© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Φροντίζοντας το Παρελθόν: Η διευθύντρια του Δημοτικού Γηροκομείου Λάρισας διηγείται
Istorima Code
24428
Story URL
Speaker
Κατερίνα Ζιαζιά (Κ.Ζ.)
Interview Date
17/06/2023
Researcher
Σοφία Σουφλιά (Σ.Σ.)
[00:00:00]Σήμερα έχουμε 18 Ιουνίου 2023, και βρίσκομαι στη Λάρισα, με την κυρία Κατερίνα Ζιαζιά. Εγώ ονομάζομαι Σοφία Σουφλιά, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για σας;
Βεβαίως. Γεννήθηκα στη Λάρισα πριν 59 χρόνια. Μεγάλωσα στη Λάρισα, εκτός από 7 χρόνια που βρισκόμουνα στην Αθήνα. Επέστρεψα και συνεχίζω να ζω στη Λάρισα. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι, στο κέντρο της πόλης, σε μια μεγάλη-μεγάλη αυλή, με πολλά λουλούδια, πολλές κόκκινες γλάστρες που είχαν τα λουλούδια, διότι τότε οι νοικοκυρές τις γλάστρες τις έβαφαν κόκκινες, και αυτό γινόταν και κοντά στο Πάσχα, αλλά γενικότερα ήταν κόκκινες. Υπήρχε, σε αυτήν την αυλή, ένα γέρικο πολύ-πολύ ψηλό πεύκο, που κάποια στιγμή οι υπηρεσίες του Δήμου της πόλης ζήτησαν να κοπεί, ως πιθανά επικίνδυνο, προς χαρά της μητέρας μου, η οποία αντιπαθούσε πάρα πολύ τις κάμπιες, διότι ήταν γεμάτο από σακουλάκια με κάμπιες. Σε αυτή, λοιπόν, την αυλή και έπαιξα και έπεσα και έμαθα και γνώρισα αρκετά πράγματα. Συγγνώμη. Ζούσα μαζί με τον πατέρα μου, τη μητέρα μου, τον παππού και τη γιαγιά, από τη μεριά του πατέρα μου, και αργότερα και τη μητέρα της μητέρας μου, την οποία και υπεραγαπούσα, όπως και τον παππού. Είμαι μοναχοπαίδι. Γενικότερα, ήμουν ένα υπάκουο μοναχοπαίδι, ένα ευγενικό μοναχοπαίδι, καλομαθημένο, αλλά πραγματικά όχι κακομαθημένο. Το μόνο, έτσι, το μόνο δύσκολο ήταν ότι και εννοώ ότι ήταν για μένα φορτίο στις πλάτες μου, το γεγονός ότι για τις φίλες της μητέρας μου και για τα παιδιά τους ήμουνα κάτι σαν πρότυπο, και αυτό ήταν πραγματικά και για την ηλικία, για τη μικρή ηλικία που είχα τότε, ήταν πάρα πολύ βαρύ, ασήκωτο στους ώμους, και γι' αυτό και θυμάμαι ότι σε κάποια τάξη του δημοτικού είχα πει στη μητέρα μου ότι «Εγώ δεν είμαι καλό παιδί, είμαι κακό παιδί». Σήμερα είμαι παντρεμένη και μητέρα 3 παιδιών. Έχω έναν γιο και 2 κόρες. Είμαι διευθύντρια στο Δημοτικό Γηροκομείο της Λάρισας.
Είπατε πριν ότι ζούσατε μαζί με τους γονείς σας, αλλά και με τους παππούδες. Ποια ήταν η σχέση σας με τους ηλικιωμένους όταν ήσασταν μικρή;
Ποια ήταν η σχέση μου; Είπαμε ότι -μάλλον δεν είπαμε. Όχι. Δεν σας είπα ότι και οι γονείς μου ήταν μεγάλοι. Θέλω να πω ότι ο πατέρας μου, όταν γεννήθηκα ήταν ήδη 50 ετών, άρα καταλαβαίνετε ότι -ναι, παραδείγματος χάρη, όταν παντρεύτηκα στα 30 μου, ο πατέρας μου ήταν 80. Έζησα με όλους τους παππούδες, όπως σας είπα και πριν, και τις γιαγιάδες, τόσο του πατέρα μου όσο και της μητέρας μου, με μόνη εξαίρεση τον πατέρα της μάνας μου που δεν τον γνώρισα. Από την άλλη πλευρά, οι οικογενειακοί φίλοι ήταν κι αυτοί μιας ηλικίας. Οπότε, καταλαβαίνετε ότι η σχέση ήταν άριστη και πραγματικά είναι μια ομάδα ανθρώπων που αγαπώ πάρα πολύ, και επί της ουσίας έχω μάθει να ζω μαζί τους.
Πώς ήταν να είσαι μικρή και οι γονείς σου να έχουνε μεγάλη ηλικία -να είναι σε μεγάλη ηλικία;
Στην αρχή δεν το καταλαβαίνεις. Στην πορεία συνειδητοποιείς, πρώτα συγκρίνοντας ίσως με άλλους γονιούς, γιατί ασχέτως αν είναι μεγάλος ο γονιός σου, εσύ τον θεω[00:05:00]ρείς μπαμπά, μαμά, οπότε δεν έχεις ένα χαρτί και γράφεις μία ηλικία και λες «Είναι μεγάλος, είναι γέρος». Μετά από ένα χρονικό διάστημα κατάλαβα ότι είναι μεγάλοι οι γονείς μου, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μου, μα παιδί, μα έφηβη, μα ενήλικας, μεσήλικας, φοβόμουνα ότι θα πεθάνουν. Θα πεθάνουν-, ότι θα είμαι μικρή και θα φύγουν. Και περισσότερο -πάντα έλεγα ότι- θα έφευγε ο πατέρας μου λόγω της ηλικίας. Αυτό είχε -ήταν ένας ένας φόβος. Ένας φόβος, ο οποίος δεν έφευγε, και δεν έφυγε μέχρι που ξεκίνησαν να φεύγουν οι δικοί μου. Υπήρχαν άπειρες φορές που έβλεπα μια εικόνα μπροστά μου. Έβλεπα την εκκλησία, ένα φέρετρο και μένα μόνη μου. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ίσως δεν είχα αδέρφια, και ότι θα ήμουνα μόνη μου, και όλα αυτά. Αυτό είναι το σημαντικό, είναι αυτός ο φόβος, και ξαναλέω, ο φόβος ήταν πάρα πολύ έντονος για τον πατέρα μου, για τη μητέρα μου -η οποία ήταν 13 χρόνια μικρότερη-, για τη μητέρα μου θεωρώ ότι έτσι είναι και σε όλους μας, τη μαμά τη θεωρούμε ότι δεν πρόκειται να, τέλος πάντων, πάθει ποτέ τίποτα, ότι είναι αθάνατη. Αλλά, έλα μου ντε, που αυτό το -αυτός ο φόβος, αυτό το... αυτή η εικόνα, η οποία είχα, διαψεύστηκε, διότι έφυγε πρώτα η μητέρα μου, και μετά στα 100 έφυγε ο πατέρας μου. Θυμάμαι, τώρα βάλτε τώρα στο μυαλό σας, τι φόβο μπορεί να είχα. Έβλεπα και εφιάλτες. Θυμάμαι έναν εφιάλτη ακόμη και τώρα. Εκείνη την εποχή, έπαιζε στην τηλεόραση «Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» και έβλεπα ένα σπίτι, εγώ με τη μαμά φορώντας εκείνα τα καπέλα που φορούσαν στο «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι». Ήμασταν στη βεράντα, ξύλινο έτσι το σπίτι, απέραντη φυτεία καπνού μπροστά μας -τώρα μη με ρωτάτε γιατί καπνός δεν ξέρω. Και ξαφνικά, από την αριστερή μεριά, να τρέχει ο μπαμπάς κι από πίσω να τον κυνηγάνε δύο, και κάποια στιγμή κρύφτηκε μέσα στα καπνά, και τάχα τον έπιασαν, τον γύρισαν, και τον μαχαίρωσαν στην καρδιά. Και είχα πεταχτεί από τον ύπνο μου και το μεσημέρι μου έπεσε στο κεφάλι -όπως άνοιξα την ντουλάπα απότομα μου πέσαν κάτι πράγματα στο κεφάλι. Τέλος πάντων, έτσι έχουν τα πράγματα. Θεωρώ ότι ο φόβος είναι το πιο άσχημο πράγμα.
Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο. Τώρα θα ήθελα να σας ρωτήσω, θα θέλατε να μας πείτε έτσι δυο λόγια για το Δημοτικό Γηροκομείο Λάρισας;
Ναι. Θα μου επιτρέψετε όσον αφορά το γηροκομείο να ξεκινήσω με μια αναδρομή στη ζωή του, και θα ξεκινήσω από τη μεταπολεμική περίοδο, και ο λόγος που θα το κάνω είναι για να δείτε λίγο την πορεία του από τότε που ήταν στα σπάργανα. Όμως, θα ήθελα αυτήν την αναδρομή να την κάνω μέσα από τα αποσπάσματα ενός βιβλίου, με συγγραφέα τον άνθρωπο που έκανε το όνειρο αυτό πραγματικότητα. [00:10:00]Ο Γιώργος Ζιαζιάς, ο πατέρας μου, ήταν το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα του γηροκομείου μέχρι τα 100 του χρόνια που έζησε. Μπορώ να πάρω το βιβλίο να σας διαβάσω;
Φυσικά, φυσικά.
Γράφει, λοιπόν, στο βιβλίο του «Κλείνω το βιβλίο μου αυτό με το κεφάλαιο Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ, όχι μόνον γιατί από νέος ακόμα και από μισό αιώνα και πλέον η ίδρυση ενός αξιόλογου γηροκομείου, ενός ιδρύματος που να ικανοποιεί και ανταποκρίνεται στην κοινωνική πρόνοια του γήρατος, αποτελούσε για μένα βίωμα και σκοπό, αλλά και γιατί θεωρούσα πάντοτε ότι οι γέροι και οι γριές δεν αποτελούν φόρτωμα της κοινωνίας και ότι ως ηλικιωμένοι άνθρωποι έχουν ανάγκη λίγης στοργής και προστασίας στα δειλινά της ζωής τους, αλλά και γιατί, όπως έλεγε ο Αριστοφάνης, "Τα γηρατειά δεν είναι τίποτε άλλο από μια δεύτερη βρεφική ηλικία". Μεταπολεμικά για τον σκοπό σύστασης και ίδρυσης γηροκομείου στη Λάρισα υπήρχαν τρία κληροδοτήματα. Εκτελεστές επί σειράν ετών των παραπάνω κληροδοτημάτων ήταν τρεις δικηγόροι, οι οποίοι όμως χωριστά δεν είχαν τη δυνατότητα να εκτελέσουν την επιθυμία των εκλιπόντων ευεργετών, αφού για ένα σύγχρονο κτίριο γηροκομείου, που να πληροί τους όρους των σχετικών περί γηροκομείων νόμων και διατάξεων, απαιτούντο μεγάλα χρηματικά ποσά. Έτσι τα κληροδοτήματα αυτά έμεναν στάσιμα, ανενεργά μέχρι το 1960, που άρχισε να επικρατεί η ιδέα της συγχώνευσης των κληροδοτημάτων αυτών. Το 1961 αποφασίστηκε η συγχώνευση των κληροδοτημάτων και το 1962 με νόμο δημιουργήθηκε το γηροκομείο, εις ενιαίον ίδρυμα υπό την επωνυμίαν «Δημοτικόν Γηροκομείον Λαρίσης - Κληροδοτήματα Αγγελικής Λάππα, Δημητρίου Χατζηζωγίδη, Αθ. Χαλκιοπουλου», διοικούμενον από εξαμελές Διοικητικόν Συμβούλιον. Οι εγκαταλειφθείσες περιουσίες των αειμνήστων αυτών φιλανθρώπων ήταν αυτές που έθεσαν τα θεμέλια του προοδευτικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας του γήρατος στη Λάρισα. Καίτοι το ίδρυμα ήταν Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, προστέθηκε με την επιμονή μου για να τιμήσουμε και τον Δήμο για τη δωρεά του μεγάλου αυτού οικοπέδου, η λέξη «Δημοτικόν», γεγονός που στην πραγματικότητα ζημίωσε και ζημιώνει το γηροκομείο, αφού πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να ενισχύσουν αυτό οικονομικά, με τον συλλογισμό ότι αφού είναι Δημοτικό, έχει και την οικονομικήν άνεση και δεν χρήζει βοηθείας! Προσωπικά δε, ελλείψει χρημάτων, μόνος μου, άρχισα να επισκέπτομαι Λαρισαίους και ιδίως φίλους, ζητώντας και πολλές φορές "ζητιανεύοντας", να ενισχύσουν με χρήματα ή με είδη, που χρειάζονταν για τον εξοπλισμό του, το προσωρινό γηροκομείο. Έτσι κουτσά στραβά άρχισε η λειτουργία ενός προσωρινού γηροκομείου, αρχές Νοεμβρίου 1967, στο οποίο φιλοξενήθηκαν 20 γέροντες και γριές, όση ήταν άλλωστε και η αντοχή του, με 5 άτομα προσωπικό, έναν διευθυντή, έναν διαχειριστή, μια γραμματέα, έναν μάγειρα και μια θαλαμηπόλο νυκτός και με τη βοήθεια και εθελοντική προσφορά των κοινωνικών λειτουργών Κοινωνικής Πρόνοιας Λαρίσης. Και έτσι, με δωμάτια ανθρώπινα, με μια σάλα ζεστή, με καλή τροφή και ενδιαφέρον, στοργή και αγάπη πετύχαμε τη λειτουργία του. Βέβαια οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν ότι "Είναι ένα ίδρυμα που τιμά τη Λάρισα", η αλήθεια όμως ήταν, όπως είχα πει σε μια τότε συνέντευξή μου, ότι το ίδρυμα δεν εκπληρούσε τις προϋποθέσεις και δεν είχε την μορφή που πρέπει να έχει ένα σύγχρονο ίδρυμα ευγηρίας και η λειτουργία του ήταν αντιοικονομική, γεγονός που μας έκανε να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για ένα νέο σύγχρονο κτίριο, που να αισθάνονται όλοι υπερήφανοι. Έτσι λοιπόν, τον Νοέμβριον του 1969 απεστάλη η σύνταξη του κτιριολογικού, για την ανέγερση νέου γηροκομείου, στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Το 1973 εντέλει, εγκρίθηκε η μελέτη, το 1980 έγινε η έναρξή του και τον Ιούλιο του 1981 άρχισε πλέον η τακτική λειτουργία του νέου κτιρίου του γηροκομείου, για το οποίο η Λάρισα αισθάνεται υπερήφανη». Αυτά γράφει στο βιβλίο του. Να έρθουμε στο σήμερα. Να έρθουμε στο τώρα. Το Δημοτικό Γηροκομείο Λάρισας είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπ[00:15:00]ικού χαρακτήρα. Είναι ένα εθνικό κληροδότημα και δεν επιχορηγείται ούτε από τον κρατικό προϋπολογισμό ούτε από άλλους κρατικούς ή μη φορείς. Ουσιαστική βοήθεια είναι η αρωγή των πολιτών μέσω της μικρής ή μεγάλης δωρεάς τους και από εκεί και πέρα υπάρχει η αξιοποίηση της γερασμένης της περιουσίας του και τα τροφεία των φιλοξενούμενων. Σήμερα, το γηροκομείο έχει 25 άτομα προσωπικό, 60 ηλικιωμένους. Η δύναμή του είναι 100 ατόμων και έχει, στο παρελθόν, έχει φιλοξενήσει αυτόν τον αριθμό. Λόγω της πανδημίας όμως, τα προηγούμενα χρόνια αποφασίστηκε να μη γίνουν νέες εισαγωγές, έτσι ώστε να μπορέσουμε να κρατήσουμε το σώμα προφυλαγμένο και με ασφάλεια από τον ιό. Αυτό που θα ήθελα να σας πω είναι ότι το γηροκομείο φιλοξενεί ηλικιωμένους όχι μόνο της περιφέρειάς μας, αλλά και όλης της χώρας. Βρίσκεται μέσα στον ιστό της πόλης, ένα οικόπεδο 13 στρεμμάτων. Το κτίριο είναι 2000 τ.μ. με πολύ μεγάλο κήπο περιμετρικά, γεγονός που συνιστά τύχη και για τους φιλοξενούμενους, αλλά και για έναν πνεύμονα πρασίνου για την πόλη.
Πώς είναι να εργάζεσαι σε ένα τέτοιο περιβάλλον;
Κοιτάξτε, από αυτά που σας είπα πριν, φαίνεται η σχέση μου με τους ηλικιωμένους. Η φροντίδα των ηλικιωμένων είναι μια διαδικασία που μπορεί να εξαντλήσει έναν άνθρωπο, τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά. Όμως, το μόνο συναίσθημα που θεωρώ ότι μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά σε αυτή την -ας πούμε- εξάντληση, εξουθένωση είναι η αγάπη. Είναι η αγάπη προς τα γεροντάκια. Δεν είναι πάντα δύσκολο. Δεν είναι πάντα εύκολο. Υπάρχουν στιγμές που πραγματικά σε διχάζουν, όσον αφορά τη συμπεριφορά σου προς αυτούς. Το -ορισμένες φορές ακόμη ακόμη, αν -θα μου δώσετε τώρα λίγο χρόνο...
Φυσικά.
Γιατί δεν θέλω να το λάβετε λανθασμένα. Δεν είναι πάντα δύσκολο, δεν είναι πάντα εύκολο, όπως σας το είπα. Υπάρχουν, όμως, πραγματικά στιγμές που σε διχάζουν υπό ποια πλευρά; Κάποιες φορές, οι συμπεριφορές τους δημιουργούν πρόβλημα. Δημιουργούν πρόβλημα σε μας, δημιουργούν προβλήματα στους άλλους φιλοξενούμενους, και δημιουργούν και απορίες και σε εμάς τους ίδιους, γιατί ένας μεγάλος άνθρωπος, ο οποίος έχει περάσει από όλα αυτά, μπορεί ακόμη και τώρα να λειτουργήσει όχι τόσο καλά ή όχι τόσο μεστά ή ώριμα. Παρόλα ταύτα όμως, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να να διατηρούμε τον σεβασμό στην προσωπικότητα του κάθε ηλικιωμένου. Υπάρχουν στιγμές που είμαστε -που είμαι πολύ κουρασμένη. Όμως, αυτό πρέπει -δεν μπορείς να το καλλιεργήσεις, δεν μπορείς να πεις «Δεν μπορώ να κάνω απολύτως τίποτα. Σήμερα δεν είμαι σε καλή διάθεση» από τη στιγμή που ξέρεις ότι κρέμονται τόσες- τόσοι άνθρωποι στα στα χέρια σου. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι. Αναρωτιέσαι ποιος είσαι εσύ για εκείνους; Αναρωτιέσαι τι είσαι, η κόρη, η αδελφή, η εγγονή, η φίλη, η μάνα; Καταλαβαίνε[00:20:00]τε ότι υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι έχουν μια αρχόμενη άνοια. Κι αυτό ενώ σε ρίχνει επί της ουσίας συναισθηματικά, ταυτόχρονα σε ανεβάζει σε άλλα επίπεδα ζωής. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Η επιλογή μου ήταν αυτή, να βρίσκομαι δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους, όπως έκανα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, διότι πάντα τον εαυτό μου τον θυμάμαι στο γηροκομείο να πηγαίνω μαζί τον πατέρα μου. Είναι η επιλογή που κάνει ο καθένας μας. Είναι ο αυστηρά μοναδικός και προσωπικός δρόμος του κάθε ανθρώπου, και εν τέλει θεωρώ ότι είναι και η αποστολή του, έτσι, κατά μία έννοια. Ο αγώνας μέσα στο γηροκομείο είναι άνισος. Γιατί ενώ θες να κάνεις πάρα πολλά πράγματα, όταν τα οικονομικά δεν είναι καλά, είναι λίγο δύσκολο να τα υλοποιήσεις. Και το να φέρεις τη ζυγαριά σε μία ισορροπία κι αυτό είναι δύσκολο. Είναι δύσκολος και τώρα με βλέπετε -τώρα με βλέπετε έτσι να είμαι αφηρημένη και να κοιτάζω κάπου, αλλά δεν είναι αυτό. Δεν περιγράφεται απόλυτα με λόγια. Είναι ένα περιβάλλον το οποίο σου διδάσκει πάρα πολλά πράγματα, μέσα σε μισό δεύτερο. Είναι ένα περιβάλλον το οποίο μπορεί να σε ρίξει στα τάρταρα, είναι ένα περιβάλλον το οποίο μπορεί να σε ανεβάσει στον ουρανό. Αλλά αυτό που είναι σίγουρο ό,τι είναι, είναι η πραγματικότητα. Είναι το γεγονός ότι ενστερνίζεσαι αυτό το οποίο όλοι ξέρουμε ότι κάθε ον που γεννιέται, κάποια στιγμή κλείνει ο κύκλος του και αποχωρεί. Άρα, δηλαδή, η καθημερινότητά μου είναι δίπλα σε ανθρώπους, οι οποίοι έχουν να διανύσουν τα τελευταία τους χιλιόμετρα. Δεν γνωρίζουμε πόσα είναι. Μπορεί να είναι και μέτρα, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Και αυτό που καλούμαι να κάνω, και αυτό το οποίο θέλω να κάνω, και αυτό το οποίο έχω υποσχεθεί, και το κάνω με χαρά, είναι να τους δώσω, να τους δώσουμε την καλύτερη ποιότητα που μπορούμε σε αυτόν τον τελευταίο δρόμο. Χωρίς να γνωρίζουμε ούτε τα χιλιόμετρα, ούτε πόσα χιλιόμετρα είναι, ούτε αν είναι χιλιόμετρα, αν είναι μέτρα, αν είναι- Από την άλλη μεριά, αυτό το οποίο λέω πάντα και πρότινος τώρα και το Πάσχα, που έρχονται και μας επισκέπτονται σύλλογοι, σχολεία, φορείς. Όταν έρχονταν μικρά παιδιά, τους λέγαμε, και τα ίδια τα γεροντάκια τούς ευχαριστούσαν, και εγώ τους έλεγα «Μέσα από την καρδιά μου, σας ευχαριστώ πολύ, που είστε δίπλα στον παππού και στη γιαγιά, και είναι κάτι το οποίο πρέπει να συνεχίσετε να το κάνετε». Γιατί χωρ[00:25:00]ίς ηλικιωμένους, δηλαδή χωρίς το χθες που είναι η βάση του αύριο, έτσι, δεν υφίσταται ο κύκλος της ζωής. Άρα, αυτή η δυναμική της νέας αρχής. Είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο νομίζω «Πρακτική Φιλοσοφία» κάπως έτσι, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα, κάτι το οποίο μου είχε μείνει πάρα πολύ. Έλεγε, λοιπόν, ότι την ιστορία των ιδεών του πολιτισμού τη γράφουν και οι δύο παρατάξεις, και οι προοδευτικοί και οι συντηρητικοί. Δηλαδή, οι νέοι και οι γέροι. Οι νέοι, οδεύουν με ορμή προς καινούριες κατακτήσεις, και οι γέροι συντηρούν τα κατακτημένα, για να μείνουν και να αποτελέσουν την παράδοση. Άρα, εν ολίγοις, λαός χωρίς παρελθόν είναι λαός χωρίς μέλλον. Στηρίζω, λοιπόν, τα θεμέλια, τις ρίζες μας.
Πολύ ωραία. Έχετε κάποιον χαρακτήρα ή γεγονός που σας συγκίνησε ή σας έχει μείνει έτσι από την καθημερινότητά σας στο γηροκομείο;
Ναι, εννοείται, εννοείται. Υπάρχουν πολλά. Πού να σταθώ; Εντάξει, θα σταθώ σε 3. Το ένα αφορά μια γιαγιούλα, που μόλις είχε έρθει στο γηροκομείο, και ρώτησα, την καλωσόρισα και ρώτησα να μου πει το όνομά της, ασχέτως αν γνώριζα βέβαια το όνομά της. Πάντα θα τους ρωτήσουμε, θα ξεκινήσουμε μια κουβέντα, να αρχίζουν να νιώθουν ότι τους καλωσορίζουν στο νέο τους σπίτι. Τη ρώτησα, λοιπόν, «Πώς σας λένε;» και εκείνη μου απάντησε «Κατερίνα μου, πες με σάβανο.» Ξέρετε τι είναι το σάβανο. Δεν περίμενα μια τέτοια απάντηση. Αλλά, με την κουβέντα σιγά σιγά μετά, πήρα και το όνομά της. Το δεύτερο αφορά έναν γέροντα, έναν παππούλη, τον οποίον τον αγαπούσα πάρα πολύ, έναν ευθυτενή, με ένα εξαιρετικό μυαλό, που δεν σας κρύβω έπαιρνα δύναμη από εκείνον. Μιλούσαμε, έτσι, καθόμασταν και σχολιάζαμε και λέγαμε τι θα ήθελαν τα γεροντάκια να γίνεται περισσότερο, γιατί έχω δημιουργήσει μια επιτροπή, η οποία έρχεται πάντα και θα μιλήσουμε, θα πούμε, θα μου προτείνουν κάποια πράγματα. Μπορεί να μου πουν κάποια παράπονά τους, κάποιους επαίνους, κάτι, γενικότερα μιλάμε. Και ο οποίος ήταν μια χαρά στην υγεία του και στο μυαλό του. Μεγάλος, βέβαια, πολύ μεγάλος, και μου έλεγε ότι θέλει να φύγει από αυτήν τη ζωή. Δυστυχώς, όταν νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο, στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες. Ανέφερε συνέχεια το όνομά μου στα παιδιά του, και τους ζήτησε να μου πουν να μην πάω να τον δω. Αλλά τους είπε, όταν φύγει, να έρθουν για να με ευχαριστήσουν. Και όταν έφυγε από τη ζωή ο μπάρμπα-Θανάσης, ήρθαν και μου έφεραν το δώρο του μπάρμπα-Θανάση, μια γκλίτσα. Την γκλίτσα του, δηλαδή. Και το τρίτο, ένα τρίτο τώρα, υπάρχουν πάρα πολλά. Το τρίτο έτσι που είναι και για μας πάρα πολύ χαρούμενο. Ήτανε η κυρία Κατερίνα, που έλαμπαν τα μάτια της και της λέω «Τι κάνεις κυρία Κατερίνα, πώς είσαι;». «Κορίτσι μου, κορίτσι μου, να σε έχει καλά ο Θεός. Να σε έχει καλά ο Θεός, 10 χρόνια ζωής επιπλέον μού δώσατε, από τότε που ήρθα στο γηροκομείο». Και πολλά άλλα, πολλά άλλα.
Πολύ μεγάλη υπόθεση.
Ναι.
Τώρα θα σας ρωτήσω έτσι κάτι διαφορετικό, θα σας πάω κάπου αλλού. Ήθελα να ρωτήσω, άμα θυμάστε την ημέρα που ακούσατε για τον κορονοϊό, για τον Covid-19;
Η κατάρα. Η κατάρα. Αν θυμά[00:30:00]μαι καλά, πρέπει να ήταν μέσα Δεκεμβρίου του ‘19. Έτσι, αν θυμάμαι καλά, Κίνα, και επίσης, αν θυμάμαι καλά, πρέπει να συνδέονταν με ανθρώπους που πουλούσαν νομίζω ζωντανά ζώα, κάτι τέτοιο. Δεν θυμάμαι, αλλά κάπου εκεί νομίζω. Παρακολουθούσα πάρα πολύ στενά την εξάπλωση του ιού. Παρακολουθούσα το τι γινόταν και τον Φεβρουάριο, νομίζω στις 18 Φεβρουαρίου του 2020, χωρίς να έχουμε κρούσματα, ούτε οδηγίες, έτσι, από τους υπεύθυνους απαγόρευσα την είσοδο στο γηροκομείο. Και, αν θυμάμαι καλά, στις 26 Φεβρουαρίου του 2020 ήρθε στην Ελλάδα.
Θυμάστε, εκείνη την περίοδο, πώς ενημερώσατε τους ηλικιωμένους, ποια διαδικασία ακολουθήσατε;
Ναι, βέβαια. Θυμάμαι, θυμάμαι, δεν ξεχνιούνται κι αυτά κιόλας. Μαζέψαμε όλους τους ηλικιωμένους στην κεντρική τραπεζαρία και τους ενημέρωσα για όλο αυτό το κακό. Κατανόησαν ότι θα υπάρξει μια απόσταση από τους αγαπημένους τους. Έτσι συμβιβάστηκαν με τα μέτρα. Από κει και πέρα, βέβαια, η ενημέρωση στα γεροντάκια, αφήστε που γινόταν και μόνοι τους γιατί βλέπουν τηλεόραση. Κάθε τόσο όμως, σε τακτά χρονικά διαστήματα, τους ενημέρωνα για τις εξελίξεις, όσον αφορούσε για τον ιό, και εκπαιδεύονταν καθημερινά, και από τη νοσηλευτική υπηρεσία, αλλά γενικότερα και από όλους τους υπαλλήλους, σε όσον αφορά την υγιεινή των χεριών, να χρησιμοποιούν το αντισηπτικό, να φοράνε τη μάσκα, όσο αυτό ήταν δυνατό, γιατί εκ των πραγμάτων, είναι λίγο δύσκολο, και λόγω της ηλικίας, και λόγω των προβλημάτων υγείας. Υπήρξαν, βέβαια, γι' αυτήν την, έτσι, την απαγόρευση, υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις, αλλά στην πλειοψηφία κατάλαβαν ότι όλα γίνονταν για να τους προστατεύσουμε. Και υπήρχαν και αντιδράσεις και από κηδεμόνες, οι οποίοι έδειχναν σαν να μην καταλαβαίνουν, και πραγματικά ήταν κάτι το οποίο με προβλημάτιζε, διότι έλεγα μα είναι δυνατόν; Δηλαδή, βλέπουμε τι γίνεται. Εξαρχής, θεώρησα ότι η σημαντικότερη και πιο επικίνδυνη ομάδα ήμασταν εμείς. Και αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν- ότι ήταν η πραγματικότητα, η αλήθεια. Θυμάμαι ότι έβλεπαν τηλεόραση, άκουγαν για τα κρούσματα, άκουγαν για το γεγονός ότι δεν υπάκουαν στα μέτρα. Θυμάμαι τότε που έβλεπαν κάτι πάρτι που γινόταν, κάτι- τους θυμάμαι ότι πραγματικά θύμωναν και οι περισσότεροι έλεγαν «Καλά, εμάς κανένας δεν μας σκέφτεται;». Και βέβαια σ' αυτό να τους πεις τι; Κανένας δεν σας σκέφτεται. Οπότε, συνεχίζαμε και τους λέγαμε εμείς θα κάνουμε αυτό που πρέπει. Μη φοβάστε. Τους καθησυχάζαμε. Γιατί από κάποια στιγμή και μετά, που τα πράγματα είχαν ξεφύγει. Ανοίγαμε το παράθυρο και φοβόντουσαν ακόμη κι αυτό. Δηλαδή, μέχρι να τους πεις ότι «Ανοίξτε το παράθυρο», μη φοβάστε. Έτσι, ναι, πάνω κάτω έτσι.
Θα θέλατε να μας περιγράψετε μια καθημερινή ημέρα εν μέσω lockdown?
Καθημερινή μέρα εννοείτε στο γηροκομείο, σωστά;
Ναι, ναι.
Γιατί αν -όχι το ρωτάω γιατί άμα θέλετε μια καθημερινή προσωπική ημέρα δεν θα πιάσει ούτε μια σειρά. Διότι ήμουνα γηροκομείο-σπίτι, σπ[00:35:00]ίτι-γηροκομείο, γηροκομείο-σπίτι, σπίτι-γηροκομείο. Την περίοδο της πανδημίας, αυτό το οποίο κάναμε είναι να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία σε δραστηριότητες που μπορούσαμε να κάνουμε μέσα στους 4 τοίχους, έτσι; Διότι, πάλι καλά είχαμε και την αυλή βέβαια, αλλά επειδή ήταν και χειμώνας δεν μπορούσαν να βγουν έξω, άρα αυτό το οποίο κάναμε ήταν να δώσουμε πολύ μεγάλη σημασία σε δραστηριότητες που μπορούσαν να γίνουν μέσα στον χώρο. Δηλαδή, μαγειρική, ζαχαροπλαστική. Είχαμε -μετά όταν ο καιρός άνοιξε, είχαμε κάνει ένα λαχανόκηπο, θυμάμαι, καλλιεργούσαν εκεί ζαρζαβάτια. Έβλεπαν ταινίες, κάναμε συζητήσεις, τους διαβάζαμε παραμύθια, κάναμε θεατρικά, όλοι οι υπάλληλοι και εγώ προσωπικά. Κάναμε μικρά θεατρικά, έτσι να γελάσει -να γελάσουν κι αυτοί λίγο, να περάσουν και την ώρα τους. Προσπαθούσαμε, από την άλλη πλευρά, με όποιο τρόπο να έχουν μια επαφή με τους -με τα αγαπημένα τους πρόσωπα μέσω ηλεκτρονικών μέσων. Δίναμε ιδιαίτερη σημασία στη διατροφή τους, να ενισχύσουμε το ανοσοποιητικό τους, να κάνουνε λίγο γυμναστική. Ο φυσικοθεραπευτής λίγο να τους φροντίσει περισσότερο. Η κοινωνική λειτουργός και αυτή. Αυτό ήταν στη γενικότητα. Προσωπικά, η καθημερινότητά μου, μέσα στην περίοδο της πανδημίας, ήταν ασφυκτική. Καταρχήν φοβόμουν. Φοβόμουν, όχι γιατί δεν είχα φρουρήσει, έτσι, το γηροκομείο. Ίσα ίσα, δεχθήκαμε και συγχαρητήρια για τη διαδικασία και για τη διαχείριση, έτσι, της πανδημίας. Φοβόμουνα να μην μπει μέσα στο γηροκομείο. Δεν φοβόμουνα να μην τον φέρω εγώ, γιατί εκ των πραγμάτων δεν μπορούσα να τον φέρω, διότι ήμουνα γηροκομείο-σπίτι, σπίτι-γηροκομείο. Αναπτυγμένη -το αίσθημα της ατομικής αναπτυγμένο το αίσθημα της ατομικής ευθύνης μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Το ίδιο και οι υπάλληλοι, αλλά σας μιλώ για μένα. Ένα τέτοιο -πώς να σας το πω; Η αίσθηση και η αυξημένη έτσι αίσθηση της ατομικής ευθύνης με έκανε να μην μπορώ να κοιμηθώ και τα βράδια. Τότε, θυμάμαι, είχαν, νομίζω είχαμε και μια -θυμάμαι και μια αυτοκτονία ενός διευθυντού γηροκομείου, και προσπαθούσα λίγο να καταλάβω γιατί να φτάσει εκεί; Ναι, με προβλημάτισε, θυμάμαι. Αλλά εν πάση περιπτώσει, ήταν ασφυκτικά, ασφυκτικά τα πράγματα. Δεν μπορούσα να πάω πουθενά. Βασικά δεν ήθελα να πάω πουθενά. Ήμουνα -ήμασταν με διπλές μάσκες, με σκουφάκια, με μιας χρήσης ποδιές, κι αυτά δεν μιλάμε για -επειδή υπήρχε ο ιός μέσα. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα, κι εμείς παρόλα ταύτα έτσι ήμασταν αστακωμένοι. [00:40:00]Η μύτη, τα ρουθούνια μας -τα ρουθούνια μου ακόμη και τώρα δεν μπορώ να τα ακουμπήσω, διότι είναι τραυματισμένα με τόσα τεστ που γινόταν καθημερινά. Τώρα, και να με ρωτήσετε, δεν θα μπορώ να σας απαντήσω πόσες ώρες δούλευα, γιατί δεν θυμάμαι. Αυτό όμως που θυμάμαι καλά είναι ότι για έναν μήνα, ενάμιση μήνα κοιμόμουνα -δεν έφευγα από το γηροκομείο, και κοιμόμουνα σε ένα στρώμα που μου είχαν φέρει τα παιδιά από την καθαριότητα. Ένα στρώμα, το οποίο το έβαζα μπροστά από το γραφείο, και μπορούσα λίγο να ξεκουραστώ ή να κοιμηθώ για πολύ λίγο, πολύ λίγες ώρες. Ενημερωνόμουνα πάρα πολύ. Έψαχνα. Μήπως κάτι μου έχει ξεφύγει; Διάβαζα τις ΚΥΑ, πώς πρέπει να λειτουργήσουμε, πώς θα πρέπει να λειτουργήσουμε; Ανέπτυξα επιπλέον πρωτόκολλα, από αυτά τα οποία έδιναν οι οδηγίες. Αυστηρά πρωτόκολλα. Και αυτό το οποίο με τυράννησε είναι αυτό που σας είπα. Αυτός ο φόβος. Φοβόμουνα, φοβόμουνα. Φοβόμουνα γιατί είχα την ευθύνη από όλους αυτούς τους ανθρώπους, ασχέτως αν -δεν έχει να κάνει με το -χτύπα ξύλο, αν γινόταν κάτι θα έλεγαν, γιατί ξέρουν τι άνθρωπος είμαι, εδώ στη Λάρισα, αλλά φοβόμουνα γιατί ήξερα ότι ακόμη και καλά, που όλα καλά είχαν γίνει, αν κάτι συνέβαινε, επειδή είμαι τέτοιος άνθρωπος, θα έλεγα ότι εγώ είμαι αυτή που το δημιούργησε, ασχέτως αν δεν ήμουνα, αν ήμουνα εγώ. Δεν μπορούσα να δω ούτε καν τους δικούς μου ανθρώπους. Δηλαδή, να φανταστείτε ότι εκείνη την περίοδο σταμάτησα να- κοιμόμασταν χωριστά με τον σύζυγό μου. Του έλεγα «Εσύ κινείσαι έξω. Από την άλλη πτέρυγα», το ίδιο και με τα παιδιά. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα, μπορεί να το δείτε τραβηγμένο, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Θυμάμαι, ήρθε ο γιος μου, ο οποίος είναι- δουλεύει στην Αθήνα και ήρθε να μας δει και του λέω «Δεν πρόκειται να έρθεις αν δεν έχεις κάνει ένα rapid» μου λέει «Μαμά, έκανα rapid». Ωραία, λέω, «Θα περιμένεις, όμως, κάτω στην πυλωτή. Θα έρθει τώρα το μικροβιολογικό να σου κάνει ένα PCR, ένα μοριακό και αφού βγει το αποτέλεσμα, τότε θα μπεις στο σπίτι». Για να μην τα πολυλογώ, μέχρι να βγει το μοριακό, χρειάζονται, έτσι, χρειάζονται κάποιες ώρες. Κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «Κοίταξε, ούτε νερό, ούτε φαγητό μου δίνεις, ούτε τίποτα. Ή θα με αφήσεις να μπω στο σπίτι ή θα φύγω», δηλαδή είχαμε φτάσει σε άλλα επίπεδα. Άρα, αυτό που είπα, δεν μπορούσαμε να δούμε και τους δικούς μας ανθρώπους. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε ούτε τη βάφτιση, θυμάμαι μία υπάλληλος είχε τη βάφτιση του παιδιού τους. Δεν μπορούσε ούτε αυτό να κάνει. Δεν, δεν, δεν, τα πάντα. Και το ωραίο είναι ότι σε όλη αυτήν την, έτσι, δίνη βάλαμε και τους δικούς μας ανθρώπους, το οικογενειακό περιβάλλον, δηλαδή με όλη αυτήν την αυστηρή τήρηση των μέτρων. Υπερβάλαμε εαυτούς και εγώ, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, που βρίσκονται στο γηροκομείο. Από την άλλη μεριά, εκτός αυτών των συναισθημάτων που είχαν να κάνουν επί της ουσίας με την πανδημία, [00:45:00]μάλλον με το ιατρικό κομμάτι, ταλανιστήκαμε πάρα πολύ, διότι έχετε καταλάβει ότι τα οικονομικά δεν είναι πολύ καλά. Ένα, το γηροκομείο -σας το είπα και πριν- είναι ένα Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με αυτά τα έσοδα που σας έχω πει. Με καμία βοήθεια. Με αποτέλεσμα, να υπάρχει μια κοστοβόρα μηνιαία δαπάνη για τον εξοπλισμό κατά του ιού, που αυτό όμως τραυμάτισε και το ίδιο το σώμα του γηροκομείου. Και εγώ, από την άλλη πλευρά, θα έπρεπε να ανταπεξέλθω σε ένα πραγματικά μεγάλο μηνιαίο ποσό για να μπορέσω να έχω την- να μπορώ να έχω τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσω τη μη είσοδο του ιού στον χώρο.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που είχατε να αντιμετωπίσετε εκείνη την περίοδο;
Η μεγαλύτερη πρόκληση. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν αυτή με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Με τον εαυτό μου. Η πρόκληση με τον εαυτό μου, με τα όριά μου, με τον φόβο, με την προσωπική ατομική ευθύνη μου. Ήταν η πρόκληση της πρόκλησης. Ναι.
Πώς θα λέγατε ότι σας έχει επηρεάσει ο Covid σήμερα, μέχρι σήμερα;
Ναι. Πώς με έχει επηρεάσει. Το 2020, ήταν μια χρονιά που γεγονός είναι ότι κανείς δεν είχε προβλέψει ότι θα συνέβαινε όλο αυτό το οποίο συνέβη. Νομίζω ότι ο καθένας μας έχει επηρεαστεί διαφορετικά, από όλες τις διαδικασίες όλων των καραντίνων, έτσι, που βιώσαμε. Η πραγματικότητα είναι ότι η πανδημία δημιούργησε ένα χάος σε όλα τα επίπεδα. Γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, έτσι έγινε. Και θεωρώ ότι αυτό το χάος ήταν και στην εργασία, ήταν και στην οικογένειά μας, και στις αντοχές μας, και, και, και, και, και στις συμπεριφορές μας και σε όλα. Όμως, όπως σε κάθε κακό, μέσα σε εισαγωγικά, και χωρίς εισαγωγικά, βέβαια, σημασία έχει ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε, δηλαδή ο τρόπος που σκεπτόμαστε, πώς αντιδράμε σε αυτό και τα λοιπά. Έτσι, λοιπόν, αν αφαιρέσω αυτόν τον φόβο, αυτό το άγχος το οποίο ήταν, εντάξει, ήταν τεράστιο, τεράστιο, τεράστιο, αυτή η ευθύνη, αυτή η πίεση που υπήρχε στο γηροκομείο, θα έλεγα ότι... θα έλεγα ότι δεν με πείραξε που καθόμουν στο σπίτι. Αλλά θεωρώ ότι δεν με πείραξε, διότι αυτό ήταν το μοναδικό μέσο ασφάλειας. Πιθανόν να με ρωτήσετε «Καλά, δεν θέλατε να βγείτε έξω, να πάτε να πιείτε ένα κρασί, να πάτε να δείτε τους φίλους σας;». Ναι, πολύ πιθανόν, αλλά δεν με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Δεν με ενδιέφερε εκείνη την περίοδο. Δεν ήθελα να βγαίνω. Δεν με ένοιαζε αυτό, με ένοιαζαν άλλα πράγματα. Η διοχέτευση αυτής της ενέργειάς μου σε όλα αυτά. Δηλαδή. Στα γερόντια, στην οικογένεια, στους συνανθρώπους μας. Για να μπορέσουμε όλοι μαζί να διώξουμε αυτήν την κατάρα. Γιατί περί κατάρας πρόκειται. Δεν με ενοχλούσαν τα υπόλοιπα. Ναι, δηλαδή δεν με δυσαρεστούσε το γεγονός αυτό που σας είπα πριν. Δεν μπορούσα να πάω να πιω έναν καφέ, να φάω, να βγω έξω, να βρω φίλους ή δε[00:50:00]ν ξέρω κι εγώ οτιδήποτε, οτιδήποτε. Δεν ήθελα να είμαι έξω, όχι ένιωθα πλήρης. Μέσα από την πλήρη αποδοχή ότι έτσι πρέπει να γίνει. Δηλαδή, έλεγα ότι για να σταματήσει όλο αυτό όλοι μαζί πρέπει να το κάνουμε. Σας είπα προηγουμένως για τα γεροντάκια που έβλεπαν στην τηλεόραση και έλεγαν «Μα πώς είναι δυνατόν, γιατί δε μας σκέφτονται;». Εγώ είχα περισσότερα νεύρα με αυτά που γινόταν. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αυτό το οποίο τους ενδιέφερε ήταν ότι ο ιός π.χ. ήταν εργαστηριακός, ε, και; Εγώ τι πρέπει να διαχειριστώ; Να διαχειριστώ αν ο ιός ήταν εργαστηριακός, αν ο ιός ήταν φτιαχτός, αν, αν, αν, αν, αν; Είναι να διαχειριστώ να μην μπει και να μην πλήξει τους ανθρώπους μου, τα γεροντάκια. Ή να σκεφτώ ότι εγώ δεν πρέπει να πλήξω τον συνάνθρωπό μου. Ωραία εγώ έχω -εγώ αρνούμαι. Π.χ. θυμάμαι τότε με τα εμβόλια. ΟΚ, αρνούμαι, δεν αρνούμαι και όλα τα υπόλοιπα. Σεβαστές όλες οι γνώμες. Παρόλα ταύτα, όμως, στα πιο απλά μέτρα, στο ότι φοράω μάσκα, στο ότι αν δεν είμαι καλά, μένω στο σπίτι, στο ότι αν έχω νοσήσει, δεν βγαίνω έξω. Ναι, αυτά με εκνεύριζαν και δεν τα έκανα. Βεβαίως και δεν τα έκανα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δεν ξέρω, θεωρώ ότι ήταν τόσο μεγάλη η ευθύνη της προσωπικής ατομικής ευθύνης όσον αφορά την, έτσι, την προσωπική μου καθημερινότητα, που θεωρώ ότι δεν υπήρχε καθόλου περιθώριο για κάτι διαφορετικό. Τώρα θα μου πείτε βέβαια, εντάξει, μα τίποτα δεν σας έλειψε; Τι να πω τώρα; Είναι, ας πούμε, είναι, όπως όταν γράφεις εξετάσεις, και έχεις πάρει την απόφαση να θυσιάσεις πολλά, για να έχεις αυτό το εκλεκτό αποτέλεσμα. Έτσι και αυτό. Δεν ξέρω, δεν -αυτό που ξέρω είναι ότι όλα μπήκαν σε μια νοητή ζυγαριά, τα ζύγισα. Ζύγισα τα υπέρ, ζύγισα τα κατά και έτσι πορεύθηκα.
Πώς είναι πλέον τα πράγματα στο γηροκομείο; Έχετε ηρεμήσει κάπως;
Έχουμε ηρεμήσει ναι, έχουμε ηρεμήσει. Δεν έχει καμία σχέση το γηροκομείο με ό,τι ήταν πριν. Παρόλα ταύτα, όμως, όλα γίνονται ίσως, όχι ίσως, όλα γίνονται όπως γινόταν πριν. Όχι όμως με αυτό το υπερβολικό άγχος, όχι με αυτόν τον -με αυτόν τον φόβο. Τηρούνται όλα τα πρωτόκολλα ευλαβικότατα. Η μύτη συνεχίζει να φωνάζει «Δεν μπορώ άλλο, βγάλετε την μπατονέτα!». Η διπλή μάσκα παραμένει, οι απολυμάνσεις, τα πάντα. Το καλό είναι ότι έχουν αρχίσει σιγά-σιγά και δραστηριότητες, δηλαδή, διαδράσεις με άλλα -με άλλους φορείς. Βέβαια, στον εξωτερικό χώρο, στον κήπο, όχι ακόμη μέσα. Έχουν αρχίσει τα γεροντάκια, κάποια από αυτά, να μπορούν να πάνε για ένα χρονικό διάστημα στους δικούς τους ανθρώπους να μείνουν και να επιστρέψουν. Αλλά επιστρέφοντας πάλι έχουμε το -ενεργοποιείται το πρωτόκολλο, για να έχουμε τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην πιθανότητα να χτυπήσω ξύλο, να συμβεί κάτι. Εντάξει, δεν είναι όπως είναι πριν. Όχι, αυτό είναι γεγονός, δεν-
Ήθελα να σας ρωτήσω πώς εξελίχθηκε αυτή η σχέση που είχατε εσείς με την τρίτη ηλικία τώρα ως ενήλικας, αλλά και ως διευθύντρια του γηροκομείου, σε ένα γηροκομείο, αλλά και-
Το γηροκομείο για μένα ε[00:55:00]ίναι το δεύτερο σπίτι μου. Είπα και πριν ότι ο πατέρας μου από το νηπιαγωγείο με πήγαινε πάντα στα γερόντι α όπως του άρεσε, έτσι τα έλεγε ο πατέρας μου. «Άντε πάμε στα γερόντια». Θυμάμαι, 6:30-7:00 η ώρα το πρωί, σούβλιζε το αρνί το Πάσχα, τώρα την ημέρα του Πάσχα, και εκεί γύρω στις 8:30, γιατί 8:30 τρώνε τα γεροντάκια το πρωινό, ερχόταν «Σήκω, σήκω, Κατερίνα. Άντε, σήκω, σήκω να πάμε στα γεροντάκια» Εντάξει, τότε άντε που ήμουν στο νηπιαγωγείο, άντε και στο δημοτικό. Μετά στο γυμνάσιο λίγο που άντε, άντε στο λύκειο που άντε είχες βγει -μπορεί να είχες βγει και λίγο έξω, και μπορεί να είχες κοιμηθεί ούτε 2 ώρες, αλλά συνεπείς πηγαίναμε έτσι -πηγαίναμε πάντα εκεί. Όπως και όταν έφευγε από αυτήν τη ζωή, σας είπα 100 χρονών, μου ζήτησε να μην ξεχάσω τα γερόντια. Αφού είπε ότι είχε να πει για τα εγγόνια του, για τον γαμπρό του, για μένα, μου είπε «Μην ξεχάσεις και τα γερόντια» αλλά -άρα, συνειδητοποιείτε ότι αυτή η σχέση είναι μία παράλληλη -ταυτόχρονη ζωή μέσα στη δικιά μου ζωή. Αγαπώ τα γερόντια. Αγαπώ τα γηρατειά. Κι εγώ μεγαλώνω. Προσπαθώ να τους δώσω, αυτό που σας είπα πριν, την καλύτερη ποιότητα ζωής, ασχέτως των χιλιομέτρων, ασχέτως των μέτρων που έχουν μπροστά τους να διανύσουν. Συνειδητοποιώ ότι δυστυχώς η κοινωνία ακόμη δεν έχει την συμπεριφορά που θα έπρεπε να έχει προς τους ηλικιωμένους. Μην ξεχνάτε ότι το πώς συμπεριφέρεται μια κοινωνία προς τους ηλικιωμένους είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες πολιτισμού της. Εδώ τώρα θα το σταματήσω, γιατί αν ανοίξουμε αυτήν την κουβέντα είναι μια πάρα πολύ μεγάλη κουβέντα. Αυτό το οποίο ήταν σαν αρχή μου, αλλά και στόχος μου είναι το γηροκομείο να παρέχει στους ανθρώπους, που έρχονται για να μείνουν, ένα ασφαλές περιβάλλον. Ένα περιβάλλον το οποίο θα τους επιτρέψει να απολαύσουν τη ζωή, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια. Αυτό που σκέφτομαι πάντα είναι μια λαϊκή ρήση και πεποίθησή μου. Ότι τα γηρατειά δεν είναι βάσανο, και πραγματικά δεν μπορώ να ακούω ότι είναι βάσανο, ότι είναι μπελάς. ΟΚ, εντάξει, όλοι μας θα γίνουμε βάσανα, μπελάδες. Αλλά χωρίς αυτούς δεν θα ήμασταν εμείς. Κι ούτε εσείς.
Θα θέλατε έτσι κάτι άλλο να προσθέσετε;
Ναι, θα ήθελα αν θα μπορούσαμε να κλείσουμε αυτήν την κουβέντα, να την κλείσω με μια προτροπή, υπενθύμιση, επισήμανση, όπως θέλετε πείτε το, για τους νέους ανθρώπους και όχι μόνο. Έχει να κάνει κάτι με αυτό που λέει ο σοφός λαός. Άμα ρωτήσεις τα παιδιά μου, θα σας πουν η μάνα μας είναι με τις λαϊκές ρήσεις έχει μια ιδιαίτερη σχέση, και πραγματικά έχω γιατί είναι -λένε την αλήθεια. Ο σοφός λαός, λοιπόν, λέει «Εκεί που είσαι ήμουνα, και εκεί που είμαι θα ‘ρθεις». Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
Πολύ ωραία, και εμείς σας ευχαριστούμε πολύ.