«Ήρθαν να σκοτώσουν τον μπαμπά μου γιατί ήτανε παπάς»: Κυνηγημένη από το χωριό Σλήμνιτσα, στους παιδικούς σταθμούς της Ρουμανίας

Segment 1

Η ζωή στο χωριό, η δίωξη του παπά από τους αντάρτες και η μεταφορά στην Αλβανία

00:00:00 - 00:17:20

Partial Transcript

Καλησπέρα, θεία μου. Καλησπέρα. Θες να μας συστηθείς; Το όνομά σου; Ευγενία Χάτσιου. Παπανικολάου το πατρικό μου, και Χάτσιου είναι του σε παιδικό σταθμό ήμασταν. Εκεί πού σχολείο και πού… Τόσα παιδιά που ήμασταν, εκατομμύρια παιδιά. Εκατομμύρια… Τέλος πάντων, πολλά παιδιά.

Lead to transcript

Segment 2

Μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας στη Ρουμανία: Προσαρμογή και συνθήκες ζωής

00:17:20 - 00:32:49

Partial Transcript

Και ύστερα, το ‘48… Το ‘48 πρέπει να ήμασταν εκεί. Το ‘49 μας πήραν από κει, μας φόρτωσαν σε αυτοκίνητα, που φορτώνουνε τα ζώα μέσα με άχυραουμε. Εκεί κάναμε και πρακτική στη σχολή, και όταν τελείωσε και η σχολή, ο μπαμπάς μου μας, μου έκανε χαρτιά για να με πάρει στην Ουγγαρία.

Lead to transcript

Segment 3

Η επανένωση με τους γονείς και η ζωή στην Ουγγαρία

00:32:49 - 00:39:44

Partial Transcript

Εγώ απ’ τη μία ήθελα να πάω, απ’ την άλλη δεν ήθελα, γιατί ο μπαμπάς μου ήταν παπάς, κι εγώ ντρεπόμουνα στη σχολή να λέω ότι είναι παπάς, έλαμε, αυτό, έτσι νομίζαμε. Ύστερα ήρθαν τα άλλα, που βλέπεις πως ζει ο κόσμος, και λες: «Έτσι είναι η ζωή;». Όταν πήγα εκεί, είδα πώς ζούνε.

Lead to transcript

Segment 4

Η διαδικασία του επαναπατρισμού: Από τον Μπελογιάννη στη Θεσσαλονίκη και τελικά στην Καστοριά

00:39:44 - 00:55:29

Partial Transcript

Ενώ στη αρχή έλεγα έτσι, και μόλις έκανε ο μπαμπάς μου, κάνανε την αποστολή, έκαναν από δω πρόσκληση, για να μας φέρουνε, και μας φιλοξένησευτοκίνητα, οι δρόμοι δεν κάνουνε για εκεί. Ο μισός ο δρόμος έχει γίνει, ως εμάς, ως τη Σλήμνιτσα, δεν έχει γίνει. Τι άλλο να πούμε, Ελπίδα;

Lead to transcript

Segment 5

Ο γάμος της αφηγήτριας και η επιστροφή του παπά στον κλήρο

00:55:29 - 01:02:43

Partial Transcript

Όταν ήρθες εδώ στην Καστοριά; Ανέφερες κάποια στιγμή για τον άντρα σου, που σε είδε πρώτη φορά στον σταθμό. Ναι. Από κει και πέρα τι έγινείς, εδώ θα ‘μαστε- Θα θυμηθώ- Να το προσθέσουμε. Και τίποτα άλλο, ναι, ναι, ναι, ναι. Σε ευχαριστώ πολύ, θεία μου, για την ιστορία σου.

Lead to transcript

Segment 6

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις: Αναμνήσεις από φωτογραφίες

01:02:43 - 01:08:36

Partial Transcript

Αλλά έχω πολλές φωτογραφίες, Ελπίδα μου, να δεις. Εκεί γράφω με λεπτομέρειες, κάτι γράμματα ωραία, και ρουμάνικα και ελληνικά. Όλες οι φωτογτελειώσεις τις σπουδές σου και να είσαι χρήσιμη στην κοινωνία. Να ‘σαι καλά, θεία μου. Έτσι, ψυχή μου. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Σε φιλώ.

Lead to transcript

Segment 7

Μεγαλώνοντας και σπουδάζοντας στη Ρουμανία: Προσαρμογή και συνθήκες ζωής

01:08:36 - 01:14:53

Partial Transcript

Θεία μου, στη Ρουμανία που ήσασταν, κάνατε παρέα μόνο Ελληνίδες με Ελληνίδες; Όχι, ίσα-ίσα, κάναμε πολλή παρέα με τις Ρουμάνες. Ήμασταν στηασταν για τους ίδιους λόγους και οι δυο στο Βουκουρέστι. Έτσι, Ελπίδα μου, τι άλλο να πούμε, δεν ξέρω. Άμα θυμηθούμε πάλι κατιτίς, θα δούμε.

Lead to transcript

Part of the interview has been removed for legal issues.

Part of the interview has been removed to facilitate its flow.

Summary

Η αφηγήτρια Ευγενία Χάτσιου, κόρη ιερέα από τη Σλήμνιτσα, περιγράφει πώς άλλαξε η ζωή της οικογένειάς της από το βράδυ που ήρθαν αντάρτες στο σπίτι τους για να σκοτώσουν τον πατέρα της. Αφηγείται πώς βρέθηκε χώρια από γονείς και αδέλφια σε παιδικούς σταθμούς στην Αλβανία και έπειτα στη Ρουμανία, τις δραστηριότητες και τις συνθήκες ζωής της εκεί. Ακόμα, μιλάει για την εικόνα που είχε για την Ελλάδα και πώς αυτή ανατράπηκε βλέποντας και βιώνοντας τις κακουχίες της εποχής στο ελληνικό χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας. Τελικά, μιλάει για τη διαδικασία επαναπατρισμού και εγκατάστασης της οικογένειάς της στην Καστοριά και το πώς εξελίχθηκε η ζωή τους μετέπειτα.


Narrators

Ευγενία Χάτσιου


Field Reporters

Ελπίδα Χάτσιου



Interview Date

01/06/2023


Duration

74'


Interview Notes

Η αφηγήτρια είναι θεία της ερευνήτριας.

Παρατήρηση ερευνήτριας: Το χωριό Σλήμνιτσα, το οποίο ερημώθηκε, σύμφωνα με την αφηγήτρια ονομάζεται πλέον Τρίλοφο και έχει ελάχιστους κατοίκους.