© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Από το αντάρτικο στον Γράμμο, στην εξορία στο Τρίκερι: Μνήμες μιας αντάρτισσας

Istorima Code
24666
Story URL
Speaker
Αθηνά Τσουκάλη (Α.Τ.)
Interview Date
21/06/2023
Researcher
Ιωάννα Βελλίδου (Ι.Β.)

[00:00:00]

Ι.Β.:

Καλημέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;

Α.Τ.:

Τσουκάλη Αθηνά, του Αργυρίου και της Αγγελικής.

Ι.Β.:

Είναι Πέμπτη, 22 Ιουνίου του 2023. Είμαι με την κυρία Αθηνά στο σπίτι της στην Κορησό. Είμαι η Ιωάννα Βελλίδου, ερευνήτρια για το Istorima, και ξεκινάμε.

Α.Τ.:

Ξεκινάμε.

Ι.Β.:

Κυρία Αθηνά, θα μας πείτε λίγα πράγματα για εσάς;

Α.Τ.:

Γιατί όχι, κορίτσι μου; Ό,τι θέλετε. Στην ηλικία που είμαι, αυτό που θυμάμαι θα σας το πω, όλα. Γεννήθηκα στον Σταυροπόταμο. Ο πατέρας μου έφυγε το ‘28 για την Αργεντινή και με άφησε στην κοιλιά της μάνας μου και όταν γύρισε ο πατέρας μου το ’33, ήμουνα 4 χρονών κοριτσάκι. Δεν τον ήθελα, δεν τον αγαπούσα, τον έδιωχνα. «Δεν σε θέλω!», του φώναζα. «Γύφτος είσαι, δεν είσαι πατέρας μου! Ο πατέρας μου είναι στην Αμερική!». Από εκεί ύστερα, με αγαπούσε πάρα πολύ ο πατέρας μου. Τα δυο του παιδιά ήταν γεννημένα, ο ένας ήταν το ’24, ο μεγάλος, ο δεύτερος ήταν το ‘26 και εγώ το ’28, στην κοιλιά της μάνας μου ήμουνα. Τώρα πότε γεννήθηκα, δεν ξέρω. Το ‘28 γεννήθηκα; Το ‘29 γεννήθηκα; Πότε γέννησε η μάνα μου, δεν ξέρω. Αλλά γραμμένη είμαι το ‘28. Τέλος πάντων, γύρισε ο πατέρας μου, έστειλε φωτογραφία η μάνα μου και η θεια μου, τα δυο τα αδέρφια και εγώ στη μέση με ένα λουλούδι. Ο πατέρας μου, μόλις την είδε τη φωτογραφία λέει: «Να έχω τρία παιδιά –λέει– κι εγώ να κάθομαι στην Αργεντινή –λέει– να πασαλείφομαι με πίσσα και με κατράμι;», λέει. «Να με τρώνε τα κουνούπια; Θα φύγω –λέει–, θα φύγω». Αλλά λεφτά δεν είχε. Η εταιρεία που τους πήρε στη δουλειά, δεν τους έδινε λεφτά. Και αυτός, σκαστός, κρεμάστηκε στο πλοίο και ήρθε. Ώσπου στη μέση τη θάλασσα τον είδαν οι ναύται και τον βγάλανε και ύστερα τον είχανε για αιχμάλωτο μέσα. «Από πού είσαι;». «Είμαι από Καστοριά –λέει–, από την Ελλάδα». Και τον Βγάλανε στη Σαλονίκη, από τη Σαλονίκη τον φέρανε συνοδεία στην Καστοριά, στην αστυνομία. Ήρθε η αστυνομία στο χωριό, την παίρνει τη μάνα μου συνοδεία και την θεια μου και τις πηγαίνουν στην Καστοριά. Λέει: «Τον γνωρίζεις τον άντρα σου;». «Πώς δεν τον γνωρίζω!», λέει, «Δεν έχει πολλά χρόνια φευγάτος –λέει–, τρία-τέσσερα χρόνια είναι φευγάτος», λέει. Τον βγάζουν τον πατέρα μου, αγκαλιάστηκαν σαν αντρόγυνο. «Πώς βρέθηκες; Πού βρέθηκες;», πήρε να ρωτάει η μάνα μου. Λέει: «Μόλις είδα την φωτογραφία, τρελάθηκα!», λέει. «Ήθελα να φύγω –λέει– και δεν είχα λεφτά και κρεμάστηκα στο πλοίο». «Πώς κρεμάστηκες; Μπορεί να πνιγείς και να κάνεις!». «Τώρα δεν υπολόγιζα τίποτε –λέει– και με βρήκαν οι ναύται, με πήραν συνοδεία και με έφεραν συνοδεία. Τώρα λεφτά δεν έχω –λέει– αλλά αν πληρώσουμε τα ναύλα δηλαδή, είμαι εντάξει. Αν δεν –λέει–, θα πάω φυλακή». Βγάζουν λεφτά η μάνα μου και η θεια μου, πληρώνουν εκεί πέρα και τον παίρνουν. Τον έφεραν στο σπίτι, τα παιδιά μεγάλα ήταν, μόλις τον είδαν: «Μπαμπάκα! Μπαμπάκα!». Εγώ δεν τον θέλω, δεν είναι–, ξένος είναι αυτός, δεν ήξερα. Στη θεια μου κοιμόμουνα, δεν πήγαινα σπίτι, δεν τον ήθελα τον πατέρα μου. Μεγάλωσα ύστερα, συνήλθα. Το ‘34 γεννήθηκε ο αδερφός μου, ο Βάιος, ο άλλος αδερφός μου. Το ‘36 γεννήθηκε αυτή, η Μαρίκα, το ‘36. Το ‘38 γεννήθηκε ένα άλλο παιδάκι, πέθανε εκείνο μικρό. Το ‘40 γεννήθηκε ο Τέλης, στην Αυστραλία που είναι. Έφυγε κι αυτός και έμεινε στην Αυστραλία, πέθανε κι αυτός. Το ‘43 γεννήθηκε η αδελφή μου, αυτή με τον καρκίνο. Το ‘43 στεφανώθηκα εγώ. Το ‘43 πέθανε ο Βάιος, αυτό που γεννήθηκε το ‘34. Και έτοιμη ήμουνα να στεφανωθώ. Πεθαίνει ο αδερφός μου, η μάνα μου γάμο δεν ήθελε. Είχε δίκιο, 11 χρονών παιδάκι πέθανε, δεν πέθανε μικρό. Λέει: «Γάμο εγώ δεν κάνω», λέει. Η πεθερά μου: «Τώρα θα γίνει ο γάμος. Αν δεν θέλει να γίνει τώρα ο γάμος, θα τη χωρίσουμε». Δυο χρόνια αρραβωνιασμένη ήμουνα και αναγκάστηκαν ύστερα να με παντρέψουν. Ο δεσπότης δεν με έδινε στεφανοχάρτι, ήμουν ανήλικη. Και η θεια μου, ποιος ξέρει πόσες λίρες έδωσε στον δεσπότη και πήρε το στεφανοχάρτι. Δεν με έδινε ο δεσπότης στεφανοχάρτι: «Δεν έχεις συμπληρώσει –λέει– 15 χρονών. Πού θα σε δώσω –λέει– στεφανοχάρτι;», λέει. «Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου», τίποτε. Μια χούφτα λίρες και ο άγιος, λέει, μιλάει, όταν δώσεις λεφτά. Έδωσε το στεφανοχάρτι, με στεφάνωσε. Όταν ήρθαν τα όργανα για να με πάρουν νύφη, η μάνα μου τα νεκροταφεία τα έπιασε, δεν με προβόδισε νύφη, δεν της το φίλησα το χέρι της μάνας μου όταν έφυγα νύφη, ούτε του πατέρα μου. Έφυγαν, στα νεκροταφεία πήγανε, στο παιδί. Με πήραν δηλαδή, με στεφάνωσαν, με έκαναν, χόρεψα, όλα τα έκανα δηλαδή. Ο άντρας μου ήταν αντάρτης, σε είπα, ήταν με το όπλο στον ώμο, στεφανώθηκα με το όπλο στον ώμο. Το πολυβόλο στον ώμο το είχε όταν πήγαμε να στεφανωθούμε. Τρεις μέρες έκατσε σπίτι παντρεμένος κι έφυγε. Γέννησα το ’44, 12 Φεβρουαρίου το γέννησα το παιδί χωρίς άντρα, χωρίς τίποτε. Όταν γέννησα εκείνη την ημέρα, ήταν Σάββατο. Ο πεθερός μου ήτανε στο Μαύροβο, πήγαινε στο παζάρι – παζάρι γινόταν στο Μαύροβο. Ήρθε από το Μαύροβο, ξεφόρτωσα, έκανα, τον πεθερό τον καλοδέχτηκα στο σπίτι δηλαδή και ανέβηκε ο πεθερός μου επάνω, εγώ κάτω γέννησα. Ήρθε η πεθερά μου με λέει: «Τι; Εγώ φοβάμαι, φοβάμαι –λέει–, τώρα τι θα κάνω;». «Πήγαινε φώναξε τη θεια μου, της μαμάς μου την αδερφή». Η μάνα μου ήταν πολύ κοντά αυτή. Ώσπου να πάει να την φωνάξει, εγώ γέννησα όρθια. «Τακ» το παιδί καταγής, έπεσε και το στρώμα του ύστερα. Μια χαρά, φοράω και το βρακί μου και είμαι μια χαρά. Ήρθαν τα κορίτσια να παίζουν κλέντζα έξω, στην ηλικία μου, και φωνάζουν: «Αθηνά! Θα έρθεις να παίξουμε κλέντζα;». «Θα έρθω, γιατί όχι;». Βγήκα να παίζω κλέντζα. Ο κουνιάδος μου και αυτός ήτανε κανά 23 χρονών, μου λέει: «Αθηνά, έλα να πάμε σπίτι –λέει–, λεχώνα είσαι, δεν κάνει να παίζεις», λέει. «Βρε, άντε φύγε από εδώ πέρα!», «στακ» εγώ. Μικρή καλέ, τι, 13 χρονών, 14 χρονών κοριτσάκι, τι; Παίζεις κούκλες! «Όχι –με λέει– θα έρθεις σπίτι», λέει. Ανεβαίνω απάνω, λέω την πεθερά μου: «Εγώ θέλω να πάω να παίζω κλέντζα», λέω. «Πώς θα πας για κλέντζα;», λέει. «Τα αίματα τρέχουν –λέει–, πώς θα παίζεις κλέντζα;». Λέω: «Δεν έχω τίποτε, μια χαρά είμαι». Έρχεται η θεια μου, με παραμαζεύει η θεια μου, σαν θεια, σαν δικιά της δηλαδή, με λέει: «Όχι, κορίτσι μου», λέει, «Θα πέσει κάτω το στομάχι σου –λέει– και θα υποφέρεις έναν αιώνα», λέει. Σταμάτησα, δεν πήγα και το παιδί το μεγάλωνα.

Ι.Β.:

Το παιχνίδι αυτό που είπατε, το είπατε κλέτσα; Το παιχνίδι πώς το είπατε; Κλέτσα;

Α.Τ.:

Κλέντζα.

Ι.Β.:

Κλέντζα.

Α.Τ.:

Ξυλάκι, εδώ ήτανε ξύλο και το έβαζαν έξω και τον χτυπούσαμε με το ξύλο, πηδούσε και το κυνηγούσαν τα κορίτσια, κλέντζα.

Ι.Β.:

Είπατε ο μπαμπάς σας ήταν στην Αργεντινή. Γιατί πήγε εκεί;

Α.Τ.:

Για δουλειά. Η εταιρεία τους έμασε, τρία άτομα ήταν. Αυτοί έμειναν εκεί, στην Αργεντινή, ο πατέρας μου γύρισε. Αυτοί οι δυο έμειναν στην Αργεντινή.

Ι.Β.:

Τι δουλειά έκανε;

Α.Τ.:

Στο βουνό έκοβαν ξύλα, τους έβαλαν να κόβουν ξύλα και τα κουνούπια, λέει, τους έτρωγαν και αυτοί πασαλείβονταν με κατράμι και με πίσσα, για να κολλάνε τα κουνούπια, να μην δαγκάνε. Και γι’ αυτό ο πατέρας μου έφυγε, δεν άντεξε, σηκώθηκε έφυγε. Και που λες, εκείνη την ημέρα ήταν για–. Ήρθε ο άντρας μου μετά από οχτώ μήνες, μετά από εννιά μήνες, τι; Έμεινα έγκυος τρεις μέρες παντρεμένη και γέννησα. Ο άντρας μου δεν με είδε ούτε τον είδα. Όταν ήρθε ο άντρας μου, εγώ είχα γεννήσει, ζύμωνα εκείνη την ώρα ψωμί και το παιδί το είχα σε ένα μπαουλάκι από πάνω, για να μην κλαίει πάνω, να τρέχω, να το έχω κοντά μου. Ζύμωνα το ψωμί και η πόρτα άνοιξε: «Τι κάνεις, ρε Αθηνά;», με λέει. «Μπα, ρε Γιώργη! Πού βρέθηκες;», λέω. «Ήρθα –λέει– να σας ιδώ», λέει και εκείνη την ώρα πήραν να φωνάζουν έξω: «Φάλαγγα! –γερμανικιά– Φάλαγγα περνάει!». Έφυγε, δεν τον είδα πουθενά. Είκοσι χρόνια, κορίτσι μου, δεν τον είδα. Αυτός στη Σερβία, εγώ στην Ελλάδα[00:10:00], είκοσι χρόνια με γράμματα, γράμματα έστελνε, γράμματα τον έστελνα, τίποτε άλλο. Αρρώστησε, μπήκε στη φυλακή, ήθελε να φύγει, πιάστηκε στα σύνορα. Δυο άτομα ήταν, πιάστηκαν στα σύνορα και τους κλείσανε φυλακή. Τους δίκασαν για 8 χρόνια λιποτάκτη. Πήγε η πεθερά μου, τον είδε, ήρθε η πεθερά μου, με λέει: «Δεν τον είδαμε τον Γιώργη», με λέει. «Γιατί;», λέω. «Είναι άρρωστος βαριά –λέει– από το στομάχι, το στομάχι σάπισε». Τυράννια μέσα στη φυλακή, να τρώνε σάπια πράματα, πατάτες με χώματα, ποιος ξέρει, ακαθαρσία και αρρώστησε από το στομάχι.

Α.Τ.:

Βγαίνοντας από τη φυλακή, στη φυλακή αγάπησε έναν γιατρό, έγιναν πολύ φίλοι. «Γιωργελή, αν βγεις από τη φυλακή –λέει– εγώ θα σε γιατρέψω –λέει– αλλά εδώ, στη φυλακή, δεν μπορώ να σε κάνω τίποτα». Βγήκαν από τη φυλακή, ίσια την εγχείρηση. Τον πήρε–, τρία τέταρτα στομάχι τον αφαίρεσαν, με ένα τέταρτο στομάχι έμεινε, αλλά πολύ πετυχημένη εγχείρηση. Οχτώ μέρες εγχειρισμένος, έφυγε για την Ιταλία. Να τον κυνηγάνε με τα σκυλιά, με τα αυτά, έφυγε στην Ιταλία. Τεργέστη, από την Τεργέστη στην Ιταλία πήγε. Εννιά χρόνια έζησε στην Ιταλία. Στην Ιταλία με ήθελε να πάω, αλλά πού να την αφήσω την πεθερά μου, πού να αφήσω τη γιαγιά μου; Δεν πήγαινα. Γράμματα έστελνε στην αστυνομία: «Θέλω τη γυναίκα μου. Να της το δώσετε το βιβλιάριο –βιβλιάριο δηλαδή– και να έρθει η γυναίκα μου στην Ιταλία», λέει. Με φώναζαν στην αστυνομία, πήγαινα στην αστυνομία: «Κύριε αστυνόμε, εγώ Ελληνίδα γεννήθηκα, Ελληνίδα θα πεθάνω. Στην Ιταλία δεν πηγαίνω», λέω. «Τον άντρα μου μπορείτε να τον φέρετε στην Ελλάδα; Με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα τον περιμένω τον άντρα μου», λέω. «Για να πάω εγώ –λέω–, όχι». «Βρε Αθηνά, βρε καλή μου, βρε χρυσή μου». «Τίποτε», λέω. «Στην Ιταλία δεν πηγαίνω», λέω. Δεν μπορούσα να πάω εγώ, η γιαγιά μου και η μάνα μου, να κάθομαι με τους γερόντους. Δεν πήγαινα στην Ιταλία και η γυναίκα του αστυνόμου, την είχα φιλενάδα, την κεντούσα, την έπλεκα, την ύφαινα. Ήμουν πρώτη υφάντρια, πρώτη κεντήτρια, πρώτη πλέκτρα. Το τι έχω πλέξει, όλα με τα χεράκια μου και ξένα και δικά μου. Και την είχα φιλενάδα, του αστυνόμου τη γυναίκα, την κυρα-Φανή. Και αυτή ύστερα με βοήθησε πολύ: «Σωκράτη –λέει–, την Αθηνά δεν ξέρω τι –λέει–  αλλά θα την υποστηρίξεις», λέει. «Την θέλω –λέει– να την δω με τον άντρα της μαζί», λέει. Με βοήθησε πολύ, με έστειλε τρεις φορές στην Αθήνα. Στο Υπουργείο συστημένη πήγαινα από την αστυνομία. Με βοήθησε πάρα πολύ ο αστυνόμος και όταν πήγα στην Αθήνα: «Καλέ, παντρεμένη είσαι;», λέει. «Μικρό κοριτσάκι είσαι!». «Μικρή είμαι –λέω– αλλά μεγάλωσα εγώ τώρα –λέω–, ή τον άντρα μου θέλω –λέω–, ή πουθενά δεν πηγαίνω!», λέω. «Δεν πηγαίνω σε ξένα κράτη εγώ –λέω–, δεν είμαι ξένη, είμαι Ελληνίδα», λέω. Και μετά έκανα τα χαρτιά, τον έφερα τον άνδρα μου, ήρθε ο άντρας μου στη Θεσσαλονίκη.

Ι.Β.:

Ποια χρονιά;

Α.Τ.:

Το ‘64. Το ‘64 ήρθε, τον Άγιο Παντελεήμονα την ημέρα, μεθαύριο γιορτάζει. Και παίρνουν τηλέφωνο από τη Θεσσαλονίκη τα ξαδέρφια μας, ότι ο Γιώργης… Όχι, βγήκε στη Θεσσαλονίκη και από γραφείο σε γραφείο τον πήγαιναν. Βγήκα εγώ να πάρω στη βρύση νερό, στην πλατεία που είναι η βρύση –πού είναι το περίπτερο, εκεί ήταν η βρύση, ύστερα την πήγανε πέρα– και γεμίζω νερό. Ο Φίλιππας του παπα-Φιλίππου είχε γραφείο πάνω στο αυτό που είναι, το μαγαζάκι που πουλάνε.

Ι.Β.:

Το μανάβικο;

Α.Τ.:

Όχι το μανάβικο, το άλλο.

Ι.Β.:

Το παντοπωλείο;

Α.Τ.:

Ναι, το παντοπωλείο, εκεί ήτανε. Αυτός με είδε στη βρύση και τρέχει. Ήμουν δικιά τους για, η γιαγιά μας είναι από το σπίτι τους, αδελφή του πατέρα της ήταν, ποια ήταν. «Βρε Αθήνα, τι γίνεται;». «Τι να γίνει, ρε Φίλιππε;», λέω. «Μας λένε –λέω– ότι ήρθε. Πούντος;», λέω. «Έχει οχτώ μέρες, ούτε ακούσαμε τίποτα. Ούτε ήρθε ούτε τίποτα». Παράτα τα γκιούμια εδώ πέρα –λέει–, πάμε στο ταχυδρομείο». Στο ταχυδρομείο ένα τηλέφωνο ήτανε, δεν είχε στα σπίτια τηλέφωνο, μόνο στο ταχυδρομείο. Πήγαμε στο ταχυδρομείο, αυτός παίρνει την Ασφάλεια στην Καστοριά, λέει: «Θέλω –λέει– σας παρακαλώ, θέλω να με πείτε άμα επαναπατρίστηκε ο Γιώργης Τσουκάλης». Αυτοί πήραν τηλέφωνο Θεσσαλονίκη και είπαν ότι επαναπατρίστηκε και λέει: «Επαναπατρίστηκε και είναι στη Θεσσαλονίκη». Με λέει: «Παράτα τα γκιούμια εδώ πέρα, πάρε ένα πεντακοσάρικο και τράβα, το αυτοκίνητο θα φύγει τώρα, το λεωφορείο θα περάσει –λέει–, να φύγεις για τη Θεσσαλονίκη». Εγώ, όπως ήμουνα ντυμένη –δηλαδή καθημερινή ντυμένη, αλλά κουκλί ήμουν, δεν ήμουνα σκουπιδιάρα, που λέει– και το παίρνω το πεντακοσάρικο, το βάζω μέσα στο σουτιέν και ντουγρού στο λεωφορείο μέσα. Μπαίνω, πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη, πάω στο πρακτορείο. Τώρα, ποιον δρόμο να πιάσω; Πιάνω έναν αγροφύλακα: «Σας παρακαλώ –λέω–, μου λέτε πού είναι το γραφείο του αλλοδαπών –λέω–, της αστυνομίας το αλλοδαπών;». Λέει: «Είναι στη στάση –λέει–, στη στάση που είναι η Σχολή Τυφλών», λέει. Εντάξει. Ταξί, πάω Σχολή Τυφλών, βλέπω γραφείο αλλοδαπών. Πηγαίνω, ο φύλακας στην πόρτα: «Τι θέλετε;». «Θέλω –λέω– τον διοικητή». «Τι τον θέλεις τον διοικητή;», λέει. «Θέλω τον διοικητή –λέω–, έρχομαι συστημένη για τον διοικητή», λέω. Και αυτός ανοίγει την πόρτα και του λέει: «Κύριε διοικητά –λέει–, είναι μια χωριάτισσα και σας θέλει». «Ας περάσει», λέει. Μόλις μπήκα μες στο γραφείο: «Καλημέρα». «Καλημέρα. Ποια είσαι;». «Η Τσουκάλη Αθηνά είμαι, που πήρε ο Πρόεδρος από την Κορησό –λέω– τηλέφωνο και ρώτησε –λέω– ότι αν είναι επαναπατριζόμενος ο άντρας μου», λέω. «Επαναπατρίστηκε;», λέω. «Ναι», λέει. «Πού τον έχετε;», λέω. «Πού τον έχουμε;», λέει. «Δεν είναι εδώ πέρα –λέει–, είναι στο ξενοδοχείο». «Σε ποιο ξενοδοχείο;». «Την ξέρεις τη Θεσσαλονίκη;». «Θα τη μάθω», λέω. «Πόσων χρόνων είσαι;», λέει. «34 –λέω– στα 35. Τόσο είμαι», λέω. Λέει: «Πότε παντρεύτηκες;», λέει. «Μη λες πότε παντρεύτηκα –λέω–, παντρεύτηκα πολύ μικρή, παντρεύτηκα 13 χρονών –λέω–, στα 14 έγινα μάνα», λέω. Να αποράει αυτός! «Μην αποράς –λέω– τίποτε. Σας τα λέω νέτα, σκέτα, φανερά. Λέω την αλήθεια, δεν λέω ψέματα», λέω. «Τώρα θέλω τον άντρα μου. Ο άντρας μου είναι 20 χρόνια φευγάτος», λέω. «Καλά –λέει– 20 χρόνια χωριστά είστε;». «Αυτός ήταν στη Σερβία –λέω–, από τη Σερβία πήγε στην Ιταλία. Πού να τον κυνηγώ εγώ στην Ιταλία και στη Σερβία;», λέω. «Εγώ τον θέλω στην Ελλάδα», λέω. «Τώρα –λέει– άμα βγεις έξω, ξέρεις πού θα πας;», λέει. Καθοδήγησε, άμα με πεις πού θα πάω, θα πάω», λέω. Λέει: «Θα πας στη στάση Ζωγράφου, ξενοδοχείο “Κέρκυρα”. Δεν είναι τα γράμματα στο έτσι –λέει–, είναι τα γράμματα όρθια», λέει. «Ξέρεις γράμματα;». «Ε, λίγα, πολλά», λέω. «Έχεις πάει σχολείο;». «Όχι», λέω. «Μα εσύ είσαι τετραπέρατη –λέει–, πώς δεν έχεις πάει σχολείο;». «Δεν έχω πάει σχολείο –λέω–, η μάνα μου ήταν φτωχιά –λέω–, κρατούσα τα παιδιά», λέω. «Η μάνα μου πήγε στα χωράφια –λέω–, τι να κάνω; Ο πατέρας μου ήταν εργάτης –λέω–, μάστορας ήτανε, σε όλη την Ελλάδα περπατούσε. Τι να κάνω –λέω–, οχτώ παιδιά μεγάλωσα», λέω. «Εντάξει –λέει– θα πάρεις το λεωφορείο –λέει–, θα βγεις στη στάση». Παίρνει τον χωροφύλακα και τον λέει: «Θα την πας στη στάση –λέει– και θα τη βάλεις στο λεωφορείο –λέει– στο αστικό. Βούλγαρη γράφει το αστικό», λέει. «Θα μπεις μέσα –λέει– και θα πας στη στάση Ζωγράφου. Θα κατέβεις στη στάση Ζωγράφου –λέει– θα κοιτάζεις απέναντι, όχι μπροστά, ούτε πίσω –λέει–, απέναντι από τη στάση, απέναντι, από την άλλη τη μεριά από τον δημόσιο δηλαδή. Θα κοιτάς –λέει– όχι στο έτσι –λέει–, στα όρθια». «Εντάξει. Ευχαριστώ πάρα πολύ –λέω– για την εξυπηρέτηση», του κάνω. «Ο Θεός καλοσύνη να σε δώσει», του κάνω, του διοικητή. Φεύγω, ο χωροφύλακας με πάει στη στάση, με βάζει στο λεωφορείο, στο αστικό και φεύγω. Του λέω τον ελεγκτή: «Στη στάση Ζωγράφου θα με κατεβάσεις –λέω–, εντάξει;» «Στάση Ζωγράφου, κατέβα, κυρά μου», λέει. Κατέβηκα, βλέπω το ξενοδοχείο, πήγα στην πόρτα. Ο θυρωρός στην πόρτα: «Καλησπέρα». «Καλησπέρα. Τι θέλετε;». Λέω: «Σας παρακαλώ, δεν μου λέτε –λέω– μήπως έχει [00:20:00]έρθει κανένα όνομα Τσουκάλης Γιώργης –λέω– επαναπατριζόμενος;». «Ναι –λέει– εδώ είναι, αλλά έχει βγει έξω –λέει–, δεν ξέρουμε πού έχει πάει. Πέρασε μέσα». Και εκείνη την ημέρα το είχα κόψει το δάχτυλο, όλο αυτό έτσι, μόνο το νύχι είχε μείνει και είχα 40 πυρετό, το χέρι κρεμασμένο, νταούλι. «Εγώ δεν είμαι για μέσα –λέω–, για το κρεβάτι», λέω. «Εγώ ήρθα για τον άντρα μου», λέω. «Άντρας σου είναι;». «Άντρας μου είναι», λέω. Παίρνω την καρέκλα και την βάζω στην πόρτα, έξω από την πόρτα. Την βάζω την καρέκλα και έκατσα εκεί πέρα. Και περιμένω, περιμένω, νάτος, έρχεται, με ένα γκρι παντελόνι, με άσπρο πουκάμισο, περήφανος ήτανε, πολύ περήφανος, πολύ καθαρός. Και περνάει από μπροστά, με κοιτάει μια και φεύγει και με έσπρωξε το χέρι και του λέω: «Βρε Γιώργη –λέω–, αχ ρε Γιώργη, ρε Γιώργη, ρε!». «Ποια είσαι εσύ και με ξέρεις;». «Ποια είμαι!», αρχίνισα να κλαίω, να ουρλιάζω, όλο το ξενοδοχείο μαζεύτηκε! Φωνές, κλάμα, να χτυπιέμαι! «Βρε, μην κλαις! Βρε, μην κάνεις!». Δεν μπορούσα να κρατηθώ, πολύ κλάμα! Το βράδυ, βράδιασε δηλαδή, λέει ο ξεναγός –ήταν και άλλος ένας με τον άντρα μου– λέει: «Σε άλλο δωμάτιο θα σε πάνε εσένα», λέει. «Αυτός ας κάτσει με τη γυναίκα του εδώ πέρα». Του λέω: «Γιώργη, τώρα είσαι ελεύθερος;», λέω. «Πάμε στα ξαδέρφια σου;». Λέει: «Ξέρεις πού είναι τα ξαδέρφια μου;». «Πώς δεν ξέρω –λέω–, θα σε πάω εγώ», λέω. Τον παίρνω, παίρνω το λεωφορείο, πάμε. Πάμε, χτυπάμε την πόρτα, δεν έχει. Αυτοί ήταν στον Σοχό, από τον Σοχό ήταν αυτή, η γυναίκα του, και είχαν πάει στον Σοχό. Ένα παραθυράκι, σπασμένο το τζάμι και ανοιχτό ήταν το παραθυράκι. Εγώ μια σοκολάτα, ήταν σαν το βιβλίο σου. Γράφω από έξω: «Τσουκάλη Αθηνά και Γιώργης, βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο “Κέρκυρα”» και την πετώ τη σοκολάτα μέσα. Η σοκολάτα πέφτει επάνω στο κρεβάτι –ήταν ισόγειο το σπίτι, ύστερα το έδωσαν σε αντιπαροχή– και πέφτει η σοκολάτα πάνω στο κρεβάτι. Να τύχει να γυρίσουν εκείνο το βράδυ από τον Σοχό, σπίτι. Μπαίνει αυτή να ξεντυθεί, η Θεοδώρα, και τη βλέπει τη σοκολάτα πάνω στο κρεβάτι. Λέει: «Ποιος την πέταξε αυτή τη σοκολάτα;». Βλέπει: «Τσουκάλη Αθηνά και Γιώργης, βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο “Κέρκυρα”». Πήρε να φωνάζει αυτή: «Γιώργο! Ο Γιώργης ήρθε! Η Αθηνά, είναι στο ξενοδοχείο!». Και αυτός πάει στον άλλο τον αδερφό του λέει: «Μιχάλη, ήρθε ο ξάδερφος μας», λέει. «Πάμε –λέει– να τον δεχθούμε;», λέει. «Πού είναι;». «Στο ξενοδοχείο “Κέρκυρα”». Έρχονται στο ξενοδοχείο, δεν ήξεραν ποιο είναι το ξενοδοχείο, δεν ήξεραν! «Θεσσαλονίκη είστε –λέω–, δεν ήξερατε, εγώ το βρήκα!». Ήρθαν στο ξενοδοχείο, ψάχνουν σε ποιον θάλαμο είμαστε, σε ποιο τέτοιο. Πήρε να φωνάζει ο Γιώργος από έξω, ο ξάδερφός του: «Αθηνά!». «Ορίστε!», εγώ. «Μη φωνάζεις εδώ πέρα “ορίστε”», λέει. «Μόνο εσύ δεν είσαι Αθηνά», μου λέει ο άντρας μου. «Εδώ πέρα είναι πολλές Αθηνές», λέει. «Όχι –λέω– είναι τα ξαδέρφια σου!», λέω. Πετιέμαι εγώ, την φούστα την βάζω και ανοίγω την πόρτα. Αγκαλιές, κλάματα, πράγματα… «Δεν σας αφήνουμε εδώ πέρα», λέει. «Θα σας πάρουμε στο σπίτι». Πήγαμε στον ξάδερφο, στο σπίτι, όλο το βράδυ να γελάνε, να χορεύουνε, εγώ να κλαίω. «Μα γιατί κλαις;». «Από χαρά κλαίω!». Δεν μπορούσα να σταματήσω. «Βρε ηρέμησε, βρε ηρεμιστικό», τίποτε, εγώ από χαρά έκλαιγα. Βρε να γελάω, βρε να χορεύω και να κλαίω, να χορεύω και να κλαίω. Δεν ήταν τα τηλέφωνα, δεν είχε τα τηλέφωνα να στείλεις τηλέφωνο στο σπίτι. Πηγαίνω σε ένα περίπτερο – κουράστηκα. Πηγαίνω στο περίπτερο, λέω: «Μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο –λέω– στο ταχυδρομείο της Κορησού;». «Μπορείς», λέει. Πληρώνω 5 ευρώ –5 δραχμές ήταν τότε–, λέει: «Πολλά με δίνεις». «Δεν πειράζει –λέω–, από τη χαρά μου κερνώ όλον τον κόσμο τον καλό!». Λέει: «Ποιο ταχυδρομείο θέλεις να πάρεις;», λέει. «Της Κορησού». Και αυτός ήξερε τα αυτά, στο βιβλιάριο γραμμένα ήτανε και παίρνει τηλέφωνο και του λέω, τον προϊστάμενο: «Κύριε Ευριπίδη, είμαι η Αθηνά. Ο Γιώργης είναι εδώ πέρα, κοντά μου. Πες στην πεθερά μου, ερχόμαστε». Αυτός ήρθε σπίτι, τη λέει την πεθερά μου: «Άννα, ο Γιώργης είναι, τον βρήκε η Αθηνά στη Θεσσαλονίκη και είναι καλά και θα έρθουν μεθαύριο». Εμάς κάθε πρωί μας έπαιρνε η Αστυνομία, από γραφείο σε γραφείο τον πήγαιναν. Όχι να τον ανακρίνουν, δηλαδή, να τον ρωτάνε πώς πέρασες, πού ήσουνα, τι έκανες, όλα τους τα ρωτούσαν. Και στο τέλος ύστερα, δέκα μέρες –δέκα μέρες μας κράτησαν στη Θεσσαλονίκη– λέω: «Εγώ δεν χωρίζω από τον άνδρα μου», λέω. «Όπου τον πάτε τον άνδρα μου, θα με πάρετε κι εμένα. Θα έρθω μαζί σας», λέω. «Δεν χωρίζω από τον άντρα μου. Εδώ θα τον κρατήσω», εγώ το χέρι του κρατούσα, τον άνδρα μου: «Θα έρθεις μαζί μας», λέει. Και όπου πήγαινε, σε όποιο γραφείο και αν τον πήγαιναν, εγώ εκεί ήμουν. Και τελείωσαν ύστερα. «Τώρα είστε ελεύθεροι», λέει. Μας έδωσαν δώρο 400 δραχμές, δώρο.

Ι.Β.:

Ποιοι σας το έδωσαν;

Α.Τ.:

Η αστυνομία, το Αλλοδαπών. 400 δραχμές, δραχμές ήταν τότε. Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε. Και το λεωφορείο, μας προβόδισαν τα ξαδέρφια. Εγώ πάλι να κλαίω: «Άντε, οι βαλίτσες φορτώθηκαν! Επιτέλους, είδα βαλίτσα –λέω– να φορτώνεται στο λεωφορείο, για να φύγω για το σπίτι!», λέω. Και ερχόμαστε στο σπίτι. Μόλις μπήκα στην πόρτα: «Μητέρα, ήρθαμε!», να φωνάζω. Κι αυτή η καημένη τη σκάλα κατεβαίνει κάτω, μας αγκάλιασε, μας έκανε. «Πες τα, ρε Γιώργη!». «Περάσαμε καλά, μητέρα. Καλά», πήρε να μιλάει, να κάνει δηλαδή, μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. «Ρε Αθηνά, χαρά σε σένα! Ρε Αθηνά, χαρά σε σένα!». Αυτοί που τον κατηγορούσαν από τη γειτονιά, τον λέει –μια Βήτα ήταν, από την Κλεισούρα εδώ πέρα– λέει: «Δαννή, ήρθε ο Γιώργης της Τσουκάλκας, θα πάμε να τον καλοδεχτούμε –λέει– που ήρθε. Να τον καλωσορίσουμε», λέει. «Αυτός, με την φτέρνα θα έρθει πίσω». «Δεν ήρθε με την φτέρνα, παραήρθε –λέει–, στο σπίτι είναι, μαζί με τη γυναίκα του ήρθε –λέει–, σπίτι είναι», λέει. Τον κατηγορούσαν για να μην έρθει. Τι τον κατηγορούσαν; Που πολεμούσαμε τους Γερμανούς; Στο δεύτερο το αντάρτικο δεν βγήκε ο άντρας μου, δεύτερο αντάρτικο δεν είδε, στη Σερβία ήτανε.

Ι.Β.:

Όταν έφυγε, είπατε ότι φώναζε «Φάλαγγα!» και έφυγε. Εκείνη την ημέρα, τι έγινε; Θυμάστε;

Α.Τ.:

Έφυγε η φάλαγγα, έφυγε, ξανά δεν τον είδα.

Ι.Β.:

Εσείς είδατε τι γινόταν εκείνη τη ημέρα έξω;

Α.Τ.:

Έξω πολεμούσανε τους Γερμανούς, κυνηγούσανε τους Γερμανούς.

Ι.Β.:

Μπορείτε να μου την περιγράψετε λίγο;

Α.Τ.:

Περνούσε η φάλαγγα και κρυμμένοι οι αντάρται και πυροβολούσαν, τους κυνηγούσαν δηλαδή.

Ι.Β.:

Σε ποιο μέρος ήσασταν;

Α.Τ.:

Στον Σταυροπόταμο, που πας για τη Θεσσαλονίκη, ο δρόμος αυτός που πάει για τη Θεσσαλονίκη, αυτός ο δρόμος. Και ύστερα, ξανά δεν ήρθε.

Ι.Β.:

Οι Γερμανοί σε ποιο μέρος ήταν;

Α.Τ.:

Πήγαιναν για την Κλεισούρα, έξω από την Βασιλειάδα. Πήγαιναν για την Κλεισούρα, να ανέβουν προς τα πάνω. Έχεις πάει από εδώ πέρα; Βέργα, Κλεισούρα, Νταούλι.

Ι.Β.:

Γιατί πήγαιναν στην Κλεισούρα;

Α.Τ.:

Από εκεί πήγαιναν τα λεωφορεία τότε, τα λεωφορεία από εκεί πήγαιναν. Τώρα τον έκαναν τον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Από εκεί πήγαινε και όταν πηγαίναμε Θεσσαλονίκη, έξι ώρες δρόμο. Πηγαίναμε πάνω, στα σύνορα της Σερβίας και από εκεί γυρίζαμε. Πώς λεγόταν εκείνα τα χωριά; Γυρίζαμε για να πάμε Θεσσαλονίκη, όλη τη την ημέρα ταξιδεύαμε.

Ι.Β.:

Άρα οι Γερμανοί πήγαιναν στην Κλεισούρα και τότε ήτανε–.

Α.Τ.:

Όχι στην Κλεισούρα. Για να φύγουν για τη Σερβία, να φύγουν για Γερμανία, τους κυνηγούσαν. Ύστερα από εδώ πέρα άφησαν τη φάλαγγα, ανέλαβαν άλλοι αντάρται και οι δικοί μας πήγαν από την άλλη τη μεριά, για τη Φλώρινα και από εκεί πολεμούσαν για να τους φύγουν και χώρισαν ύστερα. Είκοσι χρόνια ύστερα, στη φυλακή, μπήκε στη φυλακή, σου είπα στομάχι έκανε, βγήκε από τη φυλακή, τον εγχείρησε ο γιατρός που ήταν φίλος του μέσα στη φυλακή. Οχτώ μέρες εγχειρισμένος, έφυγε σκαστός στην Ιταλία.

Ι.Β.:

Στη φυλακή, σε ποιο μέρος ήταν;

Α.Τ.:

Στη Σκόπια ήτανε. Πώς λεγόταν η φυλ[00:30:00]ακή; Την ήξερα.

Ι.Β.:

Και ποιοι τον έπιασαν; Ποιοι τον πιάσανε και τον βάλανε εκεί;

Α.Τ.:

Τον πιάσανε στα σύνορα, τον πέρασαν για λιποτάκτη. Δυο άτομα ήτανε, ο άντρας μου και ένας άλλος, συγχωριανοί ήταν οι δυο και ο άλλος ήταν Σταυροποταμίτης, οι δυο ήτανε και μπήκανε στη φυλακή. Τους δίκασαν για οχτώ χρόνια, για λιποτάκτες τους πέρασαν. Όποιος περνούσε –τα σύνορα ήταν κλειστά–, όποιος περνούσε, τους πιάσανε και τους φυλάκισαν. Στην φυλακή, ύστερα, τους τυραννούσαν, έφτιαχναν σιδηρόδρομους, έφτιαχναν σίδερα, ποιος ξέρει τι. Τα χέρια παρτάλια ήτανε, από τα παγωμένα σίδερα που πιάνανε. Δούλευε πολύ στην Γιουγκοσλαβία, δούλεψε πολύ… Και ύστερα, όταν έφυγε, ελευθερώθηκε, πήγε στην Ιταλία, ελευθερώθηκε. Ήξερε ραδιόφωνο να κάνει, ήξερε τηλεοράσεις να κάνει, ήταν καλός τεχνίτης. Και όταν ήρθε εδώ πέρα ύστερα, πιάστηκε στη γούνα. Πιάστηκε στη γούνα, εγώ στα χωράφια δούλευα, αυτός στη γούνα. Εγώ στα χωράφια, 40 στρέμματα φασόλια έβαζα μόνη μου. Μόνη μου τα έβαζα, μόνη μου τα έβγαζα, μόνη μου τα κοπανούσα, το βράδυ ερχόταν, τα φόρτωνε. Μόνο ένα παράπονο έχω από τον άνδρα μου, δεν με άφηνε να πάρω δίπλωμα για να οδηγώ το τρακτέρ. Το τρακτέρ στο χωράφι το οδηγούσα, όργωνα, φρέζαρα, τα φασόλια τα πατούσα, όλα τα έφτιαχνα, αλλά έξω, στο δρόμο, να μην οδηγήσω. Δίπλωμα δεν είχα, «Γιατί δεν δίνεις δίπλωμα;». «Ναι, να με κοροϊδεύουν ο κόσμος, να σε δώσω δίπλωμα, να λένε μετά: «Ο Γιώργης δουλεύει γούνα και η γυναίκα του με το τρακτέρ γυρίζει». «Είσαι εγωιστής –λέω–, εγωιστής». Και ύστερα και όταν πέθανε, τον είπα: «Πάρε τώρα και το τρακτέρ μαζί σου». Και αυτό ήτανε…

Ι.Β.:

Πάμε λίγο στον πόλεμο πάλι; Εσείς ανεβήκατε στο βουνό;

Α.Τ.:

Το βουνό. Το ‘43, το ‘44 γέννησα. Το ’45, το ‘46 ήτανε το δεύτερο αντάρτικο. Μέχρι το ’45, το ’46 ήταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Το ‘40 ήταν η πείνα. Πέθνισκαν ο κόσμος για μια φετούλα ψωμί, εδώ πέρα, στα χωριά, όπως και όπως. Αλλά στις πόλεις, με το κάρο μάζευαν τους πεθαμένους, δεν είχανε να φάνε ο κόσμος και εδώ πέρα ήτανε πολύ–. Κατοχή, καλέ. Τα λεφτά ήτανε καταρράχτες, τα λεφτά ήτανε όχι δραχμές και πενηντάρι και εικοσάρι, εκατομμύρια. Όταν στεφανώθηκα εγώ, εκατομμύρια με δώριζαν, 50 εκατομμύρια, 100 εκατομμύρια, εκατομμύρια. Αλλά δεν έκανες τίποτα με εκείνα τα εκατομμύρια, άχρηστα λεφτά. Όταν πήγανε οι δικοί μου για να ψωνίσουν στην Καστοριά, οι Γερμανοί μάζευαν τους Εβραίους, τους μαζεύανε και τους έκαναν σαπούνι στη Γερμανία. Στη Γερμανία έχουν ένα εργοστάσιο που τους έλιωναν. Και κρύφτηκαν οι θεια μου και ο πατέρας μου, να μην τους πιάσουν οι Γερμανοί και δεν είχαν να πάρουν τίποτε. Πήρανε ένα ύφασμα για μια ρομπίτσα, ένα ύφασμα για ένα φόρεμα και το νυφικό, το ύφασμα από τους Εβραίους. Οι Εβραίοι ήτανε τότε, είχανε την κατανάλωση, τα υφάσματα και αυτά τα μαγαζιά. Αλλά δεν πήρα τίποτε άλλο. Και ύστερα, στη Βέργα πήγαινα για να τα ράψω, το νυφικό και το αυτό, το έραψα το φουστάνι. Το ‘41 η πείνα ήταν μεγάλη, πέθνισκαν ο κόσμος, δεν είχανε να φάνε. Όλο το Ήπειρο εδώ ήτανε, παρακαλούσαν με λίρες, με πράγματα, έβγαζαν από τα σπίτια, τα άδειαζαν να πουλάνε για μια φέτα ψωμί, για μια φέτα ψωμί. Παρακαλούσανε, ερχόταν στο σπίτι, παρακαλούσανε. Από αυτά που είχαμε, δίναμε. Αλλά για να δώσεις, να φορτώσεις, δεν είχαμε να δώσουμε. Μια μέρα, εγώ έψηνα στον φούρνο 12 ψωμιά, μεγάλη οικογένεια, 12 ψωμιά. Έρχεται ένας από την Ήπειρο: «Θα σου δώσω», λέει, ποιος ξέρει πόσες λίρες, «Να μου δώσεις –λέει– ένα ψωμί, ένα καρβέλι». «Δεν θέλω λίρες –λέω–, ούτε τέτοιο. Πάρε 3 ψωμιά και φύγε». Τότε το έβγαζα το ψωμί από το φούρνο: «Πάρε τρία ψωμιά και φύγε. Δεν θέλω ούτε λίρες –λέω–, ούτε τίποτα. Αρκεί να είστε καλά», λέω. Με κλάματα έφυγε, ο άνθρωπος. Δεν είδαμε πείνα, τα χωριά εδώ πέρα, όλο ένας με τον άλλον βοηθιούνταν. «Δεν έχεις; Έλα πάρε. Δεν έχεις εσύ; Έλα πάρε». Δεν δίστασαν ο κόσμος, αλλά στις πόλεις πέθνισκαν. Θεσσαλονίκη, τα ξαδέρφια μου πέθνισκαν και ο ένας έφυγε στη Βουλγαρία, ο άλλος έφυγε στην Αμερική και τα παιδιά έμειναν στη Θεσσαλονίκη με τις γυναίκες. Οι πατεράδες φύγανε, τα παιδιά έμειναν στη Θεσσαλονίκη, αυτά που σε λέω, τα ξαδέρφια. Και οι γυναίκες ύστερα, ο ένας την πήρε τη γυναίκα του στη Βουλγαρία, ο άλλος στην Αμερική πού να την πάρει τη γυναίκα του; Δεν την πήρε τη γυναίκα του και απέκτησε κορίτσι.

Ι.Β.:

Από τους Γερμανούς, τι άλλο θυμάστε;

Α.Τ.:

Από τους Γερμανούς, σαν έφυγαν οι Γερμανοί–. Εδώ πέρα έφτιαχναν πολλά οι Γερμανοί. Απατούσαν και γυναίκες, έφτιαχναν πολύ κακό. Είχε ο πατέρας μου δυο αλόγατα, ήρθε σπίτι: «Θα μου το δώσεις το άλογο, ή…», το πιστόλι στο κεφάλι. «Πάρε το», λέει ο πατέρας μου. «Πάρε το –λέει–, το θέλεις, πάρε το», λέει. «Αλλά πιστόλι όχι», λέει. «Όχι το πιστόλι. Πάρε το, το θέλεις το άλογο; Πάρε το». «Θέλω αυγά». Αυγά με το καλάθι. «Πάρε τα», τους ταΐζαμε. Μικρό κοριτσάκι ήμουν εγώ και με το καλάθι της τα έδινα τα αυγά. Κουνέλια. «Πάρε το κουνέλι, κόψε το κεφάλι, πάρε το κουνέλι». Το έπαιρνε το κουνέλι. «Πάρε την κότα», την έπαιρναν την κότα, για να τρώνε κάτι και αυτοί έτρωγαν. Σκότωναν, γουρούνια σκότωναν, πρόβατα σκότωναν για να τρώνε. Μας τυράννησαν και οι Αλβανοί και οι Ιταλοί. Δεν είχαμε λίγο. Και ύστερα, στην πείνα μαζεύανε τα στάχυα, το σιτάρι το έτριβαν, για να μαζεύουν σιτάρι και να το αλέθουν, να τρώνε. Πείνα, μεγάλη πείνα.

Ι.Β.:

Τι άλλο τρώγατε τότε, για να ζήσετε;

Α.Τ.:

Από τα χωράφια μαζεύαμε χόρτα. Βγαίνανε χόρτα, τα μαζεύαμε, λίγο αλεύρι κατά έτσι το ταψί, είχαμε βουτύρατα, είχαμε πρόβατα, είχαμε γελάδια, αλλά αλάτι δεν είχαμε, ζάχαρη δεν είχαμε. Χωρίς αλάτι το ψωμί δεν τρώγεται, χωρίς αλάτι τυρί δεν μπορείς να κάνεις. Το γάλα το αρμέγαμε από τις αγελάδες και από τα πρόβατα, τα δίναμε στα γουρούνια. Δεν είχαμε αλάτι να το κάνουμε τυρί. Χτυπούσαμε, βγάζαμε το βούτυρο, το τρώγαμε έτσι, χωρίς αλάτι, χωρίς τίποτε. Ερχότανε ύστερα από τα Γιάννενα, μας φέρνανε αλάτι κρυφά και τους δίναμε ψωμί. Με ψωμί έπαιρναν αλάτι και αυτό το αλάτι, ανακατωμένο με πέτρες, το λιώναμε στο νερό και το νερό το ρίχναμε στο ψωμί, για να ζυμώσουμε. Πέτρες, σκέτα, το ανακατεύαμε με πέτρες για να βαρύνει. Τραβήξαμε πολλά. Όταν γύρισε το παιδί, δεν είχε ζάχαρη. Το παιδί μου αρρώστησε, πήγε στον θάνατο, δεν είχα ζάχαρη να το ταΐσω το παιδί και αναγκάστηκα 4 χρόνια το βύζαινα, γιατί δεν είχα τίποτα να το δώσω. 4 χρόνια το βύζαινα, προτού φύγει στο παιδομάζωμα, τότε το έκοψα από το βυζί. Με ρούφηξε, μεγάλο παιδί, πήγαινε σχολείο. «Μαμά σχολείο θα πάω, αλλά θέλω λίγο να βυζάξω». Χόρταινε και πήγαινε στο σχολείο. Ερχότανε από το σχολείο, πάλι βύζαινε. Δεν είχα, τι να του δώσω; Ούτε ζάχαρη, ούτε τίποτε, ούτε ρούχα, ούτε τίποτα. Μαξιλαροθήκες χαλούσαν, βρακάκια φτιάχνανε. Μαξιλαροθήκες χαλούσαν, βρακιά να βάλω για μένα. Δεν είχε, ούτε να αγοράσεις, ούτε τίποτε, ούτε λεφτά είχε. Λάδι δεν είχε, πετρέλαιο δεν είχε. Νταντί, με νταντί καθόμασταν. Το νταντί το παίρναμε, ξύλο, το κόβαμε σαν φετούλες, φετούλες, φετούλες και σε ένα σίδερο το καρφώναμε και έκαιγε μέσα στο τζάκι, μας έφεγγε, αυτό ήταν. Βράδιαζε, όλα τα σπίτια νέκρα, δεν είχε ούτε φως ούτε τίποτε. Ύστερα βάζαμε μια καντήλα, έ[00:40:00]να κουτί, βάζαμε λίγδα από το γουρούνι και ένα φυτίλι και το φυτίλι το περνούσαμε από μέσα από το τενεκεδάκι και έκαιγε το φυτίλι, μας έφεγγε, όπως καίει η καντήλα έξω. Πολλά είδαμε κορίτσι μου, πολλά. Τι να σου πω, περισσότερα;

Ι.Β.:

Όταν μπήκαν οι Ιταλοί, θυμάστε–.

Α.Τ.:

Οι Ιταλοί, τότε με τους Γερμανούς.

Ι.Β.:

Από εκείνους τι θυμάστε;

Α.Τ.:

Οι Ιταλοί μουρντάρηδες ήταν, κυνηγούσαν τις γυναίκες. Αν έβλεπαν καμιά όμορφη γυναίκα, την κυνηγούσανε. Πολλά έκαναν, κορίτσια απατούσαν, πολλά έκαναν. Μικρή ήμουνα εγώ, δεν είχα τέτοια πράγματα, αλλά οι μεγάλες κοπέλες φοβότανε, κρυβότανε. Τότε αλωνίζαμε στο αλώνι, ερχότανε, μας το μαζεύανε το σιτάρι, μας το παίρνανε, από το αλώνι το έπαιρναν το σιτάρι. Και όταν αλωνίζαμε, το βγάζαμε το σιτάρι και το κρύβαμε στο άχυρο, για να μην μας το κλέψουν οι Ιταλοί. Το κλέβαμε το σιτάρι και εμείς το κλέβαμε το σιτάρι και από το άχυρο ύστερα το πηγαίναμε στο σπίτι, το σιτάρι. Αλλά όταν αλωνίζαμε, ερχότανε οι Ιταλοί και πρόσεχαν. Αυτοί έφευγαν και εμείς το μαζεύαμε στο τσουβάλι και στο άχυρο το κρύβαμε. Το παίρνανε, στην Ιταλία το στέλνανε το σιτάρι. «Δέκατο –μας έλεγαν–, δέκατο, δέκατο».

Ι.Β.:

Δηλαδή;

Α.Τ.:

Δηλαδή το δέκα θα παίρνουμε εμείς, το 5 θα σας αφήσουμε εσάς. «Δέκατο, δέκατο –φώναζαν– δέκατο». Δέκατο, εμείς, δέκατο.

Ι.Β.:

Κάθε πότε ερχόταν και σας το έπαιρναν;

Α.Τ.:

Κάθε μέρα. Όταν αλωνίζαμε, κάθε μέρα. Δεν μας άφηναν ήσυχοι. Αλωνίζαμε με τα αλόγατα, έβλεπαν έτσι και έτσι και το μάζευαν το σιτάρι. Βλέπαμε, το σκεπάζαμε. Κρυφά, όλα κρυφά, για να φας.

Ι.Β.:

Οι γονείς σας, τι κάνανε για να σας φροντίσουνε;

Α.Τ.:

Οι γονείς μας είπα, ρίχνανε, το πασαλείφανε το ταψί με βούτυρο, ρίχναμε αλεύρι, το δροσίζαμε το αλεύρι με νεράκι και από πάνω βάζαμε τα χόρτα που μαζεύαμε. Τα καθαρίζαμε, τα φτιάχναμε, τα ανακατώναμε με τυρί, με βούτυρο και με αυγά και με τέτοια, χωρίς αλάτι, στο ταψί και πάλι αλεύρι από πάνω και το ψήναμε και το τρώγαμε με τα κουτάλια, σαν σούπα, όχι πίτα, σαν σούπα. Τυράννια ρε, τυράννια. Και τέτοια πράγματα. Το ‘44 τώρα θα σου πω, μέχρι το ’44. Το ‘44 γέννησα. Μέχρι το ‘45, το ’46 ήταν ο δεύτερος πόλεμος. Ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν πιο δυνατός, αδερφός με αδερφό σκοτωνότανε, ο ένας αδερφός φαντάρος, ο άλλος αντάρτης. Ερχόταν ο αντάρτης, τον έβρισκε τον αδερφό στο σπίτι, τον στρατιώτη, «Θα έρθεις κοντά μου;». «Δεν έρχομαι», λέει. «Εγώ –λέει– υπηρετώ στον στρατό. Δεν έρχομαι». «Αν δεν έρθεις, θα σε σκοτώσω». Σκοτωνότανε βέβαια, πολλά αδέρφια σκοτώθηκαν έτσι. Ο ένας φώναζε: «Έλα στα αντάρτικα!», ο άλλος φώναζε: «Έλα εσύ στον στρατό!» και σκοτώνονταν. Οι γονείς δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα με τα παιδιά, ό,τι τους έφτιαχναν. Ύστερα μπήκε η έχθρα να κατηγορούνε. «Εσύ αντάρτης, εσύ κομμουνιστής, εσύ πλετσκατζής, εσύ τέτοιος, εσύ…». Ο ένας με τον άλλον, ύστερα πήρανε να τρώγονται ο κόσμος, να εχθρεύονται. Ο πατέρας μου Λεχοβίτης είναι, από το Λέχοβο αλλά σώγαμπρος στον Σταυροπόταμο την πήρε την μάνα μου, την αγάπησε και την πήρε: «Ή θα με τη δώσεις, ή θα την σκοτώσω», έλεγε. Και έμεινε σπιτόγαμπρος στον Σταυροπόταμο. «Φασίστα» τον φώναζαν τον πατέρα μου. «Δεν είμαι φασίστας –λέει– είμαι Λεχοβίτης –λέει–, Έλληνας είμαι λέει. Όπως είστε εσείς, είμαι και–». «Εμείς είμαστε Βούλγαροι». «Δεν είστε Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι είναι στη Βουλγαρία, εδώ είναι Ελλάδα, δεν έχει Βούλγαρους», έλεγε ο πατέρας μου. «Ά, ρε φασίστα!», τον πατέρα μου. Τον κυνηγούσαν πολύ ύστερα, τα δυο τα παιδιά ήταν αντάρτες, ο πατέρας μου τι έφταιγε; Τον έπιασαν τον αδερφό μου στο Μαύροβο, πήγε να πουλάει ξύλα. Πηγαίναμε στο Μαύροβο να πουλάμε ξύλα, έχω πάει και εγώ με ξύλα, το φόρτωνα το γαϊδούρι και πήγαινα στο Μαύροβο να πουλώ ξύλα, κάτι να ψωνίσω. Και πήγε ο αδερφός μου να πουλάει ξύλα στο Μαύροβο, τον πιάνουνε οι Ιταλοί στο Μαύροβο, θα το σκοτώσουν το παιδί. Πετάχτηκαν οι Μαυροβενοί, το γλίτωσαν το παιδί. Τα αλόγατα ήρθαν σπίτι, το παιδί δεν είναι. Ο πατέρας μου λέει: «Δεν είναι το παιδί», λέει. «Τα αλόγατα ήρθαν σπίτι». Καβάλα ο πατέρας μου το άλογο, πάει στο Μαύροβο. Βγαίνουνε οι Μαυροβενοί, «Αργύρη, το παιδί το έχουμε εμείς», λέει. «Τι έγινε;». «Αυτό και αυτό –λέει–, οι Ιταλοί θα το σκότωναν το παιδί», λέει. «Τα πήρανε, τα αλόγατα τα αφήσαν –λέει– και το παιδί θα το… Ήταν ένα παλούκι στην Καστοριά, εκεί που ήταν η κορυφή, παλούκι ήτανε, εκεί έβαζαν και τους θέριζαν με τα πολυβόλα. Τους έβαζαν όρθιους, τους έδεναν στο παλούκι και το πολυβόλο, τους σκότωναν. Κι ύστερα αδελφός με αδελφός, ύστερα έτσι έγινε η έχθρα: «Προδότες». Και έβγαλε το γινάτι στην Αθηνά. «Πάρε την Αθηνά, δέσε την». Σε μια μέρα, 10 άτομα σκότωσαν από τον Σταυροπόταμο. Σε 1 μέρα, 10 άτομα, ήρθαν, τα ‘μασαν και τους σκότωσαν. 10 σπίτια έκλεισαν.

Ι.Β.:

Ποιος το έκανε αυτό;

Α.Τ.:

Ο στρατός, Μάυδες ήταν, απόσπασμα. Αυτοί έκοβαν, αυτοί έραβαν, σκότωναν, δεν τους πείραζε κανένας. «Πάρε την Αθηνά, σκότωσέ την. Αυτή τέτοια είναι. Πάρε την, σκότωσέ την». Ήρθαν, περικύκλωσαν το χωριό, τους έμασαν στο σχολείο και τους διάλεγαν. «Τσουκάλη Αθηνά, εκεί. Αγάπη, εκεί. Αντιγόνη, εκεί», δεν ξέρω τι, άντε στο φορτηγό και άφαντοι. Σε μία μέρα, 12 άτομα. Την άλλη την ημέρα, ο θείος μου, της μάνας μου πρώτος ξάδερφος και μένα κουμπάρος μου ήταν, αυτός με στεφάνωσε. Δεν άκουγε ο καημένος, ήταν κουφός. Είχαν μύλο, ο θείος μου είχε μύλο, της γιαγιάς μου ο αδερφός είχε μύλο. «Άντε φασίστα εσύ, έχεις –λέει–, δώσε τα όλα». «Πάρτε ό,τι θέλετε –λέει–, πάρτε όλα, αρκεί τα παιδιά μου να τα αφήσετε». Τη νύφη την πήραν, τον γιο τον πήραν και τις δυο τις κόρες, τα δυο τα ανιψίδια άφαντα, σε μια μέρα τους σκότωσαν. Την άλλη την ημέρα, αυτός δεν άκουγε και κρύφτηκε κάτω από τη σκάλα. Κρύφτηκε κάτω από τη σκάλα, αυτοί με τα πολυβόλα από σπίτι σε σπίτι, περνούσαν και σε θέριζαν. Από εδώ πέρα, ο Παρασκευόπουλος – τον έχεις ακουστά τον Παρασκευόπουλο; Ο Παρασκευόπουλος ήταν αρχηγός στους Μάυδες και ένας από τη Βασιλειάδα, πήγαν, τον βρήκαν κάτω από τη σκάλα, αυτός δεν άκουγε. Ξύλο, τον σκότωσαν από ξύλο και ένα μικρό παιδάκι πάλι, τη μάνα του την έσφαξαν, τη σκότωσαν. Το παιδί τώρα τι φταίει, 12 χρονών παιδάκι; Μαζί με τον θείο μου τους πήρανε, πού πάνε για τον Σταυροπόταμο, η γέφυρα που είναι το ποτάμι; Έχεις περάσει; Εκεί, κοντά στο ποτάμι τους σκότωσαν και εμείς δεν ξέραμε τίποτα. Και ύστερα, ποιος ξέρει ποιος τους βρήκε και ειδοποίησε και πήγαμε, τους βρήκαμε. Τον θείο μου, του την είχαν κόψει και του την είχανε βάλει για τσιμπούκι στο στόμα και όλο το σώμα, με τη λόγχη τρυπημένος, παρτάλι. Το παιδάκι αυτό, εδώ η σφαίρα, από δω πετάχτηκε αυτό όλο και το καημένο, όπως το είχε, τα χεράκια στο παντελόνι, έτσι πεσμένο ήτανε. Τους βάλαμε στο κάρο και τους πήγαμε στο χωριό και τους πήγαμε στα νεκροταφεία. Την άλλη την ημέρα έρχεται το απόσπασμα πάλι στο χωριό, το τυλίγει το χωριό, μαζεύει όλους τους άνδρες στο σχολείο. Ξύλο, τους σκότωσε από ξύλο. Λέει την άλλη την ημέρα: «Αν έρθουν –λέει– και αύριο, σε 5 μέτρα να είμαι…», λέει ένας, του παπά ο γιος ήταν αυτός, 18 χρονών παλικάρι: «Σε 5 μέτρα να είμαι –λέει– δεν κάθομαι. Ας με σκοτώσουν», λέει. Και όπως τον σκότωσαν την άλλη την μέρα. «Αλτ! Αλτ!», δεν σταμάτησε. Έφαγε πολύ ξύλο. Τη μια την ημέρα ξύλο, τους χτυπούσανε και την άλλη την ημέρα να φύγει στα βουνά.

Ι.Β.:

Πότε έγινε αυτό;

Α.Τ.:

Το ‘46, το ’47, μέχρι το ‘48 ήτανε να φοβάσαι να κοιμηθείς. Φοβόμασταν με ανοιχτά τα μάτια, που λένε. Βλέπαμε φως, από πού θα βγει ο εχθρός. Αυτοί θέριζαν, ο Παρασκευόπουλος και ένας από τη Βασιλειάδα, ήτανε άλλο πράμα. Η Ντότα, που λέει, η Μπούρκα, της Μπούρκα[00:50:00]ς ο γιος ήτανε εσατζής ο ένας, στα ΕΣΑ ήταν. Αυτός ήταν, δηλαδή, που έλεγε: «Πάρε την Αθηνά, πάρε την εκείνη, πάρε την εκείνη» και ερχότανε ύστερα, τους έπαιρναν και τους εξαφάνιζαν. Και εκείνη την ημέρα, ο εσατζής ήθελε κι εμένα να με σκοτώσει. Η θεια του με παίρνει και με πηγαίνει στο αχούρι, σε ένα άλλο σπίτι και με παράχωσε στην κοπριά. Εμένα με κυνηγούσαν για τον αδερφό μου περισσότερο, όχι για τον άνδρα μου. Ήξεραν, ο άνδρας μου είναι στη Σερβία. Για τον αδερφό μου, ο ένας σκοτώθηκε ο αδερφός μου, αντάρτης στο Μελάνθιο. Αυτός που ήταν εδώ πέρα, γι’ αυτόν τα πλέρωνα εγώ. «Την Αθηνά την ψάχνουμε», λέει. Εγώ ήμουν στο ίδιο το σπίτι, μέσα στην Μπούρκα. Η Μπούρκα, πάλι, ο άντρας της Μπούρκας και ο πατέρας μου παραδέρφια ήταν, δεν ήμασταν ξένοι, παραδέρφια. Λέει: «Την Αθηνά την ψάχνουμε». «Δεν ξέρω», λέει η κουνιάδα της, της Μπούρκας η κουνιάδα: «Δεν ξέρουμε –λέει– πού είναι». Αυτή με πήρε εμένα και με πήρε σε άλλο σπίτι και με παράχωσαν μέσα στην κοπριά. Τα γελάδια να κατουράνε από πάνω και εγώ μέσα στην κοπριά, γυμνή και όταν βγήκα έξω, ήμουνα κατουρήματα γεμάτη και γυμνή λιποθύμησα. Και τον είπανε τον αδερφό μου, ότι «Η αδερφή σου σκοτώθηκε, την σκότωσαν» και ο αδερφός μου ερχόταν στο χωριό και έκλαιγε. Εγώ, σάμα τι άκουσα και βγήκα και τον βλέπω έρχεται. Τρέχω, τον αγκαλιάζω. Πολύ αγαπιόμασταν με αυτόν τον αδερφό μας. Στη Βουλγαρία, στις φωτογραφίες αυτός που είναι με τα παρασήματα. «Αδερφάκι μου –λέω– αδερφάκι μου!». Λέει: «Δεν σε σκότωσαν;». «Πού να με σκοτώσουνε, ρε!», λέω. «Η Φρόσω –λέω– με είχε παραχώσει μέσα στο αχούρι και βγήκα από το αχούρι τώρα, μόλις πλύθηκα και άλλαξα. Λιποθύμησα», λέω. «Βρε, τώρα δεν σε αφήνω –λέει–, θα σε πάρω κοντά μου. Όπου είμαι εγώ –λέει– στα βουνά, θα είσαι και εσύ». «Ρε, πού να αφήσω τη γιαγιά –λέω–, την πεθερά μου, πού να τους αφήσω, πού να έρθω;». «Όχι –λέει–, εκεί που θα σε σκοτώσουνε. Πού θα σε αφήσω –λέει– άμα σε σκοτώσουν; Τι θα γίνεις;», λέει. Με πήρε, με έκρυβε στην Βασιλειάδα, με έκρυβε στη Μελισσότοπο. Και ένα βράδυ, εγώ σκαστή από τη Βασιλειάδα πήγα σπίτι. Πήγα σπίτι, το πρωί περικύκλωσε το χωριό, μας περικύκλωσαν, μας σήκωσαν, μας έφεραν στην Κορησό. Τώρα, εγώ να κλαίω, «Τι θα κάνω τώρα;». Ο αδερφός μου εδώ ήταν, στην περιφέρεια. Όταν μας σήκωσαν και περνούσαμε τη γέφυρα, το ποτάμι για να έρθουμε στην Κορησό, αυτός ήταν κάτω από τη γέφυρα. Με λέει: «Θέλω ρούχα και παπούτσια και τρόφιμα». «Πού να σου τα φέρω;», λέω. Λέει: «Στο χωράφι». Αυτό το σπίτι το βρήκα με κοπριά. Έβαζανε οι γειτόνοι, έβαζανε τα πρόβατα. Σκάβαμε εδώ πέρα για να πετάμε την κοπριά από το μπαλκόνι. Πόσο ψηλό είναι αυτό, μέχρι επάνω η κοπριά. Σάπισε το πάτωμα από κοπριά. Τα πρόβατα, τα γίδια, τα σκυλιά, όλα εδώ ήτανε. Την άλλη την ημέρα φορτώνω εγώ τα γαϊδούρια –με συγχωρείς– και πηγαίνω στο χωράφι για να αδειάσω το αυτό. Πήρα άδεια από την αστυνομία ότι θα πηγαίνω στο χωράφι να πετώ την κοπριά και πηγαίνω κάτω στο χωράφι. Εδώ, στη Βαγγέλκω, που λέμε, το τελευταίο σπίτι που είναι, στρατόπεδο ήταν, ναρκοπέδιο ήταν, δεν μπορούσες να περάσεις, ούτε σκυλί να περάσει, άμα περνούσε σκυλί, ανατιναζόταν. Εγώ περνούσα από το δημόσιο, δηλαδή, και πήγαινα στο χωράφι. Στο χωράφι πήγαινα ψωμί, το κουστούμι του ανδρός μου, τα παπούτσια του ανδρός μου τα γαμπριάτικα, όλα τα έβαλα μέσα και ψωμί και τέτοια και λίγο κοπριά από πάνω και πήγα στο χωράφι. Ο αδερφός μου, με περίμενε στο χωράφι, τα έπαιρνε. Κάθε πρωί που πήγαινα, όλο τον πήγαινα φαγητό και τέτοιο, αλλά ούτε τη γιαγιά να την έλεγα, ούτε την πεθερά μου. Έφτιαχνα πίτα, έφτιαχνα δυο πίτες, τη μια την έκρυβα για τον αδερφό μου, την άλλη την τρώγαμε στο σπίτι. Εγώ με την κοπριά, τα ξεφόρτωνα εκεί πέρα, να τρώνε τα παιδιά, αντάρτες, κρυβόταν. Εδώ στρατός ήτανε, σκότωναν, ρήμαζαν, δεν μπορούσανε να κάνουνε τίποτα. Και έτσι γλιτώσαμε.

Ι.Β.:

Δεν σας πιάσανε ποτέ;

Α.Τ.:

Δεν με πιάσανε, είχα άδεια, περνούσα ελεύθερη αλλά δεν με πιάσανε. Δηλαδή δεν φωτίστηκαν για να ψάξουν στην κοπριά μέσα, τι έχω και τι δεν έχω. Αν με έπιαναν, θα με σκότωναν, δεν θα γλίτωνα. Αν με έπιαναν, θα με σκότωναν, αλλά γλίτωσα και τότε γλίτωσα.

Ι.Β.:

Ήσασταν γενναία.

Α.Τ.:

Και ύστερα, από εδώ πέρα, εκείνο το βράδυ μπλόκο το χωριό. Το πρωί, σου λέω, ήρθαν εδώ πέρα, το σπίτι το βρήκαμε χάλια, μας πήρανε οι γείτονες, αυτοί που τα είχανε τα πρόβατα μέσα. Κάτσαμε ένα βράδυ εκεί πέρα και την άλλη την ημέρα πήραμε να καθαρίζουμε εδώ πέρα, να συμμαζευτούμε. Το ένα το δωμάτιο, εκεί κρεβατοκάμαρα που είναι, το ντουβάρι πεσμένο ήταν από οβίδα. Έπεσε το ντουβάρι, ανοιχτό ήτανε και τα γίδια από εδώ πέρα έβγαιναν σε όλο το χωριό, πήγαιναν προς τα πάνω, περνούσαν τα γίδια από το παράθυρο, από το ντουβάρι και προς τα πάνω. Τέτοια ήταν τα κεραμίδια, μέχρι κάτω της γειτόνισσας και πηδούσαν τα γίδια. Και ύστερα, μετά από 8 μέρες μας πήρανε εξορία. Μας πήρανε εξορία, μας έμασαν στην πλατεία, 7 χωριά ήμασταν. Πρόβατα, γίδια, γελάδια, γουρούνια, όλα εδώ ήταν, στην Κορησό. Σταυροπόταμος, Βασιλειάδα, Βέργα, Λιθιά, Κορησό, Γέρμα, όλοι εδώ ήταν, στην Κορησό, η Προκοπάνα εδώ ήταν, όλοι. Και μας χώριζαν ύστερα με τον κατάλογο, φώναζαν, ο κλητήρας –είχαμε έναν κλητήρα, έναν χαζό κλητήρα– και φώναζε: «Τσουκάλη Αθηνά. Άντε, Τσουκάλη!». Μέσα η εκκλησία ήταν καμένη, την εκκλησία την είχανε ξενοδοχείο ο στρατός. Αντρόγυνα κοιμόντουσαν μέσα, χέζονταν κάποιοι μέσα. Και οι αντάρτες, ένα βράδυ ύστερα, πόλεμο εκεί πέρα, κάψανε και το σχολείο και την εκκλησία. Το σχολείο αυτό ήταν 3-4 πατώματα, δεν ήταν έτσι που είναι η Κοινότητα, τα γραφεία είναι 2 τώρα πατώματα, αυτό ήτανε πολύ ψηλό, 5-6 πατώματα. Αλλά ο στρατός ήταν εκεί, οι Μάυδες ήταν μέσα στην εκκλησία, οι Κορησιώτες, όλοι οι πρόσφυγες εκεί κοιμόταν με τις γυναίκες τους, στην εκκλησία και το πολυβόλο πάνω στο καμπαναριό. Και ερχότανε οι αντάρτες και πολεμούσαν ύστερα, 42 μάχες έχουν γίνει στο χωριό, εδώ πέρα. Και είχε γίνει, τραγούδι έχουν βγάλει εδώ πέρα.

Ι.Β.:

Τι τραγούδι;

Α.Τ.:

Μια βραδιά στην Κορησό, με αστροφεγγιά βγήκαν οι αντάρτες, με [Δ.Α. 01:12:07] Έπεσαν στη μάχη μερικά παιδιά με αρχηγό τον Αμύντα και με τον Βαενά. Έπεσε στη μάχη κι ένας λοχαγός ο Σούλης ο λεβέντης και μοναχογιός. Ξέρεις πού σκοτώθηκαν; Πού είναι τώρα το ΠΡΟΠΟ; Εκεί ήτανε σπίτι μεγάλο. Εκεί σκοτώθηκαν ποιος ξέρει πόσοι αντάρται και το έκαψαν ύστερα το σπίτι, για να σκεπαστούν οι αντάρτες μέσα, να μην τους παίρνουνε και τους σέρνουν. Σκοτωμένους τους έπαιρναν και τους σβάρνιζαν εδώ και εκεί.

Ι.Β.:

Ποιανού το σπίτι ήτανε;

Α.Τ.:

Ήτανε, η κόρη της ήτανε στα αντάρτικα αρχηγός. Το διπλανό, που είναι το ΠΡΟΠΟ, αλλά ήταν μεγάλο σπίτι. Το Προπό που είναι, η Ευγενία, που ήταν στο Μαύροβο παντρεμένη, αυτή το έκανε το σπίτι εκείνο. Η μάνα της ήταν εκεί πέρα και αυτή, μάνα και κόρη ήταν. Χήρα ήταν αυτή, η Μαρίτσκα, η μανα-Μαρίτσκα την έλεγαν. Η Βήτα ήτανε αντάρτισσα, ήταν αρχηγός στα αντάρτικα, ήταν αρραβωνιασμένη. Ο Μιχαλάκης και αυτός αρχηγός ήτανε, αλλά δεν ήταν μαζί, δεν τους άφηναν μαζί. Ο ένας στο Βίτσι, ο άλλος στον Γράμμο. Αυτή ήταν ζωσμένη με τα αυτά. Της Μαρίτσκας η κόρη, η Βήτα ήταν. Ύστερα στη Ρωσία ανταμώθηκαν, όταν διαλύθηκε το αντάρτικο, στη Ρωσία ανταμώθηκαν και τέτοια.

Ι.Β.:

Θυμάστε την ημέρα που κάηκε εκεί το σχολείο;

Α.Τ.:

Το σχολείο; Το ’47 κάηκε το σχο[01:00:00]λείο και η εκκλησία. Και ύστερα, όταν μας πήγαιναν στην εξορία, μέσα στην εκκλησία μας μάζευαν. Αυτοί από τη Βασιλειάδα, 14 άτομα, 15 άτομα, τους χώρισαν και τους έβαλαν μέσα στο Άγιο Βήμα. Δεν ήταν το Άγιο Βήμα, καμένη ήταν η εκκλησία, αλλά εκεί, στο Άγιο Βήμα. Ήμασταν και εμείς να πάμε, 2 από τον Σταυροπόταμο, εγώ και μια άλλη. Ο Φίλιππος, αυτός που σου λέω, ο Παπαφιλίππου, και ο παπα-Χαράλαμπος, που ήταν παπάς στην Καστοριά, αυτοί οι 2 με γλίτωσαν εμένα. Και εγώ θα ήμουν σκοτωμένη με τις Βασιλειαδιώτισσες. «Όχι –λέει–,  όπου πάνε οι 14 –14 Σταυροποταμίτισες ήμασταν για την εξορία– θα πάνε και αυτές οι 2. Αν δεν –λέει– θα κάνουμε επανάσταση εμείς», λέει. Και με γλίτωσαν αυτοί οι 2, ο Φίλιππας και ο Παπά– Λάμπρος. Και με πήγαν στην εξορία. Η καημένη η γιαγιά μου, ήρθε να με φέρει–. Στην εκκλησία μας είχανε κλείσει, ζέστα, δεν ξέραμε τι να κάνουμε από ζέστα, νερό δεν είχαμε, τίποτε, και δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε μέσα, πλήθος, όλοι για τη φυλακή ήμασταν. Η καημένη η γιαγιά μου έβαλε σε έναν τουρβά ένα ψωμί, μια ποδιά, ένα κιλιμάκι, να με στείλει στην Αμερική. Ήρθε η καημένη στην πόρτα, στην εκκλησία, δεν την άφησαν να μπει μέσα, να με τα δώσει τα ρούχα. Της τα έδωσαν, αυτός ο εσατζής, σου λέω, της Μπούρκας τον γιο. Και όταν ήρθε το τζέιμς, το στρατιωτικό, το κολλούσαν στην πόρτα της εκκλησίας και από την εκκλησία από μέσα η σκάλα και ανεβαίναμε στο τζέιμς, στο στρατιωτικό. Και τότε αυτός –δεν ήμασταν ξένοι, σου λέω, Εσατζής ήταν, αλλά ήμασταν ξαδέρφια, πώς το λένε, παραδέρφια οι πατεράδες– και μου λέει: «Αθηνά, πάρε αυτά από τη γιαγιά σου». Τα παίρνω εγώ, το τουρβαδάκι με το ψωμί το βάζω κάτω από το κάθισμα στο αυτοκίνητο και «Πάρε το και αυτό εδώ πέρα», στο χέρι, σε ένα μαντηλάκι είχε 4 λίρες η γιαγιά μου και καραμέλες. «Να βάλω λίγες καραμέλες», λέει. «Το στόμα –λέει– πίπκα θα είναι εκεί πέρα. Να έχει να βάλει στο στόμα κάτι», έκλαιγε η γιαγιά μου. Και εγώ τις βάζω τις καραμέλες στην τσέπη, έσκυψα να βάλω τον τουρβά κάτω από το κάθισμα, με έπεσαν οι καραμέλες και λέει μια από το χωριό μας πάλι, Κίτσα, Ευδοκία την έλεγαν, Κίτσα τη φώναζαν: «Αμάν, φέρε μια καραμέλα –λέει– να βάλω στο στόμα». Και βγάζω να της δώσω καραμέλα, βλέπω λίρες. Λίρες και εγώ μέσα στο σουτιέν, όπως ήταν το μαντιλάκι, μέσα στο σουτιέν το βάζω, άλλη τσέπη δεν είχα, ποδίτσα και το σουτιέν. Και πήγαμε στην εξορία ύστερα. Στην εξορία έκατσα έναν χρόνο, από 7 Μαΐου, μέχρι Χριστούγεννα. Παραμονή Χριστούγεννα μας έβγαλαν στην Καστοριά.

Ι.Β.:

Πού ήσασταν εξορία;

Α.Τ.:

Στο Βόλο ήμασταν, στην Τρίκερι, στον Βόλο.

Ι.Β.:

Πώς σας πήγανε μέχρι εκεί πέρα;

Α.Τ.:

Με τα τζέιμς μας πήγαν, με τα καράβια μας πήγαν.

Ι.Β.:

Περιγράψτε μου λίγο το ταξίδι.

Α.Τ.:

Πήγαμε –αυτό θα σε έλεγα– μας ξεφόρτωσαν στην Καστοριά, πάνω στο Τσαρσί, στον Προφήτη Ηλία. Έχεις πάει στον Προφήτη Ηλία; Εκεί ήμασταν από 40 χωριά κόσμος, άντρες, γυναίκες, δεν μπορούσες να κάτσεις, όρθιοι καθόντουσαν, σούστα. Κατουρούσαμε –με συγχωρείς– όρθιοι, από πλήθος δεν μπορούσες να… Γύρω-γύρω φραγμένοι ήμασταν, δεν μας άφηναν να κουνηθούμε. Το πρωί ήρθαν τα τζέιμς και μας έβαζαν μέσα στα τζέιμς, όπου μας βγάλουν. Μας φόρτωσαν και μας πήγαν στη Θεσσαλονίκη, μας έβαλαν σε ένα εβραίικο σχολείο, μας έβαλαν στο εβραίικο σχολείο γυμνές, άπλυτες, κατουρημένες, που λέγεται η κουβέντα, μαζεμένες κουβάρι εκεί μέσα, τι θα κάνεις; Η μια πάνω στην άλλη, ξημερωθήκαμε. Ακούω εγώ, λέει: «Αύριο –λέει– θα τις πάμε λέει στο Ακρωτήρι και θα τις φορτώσουμε στο καράβι». Και τις λέω: «Θα μας φορτώσουν στο καράβι και θα μας πετάξουν στη θάλασσα», λέω. «Να ξέρετε –λέω– αύριο μας φορτώνουν. Το άκουσα τώρα, που τα μιλάνε», λέω. Έρχονται το πρωί, μας βάλανε πάλι στο τζέιμς και μας πήγαν στα καράβια. Μας πήγαν στα καράβια και με το καράβι μας βγάλανε στην Τρίκερι. Μας βγάλαν στην Τρίκερι, μας πήγανε πάνω σε ένα βουνό, εκεί ήταν ένα μοναστήρι, Παναγία την λέγανε, το μοναστήρι. Στο μοναστήρι, αλλά στο βουνό, όχι μέσα στο μοναστήρι. Έξω, το πάνω το στρατόπεδο ήτανε 4.000, το κάτω το στρατόπεδο ήταν 7.000 γυναίκες. Γυναίκες ήμασταν, όχι άνδρες. Οι άνδρες, στο Μακρόνησο, τους άνδρες τους χώριζαν στο Μακρόνησο, τις γυναίκες στην Τρίκερι, στο Βόλο. Και μας έβαλαν εκεί πέρα, ύστερα μας έφεραν αντίσκηνα. Ένα αντίσκηνο, 3 άτομα, ένα αντίσκηνο, 3 άτομα. Εμείς ήμασταν 3, η μία της πεθεράς μου η ανιψιά, της μάνας μου νύφη από πρώτο ξάδελφο και η νύφη της ήταν και εγώ. Εμένα με έβαζαν στη μέση και οι 2, η Βασιλική από τη μια τη μεριά, η Μαρίκα από την άλλη κοιμόμασταν. Ύστερα μας έβαλαν σε μεγάλα αντίσκηνα, αλλά φαγητό πατάτες μπλουμ στο καζάνι, άπλυτες πατάτες, με σκόνη, με λάσπη, με τέτοιο. Έριχναν μέσα και σπορέλαιο λάδι, εμετό, ευκοίλια, πέθνισκε ο κόσμος. Τραβήξαμε πολλά. 7 γυναίκες είχαμε έγκυες, γέννησαν εκεί τα παιδιά τους. Τα καημένα τα παιδιά, το ένα πέθανε, του Γουγούση πέθανε το κοριτσάκι, το βάφτισαν Ζωίτσα, να ζήσει… πέθανε. Ένα άλλο, από τον Σταυροπόταμο, Χαρίλα τον βγάλαμε. Μέσα γινόταν να το βαφτίσεις, μέσα στα σκυλιά τα βάφτισαν τα παιδιά. Μια από το Τσιρίλοβο γέννησε, πήγαμε κάτω στα αυτά, να αναβράζει το νερό μέσα στο πηγάδι. Εγώ έμπαινα και με το κουτάλι γέμιζα νερό τις στάμνες. Άδειαζαν τα πηγάδια άδειαζαν από το νερό, από το πολύ πλήθος, τα άδειαζαν τα πηγάδια. Ύστερα το ανέβραζε από μέσα και εγώ με το κουτάλι γέμιζα τη στάμνα και την τραβούσαν από πάνω τη στάμνα. Ύστερα, ένα βράδυ, ποιος ξέρει πώς ανακαλύψαμε ο στρατός είχε άλλο πηγάδι και το κρύβανε, να μην πάμε εμείς. Εμείς από εδώ πέρα, από εκεί, σαν τα ποντίκια το ανακαλύψαμε το πηγάδι και πηγαίναμε, παίρναμε νερό. Μας πήρανε χαμπάρι, έριξαν κρεμοσάπουνο μέσα, για να μας τα χαλάσουν τα έντερα. Τραβήξαμε πολλά, τραβήξαμε, αλλά βγήκαμε στον λογαριασμό με την υπομονή, με το αυτό. Μας έβαζαν να ράβουμε αντίσκηνα. Εγώ το έδενα το χέρι εδώ πέρα, πρηζότανε το χέρι: «Δεν μπορώ –λέω–, το χέρι με πονάει. Δεν πιάνουμαι εγώ τώρα». «Θα φας ξύλο». «Δεν μπορείς να με χτυπήσεις», λέω. «Κοίτα το χέρι μου –λέω–, πρησμένο, νταούλι». Το έδενα γερά και πρηζόταν το χέρι. «Δεν μπορώ να δουλέψω». «Πώς –λέει– τρέχεις στα πηγάδια;», λέει. «Στα πηγάδια θέλω να πιω νερό. Αλλά το χέρι με πονάει, δεν μπορώ να ράβω», λέω.

Ι.Β.:

Τι άλλο κάνατε κάθε μέρα εκεί;

Α.Τ.:

Γυρίζουμε όλο το νησί, το γυρίζαμε. Γύρω-γύρω θάλασσα, νησάκι ήταν μέσα και στο νησί, το γυρίζαμε το νησί όλη τη μέρα, τι θα φτιάχναμε; Τρεις φορές την ημέρα άλλαζε η θερμοκρασία, το πρωί ήτανε κρύο, λίγο κατά τις 10:00 η ώρα μια ζέστη, ύστερα το απόγευμα παγώναμε. Γι’ αυτό έλεγαν Τρίκερι, τρεις φορές άλλαζε το κλίμα. Τρίκερι, τρεις φορές καιρός, Τρίκερι. Και κάτσαμε εκεί πέρα. Εγώ είμαι πολύ φιλότιμη, φιλενάδες πιάνω από μακριά. Μια Βολιώτισσα εκεί πέρα, είχαν μαγαζί, είχανε ελαιοτριβείο, λάδια έβγαζαν, ελιές είχε, πράγματα. Εγώ από εδώ, από εκεί, την πιάνω φιλενάδα, την πήρα κάλτσες να την πλέκω, φούστες να την πλέκω, πράγμα. Μετά ύστερα αυτή με έδινε μπουκάλια λάδι, με έδινε ελιές, με έδινε πράγματα [01:10:00]και τους τάιζα εγώ όλους, όλο το αντίσκηνο το τάιζα. «Όλους μας ταΐζεις». «Τι να σας κάνω;», λέω. «Παιδιά μου είστε όλοι». 40 άτομα σε ένα αντίσκηνο, τους τάιζα όλους. Αυτή μπουκάλια λάδι μου έδινε, αλλά και εγώ την έπλεκα, πολύ έπλεκα και φούστες την έπλεκα και κάλτσες την έπλεκα και γιλέδες την έπλεκα και αυτή με φόρτωνε. Κάθε φορά πήγαινα για νερό, κατέβαινα στο πηγάδι. «Έλα, θα σε δώσω από το σπίτι νερό». Μου τα γέμισε τα σταμνιά από νερό, τα σταμνιά – το έχω το σταμνί, γραμμένο είναι, έξω το έχω. Κάθε σταμνί το όνομα γραμμένο και με τη σειρά, όταν έρθει σειρά, να πάρεις νερό. Και όταν τελείωνε το νερό, κατέβαινε η Αθηνά κάτω στο πηγάδι, να το βάλω με το κουτάλι. Πώς κατέβαινα, σαν το τσακάλι;

Ι.Β.:

Από ποια άλλα μέρη ήτανε εκεί γυναίκες;

Α.Τ.:

Βολιώτισσες ήτανε. Έχουνε σπίτια, που μαζεύουν τις ελιές, που κάνουνε. Ελαιοτριβείο έχουν μέσα, τις ελιές τις μαζεύουν. «Ξέρεις –λέει– τις ελιές πώς τις κάνουμε; Βάλε τη σκάλα –λέει–να ανέβεις εκεί πάνω». Η σκάλα είναι τόση, ανέβηκα εγώ, τα ποντίκια σάπια μέσα. Και από τότε, δεν ήθελα ελιά να φάω. Ψοφάνε τα ποντίκια. Τι νομίζεις εσύ; Καθαρά είναι; Άμα τα δεις τι είναι, άμα δουν τα μάτια. Εγώ τις ελιές έτσι τις έτρωγα. Ύστερα, σαν είδα, ελιά δεν ήθελα να ακούσω, όχι να φάω. Ύστερα ανέβαινα στις ελιές, ποια είναι η καλύτερη ελιά, τη μάζευα και την έφτιαχνα στη στάμνα και αλάτι έβαζα και έτρωγα μέσα ελιές.

Ι.Β.:

Προσπάθησε καμία γυναίκα να φύγει από το Τρίκερι;

Α.Τ.:

Ε;

Ι.Β.:

Προσπάθησε καμία γυναίκα να φύγει από εκεί;

Α.Τ.:

Από πού να φύγει;

Ι.Β.:

Από το Τρίκερι.

Α.Τ.:

Γύρω-γύρω νερό, θάλασσα, πού να φύγει; Έξω, να μην πνιγεί. Δεν είχε πού να φύγει, νησί είναι, γύρω-γύρω θάλασσα. Και το Μακρόνησο, έτσι είναι. Όλα τα νησιά, γύρω-γύρω νερό είναι, δεν έχει πού να φύγεις. Άλλοι τα έχασαν, από τη Βασιλειάδα τα έχασαν, από την Πολυκάρπη τα έχασαν, από την Τοιχιό τα ίδια.

Ι.Β.:

Τι θυμάστε από εκείνες;

Α.Τ.:

Τι, άμα τα χάσεις, τι θυμάσαι; Φώναζε: «Ο Χαρίλας ήρθε! Νατος, ο Χαρίλας έρχεται, να τος! Νατος!», αυτός από τη Βασιλειάδα, αυτή, σκοτωμένο ήταν το παιδί. «Νατος, ο Χαρίλας ήρθε! Να τος, να τος! Έλα Χαρίλα, έλα! Θα σε δώσω να φας!», φώναζε η μάνα. Άμα τα χάσεις. Γέννησαν πολλές, μια κοπελιά γέννησε από το Μαύροβο, ένα κοριτσάκι όμορφο. Κορίτσι ήτανε και ήταν έγκυος. Ήρθε ο αδερφός της να τη δει, εμείς να της τη σφίγγουμε την κοιλιά, αυτή τόση κοιλιά, έγκυος, της την σφίγγαμε την κοιλιά με μαντίλες, με πράγματα, για να μην φαίνεται η κοιλιά, να μην τη δει ο αδερφός της. Ο αδερφός της έφυγε, αυτή γέννησε. Τώρα; Και το δώσαμε το παιδί σε μια Βολιώτισσα, μαζευτήκαμε όλες, βάλαμε υπογραφή και το δώσαμε. Μια από τη Λιθιά γέννησε, μια από τον Σταυροπόταμο γέννησε, 2 Κορησιώτισσες, η Αγγελική του Βουλγαρίδη και του Γουγούση η γυναίκα γέννησε και αυτή εκεί πέρα, το κοριτσάκι, η Ζωίτσα. 40 Κορησιώτισσες ήμασταν στην εξορία, 40 Κορησιώτισσες. Ήταν Κορησιώτισσες, εμείς ήμασταν 12 Σταυροποταμίτισσες, από τη Λιθιά ήταν ποιος ξέρει πόσες, από την Πολυκάρπη, από την Βασιλειάδα, από όλα τα χωριά. 4.000 ήταν το πάνω στρατόπεδο, 7.000 ήταν το κάτω το στρατόπεδο. Πού να περισσέψει νερό να πιεις; Πηγαίναμε στη θάλασσα, είχα μαλλιά πολλά, 2 πλεξούδες μέχρι κάτω. Η πεθερά μου με χτένιζε, δεν μπορούσα να τις χτενίσω. Πηγαίναμε στη θάλασσα να λουστούμε, βάζαμε σαπούνι, γινόταν σαν στάχτη από την αλμύρα το σαπούνι. Άντε ύστερα πάρε τα μαλλιά με τη χτένα, σιδερένια χτένα είχαμε, κόψ' τα. Όλες οι ελιές, τα αυτά, γεμάτα μέσα μαλλιά είναι. Τα κόβαμε και τα πετούσαμε μέσα, στα κουβάρια μέσα στις ελιές, στις ρίζες. Τα έχασα τα μαλλιά στην Τρίκερι, ύστερα ήρθα, τα έκοψα και τα έκανα περμανάντ.

Ι.Β.:

Από εκεί, πόσες γυναίκες γυρίσατε;

Α.Τ.:

Γυρίσαμε τα Χριστούγεννα, σου λέω, παραμονή τα Χριστούγεννα. Παραμονή βγήκαμε στην Καστοριά, ένα βράδυ στο εβραίικο το σχολείο μας έβαλαν να κοιμηθούμε και την άλλη την ημέρα πάλι ανακρίσεις, πράγματα, πώς ήμασταν στη φυλακή, πώς έκαναν και το βράδυ ύστερα, βασίλεμα ήλιου, μας λένε: «Φύγετε τώρα, πάτε στα σπίτια σας». Από την Καστοριά, με τι θα έρθουμε; Με τα πόδια; Μπορούσαμε να έρθουμε με τα πόδια; Θα μας σκότωναν στο δρόμο, ο στρατός θα μας σκότωνε στο δρόμο. Ευτυχώς, της Σούλας του Σουτάρη ο πατέρας ήταν μυλωνάς και ήρθε να φορτώσει τις πέτρες για τον μύλο και μας είδε και μας φόρτωσε στο φορτηγό και μας έφερε στην Κορησό. Και όταν ήρθα, η γιαγιά μου την έλεγε την πεθερά μου: «Εμείς θα κάνουμε Χριστούγεννα, μαύρα Χριστούγεννα. Το κορίτσι μας ποιος ξέρει –λέει– πού είναι;». «Εδώ είμαι, γιαγιά! Εδώ είμαι!». Η καημένη πετάχτηκε να με αγκαλιάζει, να με φιλάει: «Κορίτσι μου, ήρθες!». «Ήρθα γιαγιά, ήρθα, μη στεναχωριέσαι τώρα που ήρθα!», λέω. «Δεν έχει τίποτα –λέω– μια χαρά». Και όλο το βράδυ στην αγκαλιά να με κρατάει έτσι, αγκαλιασμένη και η πεθερά μου. Και από την πεθερά μου πέρασα πολύ καλά, πολύ καλά πέρασα, σαν μάνα και κόρη, δεν είχαμε παρεξηγηθεί, δεν είχαμε πει μισή κουβέντα, κορίτσι μου. Στο ένα το κρεβάτι κοιμόταν αυτή, στο άλλο το κρεβάτι κοιμόμουν εγώ. Πηγαίναμε στην εκκλησία, πηγαίναμε μαζί στην εκκλησία, έπαιρνε κεριά αυτή, με έδινε κερί να ανάψω κερί και εγώ. Έδινε μία δεκάρα –δεκάρα ήταν τότε– με τρύπα, πεντάρα που λέμε, με τρύπα, έριχναμε στο παγκάρι. Με την πεθερά μου έζησα 47 χρόνια, 47 χρόνια έζησα με την πεθερά μου. Η πεθερά μου πέθανε –πότε πέθανε;– το ‘77, το ‘78.

Ι.Β.:

Πώς μάθατε ότι θα φεύγατε από το Τρίκερι;

Α.Τ.:

Πάλι έτσι μας έμασαν, απολυτήριο μας έδιναν σαν εξιτήριο και μας έβαζαν στο καράβι, μας έβγαζαν έξω από την Τρίκερι, στο Βόλο και από το Βόλο ύστερα παίρναμε το λεωφορείο και βγαίναμε στην Καστοριά. Το λεωφορείο μας έφερνε.

Ι.Β.:

Την ημέρα που μάθατε ότι θα φύγετε, πώς νιώσατε;

Α.Τ.:

Όλο χαρά ήμασταν, όλο χαρά. Αλλά όταν πηγαίναμε στην εξορία, μοιριολογούσαμε στα αυτοκίνητα μέσα. «Ποιος ξέρει πού θα μας πάνε; Θα μας φάνε τα ψάρια μέσα στη θάλασσα». Μοιρολογούσαν οι γυναίκες.

Ι.Β.:

Όσο ήσασταν εκεί, τι σκεφτόσασταν;

Α.Τ.:

Κάτω από τα δέντρα κοιμόμασταν, κάτω από τα δέντρα καθόμασταν, πότε γελούσαμε, πότε κλαίγαμε, πότε σεριανούσαμε, πότε… «Άντε, σήκω τώρα, θα πάμε βόλτα», γυρίζαμε όλο το νησί, όλη την ημέρα. Τι θα έφτιαχνες; Κλεισμένη, πού θα πας; Νησάκι ήταν. Στη μία τη μεριά ήταν σαν ακρωτήρι έτσι, ήταν το πηγάδι, αυτοί που το φύλαγαν. Και ήταν ο στρατός εκεί πέρα, είχε φύλακα. Στο χωριό κατεβαίναμε, στο χωριό κάνα 5-6 σπιτάκια ήτανε μικρά, ελαιοτριβεία, ελιές που μάζευαν, αποθήκες, πράγματα είχε. Δεν ήταν μαγαζί και τέτοια πράγματα. Αν θέλαμε να αγοράσουμε κάτι, τις Τρικιώτισσες τις λέγαμε: «Φέρτε μας εκείνο, πάρε λεφτά και φέρε μας απ’ έξω», και μας έφερναν οι Τρικιώτισσες.

Ι.Β.:

Οι φύλακες, πώς σας συμπεριφέρονταν;

Α.Τ.:

Και ξύλο και στα υπόγεια τις έκλειναν τις γυναίκες και ξύλο χτυπούσαν. Τα έχασαν οι γυναίκες. Δεν έχω φάει ξύλο, δεν μπορώ να φάω, από κανέναν, δεν έχω φάει ξύλο, ούτε το χέρι το έχουν ακουμπήσει επάνω μου, ούτε στρατός και ούτε χωροφύλακας, ούτε αστυνόμος και ούτε φύλακας και ούτε κανένας. Υπόφερα πολύ, αλλά κανένας δεν έχει ακουμπήσει επάνω μου. Όλα με πολιτική και με τέτοιο[01:20:00]… «Ναι χρυσέ μου, ναι αγάπη μου, ναι καλέ μου, ναι». Όχι να αγριεύω και να κάνω, να βρίζω και να κάνω. Δεν έχω βρίσει, «κοπρόσκυλο» να πω, όχι. Μέσα μου ό,τι θέλω λέω, αλλά από το στόμα, όχι. Και γι’ αυτό δεν έχω φάει ξύλο. Έτρωγαν ξύλο, βούρδουλο, παρτάλια τις έφτιαχναν. Τις έκλειναν μέσα στα υπόγεια και ξύλο. Φώναζαν, τα ράδια τέρμα για να μην ακούγεται τι; Οι φωνές, ως τον ουρανό πήγαιναν, που φώναζαν, που τσίριζαν, που τις χτυπούσαν. Δεν έχω φάει ξύλο, δεν μπορώ να κάνω παράπονο, όχι.

Ι.Β.:

Με τον αδελφό σας, τον αντάρτη, συναντηθήκατε ξανά;

Α.Τ.:

Στη Βουλγαρία πήγα χίλιες φορές.

Ι.Β.:

Στον πόλεμο;

Α.Τ.:

Στον πόλεμο, τότε ήταν όταν πήγαινα με την κοπριά και ξανά δεν ιδωθήκαμε. Με πήραν εμένα εξορία, ύστερα δεν έχει. Ο αδερφός μου έφυγε, τραυματίστηκε στο χέρι, έπαθε μόλυνση, το χέρι θα του το έκοβαν. Και στην Αλβανία τον πήγανε, από την Αλβανία έφυγε στη Σερβία, πήγε τη βρήκε τη γυναίκα του, αρραβωνιασμένος ήταν, στο παιδομάζωμα στη Ρουμανία ήταν η γυναίκα του. Και πήγε στη Ρουμανία ύστερα, την πήρε τη γυναίκα του, απόκτησαν ένα κορίτσι, αυτουνού που σου είπα χτες, πού είναι η φωτογραφία, στο άλλο το… Απόκτησαν ένα κορίτσι, σπούδασε αυτή. Ο αδερφός μου 11 χρόνια ήταν στη Ρωσία, έφερε πολλά λεφτά από τη Ρωσία, λίρα. Τέσσερα-πέντε διαμερίσματα είχε πάρει. Η κόρη του σπούδασε μηχανικός στο Ρούσε, στα σύνορα της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στα σύνορα είναι το Ρούσε, μια μεγάλη πόλη είναι. Έχω πάει παντού. Και εκεί σπούδασε το κορίτσι. Αυτή είναι.

Ι.Β.:

Μισό λεπτό!

Α.Τ.:

Αυτή είναι η ανιψιά μου, αυτός είναι ο άντρας της, αλλά δεν έζησε. Ξέρεις τι φιλότιμη ήταν; Ξέρεις τι ήταν; Σακρατάρκα ήταν, δυο μηχανές έχει, ίσαμε το σπίτι μια μηχανή. Από τη μια τη μεριά βάζουν το σίδερο και από την άλλη τη μεριά βγάζουν τα μαχαίρια, τα αυτά. Στη Βουλγαρία 3.000 μέτρα αγόρασαν οικόπεδο και έχτισαν και έβαλαν τις μηχανές μέσα και το έκαναν εργοστάσιο. Αυτή ήταν οδηγός, ήτανε μηχανικός, τα σχέδια τα έβγαζε και δούλευαν με τον άντρα της μέσα. Το βάζουν το σίδερο μέσα στη μηχανή και η μηχανή, από τη μια τη μεριά τρέχει νερό, από την άλλη τη μεριά δουλεύει το μαχαίρι, να το κόβουν το σίδερο, να το μοιράζουν το σίδερο, να το κόβουν λωρίδες, λωρίδες. Τα είδα όλα. Αυτή ήταν πολύ καλή. Στη Βουλγαρία έχω πάει 500 φορές και εκεί ήτανε μια ανέχεια, άμα τι ανέχεια! Δεν είχανε γάλα να δώσουν τα παιδιά. Όταν πήγα, τους βρήκα, δεν είχανε να φάνε. «Τι, ρε Γιώργη;», λέω. «Δεν έχουμε τίποτε», λέει. «Ούτε γάλα έχουμε για το κοριτσάκι». Ένα κορίτσι έχει αυτή, ένα κοριτσάκι έχουνε, παντρεμένο είναι και τώρα έχει φοιτήτριες, δυο κορίτσια μεγάλα η κόρη της. Αλλά και ύστερα έτσι είναι, λέω; Είχα καλό άντρα, σου λέω, και έπαιρνα τηλέφωνο τον Γιώργη, με έστελνε λεφτά στη Θεσσαλονίκη, έβγαινα εγώ από τη Βουλγαρία, πήγαινα Θεσσαλονίκη, τα έπαιρνα τα λεφτά, ψούνιζα από όλα, κουτιά με γάλατα, λάδια, τενεκέδες ζάχαρη, από όλα δηλαδή. Φορτωνόμουνα, στη Βουλγαρία. Πάλι σε 10 μέρες, πάλι έφευγα από τη Βουλγαρία, πάλι Θεσσαλονίκη, πάλι από τη Θεσσαλονίκη στη Βουλγαρία. Έλα πήγαινα, πήγαινα και ερχόμουν. Και αδερφός μου, με αγαπούσε πάρα πολύ, αλλά δεν έζησε, ήταν από την καρδιά, καρδιακός ήταν. Και μια μέρα, τη λέει τη γυναίκα του: «Βράσε με λίγο τσάι –λέει–, δεν αισθάνομαι καλά», λέει. Αυτή πήγε να βράσει τσάι, αυτός ακούμπησε το κεφάλι στο τραπέζι και πέθανε. «Βρε Γιώργη!». Και εκείνη την ημέρα ερχότανε οι μηχανές, να τις ξεφορτώσουν τις μηχανές, να τις βάλουνε στο σπίτι. Από χαρά πέθανε; Το κορίτσι είχε πάει να φορτώσουν τις μηχανές και ο γαμπρός, η γυναίκα του ήτανε σπίτι. Δεν την έχω εδώ πέρα τη γυναίκα του, την έχω και τη γυναίκα του. Και πέθανε ο αδερφός μου και παίρνει η νύφη μου τηλέφωνο και λέει: «Λενιώ, ο μπαμπάς σου πέθανε». Δεν τις είδε τις μηχανές, δεν τις χάρηκε, δεν τις πρόλαβε να τις δει. Αλλά την κόρη, όταν βγήκε το δίπλωμα, όταν πήγε να πάρει το δίπλωμα η κόρη, στο Ρούσε πέρα, του λέει: «Μπαμπά, σήμερα ορκίζομαι και παίρνω τα διπλώματα». «Τα διπλώματα;». Αρπάζει ποιος ξέρει πόσα λεφτά και πηγαίνει και στρώνουνε 15 μέρες γλέντι στο Ρούσε, να γλεντάει από χαρά. Μια κόρη την είχε, αγάπη; Τι να σου πω…

Ι.Β.:

Χθες μου είπατε ότι προς το τέλος του Εμφυλίου ανεβήκατε στο βουνό. Θυμάστε πού πήγατε με τους αντάρτες;

Α.Τ.:

Με τους αντάρτες. Ένα βράδυ ήρθανε οι αντάρτες και μας έδεσαν στο σχολείο, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κορίτσια, αυτές που είχαν μείνει σπίτι. Το παιδομάζωμα έγινε, τη μια την εβδομάδα πήραν το παιδομάζωμα, 25 Μαρτίου τα ‘μασαν τα παιδιά στο παιδομάζωμα.

Ι.Β.:

Ποια χρονιά;

Α.Τ.:

Το ’48, τα έδωσαν τα παιδιά, τα σκόρπισαν τα παιδιά σε όλα τα κράτη. Εμείς ήμασταν στο χωριό και πάλι ήρθαν. Οι αντάρτες ήταν μέσα, μέρα νύχτα στο χωριό, στο Σταυροπόταμο την ημέρα ήταν οι αντάρτες, δεν είχαμε στρατό, ο στρατός ήταν εδώ, στην Κορησό, στα χωριά δεν είχε τίποτα, ούτε στη Λιθιά, ούτε στη Βασιλειάδα, όλα ήταν αντάρτικα, μόνο η Κορησός ήταν ο στρατός. Και ύστερα μας έμασαν και εμάς. «Τώρα –λέει– με το όνομα» και πήγαμε στα βουνά. Πήγαμε στα βουνά, πήγαμε στο Γράμμο, πήγαμε στο Βίτσι. Μας χώρισαν 15-20 γυναίκες σε ένα τέτοιο, 15-20 γυναίκες σε άλλο, μαζεμένες δηλαδή. «Εσείς θα είστε εδώ, οι άλλες θα είναι εκεί, οι άλλες θα είναι εκεί», κι όταν πολεμούσαν φέρνανε τραυματίες. Τους σηκώναμε τους τραυματίες, τους πηγαίναμε στα αυτοκίνητα και τα φορτώναμε, για να τους πάρει έξω, ή στη Σερβία, ή στην Ιταλία, ή στην Τσεχοσλοβακία, όπου έβρισκαν γιατρό. Πολυβολεία σκάβαμε, φτιάχναμε πολυβολεία, σκάβαμε τρύπες μεγάλες, σκεπάζαμε απάνω, κόβαμε ξύλα, πάνω στα ξύλα βάζαμε από τα δέντρα φύλλα, κόβαμε κλωνάρια, πράγματα, το σκεπάζαμε και ύστερα ρίχναμε χώμα από πάνω, πολυβολείο, και αφήναμε μια τρύπα για να πυροβολάνε. Πολυβολεία φτιάχναμε, δεν έχω πιάσει όπλο στο χέρι. Και ήμασταν από το χωριό μας, ήμασταν 12 γυναίκες. Μέχρι τα Χριστούγεννα, ύστερα τα Χριστούγεννα, μας άφησαν, πήγαμε σε ένα σπίτι, στη Ρούλια, που λέμε. Πήγαμε σε ένα σπίτι, εκεί πέρα μαζεύτηκαν όλες οι χωριανές. Ήμασταν οι χωριανές όλες μαζί, δεν είχαμε χωρίσει καθόλου και οι άνδρες ήτανε πάλι από το χωριό μας και μας λένε: «Εσύ έχεις θύμα πολέμου; Σου δίνουμε να φύγεις στο σπίτι». Εγώ είχα 2 θύματα και τον κουνιάδο μου και τον αδερφό μου, λέω: «Η πεθερά μου είναι μονάχη, η γιαγιά μου είναι μονάχη, πρέπει να φύγω». Και μου έδωσαν να φύγω και έτσι φύγαμε δηλαδή, ήρθαμε στα σπίτια μας. Ήρθαμε στα σπίτια μας και την άλλη την ημέρα μας έμασαν στην εξορία.

Ι.Β.:

Όσο ήσασταν επάνω στο βουνό, πώς περνούσατε τις μέρες σας;

Α.Τ.:

Νερό δεν είχαμε. Έβρεχε η βροχή, από τον τσέλε να βυζαίνεις το νερό. Μούσκεμα η ζακέτα και βύζαινε από τη ζακέτα νερό, να πιεις. Τρύπες από το αλόγατα, μάζευαν νερό από τα αλόγατα οι πατημασιές μάζευαν νερό και σκύβαμε και πίναμε θολό νερό. Πιες νερό, σκέτο νερό. Στα βουνά όταν ήμασταν, κάτω από τα δέντρα, το κεφάλι το βάζαμε στο δέντρο και την ποδιά στο κεφάλι. Χιόνιζε από πάνω, από τα χνώτα έτρεχε το νερό και το καταπίναμε. Τα πόδια ξυπόλυτα στα χιόνια[01:30:00], στον πάγο, δεν πάθνισκαμε τίποτα. Έτσι ξαπλωμένες και κοιμόμασταν, κάτω από τα δέντρα στα βουνά. Δεν είχαμε νερό να πλυθούμε, πάρε τα φύλλα από τα δέντρα και… τα μούτρα. Γιατί γίναμε έτσι; Ξέρεις τι όμορφη κοπέλα ήμουνα; Έτσι ήμουν, σαν την αδερφή μου. Αλλά όταν ήρθα από τα αντάρτικα, άλλαξα μούτρα. Και πάλι καλή είμαι. Η Μαριγούλα είναι χειρότερη, που είναι εδώ. Εγώ και αντάρτισσα και φυλακή και τέτοια πέρασα, πάλι πιο καλή είμαι, δεν έχω ζάρες, όπως είναι η Μαριγούλα εκεί κάτω. Τόση δουλειά, τόση σαπίλα, τόσο τέτοιο, πάλι καλή είμαι. Και κρυβόμασταν κάτω, έπεφταν οι οβίδες, μιλούσαμε, έπεσε η οβίδα, τα θέρισε τα τέσσερα παιδιά. Εμείς μείναμε, εγώ, με σκέπασε το χώμα, δεν φαινόμουν, με τραβούσαν από τα πόδια, να με βγάλουν από το χώμα. Μια μέρα, στο Μάλι Μάδι στον Γράμμο, πάλι έτσι. Τα αεροπλάνα βομβάρδιζαν από πάνω, κρυφτήκαμε σε μια σπηλιά, εμείς ήμασταν κάτω οχτώ Σταυροποταμίτισσες, από τη Φλώρινα ήταν πολλά κορίτσια και κρυφτήκαμε μέσα. Εγώ ήμουνα στην πόρτα, σε εκείνη τη σπηλιά. Έπεσε η οβίδα και πώς μπήκε μέσα το κομμάτι από την οβίδα και έσφαξε μια κοπέλα στο λαιμό. Ήταν από την Πάνω Κότουρη, από τη Φλώρινα, της Φλωρίνης τα χωριά, ήταν και Φλωρινιώτισσες μέσα. Και ύστερα, όταν βγήκαμε έξω: «Πού είναι η Ράδα; Πού είναι η Ράδα; Ράδα! Ράδα!». Τη φώναζαν Ράδα. Την τράβηξαν, την έβγαλαν έξω, σφαγμένη η Ράδα. Άρχισαν, πήρανε να κλαίνε, να ουρλιάζουν. «Πώς, μαρή Ράδα, θα πάμε στο χωριό; Πώς θα πούμε τη μάνα σου, η Ράδα σκοτώθηκε;». Κλάμα ρε, όλο να κλαις, όλο κλάμα. Κλάμα ποτάμια έχω χύσει, πώς το λένε; Ποτάμια κλάμα έχω χύσει και τώρα δεν μπορώ να κλαίω, στέγνωσαν τα μάτια μου. Οι γιατροί φωνάζουν: «Στέγνωσαν τα μάτια σου». Τι σταγόνες, τι πράγματα, δεν… Και εγχειρισμένη είμαι και πάλι δεν βλέπω τόσο καλά, στέγνωσαν τα μάτια μου.

Ι.Β.:

Εκεί πάνω τραγουδούσατε;

Α.Τ.:

Και τραγουδούσαμε και κλαίγαμε και…

Ι.Β.:

Θυμάστε κανένα τραγούδι, να μου πείτε;

Α.Τ.:

Αντάρτικα; Πολλά έχω. Αλλά αντάρτικα. Σαν πας μάνα μου στην εκκλησιά, άγιο κερί να ανάψεις, να βγει ο ήλιος στα βουνά, να γίνει καλοκαίρι να βγει ο εχθρός στη λεβεντιά και εμείς στο καμάρι. Κλάμα… Το άλλο το τραγούδι, μακεδονικά. Έλα να με δεις, σε τι χάλια βρίσκομαι Σφαίρα, μάνα, με έχει χτυπήσει, στην αριστερή την καρδιά Και αν μάθεις ότι πέθανα, μη μαυροφορεθείς κι εσύ, δόλια αδερφή μου. Κλάμα, να κλαις. Αλλά αυτό της Κορησός, αυτό είναι το τραγούδι. Μπήκανε οι αντάρτες, μια αστροφεγγιά, με αρχηγό τον Αμύντα και με τον Βαενά. Μπήκαν οι αντάρτες, μια αστροφεγγιά, με αρχηγό τον Αμύντα και με τον Βαενά Ωχ, ωχ, και με τον Βαενά Έπεσαν στη μάχη μερικά παιδιά, έπεσαν στη μάχη μερικά παιδιά, με αρχηγό τον Αμύντα και με τον Βαενά. Αχ, αχ, και με τον Βαενά. Έπεσε στη μάχη και ένας λοχαγός, ο Σούλης, ο λεβέντης και μοναχογιός. Τι άλλο να σου πω;

Ι.Β.:

Τους αντάρτες πώς τους θυμάστε στο βουνό;

Α.Τ.:

Πώς τους θυμάμαι;

Ι.Β.:

Τι κάνανε;

Α.Τ.:

Οι αντάρτες, όταν ήτανε να ξεκουραστούν, ξεκουράζονταν. Όταν ήταν να πολεμήσουν, μόλις βράδιαζε ξεκινούσαν. «Απόψε θα κάνουμε πόλεμο στο Μάλι Μάδι. Αύριο θα κάνουμε στο Φαλτσέτα». Στο Μάλι Μάδι έχει ένα βουνό Φαλτσέτα. Από τη μια μεριά οι αντάρτες, από την άλλη μεριά ο στρατός. «Παιδιά, παραδοθείτε! Οι αντάρτες είμαστε! Να μην σας σκοτώσουμε άδικα!». «Παραδοθείτε εσείς, ρε παιδιά! Εμείς είμαστε στρατός!». Από τη μια τη μεριά και το πολυβόλο σκοτώνονταν. Να πατάς επάνω στα πτώματα, έχω πατήσει στα πτώματα. Το πρωί τους έβλεπες, δηλαδή, φρέσκοι, σκοτωμένοι, δεν έχει τίποτε, μέχρι το βράδυ να πέφτουν τα κρέατα, να χωρίζουν τα κρέατα από το σώμα, από τα κόκαλα. Να πατάς πάνω στα αυτά, να μην έχεις να πατήσεις πουθενά αλλού. Ο δρόμος, πάνω στο δρόμο, να πατάς επάνω στα πτώματα. Είδα πολλά, γι’ αυτό έγινα τόσο σκληρή, σκλήρυνα πολύ. Δουλειά, ο άνδρας μου στη γούνα και εγώ να βάζω 40 στρέμματα φασόλια και το δούλευα. Το βράδυ ερχόταν, το έπαιρνε το τρακτέρ και ερχόταν στον Σταυροπόταμο και με έπαιρνε. Όλη την ημέρα δούλευα, τα φασόλια τα έβγαζα, τα κοπάνιζα, τα λίχνιζα, τα μάζευα στα τσουβάλια, ερχόταν ο άντρας μου, τα φόρτωνε και ερχόμασταν στην Κορησό. Άμα δεν, πήγαινε στο σπίτι, στον Σταυροπόταμο είχαμε σπίτι, τώρα έπεσε, τώρα έπεσε το σπίτι. Δυο στρέμματα οικόπεδο έχω στον Σταυροπόταμο.

Ι.Β.:

Τέτοιες μάχες είδατε εκεί στο Μάλι Μάδι ή πουθενά αλλού;

Α.Τ.:

Στο Μάλι Μάδι έτσι, όταν έπεφταν οι οβίδες κρυβόμασταν. Όταν σε έπαιρνε καμιά, σκοτωνόσουν. Μια μέρα γινόταν πόλεμος, ανέβηκε ο στρατός επάνω. Από τη μια μεριά ο στρατός, από την άλλη μεριά οι αντάρτες, να πυροβολούνε τα πολυβόλα, ένα να πηγαίνουν. Από τα δέντρα εμείς, από δέντρο σε δέντρο, από δέντρο σε δέντρο, κόσκινο το φόρεμα και σφαίρα δεν με έπιασε. Και γλιτώσαμε, δεν μας έπιασαν. Και έπιασαν πολλά κορίτσια και τα κορίτσια που τα έπιασαν, εδώ πέρα, τα εξευτέλισαν. Έπιασαν ένα κορίτσι από το χωριό μας, μια Πολυξένη, μια ξανθιά ήταν, της Μπούρκας ανιψιά ήτανε. Την έπιασαν και την χάλασαν και έφυγε στον πατέρα της στην Αμερική, δεν άντεχε. «Θα φύγω –έλεγε– δεν θέλω να βλέπω κόσμο. Θα φύγω, θα πάω στον μπαμπά μου». Κι έφυγε, με την αδελφή της έφυγε στην Αμερική. Αλλά εδώ το χάλασαν το κορίτσι. Μόλις το πήγανε στη φυλακή, όλος ο στρατός πέρασε. «Με εξευτέλισαν», λέει. Το έλεγε: «Στα ανταρτικά δεν ξεφτιλίστηκα, αλλά στον στρατό ξεφτιλίστηκα. Με εξευτέλισαν», λέει. Στη φυλακή την εξευτέλισαν, στο στρατόπεδο την έβαλαν και όλος ο στρατός πέρασε, με το ζόρι. Αντάρτισσα ήτανε.

Ι.Β.:

Οι αντάρτες εσάς τις γυναίκες πώς σας είχανε;

Α.Τ.:

Πολλές ήτανε, κορίτσι μου. Τα μάζευαν τα κορίτσια και τα όπλιζαν, τα όπλιζαν.

Ι.Β.:

Πώς ζούσατε μαζί εκεί;

Α.Τ.:

Ζούσαμε σαν αδέλφια. Δεν ξέρω τι έβαζαν στο φαγητό, δεν είχαμε ούτε περίοδο ούτε τίποτε, δεν είχαμε περίοδο. Δεν αλλάζαμε ρούχα, σάπιζαν τα ρούχα επάνω μας, δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε, δεν είχαμε ρούχα. Έξον από κανένα σκοτωμένο αν πάρεις κανένα ρούχο, να φορέσεις, δεν είχαμε ρούχα. Και ύστερα μας πήγαν σε ένα τέτοιο, είχε ένα ποτάμι και μπήκαμε όλοι στο ποτάμι να πλενόμαστε, να κάνουμε. Ψείρες; Έτσι να τις πιάνεις τις ψείρες και να τις καις στη φωτιά. Το χόρτο γεμάτο ψείρες, άπλυτοι. Αλλά σαν αδέρφια ήμασταν, γυναίκα, κορίτσι, δεν πειραζόταν κανένας. Όλοι ήμασταν αδέλφια, όλοι αγάπη. Αν αγαπιούνταν καμιά, τους χώριζαν, η μία στο Βίτσι και η άλλη στον Γράμμο. Στο Γράμμο να πας να περπατήσεις; Η πέτρα είναι σαν γυαλί και έχει κάτι αγκάθια, σαν την τσαλιά. Πατάς στην πέτρα, κατεβαίνεις κάτω 40 μέτρα, σαν γυαλί σβαρνίζεσαι. Και τα πόδια, σαν να έχεις παπούτσια έγιναν. Πατούσα επάνω στα αγκάθια, δεν τρυπούσε. Τα πόδια μου όπως ήτανε η παντόφλα, έτσι ήτανε τα πόδια, έτσι ήμασταν. Σάπιζαν τα ρούχα μας, 8 μήνες, 10 μήνες ήμασταν, δεν είχαμε αλλάξει. Από τον ιδρώτα, από το αυτό, σάπισαν τα ρούχα πάνω μας, δεν είχαμε να αλλάξουμε.

Ι.Β.:

Όταν γυρίσατε από εκεί, οι δικοί σας τι είπανε;

Α.Τ.:

Οι δικοί μας όλο χαρά ήταν, όλο χαρά ήταν. Και μόλις ήρθα εγώ από το αυτό, πήρα τηλέφωνο στον αδερφό μου, ο αδερφός μου τη μάνα μου, τον πατέρα μου, όλοι. Η μάνα μου πήρε τηλέφωνο στο ταχυδρομείο: «Τη θέλω την Αθηνά, να την μιλήσω». Και μόλις με άκουσε: «Μαμά, εγώ είμαι, η Αθηνά». Ελληνικά δεν ήξερε αυτή. «Γεια σου Νάτσα!», Νάτσα με φωνάζουν, Αθηνά-Νάτσε, Αθηνάτσε.[01:40:00] Η γιαγιά μου με βάφτισε Αθηνάτσε. Νάτσε, Νάτσε, Νάτσε με φωνάζουν. «Μάνα μου, Νάτσε σου», «Αχ, κορίτσι μου!» και λιποθύμησε, το ‘κλεισε το τηλέφωνο. Δεν την είδα τη μάνα μου. Στον τάφο πήγα, τη βρήκα, στην αδελφή μου πήγα στον τάφο. Δεν την είδες τη φωτογραφία στον τάφο; Το είδες; Πήγα, το χώμα έτσι το έβγαζα, με τα χέρια. Και στη μάνα μου και πού είναι η αδελφή μου, ο άντρας της είναι πάνω στον τάφο, στην αδελφή μου. «Εγώ –λέει– θα πεθάνω», λέει. Τρία χρόνια δεν βγήκε από το δωμάτιο, που πέθανε η αδελφή μου. «Βρε Γιάννη, βρε…», τίποτε, από το Σιδηροχώρι ήταν ο άνδρας της, Ρέντζος, ήταν πολύ καλό παιδί και πέθανε. Λέει: «Θα με παραχώσετε πάνω στη Μαρίκα –λέει– δε θα τη βγάλετε τη Μαρίκα. Θα είμαι κοντά στο παιδί μου –λέει– και στη γυναίκα μου» και έτσι έκανα και πίσω από τον τάφο της αδελφής μου, είναι ο πατέρας μου.  Και η μάνα μου κάθε μέρα πήγαινε στα νεκροταφεία. Τα νεκροταφεία ήταν έτσι, σαν βουναλάκι ήτανε και στο βουναλάκι ήτανε και κάθε μέρα πήγαινε η μάνα μου, και λιποθυμούσε εκεί πέρα στον τάφο, φώναζε, φώναζε και λιποθυμούσε. Και ο αδερφός μου, αυτός που πήγε στην Αυστραλία, την πήρε και πήγε σε άλλη πόλη, από το Βαλτσέλι στο Μπρασόφ. Πήγε στο Μπρασόφ, δεν είχε πού να πάει σε νεκροταφεία και ύστερα παντρεύτηκε ο αδερφός μου εκεί πέρα, στο Μπρασόφ και εκείνη τη μέρα, όταν στεφανώθηκαν –πολιτικό γάμο κάνανε δηλαδή, δεν στεφανώθηκαν– ήρθανε από τον πολιτικό γάμο στο σπίτι και πήραν να κερνιούνται, να κάνουν και η μάνα μου τους ευχήθηκε, τους έκανε. «Ρε Τέλη», λέει. Αριστοτέλη τον φώναζαν, Τέλη τον φώναζε η μάνα μου. «Ά ρε Τέλη –λέει– άνοιξε την πόρτα –λέει– η Αθηνά ήρθε έξω και δεν τη φέρνεις –λέει– μέσα!», λέει. «Ήρθε, να την –λέει– κλαίει, φωνάζει έξω!», λέει. «Όχι, ρε μάνα! –λέει– Πώς σου ήρθε έτσι;», λέει. «Όχι!», λέει. «Την φωνή την ακούω!». Ανοίγει την πόρτα: «Κορίτσι μου!» και πέθανε. Πέθανε, δεν την είδα, ούτε με είδε. Εμάς μας πήραν οι αντάρτες, ο αδερφός μου την πήρε τη μάνα μου και τον πατέρα μου και τη θεια μου και το θείο μου και φύγανε. Λέει: «Δεν έμεινε τίποτε –λέει– φύγετε και εσείς, να μην σκοτωθείτε». Και τους πήγε πάνω, στην Πολυκέρασο, από την Πολυκέρασο, Βυσσινιά, κάτω τους τράβηξε στην Πρέσπα, από την Πρέσπα τους πήραν στην Τσεχοσλοβακία. Η θεια μου υπόφερε από ρευματισμοί, είχε στα πόδια, όταν την έπιαναν οι ρευματισμοί, πονούσε πολύ η καημένη. Και την πήγαν στο νοσοκομείο, την άλλην την ημέρα πήγανε, δεν την βρήκαν. Πέθανε, την πέταξαν πουθενά; Τι την έκαναν, ένας θεός ξέρει. Και η μάνα μου το πήρε πολύ κατάκαρδα, μια αδελφούλα είχε και αυτή την έχασε. Μια κόρη και μένα με έχασε και έμεινε μόνη της, με τον πατέρα μου και με τον θειο μου.

Ι.Β.:

Ο γιος σας πού ήτανε;

Α.Τ.:

Ο θείος μου ήταν με τη μάνα μου. Χωριανός ήτανε, στο χωριό μας ήταν παντρεμένη η θεια μας.

Ι.Β.:

Ο γιος, ο γιος σας.

Α.Τ.:

Ποιος;

Ι.Β.:

Το παιδί σας πού ήτανε;

Α.Τ.:

Το παιδί μου στη Ρουμανία.

Ι.Β.:

Πώς πήγε εκεί;

Α.Τ.:

Το πήρανε οι αντάρτες, το πήγανε στη σχολή, στο Βαλτσέλι, στη σχολή. Στο Τούλγκις ήταν πρώτα, πήγε στο Τούλγκις, στο βασιλικό παλάτι τους είχανε. Ένα παλάτι, το χώρισμα καθρέφτες, όχι τούβλα, όχι πέτρα, καθρέφτης, τόσο χοντρά, καθρέφτης και από τη μια τη μεριά και από την άλλη καθρέφτης. Και περπατάς, βλέπεις, περπατάς μπροστά, βλέπεις τα μούτρα σου, βλέπεις από πίσω και φωνάζεις, νομίζεις ότι βρίσκεσαι μπροστά. Πήγα, παντού πήγα. Πήγα και στους τάφους, πήγα και στα σχολεία, πήγα όπου μεγάλωσε ο γιος μου, πήγα στη Ρουμανία. Το ’70 πήγα, πρώτη φορά βγήκα σε ξένο κράτος και όλη τη Ρουμανία τη γύρισα με τον αδελφό μου, με αυτόν στη Βουλγαρία που ήταν, αυτός με αγαπούσε πολύ και η γυναίκα του και η ανιψιά μου πολύ. «Πες μου, τι θέλεις, εγώ θα στο κάνω». «Θέλω να πάω στη Ρουμανία». «Θα πάμε». Βγάζουν τα διαβατήρια, το δικό μου το διαβατήριο και πήγαμε στη Ρουμανία. Όταν πας από τη Βουλγαρία, χωρίζεις, είναι γέφυρα, 3 γέφυρες είναι, η μία πάνω στην άλλη. Στη μία περπατάς, αυτοί που περπατάνε δηλαδή, ο κόσμος, στην άλλη είναι με το αυτό, που περπατάνε, με το αυτοκίνητο. 3 γέφυρες είναι, η μία πάνω στην άλλη. Περάσαμε τη μια τη γέφυρα, πήγαμε στην άλλη, στους Ρουμάνους. «Passport! Passport!». Το βγάζω εγώ το διαβατήριο, «Ντολάρι». «Ντολάρι γιοκ. Γιοκ Ντολάρι», λέω. «Γκρεκίνα, Ελληνίδα, ντολάρι». «Πάρε μια σοκολάτα και άσε μας». Την πήρε τη σοκολάτα και μας άφησε να φύγουμε. Όλα με πολιτική, όλα με πολιτική, όπου έχω περάσει, όλα με πολιτική. «Αχ», έλεγε ο αδερφός μου, «α ρε καταφερτζού –λέει–, όλο τους καταφέρνεις», λέει. «Εμ, τι –λέω– έτσι; Δολάρια να δώσω; Γιατί να τα δώσω τα δολάρια. Δεν έχω πού να τα δώσω τα δολάρια», λέω. «Καταφερτζού!». «Άι, σοκολάτα, πάρε σοκολάτα να φας». «Μερσί, μερσί. Τράβα». Άντε, περνούσαμε.

Ι.Β.:

Όταν το είδατε το παιδί σας, τι νιώσατε;

Α.Τ.:

Το παιδί μου ήρθε, έκανα χαρτιά και ήρθε εδώ πέρα. Όταν ήρθε ο άντρας μου εδώ πέρα, εγώ από στεναχώρια έπαθα λεύκωμα, πρήστηκα ολόκληρη. Η πεθερά μου έφυγε, πήγε στη Βουλγαρία, στον γιο της. Εγώ και ο άντρας μου μείναμε στο σπίτι, ζώα είχαμε, δυο αγελάδες, είχαμε γουρούνια, είχαμε γαϊδούρι –με συγχωρείς– από όλα. Εγώ πρήστηκα. Ο γιατρός, ο κοινοτικός ερχότανε κάθε βράδυ, έπαιζαν με τον άνδρα μου σκάκι: «Βρε Κώστα –λέει–, η γυναίκα μου είναι άρρωστη», λέει. «Τι έχει πάθει, δεν ξέρω». Με εξετάζει αυτός. Λέει: «Γιώργη –λέει–, έχει πάθει λεύκωμα. Αν δεν την πάμε στο γιατρό –λέει– θα πεθάνει η γυναίκα», λέει. «Τι; Θα πεθάνει; Η γυναίκα μου θα πεθάνει; Εγώ θα έρθω από την άκρη του κόσμου», λέει. «Να τη χάσω τη γυναίκα μου;», λέει. Την άλλη την ημέρα Θεσσαλονίκη εγώ. Προτού να πάω Θεσσαλονίκη, ο Κολάρας ήταν εδώ στη γειτονιά μας. Ο άντρας μου πήγε, της το έκανε το ράδιο, χάλασε το ράδιό τους και τον φώναξαν να πάει να το κάνει το ράδιο. «Τι οικογένεια έχεις, Γιώργη;». Άσε, τον έλεγαν κακό και τέτοιο, μαχαιροβγάλτη και τέτοιο. Δεν μας έχει πειράξει ο άνθρωπος, ούτε στον Σταυροπόταμο ούτε εδώ πέρα. Δεν ξέρω τι είχε κάνει προς τα κάτω, αλλά εδώ, στα χωριά ανάμεσα, δεν έχει κάνει τίποτε. Και «Ξέρεις –λέει– τι έχω πάθει;», λέει ο Γιώργης, του λέει του Κολάρα, «Η γυναίκα μου είναι άρρωστη –λέει– και θέλω να τη στείλω στη Θεσσαλονίκη», λέει. «Λεύκωμα έχει –λέει–, πρησμένη είναι». «Ο γιος μου είναι γιατρός», λέει. Κάνει και γράφει ένα γράμμα και του λέει τον άνδρα μου, «Πάρε το γράμμα, δώσε τη γυναίκα σου –λέει– και να πάει συστημένη στον γιο μου». Ο γιος του ήταν στο κεντρικό νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, κοντά στα πανεπιστήμια, τώρα έγινε το, πώς το λένε, το νοσοκομείο το έχουν αλλάξει το όνομα. Και το παίρνω εγώ το γράμμα, παραμονή Χριστουγέννων έφυγα για τη Θεσσαλονίκη, πήγα στο νοσοκομείο, με πήγε ο ξάδερφός μου στο νοσοκομείο, ο Γιώργης από τη Θεσσαλονίκη. Με βλέπει ο Κολάρας, ο γιος του, Άγγελος λεγότανε, αλλά ένας γιατρός, τι να σου πω. Λέει: «Αθηνά». Λέω: «Έχεις γράμμα από τον πατέρα σου». Το παίρνει το γράμμα, το διαβάζει. «Τι έχεις;», λέει. «Δεν ξέρω τι έχω –λέω–, πρήστηκα –λέω–, δεν με βλέπεις;», λέω. «Δεν φορώ ούτε παπούτσια, ούτε κάλτσες –λέω–, ξυπόλυτη». Τα πόδια μου τόσα, από εδώ και κάτω ήμουν πρησμένη, νταούλι. «Τι να σε κάνω, Αθηνά;», λέει. «Οι γιατροί όλοι έχουν φύγει από το νοσοκομείο, αύριο Χριστούγεννα ξημερώνει», λέει. Και φύγανε οι γιατροί, «μόνο εγώ έμεινα και εγώ θα φύγω», λέει. Με εξετάζει και μου λέει: «Είσαι βαριά άρρωστη» και μου δίνει κάτι χαπάκια, σαν φακή. «Αυτά τα χαπάκια, κάθε μισή ώρα θα παίρνεις από ένα, κάθε μισή ώρα και δεν θα πεις σε κανέναν ότι σου έδωσα χάπια[01:50:00] –ο γιατρός–, ότι παίρνεις χάπια». Εγώ ξάπλωσα στο κρεβάτι –με έδωσαν κρεβάτι– ξάπλωσα στο κρεβάτι. Τώρα περιμένω τρεις μέρες να περάσουν Χριστούγεννα, να έρθουν οι γιατροί να με εξετάσουν. Την τρίτη ημέρα που ήρθαν οι γιατροί, με βλέπουν διαφορετική. Δεν ήμουν έτσι, όπως που πήγα, πρησμένη και τέτοια, ήμουν πρησμένη, αλλά αλλιώτικη, ποιος ξέρει, πιο ελαφριά. Μου λέει: «Τι έκανες;». «Τίποτε». «Τι πήρες φάρμακα;». «Τίποτε –λέω–, φύγατε εσείς οι γιατροί –λέω–, δεν με αφήσανε. Έτσι περιμένω», λέω. «Τώρα τι θα με κάνετε, δεν ξέρω». Δεν είπα τίποτε, δεν μαρτύρησα. Γιατρεύτηκα, με γιάτρεψε ο Κολάρας, ο Άγγελος με γιάτρεψε. Έκατσα 40 μέρες στο νοσοκομείο. Ήρθα ύστερα, βγήκα από το νοσοκομείο, συνήλθα, ήρθα σπίτι, έμεινα έγκυος από τον άντρα μου, έμεινα έγκυος, ξαναπρήστηκα. Πήρα να καθαρίζω το σπίτι, πήρα να κάνω, ήρθα από το νοσοκομείο και πάλι πήρα να πρήζομαι και τότε ήρθε ο γιος μου. Τα χαρτιά τα είχα κάνει όμως, για τον γιο μου, τον έφερα τον άντρα μου και τα χαρτιά για τον γιο μου. Βγήκε το παιδί Θεσσαλονίκη, παίρνει τηλέφωνο ότι: «Βγήκα στη Θεσσαλονίκη». Τώρα εγώ δεν μπορώ να πάω Θεσσαλονίκη. Λέει ο άντρας μου: «Θα πάω εγώ –λέει– εσύ θα κάτσεις σπίτι». «Πώς, βρε Γιώργη, θα κάτσω σπίτι εγώ; Το παιδί μου θα έρθει –λέω–, 20 χρονών παλικάρι, εγώ θα κάτσω σπίτι;», λέω. «Όχι –λέει– θα κάτσεις σπίτι. Εγώ θα πάω –λέει–, θα σου το φέρω», λέει. Πηγαίνει ο Γιώργης. Ο Γιώργης δεν το ήξερε το παιδί, τότε το είδε στην κούνια, σου είπα, επάνω στο μπαούλο, αλλά ούτε στην αγκαλιά το πήρε, ούτε το φίλησε, ούτε τίποτε, το είδε βρέφος και ξανά… Έπαιρνε γράμματα το παιδί από τον πατέρα κι έλεγε: «Πατέρας μου είναι;». Έγραφε εμένα: «Ρε μάνα, παίρνω γράμματα από τη Σερβία –λέει– από τη Σκόπια. Με λέει, ο πατέρας μου –λέει– ότι είναι πατέρας μου», λέει. «Πατέρας μου είναι –λέει–, ή ξένος είναι;». «Ο μπαμπάς σου είναι, αγόρι μου. Δεν είναι ξένος, ο μπαμπάς σου είναι». Σαν παραμύθι. Και ύστερα πήγε ο Γιώργης, δεν τον γνώριζε, πήγε στο ξενοδοχείο, σε εκείνο στην “Κέρκυρα”, σε λέω, τον βρήκε, τον πήρε, τον έφερε σπίτι. Όταν ερχότανε, προτού να ξεκινήσουν από τη Θεσσαλονίκη, παίρνει τηλέφωνο ο άντρας μου και λέει: «Ερχόμαστε». Εγώ, «Πότε θα έρθει τώρα; Το λεωφορείο θα έρθει, πότε θα έρθει;» Τρελάθηκα, «πότε θα έρθει», στο παράθυρο να κάθομαι, στο μπαλκόνι να κάθομαι. Δεν ήτανε αυτά τα σπίτια, ανοιχτό ήτανε, ο οδηγός φαινότανε μέχρι τον Κάνιακο, που λέμε, ανοιχτό ήταν εδώ πέρα. Να τρέχει, να έρθει. 18:00 το απόγευμα έρχεται το λεωφορείο, τρέχω από εδώ πέρα, με λέει ο Σαματάς: «Μην τρέχεις άδικα –λέει–, δεν κατέβηκε κανένας», λέει. «Άντε ρε, φύγε από εδώ πέρα», του κάνω. «Ο γιος μου κατεβαίνει», λέω. Σαν τον είδα το γιο μου, Θεέ μου! Θεέ μου βάλε, σαν τον είδα, να τον σφίγγω, να τον κάνω! Αυτό δεν ήξερε ελληνικά καλά, ρουμανικά. Ήρθε, με αγκάλιασε, στο σπίτι τον έβαλα να κοιμηθεί στο κρεβάτι, από πάνω. «Παιδάκι μου, παιδάκι μου, αγόρι μου!». «Ά, ρε μάνα. Ησύχασε, ρε μάνα. Τώρα που ήρθα –λέει– μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ πέρα». Και αυτό, πολλή αγάπη και τώρα με αγαπάει, τρελαίνεται.

Ι.Β.:

Θέλετε να μου πείτε λίγο για τη δουλειά στα χωράφια;

Α.Τ.:

Ε;

Ι.Β.:

Για τη δουλειά στα χωράφια, θέλετε να μου πείτε λίγο;

Α.Τ.:

Να σου πω. Έπαιρνα το τρακτέρ, με πήγαινε ο άντρας μου –αυτός ήταν φιλάσθενος, από τα νεφρά– και καθότανε κάτω από τις καρυδιές. Εγώ όργωνα, εγώ δούλευα, εγώ έφτιαχνα, τα έφτιαχνα όλα. «Πάμε Γιώργη να φύγουμε». Ερχόμασταν στο σπίτι, την άλλη μέρα αυτός πήγαινε στη γούνα, εγώ περπατώντας πήγαινα στον Σταυροπόταμο, με τα πόδια. Πήγαινα, δούλευα όλη την ημέρα, φορτωμένη με τσουβάλια, με κουβάδες, με πράγματα πήγαινα στο χωράφι στον Σταυροπόταμο, δούλευα. Όταν ήτανε να πάω σε εκείνα τα χωράφια, πήγαινα εκεί. Όταν ήταν να πάω σε αυτά τα χωράφια, στα κορησιώτικα, του πεθερού μου ήτανε αυτά τα χωράφια, το σπίτι που είναι, αυτό του πεθερού μου. Το σπίτι εκείνο στον Σταυροπόταμο είναι της πεθεράς μου. Η πεθερά μου είναι από εκεί, παντρεμένη εδώ και φωτογραφία την έχω έξω, θα σου τη δείξω. Και δούλευα στα χωράφια. Έλεγε ο άντρας μου: «Μη δουλεύεις στα χωράφια. Άντε, να τα νοικιάσουμε τα χωράφια, να μη δουλεύεις. Εσύ δουλεύεις όλη την ημέρα στο χωράφι και το βράδυ στον αργαλειό». Το βράδυ ύφαινα. Ποιο κορίτσι έχει παντρευτεί και δεν έχει περάσει από το χέρι μου; Προίκες να μαζεύω. Περισσότερα λεφτά έβγαζα εγώ από τον άντρα μου. Ύφαινα μέρα-νύχτα στον αργαλειό, με μάλωνε ο άντρας μου. «Μη δουλεύεις τόσο, τα πόδια θα σε πονάνε ύστερα», λέει. «Πάνω στον αργαλειό, μέρα νύχτα –λέει– πάνω στον αργαλειό». Κεντήτρια, πλέκτρα, τι σχέδιο έχω βγάλει, όλα από τα χεράκια μου.

Ι.Β.:

Στα χωράφια βάζατε μόνο φασόλια;

Α.Τ.:

Φασόλια, καλαμπόκι, από όλα. Ντομάτες, πιπεριές, πατάτες, από όλα.

Ι.Β.:

Τα φασόλια πώς τα φτιάχνατε;

Α.Τ.:

Τα φασόλια τα φυτεύεις, μεγαλώνουν λίγο, βάζεις καλάμια, δένεις τα καλάμια σταυρωτά, για να μην πέσουν από τον αέρα. Όταν μεγαλώσουν τα φασόλια, σκεπάζονται τα καλάμια μέχρι επάνω και ωριμάζουν ύστερα, τα κόβεις από κάτω από τη ρίζα, τα βγάζεις, στεγνώνουν, ή κοπανάς, ή αλωνίζεις, ή ό,τι… Εγώ τα αλώνιζα με το τρακτέρ, έστρωνα πολλά στρωσίδι καταγής, το ίσιαζα το χωράφι, εκεί που ήταν, για να πατήσω με το τρακτέρ, έστρωνα και τα έστρωνα τα φασόλια και έβαζα το τρακτέρ και γύρω-γύρω τα πατούσα και ύστερα τα τίναζα, τα λίχνιζα, τα έβαζα στα τσουβάλια, ερχόμουνα στο σπίτι τα κουβαλούσα. Και στο σπίτι ύστερα τα διαλέγεις, τα σάπια, τα χτυπημένα, τα άγουρα, τα αυτά, τα διαλέγεις. Και έτσι και κάνουν ακόμα και τώρα, αυτοί που βάζουν φασόλια. Τα διαλέγουν, δεν μπορεί έτσι να τα πουλήσεις, αν δεν τα διαλέξεις. Και έτσι.

Ι.Β.:

Βγάζατε καλά λεφτά από τα φασόλια;

Α.Τ.:

Πότε 30.000, πότε 50.000 βγάζαμε. Πώς το έκανα αυτό το σπίτι;

Ι.Β.:

Και ο άντρας σας, τι δουλειά έκανε;

Α.Τ.:

Ο άντρας μου γούνα, γούνα, έκοβε κομματάκια γούνα, κοφτάς ήταν και όταν έπεσε ύστερα, 7 χρόνια υπόφερε, άρρωστος. Στη Βουλγαρία τον έχω πάει σε γιατρούς, πού δεν τον έχω πάει. «Δεν γίνεται τίποτα –μου έλεγαν– είναι σάπια τα νεφρά. Ακόμα και τα κανάλια είναι στεγνά». Λέω: «Δίνω νεφρό, αρκεί να ζήσει». «Δεν γίνεται τίποτα», λέει. Στη Βουλγαρία όταν τον πήγα, εφτά γιατροί δικοί μας, δηλαδή από τον Σταυροπόταμο, ανιψίδια, όλα δικά μας παιδιά, «Θεια, δεν γίνεται τίποτα. Τίποτα δεν γίνεται, θα τον χάσεις τον θείο. Σάπια είναι τα νεφρά του». Με μισό νεφρό έζησε 7 χρόνια, ψωμί δεν έτρωγε, το κρέας το έβραζα το κοτόπουλο, το έβγαζα το κρέας, το νερό έβαζα φιδέ, σούπα φιδέ και μπανάνες. Ψωμί όχι, κρέας όχι, ψάρι όχι, πράσινο όχι, τίποτε δεν έτρωγε, μόνο αυτά ήτανε, φιδέ σούπα και μπανάνα. Έζησε 7 χρόνια. Από το κεντρικό νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη–. [ΔΙΑΚΟΠΗ]

Ι.Β.:

Λέγαμε για τον άντρα σας, που ήτανε κοφτάς. Θα μας πείτε λίγο πώς γινότανε αυτή η δουλειά;

Α.Τ.:

Γούνα από κουνάβια. Τα κουνάβια τα ταΐζανε, τα γδέρνανε, το βγάζανε το δέρμα και το επεξεργάζονταν και ύστερα το έκοβαν, τα ποδάρια χώρια, η πλάτη χώρια, η κοιλιά χώρια. Ο άντρας μου δούλευε πόδι, τα πόδια τα δούλευε. Δούλευε πόδι. Αυτός όταν αρρώστησε, 7 χρόνια υπόφερε, δεν μπορούσε να πηγαίνει στην Καστοριά. Ανοίξαμε μαγαζί κάτω, κάναμε πάγκο και εκεί έκοβε, κοφτάς ήταν. Εγώ τον βοηθούσα, τα τάβλιζα τα δέρματα, τα μούσκευα και τα άνοιγα και αυτός τα έκοβε και πλέρωσαμε, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες πλέρωσαμε, για να συμπληρώσει τα ενσήματα για να βγει στη σύνταξη. Βγήκε στη σύνταξη τον Αύγουστο και τον Νοέμβρη πέθανε, 7 Νοεμβρίου πέθανε.

Ι.Β.:

Του πόσο;[02:00:00]

Α.Τ.:

Του πόσο πέθανε; Του ‘89 πέθανε, το 1989, ώρα 19:00 το βράδυ. Πέθανε στο νοσοκομείο, στο κεντρικό νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη την ημέρα ήτανε πολύ καλά σου λέω, μιλούσε, έφτιαχνε, λέει: «Τι φαγητό έχουν σήμερα;». Λέω: «Κρέας με ρύζι». «Δεν θέλω –λέει– κρέας με ρύζι». «Τι θέλεις;», η λέω. «Να είχα λίγο σούπα φιδέ, μπορεί», λέει και εγώ παίρνω τηλέφωνο τον ξάδερφό μας τον Γιώργη, του λέω: «Πες την Θοδώρα να κάνει λίγο φιδέ σούπα –λέω–, για τον Γιώργη, γιατί δεν έφαγε το φαγητό του εδώ πέρα». Αυτός πάλι, ήτανε πιασμένος από τον αυχένα, παράλυτος ήταν, δεν μπορούσε να περπατήσει ο άνθρωπος, ήταν στο κρεβάτι παράλυτος. Και η Θοδώρα το έκανε το φαγητό, ήρθε το παιδί, το έφερε το φαγητό, έφαγε. Με λέει: «Σήκωσέ με, θα πάω στην τουαλέτα». Εγώ την παίρνω, το αυτό, σηκώθηκε, πήγαμε στην τουαλέτα. «Κάτσε έξω –λέει– εσύ, εγώ θα πάω μέσα». Εγώ καθόμουνα έξω, με τον όρο. Τελείωσε, πλύθηκε, έκανε. «Δεν πας –λέει– στον παπά –λέει– να τον φωνάξεις, να έρθει να με κοινωνήσει;». «Τι λες, ωρέ;», λέω. «Θέλω κοινωνία –λέει–, θα πεθάνω και δεν θα είμαι κοινωνισμένος». Ο παππάς λειτουργούσε εκείνη την ημέρα στην εκκλησία –εκκλησία μέσα στο νοσοκομείο– κι εγώ πάω, του λέω: «Πάτερ –πηγαίνω στο Άγιο Βήμα που ήταν ο παπάς, του λέω– πάτερ, ο άντρας μου είναι –λέω– έτοιμος για να πεθάνει. Θέλει κοινωνία, πώς θα γίνει να έρθετε να τον κοινωνήσετε;». Λέει: «Περίμενε, όταν σχολάσω, όταν τελειώσει η εκκλησία, εσύ θα πας μπροστά και εγώ κατόπιν σου θα έρχομαι –λέει–, να ξέρω πού θα πάω, πού είναι ο άντρας σου». Προτού να πάω στην εκκλησία, τον έπλυνα, τον καθάρισα, τον έβαλα καινούργια πιτζάμα, στα καινούργια τον έντυσα, μια χαρά, τον ξύρισα και πήγα να τον φωνάξω τον παπά. Ήρθε ο παπάς, αυτός έκατσε έτσι, όχι ξαπλωμένος, έτσι, έκανε τον σταυρό του, κοινώνησε, τον έδωσε και αντίδωρο, το έφαγε και το αντίδωρο, το σκούπισε το στόμα. «Δώσε μου λίγο νερό –λέει–, να πιω», ήπιε και το νερό, το σκούπισε το στόμα. «Φέρε την πετσέτα». Λέω: «Να την πετάξω». «Όχι –λέει–, θα τη βάλεις την πετσέτα στην τσέπη μου –λέει–, θα την πάρω μαζί μου. Εκεί είναι κοινωνία, δεν θα την πετάξεις», μου κάνει. Δεν την πέταξα, λέω «καλά λέει», αλλά εγώ ήξερα ότι δεν την πετώ. Και κάτσαμε, 19:00 η ώρα… Στο άλλο το κρεβάτι ήταν ο άντρας μου, στο άλλο το κρεβάτι ήταν ένας αξιωματικός, στρατιώτης και εκεί που καθόμασταν έτσι, κάθισε και αυτός κι εγώ: «Κάτσε εδώ πέρα», μου λέει, απλώνει το χέρι, με αγκαλιάζει, μου το τραβάει το κεφάλι και με φιλάει εδώ. «Γεια σου», με λέει. Πέθανε. Πήρα εγώ να φωνάζω, να ουρλιάζω. Μου λέει ο άλλος αξιωματικός: «Τι φωνάζεις;», λέει. «Πέθανε!», λέω. «Πώς πέθανε; Τώρα –λέει– χειρονομία έκανε! Πώς πέθανε;». Τρέχω στον γιατρό: «Έλα εδώ πέρα», λέει ο γιατρός. Ήξερε ότι είμαι καρδιακιά. Με κάνει δύο ενέσεις, τον σκέπασα, τον κατέβασα κάτω, στο νεκροτομείο, πάλι τον άλλαξα, τον έντυσα, τον άφησα και πήγα να ψάχνω φέρετρο. Πήγα στην Καμάρα –όχι στην Καμάρα βγήκα– από το κεντρικό νοσοκομείο ως την Καμάρα βγήκα, δεν ήξερα τι έφτιαχνα, τα είχα χαμένα. Βρήκα ένα γραφείο και μπήκα μέσα: «Σας παρακαλώ –λέω–, θέλω ένα φέρετρο καλό –λέω– για τον άνδρα μου». «Πού είναι ο άντρας σου;». «Στο νοσοκομείο». «Σε ποιο νοσοκομείο;». «Στο Ιπποκράτειο». «Για να με πάτε στην Κορησό –λέω–, πόσα θα με πάρετε; Συμφωνία κάνω –λέω–, γιατί είμαι ξένη, είμαι από την Κορησό –λέω– της Καστοριάς. Αν με πάρετε πολλά λεφτά –λέω–, δεν έχω λεφτά εγώ να σας πληρώσω και να φύγετε», λέω. «Τέτοια ώρα, 01:00 η ώρα τα μεσάνυχτα –λέω– θα πάω στο σπίτι, ποια πόρτα να χτυπήσω, να πάρω λεφτά;», λέω. «Λεφτά έχω σπίτι –λέω–, στην τράπεζα, αλλά σπίτι δεν έχω λεφτά», λέω. «Να της ζητήσουμε 800 δραχμές». «800 δραχμές δεν έχω», λέω. Το παίρνω το φέρετρο στον ώμο. «Πόσο κάνει το φέρετρο;», λέω. «Τόσο κάνει». Το πληρώνω το φέρετρο και το κρέμασα στον ώμο και βγήκα. Όσο βούιζαν τα αυτοκίνητα, τόσες φωνές οι δικές μου ήταν, που ούρλιαζα στους δρόμους. Πήγα στο νεκροτομείο, κάτω, που τον είχανε, τον έβαλα στο φέρετρο, τον έντυσα, τον έκανα κούκλα και ύστερα με λυπήθηκαν και έβαλαν μια κλούβα. Σου λέει: «Νεκροφόρα, πολλά λεφτά. Στην κλούβα, μπορεί να την πληρώσει». Έβαλαν κλούβα και τον φόρτωσα στην κλούβα και 01:00 η ώρα τον έφερα σπίτι. Την άλλη την ημέρα, ήταν Άη Δημήτρης… Όχι, ήταν του Μιχαήλ και τον παράχωσα, την άλλη μέρα έγινε η κηδεία, αλλά ήταν και ο γιος μου, ήταν και νύφη μου, ήταν και όλοι και τέτοια. Τον παράχωσα και όταν τον παράχωσα, τον λέω τον γιο μου: «Ρίξε με και εμένα μες στον τάφο –λέω–, μη με πας σπίτι», λέω. «Όχι, ρε μάνα». «Τι θέλω τη ζωή;», λέω. «20 χρόνια τον είχα χαμένο, τώρα για πάντα θα τον χάσω», λέω. «Έτσι σου ήτανε η μοίρα, τι να κάνουμε;», λέει. Τρεις μέρες παντρεμένοι, σε τρεις ημέρες έμεινα έγκυος και το γέννησα το παιδί χωρίς άντρα. Ποια νέα το κάνει αυτό; Οι νέες τρέχουν στα νοσοκομεία, εγώ ούτε νοσοκομείο, ούτε νοσοκόμα, ούτε γιαγιά, ούτε τίποτε. Το παιδί έπεσε καταγής και η θεια μου έκοψε τον αφαλό, καταγής το παιδί ήτανε όρθια. Και τον γιο μου, όταν παντρεύτηκε ο γιος μου, η νύφη μου εδώ γέννησε την εγγονή μου την Άννα, εδώ γεννήθηκε η Άννα. Η Μένη ήτανε η μαμή: «Πήγαινε να φωνάξεις τη μαμή –λέω– εσύ. Εγώ –λέω– θα την κοιτώ τη νύφη». Πιάνω εγώ, παίρνω ένα μπουκάλι λάδι –με συγχωρείς– της τα άνοιξα τα πόδια και την γέμισα λάδι μέσα. «Ευδοξία, με συγχωρείς», λέω. «Μη ντρέπεσαι καθόλου –λέω–, μάνα σου είμαι. Και εσύ γυναίκα και εγώ γυναίκα –λέω–, αλλά δεν θα σε αφήσω να τυραννιστείς», της λέω. Τη γέμισα λάδι και μάνι-μάνι βγήκε το παιδί, ούτε παιδεύτηκε, ούτε τίποτε. Στο αγόρι παιδεύτηκε πολύ, στην Κοζάνη την πήγανε, παιδεύτηκε πολύ, αλλά εδώ, δεν την άφησα εγώ. Έβαλα λάδι και δεν την άφησα να είναι ξαπλωμένη, να ανεβαίνει το παιδί επάνω. Λέω: «Κάτσε στο κρεβάτι και γονατιστή, έτσι και τα πόδια ανοιχτά και γονατιστή να είσαι. Το παιδί πέφτει κάτω. Όταν είσαι ξαπλωμένη, ανεβαίνει το παιδί επάνω». Και μάνι-μάνι γέννησε, ώσπου να έρθει η μαμή γέννησε. «Άρε Αθηνά –λέει– η μαμή, η Μένη. Άρε Αθηνά –λέει–, μαμή έγινες». «Έτσι –λέω– εγώ γέννησα όρθια και αυτή καθισμένη είναι –λέω–, όρθια;».

Ι.Β.:

Μετά τον πόλεμο, εδώ η κοινωνία πώς σας αντιμετώπισε εσάς;

Α.Τ.:

Πώς, φόβο βρε, δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω, δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά. Νε πανηγύρια, νε μαγαζιά, νε λαϊκές, τίποτε δεν είχε, δεν είχε τίποτε. Και λεφτά δεν είχε, έτσι τις έπαιζαν τις λίρες: «Λίρες πουλώ, λίρες αγοράζω». Δεν είχε λεφτά να την αγοράσεις, 7 δραχμές ήτανε, πού να τις βρεις 7 δραχμές να αγοράσεις τη λίρα; Δεν είχε λεφτά, έτσι ήτανε ο κόσμος, ζορισμένος.

Ι.Β.:

Όταν ανέβηκε η Χούντα, είχατε κάποιο πρόβλημα;

Α.Τ.:

Η Χούντα, ε τότε η Χούντα τι πρόβλημα; Μας σκότωσαν, μας ρήμαζαν, μας τυραννούσαν. Σε όποιον έβαζαν στο μάτι, τον καταστρέφανε. Η Χούντα… Και όλο το βράδυ η αστυνομία, όλο το βράδυ τον έφεραν τον άντρα μου και όλο το βράδυ η αστυνομία γύριζε το σπίτι, παρακολουθούσε. Και ήρθαν μια μέρα η αστυνομία, χειροπέδες, τον πήρανε τον άνδρα μου, 20 μέρες δεν ήξερα πού τον πήγαν, να ψάχνω, να κάνω, να τηλεφωνώ παντού, δεν υπάρχει. Και στο τέλος, ύστερα, βγήκα έξω, ο χωροφύλακας καθόταν εδώ, κοντά στη Μαριγούλα, εκείνο το σπίτι το ψηλό, εδώ καθότανε και η γυναίκα του εδώ καθότανε και μου λέει ο άντρας της: «Τι γίνεται, ρε Αθηνά –λέει– ο άνδρας σου;». «Δεν ξέρω, ρε Σωκράτη, δεν ξέρω πού είναι, πού τον έχουν πάει, δεν ξέρω», λέω. «Αν έχεις καμιά 500.000 –λέει– μπορείς να τον βγάλεις. Θα τον έχουν φυλακίσει», λέει. Βγαίνει και η γυναίκα του, [02:10:00]η Αγορίτσα, Αγορίτσα τη λέγανε τη γυναίκα του. «Τι λέτε με τον άνδρα μου;». «Τι να λέμε;», λέω. «Για τον άντρα μου λέμε. Με λέει ότι, αν έχω λεφτά, θα τον βγάλω από τη φυλακή». Εγώ γυρίζω το κεφάλι –αυτά δεν ήτανε τα σπίτια, ανοιχτός ήταν ο δρόμος μέχρι τον δημόσιο– τον βλέπω τον άνθρωπο, έρχεται. Ά ρε, όταν τον είδα! «Τρεχάτος ο άντρας μου έρχεται, χωρίς παράδες –λέω–, χωρίς λεφτά έρχεται!», λέω. «Νατος, έρχεται!», λέω.

Ι.Β.:

Πού τον είχαν τελικά;

Α.Τ.:

Στην Αθήνα. Ερωτήσεις, κόντρα ερωτήσεις. «Πώς περάσατε, πώς, όλα τα έπαιρναν. Πώς πέρασες –λέει–, πώς στη φυλακή;». Τι είχε περάσει δηλαδή, τα έγραφαν.

Ι.Β.:

Του έκαναν κάτι εκεί;

Α.Τ.:

Δεν του έκαναν, όχι, δεν τον πείραξαν, δεν τον πείραξαν. Τον πέρασαν δικαστήριο γιατί δεν είχε πάει φαντάρος. Λέει: «Αντάρτης ήμουν. Θα πάω φαντάρος;», λέει. «Ήμουν στα αντάρτικα –λέει–, στον ΕΛΑΣ. Πού να περάσω;», λέει. Και το αναγνώρισαν, τον ΕΛΑΣ τον αναγνώρισαν, δεν ξέρω πόσα ένσημα τον έβαλαν. Αλλά τυραννίστηκε, τυραννίστηκε και έφυγε νέος, 67 χρονών, το ‘21 γεννηθείς, το ‘89 πέθανε.

Ι.Β.:

Με όλα αυτά που έχετε ζήσει, πώς επηρέασαν τη ζωή σας;

Α.Τ.:

Πώς να περάσει, ρε κορίτσι μου; Σαν μωρό παιδί ήμουνα όταν με παντρεύτηκε, με σήκωνε κάτω από την μασχάλη. Αυτός δύο μέτρα άντρας, εγώ κοντούτσικη, αδύνατη, με έπαιρνε κάτω από την μασχάλη. Παίζαμε σαν μωρά παιδιά. Πήγαινε να καθίσει στην καρέκλα του, την τραβούσα εγώ την καρέκλα, καταγής. «Τώρα θα σε σκοτώσω!». Εγώ όρμα, να με κυνηγάει. Σαν μωρά παιδιά, σαν μωρό, όχι σαν γυναίκα.

Ι.Β.:

Σήμερα πώς νιώθετε;

Α.Τ.:

Νιώθω σαν γιαγιά.

Ι.Β.:

Τι θυμάστε πιο πολύ από τη ζωή σας;

Α.Τ.:

Όλα τα θυμάμαι, όλα, το τι έχω περάσει. Τώρα θέλω μια ζωή καλή, θέλω να είναι ο γιος μου καλά, τα παιδιά του να είναι καλά και η νύφη μου να είναι καλή, ο θεός υγεία να τη δώσει, να μην χηρέψει το παιδί μου, να μην πιει φαρμάκι, δεν θέλω. Γερή να είναι, ο θεός να την φυλάει. Δεν λέω κακό, κουβέντα, όχι, παιδί μου είναι και η νύφη μου είναι παιδί μου, τι σχέση έχει η νύφη; Η νύφη μου είναι παιδί του παιδιού μου.

Ι.Β.:

Σας άρεσε αυτή η κουβέντα που είχαμε σήμερα;

Α.Τ.:

Μας άρεσε, μου άρεσε πολύ. Έτσι, ξέσπασα, ξέσπασα όλα, το τι είπα και το τι έκανα και το τι πέρασα, έτσι ξελαφρώθηκα. Αλλά το βράδυ δεν θα κοιμηθώ, δεν θα με πιάσει ύπνος, θα τα σκέφτομαι. Ταινία θα περνάει, περνάει η ταινία. Όταν περάσει η ταινία, όλο το βράδυ ξημερώνω έτσι. Δεν πλαγιάζω στο κρεβάτι, δεν με πιάνει ύπνος.

Ι.Β.:

Σας ευχαριστώ. Κυρία Αθηνά, ευχαριστώ πάρα πολύ που μου είπατε την ιστορία σας.

Α.Τ.:

Αχ, μωρ’ κορίτσι μου, ό,τι θέλεις!

Ι.Β.:

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Α.Τ.:

Τίποτε. Να είσαι καλά, καλή πρόοδο να έχεις, ο θεός μαζί σου, ο θεός να σου δώσει υγεία και μυαλό. Όταν έχεις υγεία και μυαλό, δεν θέλεις τίποτε άλλο. Μη σκέφτεσαι καθόλου, στεναχώρια μη βάζεις καθόλου. Σαν εμάς, άμα δεν έβαζα στεναχώρια, δεν θα ήμουνα έτσι. Ξέρεις πόσες εγχειρήσεις έχω κάνει; Τρεις φορές γαστρορραγία έχω πάθει, όταν πέθανε ο άντρας μου. Πέθανε ο άντρας μου στα εννιάμερα –9 μέρες δηλαδή– έδωσα για ψυχή και το βράδυ, μόνη μου εδώ πέρα –ο γιος μου στο Άργος ήτανε, με την οικογένειά του– και το βράδυ έπιασα εγώ την γαστρορραγία, πόνο στο στομάχι, να μην ξέρω τι να κάνω. Και την παίρνω την κουμπάρα μου, την Έφη του Πνευμονίδη: «Έλα λίγο –λέω– που σε θέλω». Την έχω βαφτίσει 3 παιδιά. «Τι, νονά; Τι είναι αυτά; Γαστρορραγία έχεις –λέει–, γρήγορα στο νοσοκομείο!». Ο γιος μου να μην ξέρει. Με πήγαν στο νοσοκομείο, βρε εξετάσεις, βρε αίμα, βρε τι, 40 μέρες έκατσα στο νοσοκομείο. Τρεις φορές έπαθα, μια φορά έπαθα σπίτι, δυο φορές στο νοσοκομείο έπαθα, τρεις φορές έπαθα γαστρορραγία. Δεν ξέρω πόσα μπουκάλια αίμα με έβαλαν, γλίτωσα. Στα 40, του λέω το γιατρό, λέω: «Γιατρέ, δώσε μου εξιτήριο. Φεύγω –λέω– ο άνδρας μου αύριο κάνει 40». «Να πας πού;», λέει. «Να πας στον τάφο και εσύ;», λέει. «Ο άντρας σου πέθανε, τελείωσε. Πού θα πας εσύ;», λέει. «Εσύ είσαι πιο χειρότερη από τον άντρα σου τώρα, ο άντρας σου τελείωσε, εσύ τι;». «Αν δεν με δώσεις –λέω–, θα φύγω σκαστή από το νοσοκομείο. Δώσε με εξιτήριο –λέω– με το καλό», λέω. Μου έδωσε εξιτήριο, ήρθα σπίτι, μαζεύτηκαν η γειτονιά, 40. Ποιος μαγείρεψε, ποιος έκανε, εγώ τίποτε, δεν κουνήθηκα. Έρχεται ο παπάς, με λέει: «Κάτσε εκεί πέρα, δεν θα σηκωθείς», λέει. «Δεν θα κουνηθείς, ούτε εκκλησία ούτε πουθενά. Εκεί θα κάτσεις». Τραπέζια έβαλαν, έκαναν εδώ πέρα, ήρθε ο παπάς μέσα, με είδε. «Γιατί είσαι όρθια; Γρήγορα να ξαπλώσεις. Όχι όρθια, εκεί ξάπλα!», ο παπάς να φωνάζει, γλίτωσα. Θα κάνω εγχείρηση χολή, με έπιασε ένας πόνος, του Άη Σωτήρα την ημέρα, 6 Αυγούστου, πήγα στην εκκλησία, έρχομαι από την εκκλησία, ο γιος μου ήταν εδώ πέρα. Μαγείρεψα ψάρια, φάγαμε ψάρια μαζί. «Α ρε μάνα, εγω θα πάω να ξαπλώσω», λέει, πήγε στο κρεβάτι να ξαπλώσει, εγώ εκεί στην κουζίνα ξάπλωσα. Εκεί που ξάπλωσα, πήρα να ταράζομαι, να σφίγγω, να ταράζομαι, κρίση με έπιασε. Φωνάζω: «Αργύρη! Αργύρη!», τίποτε αυτός, το ράδιο μέσα, η τηλεόραση έπαιζε, δεν άκουγε. Σηκώθηκα, σβαρνίστηκα: «Σήκω –λέω– πεθαίνω!», του κάνω. «Πώς πεθαίνεις;», λέει. «Άρρωστη είμαι!», λέω. Βρε με σκεπάζει, βρε κουβέρτες, βρε τίποτε, εγώ να πετιέμαι σαν τρελή. Η Φανή, εκεί πέρα, φωνάζει: «Φανή, έλα να ιδείς τη μάνα μου –λέει–, ποιος ξέρει τι έχει πάθει!». Έρχεται η Φανή: «Γρήγορα –λέει– νοσοκομείο». Έρχεται ο Μηνάς, με βάζει μέσα στο αυτοκίνητο και με πάνε στο νοσοκομείο. Με πάνε στο νοσοκομείο, εγώ τα έχασα στο νοσοκομείο. «Πόσων χρονών είσαι;». «100 χρόνια, 180!», φώναζα. «180 χρονών είμαι!» φώναζα. Δεν ήξερα τι έλεγα.

Ι.Β.:

Θέλετε να δούμε μερικές φωτογραφίες;

Α.Τ.:

Ε;

Ι.Β.:

Να δούμε μερικές φωτογραφίες μαζί;

Α.Τ.:

Ναι.