Age Restricted Interview
This interview is only available to users who are eighteen years old or over.
Τα υποτιμητικά σχόλια στην εφηβεία, η φοιτητική ζωή και το βαρύ πέπλο του θρήνου για την απώλεια της γιαγιάς: Η ιστορία μίας εγγονής
Segment 1
Η παιδική ηλικία, η σχέση με τον αδερφό και τους γονείς , οι κοροϊδίες στο σχολείο και η πλαστική εγχείρηση
00:00:00 - 00:25:35
Partial Transcript
Καλησπέρα. Καλησπέρα. Θα μου πεις το όνομά σου; Είμαι η Χρύσα Σιγανού. Είναι Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2023, βρισκόμαστε στην Κομοτηνή μαζί…ο... και δεν θα το άλλαζα με τίποτα, με τίποτα. Δηλαδή νιώθω πως ήταν η πιο σωστή απόφαση, μία από τις πιο σωστές αποφάσεις μέχρι στιγμής.
Lead to transcriptSegment 2
Οι πανελλαδικές, οι σπουδές στην Κομοτηνή, το ενδιαφέρον για τη διδακτική, οι διάφορες δουλειές και η επιθυμία για δεύτερο πτυχίο
00:25:35 - 00:49:03
Partial Transcript
Τη διαδικασία των πανελληνίων πώς τη βίωσες; Λοιπόν, τώρα πανελλαδικές, λοιπόν, εγώ μέχρι και την πρώτη λυκείου ένιωθα πως θα ’μαι στη θετι…έντασή της. Και ίσως είναι και τροφή για μεγαλύτερη σύνδεση μία ένταση. Άμα καταφέρει να ξεπεραστεί είναι ένας πιο ισχυρός δεσμός για μένα.
Lead to transcriptSegment 3
Η νοσοκομειακή περίθαλψη και ο θάνατος της γιαγιάς της και η διαχείριση του πένθους της
00:49:03 - 01:10:09
Partial Transcript
Και αυτόν τον κενό χρόνο, λοιπόν, μεταξύ της αποφοίτησης, της προσπάθειας να δυναμώσει η σχέση και της εστίασης, χωρίς να ξέρω τότε πως θέλω… έχω ολοκληρώσει. Και αυτό το ’χω πάρει απ’ τη μαμά μου, δηλαδή πάντα έβλεπα τη μαμά μου να γράφει. Οπότε κάπως με μίμηση έγινε όλο αυτό.
Lead to transcriptSegment 4
Η αγάπη της αφηγήτριας για τα ζώα και τα κατοικίδιά της
01:10:09 - 01:20:27
Partial Transcript
Και επειδή το είπα πριν, όταν δεν είχα όρεξη να γράψω, γιατί, εντάξει, μπορεί να ’ναι η ψυχοθεραπεία μου το γράψιμο, αλλά δεν είναι κάθε μέρ…, αλλά σίγουρα θα κάνω, το πρώτον, και, δεύτερον, σίγουρα θα ακούσουν έστω ένα κομμάτι μου στα 23 μου, προς 24. Σε ευχαριστώ πολύ. Κι εγώ.
Lead to transcriptSegment 1
Η παιδική ηλικία, η σχέση με τον αδερφό και τους γονείς , οι κοροϊδίες στο σχολείο και η πλαστική εγχείρηση
00:00:00 - 00:25:35
[00:00:00]Καλησπέρα.
Καλησπέρα.
Θα μου πεις το όνομά σου;
Είμαι η Χρύσα Σιγανού.
Είναι Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2023, βρισκόμαστε στην Κομοτηνή μαζί με τη Χρύσα Σιγανού. Εγώ ονομάζομαι Θεοδωρίδης Ηλίας, είμαι ερευνητής του Istorima και ξεκινάμε. Θα ήθελες να αρχίσουμε λέγοντας κάποια πράγματα για εσένα;
Ναι, λοιπόν, εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, είμαι 24. Για την ακρίβεια είμαι 23, σε λίγους μήνες θα γίνω 24. Ναι, μεγάλωσα λοιπόν στην Αθήνα, έχω έναν αδερφό, ένα σκυλάκι και τώρα τα τελευταία χρόνια ζω στην Κομοτηνή, που ήρθα ως φοιτήτρια και πλέον έχω αποφασίσει να ζήσω εδώ.
Θέλεις να μου πεις κάποια πράγματα για τα παιδικά σου χρόνια;
Τα παιδικά μου χρόνια στην Αθήνα, επειδή ήμουν και το δεύτερο παιδί, ήτανε... κύλησαν πάρα πολύ ωραία, γιατί δεν ήταν τόσο αυστηροί οι γονείς μου σε σχέση με το πώς ήταν στον αδερφό μου. Γενικά, ήμουνα πάρα πολύ ελεύθερο παιδί, παρόλο που ζούσα σε μία πόλη σχετικά επικίνδυνη. Αν και ο κίνδυνος τότε δεν ήτανε όπως είναι σήμερα, αλλά και πάλι είχε κάποια επικινδυνότητα να κυκλοφορείς μόνος σαν παιδί στην Αθήνα. Αλλά ήμουνα πάρα πολύ ελεύθερη, με τους γονείς μου είχα μία πάρα πολύ καλή σχέση, και με τον αδερφό μου, πάρα πολλούς φίλους, στην παιδική τουλάχιστον ηλικία, πολλούς φίλους. Τα καλοκαίρια ήμασταν έξω μέχρι το βράδυ σε κάθε γειτονιά. Δηλαδή, στην περιοχή τουλάχιστον που μένω, στην Καλλιθέα δηλαδή, πηγαίναμε μέχρι τη θάλασσα μόνοι μας, που είναι γύρω στα δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια, ή μπορεί να βρισκόμασταν στο άλλο άκρο της Καλλιθέας, που είναι αρκετά ψηλά, κοντά δηλαδή στο κέντρο της Αθήνας. Και δεν υπήρχε τόσο άγχος στο σπίτι, αρκεί να υπήρχε μία ξεκάθαρη απάντηση για το τι ώρα θα είμαι πίσω και, απ’ τη στιγμή που ήμουνα, δεν υπήρχε το άγχος και δεν υπήρχε ο περιορισμός. Βέβαια, στον αδερφό μου δεν ήταν έτσι, αλλά, ξαναλέω, επειδή έβλεπα και μάθαινα, ας πούμε, απ’ το πώς χειριζόντουσαν οι γονείς μου τον αδερφό μου, δεν ακολουθούσα τα βήματά του και ήμουνα παιδί που έλεγε αλήθεια κτλ. Πολύ ξεκάθαρη σχέση γενικά με τους γονείς μου. Έχω αδυναμία και στους δύο. Δηλαδή μέχρι και σήμερα νιώθω ότι δεν μπορώ να ξεχωρίσω σε ποιον έχω περισσότερη αδυναμία. Αν και τον μπαμπά μου μικρή δεν τον έβλεπα σχεδόν καθόλου. Θυμάμαι, δηλαδή, ότι τον έβλεπα δέκα λεπτά πριν κοιμηθεί. Δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης απ’ τα 24 του. Δηλαδή είναι σ’ αυτόν τον κλάδο, έχει αλλάξει τρία εργοστάσια, αλλά είναι σε αυτόν τον κλάδο από τη δική μου ηλικία. Έφευγε στις 6:00 η ώρα, μπορεί και στις 5:00 κάποιες φορές, και τον θυμάμαι απλά να γυρνάει στο σπίτι, να μετράει την πίεσή του, να κάνει ένα μπάνιο και μετά να με φωνάζει, να μου λέει: «Πώς ήταν η μέρα σου;» και μόλις ξεκινούσα να διηγούμαι γενικά το τι έκανα μέσα στη μέρα, άκουγα το πρώτο ροχαλητό. Δηλαδή είχε ήδη κοιμηθεί. Αυτό… Αυτά, δυστυχώς αυτά θυμάμαι απ’ τον μπαμπά μου και δεν το λέω με πίκρα ή κάτι τέτοιο, γιατί το ’χω κρατήσει ακόμα και αυτό πολύ γλυκά στο μυαλό μου, γιατί καταλαβαίνω ότι το ’κανε για μας. Δεν υπήρχε, δηλαδή, άλλη επιλογή τότε. Με τη μαμά μου όλη μέρα μαζί, μία εξάρτηση δηλαδή από μικρή, δεν μπορούσα χωρίς τη μητέρα μου. Που ’ναι λίγο οξύμωρο με το ότι τώρα ζω τόσο μακριά της, αλλά απ’ το πρώτο λεπτό που ξυπνούσα ήθελα να πάω να κάτσω δίπλα της, κάναμε πάρα πολλά πράγματα μέσα στη μέρα, και με τον αδερφό μου μαζί. Μας χωρίζουνε τέσσερα χρόνια, τρεισήμισι, που αυτά στην παιδική ηλικία φαινόντουσαν. Δηλαδή, επειδή είχε προφανώς φίλους σ’ εκείνη την ηλικία, στα τρεισήμισι χρόνια μεγαλύτεροι και εκείνοι, δε με θέλανε τόσο σαν πιο μικρό παιδάκι, αλλά και πάλι μέσα στην οικογένεια αυτό δεν υπήρχε. Δηλαδή μέσα στο σπίτι έκανα πάρα πολλά πράγματα με τον αδερφό μου. Αυτά για την καθημερινότητα. Τώρα ο μπαμπάς μου φυσικά και προσπαθούσε να περιορίζει τη δουλειά τα καλοκαίρια. Δηλαδή σίγουρα πηγαίναμε καλοκαιρινές διακοπές όλοι μαζί. Αν δεν πηγαίναμε με τον Κοινωνικό Τουρισμό κάπου, πηγαίναμε πάντα στο χωριό, το χωριό του πατέρα μου, που είναι δηλαδή η Μονεμβασιά. Βασικά ένα χωριό στη Μονεμβασιά –λέω πάντα Μονεμβασιά γιατί κανένας δεν ξέρει το χωριό–, το Φοινίκι Λακωνίας είναι και έχουμε σπίτι εκεί. Ήτανε εκεί πάντα και η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου, που μας περίμεναν και το είχαν έτοιμο, οπότε και να μην καταφέρναμε να πάμε κάπου αλλού, σίγουρα θα πηγαίναμε εκεί για να ξεκουραστεί κι εκείνος.
Τι μνήμες έχεις από το Φοινίκι Λακωνίας;
Το Φοινίκι για μένα είναι… είναι η ξεκούρασή μου μέχρι και σήμερα, γιατί από τότε ανυπομονούσα πάρα πολύ να πάω. Δηλαδή νιώθω ότι πώς είναι κάποιος που περιμένει τα γενέθλιά του μέσα στον χρόνο ή οτιδήποτε άλλο; Εγώ περιμένω αυτές τις μέρες και έτσι τις περιμένω και από παιδί. Βέβαια, παρέες εκεί δεν είχα, γιατί μένουμε εκτός χωριού. Οπότε δεν είχα πρόσβαση στην παιδική χαρά του χωριού και τα λοιπά έτσι πολύ εύκολα να κατέβω απ’ το σπίτι και να πάω να κοινωνικοποιηθώ με παιδάκια της ηλικίας μου. Αλλά περνούσαμε τόσο καλά που νομίζω δεν θα το ήθελα κιόλας. Δηλαδή, πηγαίναμε όλη μέρα στην παραλία, μετά τρώγαμε όλοι μαζί οικογενειακά στο σπίτι, που τότε ήταν μόνο ένα, ήτανε ο πάνω όροφος που μέναμε μέσα πολλά άτομα. Δηλαδή ήμουνα… Ήμασταν η οικογένειά μου, που είναι τέσσερα άτομα, η γιαγιά μου, πέντε, η προγιαγιά μου, έξι. Η γιαγιά μου έφερνε και καμιά άλλη φίλη της, πηγαίναμε στα εφτά, και είχε δύο υπνοδωμάτια όλο κι όλο αυτό το σπίτι. Οπότε θυμάμαι απλά στρωματσάδες, βράδια που απλώς να συζητάμε, να ακούμε μουσική, να παίζουμε με τον αδερφό μου μπάλα και τα λοιπά, μικρές πισίνες που μπορεί να καθόμασταν μέσα πλαστικές. Δεν είχα ανάγκη να βγω να τρέξω, το ’κανα αυτό στην Αθήνα, πήγαινα στις κούνιες γενικά, πήγαινα στα σχολεία στις αυλές και τα λοιπά, οπότε αυτό στο χωριό δεν μου έβγαινε. Μου άρεσε που καθόμουν με τους γονείς μου. Πάντως αυτό που κρατάω είναι αυτό το αίσθημα ασφάλειας που αισθάνομαι μέχρι και σήμερα, λες και μπαίνω στο πατρικό μου, ενώ δεν είναι το πατρικό μου. Επίσης, βέβαια, υπάρχει –για να μην αδικήσουμε και τη μαμά–, υπάρχει και το χωριό της μαμάς, το Ραφτόπουλο. Το Ραφτόπουλο είναι… καμία σχέση με το Φοινίκι, είναι ένα ορεινό χωριό, είναι στην Κυπαρισσία, στον Νομό Μεσσηνίας δηλαδή, στο άλλο πόδι. Που εκεί μπορεί να μην πηγαίναμε τόσο συχνά, αλλά τρέφω ακριβώς τα ίδια συναισθήματα, ήτανε και λίγο πιο δύσκολο να πάμε εκεί. Το σπίτι πάρα πολύ παλιό, αλλά πάρα πολύ παλιό. Δηλαδή κάποιος έξω ίσως το έλεγε και ετοιμόρροπο, αλλά ήτανε άλλο το κλίμα εκεί πέρα. Δηλαδή πολύ ορεινό, απλώς πηγαίναμε για περπάτημα, μία πολύ απλοϊκή ζωή και έτσι ήτανε και οι γονείς της μαμάς μου. Οπότε προσπαθούσαμε να το κάνουμε και αυτό μέσα στο καλοκαίρι, δυστυχώς κάποιες φορές δεν έβγαινε. Αλλά ακόμη και σήμερα, στα 24, άμα είναι να πάρω άδεια απ’ τη δουλειά μου, θα προτιμήσω να πάω σε ένα από αυτά τα δύο μέρη.
Πολύ ωραία. Θα ήθελες να επανέλθουμε στα παιδικά χρόνια;
Φυσικά, ναι.
Έχεις κάποια μνήμη στο μυαλό σου που να θυμάσαι πολύ έντονα, ίσως με τον αδελφό σου;
Απ’ τα παιδικά χρόνια μια έντονη μνήμη… Γενικά, παρά τις ευχάριστες στιγμές, υπήρχε και ένταση στο σπίτι, την οποία δυστυχώς την προκαλούσε η δουλειά του πατέρα μου, που γυρνούσε αρκετά φορτωμένος και σήμερα είναι κατανοητό. Τότε δεν ήταν, από κανέναν μας δηλαδή. Μία έντονη ανάμνηση παιδικών χρόνων νομίζω πως... είναι απλά να παίρνουμε δύο στρώματα παλιά που είχαμε απ’ τα παλιά μας δωμάτια και να πηγαίνουμε να κοιμηθούμε στο δωμάτιο του μπαμπά, επειδή είχε κλιματιστικό και επειδή θέλαμε λίγο να μας μιλήσει πριν κοιμηθεί ή να τον χαλαρώσουμε πριν κοιμηθεί. Και θυμάμαι απλά να πέφτουμε να κοιμηθούμε όλοι μαζί και να είμαι εγώ στο πάτωμα δίπλα με τον αδερφό μου, οι γονείς μου στο κρεβάτι και απλά λίγο να γελάμε πριν είναι να κοιμηθούμε. Αυτό. Και ίσως και τις καλοκαιρινές μας διακοπές που, επειδή ήτανε μόνο τρεις οι φορές αυτές που πήγαμε κάπου εκτός χωριού – στο Φοινίκι, δηλαδή, μου ’χουν αποτυπωθεί πάρα πολύ έντονα, γιατί μέχρι και σήμερα δεν έχουμε ξαναπάει κάποιο ταξίδι εκτός. Οπότε τις θυμάμαι χαρακτηριστικά.
Τι σας έλεγε πριν κοιμηθείτε;
Βασικά, επειδή ήταν πάρα πολύ κουρασμένος, μας είχε βάλει να παίζουμε ένα παιχνίδι στο οποίο χοροπηδούσαμε στο κρεβάτι και του πατάγαμε τις γάμπες του ποδιού –στην ουσία ήτανε μπρούμυτα– και μας έβαζε να του πατάμε απαλά τις γάμπες, το οποίο ήταν μασάζ αυτό για εκείνον, επειδή ήμασταν μικρούλια και αδύνατα, δεν είχαμε πολύ μεγάλο βάρος. Αλλά θυμάμαι ότι εμείς γελούσαμε πάρα πολύ. Δηλαδή δεν ξέρω τι μας έλεγε, δεν θυμάμαι αλήθεια καθόλου τι μας έλεγε και γελούσαμε τόσο πολύ, αλλά σήμερα που καταλαβαίνω ότι ήτανε για να του ξεκουράσουμε στην ουσία τα πόδια μού φαίνεται πολύ γλυκό, τέλος πάντων, το ’χω κρατήσει πάρα πολύ γλυκά και χιουμοριστικά. Αλλά θυμάμαι να[00:10:00] προσπαθεί να μιλήσουμε για το τι κάναμε μέσα στη μέρα και θυμάμαι και το ότι ήτανε λυπημένος που δεν μπορούσε να μας χαρεί όσο μας χαιρότανε η μαμά μου. Και αυτό είναι και κάτι που μας το έχει πει, δηλαδή, μεγαλώνοντας ότι μας στερήθηκε και εμείς τον στερηθήκαμε. Αλλά δεν μου ’χει μείνει η αίσθηση του να μου λείπει, μου ’χει μείνει μόνο το ό,τι έκανε για να επανορθώσει, ας πούμε, χωρίς να ’ναι στην ουσία το δικό του λάθος. Και γι’ αυτό και είμαι τόσο κοντά με τους γονείς μου, νομίζω, και έχω αυτή τη σχέση, γιατί δεν μπορώ να κρατάω τα αρνητικά με τίποτα από κείνους τουλάχιστον. Παρόλο που είμαι ένας άνθρωπος πολύ νευρικός και μπορεί να αντιδράσω πολύ έντονα σε ένα περιστατικό, μετά δεν μπορώ να το κρατήσω. Γι’ αυτό τον λόγο και οτιδήποτε άσχημο έχει συμβεί πλέον το έχω ερμηνεύσει ως ανθρώπινο, καταλαβαίνω ότι οι γονείς μας δε γεννηθήκανε έχοντας εγχειρίδιο για το πώς να ’ναι γονείς. Και κρατάω πραγματικά μόνο ό,τι με γαληνεύει, ας πούμε, και ό,τι με φέρνει κοντά τους.
Αναφορικά με τα εφηβικά σου χρόνια, αυτά πώς ήτανε;
Στα εφηβικά χρόνια, εντάξει, υπήρξε μία τεράστια στροφή. Πολύ σκοτεινά τα εφηβικά χρόνια γενικά. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να το θεωρήσω λογικό αυτό, επειδή λένε ό,τι λένε για την εφηβεία. Σε κάποια πράγματα δεν έχω βρει ακόμα απαντήσεις και δεν μπορώ να τα εκλογικεύσω, αλλά ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Αρχικά, ξεκίνησαν τα προβλήματα ανάμεσα στους γονείς μου στο σπίτι, στα οποία φυσικά ήμουνα θεατής μπροστά. Δεν υπήρχανε περιστατικά ακραία, αλλά ήταν κάτι το οποίο με επηρέαζε ως έφηβη. Και ούτε στο σχολείο... Δηλαδή το γυμνάσιο, τα τρία χρόνια του γυμνασίου νομίζω πώς μέχρι και σήμερα ήταν τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου... από κάθε άποψη. Δεν είχα φίλους, άκουγα πολύ άσχημα πράγματα για μένα, δεχόμουν κάποιες επιθέσεις, τέλος πάντων, όχι… Λεκτικές. Δεχόμουνα, λοιπόν, λεκτικές επιθέσεις και επίσης δεν είχα βοήθεια κι ούτε απ’ τους καθηγητές, παρόλο που με δύο έχω μέχρι και σήμερα επικοινωνία. Ακόμα και η υποστήριξη των καθηγητών ήτανε, δηλαδή, ανύπαρκτη. Η μία ειδικά καθηγήτρια το ’κανε όλο αυτό ακόμη πιο έντονο αισθάνομαι το ό,τι συνέβαινε στο σχολείο μεταξύ των παιδιών, γιατί δε συσπειρωνόταν μόνο σ’ εμένα όλο αυτό. Απλώς εγώ ήμουνα απ’ τα πιο εύθραυστα παιδιά ίσως, επειδή δεν είχα και την ηρεμία στο σπίτι τουλάχιστον εκείνη την περίοδο. Δεν είχα κάπου να το ξεσπάσω, ας πούμε, όλο αυτό.
Θα σε ρωτήσω κάτι και μου απαντάς φυσικά μόνο εάν νιώθεις άνετα. Θα σε ρωτούσα αν θα ήθελες να αναφερθείς σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στο σχολείο;
Στο γυμνάσιο εγώ πηγαίνοντας είχα κάποια κιλά, τα οποία δεν μπορώ να καταλάβω αν ήταν κιλά από παιδική ηλικία ή όντως από κακές συνήθειες φαγητού. Πήγα με κάποια παραπάνω κιλά στην πρώτη γυμνασίου. Και υπήρχε μία ομάδα παιδιών, αγοριών συγκεκριμένα, τα οποία περνούσα και με χαρακτήριζαν «φάλαινα», που δε χρειαζόταν να περάσω από μπροστά τους βασικά, μπορεί να πήγαινα μόνη μου στις κερκίδες να κάτσω, του προαυλίου, και πάλι και από μπροστά μου οι ίδιοι να περνούσανε μου λέγαν το ίδιο πράγμα. Και δε θυμάμαι, βασικά, ακριβώς μία τέτοια στιγμή, αλλά θυμάμαι μόνο το ότι με είχε επηρεάσει τόσο πολύ αυτό, που είχε επηρεαστεί τόσο πολύ η διατροφή μου, έχασα κάποια κιλά πάρα πολύ γρήγορα. Και αυτό που μου ’χει μείνει χαραγμένο, λες και συμβαίνει τώρα μπροστά μου, είναι να μπαίνω μες στην τάξη για γαλλικά, να αφήνω την τσάντα μου στο τελευταίο θρανίο και να γυρνάει από μπροστά ένας από αυτήν την παρέα παιδιών και να μου λέει: «Να σου πω κάτι;» και λέω: «Ναι» και μου λέει: «Ακόμα φάλαινα είσαι». Ενώ υπήρχε μία δραματική αλλαγή πάνω μου, αλλά και να μην υπήρχε ήτανε κάτι που σίγουρα θεωρώ –τουλάχιστον με τον ψυχισμό που είχα τότε– θα με επηρέαζε και θα μου έμενε στο μυαλό μου. Είχα, βέβαια, μία καθηγήτρια γυμναστικής η οποία είχε παρατηρήσει αυτή την αλλαγή στο σώμα μου. Νομίζω πως ποτέ δεν της εξήγησα ακριβώς την αιτία, δηλαδή την αφορμή βασικά από πού ξεκίνησε όλο αυτό, ποιος ήταν αυτός που το είπε, πόσες φορές μου το ’χαν πει, πότε με ενοχλούσαν κτλ. Θυμάμαι απλώς ότι, επειδή δεν είχα φίλους, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, απλώς ήμουνα απομακρυσμένη από όλα αυτά που συνέβαιναν στο κεφάλι μου, θυμάμαι απλά να πηγαίνω σε εκείνη, να την προσεγγίζω για παρέα. Κι όλο αυτό έγινε, αφού σε ένα μάθημα γυμναστικής μία μέρα είχα ζαλιστεί από έλλειψη φαγητού, και κάλεσε στο σπίτι μου και τους ανακοίνωσε πως θα αποκλειστώ απ’ το μάθημα της γυμναστικής για ένα μήνα ή μέχρι να αλλάξει κάτι στις συνήθειές μου, κάτι τέτοιο. Και θυμάμαι απλά ότι πήγαινα έξω απ’ το γραφείο των καθηγητών στο διάλειμμα, λες και περιμένω τη φίλη μου να βγει από ένα άλλο τμήμα, και για να με παρακινήσει να φάω ίσως τρώγαμε μαζί, ίσως μου ’φερνε κάτι απ’ το σπίτι, λίγο χυμό. Αλλά τουλάχιστον εκείνη την εποχή ήτανε η μόνη που όλο αυτό το είδε… το είδε κάπως υποστηρικτικά, δε στάθηκε απέναντί μου. Δηλαδή κατάλαβε ότι το πρόβλημα δεν το προκαλώ εγώ, επειδή το θέλω, πάνω μου, ενώ στο σπίτι δεν είχα αυτή την αντιμετώπιση, επειδή προφανώς υπήρχε φόβος που ξαφνικά υπήρξε μία δραματική αλλαγή πάνω μου και κόπηκε και η όρεξή μου, να το πω κοινώς. Και απ’ τον φόβο, η μαμά μου τουλάχιστον προσπάθησε πάρα πολύ λάθος, για μένα, να με ξυπνήσει. Το οποίο δεν είχε θετικό αποτέλεσμα πάνω μου και γι’ αυτό τουλάχιστον στο γυμνάσιο το καταφύγιό μου ήτανε η συγκεκριμένη καθηγήτρια. Τώρα ένα άλλο κομμάτι που θυμάμαι –μιας και με ρώτησες– και το δεύτερο και πιο σημαντικό που μ’ έχει καθορίσει για το πώς είμαι σήμερα, είναι ότι η ίδια ομάδα παιδιών μού λέγανε για τη μύτη μου ότι μοιάζει σαν έναν ηθοποιό –δεν θυμάμαι πώς τον λένε– που έπαιζε στο «Καφέ της Χαράς», ο οποίος είχε μία χαρακτηριστική μεγάλη μύτη. Που εμένα υπήρχε πρόβλημα στη μύτη μου αντικειμενικά, επειδή είχα πέσει και την είχα χτυπήσει. Αλλά δεν ήταν αυτό το πράγμα που χαρακτήριζαν. Πάντως, αυτό ήταν το μεγαλύτερο βάρος μου μέχρι και τα 18, που αποφάσισα να το αλλάξω αυτό το πράγμα πάνω μου και μετά το τελευταίο μάθημα των πανελλαδικών είχα το ραντεβού μου για πλαστική επέμβαση στη μύτη. Με είχε επηρεάσει τόσο πολύ, που φορούσα μυωπικά γυαλιά από την τρίτη γυμνασίου μέχρι και τη μέρα πριν το χειρουργείο, γιατί ένιωθα πως τα μυωπικά γυαλιά –τα οποία δεν είχαν βαθμό μυωπίας, έτσι, δεν είχα μυωπία–, απλώς ένιωθα ότι καθόντουσαν ακριβώς πάνω στο αισθητικό πρόβλημα και ένιωθα λίγο καλύτερα με τον εαυτό μου, επειδή νόμιζα πως έξω δε φαίνεται τόσο πολύ, σαν καμουφλάζ. Βέβαια, εγώ νιώθω πως αν δεν το είχα ήδη ως ανασφάλεια, δε θα με επηρέαζε τόσο πολύ. Δηλαδή σίγουρα θα έφτανα σε αυτό το αποτέλεσμα, δηλαδή να κάνω την επέμβαση, γιατί ήταν κάτι που δεν ήθελα να συμβιβαστώ με τίποτα. Δε μετανιώνω, λοιπόν, που… Βασικά, δεν πιστεύω πως με επηρέασε για να πάω να το κάνω, δε μετανιώνω που το έκανα, μετανιώνω μόνο για το πώς το χειρίστηκα όλο αυτό και για το πώς το εσωτερίκευσα. Αλλά από κει και πέρα, θα το ξαναέκανα, ήτανε μία συνειδητή δική μου απόφαση, πριν ξεκινήσει όλο αυτό στο σχολείο.
Αν, δηλαδή, γυρνούσες τον χρόνο πίσω, πώς θα το διαχειριζόσουνα;
Νομίζω πως δε θα μπορούσα σίγουρα να αγνοώ το τι συμβαίνει, αλλά ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αυτό για μένα, που όταν είχα χάσει τα γυαλιά μου, ας πούμε, κάποια περίοδο, δεν είχα πάει στο σχολείο μιάμιση βδομάδα μέχρι να σταλθεί ο επόμενος σκελετός που είχα διαλέξει στο μαγαζί απ’ το οποίο τα παρήγγειλα. Και έχασα μιάμιση βδομάδα απ’ το σχολείο, στο οποίο κινδύνεψα φυσικά να κοπώ κιόλας, γιατί είχα ήδη –να μείνω, δηλαδή, στην ίδια τάξη–, είχα ήδη απουσίες από την υπόλοιπη χρονιά, δεν μπορούσα κάπως να τις δικαιολογήσω αυτές. Και μου προκαλούσα πάρα πολύ συναισθηματικό πόλεμο μέσα μου που τα είχα χάσει, δηλαδή με είχε πιάσει ένας πανικός στο σπίτι. Έκλαιγα όλη μέρα μέχρι να ’ρθούν τα επόμενα γυαλιά και ένιωθα πως δεν μπορώ να βγω έξω χωρίς τη μάσκα προστασίας μου, ας πούμε, κάπως έτσι το αισθανόμουν. Οπότε κάπως θα ήθελα να είχα απομονώσει το τι άκουγα με το τι εικόνα είχα εγώ για τον εαυτό μου και να με καθησύχαζα γιατί μόνο εγώ θα… Ήθελα να πιστέψω ότι μόνο εγώ θα ορίσω το πώς είναι, πώς μου φαίνομαι και τι θέλω να κάνω γι’ αυτό και αν θέλω να κάνω κάτι γι’ αυτό. Γι’ αυτό και λέω πως δεν το μετανιώνω, γιατί ήταν κάτι που εμένα προσωπικά δεν μου άρεσε μετά την πτώση που είχα. Οπότε θα το έκανα ούτως ή άλλως και ήθελα να μη με πιέζει τόσο η γνώμη τους και να μη με επηρεάζει στην καθημερινότητά μου. Και έδινα 17, λοιπόν, Λατινικά και 18, στις 7:00 το πρωί, είχα χειρουργείο. Έφτασε η μέρα του χειρουργείου, το οποίο μου το πλήρωσε η γιαγιά μου. Οι γονείς μου δε συμφώνησαν πάρα πολύ με αυτό το πράγμα, όταν τους το πρότεινα. Τους το ανακοίνωσα απ’ τη δευτέρα γυμνασίου ότι θα πάω να το κάνω, πριν ξεκινήσω όλο αυτό στο σχολείο. Και δεν ήταν τόσο[00:20:00] σύμφωνοι, αλλά απ’ τη στιγμή που θα γινόταν στα 18, δεν μπόρεσαν και να μου πούνε κάτι. Η γιαγιά μου, που πρότεινε να μου το πληρώσει, αρχικά έβλεπε το πόσο μ’ έχει επηρεάσει μέσα μου όλο αυτό και πόσο με φρενάρει απ’ το να κάνω καινούρια πράγματα, γιατί μπορεί κάποια μέρα, απ’ την ανασφάλεια που αισθανόμουν για το πώς δείχνω, να ακύρωνα έξοδο με τους φίλους μου ή μπορεί να καθόμουνα με τις ώρες μπροστά από έναν καθρέφτη, απλώς να με κοιτάω και να λέω δυνατά πως: «Αυτό το πράγμα δεν το δέχομαι». Δεν θέλω, δηλαδή, να συμβιβαστώ με τίποτα μ’ αυτό το πράγμα ή να βγαίνω έξω και να ρίχνω τα μαλλιά μπροστά. Το αντιλήφθηκε η γιαγιά μου όλο αυτό το βάρος, δεν της άρεσε ούτε εκείνης, δηλαδή μου το είχε εκφράσει ότι έχω ράμφος –ακριβώς αυτό το πράγμα είχε πει– και μου ’χε πει ότι θα το κάνουμε. Και όντως πήγαμε μαζί στον γιατρό, ήρθε και την επόμενη μέρα, αν και πήγα με τη μαμά μου στο νοσοκομείο στην αρχή, ήρθε και εκείνη αργότερα όταν βγήκα απ’ το χειρουργείο. Και από κει νιώθω ότι κάπως ξαναγεννήθηκα. Δηλαδή έφυγε ένα κομμάτι που ήθελα πάρα πολύ να αλλάξω και με κλείδωνε, κλείδωνε δηλαδή το… ακόμη και το πώς εκφραζόμουνα και ένιωσα μία νέα «εγώ». Η πρώτη στιγμή που είδα το αποτέλεσμα ήτανε το αγαπημένο μου πράγμα. Θυμάμαι ότι με πήγε η νοσηλεύτρια στο μπάνιο, αφού βγήκε το ναρθηκάκι αυτό της επέμβασης, το οποίο το είχα δύο εβδομάδες, και με πάει στο μπάνιο του δωματίου και, με το που ανάβει το φως, μου λέει: «Δες την». Κι εγώ θυμάμαι απλά να γυρνάω στο πλάι, το πρώτο κλάσμα του δευτερολέπτου που άνοιξε το φως, δηλαδή, και ήμουν απέναντι απ’ τον καθρέφτη, αντί να κοιτάξω συνολικά το πρόσωπό μου γύρισα κατευθείαν στο πλάι, για να δω αν έφυγε το πρόβλημα της μύτης που είχα, που ήταν αυτό το βουναλάκι που φαινότανε μόνο απ’ το προφίλ. Και απλώς κατέρρευσα, δηλαδή έκλαιγα τόσο πολύ που δεν την παρατήρησα καν, τώρα που το σκέφτομαι, δεν έδωσα χρόνο να το επεξεργαστώ. Δηλαδή έγινε όλο σε δύο δευτερόλεπτα, άνοιξε το φως, γύρισα και απλώς άρχισε ένα ξέσπασμα, ένα κλάμα πάρα πολύ έντονο. Μου ’φυγε ένα τεράστιο βάρος, τεράστιο όμως από πάνω μου, και λυπάμαι που το λέω, αλλά νιώθω, ένιωθα εκείνη την περίοδο τουλάχιστον πως ήθελα πάρα πολύ να με δούνε τα παιδιά του σχολείου. Το είχα πάρα πολλή ανάγκη αυτό μέσα μου, ενώ ήξερα από τότε πως είναι πάρα πολύ λάθος και εκεί κάπου ξεκίνησαν και οι αμφιβολίες ότι ίσως δεν το ’κανα μόνο για μένα τελικά. Αλλά δεν… δε θα άλλαζα τίποτα, δηλαδή δε μετάνιωσα και νομίζω πως και τώρα, αν το είχα αυτό το θέμα, αν δηλαδή με κοιτούσα και δε μου άρεσα, σίγουρα θα το ξαναέκανα.
Η αντιμετώπιση των παιδιών, των συμμαθητών σου, άλλαξε μετά την επέμβαση;
Πολύ ρηχό και επιφανειακό θα ακουστεί αυτό που θα πω, αλλά... σε πολύ μεγάλο βαθμό και σίγουρα με προσέγγιζαν και αυτά τα παιδιά αργότερα με άλλους σκοπούς, μιας και ήταν το αντίθετο φύλο τουλάχιστον. Αλλά και η αντιμετώπισή τους γενικότερα, άμα δε με προσέγγιζαν δηλαδή ερωτικά –επειδή αυτό εννοώ– ή κάτι άλλο, ήταν πολύ πιο πρόσχαροι. Δηλαδή δεν ξέρω αν ήταν κάτι βασικά που έβγαζα εγώ, το τι εκπέμπω κτλ. πλέον. Αλλά ένιωθα πως όλοι ήταν πιο χαρούμενοι ακόμα και όταν μου λέγανε: «Καλημέρα, τι κάνεις;». Βέβαια, έφυγα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα απ’ την ημέρα που έκανα την πλαστική. Την έκανα τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβρη έφυγα, που το καλοκαίρι κιόλας δεν είχα την ευκαιρία να δω πολλούς απ’ τους συμμαθητές μου. Ήταν το καλοκαίρι μετά τις πανελλαδικές, όλοι φεύγανε, πηγαίνανε τις διακοπές που είχαν προγραμματίσει και στην ουσία ξεκίνησα… Αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό για μένα, πήγα σε μία νέα πόλη, στην Κομοτηνή, καλή ώρα, που πέρασα και ξεκίνησα απ’ το μηδέν. Δηλαδή δεν ήξερε κάποιος ούτε τι έχω αλλάξει, που δεν ντρεπόμουν να το πω –το ’λεγα κατευθείαν σε μία νέα γνωριμία–, αλλά δεν ήθελα να συζητήσω το γιατί μπορεί να το άλλαξα, τι με έκανε να αισθάνομαι αυτό το πράγμα πάνω μου. Γιατί δεν ήθελα να προσπαθήσω να συμβιβαστώ με αυτό, δηλαδή αυτή ήταν η χειρότερη ερώτηση για μένα: «Γιατί δεν αποδέχτηκες τη διαφορετικότητά σου;», «Γιατί το χαρακτηριστικό σου, ας πούμε, σημείο θέλεις να το αλλάξεις και να γίνει αυτό το πράγμα;». Δεν μπορούσα να δικαιολογούμαι για τέτοια πράγματα και αυτό μ’ άρεσε πάρα πολύ που ήρθα σε ένα καινούριο περιβάλλον και με γνώριζαν έτσι όπως ήθελα να με γνωρίσουνε οι καινούριοι άνθρωποι στη ζωή μου. Χωρίς να κουβαλάω τίποτα από ό,τι κουβαλούσα. Βέβαια, πραγματικά σε κάθε γνωριμία κάπου ερχότανε –προφανώς όχι την πρώτη μέρα–, κάπου ερχότανε η στιγμή και το εξέφραζα και μπορεί εν τέλει να εξέφραζα και τους λόγους. Αλλά με τον καιρό δεν είχα καν βάρος να αιτιολογήσω και το γιατί. Δηλαδή, μου βγαίνει πολύ φυσικά, γιατί το ’χω αγκαλιάσει και δεν το... και δεν θα το άλλαζα με τίποτα, με τίποτα. Δηλαδή νιώθω πως ήταν η πιο σωστή απόφαση, μία από τις πιο σωστές αποφάσεις μέχρι στιγμής.
Segment 2
Οι πανελλαδικές, οι σπουδές στην Κομοτηνή, το ενδιαφέρον για τη διδακτική, οι διάφορες δουλειές και η επιθυμία για δεύτερο πτυχίο
00:25:35 - 00:49:03
Τη διαδικασία των πανελληνίων πώς τη βίωσες;
Λοιπόν, τώρα πανελλαδικές, λοιπόν, εγώ μέχρι και την πρώτη λυκείου ένιωθα πως θα ’μαι στη θετική κατεύθυνση. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα Μαθηματικά, στο γυμνάσιο ήμουνα τέλεια στα Μαθηματικά, τέλεια στη Φυσική, τέλεια στη Χημεία. Με τη Χημεία άρχισα να το χάνω στην πρώτη λυκείου, αλλά με τα άλλα ήμουνα σταθερά καλή. Πάντα ήξερα ότι θέλω να ασχοληθώ με κάτι που αφορά το διδακτικό κομμάτι και μου τα αναποδογύρισε όλα ένας καθηγητής στο φροντιστήριο, ένας μαθηματικός. Δεν ήταν πολύ υποστηρικτικός, τέλος πάντως –δεν θέλω γενικά να μπω σε λεπτομέρειες για το τι συνέβαινε στο φροντιστήριο–, και κάπως δεν ήθελα να πηγαίνω, δεν είχα πει στους γονείς μου τι συμβαίνει και έχασα την επαφή με τα Μαθηματικά. Μετά έχασα την επαφή και με τη Φυσική και με πήρε η μπάλα γενικότερα και έχασα τη σύνδεση που είχα με όλα τα μαθήματα της θετικής. Και έπρεπε, λοιπόν, εγώ ξαφνικά απ’ τη δευτέρα λυκείου να μάθω Αρχαία, που δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με τα Αρχαία, τα οποία είναι ένα μάθημα που δεν μπορείς να διαβάσεις τα δύο τελευταία χρόνια, πρέπει να χτίζεις βάσεις. Και έτρεξα και δεν προλάβαινα να χτίσω κάτι, δευτέρα και τρίτη λυκείου, στη θεωρητική, γιατί πλέον δε με ενδιέφερε ούτε η θετική ούτε το οικονομικό, η οικονομική κατεύθυνση. Είχα μία πάρα πολύ καθηγήτρια, βέβαια, για ιδιαίτερα στο πλευρό μου, γιατί στη συνέχεια έφυγα απ’ το φροντιστήριο και επέλεξα να κάνω ιδιαίτερα μαζί της. Πάρα πολύ υποστηρικτική, με ενθάρρυνε πάρα πολύ γενικά να βγάζω τον καλύτερο εαυτό μου. Δεν πιέστηκα πάρα πολύ στις πανελλαδικές, δηλαδή ενώ έβλεπα πάρα πολλή πίεση γύρω μου, εγώ δεν πιέστηκα. Κι ίσως γι’ αυτό ήμουν και μέτρια προς κακή. Εν τέλει, βγαίνουν τα αποτελέσματα και πέρασα στο τμήμα που έχω περάσει στην Κομοτηνή, Παρευξείνιων Σπουδών, το οποίο βασικά ήτανε πέμπτη επιλογή μου. Δεν είχα δηλώσει τίποτα στην Αθήνα, γιατί ήθελα πάρα πολύ να φύγω, όχι επειδή δεχόμουν κάποια πίεση ή κάτι τέτοιο, ήθελα να ξεκινήσω μια ζωή σ’ ένα δικό μου σπίτι. Και εγώ απ’ τη στιγμή που είδα ότι αυτό το τμήμα είναι σε άλλη πόλη, χωρίς να θέλω καν να ψάξω πληροφορίες γι’ αυτό, ήθελα απλώς να πάω, επειδή ήταν σε μία άλλη πόλη. Ο μπαμπάς μου δε συμφωνούσε με τίποτα με αυτό το πράγμα. Δηλαδή, μετά, αφού πήγα, κάναμε να μιλήσουμε δυο μήνες. Κατέληξα, βέβαια, να έρθω. Ο πρώτος χρόνος της σχολής έφυγε πάρα πολύ γρήγορα. Νέες φιλίες, βγήκα και από μία κατάσταση που είχα στην εφηβεία, η οποία με πίεζε πάνω στο ερωτικό κομμάτι, και πέρασε σαν νερό ο πρώτος χρόνος. Στο δεύτερο, που άρχισα να συνειδητοποιώ το ότι ίσως δε μου αρέσει πλέον αυτό που επέλεξα, ένιωθα πολύ φυγόπονη να σταματήσω και να ξαναπροσπαθήσω. Ενώ στην ουσία δεν είχα χάσει κάτι, είχα χάσει έναν χρόνο, αλλά δεν ξέρω γιατί μου φαινόταν τόσο πολύ. Ίσως επειδή δεν έβλεπα κάποιον από τον περίγυρό μου να το κάνει αυτό το βήμα και γενικά εγώ θέλω λίγο σπρώξιμο για να κάνω κάποια πράγματα. Οπότε το κράτησα μέσα μου, προσπάθησα να τελειώσω τη σχολή μου στα τέσσερα χρόνια, το οποίο έγινε, για να μπορώ ίσως μετά από τέσσερα χρόνια τουλάχιστον να κάτσω κάτω και να σκεφτώ λίγο πιο ώριμα και αποφασισμένα πού θέλω να βρεθώ. Σίγουρα ακόμα θέλω να ασχοληθώ με το κομμάτι της διδακτικής, δηλαδή στη σχολή μου τελείωσα απ’ την τουρκική κατεύθυνση, μπορώ να διδάσκω τούρκικα. Συνέχισα με μία κατάρτιση στην ΑΣΠΑΙΤΕ, το ΕΠΠΑΙΚ, που είναι παιδαγωγική επάρκεια, λήψη παιδαγωγικής επάρκειας, και τώρα προγραμματίζω να δώσω κατατακτήριες για την Κοινωνική Εργασία, πάλι στην Κομοτηνή. Γενικότερα, απ’ τη στιγμή που συνειδητοποίησα πως το να με χτίσω όπως θέλω είναι κάτι που περνάει μόνο απ’ το δικό μου χέρι, παίρνω τις αποφάσεις πολύ πιο εύκολα, προγραμματίζω πολύ πιο εύκολα και είμαι και πολύ πιο ήρεμη.
Πιστεύεις η διδακτική με την οποία θέλεις να ασχοληθείς, μεταξύ άλλων, καθρεφτίζει και κάποιους από τους λόγους, σου θυμίζει ίσως την καθηγήτρια, τη γυμνάστρια, που ήταν η φίλη σου τότε στα σχολικά χρόνια;
Σίγουρα, σίγουρα με παρακινεί… με παρακινεί το πώς μου φέρθηκε[00:30:00] και θα ήθελα να το ακολουθήσω όλο αυτό, επειδή σπανίζουν γενικά τέτοιοι καθηγητές. Αλλά, επειδή γνώρισα και το άλλο άκρο, δηλαδή στο ίδιο γυμνάσιο μία πάρα πολύ αρνητική καθηγήτρια, όπως προανέφερα, που δημιουργούσε πάρα πολλές εντάσεις κι ήτανε και προσβλητική ως ένα σημείο, δηλαδή είδα πως αυτό δε θέλω άλλο να συμβαίνει. Γενικά, ό,τι παθαίνω εγώ θέλω να συμβάλλω στο να μην ξανασυμβεί, στο να προσπαθήσω γενικά με το λιθαράκι μου να βάλω ένα τέλος σε όλο αυτό. Που δε θα το κάνω εγώ ολοκληρωτικά, αλλά θέλω να ξέρω γυρνώντας στο σπίτι πως το βίωμά μου δε με έκανε να θέλω να ’μαι εκδικητική, αλλά με έκανε να θέλω να βοηθήσω όσους μπορεί να περνάνε παρόμοιες καταστάσεις μ’ εμένα. Δηλαδή, όταν ήμουν πάρα πολύ μπερδεμένη, ας πούμε, και σκεφτόμουνα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου, σίγουρα τότε την έβλεπα σαν ηρωίδα αυτή τη γυναίκα, σίγουρα με επηρέασε το ότι βρισκόταν σ’ ένα σχολείο. Μπορεί να ’ταν γυμνάστρια, δε με ενδιαφέρει γενικά η γυμναστική, αλλά ήταν στο σχολείο και ήταν κοντά στα παιδιά και στους εφήβους βασικά, στο γυμνάσιο τουλάχιστον. Οπότε, ναι... Χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει, μέχρι σήμερα νιώθω ότι μ’ έχει… μ’ έχει επηρεάσει πάρα πολύ αυτή η γυναίκα. Μέχρι και σήμερα, κάθε φορά που κατεβαίνω στην Αθήνα, επειδή έχω ένα, μας είχαν δώσει ένα λεύκωμα για την αποφοίτησή μας απ’ το γυμνάσιο, της είχα δώσει να μου το γράψει, να μου το υπογράψει και μου είχε πει ότι μου εύχεται να γίνω κάποια στιγμή η ΧΡΥΣΑ ΣΙΓΑΝΟΥ, με κεφαλαία κιόλας, γιατί πίστευε πάρα πολύ σ’ εμένα. Σίγουρα έβλεπε κάτι που εγώ τότε δεν μπορούσα να δω, γιατί ένιωθα ότι είναι η καταστροφή του κόσμου τα εφηβικά χρόνια. Και είναι μεγάλη έμπνευση για μένα αυτή η γυναίκα. Δυστυχώς δεν έχω πάει να τη δω, που είναι μεγάλο λάθος όλο αυτό, αλλά δεν μπορούσα να πλησιάσω ούτε τα κάγκελα αυτού του σχολείου. Και μπορεί να ’ναι εγωιστικό, αλλά δεν μπορούσα να μπω εκεί πέρα, όσο βρισκόταν τουλάχιστον και η άλλη καθηγήτρια εκεί. Αλλά έχω τόσο θετική ενέργεια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που ελπίζω τουλάχιστον κάπως έτσι να φτάνει εκεί. Δηλαδή να με σκέφτεται και εκείνη όπως τη σκέφτομαι κι εγώ. Και σίγουρα να συνέχισε το έργο της, άμα το ’κανε σ’ εμένα αυτό, ελπίζω να το ’χει ξανακάνει γενικά, να τραβήξει τα παιδιά που βλέπει ότι ταλαιπωρούνται. Γιατί όλο αυτό γενικά δεν σταματάει, το bullying γενικά δεν σταματάει. Οπότε όσοι επιλέγουν να ασχολούνται με τη διδακτική –καλή ώρα εγώ–, που και στο πρόγραμμα, στο μεταπτυχιακό, ας πούμε, πρόγραμμα μιλάμε συγκεκριμένα για τον σχολικό εκφοβισμό, νιώθω ότι αν το βίωμα δε σε βοηθήσει να... να σε φέρει κοντά βασικά σ’ αυτά τα παιδιά, δε θα μπορέσεις να γυρίσεις πίσω και να προκαλέσεις μία αλλαγή. Απλώς θα είσαι εκδικητικός και θα επαναλάβεις ό,τι έχει συμβεί. Και ερχόμενη εδώ τώρα στην Κομοτηνή το πρώτο πράγμα που έκανα ήτανε… Βασικά, εντάξει, δεν ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα, αλλά γενικά, επειδή ήθελα να περάσω... Όχι όπως δεν είχα περάσει στην Αθήνα, γιατί μια χαρά περνούσα και στην Αθήνα, ήθελα να βρω μια δουλειά, γιατί λέω: «Ωραία, βρήκα το καινούριο μου σπίτι, είμαι ανεξάρτητη. Τι άλλο μπορώ να κάνω για να νιώσω ανεξάρτητη;». Το είχα πάρα πολλή, γενικά, ανάγκη αυτό, το να αισθάνομαι πως είμαι μεγάλη. Δεν ξέρω γιατί το είχα τόσο πολύ, ίσως επειδή ήμουνα και το μικρό παιδί; Δεν ξέρω. Όλοι με λέγαν και μικρή μέχρι και τότε: «Η μικρή. Ήρθε η μικρή. Θα πάει η μικρή». Οπότε βρίσκω δουλειά χωρίς να χρειάζεται, πραγματικά ο πατέρας μου δε με πίεσε για κάτι τέτοιο και είχα αρκετά... Δηλαδή μου ’στελνε αρκετά χρήματα, για την τότε εποχή δηλαδή αρκετά. Θυμάμαι ότι πήγα στο πανεπιστήμιο και είχανε μια συζήτηση τα παιδιά για το πόσα χρήματα τους έστελναν οι γονείς τους και έπαθα σοκ που άκουσα... Που ’μαστε μια μέση οικογένεια, αλλά επειδή ήμουνα το πρώτο παιδί που βγήκε να σπουδάσει σ’ άλλη πόλη, δεν ήξερε πόσα να στέλνει και τον πρώτο καιρό τουλάχιστον είχα αρκετά. Βρίσκω δουλειά στην εστίαση. Άθλιες συνθήκες γενικά αντιμετώπισης, άλλος ένας χώρος στη ζωή μου που μου φερόντουσαν υποτιμητικά, αλλά είχα τελείως διαφορετική ψυχολογία τότε και δεν το άφηνα να με επηρεάσει. Δηλαδή κοιτούσα το τι θέλω να κρατήσω εγώ στο τέλος της ημέρας. Γενικά, κακομεταχείριση, λίγα λεφτά, όχι τίμια... απέναντι στις υποχρεώσεις τους, ρε παιδί μου, για τους εργαζόμενους κτλ. Αλλά πολλοί φίλοι απ’ το περιβάλλον εκεί και μετά ήρθε και η σχέση. Η σχέση τώρα είναι ένα δικό μου κομμάτι εδώ και πέντε χρόνια, είναι ο λόγος που μένω εδώ μέχρι και σήμερα. Ο λόγος που το παλεύω να μείνω εδώ μέχρι και σήμερα, γιατί δεν είναι ό,τι πιο εύκολο να βρεις δουλειά σε μία τόσο, τόσο μικρή πόλη, που έχει πάρα πολύ λίγες ευκαιρίες, που όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, που είναι τελείως διαφορετική η νοοτροπία της απ’ την Αθήνα. Γενικά είναι ένας άλλος Θεός εδώ πέρα. Αλλά ήρθε αυτή η σχέση, που ήτανε και η πρώτη μου. Πολλή, πολλή ευτυχία μέχρι και σήμερα.
Μπορείς να συνεχίσεις.
Ωραία, έλεγα για το πόσο δύσκολο είναι να βρεις δουλειά σε μία τόσο μικρή πόλη, που συνήθως βρίσκουνε οι ντόπιοι της πόλης με κάποιον τρόπο, από στόμα σε στόμα κτλ. Γι’ αυτό και κατά βάση έχω ασχοληθεί με την εστίαση, επειδή ως φοιτήτρια με δεχόντουσαν πιο πολύ σ’ αυτό τον χώρο, δε θέλαν ντόπιους δηλαδή σ’ αυτό το κομμάτι. Έχω προσπαθήσει με το κομμάτι της πώλησης, έχω προσπαθήσει με το κομμάτι της διδακτικής, φοιτητές, αφού τελείωσα εγώ το τμήμα μου, για να τους βοηθάω στις εξεταστικές τους πάνω στα τούρκικα. Έχω προσπαθήσει σαν γραμματειακή υποστήριξη, γενικά το κυνηγάω πάρα πολύ σ’ αυτό το κομμάτι με γνώμονα το ότι θέλω να φτιάξω τη ζωή μου εδώ, επειδή είμαι αληθινά ερωτευμένη. Βέβαια, είναι μία κατάσταση που νιώθω ότι, ενώ της προσφέρω πάρα πολύ –όχι η σχέση, το να προσπαθήσω να βρω δουλειά σ’ αυτή την πόλη–, ενώ προσφέρω πάρα πολύ σ’ όλο αυτό, δε μου προσφέρει πίσω. Αλλά παρόλο που με απογοητεύουνε οι εναλλαγές στο κομμάτι της δουλειάς και εννοείται πως ψάχνω κάτι σταθερό πάντα –γενικά η σταθερότητα είναι κάτι που χρειάζομαι στη ζωή μου–, με κάνει να νιώθω και ότι κυνηγάω τα πράγματα, ότι δεν μπορώ να μένω στάσιμη, νιώθω ότι εξελίσσομαι, νιώθω ότι μαθαίνω πάρα πολύ διαφορετικά πράγματα σε όλους τους τομείς και αυτό κάπως με καθησυχάζει. Απ’ την εστίαση τελείωσα –οριστικά ελπίζω– πριν κάτι μήνες. Πριν πότε; Τοn Γενάρη, όταν έχασα τη γιαγιά μου. Γιατί αυτό βασικά ήταν κάτι που με ξύπνησε και είπα ότι: «ΟΚ, μέχρι εδώ, το κάνω απ’ τα 18, είμαι 23, δεν το θέλω άλλο στη ζωή μου. Δεν μπορώ άλλο αυτή τη συνθήκη, αυτή την αντιμετώπιση», όχι μόνο απ’ τους εργοδότες, γιατί έχω πέσει και σε καλούς εργοδότες, δεν είναι όλοι... δεν κακομεταχειρίζονται όλοι τους υπαλλήλους τους, αλλά ο κόσμος τουλάχιστον έχει στοn νου του ως υποτιμητικό αυτό το επάγγελμα, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί. Νιώθω πώς αν δεν το περάσεις, δεν μπορείς να το κάνεις, δεν μπορείς να το αξιολογήσεις. Και είναι κάτι που έπρεπε να αντιμετωπίζω με ένα χαμόγελο στο στόμα, στο πρόσωπο, με συγχωρείτε.
Έχεις στον νου σου κάποιο συμβάν, κάποιο περιστατικό που να το επιβεβαιώνει αυτό, τις σκέψεις σου αυτές;
Στην πρώτη μου δουλειά σ’ αυτό τον τομέα είχα πάει, μου ’χανε δώσει τη στολή μου μετά από αρκετούς μήνες, γιατί στην αρχή ήμουνα σε άλλο κομμάτι σ’ αυτό το μαγαζί, ήμουνα στο μπαρ, στον μπουφέ βοηθούσα. Και όταν μπήκα στοn δίσκο, που ’θελα πάρα πολύ να μάθω service τότε, μου φαινότανε το καλύτερο πράγμα που μπορούσα να κάνω στα 19, πήρα με πάρα πολλή χαρά τη στολή μου του service μετά από μήνες, και πήγα την επόμενη μέρα στο μαγαζί και θυμάμαι να με κοιτάνε, να με κοιτάει περίεργα ο εργοδότης και να μου λέει χαρακτηριστικά, επειδή φορούσα ποδιά, ότι φαίνομαι σαν νοικοκυρά... Ότι, ναι, φαίνομαι σαν νοικοκυρά και καλύτερα να τη βγάλω. Και εγώ είχα πάρα πολλή χαρά εκείνη τη μέρα που επιτέλους την έπαιρνα, που την έβλεπα τόσους μήνες στους άλλους που δουλεύανε εκεί και τη φορούσαν. Επίσης, θυμάμαι άθλιες συμπεριφορές από πελάτες, οι οποίοι είχανε τον χρόνο να ’ρθούνε να πιούνε τον καφέ τους και ήμουνα το πρόβλημά τους. Θυμάμαι να πηγαίνω να σερβίρω τα νερά, πριν προλάβω να συναναστραφώ ακόμη με τον πελάτη, και να σκύβει αυτός από πάνω στο κεφάλι μου, δίπλα στο αυτί μου βασικά για να τον ακούσω, δηλαδή λίγο ακόμη αν ερχόταν θα ακουμπούσε με τα χείλη του το αυτί μου, και να μου λέει ότι: «Το τραπέζι δεν είναι καθαρό, έλα καθάρισέ το τώρα». Και ήταν ένα απ’ τα πρώτα μου, απ’ τις[00:40:00] πρώτες μου επαφές, ήταν ο πρώτος μήνας νομίζω στον δίσκο. Οπότε, ήταν αρκετά σοκαριστικό αυτό για μένα, δεν ήξερα καθόλου πώς να το αντιμετωπίσω, έβαλα απευθείας τα κλάματα, δηλαδή μπροστά του, και μπήκα μέσα. Φυσικά δεν υπήρχε υποστήριξη από τα κεφάλια, γιατί ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Δεν έβγαιναν ποτέ ούτε σε τόσο ακραία περιστατικά να υποστηρίξουνε τους νέους στην τελική, που εργάζονται εκεί πέρα για το χαρτζιλίκι. Άλλο τόσο ακραίο περιστατικό δεν υπήρχε ως αυτό, αλλά ακόμα και η «καλημέρα» ήτανε κάτι που πλέον δεν ήταν δεδομένο. Δηλαδή τουλάχιστον παραπάνω απ’ τις μισές μέρες του χρόνου σε αυτό το επάγγελμα δεν άκουγα ούτε «καλημέρα» ούτε «καλησπέρα». Ήμουν ένα αντικείμενο, δηλαδή, εκείνη την ώρα, λες και είμαι μια μηχανή, που πατάς αυτό που ζητάς να σου ’ρθει και βγαίνει μέσα από μία εσοχή, ας πούμε, ο καφές. Δηλαδή ούτε «ευχαριστώ» ούτε τίποτα, το οποίο, όσο μικρό κι αν φαίνεται, το να μη σε καλημερίζει ο άλλος για μένα είναι... τουλάχιστον μου ασκούσε πάρα πολύ μεγάλη επιρροή, δηλαδή μου χαλάει πάρα πολύ τη διάθεση, δε δουλεύω με κέφι. Αλλά με σοκάρει το πόσο υποτιμητικά το ’χουν όλοι στο μυαλό τους, ξαναλέω, όλο αυτό. Σίγουρα έχουν συμβεί και άλλα ακραία περιστατικά, αλλά πραγματικά τα ’χω σβήσει, γιατί… Επειδή, το τελευταίος μου, η τελευταία μου στάση σ’ αυτή τη δουλειά ήταν πολύ γλυκιά και θέλω να το κρατήσω έτσι. Δηλαδή συνεργάστηκα με δύο πάρα πολύ καλούς εργοδότες, με πάρα πολύ κατανόηση. Ήτανε μία οικογένεια γενικά εκεί μέσα, έκανα νέους φίλους, ήρθα πάρα πολύ κοντά σε μία πολύ δύσκολη περίοδο τότε για μένα και με τη γιαγιά μου που είχε φύγει και πριν που είχε αρρωστήσει και που είχα πάρει πτυχίο και όλοι οι φίλοι μου, μου ’χαν πάρει επίσης πτυχίο, είχανε φύγει απ’ την πόλη. Ήταν ό,τι έπρεπε αυτός ο χώρος, δηλαδή το ότι ήταν το τελευταίο και το καλό για μένα είναι πολύ σημαντικό, γιατί το κράτησα γλυκά. Βέβαια, τώρα στο κομμάτι της πώλησης που συνέχισα, ακριβώς η ίδια συμπεριφορά απ’ τον έξω κόσμο. Αλλά έχω φτάσει σ’ ένα σημείο που δεν αμφισβητώ πλέον τον εαυτό μου. Δηλαδή δεν... δεν το φορτώνομαι εγώ. Εννοώ ότι δε θέλω να ρίξω το φταίξιμο σ’ εμένα, έχω μάθει να σηκώνω τοίχο, κάπως να αποκόβομαι, αλλά η αλήθεια είναι πως μέσα μου ξέρω πως ιδανικά θέλω μία δουλειά... Η ιδανική, βασικά, δουλειά για μένα θα ήτανε να μην ασχολείσαι με ενήλικες, δηλαδή να μην έχεις να κάνεις με τους ενήλικες. Τα παιδιά γενικά και οι έφηβοι, όχι επειδή είναι εύπλαστοι και θέλω να πατήσω πάνω τους, έτσι όπως έχω δεχθεί κι εγώ, ρε παιδί μου, μία τέτοια αντιμετώπιση, μπορεί να… μπορεί να είναι σκληροί και οι έφηβοι και τα παιδιά λόγω ειλικρίνειας και… ή άγνοιας ή οτιδήποτε άλλο, αλλά ξέρω πως υπάρχει κάτι αγνό μέσα και, αν δεν είναι αγνό, δηλαδή αν υπάρχει έστω ένα κακό συναίσθημα, δεν προέρχεται από κείνον. Δηλαδή δεν είναι λάθος δικό τους. Ενώ οι ενήλικες θεωρώ ότι κάνουνε συνειδητά κάθε ακραία συμπεριφορά. Όχι μόνο ακραία, έστω και μία καθημερινή αγένεια, δεν ξέρω πώς να το πω κοινώς. Γι’ αυτό θέλω πάρα πολύ να ασχοληθώ γενικά με το σχολείο, θέλω να μπω στον χώρο του σχολείου είτε καταφέρω να μπω ως αναπληρώτρια σ’ ένα μάθημα Ιστορίας, ας πούμε, που μου δίνει αυτή τη δυνατότητα το πτυχίο μου είτε με το δεύτερο πτυχίο, που ελπίζω να καταφέρω να πάρω, της Κοινωνικής Εργασίας, στις περιορισμένες θέσεις που υπάρχουν ως κοινωνική λειτουργός.
Τι σε έκανε να θέλεις να σπουδάσεις κοινωνική λειτουργός;
Για αρχή, το αδιέξοδο που αισθανόμουνα. Το ξέρω ότι είναι πολύ κακό... κακή σκέψη για μένα, γιατί αδικεί τις ικανότητές μου. Το αδιέξοδο που αισθανόμουνα, όταν συνειδητοποίησα πως δε μου άρεσε η πρώτη μου επιλογή, που εν τέλει την έφτασα μέχρι το τέλος, αλλά ήθελα από κάπου να πιαστώ, δηλαδή ήθελα να θέσω ένα στόχο για να πιαστώ από κάπου και να φύγω από όλο αυτό που μ’ έκανε να νιώσω πως τέσσερα χρόνια φύγανε. Αλλά μετά συνειδητοποίησα πως… πως ό,τι έχω βιώσει είναι σαν να μ’ έχει κάνει να… Σαν να μ’ έχει σπρώξει προς τα κει. Ναι, συνεχίζω στο γιατί επέλεξα, επιλέγω βασικά να ασχοληθώ με αυτό. Όπως είπα ότι αισθάνομαι πως ό,τι έχω βιώσει κάπως με ωθεί προς τα κει. Θέλω πάρα πολύ γενικά να ασχοληθώ με παιδιά και δε θέλω απλώς να τους περνάω γνώσεις, ενώ πάντα είχα στο μυαλό μου ότι θέλω να ασχοληθώ με τη διδακτική και πάντα θα είναι ένα κομμάτι που θέλω και έχω την επιλογή και των τουρκικών, άμα θέλω να το ασκήσω αυτό. Έτσι όπως πάντα, όπως πάντα είχα εγώ ανάγκη από μία αγκαλιά είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά, αυτό θέλω να είμαι κι εγώ. Δεν ξέρω αν θα πετύχει αυτό, αλλά πάντα, μέχρι και σήμερα, ενώ θέλω πάρα πολύ να είμαι ανεξάρτητη, έχω πολλή ανάγκη την προστασία, θέλω να νιώθω από πίσω μου πως υπάρχει μία προστασία. Αυτό το αίσθημα είναι για μένα το πιο σημαντικό, δηλαδή το να ξυπνάω και να αισθάνομαι πως έχω κάποιον από πίσω μου. Και ίσως αυτό δεν μπορεί να γίνει, δεν το έχουνε όλοι. Αυτό είναι κάτι που με θλίβει και, αν μπορώ κάπως να συμβάλω, θέλω πάρα πολύ και αυτό είναι κάτι που με ώθησε στο να το πάρω αυτό απόφαση. Φυσικά και θα ’μαι πολύ ευτυχισμένη αν μπορέσω να τα κάνω σε συνδυασμό αυτά. Δηλαδή να γίνω, ας πούμε, κοινωνική λειτουργός σ’ ένα μειονοτικό, αν κάποια στιγμή δέχονται κοινωνικούς λειτουργούς στα μειονοτικά. Γιατί, ας πούμε, ένα φιλικό μου πρόσωπο, που πήγε να κάνει πρακτική σ’ αυτή τη σχολή, Κοινωνική Εργασία, κοινωνικός λειτουργός, δεν κατάφερε με το πρώτο παιδί, ας πούμε, που είχε αναλάβει σαν περιστατικό, δεν κατάφερε να ασχοληθεί λόγω συνεννόησης. Και αυτό είναι κάτι που δε θα έπρεπε να στερείται κανένα παιδί είτε επειδή... Δε θέλω να κρίνω αν είναι λάθος των γονιών το χάσμα που έχουνε με τη γλώσσα στη χώρα που μένουν, γιατί να σημειωθεί πως εδώ στην Κομοτηνή τουλάχιστον υπάρχει μουσουλμανική μειονότητα. Ναι, δε θα ’πρεπε κανένα παιδί να το στερηθεί αυτό από τη στιγμή που πηγαίνει σχολείο εδώ πέρα. Οπότε, αν γίνεται να μην πετάξω καθόλου, να μην ακυρώσω βασικά καθόλου την πρώτη μου προσπάθεια, το ότι αποφοίτησα δηλαδή απ’ το Παρευξείνιων, θα ήθελα πολύ να τα συνδυάσω. Προσπαθώ, βέβαια, επειδή πάντα ήμουν ένας άνθρωπος που ήθελε να τα προγραμματίζει όλα και σε μεγάλο χρονικό διάστημα, προσπαθώ πλέον να πηγαίνω με τη μέρα. Γιατί αυτό με παρακινεί τουλάχιστον πιο πολύ. Και αφού –μιας και μιλάω τώρα για τις σχολές–, αφού τελείωσα, λοιπόν, τη σχολή, υπήρχε ένα διάστημα νεκρό στο οποίο απλώς δούλευα στην εστίαση, δεν είχα σταματήσει ακόμη. Και κυρίως βασιζόμουν στο να χτίσω παραπάνω λίγο τη σχέση μου. Δηλαδή να κάνω λίγο τα θεμέλιά της πιο δυνατά, ας πούμε, γιατί απ’ τη στιγμή που σκέφτηκα και αποφάσισα ότι ήθελα να μείνω 700 κάτι χλμ. μακριά απ’ το σπίτι μου, ήθελα να νιώθω μία γερή βάση. Με τον Δημήτρη –Δημήτρη τον λένε– είμαστε μαζί πέντε χρόνια, είναι –τουλάχιστον μέχρι στιγμής– έτσι ακριβώς όπως το ονειρευόμουν. Σίγουρα θα υπήρχαν πράγματα που θα άλλαζα, αλλά έτσι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και απ’ τη στιγμή που αυτόν έχω συνειδητοποιήσει πως θέλω δίπλα μου και γι’ αυτό προσπαθώ και παλεύω, στο τέλος της μέρας δε θα άλλαζα τίποτα και απλώς είμαι πολύ εντάξει στο ότι είμαι δεκτική με τα αρνητικά του, όπως είναι και αυτός δεκτικός με τα δικά μου αρνητικά. Ούτως ή άλλως, τέλεια σχέση –είτε σε ερωτικό, είτε σε φιλικό, είτε σε οικογενειακό επίπεδο– δεν υπάρχει για μένα, κάθε σχέση έχει την έντασή της. Και ίσως είναι και τροφή για μεγαλύτερη σύνδεση μία ένταση. Άμα καταφέρει να ξεπεραστεί είναι ένας πιο ισχυρός δεσμός για μένα.
Segment 3
Η νοσοκομειακή περίθαλψη και ο θάνατος της γιαγιάς της και η διαχείριση του πένθους της
00:49:03 - 01:10:09
Και αυτόν τον κενό χρόνο, λοιπόν, μεταξύ της αποφοίτησης, της προσπάθειας να δυναμώσει η σχέση και της εστίασης, χωρίς να ξέρω τότε πως θέλω ακόμη να βγάλω μία δεύτερη σχολή, ξεκινάει… ξεκινάνε τα πιο αληθινά εν τέλει, μπορώ να πω, αλλά τότε τα πιο άσχημα περιστατικά στη ζωή μου. Αρχικά, αρρώστησε η γιαγιά μου, το οποίο το έμαθα ένα πρωί εν ώρα δουλειάς, εν ώρα αιχμής κιόλας, ένα Σαββατοκύριακο, που το Σαββατοκύριακο στην εστίαση προφανώς είναι πάρα πολύ πιεσμένο. Το μαθαίνω, λοιπόν, μ’ ένα τηλεφώνημα, στο οποίο θυμάμαι ακριβώς και τη στιγμή που… Το σημείο που καθόμουνα ακριβώς και πώς ήτανε... πώς διαγώνια καθόμουνα στο...[00:50:00] σ’ ένα πλακόστρωτο και πώς ήταν ακόμη και οι μύτες των ποδιών μου στις πλάκες του πλακόστρωτου κάτω, γιατί κοιτούσα κάτω, δηλαδή το θυμάμαι πολύ καθαρά. Θυμάμαι απλώς να καταρρέω, επειδή δεν είμαι ένα παιδί βασικά που το μεγάλωσε η γιαγιά του, γιατί η μαμά μου δε δούλευε, αλλά ήμουν πάρα πολύ κοντά με τη γιαγιά μου και ταυτόχρονα είμαι ένας άνθρωπος που από παιδί φοβάμαι πάρα πολύ τον θάνατο. Δηλαδή σε ζωγραφιές μου του νηπιαγωγείου, σ’ όποιον και αν την έκανα, είτε στη νηπιαγωγό μου, στη μαμά μου, στον μπαμπά μου, στη γιαγιά μου, έγραφα: «Σ’ αγαπώ πολύ, μαμά ή γιαγιά, δε θέλω να πεθάνεις». Χωρίς να έχω χάσει κάποιον άνθρωπο σ’ αυτή την ηλικία, δεν ξέρω πώς γεννήθηκε αυτός ο φόβος, αλλά ήτανε... Έτρεφα πάρα πολύ δυνατό αίσθημα φόβου, ένιωθα πως όταν έρθει ένα τέτοιο συμβάν στη ζωή μου εγώ δε θα καταφέρω να τραβήξω οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή δε θα καταφέρω να συνεχίσω να προσπαθώ για τίποτα άλλο για μένα. Και να που ήρθε, παρόλο που έχω ζήσει άλλους δύο θανάτους, αλλά ήμουνα μικρότερη, είχανε φύγει οι γονείς της μαμάς μου, ο παππούς μου και η γιαγιά μου απ’ την πλευρά της μαμάς μου, όταν ήμουν δημοτικό όμως. Οπότε αυτός ο φόβος χτιζότανε και στην εφηβεία και τώρα ως φοιτήτρια. Χτιζότανε ότι κάποια στιγμή θα έρθει και στο άκουσμα ότι αρρώστησε, εγώ θρηνούσα ήδη, λες και έχει φύγει. Και γίναν όλα μέσα σε τρεις μήνες, δηλαδή ήταν πάρα πολύ γρήγορη αυτή η εξέλιξη. Εγώ θυμάμαι, δηλαδή, τον Αύγουστο τη γιαγιά μου να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες στο χωριό, να πηγαίνουμε να τρώμε σε ταβέρνες, να τρώμε παγωτά και απλώς ένα πρωί, Σάββατο του Οκτώβρη, μαθαίνω ότι η γιαγιά μου έχει όγκο στον εγκέφαλο. Αυτό το μαθαίνω Οκτώβρη, κλείνω εισιτήρια, γυρνάω απευθείας στην Αθήνα. Απευθείας; Μία εβδομάδα κενό υπήρχε, στην οποία μία βδομάδα η γιαγιά μου έπεσε τόσο πολύ, που –έπεσε ακόμη και κυριολεκτικά κάτω– είχε γίνει πολύ αδύναμη. Οπότε εγώ γύρισα και είχα ως τελευταία εικόνα στο μυαλό μου τη γιαγιά μου τον Αύγουστο και την είδα με μαυρισμένο μάτι απ’ την πτώση σ’ ένα καροτσάκι, πλήρως λειτουργική επικοινωνιακά, αλλά προφανώς σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διαφορετική και ήταν ένα σοκ για μένα αυτό, εκεί ήρθε το πρώτο σοκ. Και εκεί ήταν και η περίοδος που άρχισα να αμφισβητώ το ότι ίσως δε θέλω να μείνω εδώ πέρα, γιατί δεν μπορούσα να βοηθήσω πρακτικά σ’ όλο αυτό που συνέβαινε. Προφανώς έπρεπε να μένει μαζί μας για να… Μαζί μας; Μαζί με τους γονείς μου, στο πατρικό μου, για να δέχεται βοήθεια. Και επειδή η πτώση της ήταν πάρα πολύ γρήγορη, μπήκε σε κλινική και μέχρι να γυρίσω εγώ τα Χριστούγεννα, το πρωί που έφτασα βασικά στην Αθήνα και ξάπλωσα λίγο να κοιμηθώ μέχρι να ξημερώσει, γιατί έφτανα ξημερώματα, η γιαγιά μου μπήκε στο νοσοκομείο. Δηλαδή χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο, γιατί δεν είχε καθόλου οξυγόνο σχεδόν. Και θυμάμαι απλώς να φοβάμαι, βασικά την είχα πάρει τηλέφωνο στην κλινική πριν ταξιδέψω για να της πω ότι: «Θα γυρίσω αύριο». Γενικά, η γιαγιά μου μού είχε απίστευτη αδυναμία, απίστευτη, έχω το όνομά της, έχω τον χαρακτήρα της, μου έλεγε ότι είμαι η συνέχειά της. Και την ίδια αδυναμία της είχα και εγώ. Και ό,τι συνέβαινε, έπαιρνα τηλέφωνο να ενημερώσω για το οτιδήποτε τη γιαγιά μου πρώτα, ακόμα και γι’ αυτά που φοβόμουνα να πω στους γονείς μου τα ’λεγα στη γιαγιά μου. Και την παίρνω, λοιπόν, τηλέφωνο –επειδή φεύγω, όλο κάνω εναλλαγές στο θέμα–, την παίρνω τηλέφωνο να της πω ότι: «Ξέρεις τι; Χαλάρωσε, δυνάμωσε λίγο, γιατί αύριο θα ‘μαι κει». Έβγαιναν τσιριγμοί, δηλαδή δεν μπορούσε καθόλου να μιλήσει, ένα «ναι» προσπαθούσε να πει και άκουγα απλώς την ανάσα της, μια πνοή να βγαίνει, δηλαδή δεν άκουγα το «ναι». Εκεί εγώ νιώθω ότι δε θα προλάβω και απλώς το πρωί στην Αθήνα, που είχα όπως είπα γλαρώσει λίγο να ξεκουραστώ, ακούω τηλέφωνο –φυσικά και νόμιζα ότι έφυγε, γιατί ήτανε ένα τηλεφώνημα στις 5:00 το πρωί–, αλλά τελικά ήταν απλώς απ’ την κλινική που μας ενημέρωναν πως πρέπει να κάνει εισαγωγή. Και φτάνοντας εκεί –εγώ είχα να τη δω από τον Νοέμβριο, λοιπόν, που την είχα δει στο πατρικό μου–, τη βλέπω να βγαίνει απ’ το ασθενοφόρο και ενώ δεν είχε η γιαγιά μου γενικά συνείδηση εκείνες τις μέρες, της είπε ο πατέρας μου: «Μαμά, η Χρύσα», και ενώ δεν άνοιγε τα μάτια, τα άνοιξε και γυρνούσε το κεφάλι της να με βρει. Δηλαδή δεν κουνιόντουσαν μόνο τα μάτια της, κουνούσε ολόκληρό της το κεφάλι ξαπλωμένη στο φορείο για να βρει πού είμαι. Και ενώ δε μιλούσε, δηλαδή δε μου μιλούσε ούτε στο τηλέφωνο, εκείνη τη μέρα, αφού μπήκε στο δωμάτιο, έγινε η εισαγωγή κανονικά, μπήκα μέσα και μου μίλησε λες και ήταν το καλοκαίρι πριν συμβεί όλο αυτό. Εγώ, στο μεταξύ, είχα πάει στην Αθήνα μαζί με τον Δημήτρη, το αγόρι μου, για να περάσουμε τις γιορτές μαζί, γιατί τα Χριστούγεννα γιορτάζω και εγώ και η γιαγιά μου και είχα ξεκαθαρίσει πως τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή που περνάμε στην Αθήνα γι’ αυτό τον λόγο, γιατί είμαστε δύο, δε θα γιορτάζει ποτέ καμία μόνη της. Και τελικά ήτανε μαύρα Χριστούγεννα, γιατί ήτανε μαζί μας, αλλά ήταν στο νοσοκομείο. Ενώ μέρα με τη μέρα έχανε γενικά ακόμη περισσότερο τη συνείδησή της και γενικά δεν μπορούσε να επικοινωνήσει. Δηλαδή κάποιες μέρες μπορούσε να πει «ναι» ή «όχι», άλλες τίποτα. Εμένα με ακολουθούσε με τα μάτια της, δηλαδή θυμάμαι ότι, όπου και αν πήγαινα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, με ακολουθούσε με το βλέμμα της. Και όταν είχα πάει μια μέρα με τον αδερφό μου, τη ρώτησα αν μ’ αγαπάει, μου έγνεψε, ενώ στον αδερφό μου δεν έγνεψε, επειδή νιώθω ότι ήταν –όχι ότι δεν τον αγαπούσε, προφανώς και τον λάτρευε–, αλλά ήταν πολύ δυνατός ο δεσμός μας. Και εγώ γενικά είχα το εξής χαρακτηριστικό, για το οποίο δεν είμαι πολύ περήφανη, αλλά το έχω και δεν μπορούσα κάπως να το αποκρούσω. Είμαι πολύ… Σιχαίνομαι πολλές καταστάσεις, είμαι πολύ μανιακή με την καθαριότητα, γενικά το ’χω πάρα πολύ αυτό. Δεν μπορώ τις έντονες μυρωδιές, τις δυσάρεστες μυρωδιές. Οπότε στο νοσοκομείο ήρθαμε αντιμέτωποι –ήρθαμε, λέω και εγώ και η μαμά μου, επειδή πηγαίναμε κάθε μέρα 9:00 με 2:00 το μεσημέρι–, ήρθα αντιμέτωπη με πράγματα που δεν μπορούσα κάπως να αντέξω, αλλά πρώτη φορά έβλεπα και έναν δικό μου άνθρωπο σε μία τέτοια κατάσταση. Προφανώς επειδή έπρεπε να την περιποιούμαστε εμείς, δεν κάνουνε τέτοια πράγματα τα νοσοκομείο, εκτός αν πάρεις κάποιον άνθρωπο να το φροντίσει αυτό. Και θυμάμαι την πρώτη μέρα που έπρεπε να το κάνω, παρόλο που ήταν η γιαγιά μου, ήμουνα πάρα πολύ κομπλαρισμένη, να το κάνω εννοώ να την καθαρίσουμε και να την περιποιηθούμε. Ενώ απ’ τη δεύτερη μέρα, λες και δεν το είχα ποτέ αυτό το χαρακτηριστικό, έφυγε τελείως από πάνω μου και οριακά το ’κανα όλο μόνη μου. Γιατί η ευχαρίστηση στο πρόσωπό της, όταν μετά ήταν έστω και λίγο βρεγμένη στο πρόσωπο, όταν ένιωθε πως ήταν καθαρή, ήτανε το βραβείο μου, ας πούμε, που μ’ έκανε όλο αυτό να το αφήσω. Αλλά το χειρότερο σ’ όλη αυτή την πορεία ήτανε ότι είχε αρχίσει να «ανοίγει» πίσω λόγω κατάκλισης, αλλά τότε, επειδή πάντα, πάντα ένας άνθρωπος έχει ελπίδες, δε θεωρώ πως ποτέ έστω και η παραμικρή ελπίδα φεύγει, δηλαδή πάντα υπάρχει, απλώς δεν το παραδεχόμαστε, τότε δεν έβλεπα το πόσο άσχημη ήταν η κατάσταση και πιανόμουνα από το ένα νεύμα που μου έκανε, ας πούμε, στο ότι πάνε όλα καλύτερα. Αλλά τη στιγμή που το είδα αυτό το πράγμα πίσω της κάπως σαν να άρχισα να χωνεύω το τι πρόκειται να συμβεί ή τουλάχιστον νόμιζα πως θα χωνέψω αυτό που πρόκειται να συμβεί. Το οποίο συνέβη αφού εγώ γύρισα στην Κομοτηνή, αλλά εγώ πετούσα 8 Γενάρη και η γιαγιά μου έφυγε στις 10. Και το βράδυ στις 7:00, πριν φύγω, ήξερα, επειδή στο νοσοκομείο που είχε κάνει εισαγωγή διευθυντής ήταν ο νονός μου, ήξερα πως η γιαγιά μου θα φύγει πολύ σύντομα, γιατί μπροστά μου, σε μία συζήτηση γιατρών που γινόταν κυριολεκτικά από πάνω μου, ακούστηκε πως δε θα χορηγείται πλέον κορτιζόνη, το οποίο ήταν κάτι που την κρατούσε. Εννοείται με απόφαση του πατέρα μου και της μητέρας μου, γιατί πλέον ήτανε απάνθρωπο αυτό, δηλαδή, που της συνέβαινε, δεν αξίζει σε κανένα άνθρωπο αυτή η κατάσταση. Απλώς αυτή η συζήτηση έγινε λες και ήταν ένα καθημερινό κουτσομπολιό από πάνω μου, που ήμουνα ένα απ’ τα πιο κοντινά της πρόσωπα. Και αφού, λοιπόν, το άκουσα αυτό –που, ξαναλέω, ήταν 7 του μήνα και εγώ έφευγα στις 8–, έπρεπε στις 7 του μήνα να πω το τελευταίο μου αντίο, τουλάχιστον πάνω στη γη, με τη γιαγιά μου. Η οποία δε μιλούσε, ήτανε απ’ τις μέρες που ούτε τα μάτια της άνοιγε. Θέλω να σημειωθεί αυτό ότι δεν άνοιγε τα μάτια της, δεν άκουγε, δεν απαντούσε σε τίποτα. Και μπαίνω, λοιπόν, στο δωμάτιο, αφού το άκουσα αυτό, να τη χαιρετήσω, γιατί είχε πάει 9:00 το βράδυ και έπρεπε να φύγουμε. Και επειδή έχω ακούσει από πολλούς ότι: «Α, έφυγε ο τάδε άνθρωπος στη ζωή μου και δεν είχα την ευκαιρία να τον αποχαιρετήσω, οπότε ζήσ’ το, κάν’ το» και λέω: «ΟΚ,[01:00:00] θα εκφραστώ και θα πω ακριβώς ό,τι νιώθω». Ούτως ή άλλως, δε μ’ ακούει, τις τελευταίες μέρες δεν άκουγε. Προφανώς και δε θα πω κάτι που μπορεί έστω λίγο να το ακούσει και να την τρομάξει, γιατί δεν ήθελα να φύγει με φόβο, αλλά θα της πω, θα της εκφράσω όλη την αγάπη που έχω. Και τραβάω την καρέκλα να κάτσω δίπλα της και, ενώ δεν είχε επαφή για τρεις -έσσερις μέρες, με το που λέω «γιαγιά», ανοίγει τα μάτια της και γυρνάει προς τα μένα και προσπαθούσε να εστιάσει με τα μάτια της πάνω μου. Αλλά το καταλάβαινα ότι δεν μπορεί και έκλεινε τα μάτια της και λέω: «Δεν μπορεί να το άκουσε, γιατί δεν απαντάει ούτε στο όνομά της απ’ τους γιατρούς». Ίσως ήταν τυχαίο και ξαναλέω το «γιαγιά» και τα ξανανοίγει τα μάτια της. Ήταν σαν να ήθελε να ακούσει αυτό το πράγμα εκείνη τη στιγμή και λέω: «Δεν μπορώ να πω τίποτα επομένως». Αν έστω μία λέξη μένει, δεν μπορώ να πω τίποτα, γιατί μπορεί να καταλάβει ότι φεύγει. Και η γιαγιά μου γενικά δεν ήθελε να φύγει και το έδειχνε αυτό, γιατί μπορεί να μη μας άκουγε και να μην είχε επαφή, αλλά επειδή είχε ακούσει πως από μια φίλη της που έφυγε ο άντρας της ότι λίγες μέρες πριν φύγει ο άντρας της είχε βγάλει στα χέρια του μελανώματα, ας πούμε, κάτι μελανά σημεία δε θυμάμαι ακριβώς, η γιαγιά μου, χωρίς να ’χει επαφή και χωρίς να μας μιλάει, σήκωνε απλώς το χέρι της να το κοιτάξει, να δει πώς είναι, γιατί φοβόταν. Και λέω: «Επομένως πρέπει να προσέξεις πάρα πολύ τι θα πεις για να μην αρχίσει να τρέμει η καρδούλα της», ας πούμε, γιατί δεν ήθελα να φύγει έτσι. Ψιθύρισα αυτά που ’θελα να πω –εννοείται μαζεμένα– και η χειρότερη σκηνή για μένα, που μου ’χει μείνει, ήτανε που έπρεπε να σηκωθώ, να βάλω το μπουφάν μου και να φύγω. Δηλαδή δεν ήτανε βάζεις το μπουφάν και φεύγεις απ’ το σπίτι που πήγες για καφέ, βάζεις το μπουφάν και φεύγεις απ’ το σπίτι που σου μαγείρεψε η γιαγιά ή οτιδήποτε, ήταν το τελευταίο, το τελευταίο μας αντίο, η τελευταία φορά που βρισκόμασταν και υπήρχαμε και οι δύο. Φεύγοντας από κει μαθαίνω μετά, αφού φτάνω δύο μέρες μετά, πως έφυγε και γύρισα ξανά για –δε θέλω να πω τη λέξη–, για αυτό το διαδικαστικό, δεν μπορώ να το δεχτώ γενικά ακόμη. Και φυσικά, ενώ για λόγους υγείας δεν έπρεπε να τη δούμε, εγώ ζήτησα να τη δω, γιατί της είχα γράψει κάτι. Εγώ από μικρή γράφω πάρα πολύ, είναι η ψυχοθεραπεία μου το γράψιμο, έχω γράψει και... ακόμη και ενότητες κάποιου βιβλίου που θα ήθελα κάποια στιγμή να εκδώσω, το οποίο δεν έχει ολοκληρωθεί. Αλλά γενικά, όποτε δεν είμαι καλά, παίρνω χαρτί και γράφω και αυτό το ’κανα, όσο καιρό ήταν άρρωστη της έγραψα πάρα πολλά πράγματα, τα οποία δεν μπορούσα να της τα πω. Και αποφάσισα να κόψω δύο χαρτιά απ’ όλα αυτά και να της τα δώσω για να τα έχει παρέα της. Οπότε ζήτησα να τη δω για πέντε λεπτά, μου επέτρεψαν. Και επειδή οι γονείς μου στις 10 Γενάρη που έφυγε διαγνώστηκαν θετικοί στον Covid, αυτό το διαδικαστικό έπρεπε να γίνει μία βδομάδα μετά. Οπότε η γιαγιά μου για μία βδομάδα έπρεπε να συντηρηθεί και ήταν εκεί μέσα, τέλος πάντων. Και θυμάμαι να προσπαθώ να βρω τα χέρια της –επειδή ήταν στολισμένη– για να της βάλω το χαρτί, τα χαρτιά μάλλον, και ήταν… Έβγαζα τον καπνό –μου διαφεύγει πώς λέγεται αυτή τη στιγμή–, τον καπνό απ’ το στόμα όταν βγάζεις απ’ το κρύο, που ήμουνα από πάνω της, παρόλο που δεν είχε τόσο κρύο –στην Αθήνα γενικά δεν έχει πολύ κρύο– και έτσι όπως έψαχνα να βρω τα χέρια της, θυμάμαι ότι, επειδή την έπιανα, με πονούσαν τα ακροδάχτυλά μου λες και τα βάζω σε χιόνι. Δηλαδή ήτανε πολύ κρύο και είχαν κοκκινίσει, έτσι ακριβώς όπως νιώθεις όταν πιάνεις χιόνι με γυμνά χέρια. Και εκεί ήτανε μία σφαλιάρα, που ήτανε ωμή πραγματικότητα, και βάζω το χαρτί μέσα, κλείνω το χέρι της, της βάζω και μία εικόνα με τον Άγιο Νεκτάριο, επειδή ήταν πάρα πολύ θρήσκα. Ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο προστάτης της οικογένειάς μας και της τη φοράω και εκεί είπα το… Βασικά, δεν είπα εκεί το τελευταίο αντίο, για μένα το τελευταίο αντίο είναι στο χαρτί που ελπίζω με κάποια ενέργεια να έχει περαστεί το περιεχόμενό του μ’ εκείνη. Και μόνο που το ακουμπάει δηλαδή, νιώθω πως εκεί είναι το αντίο. Αλλά από κει ό,τι μου συμβαίνει πλέον στη ζωή μου είναι πάρα πολύ διαφορετικό. Δηλαδή νιώθω πως ό,τι περιέγραψα μέχρι στιγμής για οτιδήποτε είτε δεν ήταν ολοκληρωμένο είτε δεν είχε συνοχή. Δηλαδή νιώθω πως η ζωή μου άλλαξε τελείως από τότε, νιώθω ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Έχει αλλάξει πάρα πολύ ο τρόπος που σκέφτομαι, ο τρόπος που αντιμετωπίζω τα πράγματα, είτε κάποια προς το θετικό, κάποια προς το αρνητικό. Δηλαδή απ’ τη μία έχω συνειδητοποιήσει το πόσο σύντομη είναι αυτή η ζωή, εκφράζομαι πολύ περισσότερο. Όχι πόσο σύντομη, γιατί απ’ τη μία εκτιμώ το ότι η ροή ήταν φυσιολογική. Δηλαδή το ότι έχασα τη γιαγιά μου και δεν έχασα κάποιον άλλον άνθρωπο στη ζωή μου, αλλά από την άλλη είναι κάτι που, προφανώς επειδή είναι δικός μου άνθρωπος, δεν μπορώ να το διαχειριστώ, τουλάχιστον ακόμη, χρειάζομαι προφανώς χρόνο. Οπότε, ναι, έχω εκτιμήσει αυτό το κομμάτι και κάπως ζω παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να μη ζω πολύ. Δηλαδή μπορεί να… Μπορεί όντως να εκφράζω τα συναισθήματά μου πιο πολύ, μπορεί αυτή τη μέρα, που είμαι κουρασμένη απ’ τη δουλειά, να μην αφήσω την κούραση να με κρατήσει μέσα και να θελήσω να βγω. Αλλά μπορεί να οικειοποιηθώ πάρα πολύ αυτό που συνέβη, για το οποίο δεν ευθύνομαι εγώ ούτε εκείνη. Αλλά να νιώθω πως δε θέλω να κάνω τίποτα, δε θα πράξω τίποτα, δε θα προσπαθήσω για μένα, γιατί φεύγοντας φύγαν όλα. Το πέπλο, γενικά, του θρήνου για μένα είναι… Με έχει επηρεάσει στα πάντα μου όλα, είναι τεράστιο και είναι πολύ βαρύ, πάρα πολύ βαρύ. Αλλά σίγουρα γράφοντας, γιατί προσπαθώ να επικοινωνώ μαζί της αποτυπώνοντας γενικά ό,τι χρειάζομαι να της πω στο χαρτί. Αλλά ευτυχώς κοιτάζοντας και φωτογραφίες και βίντεο, χαίρομαι πολύ που υπάρχει πλέον η δυνατότητα να έχουμε βίντεο πάρα πολύ εύκολα, γιατί η φωνή δεν πεθαίνει ποτέ. Η φωνή με φέρνει κοντά της. Δηλαδή έχω ένα βίντεο στο οποίο μου λέει «καλημέρα» και δεν μπορώ να ξεκινήσω τη μέρα μου αν δεν το ακούσω. Με συγχωρείς, αλήθεια, δεν μπορώ… Αν ακούγεται… Ναι, δεν μπορώ να πω «καλημέρα», λοιπόν, άμα δεν το ακούσω. Δηλαδή, και ακόμη και για το ότι εγώ, ας πούμε, θέλω πάρα πολύ να παντρευτώ, το ονειρεύομαι από μικρή τον γάμο. Ειδικά με τον άνθρωπο που έχω βρει, επειδή μου ταιριάζει κιόλας, σίγουρα το ονειρεύομαι και πιο ειδικά. Έχω γράψει ήδη –σ’ αυτό το τετράδιο που γράφω πάντα– τι θα ήθελα να πω εκείνη τη μέρα για να της αφιερώσω ένα λεπτό, να είναι λες και είναι και εκείνη αυτή τη στιγμή εκεί. Δηλαδή δε θέλω να μείνει μόνο στη σκέψη μου αυτό, θέλω όλοι στον χώρο εκεί να αισθανθούνε πως κάτι λείπει. Ευτυχώς για μένα όλος μου ο περίγυρος είναι πάρα πολύ υποστηρικτικός πάνω σ’ αυτό το κομμάτι, και η σχέση μου ειδικά πάρα πολύ, γιατί τυχαίνει να έχασε και ο ίδιος τη γιαγιά του Δεκέμβρη, ένα μήνα μετά απ’ το δικό μου συμβάν. Αλλά είναι κάτι που θέλει χρόνο και όχι με την κοινή έννοια που όλοι το χρησιμοποιούν, αυτή την κλισέ φράση ότι: «Θέλει τον χρόνο του». Ο χρόνος στην απώλεια, δηλαδή να θρηνείς κάποιον που έφυγε, δεν είναι «ο χρόνος είναι γιατρός», ο χρόνος είναι οι πρώτες φορές που θα ’ρθούνε και θα πρέπει να συνηθίσεις ότι ο άλλος δεν είναι εκεί. Η πρώτη δουλειά, ας πούμε, εγώ βρήκα μία δουλειά τώρα –η πρώτη φορά που έγινε αυτό–, βρήκα μία καινούρια δουλειά και δεν κατάφερα να την πάρω τηλέφωνο να της το πω, το φαγητό που μπορεί να ’καψα το μεσημέρι και δεν μπόρεσα να πάρω τηλέφωνο να της το πω ή εκείνη η φορά που γύρισα στην Αθήνα και, ενώ η επόμενη ημέρα ήταν αφιερωμένη στη γιαγιά, δεν είναι πια, τα γενέθλιά της που ήρθαν και δεν μπορούσα να της ευχηθώ. Αυτό είναι ο χρόνος, είναι οι πρώτες φορές που πρέπει να βιωθούν όλες, όλες όμως, στις οποίες θα υπάρχει αυτή η αλλαγή, θα λείπει κάτι και μετά οι επόμενες πονάνε... το φυσιολογικό είναι να πονέσουν λιγότερο.
Στο τετράδιο αυτό που μας ανέφερες, από πότε κρατάς σημειώσεις;
Από τότε που ξεκίνησαν τα προβλήματα στο σπίτι, στο γυμνάσιο με τους γονείς μου. Επειδή τότε ταυτόχρονα ήτανε η ηλικία που δεν είχα φίλους, δεν είχα κάπου, σε κάποιον να εμπιστευτώ κάτι, εκτός από το σκυλάκι μου, βέβαια, που εκεί τα ’λεγα όλα, αλλά δεν είχα και απάντηση πίσω, ευτυχώς γιατί θα ’ταν περίεργο αυτό. Αλλά από κει, εκεί ξεκίνησα να τα γράφω όλα, ό,τι σκέφτομαι. Κάποια έχουν συνοχή, άλλα δεν έχουν συνοχή, ανάλογα την κατάσταση που είμαι όταν γράφω. Κάποια μπορεί να είναι πεζά, άλλα μπορεί να είναι όντως μικρές ιστορίες, άλλα μπορεί να είναι ένα γράμμα που θέλω να δώσω σε κάποιον. Οτιδήποτε ή μία σκέψη μου που μου ήρθε στο μυαλό και κάποια στιγμή θα ’θελα να γράψω κάτι πάνω σ’ αυτό, αλλά δεν το έχω ολοκληρώσει.[01:10:00] Και αυτό το ’χω πάρει απ’ τη μαμά μου, δηλαδή πάντα έβλεπα τη μαμά μου να γράφει. Οπότε κάπως με μίμηση έγινε όλο αυτό.
Και επειδή το είπα πριν, όταν δεν είχα όρεξη να γράψω, γιατί, εντάξει, μπορεί να ’ναι η ψυχοθεραπεία μου το γράψιμο, αλλά δεν είναι κάθε μέρα ίδια, θυμάμαι να βγαίνω απ’ το δωμάτιό μου, να ανοίγω την πόρτα, αρχικά να βγάζω τα ακουστικά –γιατί άκουγα πολύ δυνατά μουσική για να μην ακούω τι γίνεται μες στο σπίτι–, και να περνάω απ’ την κουζίνα που να γίνονται οι καβγάδες για να κατευθυνθώ στο σαλόνι, να πάρω την Μπαλού, το σκυλάκι μου, το «Μπαλόνι» αλλιώς, να τη σηκώνω και να την πηγαίνω στο δωμάτιο, να ξανακλείνω την πόρτα και να κάθομαι μαζί της. Η Μπαλού για μένα είναι αδερφή μου, παιδί μου, κολλητή μου, είναι… Δεν μπορώ να εξηγήσω ακριβώς πώς τη βλέπω. Δηλαδή δεν την βλέπω σαν κόρη μου, αλλά δεν τη βλέπω και σαν αδερφή μου, δεν μπορώ να εξηγήσω, είναι... Όσο κοντά είναι για μένα ο αδερφός μου και οι γονείς μου, δηλαδή είναι στο ίδιο ύψος μ’ αυτούς. Τη βρήκα όταν ήμουνα 12 χρονών, τώρα είμαι σχεδόν 24, δηλαδή έχω ζήσει τη μισή ζωή μου μαζί της, έχω μεγαλώσει μαζί της. Δηλαδή όταν εγώ στα 12 μου έφτιαχνα τον χαρακτήρα μου, ακριβώς το ίδιο έκανε και η Μπαλού και σε πάρα πολλά πράγματα μοιάζουμε, σε πάρα πολλά. Και σίγουρα το ότι δεν την έχω πλέον στην καθημερινότητά μου είναι κάτι που με πονάει. Ξέρω, βέβαια, πως τη μαμά μου προτιμάει για τη φροντίδα της, για τις βόλτες της κτλ., αλλά είναι η ανακούφισή μου. Δηλαδή να πάω να κάτσω εκεί, να ξέρω πως δε θα με επικρίνει για τίποτα, που ό,τι και αν της πω… Αν και η Μπαλού μπορεί να το κάνει βασικά με το βλέμμα της, αλλά όλα στο μυαλό μου είναι. Ξέρω, δηλαδή, θα το πάρω, θα το πάρω με πολύ χιούμορ το πώς θα με κοιτάξει με την άκρη του ματιού της αν της πω κάτι. Νιώθω ότι είναι η ασφάλειά μου, μπορώ να της πω τα πάντα, θέλω να την προστατεύσω πραγματικά λες και είναι ό,τι πιο εύθραυστο και ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει. Και πραγματικά με θυμάμαι από μικρή να κάνω, πριν τη βρω, γιατί τη βρήκα στο… Θα το πω βασικά για το πώς τη βρήκα. Απλά θυμάμαι στις τούρτες γενεθλίων να λέω: «Εύχομαι να έχω ένα σκυλάκι, εύχομαι να ’χω ένα σκυλάκι, εύχομαι να ’χω ένα σκυλάκι» και τελείως τυχαία, ενώ αυτό το ’λεγα στα γενέθλιά μου κάθε χρόνο, πάμε στο Φοινίκι, στο χωριό του μπαμπά μου, και πάμε 1η Αυγούστου –εγώ έχω 2 Αυγούστου γενέθλια–, πάμε 1η Αυγούστου να πάρουμε υλικά για την τούρτα μου, στην οποία θα ’κανα πάλι την ίδια ευχή. Και στον δρόμο για την κωμόπολη, ας πούμε, για το σούπερ μάρκετ, βλέπουμε την Μπαλού στην άκρη του δρόμου. Και ενώ η μαμά μου δεν ήθελε καθόλου σκυλί… Όχι... Δεν ήταν εχθρική με τα σκυλιά, δεν ήθελε απλώς σκυλί στο σπίτι, μου λέει: «Κοίτα ένα σκυλάκι» και σταματάει μόνη της, ενώ δε θα σταματούσε, βλέπαμε πάντα σκυλιά στο χωριό. Δηλαδή πιστεύω ήταν πολύ καρμικό όλο αυτό και εγώ κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο και χωρίς να ’χω καμία επαφή με σκυλιά, τη φωνάζω και τη σηκώνω –δηλαδή δεν το σκέφτηκα καν–, τη σηκώνω και μπήκα στο αυτοκίνητο. Είπα ότι είναι κοριτσάκι, ήτανε 2-3 μηνών τότε, και τη γυρνάμε στο σπίτι, θεωρούσαμε πως θα την κρατήσουμε μόνο το καλοκαίρι. Δηλαδή την τελευταία μέρα πριν φύγουμε για την Αθήνα της βάλαμε ένα λουράκι και είχαμε αποφασίσει να πάμε να την αφήσουμε σ’ ένα ταβερνάκι που πηγαίναμε και τρώγαμε, που είχαμε... Έχει και τροχόσπιτα εκεί και σίγουρα θα τη φροντίζανε. Και στον δρόμο για το ταβερνάκι αυτό εγώ την κρατούσα στα πόδια μου, βασικά την είχα πάνω στο αυτοκίνητο, και της έλεγα πως κάθε καλοκαίρι θα πηγαίνω να τη βλέπω –τότε δεν της είχαμε βγάλει όνομα– και το πρόσωπο της Μπαλού κοιτούσε προς το παράθυρο του συνοδηγού και δεν ξέρω πώς εκείνη τη στιγμή μου ήρθε αυτή η αναλαμπή και τη γυρνάω να κοιτάει τη μαμά μου, που η μαμά μου οδηγούσε. Και την είδα τη μαμά μου να την κοιτάει δυο-τρεις φορές κλεφτά και απλώς μπήκε σε μία... σ’ ένα χωραφάκι για να μην είναι στη μέση του δρόμου, σταμάτησε, τράβηξε χειρόφρενο, την κοίταξε για κάποια δευτερόλεπτα και ξαφνικά κάνει μία πολύ απότομη αναστροφή η μαμά μου και μου λέει: «Παρ’ τη!». Δηλαδή δεν ήταν ούτε εκείνη σίγουρη γι’ αυτό που είπε, ήταν λες και το είπε με θυμό, ήταν πολύ απόλυτη, απλά: «Παρ’ τη!». Ενώ η μαμά μου είναι ο πιο συναισθηματικός άνθρωπος, δηλαδή σίγουρα βγάζει συναίσθημα κάθε στιγμή στη ζωής της και ήτανε αυτό. Εντάξει, εμένα η καρδιά μου εκείνη τη στιγμή είναι αυτό που την αισθάνεσαι σαν βατράχι, την ένιωσα παντού. Και όταν βγήκαμε, μπήκαμε στη αυλή με το αυτοκίνητο, την κράτησα, την είχα σηκωμένη στα χέρια και την κουνούσα πάρα πολύ. Δηλαδή λυπάμαι γι’ αυτό που έκανα τότε στο ζωντανό, αλλά ήμουν τόσο ευτυχισμένη και έλεγα: «Θα την πάρουμε, θα την πάρουμε!» στον αδερφό μου, ούρλιαζα. Και κάτσαμε το βράδυ να της βρούμε όνομα, βγήκε το «Μπαλού» και από τότε πραγματικά τα έχω ζήσει όλα μαζί της. Τη λίγο σκοτεινή περίοδο στη σχέση των γονιών μου, το τι συνέβαινε μετά το σχολείο, δηλαδή εγώ όταν γυρνούσα με αυτήν την ψυχολογία μετά το σχολείο, έπαιρνα την Μπαλού στο δωμάτιο. Ή μπορεί, όταν φεύγανε οι γονείς μου από το σπίτι και λίγο μπορούσα να μείνω μόνη μου να εκφραστώ και να κλάψω, άκουγα τα πατουσάκια της στο παρκέ το ξύλινο, που ερχότανε επειδή έκλαιγα δυνατά, να ακούσει τι γίνεται στο δωμάτιο και απλά να με γλείφει στα μάτια, επειδή έκλαιγα. Όταν έδινα πανελλαδικές, που δεν ήμουν τόσο αγχωμένη, αλλά τις στιγμές που ήμουν είχα την Μπαλού. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, που έφτιαχνα τις κούτες με τα πράγματά μου, έκλαιγα, τη φιλούσα, της έλεγα ότι θα γυρνάω. Κάθε φορά που γυρνάω και μπαίνω στο σπίτι, ενώ δεν είναι πολύ χαδιάρα, με υποδέχεται με την πιο καλή διάθεση, επειδή έχει καιρό να με δει. Την ορκωμοσία μου την έχω περάσει μαζί με την Μπαλού, δηλαδή επέλεξα για τη γιαγιά μου και την Μπαλού να ορκιστώ εξ αποστάσεως, γιατί η γιαγιά μου μπορεί να μπορούσε να έρθει, φοβότανε λόγω Covid να έρθει, αλλά ίσως τα κατάφερνε. Η Μπαλού, όμως, δε θα ερχόταν σίγουρα στην Κομοτηνή και είπα, δηλαδή, το «ορκίζομαι» και καθόταν στα δεξιά η γιαγιά μου και κάπου αριστερά και πίσω μου ήταν η Μπαλού, με την οποία βγάλαμε πιο πολλές φωτογραφίες απ’ τους καλεσμένους που είχα στο σπίτι εκείνη τη μέρα. Και γενικά η Μπαλού με ξεκλείδωσε –πάντα αγαπούσα τα σκυλάκια, πάντα–, αλλά με ξεκλείδωσε και πλέον τα αγαπάω τόσο πολύ, που λίγο τα χρειάζομαι. Και επειδή η Κομοτηνή είναι μία πόλη που έχει πάρα πολλά αδέσποτα, πάρα πολλά, όταν δεν είμαι καλά –γενικά έχω κάποια αδεσποτάκια που αγαπώ λίγο παραπάνω επειδή είναι στη γειτονιά μου–, ;oταν δεν είμαι καλά, ό,τι ώρα και να είναι, δηλαδή και ώρες που ίσως δε θα ’τανε σοφό να το κάνω –βράδυ ας πούμε–, βάζω παπούτσια και κατεβαίνω απλώς να βρω έναν χνουδωτό φίλο, να κάτσω και να πάρω αυτό που νιώθω πως δεν μπορώ να πάρω από έναν άνθρωπο. Και η αλήθεια είναι πως κάθε, κάθε σκυλάκι μού το ’χει δώσει αυτό. Με τις γάτες έχω προσπαθήσει να έρθω κοντά, τα πηγαίνω λίγο καλύτερα, αλλά δεν ξέρω πώς να τις χειριστώ δυστυχώς, επειδή έχω μεγαλώσει με σκυλάκι. Είναι στόχος μου να πάρω, απλώς έχω πάρα πολύ περιορισμένο πρόγραμμα, δε θα το έκανα με τίποτα αυτό να κλείσω ένα σκυλί σε ένα διαμέρισμα και εγώ να είμαι σπαστό ωράριο στη δουλειά μου και αυτό να με περιμένει κλεισμένο. Οπότε έχουμε ψαράκι στο σπίτι, επειδή γενικά δεν μπορώ να μένω μόνη μου, χωρίς κάτι άλλο ζωντανό μες στο σπίτι. Δηλαδή όταν ο Δημήτρης λείπει για δουλειά είτε για σπουδές –επειδή σπουδάζει στη Βουλγαρία–, χρειάζομαι να αισθάνομαι πως υπάρχει άλλη μια ζωντανή ψυχή εκεί, που θα την αντιμετωπίσω έτσι ακριβώς όπως τηn Μπαλού. Δηλαδή θα θέλει τη φροντίδα μου, θα μπορώ να του μιλάω, θα το αγαπάω, θα τρέφω, δηλαδή, πολλή αγάπη. Και έτσι έχουμε τον Τίμο, που πραγματικά για μένα δεν είναι ψαράκι ο Τίμο, είναι και αυτός παιδί μου, και ο οποίος είναι πολύ ιδιαίτερο ψάρι και κρίμα που κάνω αυτή τη συνέντευξη μόνη μου και δεν είναι και κάποιος να με επιβεβαιώσει. Γιατί ο Τίμο έχει μάθει, επειδή είναι μονομάχος και γενικά οι μονομάχοι αναγνωρίζουν τα πρόσωπα που τους ταΐζουν, ναι, έχει μάθει το δικό μου και όταν πάω πάνω απ’ τη γυάλα πηδάει προς τα μένα ή όταν κάνω βόλτες μες στο σπίτι πηγαίνει δεξιά-αριστερά, όπου πηγαίνω. Ενώ αν πάει ένα ξένο πρόσωπο, ας πούμε, απ’ τα δεξιά και εγώ απ’ τα αριστερά, θα ’ρθει σ’ εμένα. Γενικά, έχω αυτή τη σύνδεση βασικά με τα ζώα, όχι μόνο με τον Τίμο, που είναι ψαράκι, και η αλήθεια είναι πως έτυχε να βγει έτσι ο Τίμο, δεν είναι ότι μπορώ να χειριστώ ψαράκια. Με τα σκυλιά πάντως την έχω και νιώθω πως αντιλαμβάνονται την αγάπη γενικά τα σκυλιά. Οπότε πιστεύω βασικά αυτό που… που πιστεύουν και οι Ινδιάνοι, που έχω ακούσει, ότι: «Όταν πεθάνεις, θα περάσεις μία γέφυρα, που στη γέφυρα θα συναντήσεις όλα τα ζώα που έχεις συναντήσει στη ζωή σου και αυτά θα σου φερθούν όπως τους φέρθηκες», γιατί τα καταλαβαίνουν όλα. Οπότε κάπως έτσι τα αντιμετωπίζω και εγώ.
Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Θα ήθελες να συμπληρώσεις κάτι;
Όχι, νομίζω πως είμαι πολύ καλά.
Πώς σου φάνηκε η εμπειρία της συνέντευξης;
Ενώ γενικά δε νιώθω ένας άνθρωπος με ενδιαφέρον –ακόμα ισχύει αυτό, ακόμα το αισθάνομαι–, χαίρομαι πολύ που μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία και που εκφράστηκα και μπορεί κάποιος να ταυτιστεί με όσα έχω πει, γιατί σίγουρα θα υπάρχει κάποιος που θα ταυτιστεί. Και χαίρομαι πολύ που μπορεί να μ’ ακούσουνε και τα δισέγγονά μου, αυτό είναι το πιο σημαντικό, γιατί σκέφτηκα, όταν μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, πως αν εγώ έτσι όπως αγαπάω τη γιαγιά μου, έτσι με αγαπάει και το εγγόνι μου, σίγουρα θα μιλήσει στα παιδιά του για μένα, έτσι όπως και εγώ θα μιλήσω[01:20:00] στα παιδιά μου για τη γιαγιά μου. Οπότε, σίγουρα θα κρατηθεί όλο αυτό. Μπορεί να μην έχω προλάβει ακόμη να κάνω κάτι τόσο σπουδαίο, αλλά σίγουρα θα κάνω, το πρώτον, και, δεύτερον, σίγουρα θα ακούσουν έστω ένα κομμάτι μου στα 23 μου, προς 24.
Σε ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ.
Photos

Παιδική Ζωγραφιά
Ζωγραφιά από το νήπιο το 2005.

Ορκωμοσία
Φωτογραφία ορκωμοσίας με τη Μπαλού στην Αθ ...
Content available only for adults (+18)
Summary
Η Χρύσα Σιγανού καταθέτει τη δική της ιστορία, η οποία πλαισιώνεται γύρω από τη σφυρηλάτηση του παιδικού και εφηβικού της εαυτού. Στη συνέχεια, κάνει λόγο για τη φοιτητική ζωή της στην Κομοτηνή, για το ενδιαφέρον της για τη διδακτική και τα παιδιά, καθώς και για την επιθυμία της να ξανασπουδάσει και να γίνει κοινωνική λειτουργός. Μοιράζεται, επίσης, το πώς βίωσε την απώλεια της πολυαγαπημένης και συνονόματης γιαγιάς της και κατά πόσο αυτό την επηρεάζει μέχρι και σήμερα. Τέλος, αφηγείται τη ζωή με το σκυλάκι της, την Μπαλού, και εκδηλώνει την αγάπη της για τα ζώα και τον σημαντικό ρόλο που έχουν στη ζωή της.
Narrators
Χρυσούλα Σιγανού
Field Reporters
Ηλίας Θεοδωρίδης
Tags
Interview Date
08/06/2023
Duration
80'
Content available only for adults (+18)
Summary
Η Χρύσα Σιγανού καταθέτει τη δική της ιστορία, η οποία πλαισιώνεται γύρω από τη σφυρηλάτηση του παιδικού και εφηβικού της εαυτού. Στη συνέχεια, κάνει λόγο για τη φοιτητική ζωή της στην Κομοτηνή, για το ενδιαφέρον της για τη διδακτική και τα παιδιά, καθώς και για την επιθυμία της να ξανασπουδάσει και να γίνει κοινωνική λειτουργός. Μοιράζεται, επίσης, το πώς βίωσε την απώλεια της πολυαγαπημένης και συνονόματης γιαγιάς της και κατά πόσο αυτό την επηρεάζει μέχρι και σήμερα. Τέλος, αφηγείται τη ζωή με το σκυλάκι της, την Μπαλού, και εκδηλώνει την αγάπη της για τα ζώα και τον σημαντικό ρόλο που έχουν στη ζωή της.
Narrators
Χρυσούλα Σιγανού
Field Reporters
Ηλίας Θεοδωρίδης
Tags
Interview Date
08/06/2023
Duration
80'