Από τη φτώχεια στην Ιστιαία, στον ταξικό αγώνα στην Αθήνα
Segment 1
Σκηνές από την παιδική ηλικία, η ζωή στην Ιστιαία
00:00:00 - 00:15:00
Partial Transcript
Καλημέρα, είμαι η Άλκηστις Μπουτσιούκου, ερευνήτρια από το Ιstorima, η μέρα είναι Πέμπτη 25 Μαΐου του 2023 και βρισκόμαστε στην Αθήνα, συ…ά τα κορίτσια που τρώγανε πρωινό μπορεί να μην είχανε, μιλάμε για το χωριό. Στην Αθήνα που ήρθαμε μας δίνανε ρούχα. Θα τα πούμε μετά, αυτά.
Lead to transcriptSegment 2
Η μετακόμιση στην Αθήνα και η δουλειά στη βιοτεχνία
00:15:00 - 00:27:51
Partial Transcript
Πάμε άρα στο σχολείο στην Αθήνα τώρα πώς ξεκίνησε. Αν θυμάστε την πρώτη μέρα ή τον πρώτο καιρό; Ναι, τον πρώτο καιρό, απ’ ό,τι θυμάμαι πρέ…α την εποχή πολύ μοντέρνα. Η Σούλα που είχε ξανθά μαλλιά και κάτι σαν σπυράκια εδώ. Αν εγώ τότε ήμουνα 12, εκείνη πρέπει να ήταν 14 χρόνων.
Lead to transcriptSegment 3
Ο αρραβώνας, ο γάμος και ο αντάρτης πεθερός – Πολιτική συνειδητοποίηση και δράση
00:27:51 - 00:52:52
Partial Transcript
Λοιπόν, καθίσαμε δυο χρόνια. Πάνω στα δυο χρόνια έγινε ένα προξενιό και με αρραβωνιάσανε με τον άντρα μου μετέπειτα, το Σταύρο, ο οποίος, γι…υναικών Ελλάδας είναι θρυλική, έκανε πολλούς μεγάλους αγώνες, ήταν παντού, σ’ όλον τον κόσμο, παντού, παντού, παντού. Και η ΕΓΕ ήτανε τότε.
Lead to transcriptSegment 4
Οικογενειακή ζωή και καλλιτεχνικές δημιουργίες
00:52:52 - 01:01:57
Partial Transcript
Να επιστρέψουμε λίγο στη δική σας ζωή, οπότε κάνατε παιδιά και αν εργαζόσασταν παράλληλα; Ναι, λοιπόν, εγώ όταν γέννησα και τα δυο παιδιά …ν. Τα παλ χρώματα: το ροζ το ανοιχτό –όχι το ροζ το παιδικό–, κάτι τέτοια, το ανοιχτό το πράσινο θα έλεγα, κάπου σε αυτά τα χρώματα τα παλ.
Lead to transcriptSegment 5
Ονόματα, επίθετα και οικογενειακές ιστορίες – Απολογισμός
01:01:57 - 01:12:59
Partial Transcript
Τέλεια. Τα ονόματα των γονιών σας και το επίθετό σας από την οικογένειά σας; Ναι, λοιπόν, ο μπαμπάς μου ήταν υιοθετημένος, γι’ αυτό και έχ…πολύ. Εγώ αυτή τη στιγμή έκανα μια κατάθεση ψυχής, μια αναδρομή στη ζωή μου μέχρι τώρα. Αυτά, δεν έχω κάτι άλλο να πω. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Lead to transcript[00:00:00]
Καλημέρα, είμαι η Άλκηστις Μπουτσιούκου, ερευνήτρια από το Ιstorima, η μέρα είναι Πέμπτη 25 Μαΐου του 2023 και βρισκόμαστε στην Αθήνα, συγκεκριμένα είμαστε στη Μεταμόρφωση, μαζί με την κυρία… πείτε μας το όνομά σας.
Ευανθία Μπουραζοπούλου.
Τέλεια. Πάμε να ξεκινήσουμε από το πού γεννηθήκατε.
Λοιπόν, γεννήθηκα στην Ιστιαία Ευβοίας το 1954.
Τέλεια. Να περιγράψουμε λίγο πώς ήτανε η οικογένειά σας, τα παιδικά σας χρόνια;
Λοιπόν, πολύ δύσκολες οι εποχές, πολλά παιδιά, πολυμελή οικογένεια, εφτά παιδιά. Ο μπαμπάς μου ήτανε στα χωράφια, η μαμά μου μία εδώ, μία εκεί, πήγαινε, έπλενε, ζύμωνε εκεί σε σπίτια. Πάρα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια και γι’ αυτό το λόγο φύγαμε με τους γονείς μας και ήρθαμε στην Αθήνα. Ακόμα χειρότερα και στην Αθήνα. Δε μας έβαζε κανείς μες στο σπίτι του να το νοικιάσει και ο μπαμπάς μου είπε ψέματα στον ιδιοκτήτη ότι «έχω δύο παιδιά».
Ενώ είχε;
Ενώ ήμασταν εφτά παιδιά. Ήμασταν εφτά παιδιά. Η αδελφή μου η πρώτη ήτανε παντρεμένη, η μεγαλύτερη, και είχαμε και ένα… είχε ένα κοριτσάκι. Οπότε εφτά παιδιά και ο γαμπρός, οχτώ, και το κοριτσάκι, εννιά, και δύο οι γονείς, έντεκα άτομα. Είχε πει στην κυρία Όλγα, θυμάμαι, τη σπιτονοικοκυρά, ότι: «Κυρία Όλγα, δύο παιδιά έχω». Και χτυπάει το κουδούνι η σπιτονοικοκυρά μια νύχτα που ήμασταν όλοι μέσα και –τραπέζι δεν είχαμε, είχαμε το σοφρά και καθόμασταν κάτω και τρώγαμε– χτυπάει το κουδούνι. Ο μπαμπάς μου δεν κατάλαβε –ή κι η μαμά μου– ποιος ήταν και ανοίγει την πόρτα και μπαίνει η ιδιοκτήτρια και λέει: «Κύριε Χαράλαμπε, τι είναι εδώ; Πόσα παιδιά έχεις; Και ένα μικρό;» «Κυρία Όλγα, συγνώμη, δεν έβρισκα πουθενά, κανένας δε μας έβαζε μέσα με τόσα παιδιά». Μιλάμε τώρα για το… αφού γεννήθηκα το ’54, το ’60 πρέπει να ήταν, ’62 με ’63. «Μα», λέει, «μου είπες ψέματα». «Μα δε θα γινόταν, πού θα έμενα; Στο δρόμο;» Και λέει χαρακτηριστικά, η κυρία Όλγα λέει: «Άντε, κυρ Χαράλαμπε, είστε γουρλής, από τότε που ήρθατε αρραβώνιασα τα δυο μου τα κορίτσια που ήτανε γεροντοκόρες». Εκείνη –μια παρένθεση– εκείνη την εποχή όταν ήσουν 26 χρονών, τα κορίτσια τα λέγανε γεροντοκόρες – αν είναι δυνατόν! Λοιπόν, και τα αρραβώνιασε και τα δύο τα κορίτσια και θεώρησε ότι εμείς τους φέραμε τύχη και έτσι μας άφησε εκεί και καθίσαμε κάμποσα χρόνια. Βέβαια, φύγαμε μετά από εκεί, αλλά πριν φύγουμε να σας πω και ένα άλλο περιστατικό πάρα πολύ συγκινητικό. Μια νύχτα, ήταν για Χριστούγεννα, πριν Χριστούγεννα, εμείς δεν είχαμε ούτε χρήματα να πάρουμε δέντρο ούτε τίποτα. Ήτανε πολύ δύσκολες οι καταστάσεις. Και χτυπάει πάλι η πόρτα, ανοίγει η μαμά μου και δε βλέπει κανέναν, σκύβει και τι να δει; Ένα τεράστιο κουτί έξω. Λέει: «Τι είναι αυτό το κουτί;» Το βάζουμε μέσα και τι να δούμε; Πρώτον, και πρώτον, είχε τρόφιμα. Αν είναι δυνατόν! Είχε κρέας, που εμείς δεν ξέραμε το κρέας, ξέραμε τα πλατάρια. Ήταν τότε, ήτανε τα κόκαλα και το πίσω μέρος από τα κοτόπουλα. Έπαιρνε η μαμά μου και τρώγαμε. Λοιπόν, είχε γάλα, είχε τυρί, ψωμί, λάδι, το κρέας. Δε θυμάμαι τώρα τι κρέας ήτανε –αρνί ήτανε; μοσχάρι ήταν;– πάντως ήτανε κρέας. Μακαρόνια και ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με μπάλες μέσα και ένα πενηντάρικο. Την εποχή εκείνη καταλαβαίνετε τι ήτανε 50 δραχμές.
Ποια χρονιά ήταν αυτό;
Αυτό πρέπει να ήτανε… το ’54, ήρθαμε πες το ’62, σε ηλικία εγώ οκτώμισι χρονών. Πέντε, έξι, εφτά, το ’63. Εκεί γύρω, ’63-’64, εκεί γύρω πρέπει να ήτανε. Επήγαινα στην τρίτη δημοτικού, τη μισή τρίτη, γιατί τη μισή την έκανα κάτω στο χωριό. Λοιπόν, και χαρά, δεν μπορώ να σας περιγράψω πώς κάναμε, σαν τα κατσικάκια όλα τα… γιατί ήμασταν όλα μικρά. Και συν και το μωράκι που είχε η αδερφή μου. Σας πληροφορώ ότι αυτό το δέντρο το είχε ο πατέρας μου πόσα χρόνια; Πολλά, πέρασαν 30-40 χρόνια, είχε σπάσει, είχε κάνει, και το έδενε με σπάγκους από εδώ, με σπάγκους από εκεί, από δω, από κει, γιατί το θεωρούσε ένα πάρα πολύ καλό πράγμα αυτό που κάνανε. Ποτέ δε μάθαμε ποιος το έκανε. Υποψιαζόμαστε ότι μάλλον το έκανε μία κοπέλα, ένα κοριτσάκι που πηγαίναμε μαζί στην τρίτη δημοτικού. Εμείς δεν είχαμε να φάμε, εκείνοι τρώγανε ψωμάκι με βούτυρο και μας δίνανε. Εμείς δεν παίρναμε από περηφάνια, μας έλεγε η μαμά μας: «Μην πάρετε ποτέ φαγητό απέξω». Μάλλον αυτό το κοριτσάκι είπε, ας πούμε, στη δασκάλα «το και το» και βάλανε χρήματα και πήρανε. Αυτό όμως είναι εικασίες δικές μας. Δεν μάθαμε ποτέ. Αυτή είναι η σωστή νομίζω φιλανθρωπία, που δε μαθαίνεις ποτέ ποιος είναι ο ευεργέτης. Γιατί εμείς περάσαμε πάρα πολύ όμορφα και είχαμε και μια ελπίδα μπροστά σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση που ζούσαμε.
Να πάμε λίγο πίσω και στη ζωή στο χωριό, όσες μνήμες, έτσι, μπορείτε να φέρετε πάλι από εκεί.
Ναι, οι μνήμες είναι ότι, όπως είπα και στην αρχή, δύσκολα ήτανε. Η μαμά μου πήγαινε μια εποχή και μάζευε καβούρια απ’ το Λιβάρι. Λιβάρι ήταν ένα μέρος που έβγαινε έξω η θάλασσα και μαζευόντουσαν τα καβούρια. Κι ο αδερφός μου που ήταν λίγο μεγαλύτερος από μας, από τα κορίτσια, τον έπαιρνε. Έκλαιγε που τον ξύπναγε πρωί πρωί, μέσα σε ένα τσουβάλι και τα φέρναν, τέλος πάντως, στο σπίτι και πηγαίναμε εμείς όλα τα μικρά στο καφενείο με το τσουβάλι. Η μαμά μου δεν ερχότανε, και πηγαίναμε και τα πουλάγαμε τα καβούρια. Μιλάμε τώρα για χωριό, το καφενείο δίπλα, καταλαβαίνετε πώς ήταν τότε εκείνη την εποχή. Χόρτα πήγαινε μάζευε η μαμά μου, πήγαινα και εγώ μαζί της και πηγαίναμε μαζί. Τα έβρεχε τα χόρτα να είναι έτσι ζωντανά και πηγαίναμε πάλι στο καφενείο, μαζί με τη μαμά μου, και πουλάγαμε τα χόρτα. Λοιπόν, ο μπαμπάς μου ήτανε γεωργός, πότε πήγαινε εδώ, είχε κι ένα φορτηγό, έκανε κάτι διάφορα εκεί πέρα, δύσκολες καταστάσεις. Λοιπόν, ένα περιστατικό είναι ότι ήμουνα, δεν ξέρω, 4 χρονών; Μάλλον, για να το θυμάμαι. Που κατάπια ένα πενηνταράκι. Ήταν ο αδελφός μου που –αν ήμουνα εγώ 4 τότε, εκείνος ήταν 8– τρέχει γρήγορα στο χωράφι, μιλάμε το χωράφι παραδίπλα, να φωνάξει τον πατέρα μου. Εγώ είχα μείνει με το πενηνταράκι και στο λαιμό τώρα, να ξεψυχήσω. Και έρχεται –το θυμάμαι σαν και τώρα– και έρχεται ο πατέρας μου, τα χέρια του ήταν λερωμένα απ’ το… θειάφι είχε; Ξέρω 'γω; Ράντιζε ο πατέρας μου και βάζει το δάχτυλό του μέσα και το ’σπρωξε μέσα το πενηνταράκι και έτσι έζησα. Λοιπόν.
Τα αδέρφια μεταξύ σας προσέχατε ο ένας τον άλλο; Είχατε τσακωμούς, είχατε;
Όχι, δε θυμάμαι τέτοια πράγματα, τσακωμούς. Οι τσακωμοί γίνανε μετά που γυρίσαμε στην Αθήνα και μεγαλώσαμε, που θα τα πούμε μετά αν θέλετε. Λοιπόν, όχι δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως ένα περιστατικό που η μαμά μας μάς έβαζε σε μια λεκάνη… σε μια σκάφη και έβαζε και λουλάκι μέσα για να μας κάνει μπάνιο ότι τάχα μου είμαστε στη θάλασσα. Αυτό, τι άλλο να πω τώρα;
Και σιγά σιγά θυμάστε, ας πούμε, τη μέρα που ήρθατε από το χωριό στην Αθήνα;
Λοιπόν, ναι, ήτανε πάρα πολύ σημαδιακό αυτό το πράγμα, διότι εμείς δεν είχαμε φύγει και ποτέ από το χωριό, ούτε τηλεοράσεις υπήρχαν τότε ούτε ράδια υπήρχαν, τίποτα. Μας έβαλε ο μπαμπάς μου μες το φορτηγό, στην καρότσα πίσω, βέβαια ήταν σκεπασμένο με μουσαμά, και ήρθαμε στην Αθήνα και είχαμε ανοίξει έτσι λίγο το μουσαμά και βλέπαμε τα φώτα. Βλέπαμε ένα πράσινο και ένα κόκκινο. Τώρα ξέρουμε ότι ήτανε τα φανάρια και λέγαμε: «Τι είναι αυτό; Τι σπίτια; Τι είναι αυτά;» Και είχαμε και ένα μικρό γατάκι μέσα που δυστυχώς το γατάκι με το που φτάσαμε εκεί και βγήκαμε εμείς πήδηξε, το χάσαμε. Το φέραμε από το χωριό που ήταν το αγαπημένο μας. Λοιπόν, τι εντύπωση μας έκανε αυτά τα φώτα. Καλά, δε σας μιλώ [00:10:00]τι δρόμοι υπήρχαν τότε, δεν ήταν η Εθνική που είμαστε τώρα και όλα αυτά. Γιατί τώρα, αφού γεννήθηκα το 1954, ήρθαμε το ’63 πες, δεν ήταν οπωσδήποτε οι δρόμοι όπως είναι τώρα. Ναι. Μείναμε. Τι να σας… Και μετά όταν φτάσαμε, που πρωτομείναμε στη Νέα Σμύρνη, σε αυτή την κυρία Όλγα που είπα, φύγαμε με τα μεγαλύτερα παιδιά να πάμε λίγο πιο κάτω, που ήταν η Λεωφόρος Συγγρού ήτανε, δεν ξέρω, ένας μεγάλος δρόμος να πάμε και καθόμασταν έτσι σε ένα σαν βουναλάκι και μετράγαμε τα αυτοκίνητα και λέγαμε: «Τώρα θα ανάψει ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης», που λέγαμε τα φανάρια. Και καθόμασταν ώρες ατέλειωτες σε αυτό το πράγμα, ότι ήταν κάτι αξιοπερίεργο. Αυτό, έτσι, που ήρθαμε, ας πούμε, εδώ. Αυτό, δεν έχω κάτι άλλο.
Πρώτες μέρες στο σχολείο, το πώς προσαρμοστήκατε;
Πρώτες μέρες στο σχολείο ήτανε πάρα πολύ δύσκολες, γιατί εκεί πηγαίναμε ξυπόλητοι. Ένα πράγμα που ξέχασα να πω, τα παιδικά χρόνια στο σχολείο. Για να πάμε στο σχολείο όταν χειμώνας, έπρεπε να παίρνουμε και το κούτσουρό μας για τη σόμπα. Τόσα παιδιά η μάνα μου πού να τα βρει τα κούτσουρα κάθε μέρα; Και μία μέρα πήγα χωρίς κούτσουρο.
Στο χωριό τώρα;
Στο χωριό. Και η δασκάλα, ο δάσκαλος, δε θυμάμαι τι ήτανε, με έστειλε πίσω. «Να πας στη μάνα σου να σου δώσει κούτσουρο». Εκεί, πηγαίνοντας για το σχολείο ήταν η μαμά μου, πήγαινε και ζύμωνε. Και την είδα που ζύμωνε έξω στην αυλή, με κλάματα και λέω: «Μαμά, με διώξανε απ’ το σχολείο, δεν έχω κούτσουρο». «Να πας και να τους πεις ότι έχω τόσα παιδιά. Δεν έχω κούτσουρο». Και ξαναγύρισα πάλι. Τώρα τι έγινε αυτό δεν το θυμάμαι, αν με κρατήσανε ή με διώξανε. Λοιπόν –μια παρένθεση– η μαμά μου, που πήγαινε και ζύμωνε, αυτό που περίσσευε μέσα στη σκάφη το μάζευε –τώρα, κρυφά ή ήτανε για να το πετάξει;– και το μάζευε και το έκανε μια μικρή μπαλίτσα και το έφερνε στο σπίτι και το τηγάνιζε και το τρώγαμε. Λοιπόν.
Πώς νιώθατε εσείς, ας πούμε, με αυτό το περιστατικό στο σχολείο;
Δεν καταλαβαίναμε και τίποτα. Εντάξει, δε… παπούτσια δε φοράγαμε. Πάντοτε θυμάμαι, θυμάμαι ότι τα δάχτυλά μου πάντοτε ήτανε χτυπημένα και πάνω που πιάναν το κακάδι, που το λέγαμε τότε εμείς, από την πληγή, τακ, ξαναχτυπάγαμε πάλι τα δαχτυλάκια μας και ξαναμάτωνε. Δε φοράγαμε παπούτσια, τσάντες δεν είχαμε, ένα ταγάρι, ξέρω γω τι μας έφτιαχνε η μάνα μας εκεί πέρα. Λοιπόν, πρωτοφόρεσα παπούτσια σε πολύ μεγάλη ηλικία πριν έρθω στο χωριό… πριν έρθω στην Αθήνα, κάτι θυμάμαι, και δεν μπορούσα να τα φορέσω τα παπούτσια.
Γιατί, σας–
Με χτυπάγανε, είχα μάθει ξυπόλυτη, μα δεν είχα βάλει, δεν είχαμε βάλει και ποτέ παπούτσια, ποτέ, μα και πού να πάμε; Εκεί πέρα ήτανε. Ήταν δύσκολες οι καταστάσεις. Τώρα μπορεί να τα ακούτε και να λέτε «Μα το έτσι…» Κι όμως, ήτανε δύσκολες καταστάσεις πολύ.
Τα άλλα παιδάκια στο σχολείο όλα δε θα φόραγαν παπούτσια; Ή κάποια είχαν καλύτερη μοίρα;
Όχι, είχανε καλύτερη. Όπως τρώγανε και κολατσιό. Το ψωμάκι που σας είπα, που ήταν αυτή η κοπέλα, η οποία τη λέγανε Έφη, και άλλοι τρώγανε. Εμείς δεν είχαμε, όμως τότε ήταν μια εποχή που από το κράτος δίνανε το γάλα κι εμείς πηγαίναμε με το τενεκεδάκι και μας βάζανε γάλα, σαν συσσίτιο, μέσα, το οποίο το γάλα αυτό, Παναγία μου, ήτανε σκόνη, απαίσιο, αλλά έπρεπε να το πιούμε το γάλα. Αυτά, τώρα για ρούχα και τέτοια δε θυμάμαι. Μας έφτιαχνε η μαμά μας, ας πούμε. Για εσώρουχα θυμάμαι φοράγαμε φουφούλες τις λέγανε. Δηλαδή το μέσα, το εσώρουχο εννοώ στα κορίτσια, φουφούλες. Και στα παιδιά τώρα, στα αγόρια δηλαδή, δεν ξέρω τι εσώρουχο φοράγανε, δεν το ξέρω. Αλλά εγώ θυμάμαι τη φουφούλα, που μας έφτιαχνε η μαμά μας από παλιοϋφάσματα, από κάποια τσουβάλια, έτσι, κάτι άσπρα τσουβάλια που ήταν από ζάχαρη, κάτι τέτοια, ας πούμε. Δε θυμάμαι να μας δίνανε τότε ρούχα, γιατί και άλλοι άνθρωποι δεν είχανε, πολύ λίγοι. Και αυτά τα κορίτσια που τρώγανε πρωινό μπορεί να μην είχανε, μιλάμε για το χωριό. Στην Αθήνα που ήρθαμε μας δίνανε ρούχα. Θα τα πούμε μετά, αυτά.
Πάμε άρα στο σχολείο στην Αθήνα τώρα πώς ξεκίνησε. Αν θυμάστε την πρώτη μέρα ή τον πρώτο καιρό;
Ναι, τον πρώτο καιρό, απ’ ό,τι θυμάμαι πρέπει να μας δώσανε ρούχα, κάτι θα πρέπει να φόραγα, παπούτσια, δεν μπορεί να πήγα ξυπόλυτη. Απλά φαινόμασταν ότι δεν είχαμε ρουχαλάκια καλά. Γιατί η μαμά μου όταν φτάσαμε στην Αθήνα, πήγαινε σε σπίτια και καθάριζε και έπλενε και της δώνανε ρούχα. Αυτό όμως που θυμάμαι και θα μου μείνει εφιάλτης είναι: Φοράγαμε τα σοσόνια, τα οποία σοσόνια δεν αγοράζαμε, μας τα δίνανε και ήτανε ξεχειλωμένα από πάνω το λάστιχο και φαινόταν όπως έπεφτε κάτω, φαινόταν η φτέρνα, και ντρεπόμασταν να ήμασταν έτσι και όλο το σηκώναμε πάνω, το σηκώναμε, αλλά αυτό ήτανε κάτω, δεν είχε ένα λάστιχο. Και τα ρουχαλάκια αυτά, ας πούμε, μας τα δίνανε στη μαμά μου και ντυνόμασταν. Αυτά, ας πούμε, οι πρώτες μέρες. Και εκεί ήταν που μας είδε αυτή η κοπέλα που έτρωγε το βούτυρο, που σας λέω, όχι στο χωριό, και που μάλλον αυτή ήτανε και έκανε αυτή τη φιλανθρωπία που σας είπα προηγουμένως με το κουτί. Μετέπειτα φύγαμε από εκεί.
Από την;…
Από τη Νέα Σμύρνη και πήγαμε σε άλλο σπίτι. Να ήταν λίγο μεγαλύτερο.
Σε ποια περιοχή;
Στο Μπραχάμι, στον Άγιο Δημήτριο. Πήγα, δηλαδή, πρέπει να πήγαινα εκεί τετάρτη δημοτικού, τετάρτη. Μέχρι που αρραβωνιάστηκα και παντρεύτηκα εκεί ήμασταν. Εκεί τώρα η μαμά μου που, σας είπα, δούλευε σε σπίτια και ο πατέρας μου ήταν φύλακας σε ένα βενζινάδικο. Και να σας πω ένα περιστατικό που έγινε. Ο μπαμπάς μου είχε ένα παντελόνι καλό κι ένα παντελόνι που ερχότανε –σαν φόρμα, έτσι– από τη δουλειά. Έψαχνε να βρει το παντελόνι μια μέρα να βρει, να βρει να πάει στη δουλειά. Και δεν το έβρισκε πουθενά. Και γιατί δεν το έβρισκε; Κάποιο παιδί το πήρε για προσκεφάλι και το έβαλε κάτω από το κεφάλι του. Να φωνάζει, ξυπνήσαμε νύχτα όλοι, να φωνάζει ο πατέρας μου, έβριζε: «Πού είναι το παντελόνι να πάω στη δουλειά; Πού είναι το παντελόνι να πάω;» Δεν μπορούσε να πάει με το άλλο, με ένα παντελόνι που είχε, έπρεπε να βάλει το παντελόνι της δουλειάς. Ήταν τότε βέβαια άλλες καταστάσεις, φόραγε σαν στολή ένα πράγμα. Λοιπόν, ανάψαν τα φώτα, κάνανε, δείξαν, πουθενά το παντελόνι. «Τι θα κάνω τώρα, δε θα πάω για δουλειά;» Και τελικά πώς έγινε, κάποιο παιδί τώρα, ποιο ήτανε, κάνει λίγο έτσι και το είχε βάλει κάτω από το κεφάλι. Και το πήρε και πήγε στη δουλειά ο μπαμπάς μου. Αυτό, Παναγία μου, το θυμάμαι σαν και τώρα. Λοιπόν, μετέπειτα που σας είπα, πήγαμε στο Μπραχάμι, πήγαινα, πρέπει να πήγαινα τετάρτη δημοτικού. Καλά, δε μιλώ τώρα για τις τάξεις, ήμασταν 68 παιδιά μέσα. Δε με είχανε σηκώσει ποτέ στη Γεωγραφία, γι’ αυτό και δεν ξέρω και είμαι και αγεωγράφητη. Αλλά πώς το έχω συζητήσει και με άλλες κυρίες, ανθρώπους, λίγο πολύ όλοι κάπου δεν ξέρουν και τόσο πολύ γεωγραφία. Αλλά εγώ πολλές φορές με κοροϊδεύανε. «Πάει», ας πούμε, «εκεί το καράβι;» Και έλεγα εγώ: «Πάει». Αφού δεν ήταν νησί, πώς θα πήγαινε; Κάτι τέτοιο, ας πούμε. Δε με είχε σηκώσει ποτέ. Το ξύλο δε από το δάσκαλο με τη βέργα ήτανε κάτι πάρα πολύ άσχημο αυτό, γιατί μας δέρνανε τότε οι δάσκαλοι, σας πληροφορώ, με μια βίτσα. Κάτι σε ρώταγε, έλεγες: «Μα εγώ πότε να το διαβάσω αυτό;» ή «Πότε να κάνω;» Μπαμ, τα χέρια εδώ πέρα, μας έβγαζαν με φουσκάλες. 68 παιδιά μέσα σε μια τάξη. Λοιπόν, και θα σας πω τώρα, η μαμά μου δούλευε στα σπίτια, που σας είπα, ο μπαμπάς μου εκεί στο βενζινάδικο, δύσκολα ήτανε. Τα αγόρια είχαν μεγαλώσει λιγάκι και κάπου πήγαιναν στην οικοδομή να κάνουν βοηθητικές δουλειές. Ήτανε δύσκολα πολύ και δεν ήτανε κι έτσι να πας να ψωνίσεις το… εκεί σε ένα μπακάλικο που ήταν, με βερεσέ πάντοτε και η μαμά μου όποτε πληρωνότανε ο μπαμπάς μου πηγαίναμε και τα ξοφλάγαμε. Όμως η μαμά μου, επειδή ήμασταν πολλά άτομα, έμενε και η αδερφή μου μέσα με το παιδάκι, σου είπα, και το γαμπρό, είχε βρει έναν τρόπο να μπορέσει, έτσι, να μας σιτίζει: τα κοτοπόδαρα. Τα κοτόπουλα[00:20:00] τότε δεν τα φέρνανε καθαρισμένα, δεν ξέρω πώς, στα χασάπικα. Και με έστελνε –εμείς μέναμε στο Μπραχάμι κοντά στον Άγιο Δημήτριο στην εκκλησία– και με έστελνε στη στάση –την ξέχασα τη στάση, θα τη θυμηθώ– δηλαδή κοντά, στη Δάφνη μπροστά στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης ήταν ένα χασάπικο και πήγαινα εγώ με μια μπλε τσάντα μεγάλη και περίμενα. Όταν θα έμπαινε κάποια κυρία και έλεγε «Κοτόπουλο», έκανε μια κρακ ο χασάπης και έκοβε τα κοτοπόδαρα, τα έβαζα μέσα. Άντε πάλι περίμενα. Δεν είναι ότι τα είχε μαζεμένα ο κρεοπώλης, καθόμουνα και περίμενα να γεμίσει τσάντα. Λοιπόν–
Και σας τα έδινε τσάμπα;
Τσάμπα τα παίρναμε. Τι τα έκανε η μαμά μου αυτά τα πράγματα; Αυτά η μαμά μου τα έβαζε σε ένα ζεστό νερό, έβγαζε την κίτρινη την πέτσα που ήταν απέξω και τα νύχια και τα έβαζε με πάρα πολύ κρεμμύδι και μπελτέ σάλτσα και εφτά κιλά ψωμί, αγοράζαμε κάθε μέρα εφτά κιλά ψωμί και τρώγαμε. Όμως πέρασαν τα χρόνια και εγώ μεγάλωσα, έγινα 12 χρονών, ντρεπόμουνα να πάω. Έστελνε τη Μαρίτσα, την αδερφή μου που ήταν μεγαλύτερη από μένα. Ήτανε η Μαρίτσα τότε 14, η Μαρίτσα τότε είχε μεγαλώσει, φτιαχνότανε, ντρεπόταν να πάει. Εγώ αρνήθηκα να πάω, είχα γίνει 12 χρονών. Η Μαρίτσα δεν πήγαινε με τίποτα, η Βούλα ήτανε 10 χρονών και φοβόταν να πάει, να περάσει το δρόμο να πάει. Εγώ να μην πηγαίνω με τίποτα, «Ντρέπομαι, μαμά, ντρέπομαι. Κάθομαι εκεί πέρα σαν ζητιανάκι και περιμένω, ντρέπομαι, ντρέπομαι, ντρέπομαι». Μου ξερίζωσε τα μαλλιά, έφαγα τόσο ξύλο, Παναγία μου, όσο το θυμάμαι, για να πάω να πάρω τα κοτοπόδαρα. Τελικά πήγα κλαμένη, δαρμένη και πήγα. Και η τελευταία φορά που πήγα και πήραμε τα κοτοπόδαρα. Μετέπειτα… θες να συνεχίσω; Τι θες, πάνω σε αυτό να ρωτήσεις κάτι;
Μετά σιγά σιγά μεγαλώνατε. Εσείς σχολείο πήγατε μέχρι τι ηλικία;
12 χρονών.
Ναι.
Την έκτη δημοτικού.
Ναι. Και μετά πώς συνεχίζεται η δική σας ζωή;
Μετά πώς συνεχίστηκαν; Μόλις έβγαλα το δημοτικό, η μαμά μου μας έστειλε στο εργοστάσιο. Ήταν ένα εργοστάσιο δυο τρεις στάσεις παραπάνω από μένα, καλτσοβιομηχανία, του Σαρλή και του Σαρρή, κάπως έτσι λεγότανε, το οποίο τότε το καλτσόν ήταν σε πειραματικό στάδιο, βγάζαν τις κάλτσες. Λοιπόν, εγώ επειδή ήμουνα πολύ μικρή με κρύβανε μέσα στην αποθήκη, γιατί να μην περάσει το ΙΚΑ. Έπαιρνα 20 ευρώ τότε και η αδερφή μου 40… ευρώ λέω, συγνώμη, 20 δραχμές, και η αδερφή μου έπαιρνε 40 δραχμές. Και έκανα τις βοηθητικές δουλειές. Έφτιαχνα τον καφέ στα αφεντικά και με βάζανε και έκανα τα κουτιά που μπαίναν οι κάλτσες, εξού και από εκεί που έπαθα ένα μικρόβιο από τα… έτσι, μου έσκισε το χαρτί, το ένα μου νύχι και κακοφόρμισε και από τότε το νύχι μου μού βγαίνει έτσι. Και καθίσαμε εκεί πέρα δυο χρόνια μέχρι που αρραβωνιάστηκα. Λοιπόν, δύσκολα ήταν.
Πώς νιώθατε που δουλεύατε εκεί;
Λοιπόν, πώς νιώθαμε; Δεν μπορούσαμε να ξυπνήσουμε το πρωί. Τρία παιδιά, τρία κορίτσια, εγώ, η Βούλα και η Μαρίτσα, πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, δε χωράγαμε. Και από εκεί που σας είπα μαλώναμε, ο ένας χτύπαγε τα πόδια του αλλουνού εδώ με τα νύχια, μαλώναμε, εγώ έμπαινα από κάτω, δε χώραγα, έμπαινε η άλλη που ήταν πιο ψηλή πιο κάτω. Τρία κορίτσια πάνω σε ένα κρεβάτι. «Άσε με, ρε μανούλα μου, να κοιμηθώ», έλεγα, «λίγο ακόμα». «Σηκωθείτε, είναι πέντε και τέταρτο». Πρωί τώρα, έξι η ώρα πιάναμε δουλειά. Καλά, δε μιλάμε τώρα για πρωινό, με τίποτα. Έτσι όπως ήμασταν. Δε θυμάμαι, κάνα γάλα να μας έδινε η μάνα μας. Πηγαίναμε εκεί, ούτε να φάμε ούτε να πιούμε, τίποτα. Και δουλεύαμε το οχτάωρο. Επειδή ήμουν η πιο μικρή και έκανα βοηθητικές δουλειές –εφιάλτης και αυτό που θα πω– ήτανε κάτω, στον κάτω όροφο, ήταν το βαφείο. Το βαφείο ήτανε κάτι… που βάφανε, βάζανε μέσα τα νήματα που θα φτιάχνανε τις κάλτσες και με βάζανε και μέσα, να πέσω μέσα στην πισίνα να πεθάνω. Τέλος πάντων, ήταν εκεί ένας ο βαφέας και με πρόσεχε και μετά μου βάζανε ένα σκαμνάκι για να φτάνω τα καλαπόδια που ήτανε η γάμπα της γυναίκας. Και όπως ήτανε στεγνές οι κάλτσες, τις έβαζα μέσα, τα χέρια μου μού βάζανε κάτι γάντια για να μην τα χαλάσω, έβαζα μες στα καλαπόδια τις κάλτσες. Λοιπόν, έβαζα τις κάλτσες και μετά πάταγε αυτός ο κύριος το κουμπί και μπαίναν όλα τα καλαπόδια μες στο φούρνο και σιδερωνόντουσαν οι κάλτσες. Τις βγάζαν άλλες κυρίες τις κάλτσες, τις ανεβάζανε πάνω που πήγαινα μετά και έφτιαχνα τα κουτιά εγώ. Και οι άλλες πιο έμπειρες οι κοπέλες –μικρές τώρα, μη φανταστείτε τίποτα μεγάλες κοπέλες– τις βάζανε όμορφα ωραία μέσα, τις συσκευάζανε μες στα κουτιά. Και πρωτοβγήκε το καλτσόν και μου το δείξανε σ’ εμένα, μου το φόραγαν το καλτσόν, επειδή ήμουν η πιο μικρή, οι άλλες ντρεπόντουσαν. Και ήρθαν αυτές οι υπεύθυνες και βλέπαν το καλτσόν το μέγεθος. Δύσκολα και εκεί ήτανε. Εγώ μάζευα χρήματα τότε. Θα μου πείτε τώρα: 12 χρόνων να μαζεύει για την προίκα; Έβαζα, έπαιρνα θυμάμαι τότε αν δουλεύαμε και το Σάββατο –2 η 8, 16– 160 δραχμές την εβδομάδα. Είχαμε δικαίωμα απ’ τη μαμά κι απ’ τον μπαμπά να τρώμε μία τυρόπιτα το Σάββατο. Και πηγαίναμε και τρώγαμε την τυρόπιτα το Σάββατο, και αυτό με τα άλλα τα κορίτσια, που ήμασταν εκεί όλες κοριτσομάνι, μικρά κι αυτά, να φάμε μία τυρόπιτα –Καλογήρου, στάση Καλογήρου, το θυμήθηκα!– που ήτανε ένα τυροπιτάδικο και τρώγαμε μία τυρόπιτα. Και τα άλλα, η μαμά μου έπαιρνε και από μένα και από την αδερφή μου να ζήσουμε και τα άλλα τα έβαζε για μένα και για την αδελφή μου στην άκρη για την προίκα μας. Λοιπόν–
Είχατε κάνει φίλες;
Φίλες;
Ή από το σχολείο ή και από εκεί, από το εργοστάσιο;
Σχολείο, όχι, απ’ το σχολείο δεν πολυθυμάμαι. Ναι, αλλά δε νομίζω.
Δεν μείνανε.
Αλλά από το σχολείο ήταν η Σούλα. Μία Σούλα, θυμάμαι, μια κοπέλα πολύ… για την εποχή πολύ μοντέρνα. Η Σούλα που είχε ξανθά μαλλιά και κάτι σαν σπυράκια εδώ. Αν εγώ τότε ήμουνα 12, εκείνη πρέπει να ήταν 14 χρόνων.
Segment 3
Ο αρραβώνας, ο γάμος και ο αντάρτης πεθερός – Πολιτική συνειδητοποίηση και δράση
00:27:51 - 00:52:52
Λοιπόν, καθίσαμε δυο χρόνια. Πάνω στα δυο χρόνια έγινε ένα προξενιό και με αρραβωνιάσανε με τον άντρα μου μετέπειτα, το Σταύρο, ο οποίος, για καλή μου τύχη, ήταν ένας άνθρωπος πάρα πολύ καλός. Και όλα αυτά γίνανε γιατί ο μπαμπάς μου και ο πεθερός μου ήντουσαν φίλοι από το χωριό. Ο Σταύρος, λοιπόν, ήταν ένα διαμάντι άνθρωπος, διαμάντι σας λέω.
Ήτανε απ’ το δικό σας το χωριό;
Απ’ το δικό μου χωριό. Δηλαδή γνωρίζονταν τα πεθερικά μου με τη μαμά μου και τον μπαμπά μου και είπαν να κάνουν αυτό το προξενιό.
Εσείς δε γνωριζόσασταν;
Όχι, δεν τον ήξερα. Τον γνώρισα, με πήγανε στο σπίτι στο Αιγάλεω που μένανε και τον γνώρισα. Εκείνος δεν ήθελε στην αρχή, γιατί ήμουνα πολύ μικρή και με πέρασε ότι ήμουνα η φιλενάδα της αδερφής του. Που η αδερφή του τότε, εγώ ήμουνα στα 14 και η αδερφή του ήτανε 12, συγνώμη, 10, 10 χρόνων και νόμιζε ότι ήμαστε φιλενάδες και παίζαμε κούκλες. Αλλά επέμενε η μάνα του και ο μπαμπάς του ότι: «Πάρ’ το, είναι μικρό κορίτσι, καλό κορίτσι» και όλα αυτά. Εμένα μου το είπανε, ούτε καταλάβαινα και τίποτα. «Ό,τι θέλετε εσείς».
Δεν αντιδράσατε;
Όχι, δεν αντέδρασα, τίποτα, δεν αντέδρασα. Και έτσι αρραβωνιαστήκαμε με τον άντρα μου, που αποδείχτηκε ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Εγώ ήμουνα ένα μικρό παιδάκι από μια οικογένεια πάρα πολύ φτωχή. Και αυτοί ήντουσαν παρά πολύ φτωχοί άνθρωποι, τα πεθερικά, αλλά είχανε άλλη κουλτούρα, ήτανε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Έμαθα πολλά πράγματα από την πεθερά μου, που η πεθερά μου ήτανε κι αυτή η προσωποποίηση ενός αγγέλου, και μπήκα μέσα σε μια οικογένεια [00:30:00]φοβερή. Φοβερή εννοώ με την καλή την έννοια, πολλά πράγματα έμαθα από την πεθερά μου, από τον πεθερό μου. Ο πεθερός μου ήταν αντάρτης τότε στο… και μετά στον εμφύλιο, πολύ κακοποιημένος άνθρωπος, τον κυνηγάνε και είχε έρθει στην Αθήνα. Της εποχής πράγματα. Ο άντρας μου ήτανε–
Σας έχει πει ιστορίες γι’ αυτό;
Ο πεθερός μου, ναι.
Θέλετε να μας πείτε;
Θα πάει πολύ μακριά η βαλίτσα βέβαια, αλλά αφού με ρωτάς. Ο πεθερός μου τον λέγανε Αστραπόγιαννο τότε στο Ξεροχώρι – εννοώ Ξεροχώρι εις την Ιστιαία. Και ήτανε σύνδεσμος με τους αντάρτες επάνω στο βουνό και έκανε ένα τολμηρό πράγμα, που αν ήταν διαφορετικά θα τον είχανε σκοτώσει οι Γερμανοί, και όχι μόνο αυτό, θα είχανε κάνει και αντίποινα μέσα στο Ξεροχώρι. Όχι ότι δεν κάνανε, κάνανε για άλλα πράγματα, για κάτι άλλο που δεν τα γνωρίζω. Ο πεθερός μου ήτανε σύνδεσμος, ήταν κοντός αλλά ήταν αεικίνητος και καβάλαγε ένα άσπρο άλογο και γι’ αυτό τον λέγανε Αστραπόγιαννο. Λοιπόν, είχε κατέβει ένα φεγγάρι κάτω, να πάει στο φούρνο να πάρει αλεύρι. Όπως κατέβηκε κάτω, που ήτανε υπόγειο το –πώς το λένε;– ο φούρνος, με το που κατεβαίνει, με τα φυσεκλίκια τώρα ο αντάρτης, που ήταν αντάρτης, κάτω, ήτανε γεμάτο με Γερμανούς και πίνανε κι ο δωσίλογος δίπλα – ο δωσίλογος, ο ρουφιάνος–, λοιπόν–
Έλληνας;
Έλληνας βεβαίως, γιατί οι Γερμανοί δεν ξέραν τα ελληνικά. Με το που κατεβαίνει κάτω, δεν είχε προλάβει να κάνει το πρώτο σκαλί, το ένα του πόδι ήτανε στο κενό, λειτούργησε πώς; Λέει με το μυαλό του: «Εάν κάνω πίσω με γαζώσανε, εάν κάνω μπροστά θα με σκοτώσουν». Και τι λέει; «Έλα να σου πω»… όχι, «Άκου να σου πω», λέει του δωσίλογου, «πες τους πως έτσι και δε βγω έξω σε 10 λεπτά, το χωριό είναι ζωσμένο με αντάρτες και με πυρομαχικά, θα γίνει εδώ πέρα το πελεκούδι, θα αστράψει ο τόπος, θα σκοτωθούμε όλοι. Ήρθα να πάρω δυο τσουβάλια αλεύρι και ό,τι άλλο έχεις να μου δώσεις. Βάλτε ώρα!» Ήτανε τόσο έντονη η φωνή του, τόσο συγκεκριμένη και απόλυτη που είχε… φοβηθήκανε. Κατέβηκε λοιπόν με τα φυσεκλίκια, μπαπ μπουπ, τα σκαλιά, του βγάζουν έξω τα δυο τα τσουβάλια με φαγητό και όπου φύγει φύγει, δεν υπήρχε κανένας. Αυτό θαρρώ έχει γραφτεί σε ένα ιστορικό βιβλίο που το έγραψε κάποιος ντόπιος, δεν είμαι όμως… δεν θυμάμαι καλά για να σας το πω πιο αναλυτικά αυτό το περιστατικό. Λοιπόν, όπως αντιλαμβάνεστε, είχε ρίζες ο άντρας μου, καταβολές από αυτά, κομμουνιστής ο άνθρωπος, ο Σταύρος. Πρώτα έβαζε το κοινωνικό συμφέρον και μετά το δικό του. Λοιπόν, έτσι έμαθα κι εγώ κάποια πράγματα και ήμασταν συνοδοιπόροι στον αγώνα, ήμασταν μαζί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Όπως θα ξέρετε, ιστορικά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας ήταν στην παρανομία, ήταν η ΕΔΑ πρώτα, μετά κάτι άλλο. Λοιπόν, νομιμοποιήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ελλάδα το 1974. Και ήμασταν στο Αιγάλεω χέρι χέρι, σύντροφοι στη ζωή μα και σύντροφοι στον αγώνα.
Μείνατε μαζί από τα 14;
Λοιπόν, δεκατέσσερο χρονών αρραβωνιάστηκα, δεκαπεντέμισι χρονών παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα και έφυγα και πήγα στο Αιγάλεω και έμεινα δίπλα από την πεθερά και τον πεθερό μου, αυτούς τους υπέροχους αρχοντικούς ανθρώπους. Τους λέω αρχοντικούς, διότι μπορεί να μην είχαν και αυτοί τα μέσα να ζήσουν, αλλά ήταν άρχοντες πραγματικά στη σκέψη, δημοκράτες –αφού, σας είπα, ήντουσαν έτσι– και άνθρωποι πάρα πολύ καλοί. Όχι ότι και οι δικοί μου δεν ήτανε, ήτανε, αλλά ήταν άλλο πράγμα.
Ήταν πιο προοδευτικοί;
Ναι, πιο προοδευτικοί. Λοιπόν–
Θυμάστε λίγο, έτσι, να μας πείτε προξενιά, αρραβώνες, γάμος, αυτή τη διαδικασία, πώς έχουν μείνει σ’ εσάς;
Πώς έχουνε μείνει σ’ εμένα. Εγώ ντρεπόμουνα πάρα πολύ που με αρραβωνιάσανε, δεν μπορούσα να τον κοιτάξω στα μάτια τον άνθρωπο, το Σταύρο, με τίποτα, και δεν έβγαινα έξω, που μου φτιάξανε ένα φορεματάκι, γιατί ήρθαν οι άνθρωποι να αρραβωνιαστούμε. Δεν τον είχα δει πιο πριν. Μία φορά που τον είδα, που πήγαμε κάτω στο χωριό, που πήγαμε στο Αιγάλεω, και άλλη μία που θα αρραβωνιαζόμασταν. Και ντρεπόμουν. Φτιάξαν ένα φορεματάκι. Η αδερφή, η αδερφή της μαμάς μου ήτανε μοδίστρα, είχε έρθει από την Ιστιαία και μου έφτιαξε ένα φορεματάκι. Και –δυο δωμάτια είχε το σπίτι μας– και ήμουνα κλεισμένη στο ένα το δωμάτιο –δε θα το ξεχάσω, παιδιά– και μου το είχανε… και μου λέει «Βγες, βγες». Δεν έβγαινα με τίποτα, ντρεπόμουνα, ντρεπόμουνα. Και μου δίνει μια κλωτσιά η μάνα μου, έτσι ακριβώς, μπαμ, και βγήκα έξω. «Γεια, τι κάνεις;» Ήταν ο πατέρας μου εκεί. Τα άλλα τα κορίτσια απουσιάζανε, δεν ήταν εκεί, ούτε η Μαρίτσα ούτε η Βούλα. Μόνο τα αδέλφια μου ήτανε. Τώρα, πού είχανε πάει δεν το θυμάμαι αυτό, λοιπόν.
Και όταν τον είδατε πώς νιώσατε;
Ντρεπόμουνα, ντρεπόμουνα, δεν μπορούσα να τον κοιτάξω, τον κοίταζα όταν εκείνος κοίταγε έξω και όταν κοίταγε από μένα κοίταγα πέρα, ντρεπόμουνα. Ντρεπόμουνα, ντρεπόμουνα, τι να σας πω;
Αλλά μπορεί και να σας άρεσε κιόλας;
Εντάξει, να μου άρεσε, δεν μπορώ να… δεν είναι ότι δεν τον ήθελα, για όνομα του Θεού! Αλλά ήταν κάτι πρωτόγνωρα. Εξάλλου, τότε ήτανε διαφορετικές… η νοοτροπία: να βρεις έναν άνθρωπο να παντρευτείς, να είναι καλός. Υπήρχε… αφού η μαμά μου μας μάζευε για προίκα, σας λέω, ήταν διαφορετικά αυτά τα πράγματα. Και τον έβλεπα, μου άρεσε, ήταν μελαχρινός, είχε ωραία μάτια. Τώρα, αν ήταν καλός δεν ήταν καλός, εγώ αυτά δεν μπορούσα να τα καταλάβω, έλεγε η μαμά μου ότι ήτανε καλός δεν ήτανε… Λοιπόν, όμως –δεν ξέρω αν πρέπει να το πω αυτό– όμως τον ερωτεύτηκα. Τον ερωτεύτηκα, μέχρι και που έφυγε δυστυχώς από πολύ σοβαρή αρρώστια όταν ήταν 65 χρονών εγώ ήμουνα ερωτευμένη. Εκτός του ότι βεβαίως αγαπάμε όλους, η αγάπη είναι κάτι διαφορετικό, αλλά και ο έρωτας είναι αυτός ο ενθουσιασμός, αυτό το ενδιαφέρον, αυτή η αγάπη, ήμουνα ερωτευμένη με τον άνθρωπό μου. Πέρασα πάρα πολύ καλά δίπλα του, στερημένα μεν, γιατί και εκείνος ήταν οικοδόμος στη δουλειά, ναι, οικοδόμος, ελαιοχρωματιστής, αλλά ποτέ δε βαρυγκώμησα, ποτέ, ποτέ, ποτέ. Γιατί ήμουνα τόσο ερωτευμένη, τόσο τον αγαπούσα, να τα πούμε όλα μαζί. Είχαμε μια πολύ ωραία οικογένεια, πολύ καλά παιδιά, δίπλα στην πεθερά μου και στον πεθερό μου που μου μάθανε πράγματα, γιατί η μαμά μου και ο μπαμπάς μου ήτανε μακριά μετά. Εγώ από τα 15 ήμουνα μακριά μετά, δεν έβλεπα ούτε τη μαμά μου ούτε τον μπαμπά μου. Αμάξια δεν υπήρχαν τότε, συγκοινωνίες, δύσκολα για να πάω στο Μπραχάμι από το Αιγάλεω.
Πάμε οπότε λίγο στη ζωή εκεί.
Πώς;
Πώς ξεκινάει η ζωή μαζί να μένετε;
Με τον άντρα μου; Λοιπόν, με τον άντρα μου νοικιάσαμε ένα σπίτι, πήγα νύφη εκεί, ξεντύθηκα, αλλά δυστυχώς ο πεθερός μου, ο Αστραπόγιαννος που σας λέω, είχε μια πολύ σοβαρή πάθηση και πήγαμε, έβγαλα το νυφικό και έβαλα το άλλο το φόρεμα που μου είχανε, ένα απλό φορεματάκι και πήραμε με τον κουμπάρο, που είχε αυτοκίνητο, που μας πάντρεψε, και πήγαμε στη Σωτηρία και τον είδαμε. Λοιπόν, που ήταν πολύ άρρωστος, δηλαδή και έβγαλα φωτογραφίες σαν νύφη, να το πω, γιατί μου είχανε βάλει, μου είχανε φτιάξει ένα άσπρο φορεματάκι, δίπλα από τον πεθερό μου, που ήτανε και αυτός ετοιμοθάνατος τότε. Η πεθερά μου… Δύσκολα πράγματα. Αλλά τώρα θα μου πείτε: «Μα καλά, δε στεναχωρέθηκες, δεν έκανες;» Εντάξει, στεναχωρέθηκα, αλλά μικρό παιδί ήμουνα, δεν μπορούσα να τα καταλάβω τόσο πολύ. Καταλάβαινα ότι ήταν το νοσοκομείο, έκλαιγε ο άντρας μου, έκλαιγε ο πατέρας, που πήγα νύφη δηλαδή, η πεθερά μου κλάμα. Λοιπόν, αυτά. Για πες μου, αγάπη μου, τι άλλο θες να σου πω;
Και σε σχέση με το ΚΚΕ, που είπατε, και τα πολιτικά, πώς άρχισε αυτό; Ήσασταν και πολύ μικρή, έτσι;
Λοιπόν, εγώ είχα καταβολές δημοκρατικές από τους γονείς μου, αλλά όχι κάτι συγκεκριμένο. Δεν ήταν οι άνθρωποι οργανωμένοι, δεν ήτανε τίποτα. Έμαθα κάποια πράγματα κοντά στον πεθερό μου. Ο πεθερός μου τότε που τον γνώρισα εγώ ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Χάλια, αλλά δεν ήταν στο νοσοκομείο, ήτανε στο κρεβάτι και έπαιρνα ένα σκ[00:40:00]αμνάκι, καθόμουνα δίπλα του και μου έλεγε ιστορίες από το αντάρτικο. Εγώ, απ’ ό,τι ακούγαμε τότε, ότι οι κομμουνιστές, οι αντάρτες σκοτώνανε, με τα συγκεκριμένα τα κονσερβοκούτια και μου έλεγε: «Έλα εδώ, παιδάκι μου, να σου πω εγώ τι είναι, τι ήταν οι αντάρτες. Αναγκαστήκαμε, κάναμε, παλέψαμε ενάντια στους Γερμανούς, μετά ήταν ο εμφύλιος». Δεν ήξερα εγώ τέτοια πράγματα κι ο πεθερός μου μού είπε την πραγματική του… την κανονική αλήθεια και μου λέει: «Με βλέπεις εμένα να έχω σκοτώσει ανθρώπους, να έχω σκοτώσει με κονσερβοκούτια; Να θέλω να πάρω την περιουσία του αλλουνού; Τη βλέπεις την πεθερά σου; Η πεθερά σου είναι ένας άγγελος». Ήταν στην ΕΠΟΝ η πεθερά μου. Και βλέποντας πώς έκανα την παρομοίωση… χαρακτηρισμό, βλέποντας μια οικογένεια πάρα πολύ τίμια, σωστή, νοικοκυρεμένη, συνδύασα την ιδεολογία τους με αυτά που μου λέγαν και με το πόση ήντουσαν… δηλαδή η στάση της ζωής και λέω: «Άραγε αυτοί οι άνθρωποι σωστά μιλάνε, κάτι λένε». Βέβαια μετέπειτα εγώ έβλεπα τον άντρα μου που ήτανε… έβαζε πρώτα το κοινωνικό συμφέρον από το δικό του, γιατί έπαιρνε δικές του δουλειές και έβαζε μπροστά τούς μαστόρους, να πάνε στο αφεντικό, να κολλάνε τα ένσημα, απεργίες, το ένα, το άλλο, ξέροντας ότι θα χάσει τη δουλειά του. Κι όμως, μέχρι που πέθανε σκεφτόταν αυτό το πράγμα, το δικό του το συμφέρον ερχόταν μετέπειτα. Όλα αυτά, γαλουχήθηκα εγώ εκεί μέσα και κατάλαβα ότι ο αγώνας είναι ταξικός πλέον πια, ότι είναι ταξικός και ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι κόμμα των εργατών, των εργαζομένων. Είναι η τάξη και ότι υπάρχουν δύο τάξεις ανθρώπων. Οι πλούσιοι, και δε μιλάμε για τους πλούσιους που έχουν ένα σπίτι, δύο, έστω και τρία, έχουν ένα μαγαζάκι, μια βιοτεχνία. Μιλάμε για το κεφάλαιο τώρα, για να μην παρεξηγηθούμε, τους οποίους αυτούς τους εκφράζει η Νέα Δημοκρατία. Και ο άλλος ο φτωχός ο άνθρωπος που έχει ένα σπίτι, έστω και δύο, και βολοδέρνει και είναι εργάτης του πνεύματος και των χεριών τον εκφράζει πάντοτε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Βέβαια, για μένα αυτά είναι ξεκάθαρα. Βέβαια, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που προσανατολίζονται αλλού. Σεβαστή η κάθε γνώμη, δεν την ασπάζομαι, σεβαστή… τα πολιτικά δρώμενα, όμως εγώ έχω καταλάβει, και έτσι και στα παιδιά μου, ότι δυο τάξεις ανθρώπων υπάρχουν, όλα τα άλλα που υπάρχουν είναι για παραφυάδες και όλα αυτά. Και τα στρώματα είναι οι φοιτητές, είναι χίλια δυο πράγματα, είναι οι εργαζόμενοι και αυτοί που δεν εργάζονται, πώς θα το κάνουμε τώρα; Αυτά είναι, είναι ξεκάθαρα, βάσει τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, αυτά είναι. Λοιπόν, κι εγώ κοριτσάκι, όπως καταλαβαίνετε, δεν ήξερα από αυτά, έμαθα σιγά σιγά.
Από τη ζωή.
Και κατάλαβα, ναι, και κατάλαβα τη ζωή. Ποιος ήταν αυτός δίπλα μου και με υποστήριζε, ποιος ήταν αυτός που δίπλα υποστήριζε τον άντρα μου, έβλεπα ότι ήταν μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Τώρα όλα τα άλλα που λέγονται και για όλα αυτά είναι για να μην πιστεύει ο κόσμος. Αυτή είναι η ιδεολογία μου, δεν ξέρω εσείς που με ακούτε πώς τα λέτε και τι κάνετε, για μένα είναι ξεκάθαρα, είναι αυτά εδώ. Και, σας είπα, το παρομοίωσα με τη στάση ζωής αυτών των ανθρώπων. Αν ήτανε τίποτα παλιάνθρωποι και τα λέγανε αυτά, οπωσδήποτε δε θα τα πίστευα, όμως ήταν άνθρωποι σωστοί, εργαζόμενοι, εργάτες, τίμιοι, φερέγγυοι, έμπιστοι. Λοιπόν, έτσι γίναν τα πράγματα. Τι άλλο με ρώτησες;
Και θυμάστε να πηγαίνετε σε πορείες, σε–
Λοιπόν, ναι, πρώτα ήταν η ΕΔΑ. Θυμάμαι εγώ ενθουσιασμένη, μικρό παιδάκι, πρέπει να ήμουνα τότε… είχα γεννήσει την Αλεξάνδρα, την κόρη μου που γεννήθηκε το ’70. Τότε δεν ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα, γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα, που σας είπα και προηγουμένως, νομιμοποιήθηκε το ’74, ήταν η ΕΔΑ. Και με πήγαινε ο άντρας μου, η Ενωμένη Αριστερά μετέπειτα και έμαθα κάποια πράγματα. Και πάλι σας το λέω όμως, για να μην παρεξηγηθώ, όλα αυτά τα συνδύασα με τη στάση ζωής του καθενός μας, μπήκα σε αυτή την οικογένεια. Γιατί μπορεί να σου λέει κάποιος ότι είναι κομμουνιστής και να ’ναι κλέφτης, να ασχολείται με ναρκωτικά και με αυτά, δεν μπορεί αυτός να σε πείσει ότι είναι κομμουνιστής, ότι δέρνει τη γυναίκα του, ότι πεινάνε γιατί είναι τεμπέλης, δεν μπορεί. Εγώ τα συνδύασα όλα με τη στάση ζωής, το λέω και το ξαναλέω. Μετά όμως κατάλαβα ότι ο αγώνας είναι ταξικός. Πρώτα μπήκα γιατί είδα αυτά και έπειτα κατάλαβα ότι ο αγώνας είναι ταξικός. Λοιπόν, και πήγαινα, λοιπόν, εκεί. Μετά έγινε το Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως είπαμε, έφυγε απ’ την παρανομία. Μετά ήταν οι μεγάλοι αγώνες. Όπου σταθείς και όπου βρεθείς, ο άντρας μου πρώτος, από πίσω εγώ και τα παιδιά, τα παιδιά μου. Τα παιδιά τα έπαιρνα μαζί και πηγαίναμε. Ήμουνα εις το… τότε οργανώσαμε, μάλλον δημιουργήσαμε την… ήταν η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος για τα δικαιώματα των γυναικών. Ήταν η ΕΓΕ, η Ένωση Γυναικών Ελλάδος του ΠΑΣΟΚ. Και ήτανε και μιαν άλλη οργάνωση, που δεν τη θυμάμαι, γυναικών, που ήτανε… περί σεξουαλικής φύσεως λέγανε κάποια δικαιώματα των γυναικών. Λοιπόν, εμείς ήμαστε κάτω από την αιγίδα της ΟΓΕ και λεγόταν ο σύλλογος που κάναμε Δημοκρατικός Σύλλογος Γυναικών του Αιγάλεω κι ήμουνα στο Διοικητικό Συμβούλιο ταμίας για πάρα πολλά χρόνια. Και είχαμε μια πρόεδρο, την Καλλιόπη τη Νικηταρά, άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο, αυτή και αν ήτανε κομμουνίστρια, σωστή, άνθρωπος σωστός. Από εκεί έμαθα πολλά πράγματα, πώς μπορώ να γράφω ομιλίες, να συντάξω πράγματα, να κάνω, να δείξω, γιατί, που σας είπα, του δημοτικού ήμουνα. Με έμαθε κάποια πράγματα, πολλά, η Καλλιόπη η Νικηταρά κι ήτανε γι’ αυτό το θέμα η δασκάλα μου, πώς να το πω;
Δηλαδή πηγαίνατε τακτικά εκεί;
Ναι, εκεί ήμασταν, γιατί τότε ήταν το κίνημα το γυναικείο ήτανε πάρα πολύ δυνατό.
Να βάλουμε χρονολογία περίπου;
Πρέπει να ήτανε… αφού τα παιδιά μου εμένα ήταν τότε η Αλεξάνδρα 4 χρονών, ήτανε ’75-’76, κάπου εκεί. Να κάνω λάθος; ’80; Γιατί τα έπαιρνα και ήταν μικρά και καθόντουσαν και ζωγραφίζανε εκεί σε ένα τραπεζάκι που τους είχαμε και εμείς κάναμε το διοικητικό συμβούλιο. Λοιπόν–
Θυμάστε συζητήσεις ή κάποιο περιστατικό συγκεκριμένο που να ξεχωρίζετε;
Κοιτάξτε, ήτανε τότε ότι θα πρέπει, ας πούμε, πηγαίναμε στα νηπιαγωγεία και θα πρέπει να πούμε στις γυναίκες ότι δεν είναι το θέμα να βάλουνε λεφτά για να πάρουνε σόμπα, ούτε κουρτίνες. Το θέμα είναι να αγωνιστούμε από το κράτος να δίνουν παροχές, χρήματα, να αγοράζουνε όλα αυτά. Δεν είναι το θέμα να δώσω εγώ 5 δραχμές. Λοιπόν, και το μέλημά μας ήταν αυτό, εκτός των άλλων προβλημάτων, πώς τη γυναίκα θα την συνειδητοποιήσουμε, τη μάνα, τον γονιό που περιμένει απέξω και έρχεται η δασκάλα και λέει: «Δώστε μου λεφτά να πάρω κουρτίνες, δώστε μου λεφτά να πάρω πετρέλαιο, να βάλω μπογιατζή για τα σχολεία». Ότι να κινητοποιηθούμε, να πάμε στο δήμαρχο και να απαιτήσουμε από το δήμαρχο, που ήταν φορέας της εξουσίας στο Αιγάλεω, να δοθούν χρήματα, να δοθούνε κονδύλια. Πολλά τέτοια πράγματα. Όμως εμείς είχαμε μια κατεύθυνση, ότι εχθρός μας δεν είναι ο άντρας. Ο άντρας μας, ο σύντροφός μας γενικότερα δεν είναι ο δυνάστης μας, δεν είναι αυτός που έχουμε κακουχίες στη ζωή, που δεν έχουμε τα παιδιά μας να τους δώσουμε γάλα, που δεν έχουμε σχολεία, που δεν έχουμε εκείνο, δεν έχουμε το άλλο – που μας κακομεταχειρίζεται ο άντρας πολλές φορές. Ο άντρας είναι για μας ένας συνο–
Συνοδοιπόρος.
Συνοδοιπόρος στη δουλειά μας, στην εργασία μας, στον αγώνα που κάνουμε. Και αν φέρεται έτσι ο άντρας είναι γιατί και αυτός εκμεταλλεύεται από το αφεντικό του. Όταν το αφεντικό παίρνει την υπεραξία που κάνεις στη δουλειά και την παίρνει και τη βάζει στην τσέπη του και τον κακομεταχειρίζεται και τον τρομοκρατεί πως «Άμα δεν κάνεις αυτό» ή «Κάνεις εκείνη την απεργία θα σε διώξω», έρχεται κι αυτός κουρασμένος από τη δουλειά, πού θα ξεσπάσει; Πάνω στη γυναίκα. Λοιπόν, άραγε τι φταίει; Το σύστημα. Όταν ο άντρας είναι ευχαριστημένος στ[00:50:00]η δουλειά, οπωσδήποτε θα γυρίσει με όμορφα… και όμορφα μέσα στη γυναίκα του και θα είναι όλα τι ωραία. Καταπιέζεται, τρομοκρατείται, ή και η γυναίκα, που μετέπειτα βγήκε στη φάμπρικα έξω, καταπιέζεται και αυτή μετά, όλη αυτή την καταπίεση πού τη ρίχνει; Στα παιδιά της. Λοιπόν, οπότε είναι κι αυτός εκμεταλλευόμενος όπως είμαστε κι εμείς. Άραγε φταίει το σύστημα. Και τον έχουμε χέρι χέρι στον αγώνα τον άντρα μας, το σύντροφό μας, γενικά τους άντρες. Ενώ οι άλλες οι οργανώσεις τι λέγαν; Ότι φταίει ο άντρας που εμείς κακομεταχειριζόμασταν. Εμείς τα είχαμε, είχαμε τον προσανατολισμό αυτόν που είπα προηγουμένως.
Ναι.
Και τι λέγανε; Ότι η ισοτιμία της γυναίκας για να γίνει… Εμείς λέγαμε ότι είναι ίση δουλειά για ίση εργασία. Είμαστε στο ίδιο τραπέζι και κάνουμε την ίδια δουλειά με τον άντρα, θα πληρωθούμε το ίδιο, όχι λιγότερο γιατί είμαστε γυναίκες. Αυτό λέγαμε εμείς. Η ισοτιμία όμως των αλλωνών οργανώσεων των γυναικείων ήτανε διαστρεβλωμένη. Δηλαδή, γυρίζει ο άντρας και πάει στα καφενεία; Θα πάμε κι εμείς. Καπνίζει ο άντρας έξω στο δρόμο; Θα καπνίσουμε κι εμείς. Αν θυμάσαι, εσύ είσαι μικρούλα βέβαια, βγαίναν στο Σύνταγμα και πέταγαν τα σουτιέν – η σεξουαλική απελευθέρωση. Για να έχεις σεξουαλική απελευθέρωση πρέπει να έχεις φτιάξει το είναι σου και να είσαι έτσι που να μπορείς δηλαδή να πεις σεξουαλική απελευθέρωση. Τη στιγμή που είσαι καταπιεσμένη και είσαι έτσι, τι σεξουαλική απελευθέρωση; Χωρίς να έχεις παιδικούς σταθμούς, χωρίς να αμείβεσαι σωστά, χωρίς ειρήνη δεν έχουμε, ανά πάσα στιγμή είναι πολύ εμπόλεμη κατάσταση, δεξιά αριστερά, τη στιγμή που το παιδί σου θέλει να φάει και εσύ δεν έχεις να το ταΐσεις, τη στιγμή που πας να δουλέψεις και παίρνει τον άντρα και δεν παίρνει εσένα, τη στιγμή που είμαι έγκυος και με διώχνει από τη δουλειά, τη στιγμή που θέλω να δουλέψω και δεν έχουν παιδικούς σταθμούς, τι να βγω να πετάξω; Σεξουαλική απελευθέρωση; Η ισοτιμία της γυναίκας δεν είναι η σεξουαλική απελευθέρωση, είναι άλλα πράγματα, – τότε. Λοιπόν, η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας είναι θρυλική, έκανε πολλούς μεγάλους αγώνες, ήταν παντού, σ’ όλον τον κόσμο, παντού, παντού, παντού. Και η ΕΓΕ ήτανε τότε.
Να επιστρέψουμε λίγο στη δική σας ζωή, οπότε κάνατε παιδιά και αν εργαζόσασταν παράλληλα;
Ναι, λοιπόν, εγώ όταν γέννησα και τα δυο παιδιά δε δούλευα. Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και έγινε 11 χρονών ο γιος μου και 12 η κόρη μου, υπήρχανε πολύ μεγάλοι αγώνες στην οικοδομή. Ο άντρας μου πάλευε για τα ένσημα και όταν πάλευε τον διώχνανε, πολλές απεργίες κι ήτανε δύσκολη η ζωή μας. Οπότε αναγκάστηκα να πάω να δουλέψω. Ο άντρας μου δεν ήθελε να δουλέψω για να μην κουράζομαι, όμως οι πεθερά μου είπε «Θα προσέχω εγώ τα παιδιά», γιατί τότε μέναμε πάλι κοντά. Και πήγα και δούλεψα. Δούλεψα, και σκληρά θα έλεγα, γιατί δούλευα σε σπίτια, δούλεψα τρία χρόνια σε σπίτια, όμως έπαθα υπερκόπωση, έπεσε υπερκόπωση. Ήτανε δύσκολα, γιατί γυρνώντας από τη δουλειά, πήγαινα πολύ μακριά, αυτοκίνητα δεν υπήρχανε, πήγαινα τρεις συγκοινωνίες να πάω, τρία να γυρίσω και μετά να μαζέψω τα παιδιά μου, να μαγειρέψω, να κάνω, να δείξω, να ράνω, όπως κάθε εργαζόμενη γυναίκα. Δε λέω κάτι διαφορετικό, οι περισσότερες γυναίκες και τώρα που εργάζονται τα ίδια και τότε, ας πούμε, αλλά επειδή με ρωτάτε για μένα λέω για μένα, δεν έκανα κάτι ιδιαίτερο, έτσι ήταν η ζωή. Λοιπόν και έπαθα υπερκόπωση και σταμάτησα. Μετά, όμως, μου κάναν την πρόταση και δούλεψα καθαρίστρια σε γραφεία πάλι, που ήτανε πολύ πιο ελαφριά βεβαίως δουλειά και από εκεί έκατσα 27 χρόνια και από εκεί πήρα τη σύνταξή μου. Λοιπόν, πλέον τα παιδιά είχανε μεγαλώσει, είχανε παντρευτεί, αλλά δυστυχώς όλον αυτό το χρόνο, ας πούμε, που διανύσαμε ο άντρας μου δυστυχώς, από τα χρώματα, από την οικοδομή και από τα κρύα και τις κακουχίες, έπαθε πνευμονικό εμφύσημα. Αυτό πάει να πει ότι χάλασε ο πνεύμονας κι ήτανε με οξυγόνο. Και δυστυχώς αυτός ο άνθρωπος, που του αξίζαν τα καλύτερα, δυστυχώς βασανίστηκε πάρα πάρα πολύ. Δε μιλώ για μένα, εκείνος, γιατί εγώ έμεινα πίσω, εκείνος δεν του άξιζε ένας… μια τέτοια. Αλλά μας είπαν ότι ήταν και γονίδια κιόλας κι απ’ τον πατέρα του. Λοιπόν, έτσι. Τι άλλο με ρώτησες τώρα; Ξεχάστηκα γιατί συγκινήθηκα και λιγάκι.
Και πότε κάνατε τα παιδιά; Σε τι ηλικία;
Λοιπόν, την κόρη μου την έκανα… γέννησα στα 16. Και 17 χρονών, ακριβώς την ίδια ημερομηνία… Δηλαδή, προσέξτε, 4 Νοεμβρίου του ’70 η κόρη μου, 4 Νοεμβρίου του ’71 ο γιος μου. 16… 17 χρονών είχα δυο παιδιά.
Αυτό πώς ήτανε; Πολύ μικρή. Τότε γινότανε μεν, αλλά και πάλι.
Ναι, δεν μπορώ να πω, ούτε βαρυγκώμησα ούτε τίποτα, παρόλο που δεν υπήρχανε… Μέναμε σε ένα σπίτι, δεν είχε βρύση μέσα, με το βρυσάκι, τουαλέτα δεν είχε. Όχι, ήμουνα ευτυχισμένη, ευτυχισμένη γιατί ήμουνα δίπλα στον άνθρωπο που αγαπούσα. Δε βαρυγκώμησα ποτέ. Ήτανε δίπλα, στην ίδια αυλή, η πεθερά μου, ο πεθερός μου, δε βαρυγκώμησα ποτέ. Δεν είπα ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ, ούτε και βέβαια και με την αρρώστια του άντρα μου, ποτέ. Δυσκολίες. Δεν ωραιοποιώ τα πράγματα, είναι πραγματικότητα. Όταν έχεις δίπλα σου ένα σύντροφο όπως ήταν ο άντρας μου και ήμασταν αγαπημένοι, ερωτευμένοι, όλα αυτά τα βάζαμε κάτω, τα μετράγαμε, τα παιδιά μας, τις αρρώστιες, γιατί περάσαν κι αρρώστιες τα παιδιά, και όλα αυτά, δουλειές δεν υπήρχανε, φτώχεια και εκεί, όμως ποτέ δε βαρυγκώμησα, ούτε εγώ ούτε εκείνος. Ίσως ήταν αυτή η αγάπη που έβγαινε, και από τα πεθερικά μου και από μένα και από τον άντρα μου, το οποίο το μεταδίδαμε και στα παιδιά μας, έζησα μια ζωή μέσα στην αγάπη. Γι’ αυτό λέω και τώρα: είναι η αγάπη. Όταν έχεις αγάπη θα πάρεις αγάπη. Βεβαίως υπάρχουνε αντιξοότητες της ζωής, βεβαίως υπάρχουν προβλήματα, βεβαίως υπάρχουν άλλες γνώμες, και πολιτικές και έχουμε κομματικές και στάση ζωής. Όμως όταν μιλάς με αγάπη στον άλλον, δεν μπορεί, αγάπη θα εισπράξεις. Αυτά.
Έχετε απόλυτο δίκιο. Να πούμε και λίγο για τις κατασκευές που κάνετε;
Ναι, μετέπειτα, φίλες και φίλοι που με ακούτε, μετά που έφυγε ο άνθρωπός μου, ο αγαπημένος μου και ήρθε και η καραντίνα–
Ποιο ήταν το όνομά του;
Σταύρος, Σταύρος Μπουραζόπουλος, ο Σταυράκης μου. Ήρθε και η καραντίνα –όταν έφυγε ο άντρας μου δεν ήταν καραντίνα– εγώ πήρα τον ομματιών μου, που λέω έτσι και γελάω, πήγα στην ανιψιά μου, πήγα στον αδελφό μου να κάτσω, δε με χώραγε ο τόπος. Όμως ξέχασα κάτι να σας πω, ότι είχα μια τάση από παιδί κάτι να τακτοποιώ πράγματα, κάτι να βάζω, κάτι να βγάζω, χωρίς να ξέρω και τίποτα. Η μάνα μόνο μου όλο μου φώναζε: «Μου πήρες το αλάτι από εδώ, μου πήρες το πιπέρι. Πού είναι εκείνο εκεί; Πού είναι το άλλο;» Πάντοτε είχα μια τάση κάτι να βολεύω, κάτι να κάνω. Έπαιρνα τις μαργαρίτες απέξω, που ήταν τότε τα χωράφια, και κάπου τα έβαζα. Είχα μια τάση τέτοια χωρίς να την έχω καλλιεργήσει και ποτέ. Λοιπόν, περνώντας τα χρόνια που έφυγε ο άντρας μου και ήρθε και η καραντίνα και κλείστηκα μες στο σπίτι 47 ημέρες, στην πρώτη καραντίνα που λέμε, ο γιος μου, για να μην πάθω και τίποτα, μουρλαθώ, μου πήρε ένα τάμπλετ και με έμαθε κάποιες εφαρμογές. Και από κει έβλεπα κάποια βίντεο και ξύπνησε μέσα μου αυτό που είχα, τη διακόσμηση και την καλλιτεχνία. Και άρχισα και έφτιαχνα πάρα πάρα πολλά πράγματα. Αφού και εγώ μερικές φορές λέω: «Εγώ τα έφτιαξα;» Λοιπόν, φτιάχνω. Τώρα, τι φτιάχνω; Παίρνω τα βαζάκια, παίρνω τα πήλινα, όλα μπορώ να τα κάνω εκτός από ζωγραφική. Παρεμπιπτόντως, να σας πω το κυριότερο: Ο άντρας μου ήταν και καλλιτέχνης, ήτανε ζωγράφος αυτοδίδακτος. Που εάν δεν ήταν οι καταστάσεις έτσι, θα είχε γίνει ένας από τους πιο… όχι από τους πιο, ένας από… όχι πιο –πώς το λέμε δηλα[01:00:00]δή;– ένας από τους καλούς Έλληνες ζωγράφους, ακαδημαϊκούς ζωγράφους. Η μόνη έκθεση που κάναμε, μόνον μία, η οποία εγώ την διοργάνωσα, εκείνος δεν μπορούσε, είχε αρρωστήσει και μετέπειτα έγινε ακόμα πιο χειρότερα, οπότε δεν μπορούσε να ζωγραφίσει–
Τι ζωγράφιζε;
Ζωγράφιζε προσωπογραφίες, ζωγράφιζε εικόνες μέσα στο μυαλό του που είχε οικογενειακές και τοπία. Ήδη κάποια είναι εδώ και άλλα είναι στα παιδιά μου, έχουνε δοθεί. Λοιπόν, ξαναγυρίζω τι φτιάχνω εγώ τώρα. Ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, εκτός από ζωγραφική που δεν το έχω. Ας πούμε, παίρνω ένα πέταμα, που το έχει η άλλη για πέταμα, έναν πίνακα, ένα κάδρο. Εγώ θα βάλω πάνω, θα στολίσω, φτιάχνω λουλουδάκια μόνη μου, με πηλούς, με χρώματα, με διάφορα και, απ’ ό,τι μου λένε, καλά είναι. Όλο το σπίτι μου μέσα, αν υπήρχε φωτογραφία θα τα βλέπατε τώρα τι έχω φτιάξει. Και πολλές φίλες μου με προτιμάνε και μου λένε: «Ευανθία, θέλω να πάω κάπου δώρο» ή «Θέλω αυτό για το σπίτι μου», τους το φτιάχνω.
Τι χρώματα διαλέγετε;
Μου αρέσουν τα παλ, δηλαδή μου αρέσει το ανοιχτό σάπιο μήλο, Παναγία μου, και βάζω και χρυσό δαχτυλοπατίνα επάνω. Δε μου αρέσει το μαύρο με τίποτα, δε μου αρέσει το κόκκινο –αν και το κόκκινο είναι της ιδεολογίας μου, δε μου αρέσει το κόκκινο–, το πράσινο το σκούρο. Αυτά δηλαδή τα ψυχρά χρώματα μπορώ να πω δε μου αρέσουν. Τα παλ χρώματα: το ροζ το ανοιχτό –όχι το ροζ το παιδικό–, κάτι τέτοια, το ανοιχτό το πράσινο θα έλεγα, κάπου σε αυτά τα χρώματα τα παλ.
Τέλεια. Τα ονόματα των γονιών σας και το επίθετό σας από την οικογένειά σας;
Ναι, λοιπόν, ο μπαμπάς μου ήταν υιοθετημένος, γι’ αυτό και έχουμε και δύο ονόματα και υπάρχει κι ένα μπέρδεμα στις ταυτότητες κι αυτά. Το όνομα το πατρικό του πατέρα μου λεγόταν Ρουμπάνος. Επειδή τον υιοθετήσανε όμως σε μεγάλη ηλικία, Φάλκος. Η μαμά μου –Χαράλαμπος Ρουμπάνος-Φάλκος είναι.. ήτανε ο μπαμπάκας μου– τη μανούλα μου τη λέγανε Χρυσούλα Ζερμπαλά.
Εσείς κρατήσατε μετά του άντρα σας;
Ναι, γιατί έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια. Ευανθία Μπουραζοπούλου. Την κόρη μου τη λένε Αλεξάνδρα Μπουραζοπούλου-Φωτίου, το συζυγικό, και τον γιο μου τον λένε Γιάννης Μπουραζόπουλος.
Για την υιοθεσία, αυτό–
Η υιοθεσία ήταν το εξής. Ότι είχε μια συγγενής ο πατέρας μου –τώρα είναι μακρινά αυτά, δεν τα θυμάμαι– η οποία αυτή κυρία στο χωριό είχε ένα γιο κι επειδή δεν τον ήθελε μια κοπέλα κρεμάστηκε 19 χρονών. Και αυτή η κυρία, επειδή έμοιαζε ο πατέρας μου με το γιο της, τον υιοθέτησε. Και έτσι πήρε το Φάλκος και πήρε την περιουσία της γιαγιάς αυτής, της κυρίας, η οποία… ο πατέρας μου, τότε κουκούτσι μυαλό δεν είχε, τα έκανε όλα…
Και πώς υιοθετήθηκε; Οι γονείς του τον δώσανε;
Υιοθετήθηκε σε μεγάλη ηλικία, ήτανε μεγάλος ο πατέρας μου τότε, και αυτός μεγάλος, 19 χρονών, ξέρω γω, τόσο. Λοιπόν, και να του αφήσει την περιουσία και να την προσέξει τη γιαγιά όταν μεγαλώσει η γιαγιά. Μ’ αυτή… Δηλαδή τα έχω διαβάσει όλα αυτά, γιατί όταν πήραμε αυτό το σπίτι που είναι εργατικό γυρεύανε όλα αυτά τα συμβόλαια, όλα αυτά που είχε πουλήσει ο πατέρας μου, την περιουσία και όλα αυτά. Και εκεί πέρα διάβασα αυτή τη διαθήκη της γιαγιάς, που έλεγε μέσα η γιαγιά, άκου τώρα να ακούσεις, έλεγε: «Τα αφήνω όλα, ό,τι έχω και δεν έχω, στο Χαράλαμπο Ρουμπάνο-Φάλκο, φτάνει να μου φέρνει την μουσταλευριά», έλεγε μέσα η διαθήκη. Λοιπόν, ο πατέρας μου –όπως σας είπα, ήμασταν πολύ φτωχοί– ο πατέρας μου όμως είχε πάρει ακίνητα, δηλαδή χωράφια, και τα πούλαγε. Ας πούμε, η μαμά μου αρρώστησε, πούλαγε ένα χωράφι για να γίνει καλά. Ο πατέρας μου έσπασε το πόδι του, πούλαγε ένα χωράφι γι’ αυτά. Εντωμεταξύ, ήτανε πολύ… ένας καλός άνθρωπος ο πατέρας μου, δεν ήταν πονηρός και είχε ένα φορτηγό, που σας είπα, και έβαζε συνέταιρο και του έλεγε ο συνέταιρος: «Χαράλαμπε, χάλασαν οι ρόδες», πήγαινε πούλαγε ένα οικόπεδο. Και τελικά από αυτές τις χαζομάρες έμειναν με πολύ λίγα πράγματα, ίσα ίσα που μείναν κάτι οικόπεδα, που τα δώσανε προίκα και σ’ εμένα και στην αδελφή μου και στις άλλες μου αδελφές και στα αδέλφια μου. Λοιπόν–
Το δικό σας το όνομα από πού είναι;
Ευανθία Ρουμπάνου, Ρουμπάνου-Φάλκου.
Από κάποια γιαγιά;
Το Ευανθία. Ευανθία τώρα… Η μαμά μου είχε πολλά παιδιά. Τι να κάνει, ποιο να;… Και αυτός ο κύριος που με βάφτισε, η γιαγιά του τη λέγανε Ευανθία και έτσι έδωσε του νονού μου η γιαγιά το όνομα και πήρα, Ευανθία. Λοιπόν, αυτά.
Πάρα πολύ ωραία.
Τι άλλο θες να σου πω;
Έτσι, κάναμε τώρα μια μεγάλη αναδρομή στη ζωή σας. Δεν ξέρω αν έχετε κάτι να προσθέσετε. Αλλιώς, να μου πείτε πώς νιώθετε όταν τα σκέφτεστε όλα αυτά;
Λοιπόν, να σου πω ένα περιστατικό, που το μυαλό τότε των ανθρώπων ήταν πολύ… δηλαδή πήγαινε πολύ πίσω, πιστεύαν στα φαντάσματα, πιστεύανε σε τέτοια πράγματα. Ο μπαμπάς μου μαζί με τον πεθερό μου, που σας είπα, που ήτανε φίλοι, τι κάνανε; Επειδή η γιαγιά, αυτή η υιοθετημένη δηλαδή, η μάνα του, είχε πολλά λεφτά τότε στο σεντούκι, ο πατέρας μου, μικρό παιδί και αυτός τότε, ήθελε να πάει από εδώ, να κάνει η επιχειρήσεις, να κάνει, να δείξει, πριν παντρευτεί τώρα, νέος, κι ο πεθερός μου νέος, καταστρώσανε ένα σχέδιο: ντυθήκανε φαντάσματα. Και ντύνεται ο πατέρας μου –ήτανε ψηλός–, βάζει ένα μακρύ σεντόνι από πάνω μέχρι κάτω και βάζει στον ώμο του τον πεθερό μου, που, όπως σας είπα, ήτανε κοντός, και φάνηκε ένα τεράστιο πράγμα. Και μπαίνουνε μέσα εκεί που κοιμόταν η γιαγιά, η μάνα του υποτίθεται αλλά ήταν μεγάλη γυναίκα, και μπαίνουνε μέσα και φωνάζουν «Οοοο». Όλα αυτά που σας λέω τώρα μας τα είχε πει ο πατέρας μου και ο πεθερός μου. Και ξυπνάει η γιαγιά, «Αααα». Και φώναζε: «Είμαι το πνεύμα του γιου σου, του γιου σου του Γιάννη», εξού και το όνομα, το Γιάννης, έχει βγει του αδελφού μου του πρώτου το όνομα. Περίμενε. «Να δώσεις λεφτά στο παιδί σου, τον Χαράλαμπο». Και να κάνουν έτσι. Βάλε τώρα, ο πατέρας μου τότε ήταν ένα 1,90 και βάλε κι άλλους 1,50, ένα τεράστιο πράγμα μες στα σεντόνια και να κάνουν τα χέρια έτσι. Και η γυναικούλα που το πίστεψε, «Να δώσεις λεφτά», και σηκωθήκανε και φύγανε, που λες, και την άλλη μέρα πάει εκεί, τάχα μου να τη δει, να της φτιάξει και τη μουσταλευριά, και ανοίγει το σεντούκι και του έδωσε λεφτά. Πάει, λοιπόν, παίρνει τα λεφτά ο πατέρας μου –κουκούτσι μυαλό– μαζί με τον πεθερό μου και πάνε και παίρνουνε 1.000 πρόβατα. Πού να ξέρουν αυτοί από κτηνοτροφία κι απ’ αυτά και μπαίναν άλλοι ζωοκλέφτες μέσα και τα περνάνε. Και για κάποια στιγμή αυτοί κοιμόντουσαν εκεί, πίνανε, τι κάνανε, εκεί στη στάνη και πάνε και βλέπουν και δεν είδαν τίποτα, πάνε τα λεφτά, πάνε τα λεφτά. Αυτά τώρα είναι ιστορίες που μας τα λέγανε οι πατεράδες και γελάγαμε εμείς τα παιδιά και τα εγγόνια.
Ναι.
Αυτά. Λοιπόν, το πώς αισθάνομαι με ρώτησες. Κοριτσάκι μου, το πώς αισθάνομαι, δηλαδή συγκινούμαι σε πολλά πράγματα, είναι όλη μου η ζωή, συγκινούμαι, δεν μπορώ να μην πω ότι δε συγκινούμαι, είναι μια–
Νιώθετε γεμάτη από τη διαδρομή αυτή;
Ναι, βεβαίως και αισθάνομαι γεμάτη και θα σου πω γιατί. Αισθάνομαι γεμάτη, αισθάνομαι ικανοποιημένη, αισθάνομαι ευτυχία. Όχι ευτυχία, λάθος. Αισθάνομαι… δε θα το έλεγα ευτυχισμένη, γιατί ευτυχισμένη θα ήμουν αν είχα δίπλα μου τον άνθρωπό μου, το Σταυράκη, όμως είμαι ικανοποιημένη. Είμαι σε αυτή την ηλικία που είμαι, είμαι 69 χρονών τώρα, είμαι σχετικά υγιής, έχω τα παιδάκια μου κοντά μου, έχ[01:10:00]ω μια τέτοια στάση ζωής αξιοπρέπειας, βάσει όλων αυτών των περασμένων, που σας είπα προηγουμένως, μ’ αγαπάνε τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου ακόμα επίσης. Λοιπόν, είμαι ικανοποιημένη, είμαι τυχερή στη ζωή μου που γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο και αυτή την οικογένεια, που οφείλω να το πω. Δεν είναι ότι πέφτουν… σαν άτομο, αλλά οφείλω να το πω. Αυτή η στάση ζωής που έχω κρατήσει από την παιδική μου ηλικία μέχρι τα τώρα το οφείλω: Πρώτον και κύριον, στην αρχή βέβαια που γνώρισα αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους, αλλά και τη διαπαιδαγώγηση που είχα από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Γιατί πάνω από όλα ήμουνα ένα μικρό παιδί που δεν ήξερα πράγματα. Μιας τέτοιας στάσης ζωής αξιοπρεπής, δίπλα στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου τώρα πλέον πια που είμαι.
Δηλαδή ήταν σαν οικογένεια;
Ποιο;
Και το κόμμα, ας το πούμε;
Βεβαίως, βεβαίως, ήταν άνθρωποι δικοί μας, άνθρωποι πονεμένοι κι αυτοί, δυστυχισμένοι, καταπιεσμένοι. Μίλαγες σαν να μίλαγες στον εαυτό σου και μάθαινες και κάποια πράγματα. Τώρα κάποιος που τα ακούει και μπορεί να είναι διαφορετικός, μπορεί να λέει: «Πλύση εγκεφάλου σας κάνανε;» Όχι, δεν είναι πλύση εγκεφάλου. Πλύση εγκεφάλου μπορεί να κάνουν κάτι άλλοι, όχι, ήτανε μία ταξική… Γιατί ήμουνα μια εργαζόμενη γυναίκα και έπρεπε να κάνω αγώνα ταξικό. Επιμένω στην τάξη, η τάξη μου είναι εργατική, τελείωσε. Για την εργατική τάξη πάντοτε μπαίνει πρωτοπόρος το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε. Για μένα είναι de facto αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, και επανέρχομαι. Αυτά, φτιάχνω τις καλλιτεχνίες μου, δίνω, που σου είπα, κορίτσι μου, αγάπη και τώρα που κάνουμε και αυτή τη συζήτηση, η αγάπη είναι το παν, είναι το παν. Ό,τι δίνεις θα πάρεις. Δίνεις μίσος, κακία, ειρωνεία; Αυτά θα… Δίνεις αγάπη; Να δεις ο άλλος ο κόσμος πώς είναι!
Ευχαριστούμε πάρα πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση.
Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Εγώ αυτή τη στιγμή έκανα μια κατάθεση ψυχής, μια αναδρομή στη ζωή μου μέχρι τώρα. Αυτά, δεν έχω κάτι άλλο να πω.
Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Photos

Διακόσμηση σπιτιού 1

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...

Πίνακας του συζύγου της ...

Διακόσμηση σπιτιού 2

Καλλιτεχνική σύνθεση της ...

Καλλιτεχνική σύνθεση της ...

Καλλιτεχνική σύνθεση της ...

Ευανθία Μπουραζοπούλου
Η αφηγήτρια

Καλλιτεχνική σύνθεση της ...

Καλλιτεχνική σύνθεση της ...

Η αφηγήτρια και η μητέρα ...

Φωτογραφία γάμου της αφη ...

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...

Πίνακας του Σταύρου Μπου ...
Summary
Η Ευανθία Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Ιστιαία Ευβοίας, το έκτο από τα επτά παιδιά της οικογένειάς της. Η ζωή στο χωριό ήταν γεμάτη δυσκολίες. Πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη ενώ η δασκάλα απαιτούσε κάθε παιδί να κουβαλάει στη σχολική αίθουσα ένα κούτσουρο για τη σόμπα. Στην τρίτη δημοτικού μαζί με την οικογένειά της πάνω στην καρότσα του φορτηγού ήρθαν στην Αθήνα για ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο η φτώχεια ήταν μεγάλη και η ζωή σκληρή. Η κυρία Ευανθία σταμάτησε το σχολείο στα 12 και εργάστηκε σε μια βιομηχανία καλτσών. Στα 14 οι γονείς της την αρραβώνιασαν με τον μελλοντικό της σύζυγο, Σταύρο. Από τα 15 ζήσανε μαζί με τον Σταύρο και την οικογένειά του, που της στάθηκαν σαν δεύτερη οικογένεια, της έδωσαν αγάπη και τη μύησαν στην Αριστερά. Ο πεθερός της ήταν αντάρτης και της μετέφερε πολλά από τα βιώματα και τις ιδέες του. Μαζί με τον σύζυγό της, συμμετείχαν στους αγώνες της ΕΔΑ και μετέπειτα του ΚΚΕ, πήρε μέρος στην δημιουργία της ΟΓΕ για τα δικαιώματα των γυναικών. Δημιούργησε μία όμορφη οικογένεια με δύο παιδιά και πάλεψε σκληρά για να τα μεγαλώσει, ενώ έχασε τον συνοδοιπόρο της στη ζωή σε ηλικία 65 ετών. Σήμερα ασχολείται με καλλιτεχνικές δημιουργίες στον ελεύθερό της χρόνο, ικανοποιημένη από την γεμάτη από αγάπη ζωή που έζησε.
Narrators
Ευανθία Μπουραζοπούλου
Field Reporters
Άλκηστις Καλλιόπη Μπουτσιούκου
Historical Events
Tags
Interview Date
24/05/2023
Duration
73'
Summary
Η Ευανθία Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Ιστιαία Ευβοίας, το έκτο από τα επτά παιδιά της οικογένειάς της. Η ζωή στο χωριό ήταν γεμάτη δυσκολίες. Πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη ενώ η δασκάλα απαιτούσε κάθε παιδί να κουβαλάει στη σχολική αίθουσα ένα κούτσουρο για τη σόμπα. Στην τρίτη δημοτικού μαζί με την οικογένειά της πάνω στην καρότσα του φορτηγού ήρθαν στην Αθήνα για ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο η φτώχεια ήταν μεγάλη και η ζωή σκληρή. Η κυρία Ευανθία σταμάτησε το σχολείο στα 12 και εργάστηκε σε μια βιομηχανία καλτσών. Στα 14 οι γονείς της την αρραβώνιασαν με τον μελλοντικό της σύζυγο, Σταύρο. Από τα 15 ζήσανε μαζί με τον Σταύρο και την οικογένειά του, που της στάθηκαν σαν δεύτερη οικογένεια, της έδωσαν αγάπη και τη μύησαν στην Αριστερά. Ο πεθερός της ήταν αντάρτης και της μετέφερε πολλά από τα βιώματα και τις ιδέες του. Μαζί με τον σύζυγό της, συμμετείχαν στους αγώνες της ΕΔΑ και μετέπειτα του ΚΚΕ, πήρε μέρος στην δημιουργία της ΟΓΕ για τα δικαιώματα των γυναικών. Δημιούργησε μία όμορφη οικογένεια με δύο παιδιά και πάλεψε σκληρά για να τα μεγαλώσει, ενώ έχασε τον συνοδοιπόρο της στη ζωή σε ηλικία 65 ετών. Σήμερα ασχολείται με καλλιτεχνικές δημιουργίες στον ελεύθερό της χρόνο, ικανοποιημένη από την γεμάτη από αγάπη ζωή που έζησε.
Narrators
Ευανθία Μπουραζοπούλου
Field Reporters
Άλκηστις Καλλιόπη Μπουτσιούκου
Historical Events
Tags
Interview Date
24/05/2023
Duration
73'