© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Ήμουν ένα απλό παιδί»: Ο θρύλος της ΑΕΛ, Ρίζος Λέλλης, αφηγείται την πορεία του εντός και εκτός γηπέδων
Istorima Code
24399
Story URL
Speaker
Ρίζος Λέλλης (Ρ.Λ.)
Interview Date
07/06/2023
Researcher
Ανδρέας Στεργιούλας (Α.Σ.)
[00:00:00]
Καλημέρα.
Καλημέρα.
Θα θέλατε να μας πείτε το όνομά σας;
Ρίζος Λέλλης λέγομαι.
Τέλεια. Είναι Πέμπτη 8 Ιουνίου του 2023, βρισκόμαστε στη Λάρισα με τον Ρίζο Λέλλη, εγώ ονομάζομαι Στεργιούλας Ανδρέας, είμαι Ερευνητής για το Istorima και πάμε να ξεκινήσουμε την συνέντευξή μας. Κύριε Λέλλη, θέλετε να ξεκινήσουμε από την αρχή, θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς;
Εννοείται από την αρχή. Πώς ξεκίνησα και τα λοιπά. Εγώ μεγάλωσα σε ένα χωριό, Ανατολή -παλιά Σελίτσανη Λαρίσης- σε υψόμετρο 950 μέτρων. Λοιπόν, άρχισα τα πρώτα ποδοσφαιρικά μου βήματα στις αλάνες του χωριού κι από κει με το πάθος που είχα με το ποδόσφαιρο... Μετά κατέβηκα στη Λάρισα, πήγαινα στο 2ο γυμνάσιο και γράφτηκα στον Ηρακλή, ήμουν στα τσικό του Ηρακλέους. Από κει μετά με βλέπαν οι ιθύνοντες του ποδοσφαίρου και τους άρεσα, γιατί όντως, πραγματικά είχα ταλέντο. Έγινε συγχώνευση και έγινε η ΑΕΛ. Έγινε η συγχώνευση από τον Ηρακλή, τον Λαρισαϊκό κτλ.. Την πρώτη χρονιά είχαμε προπονητή τον Petrovic, τον Γιουγκοσλάβο. Έπαιζα στην εφηβική της ΑΕΛ και στα δυο τελευταία παιχνίδια της σεζόν με έβαλε στην πρώτη ομάδα, γιατί με πίστευε και από τότε έγινα βασικός. Ξεκίνησα στην πρώτη ομάδα από δεκαέξι ετών παιδί.
Είπατε... Να το πάρουμε από την αρχή. Είπατε ότι ξεκινήσατε τα πρώτα ποδοσφαιρικά βήματα από τα τσικό του Ηρακλή.
Ναι.
Κοίταξε να σου πω. Όπως ανέφερα και τον Petrovic. Αυτός με προώθησε από τα τσικό, από την εφηβική της ΑΕΛ, στην πρώτη ομάδα. Λοιπόν... Μετά ήρθαν κάτι προπονηταί, ένας παλιός παίκτης του ΠΑΟΚ, Σερραίος ήταν -δεν τον θυμάμαι τώρα, ακριβώς- ο οποίος μου έδειξε εμπιστοσύνη, πίστευε στο ταλέντο μου και με καθιέρωσε σαν αμυντικό. Στην πορεία έκανα πολλά ματς και έφτασα σε σημείο να μου ζητάνε ομάδες, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης Θεσσαλονίκης, ο Παναθηναϊκός, η ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός... Ήμουν -πόσο- ήμουν δεκαεννιά ετών. Θυμάμαι, παίζαμε στας Σέρρας και ήρθε ο προπονητής του ΠΑΟΚ, ένας ξένος, καλός προπονητής, με είχε στα πλάνα του. Αλλά τελικά με κλείσανε στην ΑΕΚ. Στην ΑΕΚ όταν υπέγραψα, πριν υπογράψω, ήρθε ο γενικός αρχηγός της ΑΕΚ, ο Παπασταματίου με τον παλιό ποδοσφαιριστή και φίρμα, Κώστα Νεστορίδη, με πήραν από το σπίτι, πήγαμε στην Αθήνα, υπέγραψα. Λοιπόν, τη χρονιά πριν υπογράψω στην ΑΕΚ έκανα τα καλύτερα παιχνίδια στην ΑΕΛ. Λοιπόν... Μετά, πηγαίνοντας στην ΑΕΚ, ήταν άλλη αυτή, ας πούμε, άλλη ομάδα, άλλες προτεραιότητες, άλλες απαιτήσεις. Βέβαια. Λοιπόν... Η ΑΕΚ είχε πάρει το πρωτάθλημα και παίζαμε μετά πρωταθλητριών Ευρώπης. Αποκλείσαμε την πρωταθλήτρια της Ουγγαρίας και κληρωθήκαμε με τη Liverpool, μετά. Με την Liverpool, ναι. Και μάλιστα, σ' εκείνο το ματς, ο προπονητής μού ανέθεσε να φυλάω τον Keegan, ο οποίος, ο Keegan, εκείνη τη χρονιά αναδείχθηκε ο καλύτερος παίκτης της Ευρώπης. Τον έπαιξα πολύ καλά και μάλιστα είχα δηλώσεις και από τον ίδιο και από τον προπονητή της Liverpool, ότι: «Ποιοι παίκτες σου άρεσαν;» και είπε: «Ο Παπαϊωάννου, o Λέλλης -και δεν θυμάμαι- και ο τερματοφύλακας ο Err[00:05:00]ea». Τέλος πάντων, που λέμε, έκανα μία πολύ καλή χρονιά. Αλλά το θέμα είναι ότι είχα προβλήματα με τη μητέρα μου όταν αυτό... Γιατί είχε διαγνωστεί με καρκίνο, τη φέραν στον Ευαγγελισμό και όλοι αυτοί οι μήνες μου ήταν πολύ άσχημοι. Βέβαια, στο ποδόσφαιρο δεν με επηρέαζε, τα έδινα όλα στο γήπεδο. Αλλά άνθρωπος είσαι, όταν βλέπεις ότι θα χάσεις τη μητέρα σου και μάλιστα σε ηλικία πενήντα δυο ετών, επηρεάζεσαι. Τέλος πάντων. Στην ΑΕΚ κάθισα '72-'73. '74 γύρισα στην ΑΕΛ, είχαμε βγει στην Α' Εθνική. Και εδώ πραγματικά έκανα μία πολύ καλή πορεία με την ΑΕΛ, που σε σημείο... Με προτροπή του Κούδα και του Σαράφη από τον ΠΑΟΚ: «Να πάρουμε τον Ρίζο τον Λέλλη από την ΑΕΚ σαν σέντερ μπακ», γιατί ο ΠΑΟΚ είχε τον Φουντουκίδη, ο οποίος είχε ολοκληρώσει την αυτήν, ήταν και μεγάλος. Και μάλιστα συμφωνήσαμε σε όλα, και στα λεφτά και στο αυτό. Και τότε πρόεδρο είχαμε τον Κίττα, γιατί ο συγχωρεμένος ο Καντώνιας ήταν άρρωστος και μου λέει: «Ρίζο, το Σάββατο θα πάμε στον Πλαταμώνα στο "Beach", Κυριακή πρωί έρχεται ο Παντελάκης, ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ, να υπογράψουμε ένα πολύ καλό συμβόλαιο. Και για σένα -μου λέει- και για την ΑΕΛ». «Εντάξει -λέω- δέχομαι».
Ποια χρονιά έγινε αυτό;
Το '74. Λοιπόν, ξημερώνοντας Κυριακή, έρχεται από τη ρεσεψιόν η κοπέλα: «Κύριε Λέλλη, σας ξύπνησα;» «Όχι -λέω-, μία χαρά, άλλωστε περιμένω...» Mου λέει: «Αναβλήθηκε -μου λέει- το ραντεβού -μου λέει-, ακυρωθήκανε τα πάντα». «Γιατί;» λέω. «Γιατί έγινε εισβολή στην Κύπρο από τους Τούρκους». Και μου χάλασε τη μεταγραφή όλη, ναι. Μετά έπαιξα στην ΑΕΛ και την επόμενη χρονιά, αλλά επειδή τώρα είχαμε πολλούς ξένους, άλλοι δεν ξέρω τώρα τι αυτό... Η ομάδα έπεσε και δεν συνέχισα. Μετά κι εγώ ασχολήθηκα με τις επιχειρήσεις γιατί είχα μαγαζί ΠΡΟΠΟ, μετά το γύρισα σε δισκάδικο, είχα πολύ δουλειά και σταμάτησα. Απλώς δεν έπαψα για να προπονούμαι. Πήγαινα έτρεχα, πήγαινα έτρεχα σε μαραθώνιους. Ήμουν αυτό.
Πολύ ενδιαφέρον!
Ναι.
Θέλετε να βάλουμε λίγο τους σταθμούς με μία σειρά; Από εκεί πέρα που ξεκινήσατε, μέχρι εκεί που καταλήξατε. Να τους δούμε λίγο λεπτομερώς.
Ναι. Για πες μου.
Ξεκινήσατε μετά τον Ηρακλή-
Ναι.
της Λάρισας.
Έγινε η συγχώνευση και πήγα στην ΑΕΛ. Εκεί ήμουν στην εφηβική.
Πόσα χρόνια μείνατε στην εφηβική;
Μία χρονιά, αυτήν. Μετά ήμουν στην αυτό.
Πότε έγινε η κλήση στην ανδρική ομάδα της ΑΕΛ; Ποια χρονιά;
Σιγά. Η συγχώνευση έγινε το '64 νομίζω. '65; Η επόμενη ήταν στην Α΄ ομάδα.
Θυμάστε το πρώτο παιχνίδι που παίξατε με την ΑΕΛ;
Ναι. Παίζαμε στον Βόλο, με τον Ολυμπιακό Βόλου, ήρθαμε 0-0 και από κει μετά είδαν το ταλέντο μου και συνέχιζα, αυτό. Και μετά, το επόμενο ματς -είχαμε δύο ματς εκτός έδρας- το επόμενο ματς ήταν στη Βέροια. Εκεί ήρθαμε 2-2. 2-2. Λοιπόν, και εκεί ήμουν πολύ καλός και άφησα μετά... Είδαν την αξία μου και με υπολογίσανε για την επόμενη χρονιά στην πρώτη ομάδα. Έκανε ο εκάστοτε προπονητής τα πλάνα του και τα λοιπά. Στις αρχές της επόμενης είχαμε αλλάξει προπονητή και ήρθε ένας Μινάρδος. Ήταν παλιός παίκτης του Ολυμπιακού. Αυτός τώρα, δεν ξέρω, δεν με είδε με καλό μάτι, δεν ξέρω για ποιο λόγο και προσπαθούσε να με αυτό, να με πετάξει από την ομάδα. Εντωμεταξύ, οι φίλαθλοι με αγαπούσαν εμένα. [00:10:00]Τέλος πάντων, είχα χάσει δύο, τρία παιχνίδια, αλλά μετά κατάλαβε και με έβαλε βασικό.
Αναφέρατε ότι οι φίλαθλοι σάς αγαπούσαν.
Ναι!
Θυμάστε κάποια συνθήματα, ας πούμε, ή την εξέδρα-
Αν θυμάμαι-
Πώς αντιδρούσε σε εσάς;
Αν θυμάμαι! Ψςς! Καταρχήν ακόμα... Γιατί δεν υπάρχει ποδοσφαιριστής που να μην κάνει και λάθη στον αγώνα. Και λάθη να έκανα, ποτέ δεν με βρίζανε. Μ' αγαπούσαν, γιατί βλέπαν ότι τα έδινα όλα. Έκτός από αμυντικός, σκόραρα κιόλας. Είχα άλμα πολύ, κεφάλι, τα κάρφωνα. Θυμάμαι ένα περιστατικό. Παίζαμε με τη Νάουσα, η Νάουσα είχε ομαδάρα. Τότε οι καλύτερες ομάδες ήταν η ΑΕΛ, η Νάουσα, ο Εδεσσαϊκός, ο Πανσερραϊκός και ο Απόλλων Καλαμαριάς. Παίζαμε εδώ με τη Νάουσα, τίγκα το γήπεδο. Παίρνω τη μπάλα απ' τα σέντερ μπακ, την κατεβάζω με το κεφάλι, τη ρίχνω στο γόνατο και τη ρίχνω κάτω και πιάνω από το κέντρο μία βολίδα... Κι άμα σου πω ότι ακόμα η μπάλα είναι στα δίχτυα! Λοιπόν... Γιατί το αναφέρω αυτό; Όσοι Λαρισαίοι δώσαν συνέντευξη, είτε ήταν ποδοσφαιρισταί είτε ήταν φίλαθλοι, πάντα αναφέρουν στο γκολ αυτό. «Δεν θα ξεχάσω -λέει- το γκολ που πέτυχε ο Ρίζος ο Λέλλης -λέει- με τη Νάουσα». Και να σου πω κι αυτό. Είχαμε και ιστορία μετά από αυτό, γιατί... Πήγα στην ΑΕΚ εγώ μετά. Έτσι; Πήγαμε να κάνουμε προετοιμασία στη Φλώρινα στο Πισοδέρι. Λοιπόν... Πάνω στο αυτό, ωραία... Κοιμόμαστε, προπονούμασταν πολύ. Έρχεται μία κυρία εκεί πέρα, λέει στο Μίμη τον Παπαϊωάννου: «Κύριε Μίμη μου -λέει-, τον Ρίζο τον Λέλλη πού μπορώ να το βρω;». «Να τος -λέει- αυτός είναι εδώ». «Εσύ είσαι βρε -μου λέει- τι τον έκανες τον άντρα μου;» «Τι τον έκανα;» λέω. «Τερματοφύλακας της Νάουσας ήταν -λέει-, έφαγε το γκολ και το βράδυ πεταγόταν, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε, με τρόμαξε και μένα». «Σώπα ρε -λέω-, εδώ τι κάνετε;». Mου λέει: «Τώρα έχουμε πρόβατα πολλά και είναι καλά -λέει- πουλάμε γάλα και τέτοια». «Α, εντάξει» λέω. Θέλω να σου πω έχουμε αναμνήσεις καλές. Επίσης όταν παίζαμε στας Σέρρας το ματς της χρονιάς, εμένα με... Είχα τραυματιστεί. Πήγαμε στο νοσοκομείο και με προτροπή του δημάρχου της Λάρισας εδώ, από το νοσοκομείο των Σερρών να με φέρουν στη Λάρισα. Και με φέρανε στον Γκούμα, στο... Πώς το λένε μωρέ; Την κλινική του Σάπκα. Απέναντι ήταν το λύκειο του Μπόκαρη, ήταν αυτό. Έρχεται τώρα ένας από την Αθήνα, Σταύρος Τσώχος, δημοσιογράφος του «Φωτός», αθλητικός. Ναι, βέβαια! Λοιπόν... Να με πάρει συνέντευξη στην κλινική. Μου λέει: «Τι έγινε, πώς χτύπησες;» κτλ. Απ' έξω ακουγόταν «Λέλλης, Λέλλης». «Βγες να δούμε τα μάτια σου», αυτό... Άκου να δεις τώρα. Βγαίνει στο παράθυρο ο Τσώχος -εγώ ήμουν στο κρεβάτι- βγαίνει στο παράθυρο και κάνει έτσι: «Τι γίνεται με σένανε μωρε; Έλα εδώ να δεις αυτό». Πάω που λες, κοιτάω μέσα… Τότε τα κορίτσια από το θηλέων φορούσαν ποδιές, μίνι, έτσι κτλ.. Ήταν καμιά διακοσαριά κοπέλες. Φύγαν από το λύκειο και ήρθαν για να με συμπαρασταθούν. Είχα πολλές θαυμάστριες τότε. Βέβαια!
Υπήρχε κάποια έντονη εκδήλωση τότε…
Να και τη γυναίκα μου, πώς τη γνώρισα; Είχα το ΠΡΟΠΟ και παίζαμε με την ΑΕΚ, όταν γύρισα στη Λάρισα και ήρθε να πάρει εισιτήριο να δει έναν συμπαίκτη μου. Μόλις με είδε εμένα, άλλαξε γνώμη, με ερωτεύτηκε. Ωραία χρόνια! Το ποδόσφαιρο τότε ήταν πιο αγνό. Εντάξει. Πέρασα καλά χρόνια, παρόλο που είχα την ατυχία με τη μητέρα μου να την χάσω μετά. Δεν βαριέσαι.
Το κλίμα με τους συμπαίκτες σας πώς ήταν στην ΑΕΛ; Γιατί φαντάζομαι ότι υπήρχαν χρόνια υποβιβασμού.
[00:15:00]
Κοίταξε να δεις τώρα κάτι. Άκου να δεις. Εγώ δεν είχα προβλήματα με τους συμπαίκτες μου. Ήτανε τώρα, εντάξει αλλά... Τώρα να φανταστείς, παίζαμε με τον Παναθηναϊκό στη λεωφόρο και μέναμε στην Κηφισιά στο ξενοδοχείο. Είχαμε προπονητή τον... Έναν Βούλγαρο τον... Ε, γαμώτο! Τέλος πάντων. Τον Kochev. Λοιπόν. Ξυπνήσαμε πρωί.. Πάντα ξυπνάμε νωρίς για να πάρουμε το πρωινό. Κατεβήκαμε κάτω στο σαλόνι, εκεί κτλ, στο μπαρ, να μας σερβίρουν. Περιμένουμε, η μισή ομάδα έλειπε. Μου λέει: «Ρίζο -μου λέει-, τι γίνεται, πού είναι οι άλλοι;». «Δεν ξέρω -λέω- mister, δεν ξέρω». «Για πήγαινε...» Βλέπω κατέβηκε ο Λάκης ο Παγκαρλιώτας -ήμασταν κολλητάρια με τον Λάκη- «Τι έγινε ρε, τι μάτια είναι αυτά πρησμένα, πόσες ώρες κοιμόσουνα;». «Τι κοιμόμουνα ρε -μου λέει- δεν ξέρεις, όταν πάμε στο ξενοδοχείο, μέχρι τις δέκα η ώρα... Από τις δέκα μέχρι τις έντεκα παίζουμε χαρτιά». Είχαν πάθος με χαρτιά, η μισή ομάδα, ο Ρακιτζόγλου... «Ωραία, λοιπόν;». «Λοιπόν, παίζαμε στο δωμάτιο του Ρακιτζόγλου κι επειδή έχανε, μας κλείδωσε στο δωμάτιο με τα χαρτιά και φύγαμε πέντε η ώρα». «Και ήρθατε να παίξετε μπάλα τώρα; Δεν ντρέπεσαι λίγο;» Εντάξει, εγώ τον ήξερα τον Λάκη. Τέλος πάντων, παρόλα αυτά που ξενυχτήσανε, αυτό, παίξαμε καλά με τον Παναθηναϊκό, χάσαμε 2-1 από ατυχία. Αλλά υπήρχαν όμως αυτά.
Ο προπονητής πώς αντιδρούσε συνήθως όταν γινόντουσαν αυτές οι μικρές ατασθαλίες;
Εντάξει τώρα, ήρεμος ήταν ο Kochev, ένας έτσι ήσυχος άνθρωπος. Δεν ήταν αυτό... Δεν είχε πυγμή, δεν ήταν να επιβάλλεται. Γιατί το συνέχιζαν αυτοί πάλι το τροπάριο. Πάντα στα ματς αυτά κλειδωνόντουσαν μέσα κι έπαιζαν χαρτιά. Ήταν πάθος. Εγώ δεν είχα τέτοια πάθη.
Σαν ποδοσφαιριστής, εσάς ποιο ήταν το βασικό σας χαρακτηριστικό, αυτό που σας έκανε, έτσι, να σας κυνηγάνε ομάδες;
Να σου πω. Ήταν το πάθος που είχα με το ποδόσφαιρο. Ήμουν γρήγορος, είχα άλμα, δεν έχανα κεφαλιά. Με βάζανε και στην ΑΕΚ και στο αυτό να φυλάω τους ψηλούς, όταν κατέβαιναν στα κόρνερ, σ' αυτά. Και δεν έτρωγα τρίπλες, ήμουν θετικός στο μαρκάρισμα, σαν αμυντικός, αλλά έβγαινα και στην επίθεση μπροστά, είχα πόδια. Δηλαδή, είχα πλεονέκτημα ότι είχα και αριστερό και δεξί. Γιατί ήταν πολλοί παίκτες που το ένα το πόδι το 'χαν μόνο για να περπατήσουν. Ναι, κατάλαβες;
Είχατε εκτελέσει ποτέ κάποιο φάουλ;
Αν εκτέλεσα; Βολίδες! Και μάλιστα τώρα μου θύμισες, όταν πήγα στην ΑΕΚ, ο Στάνκοβιτς -είχαμε προπονητή Γιουγκοσλάβο-, αυτός με έβαζε να χτυπάω τα φάουλ. «Άκου βρε Λέλλη -μου λέει- το πρώτο σουτ θα το ρίχνεις στα σώματα, στο τείχος». «Γιατί μίστερ;» «Γιατί στο δεύτερο, επειδή έχεις γερό πόδι, γερό σουτ, θα σκύβουν -μου λέει- και θα το φάνε». Ωραία χρόνια.
Περνάμε λοιπόν στη φάση όπου ήταν να πάτε στην ΑΕΚ. Πώς έγινε η προσέγγιση αυτή;
Αυτήν ούτε κι εγώ δεν κατάλαβα! Γιατί την προηγούμενη χρονιά με πήραν κάτι Λαρισαίοι φίλαθλοι, ένας δικηγόρος -πώς τον λέγανε- και ο γιατρός και με κατέβασαν, με πήγαν στον Παναθηναϊκό. Είχαν ραντεβού με τον, τότε, τον πρόεδρο Κίτσο. Ήταν επί Δικτατορίας. Ναι. Με περίμενε ο Κίτσος και με πήγε κατευθείαν στον Ασλανίδη. Ο Ασλανίδης ήταν γενικός γραμματέας αθλητισμού από την αυτήν, από την κυβέρνηση, τη Δικτατορία. Εντωμεταξύ, δύο χρόνια πριν είχα πάει εγώ στον Ασλανίδη -με έστειλε ένας- για να μου δώσει άδεια ΠΡΟΠΟ. Μου λέει: «Εσύ είσαι ο Ρίζ[00:20:00]ος ο Λέλλης -μου λέει- ο καλός ποδοσφαιριστής και το καλό παιδί -μου λέει- Μόνο σε σένα θα δώσω άδεια ΠΡΟΠΟ φέτος» μου λέει. Ναι, μου έδωσε άδεια ΠΡΟΠΟ. Τέλος πάντων. «Ποιον μου φέρνεις;» λέει. Ο Κίτσος ήταν Συνταγματάρχης. Όπως Συνταγματάρχης ήταν και ο αυτός… Λέει: «Ποιόν μου φέρνεις εδώ πέρα;» «Τον Λέλλη από τη Λάρισα». «Εμένα θα πεις για τον Λέλλη; Ποιος σ' έδωσε αγόρι μου άδεια ΠΡΟΠΟ;» «Εσείς κύριε Ασλανίδη!» λέω. Αν και δεν ήμασταν τώρα με αυτά. Είχαμε άλλες θέσεις στα πολιτικά. Καμία σχέση με δικτατορίες. Τέλος πάντων. «Στον φέρνω -λέει- αδερφέ, θα τον εντάξουμε στον Παναθηναϊκό. Τον θέλουμε, τον παρακολουθούσαμε δύο χρόνια -λέει- και φέτος θα τον πάρουμε». «Και γιατί δεν μου το έλεγες πριν από δεκαπέντε μέρες ρε, πριν βγάλω αυτόν...» Είχε βγάλει έναν νόμο, ότι απαγορεύεται ποδοσφαιρισταί από Β΄ Εθνική, σε Α΄. Μόνο από ερασιτέχνες. Κατάλαβες; Λέει: «Αν μου έλεγες αυτό, θα καθυστερούσα -λέει- και δεν θα έχανες τον Λέλλη τώρα». Και την επομένη με πήρε η ΑΕΚ.
Χάσανε την ευκαιρία.
Ναι, στεναχωρήθηκαν. Βέβαια. Με ήθελε, σου λέω, κι ο Παναθηναϊκός κι ο Ολυμπιακός. Είχα γνωριστεί με το Γουλανδρή τότε, πολύ μικρός τότε εγώ, με είχανε βάλει κι έκανα προπόνηση για να με δει ο Bukovi. Ουγγαρέζος προπονητής στον Ολυμπιακό. Αλλά τότε ήμαν μικρός, ήμαν δεκαπέντε χρονών τώρα, δεν αυτό... Πού να μείνεις Αθήνα, πού να αυτό, τι;
Οπότε έρχεται η ΑΕΚ, σας προσεγγίζει. Η μετάβαση από τη Λάρισα στην ΑΕΚ πώς ήτανε;
Αυτή την έκανε ο Καντώνιας μετά. Γιατί ο Καντώνιας ήταν Αεκτζής και αυτός χάλασε τη μεταγραφή με τον Ολυμπιακό που με ήθελε, που έστειλαν το δημοσιογράφο τον Σταύρο τον Τσώχο για να με δελεάσει και να πάω στον Ολυμπιακό. Αυτά όμως... Εγώ, από ό,τι διάβασα, η ΑΕΚ με προσέγγισε πιο νωρίς, αλλά δεν μου είπανε τίποτα σε μένα, μιλούσε κατευθείαν με τον πρόεδρο. Βέβαια. Ο Πρόεδρος ήταν και Αεκτζής και τα βρήκαν. Εντάξει, και μετά τα βρήκα κι εγώ όταν βάλαν, ας πούμε, αυτό... Βέβαια.
Το συμβόλαιο που προτάθηκε...
Μ' αγαπούσαν οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, μ' αγαπούσανε! Για πες μου.
Το συμβόλαιο που σας προτάθηκε σε σχέση με αυτό που υπήρχε στην ΑΕΛ;
Καμία σχέση. Καμία σχέση. Εκεί, εκτός από δώδεκα χιλιάδες τον μήνα, παίρναμε και σε κάθε ματς πριμ, πριμ νίκης. Βέβαια! Παίρναμε καλά λεφτά. Αλλά είχα ξοδέψει πολλά λεφτά στους γιατρούς τότε. Για να σώσω την μάνα μου. Από τη Βουλγαρία, Ρωσία φέραμε, από τη Μόσχα φάρμακα, τα πλήρωνα ακριβά. Σπούδαζα και τον έναν τον αδερφό μου, τον μικρό. Ήταν στη Νάπολη στην Ιταλία, σαν γεωπόνος ήρθε εδώ. Πήγε στη Σαλονίκη, στο πανεπιστήμιο. Γιατί τότε η μάνα μας είχε πεθάνει και ήμαν εγώ ο ηγέτης στο οικονομικό. Κι ο πατέρας μου, εντάξει.
Πάνω σ' αυτό το κομμάτι, αν δεν υπήρχαν αυτές οι ανάγκες, θα φεύγατε από την ΑΕΛ για να πάτε στις… Ήσασταν άλλωστε ο πρώτος Λαρισαίος που είχε πάει στις-
Ναι-
Ομάδες του Κέντρου-
Ναι-
Αν δεν υπήρχαν επομένως αυτές-
Ποιες ανάγκες;
Οι ανάγκες από πλευράς-
Ποιες ανάγκες;
Με την μητέρα σας, με τον αδερφό...
Όχι, η μητέρα μου μετά, όταν πήγα στην ΑΕΚ, διαγνώστηκε το πρόβλημα. Δεν υπήρχε πρόβλημα, όχι, όχι, όχι. Απλώς είχα προτάσεις από όλα τα σωματεία. Από τον ΠΑΟΚ, ακόμα και ο Άρης, αλλά ο Άρης δεν με ενδιέφερε πολύ. ο ΠΑΟΚ, η ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός. Όχι, η ΑΕΚ δεν έδειξε... Μετά κατευθείαν πέσανε στον Καντώνια, άρα είχανε τον σκοπό τους αυτοί. Πηγαίνανε...[00:25:00]
Εσείς θα θέλατε να έχετε αγωνιστεί κάπου αλλού αντί για την ΑΕΚ;
Εξαρτάται. Εγώ από πιτσιρικάς ήμαν Ολυμπιακός, δεν έχει σημασία όμως. Τι σχέση έχει; Θα πήγαινα στον Παναθηναϊκό με μεγάλη χαρά. Στον ΠΑΟΚ επίσης, όπως και στον Άρη.
Θυμάστε αν είχατε καμία, κάποιο είδωλο τότε-
Αν είχα-
Του Ολυμπιακού, ως μικρός;
Να σου πω. Θυμάμαι τότε είχα τον Μπέμπη, ο οποίος έπαιζε δεκάρι στον Ολυμπιακό. Ένας άνθρωπος κοντός πολύ, ας πούμε. Ο Ολυμπιακός τότε... Χειμώνας ήταν, κατεβήκαμε από το χωριό, με τα χιόνια, με πήρε ένας πιο μεγάλος, μου λέει: «Έλα εδώ -μου λέει- θα πάμε στον Βόλο -μου λέει- έχω εισιτήρια». Κατεβήκαμε, πήγαμε στον Βόλο. Βγήκαμε, κοιτούσαμε εκεί πέρα, πού είναι. Πήγαμε έξω απ' το ξενοδοχείο που έμενε ο Ολυμπιακός. Με το που πήγαμε, μετά από λίγο, βγήκανε για βόλτα οι παίκτες του Ολυμπιακού. Κοιτάω τον Στεφανάκο, παιδαράς… Εγώ κοιτούσα να δω τον Μπέμπη. «Μπέμπης, Μπέμπης», κοιτάει ένας αυτό… Δεν έδωσα σημασία, «Ποιος μπέμπης ρε, αυτός είναι 1,60». Μου λέει: «Να ρε ο Μπέμπης» μου λέει ο δικός μου φίλος. «Ποιος είναι αυτός ρε, ποιος είναι αυτός;» «Ο μπέμπης». «Αυτός είναι ο μπέμπης ρε και είμαι θαυμαστής του εγώ;» Αλλά στην μπάλα όμως ήταν αυτό ο μπαγάσας, μπαλαδόρος, τσακάλι. Αλλά νόμιζα εγώ ότι ήταν κανένας παιδαράς κτλ. και έκανα στο χωριό τον Μπέμπη. Ύστερα και στο χωριό, στο δημοτικό, τους έπαιρνα και παίζαμε μπάλα. Και μάλιστα με αγαπούσε πολύ κι ο δάσκαλος, ο οποίος ήρθε από τη Λάρισα, η καταγωγή του ήταν από το χωριό μας κι έπαιζε κι αυτός μπάλα. Και έβγαζα τις συνθέσεις. Με είχανε σαν αυτό: «Ό,τι πει ο Ρίζος». Βέβαια.
Οι γονείς, αλήθεια, πώς το έβλεπαν ότι ασχολούσασταν με την μπάλα;
Έτσι κι έτσι. Αλλά μετά, όταν άρχισα εδώ στην ΑΕΛ να με αυτό, ο κόσμος, τα λοιπά... Βέβαια! «Εσύ είσαι η μάνα του Ρίζου; Ο πατέρας του Ρίζου...» λέγανε αυτό. Καμάρωναν μετά. Καμάρωναν. Βέβαια!
Μάλιστα. Ας επιστρέψουμε λίγο στην ΑΕΚ, εκεί που το είχαμε αφήσει. Έρχεστε στην ΑΕΚ σε μία χρονιά όπου είχε πάρει το πρωτάθλημα ήδη-
Ναι, ναι, ναι-
Και ακολούθησε γενικότερα μία ταραγμένη χρόνια. Θέλετε λίγο να την περιγράψετε με λίγα λόγια;
Ναι. Κοίταξε να δεις κάτι, η επόμενη χρονιά ήταν για τον εξής λόγο. Ο Παπαϊωάννου ήταν η πρώτη φίρμα και μεγάλος παίκτης, αλλά εκτός αυτού άρχισε να επηρεάζεται από τα χρόνια. Γιατί εντάξει, ήταν λίγο μεγάλος, ήταν τριάντα δύο, τριάντα τρία και μετά πάθαινε και θλάσεις και σε πολλά ματς δεν τον είχαμε. Βέβαια! Όπως και τον Τόσκα, το σέντερ μπάκ, μηνίσκο. Και από κει, αυτές οι χρονιές δεν μας οδήγησαν σε αυτό. Οφείλω όμως να πω ότι ο ΠΑΟΚ και ο Ολυμπιακός είχαν ομαδάρες. Ο Ολυμπιακός είχε πρόεδρο του Γουλανδρή τότε, ο οποίος πήρε τους καλύτερους Έλληνες παίκτες και πήρε και ξένους καλούς. Τα ίδια και ο ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ όμως είχε Έλληνες παίκτες. Έλληνες παίκτες, ναι, αλλά παικταράδες, Κούδας, Σαράφης, Αφεντουλίδης, Παρίδης, παιχταράδες. Γούναρης, Ιωσηφίδης. Και τη μία χρονιά το πήρε ο ΠΑΟΚ μετά, και την άλλη ο Ολυμπιακός. Εκεί... Τι ήθελα να πω; Κάτι πήγα να... Πώς μου ξέφυγε αυτό; Κάτι ήθελα να πω τώρα για το... Για μισό λεπτό, λίγο. Θυμάμαι όμως, ένα που με στεναχώρησε. Ένας συμπαίκτης μου, όταν παίζαμε με τον ΠΑΟΚ, μου λέει: «Ρίζο, να μην παίξουμε σκληρά -μου λέει- άσε, ας πάρουν κι αυτοί μία χρονιά το πρωτάθλημα». Είχαμε ματς στην Φιλαδέλφεια με τον ΠΑΟΚ, «Τι λες ρε[00:30:00] -του λέω- όχι». Και εντούτοις, σε εκείνο το ματς ήταν παίκτες που υστέρησαν, χάσαμε 2-1. 2-1 ή 3-1, δεν θυμάμαι. Λοιπόν…
Εσείς, ως στόπερ…
Ενώ πάνω στην Τούμπα είχαμε έρθει 0-0.
Εσείς, ως στόπερ, με ποιον ήσασταν δίδυμο στην ΑΕΚ;
Με τον Τόσκα.
Πώς ήταν η μεταξύ σας η σχέση…
Αλλά μετά με έβαζε και μπακ αριστερό ο προπονητής, γιατί όταν με πήρε η ΑΕΚ, εκείνη τη χρονιά στην ΑΕΛ έπαιζα μπακ αριστερό και ανεβοκατέβαινα συνέχεια. Και μάλιστα είχαμε προπονητή τον Πολυχρονίου και μου λέει: «Ξέρεις Ρίζο ότι οι προπονητές της αντιπάλου ομάδος βάζουν παίκτη για να σε φυλάει». Ναι, κατάλαβες; Γιατί είχα και πνευμόνια, ταχύτητα, αλλά είχα και πόδια γερά. Έβαλα γκολάρες, όπως και με κεφαλιές. Θυμάμαι ένα ματς με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς. Ντέρμπι τώρα στο Αλκαζάρ. Μέχρι το 85΄ ήμασταν 0-0 και εκεί που πήγα να τρέξω, φαπ, παθαίνω θλάση. Λέω τον κύριο Πολυχρονίου: «Κύριε Κώστα, δεν μπορώ» λέω. «Κάτσε, κάτσε, κάτσε. Μη βιάζεσαι, κάτσε» λέει. Γίνετε ένα κόρνερ, που λες, το χτυπάει ο Παγκαρλιώτας στο 90΄, παίρνω μια φορά και το καρφώνω στο γάμα. Και έγινε πανζουρλισμός.
Ποιο ήταν το μεγαλύτερο ντέρμπι που θυμάστε εκείνη τη χρονιά με την ΑΕΚ;
Με τον Παναθηναϊκό, στη Λεωφόρο. Χάσαμε 2-1 από διαιτησία. Εκεί διαιτητής ήταν Λαρισαίος, ο... Πέθανε τώρα, πώς τον λένε; Ο οποίος με παρίστανε και τον Αεκτζή. Μου λέει: «Καλή επιτυχία σου εύχομαι, κι εγώ Αεκτζής είμαι» και τα λοιπά. Ε, ρε γαμώ το χρήμα του. Παίζουμε, προηγηθήκαμε 1-0 με γκολ του Πομώνη -δεν θυμάμαι ποιος ήτανε- ωραίο. Αμέσως μετά, η μπάλα βγήκε ένα μέτρο άουτ, έδειξε «Παίζετε», και σταματήσαμε εκεί, το φάγαμε, ισοφάρισε. Και το άλλο από οφσάιντ. Αλλά και με τον Ολυμπιακό κάναμε κάτι παιχνίδια στο Καραϊσκάκη, χάσαμε 2-0, αλλά παίξαμε καλά. Εκεί μας αδίκησε η τύχη. Με τον ΠΑΟΚ, 0-0 στην Τούμπα. Α, ρε, εντάξει.
Όταν χάνατε, πώς ήταν το κλίμα στα αποδυτήρια;
Σκεπτικοί ήμασταν, λυπημένοι. Το καλό είναι ότι δεν ρίχναμε ευθύνες ο ένας στον άλλον. Γιατί όταν παίζεις ποδόσφαιρο και λάθη θα κάνεις, είναι μέσα στο αυτό.
Θυμάστε κάποιον που να αναλάμβανε την ευθύνη για να σας εμψυχώσει;
Πολλούς, πολλούς. Και τον τερματοφύλακα, τον Errea, τον Αργεντίνο, που ήταν ψύχραιμος και τα έβλεπε αυτά. Και ο Μίμης Παπαϊωάννου.
Τι σας λέγανε δηλαδή;
«Α, μη στεναχωριέστε, συμβαίνουν αυτά» και τα λοιπά. Τα γνωστά. Βέβαια.
Μάλιστα. Η ΑΕΚ, όπως είπατε και εσείς, είχε ευρωπαϊκά παιχνίδια εκείνη την περίοδο. Θέλετε να μας πάτε, λίγο, ένα ταξίδι πίσω σ' αυτά;
Μα δύο παιχνίδια κάναμε, γιατί αποκλειστήκαμε από τη Liverpool. Δεν μπορούσες να την πάρεις τη Liverpool. Η Liverpool μετά πήρε της Ευρώπης το πρωτάθλημα, το Champions League.
Θυμάστε πώς ήταν το παιχνίδι αυτό με τη Liverpool;
Το παιχνίδι με τη Liverpool... Ξεκινήσαμε πολύ καλά, εμείς ήμασταν πολύ προπονημένοι. Καταρχήν, είχε διακοπεί το πρωτάθλημα για δεκαπέντε μέρες, τότε με τη Δικτατορία. Το είχε ρίξει και στο γκολ και στο ποδόσφαιρο η κυβέρνηση. Και φύγαμε με την Ολυμπιακή μαζί με τους Ολυμπιακούς. Τι να πρωτοθυμηθώ; Έχω πολλά μωρέ τώρα. Τα θυμάμαι το ένα μετά το άλλο, πού να…
Εσείς δεχθήκατε ποτέ κάποια, ας το πούμε, πρόταση για να υπάρξει μία ευγενική αντιμετώπιση προς την αντίπαλη ομάδα;
Τι ευγενική; Χρηματική! Ήμαν νιόπαντρος. Παίζαμε με την ΑΕΚ μετά από δέκα μέρες. Χτυπάει το τηλέφωνο, κατά τις δώδεκα η ώρα τη νύχτα. «Για παρ' το ρε Ρούλα λίγο -μας ξύπνησε κιόλας- Για παρ' το. Ποιος είναι τέτοια ώρα;» Μου λέει: «Ένας [00:35:00]κύριος σε ζητάει». «Πάω» λέω. «Ναι». «Έλα Ρίζο, μπορείς να μιλήσεις;». «Μπορώ». «Ρε -μου λέει- ο τάδε είμαι». «Τι θέλεις ρε -του λέω-, μήπως έπαθες κάνα λάστιχο, όπως πήγαινες στη Θεσσαλονίκη;». Πρώην συμπαίκτης μου, μην αναφέρω το όνομά του και τον θίξω. «Όχι ρε -μου λέει- έχει…Έτσι και έτσι. Έχουμε ματς την άλλη βδομάδα και να μας βοηθήσεις, με το αζημίωτο» μου λέει. «Ρε -του λέω- σε εμένα είπες τώρα αυτό;». «Γιατί -μου λέει- αφού έτσι κι αλλιώς θα τα πάρουν. Γιατί να μην τα πάρεις εσύ;». «Δεν μπορώ εγώ, είμαι επαγγελματίας, είμαι βέρα Λαρισαίος, έχω μαγαζί. Και εκτός αυτού, δεν είναι στον χαρακτήρα μου αυτό. Δεν μπορώ» του λέω. «Πάρ' τα βρε μαλάκα» μου λέει. «Δεν γίνεται. Όχι». Και μετά από δύο, τρεις μέρες, βάλανε έναν από το συμβούλιο να με πάρει. «Ξέρω ότι μίλησες με τον συμπαίκτη σου -μου λέει. Να μας βοηθήσεις». «Δεν μπορώ -λέω-, δεν μπορώ. Εγώ τώρα ανήκω στη Λάρισα». Είχαμε και τέτοια, αλλά είχαμε πολλά λαμόγια στην ομάδα και για αυτό έπεσε από την Α΄ Εθνική. Κατάλαβες; Γινόταν έτσι. Ο άλλος έπαιζε χαρτιά, έχανε... «Δεν θα μου πάρουν λεφτά». Τι μου λες τώρα;
Εσείς με ποιους συμπαίκτες είχατε δέσει πάρα πολύ;
Εγώ με τον Λάκη τον Παγκαρλιώτα, τον Μπούτο, τον Δράμαλη. Είχα πολλούς, Σιαβάλα…
Με αυτούς τους συμπαίκτες πέρα από το γήπεδο-
Λιώκος μετά, ο Κάσσας πολύ πιο πριν. Ναι, τι;
Πέρα από το γήπεδο, με αυτούς τους συμπαίκτες, είχατε επαφές και έξω από το γήπεδο;
Μερικές φορές, ναι. Κολλητάρια δεν ήμασταν να κάνουμε παρέα έξω. Πίναμε κανέναν καφέ, κανένα αυτό.
Όταν ήσασταν στην ΑΕΚ, τη χρονιά εκείνη, υπήρχαν συμπαίκτες σας, κι αυτοί που δεν ήταν Αθηναίοι, που να είχαν έρθει από άλλες πόλεις και να είχατε δέσει;
Ναι. Με τον Τάσο τον Κύπριο, με τον Τσάμη από το Αγρίνιο. Ήμασταν φίλοι. Και με άλλους. Με τον Μπάμπη τον Ψιμόγιαννο από τον Άγιο Κωνσταντίνο. Ο Errea, ο συγχωρεμένος, ο τερματοφύλακας, Αργεντινός, σοβαρό παιδί, καλός. Και απ' την ΑΕΚ που μένανε στην Αθήνα ο Πομώνης, Καραφέσκος.
Θυμάστε-
Υπήρχε καλό κλίμα.
Θυμάστε εκείνη την μέρα, που μετακινηθήκατε από την Λάρισα για να πάτε στην Αθήνα, να μας την περιγράψετε λίγο;
Όταν ήρθαν και με πήρανε; Κοίταξε να δεις. Ήρθε ο κύριος Παπασταματίου. Ήταν γενικός αρχηγός της ομάδας, με τον Νεστορίδη. Ο καλύτερος παίκτης της Ελλάδος ήταν παλιά ο Νεστορίδης. Ήρθαν, που λες, και τους φιλοξένησα και τους έφτιαξε καφέ η μάνα μου, τα είπαμε λίγο κει πέρα και τα λοιπα, και μετά φύγαμε για την Αθήνα. Οδηγούσε ο Νεστορίδης. Και το βράδυ, αντί να με πάει στο ξενοδοχείο να ξεκουραστώ, με πήγε ο Παπασταματίου σε ένα κέντρο διασκεδάσεως, στη Γλυφάδα. Και εκεί οι τραγουδισταί -ήταν μία τραγουδίστρια ωραία- ήταν Αεκτζήδες όλοι. Και έτσι λένε: «Αύριο θα υπογράψει στην ΑΕΚ. Τον πήραμε». Χαιρόντουσαν όλοι. Ωραία χρονάκια!
Σε εκείνο το θρυλικό ματς με τη Liverpool, είχατε πει ότι είχατε ξεχωρίσει τον Keegan.
Ναι. Όχι μόνο εγώ. Βγήκε ο καλύτερος παίκτης της Ευρώπης.
Θέλετε να μας περιγράψετε μερικές στιγμές από το γήπεδο, με διάφορους παίκτες της Liverpool;
Κοίταξε να δεις τώρα κάτι. Άκου να δεις. Ξεκινήσαμε… Μέναμε έξω, σε ένα προάστιο -Saport λεγόταν- από το Liverpool. Με το που μπαίναμε μέσα στην πόλη, μετά από μισή ώρα -δεν ήταν και κοντά- έβλεπα γυναίκες με τα παιδιά στο χεράκι. «Α, πού πάνε αυτοί ρε;» λέω. Είναι σαν να φεύγουν από τη Φιλιππούπολη να πάνε στο Ομορφοχώρι με τα πόδια. Πηγαίνανε στο γήπεδο όλοι. Και φτάνοντας έξω από το γήπεδο, ήταν πολλο[00:40:00]ί αυτό με άλογα, για να βάλουν τάξη. Όταν φτάσαμε εκεί και μπήκαμε μέσα στο γήπεδο, για να αυτό, μας χειροκροτούσαν. Είχαν τέτοια παιδεία οι Άγγλοι. Βέβαια, μας εξέπληξε αυτό, γιατί δεν ήμασταν συνηθισμένοι στην Ελλάδα. Όπου αυτό, τρώγαμε γιούχα εδώ. Και θυμάμαι με λέει ο Στάνκοβιτς, πριν το ματς ακριβώς: «Ξέχασα να σου πω -μου λέει- στα κόρνερ και στις σέντρες, σε αυτά που θα γίνεται, θα φυλάς τον Τόσακ, τον σέντερ φορ. Είναι ψηλός». Γιατί είχα άλμα εγώ και όντως τον καπάκωνα. «Επ, άλλο... Βρε, τι κάνει;» έλεγε, σπαστά ελληνικά. Λοιπόν... Και θυμάμαι μετά… Άκου να δεις ένα περιστατικό. Είχα πάει στο Λος Άντζελες, είχα σταματήσει το ποδόσφαιρο. Σπούδαζε ο αδερφός μου εκεί, ο μεγάλος, και δούλευε κιόλας σε μία εταιρεία υπόγεια. Αλλά χάος, χαμός. Λοιπόν, πήγα για να καθίσω κάνα μήνα. Τότε είχα δισκάδικο εδώ, στην Κούμα. Είχα πολύ δουλειά. Να πάω να ξεκουραστώ. Αλλά κάθε μέρα έτρεχα. «Ρε Γιώργο -τον λέω- εκεί καμία ομάδα δεν έχει να πάω να κάνω καμία προπόνηση;». «Έχει -λέει- στο Mustangs. Πάμε -μου λέει. Πάμε». Που λες, με το που πάμε, βλέπω τον προπονητή, λέω: «Πού τον ξέρω αυτόν, πού τον ξέρω αυτόν, πού τον ξέρω αυτόν;» Ήταν το δεξί μπακ της Liverpool, όταν παίζαμε αντίπαλοι. «Ρε Γιώργο -του λέω-, έλα να σου πω. Αυτός ο προπονητής, πρέπει να ήμασταν αντίπαλοι. Γιατί έπαιζε δεξί μπακ». Ο Villo, πώς τον λέγανε; «Σώπα ρε -λέει. Έλα να του μιλήσουμε». Πάει ο αδερφός μου, ήξερε Εγγλέζικα: «Από δω brother Ρίζος». «Α, ναι». «Έπαιζε ΑΕΚ -λέει- και παίξατε μαζί με το αυτό». «Α, Λελλής -λέει- Λελλής! Άλμα, άλμα και Κeegan!» Θυμότανε αυτούς και με θυμήθηκε. Μου λέει «Καλό Λελλής» μου λέει.
Περνά η χρονιά με την ΑΕΚ και αποφασίζετε, λόγω της μητέρας σας, όπως είπατε, να επιστρέψετε στην ΑΕΛ;
Ναι, αλλά με ήθελε και η ΑΕΛ. Βγήκε στην Α’ εθνική και μ' ήθελαν. Έγιναν οι διαπραγματεύσεις και τα λοιπά. Και μάλιστα πήγαν να δείρουν τον γενικό αρχηγό της ΑΕΚ, τότε, γιατί με δίνουν μεταγραφή. Με αγαπούσαν εμένα, με ήθελαν. Και τους εξήγησε, με λέει αυτός: «Έτσι και έτσι με την μάνα του, με τα αυτά, με το άλλο». Είχαν πάει έξω από τα γραφεία της ΑΕΚ καμιά πεντακοσαριά φίλαθλοι. Και αυτά μου τα έλεγε ο δημοσιογράφος του «Φωτός», ο Φαίδων ο Κωνσταντουδάκης, που ήταν Αεκτζής. Ναι. Μου λέει: «Πήγαν να τον δείρουν, Ρίζο και τα λοιπά» μου λέει. Τέλος πάντων, έγινε αυτή, γιατί ήθελα κι εγώ να έρθω. Δεν μπορούσα να συνεχίσω κάτω. Με την μάνα μου... Δεν είχε πεθάνει, είχε έρθει εδώ πέρα κι αυτό. Μετά πέθανε.
Πώς σας υποδέχθηκαν στην ΑΕΛ και γενικότερα στην Λάρισα, όταν γυρίσατε;
Πάντα με αγαπούσαν εμένα, με θέλαν όλοι.
Θυμάστε την μέρα που γυρίσατε;
Άκου. Ακόμα δεν θα ξεχάσω ό,τι επιχείρηση έκανα. Είτε ξεκίνησα με το ΠΡΟΠΟ, με τα εγκαίνια ήρθε... Ήταν τρία, τέσσερα, εκατό για τον κόσμο αυτό. Βέβαια. Με αγαπούσαν και με πίστευαν. Όπως και μετά. Το γύρισα σε δισκάδικο, έκανα εγκαίνια, χαμός. Δηλαδή ό,τι έκανα είχα τον κόσμο συμπαραστάτη, σε όλα. Και τώρα, όταν βγαίνω έξω, με χαιρετάν από εδώ, από κει, το ένα, το άλλο. Ενάξει, με αγαπούσαν γιατί πρόσφερα. Κατάλαβες; Σημαντικό αυτό. Ξέρεις πόσες φορές πόσοι δημοσιογράφοι με έχουν αυτό; Πέρυσι… Πέρυσι ή πρόπερσι;... Μ[00:45:00]ε κάλεσε ο Σωτήρης ο Κέλλας. Του έδωσα μια συνέντευξη, μια σελίδα. Πώς έπαιξα, αυτό και τα λοιπά. Θέλω να σου πω ότι μ' αγαπούσαν και πίστευαν, ας πούμε, και στην αξία μου και στο αυτό.
Αγωνιστήκατε ως αμυντικός. Ποιο-
Εγώ, υπόψιν, ότι σταμάτησα στα είκοσι οκτώ χρονών τη μπάλα. Που θα μπορούσα να παίξω άλλα δέκα χρόνια με την ζωή που έκανα. Ούτε κάπνιζα ούτε αυτό. Αλλά σιχάθηκα, γιατί πέσαμε από την Α΄ εθνική, πουλούσαν παιχνίδια και δεν ασχολήθηκα.
Ποιο ήταν το ματς που αποφασίσατε να σταματήσετε;
Όχι εγώ… Όταν τέλειωσε η σεζόν.
Ποια χρονιά;
Το '76 ήταν;
Θυμάστε χαρακτηριστικά πώς έγινε αυτό;
Όχι, όχι. Είχα πάρει εγώ την απόφαση μου. Με όλο το κλίμα που επικρατούσε, με αυτά που γίνονταν στην ΑΕΛ. Τώρα να πέσεις από την Α΄ στην Γ΄ και στην Β΄ και να τρέχεις να παίξεις στην Β΄, δεν αυτό. Πήγα σε μερικά παιχνίδια, μετά σταμάτησα. Πήγα, παρουσιάστηκα στο συμβούλιο, τους λέω: «Συγγνώμη, αλλά έτσι κι έτσι -λέω- σταματάω, δεν μπορώ, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων». Βέβαια.
Μετά την ΑΕΛ, τι ακολούθησε;
Μετά την ΑΕΛ, είχα επαγγελματικές αυτό... Έριξα όλο το βάρος στις επαγγελματικές, αυτό. Τότε, μετά το ΠΡΟΠΟ, είχα δισκάδικο. Είχαμε πολλή δουλειά, πάρα πολλή δουλειά. Να φανταστείς, είχα μηχανήματα που γράφανε, για ηχογραφήσεις, κασέτες, από το πρωί, μέχρι το άλλο το πρωί γράφανε παραγγελίες. Ναι. Και έμενα και πολλές φορές και τα βράδια στο μαγαζί. Πήγαινα πολύ αργά σπίτι γιατί έπρεπε να τελειώσω. Ερχόταν ο αδελφός μου που σπούδαζε από την Θεσσαλονίκη και με βοηθούσε. Ναι, βέβαια.
Υπήρχε άλλο δισκάδικο τότε στη Λάρισα;
Υπήρχαν. Υπήρχαν και είχαν όλα δουλειά. Τότε δεν υπήρχε αυτό τώρα εδώ πέρα, για να αυτό. Κατάλαβες; Ούτε να ανοίξεις τον υπολογιστή και να ακούς τραγούδια. Δεν είχαμε τέτοια, μόνο από κασέτες και δίσκους. Έβγαζε δίσκο ο Καλατζής ή ο Πάριος ή η Αλεξίου. Έφερνα στην αρχή πεντακόσια κομμάτια και μετά συνέχεια. Pink Floyd. Γιατί δούλευα και με πολύ ξένη μουσική, ροκ. Βέβαια. Deep Purple... Ωραία! Και μετά, άνοιξα και μαγαζιά και το γύρισα μετά στα μεσιτικά. Eίχα μεσιτικό γραφείο. Είχα δουλειά, γιατί με προτιμούσε ο κόσμος. Και με προτιμούσε γιατί ξέραν ότι ήμασταν και τίμια παιδιά. Γιατί το να πείσεις τον άλλον να κάνει μια αγορά καλή, πρέπει να σου έχει εμπιστοσύνη, κατάλαβες; Βέβαια.
Στα υπόλοιπα επαγγελματικά θέματα θα λέγατε ότι ο κόσμος σάς εμπιστευόταν-
Ναι.
Γιατί σας ήξερε από την ΑΕΛ;
Ναι, ναι, ναι, ναι! Με εμπιστευόταν. Βέβαια. Μόνο με εμπιστευόταν, τι; Όταν άνοιξα, πήρα το καφέ Brazil, στην πλατεία ταχυδρομείου, το '88. Και με το που το πήρα… Αυτό δεν δούλευε. Με το που το πήρα, την άλλη μέρα... Έκανα μια ανακαινισούλα… Όλοι οι Λαρισαίοι, χαμός! Βράδυ, ουίσκι, ποτά… Κερνούσα όμως, κερνούσα. Ύστερα και στους καφέδες είχα… Γιατί ερχόταν χίλια άτομα τα μεσημέρια να πιούνε φραπέ. Γιατί έκανα καταπληκτικό φραπέ. Ήμουν σχολαστικός στον καφέ και κοιτούσα και οι σερβιτόροι να είναι αυτό. Βέβαια. Αλλά εκεί που πηγαίναμε καλά, φουλ δηλαδή, άρχισαν για να γκρεμίζονται μετά και έκαναν το πανεπιστημιακό αυτό εκεί πέρα. Μου χάλασε όλη την αυτή, γιατί στην πλατεία εγώ είχα χίλιες καρέκλες. Τέλος πάντων τώρα, εντάξει. Μετά άνοιξα ένα κλαμπ βραδινό, το Απαλούζα. Και ξέρεις πώς το έβγαλα το όνομα αυτό; Όταν είχα πάει στο Λος Άντζελες, είχαμε πάει με τον αδερφό μου στο… Εκεί π[00:50:00]ου γυρνούν τα έργα μωρέ, πώς το λένε; Μία αριστοκρατική περιοχή του Λος Άντζελες. Πώς το λένε;
Το Hollywood;
Ναι, ναι, ναι. Το Hollywood. Και εκεί πέρα ήταν ο Φρανκ Σινάτρα. Τραγουδούσε σε ένα αυτό. «Έλα εδώ να ακούσεις και τον Φρανκ Σινάτρα» μου λέει. Και διαβάζοντας μετά ο Φρανκ Σινάτρα ότι είχε ένα άλογο… Το έλεγε Απαλούζα. Και το είδα εκεί στο βίντεο… Που ο αδερφός μου… Ένα άλογο αυτό. «Γιώργο, ωραίο όνομα». Και όταν ήρθα εδώ και σκεφτόμουν αυτό, θυμήθηκα το Απαλούζα, λέω: «Θα το ονομάσω Απαλούζα». Και δούλεψα καταπληκτικά. Αλλά το θέμα ήταν ότι το είχα κάτω από πολυκατοικία και με κυνηγούσαν αυτοί, γιατί δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Είχανε δίκιο. Με είχε πει ψέματα αυτός με τις μονώσεις που κάνει. «Ρίζο -μου λέει, και είχα ρίξει λεφτά- δεν θα ακούγεται τίποτα» μου λέει. Ήταν μαγαζί ωραίο, μεγάλο. Μετά έκανα το καλοκαιρινό. Εκεί το πίστευα. Πήρα έναν χώρο πέντε στρέμματα προς Νίκαια που πάμε… Ήταν κι άλλα μαγαζιά εκεί. Και το γύρισα, έφερνα φίρμες. Βοσκόπουλο, Βανδή, Άντζελα Δημητρίου… Και έπιασα πολύ. Αλλά δεν ήμουν άτομο της νύχτας για να ξέρω τη δουλειά και με κλέβανε. Ήρθε ο Βοσκόπουλος, μου λέει: «Αγόρι μου, όλη η Ελλάδα ξέρει ότι σε κλέβουν σε αυτό το μαγαζί».
Δηλαδή;
Οι σερβιτόροι, οι μπάρμαν, όλοι. Γιατί ήταν τεράστιο το μαγαζί. Είχα πολύ προσωπικό, εκατό άτομα είχα. Και μάλιστα μου λέει: «Θα πας Θεσσαλονίκη -μου λέει- και θα μιλήσεις με τη Βίσση. Της είπα για το μαγαζί -μου λέει- ότι είναι το καλοκαιρινό που έχεις -μου λέει- το καλύτερο στην Ελλάδα». Γιατί είχα φέρει φοίνικες, μαγαζάρα! Που λες και όντως πάω στη Θεσσαλονίκη. Τραγουδούσε σε ένα κέντρο πάνω στο βουνό. Πάω, που λες, μπαίνω μες στο μαγαζί, λέω του σερβιτόρου: «Την κυρία Βίσση θέλω να μιλήσω, ήρθα από Λάρισα». Μου λέει: «Θα μιλήσεις με τον κύριο αυτόν». «Ποιος είναι αυτός;» λέω. «Ο πατέρας της». «Α, μάλιστα!» Πάω, «Συγγνώμη -λέω- έρχομαι από Λάρισα και θέλω να μιλήσω με την κόρη σας». «Πάμε λίγο μέσα -μου λέει- στο καμαρίνι». Η Βίσση έκανε μπάνιο, ήταν στο μπάνιο. «Δεν μου λες, μήπως είσαι το Απαλούζα;» Λέω: «Ναι». «Ο Ρίζος ο Λέλλης είσαι εσύ;» μου λέει. Του λέω: «Ναι». «Που είχαμε στην ΑΕΚ ρε; Ρε Ριζάκο» μου λέει. Να με φιλάει… Αυτό. «Ρε σε αγαπούσα -μου λέει-, τι άλμα είχες, τι αυτό. Άννα έλα εδώ, πάρε την πετσέτα και όπως είσαι έλα εδώ». Ναι. Λέω: «Μου είπε και ο Βοσκόπουλος...» «Ναι -μου λέει-, είπαμε με τον Βοσκόπουλο εμείς. Μάθαμε ένα μαγαζί στην Λάρισα -αυτό- να πάμε». Και από τότε, που λες, είχαν έρθει δύο, τρεις φορές και μου είχαν αδυναμία. Και ο Καρβέλας. Και είχε να το λέει η Άννα Βίσση. Λέει: «Το καλύτερο μαγαζί» λέει. Όπως και Βοσκόπουλος «Στη Λάρισα -λέει- το Απαλούζα». Αλλά δεν ήμουν της δουλειάς. Και ο Βοσκόπουλος μού είπε και ο άντρας της Βίσση μού είπε -πες τον-, ο Καρβέλας. «Ρίζο σε κλέβουν -μου λέει-, σε κλέβουν, γιατί δεν είσαι άνθρωπος της νύχτας εσύ. Δεν είσαι αυτό». Και εγώ όντως νόμιζα ότι είναι όλοι σαν εμένα. Οι σερβιτόροι, αυτά... Κλεφτρόνια. Ήταν και καλά παιδιά όμως, αλλά αυτό, εντάξει.
Είχατε πετύχει κανέναν επ' αυτοφώρω να κλέβει;
Μόνο έναν; Μπουκάλια με ουίσκι. Αλλά τέλος πάντων, άσ' το. Άκου τώρα, Σάββατο, αργά πολύ, τέσσερις η ώρα, έρχεται ο σερβιτόρος και μου λέει: «Σε ζητάνε κά[00:55:00]τι μπράβοι -μου λέει- στην είσοδο, θέλουν να τα σπάσουν όλα» λέει. Πάω εκεί πέρα, βλέπω κάτι τέρατα, «Τι συμβαίνει ρε παιδιά;» «Ρε καριόλη -μου λέει-, δικό σου είναι το χρυσοχοείο αυτό;». «Ποιο χρυσοχοείο μωρέ;». «Χρυσωρυχείο είναι -μου λέει-, είσαι με πέντε χιλιάδες άτομα». Τότε. Λοιπόν, που λες: «Τι θέλετε;» «Ένα εκατομμύριο». «Εγώ τώρα το άνοιξα, ρε παιδιά, αυτό». Και κατά καλή μου τύχη τότε, μπαίνει στο μαγαζί μου, με δυο, τρεις, τέσσερις κυρίες, ο διευθυντής... Που ήταν στο θέατρο -μωρέ πώς τον λένε- υπεύθυνος. Ηθοποιός, αυτό. Μου λέει: «Κύριε Λέλλη, μπορούμε να βρούμε κανένα τραπεζάκι;» μου λέει. Ο ένας, ο μασίστας που λέω 'γω, ο μπράβος, μόλις άκουσε Λέλλη, γλάρωσε λίγο. «Δεν μου λες -μου λέει-, έχει πλάκα να είσαι ο Ρίζος» μου λέει. «Ποιος να είμαι; Ο Ρίζος είμαι» λέω. «Που έπαιζε στην ΑΕΚ ρε;» «Ναι». «Ρε Ρίζο, εγώ σε σήκωνα στα χέρια ρε» μου λέει. «Ρε, τι κάνετε;». Και λέει: «Ελάτε εδώ. Ρε ποια λεφτά θα πάρουμε; Θα πάρουμε δύο μπουκάλια ουίσκι και θα τα πληρώσουμε εδώ πέρα. Ξέρεις πού ήρθαμε; Ξέρετε πού ήρθαμε; -τους λέει-, στον ποδοσφαιρισταρά! Έ, ρε Ρίζο!».
Σας αγαπούσαν όλοι. Πόσο κάτσατε στην νύχτα;
Δύο χρόνια. Δεν ήμουν της νύχτας. Άσε, μην το συνεχίζεις. Η νύχτα… Δηλαδή, άκου. Εγώ παλιά έφευγα χαράματα και πήγαινα να τρέξω, επτά, έξι… Έφευγα από το σπίτι τροχάδην. Και μετά έβλεπα τον εαυτό μου, να πάω ξενυχτισμένος εγώ επτά η ώρα στο σπίτι να κοιμηθώ. Κατάλαβες; Ενώ πρώτα πήγαινα να τρέξω.
Φτάνοντας προς το τέλος της συνέντευξής μας, εγώ θέλω να σας ρωτήσω… Ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει περάσει από τον αθλητισμό, ήτανε θρύλος σε μία πόλη και ακόμα είναι και έχει περάσει και από τη νύχτα και γενικότερα σαν επιχειρηματίας. Τι είναι αυτό που κρατάτε και από τα γήπεδα και έξω από τα γήπεδα;
Κοίταξε να δεις κάτι. Από τα γήπεδα κρατάω πάντα τις θυμίσεις. Όλα αυτά που περάσαμε μέσα στο γήπεδο, έξω από το γήπεδο. Πολλές φορές ήταν συγκλονιστικές στιγμές. Το ποδόσφαιρο ήταν πάθος μου. Δεν ήταν μόνο δηλαδή να γίνεις ποδοσφαιριστής. Ήτανε… Πρέπει να το ζητάς. Ήταν σημαντικό. Κι αν δεν ήμουν ποδοσφαιριστής, δεν ξέρω κι εγώ αν θα με ξέραν κι έξω. Κατάλαβες; Γίναμε γνωστοί χάρη του ποδοσφαίρου και της προσφοράς. Σημαντικός παράγων. Και να είσαι ένας τίμιος άνθρωπος, ευγενέστατος, απλός. Που ποτέ δεν το 'παιζα ψηλομύτης, ποτέ. Ήμουν ένα απλό παιδί, αυτό. Μιλούσες από μακριά, χαιρετούσα, αυτό, το ένα το άλλο. Τίποτα, δεν... Ενώ είχα μερικούς συμπαίκτες και στην ΑΕΚ, γίνονταν φίρμες και το παίζανε αυτό. Αυτό δεν με άγγιζε εμένα, καμία σχέση. Αλλά μου άρεσε όμως ή στις προπονήσεις ή μετά τα ματς μας σήκωναν στα χέρια οι Αεκτζήδες. Μας αγαπούσαν. Αγαπούσαν την ομάδα και επειδή ήμασταν μέλος της ομάδος, αυτό.
Τέλεια, θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο πριν κλείσουμε;
Απλώς ότι αν δεν ήμουν ποδοσφαιριστής, δεν θα μας ήξερε ούτε η μάνα μας. Ούτε η μάνα μας θα μας ήξερε. Άσχετα αν σε άλλο πόστο ήμουν καλός και τα λοιπά. Το ποδόσφαιρο έχει άλλη αυτή.
Εντάξει, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Και εγώ. Να 'σαι καλά.