"Fidusa": Ένα όνομα συνδεδεμένο με την ιστορία του ελληνικού ποδηλάτου

Π.Δ.

Καλημέρα σας!

[00:00:00]

Γ.Β.

Καλημέρα σας!

Π.Δ.

Θέλετε να μας πείτε το όνομά σας;

Γ.Β.

Λέγομαι Γιώργος Βογιατζής.

Π.Δ.

Ωραία, εγώ είμαι ο Παντελής Διαμαντής, είμαι ερευνητής στο Istorima και σήμερα είναι Τετάρτη, 12 Απριλίου του 2023, και βρισκόμαστε στη Ρόδο. Κύριε Γιώργο, θέλετε λίγο να μας συστηθείτε;

Γ.Β.

Ναι. Γεννήθηκα στη Ρόδο, στα Τριάντα, Ιαλυσό. Η μητέρα μου κατάγεται από ‘κεί, ο πατέρας μου από το Καστελόριζο και μέχρι τα έξι - επτά μου χρόνια βρισκόμασταν στην Ιαλυσό, στα Τριάντα, όπως λεγόταν παλιά. Μετά, μετακομίσαμε στη Ρόδο στο σπίτι που έμενε η γιαγιά μου, στο Νιοχώρι, έμεινα εκεί μέχρι τα δεκατρία μου χρόνια, δεκατέσσερα, και μετακομίσαμε και μέχρι σήμερα βρισκόμαστε στη Θεμιστοκλέους Σοφούλη στη Ρόδο, όπου εκεί ο πατέρας μου είχε το κατάστημα, ήταν το σπίτι που έμεναν οι γονείς και μένουμε ακόμα κι εμείς σήμερα. Η σχέση μου με τον αθλητισμό ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια που αρχίζω να αντιλαμβάνομαι και να καταλαβαίνω το ποδήλατο. Ο πατέρας μου λόγω του ότι είχε εμπόριο στην πόλη της Ρόδου και στο κέντρο, στην Δημητρίου Θοδωράκη, είχε και ποδήλατα, έφερνε και πολλά άλλα πράγματα, με γοήτευε, με γοήτευε το, αυτό το όχημα. Θέλεις η ταχύτητα; Θέλεις το ότι είχες μία ανεξαρτησία, θέλεις ότι κινείσαι ελεύθερα παντού; Από - χωρίς να έχω σκεφτεί ότι θα ασχοληθώ με τον αθλητισμό, μου άρεσε η χρήση του. Στη συνέχεια, ανακάλυψα ότι εδώ υπάρχουν ποδηλάτες, υπάρχει ποδηλασία σαν άθλημα, υπήρχαν ονόματα, τα παιδιά όλα, τα ονόματα αυτά τα θαύμαζα, όπως ο Κελόγλου, ο Κούντρας, ο Μανίκαρος και πολλοί άλλοι, ο Πανάγος. Κι ήθελα να ανακατευτώ μ’ αυτό, περισσότερο όμως για το ποδήλατο, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα ασχοληθώ με τον πρωταθλητισμό. Κι έτσι ανακάλυψα κάποια στιγμή ότι εκεί το καλοκαίρι μαζεύονται στην πίστα, κάνουν προπόνηση και αγώνες και πήγαινα να δω. Σιγά σιγά, άρχισα να πιέζω τους γονείς μου να μου πάρουν ένα ποδήλατο. Μου πήραν, λοιπόν, ένα ποδήλατο μεταχειρισμένο από τον Γιάννη τον Πανάγο, του οποίου ο πατέρας είχε μία ταβέρνα και το ποδήλατο το ανταλλάξαμε με πράγματα, πιάτα, μαχαίρια, ποτήρια από το μαγαζί του πατέρα μου. Θέλοντας ο πατέρας μου να μου δείξει ότι: «Κοίτα να δεις, εδώ τα πράγματα δεν είναι έτσι απλά, δεν ό,τι ζητάς θα το έχεις». Και αντιλαμβάνεσαι ότι για να πάρεις μία κούρσα εκείνη την εποχή που σας περιγράφω το '70..., 1973 δεν ήτανε κάτι εύκολο και απλό, δεν το είχε ο καθένας. Η Ρόδος ήτανε, ναι μεν δεν ήτανε σε δύσκολη κατάσταση, τότε ανέβαινε ο τουρισμός, τότε άνθιζε σιγά σιγά όλο αυτό το οικοδόμημα το τουριστικό, το οποίο μαζί του πήρε κι όλες, κι όλα τα επαγγέλματα. Κι έτσι, σιγά σιγά, μπορέσαμε να υπάρχει μία σχετική ευκολία στο τι θέλουμε να πάρουμε. Πήρα, λοιπόν, το ποδήλατο, ξεκίνησα σιγά σιγά να κάνω ποδηλασία, είχα ένα ατύχημα, χρειάστηκε να το χρησιμοποιήσω και για την αποθεραπεία. Άρχισα να κάνω αποστάσεις, μου άρεσε αυτό. Έβλεπα τους άλλους, όλοι τρέχανε πιο γρήγορα από μένα. Πήγαινα στην προπόνηση και σιγά σιγά να είπα να γραφτώ σε έναν σύλλογο. Ξεκίνησα από τον «Δωριέα», που είχε τότε τμήμα ποδηλασίας και ξεκίνησα να παίρνω μέρος σε αγώνες. Αυτό διήρκεσε μέχρι τα είκοσι επτά μου χρόνια, όπου έχω αποφασίσει να σταματήσω το ποδήλατο σαν άθλημα, σαν πρωταθλητισμό, διότι άρχισε να με γοητεύει η ιδέα να κατασκευάσω ένα ποδήλατο δικό μου, δηλαδή να κάνω αυτήν τη δουλειά. Όπως αντιλαμβάνεσαι, αυτό το, αυτή μου η απόφαση δεν ήταν και τόσο ευχάριστη για τους γονείς μου, διότι ο πατέρας μου είχε αυτή την επιχείρηση που τροφοδοτούσε όλη τη Ρόδο, και όχι μόνο, και τα Δωδεκάνησα με ομπρέλες, με ποτήρια, πιάτα, είδη προικός, εισαγωγές από την Κίνα, την Ταϊβάν και προφανώς σκέφτηκαν ότι: «Τι θα γίνει τώρα αυτή η επιχείρηση, αν εσύ ασχοληθείς με κάτι άλλο;». Εν πάση περιπτώσει, πείστηκε ο πατέρας μου και πήρε στην Ιταλία τηλέφωνο την οικογενειακή επιχείρηση Faggin, που έχει έδρα την Πάντοβα και τους είπε ότι: «Ο γιος μου θέλει να μάθει να κατασκευάζει ποδήλατα» και έτσι πήρα το βαλιτσάκι μου και πήγα στην Ιταλία σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών για να μάθω τον τρόπο με τον οποίον κατασκευάζονται οι σκελετοί. Να πω εδώ ότι ένα σοβαρό για εμάς, για την ηλικίας μας και την εποχή μας, θέμα συζήτησης ήτανε γιατί αυτή η μάρκα ποδηλάτων είναι πολύ καλή, γιατί αυτή δεν είναι τόσο καλή, γιατί εκείνο είναι αυτό, γιατί εκείνο. Πράγματα τα οποία, βέβαια, ούτε ξέραμε, ούτε γνωρίζαμε γιατί λέγονται, για τι συζητιούνται, γιατί είναι καλύτερο, αν ήταν καλύτερο. Υπήρχε αυτός ο μύθος ότι αυτό το ποδήλατο, αυτή η μάρκα είναι πάρα πολύ καλή, αυτή, εντάξει, δεν είναι και τόσο καλή, αλλά στην ουσία δεν ξέραμε για ποιον λόγο. Όταν ανακατεύτηκα με αυτήν την υπόθεση της κατασκευής των σκελετών, άρχισα ν’ αναγνωρίζω τους σωλήνες, τον τύπο των κολλήσεων, τις μούφες, δηλαδή τους συνδέσμους που ενώνουν τους σωλήνες μεταξύ τους, τα είδη των χρωμάτων, τη γεωμετρία, τα μήκη κι άρχισα να καταλαβαίνω, όσο περνούσαν τα χρόνια κι έκανα και τον πρωταθλητισμό αυτόν, ότι ένα ποδήλατο, παραδείγματος χάριν, το οποίο είχε αυτές τις μοίρες, ήταν καλύτερο στην ανηφόρα, ενώ ένα άλλο ήτανε καλύτερο στην ευθεία ή ένα άλλο ήταν καλύτερο στο σπριντ. Όλες αυτές τις εμπειρίες, τις γνώσεις και το καταστάλαγμα μιας σεζόν πιθανόν που είχε πάει καλά, που δεν είχε πάει καλά, που είχε καλούς χρόνους με ένα ποδήλατο στην ανηφόρα ή στα, στους τερματισμούς, αυτό, αυτό όλο ήτανε καταγεγραμμένο μέσα μου και όταν το χρειάστηκα για την κατασκευή των σκελετών, το είχα έτοιμο. Κι έτσι κι αυτές οι γνώσεις κι αυτήν την εμπειρία την ανταλλάσσαμε πλέον σ’ ένα άλλο επίπεδο που μπορούσα να βοηθήσω έναν αθλητή να πάει καλύτερα στην ευθεία, στην ανηφόρα, στο σπριντ. Παραδείγματος χάριν, μία κοπέλα είναι πολύ πιο δύσκολο να κατέβει μια κατηφόρα ή ένας αθλητής, ο οποίος είναι πολύ ελαφρύς συνήθως είτε είναι αγόρι είτε είναι κορίτσι δυσκολεύεται στην κατηφόρα. Ένας που είναι πιο βαρύς έχει και μεγαλύτερη ταχύτητα και συνήθως είναι και πιο καλός στις κατηφόρες. Άρα, λοιπόν, ένα απ’ τα θέματα σοβαρά είναι να βοηθήσεις αυτόν τον αθλητή ή αυτήν την αθλήτρια στο κομμάτι στο οποίο είναι αδύναμοι, να βελτιωθεί. Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα την κατασκευή των σκελετών και επειδή όλα τα ονόματα, τα γνωστά ονόματα ποδηλάτων είναι το επώνυμο του ιδρυτή της εταιρείας, σκέφτηκα ότι το επώνυμο Βογιατζής δεν θα ήταν και τόσο εύηχο στο εξωτερικό και θα ήθελα να είχα ένα όνομα, να ‘βαζα ένα όνομα το οποίο να μπορεί να το πει κι ένας ξένος, τέλος πάντων. Και όχι [00:10:00]να λέγεται Βογιατζής. Διότι Faggin, για παράδειγμα, είναι το επώνυμο της οικογένειας Faggin. Εξ ου και τα ποδήλατα "Faggin". Έτσι, λοιπόν, αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε το όνομα "Fidusa", παλιό όνομα της Ρόδου, εύκολο, εύηχο. Και ξεκινάμε, ξεκινάω στο παλιό εργαστήριο, εκεί στο σπίτι από κάτω, παίρνοντας παλιά σπασμένα ποδήλατα, σκελετούς, από την ομοσπονδία, από αθλητές να τα επιδιορθώνω, δηλαδή έφερα κάποιους σωλήνες, όποιος σωλήνας είχε στραβώσει, σπάσει και τα λοιπά, τον αντικαθιστούσα, ξανάφτιαχνα το ποδήλατο. Το έκανα αυτό, διότι όλοι λέγανε ότι είναι δύσκολο να κολλήσει ένα ποδήλατο, πόσω δε μάλλον να ξεκολλήσει και να ξανακολλήσει ένα ποδήλατο, το οποίο είχε κατασκευαστεί και μετά από μία σύγκρουση ή από ένα τρακάρισμα, από μία ατυχία, τέλος πάντων, έπαθε ζημιά. Όταν είδα ότι όλα πάνε καλά αποφάσισα να βγάλουμε, να δώσουμε το όνομα και να αρχίσουμε κατασκευάζουμε από την αρχή τους σκελετούς. Όλα αυτά συνέβαιναν παράλληλα, ενώ ακόμα έτρεχα, δηλαδή ξεκίνησα το ‘85 και τότε φτιάξαμε και το ’86, φτιάξαμε και τα πρώτα ποδήλατα, με τα οποία η ομάδα του Διαγόρα, στην οποία είχα πάρει μεταγραφή, τρέξαμε στο πανελλήνιο πρωτάθλημα, για πρώτη φορά, δρόμου στην Πάτρα, τα Βραχναίικα. Εκεί, λοιπόν, που είναι τόπος καταγωγής του Κανέλου Κανελλόπουλου, εκεί, λοιπόν, τρέξαμε για πρώτη φορά με αυτά τα ποδήλατα. Ήρθαμε δεύτεροι στο ομαδικό, ήτανε μια πολύ καλή, ένα πολύ καλό αποτέλεσμα και για την ομάδα, αλλά και για το ότι οι τρεις απ’ τους τέσσερις, δηλαδή εκτός από μένα, είχαμε ένα ποδήλατο "Fidusa". Η πορεία συνεχίστηκε, αυτό άρχισε να μ’ αρέσει όλο και περισσότερο άρχισα να το ψάχνω άρχισα να παρακολουθώ τις εκθέσεις βέβαια ανελλιπώς κάθε χρόνο και στην Ιταλία και στη Γερμανία, τις παγκόσμιες εκθέσεις, εκεί να βλέπω και να παίρνω ιδέες, εκεί να γνωρίζω και να συζητώ και να μαθαίνουμε διάφορα πράγματα γύρω απ’ την κατασκευή, απ’ τα υλικά, απ’ την εξέλιξη του ποδηλάτου, η οποία το 1990 είναι μία, γίνεται μία επανάσταση, έρχεται το αλουμίνιο, το οποίο θέλει να αντικαταστήσει τον σιδερένιο σκελετό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μπαίνοντας σε μία έκθεση εκείνα τα χρόνια, υπήρχε μπροστά μας ένα ποδήλατο αλουμινένιο με τεράστιους σωλήνες για την εποχή, διότι τότε οι σωλήνες ήτανε, όπως είπαμε, σιδερένιοι και λεπτοί και ήταν κρεμασμένο με δύο μεσίνες και όποιος έμπαινε βέβαια έκανε το προφανώς, το προφανές, το σήκωνε για να δει και να νιώσει το βάρος του. Ενώ έβλεπες έναν τεράστιο σωλήνα και έβαζες δύναμη για να σηκώσεις, αυτό ήτανε πανάλαφρο. Αυτό, λοιπόν, έφερε μία επανάσταση σε όλα αυτά, στον τρόπο συγκόλλησης, στον τρόπο επεξεργασίας του μετάλλου, δηλαδή μπορούσες να δώσεις περισσότερες φόρμες, να δώσεις σχήματα, να το λυγίσεις και αυτό δεν σταμάτησε, ακόμα και σήμερα δηλαδή υπάρχει όλο αυτό το, όλη αυτή αναζήτηση, η οποία είναι ατέλειωτη, δεν σταματάει και προσπαθεί βέβαια μικρός ή μεγάλος κατασκευαστής να κάνει κάτι διαφορετικό, να κάνει κάτι για να βοηθήσει, να κάνει κάτι για να πρωτοτυπήσει. Το μεγάλο, ο μεγάλος όγκος των σωλήνων έδωσε την δυνατότητα να μπουνε μεγαλύτερα λογότυπα, να μπούνε σχέδια κι έτσι κάθε χρόνο έχουμε κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό. Στην πορεία μας προκύπτει το κάρμπον, ανθρακονήματα. Ο φίλος μου, ο Δημήτρης ο Κατσάνης, με προσκαλεί το 2000 στην Αγγλία σ’ ένα ευρωπαϊκό πρότζεκτ που έχει να κάνει με την ασφάλεια των συνθετικών υλικών. Ήτανε να πάει μία εταιρεία, η εταιρεία του Eddy Merckx κι επειδή τελευταία στιγμή αποσύρθηκε, με φώναξε και μου είπε: «Αν θέλεις, έλα να γνωρίσεις και τα και τα κάρμπον». Ήξερε ότι εγώ ήμουνα εδώ, κατασκεύαζα τους σκελετούς, εκείνος ήτανε πια στην Αγγλία. Πήγα, κάναμε ένα πρότζεκτ όσον αφορά τα πιρούνια. Το λέω αυτό, διότι εκείνη την εποχή που πρωτοβγήκανε τα συνθετικά υλικά, τα ανθρακονήματα, το μεγαλύτερο, η μεγαλύτερη αντίδραση και πρόβλημα ήτανε ότι αυτό, άμα σπάσει, λόγω του ότι αποτελείται από ίνες και από ρητίνες που ψήνονται και σκληραίνουν, είναι επικίνδυνο, διότι μπορεί, παραδείγματος χάριν, να κοπεί ένα σπιρούνι και πάνω σε μία σύγκρουση, σε μία πτώση να τρυπήσει, να τραυματίσει σοβαρά τον αναβάτη, αυτούς που έρχονται από πίσω. Και το θέμα μας ήτανε να βρούμε έναν τρόπο που να αποφύγουμε αυτό το, αυτήν τη δυσκολία. Αυτό το επικίνδυνο. Εμείς, λοιπόν, σκεφτήκαμε να βάλουμε ένα, δύο κορδόνια από κέβλαρ και παρουσιάσαμε αυτό, περάσαμε σαν πρωτοποριακό, σαν πρωτοποριακή ιδέα την χρήση κέβλαρ, η οποία μπορούσε να γίνει το η σύγκρουση σ’ ένα πιρούνι και να σπάσει, να καταστραφεί, αλλά δεν γινόταν δύο κομμάτια, παρέμενε ενωμένο, άρα ελαττωνόταν κατά πολύ ο κίνδυνος τού μετά την σύγκρουση ή κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης να τραυματιστεί ο αναβάτης κι αυτοί που τον ακολουθούν. Γιατί συνήθως σε μια στροφή, παραδείγματος χάριν, άμα φύγει ένας από τον δρόμο, φεύγουν κι άλλοι δυο - τρεις ή και παραπάνω, ανάλογα πόσο κοντά είναι, το γκρουπ, την δυσκολία. Έτσι, λοιπόν, μπλέχτηκα και με τα κάρμπον. Το 2000, λοιπόν, έγινε αυτό και το 2007 κατασκευάζουμε, σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε στην Ιταλία τους πρώτους μας σωλήνες κάρμπον. Λέω σωλήνες και όχι ποδήλατα, διότι ένας τρόπος τον οποίο ακολουθούμε μέχρι και σήμερα είναι η κατασκευή των σκελετών tube to tube, όπως λέγεται διεθνώς, δηλαδή σωλήνα με σωλήνα, όπου εξακολουθούμε να κατασκευάζουμε τους σκελετούς custom, δηλαδή μπορώ να, μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα ποδήλατο για να έχει οριζόντιο μήκος 56, 57, 57.2, 57.3. Σε αντίθεση με της μαζικής παραγωγής τα ποδήλατα, τα οποία κατασκευάζονται σε μεγέθη όπως τα μπλουζάκια, δηλαδή small, medium, large, που παίρνεις από ένα υπερκατάστημα, μεγαλοκατάστημα. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να ακολουθούμε αυτήν τη λογική, ότι κατασκευάζουμε τους σκελετούς στα μέτρα του αναβάτη, έτσι ξεκινήσαμε, δεν είναι μαζικής παραγωγής και ασχολούμαστε πάρα πολύ πάνω σ’ αυτό το κομμάτι ακόμα και σήμερα, διότι με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δώσουμε την δυνατότητα σε κάποιον να μην είναι αναγκασμένος να πάρει έναν τεράστιο λαιμό ή έναν πάρα πολύ μικρό. Τεράστιο θα πάρει, αν ο σκελετός του στον οριζόντιο σωλήνα είναι πολύ κοντό και μικρό λαιμό θα βάλει, αν το ποδήλατο του στον οριζόντιο σωλήνα είναι πάρα πολύ μακρύ. Δεν θέλω να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες, δεν, νομίζω ότι δεν ωφελεί σε κάτι και αυτό κάνουμε, λοιπόν, μέχρι και σήμερα. Το 2019 κάνουμε μία ακόμα, έτσι ένα πολύ μεγάλο βήμα. Αποφασίζουμε να φέρουμε στη Ρόδο όλη την παραγωγή των σωλήνων, η οποία όπως είπα μέχρι τότε γινόταν στην Ιταλία. Αρχίζουμε, λοιπόν, να μαθαίνουμε, να διαβάζουμε, να συνεργαζόμαστε με πανεπιστήμια, με ανθρώπους που είναι ειδικοί πάνω στα συνθετικά υλικά και σχεδιάζοντας καινούριους σωλήνες για ένα ποδήλατο να κατασκευάζουμε να έχουμε την δυνατότητα να κατασκευάσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και γνώση τον κάθε σωλήνα, ανάλογα σε ποιον πάει, δηλαδή αν θέλουμε να φτιάξουμε ένα ελαφρύ ποδήλατο μπορούμε να αφαιρέσουμε κάποιες στρώσεις υφασμάτων, τόσες όσες να έχουμε ασφάλεια, τόσες όσες να είναι το ποδήλατο ελαφρύ ή να προσθέσουμε υφάσματα - υφάσματα εννοώντας τα ανθρακονήματα - προκειμένου να το κάνουμε λίγο πιο σκληρό, να το κάνουμε λίγο πιο βαρύ, διότι αλλού [00:20:00]θέλουμε να έχουμε χαμηλό βάρος κι αλλού θέλουμε να έχουμε σκληρότητα. Με την, με μία σειρά από μηχανήματα, όπως EMC, 3D printer, plotter, ερευνούμε τα υφάσματα. Αντιλαμβάνεστε ότι μέχρι τότε δεν είχαμε κάποια γνώση, αυτοί που μας κατασκεύαζαν τους σωλήνες, τι ύφασμα χρησιμοποιήσανε; Διακόσια γραμμάρια; Εκατόν πενήντα γραμμάρια; Unidirectional; Τwill; Biaxial; Πώς τα έβαλαν μέσα; Με ποια κατεύθυνση; Πού έβαλαν ενισχύσεις; Δεν έβαλαν ενισχύσεις; Όλα αυτά λοιπόν θέλαμε να τα ξέρουμε. Τελειώνοντας και η Κατερίνα, η κόρη μου, την αρχιτεκτονική και αρχίζοντας να ερευνούμε αυτόν τον κόσμο, προγράμματα, τρισδιάστατα, τα οποία μπορούσαμε να σχεδιάσουμε και σχεδιάζουμε ή προγράμματα τα οποία σου δίνουν μία προσομοίωση του πού πονάει το σχέδιο αυτό με αυτά τα υλικά. Αρχίσαμε να γινόμαστε, να παίρνουμε την παραγωγή όλο και πιο πολλά βήματα προς τα πίσω, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη εικόνα του τι κάνουμε. Το 2021 με όλη αυτήν την εμπειρία και τις κατασκευές που έχουμε κάνει, καλούμαστε να κατασκευάσουμε ένα ποδήλατο διπλό για τους αθλητές Μπρέντα και Σανδαλάκη. Ο Μπρέντας είναι οδηγός, πιλότος, κι από πίσω είναι ο Χρήστος Σανδαλάκης, ο οποίος είναι τυφλός και φτιάχνω ένα ποδήλατο, το οποίο είναι δύσκολο, σχεδιάζοντας από την αρχή όλους τους σωλήνες και το τζικ που το κατασκευάσαμε και το πιρούνι και το παρουσιάσαμε στα παιδιά, τα οποία μέχρι τότε τρέχανε με ένα ποδήλατο αλουμινένιο, του εμπορίου θα λέγαμε. Έμειναν ενθουσιασμένοι. Σ’ αυτή την παρουσίαση έτυχε να είναι και η ομάδα της πίστας των αθλητών της Εθνικής Ομάδας. Ανοίξαμε μία κουβέντα έτσι πολύ, πώς θα λέγαμε, έτσι χάριν συζήτησης και είπαμε γιατί δεν δοκιμάζουμε να κάνουμε για την Ελληνική Εθνική Ομάδα ένα ποδήλατο, το οποίο θα είναι κατασκευασμένο ακριβώς στα μέτρα του κάθε αθλητή; Θα σας πω ότι υπάρχει αγώνισμα στο οποίο παίρνουν μέρος τρεις αθλητές, αυτό το ομαδικό σπριντ ή ολυμπιακό σπριντ, όπως λεγότανε, το οποίο είναι με τρεις αθλητές, συνήθως οι πίστες που γίνονται αυτοί οι αγώνες είναι διακοσίων πενήντα μέτρων. Ξεκινάνε και οι τρεις αθλητές, ο πρώτος κάνει την πρώτη στροφή, φεύγει. Ο δεύτερος, τη δεύτερη, φεύγει και ο τρίτος τερματίζει. Φανταστείτε ότι αυτό το αγώνισμα να μπορεί να διαρκεί, διαρκεί, όχι μπορεί, διαρκεί κάτω από ένα λεπτό, περίπου σαράντα οκτώ, σαράντα επτά δευτερόλεπτα, όλο, όλες αυτές τις στροφές, άρα είναι πάρα πολύ σημαντικό ακόμα και ο καθένας από τους αθλητές να κερδίσει 1/10 του δευτερολέπτου είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι βοηθάει πάρα πολύ στο τελικό αποτέλεσμα. Όταν, λοιπόν, κρατάς ένα ποδήλατο, το οποίο είναι ακριβώς στα μέτρα σου, αυτό μαζί με την προπόνησή σου, μαζί με το ταλέντο σου, μαζί με την, με όλη την ομάδα, μιλάμε για τις Εθνικές Ομάδες να σε βοηθάει στο να έχεις πάρα πολύ καλό, καλύτερο αποτέλεσμα και είναι επίσης πάρα πολύ σημαντικό. Επίσης, είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι κάνοντας ένα ποδήλατο που ξέρεις πώς κατασκευάστηκε, τι γεωμετρία έχει, τι μυϊκή έχει, τι σκληρότητα έχει, μπορείς να επανέλθεις και να διορθώσεις. Αγοράζοντας από το εμπόριο ένα ποδήλατο, έτοιμο γι’ αυτό το επίπεδο, σίγουρα δεν μπορείς να κάνεις παρεμβάσεις. Θα ξαναγυρίσουμε σε αυτό που είπα πρωτύτερα, πρέπει να βάλεις έναν πιο μακρύ λαιμό, έναν πιο κοντό λαιμό, δεν υπάρχουνε παρεμβάσεις και αυτό και για εμάς εδώ σαν εταιρεία "Fidusa", αλλά και για την ελληνική ποδηλασία είναι κάτι που καταλογίζεται, που θεωρείται ένα από τα πέντε - έξι πρότζεκτ παγκοσμίως που μπορούν να γίνουν. Δηλαδή οι Γερμανοί έχουν ένα Ινστιτούτο που κατασκευάζει συγκεκριμένα ποδήλατα, οι Άγγλοι, οι Ολλανδοί, εμείς τώρα και ένα - δυο κράτη ακόμα σε όλο τον κόσμο μπορούν να κάνουν κάτι ανάλογο αυτού του εγχειρήματος για να έχουμε. Όπως και στα, όπως και στα αυτοκίνητα, στις φόρμουλες και όλα αυτά, Formula 1, αντιλαμβάνεστε ότι όλη αυτή η έρευνα μετά, όλο αυτό που γίνεται πάει και βοηθάει την εξέλιξη σε αυτοκίνητα καθημερινότητας, στην ασφάλεια, στην σκληρότητα, στο βάρος, στα υλικά, τα οποία βέβαια δεν σταματάνε και αυτό μας γοητεύει και παρά το ότι δεν μπορώ να πω ότι μας είναι εύκολο να το αντιμετωπίσουμε, διότι ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος κι έχεις να αντιμετωπίσεις πολυεθνικές εταιρίες που μπορούν να κάνουν τέτοια πράγματα ή μεγάλα κράτη τα οποία ξοδεύουν πολλά χρήματα. Εν πάση περιπτώσει, προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι το δυνατόν καλύτερο για να βοηθήσουμε τους Έλληνες αθλητές, όπως είναι ο Σωτήρης ο Μπρέντας, όπως είναι ο Γιάννης ο Καλογερόπουλος, όπως είναι ο Χαρόβας, όπως είναι Σαββάκης, όπως… Είναι αθλητές, οι οποίοι έχουν αυτήν την ανάγκη της βοήθειας, όχι από κάτι έτοιμο, αλλά από κάτι που πραγματικά είναι φτιαγμένο για τα μέτρα τους. Αυτή είναι μία πτυχή της ζωής μου και της σχέσης μου με την ποδηλασία. Παράλληλα με αυτό όλο το πράγμα που δεν έχει σταματημό, δημιουργήσαμε και φτιάξαμε έναν μεγάλο αγώνα στη Ρόδο, όπως είναι ο γύρος της Ρόδου, που ξεκινάει τα πρώτα του βήματα γύρω στο 1995 - ‘96, όταν είχα βρεθεί στον γύρο της Ιταλίας που πέρασε τέσσερα [Δ.Α.] απ’ την Ελλάδα και εκεί κατάλαβα και για τους μεγάλους ποδηλατικούς αγώνες τι γοητεία είχανε. Κι έτσι ξεκινήσαμε σιγά σιγά να φτιάχνουμε έναν αγώνα με πολλές δυσκολίες, με πολλές αντιδράσεις για να φτάσουμε να φέρουμε εδώ τα μεγαλύτερα ονόματα της ποδηλασίας, ολυμπιονίκες, παγκόσμιους πρωταθλητές. Σε όλο αυτό το εγχείρημα, πολύ σπουδαίο ρόλο έπαιξε η διορατικότητα του Γιώργου Γιαννόπουλου, του τότε δημάρχου της Ρόδου. Η βοήθεια και συνεργασία με τον Παναγιώτη τον Καλαθενό που ουσιαστικά μαζί κάναμε όλο αυτό και δυστυχώς αυτό σταμάτησε το 2003 και έχει ξαναξεκινήσει τα τελευταία χρόνια ξανά σαν "International tour of Rhodos" και σαν κάποιοι άλλοι μονοήμεροι αγώνες.

Π.Δ.

Ωραία. Τώρα θα ήθελα λίγο να σας γυρίσω πίσω στον χρόνο να μου πείτε κι άλλα πράγματα, που μου είχατε αφηγηθεί την προηγούμενη φορά. Αρχικά θα ‘θελα να μου πείτε πώς γνωρίσατε τους Faggin. Πώς έγινε το ταξίδι στην Ιταλία και τι είδατε εκεί;

Γ.Β.

Όλα αυτά είναι μία έτσι μεγάλη περιπέτεια. Όμορφη περιπέτεια. Είχα βρεθεί στους μεσογειακούς αγώνες σαν αθλητής της Καζαμπλάνκα το 1983, μεσογειακή ομάδα. Εκεί, λοιπόν, στα χίλια μέτρα κερδίζει ο Ιταλός Gabriele Sella με ένα ποδήλατο "Faggin". Εκείνη την εποχή, όπως σας είπα η εξέλιξη του ποδηλάτου δεν έχει [00:30:00]σταματημό. Λίγο πριν, βέβαια, είχε χρόνια που είχε εφαρμοστεί αυτό, είχε δημιουργηθεί, είχαν κατασκευαστεί κάποια ποδήλατα, τα οποία είχαν μικρή ρόδα μπροστά, κανονική ρόδα πίσω και τα τιμόνια ήταν ανάποδα, τα οποία ήταν σαν τα κέρατα κάποιου ζώου, τέλος πάντων, και τα ονομάσανε «ταυράκια». Αυτός, λοιπόν, έτρεξε με ένα τέτοιο ποδήλατο, το οποίο ήταν έξω από τα λεγόμενα και την καθημερινή συζήτηση που, όπως είπαμε, είχαμε σαν αθλητές, σαν νεαροί με τους με τους υπόλοιπους, όταν βρισκόμασταν. Και αυτά συνέβησαν το Σεπτέμβριο του ’83. Τον Νοέμβριο του ’83 εγώ πάω στην έκθεση, διότι μου άρεσε το ποδήλατο, μ’ άρεσε αυτός ο κόσμος. Δεν έχω, όμως, σκεφτεί ακόμα ότι υπάρχει περίπτωση εγώ να κατασκευάσω κάτι, να ασχοληθώ μ’ αυτό επαγγελματικά. Έτσι, λοιπόν, εκεί που έκανα βόλτα μες στην έκθεση κι έβλεπα τις διάφορες μάρκες, οι οποίες ήτανε σχεδόν όλες ιταλικές, διότι είχανε την παγκόσμια αγορά μόνοι τους οι Ιταλοί. Ήτανε και οι Γάλλοι, πολύ λίγα αμερικάνικα. Βασικά ήταν οι Ιταλοί, παφ, και πέφτω πάνω στους Faggin. Εκεί, λοιπόν, γνωρίζω τους ανθρώπους, τους λέω: «Ξέρετε, ήμουνα στους μεσογειακούς, είδα ότι κέρδισε αυτός, είμαι αθλητής από την Εθνική Ομάδα, θα ήθελα να τρέξω με τα ποδήλατά σας, θα ήθελα ένα ποδήλατο για μένα». Οι άνθρωποι αμέσως μου είπανε: «Θα σου το κάνουμε δώρο και θα σου το στείλουμε». Πράγματι, ήρθε το ποδήλατό μου. Πω, σαν να βαστούσα, από αυτά που κρατούσα, σαν να βαστούσα μία φόρμουλα, ας πούμε, ήταν κάτι το διαφορετικό. Σιγά σιγά αρχίσαμε ένα μικρό εμπόριο, πήρα κάποιους άλλους σκελετούς, έφερα για την ομάδα, συνεχίσαμε αυτή εργασία. Αλλά κάποια στιγμή μας έρχεται ένα τηλεγράφημα ότι ο Faggin πέθανε. Και εν πάση περιπτώσει μετά από όλο αυτό, ότι δηλαδή συνέβη αυτό, ξεκινήσαμε να κάνουμε μία από την αρχή αναθεώρηση του τι θα γίνει. Έμεινε εκεί η ιστορία. Έτσι κι αλλιώς το εμπόριο δεν ήτανε σε μηνιαία βάση, ήταν μια φορά τον χρόνο ό,τι παίρναμε. Μετά από ένα - δυο χρόνια σε ένα, με ένα ατύχημα σε έναν αγώνα, έπρεπε να σταματήσω, πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με αυτό ή, εν πάση περιπτώσει, να το μάθω λίγο πιο βαθιά άλλη, γιατί το ποδήλατο αυτό, όπως είπαμε, είναι καλύτερο από το άλλο, γιατί έτσι, γιατί αλλιώς. Και λέω στον πατέρα μου, ο όποιος μιλούσε τα ιταλικά, να με βοηθήσει να πάω εκεί. Είπαμε δεν του άρεσε, αλλά εν πάση περιπτώσει το έκανε ο άνθρωπος και τους πήρε, λοιπόν, τηλέφωνο και τους είπε ότι: «Ο γιος μου έτσι κι έτσι, μ’ έχει ζαλίσει, θέλει να έρθει να μάθει πώς κατασκευάζονται τα ποδήλατα. Εμείς», τους είπε, «δεν έχουμε καμία απαίτηση απλά θέλει να ‘ρθει για να ένα διάστημα». Ε, πήρα το βλιτσάκι μου, πήγα κι έτσι γνώρισα αυτή την οικογένεια, σκέψου ότι ήτανε να μείνω εκεί περίπου έναν μήνα. Δεν υπήρχε περίπτωση με τα λεφτά που κρατούσα, είχαμε συνάλλαγμα τότε. Με τετρακόσιες χιλιάδες λιρέτες δεν υπήρχε περίπτωση να μείνω έναν μήνα. Η Ιταλία για εμάς ήτανε πολύ πιο ακριβή εκείνη την εποχή. Έμεινα ένα - δυο βράδια στο ξενοδοχείο. Τα ιταλικά μου ελάχιστα και οι άνθρωποι αποφάσισαν να με πάρουν απ’ το ξενοδοχείο μετά τα δύο βράδια που έμεινα εκεί και να μένω μαζί τους για όσο διάστημα θα έμενα, στο σπίτι της θείας και της μητέρας της οικογένειας. Ήτανε δύο γυναίκες χήρες, οι οποίες μένανε μαζί, αδερφές. Η θεία λοιπόν, η θεία Ερνέστα και η Πίνα, η μαμά της οικογένειας. Έτσι, λοιπόν, επειδή είχε συνέχεια και είχαμε συνέχεια αυτές τις επισκέψεις, όποτε επρόκειτο να πάω στην Ιταλία, αυτές οι δύο γυναίκες για πολλά χρόνια μου ετοίμαζαν το δωμάτιο για να μένω μαζί τους. Θα σας πω έτσι ένα αστείο περιστατικό. Εκεί, λοιπόν, στο σπίτι της θείας Ερνέστας, Ερνέστα, απέναντι είχε ένα φρουτοπωλείο, ένα παντοπωλείο. Την ξέρανε, λοιπόν, κοκέτα η θεία Ερνέστα, περπατάμε τον δρόμο, τη διάβαση και πάμε απέναντι. Και μόλις φτάνουμε εκεί, λέει μία κοπέλα στη θεία Ερνέστα: «Με συνοδεία μποντιγουάρντ, κυρία Ερνέστα, σήμερα;», αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, δηλαδή το πώς το, πώς μας έβλεπαν. Εγώ νεαρός, η θεία Ερνέστα σε προχωρημένη ηλικία κι ήταν ένας τρόπος κι εγώ πηγαίνοντας εκεί να εκφράσω την ευχαρίστησή μου, να κουβαλήσω τα πράγματα που ψώνιζε για το σπίτι, έτσι κι αλλιώς εκεί, όπως είπαμε, έτρωγα, εκεί κοιμόμουνα. Η σχέση μου και η γνωριμία μου με αυτήν την οικογένεια είναι πολύ σημαντική. Μου έχουνε δώσει πάρα πολλά πράγματα κι αυτό το οποίο κρατάω στο μυαλό μου και το επαναλαμβάνω φωναχτά είναι ότι, όταν έκανα τη δουλειά μου, δεν έφυγα, παρέμεινα δίπλα τους, διότι και τους ξαναχρειάστηκα και με ξαναχρειάστηκαν και η συνεργασία αυτή, η φιλία αυτή συνεχίζεται ασταμάτητα από τότε μέχρι και σήμερα που μιλάμε. Το λέω με ό,τι θέλω να πω από πίσω.

Π.Δ.

Τη γλώσσα την ξέρατε;

Γ.Β.

Όχι, τη γλώσσα δεν την ήξερα αλλά επειδή ο πατέρας μου πυκνά συχνά λόγω του ότι είχε φίλους, γνωστούς, στρατιώτες, άλλες ιστορίες εκεί, μιλούσε ιταλικά και λόγω του ότι η ποδηλασία όπως την ξέραμε είχε βάση την Ιταλία κι αυτό ήταν κάτι που με γοήτευε. Είχα κάποιους φίλους, τους οποίους - για να πούμε πάλι ένα αστείο - τα πρώτα χρόνια, πριν αρχίσω να μιλώ συχνά μαζί τους, όποτε ήταν να συναντηθούμε, έπαιρνα μαζί μου κι ένα λεξικό, έλεγα το ρήμα και έδινα το νόημα. Σιγά σιγά άρχισα να προσθέτω λέξεις, να τις θυμάμαι και έτσι και να μιλάω και να γράφω και… Δε μιλάω και δεν γράφω σωστά ιταλικά, αλλά μπορώ να κινηθώ πάρα πολύ εύκολα, να διαβάσω, να γράψω και να συνεννοηθώ εν πάση περιπτώσει.

Π.Δ.

Το εργοστάσιο που δουλεύατε, το θυμάστε; Πώς ήταν;

Γ.Β.

Βέβαια, βέβαια, το θυμάμαι, το θυμάμαι. Εκεί ήμασταν… Το εργοστάσιο είναι στην Via Filiasi 436. Είναι μία βιομηχανική περιοχή, με πολλά εργοστάσια, με μικρές βιοτεχνίες που κατασκευάζανε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Μπαίνοντας, φτάνοντας, λοιπόν, εκεί από ένα δρομάκι που είχε ένα μικρό ταμπελάκι "Cicli Faggin" στρίβεις αριστερά τον δρόμο και μπαίνεις σαν μία μικρή πλατεία από γαρμπίλι. Παρκάρεις εκεί μπροστά, εκεί ήρθε καιm από ‘κεί ήρθε και με πήρε, απ’ το ξενοδοχείο ήρθε και με πήρε η Cristina, η Cristina Faggin και με πήγε στο εργοστάσιο. Μπαίνοντας, λοιπόν, μέσα είχε μια μεγάλη παλιά τζαμένια πόρτα μεταλλική με τζάμια και με το που μπήκα μέσα είδα τα τζικ που γίνονται κατασκευές, είδα τα φλόγιστρα που κολλούσαν τους σωλήνες. Είπαμε ότι εκείνη την εποχή υπήρχε μία διάσταση σωλήνα, ο οριζόντιος ήτανε 25.4 χιλιοστά, ο κάθετος 28.6, ο λοξός, 28.6, τέλος. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Σήμερα έχουμε στρογγυλούς, έχουμε οβάλ, έχουμε υπερμεγέθη με διατομές, υπερμεγέθεις, έχουμε πάρα πολλά πράγματα. Εκεί, λοιπόν, ήταν όλα τα ίδια και η κατασκευή των σκελετών γινότανε κατά [00:40:00]εκατοντάδες, δηλαδή ήτανε στη σειρά στοιβαγμένοι σκελετοί. Απλά δεν, εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω, δεν γνώριζα, δεν είχαμε ακούσει, δεν είχαμε δει, ποιο, γιατί γίνεται αυτό το πράγμα. Πώς έχει φτάσει αυτή τη μορφή; Εμείς το ποδήλατο το βλέπαμε βαμμένο, τον σκελετό τον βλέπαμε βαμμένο. Δεν είχαμε δυνατότητα να καταλάβουμε τι συμβαίνει τι συμβαίνει από μέσα. Υπήρχαν, λοιπόν, διάφορα πραγματάκια τα οποία κολλιόντουσαν αρχικά, έμπαιναν στο νερό, καθαριζόντουσαν, τριβόντουσαν, τα κάνανε λείανση και μετά αυτό όλο μαζί κολλιότανε σαν ένα κομμάτι. Αυτό είναι το πρώτο μου ‘κανε εντύπωση. Επίσης, υπήρχε ένα παλιό, υπήρχε ένα πυργιόνι, ένα εργαλείο, το οποίο ήτανε με μεταλλικό δίσκο κι έκοβε τους σωλήνες. Άρα, λοιπόν, τι κάνανε; Όταν θέλανε να φτιάξουν ένα μέγεθος, φτιάχνανε, ας πούμε, ένα μέγεθος που θέλανε ο σωλήνας να ‘ναι 55 εκατοστά. Τι κάνανε; Βάζανε είκοσι σωλήνες μαζί ή τριάντα ή σαράντα, τους οποίους ένας από τα παιδιά που δούλευαν εκεί ανέβαζε κατέβαζε αυτό το ηλεκτρικό πυργιόνι, έτρεχε κι αυτό το ψυκτικό υγρό, τα μαζεύανε σ’ έναν κουβά. Μετά, το βράδυ, το απόγευμα όταν τελείωνε η δουλειά τα μαζεύαμε. Αυτή τη δουλειά έκανα. Δηλαδή στην αρχή πήγα εκεί και αισθανόμουνα υπόχρεος. Φαντάσου ότι πήγα σ’ ένα εργοστάσιο να μάθω πώς κατασκευάζουνε για να κατασκευάζω. Εγώ δεν πήγα να πω ότι ψάχνω δουλειά. Πήγα και είπα: «Εγώ, ξέρετε, θέλω να κατασκευάσω ποδήλατα». Από την αρχή, το γνώριζαν οι άνθρωποι και μου λέγανε τα πάντα, μου εξηγούσανε τα πάντα. Όταν, λοιπόν, κάποια ποδήλατα αυτές τις δεκαπέντε, είκοσι μέρες που έμεινα την πρώτη φορά ήταν έτοιμα, τα συσκευάζαμε, τα βάζαμε στο φορτηγό και τα πηγαίναμε σε έναν άλλον, όποιος τα έκανε nickel, τα έκανε χρωμίωση. Χιλιάδες σκελετοί από διάφορα μέρη της Ιταλίας, από άλλες πόλεις, από διπλανά, από διπλανές βιοτεχνίες. Αυτός ο άνθρωπος έκανε μόνο nickel. Τα ποδήλατα, τα πιρούνια, τους σκελετούς. Μετά, μόλις ήταν έτοιμα αυτά, παίρνανε πάλι τηλέφωνο αυτοί και λέγανε: «Έτοιμα» και τα πηγαίναμε και τα παίρναμε και πηγαίναμε, τα παίρναμε στο βαφείο, τα βάφανε. Υπήρχαν, λοιπόν, δύο, τρεις, τέσσερις που έχω γνωρίσει όλα αυτά τα χρόνια στην Ιταλία, σε διάφορα μέρη, στη Πάντοβα, λίγο πιο έξω, στο Μιλάνο, οι οποίοι έβαφαν τα καλύτερα ποδήλατα του κόσμου. Και σε αυτούς μπόρεσα, μπήκα, είδα, κατάλαβα. Αυτό όλο πράγμα στη Ρόδο έπρεπε να γίνει μέσα εδώ, σ’ αυτόν τον χώρο που βρισκόμαστε. Έκανα μια - δυο δοκιμές να πάω σε κάποιον που έβαφε αυτοκίνητα, να του πω να μου βάψει ποδήλατα, αλλά ήταν αποτυχημένες. Nickel βέβαια δεν είχαμε, ό,τι χρειαζόμουνα μετά ή το έστελνα Ιταλία ή τα τελευταία χρόνια, ό,τι χρειάστηκε, το έστελνα στην Αθήνα. Αλλά έχουμε αυτήν τη μοναδικότητα. Τώρα ειδικά και με τα ανθρακονήματα μπαίνει ύφασμα και λέω ύφασμα, διότι τα ανθρακονήματα, αυτά τα οποία χρησιμοποιούμε για την κατασκευή αυτών των ιδιαίτερων ποδηλάτων, είναι ένα τόπι, μοιάζει με ύφασμα, το οποίο μέσα του έχει εμποτισμένη την ρητίνη. Αυτό φυλάγεται στην κατάψυξη και όταν πρόκειται να κατασκευάσουμε έναν σωλήνα, ένα ποδήλατο, το κάνουμε απόψυξη, κόβουμε σε ένα πλότερ ακριβώς τα σχέδια για να είμαστε μέσα στις προδιαγραφές ISO του πώς έχει κατασκευαστεί. Δεν μπορεί να είναι το ένα λίγο πιο κοντό, το άλλο λίγο πιο μακρύ. και φτάνουμε στο να κατασκευάσουμε τον σκελετό, να τον τρίψουμε, να τον ετοιμάσουμε, να τον βάψουμε και τις περισσότερες φορές να τον συναρμολογήσουμε στο μαγαζί με ανταλλακτικά, τις ρόδες του, τα πετάλια του, το τιμόνι του, τις ταχύτητές του και να φύγει στον πελάτη. Αυτή όλη την διαδικασία πολύ λίγα εργοστάσια, εργαστήρια την κάνουν. Σας εξήγησα και ξαναλέω ότι οι άνθρωποι στην Ιταλία λόγω του ότι είναι και πολλά τα εργοστάσια, είναι πολύ πιο εύκολο να το πάει κάπου να το κάνουνε nickel, κάπου να το βάψουνε, κάπου να του το συναρμολογήσουνε, ενώ εμείς εδώ και έχουμε την πλήρη εικόνα του τι γίνεται, διότι βέβαια και οι ποσότητες είναι πολύ μικρότερες, δεν μιλάμε για, καθόλου για μαζική παραγωγή, μιλάμε για κατεξοχήν ένα προς ένα.

Π.Δ.

Όταν ανοίξατε εσείς το μαγαζί πρώτη φορά στη Ρόδο, υπήρχαν άλλοι που ‘κάναν αυτή την δουλειά;

Γ.Β.

Ναι. καταρχάς υπήρχανε ονόματα ποδηλατάδικα. Η Ρόδος όταν είχε ποδήλατα, όταν υπήρχανε, δεν ξέρω τώρα αν ο αριθμός που θα πω είναι ακριβής είκοσι, τριάντα, πενήντα, εκατό ποδήλατα στη Ρόδο, αυτοί ήταν οι πλούσιοι. Ήταν αυτή που ‘χανε σαν να είχαν ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Ο κόσμος ήτανε με τα πόδια, μετακινούνταν με τα λεωφορεία. Αυτοί, λοιπόν, οι οποίοι είχανε ποδήλατο ήτανε οι προύχοντες, αυτοί που είχαν κάτι παραπάνω, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα Ι.Χ. Και υπήρχαν μαγαζιά, αυτά βέβαια τα ‘χω ακούσει και τα ‘χω δει μετά, αλλά τότε υπήρχαν αυτοκίνητα, υπήρχαν πολλά ποδήλατα. Ποδήλατα, λοιπόν, πουλούσε στην παλιά πόλη ο… Ναι, θα το θυμηθώ. Υπήρχε, λοιπόν, ένα μαγαζί μέσα στην παλιά λαχαναγορά, ο Κούσβος, υπήρχε ο Ιωαννίδης, αργότερα υπήρχε ο πατέρας μου ο οποίος έφερνε κι αυτό ποδήλατα παιδικά, ανδρικά και τα λοιπά. Και υπήρχε, βέβαια, ο Φραντζής στην παλιά πόλη, στον οποίον πηγαίναμε όλοι για να επισκευάσουμε τα ποδήλατά μας. Να τα προετοιμάσουμε πριν από τον αγώνα, να τα μας τα ελέγξει αν είναι εντάξει, αν έχουνε πρόβλημα και όλα αυτά. Και το άλλο όνομα που μου διέφευγε είναι ο Περιφάνας, ένα άλλο μαγαζί στην παλιά πόλη, το οποίο κι αυτό είχε αντιπροσωπείες και τα λοιπά. Άρα υπήρχαν άλλοι. Όταν, λοιπόν, εγώ ξεκίνησα να κατασκευάζω και σκεφτόμουνα να κατασκευάσω, αλλά και όταν ξεκίνησα να κάνω τις πρώτες δοκιμές μου, πήγα στον κύριο Φραντζή και του είπα: «Κοίτα, κυρ Φράντζο», έτσι τον λέγαμε, «ήμουνα στην Ιταλία, αυτό κι αυτό, πήγα, τους βρήκα τους Faggin, κατάλαβα πώς κατασκευάζουν και σκοπεύω να φτιάξω, έχε υπόψη ότι εγώ θα κάνω αυτό δεν έχω καμία πρόθεση να σε υποκαταστήσω, ούτε να σου πάρω δουλειά και ίσα ίσα θα ‘θελα πάρα πολύ να έρχεσαι να…». Είχα μια αυτή να του δείξω κι εγώ από αυτό που έμαθα, αυτό που αυτός ο άνθρωπος έκανε για χρόνια, φαντάσου δηλαδή ότι αυτό το μαγαζί που λέμε στην παλιά πόλη, δίπλα του είχε χρυσοχοΐα, δίπλα του είχε γούνες κι αυτός καθότανε σε ένα μαγαζί με βίδες σκουριασμένες, παλιές, με ποδήλατα χαλασμένα, με παρατημένα, με στραβωμένες ρόδες και καθόταν στο πεζούλι που περνούσαν οι τουρίστες και αχτινολογούσε ρόδες. Και ήτανε, παρά το ότι δεν υπήρχανε η λογική των φωτογραφιών του σήμερα δηλαδή μπορεί να περπατήσεις στην παλιά πόλη και να βγάλεις τριακόσιες φωτογραφίες. Ο Φραντζής καθήμενος στο ξύλινο το σκαμπουδάκι του και βάζει μπροστά του ακτινολόγο να ακτινολογήσει μια ρόδα ήταν αξιοθέατο. Καθόταν κόσμος πέντε, δέκα λεπτά και παρακολουθούσε. Όταν, λοιπόν, πηγαίναμε εκεί για την επισκευή, μας έλεγε: «Πέρασε ένας Βέλγος που έτρεξε στον γύρο Γαλλίας, πέρασε ένας Ιταλός που ο θείος του ήτανε αυτό», συν το ότι στις υποτυπώδεις βιτρίνες που είχε ο άνθρωπος, αυτός είχε καρφιτσωμένες τις φωτογραφίες διαφόρων αθλητών, μεγάλων, ξένων, Ελλήνων που βρέθηκε σε κάποιον αγώνα. Ήτανε μία, είναι μια εικόνα που την έχω στο μυαλό μου νοσταλγική. Απέναντι είχε ένα καφενείο το οποίο το ενοχλούσαμε, γιατί εμείς πηγαίναμε εκεί με τα ποδήλατα, συζητούσαμε, κάναμε φασαρία, ενοχλούσαμε τον καφετζή απέναντι, του ‘κανε όλο παρατήρηση του ανθρώπου, ναι, οι μνήμες είναι πολλές και βαθιά χαραγμένες.

Π.Δ.

Είπατε ότι ο κύριος Φραντζής συνεργάστηκε με πολλούς αθλητές.

Γ.Β.

Βέβαια!

Π.Δ.

Εσείς με ποιους συνεργαστήκατε; Ποια ποδήλατα θυμάστε ότι φτιάξατε για μεγάλους αθλητές ή ότι ήταν ένα ωραίο ποδήλατο αυτό;

Γ.Β.

Κοίταξε, πριν πάμε στα… Πριν κάνουμε αυτήν την κουβέντα για τα ονόματα, θα ήθελα να σου πω ότι αυτό το οποίο πάντα με γοήτευε και μου άρεσε ήτανε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να έφτιαξα ποδήλατο και κάποιος να παραπονέθηκε ότι, ρε παιδί μου, δεν πάει, ρε παιδί μου, στην ανηφόρα δυσκολεύομαι, ρε παιδί μου, δηλαδή πριν αποφασίσω ότι θα κόψω ή θα γυρίσω το τζικ, εκεί που το κατασκευάζουμε, σ’ αυ[00:50:00]τές τις μοίρες, εκείνες τις μοίρες, σ’ αυτό το μήκος, σ’ εκείνο. Το μελετούσα πάρα πολύ, δεν ήθελα να αφήσω κάτι στην τύχη του. Δηλαδή, στην ουσία δεν θα συνέχιζα, αν έβλεπα ότι είχα φασαρίες, ότι είχα λόγια, ότι είχα ανθρώπους, οι οποίοι δεν... Απεναντίας οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι. Τώρα θα σου πω μόνο ότι έχουμε περάσει τα τριακόσια εβδομήντα πανελλήνια πρωταθλήματα, οπότε αντιλαμβάνεσαι ότι τα ονόματα είναι πάρα πολλά, διαχρονικά, ο κάθε πρωταθλητής. Να ξεχωρίσω καταρχάς ότι στην ομάδα που έτρεχα ήταν ο Κούτρας, ήμουν εγώ, ήταν ο Βασίλης ο Μπέντας, ήταν ο Λάκης ο Χαρίτος, ήταν ο Αποστόλης ο Κουμούλης. Αυτοί κρατούσαν ποδήλατα δικά μου. Άρα, να, οι πρώτοι πρωταθλητές με εξέχοντα τον Μιχάλη Κούντρα, ο Παντελής ο Μανίκαρος. Μετά η νεότερη γενιά, ο Χειμωνέτος, μετά ο Ταβουρίδης, δεν συζητάμε βέβαια για τα άλλα πολύ μεγάλα ονόματα, τα οποία ακόμα και σήμερα συνεργάζομαι, που είναι ο Κανέλλος Κανελλόπουλος, που είναι ο Στέλιος ο Βάσκος, ο Νίκος ο Λουλούκος, θυμάμαι ότι είχαμε φτιάξει τα πρώτα ποδήλατα για την Εθνική Ομάδα που θα έτρεχε μεσογειακούς στη Γαλλία. Το πήρε, λοιπόν, ο αείμνηστος Ηλίας Κελεσίδης, ένα απ’ τα ποδήλατα που έφτιαξα για το ομαδικό του δρόμου και με πήρε τηλέφωνο να μου πει: «Ρε, αυτό πάει μόνο του, μόνο του πάει». Αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή είναι μία ικανοποίηση από τέτοια ονόματα που χρησιμοποίησαν ό,τι καλύτερο υπήρχε από ποδήλατο, που είχαν την δυνατότητα να έχουν το οτιδήποτε, το να χρησιμοποιούν ποδήλατο δικό μου, μέχρι βέβαια τους τελευταίους αθλητές και πρωταθλητές του σήμερα που χρησιμοποιούν ποδήλατα δικά μας.

Π.Δ.

Μου λέτε για τις ομάδες που τρέχατε, τον Κούντρα, όλους αυτούς. Για πείτε μου λίγο το κομμάτι του αθλητισμού. Πώς ξεκινήσατε; Είπατε ότι είχατε ένα ατύχημα, τι ατύχημα ήταν αυτό;

Γ.Β.

Κάποιος εκεί που έμενε στην πολυκατοικία που ήμασταν, ήθελα να πάω κάπου, να βρω έναν φίλο μου και προσφέρθηκε να με πάει με το βεσπάκι. Και εκεί στην μητρόπολη, αυτός δεν είχε φρένα, τέλος πάντων, τρακάραμε με ένα αυτοκίνητο. Έγινε μία σύγκρουση, έσπασα την επιγονατίδα μου, τρέχαμε στα νοσοκομεία, πήγαμε Αθήνα. Έμεινα δύο μήνες στην αυτήν. Το 1974, έγινε μάλιστα όσο ήμουνα, όσο έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο και μεταπολίτευση κι αυτά. Και μετά από δυο - τρεις μήνες το πόδι μου αυτό που είχε χτυπήσει, δηλαδή μου ‘χαν αφαιρέσει την επιγονατίδα, είχε πάθει, είχε, απ’ την ακινησία δεν υπήρχανε μύες, είχε αδυνατίσει, είχε αγκύλωση. Έπρεπε όλα αυτά να τα αντιμετωπίσω. Και μου ‘χανε πει ότι: «Πρέπει να κολυμπάς και όταν η αγκύλωση φτάσει σε σημείο που να μπορείς να κάνεις ποδήλατο, να κάνεις και λίγο ποδήλατο». Εγώ το ‘χα στο μυαλό μου ότι μ’ αρέσει η ποδηλασία, αλλά μέχρι εκεί, δεν είχα κάνει ακόμα κάτι σοβαρό, ούτε ήμουνα προετοιμασμένος για κάτι, ότι θα έχω, τέλος πάντων, μια πορεία αρκετά χρόνια σαν αθλητής και θα βρεθώ στην Εθνική Ομάδα. Μόλις, λοιπόν, κατάφερα, στο μαγαζί του πατέρα μου μέσα ήμουνα κι έκανα εκεί σβούρες κι έκανα μια στροφή, αισθάνθηκα πάρα πολύ όμορφα, διότι ξεπέρασα ένα δύσκολο κομμάτι. Όσο, λοιπόν, έκανα ποδήλατο τόσο πιο γρήγορα η αγκύλωση αυτή που είχα στο πόδι έφυγε. Πάντα βέβαια το δεξί πόδι, αυτό με το πρόβλημα, παρέμενε και παραμένει να μην είναι αυτό, το οποίο θα βάλω μπροστά. Τέλος πάντων, αυτά δεν νομίζω ότι έχουν καμία σημασία. Σημασία έχει ότι κάτω από αυτές συνθήκες που ήταν κι αυτό κάτι πολύ σοβαρό κατάφερα να βρίσκομαι δίπλα στον Κανελλόπουλο, στον Βάσκο, στον Κελεσίδη, στον Κούντρα, στον Μανίκαρο, εν πάση περιπτώσει. Και αυτό νομίζω ότι και ψυχολογικά με βοήθησε, με βοήθησε πάρα πολύ. Έτσι τα πρώτα χρόνια που πραγματικά έκανα σοβαρά καθημερινή προπόνηση, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε γιατί γίνεται αυτό, γιατί γίνεται εκείνο, τι θα πει χειμερινή προετοιμασία, τι θα πει αγωνιστική, τι θα πει φόρμα. Όλα αυτά προσπαθούσαμε να τα διερευνήσουμε χωρίς να υπάρχουν βιβλία, χωρίς να υπάρχει Internet, χωρίς να υπάρχουν φόρουμ, χωρίς τίποτα, τίποτα. Κουβέντες του αέρα που λέγαμε μεταξύ μας. Αυτές έπρεπε να τις αποκωδικοποιήσεις, οι προπονητές άσχετοι, δεν είχανε διαβάσει, με την εμπειρία τους οι άνθρωποι ό,τι μπορούσαν να προσφέρουν με την καλή τους διάθεση. Ώσπου εμφανίζεται στην Ελλάδα o Gianluigi Stanga, βέβαια πολύ αργότερα, το ’78, ’79. Όπου ήταν ένας Ιταλός, ο οποίος μας έδωσε ένα βιβλιαράκι να διαβάσουμε, ο όποιος μας έγραψε κάποια πράγματα. Μας είπε παραδείγματος χάριν ότι: «Τον χειμώνα πρέπει να κάνετε λιγότερα χιλιόμετρα, πρέπει να κάνετε σαν αερόβια άσκηση, πρέπει να τρώτε, πρέπει να πεινάτε, πρέπει να γυρνάτε σπίτι και να ‘στε ευχάριστα κουρασμένοι». Πράγματα τα οποία δεν υπήρχανε στο μυαλό μας. Αυτή η ταξινόμηση. Μετά φεύγει ο Stanga γρήγορα, μένουμε, έρχεται ο Κότσεφ, ένας Βούλγαρος προπονητής. Κι αυτός το ίδιο, όπου έρχεται το ’85 ο Pavel, Pavel Doležel απ’ τη Τσεχία, προπονητής στην Εθνική Ομάδα Τσεχίας, της τότε Τσεχοσλοβακίας με νικητής σε ταπ όπως του Γύρου Ειρήνης, ο οποίος ανατρέπει τα πάντα. Μας βάζει κάτω και μας εξηγεί κάθε ένα από τα κομμάτια, γίνεται και μία σχολή προπονητών την οποία παρακολουθήσαμε και αρχίζουμε αντιλαμβανόμαστε γιατί κάνουμε αυτό, γιατί κάνουμε εκείνο, γιατί πρέπει να κάνουμε αυτό, πότε πρέπει να το κάνουμε. Και αυτά όλα είναι αυτή η ιστορία κι η σχέση μου με την ποδηλασία που νομίζω ότι με χαρακτήρισε. Δεν ασχολήθηκα με κάτι άλλο, δεν, στο σχολείο, ας πούμε, ζωγράφιζα, σταμάτησα απ’ τη στιγμή που ασχολήθηκα με το ποδήλατο, με την κατασκευή, χρειάστηκε να αερογραφίσουμε κάποια ποδήλατα. Άρα αυτό που είχα μέσα μου το ‘βγαζα μετά πάνω στο ποδήλατο. Η γνωριμία με τα μεγαλύτερα ονόματα του κόσμου στον χώρο της ποδηλασίας, Αντσελάρα, Γουίγκινς, Σλεκ, Χέιζενταλ, Αμπουτζάνταροφ, Μερκς, Τσιμπολίνι, Μοζέρ. Οι γνωριμίες και σχέσεις που δημιουργήσαμε εκεί μέσα απ’ τον γύρο πολύ σοβαρές, με κατασκευαστές όπως ο Κορνάκ, ο Ντε Ρόζα. Έχει τη μαγεία του, είναι ένα ιδιαίτερο. Τα ονόματα μπορεί για τον πολύ κόσμο να μη λένε τίποτα, αλλά για τους ανθρώπους ποδηλασίας βέβαια έχει, έχουνε μια ιδιαίτερη βαρύτητα αυτή η επαφή με όλο αυτόν τον κόσμο. Θυμάμαι, ήμουν στο εργοστάσιο Santini που φτιάχνει ρούχα κι εκεί συνάντησα μετά από χρόνια τον Gianluigi Stanga, προπονητή της ομάδας τότε μαζί με τον Τζιμόντι. Ή σε μία έκθεση συνάντησα και φωτογραφήθηκα me τον Πάρταλι, με τον Μερκς. Δεν είναι, δεν ήταν εύκολα πράγματα, γιατί δεν πήγαινε ο καθένας στις εκθέσεις. Δεν ήτανε, σήμερα και να μην πας σε μια έκθεση, την ίδια ώρα, το ίδιο απόγευμα έχεις ένα βίντεο είκοσι λεπτών, μισής ώρας και βλέπεις ποιος ήταν εκεί, τι παρουσιάσανε, με ανάλυση. Αυτά δεν ήτανε, ήτανε απίστευτα πράγματα. Έφευγα από τη Ρόδο με την κλούβα, το φορτηγό, πήγαινα το, έβαζα το αυτοκίνητο στο καράβι, το έπαιρνα από τον Πειραιά, ταξίδευα οδικώς μέχρι τη Πάτρα, έμπαινα στο καράβι, έφτανα Αγκόνα, ταξίδευα μέχρι το Μιλάνο, γυρνούσα την [01:00:00]Ιταλία, τους χώρους, τα εργοστάσια. Όλο αυτό είναι ιστορία που προσπαθώ να την μαζέψω για να σας τη διηγηθώ. Πολύ μεγάλη, πολύ ευχάριστη.

Π.Δ.

Δεν χρειάζεται να τη μαζέψετε. Πείτε το.

Γ.Β.

Εντάξει, τι να... Είπαμε, για τον πάρα πολύ κόσμο δεν νομίζω ότι ούτε τα ονόματα ούτε αυτό έχει κάποια σημασία, νομίζω ότι είπα αυτά που έπρεπε να πούμε.

Π.Δ.

Αυτοί οι άνθρωποι σας δώσαν κάποια συμβουλή που την κρατάτε μέχρι σήμερα;

Γ.Β.

Βέβαια, βέβαια. Όλοι, όλοι. Θα σου πω. Τι, για να καταλάβουμε τώρα, θα το πω, λέμε να μην πούμε παραπάνω, γιατί δεν χρειάζεται. Θυμάμαι μία χρονιά, όταν είχε κερδίσει ο Παντάνι τον γύρο Γαλλίας, ότι περπατούσε στη μέση ενός δακτυλίου με, θα ‘λεγα μπράβους, για να μην τον ενοχλούνε. Δηλαδή είδαμε μια ποδηλασία απίστευτη. Ήρθε εδώ ο Στέφαν Ρος, ένας Ιρλανδός, ο οποίος κέρδισε γύρο Γαλλίας, γύρο Ιταλίας, παγκόσμιο, την ίδια χρονιά που είναι μαζί με τον Μερκς από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα κάποιου ποδηλάτη. Κυκλοφορώντας, λοιπόν, τα βράδια, γιατί στην προσπάθεια μας να μεγαλώσουμε τον γύρο ήρθανε διάφοροι και πώς ήρθαν αυτοί; Γιατί είχα αυτή την προσβασιμότητα στις μεγάλες εταιρίες, στους κατασκευαστές, την Καμπανιόλο, στην Καρέρα που έτρεχε, στον οποιοδήποτε. Περπατώντας, λοιπόν, ένα βράδυ στην πόλη μου λέει: «Ρε Γιώργο, εδώ τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά. Ξέρεις, εδώ δε με ενοχλεί κανένας. Κανένας δεν με αναγνωρίζει» και αυτό σε έναν άνθρωπο που σε κάθε του βήμα τον σταματάνε για να του πούνε κάτι, να του θυμίσουν κάτι, να αναφερθούν σε κάτι, είναι ενοχλητικό. Αυτό, λοιπόν, το πράγμα λείπει εδώ στη Ρόδο ή δεν λείπει σαν μειονέκτημα, υπάρχει σαν πλεονέκτημα, δεν ενοχλεί κανένας, όπως και για τους δρόμους. Παντελή, σκέψου ότι λέγαμε εκείνα τα χρόνια που κάναμε τον γύρο ότι στη Μαγιόρκα συγκεντρώνονται εξήντα χιλιάδες τουρίστες τους χειμερινούς μήνες, από τον Νοέμβριο που ουσιαστικά σταματούσε η ποδηλατική σεζόν μέχρι τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο που ξαναξεκινούσε. Εκεί, λοιπόν, πήγαιναν οι βόρειοι Ευρωπαίοι. Νοίκιαζαν ένα σπίτι, έμεναν είκοσι μέρες. Έπαιρναν την οικογένειά τους. Υπήρχανε δραστηριότητες για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κι αυτοί οι οποίοι ήτανε αγαπούσαν το ποδήλατο, ήτανε ερασιτέχνες, θέλανε να βρεθούν σε μία επαγγελματική ομάδα κοντά, έκαναν ποδηλασία. Αυτοί, λοιπόν, οι ίδιοι άνθρωποι έπαιρναν, σ' το λέω έτσι τώρα σαν παράσταση, έπαιρναν το τροχόσπιτο πάλι με την οικογένεια και πηγαίνανε δύο μέρες πριν από 'κεί που θα περάσει στις Άλπεις ο γύρος Γαλλίας, ο γύρος Ιταλίας και περίμεναν δύο μέρες για να τους δούνε ένα δευτερόλεπτο να περνάνε. Υπάρχει δηλαδή στο θέμα της ποδηλασίας και αν, ξέρω 'γώ, σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο να δεις έναν γύρο Γαλλίας γύρο Ιταλίας από τα χρόνια εκείνα. Πόσος κόσμος ακολουθεί αυτό το άθλημα; Πόσα εκατομμύρια στήνονται σε μια διαδρομή διακοσίων χιλιομέτρων για να παρακολουθήσουν τους ποδηλάτες που περνάνε, διότι είναι ένα άθλημα το οποίο γοητεύει και τραβάει κόσμο.

Π.Δ.

Εσείς από τους δικούς σας αγώνες τι θυμάστε; Μου ‘χατε πει κι ένα περιστατικό με τον Κούντρα και τη βίδα.

Γ.Β.

Ναι, όταν έφτιαξα τα πρώτα ποδήλατα από το μηδέν για να πάμε στο πανελλήνιο πρωτάθλημα σαν «Διαγόρας», είχα φτιάξει τρία ποδήλατα, εγώ δεν πρόλαβα να φτιάξω το τέταρτο για μένα. Άρα ο Μπέντας, ο Βασίλης ο Μπέντας, ο Μιχάλης ο Κούντρας και ο Αποστόλης ο Κουμούλης είχανε πάρει τα τρία πρώτα ποδήλατα που έφτιαξα, αλλά λέω: «Κάτσε», λέω, «πριν τα βάψω, ας τα μοντάρω». Κόπος, μεγάλος κόπος να ξεμοντάρω τρία ποδήλατα, να τα μοντάρω να τα ξαναξεμοντάρω, να μοντάρω τα άλλα ποδήλατα, να τα πάμε μία προπόνηση να δούμε, εν πάση περιπτώσει, τι έφτιαξα. Και πράγματι, έτσι όπως ήτανε άβαφτα, ακατέργαστα τα μέταλλα, αγυάλιστα, τα μοντάραμε και πήγαμε προπόνηση. Πήγαμε σ’ έναν χρόνο απίστευτο. Στο Μαντρικό. Πριν φτάσουμε στο Μαντρικό, λοιπόν, κι ενώ ο Κούντρας ήτανε μπροστά, εν τω μεταξύ οι τσέπες μου ήτανε γεμάτες από εργαλεία, τι θα μπορούσε να χρειαστεί σε όλο αυτό το διάστημα, σε αυτήν την προπόνηση, τέλος πάντων, επειδή έγιναν όλα πρόχειρα, βλέπω και κάτι πέφτει στον δρόμο, ήτανε Ιούλιος μήνας που προετοιμαζόμασταν, φεύγει κάτι από ένα ποδήλατο, σίγουρα έφυγε κάτι, γυαλιστερό, μια βίδα, κάτι έφυγε. Τέλος πάντων, το συγκράτησα το σημείο, πήγαμε εκεί που ‘χαμε, που συνήθως παίρναμε χρόνο να δούμε πώς πάμε, είδαμε ότι πήγαμε πολύ πιο γρήγορα, ίσως κι απ’ τον ενθουσιασμό, ίσως κι από όλο αυτό, τα ποδήλατα τα δικά μας. Είχανε συμβάλει όλοι. Ας πούμε, ο Αποστόλης ο Κουμουλής, μαθηματικός, μου ‘βγαλε τις αποστάσεις με τη γεωμετρία, ακριβώς πού έπρεπε να βάλω διότι και τα μέσα ούτε το τζικ είχα το πιο σύγχρονο και το πιο καλό, ήταν μία πλάκα σίδερο πάνω στην οποία βάλαμε κάποια, κάποιες βάσεις για να στηρίξουμε, για να στηρίξουμε τους σωλήνες για να τους κολλήσω. Ο Αποστόλης μου ‘κανε αυτό. Μετά πήγαμε, λοιπόν, εκεί, είδαμε ότι ο χρόνος ήταν εξαιρετικός, είπαμε: «Είμαστε πάρα πολύ καλά, μπορούμε να βάψουμε τα ποδήλατα, μπορούμε να τα ολοκληρώσουμε», σε δέκα μέρες, πέντε μέρες θα φεύγαμε. Στο γυρισμό, λοιπόν, εγώ είχα στο μυαλό μου ότι κάτι έγινε. Βλέπω, όταν σταματήσαμε εκεί που σταματήσαμε, στο Μαντρικό, ότι η βίδα από την μπροστινή ρόδα του Κούντρα έλειπε. Είχα δει, όμως, εγώ το περιστατικό πριν. Ξαναγυρίσαμε, λοιπόν, πίσω, είχε κάτι κάγκελα, τη βρήκα, τη βίδωσα και λέω: «Φαντάσου τότε, ας πούμε, να ξεβίδωναν και οι δύο βίδες, να πέφταμε σε ένα λάκκο, να πέφταμε κάτω, να γινόμασταν κουβάρι, να σπούσαν τα ποδήλατα δεν θα είχαμε καμία συνέχεια σε όλο αυτό, σε όλη αυτή την προσπάθεια, σ’ όλο αυτό το πράγμα. Ευτυχώς όλα μέχρι σήμερα έχουν πάει πάρα πολύ καλά. Θα μπορούσαν να ‘ναι και καλύτερα. Δόξα σοι ο Θεός, είμαι αρκετά ικανοποιημένος, γιατί, θα ξαναπώ άλλη μια φορά, αφιέρωσα όλη μου τη ζωή σ’ αυτό που λέγεται ποδήλατο.

Π.Δ.

Από αγώνες και ταξίδια τι αναμνήσεις έχετε; Ήταν εύκολη η κατάσταση τότε;

Γ.Β.

Εντάξει, ναι, βέβαια. Η ποδηλασία που κάναμε καμιά σχέση με την σημερινή. Δυστυχώς, τα παιδιά σήμερα χωρίς υπερβολή πληρώνουν για να κάνουν ποδηλασία, πληρώνουν απ’ την τσέπη τους για να είναι στην Εθνική Ομάδα. Εμείς πληρωνόμασταν. Ζούσαμε μ’ αυτό που κάναμε, διότι δεν ήταν εύκολο, ήθελε και δυο φορές την ημέρα προπόνηση. Θυμάμαι να σου πω ότι, ας πούμε, ότι μετά δύο μέρες, δυο ώρες, φορές την ημέρα προπόνηση, θέλεις στο γυμναστήριο, θέλεις το ποδήλατο μετά από πολλά χιλιόμετρα, το να πάω στο μαγαζί και να κατέβω τις σκάλες με το υπόγειο για να ανεβάσω πράγματα πάνω στον πατέρα μου, μου ήτανε πραγματικά πολύ δύσκολο. Συν του ότι αυτό που προέχει στη ζωή μας, στη ζωή μας σαν αθλητές, ήτανε να εξαντλήσουμε κάθε τι που θα ήταν υπέρ μας και να μην κάνουμε. Βέβαια, για κάποιους άλλους τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα, αυτοί που δούλευαν στην οικοδομή. Έπρεπε και στην οικοδομή να κουβαλάνε τη λάσπη ή να απασχολούνται και ποδηλασία να κάνουνε. Εγώ επειδή ήμουν λίγο νεότερος, δεν έζησα αυτό το πράγμα, αλλά σίγουρα ήτανε κάτι το οποίο… Μπορεί να μην ήμασταν επαγγελματίες. Ήμασταν ερασιτέχνες αθλητές, αλλά η ζωή μας ήτανε τύπου επαγγελματία, δηλαδή όσον αφορά αυτό το πράγμα δεν έπρεπε να ξενυχτήσω, δεν έπρεπε να τρέξω, δεν έπρεπε να περπατήσω. Έπρεπε να προσέχω αυτό, έπρεπε να προσέχω εκείνο. Το αισθανόσουνα, δηλαδή έκανες ένα ταξίδι στην Αθήνα ή ήθελες να πας, ας πούμε, Θεσσαλονίκη. Έφτανες Αθήνα και μετά με ένα αυτοκίνητο μάς έπαιρναν να πάμε εκεί που ήταν οι αγώνες. Το να κάτσεις σ’ ένα αυτοκίνητο τέσσερις - πέντε ώρες δεν ήταν εύκολο πράγμα. Αμέσως το καταλάβαινες ότι είναι δύσκολο. Όταν πηγαίναμε στην Αθήνα, στο Ελληνικό, παραδείγματος χάριν, που έφτανε το αεροπλάνο, βάζαμε την μπροστινή ρόδα που την είχαμε βγάλει στο αεροπλάνο για να μαζευτεί το ποδήλατο. Βάζαμε την μπροστινή ρόδα, παίρναμε το σακίδιο, καβαλούσαμε το ποδήλατο και φεύγαμε και πηγαίναμε στο Παναθηναϊκό στάδιο με το ποδήλατο. Αυτό σου ‘δινε ένα χαλάρωμα, γιατί η [01:10:00]προετοιμασία του ταξιδιού όσο συχνά και αν γινόταν, γίνονταν συχνά πραγματικά δηλαδή. Ξέρεις τότε ήταν πληρωμένα όλα, αεροπορικά. Τώρα τα παιδιά πάνε με τα καράβια. Δηλαδή είναι δύσκολο, οι γονείς πληρώνουν για να γίνει αυτό πράγμα. Άρα έχω αναμνήσεις καλές. Τα ταξίδια, το ταξίδι στη Καζαμπλάνκα, είκοσι μέρες στην Καζαμπλάνκα, δεν ήτανε, μεγάλο ταξίδι. Charter ειδικό με όλους τους αθλητές. Στην Τσεχία, βαλκανικούς αγώνες, κύπελλα πίστας, δρόμου, γύρους, Τσεχίες, Βουλγαρίες, όλα αυτά, Αίγυπτο παλιότερα, Τουρκία. Δηλαδή γνώριζες τον κόσμο, τέλος πάντων, και οι άλλοι ‘κάναν πολύ περισσότερα ταξίδια απ' εμένα και συμμετείχαν και σε πολύ περισσότερους αγώνες, οπότε πραγματικά γυρνάς τον κόσμο και ανοίγει το μάτι σου, βλέπεις πράγματα τα οποία στην καθημερινότητα δεν υπάρχουν.

Π.Δ.

Ποια από αυτές τις χώρες σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση. Σαν διοργάνωση, σαν φιλοξενία. Οτιδήποτε.

Γ.Β.

Όλα μας ‘καναν εντύπωση, ήταν διαφορετικό. Όπου έφτανες ο αέρας μύριζε διαφορετικά. Κάθε φορά είχαμε κάτι να διηγηθούμε κάτι να γυρνώντας. Είχαμε κάποιο αστείο ή σοβαρό περιστατικό. Είτε εκλάπη κάποιο ποδήλατο είτε έγινε μια τούμπα αστεία ή έφτασε στον τερματισμό και είχανε φύγει. Είχε διάφορα, διάφορα. Εντάξει, νομίζω το αξίζουν στους μεσογειακούς. Το ότι ζούσες αυτόν τον παλμό. Είχε παρέλαση, ήσουν ντυμένος, δεν ήτανε μια διοργάνωση ποδηλατική. Είχε αθλητές από πολλά μεσογειακά κράτη. Είχε αθλητές από πολλά αθλήματα. Θυμάμαι, ας πούμε, ότι ήμασταν προστατευμένοι από τον στρατό κάθε δεκαπέντε μέτρα. Εκεί που μέναμε είχε ένοπλους στρατιώτες. Μας συνόδευαν και στην προπόνηση στον δρόμο με τζιπάκι, πάνω ήτανε με τα όπλα. Όλα αυτά, η γνωριμία με άλλους Έλληνες αθλητές, γιατί σε αυτούς τους μεγάλους αγώνες, εκεί γνώρισα, ας πούμε, την Βερούλη, γνώρισα τον Τσιντσάρη, τον Κούρτη που έκανε βάδην. Είδα τον αγώνα μπάσκετ με την Τουρκία που έπαιζε ο Στεργάκος, έπαιζε ο Φασούλας. Γνωρίσαμε, είδαμε ανθρώπους σε αυτού του είδους τους αγώνες. Φαντάζομαι και στους Ολυμπιακούς. Δεν έχω πάει, αλλά... Και σε μεσογειακούς αγώνες είναι κάτι ανάλογο. Και μετά βέβαια οι γύροι, το ότι αλλάζεις κάθε μέρα ξενοδοχείο, πας σε μια άλλη πόλη, άλλους ανθρώπους, άλλοι τερματισμοί, άλλος κόσμος, τα σχολεία περιμένουνε, ωραία, ανέμελα χρόνια.

Π.Δ.

Ποια διαδρομή θυμάστε έντονα;

Γ.Β.

Θυμάμαι στον πρώτο γύρο που πήγα που ξεκινούσε ο γύρος όπως συνηθίζεται με χρονόμετρο, ήτανε πέντε - έξι χιλιόμετρα, αλλά ήτανε όλο πέτρα, χαλίκι, δηλαδή όχι το πλακόστρωτο αυτό που έχουμε τώρα, τους κυβόλιθους, αλλά πέτρα, πέτρα. Πάρα πολύ δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο να οδηγήσεις το ποδήλατο και μου κάνει εντύπωση και αναρωτιόμουν δεν έχουν δρόμους και το κάνανε εδώ; Σου λέω η επαφή με τον κόσμο γινόταν μέσα από αυτούς τους αγώνες. Μου ‘κανε εντύπωση, ας πούμε, στη Τσεχία, μια μέρα που, όταν φτάσαμε εκεί πέρα, που είχε έξω απ’ την πόλη ένα συνεργείο το οποίο καθάριζε τις πινακίδες του δρόμου. Δηλαδή είδαμε τέτοια περίεργα πράγματα και ενδιαφέροντα. Αυτά.

Π.Δ.

Από τα περιστατικά που είπατε πριν, γέλιου ή κλέψανε ποδήλατα, ποια θυμάστε;

Γ.Β.

Ναι, μια φορά μου κλέψανε το ποδήλατό μου στη Βουλγαρία, το χάσαμε και, δεν ξέρω, έγινε αστραπιαία. Εντάξει, συνέβαινε, συμβαίνει, συνέβαιναν τέτοια ή όταν, παραδείγματος χάριν, γυρνούσανε από πολύ εξωτικά μέρη άλλοι αθλητές. Είχανε πάει μια χρονιά η Εθνική Ομάδα στο Μεξικό και εκεί ο Κανέλλος χτύπησε και έπαθε αμνησία, έπαθε αμνησία για λίγα, διάσειση που είχε. Επαναλάμβανε τα ίδια πράγματα. Μεγάλες ταχύτητες, πάρα πολύς κόσμος, τρομερός ανταγωνισμός. Οπότε όλα αυτά ήτανε θέμα συζήτησης στην προπόνηση που γινότανε, αν ήμασταν στην Αθήνα ή αν μιλούσαμε ή αν, όταν βρισκόμασταν.

Π.Δ.

Επίσης, κάτι μου ‘χατε πει την προηγούμενη φορά ότι ξεκινήσατε μια συνεργασία για ένα εξάρτημα από τη NASA;

Γ.Β.

Όχι, σου ‘χα πει ότι στην αρχή, όταν ξεκινήσαμε, όλοι οι σωλήνες ήταν οι ίδιοι, οι σύνδεσμοι, που ο ποδηλατικός τους όρος είναι «μούφες», είναι αυτές, είναι αυτοί οι σύνδεσμοι που ενώνουν τους σωλήνες μεταξύ τους. Ο τρόπος, λοιπόν, παραδοσιακά μέχρι το 1990 ήτανε, και συνεχίζουν βέβαια και σήμερα, είναι να κολλάς ζεσταίνοντας τα σίδερα με φλόγα, να βάζεις τον βόρακα απ’ έξω να καθαρίζει το σημείο που θα γίνει συγκόλληση και μετά να αφήνεις την βέργα του μπρούντζου να λιώσει πολύ πιο γρήγορα από ό,τι το σίδερο και να ποτίσει τους σωλήνες μεταξύ τους. Κάποια στιγμή, λοιπόν, όταν εμφανίστηκαν και τα αλουμινένια, αλλά και τα σιδερένια, οι σωλήνες, οι σιδερένιοι σκελετοί με διαφορετικές διατομές και σχήματα, είχε ακουστεί ότι έχει βγει ένα καινούριο σύστημα που κολλάς τα ποδήλατα που λέγεται TIG, είναι τα αρχικά του, είναι tungsten inert gas το οποίο είχε μια μυτούλα, είναι μια σαν ηλεκτροκόλληση, έχει ένα κεραμικό απ’ έξω κέλυφος, μέσα από το οποίο περνάει ένα αδρανές αέριο, άοσμο, το argon. Τι κάνει, λοιπόν, το argon; Με το που πας να ξεκινήσεις να κολλάς, πετάει το argon, διώχνει τον ατμοσφαιρικό αέρα, δεν γίνεται οξείδωση και γίνεται συγκόλληση. Αυτό, λοιπόν, όπως ξαναείπα πολλές φορές, η πληροφόρηση ήτανε ράδιο αρβύλα. Λέγανε, ας πούμε, ότι αυτό τώρα το χρησιμοποιούνε μόνο στην NASA. Δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Πάλι σ’ αυτά τα ταξίδια τα επαναλαμβανόμενα δύο φορές και τρεις φορές τον χρόνο στην Ιταλία, πήγα στο εργοστάσιο είδα ότι χρησιμοποιούν argon ο τάδε, ο τάδε, ο παράλλος. Έμαθα ποια είναι η μάρκα, πήγα στην εταιρεία, αγόρασα μια μηχανή, ξεκίνησα να κάνω δοκιμές. Μια από ‘δώ, μία από 'κεί, μία παρακεί. Δύσκολο βέβαια, δύσκολο, διότι ήταν εντελώς διαφορετικό, αλλά αργά ή γρήγορα, με κόστος ή όχι κατάφερα να κολλήσω τα πρώτα ποδήλατα. Αυτά είναι τα πρώτα ποδήλατα που πήρε η Εθνική Ομάδα και έτρεξε στους Μεσογειακούς Αγώνες κολλημένα με τη μέθοδο TIG. Όπου, για να πούμε μία παραπάνω κουβέντα, σίδερο με σίδερο και μπαίνει μία βέργα ακριβώς απ’ το ίδιο μέταλλο, το οποίο ηλεκτρονικά μπορείς να ρυθμίσεις το φάρδος, του βάθος, την ένταση των αμπέρ και να κολλήσεις τα δύο μέρη τους, δύο σωλήνες με αυτήν τη βέργα, χωρίς να χρησιμοποιήσεις δηλαδή οξυγόνο, φωτιά και σύνδεσμο, μούφα, αυτή είναι η διαφορά. Κολλάμε μ’ αυτό σίδερο, αλουμίνιο, τιτάνειο, ανοξείδωτο, αυτά.

Π.Δ.

Και η συνεργασία με την Εθνική Ομάδα πώς ξεκίνησε;

Γ.Β.

Κοίταξε, η συνεργασία έτσι κι αλλιώς υπήρχε από τα χρόνια που έτρεχα. Είπαμε ότι υπήρχανε στις αποθήκες της ομοσπονδίας σπασμένα, τρακαρισμένα ποδήλατα τα οποία έπαιρνα στην αρχή για να δω τι δυνατότητες έχω. Ξέρεις, καμιά φορά μπορεί εσύ να το θέλεις, αλλά το χέρι σου, το μάτι σου, η αντίληψή σου να μην αρκούν για να κάνεις αυτό το οποίο θέλεις, ονειρεύεσαι, σου αρέσει. Έτσι, λοιπόν, ξεκινώντας να κάνω αυτές τις επιδιορθώσεις κατάλαβα ότι μπορώ να το κάνω, διότι τα ποδήλατα τα οποία έφτιαχνα, επισκεύαζα τα χρησιμοποιούσαν οι αθλητές με επιτυχία και μετά προχώρησα στην κατασκευή σκελετού. Άρα, λοιπόν, υπήρχε αυτή η συνεργασία. Τώρα η πρόσφατη συνεργασία, η οποία έχει και έναν άλλο χαρακτήρα, έχει δηλαδή χαρακτήρα ερευνητικό. Για να δούμε, εσύ που είσαι ο πρώτος που θα ξεκινήσεις το αγώνισμα, τι ποδήλατο θέλεις; Τι δύναμη έχεις; Τι προτερήματα έχεις; Πού υστερείς; Τι χρειάζεσαι να επέμβω για να σε βοηθήσω σ’ αυτό το εγχείρημα; Τι θέλει ο δεύτερος, τι θέλει ο τρίτος και τα λοιπά. Ξεκίνησε, λοιπ[01:20:00]όν, μέσα από την γνώση που έχουμε πλέον του να μην παίρνουμε ένα σωλήνα έτοιμο που μας τον σερβίρει, ναι μεν στο σχήμα που είπαμε εμείς, αλλά όπως θέλει ο κατασκευαστής του σωλήνα, αλλά κατασκευάζουμε εμείς τους σωλήνες κι έχουμε τη δυνατότητα γνωρίζοντας ότι βάλαμε, παραδείγματος χάριν, τρία στρώματα ύφασμα, αν σου φανεί ο σκελετός μαλακός, να σου βάλω τέσσερα, πέντε, με άλλη διάταξη, με άλλου είδους υφάσματος, ώστε να στον κάνω σκληρό τόσο όσο να αισθάνεσαι ότι κάθε πεταλιά που πατάς πηγαίνει ακριβώς σε έργο και δεν μεταφέρεται σε μία στρέβλωση που μπορεί να έχει ο σκελετός.

Π.Δ.

Τέλος, θα ‘θελα να μου πείτε για το ποδηλατοδρόμιο της Ρόδου.

Γ.Β.

Ναι.

Π.Δ.

Τι θυμάστε από αυτή; Ήταν το κέντρο της ποδηλασίας κάποτε.

Γ.Β.

Βέβαια, η Ρόδος ήταν το κέντρο της ποδηλασίας, διότι αν μιλήσουμε τα χρόνια του ’60, του ’50, του ‘70 όσο ερχόμαστε προς την τουριστική επανάσταση της Ρόδου και την ακμή, αυτό λιγοστεύει. Αλλά όσο πάμε πίσω, την περίοδο του ’60 με ’70 οι ποδηλάτες ερχόντουσαν έναν μήνα στη Ρόδο. Μένανε στα δωματιάκια τα οποία βρίσκονται απέναντι από τη σκεπαστή κερκίδα, δηλαδή κάτω από το γήπεδο του μπάσκετ. Εκεί τρώγανε εκεί πλέναν τα ρούχα τους, εκεί μένανε, από εκεί φεύγανε και ξαναπηγαίνανε να κάνουν προπόνηση και μετά από, ξέρω ‘γώ, είκοσι μέρες, έναν μήνα, τρέχανε στο πανελλήνιο πρωτάθλημα. Το κατάμεστο, οκτώ χιλιάδες κόσμος πήγαινε, διότι η ποδηλασία είναι ένα θέαμα. Πήγαινε, λοιπόν, ο κόσμος, θεάματα στη Ρόδο δεν υπήρχανε. Υπήρχε, θα ξαναπώ άλλη μια φορά, όσο πάμε προς τα πίσω, φτώχεια. Ο κόσμος δεν μπορούσε να πάει εύκολα. Φαντάζομαι έχεις ακούσει ότι ο κόσμος για να πάει στο εστιατόριο το προγραμμάτιζε από καιρό. Βέβαια και σήμερα εδώ ξαναγυρίσαμε περίπου. Έτσι; Αλλά εμείς ευτυχώς ή δυστυχώς ζήσαμε πολύ εύκολα. Όλα αυτά δεν τα γευτήκαμε, δεν τα νιώσαμε, τα ακούσαμε σαν ιστορίες απ’ τους μεγαλύτερους, παππούδες, οι πατεράδες και τα λοιπά. Οι άνθρωποι, λοιπόν, πήγαιναν εκεί γι’ αυτόν τον λόγο. Πολύ παλιότερα στον πόλεμο πήγαιναν για έναν άλλον λόγο, γιατί ήταν εθνικός ο λόγος που πήγαιναν να δουν αγώνες. Διότι έτρεχαν Ιταλοί, έτρεχαν Έλληνες, έτρεχαν μουσουλμάνοι, έτρεχαν δηλαδή οι κατακτητές με τους υπόδουλους Έλληνες. Και τα ονόματα τα οποία μας έλεγε και τις ιστορίες που μας έλεγε ο Φραντζής ήτανε πραγματικά να τις ακούς και τις ξανακούς και μας τις επαναλάμβανε, διότι ήτανε πολύ ενδιαφέρουσες. Βρέθηκα σε μία προετοιμασία στο Βελούχι, χειμερινή προετοιμασία της Εθνικής Ομάδας το ’79, ’80; 1979, 1980. Πήγαμε, λοιπόν, εκεί για προετοιμασία, αποκλειστήκαμε, δεν είχε αυτά και μέναμε σε κάτι ξενώνες στο χιονοδρομικό κέντρο πάνω. Εκεί, λοιπόν, βρήκα κάτι περιοδικά, δεν μπορώ να σου πω, του ’50; Του ’60 περιοδικά; Τα οποία έλεγαν ότι ο τάδε κέρδισε τον αγώνα με τις μοτοσυκλέτες, με τα μοτοσακό στην πίστα της Ρόδου, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, δηλαδή στο ποδηλατοδρόμιο γινόντουσαν παλιότερα και αγώνες με τα μηχανάκια, με τα μοτοσακό, τέλος πάντων. Εδώ θέλω να σου πω ότι σήμερα οι πολύ καλοί αθλητές και ένας λόγος για τον οποίον δε γίνονται αγώνες στο ποδηλατοδρόμιο της Ρόδου είναι ότι το βιράζ, δηλαδή η κλίση που έχουμε είναι τόσο χαμηλή και οι ταχύτητες των ποδηλάτων πλέον τόσο μεγάλες που στην ουσία δεν σε κρατάει. Δεν μπορείς να κρατηθείς με την ταχύτητα αυτή σε αυτό το ποδηλατοδρόμιο. Φαντάσου δηλαδή τι ταχύτητα είχανε τα μηχανάκια τότε. Τίποτα, μηδέν, αλλά εκεί γινόντουσαν. Αυτά ήταν, λοιπόν, τα θεάματα. Ο κόσμος, λοιπόν, ήξερε και αυτό και πήγαινε. Το ποδόσφαιρο δεν ήτανε σε αυτό το επίπεδο που ήταν το ‘80 με την Ρόδο στην Α’ εθνική, τον «Διαγόρα» και τις υπόλοιπες ομάδες που έκαναν κάτι κι έτσι ένα θέαμα ήταν αυτό. Το άλλο ήταν ότι πήγαινες στο σινεμά και δυο μήνες μετά, τρεις μήνες μετά έβλεπες στα επίκαιρα, γιατί έτσι ξεκινούσαν τα σινεμά, κινηματογράφοι, έβλεπες, λοιπόν, στα επίκαιρα ότι έγινε το πανελλήνιο πρωτάθλημα, κέρδισε ο Κούντρας, ήρθε ο Νταλίπης, έκανε αυτό και τουλάχιστον τα παιδιά της Ρόδου, δηλαδή της ηλικίας μου, νεότεροι, μεγαλύτεροι, λίγο ως πολύ δοκίμαζαν την τύχη τους στην ποδηλασία. Δεν ήτανε ένας και δύο. Κι έτσι ο ένας με τον άλλον έφερνε στην ποδηλασία στον «Κολοσσό», στον «Διαγόρα», μετά δημιουργήθηκε ο «Ευαγόρας», δημιουργήθηκαν διάφορες ομάδες. Αυτή είναι η… Βέβαια στην πίστα έχουν γίνει διάφορα. Ήδη οι αγώνες πρόλαβα να είναι νυχτερινοί, όχι βέβαια από οκτώ χιλιάδες κόσμο, αλλά με πάρα πολύ κόσμο. Και μας υποστήριζαν, μας χειροκροτούσαν. Εντάξει, υπήρχε παλμός, δεν ήτανε απλοί θεατές που έβλεπα, υπήρχε. Δυστυχώς το ποδηλατοδρόμιο στην Αθήνα δεν καταφέρνει να συγκεντρώσει ούτε τους γονείς των αγωνιζόμενων. Δυστυχώς, δυστυχώς. αυτό είναι λυπηρό, διότι είπαμε ότι στις εποχές που κάναμε ποδηλασία και αυτή την επιβράβευση νιώσαμε, αλλά και το ότι, όπως σου εξήγησα, δεν χρειαζόταν, αφού δεν δούλευα, να πηγαίνω στον πατέρα μου συνέχεια και να ζητάω λεφτά, για να ζήσω, για να βγω έξω, για να ταξιδέψω, για να... Σ’ αυτά, λοιπόν, τα ταξίδια επειδή ρώτησες και δεν είχα κάτι πριν να πω, θα σου πω ότι όταν πηγαίναμε ταξίδι ειδικά στης Σοβιετικής Ένωσης τα μπλοκ, Βουλγαρίες, Τσεχίες, Ρουμανίες. Εκεί είχαμε δασκαλευτεί ότι απαγορεύεται να δώσεις κάτι, σε παρακολουθούν οι αστυνομικοί, τα πράγματα είναι πάρα πολύ αυστηρά, πρέπει να είσαι πάρα πολύ προσεκτικός. Αλλά οι ποδηλάτες μεταξύ μας κάναμε διάφορες, εμείς ξέραμε ότι θα πάρουμε τζιν, ξέραμε ότι θα πάρουμε καλτσόν γυναικεία κι είχα γίνει φίλος με τον Στόγιαν Πετρόφ, δεύτερος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, στην πίστα στο χιλιόμετρο, Βούλγαρος, του οποίου του άρεσαν πάρα πολύ τα ελληνικά τραγούδια. Κάθε φορά, λοιπόν, που πήγαινα του ‘παιρνα και κασέτες. Αυτός μας έδινε λάστιχα ή άλλα πράγματα. Παίρναμε ρόδες, παίρναμε δίσκους, παίρναμε διάφορα πράγματα. Δίναμε, παίρναμε, κάναμε αυτού του είδους την… Μία, λοιπόν, από τις συναλλαγές που έκανα ήταν ένα αλουμινένιο κουτάκι, πώς είναι οι παστίλιες; Αλλά μεγάλο, ασημένιο, χωρίς γράμματα, χωρίς τίποτα και κλεισμένο μ’ ένα λάστιχο. Ανάμεσα, λοιπόν, στα πράγματα που διαπραγματευτήκαμε να πάρουμε ήταν κι αυτό. Πήρα κι αυτό και το ‘φερα εδώ. Δεν θυμάμαι να σου πω αν το άνοιξα ή αν δεν το άνοιξα, αν το ‘φερα έτσι. Ήτανε μαύρος χαβιάρης. Μας το ‘δωσε ένας Ρώσος, τέλος πάντων. Φρέσκο, μαύρο χαβιάρι. Όταν το έφερα εδώ στον πατέρα μου, μου είπε ότι είναι το καλύτερο δώρο που μπορούσα ποτέ να του φέρω και να του κάνω, διότι ήταν κάτι που του άρεσε πάρα πολύ, ήτανε φρέσκο και δεν ήτανε του σούπερ μάρκετ ή του τέλος πάντων. Ένα από αυτά τα οποία είχαν συμβεί. Επίσης εκεί μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι αυτοί οι Ρώσοι οι οποίοι κερδίζανε Ολυμπιάδες, κερδίζανε παγκόσμια, ήτανε ή οι Ανατολικογερμανοί τότε, ανέβαιναν στο βάθρο αγέλαστοι, κατηφείς. Λες, δεν, ήταν ο τρόμος, παρακολουθόντουσαν βέβαια, πολλά περιστατικά τέτοια εκείνης της εποχής, ούτε πανηγύριζαν, ούτε τίποτα. Εμείς κάναμε φασαρία, κάναμε, σαν νεαροί δηλαδή. Αυτοί ήτανε στρατιωτάκια, αυτό.

Π.Δ.

Λοιπόν, κύριε Γιώργο, αν δεν έχετε...

Γ.Β.

Όχι.

Π.Δ.

Κάποια άλλη ιστορία να θυμηθείτε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Γ.Β.

Κι εγώ σας ευχαριστώ που μ’ ακούσατε. Μου δώσατε την ευκαιρία να θυμηθώ και να φέρω εικόνες στο μυαλό μου και να σας στις περιγράψω, δεν ξέρω αν το έκανα καλά, αλλά σίγουρα θα έλεγα θα ‘θελα να κλείσω ότι τα παιδιά δεν είναι απαραίτητο να ξεκινήσουνε με [01:30:00]αυτοσκοπό τον πρωταθλητισμό, όμως είναι πολύ σημαντικό να κάνουν ποδήλατο, διότι θα τους δώσει τη δυνατότητα να έχουν αντίληψη του κινδύνου που έχει ένα δίτροχο, της γλιστερότητας ενός δρόμου, της γλιστερότητας σε μία στροφή, είτε είναι δίτροχο είτε είναι τετράτροχό. Αυτή την αντίληψη δεν μπορείς να την αποκτήσεις σε κανένα σχολείο, σε κανένα μάθημα, ει μη μόνον από το να χρησιμοποιείς όσο το δυνατόν περισσότερο το ποδήλατό σου, διότι ποδήλατο δεν κάνουμε μόνο βλέποντας μπροστά μας, αλλά ακούγοντας τον θόρυβο μιας μοτοσυκλέτας, ενός αυτοκινήτου και δημιουργούμε αυτή την αντίληψη του: «Να, εδώ αυτός δε μου φαίνεται να πηγαίνει πολύ καλά, πολύ γκαζωμένο τον ακούω, πολύ γρήγορα έρχεται πιο δυνατός ο θόρυβος, για να κάνω στην άκρη, για να κοιτάξω, για να δω» και νομίζω ότι γι’ αυτό το όφελος τού να ασχοληθείς με την ποδηλασία είναι ανεκτίμητο. Αν, στη συνέχεια, σου προκύψει ο πρωταθλητισμός, βεβαίως να τον κάνεις, γιατί κι αυτό έχει τις χαρές του. Αυτό.

Π.Δ.

Ευχαριστώ και πάλι!

Γ.Β.

Κι εγώ.

Summary

Ο Γιώργος Βογιατζής αποτελεί τη ζωντανή ιστορία του ποδηλάτου στη Ρόδο. Από μικρός ασχολήθηκε με την ποδηλασία και υπήρξε αθλητής της Εθνικής Ομάδας με παρουσίες σε μεγάλες διοργανώσεις. Ένα ατύχημα τον ανάγκασε να αποσυρθεί, ωστόσο δεν εγκατέλειψε την αγάπη του, την ποδηλασία. Η μεγάλη ιστορία του νησιού στην ποδηλασία οδήγησε τον κύριο Βογιατζή να ασχοληθεί σε βάθος με το ποδήλατο, να ταξιδέψει στην Ιταλία για να μάθει την τέχνη της κατασκευής του και συνεχώς να βελτιώνεται. Επέστρεψε στη Ρόδο και δημιούργησε την εταιρεία "Fidusa" που εδρεύει στη Ρόδο και προμηθεύει χειροποίητα ποδήλατα σε διακεκριμένους αθλητές παγκοσμίως, στην Εθνική Ομάδα, αλλά και σε ερασιτέχνες. Έκτοτε, αφιέρωσε όλη του τη ζωή σε αυτό που λέγεται ποδήλατο.


Narrators

Γεώργιος Βογιατζής


Field Reporters

Παντελής Διαμαντής


Historical Events

Locations

Interview Date

11/04/2023


Duration

91'