© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Λόλα Μπαλλή: Mια παλιά Καστοριανή αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της
Istorima Code
24421
Story URL
Speaker
Ευαγγελία Μπαλλή-Σταυρακούδη (Ε.Μ.)
Interview Date
12/06/2023
Researcher
Κατερίνα Μαλεγκάνου (Κ.Μ.)
[00:00:00]Καλημέρα σας.
Καλημέρα.
Πώς ονομάζεστε;
Το όνομά μου, το επίθετο...
Όλο το όνομα.
Το όνομα το δικό μου τώρα;
Ναι.
Ευαγγελία, Ευαγγελία Μπαλλή και είμαι η κόρη του Θεμιστοκλή και της Ουρανίας και είχαμε μια καλή οικογένεια, που μας μεγάλωσε η μανούλα μας η χρυσή και ο πατέρας μας ο καλός, που είχε δώδεκα παιδιά και ήμασταν όλα αγαπημένα και έφυγε στην Αμερική ο μπαμπάς μου να μας μεγαλώσει, πήγαινε, ερχόταν και έκανε παιδιά η μάνα μου και τα έκανε δώδεκα παιδιά. Και–
Λοιπόν, γεια σας εγώ είμαι η Κατερίνα η Μαλεγκάνου, είμαι ερευνήτρια για το Istorima, σήμερα έχουμε 13 του μήνα, 13/6 του 2023, και μαζί θα μιλήσουμε για τη ζωή σας, κυρία Λόλα. Μπορείτε να μας πείτε μερικά πράγματα για εσάς, από την παιδική σας ηλικία. Πού γεννηθήκατε;
Γεννηθήκαμε στην Καστοριά και είχαμε τον πατέρα μας, τον Θεμιστοκλή Μπαλλή, και τη μητέρα μας, Ουρανία, και μας μεγάλωσαν, μας έστελναν στο σχολείο, στο 2ο σχολείο, και ανεβαίναμε με τα πόδια, γιατί κάναν καιρό δεν είχαν ούτε αυτοκίνητα, τίποτα στην Καστοριά. Και πηγαίναμε στο 2ο σχολείο και μας μαθαίνανε τα γράμματα και μετά κατεβαίναμε πάλι στη μητέρα μας. Η μητέρα μας είχε το φαγητό με τα δώδεκα παιδιά, μας μάζευε, είχε ένα τραπέζι στρόγγυλο και γύρω-γύρω καθόμασταν και τρώγαμε και μας έκανε καλά φαγητά. Αυτό θυμάμαι.
Οι γονείς σας με τι ασχολιόταν; Ο μπαμπάς σας.
Ο πατέρας μου ήταν γουναράς και μετά έφυγε στην Αμερική και είχε πολλή δουλειά εκεί και δούλευε στην Αμερική σε πλάκες από γραμμόφωνο και χτύπησε η σκόνη από τις πλάκες και έφυγε το φως του. Και ήρθε, ας πούμε, και δε μας είδε και ούτε τον είδαμε τον πατέρα μας και μετά, αναγκαστικά, έγινε ψάλτης στη Μητρόπολη της Καστοριάς, ψάλτης. Και ήταν ο Δεσπότης ο Νικηφόρος από το Δισπηλιό. Και ήμουν 7 χρονών και τα θυμάμαι όλα που γινόταν οι γιορτές, που πηγαίναμε το πρωί, τον έπαιρνα με το χέρι και πηγαίναμε σιγά-σιγά, ήταν χιόνια, ανεβαίναμε με τα χιόνια και όμως πηγαίναμε στην εκκλησία για να ψάλει. Ήταν καλός άνθρωπος, μας αγαπούσαν. Τι να σας πω, πολύ ευχαριστημένα ήμασταν. Το βράδυ είχε μια φυσαρμόνικα και έκανε τη φυσαρμόνικα κι εμείς χορεύαμε εκεί στα μεντέρια, που το ‘λεγαν. Και εκεί κοιμόμασταν, εκεί καθόμασταν, δεν είχαμε σόμπες με ξύλα, είχαμε τέτοιο...
Μαγκάλι.
Μαγκάλι. Και καθόμασταν με το μαγκάλι και περάσαμε με αυτά. Μετά ήρθε ο πόλεμος.
Να σας ρωτήσω λίγο, να σας πάω πίσω, στα παλιά τα χρόνια, τα παιδικά σας χρόνια.
Ναι.
Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια; Πώς περνούσατε;
Πώς περνούσαμε. Δυστυχισμένα, όχι πολύ ευχαριστημένα.
Πώς ήταν το σπίτι σας;
Το σπίτι μας ήταν τρία αδέρφια και τα είχαν μοιράσει έτσι, με κότσες, ναι. Και κάθε ένας είχε την οικογένειά του. Απάνω είχαμε μια θεία, ζούσε και η μάνα μου κάτω και ήταν αγαπημένες. Η αυτή, η Κατίγκω Μπαλλή και τη βοηθούσε και τη μανούλα μου, γιατί τη λυπόταν που είχε πολλά παιδιά και ήταν πάντα αγαπημένοι και η γειτονιά αγαπημένη. Εκεί στο σπίτι μας είχαμε έξω κήπο, δέντρα, καϊσιές, ρικές και είχαμε, ας πούμε, αυτά τα φρούτα και κατεβαίναμε και τρώγαμε απ’ τις καϊσιές μας. Μας έβαζε η μητέρα μας να σκουπίσουμε –την καθαριότητα– και μετά, μικρά που ήμασταν, μας έβαζε να σκουπίσουμε όχι μόνο εμάς στη γειτονιά, όλες οι γειτονιές έβγαιναν και σκούπιζαν και ήταν τα μουσεία, θυμάμαι, που ερχόταν ξένοι –τώρα Εγγλέζοι ήταν, Αμερικάνοι, ξένοι ήταν– και μας έλεγαν: «Τι καθαριότητα η Καστοριά!». Και εί[00:05:00]χαν πεζούλια, θυμάμαι, είχαν πεζούλια απέξω απ’ τα σπίτια και κάθονταν οι γιαγιές με τα φουστάνια τα καστοριανά, η μια έπλεκε τις κάλτσες, η άλλη τη δαντέλα και μόλις περνούσαν οι ξένοι, έβγαζαν γλυκά και τους κερνούσαν, τους έβαζαν καρέκλες για να κάτσουν και καφέ και χαίρονταν οι ξένοι και έλεγαν: «Τι άνθρωποι είναι αυτοί εδώ στην Καστοριά, τόσο καλοί...». Ναι, αυτά τα θυμάμαι.
Πόσα κορίτσια και πόσα αγόρια ήσασταν;
Ήμασταν πέντε κορίτσια και πέντε αγόρια. Και δυο είχε κάνει γρηγορότερα η μητέρα μου και είχαν πεθάνει. Ναι.
Στο σπίτι τη μαμά σε τι τη βοηθούσατε; Είπατε, φτιάχνατε φαγητά, τα γλυκά... Θυμάστε να μας πείτε;
Εγώ ήμουν μικρή και η μεγάλη η αδερφή μου, η Μαρίκα, αυτή τη βοηθούσε. Αυτή ήταν, πώς να σας πω, σαν άντρας. Είχε τη βάρκα, πήγαινε έπαιρνε το καλαμπόκι από την Πολυκάρπη και το ‘φερνε και μαζευόταν η γειτονιά και το καθάριζαν –θυμάμαι πολύ– και μετά, πήγαιναν στο μύλο, τα άλεθαν και μας έκανε, ζύμωνε αυτή, ζύμωνε, βοηθούσε τη μάνα μου και έκανε μπομπότα, ένα ταψί για να μας ταΐσουν. Ναι. Και μετά, εγώ μεγάλωσα, έπαιρνα τον πατέρα μου και τον πήγαινα στην εκκλησία, γιατί έψαλλε.
Να σας ρωτήσω λίγο, σχολείο πήγατε;
Πήγα στο σχολείο, στο 2ο σχολείο.
Θυμάστε να μας πείτε πώς ήταν τα σχολεία τότε;
Τα σχόλια ήταν καθένας στην τάξη του. Ναι. Και βγαίναμε στον κήπο, παίζαμε, ήμασταν αγαπημένα παιδιά, ήμασταν, δε μαλώναμε ποτέ. Και μετά σχολούσαμε, κατεβαίναμε πάλι, με τα πόδια ανεβαίναμε, με τα πόδια κατεβαίναμε.
Είχε πολλά σχολεία η Καστοριά τότε;
Είχε τρία.
Αγόρια-κορίτσια, χωρισμένοι ή όλοι μαζί;
Μαζί, μαζί ήμασταν, μαζί. Αλλά ήμασταν αγαπημένα παιδιά, ποτές δεν μαλώσαμε. Ε, καλά μερικά παιδιά ίσως από μέσα τους, αλλά δε μας άφηνε κυρία να μαλώσουμε ποτές. Είχαμε καλούς δασκάλους, μας μάθαιναν καλά γράμματα. Αυτό θυμάμαι, τι να σας πω.
Είχατε κάποιο αγαπημένο μάθημα, που σας άρεσε, κάποιο μάθημα;
Εμένα μου άρεσε τα θρησκευτικά, για το Χριστό, γιατί όλο με τον πατέρα μου ήμασταν στην εκκλησία και τώρα τα ξέρω όλα απέξω. Λειτουργία, παράκληση, όλα.
Έχετε καθόλου μνήμες από τον πόλεμο, απ’ τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; Θυμάστε να μας εξηγήσετε κάποια;
Πρώτα απ’ τον πόλεμο, πρώτα ήρθαν οι Ιταλοί.
Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
Μάλλον ήμασταν 10 χρονών, ναι. Και όταν πηγαίναμε στην εκκλησία να ψαλεί ο μπαμπάς μου, έφερναν ο στρατός μας– Πώς τους λένε αυτούς, τους Ιταλούς που τους έπιαναν...
Αιχμαλώτους;
Αιχμαλώτους. Και έλεγα, τον έλεγα τον πατέρα μου: «Ιδέ! Πολλούς φέρνουν». «Να λες μάσαλα». Και έλεγα: «Τι είναι αυτό το “μάσαλα”;». «Άντε εσύ», λέει, «μάσαλα», έλεγε ο πατέρας μου. Και τους βλέπαμε, ας πούμε –πώς να σου πω–, απ’ τον πόλεμο και τους πήγαιναν επάνω στο σχολείο. Τα σχολεία έκλεισαν, είχαν κλείσει τα σχολεία και μάζευαν όλους τους Ιταλούς και τους έβαζαν εκεί να τους ταΐσουν, να τους κοιμίσουν... Ναι, αυτό θυμάμαι απ’ τους Ιταλούς. Μετά, μας έκλεισαν απ’ τις 5:00 η ώρα. Δε μας άφηναν να βγούμε. Σαν μικρά παιδιά που ήμασταν, δε μας άφηναν. Και τους μεγάλους. Η ώρα 5:00 έπρεπε να ψωνίσουμε, να φέρουμε το ένα, τ’ άλλο και να κλειστούμε μέσα. Και μετά, περνούσε περίπολο απ’ τους Ιταλούς, να ιδούν αν είμαστε έξω, για να τους πιάσουν. Και θυμάμαι, ο πατέρας μου που είχε πεθάνει –να το πω κι αυτό–, επειδής δεν είχαμε νερό –μας είχαν κλείσει το νερό–, η Μαρίκα κρυφά πήγαινε με το καράβι και παίρναμε από τη λίμνη νερό [Δ.Α.] απάνω και κρυφά κατεβαίναμε με το καράβι, για να μη μας– Να μην την πιάσουν οι Ιταλοί. Μετά, δεν είχαμε ξύλα[00:10:00] και πηγαίναμε στο βουνό –όλη Καστοριά όχι μόνο εμείς– μικρά παιδιά... Αυτό τώρα θυμήθηκα και σ’ τα λέω. Και μαζεύαμε ξύλα, στο καράβι τα βάζαμε και τα κατέβαζε η Μαρίκα, γιατί είχαμε φούρνο και έπρεπε να ρίξει ξύλα, για να ψήσει το ψωμί η μητέρα μας. Και μετά, που λες, παιδί μου... Τι άλλο να σε πω, κάτσε...
Η Κατοχή στην Καστοριά πώς ήταν; Δύσκολα περνούσατε;
Δύσκολα, πόλεμος ήταν, δεν είχαμε ψωμί. Κλειστά όλα, τα πάντα. Και μετά, πήγαιναν στα χωριά, πουλούσαν έπιπλα, πουλούσαν τα μαξιλάρια... Η μάνα μου, όλες τις προίκες απ’ τα κορίτσια τις πούλησε για να μας μεγαλώσει στα χωριά. Δίναμε μαξιλάρι, μας έδιναν ένα πιάτο καλαμπόκι, για να ζυμώσει. Πάλι με τη βάρκα η Μαρίκα στα χωριά, γιατί με τι να πάνε, δεν είχαν αυτοκίνητο, ναι.
Οπότε χρησιμοποιούσαν τη βάρκα για να πάνε από Καστοριά στα χωριά...
Ναι, ναι, και τα μοτόρια που πήγαιναν κάθε Σαββάτο να ψωνίσουν στην αγορά. Μετά πάγωνε η λίμνη. Πάγωνε η λίμνη και ήμασταν μικρά και πηγαίναμε με τα πόδια στο βουνό εκεί που είναι το μοναστήρι, η Μαυρώτισσα, πάνω εκεί στο βουνό και μαζεύαμε με τον Ευτύχιο και ερχόταν η Μαρίκα με το καράβι και τα ‘βανε μέσα και τα πηγαίναμε στο σπίτι. Και λέει ο Ευτύχιος: «Άντε, αδερφή, δεν πάμε απ’ τον πάγο;». «Και δεν πάμε;», του λέω. Και πηγαίναμε απ’ τον πάγο στο σπίτι. Και τη λέω την κόρη μου, πώς πηγαίναμε και δε φοβόμασταν που ήταν παγωμένη λίμνη, μικρά παιδιά. Να άνοιγε ένα πράγμα, κομμάτι λίμνη και πέφταμε μέσα, παιδί μου, και μας φύλαγε ο Θεός. Ο Θεός μάς φύλαγε. Και έλεγε η μάνα μου: «Γιατί ήρθατε απ’ τον πάγο;». Κλαίγαμε και λέγαμε: «Μάνα, ήρθαμε απ’ τον πάγο». «Δε σας είπα απ’ τα πόδια να ‘ρθείτε, με τα πόδια, και έρχεστε απ’ τον πάγο; Θεός φυλάξοι, να μη πέσετε και πνιγείτε, παιδί μου». Και έκλαιγε η καημένη.
Ήσασταν και πολλά παιδιά.
Και μετά θα σας πω, μικρή πάλι που ήμουν, ο κόσμος έπλενε στη λίμνη, ρούχα. Έριχναν τα σεντόνια, γιατί τα παλιά τα σπίτια είχαν ψύλλους και γκόρτσες, απ’ αυτά, κάτι τέτοια που σε έτρωγαν, στο σώμα πήγαιναν. Δεν είχαμε, παλιά σπίτια, πού να πάνε και να... Και κατεβαίνανε στη λίμνη και έπλεναν. Ήταν και οι Εβραίοι και κατέβαιναν κι αυτοί, έπλεναν οι Εβραίισσες, γιατί, όπως οι Καστοριανές όλες, και αυτές. Και μας έπαιρνε με το καράβι η Μαρίκα και πηγαίναμε πιο πάνω. Και μετά, εκεί είχαμε μια συγγενής μας και είχε ένα παιδάκι κι αυτό, όπως έπαιζε το παιδάκι πίσω απ’ το καράβι, πέφτει και πνίγεται και ρίχνεται, αφήνει τα κουπιά η Μαρίκα η αδερφή μου –το λέω γιατί το ‘ζησα– και το βγάζει το παιδί –ευτυχώς ήξερε κολύμπι– και το ‘βγαλε το παιδί και πήγε στην Αμερική το παιδί, παντρεύτηκε και πήγε και η αδερφή μου και τη λέει: «Θα με στεφανώσεις, είσαι νονά μου. Αφού με έβγαλες απ’ τη λίμνη, τώρα θα με στεφανώσεις». Και τους στεφάνωσε. Και τον έλεγαν –αυτός είχε γίνει γιατρός–, τον έλεγαν Παντελή Εύδο. Ναι, τα θυμάμαι αυτά, ας πούμε, που ό,τι έζησα.
Ναι, βέβαια. Οι συνοικίες τότε πώς ήταν–
Και μετά απ’ τους Ιταλούς, ήρθε άλλος πόλεμος, οι Γερμανοί. Έφυγαν οι Ιταλοί και ήρθαν οι Γερμανοί και ο ανταρτοπόλεμος εδώ. Μόλις ήρθαν οι Γερμανοί, ήταν αντάρτες μέσα στην Καστοριά και τους έκρυψαν στα σπίτια, για να μην τους πιάσουν. Εγώ και ο αδερφός μου ήμασταν στο σπίτι, είχαμε κι έναν αδερφό άρρωστο και ήρθε ο Γερμανός ντυμένος με το αυτό, εμείς φοβηθήκαμε με τον Ευτύχιο και κρυφτήκαμε κάτω στο υπόγειο. Και την έλεγε μετά, ανεβήκαμε, να δούμε να μην τη σκοτώσει τη μάνα μας. Και την έλεγε τη μάνα μου, γιατί ήρθε μια διαταγή που είχαν έρθει οι Γερμανοί, να ανέβουν όλοι οι Καστοριανοί απάνω, [00:15:00]στο Παλλάδιο. Και ήταν ο Ρουσούλης ο γιατρός, ο Βουίτσης, και μιλούσαν γερμανικά, τους μιλούσαν και δε μας έκαναν τίποτα στην Καστοριά. Αλλά... Και μερικούς, ας πούμε, αυτοί ήξεραν τι τους έκαναν. Εμείς μικρά παιδιά...
Γιατί έδωσαν διαταγή να ανεβείτε στο Παλλάδιο;
Για να μάσουν τους άντρες. Δεν ξέρω, ήμουν μικρή και δεν ξέρω τι τους είπαν, γιατί ήταν εκεί ένας Πηχεών στην πλατεία –τέτοιο– σαν βουλευτής, ξέρω ‘γω, και ο Μπατρίνος ήταν βουλευτής και μας λέει –γιατί ήξερε που τον έπαιρνα τον μπαμπά μου και τον πήγαινα που δεν έβλεπε: «Κύριε Μπαλλή», του λέει, «θα φύγετε πίσω», λέει, «εσύ δε βλέπεις, θα σε πάει το κορίτσι σπίτι, θα κάτσεις σπίτι σου». Και ύστερα, δεν μας ήρθε κανένας να μας πει, γιατί τα αδέρφια μας έφυγαν στην ξενιτιά, για να μας μεγαλώσουν και μας έστελναν μετά για να ζήσουμε, παιδί μου. Από τα αδέρφια μας ζήσαμε, γιατί από 12 χρονών έφυγαν για να μας προστατέψουν, γιατί ο μπαμπάς μας ύστερα που δεν έβλεπε, έφυγαν τα τρία αδέρφια μας στη Γαλλία και έκατσαν σαράντα χρόνια. Εμείς αδέρφια δεν είδαμε. Ύστερα από σαράντα χρόνια ήρθαν, τους είδαμε, τους παντρέψαμε, παντρεύτηκαν, πήραν Καστοριανές. Μετά, φύγανε πάλι στη Γαλλία, έκαναν παιδιά, αλλά τη θρησκεία δεν την άφησαν. Ήταν αγαπημένα τρία αδέρφια, μαζί καθόταν, μαζί έτρωγαν. Ναι.
Να σας πάω λίγο πίσω πάλι. Θυμάστε ιστορίες από την εβραϊκή συνοικία στον πόλεμο, ιστορίες για τους Εβραίους;
Θυμάμαι που ήρθαν οι Γερμανοί και τους έπιασαν για. Μικρή ήμουνε και πάλι θυμάμαι λίγα. Που τους έβαλαν ένα πράγμα εδώ, άστρο, και σεργιανούσαν, γιατί δεν έπρεπε να το βγάλουν, είχαν... Ναι. Και όταν ήρθαν οι Γερμανοί, δεν ήξεραν πού να κρυφτούν. Κι όμως, τους έπιαναν.
Η εβραϊκή συνοικία πού ήταν;
Επάνω στην... Εκεί που ανεβαίνεις, για να ανέβεις στην Ομόνοια. Πού είναι Αγία Τριάδα; Και ένας φούρνος ήταν εκεί, αυτό, εκεί κοντά ήταν όλοι οι Εβραίοι. Είχαν το αυτό, το εβραιίκο το σχολείο και μαζεύονταν. Και η μάνα μας μάς έλεγε: «Δεν θα περάσετε από κει γιατί...». Για να μην περνούμε από κει, γιατί λέει: «Οι Εβραίοι βάνουν βελόνια, να μη σας βάλουν τα βελόνια». Μας φόβιζαν, όχι μόνο εμάς, όλα τα παιδιά της Καστοριάς. Ναι. Αλλά είχαν τέτοια μαγαζιά, που πουλούσαν διάφορα και μας έστελναν, ψωνίζαμε, αλλά ήταν καλοί άνθρωποι. Ας πούμε, με το γέλιο τους, είχαν καλά σπίτια, περνούσαν καλά, έφερναν εμπόρια. Από τους Εβραίους ζούσαν η Καστοριά, γιατί έφερναν πολλά καλά πράγματα. Αυτά θυμούμαι, ναι.
Και τελειώνει ο πόλεμος...
Ναι.
Και τα αδέρφια σας έφυγαν.
Ναι.
Στο εξωτερικό.
Ναι.
Τι δουλειά έκαναν εκεί;
Γούνα είχαν. Είχαν μαγαζί και δούλευαν τη γούνα, πουλούσαν τα παλτά και μας έστελναν χρήματα. Και εμείς το βράδυ, ο πατέρας μου –θα το πω κι αυτό– κάναμε παράκληση, γιατί δεν είχαν ούτε τηλέφωνα, με το γράμμα. Και μας έγραφαν: «Οι προσευχές σας μας πιάνονται και έρχονται, πουλούμε τα παλτά...», και μας έστελναν τα χρήματα για να ζήσουμε. Είχα καλά αδέρφια και καλές γυναίκες πήραν, έζησαν καλά τα παιδιά τους. Σπούδασαν τα παιδιά τους, ο ένας γιατρός, η άλλη... Και τα παιδιά ό,τι ήθελαν, καθηγηταί ό,τι ήθελαν. Αλλά έχουμε μια καλή οικογένεια Μπαλλή.
Εσείς, παντρευτήκατε;
Παντρεύτηκα και πήρα τον Μάρκο Σταυρακούδη, που ήταν μια καλή οικογένεια, είχαν έρθει από το... Εκεί, από– Πώς λεγόταν μωρέ;
Από την Απολλωνιάδα;
Ναι, ναι. Και ήρθαν ο πατέρας τους, ανύπαντροι, εδώ γεννήθηκαν τα παιδιά, εδώ στεφανώθηκε ο πεθερός μου. Και αυτοί δεν είχαν πού να κάτσουν και ήταν οι Τούρκοι εδώ, στην Καστοριά, και τους έδωσαν τούρκικα σπίτια, παλιά σπίτια. Και εγώ παντρεμένη, σε τουρκικό πάλι σπίτι. Αλλά επειδή το δικό μας το σπίτι ήταν ανοιχτό και είδα της πεθεράς μου και έκανα το σταυρό μου, λέω: «Ήρθα σε καινούργιο σπίτι». Και με λέει ο άντρας μου: «Τι καινούργιο; Παλιό είναι», λέει. «Ας είναι», λέω εγώ,[00:20:00] «εμείς είχαμε με γρεντιές, πιο παλιό». Αρχαίο, δηλαδή παλιό σπίτι. Κι όμως, ο Θεός μας μεγάλωσε, μας πάντρεψε και πήρα έναν καλό άντρα και πέρασα καλά και πεθερικά καλά... Το όνομά του, Μαυρουδή τον έλεγαν, δε με στεναχώρεσε, πάντα με έλεγε: «Τι θέλεις;», και τα παιδιά μας, έκανα μια Παρασκευούλα και έναν Βασίλη, καλά παιδιά, που με έχουνε μη στάξει να μη βρέξει, με κοιτάνε και ο Θεός να τα δίνει. Έχω και εγγονές καλές, νύφη καλή, το παιδί μου που παντρεύτηκε... Δόξα τω Θεώ και το κορίτσι μου με βλέπει.
Μια χαρά. Να σας ρωτήσω λίγο για το προξενιό; Πώς γνωριστήκατε; Με προξενιό;
Με προξενιό.
Θυμάστε να μας πείτε, έτσι, η παράδοση πώς ήταν τότε;
Η παράδοση ήταν, παιδί μου, κάναν καιρό δεν είχαν αγάπες. Ο πατέρας μου δε μας άφηνε να βγούμε απ’ την πόρτα έξω. Εγώ μικρή ήμουν, αλλά οι άλλες οι αδερφές μου δεν τις άφηνε ούτε βόλτα να πάνε. Κανά καιρό έκανα βόλτες στο Μώλο και τα προξενιά εκεί. Έβγαιναν και κοιτιούνταν τα κορίτσια μέχρι, ας πούμε, να παρθεί ο ένας με τον άλλον. Κι όμως, δεν τους άφηναν όπως τώρα, που ανταμώνεστε. Έπρεπε να είναι, είχε ένας Καστοριανός, Θανάσης... Πώς τον έλεγαν το επίθετο; Θανάσης. Πώς τον έλεγαν; Προξενήτης. Αυτός είχε ένα χαρτί και είχε κορίτσια και παιδιά και προξενητής πήγαινε. Και εμένα με προξένησε μια θειά του άντρα μου, γιατί ήρθε ένας αδερφός μου απ’ τη Γαλλία, μικρός ήταν. Όταν ήμασταν μικρά, η μάνα μου είχε τον παπα-Ναούμ, ο πατέρας της ήταν παπάς, παπα-Ναούμ. Και πήγαινε στη μαμά, στη μάνα της και στον πατέρα της. Και οι βάρκες ήταν, η λίμνη δεν ήτανε έτσι που είναι τώρα η Καστοριά, με τοίχο, ήταν ελεύθερα. Εμείς που ήμασταν στο παλιό το σπίτι είχαμε έξω τη λίμνη και πηγαίναμε να κολυμπήσουμε και δε μας άφηνε μητέρα μας να μην πνιγούμε. Και μετά, πώς πήγαμε, που μας πήγε η μητέρα μου εκεί, φεύγει το ένα το παιδί και μπαίνει στη λίμνη... Και αυτός ο ψαράς ερχόταν εκείνη την ώρα και ο αδερφός μου, μικρός που ήταν, πνίγηκε. Και μόλις τον βλέπει –αυτός λέγεται Βασίλης Παύλου, λεγόταν– και το ‘βγαλε. Και μόλις τη λένε τη μάνα μου: «Πνίγηκε ο Ορέστης», τον έλεγαν τον αδερφό μου. Και κατεβαίνει κάτω. «Πού είναι το παιδί μου, πού;». Και τη λέει ο ψαράς: «Μη στεναχωριέσαι, τον έβγαλα, Ουρανία». Ουρανία την έλεγαν τη μάνα μου. Λέει: «Να το, το παιδί σου». «Αχ», λέει. «Όταν θα–», λέει, Έφυγε στη Γαλλία και «όταν θα ‘ρθεί και στεφανωθεί θα το στεφανώσω εγώ», λέει. «Χαλάλι σου», του λέει η μάνα μου. Ήρθε με το καλό και τους στεφάνωσε ο γιος του ο Παύλος, ο Παύλος. Παύλος λεγόταν. Και τους στεφάνωσε, έγιναν κουμπάροι και η μάνα του, επειδής γίναμε κουμπάρες, με τον πεθερό μου ήταν αδερφή αυτή, η μάνα του, η γυναίκα του Τσίλη. Και λέει: «Εμείς», λέει, «είμαστε κουμπάροι, έχει ένα καλό κορίτσι, Λόλο, πρέπει να την πάρουμε», λέει. Ο άντρας μου, τότε δούλευαν γούνα και ήταν να γίνει, κάτι να κάνει, για να παντρευτεί, αφού ήταν όλη η οικογένεια μαζί. Ζούσαν με νύφες, με πεθερές, ζούσανε, ναι. Και ήρθε η κουμπάρα και τη λέει τη μάνα μου: «Κουμπάρα, θέλω να σου πω ένα λόγο, αυτό κι αυτό», λέει, «θέλουμε να πάρουμε τη Λόλο για τον Μαυρουδή», λέει. «Ε, να γράψω τα παιδιά μου», λέει η μάνα μου, γιατί ήταν οι προίκες και τα τραχώματα, για. Εγώ, όμως, δεν ήξερα ότι με προξενούν. Έφευγα, πήγαινα σε καμιά θεια μου, το ένα τ’ άλλο... Αυτός, μια μέρα, πήγε ο αδερφός μου, ο Ευτύχιος, φαντάρος, γνωρίστηκαν και λέει: «Αυτό κι αυτό έμαθε η μάνα μου...». «Ρε Ευτύχιε», του λέει, «αυτό κι αυτό...». «Είναι καλό παιδί ο Μαυρουδής», λέει, «δεν έχει, πρέπει ο Μάρκος», λέει, «να πάρουμε τη Λόλα, να την πάρει». Και έτσι έγινε η προξενιά. Και με πήρε και έζησα καλά, παιδί μου, έζησα πά[00:25:00]ρα πολύ καλά. Είχα και πεθερό καλό και πεθερά και κουνιάδες, δόξα τω Θεώ, περάσαμε καλά.
Υπήρχαν κάποια έθιμα που κάνατε στο γάμο, από παλιά που τα κρατούσατε;
Τα παλιά, οι κουμπάρες, ας πούμε, είχαν ένα πράγμα –πώς το ‘λεγαν δεν ξέρω– έβαζαν κρασί και νερό και καλούσαν τον κουμπάρο. Ενώ τώρα, όχι γλυκά πηγαίνουν, ξέρω ‘γω, τι πηγαίνουν και τώρα δεν ξέρω τι πηγαίνουν. Θέλω να σου πω κάναν καιρό με την κανάτα – κανάτα την έλεγαν– και ερχόταν και τους καλούσε. Αυτά ξέρω. Μετά, έγινε ένας γάμος, να το πω κι αυτό;
Βεβαίως.
Του Αλβανού του Αχιλλέα η κόρη η μεγάλη. Έγινε γάμος βασιλικός.
Γιατί;
Εγώ με τον πατέρα μου –ήταν ψάλτης– και τη στεφάνωσαν στη Μητρόπολη και καλούσαν και τους ψαλτάδες και τους παπάδες, αλλά τη στεφάνωσε ο Δεσπότης και νόμιζα ότι ήταν βασίλισσα –Χαρά– και μας λέει: «Θα ‘ρθείτε και στο τραπέζι». Και πήγα, εγώ μικρή. Χαρά, νόμιζα ότι στεφανωνόταν η βασίλισσα. Πήγα και χάρηκα πολύ, γιατί ήταν οι μόνοι οι Καστοριανοί καλοί, καλός γάμος. Γίνονταν κι άλλοι, αλλά αυτός ο γάμος δεν μπορώ να τον ξεχάσω, ήμουν μικρή και τον θυμάμαι.
Τι είχε και σας άρεσε τόσο;
Τι είχε, είχε ένα ωραίο σπίτι, παλάτι, ο Αλβανός ο Αχιλλέας. Η κόρη τους είχε δύο κορίτσια και τρία παιδιά και η κόρη του– Kαι αυτές ήταν πολύ καλές. Η δεύτερη βοηθούσε στο συσσίτιο στο γυμνάσιο. Τη θυμάμαι πολύ καλά. Και μας βοηθούσε και μας έβαζε να φάμε. Και η μεγάλη ήταν σπουδαγμένη –τώρα τι ήταν, δεν θυμάμαι, παιδί μου–, ναι. Και ήταν καλοί άνθρωποι και η μάνα τους πολύ καλή, πάρα πολύ καλοί, δηλαδή βοηθούσαν τους ανθρώπους και ο Αχιλλέας και η μαμά τους. Ήταν καλή οικογένεια, τι να σου πω.
Ο γάμος τι είχε και σας άρεσε, σαν βασιλικός λέτε ήταν.
Είχαν όργανα, είχαν καλούς ανθρώπους –τους πλούσιους– και εγώ μικρή χαιρόμουν, γιατί δεν έβλεπα τέτοιο γάμο άλλη φορά, επειδής ήταν ο πατέρας μου ψάλτης και τον κάλεσαν και πήγα. Kαι ήθελε να φύγουμε και του ‘λεγα –τον τραβούσα: «Κάτσε ακόμα λίγο, κάτσε ακόμα λίγο», γιατί με άρεσε που είχαν και μουσική. Είχαν μουσική, δεν είχαν όργανα από αυτά τα... Που ήταν οι γύφτοι που σεργιανούν, αλλά είχαν με ορχήστρα και έλεγαν καλά τραγούδια, δηλαδή παλιά, παλιά τραγούδια είχαν.
Θυμάστε κάποια τραγούδια που λέγαν παλιά;
Ξέρω ‘γω, μικρή ήμουν, δεν τα θυμάμαι, κορίτσι μου.
Οι Καστοριανοί παλιά πώς διασκέδαζαν; Ποιοι ήταν οι τρόποι διασκέδασης;
Βεγγέρες.
Δηλαδή, τι είναι αυτό;
Οι βεγγέρες. Μαζεύονταν στα σπίτια και κρασιά και τα σαλτσούνια και τα λουκάνικα. Έφτιαχναν πίτες, διάφορα τέτοια. Και ως το πρωί γλεντούσαν, παιδί μου, αυτή ήταν η χαρά τους. Σε κάθε σπίτι γλεντούσαν και όταν ερχόταν τα Χριστούγεννα τραγουδούσαν τα παιδιά –πρώτα να σου πω αυτό–, τραγουδούσαν. Μας έστελναν να πάμε στα σόγια δηλαδή στους συγγενείς, πήγαιναν και σε ξένους, για να μάσουμε παράδες, αλλά το κυριότερο ήταν στους συγγενείς που έδιναν και την μπιλίτσκα, το λουκάνικο, μπιλίτσκες τις έλεγαν. Έδιναν μανταρίνια, καρύδια, κάστανα, για να... Άλλος δεν έδινε χρήματα, έδινε αυτά στη σακούλα. Και τα πηγαίναμε στο σπίτι και περίμενε ο πατέρας μου να κάτσουμε στο τραπέζι να φάμε. Ως τις 12:00-1:00 σεργιανούσαμε στα σπίτια, για να μαζεύουμε παράδες, χειμώνα καιρό τότε, Χριστούγεννα. Ναι. Και περνούσαμε καλά, όμως, χαιρόμασταν τις ημέρες αυτές, τις χαιρόμασταν. Μετά το Πάσχα έρχονταν, που λες, πάλι έρχονταν οι ξένοι, πάλι έβγαιναν οι γυναίκες στα πεζούλια γιατί ήταν τα μουσεία. Γεμάτο, γεμάτο ξένοι, αυτοκίνητα. Είχε πολύ κόσμο η Καστοριά, τι να σας πω... Εμείς μικρά δεν μπορούσαμε που περπατούσαν πολύς κόσμος απέξω, χαιρόμασταν που είχαμε, κοιτούσαμε τον κόσμο, ξένοι που περνούσαν. Τα μουσεία παιδί μου, γεμάτα, γεμάτα τι να σου πω...[00:30:00]
Κυρία Λόλα, τι μουσεία είχε εκεί στην περιοχή σας; Θυμάστε;
Εγώ μικρή δεν πήγα. Τώρα τελευταία που πήγα, ήταν ο αδερφός μου στο μουσείο κάτω του Αϊβάζη και πώς έκαναν την γούνα, πως κρύβονταν τις κοπέλες να τις ιδεί ο γαμπρός, έρχονταν, αλλά κρυμμένες αυτές. Αυτά τα είδα και τότες κατάλαβα πώς ζούσαν οι παλιές, πώς δούλευαν με το χέρι οι γουναράδες, δεν είχαν μηχανές και έδειχνε και ο αδερφός μου εκεί είχαν τα αυτά, τα μηχανήματα, ναι. Και πώς δεχόταν τη νύφη που κερνούσε την πεθερά, τον πεθερό. Αυτά στα μουσεία γινόταν αυτά. Τώρα τελευταία, ας πούμε, που μπορούσαμε να πάμε. Μικρά δεν πηγαίναμε, γιατί υποφέραμε, ήταν οι πόλεμοι. Δε χαρήκαμε μικρά, εμείς είχαμε όλο πολέμους. Όχι τους Ιταλούς, όχι τους Γερμανούς ύστερα και ο ανταρτοπόλεμος. Αυτά είναι λίγο δύσκολα. Περάσαμε δύσκολα, όμως, δεν χαιρόμασταν, παιδί μου. Πηγαίναμε στα χωριά με τις αδερφές μου για να πάρουμε κάτι, για να φάμε η οικογένεια. Τι να κάνουμε; Ήμασταν δώδεκα παιδιά. Ήθελε η μάνα μου, η καημένη, να μας δώσει να φάμε και δε μας άφησε, όμως, και ο πατέρας μου και η μάνα μας και ευτυχώς και τα αδέρφια μας που ήταν στη Γαλλία, μετά μας έστελναν δέματα, αλλά δεν μπορούσαμε να... Μας τα ‘περναν, μας τα ‘κλεβαν από μέσα. Ναι.
Να σας ρωτήσω λίγο τώρα για τις παραδοσιακές συνταγές που είχανε οι Καστοριανές και κάναν, τα φαγητά;
Είχαμε τους σαρμάδες, είχαμε το ψάρι, τη γαρούφα.
Τα ψάρια από τη λίμνη τα τρώγατε;
Τα τρώγαμε. Μετά, έπιαναν και μικρά ψαράκια και τα κάναμε τέτοιο... Η μάνα μου στο τηγάνι έφτιαχνε τα μικρά τα ψαράκια, έβαλε αλεύρι, έβαλε τη ρίγανη, έβαλε τα ψάρια με νερό, λίγο νερό... Πολλά τέτοια, έφτιαχνε τις φακές, τα ρεβίθια, τα φασόλια. Περισσότερο με τα φασόλια και με τα ρεβίθια. Και μετά, ο πατέρας μου, επειδής δεν μπορούσε να δουλέψει, πήγαινε στον χασάπη –αλλά δε μας άφησε νηστικούς–, πήγαινε στο χασάπη και έπαιρνε πόδια απ’ τα πρόβατα, κάνα είκοσι τέτοια, τα ζεμάτιζε η μάνα μου, τα έβγαζε τις τρίχες... Αυτά τα...
Το μαλλί.
Ναι, το μαλλί και τα ‘βραζε και έφτιαχνε σούπα και μας έδινε μέσα. Και τώρα, επειδή είμαι γερή –τα πόδια μου–, από τα πόδια απ’ τα αρνιά, τα κόκκαλα, το ζωμό μάς έδινε και έλεγε ο γιατρός: «Αυτά σας έσωσαν», λέει, «αυτά σας έσωσαν από τα πρόβατα τα κόκκαλα, από το ζωμό που σας έκανε τη σούπα η μάνα σας και τρώγατε». Πίτες έφτιαχναν, κολοκυθόπιτες, τζιγερόπιτες, πρασόπιτες, αυτά. Και ο πατέρας μου έκανε και καλοσύνη –θα σ’ το πω κι αυτό– είχε τα παιδιά του στη Γαλλία, αλλά αυτός είχε τη φυσαρμόνικα και με έπαιρνε κάθε γιορτή –το παζάρι κάτω– και έκανε τη φυσαρμόνικα και μάζευε χρήματα για τους φυλακουμένους.
Ποιοι ήταν αυτοί;
Δεν ξέρω, ήταν φυλακισμένοι. Εγώ μικρό κορίτσι. «Πού θα με πας;», του λέω. «Να σε πάω», με λέει, «στη φυλακή». Εγώ φοβήθηκα. «Μη στεναχωριέσαι. Αυτοί είναι καλά. Καλά τούς έχουν». Δεν έκαναν, τώρα τι έκαναν, έκλεβαν, τι έκαναν, δεν ξέρω. Πάντως... Και έκανε καλοσύνη. Τον έλεγε: «Τι θες;». Με συγχωρείς. «Βρακί, τέτοιο, ρούχο, πουκάμισο, προσώψι, παπούτσια, παντόφλες, κάλτσες...». Και τους πήγαινε αυτά τα χρήματα, τα μάζευε και τους πήγαινε και χαίρονταν. Την έλεγε τη μάνα μου: «Κάνε πίτες». Έκανε πίτες η μάνα μου, τα βάζαμε σε ένα κουτί και πηγαίναμε, τους ταΐζαμε. Πίτα. Και έλεγε –«πατέρα» τον φώναζαν: «Πατέρα θέλουμε πίτα, να πεις στη μάνα πίτα». Λαχταρούσαν, κανένας δεν πήγαινε, μόνο πατέρας μου. Αυτά τα θυμάμαι, παιδί μου, και σ’ τα λέω.
Κυρία Λόλα, πού ήταν αυτές οι φυλακές, θυμάστε;
Η φυλακή είναι τώρα που είναι το δικαστήριο.
Και πηγαίνατε εκεί με τον μπαμπά σας...
Εκεί. Και είχαν τα παράθυρα μικρά [00:35:00]και περνούσαν και κοιτούσαν τον κόσμο που κατέβαιναν για την αγορά. Εκεί το δικαστήριο που είναι, ναι. Ναι. Εκεί ήταν η φυλακή.
Έκανε καλοσύνες, δηλαδή, ο μπαμπάς σας;
Έκανε ο πατέρας μου πολλή καλοσύνη. Και στη ψαλτική έκανε και ναι. Αλλά μας έκαναν και οι παπάδες καλοσύνη. Μας έδινε ένας παπάς, παπα-Αναστάσης λεγόταν, ήταν η γυναίκα του απ’ τη Σερβία, Σερβίδα, αλλά κι αυτοί σαν χριστιανοί είναι, ναι. Και είχε τρία παιδιά, παπα-Βούλτσιος λεγόταν, και η γυναίκα του έλεγε: «Κύριε Μπαλλή, κάθεσαι», λέει, «θα σε δώσω κάτι». «Τι;», τη λέει. Λέει: «Θα σε δώσω τρεις λειτουργίες, γιατί έχεις πολλά παιδιά». Ήταν πάρα πολύ καλή, δεν μπορώ να την ξεχάσω. Ήταν κι άλλοι παπάδες, αλλά αυτό δεν το ‘καναν. Αυτή η Σερβίδα, όμως, μου τα ‘βαλε στην αγκαλιά και τα πηγαίναμε στο σπίτι και έκοβε μάνα μου και τρώγαμε. Αυτή την καλοσύνη τη θυμάμαι πολύ. Και μεγαλώσαμε με αγάπη –τι να σου πω, παιδί μου–, δεν μας άφησαν νηστικά ποτές. Μεγαλώσαμε με τον πατέρα μας τον καλό, με τη μητέρα μας, με τα αδέρφια μας τα καλά, που μας πάντρεψαν και τις τρεις τις αδερφές και είμαστε πολύ, είμαι πολύ ευχαριστημένη από όλους. Ήρθαν και τα ανίψια μου προχθές από τη Γαλλία, με φίλησε. «Είσαι αρχόντισσα», με λέει, «θεία, που μας λες ευχές, μας λες πολλά πράγματα». Χάρηκαν πολύ. Και πέρσι ήρθε και η ανιψιά μου πάλι, αυτή καθηγήτρια πιάνου ήταν, η Μαλαματή, κι αυτός γιατρός, ο Θεμιστοκλής, ο άλλος καθηγητής. Είναι μορφωμένα τα παιδιά, έκαναν παιδιά μορφωμένα, τα πάντρεψαν. Αυτή η οικογένειά μας ακούστηκε σε όλη την Καστοριά. Αγαπώ τον άνθρωπο, αγαπώ την Καστοριά όλη, τους ανθρώπους, και ξένους και συγγενείς και από όλους, παιδί μου. Είμαι ανοιχτή, η καρδιά μου, αγαπώ τον άνθρωπο. Σε όλους και τα παιδιά εδώ τα ευχούμαι, που έβγαινα τότες που ήμουν καλά: «Γιαγιά μου, τι καλή γιαγιά, τι καλή, μας δίνεις ευχές!». Λέω: «Εγώ ευχές θα δίνω», λέω, «δε δίνω...». Ο Θεός λέει πάντα το καλό.
Μπράβο, κυρία Λόλα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συζήτηση που είχαμε και την αφήγησή σας.
Ναι. Τι άλλο να σου πω, παιδί μου; Θες άλλο τίποτα...
Εκτός κι αν έχετε να προσθέσετε κάτι εσείς.
Τι να προσθέσω;
Εγώ είμαι καλυμμένη, με έχετε καλύψει.
Ξέχασα, Κατερίνα μου, για τις προίκες πώς τις έπαιρναν απ’ τα σπίτια. Εμείς παντρέψατε την αδερφή μου τη Μαρίκα και ήρθαν με δυο άλογα και έβαλαν την προίκα από πάνω απ’ τα άλογα, και έβαλαν κι ένα παιδί για να κάνει παιδιά, από πάνω απ’ τα προικιά. Και με όργανα σιγά-σιγά –η αδερφή μου καθότανε πάνω κατά το νοσοκομείο το παλιό, στο βουνό– και ανέβηκαν τα άλογα και τραγουδούσαν οι καλεσμένοι. Είχαμε και τα μαξιλάρια, τα παιδιά είχαν τα μαξιλάρια μπροστά και έβγαινε ο κόσμος και χαίρονταν να ιδούν την προίκα. Και σε όλες τις γειτονιές έτσι περνούσαν με τον κόσμο, με τα πόδια και με τα άλογα. Και έριχναν ο κόσμος –περνούσε η προίκα– και έριχνε ρύζια και κουφέτα, για να ζήσουν ο γαμπρός και η νύφη καλά, αγαπημένοι. Και ήταν όλο χαρά η Καστοριά. Έτσι παντρευόταν τα κορίτσια κάναν καιρό. Και με προξενιό, έπρεπε να πάει προξενήτης για να την πάρει ο άλλος. Ναι.
Κυρία Λόλα, η προίκα τότε τι ήτανε; Τι δίνανε;
Η προίκα όποιος ήθελε έδινε και χρήμα και σπίτι, ό,τι είχε ο άνθρωπος ο πατέρας και η μάνα. Άλλος δεν είχε και έδινε μόνο την προίκα κι άλλος είχε σπίτι, είχε... Αλλά τώρα τελευταία, τα σπίτια έδιναν. Κάναν καιρό δεν είχαν οι άνθρωποι, έδιναν την προίκα. Και λίρες έδιναν και λίρες, ναι.
Ωραία, κυρία Λόλα...
Εμένα με πάντρεψαν με 100 λίρες. Δε ζήτησε, όμως, ο άντρας μου, αλλά η προξενήτρα. «Πόσα δίνει»; Και λένε τα αδέρφια μου: «80 λίρες». Και λέει ο αδερφός μου, ο Ευτύχιος: «Για τον άντρα τον καλό που θα πάρει αδερφή μου θα δώσω άλλες 20 για να την πάρει, για να πάρει την αδερφή μου». Αλλά την ήθελε κι αυτός, γιατί ήταν από σπίτι κορίτσι και έζησαν καλά και ζήσαμε καλά.
Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω τώρα, έτσι πως σας πήγα πίσω και θυμηθήκατε τη ζωή σας, περά[00:40:00]σατε όμορφα;
Πολύ, πολύ καλά, πάρα πολύ καλά. Ήταν άνθρωπος καλός, αγαπητός με όλη τη γειτονιά, τον αγαπούσαν όλοι φίλοι του και δεν μπορούν να τον ξεχάσουν ακόμη παιδί μου, που ήταν τόσο καλός με τους φίλους του αγαπητός, με όλο, με όλο τον κόσμο είχε καλή ψυχή είχε πάρα πολύ καλή ψυχή. Δεν με στεναχώρησε καθόλου, αλλά και εγώ το σεβάστηκα πολύ. Είδα τους γονείς του, είδα όσο μπόρεσα.
Ωραία, κυρία Λόλα, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Θέλετε και άλλα;
Εγώ είμαι μια χαρά, ευχαριστώ πολύ.
Τι να πούμε τώρα; Καλά είναι τόσο;
Καλά είναι, καλά είναι.
Ωραία, ναι, είπαμε πολλά.
Να ‘στε καλά, ευχαριστώ.
Τα είπα καλά; Κατερίνα μου, ξέχασα να σε πω για τη ροδάνη. Το Πάσχα είχαν ένα συνήθειο, έβαφαν τα αυγά και για να πάνε τα παιδιά να χαρούν, είχαν μια ροδάνη που γυρνούσε. Έδινες το αυγό –δεν έδιναν χρήματα–, έδινες αυγό, και χρήματα και αυγό, γιατί όσοι δεν είχαν χρήματα, έδιναν αυγό και τους γυρνούσαν, κάναν τρεις-τέσσερις φορές και μαζευόταν ο κόσμος σαν πανηγύρι και περνούσαν καλά τα παιδιά της Καστοριάς. Ήταν το έθιμο, η ροδάνη.
Τι ήταν ακριβώς η ροδάνη, για πείτε μας.
Η Ροδάνη, είχαν δυο ξύλα και μέσα είχαν δυο θέσεις, όπως είναι αυτά που πηγαίνεις για τα...
Λούνα-παρκ...
Είχαν δύο τέτοια και ήταν δυο άντροι και γυρνούσαν αυτοί και, ας πούμε, ανεβοκατέβαιναν και χαίρονταν τα παιδιά. Και τραγουδούσαν, είχαν και όργανα και για να μαζευτεί κόσμος. Και έδιναν τα αυγά και τους γυρνούσαν και χαρά τα παιδιά... Ποιος και ποιος να ‘ρθεί πιο πάνω στη Ροδάνη, ναι.
Αυτό μόνο το Πάσχα γινότανε;
Και όταν έβραζαν τα αυγά –ξέχασα, Κατερίνα μου, να σου πω–, όταν έβραζαν οι παλιές οι γιαγιές τα αυγά, μόλις τα ‘βγαζαν, πήγαινα στα παιδιά και στους άντρες και τους έκαναν «ζάραβγα, ζάραβγα», για να τους δώσει ζωή και κόκκινα μάγουλα, δηλαδή ζωή καλή, δηλαδή δύναμη και κόκκινα μάγουλα, να μην είναι άσπρα τα αυτά, πάντα κόκκινα.
Κατάλαβα...
Και χαιρόμασταν. «Μάνα, τελείωσες τα αυγά;». «Άντε τώρα θα σας κάνω ζάραβγα». Και μας έκανε ζάραβγα. Ποιος και ποιος να πάει να μας κάνει ζάραβγα! Αυτό ξέχασα να σ’ το πω.
Ωραία, ευχαριστώ.
Ναι, ναι. Κατερίνα, θα σου πω και ένα άλλο για τον Κλήδονα, πώς γίνονταν ο Κλήδονας. Μαζεύονταν έξι-εφτά κορίτσια και έπαιρναν ένα γκιούμι νερό και πηγαίνανε κάτω στη λίμνη, το γέμιζαν και έκοβαν ένα δέντρο από το βουνό, το βάζαν στο γκιούμι με το νερό και μετά έβαζαν καΐσια, φρούτα. Έβαζαν φρούτα, κεράσι, καΐσι, ό,τι φρούτο είχε, αχλάδι, μήλο και χόρευαν τα κορίτσια και μετά καθόταν και τους μοίραζαν τα φρούτα, για να τα φάνε και χαιρόταν και τραγουδούσαν και χαίρονταν έτσι όλα τα κορίτσια και όλα τα παιδιά της Καστοριάς. Αυτό ήταν το έθιμο της Καστοριάς.
Σε ποια εποχή γινόταν; Ποια εποχή γινόταν, άνοιξη, καλοκαίρι;
Άνοιξη, τώρα. Άνοιξη, ναι. Ήταν μέρα, ας πούμε, της άνοιξης.
Και γιατί γινόταν, για τα δέντρα να ‘χουν καρπούς; Γιατί;
Δεν ξέρω, για να μαζεύονταν τα κορίτσια και ίσως και για τα δέντρα, ναι, και για τα δέντρα ίσως, για να δώσουν δύναμη στα δέντρα, ναι.
Από τι δέντρο έπαιρναν τα φρούτα; Θυμάστε;
Από το καΐσι, από το κεράσι, από αυτά. Κερασιές, αχλαδιές, όσα φρούτα αν γινόταν γιατί τώρα, ας πούμε, τώρα γίνεται το κεράσι, γίνεται το φρούτο, το καΐσι, το «βερίκοκο» το ‘λεγαν, αλλά εμείς το ξέραμε «καΐσι» παλιά. Και μετά, αχλάδια και στο Μαύροβο που ήταν τα αχλάδια, γινόταν. Είχαν πολλές αχλαδιές στο Μαύροβο και τις ψώνιζαν οι παλιοί που πήγαιναν με το βαπόρι, που γίνονταν η αγορά, εκεί γίνονταν, ναι. Και είχα έναν θειο –θα το πω κι αυτό– 100 χρονών, είχε βάρκα και έπαιρνε Καστοριανούς και τους πήγαινε και ψώνιζαν και πάλι τους έφερνε πίσω, γιατί έπρεπε να παν στο Μαύροβο να ψωνίσουν, η[00:45:00] αγορά εκεί γινόταν και ήταν με αντεριά, δεν είχε ρούχα, παντελόνια, είχε αντερί.
Τι ήταν το αντερί, για πείτε μας.
Το αντερί ήταν σα φόρεμα ειδικά και ένα ζωνάρι είχε –όπως ο Ευτύχιος, δεν ξέρω αν τον είδες που είχε το δίσκο, που τον έχει– έτσι ήταν ο παππούς, αλλά φέσι δεν είχε, είχε μόνο αυτό το ρούχο. Αλλά έζησε 100 χρονών άνθρωπος. Και όταν τον κοιτούσα, γιατί είχε γεράσει 100 χρονών και με τη θεία μου την Καλλιόπη, δεν μπορούσε ο καημένος να πάει να πλύνει, ήταν μοναχοί και έτρεχα εγώ και τους έπλενα και με έλεγε: «Εσύ Βαγγελιώ», Βαγγελιώ με έλεγε, «θα πάρεις ένα καλό παιδί να ζήσεις ευτυχισμένη, γιατί είσαι ένα καλό κορίτσι που κάνεις καλοσύνη». Και όπως ευχή του πιάστηκε.
Ωραία.
Η ευχή είναι το καλύτερο πράγμα, παιδί μου. Δώσε ευχή, λέει, ο Θεός και ξέρει και σε βλέπει ο Θεός αυτά που λες. Και εγώ που λέγω απ’ την ψυχή μου και πιάνονται και ξέρεις πόσα κορίτσια με λένε: «Θεία, πιάνεται η ευχή σου».
Μπράβο σας, κυρία Λόλα. Ωραία.
Πιάνεται η ευχή και σε όλο τον κόσμο ευχές δίνω. Όχι... Ναι.