© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Μπορούμε να φτιάξουμε ένα δημόσιο σχολείο για όλους»: Η εμπειρία μας αναπληρώτριας εκπαιδευτικού παράλληλης στήριξης

Istorima Code
24680
Story URL
Speaker
Ελένη Ντίνου (Ε.Ν.)
Interview Date
25/06/2023
Researcher
Κυριακή Θεοδώρου (Κ.Θ.)
Κ.Θ.:

[00:00:00]Λοιπόν. Γεια σου Ελένη.

Ε.Ν.:

Καλησπέρα.

Κ.Θ.:

Σε ευχαριστώ πολύ που θα μου μιλήσεις.

Ε.Ν.:

Παρακαλώ, με χαρά.

Κ.Θ.:

Λοιπόν, θέλεις να μου πεις αρχικά για, να ξεκινήσουμε με το Αγρίνιο;

Ε.Ν.:

Φυσικά. Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Αγρίνιο, μια αρκετά μεγάλη πόλη με ομορφιές. Έχει πολλές λίμνες, αν και όχι τόσο αξιοποιημένες, θα έλεγα, αλλά είναι πολύ όμορφα. Έχω αρκετές αναμνήσεις από τις βόλτες στην πόλη και στις γειτονιές του Αγρινίου γενικότερα, από εκδρομές που κάναμε στο χωριό των γονιών μου. Πολύ όμορφα έχω περάσει όλα μου τα χρόνια αυτά.

Κ.Θ.:

Και ως μαθήτρια;

Ε.Ν.:

Ως μαθήτρια. Ωραία. Ήμουν πάντοτε μια αρκετά επιμελής μαθήτρια, αν και αγχώδης τις περισσότερες φορές. Ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι όσο το δυνατόν καλύτερη, χωρίς, όμως, βέβαια αυτή η πίεση, να πω, ότι προέρχονταν από το σπίτι. Δεν με πίεσαν ποτέ οι γονείς μου. Το αισθανόμουν πιο πολύ εγώ ως ένα καθήκον. Μεγαλώνοντας, βέβαια, αντιλήφθηκα τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους έπρεπε να μελετώ και για αυτό και συνέχισα να το κάνω. Εκούσια πλέον. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, νομίζω, ακόμα και τώρα έτσι μελετώ με μεγάλη διάθεση. Και στις πανελλήνιες μελέτησα πολύ συστηματικά. Ήταν στόχος μου να γράψω όσο το δυνατόν καλύτερα. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν υπήρχε κάποια σχολή, η οποία να με ελκύει ιδιαιτέρως. Πρέπει να πω ότι, δυστυχώς, ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν ήταν αρκετά ικανός, μπορώ να πω ότι ήταν αρκετά ελλιπής και εγώ ήμουν χαομένη αναφορικά με το ποιο κομμάτι σπουδών, ποιο πεδίο σπουδών επιθυμούσα να ακολουθήσω. Εγώ από μικρή χορεύτρια ήθελα να γίνω, μου άρεσε πάρα πολύ ο χορός, αλλά αφενός δεν προωθήθηκα από το οικογενειακό μου περιβάλλον και αφετέρου το εκπαιδευτικό σύστημα όλα αυτά τα χρόνια είναι αρκετά προσανατολισμένο σε πιο τεχνοκρατικά επαγγέλματα, θεωρώντας οτιδήποτε πιο καλλιτεχνικό ως μια πολύ «επίφοβη», σε εισαγωγικά, επιλογή. Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι και το Αγρίνιο ως μια επαρχιακή πόλη στερούνταν, τα χρόνια εκείνα τουλάχιστον, της ενημέρωσης που μπορεί να είχαν συμμαθητές μου σε μεγαλύτερες πόλεις. Χαίρομαι, βέβαια, που είκοσι χρόνια αργότερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και τα παιδιά τα νεότερα έχουν μεγαλύτερη ενημέρωση και περισσότερη ελευθερία επιλογών αναφορικά με το επάγγελμά τους.

Κ.Θ.:

Οπότε έδωσες πανελλήνιες.

Ε.Ν.:

Έδωσα πανελλήνιες. Είχα έναν αρκετά υψηλό βαθμό. Πέρασα σε μια σχολή με 1500 μόρια σχεδόν παραπάνω από τη βάση της. Να πω, βέβαια, ότι η επιλογή της σχολής ήταν καθαρά απόρροια του υψηλού βαθμού. Πολλοί άνθρωποι στον κοινωνικό μου κύκλο επέμειναν να επιλέξω τη νομική σχολή, μιας και την έπιανα βαθμολογικά, ωστόσο ένιωθα ότι μια τόσο «αυστηρή», σε εισαγωγικά πάλι, σχολή εμένα θα με εγκλώβιζε. Νιώθω έτσι πιο ελεύθερη σαν άνθρωπος, είμαι πιο ελεύθερο πνεύμα και δεν θα μου ταίριαζε, οπότε επέλεξα να ακολουθήσω μια σχολή που θα με έκανε πιο χαρούμενη. Για αυτόν τον λόγο, η επόμενη αμέσως υψηλόβαθμη σχολή ήταν η Φιλοσοφική Αθηνών, η Φιλολογία για την ακρίβεια και για αυτό έγινε κι αυτή η πρώτη μου επιλογή. Είμαι ωστόσο ευτυχής να πω ότι παρά το γεγονός ότι η σχολή επελέχθη καθαρά βάσει βαθμού, κατά τη διάρκεια της φοίτησής αγάπησα το αντικείμενο και ακόμη περισσότερο, από όταν άρχισα να δουλεύω, λάτρεψα πραγματικά την επαφή μου με τα παιδιά. Νιώθω δηλαδή ότι γι’ αυτό γεννήθηκα. Μου αρέσει πάρα πολύ να σας συναναστρέφομαι με τα παιδιά. Η αλήθεια αυτή που βγάζουν στην καθημερινότητά τους, ότι δηλαδή θα σου πουν ακριβώς αυτό που νιώθουν χωρίς δεύτερες σκέψεις, είναι αξία ανεκτίμητη. Δυστυχώς, αυτό οι άνθρωποι το χάνουμε μεγαλώνοντας και βάζουμε πολλά «πρέπει» μπροστά, ωστόσο τα παιδιά ακόμη το έχουν φυσικά κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους, γιατί αυτή η ηλικία είναι αυτή με την οποία ασχολούμαι εγώ και αυτό είναι κάτι το οποίο μου αρέσει τρομερά και για αυτό θέλω να ασχολούμαι συνέχεια με αυτό. Έχω σπουδάσει, λοιπόν, κλασική φιλολογία στο ΕΚΠΑ, μια ιδιαίτερα απαιτητική σχολή, μα ακόμα πιο δύσκολη είναι η εύρεση εργασίας, μιας και φιλόλογοι βγαίνουμε περίπου είκοσι επτά τμήματα εμείς και γι’ αυτόν τον λόγο η επαγγελματική αποκατάσταση στον κλάδο με αξιοπρεπείς μάλιστα απολαβές, φαντάζει επίτευγμα.

Κ.Θ.:

Οπότε πέρασες στην Φιλοσοφική Αθηνών.

Ε.Ν.:

Ναι, την τελείωσα στα τέσσερα χρόνια. Ήθελα να πάρω γρήγορα το πτυχίο μου. Πάλι δεν πιέστηκα από κάπου, πάλι έτσι εγώ το ένιωθα, να το πω και αυτό. Ολοκληρώνοντας την τετραετή φοίτηση στη σχολή και περιμένοντας την ημερομηνία της ορκωμοσίας ξεκίνησα να δουλεύω προσωρινά σε έναν εκδοτικό οίκο. Εκεί ασχολήθηκα με την επιμέλεια κειμένων για ένα διάστημα κάποιων μηνών. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εργασία, οφείλω να ομολογήσω, ωστόσο εγώ αναζητούσα κάτι διαφορετικό, δηλαδή ένιωθα πως δεν ήθελα να ακολουθήσω τη συγκεκριμένη πτυχή της επαγγελματικής αυτής αποκατάστασης των σπουδών μου και για αυτόν τον λόγο αποχώ[00:05:00]ρησα από τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, αναζητώντας εργασία στο κομμάτι της διδασκαλίας από 'κεί και πέρα και αυτό συνέβη δηλαδή, γιατί μπορώ να πω ότι δεν άργησα να βρω εργασία. Αρκετά γρήγορα άρχισα να δουλεύω σε φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης. Ήταν πολύ ωραία στην αρχή. Το συναίσθημα ήταν πολύ όμορφο, γιατί έβγαζα δικά μου χρήματα. Ασχολούμουν με το αντικείμενο το οποίο είχα σπουδάσει, όμως στη συνέχεια οι συνθήκες διαφοροποιήθηκαν και δεν με ικανοποιούσαν. Συνεπώς, μετά από μια δεκαετία σχεδόν στην ιδιωτική εκπαίδευση, με πολλές φορές χαμηλές απολαβές και πετσοκομμένα ένσημα, αλλά κυρίως και μια συνεχή αβεβαιότητα για την επόμενη χρονιά, αποφάσισα να διεκδικήσω μια θέση στο δημόσιο σχολείο, μιας και οι καλύτερες συνθήκες εργασίας στον εργασιακό χώρο, τα πλήρη ένσημα, το αξιοπρεπές ωράριο, το πρωινό δηλαδή, ήταν σημαντικά κίνητρα για αυτήν μου την επιλογή. Έτσι αποφάσισα να κάνω ένα μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή, προκειμένου να έχω πιθανότητες να ασχοληθώ αρχικά με το κομμάτι αυτό και να δουλέψω ως αναπληρώτρια στην εκπαίδευση. Να πω ότι είμαστε πάρα πολλοί στον κλάδο ως φιλόλογοι, είμαστε περίπου 35.000 στους πίνακες, κάτι το οποίο το καθιστά πολύ δύσκολο να ξεκινήσεις, έστω και με λίγες ώρες, να δουλέψεις στην εκπαίδευση. Ξεκίνησα, λοιπόν, το μεταπτυχιακό της ειδικής αγωγής, το επιτάχυνα το δυνατόν περισσότερο, ώστε να καταφέρω να προλάβω τις ημερομηνίες κατάθεσης των δικαιολογητικών και πράγματι τα κατάφερα και κλήθηκα ως αναπληρώτρια. Μου άρεσε και μου αρέσει πάρα πολύ η επαφή μου με τα παιδιά. Αυτή η καθημερινότητα που σου είπα και πριν, η αλληλεπίδραση. Κυρίως η αλληλεπίδραση με τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που είναι τόσο αθώα και ξεκάθαρα, αλλά και οι συνθήκες εργασίας ήταν πάρα πολύ σημαντικές. Και για αυτόν τον λόγο μετά, έχοντας μπει ήδη σε αυτή τη διαδικασία, αποφάσισα να πραγματοποιήσω κι ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, αυτήν τη φορά στην εκπαίδευση ενηλίκων, προκειμένου να διευρύνω τους πνευματικούς μου ορίζοντες, αλλά και τις επαγγελματικές μου επιλογές.

Κ.Θ.:

Να σε γυρίσω λίγο πίσω. Μου είπες ότι στον εκδοτικό οίκο ότι αρχικά έκανες επιμέλεια κειμένων.

Ε.Ν.:

Ναι.

Κ.Θ.:

Θες να μου εξηγήσεις λίγο παραπάνω;

Ε.Ν.:

Ναι, φυσικά. Παίρναμε κάποια κείμενα τα οποία μας έφεραν συγγραφείς και εμείς ασχολούμασταν αναφορικά με το κατά πόσο είναι σωστά συντακτικά, δομικά, γραμματικά, προκειμένου αυτά αργότερα να εκδοθούν. Ήταν ένας πολύ αξιοπρεπής εκδοτικός οίκος και οι ιδιοκτήτες του πάρα πολύ καλοί, και σαν άνθρωποι και σαν υπεύθυνοι. Ωραία ήταν, απλά εμένα μου φαινόταν λίγο δύσκολο το να κάθομαι τόσες πολλές ώρες πίσω από ένα γραφείο και να μην έχω αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους, γιατί δούλευα μόνη μου εκεί, κάποια στιγμή είχε έρθει και μια άλλη φιλόλογος, αλλά μου φαινόταν πολύ μονότονο, πολύ κουραστικό, πολύ δύσκολο. Είμαι αρκετά κοινωνική και μου αρέσει να συναναστρέφομαι πολλούς ανθρώπους, οπότε για αυτόν τον λόγο επέλεξα να σταματήσω.

Κ.Θ.:

Και μετά, στα φροντιστήρια τι έκανες;

Ε.Ν.:

Στα φροντιστήρια δούλευα ως φιλόλογος. Είχα αναλάβει κατά βάση τα μαθήματα του λυκείου, δηλαδή φιλολογικά μαθήματα σε όλο το λύκειο και κάποιες φορές φυσικά και στο γυμνάσιο. Ένας πολύ απαιτητικός χώρος με πολλές ώρες εργασίας και τεράστια ευθύνη. Εκεί λιγάκι τα ωράρια είναι πολύ δύσκολα, δηλαδή δουλεύουμε από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ. Αυτό γενικότερα σου ανατρέπει και το πρόγραμμα της καθημερινότητάς σου. Δηλαδή δεν μπορείς να κανονίσεις να πας μια δραστηριότητα, να έχεις τον ελεύθερο χρόνο που μπορεί να έχει κάποιος άλλος που τελειώνει την εργασία του το μεσημέρι. Σε κάποιους αρέσει δηλαδή δεν είμαι απόλυτη, κάποιος τους εκφράζει και τους καλύπτει αυτό, γιατί το πρωί καλύπτουν, κάνουν τις δουλειές τους και το απόγευμα εργάζονται. Είναι καθαρά υποκειμενικό. Εγώ το έκανα δέκα χρόνια, νομίζω ότι κάποια στιγμή αυτό το πράγμα με κούρασε και ήθελα μια αλλαγή και δεν μετανιώνω που την έκανα. Δηλαδή νιώθω πολύ καλύτερα τώρα πλέον που έχω ένα πρωινό ωράριο και άλλες συνθήκες εργασίας.

Κ.Θ.:

Οπότε τότε ήταν που έτσι επέλεξες να κάνεις την προσπάθειά σου για τη δημόσια εκπαίδευση.

Ε.Ν.:

Ακριβώς. Παράλληλα δηλαδή τα τελευταία χρόνια που δούλευα στα φροντιστήρια ξεκίνησα το πρώτο μεταπτυχιακό στην ειδική αγωγή εξ αποστάσεως. Παράλληλα δηλαδή δούλευα και σπούδαζα, όπως και πάρα πολλοί άλλοι άνθρωποι, προκειμένου να καταφέρω να κατακτήσω, να τελειώσω το μεταπτυχιακό και στη συνέχεια να καταθέσω τα χαρτιά μου στους πίνακες του Υπουργείου Παιδείας για να μπω και εγώ στους αντίστοιχους πίνακες και να κληθώ κάποια στιγμή σαν αναπληρώτρια.

Κ.Θ.:

Θέλεις να μου πεις πως ήταν αυτή η διαδικασία της αναμονής;

Ε.Ν.:

Η διαδικασία της αναμονής. Επειδή εγώ δεν είχα σταματήσει να δουλεύω στον ιδιωτικό τομέα, είχα κάνει τα χαρτιά μου και περίμενα. Δεν πίστευα ότι είχα πολλές δυνατότητες, δηλαδή ακόμα[00:10:00] και η ανακοίνωση της πρόσληψης στον δημόσιο τομέα ήταν εντελώς απρόσμενη. Ναι, μην είχα κάνει την απαραίτητη αίτηση, αλλά πίστευα ότι οι πιθανότητες ήταν ελάχιστες έως και μηδαμινές. Ενημερώθηκα ξαφνικά μια Τρίτη βράδυ, περίπου 20:00 η ώρα, ότι την Πέμπτη το πρωί έπρεπε να βρίσκομαι στον νέο τόπο εργασίας μου, πολλά χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο διαμονής μου. Συνεπώς ήταν πολλά που έπρεπε να γίνουν, δηλαδή όφειλα να παραιτηθώ από τη δουλειά που είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή και σε ελάχιστες ώρες να συγκεντρώσω τα απαραίτητα έγγραφα, να πακετάρω προσωπικά είδη, αντικείμενα οικιακής χρήσης και να αναχωρήσω για μία άγνωστη πόλη. Σίγουρα χάρηκα, εντάξει, ας μην πω το αντίθετο. Χάρηκα πάρα πολύ για την πρόσληψή μου. Ήταν μια νέα αρχή για μένα, κάτι για το οποίο είχα παλέψει πάρα πολύ και φυσικά και ένιωσα ικανοποίηση ότι οι κόποι μου σιγά - σιγά ανταμείβονται.

Κ.Θ.:

Ποια ήταν η πρώτη, ο πρώτος τόπος;

Ε.Ν.:

Ο πρώτος τόπος ήτανε η Λιβαδειά, στη Βοιωτία. Ένας πολύ ωραίος τόπος που για μένα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, γιατί ήταν η πρώτη φορά αφότου τελείωσα τις σπουδές μου στην Αθήνα και είχα επιστρέψει στο Αγρίνιο, η πρώτη φορά που έφυγα πάλι για εργασία εκτός του νομού. Ήταν μια πολύ ωραία χρονιά. Βέβαια, το αρνητικό ήταν ότι εκεί είχα κληθεί μειωμένου ωραρίου, οπότε ήταν λιγότερα και τα χρήματα και τα ένσημα και τα μόρια και παλέψαμε λίγο για να γίνει, να αλλάξει αυτή η κατάσταση, δεν το καταφέραμε τελικά, ωστόσο σαν πόλη ήταν μια πολύ όμορφη πόλη, γιατί ήμουνα πάλι την τρίτη χρονιά εκεί που δούλεψα ως αναπληρώτρια και έχω κρατήσει σχέσεις με τους ανθρώπους, δεσμούς και πάντα θα τη θυμάμαι με πολλή αγάπη και θα πηγαίνω όποτε μπορώ.

Κ.Θ.:

Θυμάσαι την πρώτη μέρα εκεί στο σχολείο;

Ε.Ν.:

Την πρώτη μέρα, ναι. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα σαν καθηγήτρια πλέον σε ένα δημόσιο σχολείο και υπό νέες συνθήκες, γιατί είχα κληθεί στην ειδική αγωγή ως παράλληλη στήριξη, κάτι το οποίο δεν το είχα ξανακάνει. Δεν είχα ξαναδουλέψει υπό αυτές τις συνθήκες. Ήταν διαφορετικό για μένα, πρωτόγνωρο θα έλεγα. Μου άρεσε όμως πάρα πολύ, γιατί με στήριξαν κάποιοι συνάδελφοι αρκετά και το παιδί με το οποίο συγχρωτίστηκα και είχα αναλάβει είναι αρκετά λειτουργικό, αν και στο φάσμα του αυτισμού και η χρονιά βγήκε πάρα πολύ ωραία. Κάναμε πολύ ωραία δουλειά. Προωθήθηκε το δυνατόν περισσότερο. Εξελίχθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό κι αυτό είναι μια μεγάλη ικανοποίηση αρκετά, αρχικά για τον ίδιο και μετέπειτα και για εμένα.

Ε.Ν.:

Να πούμε βέβαια ότι αυτές οι νέες συνθήκες εργασίας φέρνουν κάθε φορά και νέες συνθήκες ζωής. Δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο τόπος εργασίας κάθε χρόνο είναι και διαφορετικός, δηλαδή εγώ, όπως προείπα, την πρώτη χρονιά μετακόμισα στη Βοιωτία, μετά πήγα στην Εύβοια, στην Κεφαλονιά, στην Κορινθία φέτος. Οπότε και να πω πάνω σε αυτό μια παρένθεση ότι εγώ νιώθω και τυχερή, καθώς πάρα πολλοί συνάδελφοί μου έχουν κληθεί σε ακριτικά νησιά και σε πολύ ορεινές περιοχές και περιοχές ακόμα που απαιτούν ακόμα και δύο μέρες μετακίνησης προκειμένου να φτάσουν σπίτια τους. Αυτό είναι ένα από τα πολλά προβλήματα και δυσκολίες που έχει η ζωή του αναπληρωτή, γιατί υπάρχουν αρκετά ακόμα. Να πω καταρχάς ότι ενημερωνόμαστε για τον τόπο τοποθέτησης τρεις μέρες περίπου πριν την ημερομηνία παρουσίασης στην υπηρεσία. Πέρυσι μόνο ήταν τα πράγματα λίγο καλύτερα, ενημερωθήκαμε περίπου τέσσερις - πέντε μέρες. Αυτό βέβαια, όπως και να έχει, υποδηλώνει ότι πρέπει μέσα σε αυτές τις μέρες να πακετάρεις όλα σου τα πράγματα στο αυτοκίνητο. Καλά, αναπληρωτής χωρίς αυτοκίνητο απλά δεν γίνεται. Δεν ξέρεις άλλωστε πότε θα ξαναέρθεις στο σπίτι σου. Να κλείσεις εισιτήρια πλοίων, αν έχεις προσληφθεί σε νησί. Να φτάσεις στον τόπο εργασίας σου, να έχεις ήδη κλείσει σε ξενοδοχείο για να μείνεις τις πρώτες μέρες μέχρι να βρεις σπίτι και να ξεκινήσει η αναζήτηση επιπλωμένου σπιτιού, παράλληλα όλα αυτά φυσικά με την έναρξη των μαθημάτων. Εντάξει, έτσι καταλαβαίνουμε τώρα ότι πρέπει να έχεις κάποια χρήματα στην άκρη, να έχεις διαθέσιμα δηλαδή για τη μετακίνηση και την εγκατάσταση στη νέα περιοχή. Και να πούμε εδώ πέρα ότι οι αναπληρωτές το καλοκαίρι δεν αμείβονται. Συγκεκριμένα λήγει η σύμβασή τους τέλη Ιούνη, για την πρωτοβάθμια γύρω στις 20, για τη δευτεροβάθμια στις 30 Ιουνίου και το καλοκαίρι καλύπτουν τις ανάγκες σου με ελάχιστα χρήματα του ταμείου ανεργίας. Να εξηγήσω κιόλας ότι δεν καλούμαστε όλοι από την αρχή της χρονιάς και πολλές φορές φτάνει ακόμα και Μάρτιος για να δούμε το όνομά μας στον πίνακα πρόσληψης. Μάλιστα, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες που βγαίνουν οι φάσεις μέσα στη χρονιά. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε συνέχεια μέσα στο άγχος, κολλημένοι στην οθόνη του υπολογιστή, περιμένοντας πότε θα αναρτηθούν οι πίνακες, δίχως να έχουμε κάποια επίσημη ενημέρωση από το Υπουργείο Παιδείας. Εντάξει, αυτό, όπως και να έχει η κατάσταση, είναι ψυχοφθόρο και αρκετά αγχώδες. Τι άλλο να πω; Να πω ότι κάποιοι από 'μας καλούμαστε και μειωμένου ωραρίου, όπως είχε συμβεί και σ' εμένα, όπως προείπα. Κάτι το οποίο υποδηλώνει όλα[00:15:00] στη μέση, χρήματα, μόρια, ένσημα, και είναι δυσβάσταχτο οικονομικά. Δηλώνει στην ουσία ότι πληρώνουμε την, πληρώνουμε για την προϋπηρεσία μας, καθώς καλούμαστε να μετακομίσουμε σε άλλες πόλεις και τα έξοδα ξεπερνούν κατά πολύ τα έσοδά μας. Σημαντικό είναι να αναφέρουμε εδώ ότι ανατρέπεται κάθε προγραμματισμός που θα μπορούσαμε να θέλουμε να κάνουμε σε προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική ζωή. Μάλιστα, πολλές οικογένειες χωρίζονται. Δηλαδή ένας από τους δύο συζύγους παίρνει το ένα παιδί μαζί του και φεύγει από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του, αφήνοντας πίσω την υπόλοιπη οικογένεια, δίχως να ξέρει πότε θα ξαναβρεθούν, καθώς τα έξοδα μετακίνησης είναι αρκετά υψηλά. Κάθε χρόνο και πιο πολύ. Αυτό επιφέρει δυσκολίες προσαρμογής, τόσο πρακτικές όσο και συναισθηματικές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα παιδιά των αναπληρωτών αναγκάζονται να αλλάζουν κάθε χρόνο σχολείο. Αυτό δεν διευκολύνει ούτε την ομαλή συναισθηματική τους ανάπτυξη ούτε και την κοινωνικοποίησή τους. Όταν μάλιστα η πρόσληψη έρχεται και στο μέσο της χρονιάς, είναι ακόμα πιο δύσκολο, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι οι δημόσιοι παιδικοί σταθμοί έχουν καλύψει τις θέσεις τους και αναγκάζεται ο γονιός να πάει το παιδί του σε ιδιωτικό παιδικό σταθμό, κάτι το οποίο έχει δυσβάσταχτο κόστος, δυσανάλογο με τον μισθό του αναπληρωτή. Τα προβλήματα είναι πολλά, δηλαδή να πω, τι να πρωτοπώ; Να πω ότι ακόμα και κάποιοι που προσλαμβάνονται σε αποστάσεις μιας και μιάμισης ώρας από το σπίτι τους μακριά αναγκάζονται να πηγαινοέρχονται καθημερινά πολλά χιλιόμετρα σε κακό οδικό δίκτυο πολλές φορές, προκειμένου να επιστρέψουν το βράδυ στην οικογένειά τους. Αυτό τώρα καταλαβαίνουμε ότι είναι εξουθενωτικό και ψυχολογικά, αλλά και οικονομικά. Και έχουν γίνει και πάρα πολλά ατυχήματα με συναδέλφους, οι οποίοι εξαντλήθηκαν από την καθημερινή μετακίνηση. Άλλο θέμα των αναπληρωτών που θα μπορούσε να ειπωθεί είναι, ναι, τα θέματα υγείας, άτομα με θέματα υγείας περιορίζονται πάρα πολύ στις επιλογές των περιοχών, καθώς θα πρέπει να είναι κοντά σε κάποιο νοσοκομείο μεγαλούπολης προκειμένου να διασφαλίσουν την υγεία τους. Αυτό τους κοστίζει. Τους κοστίζει σε μόρια, καθώς το δημόσιο σύστημα υγείας σε μεγάλο μέρος της χώρας μας αιμορραγεί, οπότε οι επιλογές είναι περιορισμένες πλέον. Σε πολλά νησιά είδαμε ότι δεν υπάρχουν ούτε βασικές ειδικότητες, ούτε καν σε ιδιώτες γιατρούς. Μια επιλογή που είναι απαγορευτική τώρα για έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει θέμα υγείας, εντάξει; Αλλά να πούμε σε αυτό ότι οι αναπληρωτές ναι μεν έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με τους μόνιμους συναδέλφους, αλλά όχι τα ίδια δικαιώματα, π.χ. σε άδειες. Μάλιστα, οι αναρρωτικές τους είναι μόλις δεκαπέντε μέρες τον χρόνο, οι οποίες και δεν πληρώνονται πλήρως και από 'κεί και πέρα, αν έχεις κάποιο σοβαρό θέμα υγείας και δεν μπορείς να επιστρέψεις άμεσα, χάνεις και μόρια και ένσημα και φυσικά και χρήματα. Αν μάλιστα χρειαστείς και αναρρωτική άδεια από τις πρώτες μέρες της πρόσληψής σου, δηλαδή δίχως να έχει συμπληρώσει τις δέκα εργάσιμες, δεν δικαιούσαι ούτε καν αυτές τις δεκαπέντε ημέρες αναρρωτικής. Και σε αυτό να αναφέρουμε και τις άδειες εγκυμοσύνης, οι οποίες έχουν μεγάλες αποκλίσεις σε σχέση με τους μόνιμους συναδέλφους, αλλά ακόμη και με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα σε κάποια σημεία, δηλαδή αν μάλιστα μια συνάδελφος έχει επαπειλούμενη κύηση και χρειαστεί να μείνει στο κρεβάτι, αναγκάζεται ουσιαστικά να χάσει τη δουλειά της, δηλαδή δεν έχει καμία σχέση με μια μόνιμη συναδέλφισσα. Τώρα, εντάξει, τα υπόλοιπα είναι γνωστά, νομίζω, και στους υπόλοιπους, δηλαδή η εξεύρεση του σπιτιού είναι μια οδύσσεια από μόνη της. Οι τιμές των ενοικίων καταρχάς έχουν εκτοξευθεί, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως στην Αθήνα, αλλά και σε νησιά. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών είναι πολύ χαμηλοί και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υψηλές τιμές των ενοικίων. Πολλά σπίτια είναι σε κακή κατάσταση και μάλιστα κάποιοι ιδιοκτήτες έχουν υπερβολικές απαιτήσεις για προκαταβολές μηνών. Απαγορευτικό κι αυτό. Έτσι υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία εξεύρεσης, αξιοπρεπούς και οικονομικής στέγης. Πολλοί συνάδελφοι έχουν αναγκαστεί να πληρώνουν με τη μέρα ξενοδοχείο για μεγάλο διάστημα και κάποιοι άλλοι έχουν αναγκαστεί να μένουν και σε σκηνές στις παραλίες, το έχουμε ακούσει αυτό, μιας και το κράτος δεν είναι καμία οικονομική βοήθεια ούτε οικονομική ούτε πρακτική σε αυτήν την προσπάθεια. Κάτι το οποίο να πούμε ότι το κάνει για κάποιες άλλες επαγγελματικές ομάδες. Δηλαδή πολλοί από μας έχουμε συναντήσει ιδιοκτήτες σπιτιών που τέλους Απριλίου μας έβγαλαν εκτός σπιτιού, καθώς ήθελαν να νοικιάσουν το σπίτι τους σε τουρίστες, πράγμα το οποίο υποδηλώνει ότι δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την παιδεία των παιδιών τους, μιας και εμείς είμαστε οι εκπαιδευτικοί που πηγαίνουν για αυτόν τον λόγο στις περιοχές αυτές, όσο για το πώς θα αποκομίσουν χρήματα κατά την τουριστική σεζόν. Αυτή η νοοτροπία είναι κάτι το οποίο περνάει και στα παιδιά τους και στον τρόπο που μας αντιμετωπίζουν. Όλο αυτό τώρα μας κάνει κι εμάς να λειτουργούμε λίγο σα χαμαιλέοντες. Κάθε χρόνο σε νέο τόπο με νέους συναδέλφους, νέους μαθητές. Και το πιο βασικό σε όλο αυτό είναι ότι δεν μπορούμε να διατηρήσουμε και δεσμούς με τους μαθητές. Καθώς και να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε τη μετέπειτα πορεία τους.

Κ.Θ.:

Σε αυτό που είπες για την εύρεση [00:20:00]σπιτιού, εσένα προσωπικά σου έχει τύχει δυσκολία;

Ε.Ν.:

Ναι, μου έχει τύχει δυσκολία. Μου έχει τύχει να μου πουν ότι πρέπει να βγω νωρίτερα έξω. Μου έχει τύχει να μου πουν ότι: «Ξέρεις, από τον Μάρτιο και μετά θα μείνεις με άλλες τέσσερις κοπέλες σε ένα δωμάτιο, γιατί τα άλλα τρία δωμάτια θέλω να τα ενοικιάσω σε τουρίστες που θα έρθουν». Και κάποιες φορές δεν έχεις άλλη επιλογή. Δηλαδή όταν δεν υπάρχουν σπίτια στην περιοχή εκείνη ή όταν τα ενοίκια είναι τύπου πεντακόσια ευρώ τον μήνα για να μείνεις και αν βρεις, αναγκάζεσαι να το κάνεις. Αυτό όμως καθιστά τον καθένα από 'μας μετά αρνητικό να ξαναπάει σε αυτές τις περιοχές. Κάποια νησιά πλέον δεν έχουν εκπαιδευτικούς για αυτόν τον λόγο, γιατί κανένας δεν πηγαίνει, αφού τα ενοίκια είναι τόσο υψηλά και το κόστος ζωής είναι πολύ υψηλό.

Κ.Θ.:

Από όλες τις, αυτά τα προβλήματα που ανέφερες θέλεις να μου πεις τη δική σου εμπειρία; Τι ήταν αυτό που σε δυσκόλεψε περισσότερο;

Ε.Ν.:

Με δυσκόλεψε το ότι ήδη από την πρώτη χρονιά μείναμε μειωμένου ωραρίου, κάτι το οποίο με άφησε και πολύ πίσω στη μοριοδότησή μου για τα επόμενα χρόνια και φυσικά στον μισθό, δηλαδή αν εγώ δεν είχα κάποια χρήματα ήδη από την προηγούμενή μου δουλειά, δεν θα μπορούσα να το υποστηρίξω. Θα έπρεπε να γυρίσω στο Αγρίνιο και να παραιτηθώ. Με δυσκολεύει ότι κάθε χρόνο είμαστε και αλλού και δεν ξέρουμε πού θα είμαστε, το μαθαίνουμε τελευταία στιγμή, οπότε δεν μπορείς να κάνεις κανέναν προγραμματισμό. Ότι εκεί που πηγαίνεις, υπάρχει δυσκολία, κάποιοι δεν σου νοικιάζουν καν το σπίτι τους, γιατί τους λες: «Το θέλω για εννιά μήνες» ή «για πέντε μήνες». Μου έχει τύχει χρονιά να κληθώ Ιανουάριο, 8 Ιανουαρίου, οπότε εκεί δεν βρήκα εύκολα σπίτι γιατί μου ‘λεγαν: «Τώρα για τέσσερις μήνες να σ' το ενοικιάσω;». Δεν ήταν πολύ θετικοί. Όλη αυτή η αβεβαιότητα που σου προκαλεί είναι ένα δύσκολο κομμάτι. Είναι πολύ ωραίο, γιατί το ωράριο είναι αξιοπρεπές. Είναι πολύ ωραίο, γιατί έχεις αυτήν την επαφή με τα παιδιά. Είναι πολύ ωραίο, γιατί φτιάχνεις δεσμούς με συναδέλφους, γνωρίζεις νέο κόσμο, αλλά έχει και πάρα πολλά αρνητικά, όπως προείπα.

Κ.Θ.:

Μίλησες πριν για τη διαδικασία της προσαρμογής.

Ε.Ν.:

Ναι.

Κ.Θ.:

Για σένα πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Ε.Ν.:

Επειδή εγώ είμαι φύσει άνθρωπος που προσαρμόζομαι εύκολα, λίγο χαμαιλέοντας, όπως συνηθίζω να λέω κι επειδή την περίοδο εκείνη που πρωτοκλήθηκα επιθυμούσα να φύγω από το Αγρίνιο, ήθελα μια αλλαγή στη ζωή μου, αρχικά ήταν πολύ όμορφο. Και προσαρμόστηκα καλά, γιατί γνώρισα νέο κόσμο, έκανα παρέες, ξεκίνησα δραστηριότητες που με ευχαριστούσαν, οπότε λίγο γύρισα πίσω στη φοιτητική ζωή. Αυτό όμως είχε να κάνει με το γεγονός ότι εγώ τότε ήμουν ελεύθερη και μπορούσα να το κάνω αυτό. Άλλοι άνθρωποι που έχουν οικογένειες και παιδιά δεν τους είναι τόσο εύκολο, δεν τους είναι καθόλου εύκολο για την ακρίβεια, γιατί θα πρέπει να επιστρέφουν συνέχεια στον τόπο διαμονής τους, γιατί είναι η οικογένειά τους εκεί. Επίσης, δεν σε αφήνει όλο αυτό να φτιάξεις την προσωπική σου ζωή, αφού κάθε χρόνο δεν ξέρεις πού θα είσαι την επόμενη χρονιά και σε περιορίζει. Η προσαρμογή, εντάξει, αυτά που προείπα, νομίζω, ναι.

Κ.Θ.:

Θέλεις να μου πεις και τους έτσι επόμενους προορισμούς που έπρεπε να πας ως αναπληρώτρια;

Ε.Ν.:

Ναι, είχα πάει την πρώτη χρονιά στη Λιβαδειά και την τρίτη, τη δεύτερη χρόνια ήμουνα στη Λίμνη Ευβοίας, την επόμενη χρονιά ήμουνα στην Κεφαλονιά και φέτος στην Κορινθία. Τώρα για το μέλλον θα δείξει. Κάνουμε τα χαρτιά μας τον Αύγουστο κάθε χρόνο, θέτουμε εκεί τους νόμους τους οποίους επιθυμούμε και περιμένουμε να βγουν τα αποτελέσματα για την πρώτη φάση τέλος Αυγούστου και μετά, κατά τη διάρκεια της χρονιάς βγαίνουν κι άλλες φάσεις, αλλά όπως προείπα, δεν ξέρουμε ακριβώς πότε ανακοινώνονται οι φάσεις. Βγαίνουν κάποιες φήμες, περιμένουμε και όλο αυτό είναι αγχωτικό αρκετά.

Κ.Θ.:

Θέλεις να μου πεις λίγα παραπάνω για τα μέρη, στα οποία πήγες;

Ε.Ν.:

Ναι. Η Λιβαδειά ήταν μια πόλη αρκετά κεντρικά στην Ελλάδα και είχε εύκολη πρόσβαση στην Αθήνα, για παράδειγμα. Και αναφέρω την Αθήνα, κάτι το οποίο συμβαίνει και για την Κόρινθο φέτος, γιατί η Αθήνα έχει νοσοκομεία, αν τυχόν χρειαστείς, γιατί είμαστε άνθρωποι και μπορεί να συμβεί το οτιδήποτε, οπότε το να έχεις στον νου σου ότι σε ένα χρονικό διάστημα ικανοποιητικό μπορεί να φτάσεις σ’ ένα μεγάλο νοσοκομείο είναι ανακουφιστικό, θα έλεγα. Ήμουνα όμως και στη Λίμνη Ευβοίας και στην Κεφαλονιά που από 'κεί για να φτάσεις σε ένα μεγάλο νοσοκομείο χρειάζονταν πάρα πολλές ώρες. Πολύ ωραία μέρη όλα αυτά τα οποία έχω επισκεφτεί και στα οποία έχω ζήσει. Δεν έχω κανένα παράπονο από τους ανθρώπους. Οι περισσότεροι ήταν πολύ φιλόξενοι και μας υποδέχτηκαν με πολλή αγάπη. Και στα σχολεία αυτό. Όμως το ότι είσαι πολύ απομακρυσμένος από το σπίτι σου κάθε φορά και δεν ξέρεις πότε θα γυρίσεις πίσω και το γεγονός ότι τα έξοδα είναι αρκετά, οι βεν[00:25:00]ζίνες πλέον είναι αρκετά ακριβές. Είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας για κάποιον, προκειμένου να πει ότι: «Εγώ φεύγω από το σπίτι μου και μπαίνω σε αυτήν τη διαδικασία και αφήνω την οικογένειά μου και τη ζωή μου πίσω». Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι βάζουν μόνο την περιοχή, τον νομό από τον οποίο κατάγονται κάθε χρόνο, άντε κι έναν διπλανό στον οποίο υποθέτουν ότι θα τους είναι σχετικά βατό να πηγαινοέρχονται καθημερινά και δεν δηλώνουν τίποτε άλλο πιο μακριά. Εγώ, ξαναλέω, ότι επειδή τα, επειδή ξεκίνησε σε μια περίοδο της ζωής μου που ήθελα να φύγω από το Αγρίνιο, ήταν αρκετά ικανοποιητικό αυτό για μένα, αλλά πλέον όχι, θέλω να επιστρέψω, γιατί δεν μπορείς να δημιουργήσεις ζωή όταν κινείσαι σαν νομάς κάθε χρόνο. Τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν κενά που δηλαδή, αν γίνουν διορισμοί, δηλαδη θα πρέπει κάποια στιγμή να γίνει ένας ικανοποιητικός αριθμός διορισμών για να καλυφθούν τα κενά αυτά στην εκπαίδευση, καθώς κάθε χρόνο αυτό που κάνουμε είναι ότι αναπληρώνουμε τον εαυτό μας, άρα δεν έχει νόημα. Θα μπορούσε δηλαδή με ένα καλύτερο σύστημα διορισμών, με ένα μεγαλύτερο αριθμό διοριστέων να είμαστε πιο κοντά στο σπίτι μας και να βοηθήσει αυτό και στη ζωή μας.

Κ.Θ.:

Μου είπες τώρα «αναπληρώνετε τον εαυτό σας».

Ε.Ν.:

Τον εαυτό μας. Τι εννοώ με αυτό. Εννοώ ότι είχαν να γίνουν πολλά χρόνια διορισμοί, έχουν γίνει τα τελευταία δύο χρόνια και αυτό είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικό, η αλήθεια είναι. Ωστόσο υπάρχουν πολλά κενά ακόμα στην εκπαίδευση, τα οποία πρέπει να καλυφθούν. Γι’ αυτό λέω ότι «αναπληρώνουμε τον εαυτό μας», αφού υπήρχαν δεδομένες θέσεις που είναι κενές, δηλαδή υπήρχαν οργανικά κενά τα οποία πρέπει να καλυφθούν με μόνιμο προσωπικό, γιατί ένα σχολείο χωρίς μόνιμο προσωπικό, ας μη γελιόμαστε, δεν είναι εύκολο να δουλέψει, να συγκροτηθεί στην αρχή, αν είναι όλοι αναπληρωτές και δεν ξέρουν τα παιδιά. Αν είμαστε όλοι καινούριοι σ’ ένα σχολείο, πώς θα μπορούμε να μάθουμε τι έχει συμβεί την προηγούμενη χρονιά; Πρέπει να υπάρχει κάποιο μόνιμο προσωπικό, γιατί θα είναι με αυτόν τον τρόπο καλύτερη η λειτουργία, η εύρυθμη λειτουργία του σχολείου.

Κ.Θ.:

Μιας και είπες τώρα για αυτό, θέλεις να μας εξηγήσεις λίγο παραπάνω πώς γίνεται αυτή η διαδικασία με τους διορισμούς αναπληρωτών;

Ε.Ν.:

Φυσικά. Εμείς σαν - το παρόν, να το πω έτσι, το παρόν σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών γίνεται από πίνακες στους οποίους η κατάταξη γίνεται βάσει προσοντολογίου. Συγκεκριμένα, κατατασσόμαστε σε πίνακες, καθώς μοριοδοτούνται τα πτυχία μας, μοριοδοτούνται μέχρι δύο πτυχία, δύο μεταπτυχιακά, δύο γλώσσες, διδακτορικό, σεμινάρια και τα κοινωνικά κριτήρια φυσικά. Όλα τα παραπάνω είναι προϋποθέσεις προκειμένου να εργαστούμε ως αναπληρωτές στο δημόσιο σχολείο. Μπαίνουμε, λοιπόν, στους πίνακες, μοριοδοτούμαστε και στην αρχή της χρονιάς, περίπου τέλος Αυγούστου να το πω πιο σωστά, βγαίνουν οι πίνακες αυτοί και το Υπουργείο αποφασίζει έναν αριθμό ατόμων που θα προσλάβει, τους προσλαμβάνει από αυτούς τους πίνακες και πηγαίνουν στα σχολεία. Και από αυτούς τους πίνακες γίνονται και οι διορισμοί τα τελευταία δύο χρόνια. Ανοίγουν κάθε τρία χρόνια οι πίνακες αυτοί, έτσι είναι το σύστημα και καταθέτουμε ό,τι νέα προσόντα έχουμε καταφέρει να μαζέψουμε αυτά τα τρία χρόνια που έχουν περάσει, κάτι το οποίο κι αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί τώρα αναγκαζόμαστε για να δουλέψουμε σε δημόσιο σχολείο, να πληρώνουμε μόνοι μας μεταπτυχιακά, γλώσσες, υπολογιστές από τον πολύ χαμηλό μισθό μας, γιατί οι μισθοί μας έχουν πάρα πολλά χρόνια να πάρουν μια ικανοποιητική αύξηση, τη στιγμή που ο πληθωρισμός έχει φτάσει στα ύψη.

Κ.Θ.:

Δηλαδή κάθε χρόνο…

Ε.Ν.:

Και αλλού.

Κ.Θ.:

Μαθαίνετε...

Ε.Ν.:

Ναι, πού θα είμαστε τη νέα χρονιά. Και δεν το μαθαίνουμε από Σεπτέμβριο, το μαθαίνουμε - όλοι από Σεπτέμβριο, κάποιοι το μαθαίνουν από τον Σεπτέμβριο φυσικά που είναι ψηλά στον πίνακα. Κάποιοι άλλοι το μαθαίνουμε στη μέση της χρονιάς. Οπότε στη μέση της χρονιάς αναγκάζεσαι να αφήσεις τα πάντα, εφόσον νιώθεις ότι σε συμφέρει. Γιατί κάποιος για να ζήσει, εάν δεν ξέρει πότε θα κληθεί, είναι επόμενο να βρει κάποια άλλη δουλειά. Δεν είναι εύκολο κι εμείς να παρατάμε μια δουλειά για να πάμε σε κάποια άλλη. Δεν είναι και ηθικό από κάποιο σημείο και μετά. Οπότε αναγκαζόμαστε και περιμένουμε άνεργοι μέχρι πότε θα μας καλέσουν.

Κ.Θ.:

Άρα αυτοί οι πίνακες που μου είπες κάθε χρόνο αλλάζουν.

Ε.Ν.:

Κάθε, κάθε τρία χρόνια αλλάζουν, κάθε τρία χρόνια ανοίγουν, αλλά από αυτούς τους ίδιους πίνακες μας καλούν κάθε χρόνο.

Κ.Θ.:

Μάλιστα. Είπες και για την εκπαίδευση που, την εξτρά εκπαίδευση που χρειάζεται να κάνετε. Μου είπες ότι έχεις κάνει και εκπαίδευση ενηλίκων.

Ε.Ν.:

Ενηλίκων, ναι. Έκανα και ένα δεύτερο μεταπτυχιακό και αυτό εξ αποστάσεως στην εκπαίδευση ενηλίκων. Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον αντικείμενο, το οποίο πραγματικά σου ανοίγει ορίζοντες. Μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί έμαθα πολλά πράγματα, τα οποία δεν τα είχα κατά νου τα προηγούμενα χρόνια. Δηλαδή δεν είναι μόνο θεωρίες, είναι, έχει μέσα και το κομμάτι της διοίκησης του σχολείου, το κομμάτι της προσέγγισης. Ας μη γελιόμαστε, δεν μπορούμε να μένουμε στις γνώσεις του πανεπιστημίου που μπορεί κάποιος να έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο πριν δύο, πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια. Πρέπει να εξελισσό[00:30:00]μαστε, γιατί εξελίσσονται, εξελίσσεται η κοινωνία, εξελίσσονται τα παιδιά, αλλάζουν. Οπότε το να μένω εγώ στις γνώσεις που απέκτησα πριν είκοσι χρόνια στο πανεπιστήμιο είναι εντελώς παρωχημένο και ξεπερασμένο. Ναι μεν το αντικείμενο είναι το ίδιο, αλλά αλλάζουν οι ανάγκες και αφού αλλάζουν οι ανάγκες πρέπει κι εμείς να προσαρμοζόμαστε αντίστοιχα στο πώς εξελίσσονται τα παιδιά, στις νέες θεωρίες, στο πώς θα κάνουμε το μάθημα πιο ενδιαφέρον. Δεν μπορούμε να διδάσκουμε με τον ίδιο τρόπο που μας δίδασκαν εμάς, όταν ήμασταν παιδιά, τώρα, τα παιδιά το 2023. Έχουν αλλάξει οι εποχές, έχουν άλλες προσλαμβάνουσες τα παιδιά. Έχουν πάρα πολύ το διαδίκτυο από τη στιγμή που γεννιούνται πλέον. Οπότε εμείς δεν μπορούμε να μείνουμε απλά και μόνο στο βιβλίο. Σαφώς, λοιπόν, και πρέπει να μετεκπαιδευόμαστε. Σαφώς και το Υπουργείο είναι καλό να διοργανώνει κάποια σεμινάρια αξιοπρεπή, στα οποία να συμμετέχουμε και να εξελίσσουμε τον τρόπο διδασκαλίας. Απλά αυτό το οποίο προείπα είναι ότι εγώ τουλάχιστον, όπως και πάρα πολλοί άλλοι για τα μεταπτυχιακά που έχω κάνει έχω πληρώσει η ίδια. Δεν σου παρέχει δηλαδή το κράτος κάποια χρήματα ή την παροχή για δωρεάν κάποιο μεταπτυχιακών, να σου παρέχει δωρεάν κάποιο μεταπτυχιακό.

Κ.Θ.:

Ωραία, Ελένη, να σε ρωτήσω κάποια πράγματα ακόμα. Την περίοδο του Covid πώς τη βίωσες ως αναπληρώτρια;

Ε.Ν.:

Την περίοδο του Covid. Την πρώτη χρονιά που ήρθε ο Covid, περίπου τον Φεβρουάριο, ήμουνα στη Λίμνη Ευβοίας.  Είχαμε σταματήσει τα μαθήματα, ήταν από τις πρώτες περιοχές μάλιστα που έκλεισαν εκεί, γιατί υπήρχαν κάποια κρούσματα ήδη στην Αιδηψό απ’ ό,τι θυμάμαι. Έκλεισαν τα σχολεία, περιμέναμε μια - δύο εβδομάδες περίπου εκεί για να ανοίξουν πάλι. Είδαμε ότι δεν ξανανοίγουν άμεσα τουλάχιστον και για αυτόν τον λόγο επιστρέψαμε στα σπίτια μας και γυρίσαμε πάλι στα σχολεία περίπου προς το καλοκαίρι. Είχαμε κάνει κάποια μαθήματα διαδικτυακά με τα παιδιά στο σχολείο, αν και τότε δεν ήταν υποχρεωτικό. Είχαμε κάνει στην ασύγχρονη. Στέλναμε κάποιες σημειώσεις δηλαδή και τα παιδιά μας ‘στελναν κάποιο υλικό πίσω για να διορθώσουμε. Δεν, περιμέναμε όλοι ότι αυτή η κατάσταση θα τελειώσει σύντομα, οπότε δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία. Τη δεύτερη χρονιά, όμως, που πάλι έκλεισαν τα σχολεία, εγώ κλήθηκα σαν αναπληρώτρια πάρα πολύ αργά, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο τού Covid, δηλαδή κλήθηκα 8 Ιανουαρίου, στη Λιβαδειά. Μέχρι τότε ήμουν άνεργη. Ήταν μια πολύ στρεσογόνος περίοδος, γιατί είχα αφήσει τα φροντιστήρια, δεν έκανα τίποτα, οπότε περίμενα πότε θα δω το όνομά μου στους πίνακες και δεν το έβλεπα, γιατί είχαν παγώσει τα πάντα. Όταν ξεκίνησα τον Ιανουάριο, έγινε περίπου ένας μήνας μάθημα από κοντά. Ήταν λίγο δύσκολα τα πράγματα, γιατί ήμασταν συνέχεια με τις μάσκες και αυτό για τα παιδιά κυρίως ήταν - πώς να το αναφέρω - δεν ήθελαν καθόλου τη μάσκα, όπως οι πιο πολλοί από 'μας, γιατί δεν την είχαμε συνηθίσει. Οπότε υπήρχε ένα θέμα να: «Παιδιά, βάλτε τις μάσκες σας για το καλό μας, για να μην αρρωστήσουμε». Μετα ‘κλεισαν πάλι τα σχολεία, οπότε κάναμε μαθήματα διαδικτυακά εκεί. Κανονικά. Σύγχρονη εκπαίδευση. Γίνονταν κανονικά όλες οι ώρες. Έμπαιναν όλοι οι καθηγητές κανονικά στο Webex, το μάθημα γίνονταν. Αναμφίβολα δεν είχε την ποιότητα που έχει ένα δια ζώσης μάθημα. Δεν μπορεί κανείς να το πει αυτό. Ήταν πιο πολύ προκειμένου να μη χάσουμε την επαφή μας και τα παιδιά να μη χάσουν κυρίως την επαφή τους με το αντικείμενο. Μετά επιστρέψαμε πάλι, επιστρέψαμε και συνεχίστηκε η χρονιά κανονικά με μάσκες, με δια ζώσης διδασκαλία μέχρι το τέλος.

Κ.Θ.:

Και φέτος ήσουνα εδώ στην Κορινθία.

Ε.Ν.:

Φέτος, ναι, εδώ στην αγαπημένη Κορινθία. Ήμουνα σε δύο σχολεία. Πέρασα πολύ όμορφα. Ήμουν και φέτος παράλληλη στήριξη στην ειδική αγωγή. Το λέω αυτό, γιατί πέρυσι στην Κεφαλονιά ήμουν στη γενική αγωγή. Φέτος ήταν μια πολύ ωραία χρονιά. Γνώρισα πολύ ωραίους ανθρώπους. Η επαφή με τα παιδιά πάλι ήταν πολύ δυνατή. Είχα δυο πολύ λειτουργικούς μαθητές. Πήγαμε, θεωρώ, πολύ καλά, τους αγάπησα και από ό,τι έδειξαν με αγάπησαν και εκείνοι. Πάντα κρατάω επαφές με τα παιδιά, ιδίως όταν είμαι παράλληλη στήριξη και είναι ένα, δύο τα παιδιά. Δηλαδή κατά τη διάρκεια των χρόνων έχω επαφές με τα παιδιά που ήμουνα στη Λιβαδειά, μιλάμε στο τηλέφωνο για το πώς πάνε, ποια είναι η πορεία τους, πώς εξελίσσονται, γιατί αναπτύσσεις έντονους δεσμούς, όταν είσαι τόσες πολλές ώρες με ένα συγκεκριμένο παιδί. Παλεύεις για το μέγιστο. Κι έτσι έγινε και φέτος. Πιστεύω ότι κάναμε το καλύτερο δυνατό, όλοι μας, έτσι κι εγώ. Τελειώνει η χρονιά σε λίγες μέρες. Ένα, μια εβδομάδα ακόμη έμεινε και επιστρέφω στο Αγρίνιο, αναμένοντας πότε με το καλό τον Σεπτέμβριο θα δω πάλι το όνομά μου στους πίνακες για να φύγω για τον νέο προορισμό.

Κ.Θ.:

Ήταν η πρώτη φορά που επισκέφτηκες την Κορινθία μού είπες;

Ε.Ν.:

Ναι, ήταν η πρώτη χρονιά, ναι, που ήρθα εδώ στην Κορινθία. Δεν είχα ξαναέρθει, πολύ μου άρεσε, γύρισα τον νομό, έχει πολύ ωραία αξιο[00:35:00]θέατα, πολύ ωραία μέρη, τα οποία μπορεί να επισκεφτεί κάποιος και εύκολη πρόσβαση γενικότερα σε όλη την Πελοπόννησο, αλλά και στην πρωτεύουσα.

Κ.Θ.:

Και μου είπες και για την παράλληλη στήριξη.

Ε.Ν.:

Ναι.

Κ.Θ.:

Θέλεις να μου πεις λίγα παραπάνω για αυτήν την εμπειρία.

Ε.Ν.:

Βεβαίως. Η παράλληλη στήριξη είναι ένας θεσμός της ειδικής αγωγής που έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια. Ένας εκπαιδευτικός που έχει ασχοληθεί με την ειδική αγωγή μπορεί να δουλέψει ή σε κάποιο ειδικό σχολείο, ή σε τμήμα ένταξης, ή ως παράλληλη στήριξη. Στην παράλληλη στήριξη, παράλληλη στήριξη μάλλον έχουν τα παιδιά τα οποία βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού ή έχουν ΔΕΠΥ. Εγώ κατά βάση έχω συναντήσει παιδιά με αυτισμό ή κάποια, κάποια πιο λειτουργικά, κάποια λιγότερο λειτουργικά, κάποια άλλα με Άσπεργκερ. Είναι ένας θεσμός ο οποίος μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερος, γιατί σε κάποιες μεγάλες πόλεις δεν παρέχονται στα παιδιά όλες οι ώρες, όπως πρέπει, όπως αναγράφονται δηλαδή από το ΚΕΔΑΣΥ. Υπάρχουν δηλαδή σε κάποια σχολεία που ενώ το παιδί μπορεί να δικαιούται δώδεκα ώρες παράλληλη στήριξη, να του παρέχονται μόνο οι πέντε ώρες, προκειμένου αυτός ο ένας εκπαιδευτικός να πάει σε πάρα πολλά παιδιά. Αυτό μπορεί να είναι «επωφελές», σε εισαγωγικά, για το κράτος, για να μην πληρώνει χρήματα, γιατί δεν θέλει να δώσει πάρα πολλά κονδύλια στην παιδεία. Ωστόσο, καταλαβαίνουμε ότι για το παιδί δεν έχει κανένα νόημα, γιατί αυτές οι πέντε ώρες δεν είναι αρκετές προκειμένου να βγει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης για να μπορέσει το παιδί να βοηθηθεί, να εξελιχθεί και να πάει ένα βήμα παρακάτω που ουσιαστικά αυτός είναι ο στόχος της παράλληλης στήριξης. Ο στόχος είναι να αυτονομηθεί το παιδί, να μπορέσει μετά από κάποια χρόνια να μην χρειάζεται κανέναν άνθρωπο δίπλα του. Να μπορέσει να καλύπτει τις ανάγκες του, να μπορέσει να βγει έξω στην κοινωνία και να είναι ένας ενήλικας με καμία διαφορά από τους άλλους με την τυπική ανάπτυξη. Εγώ τον αγαπάω αυτόν τον θεσμό. Θεωρώ ότι μπορεί να βελτιωθεί πολύ περισσότερο. Θεωρώ ότι ο εκπαιδευτικός της παράλληλης στήριξης μπορεί να βοηθήσει όλα τα παιδιά στο τμήμα. Δηλαδή να μην στοχοποιήσει το παιδί, να μην το στιγματίσει, να μην παρουσιαστεί ως εκπαιδευτικός του συγκεκριμένου παιδιού, αλλά ως ένας δεύτερος εκπαιδευτικός της τάξης. Δηλαδή να γίνει συνδιδασκαλία. Αυτό άλλωστε είναι και το πλάνο. Αυτό λέει το ΦΕΚ. Αυτό λένε όλα τα μαθήματα τα οποία έχουμε διδαχτεί. Όλοι οι καθηγητές που έχουμε περάσει από την ειδική αγωγή ότι ο στόχος είναι η αυτονόμηση του παιδιού. Χαρακτηριστικά μάς λεγαν στο πανεπιστήμιο ότι: «Αν κάποιος σε βγάλει φωτογραφία από το παράθυρο, να μην μπορεί να καταλάβει ποιος είναι εκπαιδευτικός της τάξης και ποιος είναι ο εκπαιδευτικός της παράλληλης». Αν επιτευχθεί αυτό, θα είναι το καλύτερο δυνατό. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε και νομίζω σιγά- σιγά θα το καταφέρουμε, γιατί όλοι μας έχουμε όλη την καλή διάθεση και μετεκπαιδεύοντας τον καθένα από εμάς διευρύνονται οι ορίζοντές του και καταλαβαίνει τι είναι καλύτερο για όλα τα παιδιά και όχι μόνο για το παιδί για το οποίο είχε κληθεί.

Κ.Θ.:

Θες να μου πεις πώς είναι έτσι αυτή η εμπειρία; Μου είπες και ότι κρατάς επαφή με τους μαθητές σου, με τα παιδιά αυτά.

Ε.Ν.:

Εγώ σαν άνθρωπος αγαπάω πάρα πολύ τα παιδιά. Δηλαδή δένομαι τρομερά, συγκινούμαι πάρα πολύ με τα κατορθώματά τους, γι’ αυτό είπα και στην αρχή ότι νιώθω ότι αυτό έχω γεννηθεί να κάνω, αφού δεν έγινα χορεύτρια τουλάχιστον. Μου αρέσει πάρα πολύ. Πώς είναι αυτή η εμπειρία; Είναι πολύ ωραία, γιατί όταν το παιδί αρχίζει και σε μαθαίνει και το μαθαίνεις κι εσύ και αποκτάτε κώδικες επικοινωνίας, δένεστε, γίνεστε φίλοι πλέον. Δηλαδή εγώ είχα και μαθητή ο οποίος μου μιλούσε στον ενικό: «Ελένη, αυτό», «Ελένη, το άλλο». Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σήμαινε ότι έχανε το σεβασμό του απέναντι μου ή ότι δεν με εκτιμούσε. Κάθε άλλο θα έλεγα. Ίσα ίσα, με πήρε φέτος χαρωπός και μου είπε ότι τελείωσε το λύκειο και έβγαλε πολύ καλό βαθμό και θα πάει και σε ένα ΙΕΚ και ήταν τρισευτυχισμένος. Μου είπε χαριστικά: «Πετάω στα σύννεφα, Ελένη». Είναι πολύ ωραία. Δένεσαι, θες να το εξελίξεις όλο και περισσότερο και αυτό νιώθει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό του σιγά - σιγά, αυτονομείται και καταλαβαίνει ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του, γιατί ο στόχος δεν είναι καθαρά ο, δεν είναι μόνο ο μαθησιακός, είναι και το θέμα το ψυχικό και το συναισθηματικό, να νιώσει συναισθηματικά ώριμος σιγά - σιγά και ψυχικά ικανός να μπορέσει να αντεπεξέλθει σε οτιδήποτε. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, το bullying στα σχολεία ανθεί δυστυχώς, πόσω μάλλον σε κάποια παιδιά που έχουν ιδιαιτερότητες. Άρα ο στόχος είναι να μην υπάρχουν πλέον, να εξαλειφθούν τέτοιου είδους φαινόμενα και νομίζω ότι με τις γνώσεις μας σιγά - σιγά και με την ενσυναίσθησή μας θα καταφέρουμε να τα εξαλείψουμε.

Κ.Θ.:

Τέλεια. Να σου κάνω και μια τελευταία ερώτηση, έτσι να κλείσουμε όμορφα τη συζήτηση. Από όλη αυτή την εμπειρία τόσα χρόνια τη[00:40:00]ς αναπληρώτριας, τι είναι αυτό που σου αρέσει πιο πολύ;

Ε.Ν.:

Η επαφή μου με τα παιδιά. Το λατρεύω, θα μου πεις: «Το είχες και πριν». Ναι. Οπότε ας βάλουμε πρώτα την επαφή με τα παιδιά, το οποίο δεν αλλάζει. Σαν αναπληρώτρια μού αρέσει πάρα πολύ ότι έχω γνωρίσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, τόσο μαθητές όσο και σε συναδέλφους, και αυτό είναι κάτι που σε κάνει να καταλαβαίνεις αφενός καλύτερα τον εαυτό σου, να βλέπεις τι κάνεις εσύ καλά και τι κάνεις λιγότερο καλά. Δηλαδή, να το πούμε και αυτό, ότι πολλοί συνάδελφοι της γενικής αγωγής πολλές φορές νιώθουν λίγο άβολα, όταν εμείς της παράλληλης στήριξης μπαίνουμε στο τμήμα τους. Αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Ίσα - ίσα, δεν πάμε εκεί για να κρίνουμε κανέναν. Πάμε εκεί για να βοηθήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο όλα τα παιδιά. Οπότε μαθαίνεις από αυτούς και αυτοί μαθαίνουν από σένα. Όταν δηλαδή το καταλάβουμε αυτό, ότι το παν είναι η βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης ό, τι και αν συμπεριλαμβάνει αυτό, τότε θα έχουμε σχολεία υψηλής ποιότητας, γιατί το δημόσιο σχολείο πρέπει να ενισχυθεί, γιατί το δημόσιο σχολείο έχει πολλούς και καλούς εκπαιδευτικούς, γιατί το δημόσιο σχολείο, εάν χρηματοδοτηθεί επαρκώς, θα μπορέσει να ανθίσει και αυτός θεωρώ ότι είναι ο στόχος. Από τη στιγμή που επιμορφωνόμαστε συνεχώς και έχουμε φτάσει το 2023 να έχουμε τόσες γνώσεις, μπορούμε να φτιάξουμε ένα δημόσιο σχολείο για όλους, όχι μόνο για κάποιους που μπορούν, όπου θα έχουν το ύψιστο των παροχών.

Κ.Θ.:

Ωραία, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ε.Ν.:

Κι εγώ.

Κ.Θ.:

Δεν ξέρω αν θέλεις να προσθέσεις κάτι ακόμα;

Ε.Ν.:

Όχι, όχι, είμαι εντάξει. Χάρηκα πάρα πολύ. Ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη!-

Κ.Θ.:

Κι εγώ. Ευχαριστώ.