρά. Ουρά! Ήτανε Ναργκίς, ινδικές. Ουρά ο κόσμος! Με τον Ξανθόπουλο, ουρά! Ήσαντε, βέβαια, και οι άλλες ταινίες οι ελληνικές.

Χ.Λ.:

Εσείς με ποια κριτήρια επιλέγατε μία ταινία;

Χ.Θ.:

Τι ζητάει η περιοχή. Εδώ η Αμαλιάδα δεν είναι… Εν συγκρίσει με τον Πύργο, ο Πύργος είναι άλλης κουλτούρας κόσμος.

Χ.Λ.:

Δηλαδή;

Χ.Θ.:

Το δηλαδή, η μέρα με τη νύχτα. Πιο μορφωμένοι, πιο… Είχε πάρα πολλούς υπαλλήλους. Εδώ πέρα ήτανε αγροτική περιοχή. Καθηγητές, γιατροί. Δυο-τρεις γιατροί ερχόσαντε. Δικηγόροι δυο-τρεις. Ενώ ήσαντε πενήντα, εξήντα, σαράντα δικηγόροι, δεν ερχόσαντε στον κινηματογράφο. Στα θέατρα, ναι. Ερχόσαντε στα θέατρα, τα οποίοι εκλείγαν στα καλά θέατρα με αμπονέ. Ορισμένοι ήτανε που δίνανε για πέντε παραστάσεις θέατρο και ερχόσαντε κάθε βράδυ. Για κάθε πρεμιέρα του θεάτρου, έπαιρναν εισιτήριο για όλες τις προβολές. Παραστάσεις μάλλον.

Χ.Λ.:

Και εδώ ο κόσμος της Αμαλιάδας τι ταινίες ζητούσε;

Χ.Θ.:

Προς την περιπέτεια βασικά και ελληνικό. Το κλάμα του Ξανθόπουλου, τη Μάρθα Βούρτση. Το κλάμα να πηγαίνει σύννεφο. Να τους βλέπεις και να γελάς μέσα!

Χ.Λ.:

Α, τους βλέπατε που κλαίγανε;

Χ.Θ.:

Ε, βέβαια. Με τη Ναργκίς, ουρά τα ινδικά αυτά, το νιανίρισμα, το τραγούδι τους, εκείνο το εκνευριστικό. Για τρεις παραστάσεις γεμάτες. Πεντακόσια-εξακόσια άτομα τη βραδιά. Την Κυριακή από πρωία στο χειμερινό. Άρχιζε με Σινεάκ. Την Κυριακή το πρωί, στις δέκα η ώρα. Δεν είχε σχολάσει η εκκλησία, εμείς ανοίγαμε και ήσαντε τριακόσια-τετρακόσια παιδιά μέσα. Μετά ξεκινάγαμε στις τρεις η ώρα μέχρι τις δώδεκα το βράδυ.

Χ.Λ.:

Τι παίζατε ανάλογα με την ημέρα ή ανάλογα με την ώρα; Πώς το πηγαίνατε;

Χ.Θ.:

Ανάλογα, μπορεί να ξεκίναγε μ’ ένα δράμα, με αστυνομικά, με καουμπόικα, με τον Έντι Κωνσταντίνου, Ταρζάν. Ανάλογα με την εποχή. Κάθε εποχή είχε και το ρεύμα της, τι έργα θα παιζόσαντε, τι τράβαγε ο κόσμος. Εδώ πέρα ήτανε αγροτική περιοχή, δεν ήτανε επιπέδου ο κόσμος. Ενώ είχε «τζάκι» ο πύργος.

Χ.Λ.:

Δηλαδή με συνάδελφους σας τότε, εκείνη την εποχή, συζητούσατε ή βλέπατε τι άλλες ταινίες…

Χ.Θ.:

Είχαμε επαφές, βλέπαμε. Φερειπείν, ήτανε οι ταινίες που τις παίζαμε ή πρώτα εμείς ή μετά ο Πύργος, εναλλάξ. Ή παιζόσαντε Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πύργο, μετά τις έπαιρνε δυο-τρεις ημέρες η Αμαλιάδα. Ανάλογα. Μετά ήτανε πιο κάτω από τη Ζαχάρω ή από την Πάτρα. Μετά άνοιξαν και γραφείο και στην Πάτρα, ενοικιάσεως, όχι πολλά. Αλλά θέλω να σας πω, ερχόταν η ταινία φερειπείν, έφευγε από την Αθήνα, από το γραφείο, πήγαινε στην Ξάνθη, μετά κατέβαινε πιο κάτω. Και εκεί, από κινηματογράφο σε κινηματογράφο, μπορεί να κατέληγε σ’ εμάς. Εκεί γινόσαντε φθορές στις ταινίες, δεν τις πρόσεχαν, δεν είχαν καλές μηχανές, δεν είχαν ανταλλακτικά, που έπρεπε να ανταλλάξουν. Και πάθαιναν ζημιές οι ταινίες και γι’ αυτό γινόσαντε και τα κοψίματα στις προβολές.

Χ.Λ.:

Ποια ήτανε η τελετουργία που κάνατε για να προετοιμάσετε την ταινία, να ελέγξετε την ταινία.

Χ.Θ.:

Όταν ερχόταν η ταινία; Ήτανε ταινίες οι οποίες, όταν ήτανε σε καλή κατάσταση, μέσα σε είκοσι λεπτά τη συναρμολογούσες, γιατί ερχόσαντε κομμάτια, για να την κάνεις στη μηχανή να έχει πρώτο μέρος και δεύτερο, φερειπείν. Μ’ ένα διάλειμμα ή με δύο διαλείμματα, ανάλογα και τη διάρκεια της ταινίας. Αλλά εκείνος εκεί στον έλεγχο, για να την ελέγξεις, όταν ήτανε χτυπημένη η ταινία που λέγαμε εμείς, έκανες και δυο και τρεις, και τέσσερις, και πέντε ώρες. Και αν σου ερχόταν νωρίς, έχει καλώς. Στις δώδεκα η ώρα συνήθως, δύο που ερχόταν το λεωφορείο [00:40:00]ή το τρένο την εποχή εκείνη. Άμα ερχόσαντε, όμως, αργά…

Χ.Λ.:

Εκεί λίγο πριν την προβολή, ας πούμε;

Χ.Θ.:

Πάρα πολλές ταινίες ερχόσαντε… Βέβαια, αυτά τα τελευταία χρόνια δεν είχαν και πολλή φθορά. Ή εγώ θυμάμαι που πήγαινα στη Ζαχάρω για να πάω να πάρω την ταινία και να τη φέρω εδώ να παίξουμε.

Χ.Λ.:

Αν η ταινία ήταν, όπως λέτε εσείς, κάπου κατεστραμμένη με ποιον τρόπο εσείς…

Χ.Θ.:

Την ελέγχαμε με το χέρι.

Χ.Λ.:

Δηλαδή με την αφή καταλαβαίνατε;

Χ.Θ.:

Με την αφή καταλάβαινες σε τι κατάσταση βρισκόταν η ταινία, αν ήτανε χτυπημένη, αν ήτανε σπασμένη.

Χ.Λ.:

Ωραία. Και εσείς μετά πώς προσπαθούσατε να το διορθώσετε αυτό;

Χ.Θ.:

Με το ψαλιδάκι την κόβαμε και τη συναρμολογούσαμε.

Χ.Λ.:

Την κόβατε και τη ξανασυναρμολογούσατε;

Χ.Θ.:

Κόβαμε το φθαρμένο κομμάτι, ή δυο-τρία κάδρα που λέμε, ή μισό μέτρο ταινία. Ανάλογα.

Χ.Λ.:

Και αυτή δεν παιζόταν ποτέ, ας πούμε;

Χ.Θ.:

Ήτανε στα μείον της ταινίας.

Χ.Λ.:

Δηλαδή κάποιος μπορούσε να έρθει να δει μία ταινία, αλλά εντέλει να μην τη δει ολόκληρη.

Χ.Θ.:

Την έβλεπε ολόκληρη, αλλά αν την είχε δει στην αρχή, να έβλεπε περισσότερες σκηνές. Αλλά αυτό σε πολύ λίγες περιπτώσεις ήτανε. Οι πολύ φθαρμένες.

Χ.Λ.:

Και αυτές οι σκηνές πετάγονταν ή επιστρέφονταν πάλι πίσω στην εταιρεία;

Χ.Θ.:

Πετάγονταν. Υπήρχε μία φορά, όταν ήμασταν εταιρεία με τον Παπανδρικόπουλο, δε θυμάμαι, κάπου την καταστρέψαμε εμείς εδώ πέρα και την αποζημιώσαμε στην εταιρεία.

Χ.Λ.:

Τι έγινε και την καταστρέψατε; Η μηχανή…

Χ.Θ.:

Η μηχανή. Κάτι εκεί δεν το προσέξαμε. Μία φορά θυμάμαι αυτό.

Χ.Λ.:

Και η ταινία ερχόταν σε… Είπατε… Πώς τα λέγατε αυτά τα στρογγυλά; Πώς ερχόταν; Σε μέρη είπατε. Είχανε κάποια ονομασία;

Χ.Θ.:

Ήτανε σε κουτιά, μπομπίνες τις λέγαμε εμείς. Σε κουτιά και τις συναρμολογούσαμε.

Χ.Λ.:

Ωραία, πείτε μου τώρα πώς ήτανε αυτή η μηχανή και πώς τη βάζατε σε λειτουργία.

Χ.Θ.:

Άμα δεν έχεις τη μηχανή μπροστά, τι να σου πω;

Χ.Λ.:

Προσπαθήστε, αν μπορείτε, να μας την περιγράψετε κάπως.

Χ.Θ.:

Πρέπει να έχεις τη μηχανή. Αυτό της κάναμε όπως ήτανε ρόλο, να το πούμε έτσι. Ήτανε μικρά ρολά, τριακόσια μέτρα. Τα τριακόσια τα συναρμολογούσαμε, ήτανε αριθμημένα δύο-τρία και ξέραμε το αυτό, εκτός και αν τα είχανε μπερδέψει οι άλλοι και, αντί άλλων, έβανες άλλα. Γινόταν κι αυτό. Να τις συναρμολογήσεις, την έβανες επάνω, στο επάνω καρούλι της ταινίας, τηn μπομπίνα που λέμε. Μετά μέσα με γρανάζια και τέτοια.

Χ.Λ.:

Και πέρναγε το φιλμ μέσα στα γρανάζια και μετά πού κατέληγε;

Χ.Θ.:

Τότε ήτανε και οι ταινίες, όπως είπα ο ταινίες σινεμασκόπ και οι φλατ, οι απλές, που ήτανε μικρότερες στην οθόνη. Όπως τώρα που πάμε εκεί στο κινητό και με το δάχτυλο τη μεγαλώνουμε…

Χ.Λ.:

Και τι; Ήταν διαφορετικά αυτά τα φιλμ;

Χ.Θ.:

Ναι, ήταν διαφορετικά, Δεν ήταν όλες σινεμασκόπ ταινίες, έλεγε «Ταινία Σινεμασκόπ», το τάδε έργο φερειπείν.

Χ.Λ.:

Ναι, αλλά δεν είχε διαφορά στο φιλμ. Αυτό θέλω να πω.

Χ.Θ.:

Ενώ φερειπείν η οθόνη ήταν αυτό… Η σινεμασκόπ κάλυπτε όλη την οθόνη, το άλλο κάλυπτε ένα μέρος της οθόνης.

Χ.Λ.:

Ωραία. Και πέρναγε από αυτά τα γρανάζια και μετά το φιλμ πού κατέληγε;

Χ.Θ.:

Ξεκίναγε γεμάτη και άδειαζε απάνω, γιόμιζε κάτω.

Χ.Λ.:

Και εσείς πώς ξέρετε πού θα κόψετε την ταινία για να κάνετε διάλειμμα;

Χ.Θ.:

Ήτανε η κάθε πράξη που λέγαμε, ήτανε… Αναγκαστικά ήτανε το διάλειμμα.

Χ.Λ.:

Πόσης διαρκείας ήταν τότε οι ταινίες;

Χ.Θ.:

Εξαρτάται, μια ώρα, μία και είκοσι, μιάμιση, δυο ώρες. Ανάλογα το… Και τέσσερις και τρεις ώρες και δύο εποχές και τέτοια.

Χ.Λ.:

Σε κάθε διαρκείας ταινία κάνατε διάλειμμα;

Χ.Θ.:

Βεβαίως, ανάλογα με τη διάρκεια του έργου. Ή ένα διάλειμμα ή δύο, ανάλογα. Βέβαια, άμα ήτανε δύο, το πρώτο ήτανε μεγαλύτερο, το δεύτερο μικρότερο.

Χ.Λ.:

Όταν κάνατε διάλειμμα, τι γινόταν;

Χ.Θ.:

Κάναμε δέκα λεπτά διάλειμμα για να καπνίσουν και μετά είχαμε το κονγκ, καμπανίτσα, που ήτανε συνδεδεμένη με μεγάφωνο στο καπνιστήριο, τα χτυπάγαμε, τ’ άκουγαν, έμπαιναν μέσα για ν’ αρχίσει η προβολή.

Χ.Λ.:

Α, μάλιστα! Το φουαγιέ πώς… Α, πείτε μου. Τι θέλετε να μου πείτε;

Χ.Θ.:

Όταν ήμαστε εταιρεία, όταν γύρισα εγώ από στρατιώτης, ενώ υπήρχε μόνο το «Πάνθεον», μετά φτιάξαμε με τους αδερφούς Παπανδρικόπουλους σ’ ένα οικόπεδο που ήτανε το «Αμαλίας» τότε. Και όταν ήτανε κανένα καλό έργο, γινόταν σύγχρονη προβολή. Δηλαδή τι; Άρχιζε μισή ώρα –φερειπείν στην ώρα του θερινού, γιατί τότε μόνο στο θερινό ήμασταν–, φερειπείν στις εννιά που νύχτωνε, με μισή ώρα ταινία, την παίρναμε εκεί πέρα σε ειδική μπομπίνα, με τα πόδια ή με το ποδήλατο. Την παίρναμε, τη φέρναμε εδώ πέρα και αρχίζαμε μισή ώρα αργότερα. Και γινόταν αυτό το αλισβερίσι. Και το παίζαμε ταυτόχρονα και στους δύο κινηματογράφους.

Χ.Λ.:

Πολύ ωραία. Πώς ήτανε το φουαγιέ; Είπατε ότι όταν ανακαινίσατε εδώ πέρα…

Χ.Θ.:

Εντάξει, ήτανε μία αίθουσα εδώ πέρα που ήταν το αυτό, είχε μέσα και κυλικείο.

Χ.Λ.:

Το κυλικείο τι πουλούσε;

Χ.Θ.:

Είχε και φιστίκια, αλλά βασικά ήταν ο πλανόδιος ο φιστικάς μέσα. Αλλά είχε και εκεί, είχε γλυκά και πορτοκαλάδα, αναψυκτικά. Το δε χαρακτηριστικό στα γλυκά και στα τέτοια, που παίζαμε τη Μεγάλη Εβδομάδα, ένα παράδειγμα που μου έχει μείνει. Μεγάλη Εβδομάδα, τα πρώτα χρόνια, από Δευτέρα μέχρι Σάββατο, μέχρι Παρασκευή δεν παίζαμε. Και ξεκινάγαμε μία παράσταση προτού χτυπήσει η καμπάνα. Ψέματα λέω! Νωρίτερα, στις δέκα η ώρα, στις έντεκα χτύπαγε η καμπάνα. Αρχίζαμε στις εννιάμισι προβολή μία παράσταση και μετά έρχονταν με τα κεριά τους και από κει απευθείας πήγαιναν στην εκκλησία για να κάνουν Ανάσταση. Τη Μεγάλη Εβδομάδα φερειπείν. Μετά, αργότερα, άρχισαν τα χρόνια, ενώ παίζαμε Δευτέρα-Τρίτη, δεν παίζαμε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Σάββατο παίζαμε, ψέματα λέω. Αλλά στο μπαρ τα γλυκά δεν πουλούσαμε τότε. Μουσική στην αρχή, προτού αρχίσει η προβολή της ταινίας και στο διάλειμμα δε βάζαμε. Τηρούσαμε και τα θρησκευτικά ήθη κι έθιμα.

Χ.Λ.:

Τη μουσική από πού τη βάζατε;

Χ.Θ.:

Είχαμε κασετόφωνο. Στην αρχή είχαμε γραμμόφωνο και κάθε λίγο αλλάζαμε και τη βελόνα για να μην κάνει φθορά στον δίσκο. Μετά, όσο προοδεύαμε, πήραμε κασετόφωνο, μαγνητόφωνα.

Χ.Λ.:

Τι τραγούδια βάζατε;

Χ.Θ.:

Διαφορά της εποχής εκείνης, ελληνικά τραγούδια.

Χ.Λ.:

Δηλαδή τι άκουγε εκείνη η εποχή;

Χ.Θ.:

Θυμάμαι στον καλοκαιρινό κινηματογράφο που φέραμε δύο δίσκους, δε θυμάμαι, το «Δύο πράσινα μάτια» και το «Λες και ήταν χθες». Αυτά μου έχουν μείνει αξέχαστα. Που σχόλαγε η πρώτη προβολή και περίμεναν για τη δεύτερη –Κυριακή ήτανε;– ουρά… Ενώ είχε μέσα πεντακόσια άτομα –δεν ξέρω πόσα έπαιρνε η αίθουσα–, να περιμένουν άλλα τετρακόσια-πεντακόσια στη δεύτερη παράσταση και να μη βγαίνει ο κόσμος για να κάτσει ν’ ακούσει τα τραγούδια. Αλλά και γενικά, μέσα τα σύγχρονα τραγούδια.

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε το κοινό εκείνη την εποχή;

Χ.Θ.:

Πώς ήτανε… Όπως είναι όλα τα χρόνια.

Χ.Λ.:

Θέλω να πω, το κοινό εκείνη την εποχή συμμετείχε ή είναι όπως είναι τώρα που είμαστε ήσυχοι, δε μιλάμε στην ταινία και τα λοιπά.

Χ.Θ.:

Κοίταξε να δεις, το κοινό, ανάλογα τι έργο θα έφερνες, πώς θα συμπεριφερθεί. Ήτανε οι εποχές. Κάποια εποχή ήταν ο Ταρζάν φερειπείν, μετά ήτανε με τον Γάλλο. Δε θυμάμαι τώρα. Μετά ήτανε τα αστυνομικά. Μετά ήτανε η περιπέτεια, δράματα… Ανάλογα την εποχή εκείνη, ήτανε και η μόδα. Ό,τι ακούγαμε, προσαρμοζόμασταν. Εδώ ο κόσμος ήτανε τελείως… Δεν ήθελε και τα πολύ βαριά έργα. Βέβαια, τα πρώτα χρόνια, προπολεμικά, γιατί ξεφεύγουμε, η διαφήμιση γινόταν… Γιατί δεν υπήρχαν φωτογραφίες. Βγάναμε ταμπέλες που ένας που ήταν κάποιος καλλιγράφος, διαφήμιζε το έργο της εποχής εκείνης, φερειπείν την «[00:50:00]Γκόλφω», ποιος παίζει και κάτι τέτοια. Ή το αστυνομικό. Αυτά τα ’γραφε, δεν υπήρχαν φωτογραφίες. Μετά όμως, από το ’39 και μετά, μεταπολεμικά, το κάθε έργο συνοδεύοτο και από μία σειρά από φωτογραφίες, δέκα-είκοσι φωτογραφίες, ανάλογα τι διαφημίσεις έκανε ο κάθε επιχειρηματίας. Εμείς εδώ πέρα βγάζαμε σε δύο σημεία της πόλης. Εκτός από μπροστά στον κινηματογράφο, που βγάζαμε ένα ταμπλό, μετά βγάζαμε στην πλατεία. Και μετά ήταν στη γέφυρα του Κίντου, τώρα που είναι η καφετέρια του… Εκεί ήταν η Σοχιά τότε, ήταν το ποτάμι. Που επάνω στη γέφυρα ήτανε το αυτό και τις δέναμε για να μην τις παίρνει ο αέρας, να μην τις πετάνε. Και γινόταν η διαφήμιση. Το βράδυ τις μαζεύαμε, το πρωί τις πηγαίναμε, μετά τις αφήναμε.

Χ.Λ.:

Και όταν επιστρέφατε την ταινία, φαντάζομαι επιστρέφατε και τις φωτογραφίες;

Χ.Θ.:

Βέβαια, και τις χρεωνόμαστε για τις φωτογραφίες. Άμα μας τις σκίζανε ή μας τις κλέβανε εκεί πέρα ήμαστε υποχρεωμένοι να την αποζημιώσουμε.

Χ.Λ.:

Πείτε μου λίγα περισσότερα για τον καλλιγράφο. Αυτά πού τις ζωγράφιζε;

Χ.Θ.:

Σε χαρτί, σ’ αυτά τα ρολά που λέμε, τα λευκά. Είχαμε το ταμπλό. Ανάλογα, δύο επί δύο, ανάλογα πώς ήθελες να το φτιάξεις, με τις πινέζες τα στερεώναμε και τα γράφαμε. Και μετά τις φωτογραφίες με τις πινέζες τις στερεώναμε.

Χ.Λ.:

Και ζωγράφιζε τον τίτλο ή μπορεί να ζωγράφιζε και σκηνές;

Χ.Θ.:

Όχι, τον τίτλο. Όπως και στα θέατρα, μας στέλνανε ποιοι ηθοποιοί παίζανε μέσα και τέτοια. Βάζαμε ταμπλό μπροστά στον κινηματογράφο, που είχαμε τα ταμπλό, για να διαφημίσουμε φερειπείν το θέατρο. Και ένα περιστατικό, ενώ έρχονταν τα θέατρα μεταπολεμικά ξεκίνησαν με εκατό, με πενήντα, εκατό δραχμές την παράσταση, διακόσιες, κάποια εποχή –δε θυμάμαι ακριβώς– που είχε βγει η Καρέζη και είχε κλείσει ότι θα ’ρθει και ήτανε στη Ζάκυνθο και μας λέει: «Η τιμή να πάει τετρακόσιες δραχμές». Συνηθιζόταν διακόσιες. Ξεσηκωθήκαμε. Λέει: «Αν θέλετε, εγώ τόσα θέλω! Άμα θέλετε. Όποιος θέλει ας έρθει, εγώ τόσα θέλω!». Και όμως, γιόμιζε η αίθουσα. Κατράκης, χαμός, που είχε περάσει. Όλοι, Παπαγιαννόπουλος, Καλογήρου με τη γυναίκα του, τραγουδίστριες, η…

Χ.Λ.:

Τραγουδίστριες της εποχής οι οποίες τι τραγουδούσαν; Λαϊκά;

Χ.Θ.:

Λαϊκά, τραγουδούσαν λαϊκά. Το κάθε συγκρότημα είχε και καλούς τραγουδιστές, Τέρης Χρυσός φερειπείν. Καλά, με τον Τέρη Χρυσό γινόταν χαμός.

Χ.Λ.:

Πόσος κόσμος είχε κόψει εισιτήριο; Χωρούσαν μέσα στην αίθουσα;

Χ.Θ.:

Η αίθουσα…

Χ.Λ.:

Μοσχολιού;

Χ.Θ.:

Μοσχολιού! Με τη Μοσχολιού η αίθουσα η χειμερινή έπαιρνε γύρω στα εξακόσια καθίσματα. Χωρίς υπερβολή, σε δύο παραστάσεις χίλια οχτακόσια εισιτήρια. Σας το λέω, δε θα το πιστέψετε. Ο ένας πάνω στον άλλον, όρθιοι. Βέβαια, είχαμε και την ανοχή της αστυνομίας την εποχή εκείνη, οι οποίοι δεν πλήρωναν και το εκμεταλλευόμασταν για να βάνουμε όρθιους.

Χ.Λ.:

Πείτε μου λίγο γι’ αυτά.

Χ.Θ.:

Γινόταν αλισβερίσι, αναγκαστικά. Αυτοί έβαζαν όλη την οικογένεια, ο χωροφύλακας, διοικητές και παραδιοικητές, χωρίς να πληρώνουν, μέχρι και οι φίλοι τους βάζαν. Κι εμείς το εκμεταλλευόμασταν. Όταν ήταν καλές οι παραστάσεις στα θέατρα και τέτοια, τους βάναμε μέχρι τον σβέρκο. Ο ένας επάνω στον άλλον.

Χ.Λ.:

Δηλαδή σε κάθε ταινία, όταν έμπαινε ο κόσμος στα εκδοτήρια, υπήρχε πάντα έξω ένας εφοριακός;

Χ.Θ.:

Πάντα ήταν ένας εφοριακός. Δεν μπορούσες ν’ ανοίξεις την είσοδο να μπει άτομο μέσα αν δεν ήταν ο εφοριακός. Με την ώρα προβολής στις έξι, ανοίγαμε πεντέμισι, στις πεντέμισι η ώρα ήτανε και ο εφοριακός. Δεν μπορούσε να ανοίξει η είσοδος, εάν δεν έρθει ο εφοριακός.

Χ.Λ.:

Με τον εφοριακό είχατε αυτό το αλισβερίσι;

Χ.Θ.:

Ανάλογα, έμπαζε και τον δικούς του, έκανε και τα στραβά μάτια, του κλέβαμε κανένα εισιτήριο για να βγάλουμε τα έξοδα, ιδιαίτερα μεταπολεμικά, του ρεύματος. Αλλά και μετά, αργότερα, για να βγάλουμε και τις ταινίες, γιατί ήτανε ταινίες με ποσοστά.

Χ.Λ.:

Δηλαδή τι εννοείτε με ποσοστά;

Χ.Θ.:

Φερειπείν, μίνιμουμ γκαραντί πέντε χιλιάδες. Και από εκεί, αν είχε μεγαλύτερη είσπραξη, βάσει του ελέγχου με τον εφοριακό, απάνω από τα πέντε χιλιάρικα και έκοβες παραπάνω εισιτήρια, έπαιρνες και ποσοστό ένα 10%, 20% επιπλέον, 30%.

Χ.Λ.:

Και ήταν ο εφοριακός αλλά και η αστυνομία;

Χ.Θ.:

Αστυνομία όχι. Η αστυνομία έκανε έλεγχο για το κάπνισμα, για τους ανήλικους, αν βάνεις όρθιους και τέτοια.

Χ.Λ.:

Τι άλλοι έλεγχοι γινόντουσαν συχνά. Μου είχατε πει και υγειονομικοί έλεγχοι γινόντουσαν.

Χ.Θ.:

Ναι. Κάθε περίοδο, χειμερινός-καλοκαιρινός, κάνανε έλεγχο, υγειονομικό έλεγχο. Ερχόταν γιατρός, μηχανικός για τη στατικότατα, δυο-τρία πρόσωπα.

Χ.Λ.:

Κάθε πότε συνέβαινε αυτό;

Χ.Θ.:

Δύο φορές τον χρόνο. Οι τουαλέτες έπρεπε να ’ναι τουρκικές, όχι σύγχρονη και τέτοια. Ανάλογα με τα καθίσματα που είχε ο κινηματογράφος, έπρεπε να ’ναι και οι τουαλέτες, και ανδρών και γυναικών.

Χ.Λ.:

Μιας και είπατε για τα παιδιά που οι αστυνομικοί έκαναν τον έλεγχο. Τα παιδιά δεν επιτρεπόταν σ’ όλες τις ταινίες, σωστά;

Χ.Θ.:

Όχι. Φερειπείν, άμα ήταν μέχρι 14, από 14 και πάνω επιτρέπετο στο ακατάλληλο. Αν ήταν ακατάλληλο, απαγορεύετο μέχρι 14 χρόνων. Άμα ήταν ψωμωμένα, τους κρίναμε και με το μάτι. Αν αμφιβάλλαμε, ταυτότητα. Βασικά, με την ταυτότητα.

Χ.Λ.:

Και αν κάποια παιδάκια θέλανε να δουν, π.χ., εδώ στο θερινό και ήτανε εδώ στη γειτονιά.

Χ.Θ.:

Άμα ήτανε στο θερινό, στα δέντρα που ήταν δίπλα, ανεβαίναν στη μάντρα και βλέπανε και δεν τους έπιανε τίποτα.

Χ.Λ.:

Ούτε εσείς είχατε κάποιο θέμα.

Χ.Θ.:

Τα κυνηγούσαμε εμείς, γιατί δε μας συνέφερε ν’ ανεβαίνουν.

Χ.Λ.:

Και αυτό μπορούσε να συμβεί και στον κλειστό κινηματογράφο;

Χ.Θ.:

Όχι, στον κλειστό γινόταν μόνο στον παλιό κλειστό, που άνοιγαν οι πόρτες στο διάλειμμα. Γιατί στην πλευρά είχαν τρεις, τέσσερις, πέντε πόρτες που τις ανοίγαμε και το καλοκαίρι για ν’ αερίζεται, να παίρνει αέρα ο κόσμος. Από εκεί και πέρα, εκεί που βγαίναν, που ήταν δίπλα ο χειμερινός με τον καλοκαιρινό, βγαίναν στον καλοκαιρινό για κάπνισμα, τότε σαλτάραν από τη μάντρα να μπουν μέσα. Και εμείς φυλάγαμε για να μην μπαίνουν.

Χ.Λ.:

Τι σήμαινε το σινεμά για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής;

Χ.Θ.:

Ήταν η μοναδική τους διασκέδαση, δεν υπήρχε άλλη διασκέδαση. Κοσμικό γεγονός! Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή στα θέατρα, η κάθε κυρία ερχόταν –πώς να εκφραστώ;– ντυμένη σικάτη, καλοντυμένη, προσεγμένο το ντύσιμο. Και ο σύζυγος. Ήτανε κοσμικό γεγονός και ιδιαίτερα στα θέατρα αυτό, φυσικά, αλλά και στις πρεμιέρες.

Χ.Λ.:

Πώς ήτανε τότε ο πεζόδρομος εκείνη την εποχή;

Χ.Θ.:

Ο πεζόδρομος την εποχή εκείνη…

Χ.Λ.:

Μιας και το «Πάνθεον» ήταν πάνω στον πεζόδρομο.

Χ.Θ.:

Ήτανε στον πεζόδρομο. Τότε δεν υπήρχε πεζόδρομος. Υπήρχε πεζόδρομος, αλλά με μία νησίδα στη μέση, με δέντρα και τέτοια. Ήτανε η άνοδος και η κάθοδος. Και με την άσφαλτο και πριν από την άσφαλτο ήτανε η καταβρεχτήρα. Το καλοκαίρι πέρναγε και κατάβρεχε, γιατί κάνανε το βράδυ βόλτες στη λεωφόρο. Και παρακολουθούσαν, και βόλτες, και στον κινηματογράφο να μπούνε. Και όταν ήταν ορισμένα έργα, ουρά! Να βλέπεις διακόσια άτομα να περιμένουν στο ταμείο, να πάρουν εισιτήριο. Ή όταν είχαμε συνεχή προβολή. Ενώ πρώτα ήτανε με παραστάσεις, μετά εκσυγχρονιστήκαμε κι εμείς με την Αθήνα, με συνεχή προβολή. Γιατί μας συνέφερε και σ’ εμάς. Γιατί μετά τη δεύτερη παράσταση, κλέβαμε εισιτήρια για να βγάλουμε και ορισμένα έξοδα της ταινίας, γιατί δεν έβγαινε αλλιώς.

Χ.Λ.:

Τι σήμαινε η συνεχή προβολή; Δηλαδή παιζόταν συνέχεια η ταινία;

Χ.Θ.:

Συνεχή προβολή σημαίνει παίζαμε τρεις παραστάσεις, αλλά κατά τη διάρκεια[01:00:00] της παράστασης μπορούσες να μπεις –και είχε θέσεις, βέβαια– οποιαδήποτε στιγμή. Έβλεπε μισό έργο ή έμπαινε στη μέση, και έβλεπε από τη μέση προς το τέλος και μετά έβλεπε την αρχή. Ανάλογα, όπως ήθελε ο καθένας.

Χ.Λ.:

Μάλιστα. Και μπορούσε να μπει και να καθίσει και στην επόμενη;

Χ.Θ.:

Συνέχεια. Και δύο φορές και τρεις φορές να τη δει.

Χ.Λ.:

Και δεν παίρνανε άλλο εισιτήριο;

Χ.Θ.:

Όχι βέβαια!

Χ.Λ.:

Πώς ήταν η δουλειά σας; Περιγράψτε μου τα θετικά της, τις δυσκολίες της.

Χ.Θ.:

Ρουτίνα και κούραση. Άμα είχε, ιδιαίτερα την Κυριακή, ήτανε κούραση, γιατί με τη συνεχή προβολή, έπρεπε με τον φακό να κοιτάς πού είναι ελεύθερη θέση, μην καπνίζει κανείς μέσα, να ελέγχεις που ορισμένοι κάπνιζαν. Και τους απειλούσαμε ότι θα στείλουμε τον χωροφύλακα, γιατί ήτανε και ο χωροφύλακας υπηρεσίας τα πρώτα χρόνια. Μετά ελαττώθηκε το πράγμα αυτό.

Χ.Λ.:

Τι εννοείτε χωροφύλακας υπηρεσίας; Δηλαδή ήταν ένας χωροφύλακας…

Χ.Θ.:

Για την τάξη.

Χ.Λ.:

Ο οποίος…

Χ.Θ.:

Ήταν έξω στην είσοδο και αν κάποιος έκανε φασαρία, επέμβαινε ο χωροφύλακας.

Χ.Λ.:

Εσείς, όμως, που ήσασταν ο χειριστής της μηχανής, πώς ήτανε η δουλειά σας;

Χ.Θ.:

Δε σας είπα; Στην αρχή, όταν δεν είχα βοηθό, τον οποίον κάλυπτα ως χειριστής, ήμουν στη μηχανή.

Χ.Λ.:

Όλη την ώρα;

Χ.Θ.:

Όλη την ώρα, δεν μπορούσα. Μετά ήτανε οι μηχανές αυτόματες, μπορούσες να βγεις δύο λεπτά, τρία, αλλά έπρεπε να παρακολουθείς και το κάρβουνο, το βολταϊκό τόξο για να έχει συνεχή προβολή, να μη σβήσει. Αλλά εντάξει, ήσουν εκεί πέρα. Μετά είχα τον βοηθό αυτόν, ήταν αυτός εκεί υπεύθυνος απάνω. Μπορεί ν’ ανέβαινα εγώ, αν ήθελε τίποτα. Πότε ήμουν στην πόρτα, έκοβα τα εισιτήρια, πότε ταξιθέτης μέσα. Αυτή η δουλειά ήτανε.

Χ.Λ.:

Θέλω να πω το συναίσθημα ποιο ήτανε; Ότι ενώ οι άλλοι διασκέδαζαν, εσείς;

Χ.Θ.:

Εμάς ήταν επάγγελμα.

Χ.Λ.:

Και πάντοτε δουλεύατε. Διακοπές είχατε;

Χ.Θ.:

Μερικές φορές, που ήμουνα στον καλοκαιρινό, που ήτανε η μηχανή και ήμουνα το βράδυ, για φαγητό μου το φέρναν δίπλα από το μπαλκόνι. Μου δίναν το φαγητό για να φάω το βράδυ.

Χ.Λ.:

Η μηχανή έκανε θόρυβο; Ήτανε και κουραστικό;

Χ.Θ.:

Είχε τον σχετικό θόρυβο.

Χ.Λ.:

Καλοκαίρι, φαντάζομαι, και ζέστη μέσα στο δωμάτιο.

Χ.Θ.:

Εντάξει, άνοιγες την πόρτα. Αλλά άμα ήτανε Κυριακή και ήτανε ο κόσμος στον εξώστη επάνω δίπλα, ήσουν κλεισμένος μέσα. Εκείνο ήτανε το μαρτύριο!

Χ.Λ.:

Σας κούραζε να βλέπετε όλη την ώρα την ίδια ταινία;

Χ.Θ.:

Κοίταξε να δεις, στην πρώτη παράσταση, υποχρεωτικά, ήσουν υποχρεωμένος να την παρακολουθείς, γιατί είχαμε τα στραβοκολλήματα που μπορούσε στην οθόνη να φαινόταν ο μισός άνθρωπος – μίσος επάνω, μισός κάτω. Έπρεπε αυτά να τα σημαδέψεις, να βάλεις ένα χαρτί για να το διορθώσεις. Την πρώτη παράσταση έπρεπε να το παρακολουθείς. Μετά, στη δεύτερη παράσταση, αφού έβλεπες το έργο, σπάνια να το δεις, μηχανικά το παρακολουθούσες. Είχαμε και αστυνομικά βιβλιαράκια, κανένα περιοδικό, χαζεύαμε κι εκεί. Κι άμα ξεχνιόμαστε και μας έσβηνε, πεταγόμασταν! Ξυπνάγαμε.

Χ.Λ.:

Θυμάμαι μου είχατε πει ένα πολύ ωραίο αστείο περιστατικό, που υπήρχε κόσμος, όπως είπατε, οι οποίοι ήταν αγρότες, δεν ήξεραν από σινεμά και είχατε πει που ήτανε η οθόνη…

Χ.Θ.:

Ναι, στον καλοκαιρινό ιδιαίτερα, προπολεμικά αυτό και αρχές μεταπολεμικά που παίζαμε τα καουμπόικα, που λέμε. Και ερχόσαντε οι εργάτες για τις σταφίδες, για τον τρύγο και τέτοια, και καθόσαντε μπροστά, που ήτανε στις πρώτες σειρές, που ήτανε καναπέδες ξύλινοι. Και όταν βλέπανε το άλογο που έτρεχε, τα καουμπόικα ή τη φουστανέλα, πηγαίναν να δουν πού είναι τ’ άλογα και τέτοια. Από πίσω στην οθόνη. Και ένα άλλο πάλι στον χειμερινό μού ’χει μείνει στο μυαλό. Σε μια πρεμιέρα ένα ζευγάρι δικηγόροι, δικηγόρος αυτός με τη γυναίκα του, είχαν μπει πρώτοι μες την αίθουσα. Και εκεί που καθόσαντε, πάει και κάθεται ένας νεαρός εκεί, ο οποίος, απ’ ό,τι μετά είδα, δούλευε σε μηχανουργείο, δεν ξέρω τι ακριβώς. Και φορούσε παπούτσια και είχε βγάλει το παπούτσι του και το είχε βάλει στο κάθισμα επάνω. Μου κάνει νόημα ο δικηγόρος, μου λέει: «Έλα δω!». Πάω εκεί, λέω: «Ρε φίλε, τι συμβαίνει εδώ πέρα; Γιατί έβαλες το παπούτσι σου;». «Περιμένω την παρέα να βαστήξω το κάθισμα». Τον έβαλα τις φωνές και συμμορφώθηκε. Αλλά θέλω να σου πω πού είχε φτάσει ο κόσμος!

Χ.Λ.:

Θα ’θελα να μου πείτε, αν θυμάστε τώρα κάτι, ας πούμε ένα αστείο περιστατικό. Σας έρχεται ένα αστείο περιστατικό μέσα απ’ το σινεμά, απ’ τον κινηματογράφο; Κάτι που να σας έχει μείνει στο μυαλό;

Χ.Θ.:

Ιδιαίτερα εδώ στον καλοκαιρινό. Ήσαντε κάτι αδερφές απ’ την Αμαλιάδα, οι οποίες δε θυμάμαι πώς λεγόσαντε, η μία αδερφή θυμάμαι είχε παντρευτεί έναν αρχιμουσικό. Η οποία αυτή στα ελληνικά έργα, στις κωμωδίες, ξεσπούσε σ’ ένα παράξενο σκαστό γέλιο. Και όλοι, όταν άρχιζε, την περιμένανε. Ερχόσαντε ειδικά όσοι ήσαντε θεατές μέσα και παρακολουθούσαν να την παρακολουθήσουν πότε θ’ αρχίσει να γελάει. Και την παρότρυναν ν’ αρχίσει να γελάει και γινόταν… Ξεσηκωνόταν η αίθουσα σ’ ένα ιδιόρρυθμο γέλιο. Την περίμεναν, χωρίς υπερβολή.

Χ.Λ.:

Ένα περιστατικό που σας έχει εκνευρίσει, μας είπατε. Ένα περιστατικό ρομαντικό. Τότε φαντάζομαι θα ερχόντουσαν εδώ πέρα για να…

Χ.Θ.:

Βέβαια, είχαν γίνει και προξενιά. Ραντεβουδάκι. Δηλαδή προ πενταετίας, ίσως κάπου εκεί, καθόμουν στην πλατεία. Συνταξιούχος, μετά από τόσα χρόνια. Είδα μια κυρία εκεί πέρα, τη γνώρισα. Μου λέει αν την θυμάμαι, λέω: «Ναι». «Αχ», μου λέει, «να ’ξερες εκεί στον κινηματογράφο… Εκεί γνώρισα τον άντρα μου! Ερχόμασταν ραντεβού. Εκεί πέρα πρωτογνωριστήκαμε». Αλλά όχι μόνο αυτοί, και άλλα πολλά ζευγάρια.

Χ.Λ.:

Τύποι που ήτανε ενοχλητικοί, θυμάστε;

Χ.Θ.:

Βέβαια, ήσαντε κολλητηρτζήδες που διπλάρωναν μικρές κοπέλες και τις ξεροχάιδευαν. Είχαμε πάρει ορισμένους. Κάνα δυο-τρεις τους είχαμε απαγορεύσει την είσοδο. Αυτά τα πράγματα.

Χ.Λ.:

Θέλω λίγο να μου περιγράψετε τον θερινό. Να μου πείτε πώς ήταν ο θερινός κινηματογράφος. Αυτό δεν το αναφέραμε.

Χ.Θ.:

Πώς ήταν ο θερινός. Ο θερινός κινηματογράφος, μετέπειτα ως αδελφοί Θεοφιλόπουλοι, είχε περίπου χίλια καθίσματα με τον εξώστη, ίσως και παραπάνω. Ιδιαίτερα τις πρεμιέρες, απλώναμε… Τις Κυριακή και στις πρεμιέρες, απλώναμε και τα χίλια. Και τα χίλια τα μαζεύαμε το βράδυ για τη δροσιά, γιατί υπήρχε η νοοτροπία τότε και δεν μπορούσαμε αλλιώς να κάνουμε. Τα μαζεύαμε για να μπορέσουμε να καθαρίσουμε την αίθουσα την άλλη μέρα, την οποία καταβρέχαμε. Ξεκινάγαμε από τις πέντε, από τις έξι η ώρα μέχρι τις εφτά η ώρα, μια-δυο ώρες, ιεροτελεστία – να καθαρίσουμε την αίθουσα, να την καταβρέξουμε, να περιμένουμε να στεγνώσει λιγάκι. Μετά, με τις σκούπες της εποχής εκείνης καθαρίζαμε τα σπόρια, πασατέμπο, χαρτιά και τέτοια, και απλώναμε τα καθίσματα, τα οποία ήτανε σε σειρά απλωμένα. Όχι άναρχα, κανονικά. Με τους διαδρόμους, περιφερειακούς, κεντρικούς. Και τώρα ξεφεύγω από το ένα, πάμε στο άλλο. Ο χειμερινός κινηματογράφος, μετά όταν έγινε με τα καθίσματα αυτά, έπρεπε να είναι ή ογδόντα πέντε, ή εννενήντα πόντους πλάτη σε πλάτη του καθίσματος. Τα οποία ήσαντε κλειδωμένα επί σταθερής βάσεως. Αν ήτανε, που είχαμε κάνει μία κουτουράδα για να εκμεταλλευτούμε κάνα δυο σειρές καθισμάτων, καμιά σαρανταριά καθίσματα, τα είχαμε βάλει δύο πόντους πιο αυτό, όταν πέρασε η επιτροπή και μας έλεγξε, μας υποχρέωσε να τα βάλουμε κανονικά. Γιατί δε μας έδωσε άδεια μέχρι να το τακτοποιήσουμε. Αυτά είναι οι αναμνήσεις!

Χ.Λ.:

Τώρα, που έχουν περάσει χρόνια, σας λείπει ο κινηματογράφος;

Χ.Θ.:

Λέω ναι, ωραία χρόνια εκείνα εκεί. Αλλά τώρα δε με πειράζει. Θέλω να βλέπω κινηματογράφο, βλέπω…

Χ.Λ.:

Σινεμά [01:10:00]πηγαίνετε;

Χ.Θ.:

Δεν πηγαίνω. Πρώτα πήγαινα, και ιδιαίτερα στον Πύργο, σ’ έναν φίλο Αποστολόπουλο, τότε συνάδελφος. Πήγαινα, έβλεπα. Μετά, εδώ στην Αμαλιάδα μια-δυο φορές δεν έμενα ικανοποιημένος από την αίθουσα, όχι ότι είχα κάτι. Αλλά και τώρα, μου αρέσει η ταινία, θέλω να βλέπω ταινίες. Αλλά βλέπω μόνο μέσω ίντερνετ, γιατί με την τηλεόραση και τέτοια σε διαλύουν η διαφήμιση.

Χ.Λ.:

Εσάς ποιες ταινίες είναι οι αγαπημένες σας;

Χ.Θ.:

Εμένα μου αρέσουν οι περιπέτειες, αστυνομικά και τέτοια.

Χ.Λ.:

Να σας ρωτήσω κάτι, γιατί αυτό δεν το είπαμε, πριν κλείσουμε. Είπατε κάτι για τα «Επίκαιρα». Τι ήτανε τα «Επίκαιρα»;

Χ.Θ.:

Τα «Επίκαιρα», ιδιαίτερα με τη Χούντα που ’καναν προπαγάνδα τα της Χούντας, προβάλουν τα δικά τους πιστεύω. Οι δε ταινίες επί Χούντας… Και κανονικά όλες οι ταινίες, αλλά επί Χούντας η κάθε ταινία συνοδευόταν από μία άδεια προβολής, η οποία έκρινε κατάλληλο ή ακατάλληλο το έργο. Έγραφε τι έργο ήτανε, τα μέτρα του, δράμα ξέρω γω. Αλλά επί Χούντας ήμαστε υποχρεωμένοι να πηγαίνουμε στην αστυνομία κάθε ταινία προτού την προβάλουμε, που συνοδεύοτο από την άδεια, να την καταθέσουμε τι έργο θα προβληθεί στον κινηματογράφο.

Χ.Λ.:

Δηλαδή έρχονταν συγκεκριμένες ταινίες.

Χ.Θ.:

Όχι, οποιαδήποτε ταινία –ελληνική ή ξένη, ό,τι να ’τανε– συνοδεύονταν από την άδεια προβολής. Αν ήτανε κατάλληλη ή ακατάλληλη. Αλλά θυμάμαι επί Χούντας που μας έδιναν και τα «Επίκαιρα», που μας υποχρέωναν σε κάθε παράσταση να τα προβάλουμε.

Χ.Λ.:

Τα «Επίκαιρα» δεν υπήρχαν σε άλλη περίπτωση πέραν της Χούντας;

Χ.Θ.:

Υπήρχαν «Επίκαιρα», αλλά δεν ήτανε υποχρεωτικά να προβληθούν.

Χ.Λ.:

Διαφημίσεις υπήρχαν; Τα τρέιλερ που λέμε σήμερα;

Χ.Θ.:

Μετά υπήρχαν και οι διαφημιστές. Τα τρέιλερ, που λέμε, ήτανε διαφήμιση του προσεχούς έργου. Τι θα παίζαμε. Ήτανε αστυνομικό ή δράμα ή ξέρω γω τι. Μετά όμως υπήρχανε και οι διαφημίσεις διαφόρων επιχειρήσεων, όπως βλέπουμε τώρα στην τηλεόραση. Διαφημίσεις που διαφημίζει διαφορά καταστήματα, τα Lidl, τα σούπερ μάρκετ… Τότε είχαμε… Προτού αρχίσει το έργο, ξεκινάγαμε με τις διαφημίσεις. Ήτανε διαφημιστικές εταιρείες οι οποίες παίρνανε από διάφορες επιχειρήσεις… Εκάναν ταινίες και διαφημίζαν τα προϊόντα τους. Πληρωνόντουσαν εκείνοι, μας πλήρωναν κι εμάς. Όλα αυτά τα πράγματα. Και ήμαστε υποχρεωμένοι υποχρεωτικά να τις προβάλουμε.

Χ.Λ.:

Ο κινηματογράφος έπαιζε όλη την εβδομάδα. Ποιες ημέρες και ποιες ώρες;

Χ.Θ.:

Ανάλογα, τον χειμώνα ξεκινούσε από νωρίς.

Χ.Λ.:

Δηλαδή;

Χ.Θ.:

Και από τις τρεις η ώρα, ανάλογα τι έργα είχαμε να προβάλουμε. Αν ήτανε έργα που «περπατάγανε»… Φερειπείν ελληνικά, πρώτη προβολή κανονικά ήτανε έξι η ώρα. Έξι, οχτώ, δέκα. Δύο παραστάσεις, ανάλογα την ποιότητα του έργου.

Χ.Λ.:

Υπήρχε και κάποια σειρά στις μέρες; Δηλαδή μπορεί να λέγατε Δευτέρα-Τετάρτη π.χ. βάζατε, λέω γω, περιπέτειες;

Χ.Θ.:

Ανάλογα, το ξεκινάγαμε με περιπέτεια ή με δράμα, μ’ ελληνικό.

Χ.Λ.:

Δεν είχατε συγκεκριμένη σειρά;

Χ.Θ.:

Όχι, το διαφημίζαμε. Τα ταμπλό δείχναν έξω.

Χ.Λ.:

Τι σας έχει μείνει απ’ όλα αυτά τα χρόνια; Ποια γεύση σάς έχει μείνει απ’ όλα αυτά τα χρόνια, από τον κινηματογράφο;

Χ.Θ.:

Ωραία ήσαντε τα χρόνια, αλλά είχε κλεισούρα. Δεν είχες ζωή.

Χ.Λ.:

Δηλαδή όταν έκλεισε ο κινηματογράφος, ποια χρονολογία είπατε ότι έκλεισε;

Χ.Θ.:

Το ’94, αν δεν κάνω λάθος. Κάπου εκεί. Δε με πείραξε, το διασκέδασα. Περίμενα. Χωρίς υπερβολή, μετά τα δέκα χρόνια, άρχισα να κοιτάω πότε θα πάρω σύνταξη. Σοβαρά μιλάω τώρα! Παράλληλα είχα και μεσιτικό γραφείο. Τα χρόνια απ’ το ’75, τότε με την κρίση του κινηματογράφου, αναγκάστηκα να κάνω κι άλλο επάγγελμα. Και ευτυχώς δηλαδή, γιατί πληρώσαμε αμαρτίες της Φρειδερίκης.

Χ.Λ.:

Δηλαδή;

Χ.Θ.:

Με τις παιδουπόλεις. Ενώ είχαμε το πλουσιότερο ταμείο, των κινηματογραφιστών, η Φρειδερίκη μάς ήθελε να κάνει την πολιτική της με τις παιδουπόλεις και έπαιρναν από τα κεφάλαια του ασφαλιστικού ταμείου. Μέχρι αναγκαστήκαμε και φαλίρισε το ταμείο. Μας πήγαν για κάποια δυο-τρία χρόνια στο ΙΚΑ, μετά δεν άρεσε στη διοίκηση –που κακώς για εμένα, γιατί θα είχαμε πολύ καλύτερη σύνταξη–, μετά μας πήγαν στον εμπόρων για να βγάλουμε μία μηδαμινή σύνταξη.

Χ.Λ.:

Τι ήταν αυτό που είπατε, οι παιδουπόλεις; Τι ήταν οι παιδουπόλεις;

Χ.Θ.:

Με τον Εμφύλιο Πόλεμο μαζεύαν τα ανήλικα παιδάκια τα οποία δεν είχανε γονείς, από χωριά και τέτοια, και τα συντηρούσαν, τα μεγαλώνανε.

Χ.Λ.:

Τι σχέση είχε αυτό με το ταμείο των κινηματογραφιστών;

Χ.Θ.:

Η σχέση έχει ότι παίρναν τα δικά μας λεφτά για να τους πάρουν φαγητά, να τα ντύσουν και τέτοια. Συντήρηση. Καμτσικιά σε ξένο ποπό δε χτυπάς. Και πληρώσαμε αμαρτίες, για εμένα. Όχι ότι είμαι αντιβασιλικός και τέτοια, αλλά η αλήθεια είναι εκείνη. Γιατί αν δεν ήσαντε αυτά, εμείς είχαμε το πλουσιότερο ταμείο. Γιατί την εποχή εκείνη υπήρχαν του κόσμου οι κινηματογράφοι. Να βλέπεις ταινίες να κόβουν πεντακόσιες χιλιάδες εισιτήρια, ένα εκατομμύριο εισιτήρια. Τι μου λέτε τώρα! Διακόσιες χιλιάδες εισιτήρια. Λεφτά με το τσουβάλι! Δεν ξέρω αν τα έχει πει και κανένας άλλος συνάδελφος, αλλά εγώ αυτό μας πήραν στον λαιμό τους.

Χ.Λ.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ωραία συνέντευξη!

Χ.Θ.:

Κι εγώ. Ωραίες αναμνήσεις, αλλά… Αλλά…

Χ.Λ.:

Τώρα να πούμε ότι βρισκόμαστε στο μπαλκόνι ακριβώς πάνω από τον θερινό κινηματογράφο και τα λέμε αυτά.

Χ.Θ.:

Βλέπεις απέναντι –άμα θέλεις μπορείς να τραβήξεις και μία φωτογραφία– που ήτανε η καμπίνα προβολής που λέμε, που τα πρώτα χρόνια ήτανε η οθόνη εκεί.

Χ.Λ.:

Τα πρώτα χρόνια, είπατε, ήταν εκεί η οθόνη. Μετά, όμως, χτίσατε αυτό το σπιτάκι εκεί και πήγε ανάποδα.

Χ.Θ.:

Ανάποδα. Στον νέο κινηματογράφο, με την ανακαίνιση και του χειμερινού.

Χ.Λ.:

Τη μηχανή όλη τη διαλύατε;

Χ.Θ.:

Την κόβαμε σε τρία-τέσσερα κομμάτια και τη μεταφέραμε δυο-τρία άτομα. Αυτήν τη δουλειά κάναμε. Ήτανε μέρες καλοκαίρι που σ’ έπιανε ή έκανε ζέστη μέσα και ήθελες να το εκμεταλλευτείς, είχε καλή μέρα, παίζαμε έξω. Μέσα σε μία μέρα, απόφαση πού θα παίξουμε.

Χ.Λ.:

Και πόση ώρα κάνατε να το αποσυναρμολογήσετε και να το συναρμολογήσετε;

Χ.Θ.:

Καμιά ώρα!

Χ.Λ.:

Αλλά ήτανε βαριά να την κουβαλήσετε;

Χ.Θ.:

Ήτανε βαριούτσικα. Μόνο ένα εξάρτημα θυμάμαι, τα άλλα ήσαντε ελαφρά. Μόνο ένα εξάρτημα.

Χ.Λ.:

Ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Χ.Θ.:

Άμα θες τράβηξε φωτογραφίες εκεί.

Χ.Λ.:

Ευχαριστώ, να ’στε καλά!