© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Όταν έρχεται ένα παιδί στη Φιλαρμονική, νιώθω την ευθύνη του δασκάλου να του ανοίξω παράθυρα. Πρέπει να του δώσω σε αυτή τη ζωή, να το εμπνεύσω»

Istorima Code
24458
Story URL
Speaker
Ευαγγελία Βάρσου (Ε.Β.)
Interview Date
29/05/2023
Researcher
Βαλάντης Τσιάλτας (Β.Τ.)
Β.Τ.:

[00:00:00]Καλημέρα. 

Ε.Β.:

Καλημέρα.

Β.Τ.:

Θα μας πεις το ονοματεπώνυμό σου; 

Ε.Β.:

Βάρσου Εύη. 

Β.Τ.:

Είμαι ο Βαλάντης Τσιάλτας, ερευνητής στο Istorima και σήμερα, Τρίτη, 30 Μαΐου 2023, βρισκόμαστε με την αρχιμουσικό της Δημοτικής Φιλαρμονικής Καρπενησίου, κυρία Ευαγγελία Βάρσου, στο Καρπενήσι. Εύη, θες να μας πεις κάποια πράγματα για σένα; Πότε, πού γεννήθηκες; 

Ε.Β.:

Γεννήθηκα το 1975 στη Λαμία, όπου ζω μέχρι και σήμερα. Είμαι αρχιμουσικός, όπως είπες, στη Δημοτική Φιλαρμονική Καρπενησίου και θα είναι χαρά μου να εξιστορήσω το πώς ήρθα σε επαφή με τη μουσική και πώς δημιουργήθηκε αυτή η Φιλαρμονική. Όταν ήμουν δέκα-έντεκα χρονών, πήγα στη Δημοτική Φιλαρμονική Καρπενησίου να γραφτώ, μαζί με δύο φίλες μου. Εκείνες με παρακίνησαν, δεν είχα ιδέα τι είναι η φιλαρμονική. Δεν είχα ξεκάθαρο στο μυαλό μου τι είναι πνευστά όργανα, αλλά μαζί με τις φίλες μου, πήγαμε να μάθουμε. Μου είπαν: «Πάμε να μάθουμε μουσική». «Πάμε». Τότε, η Φιλαρμονική ήτανε… αποτελούνταν από ενήλικες, οι οποίοι ήταν έμμισθοι, και δεν είχε παιδιά. Εμείς ήμασταν –η παρέα των τριών– ήμασταν η δεύτερη… Άλλα δύο κορίτσια υπήρχαν στη Φιλαρμονική, που είχαν πάει τότε για να μάθουν όργανο. Και μου λένε: «Εντάξει, εσύ πάρε ένα κλαρίνο». «Εντάξει», λέω, «θα πάρω κλαρίνο». Δεν είχα άποψη επί του θέματος. Οι άλλες οι δύο πήραν μια τρομπέτα, η άλλη επίσης κλαρίνο. Ήμουν ένα παιδάκι αδύνατο, ντροπαλό, είχα μια έλλειψη αυτοπεποίθησης… διστακτικό. Ήσυχο γενικώς. Δυσκολεύτηκα στην αρχή, γιατί τα δαχτυλάκια μου δεν ήταν ακόμη έτοιμα για να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις του οργάνου. Και εκεί, ο αρχιμουσικός, ο κύριος Λύτρας, ο αγαπημένος, και ο μαέστρος σκέφτονταν… είδαν κι αυτοί τη δυσκολία μου και σκεφτόντουσαν: «Δεν θα τα καταφέρει». Αλλά, τελικά, έβγαλα μια επιμονή που βγήκε και σε άλλες φάσεις της ζωής μου μετέπειτα και με βοήθησε πολύ. Είχε έρθει ένας καινούριος αρχιμουσικός τότε, ο μαέστρος, που ήθελε να ανανεώσει την μπάντα και έπαιρνε και καινούρια παιδιά. Και έτσι, άρχισαν να έρχονται και μαθητές άλλοι. Ένιωθα αυτή την… την αμφισβήτηση; Τη δυσκολία μου την ένιωθα φυσικά, αλλά την έβλεπα και στα μάτια των δασκάλων, που πίστευαν ότι δεν θα τα… ίσως τα παρατήσω. Δεν είχαν διακρίνει αυτή την επιμονή μου. Οι φίλες μου προχωρούσαν πολύ πιο γρήγορα, τις έβλεπα. Θυμάμαι τον εαυτό μου, έτσι, αυτό το να τα παρατηρώ και να τα νιώθω, γιατί τα παιδιά έχουνε έντονη την ενσυναίσθηση –πράγμα που κράτησα κι εγώ ως δασκάλα, ενθυμούμενη τον εαυτό μου, και πάντα το σκέφτομαι με τα παιδιά. Τα ένιωθα, τα βίωνα αυτά και ήθελα να… και επέμεινα. Μελετούσα καθημερινώς, δεν ξέρω, ήταν σαν να μου άνοιξες ένα παράθυρο στη ζωή μου. Δεν θυμάμαι να με ενδιέφερε κάτι τόσο πολύ πριν από αυτό. Και νομίζω ότι ήμουνα κι ένα τεμπέλικο παιδί. Ούτε ιδιαίτερες παρέες, έτσι, μοναχικό. Μοναχικό, απίστευτα μοναχικό. Μόνο με τα ζώα ασχολιόμουν. Και ήταν σαν να μου άνοιξες ένα καινούριο παράθυρο. Μελετούσα καθημερινά, με φοβερή επιμονή, φοβερή επιμονή. Τόσο, που τους κέντρισα και το ενδιαφέρον και σου λέει: «Αυτό το παιδί κάτι, κάτι έχει, κάτι κάνει. Το θέλει, το θέλει».  Η Φιλαρμονική, το καλοκαίρι, έκανε συναυλίες σε κάθε γειτονιά της Λαμίας –εφτά-οχτώ–, σε κάθε πλατεία μικρή της Λαμίας. Στην πρώτη συναυλία που πήγα να τους ακούσω, μαγεύτηκα! Μαγεύτηκα! Δεν είχα ξαναδεί ορχήστρα –και ορχήστρα πνευστών. Παίζανε Θεοδωράκη επιλογές, καλαματιανά, Γούναρη, Κουγιουμτζή, διάφορα τέτοια ποτ πουρί. Δεν είχα ξανακούσει κι αυτή τη μουσική. Μαγεύτηκα και με τη μουσική, με τον μαέστρο που διευθύνει. Το θυμάμαι, να είμαι όρθια και να πηγαίνω γύρω-γύρω, γύρω-γύρω και να τα παρατηρώ όλα, να τα ρουφάω σαν σφουγγάρι. Μαγεύτηκα! Άνοιξε ένας κόσμος μπροστά μου. Τους ακολουθούσα σε κάθε συναυλία, σε κάθε γωνιά της Λαμίας. Οπότε, τη δεύτερη, τρίτη φορά, αφού με παρατηρούσανε, με γνωρίζαν κιόλας –έτσι, το παιδάκι που τους ακολουθεί ήμουνα εγώ–, λέει ο μαέστρος «Πάρε τους φακέλους να τους μοιράσεις σε κάθε ομάδα οργάνων». Ένιωσα ότι συμμετέχω στο αποτέλεσμα της συναυλίας. Τέτοια χαρά! Ήμουνα υπεύθυνη των φακέλων! Τους μοίραζα, περίμενα να τελειώσουν, να τα ξαναμαζέψω με υπευθυνότητα –αυτούς τους μεγάλους, τους χάρτινους φακέλους με κορδονάκια που δένουνε, τα ξαναέδενα τα κορδονάκια σε φιογκάκια. Δηλαδή, φοβερό, βρήκα νόημα στο καλοκαίρι μου. Και μελετούσα, μελετούσα. Μου αρέσε η μουσική, δηλαδή τα πρώτα τραγούδια που έπαιζα ήταν τέτοια. Εγώ έπαιζα Γούναρη, Κουγιουμτζή, «Ένα το χελιδόνι», «Μη μου θυμώνεις, μάτια μου», τέτοια πράγματα.  Ο δάσκαλός μου ήταν ο υπαρχιμουσικός, ο κύριος Λύτρας, ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος παλαιών αρχών, υπομονετικός πολύ, αυστηρός, γλυκός. Αυστηρός όχι στη διδασκαλία του, σε αυτές τις αρχές του. Τίμιος. Ο μαέστρος ήτανε πολύ τολμηρός, πρωτοποριακός. Ήταν αντίθετοι άνθρωποι. Επίμονος, αυταρχικός, ήθελε… Κτητικός. Έτσι, ήθελε να γίνονται τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Βέβαια, μεταξύ τους είχαν βρει τις ισορροπίες αυτά τα δύο αντίθετα και σεβόταν ο ένας τον άλλο. Ήταν το παλιό με το καινούριο και έπαιρνες και απ’ τα δύο, γιατί μάθημα έκανα με τον κύριο Λύτρα, αλλά στην ορχήστρα και στην μπάντα είχα τις επιρροές του μαέστρου και είχα τον τρόπο του μαέστρου.  Ερχόταν, με τον καιρό, κι άλλα παιδιά, όπως είπα, και δενόμασταν και κάναμε παρέες. Ήταν η ζωή μου, ο κόσμος μου. Από νωρίς κατάλαβα ότι εγώ αυτό θέλω να κάνω. Δεν με είχε εμπνεύσει τίποτα άλλο στη ζωή μου τόσο πολύ μέχρι τότε, τίποτα άλλο δεν μου ’χε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ξημεροβραδιαζόμουν εκεί. Άνοιγε η Φιλαρμονική, εκεί! Με το που έκλεινε, τότε έφευγα. Ήμουνα εκεί, συνεχώς. Και άρχισα… παρακολουθούσα όλο το σύστημα πώς δουλεύει και αναλάμβανα και άλλα πράγματα να κάνω, βοηθητικά εκεί, μεγαλώνοντας.  Ήμασταν πολλά κορίτσια, κάποια φάση, και δημιουργήθηκε η Σαξοφωνική Ορχήστρα Κοριτσιών. Πρωτοποριακό σχήμα για την Ελλάδα. Δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Στην Ευρώπη, υπήρχαν κάποια τέτοια σχήματα. Δηλαδή, ήταν μόνο σαξόφωνα, λίγα κλαρινέτα, κρουστά και μόνο κορίτσια. Με αυτή την ορχήστρα γυρίσαμε την Ελλάδα. Πάρα πολλές συναυλίες, πολλή επιτυχία. Κυρίως, ελληνικό πρόγραμμα παίζαμε. Ο κύριος Λύτρας εκεί, φρουρός, με τις ηθικές του αρχές, να μας προσέχει. Οι στολές που φορούσαμε ήτανε συντηρητικότατες, τις είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Φούστα στενή –όχι στενή, ίσια–, έπρεπε να σκεπάζει το γόνατο. Πουκαμισάκι κλειστό, μπερέ από πάνω. Έτσι, ήμασταν σαν ένα παρθεναγωγείο. Ο αρχιμουσικός τα δεχόταν, είχαν βρει τις ισορροπίες τους, όπως είπα. Μετά, άρχισαν και τα ταξίδια στο εξωτερικό, σε φεστιβάλ τεράστια. Δεν γίνονταν στην Ελλάδα τέτοια πράγματα, ούτε τα φανταζόμουν. Είχα τα μάτια μου και τ’ αυτιά μου ανοιχτά σε όλα. Οι εμπειρίες ήτανε απίστευτες, που βίωνα. Αυτό έχω να θυμάμαι από τη ζωή μου τότε έντονα, τίποτα άλλο. Είναι το μόνο. Αν με πας πίσω, αυτό έχω να θυμάμαι. Βελιγράδι, Πράγα, Ρουμανία, Βουλγαρία. Γινόντουσαν μεγάλα φεστιβάλ. Γνωρίζαμε κι άλλες φιλαρμονικές κι άλλες μπάντες κι άλλες ορχήστρες. Εκείνοι έχουν παράδοση σε αυτά, όποτε ήτανε, τα επίπεδα ήτανε υψηλά.  Μετά, ο κύριος Λύτρας, έτσι, είχε θέματα υγείας, δεν ακολουθούσε τόσο. Δημιουργήθηκε… Εξέλιξη της… ήρθε η ανάγκη για μια άλλη ορχήστρα, τέλος πάντων, και δημιουργήθηκε μια Μεικτή Ορχήστρα και Μεικτή Ορχήστρα Πνευστών. Είχε απ’ όλα τα όργανα, όχι μόνο σαξόφωνα. Και ήμασταν και αγόρια και κορίτσια. Αρχίσαμε, παίζαμε και ξένο ρεπερτόριο, παίζαμε και κλασσικό, λάτιν, σουίνγκ, ντίσκο. Άνοιξε, άνοιξε το ρεπερτόριό μας. Με αυτή την ορχήστρα ταξιδέψαμε Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Αυστρία. Ο μαέστρος ήταν ένας τολμηρός άνθρωπος, δεν φοβόταν να εκτεθούμε, να μας πάρει, να μας ταξιδέψει, να διεκδικήσει. [00:10:00]Έπαιρνα, δηλαδή, είχα λαμβάνουσες, έτσι, από δύο διαφορετικούς ανθρώπους, αντίθετους. Ταξιδεύαμε, νιώθαμε… Παίζαμε σε Βουδαπέστη, παίζαμε μπροστά σε κοινό μεγάλο και νιώθαμε τόσο ωραία μ’ αυτό. Δενόμασταν, είχαμε γίνει μία οικογένεια. Ήταν φοβερά τα συναισθήματα. Αγάπη, φιλία, φλερτ, διαφωνίες. Ήμασταν πολύ δεμένοι ο ένας με τον άλλον, μας ένωναν οι ίδιες, κοινές εμπειρίες. Πάντα ήταν αυστηρός στην πειθαρχία του, έτσι όπως θα τα ήθελε. Έμαθα να είμαι εντάξει στην ώρα μου, έμαθα να προσπαθώ να παίξω και δύσκολα, ακόμα κι αν ήταν πράγματα πάνω απ’ τις δεξιότητές μου. Ήταν μια έμπνευση εκείνα όλα τα χρόνια.  Αποφάσισα να ασχοληθώ έτσι με τη μουσική, από πολύ νωρίς, ότι εγώ θέλω να κάνω αυτό στη ζωή μου. Ήθελα να γίνω κλαρινετίστα για την ακρίβεια. Αρχίσαν οι σπουδές μου στην Αθήνα, μαζί με έναν φίλο μου απ’ την ορχήστρα, που κι εκείνος ήθελε το ίδιο. Ήμασταν απ’ το Λύκειο, Α’ Λυκείου. Μια φορά στις δεκαπέντε ημέρες, ενίοτε και κάθε βδομάδα, πηγαίναμε στην Αθήνα με το τρένο, κάθε Σάββατο το πρωί, κάναμε τα μαθήματά μας των Θεωρητικών και επιστρέφαμε το βράδυ. Παιδιά, δύο παιδιά. Απολάμβανα όλη αυτή τη διαδικασία. Και μετά, άρχισα τις σπουδές μου και στο κλαρινέτο, στην Αθήνα. Έφτασε, δηλαδή… Όταν ήρθε η ώρα να έρθω στο Καρπενήσι, είκοσι δύο χρονών, είχα προχωρήσει τις σπουδές μου στα Θεωρητικά, είχα πάρει, είχα πάρει το πτυχίο Αρμονίας, το πτυχίο Ενορχήστρωσης, έκανα το κλαρινέτο μου, ήμουνα σε μια ορχήστρα που ταξίδευε πολύ, είχε ένα ποικίλο ρεπερτόριο. Στη Λαμία ήμασταν… μας ήξερε όλος ο κόσμος, στις συναυλίες μας ερχόταν όλοι –μια μπάντα, τώρα, που εμφανιζόταν με εκατόν πενήντα άτομα.

Ε.Β.:

Και αυτά… ήμουν είκοσι δύο χρονών. Και έρχομαι στο Καρπενήσι να κάνω μία επέμβαση ρουτίνας στο δάχτυλό μου, στον κύριο Χριστοδούλου, που τύγχανε να είναι και δημοτικός σύμβουλος. Μου λέει… Έπαιζα και στην… τις σπουδές μου στο κλαρινέτο τις έκανα –να συμπληρώσω– στο Ελληνικό Ωδείο, στην Αθήνα, και έπαιζα και στο Εθνικό Ωδείο, στην Ορχήστρα Μουσικής Δωματίου. Από κει είχα την επαφή μου με το κλασσικό ρεπερτόριο. Κι έρχομαι στο Καρπενήσι γι’ αυτή την επέμβαση. Ο κύριος Χριστοδούλου μου λέει: «Αναζητούμε Φιλαρμονική στον Δήμο –μαέστρο– στον Δήμο Καρπενησίου για να αναλάβει τη Φιλαρμονική, η οποία έχει διαλυθεί εδώ κι ένα εξάμηνο». Μου άρεσε, ενθουσιάστηκα, ήταν ένας νέος δρόμος για μένα, μια ευκαιρία. Και έτσι, ήρθα σε επαφή με τον δήμαρχο. Εγώ ήμουν ένα… δεν φαινόμουν ούτε καν είκοσι δύο χρονών. Ένα μικρό κορίτσι, έτσι, με το φουστάκι του, με τα πεδιλάκια του. Και συμφωνούμε να αναλάβω τη Φιλαρμονική. Ήταν κι εκείνοι απελπισμένοι στην αναζήτηση αρχιμουσικού πιστεύω και σου λέει –μάλλον θα σκέφτηκαν ότι: «Ας δώσουμε την ευκαιρία σε αυτό το νέο παιδί». Κι έρχεται ο Σεπτέμβριος του 1997. Θυμάμαι ότι ξεκινάω από τη Λαμία με ένα γαλάζιο μακρύ φόρεμα, καλοκαιρινό να έρθω στο Καρπενήσι. Στο Καρπενήσι είχα έρθει τρεις-τέσσερις φορές, γιατί δεν κατάγομαι από εδώ. Φεύγω με ζέστη από τη Λαμία, καλοκαιρινός ο καιρός. Ανεβαίνοντας τη Ράχη Τυμφρηστού, θυμάμαι, συννέφιαζε, κρύωνε ο καιρός. Φτάνω στο Καρπενήσι –που ήταν ο παλιός ο δρόμος τότε, ήταν σχεδόν δύο ώρες να οδηγήσεις– και είχε ένα κρύο, δηλαδή το θυμάμαι. Μια παγωνιά, ήταν δέκα βαθμούς κάτω από τη Λαμία. Με περίμενε, συναντιέμαι με μία υπάλληλο της Δημοτικής Επιχείρησης που με υποδέχτηκε και πάμε στον χώρο που στεγαζόταν η Φιλαρμονική. Ένα διώροφο κτήριο, πενήντα τετραγωνικά ο κάθε όροφος, στο ισόγειο ήμασταν εμείς –όχι, στον πρώτο όροφο ήμασταν εμείς. Μετά μεταφερθήκαμε στο ισόγειο. Μου ανοίγει την πόρτα, μπαίνω σε μια αίθουσα παγωμένη. Το κρύο, δηλαδή, που ένιωθα… Ένιωσα κρύο και στην καρδιά μπαίνοντας εκεί πέρα μέσα, που είχε κάποιες καρέκλες διάσπαρτες και κάποια όργανα πάνω τους, έτσι, χτυπημένα, παλιά και κάποιες στολές, επίσης. Και λέει: «Εδώ θα στεγάσουμε τη Φιλαρμονική, αυτά είναι τα όργανα». Μου δίνει κι έναν κατάλογο με ονόματα, γύρω στα τριάντα ονόματα παιδιών που ήταν στη Φιλαρμονική προηγουμένως. Και μου δίνει τα ονόματά τους με τα τηλέφωνά τους για να κάνω την επικοινωνία. Δεν ξέρω πώς το βίωσα αυτό, έτσι, ήτανε… Λέω: «Εντάξει, ωραία, θα πάρω τα τηλέφωνα, να δούμε τι…» Προσπάθησα στο μυαλό μου να τα επεξεργαστώ, να τα βάλω σε μια σειρά. Εγώ ήρθα από έναν πολύ οργανωμένο χώρο. Παίρνω τα τηλέφωνα, κάνω την επικοινωνία μου και καταλαβαίνω –και τότε το καταλάβαινα– ότι τα παιδιά ήτανε, είχαν μάθει κάπως αλλιώς, ήταν με τον αρχιμουσικό τους δεμένα, εκείνος… Υπήρχε μια διένεξη, τέλος πάντων, με τον Δήμο, οπότε δεν υπήρχαν οι πολύ ευνοϊκές συνθήκες για να με υποδεχτούνε. Το καταλάβαινα αυτό. Εμφανίζονται γύρω στα δέκα παιδιά την επόμενη φορά που πήγα. Η συμφωνία μας ήτανε μία φορά την εβδομάδα. Πολύ λίγο, βέβαια, γι’ αυτή τη δουλειά. Και εμφανίζονται γύρω στα δέκα παιδάκια και διαπιστώνω ότι δεν ξέρανε να διαβάζουνε μουσική. Παίζανε με έναν πρακτικό τρόπο. Δεν απαξιώνω τη δουλειά που γινότανε, αλλά δεν ήταν με τον τρόπο που είχα μάθει εγώ να δουλεύω. Και από τη στιγμή που σπούδαζα μουσική, δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία να κάνω κάτι άλλο από αυτό που εγώ θεωρούσα σωστό. Έπρεπε να γίνει με αυτόν τον τρόπο που εγώ θεωρούσα σωστό. Πρέπει να μάθεις στα παιδιά να διαβάζουνε μουσική. Και θυμάμαι ότι καθόντουσαν, με κοιτούσανε, έτσι, ερευνητικά. Με μετρούσαν δηλαδή, θυμάμαι τα ματάκια τους… Και τους λέω: «Εντάξει, παιδιά, αφήνουμε το όργανο, ό,τι όργανο και να παίζατε, ό,τι και να κάνατε. Θα ’ρθειτε με ένα τετράδιο πεντάγραμμο». Απ’ αυτά τα παιδάκια που ήρθανε, ήρθανε ακόμα λιγότερα την επόμενη φορά, γιατί τους ανέτρεψα ό,τι νόμιζαν. Σου λέει: «Αυτή εδώ μάλλον πρέπει να είναι περίεργη». Και αρχίζω με τετράδιο πεντάγραμμο να τους μάθω να διαβάζουνε. Το πήρα όλο απ’ την αρχή.  Κι εγώ δεν ήμουνα έμπειρη σε πολλά πράγματα. Καταρχάς, εγώ έπαιζα κλαρινέτο. Δεν έπαιζα χάλκινα πνευστά, ούτε κρουστά. Μπήκα κι εγώ στη διαδικασία, δηλαδή, να τα μάθω αυτά, για να μπορώ να τους μαθαίνω. Μάθαινα εγώ στη Λαμία για να μάθω και τα παιδιά εδώ. Παρότι στη Λαμία δίδασκα, γιατί είχα… δίδασκα και αμειβόμουν γι’ αυτό, δίδασκα τα κλαρινέτα. Είχα εμπειρία στη διδασκαλία δηλαδή, σε αυτό το κομμάτι, αλλά ήμουνα ένα… Στα υπόλοιπα δεν την είχα. Και ξεκινάμε, έτσι, το ταξίδι της Δημοτικής Φιλαρμονικής Καρπενησίου. Δύσκολο ταξίδι. Δύσκολος δρόμος. Η μία μέρα έγινε δύο πολύ σύντομα, την επόμενη χρονιά. Αλλά όταν ξεκίνησα, τον Σεπτέμβριο, και αρχίσαμε να κάνουμε και σύνολα, όσο γινόταν, είχα τη δέσμευση ότι θα βγαίναμε να παίξουμε τα κάλαντα τα Χριστούγεννα. Τη δέσμευση την είχα πάρει πριν δω σε τι κατάσταση ήταν η Φιλαρμονική. Βιάστηκα. Με βοήθησαν, βέβαια, και φίλοι μου, με βοήθησε και ο μαέστρος απ’ τη Λαμία τότε και οι φίλοι που έπαιζα μαζί, ήρθαν κι εκείνοι να παίξουνε. Δεκατρία άτομα ήμασταν εκείνη την πρώτη φορά που βγήκαμε, στην πρώτη φωτογραφία. Δεκατρία. Ο κύριος Χριστοδούλου με στήριξε πολύ τότε. Έφερε και την κόρη του για να δείξει και στον υπόλοιπο κόσμο πως πρέπει να στηρίξουμε και τη Φιλαρμονική. Η οποία Μόνικα τώρα κάνει καριέρα στη μουσική. Εκείνο τον πρώτο χρόνο, εκτός από τις δυσκολίες με τα παιδιά [00:20:00]και την πίεση να καταφέρω πράγματα μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αντιμετώπιζα την καχυποψία –που είναι λογική σε έναν βαθμό– και την αμφισβήτηση και την απαξίωση. Την απαξίωση, αυτή με πονούσε πολύ. Με θεωρούσαν ξένη, μου το δείχναν αυτό σε κάθε ευκαιρία. Είχα μάθει σε αυστηρότητα και πειθαρχία και ίσως παραήμουνα… και ήμουν πολύ αυστηρή δηλαδή, πολύ. Και σύντομα μου βγήκε και το… μου κόλλησε και το «στρίγγλα» μαζί με το «ξένη». «Η περίεργη», «Η στρίγγλα», «Η ανάποδη», όλα αυτά. Αλλά ίσως, τελικά, αυτό ήτανε που χρειαζότανε, γιατί έβαλα τα όριά μου. Ακολούθησα τον δρόμο μου δηλαδή, τα πατήματά μου. Πάλι βγήκε το χαρακτηριστικό της επιμονής μου μπροστά και είπα: «Θα τα καταφέρω», μέσα μου. «Θα τα καταφέρω». Και επέμεινα. Βέβαια, πάντα έλεγα μέσα μου, επίσης: «Εγώ για λίγο ήρθα εδώ. Θα φύγω». Το ένιωθα σαν ένα μεγάλο χωριό. Και η αίσθησή μου όταν ερχόμουν, η αντιμετώπισή μου. Σαν ένα μεγάλο χωριό το ένιωθα όλο. Δηλαδή, ήταν πολύ διαφορετικό από αυτά που βίωνα εγώ στη Λαμία τον υπόλοιπο καιρό ή στην Αθήνα. Ήμουνα πέντε μέρες την εβδομάδα στη Λαμία να κάνω μαθήματα, να παίζω μουσική με την ορχήστρα, μία φορά την εβδομάδα στην Αθήνα, στο Ελληνικό και στο Εθνικό Ωδείο, να παίζω ένα άλλο ρεπερτόριο –και πολύ απαιτητικό– και μία φορά την εβδομάδα εδώ. Ένιωθα ότι ερχόμουν να φάω τα χαστούκια μου κάθε… Δηλαδή, κάθε Κυριακή ήταν αυτό. Και τις υπόλοιπες… και τη μελέτη μου. Και να σκέφτομαι πώς θα τα καταφέρω να στήσω εδώ. Δηλαδή, νύχτες αγρύπνιας να σκέφτομαι πώς, τι μπορώ να κάνω. Γιατί αυτό ήταν δικό μου τώρα, στη Λαμία είχα μάθει τελείως με άλλους τρόπους, υπήρχαν οι βάσεις. Νωρίς κατάλαβα ότι αυτά τα παιδιά δεν μπορούσαν να δουν αυτό που εγώ γνώριζα. Όχι μόνο τα παιδιά, ούτε οι αιρετοί, ούτε ο δήμαρχος δεν μπορούσε να το… Είχαν μάθει να έχουν μια μπάντα, που έβγαινε έτσι όπως έβγαινε, στις παρελάσεις, στις λιτανείες και τη Μεγάλη Παρασκευή. Άντε και κανένα τέταρτο σε καμιά… να παίξει και κανένα τραγουδάκι. Κι αυτό θα τους αρκούσε, ούτε… Δεν ξέραν πόσο εύηχο μπορεί να γίνει αυτό, τι μπορεί να δώσει, τι δίνει στα παιδιά. Εγώ όλα αυτά τα γνώριζα. Εκείνοι δεν τα γνωρίζαν. Το κατάλαβα νωρίς αυτό, ότι απαιτούσα, ήθελα κάτι, το οποίο το ζητούσα από ανθρώπους που δεν ήξεραν να μου το δώσουνε. Άρα, έπρεπε να τους το δείξω πρώτα για να το ζητήσω. Ευτυχώς, το κατάλαβα νωρίς αυτό. Κάποιες φορές, τα έπαιρνα τα παιδιά στη Λαμία για να δούνε τη Φιλαρμονική πώς είναι και πώς δουλεύει. Προσπαθούσα, όπου πηγαίναμε, έτσι, κάποιες εκδρομές, να τους δώσω εικόνες. Βλέπαν τα χάλκινα, και αυτά και οι γονείς τους, και τα λέγανε καραμούζες, γιατί δεν είναι ούτε στην παραδοσιακή τους μουσική. Το μόνο που ξέρανε είναι το κλαρίνο από τα… κι αυτό, στα πανηγύρια. Αυτά ήταν τα ακούσματα, αυτά ήτανε. Πανηγύρια. Οπότε, εγώ τι ζητούσα, τώρα;  Εκείνη την πρώτη χρονιά, μετά το καλοκαίρι, βγήκαμε, παίξαμε, έτσι, και σαν ορχήστρα. Παίξαμε τρία-τέσσερα τραγουδάκια. Εντάξει, με τον ήχο που μπορεί να έχουν κάποιοι μαθητές που είναι μαθητές κάποιων μηνών. Ήρθανε και φίλοι μου, κάποιοι, από τη Λαμία, να το υποστηρίξουν –δεν μπορώ να πω, είχα μια στήριξη. Και η μία μέρα έγινε δύο και προσπαθούσα. Εκτός από την… εντάξει, είναι η αμφισβήτηση και η απαξίωση, δεν αφήναν να δούνε και πόσο σημαντικό είναι αυτό. Πολλές φορές, τα παιδιά ερχόντουσαν… Πήγαινα για μάθημα και δεν ήξερα ποιος θα έρθει. Λείπαν χωρίς λόγο, έτσι. «Έτσι, γιατί βαριέμαι», «Έτσι, γιατί έχω να πάω στο χιονοδρομικό», «Έτσι, γιατί… Γιατί έτσι!» Οι γονείς δεν τα πιέζανε, γιατί ούτε κι αυτοί το θεωρούσανε… «Εντάξει, άμα θες πήγαινε, άμα θες μην πας». Επίσης, εκεί, η επιμονή μου και ο τρόπος που είχα μάθει, της αυστηρότητας, με βοήθησε. Εγώ, κάθε φορά που απουσίαζε κάποιος, θα έπαιρνα τηλέφωνο. Δεν είχαμε τηλέφωνο στη Φιλαρμονική, όταν πήγαινα σπίτι μου, με το καλό, έπαιρνα τηλέφωνο και έλεγα: «Χθες δεν ήρθε στο μάθημα το παιδί, γιατί δεν ήρθε;» Έφερνα τους γονείς προ των ευθυνών τους, να μου πει γιατί δεν ήρθε. «Η μουσική είναι σημαντική», προσπαθούσα να εξηγήσω. «Όπως πάει στα αγγλικά, έτσι και στη μουσική, πρέπει να έρχεται για μάθημα, γιατί αλλιώς δεν προχωράει». Κάποιες φορές, γινόμουνα, έτσι, πιο επιθετική –επιθετική, με την έννοια… με ποια έννοια το λέω αυτό. «Γιατί αγγλικά πηγαίνει και στη μουσική δεν έρχεται;» Εντάξει, γνώριζα ότι η απάντηση μέσα του είναι γιατί δεν το πλήρωνε, ήταν δωρεάν η Φιλαρμονική. Αλλά ήθελα να τον φέρω να μου το πει αν ήτανε, να μου πει, να μου το πει αυτό. Κανείς δεν μου το ’πε. Κι αυτό το βρήκα θετικό, που κανείς δεν μου το είπε. Και όσο επέμενα εγώ, καταλαβαίναν ότι εγώ το πιστεύω και το παίρνω στα σοβαρά. Είναι σημαντικό αυτό, γιατί όταν το πιστεύεις εσύ και το βιώνεις σοβαρά και το θέλεις, το εμπνέεις και στον άλλον. Αυτό το ήξερα –μάλλον το διαπίστωσα. Οπότε, θες και από φόβο κάποιος –τα παιδιά; Αρχίσαν, πάντως, να είναι τυπικά. Γιατί είχα και τιμωρίες. Αν κάποιος έλειπε πολύ καιρό, χωρίς να με ενημερώνει κιόλας, διέκοπτα τη σχέση μας. Το θυμάμαι, πολλές περιπτώσεις, έτσι, με δυσανασχέτηση, γι’ αυτό κάνω την παύση. Δεν το έκανα χωρίς να με πονάει, δεν μου ήταν εύκολο. Δηλαδή, αυτό το προσωπείο της αυστηρής, της κάθετης, είναι όπως το λέω, ήτανε προσωπείο. Μέσα μου υπέφερα. Και επίσης, δεν είχα και πολλές επιλογές.  Όσα παιδιά ερχόταν έπρεπε να τα κρατήσω, έπρεπε να βρω τον τρόπο να μάθουν μουσική. Γιατί δεν είχα επιλογές, δεν μπορούσα να επιλέξω. Εντάξει, ούτε τώρα επιλέγω, αλλά τώρα μπορώ να αποδεχτώ ότι ένα παιδί δεν θέλει να διαβάσει περισσότερο. Τότε, έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του τα βάλω στο… να το μάθω και να το κάνω να αγαπήσει το όργανό του. Να το εμπνεύσω με έναν τρόπο. Αυτό είναι το κλειδί για όλα. Με αγάπη να δώσεις έμπνευση. Όπως εγώ πήγα στη Φιλαρμονική και ένιωσα να ανοίγεται ένας κόσμος μπροστά μου, αυτό ήθελα να το δώσω –και θέλω ακόμη να το δώσω– στα παιδιά.  Κι έτσι, αυτός ο αγώνας συνεχίστηκε. Θυμάμαι και τις δυσκολίες που είχα –τότε, το κινητό δεν έπιανε, στο μεγαλύτερο κομμάτι του δρόμου– τις δυσκολίες που είχα να έρθω στο Καρπενήσι. Εκείνα τα χρόνια, χιόνιζε πάρα πολύ. Μες στη νύχτα, να βάλω αλυσίδες, να πάθω διάφορα ατυχήματα με τις αλυσίδες, να γλιστράει το αυτοκίνητο, να μείνω στον δρόμο. Είχα πολλές περιπέτειες. Και εντάξει, κι εγώ ένα νέο παιδί ήμουνα, ένα κορίτσι. Εντάξει, η οικογένεια του κυρίου Χριστοδούλου νοιάστηκε για μένα, νοιάστηκε να μείνω εδώ, στο Καρπενήσι. Νοιάζονταν να είμαι καλά και το θυμάμαι, έτσι, με πολύ… έτσι, έχω μια ζέστη στην καρδιά μου. Σιγά σιγά, είδα ότι τα… άρχισα κι εγώ να δένομαι με αυτά τα παιδιά και να δένονται κι αυτά μαζί μου. Να κάνουμε ένα σύνολο. Το σύνολο φέρνει το δέσιμο. Κι εκεί που έλεγα: «Θα φύγω» και «Θα φύγω» και «Θα φύγω», έρχεται κάποια στιγμή, μετά από… οι δύο μέρες γίναν τρεις, οι σπουδές μου προχωρούσαν. Η Φιλαρμονική, την είχα… και τον χώρο της Φιλαρμονικής, έτσι –να πάω και λίγο πίσω–, τον είχα φτιάξει με πολλή αγάπη. Προσπαθούσα να τον ομορφύνω, να έρχονται τα παιδιά σε έναν χώρο που τα εμπνέει να κάνουν μουσική. Θυμάμαι ότι είχανε φτιάξει… έπρεπε να το χωρίσουμε, για να υπάρχει κι ένα δωμάτιο που θα έκανα τα μαθήματα, εκτός απ’ τον γενικό χώρο μελέτης και πρόβας. Αφού ήταν πολύ μικρός ο χώρος, πόσο να το χωρίσεις; Το χωρίσαν σε ένα [00:30:00]δωματιάκι –ένα μέτρο επί δύο; Ήταν απλώς ένα –χωρίς παράθυρα– ένα χώρισμα, σαν μπουντρούμι. Κι εκεί μέσα έκανα το μάθημα. Αυτή την αίσθηση του ότι είναι μπουντρούμι δεν την είχα μόνο εγώ, τελικά. Την είχαν και τα παιδιά και νιώθαν ότι μπαίνουν στο μπουντρούμι με την αυστηρή δασκάλα. Τότε, δεν το συνειδητοποιούσα, αλλά μεγαλώνοντας, μου το εκμυστηρεύτηκαν αυτό. Και ήμουνα και τόσο, έτσι, μερικές φορές, αυστηρή. Ε, κλαίγανε κιόλας καμιά φορά, μέσα στο μπουντρούμι με την αυστηρή δασκάλα. Μεγαλώνοντας, έμαθα να το ισορροπώ λίγο όλο αυτό. Και μεγαλώνοντας κι εγώ, άρχισε και να υπάρχει και η κατάλληλη απόσταση ηλικιακά μαθητή-δασκάλας. Εκεί, λοιπόν, σε αυτό το μπουντρούμι γινόντουσαν, υπήρχε ένα… καλλιεργούνταν κι ένα συναισθηματικό δέσιμο, τέλος πάντων.  Κάποια στιγμή, έρχεται… Παντρεύτηκα, ήμουνα έγκυος και είδα ότι δεν μπορούσε άλλο να προχωρήσει, να συνεχίσει αυτή… Δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω σε όλο αυτό, να είμαι στη Λαμία, στην Αθήνα, στο Καρπενήσι. Έπρεπε να επιλέξω. Κι εκεί που πάντα έλεγα: «Εγώ θα φύγω, για λίγο έχω έρθει εδώ. Δεν μπορώ να έρχομαι εδώ και να με λένε “κοπελιά” και να βιώνω όλο αυτό και “κορίτσι μου” και να μην καταλαβαίνω, να μην μπορώ να…» Και επιλέγω να μείνω στο Καρπενήσι. Όχι να μείνω, δεν έμεινα ποτέ εδώ. Να μείνω ως αρχιμουσικός στο Καρπενήσι. Δεν ξέρω, μάλλον το αγαπούσα, τελικά, περισσότερο απ’ ό,τι είχα συνειδητοποιήσει. Το ένιωθα δημιούργημά μου. Αν με ρωτήσεις τώρα, το νιώθω, είναι το δημιούργημα της ζωής μου. Είναι δικό μου. Είχα αρχίσει και το ένιωθα έτσι. Και επιλέγω να φύγω από τη Λαμία, να αφήσω τη Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας. Στην οποία θα ήμουν –δίδασκα, δούλευα– και θα ήμουν μόνιμος υπάλληλος πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι… Αν θες, θα είχα τακτοποιηθεί, όπως λέγανε –πράγμα που δεν το ’θελα ποτέ στη ζωή μου–, πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι εδώ έγινα επίσημα αρχιμουσικός και πήρα τη θέση αυτή επίσημα και μόνιμα. Το να τακτοποιηθώ δεν το σκέφτηκα ποτέ σαν λέξη. Και επέλεξα να μείνω εδώ, που ήμουνα ξένη. Δεν γνώριζα, ήμουν έξω απ’ τα πράγματα εδώ. Ούτε η καταγωγή μου από δω ούτε γνώριζα. Ήμουν έξω απ’ τους κύκλους όλους. Ούτε… Ο τρόπος να διεκδικήσω κάτι για τη Φιλαρμονική, ήταν μόνο μέσω της δουλειάς μου, δεν υπήρχε κάτι άλλο, δεν υπήρχε… Άλλαξε και ο δήμαρχος εν τω μεταξύ, μια άλλη γνωριμία, κάποιος άλλος τρόπος, κάποιος άλλος να μιλήσει για μένα. Τίποτα! Εγώ και η δουλειά μου. Πίστευαν ότι… δεν ξέρω πώς έκριναν αυτό που κάνω, ίσως ότι δεν είναι πολύ δύσκολο και ότι εύκολα θα μπορούσαν κιόλας να με αντικαταστήσουνε εδώ, στο Καρπενήσι, αλλά δεν τα άκουγα αυτά. Έρχεται η ώρα, όπως είπα, επέλεξα το Καρπενήσι. Στη Λαμία, στη Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας, δυσαρεστήθηκαν πάρα πολύ. Κάθε βοήθεια που είχα, κόπηκε μαχαίρι. Μου στοίχισε πάρα πολύ, γιατί μου άρεσε που έπαιζα εκεί, περνούσα καλά. Μου στοίχισε πολύ και, στην ουσία, έμεινα μόνη. Και επειδή στη Λαμία τότε, στη Φιλαρμονική, υπήρχε μία τακτική, υπήρχε ένας τρόπος απομόνωσης, δηλαδή, εκεί, δεν συνεργαζόμασταν εύκολα με άλλους, με άλλες μπάντες, δεν συνεργαζόταν ο αρχιμουσικός, ήθελε, έτσι, τον δικό του τρόπο, ήμουν απομονωμένη. Δεν γνώριζα και άλλους συναδέλφους πολλούς, πέρα από τη Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας, δεν είχα σχέσεις. Ήμουνα, πραγματικά, μόνη. Τι είπα; «Πάμε», λέω. «Πάμε. Πάμε, θα τα καταφέρω!» Δεν ξέρω, αυτό το παιδάκι το ντροπαλό, το συνεσταλμένο, ντροπαλό, χωρίς πολλή αυτοπεποίθηση, κοκκίνιζα με το παραμικρό, έβαζα τα κλάματα με το παραμικρό –αυτό άργησα πάρα πολύ να το ξεπεράσω. Πώς είχα τόση επιμονή; Και λέω: «Θα τραβήξω τον δρόμο μόνη μου». Τολμηρά. Εκεί βγήκε η τόλμη που είχα πάρει απ’ τον μαέστρο που είχαμε στη Φιλαρμονική στη Λαμία. Τους είχα συνδυάσει και τους δύο. Με τον καιρό, φιλτράριζα τις λαμβάνουσες που είχα απ’ τους δασκάλους μου και γινόμουν καλύτερη δασκάλα. Με ένοιαζε να είμαι καλή δασκάλα. Κατάλαβα ότι το ζήτημα δεν ήτανε… δεν ήμουν μουσικός εκεί μόνο. Και δεν ήταν πόσο καλή μουσικός είμαι. Ήταν πόσο καλή δασκάλα είμαι. Αυτό δεν ήταν μόνο, είναι και σήμερα, αυτό είναι το σημαντικό. Διδάσκω μουσική. Και φιλτράριζα, έτσι, ό,τι έπαιρνα απ’ όλους τους δασκάλους μου –γιατί είχα κι άλλους δασκάλους, που μου κάναν Θεωρητικά, οι οποίοι με είχανε εμπνεύσει, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο– και βγήκε το τολμηρό. Με τόλμη, «Θα τα καταφέρω», λέω, «Μπορώ». Και πήρα τη Φιλαρμονική και λέω: «Θα πάμε… πρέπει να δώσω και κίνητρα στα παιδιά. Πρέπει, δεν γίνεται διαφορετικά. Εφόσον τα έχω εδώ, θα το τολμήσω». Εν γνώσει μου ότι δεν ήταν έτοιμοι.  Ένα από τα πιο τολμηρά που έκανα τότε, ήταν ότι τους πήρα και πήγαμε να συμμετέχουμε στις γιορτές Εξόδου του Μεσολογγίου. Αυτή η πομπή είναι τεράστια, πηγαίνουν γύρω στις τριάντα φιλαρμονικές πολύ καλού επιπέδου. Πιστεύω ότι ήμασταν στις χειρότερες. Ήταν μία Φιλαρμονική, πόσο; Πέντε χρόνων; Τεσσάρων-πέντε; Μα τι να είναι, τώρα; Δεν είναι έτοιμη. Δεν είναι έτοιμη, όπως και να το κάνεις. Δεν είναι θέμα καλή ή κακή, δεν είναι έτοιμη. Το έκανα, το τόλμησα. Λέω: «Πρέπει να κολυμπήσουν τώρα κι αυτοί». Εγώ κολυμπούσα στον ωκεανό, ξεκάθαρα. «Πρέπει να κολυμπήσουν μαζί μου. Θα πάμε μαζί». Θυμάμαι πολύ καθαρά πόσο δύσκολο ήτανε όλο. Μπήκαμε σ’ ένα λεωφορείο να πάμε τρεισήμισι ώρες δρόμο μες στα βουνά, να βγούμε στο Μεσολόγγι. Τα καημένα, δηλαδή, δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Πώς να σταθούνε, πώς να περπατήσουν –πολύ μεγάλη πομπή–, πώς να παίξουν. Ήταν δύσκολο για μένα αυτή η έκθεση, γιατί για μένα ήταν μια έκθεση όλο αυτό. Δεν ήταν έτοιμοι. Είχα γνώση ότι έχω πίσω μου μια μπάντα που δεν είναι εύηχη. Αλλά δεν ήθελα να τους το περάσω, γιατί ο σκοπός δεν ήταν να φάνε τα μούτρα τους, ήτανε να δουν άλλες μπάντες, να πουν: «Α, θέλω κι εγώ να γίνω έτσι!». Δύσκολο για μένα ήταν, επίσης, ότι ήτανε η Φιλαρμονική που αγαπούσα εκεί, που αγαπούσα πολύ, η Δημοτική Φιλαρμονική Λαμίας, και ήταν δύσκολο για μένα που ο μαέστρος δεν μου μίλησε. Όχι οι φίλοι μου, όχι τα παιδιά, όχι οι υπόλοιποι –είχα άριστες σχέσεις και με βοηθήσαν, έτσι, εξακολούθησαν να με βοηθάνε για ένα διάστημα. Δηλαδή, είχα να αντιμετωπίσω εκεί μια μπάντα και να εκθέσω μία μπάντα και να κρίνουν οι υπόλοιποι μία μπάντα, η οποία δεν ήταν έτοιμη, αλλά οι υπόλοιποι συνάδελφοι και μουσικοί δεν γνώριζαν αυτή η μπάντα από ποτέ δημιουργήθηκε, υπό ποιες συνθήκες. Και να αντιμετωπίσω και το συναισθηματικό κομμάτι της μπάντας που έφυγα.

Β.Τ.:

Της απόρριψης.

Ε.Β.:

Της απόρριψης, ναι. Και έτσι κινήθηκα. Το περάσαμε κι αυτό. Και το αποτέλεσμα που ήθελα, το έδωσα στα παιδιά. Αρχίσαν να έρχονται κι άλλα μετά, στην πορεία. Πήγαινα στα σχολεία, στα Δημοτικά σχολεία. Πήγα, είπα: «Θα το πάω όλο διεκδικητικά». Φόρτωνα στο αυτοκίνητό μου τα όργανα και πήγαινα στα σχολεία για να τα δείξω στα παιδιά. Έμπαινα στις τάξεις και τα έδειχνα στα παιδιά –τα ξύλινα, σαξόφωνο, φλάουτο, κλαρινέτο, που τα έπαιζα. Έπαιζα κάτι και τους έλεγα ότι: «Είναι δωρεάν, να ’ρθειτε στη Φιλαρμονική, θα μάθουμε μουσική». Και έτσι, άρχισαν να έρχονται, παρέες παρέες, παιδιά. Γιατί τα παιδιά θέλουν την παρέα. Απ’ αυτές τις παρέες, κάποια μένανε. Κι άρχισε, έτσι, να δημιουργείται η πρώτη μαγιά στη Φιλαρμονική, άρχισε να πιάνει τόπο και να εξελίσσεται αυτό το σύνολο και οι παλαιότεροι να γίνονται λίγο καλύτεροι. Εγώ να γίνομαι καλύτερη δασκάλα, πιο έμπειρη. Με τους καινούριους μαθητές, είχα τον χρόνο να δουλέψω λίγο πιο άνετα, να μην υπάρχει αυτή η συναισθηματική… να μην υπάρχει αυτή η πίεση και να προοδεύει το όλο θέμα. [00:40:00]Εντάξει, απ’ το κομμάτι του Δήμου, η στήριξη… δεν υπήρχε ιδιαίτερη στήριξη, να πω την αλήθεια. Υπήρχε μια αποδοχή των πραγμάτων, ότι είναι έτσι. Δηλαδή, και οικονομικά δεν υπήρχε στήριξη ιδιαίτερη στη Φιλαρμονική. Οτιδήποτε όργανο πάθαινε κάποια ζημιά, μόνη μου προσπαθούσα να το φτιάξω. Κάποια ήτανε σε αθλία κατάσταση, ήτανε αυτά που βάζουμε στον τοίχο για διακοσμητικά κι εμείς έπρεπε να παίξουμε με αυτά. Αλλά άρχισαν να βλέπουν ότι τελικά, κάτι… τα καταφέρνω, τα καταφέρνω. Άγχος, κάθε φορά που ήταν να βγούμε; Άγχος, για παρέλαση; Να παίξουμε τον Εθνικό Ύμνο; Σήκωνα τα χέρια μου και θυμάμαι να λέω μέσα μου: «Θεέ μου, κάνε να ακουστεί ο Εθνικός Ύμνος τώρα. Αυτό που θα παίξουν να είναι ο Εθνικός Ύμνος». Μέχρι να τελειώσει, τι βίωνα μέσα μου! Γιατί το κάθε πράγμα θέλει τον χρόνο του, δεν… ήταν ο χρόνος. 

Ε.Β.:

Γενικά, στις εργασιακές μου σχέσεις, είχα κάποια θέματα. Και αυτά τα θέματα… πολλές φορές απογοητευόμουν, στεναχωριόμουν. Υπήρχαν και οι δυσκολίες, πολλές. Απ’ τα παιδιά έπαιρνα αγάπη. Είχαμε αρχίσει, δέναμε, έτσι, πολύ σαν ομάδα. Κάποια στιγμή, ήμουνα έγκυος στο πρώτο μου παιδί, μετά που, έτσι, είχα μια τριβή στις εργασιακές μου σχέσεις και διέκοψα. Έφτασα, δηλαδή, σε ένα σημείο, είπα: «Τώρα δεν μπορώ άλλο. Στοπ!» Δεν το άντεχα. Και δέχτηκα πολύ σκληρή κριτική από τη Δημοτική Αρχή, που δεν μου άξιζε. Προσπάθησαν να με κακολογήσουνε δηλαδή, μη σκεπτόμενοι το τι δουλειά έχω κάνει, καθόλου. Μάλλον δεν το συνειδητοποιούσανε. Αλλά, πιστεύω, δεν το περίμεναν ότι εγώ θα αντιδρούσα, κάποια στιγμή θα έφτανα σε αυτό το σημείο. Δεν το περίμεναν, γιατί με βλέπαν, εξακολουθούσα να είμαι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Και διέκοψα. Δεν το μετανιώνω καθόλου εκείνο. Ένα εξάμηνο τότε. Θεώρησαν ότι πολύ εύκολα θα με αντικαταστήσουνε, φέρανε και κάποιον άλλον. Δύο μέρες άντεξε, όχι περισσότερο.  Πόνεσα πάρα πολύ. Δεν το περίμενα τότε. Πάρα πολύ. Που έχανα τους μαθητές μου, δηλαδή θυμάμαι να μαζεύω από τη Φιλαρμονική τα πράγματά μου, τους φακέλους που είχα με τα κομμάτια που παίζανε, κλαίγοντας. Έκλεινα την πόρτα κι έλεγα, είχα στο μυαλό μου ότι αυτό δεν θα το ξαναδώ. Κλαίγοντας. Γιατί το πονούσα, το είχα γεννήσει αυτό το πράγμα. Είχα δώσει ψυχή. Αφού είδαν ότι δεν μπορούν να βρουν αντικαταστάτη και κάποιοι γονείς με υπερασπιστήκανε, πολλά παιδιά δεν θέλαν να πάνε –παρότι δεν παρακίνησα κανένα, δεν επικοινώνησα με κανέναν. Εγώ ήθελα να συνεχίσουν τη μουσική. Δεν θα έκανα αυτό που κάναν όταν ήρθα εγώ. Και τα παιδιά, έτσι, δεν… πρέπει να πάρουνε την… πρέπει να συνεχίσουν την επαφή τους με τη μουσική, δεν έχει σχέση το τι κάνουμε εμείς ή τι κάνουν οι μεγάλοι.  Αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν να βρουν κάποιον εύκολα –κάποιον «δικό τους», όπως λέγανε, εδώ, ντόπιο. «Γιατί να έρχεται η ξένη να δουλεύει εδώ;» Δεν είναι τυχαίο αυτό που λέω. Ήρθε η παρέλαση, δεν βγήκε, Μεγάλη Παρασκευή… Αποφασίσανε και ήρθαν σε επαφή ξανά μαζί μου. Ανέλαβε τότε αυτή τη γεφύρωση ο πρόεδρος, που ήταν, της Φιλαρμονικής. Εγώ έγινα πιο απαιτητική σε αυτά που ήθελα. Όρθωσα το ανάστημά μου, έγινα διεκδικητική και τέθηκαν και άρχισε μια νέα περίοδος για τη Φιλαρμονική. Τέθηκαν νέες βάσεις. Ήρθαν χρήματα στη Φιλαρμονική. Ο πρόεδρος το υποστήριξε πολύ, είδε ότι μπορούν να γίνουν πράγματα. Άλλαξε ο προϋπολογισμός, ήρθαν αρκετά χρήματα στη Φιλαρμονική, υπήρξε μια ανανέωση σε στολές, σε όργανα, άρχισε η προσπάθεια να αλλάξουμε το κτήριο. Και αυτό, έδειξε και στον κόσμο ότι την παίρνουμε στα σοβαρά τη Φιλαρμονική μας. Γιατί η Φιλαρμονική δεν είναι ένας χώρος που πάνε τα παιδιά να μάθουν μουσική. Είμαι κάθετη σ’ αυτό. Τα παιδιά είναι ένας… είναι πολιτισμός η Φιλαρμονική. Δεν είναι μόνο η μουσική. Είναι η πειθαρχία που μαθαίνουν, το δέσιμο, το νοιάξιμο. Αυτή η συνέργεια που υπάρχει και η επαφή με τη μουσική, βέβαια, αλλά και τα ακούσματα. Κι έτσι, άρχισε ο κόσμος να την παίρνει στα σοβαρά, ότι κάτι καλό γίνεται εκεί. Κι εγώ ήμουν διαφορετικός άνθρωπος. Αλλάξαμε και κτήριο και φύγαμε από εκείνο το πενήντα τετραγωνικά με το μπουντρούμι και μεταφερθήκαμε σε έναν πολύ ωραίο χώρο, με τρεις αίθουσες, με δικό μου γραφείο, παράθυρα, ευάερο, ευήλιο. Ανακαινίστηκε πλήρως, με τη χορηγία κάποιου ανθρώπου. Που και γι’ αυτό γίναν αγώνες, τους οποίους διεκδίκησε και ο πρόεδρος, γιατί δεν θέλανε να μας δώσουνε τον χώρο από το σχολείο. Δηλαδή, τη Φιλαρμονική, ακόμα, πήρε πολλά χρόνια, έτσι, να τη στηρίξει, να τη στηρίξουν όλοι οι πολίτες του Καρπενησίου. Και μεταφερθήκαμε σε έναν πολύ ωραίο χώρο, αντάξιο μιας καλής Φιλαρμονικής. Γιατί όλα μετράνε. Το ότι έρχεται ένα παιδί και μπαίνει σε έναν ωραίο χώρο, που νιώθει όμορφα, παίζει με ένα καλό όργανο, και εκείνο το νιώθει σημαντικό, αλλά χαίρεται κιόλας. Ήρθαν πάρα πολλά παιδιά τότε. Πάρα, πάρα πολλά παιδιά. Εγώ εξακολουθούσα, κάθε χρόνο, πήγαινα στα σχολεία. Και μάζευα παιδιά, στην κυριολεξία. Μάζευα παιδιά. Εμπλούτισα το ρεπερτόριο, παίζαμε και ξένη μουσική. Ήθελα να δώσω –εξακολουθούσα να θέλω να δώσω– έμπνευση στα παιδιά. Τους έμαθα τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, παίζαμε μελωδίες από κλασσικούς συνθέτες, λίγο Μότσαρτ, λίγο Μπετόβεν, να γνωρίσουν τα παιδιά. Λάτιν, τζαζ. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε, να ταξιδεύουν, να παίζουμε σε φεστιβάλ. Όλο αυτό να είναι εύηχο. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια, βέβαια, έχω να θυμηθώ και να διηγηθώ πολλά ευτράπελα και περιπέτειες. Σε όλον αυτόν τον ωραίο δρόμο. Δηλαδή, ένας δρόμος ζωής που τα ’χει όλα. Αγάπη, χαρά, κλάμα, δυσκολίες, ευκολίες. Είχα –και έχω– ανοίξει την ψυχή μου σε αυτό και τα παιδιά το νιώθουν αυτό. Το νιώθουν. Είμαι ευγνώμων, μου το δίνουν πίσω. Όταν έρχεται… αυτό που νιώθω όταν έρχεται ένα παιδί στη Φιλαρμονική, νιώθω την ευθύνη του δασκάλου να του ανοίξω παράθυρα. Το λέω αυτό και ανατριχιάζω τώρα. Νιώθω την ευθύνη του δασκάλου, ότι πρέπει να του δώσω του παιδιού αυτού, πρέπει να του δώσω. Πρέπει να του δώσω σε αυτή τη ζωή, να το εμπνεύσω. Κι αν όχι να το εμπνεύσω, κάτι να πάρει από μένα, γιατί… να έχει να θυμάται στη ζωή του. Δεν είναι μόνο η μουσική, όπως είπα. Ακόμα και ότι θα μάθει –γιατί πάντα επιμένω σε αυτά, τα είχα μάθει κι εγώ από τη Φιλαρμονική μικρή– να περιποιείται τη στολή του, να μάθει να τη βάζει ωραία στην κρεμάστρα, να είναι περιποιημένος, σιδερωμένο, να είναι καθαρό το όργανό του, να προσέχει το βιβλίο του. Για μένα είναι σημαντικά, μαθαίνεις την πειθαρχία. Μαθαίνει να εκτιμάει αυτό που του δίνεται. Ότι του δίνεται μία στολή, η οποία έχει ένα κόστος, πρέπει να την εκτιμήσεις. Πάντα τα έχω στον νου μου όλα αυτά, τα θεωρώ σημαντικά. Για να τα κατακτήσω, πραγματικά, έγινα στρίγγλα, όμως, κάποιες φάσεις. Έγινα πολύ αυστηρή, δηλαδή τα απαίτησα. «Όχι, αυτό θα γίνει έτσι. Πρέπει να γίνει έτσι, γιατί το θέλω εγώ». Τώρα, τα έχω κατακτήσει και ξέρουν όλοι ότι έτσι πρέπει να είναι και ξέρουν και γιατί.  Μουσικά, στην πορεία της εξέλιξης, έχω να θυμηθώ να πηγαίνουμε σε κάτι χωριά για συναυλίες, κάτι χωριά. Εγώ δεν τη γνώριζα την Ευρυτανία, την έμαθα απ’ τις συναυλίες. Δεν ξέρω για ποιο λόγο πηγαίναμε. Μας στέλνανε να παίξουμε, έτσι, κάποια πραγματάκια, έτσι, μισή ώρα. Φορτώναμε σε ένα παλιό [00:50:00]λεωφορείο τα πράγματά μας –στην αρχή, φορτώναμε και τις καρέκλες μας– να πάμε σε κάποια χωριά μία ώρα δρόμο από το Καρπενήσι, μες στις στροφές. Να μας δούνε κάτι γεροντάκια, τα οποία, βέβαια, πραγματικά, τα μόνο ακούσματα που είχανε ήταν η δημοτική μουσική. Και εμφανιζόμασταν εμείς με κάτι χρυσά και ασημένια όργανα να παίξουμε. Κι εμείς, εντάξει, δεν ήμασταν και τόσο εύηχοι ακόμη. Και μας κοιτούσανε τόσο καχύποπτα, ερευνητικά. Κάποιες φορές δεν βγαίναν, δηλαδή μας κοιτούσαν απ’ τα παράθυρα. Πηγαίναμε στην πλατεία του χωριού, ετοιμαζόμασταν να παίξουμε, ερχότανε οι γιαγιούλες, οι παππούδες, καθόντουσαν και περιμέναν: «Τι να παίξουν αυτά τα παιδιά, τώρα»; Μας λέγαν: «Δεν θα παίξετε κανένα δημοτικό;» Εξηγούσα ότι δεν παίζουμε δημοτικά, εμείς είμαστε έτσι και παίζουμε Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, ελληνική μουσική. Ήταν άβολο, να το πω, κάποιες φορές. Δεν ξέρανε πως πρέπει να χειροκροτήσουν μετά. Ήτανε, ήταν άβολο. Υπήρχε συναυλία που δεν βγήκε κανένας. Ήμασταν μόνοι μας στον αυλόγυρο μίας εκκλησίας. Εμείς, ο πρόεδρος, που μας συνόδεψε, κι ένας άνθρωπος που ήρθε να ανάψει ένα κερί και ντράπηκε να φύγει βγαίνοντας απ’ την εκκλησία, αφού ήμασταν εκεί και περιμέναμε κάτι. Και λέω στα παιδιά: «Πάμε παιδιά να παίξουμε, ας πούμε ότι κάνουμε πρόβα». Εντάξει, τώρα τα θυμάμαι και γελάω, έτσι; Αλλά τότε προσπαθούσα, σκεφτόμουν μην τα αποθαρρύνει τα παιδιά. Έχω πολλά να θυμηθώ από αυτά. «Τι καραμούζες είναι αυτά;» μου λέγαν κάποιοι. Λοιπόν, στην πορεία, ναι, σκεφτόμουν: «Πάμε, μπορούμε», αλλά έβαλα στο μυαλό μου –το έβαλα στο μυαλό μου!– ότι και θα εκπαιδεύσω τα παιδιά στη μουσική –στη μουσικότητα! Δεν έχει σημασία τι παίζεις, σημασία έχει να το παίζεις με μουσικότητα. Θα εκπαιδεύσω και το κοινό. Το έβαλα στο μυαλό μου. Θα μάθουν να ακούνε. Και παίζαμε τα ελληνικά που τους άρεσαν και έβαζα μέσα και κάποιο που δεν το γνώριζαν, ξένο. Piazzolla, tango, δεν έχει σημασία. Άρχισαν να εκπαιδεύονται. Έμαθα τα παιδιά να νιώθουν μουσικοί. Γιατί επιβάλλεσαι και με την εικόνα σου. Πρώτα επιβάλλεσαι με την εικόνα και μετά τους κρατάς και με το άκουσμα. Πρέπει να νιώθεις μουσικός –πώς θα κάτσεις στην καρέκλα, πώς θα φερθείς. Όταν ήταν η μπάντα να περπατήσει: «Δεν πρέπει να μιλάμε στον δρόμο που περπατάμε!» όπως κάνανε τα πρώτα χρόνια, σκουντιόντουσαν, μιλούσανε, περπατούσαν όπως να ’ναι, κρατούσαν το όργανο όπως να ’ναι. Όχι. Δεν είμαστε μπουλούκι, ούτε κοπάδι με ζώα. Πρέπει να έχουμε μια διάταξη που δείχνει πειθαρχία. Και για τους άλλους έξω, αλλά και για τα παιδιά. Γιατί όλες οι ομάδες χρειάζονται μία πειθαρχία, οποιαδήποτε ομάδα είναι αυτή. Οι αθλητικές ομάδες δεν έχουν πειθαρχία; Αυτό δένει την ομάδα, έχουμε ένα κοινό στόχο. Πρέπει να νιώθεις έτσι. Μια ομάδα χορευτική, όταν βγαίνει, δεν έχει μια διάταξη, ένα στήσιμο; Έχει σημασία αυτό. Η εικόνα κερδίζει. Άρχισαν να στήνονται… Να διεκδικώ και να πετυχαίνω το πώς θα κάτσουν στην καρέκλα, με τη σοβαρότητά τους, πώς θα είναι περιποιημένα και τα κορίτσια. Με τον πρόεδρο οργανώναμε και με στήριζε, δηλαδή, πάρα πολύ σε αυτά που ήθελα να κάνω. Ήταν δεκτικός να τα ακούσει και να μου δώσει την ευκαιρία, γιατί πριν δεν έβρισκα αυτή τη δεκτικότητα. Κάναμε, αρχίσαμε να κάνουμε, να δίνουμε συναυλίες στο θέατρο, στο Συνεδριακό Κέντρο Καρπενησίου, δηλαδή σε κλειστό χώρο. Εντάξει, η σκηνή είναι πάντα δύσκολη, ειδικά όταν ο θεατής είναι μέσα σε θέατρο που σε παρακολουθεί, δεν είναι σε μια πλατεία, που μπορεί να κουβεντιάσει δίπλα και να… Είναι εσύ, στη σκηνή. Όλα αυτά είχανε άγχος, πάρα πολύ άγχος. Πάρα πολύ. Κάθε φορά που σηκώνω τα χέρια μου και κοιτάζω την ορχήστρα μου, όμως, το άγχος φεύγει… Υπάρχει. Υπήρχε τότε, σίγουρα υπήρχε, από την αρχή ως το τέλος. Αλλά το δέσιμό μας, αυτή η συνέργεια που έχεις εκεί πάνω, αυτό το η μία ψυχή ακουμπάει δίπλα στην άλλη και εξαρτάται, το αποτέλεσμα εξαρτάται απ’ τον κάθε έναν. Όταν είμαι εκεί και βιώνω αυτό, ξέρω γιατί έχω κάνει όλα τα προηγούμενα και αξίζουν. Λέω: «Ναι, άξιζε».  Εννοείται ότι πολλά πράγματα δεν έχουν πάει καλά. Και τώρα. Δεν πήγαιναν και τώρα, πολλές φορές, μπορεί να μην πάνε καλά. Μα μιλάμε για παιδιά, για ερασιτέχνες. Τα παιδιά, παιδιά τα οποία –δεν ξέρω πόσα παιδιά έχουν περάσει στη Φιλαρμονική, τώρα που το σκέφτομαι. Δεν ξέρω. Τετρακόσια; Πεντακόσια; Δεν ξέρω πόσους μαθητές έχω όλα αυτά τα χρόνια, απ’ το 1997. Η Φιλαρμονική είναι κάτι ζωντανό. Έρχονται παιδιά, μαθαίνουν, φτάνουν ένα σημείο, εκεί, Β’-Γ’ Λυκείου, συνήθως διακόπτουν τότε και ανανεώνονται. Φεύγουν φοιτητές, αν γυρίσουνε, πολλοί μπορεί να επιστρέψουν στη Φιλαρμονική. Τότε, συνήθως, δεν επέστρεφαν, αλλά ανανεώνεται συνέχεια. Αυτό, δεν σταματάει, ένας αέναος αγώνας. Κάποιες φουρνιές είναι εξαιρετικές, κάποιες… δηλαδή, είναι τα πάνω του και τα κάτω του. Δεν μπορείς να πεις ότι: «Εδώ είμαστε!» Ένας διαρκής αγώνας. Έρχονται παιδιά, φεύγουν παιδιά, ξανά πάλι και ξανά πάλι. Και αυτό θέλει να είσαι ακούραστος. Αυτό τρώει από σένα, απ’ την ψυχή σου. Ζει από σένα. Εντάξει, κάποιες φορές, ναι, νιώθω ότι κουράζομαι. Αλλά τώρα, είναι τόσο δυνατό, που όταν κουράζομαι και πέφτω, με σηκώνει εκείνο. Είναι σαν να έρχεται και με σκουντάει: «Επ! Έλα, πάμε τώρα!» Παρότι υπάρχει αυτή η αλλαγή των ψυχών που την αποτελούν, το επίπεδο ανεβαίνει. Γιατί είναι σαν ένα κτήριο που είναι γερές οι βάσεις. Είναι γερές οι βάσεις και κάθε τούβλο που μπαίνει, κάθε πέτρα είναι καλά βαλμένη κάθε φορά. Οπότε, μπορεί και να ανέβει. Ακόμα κι αν χρειαστεί να γκρεμίσεις κάτι ή να γκρεμιστεί μόνο του, πάλι μπορείς. Έχω τον χρόνο να το σκεφτώ, να το τοποθετήσω καλά. Δεν φοβάμαι τώρα πια. Φοβήθηκα παλιά, στην αρχή. Τώρα, δεν φοβάμαι. Αυτό που μου δίδαξε είναι ότι δεν φοβάμαι και έχει χρειαστεί να χαλάσω μόνη μου, να γκρεμίσω. Όταν κάτι, δηλαδή, έβλεπα ότι είναι στραβό, να το χαλάσω. Έχει χρειαστεί να απομακρύνω κάποιους. Ακόμα και που τους είχα ανάγκη, που ήθελα να… γιατί δεν είχα πάντα τα περιθώρια, δεν έχω τα περιθώρια πολλές φορές να πω «όχι», δεν είχα. Τώρα έχω. Αφού είμαστε μια χούφτα. Τους είχα όλους ανάγκη και ήταν όλοι μετρημένοι. Δεν μπορούσε να απουσιάζει κάποιος. Αλλά είχα το σθένος, το θάρρος, την τόλμη να πω: «Όχι, γιατί δεν κάνεις αυτό όπως… δεν το κάνεις όπως το θέλω». Όχι από εγωισμό. Επειδή ήξερα ότι έτσι πρέπει να είναι για να αξίζει, γιατί αλλιώς πάει λάθος. Όπως το θέλω για να είναι σωστό. Όχι μουσικά. Ηθικά, τίμια. Για να έχει τη συνθήκη που αξίζει σε αυτό. Όχι, δεν φοβάμαι τώρα. Και κάποιες φορές πρέπει να γκρεμίσεις, πρέπει να πας πίσω –το λέω αυτό–, πρέπει να πας πίσω. Όταν κάτι είναι λάθος, πρέπει να πας πίσω, να το σκεφτείς και να το πάρεις σωστά. Ας πάει πίσω, δεν με τρομάζει. Και κάτω να πάει. Ξέρω ότι μπορώ να το ξαναφτιάξω. Γιατί είναι από μένα. 

Β.Τ.:

Πώς νιώθεις που βλέπεις αυτό το φρούριο, με τα θεμέλια- 

Ε.Β.:

Ναι, ναι, ναι. Μπορεί να είναι φρούριο, ναι.  

Β.Τ.:

Πώς νιώθεις όταν θα το δεις απ’ έξω δηλαδή; Που θαυμάζεις και λες: «Κοίτα, έφτιαξα αυτό το σπίτι, έφτιαξα αυτό το φρούριο!» Πώς νιώθεις; Ότι το ’κανες εσύ, δεδομένου ότι πήρες μια μπάντα- 

Ε.Β.:

Δεν το… Άργησα να το συνειδητοποιήσω. Δηλαδή, τώρα που σου το λέω, πάλι λέω μέσα μου: «Κοίτα να δεις, τώρα, τι λέω;» Αυτό το νιώθω δικό μας, δικό μας. Είμαι πολύ εσωστρεφής με αυτό. Είμαι σαν σκύλα μάνα, δηλαδή είμαι πολύ εσωστρεφής. Νιώθω δυνατή. Ναι, ναι, ναι. Νιώθω υπερήφανη, νιώθω… νιώθω αγάπη μεγάλη. Δεν ξέρω ποια λέξη να βρω τώρα για να βγάλω το συναίσθημά μου. Ναι, δεν μπορώ να τη βρω. 

Β.Τ.:

Εκεί, δηλαδή, όταν σηκώνεις τα χέρια σου, που βλέπεις το φρούριό σου, που είναι τα παιδιά σου, που είναι η μουσικοί σου, που είναι ό,τι τους έχεις μάθει. Ευτυχία;

Ε.Β.:

[01:00:00]Νιώθω περήφανη γι’ αυτά τα παιδιά, νιώθω περήφανη, νιώθω ευγνώμων και να σου πω τι νιώθω; Νιώθω ευγνώμων απέναντι σε αυτά τα παιδιά, που μου δίνουν την ψυχή τους. Δηλαδή, έτσι το εκλαμβάνω. Και νιώθω βάρος και υπευθυνότητα ότι πρέπει να φανώ αντάξιά τους. Αντάξιά τους. Δηλαδή, έρχονται για να είναι μαζί μου. Με ακολουθούν σε αυτό που οραματίζομαι. Δεν είναι εύκολο αυτό. Δηλαδή, οραματίζομαι κάτι και το ακολουθούν. Φοβερό! Τα πείθω, αλλά νιώθω μεγάλο βάρος. Νιώθω ότι πρέπει να είμαι αντάξια σε αυτό. Γιατί ο νέος άνθρωπος μου ανοίγει την ψυχή του. Αυτό, μια ψυχή ανοιχτή, βέβαια, πληγώνεται και εύκολα, αλλά δεν με πειράζει. Τώρα πια, έχω και πολύ παλιούς μου μαθητές, με τους οποίους έχω μια σχέση ζωής. Αυτό είναι σχέση ζωής. Μπορώ να κλάψω μπροστά τους, να κλάψουν αυτοί. Είναι οικογένεια. Είναι ο ορισμός της οικογένειας. Αυτό. Και κάθε νέος που έρχεται και μπαίνει μέσα σ’ αυτή την οικογένεια, αργά ή γρήγορα, το νιώθει. Και μέσα –δηλαδή, δεν είναι καταπληκτικό;– μπορούν, μέσα σε αυτή την… μέσα στη Φιλαρμονική, να συνυπάρχουν και να δένονται και να βγάζουν ένα αποτέλεσμα, έναν ήχο παιδιά που είναι Δ’, από Δ’ Δημοτικού μέχρι τριάντα πέντε και τριάντα έξι χρονών. Και να σέβεται ο ένας τον άλλον και να κάνει υπομονή ο ένας με τον άλλον και να διαβάζουν απ’ το ίδιο βιβλίο, στο ίδιο αναλόγιο. Και ο ένας να προσέχει τον άλλο. Δεν είναι φοβερό; Και να τους ενώνει… Τους ενώνει η μουσική; Τους ενώνει η ίδια αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε. Τους ενώνω εγώ; Δεν ξέρω. Ο ένας ενώνει τον άλλον τώρα πια. Και κάθε καινούριος που έρχεται, μπαίνει σε αυτό. Κάποιος που δεν μπορεί να το νιώσει, δεν μπορεί να μπει μέσα σ’ αυτό. Ναι, είμαι πολύ εσωστρεφής είναι η αλήθεια και επειδή έχω κλάψει πάρα πολύ γι’ αυτό, έχω κλάψει πάρα πολύ γι’ αυτό, έχω προσπαθήσει γι’ αυτό, υπάρχουν φορές που βγάζω και μία επιθετικότητα προς τα έξω. Είμαι απαιτητική προς τα έξω, προς τη διεκδίκησή μου, προς τον Δήμο. Το περιφρουρώ δηλαδή. Είπες πολύ σωστά τη λέξη φρούριο, ναι. Σε όλον αυτό τον δρόμο, στην πορεία της Φιλαρμονικής, μετά… άλλαζε, βέβαια, και η Δημοτική Αρχή πολλές φορές. Οι δήμαρχοι που ήρθαν στα μετέπειτα χρόνια, οι δύο τελευταίοι, πραγματικά, πρέπει να αναγνωρίσω ότι στήριξαν πάρα πολύ τη Φιλαρμονική και ήρθε πια και η πολιτική βούληση. Αντιμετώπιζαν κι εμένα, ως μαέστρο, με σοβαρότητα και τη Φιλαρμονική με άλλον τρόπο. Συμμερίζονταν, και ο προηγούμενος δήμαρχος και αυτός τώρα, συμμερίζονται τα οράματά μου. Πολλές φορές, δεν χρειάζεται καν να παραθέσω αυτό που θέλω, ας πούμε. Μου λένε «ναι» σε όλα και αυτό μου δίνει μεγάλη στήριξη. Δηλαδή, πέρα απ’ το οικονομικό κομμάτι, υπάρχει και το ηθικό κομμάτι. Έτσι, έχουμε πια μια Φιλαρμονική, η οποία αριθμεί ογδόντα άτομα. Τα σαράντα πέντε είναι ενεργά, εμφανίζονται, και τα υπόλοιπα είναι στο φυτώριο. Ογδόντα άτομα με λίστα αναμονής για να έρθουν. Είμαι μόνη μου και δεν μπορώ να αντεπεξέλθω σε όλα αυτά, σε παραπάνω άτομα. Μια Φιλαρμονική που καταχειροκροτείται κάθε φορά που βγαίνει, που ο Δήμος, πραγματικά, τη στηρίζει και την πιστεύει, τη θεωρεί ένα απ’ τα σημαντικότερα, απ’ τις σημαντικότερες δομές του. Το ξέρω, το νιώθω, το βιώνουμε. Στις συναυλίες μας, που πια έχουν ποικίλο ρεπερτόριο –κατάφερα και εκπαίδευσα και το κοινό! Έμαθε και το κοινό να ακούει και τα διαφορετικά είδη μουσικής και ακόμα και όταν παίζουμε και δύσκολο ρεπερτόριο, έρχεται κόσμος, κάθεται, μας ακούει. Και χωρίς ιδιαίτερη διαφήμιση, όταν έχουμε μια συναυλία, έρχονται. Έχουμε σταθερό κοινό. Και το πολύ ωραίο; Έρχονται και λένε, μου κάνουνε κριτική. Πόσο ωραίο! Μου λέει: «Την προηγούμενη φορά παίξατε πιο καλά» ή «Τώρα ήσασταν πιο ωραίοι», «Εκείνο το τραγούδι και το τρίτο, που δεν το ξέρω, αλλά το τρίτο που παίξατε, ποιο μου θύμισε; Ωραίο ήτανε. Εκείνο δεν μου άρεσε». Η κριτική δείχνει ότι σε παρακολουθούν. Και αυτό μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Βρίσκεται σε πολύ καλή φάση η Φιλαρμονική αυτή τη στιγμή. Οι κόποι τόσων χρόνων, τώρα δίνουν το αποτέλεσμά τους.  Έχω βάλει σε σειρά τα πράγματα, όπως τα ήθελα. Όπως είπα, πάντα ήμουν μόνη και τα ’τρεχα όλα. Όταν λέω όλα, εννοώ το βεστιάριο, έπαιρνα μέτρα για τις στολές, φρόντιζα τα σέρβις των οργάνων, έτρεχα, ζητούσα τον προϋπολογισμό μου –δηλαδή, και το διοικητικό κομμάτι. Βρέθηκαν άνθρωποι στο διοικητικό κομμάτι, που επίσης βοήθησαν στη Φιλαρμονική. Αξίζει να το αναφέρω κι αυτό. Δηλαδή, σε όλα αυτά τα χρόνια, υπήρχαν άνθρωποι, υπήρξαν άνθρωποι που έδωσαν τη βοήθειά τους. Αλλά στο κομμάτι του να τα τρέξω, ναι, ήμουν πάντα μόνη –και είμαι. Επιμελούμαι τα πάντα δηλαδή. Να διδάξω, να επιμεληθώ τις συναυλίες, να σκεφτώ το ρεπερτόριο, να ενορχηστρώσω, το βιβλίο, τι θα φορέσουν, πώς θα στηθούν, να οργανώσω το λεωφορείο που θα πάμε για να παίξουμε κάπου, τη μεταφορά των πραγμάτων για να πάμε να παίξουμε κάπου. Από την αρχή ως το τέλος. Είναι όλο δικό μου. Αυτό που έχει κατακτηθεί είναι ότι θα ζητήσω κάτι και, ναι, θα γίνει άμεσα. Άμεσα. Γιατί ξέρουν, μου έχουν εμπιστοσύνη ότι για να το ζητάω, έχω τον λόγο μου, αξίζει, το θέλω, χρειάζεται. Δεν χρειάζεται να πείσω κάποιον.  Και είμαστε μια Φιλαρμονική ογδόντα ατόμων, με ποικίλο ρεπερτόριο, με παιδιά διαφόρων ηλικιών, που ο κόσμος μας απολαμβάνει, μας δίνει συγχαρητήρια. Πόση χαρά παίρνω, πόση χαρά παίρνω! Συγκίνηση! Και όσες δυσκολίες, ξεχνιούνται όλα όταν μου λένε: «Σ’ ευχαριστώ». «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που δίνεις στο παιδί μου», «Σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό που ακούσαμε». Και η Φιλαρμονική έχει ταξιδέψει σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Συμμετέχουμε σε φεστιβάλ. Έφτασα στο σημείο, έφτασα τη Φιλαρμονική να βιώνει αυτά που βίωνα κι εγώ όταν ήμουνα στην ηλικία τους. Πέτυχα τον στόχο μου, να τους δώσω αυτά που πήρα. Το αναγνωρίζουν πολλά παιδιά, έρχονται, μου το λένε. Έχουν ωραίες αναμνήσεις. Μου συγχωρούν τις τριβές μας, αλλά είναι στα πλαίσια της διδασκαλίας, της πειθαρχίας. Τώρα καταλαβαίνουνε γιατί το έκανα.  Μάλιστα, μερικοί μαθητές μου λένε –που είναι δάσκαλοι– μου λένε: «Ακολουθώ το μοτίβο σου». Τώρα, τα παιδιά στην ορχήστρα δέχονται τις παραξενιές μου, ότι θέλω τα μαλλάκια να είναι έτσι πιασμένα για να υπάρχει ομοιομορφία, δεν θέλω βαμμένα νύχια, τα δέχονται όλα αυτά. Καταλαβαίνουνε γιατί τα κάνω, ότι θέλω, ότι δίνω σημασία. Έχει σημασία και η εικόνα και το άκουσμα.  

Β.Τ.:

Έμαθες να πονάνε αυτό που πονάς κι εσύ.

Ε.Β.:

Ναι, ναι, ναι, σωστά. Πονάνε, το πονάνε κι εκείνα. Όταν χαλαρώνω… Πέρασα, έτσι, μια περίοδο πρόσφατα που ήμουνα, που είχα… ήμουνα κουρασμένη. Δεν φοβάμαι να το πω στα παιδιά πια, ότι: «Παιδιά είμαι κουρασμένη λίγο μέσα μου». Και χαλαρώνω την αυστηρότητά μου. Μου λένε: «Δεν μας αρέσει. Θέλουμε την άλλη μαέστρο, δεν μας αρέσει. Την προηγουμένη, αυτή την αυστηρή». Γιατί το κάνω με αγάπη. Με νοιάζει να εμβαθύνω στον χαρακτήρα του κάθε παιδιού, να το βοηθήσω, να αναδείξω, να βγάλω από μέσα του το καλύτερο. Μουσική παίζει, ο καθένας παίζει μουσική με βάση τον χαρακτήρα του. Θέλω να δώσω αυτοπεποίθηση, γιατί θυμάμαι τον εαυτό μου. Εκείνο το [01:10:00]κοριτσάκι που δεν είχε αυτοπεποίθηση, το ντροπαλό, που έκλαιγε με το παραμικρό, πώς εξελίχθηκε σε έναν άνθρωπο που διεκδικεί και δεν φοβάται. Δεν έχει σημασία αν μέσα μου μπορεί να κλάψω, να πονέσω. Διεκδικώ και δεν φοβάμαι. Και δεν φοβάμαι ότι μπορώ να τα καταφέρω. Και εμπνέω και με εμπνέουνε. Με εμπνέει η αγάπη τους.  Λίγο πριν βγούμε στη σκηνή, πριν ανοίξει η αυλαία, αγκαλιαζόμαστε, τους λέω: «Θέλω να το απολαύσετε ό,τι και να γίνει. Ό,τι και να ’χω πει στις πρόβες, όσο και να ’χουμε μαλώσει, τώρα μπορείτε να κάνετε όσα λάθη θέλετε, τώρα δεν πειράζει. Έχουμε δουλέψει. Τώρα θέλω να το απολαύσουμε». Όταν είμαι στη σκηνή και τους κοιτάζω, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο. Είμαι εκεί, μαζί τους. Αυτή η εσωστρέφεια κι αυτό που έχουμε μεταξύ μας δεν μπορεί να το νιώσει κανείς άλλος απ’ έξω. Κανείς άλλος, όσο κοντά και να είναι. Νομίζω ότι και την οικογένειά μου την έχω κρατήσει έξω απ’ αυτό, δεν μπορεί να το δει. Περνάμε ωραία, περνάω καταπληκτικά μαζί τους, κάνουμε πάρτι, περνάμε τέλεια. Όλα αυτά τα διαφορετικής ηλικίας άτομα μπορούν να διασκεδάζουν μαζί, να πηγαίνουν εκδρομές και να περνάνε τέλεια και να είναι οικογένεια. Τι άλλο;

Β.Τ.:

Άρα, για σένα, η Φιλαρμονική τι είναι;

Ε.Β.:

Ε, είναι μια οικογένεια. Είναι η ψυχή μου. Είναι και αυτό η ψυχή μου. Αγάπη.

Β.Τ.:

Πωπώ! Είναι πολύ σημαντικό, απ’ τα δέκα άτομα σε έναν χώρο πολύ κλειστό, πολύ ψυχρό, τέλος πάντων-

Ε.Β.:

Ψυχρό, ναι.- 

Β.Τ.:

Να φτάσεις τα ογδόντα μέλη, με μία μπάντα με ήχο πια-

Ε.Β.:

Είναι αέναη προσπάθεια.

Β.Τ.:

Με ερασιτέχνες μουσικούς. Πάντοτε επιλέγεις, όπως φαίνεται, τον δύσκολο δρόμο.

Ε.Β.:

Τελικά, ναι. Το λέω και στους μαθητές μου. Όλα θέλουν κόπο. Η μουσική θέλει κόπο, θέλει πειθαρχία, δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά το αποτέλεσμα, όσο μεγαλύτερος ο κόπος, τόσο μεγαλύτερη η απόλαυση στο αποτέλεσμα. Τους το λέω πάντα για να το ’χουνε –δεν αφορά μόνο στη μουσική, για να το θυμούνται σε όλα όσα κάνουν στη ζωή τους.

Β.Τ.:

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου έδωσες. Για μένα είναι αρκετά σημαντικό αυτό, αυτό που συνέβη σήμερα, γιατί είμαι κι εγώ μέλος της Φιλαρμονικής και έτσι είναι, δηλαδή είναι οικογένεια. Και αυτός, που έλεγα και πριν, ο δύσκολος δρόμος που επέλεξες και αυτός ο δρόμος, τέλος πάντων, που άνοιξες, έβαλες πάρα πολύ κόσμο μέσα και έβαλες και δημιούργησες, έτσι, σε όλους εμάς, στους μαθητές, στον τόπο, έναν δρόμο γεμάτο φως. Έμπνευση και φως. Σε ευχαριστούμε πολύ. Ελπίζουμε και ευχόμαστε –και έτσι θα είναι– θα συνεχίσεις να είσαι δημιουργική, να μαγεύεις με τον δικό σου, ξεχωριστό τρόπο το κοινό μουσικά, την μπάντα σου –γιατί είναι μπάντα σου–, μόνο όπως όλοι εμείς ξέρουμε και… Αυτό. Και νομίζω και όλη η μπάντα θα σε ευχαριστούσε με τον ίδιο τρόπο, γιατί

Ε.Β.:

Ναι, μου το δείχνουν-

Β.Τ.:

Είναι αγάπη. Λάμπουν τα μάτια τους, ολωνών μας.

Ε.Β.:

Ναι, μου το δίνουν, μου το δίνουν αυτό. Εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήμουν διστακτική γι’ αυτή μας τη συνέντευξη. Για μένα, είναι εξομολόγηση. Έτσι, μαζεμένα, δεν τα είχα σκεφτεί ποτέ. Μπήκα στη διαδικασία να πάω πίσω, να τα σκεφτώ. Σίγουρα έχω, έτσι… Θα είχα πολύ περισσότερα να πω. Βούτηξα στην ψυχή μου και στο παρελθόν. Ένιωσα περίεργα και σκεφτόμουν: «Γιατί να είναι σημαντικό να τα πω όλα αυτά;» Έκανα αυτό που όφειλα να κάνω, με τιμιότητα. Γιατί έτσι πάντα το ένιωθα, ότι οφείλω. Οφείλω να το δώσω αυτό στο παιδί. Αφού το ξέρω, πρέπει να το δώσω, πρέπει να το πω, πρέπει να το μεταλαμπαδεύσω. Αφού μπορώ να το κάνω. Κατέβαλα πολύ μεγάλη προσπάθεια, ναι, και επιμονή και δυσκολία. Αυτό μόνο. Έτσι, είμαι περήφανη για μένα γι’ αυτό. Το υπόλοιπο κομμάτι, νιώθω ότι έκανα το χρέος μου στο παιδί που έρχεται και με κοιτάζει στα μάτια. Σε ευχαριστώ πολύ.

Β.Τ.:

Κι εμείς σ’ ευχαριστούμε. Όντως, κι εμείς νιώθουμε πολύ περήφανοι.-

Ε.Β.:

Με συγκίνησες! Σ’ ευχαριστώ πολύ.

Β.Τ.:

Εύη μου, μαέστρο μου, μαέστρο μας, ευχαριστώ γι’ αυτή τη συνέντευξη. Καλή συνέχεια!