© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Backstage: Ο Ανδρέας Μορφονιός αφηγείται τα παρασκήνια των διασημότερων σειρών της ελληνικής τηλεόρασης
Istorima Code
24190
Story URL
Speaker
Ανδρέας Μορφονιός (Α.Μ.)
Interview Date
07/05/2023
Researcher
Ραφαέλα Μαρτίνες (Ρ.Μ.)
[00:00:00]Καλησπέρα. Ονομάζομαι Ραφαέλα Μαρτίνες και βρίσκομαι στους Αμπελόκηπους. Σήμερα, είναι 8/5/2023 και δίπλα μου είναι ο κύριος Ανδρέας Μορφονιός. Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Πείτε μου λίγα λόγια για εσάς.
Λοιπόν, γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στην Κυψέλη, η οποία ήτανε και παραμένει ακόμα και σήμερα μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες γειτονιές της Αθήνας. Στην ουσία, τα χρόνια τα σημαντικά της εφηβείας, που θεωρώ εγώ σημαντικά να μεγαλώνεις, που είναι η εφηβεία, ήτανε τα χρόνια στη Μεταπολίτευση. Και όταν μεγάλωνα στην Κυψέλη, ήμασταν στους δρόμους παρέες. Ήτανε μία γειτονιά που πηγαίναμε παντού με τα πόδια. Συναντιόμασταν έξω και κυρίως στη «Φωκίωνος Νέγρη», που ήταν, έτσι, το στέκι μας. Και δεν είχα… Όταν ήμουνα, ας πούμε, στο Γυμνάσιο, τα όνειρά μου ήταν μάλλον να γίνω ναυπηγός. Ή θα γίνω ναυπηγός ή θα γίνω αστροφυσικός. Θα ασχοληθώ ή με τη θάλασσα ή με το διάστημα. Τελικά, μάλλον… Συνειδητοποιούσα, μάλλον, μέσα από τους βαθμούς του σχολείου, γιατί δεν ήμουνα και ο άριστος μαθητής, ότι δεν πρόκειται να καταφέρω να μπω σε καμία σχολή που θα μπορέσω να προχωρήσω. Αλλά κάποια στιγμή, έβλεπα πάρα πολύ σινεμά και εκείνο τον καιρό πηγαίναμε στον κινηματογράφο 3 και 4 φορές τη βδομάδα. Ακούγαμε πάρα πολλή μουσική, γιατί τότε είχαμε τα βινύλια. Ακούγαμε μουσική σε σπίτια φίλων, πηγαίναμε, ανταλλάσσαμε δίσκους και πηγαίναμε πάρα πολύ σινεμά. Κάπου νομίζω ότι όταν ήμουνα ή Γ΄ Γυμνασίου ή Α΄ Λυκείου, δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς τη χρόνια, είδα στο σινεμά το «Αποκάλυψη τώρα», του Φράνσις Φορντ Κόπολα και νομίζω ότι ήταν και η αποκάλυψη και για μένα αυτό, γιατί βγαίνοντας από το σινεμά, σκέφτηκα ότι αποφάσισα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου, να γίνω σκηνοθέτης του σινεμά. Δεν υπήρχε στο μυαλό μου καθόλου η τηλεόραση, η πορεία που θα έκανα στην τηλεόραση, γιατί να σας πω, όποιον και να ρωτήσετε από τους συναδέλφους, που κάνουμε χρόνια τηλεόραση και σας πει ότι έβγαλε τη σχολή και ήθελε να ασχοληθεί με την τηλεόραση, λέει ψέματα. Όλοι τον κινηματογράφο αγαπούσαμε. Γι’ αυτό και πήγαμε και κάναμε τις κουβέντες τις αντίστοιχες. Τέλος πάντων, όταν τελείωσα το Λύκειο, ο πατέρας μου είπε: «Πήγαινε φαντάρος και τελείωνε, για να ξεμπερδεύεις μ’ αυτό. Στα γρήγορα. Μην πάρεις καμία αναβολή, μην το καθυστερήσεις. Τελείωνε με αυτή την υποχρέωση, για να μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή σου». Οι γονείς μου ήταν μια απλή, μικροαστική οικογένεια δηλαδή, που δεν ήτανε ούτε πάμφτωχοι ούτε… Ήμασταν μία οικογένεια που ο πατέρας μου ήτανε ταξιτζής, η μητέρα μου μία νοικοκυρά, μεγαλώναν δυο παιδιά. Και όταν τελείωσα, τέλος πάντων, το Στρατό, πήγα και γράφτηκα στη Σχολή Κινηματογράφου. Μάλλον, πήγα και ρώτησα, για να γραφτώ και τα λοιπά. Πήγα σπίτι μου, λέω του πατέρα μου: «Εγώ θέλω να γίνω σκηνοθέτης. Αποφάσισα να κάνω αυτό». Μου λέει: «Okay, εντάξει να πας». Παύση. Λέω: «Ξέρεις… Χρειάζονται αυτά τα χρήματα για εγγραφή». «Ναι, πόσο είναι;». Δεν θυμάμαι καθόλου αυτή τη στιγμή. Ήτανε σε δραχμές τότε. Δεν ξέρω. Ήταν 7.000 δραχμές μία εγγραφή και μετά ήταν κάποια λεφτά το μήνα. Ήταν το 1985. Μου λέει: «Βεβαίως». Κάνει έτσι βγάζει από ένα συρτάρι να πάρει τα χρήματα της εγγραφής, μου λέει: «Πήγαινε γράψου!». «Ναι, και είναι για 3 χρόνια», λέω η σχολή. «Βεβαίως, παιδί μου». «Ξέρεις -λέω- έχει και τόσα τον μήνα». «Αυτά θα το πληρώσεις εσύ», μου λέει. «Δηλαδή;». «Θα δουλεύεις, για να πληρώνεις τη σχολή σου. Εγώ έχω την εγγραφή να σου δώσω» και μου έδωσε την εγγραφή και εγώ πήγαινα για 3 χρόνια στη σχολή, δουλεύοντας παράλληλα τα πρωινά σε εργαστήριο χρυσοχοΐας. Δηλαδή, αναγκάστηκα να μάθω και την τέχνη αυτή. Πήγα ως μαθητευόμενος, μετά ακριβώς που τέλειωσα το στρατιωτικό, σε έναν φίλο που είχα γνωρίσει στο Στρατό, στο εργαστήριό του, στο Σύνταγμα και δούλευα τα πρωινά και σχόλαγα 17:00 το απόγευμα και έφευγα κατευθείαν να πάω στη σχολή, 18:00 που ξεκινούσε το μάθημα μέχρι τις 22:00. Αυτό γινόταν 3 χρόνια, αλλά εντάξει. Τον τελευταίο χρόνο είχα κουραστεί. Αυτό το πράγμα με κούρασε και έχανα διάφορα μαθήματα από τη σχολή, αλλά μπορώ να πω τη δουλειά την έμαθα μετά τη σχολή. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι μετά τη σχολή, όταν μπήκα στην δουλειά, ότι ήταν πολύ θεωρία όλο αυτό που μαθαίναμε στη σχολή. Ωραίο, αλλά καμία σχέση με τον τρόπο που γίνεται η δουλειά και ειδικά στην Ελλάδα. Όταν τελείωσα τη σχολή - και δεν έχω πρόβλημα να την πω, είναι γνωστή, η γνωστή «Σχολή Σταυράκου», που έχουμε η πλειοψηφία, γιατί αυτό υπήρχε τότε. Δεν υπήρχε άλλη σχολή. Τώρα, υπάρχουν και κάποιες άλλες. Δεν υπήρχε άλλη σχολή. Εάν ήθελες να σπουδάσεις, ας πούμε, σκηνοθεσία ή φωτογραφία, υπήρχε μια σχολή, η «Σχολή Σταυράκου» και άλλη μια, η «Σχολή Χατζήκου», που δεν ξέρω εάν υπάρχει πια. Νομίζω ότι δεν υπάρχει. Αυτές οι δυο σχολές ήταν, που ήταν ιδιωτικές. Και μάλιστα, πολλοί πηγαίνανε εκεί γιατί, τότε, νομίζω πια δεν ισχύει, έδιναν και αναβολή στράτευσης. Οπότε, υπήρχαν πολλοί που πηγαίνανε και γραφόντουσαν μόνο και μόνο για να πάρουν την αναβολή και δεν παρακολουθούσανε. Εγώ πήγαινα, γιατί ήθελα να γίνω σκηνοθέτης, όπως σας είπα. Όταν τελείωσα λοιπόν, δούλευα στο χρυσοχοείο και σκέφτηκα ότι πρέπει να βρω δουλειά στο αντικείμενό που έχω τελειώσει και αυτό θέλω να κάνω. Όμως, για να το κάνω αυτό, έπρεπε να έχω ελεύθερο χρόνο, να μπορέσω να βγω στην αγορά, να γνωρίσω κόσμο, να κάνω κάποιες επαφές, να ζητήσω δουλειά, να ψάξω. Δεν την είχα γνωριμίες και τα λοιπά. Παράλληλα, αυτό το καθημερινό οκτάωρο στο χρυσοχοείο μου έτρωγε τη μέρα. Αποφάσισα λοιπόν και πήρα το ρίσκο, χωρίς να έχω, ας πούμε, την οικονομική δυνατότητα για να το κάνω και είπα «Παιδιά, θα σταματήσω εδώ, από δω στη δουλειά, γιατί πρέπει να βγω, να κυνηγήσω, να κάνω την δουλειά που θέλω». Μου είπαν: «Εντάξει. Κάτσε, ρε παιδί μου, μέχρι να βρούμε;». «Μα πώς θα βρω τη δουλειά; Εντάξει να κάτσω, να….». «Έχεις λεφτά;». «Όχι». «Δεν πειράζει. Κάτσε να δουλεύεις και μετά». Λέω « Ναι! Αλλά παράλληλα, εγώ, πρέπει να κυνηγήσω να βρω πως… Δεν έχω χρόνο». Σταμάτησα, λοιπόν, τη δουλειά από κει και κάθισα ένα διάστημα, 2-3 μήνες, προσπαθώντας να μπω, να βρω μία άκρη, ας πούμε, να μπω στη δουλειά. Θέλω να πω ότι τότε ήταν το ήταν το ’88. Το ’88 δεν υπήρχε η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα. Δεν είχε ξεκινήσει. Ήταν εκείνη την εποχή, στη δεκαετία του ’80, υπήρχε μόνο η κρατική τηλεόραση και ο κινηματογράφος περνούσε μία φάση κρίσης, ο ελληνικός κινηματογράφος, με ποια έννοια; Είχε μπει στη ζωή του Έλληνα το βίντεο στα σπίτια. Είχε μπει το βίντεο. Ήταν εκείνα τα χρόνια που όλοι είχαν ένα βίντεο στο σπίτι, δηλαδή ήταν το καινούργιο gadget, ας πούμε, το οποίο ήταν το βίντεο. Και είχαν ανθίσει στην Ελλάδα τα video club. Ήταν η εποχή που άνθισε το video club. Κάθε γειτονιά είχε 2-3 video club. Τότε, λοιπόν, εκείνα τα χρόνια, ήταν πολύ έντονη, μεγάλη η παραγωγή ταινιών ελληνικών, straight to video, δηλαδή η γνωστή, που λέμε, βιντεοκασέτα, που το λένε. Οι ταινίες οι οποίες τις γυρίζανε κατευθείαν στο βίντεο. Πηγαίναν στο video club. Δεν βγαίναν στη μεγάλη οθόνη δηλαδή. Πηγαίναν στο video club και τις νοίκιαζε ο κόσμος. Και γινόντουσαν σωρηδόν τέτοιες πα[00:10:00]ραγωγές. Ήταν, λοιπόν, εκείνη τη χρονιά που τελείωσα εγώ από τη σχολή και σταμάτησα να δουλεύω σαν - πώς το λένε; - χρυσοχόος, όπου, μέσω κάποιας γνωριμίας οικογενειακής, κάποιος, που είχε ένα ιδιωτικό συνεργείο τηλεοπτικό, το οποίο πήγαινε και κάνανε… Πώς το λένε; Νοικιάζανε συνεργείο οι παραγωγές, για να κάνουν αυτές τις ταινίες. Υπήρχαν πολλοί ιδιώτες, που είχαν δικό τους συνεργείο, με μηχανήματα και τα λοιπά και έπαιρναν να κάνουν την ταινία. Εκεί, λοιπόν, κάποιον είχε ανάγκη αυτός ο άνθρωπος, ο Θάνος ο Μαθάς, ένας παλιός οπερατέρ, ο οποίος είχε δικό της συνεργείο. Δεν ζει πια. Με πήρε στο συνεργείο του σαν παιδί για όλες τις δουλειές, που λέμε. Μη χαθεί… Είχαμε το φορτηγάκι, τις κάμερες, τα μηχανήματα και τα λοιπά και τα φώτα και τα καλώδια και τα πάντα. Ξέραμε ότι έχουμε γύρισμα την άλλη μέρα, ας πούμε, εδώ στους Αμπελόκηπους. Πηγαίναμε εκεί. Βρισκόμαστε στο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας, μας φόρτωνε όλους το βανάκι, ερχόμαστε στο γύρισμα και εγώ, στην ουσία, ξεφόρτωνα καλώδια, τριπόδια, τις κάμερες ετοίμαζα, τον εξοπλισμό και περίμενα εντολές κατά τη διάρκεια της ημέρας. «Φέρε μου ένα μία μπαλαντέζα», «Πιάσε ένα φως να φέρουμε εδώ». Αυτό έκανα. Και παρακολουθούσα τι γινότανε. Στην πορεία, σε αυτό το συνεργείο κάναμε, λοιπόν, πολλές… Ήταν η χρονιά αυτή, απ’ το ’88 μέχρι το ’89… Για μία χρονιά, μέχρι το ’90. Όχι, μέχρι τέλη ’89. Κάναμε πάρα πολλές ταινίες, γιατί στην ουσία αυτές οι ταινίες γυριζόντουσαν πάρα, πάρα πολύ γρήγορα. Δηλαδή, επειδή υπήρχε η ευκολία του βίντεο τότε… Δεν ήταν φιλμ. Γιατί υπήρχε η ευκολία του βίντεο, ήτανε ταινίες οι οποίες γυριζόντουσαν σε μία εβδομάδα, έτσι; Δηλαδή, κάθε εβδομάδα, γυρίζαμε άλλη ταινία. Ξέραμε, δηλαδή, την άλλη Δευτέρα-Παρασκευή είχαμε γυρίσει σχεδόν μια ταινία. Την επόμενη εβδομάδα ξέραμε ότι θα πάμε στην επόμενη. Οπότε, μέσα σε διάστημα ενός χρόνου και κάτι είχα δουλέψει σε πάρα πολλές ταινίες, βιντεοταινίες. Και στην πορεία αυτή, σιγά-σιγά, από το παιδί που έφερνε τα καλώδια πήγα στο να χειρίζομαι το βίντεο, το video recorder. Τα video recorder τότε ήταν το “U-matic”. Το format λεγόταν “U-matic”. Ήταν μεγάλες κασέτες. Όχι σαν αυτές, αν ξέρεις, που είχαμε στα σπίτια, τις παλιές. Πιο μεγάλη - πώς το λένε; - το πλάτος της ταινίας, της μαγνητοταινίας μέσα, γιατί ήτανε, υποτίθεται, επαγγελματικού τύπου. Αυτό υπήρχε το format τότε. Αυτό ήταν ένα βαρύ βίντεο, το οποίο έπρεπε να πατήσεις εγγραφή. Ταυτόχρονα, είχα και ακουστικά. Τσέκαρα και τον ήχο, γιατί γραφόταν ο ήχος εκεί, οπότε ρύθμιζες και τον ήχο ταυτόχρονα και πέρασα σ’ αυτό το στάδιο, να είμαι ο videoman, ας πούμε. Κάποια στιγμή, μέσα από τις ταινίες αυτές, κάναμε αρκετές ταινίες με τον σκηνοθέτη τον Όμηρο Ευστρατιάδη, ο οποίος έκανε πάρα πολλές ταινίες τότε και είχε και κάποιες επιτυχίες στο σινεμά εκείνη την εποχή. «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» και τέτοια, διάφορες ταινίες, κωμωδίες που πούλαγαν πολύ εκείνο τον καιρό. Και κάποια στιγμή, λίγο πριν ανοίξουν τα ιδιωτικά κανάλια, έφυγε ένας βοηθός σκηνοθέτη. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουνε μια ταινία. Έφυγε ένας βοηθός σκηνοθέτη, γιατί ήθελε να κάνει μια δική του ταινία το παιδί και κάποια στιγμή χρειαζότανε άμεσα κάποιον να τον αντικαταστήσει, ώστε να μπορέσει να φύγει και να μην δημιουργήσει και πρόβλημα, παράλληλα, στο γύρισμα το άλλο. Και του λέει: «Δεν παίρνεις τον…». Του λέει του Ευστρατιάδη: «Δες παίρνεις τον Αντρέα, να κάνει αυτό, γιατί ο άνθρωπος έχει τελειώσει σκηνοθεσία. Αυτό θέλει να γίνει, οπότε είναι ευκαιρία να τον πάρεις, να…». «Ναι», λέει ο Όμηρος. «Τον Αντρίκο τον συμπαθώ». Δουλεύαμε τότε μαζί. «Ναι, ναι. Θέλεις να έρθεις, να κάνουμε λέει μια ταινία αυτή την βδομάδα;». Λέει: «Δεν είναι αυτό…». «Πότε πιάνουμε;». «Τώρα - λέει - τη Δευτέρα». Παίρνω σενάριο, φτιάχνω πρόγραμμα. Εκείνη τη στιγμή, η πρώτη μου φορά και κάνουμε μία βιντεοταινία και πάω σαν βοηθός του.
Εκείνη την εποχή, ανοίγει η ιδιωτική τηλεόραση, δηλαδή είναι τέλη ’89. Ανοίγει το “Mega” τον Δεκέμβρη και ο «ΑΝΤ1», νομίζω, ξεκίνησε Πρωτοχρονιά του ’90. Αυτό τσεκάρετε το, αλλά νομίζω ότι είναι σωστό που λέω. Κάνουμε κάποιες ταινίες, λοιπόν, εκείνη την εποχή με τον Κώστα τον Βουτσά πρωταγωνιστή. Ο Βουτσάς, λοιπόν, έχοντας… Ξέροντας ότι θα ξεκινήσει ο «ΑΝΤ1», είχε κάνει κάποιες επαφές. Είχε εταιρεία παραγωγής δική του και κλείνει μία σειρά στον «ΑΝΤ1», που θα ξεκινούσε. Και κλείνει συμφωνία μία σειρά με αυτοτελείς ιστορίες, κωμικές, που θα έκανε παραγωγή ο ίδιος, θα έκανε σκηνοθεσία ο Όμηρος ο Ευστρατιάδης και μου προτείναν, επειδή κάναμε και την προηγούμενη ταινία, να πάω στη σειρά βοηθός. Και έτσι έγινε. Και νομίζω ότι ήταν η πρώτη-πρώτη σειρά με την οποία ξεκίνησε ο «ΑΝΤ1». Αν δεν ήταν η πρώτη σειρά, τουλάχιστον ήταν η πρώτη κωμική σειρά με την οποία ξεκίνησε ο «ΑΝΤ1» τις προβολές του. Λεγότανε «Ιστορίες χωρίς δάκρυα» η σειρά αυτή. Στην πορεία, με τον Βουτσά αναπτύξαμε μία πάρα πολύ εξαιρετικά καλή σχέση, σαν πατέρας με γιο. Με είχε πολύ-πολύ κοντά του. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα μαζί του, γιατί καθόμουνα άναυδος και τον παρακολουθούσα, όταν έπαιζε και πολλές φορές ξεχνιόμουνα και μου ‘βαζε χέρι, γιατί η δουλειά μου ήτανε βοηθός. Να προσέχω αλλά πραγματικά και όχι να χαζεύω το Βουτσά πώς παίζει. Αλλά εγώ παρακολουθούσα τον τρόπο που έπαιζε και άρχισα να προσπαθώ να καταλαβαίνω πράγματα και να παίρνω πράγματα από έναν έμπειρο παλιό κωμικό ας πούμε. Να καταλαβαίνω κάποια πράγματα περί κωμωδίας. Είχαμε εξαιρετικά ωραία σχέση. Με αγαπούσε πάρα πολύ. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια εκείνης της συνεργασίας, εκείνα τα χρόνια, 3 χρόνια περίπου ήτανε… Κάναμε 2 σειρές με τον Βουτσά. Εγώ παντρεύτηκα τότε. Είχε έρθει και στο γάμο μου. Κάναμε… Με είχε πάρα πολύ κοντά του τέλος πάντων. Μετά έφυγα… Αυτό είναι τώρα. Όταν κάναμε… Γύρω στο ’92 πρέπει να ήταν αυτό, ’91-’92. Έχει κλείσει μία δουλειά ο Κώστας Βουτσάς, παραγωγή δική του, νομίζω στην «ΕΡΤ», στη τότε «ΕΡΤ». Έχουμε τελειώσει «Ιστορίες χωρίς δάκρυα», έχουμε κάνει άλλη μία μαζί και μου προτείνει να σκηνοθετήσω! Μαζί του! Του λέω: «Κύριε Κώστα…». Λέω: «Εγώ δεν είμαι έτοιμος. Είμαι 2 χρόνια στη δουλειά, δηλαδή είμαι… Τι θα σκηνοθετήσω;». «Όχι, όχι μπορείς. Θα σκηνοθετήσεις εσύ και θα είμαι κι εγώ εκεί, να το κάνουμε μαζί. Θα ‘μαι δίπλα. Μην φοβάσαι. Θα είναι αυτό». Λέω: «Να το σκεφτώ λίγο;», γιατί όντως φοβήθηκα εκείνη τη στιγμή. Λέω… Πώς ξαφνικά, ας πούμε; Είμαι… 3 χρόνια ήμουνα στη δουλειά ας πούμε, σαν βοηθός. Και μου λέει ξαφνικά: «Μπες να σκηνοθετήσεις». Λέω: «Τι να σκηνοθετήσω; Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό!». Λέει «Όχι μπορείς. Θα είμαι και εγώ μαζί σου. Θα τα καταφέρεις». Το σκέφτομαι 1-2 μέρες και του λέω «Όχι!». Και μου λέει: «Πρώτη φορά ακούω άνθρωπο να μου του λένε: “Γίνε σκηνοθέτης”, που θέλει να γίνει συνθέτης και του λένε: “Έλα, γίνε σκηνοθέτης!” και λέει: “Όχι”. Δεν είσαι με τα καλά σου», μου λέει. Και πάω και κλείνω μία δουλειά άλλη, με τον Όμηρο Ευστρατιάδη πάλι, σαν βοηθός. Αλλού. Και λέει: « Σου πρότεινα να γίνεις σκηνοθέτης και πας βοηθός, τώρα, σε μία άλλη δουλειά του Όμηρου;». Μου λέει: «Δεν είσαι με τα καλά σου!». Τέλος πάντων, έγινε αυτό. Δεν την πήρα την ευκαιρία, γιατί όντως φοβήθηκα και ένιωθα δεν ήμουνα έτοιμος. Πήγα, λοιπόν, σε μία άλλη δουλειά σαν βοηθός, ολοκληρώθηκε και μετά έχω… Είναι ’92, νομίζω, που είναι κάποιους μήνες που κάθομαι. Είμαι χωρίς δουλειά. Και έχει φτάσει Σεπτέμβρης, που συνήθως, όταν έχουμε φτάσει Σεπτέμβρη και δεν έχουμε κλείσει δουλειά στην τηλεόραση, είναι λίγο δύσκολα τα πράγματα. Δηλαδή, συνήθως, τις δουλειές τις ξέρουμε[00:20:00] τώρα, τέτοια εποχή, την άνοιξη, ας πούμε, ότι θα κάνουμε αυτή τη δουλειά και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε τα γυρίσματα για τη σεζόν που βγαίνει από φθινόπωρο. Είχε φτάσει Σεπτέμβρης και δεν είχα δουλειά. Και είμαι βράδυ σπίτι, αργά και χτυπάει το τηλέφωνο. Και είναι ο Γιάννης ο Μπέζος, ο οποίος έχει βρει το τηλέφωνό μου από άλλο συνάδελφό του και μου λέει: «Έλα ρε συ! Ο Μπέζος είμαι». Τον Γιάννη τον ήξερα εγώ από του Βουτσά τη σειρά, που λέω το «Ιστορίες χωρίς δάκρυα», ο οποίος είχε κάνει 2-3 guest. Γιατί η σειρά ήταν αυτοτελείς ιστορίες. Είχε κάνει 3 διαφορετικούς ρόλους σε 3 ιστορίες. Και είχαμε γνωριστεί. Γνωριζόμασταν απλά. Δεν είχαμε άλλη σχέση. Και μου λέει «Έλα! Έχεις…δουλεύεις;» Και του λέω: «Όχι». «Ωραία. Κοίταξε να δεις! Εγώ κάνω λίγο… Ξεκίνησα μια σειρά και ψάχνουμε βοηθό. Ψάχνουμε άμεσα για έναν βοηθό σκηνοθέτη». Λέω: «Πότε;». Μου λέει: «Έλα αύριο, να τα πούμε». Και ήταν μια σειρά που έκανε ο Γιάννης, που λεγόταν: «Θα μιλήσεις με τον δικηγόρο μου», στον «ΑΝΤ1» και την σκηνοθετούσε ο Δημήτρης ο Παπακωνσταντής, ο οποίος είχε κάνει και τους «Απαράδεκτους». Ή μετά ήταν «Οι Απαράδεκτοι»; Δεν θυμάμαι πότε ήταν οι «Απαράδεκτοι», συγνώμη, αν ήταν πριν ή μετά απ’ αυτό. Νομίζω είχαν προηγηθεί «Οι Απαράδεκτοι». Λοιπόν, και ο Παπακωνσταντής έκανε αυτή τη σειρά μετά, με τον Μπέζο. «Θα μιλήσεις με τον δικηγόρο μου». Ναι, είχαν προηγηθεί «Οι Απαράδεκτοι» 100%. Λοιπόν, ήταν μετά τους «Απαράδεκτους». Και πάω, καταλήγω σαν βοηθός σε έναν σκηνοθέτη που γνώρισα εκείνη τη στιγμή. Ανέλαβα βοηθός σε αυτή τη σειρά και πέρασε η σεζόν αυτή. Τελειώνοντας, κάπου, τη σεζόν… Να πω πώς γινόντουσαν οι σειρές τότε. Ήμασταν σε στούντιο. Ήταν σε πλατό μέσα. Οι περισσότερες οι κωμωδίες ήταν σε πλατό. Γυριζόντουσαν με 3 κάμερες, όπου υπήρχε ο λεγόμενος τηλεσκηνοθέτης, μαζί με τον σκηνοθέτη. Πολλές φορές, ήταν ο ίδιος. Ας πούμε, στην περίπτωση του Παπακωνσταντή στο… Ο Δημήτρης ο Παπακωνσταντής ήταν σκηνοθέτης, αλλά ήξερε και τηλεσκηνοθεσία και έκανε και την τηλεσκηνοθεσία. Η τηλεσκηνοθεσία ήτανε 3 κάμερες, οι οποίες, στην ουσία, κάνεις μοντάζ στον αέρα, την ώρα που παίζεται σκηνή. Οι τρεις κάμερες πάνε σε μία πηγή εγγραφής, οπότε, στην ουσία, αυτό που στέλνεις είναι σχεδόν μονταρισμένο την ώρα που βγαίνει στη σκηνή. Όπως είναι τα live, οι live εκπομπές τώρα. Απλά, εκεί, έχεις τη δυνατότητα, μετά, να πας και στο μοντάζ, να διορθώσεις κάτι. Αλλά το βασικό αυτό… Είχες, ας πούμε, μία κονσόλα μπροστά σου, που είχες την «1», τη «2», την «3» την κάμερα και άλλαζες τις κάμερες στον αέρα. Αυτή ήταν η τηλεσκηνοθεσία, οπότε εγώ λίγο το είχα παρακολουθήσει αυτό πώς το έκανε ο Παπακωνσταντής. Ας, πούμε ήμουνα στο control room πολλές φορές και έβλεπα τι έκανε. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει ο Μπέζος στο τέλος της σεζόν. «Κοίταξε!», μου λέει. «Θα κάνω μία δουλειά - λέει - στον ΑΝΤ1 και την οποία την κυνηγάω να την κάνω και θέλω να τη σκηνοθετήσω κιόλας, αλλά θέλω και έναν άνθρωπο μαζί μου. Δεν έχω ξανα-σκηνοθετήσει και θέλω και τηλεσκηνοθέτη. Εσύ ξέρεις τηλεσκηνοθεσία. Δεν ξέρεις;». Λέω από μέσα μου: «Μια φορά είπα όχι στον Βουτσά. Δεύτερη… Έρχεται η ευκαιρία. Δεν θα το πω!». Ξέρω τηλεσκηνοθεσία. Απλά, έβλεπα τι έκανε… Ήξερα τη διαδικασία, τι είναι. Δεν το είχα κάνει ο ίδιος. Ήξερα, όμως, τι γίνεται. Λέω: «Ναι! Πώς δεν ξέρω!». Λέει: «Εντάξει! Άρα, θα την κάνουμε μαζί». «Βεβαίως θα την κάνουμε μαζί!». Η σειρά ήταν «Της Ελλάδος τα παιδιά», αυτή που συζητάμε τώρα, το ’93. Όντως, πηγαίνει ο Γιάννης, κλείνει την συμφωνία με τον «ΑΝΤ1», τη δουλειά, να αναλάβει τη σκηνοθεσία και εγώ την τηλεσκηνοθεσία. Πάω στον παραγωγό, στην παραγωγό εταιρεία, να μιλήσω με τον παραγωγό για οικονομικά. Λέει ο Μπέζος «Ο Ανδρέας θα είναι τηλεσκηνοθέτης» κλπ. Και πάω να μιλήσω και εγώ οικονομικά. Και λέω κάποια λεφτά και μου λένε: «Είσαι τρελός, παιδί μου. Δεν υπάρχουν αυτά τα λεφτά που ζητάς». Δεν θυμάμαι τι ζήτησα, αλλά ούτε κάτι υπερβολικό, αλλά ίσως, ας πούμε, αρκετά ψηλότερα από την εμπειρία, ας πούμε, που είχα, αλλά ήξερα, ας πούμε, περίπου τι μπορώ να ζητήσω στην… Και μου λένε… Δεν τα βρίσκαμε. Καλά. Γενικώς, να πω ότι είμαι τριαντατόσα χρόνια στη δουλειά. Ποτέ δεν τα βρίσκουμε με κανέναν παραγωγό, άρα δεν είναι κάτι περίεργο. Πάντα ξεκινάμε με το ότι δεν τα βρίσκουμε. Δεν τα βρίσκουμε. Δεν γίνεται. «Εντάξει!», λέω. «Άμα δεν μπορείτε, τι να κάνουμε! Πάω σπίτι μου. Τι να κάνω;». Την άλλη μέρα, με ξαναφωνάζουνε. «Έλα εδώ, ρε συ! Τι θα κάνουμε; Πρέπει να τα βρούμε!». Λέω «Εγώ σας είπα τι θέλω. Εγώ θέλω τόσα». «Μα γιατί θες τόσα;». «Θέλω τόσα». Τέλος πάντων, δεν τα βρίσκαμε. Περνάνε 3 μέρες. Με παίρνει ο Γιάννης. Μου λέει: «Τι γίνεται; Πρέπει να ξεκινήσουμε. Τελειώσατε;». «Όχι». Λέει: «Γιατί;». «Δεν τα βρίσκουμε». Μου λέει: «Γιατί δεν τα βρίσκετε;». «Δεν θέλει να μου τα δώσει». «Καλά!», μου λέει. «Περίμενε!». Πήρε τηλέφωνο ο ίδιος και είπε: «Ακούστε να δείτε! Αν αύριο το πρωί δεν έχετε καταλήξει σε συμφωνία με τον άνθρωπο, δεν μπορεί 4 μέρες ένας άνθρωπος να πηγαινοέρχεται στο γραφείο και να μην μπορεί να κλείσει οικονομικά, να προχωρήσουμε μία δουλειά. Αν δεν τα βρείτε, να τη σταματήσω τη δουλειά, να φύγω, να μη γίνει». Ναι, ήτανε τόσο… Την επόμενη μέρα, πήγα. Λένε: «Γιατί τόση αναστάτωση; Τώρα, μας πήρε ο Γιάννης τηλέφωνο. Γιατί τόση αναστάτωση; Έλα. Φέρε! Φέρε ένα καφέ στον Αντρέα». Ήταν μια άλλη αυτή… «Έλα να τα βρούμε». Τα βρήκαμε τέλος πάντων. Και μου λέει ο Γιάννης: «Πήγαινε, κλείσε τι θα σου πούνε». Αυτά τώρα που τα λέω δεν του αρέσουνε καθόλου να τα λέω του Γιάννη, αλλά εγώ θα το πω. «Κλείσε αυτό που θα σου πούνε. Τη διαφορά θα στην καλύψω εγώ». Και έτσι έγινε. Υπήρχε μία διαφορά χρηματική, την οποία την κάλυψε ο ίδιος με δικά του χρήματα, ώστε να κλείσω και να πάμε παρακάτω. Και έτσι κάναμε «Της Ελλάδος τα Παιδιά», η οποία, στην εποχή της, ήταν μία σειρά που ας πούμε… Τι να πω τώρα; Ήτανε λίγο μπροστά από την εποχή της, ας πούμε, το χιούμορ κι όλη η αντίληψη που είχαμε περί κωμωδίας. Τουλάχιστον την εποχή εκείνη. Το ίδιο το κανάλι, ο «ΑΝΤ1», που την πήρε έλεγε: «Πάει. Πάμε να καταστραφούμε». Δεν πιστεύαν, ας πούμε, ότι αυτό θα πιάσει. Και μάλιστα, είχαν και αντιδράσεις από κάποιους παλιούς στρατιωτικούς ας πούμε, συνταξιούχους, που παίρναν τηλέφωνα και λέγανε: «Τι είναι αυτά που δείχνετε; Τι γελοιότητες είναι αυτές; Έτσι είναι ο Στρατός μας;» και τέτοια. Υπήρχαν αντιδράσεις. Παίρναν, λέει ,τηλέφωνο στο σταθμό και κάναν παράπονα διάφοροι. Εντάξει. Ήταν και τα χρόνια τέτοια, αλλά ανακάλυψα, μετά από πολλά χρόνια, πρόσφατα δηλαδή… Έχω πάει σε μία εταιρεία που στήνει ιστοσελίδες, κάποια νέα παιδιά που κάνουνε, για να στήσω μία προσωπική ιστοσελίδα και τα λοιπά. Λέω εγώ. Μόλις κατάλαβαν ποιος είμαι, λένε: «Της Ελλάδος τα παιδιά, έχεις κάνει αυτό το πράγμα;». Μου λέει… Ήτανε τρελαμένοι, ας πούμε. Λέω: «Συγγνώμη! Πόσο χρονών είστε;». Μου λένε εικοσιτόσο. «Δεν είχατε γεννηθεί». Μιλάμε για κόσμο που βλέπεις στο “YouTube” τη σειρά, που ήταν αγέννητοι τότε. Ναι. Την ανακαλύπτουν λοιπόν και καταλαβαίνω ότι 30 χρόνια μετά η σειρά δεν έχει παλιώσει, ας πούμε. Το μόνο που έχει παλιώσει είναι η αισθητική και τα σκηνικά. Τα βλέπω εγώ τα σκηνικά και λέω: «Τι είναι αυτά τα τελάρα, Παναγία μου, που φτιάχναμε τότε;». Δηλαδή, εντάξει. Το κομμάτι φωτογραφία και σκηνικό στην ελληνική τηλεόραση να πω ότι από τότε μέχρι σήμερα έχει προχωρήσει πολύ μπροστά. Άλλα δεν έχουν προχωρήσει. Σε αυτό το κομμάτι έχουμε κάνει άλματα. Τότε, είχαμε κάτι φθηνοτελάρα, ας πούμε. Τα στήναμε και πολύ ήταν δηλαδή. Αν θα άλλαζα κάτι σε αυτή τη σειρά και την έκανα σήμερα, θα άλλαζα τα ντεκόρ και τη φωτογραφία. Τίποτα άλλο. Τίποτα άλλο, πραγματικά. Είναι εντυπωσιακό το πόσο νέοι άνθρωποι έτσι… Έχω μία φίλη σεναριογράφο, την Κατερίνα τη Γιαννάκου, είναι γνωστή σεναριογράφος, η οποία, για να κοιμηθεί κάθε βράδυ, βάζει ένα επεισόδιο «Της Ελλάδο[00:30:00]ς τα παιδιά» στο “YouTube” και μετά κοιμάται. Είναι συνήθειο. Το κάνει κάθε βράδυ. Δηλαδή, «Εάν δεν δω ένα επεισόδιο, δεν μπορώ να κοιμηθώ!». Έτσι κλείνει την ημέρα της, εντάξει. Λοιπόν. Τελειώνει αυτό, «Της Ελλάδος τα παιδιά» και συνεχίζουμε αυτή την, όπως αποδείχθηκε, πολυετή συνεργασία με τον Γιάννη τον Μπέζο, όπου πλέον εξελίχθηκε σε φιλία και λίγο, έτσι, αδελφική σχέση, πατέρα-γιου, δασκάλου-μαθητή. Είναι όλα μαζί, αλλά τέλος πάντων, τώρα, ο Γιάννης είναι ένας άνθρωπος που αγαπάω πάρα πολύ και με αγαπάει και είμαστε δύο άνθρωποι που δεν κάνουν πολλή παρέα έξω, έτσι; Δηλαδή, μπορεί να τηλεφωνηθούμε μία φορά, ναι… Όχι. Ήθελα να πω υπάρχει μία σταθερή σχέση αγάπης και ένα δέσιμο χωρίς να ‘μαστε… να συναντιόμαστε συχνά. Εκτός αν δουλεύουμε μαζί, κάνουμε μία σειρά, οπότε έτσι κι αλλιώς συναντιόμαστε κάθε μέρα. Αλλά τώρα, θα τηλεφωνηθούμε μία στο τόσο, να πούμε τα νέα μας. Αυτό. Σπάνια θα βρεθούμε έξω. Ο καθένας έχει τα δικά του. Εγώ έχω τα δικά μου, αλλά υπάρχει πάντα αυτό. Δηλαδή, δεν έχει αλλάξει τίποτα σε αυτό. Το δέσιμο αυτό, λοιπόν, συνεχίστηκε.
Μετά το «Της Ελλάδος τα παιδιά», ήρθε το «Εκείνες κι εγώ». Εγώ έκανα, ενδιάμεσα, μια… Να πω την πρώτη φορά που έκανα σκηνοθεσία δεν ήταν με τον Γιάννη. Μετά το «Της Ελλάδος τα παιδιά» με φώναξαν και έκανα σκηνοθεσία, μόνος μου πια, σε μία σειρά, «Το σαμπουάν», του «ΑΝΤ1». Ήρθε η πρόταση από τον «ANT1». Στο «Σαμπουάν», που έπαιζε η Ελένη Ράντου. Ήταν μία σειρά των ’92, κάπου εκεί. Όχι, ψέματα. Τι λέω; Το ’90. Μετά το «Της Ελλάδος τα Παιδιά». Μετά, έκανα το «Έναν ελληνικό» με τον Σταμάτη Φασουλή, που ήταν μία σειρά στον «ΑΝΤ1», που άγγιζε την επικαιρότητα. Ήταν μυθοπλασία, αλλά έπαιρνε θέματα της επικαιρότητας, γιατί ήταν ένα καφενείο. Όλο το επεισόδιο ήταν σε ένα καφενείο. Αυτό ήταν μία πολύ ιδιαίτερη κατάσταση. Δεν την έχω ξαναζήσει ποτέ. Γραφόταν το επεισόδιο το Σαββατοκύριακο απ’ τον συγγραφέα, απ’ τον σεναριογράφο. Τη Δευτέρα το παίρναμε το πρωί, πηγαίναμε στο στούντιο, το γυρίζαμε όλο μέχρι να τελειώσει, δηλαδή δεν ξέραμε πότε θα τελειώσουμε. Τελειώναμε την Τρίτη το απόγευμα, non-stop. Γιατί έπαιζε μεσοβδόμαδα, Πέμπτη νομίζω, βράδυ, στον «ΑΝΤ1», ένα επεισόδιο εβδομάδα. Αλλά έπρεπε να γραφτεί βάσει του τι έχει συμβεί αυτή τη βδομάδα στην επικαιρότητα, γιατί στο καφενείο οι χαρακτήρες που είχε μέσα σχολιάζανε, είτε κωμικά είτε με άλλο τρόπο, τα πράγματα που συμβαίνανε εκείνη την εβδομάδα. Οπότε, έπρεπε να είναι γραμμένο πολύ φρέσκο. Το ‘γραφε μέσα στο Σαββατοκύριακο, εμείς το παίρναμε Δευτέρα. Πρωί, μπαίνουμε στο στούντιο… Ή το περνάμε Κυριακή, για να έχουν διαβάσει και οι ηθοποιοί κλπ. Κυριακή βράδυ. Δευτέρα μπαίναμε στο στούντιο και ξεκινούσαν να γυρνάμε. Μέχρι να τελειώσουμε. Τα πρώτα επεισόδια ήτανε… 30 ώρες είχα κλείσει εκεί μέσα; Γιατί τελειώνοντας το γύρισμα, οι υπόλοιπες φεύγανε. Εγώ εμένα μέσα και ξεκινούσα το μοντάζ του επεισοδίου. Οπότε, μέχρι να τελειώσει το μοντάζ, να παραδώσω το επεισόδιο… Τις πρώτες φορές, έμπαινα Δευτέρα και έβγαινα Τετάρτη ξημερώματα. Μετά, έπεφτα νεκρός, ας πούμε, απ’ την κούραση. Κοιμόμουνα την υπόλοιπη εβδομάδα, όπως αντιλαμβάνεστε, άλλα είχαμε ένα γύρισμα εβδομάδα, αυτό το ατελείωτο γύρισμα, το εικοστετράωρο. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Συνήθως, στα διαφημιστικά συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, που πάνε πολλές ώρες μέχρι να τελειώσουν, αλλά αυτό σε σήριαλ μυθοπλασίας δεν έχει ξαναγίνει. Μετά, ήρθανε το «Εκείνες και εγώ», το οποίο, επίσης, έγινε επιτυχία και συνεχίζεται στις επαναλήψεις να έχει επιτυχία. Εκεί, ζήτησα και στον Γιάννη να βάλει μαζί το όνομά μου στη σκηνοθεσία, να το μοιραστούμε, γιατί είχα ήδη κάνει μία σκηνοθεσία και του λέω: «Θα με βάλεις μαζί σου; Να μη με βάλεις "Τηλεσκηνοθεσία". Να μπούμε μαζί, να συνυπογράψουμε σαν σκηνοθέτες». Αν και ο ρόλος μου ήτανε παρόμοιος, δηλαδή είχα το κομμάτι τις τηλεσκηνοθεσίας περισσότερο και ο Γιάννης είχε το κομμάτι όσον αφορά το στήσιμο και το ερμηνευτικό, το κομμάτι με τους ηθοποιούς. Όμως εγώ, δουλεύοντας με αυτόν τον άνθρωπο, επειδή είχαμε… Αλλά έτυχε. Ξέρεις, είναι το σύμπαν αυτό το που σε φέρνει με κάποιον που έχεις κοινό κώδικα. Με τα χρόνια, δηλαδή, μείναμε μαζί, γιατί είχαμε τόσο κοινή αντίληψη και κώδικα στο πώς βλέπουμε το κωμικό και την αστεία πλευρά των πραγμάτων, που το ένα έφερνε το άλλο. Και το ότι με επέλεξε και με κράτησε και είχαμε όλη αυτή την πορεία τόσα χρόνια ακριβώς γι’ αυτό έγινε. Να πάω παρακάτω, λοιπόν, τώρα. Στις δουλειές αυτές, λοιπόν, ήταν δύο δουλειές που ξεκινήσαμε σημαντικές. Μετά, λίγο, ο Γιάννης δούλεψε σε κάποιες δουλειές άλλων σκηνοθετών. Νομίζω έκανε το - πώς το λένε; - νομίζω το «Βίον ανθόσπαρτον». Μπράβο! Οπότε, δεν συνεργαστήκαμε για μια-δυο χρονιές και έτσι εγώ είχα μείνει χωρίς δουλειά. Είχα δουλέψει, δηλαδή, σε κάποια πράγματα, αλλά λίγα και έμεινα χωρίς δουλειά μια χρόνια. Και πάνω που άρχισα να μετράω τα χρήματά μου, να φτάνουν να πάω στο σούπερ μάρκετ, γύρω το ’99 ήτανε, πάντα έρχεται την ώρα που κάτι… Πάντα, στη ζωή μου νομίζω είμαι τυχερός και στους ανθρώπους που συνάντησα στη δουλειά αλλά και στις συγκυρίες, έτσι πώς ήρθανε τα πράγματα. Πάντα, όταν πήγαινα να… Όταν έφτανα στο παρά πέντε, ερχόταν κάτι καλό. Επάνω που άρχιζα, μετά από καιρό, να τελειώνουν τα λεφτά. Όταν κάθεσαι μήνες… Η δουλειά μας είναι, πάντα, ένα πράγμα το οποίο κάθε χρόνο πρέπει να δεν ξέρεις αν έχεις την επόμενη χρονιά δουλειά σίγουρα. Κάθε χρόνο ξέρουμε, ας πούμε, ότι θα τελειώσουμε τη δουλειά, θα ψάχνουμε για κάτι άλλο. Ο Παπακωνσταντής ο Δημήτρης, ο σκηνοθέτης, παλιός, που δούλευα, τότε, μαζί του στα ξεκινήματα, έλεγε πάντα «Τώρα, που έχετε δουλειά, μαζεύετε λεφτά. Δεν ξέρετε αν θα έχετε μεθαύριο. Μάζευε λεφτά. Πού δουλεύεις;». Με έβλεπες, συναντιόμαστε. «Πού δουλεύεις;». «Εκεί». «Ωραία! Πάτε καλά;». «Καλά!». «Ωραία! Μάζευε λεφτά. Μην τα τρως μην τα τρως! Μην τα τρως, γιατί δεν ξέρεις τι γίνεται η δουλειά αυτή». Είχε δίκιο. Τέλος πάντων, πάνω που τελειώναν τα λεφτά, με παίρνουν τηλέφωνο να πάω στους «Δύο ξένους», το οποίο ήταν τεράστια επιτυχία εκείνη την εποχή. Ήταν στη δεύτερη σεζόν του ήδη και ο τηλεσκηνοθέτης, ο Αντώνης ο Αγγελόπουλος, που έκανε τηλεσκηνοθεσία μαζί με τον Αλέξανδρο τον Ρήγα, που το σκηνοθετούσε τότε, έφευγε. Νομίζω θα έκανε τα «Εγκλήματα», αν… Δεν είμαι σίγουρος. Ήταν να κάνει μία άλλη δουλειά και έπρεπε να φύγει. Οπότε, ψάχναν τηλεσκηνοθέτη και με πήραν τηλέφωνο. Και πήγα στη δεύτερη σεζόν, κάπου στη μέση και ολοκλήρωσα τη σειρά εγώ. Τη δεύτερη σεζόν την ολοκλήρωσα εγώ και από εκεί, έτσι, μου έμεινε η φιλική και ωραία σχέση που έχω με την Εβελίνα την Παπούλια, που επίσης, από μακριά, αγαπιόμαστε πάρα πολύ, γιατί είναι ένα εξαιρετικό παιδί και ένας πολύ καλός άνθρωπος και πολύ δοτικός. Εγώ πήγα σε μία φάση σε αυτή την… Θα πω ότι τότε που πήγα εγώ, σ’ εκείνη την εποχή, το κλίμα δεν ήταν ιδιαίτερα καλό. Να τα λέμε αυτά δηλαδή, γιατί ο κόσμος βλέπει το αποτέλεσμα. Δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από τις κάμερες. Δεν ήταν πολύ καλό το κλίμα εκεί. Ήταν κουρασμένοι οι άνθρωποι, υπήρχαν εντάσεις, υπήρχαν αυτό. Ήταν πολύ ωραία τα γυρίσματα. Ήταν… Δύσκολα έβγαινε η δουλειά. Ήταν λίγο… Τέλος πάντων, ήταν λίγο, τέλος πάντων, κάποιοι μήνες λίγο δύσκολοι για μένα, αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί είχα δουλειά μετά από καιρό, οπότε ήμουνα εντάξει. Μετά, ήρθε ο Γιάννης και κάναμε μία σειρά στο “Mega”, το «Αριστοτέλης ο άριστος», η οποία δεν ήταν καθόλου από τις επιτυχίες μας. Να το πω αυτό. Δεν ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη, δεν πήγε καλά. Εμείς καλά περνάγαμε. Πάντα περνάγαμε καλά. Και στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, ας πούμε. Και μ[00:40:00]ετά απ’ αυτό, έκανα δύο δουλειές, «Το κλειδί» στο “STAR” και «Το μπέρδεμα», πάλι στο “STAR” νομίζω, με τον Γιώργο τον Κωνσταντίνου. Και «Το κλειδί» με τον Πέτρο τον Φιλιππίδη. Αυτά ήταν, η οποία θεωρώ ήταν η πιο σημαντική και από τις πιο σημαντικές δουλειές που έχω κάνει. Ήτανε το 2001-02, λοιπόν, το «Άκρως Οικογενειακόν», το οποίο έκανε τεράστια επιτυχία τότε. Και είναι μια σειρά η οποία μου κάνει εντύπωση ότι παίζεται 24 ώρες… Τουλάχιστον, μέχρι πριν λίγο καιρό, έπαιζε λούπα, δηλαδή τι εννοώ; Έπαιζε επανάληψη. Μεσημέρια, συνήθως, τη βάζει ο «ΑΝΤ1». Έπαιζε, επανάληψη, τέλειωνε, ξανά από την αρχή. Όλο το χρόνο.
Είστε υπέρ αυτού;
Μέχρι ένα σημείου, δηλαδή νομίζω ότι κάποια στιγμή είμαι υπέρ του να παίζεται. Ναι. Ωραία να παίζονται επαναλήψεις, αλλά κάποια στιγμή νομίζω ότι περνώντας τα χρόνια και ειδικά με τους ηθοποιούς… Γιατί εντάξει. Εμάς τους σκηνοθέτες… Να σου πω. Λες: «Εντάξει. Δεν πειράζει. Επαναλήψεις είναι. Δικαιώματα παίρνουμε από τις επαναλήψεις. Μια χαρά. Ας παίζονται». Είναι λίγο περίεργο, όταν ένας ηθοποιός, ο οποίος είναι, τώρα, ας πούμε, ξέρω ‘γω, 60 χρονών και παίζει. Είναι ενεργός και παίζει κάποιος από τους πρωταγωνιστές - ή γυναίκα ή άντρας - και παίζεται το μεσημέρι μία σειρά που την έχει κάνει 25 χρόνια πριν; Και βλέπεις έναν άνθρωπο ας πούμε και τον βλέπεις, έτσι, το βράδυ; Δηλαδή, είναι λίγο περίεργο αυτό. Το καλό είναι τώρα με τη δυνατότητα που έχουν κάποιες πλατφόρμες τα κανάλια, όπου υπάρχουνε αυτά σαν Library ας πούμε. Καλό είναι να υπάρχουν εκεί και να μην παίζονται απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ παντού. Εντάξει. Νομίζω… Κάποια στιγμή, παλιώνει το πράγμα. Πρέπει να… Βέβαια, κάποιες σειρές νομίζω ότι ο κόσμος τις βλέπει και τις ξαναβλέπει. Δεν ξέρω! Ενώ υπάρχουν και στο “YouTube” ας πούμε και μπορείς να τις δεις εκεί. Παρόλα αυτά, τις βλέπει και στην προβολή. Το «Ευτυχισμένοι Μαζί», ας πούμε, το ‘χουνε λιώσει στο ίντερνετ. Το βλέπουνε 30 φορές την ημέρα. Είναι κάποιοι, πιτσιρικάδες, που το βλέπουν, το ξαναβλέπουν. Παίζεται επανάληψη, ας πούμε, στο “Mega”, τώρα, μία εποχή, ξέρω γω καλοκαίρι και έχει νούμερα. Τουλάχιστον έτσι λένε τα νούμερα. Τι να πω; Δεν ξέρω. Έχουνε αυτές… Κωμωδίες, ας πούμε, έχουνε μείνει. Κάποιες δηλαδή… Παράδειγμα να πω. Δεν είναι δικές μου δουλειές. Το «Καφέ της Χαράς», μέχρι μία εποχή, συνέχεια, συνέχεια. Το «Κωνσταντίνου και Ελένης», κάποιες σειρές οι οποίες, όσες φορές και να παιχτούν επανάληψη, τις βλέπουνε. Νομίζω έχει ανάγκη ο κόσμος, πάντα, να πάρει μία ανάσα. Γιατί… Δεν ξέρω. Του θυμίζει παλιές εποχές. Είναι πια τόσο vintage οι σειρές, που μπορεί να τις βλέπουν σαν τις παλιές ελληνικές ταινίες που βλέπουνε. Έχω την αίσθηση ότι κάποιες σειρές έχουνε γίνει λίγο… Έχουνε περάσει λίγο στην κατηγορία των παλιών ελληνικών ταινιών, όπως βλέπουνε, ας πούμε, τις παλιές ταινίες με τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη. Λίγο έτσι τις αντιμετωπίζουν, ειδικά οι μεγαλύτεροι. Τώρα, δεν ξέρω πόσο καλό είναι αυτό. Νομίζω η τηλεόραση πρέπει να… Και να ανανεωθεί και να προχωρήσει λίγο μπροστά. Έχουνε γίνει κάποια βήματα. Θέλω να πω, δηλαδή, η τηλεόραση, όταν ξεκινήσαμε εμείς, ήταν σε πρωτόγονη μορφή. Ήμασταν και… Εμείς την κάναμε πρωτόγονα ας πούμε, δηλαδή δεν ξέραμε τι μας γίνονταν, ας πούμε.
Βλέπατε σειρές του εξωτερικού και προσπαθούσατε, ενδεχομένως, να ακολουθήσετε ένα pattern;
Ναι. Βλέπαμε… Κοίταξε! Την εποχή που ξεκινήσαμε εμείς την τηλεόραση βλέπαμε σειρές του εξωτερικού, ό,τι δείχναν τα κανάλια. Δεν υπήρχε Internet. Δεν υπήρχε δυνατότητα να δεις ούτε… Παιζόντουσαν κάποιες σειρές, αλλά δεν είχες αυτή την πρόσβαση σε σειρές που έχεις τώρα. Τώρα, μπορείς να δεις τα πάντα. Και δεν λέω στο “Netflix”. Είναι μέσα στο διαδίκτυο, ας πούμε, πόσες πλατφόρμες! Επίσης, και τα κανάλια, τα ιδιωτικά, με τα χρόνια, άρχισαν να παίρνουν και να φέρνουνε σειρές. Από το 2000 και μετά, θα πω ότι αρχίσαμε να βλέπουμε έντονα τις ξένες σειρές. Και αρχίσαμε να… Εγώ, τουλάχιστον, βλέπω πάρα πολύ. Και κάποια στιγμή, διαπίστωσα ότι κάποιοι συνάδελφοι ότι δεν πολυβλέπανε και από άποψη, ότι τώρα «Έλα μωρέ τώρα! Θα δούμε, τώρα, κάτι αμερικανιές; Είναι αυτές…». Υπήρχε αυτή … «Μία χαρά τα κάνουμε εμείς. Δεν χρειάζεται να βλέπουμε άλλα». Εγώ έβλεπα σωρηδόν. Σωρηδόν σειρές! Και προσπαθώ, πάντα, να βλέπω και - το λέω ανοιχτά - να «κλέβω». Εντός εισαγωγικών να κλέβω. Δηλαδή να κλέβω… Να βλέπω κάθε σκηνοθέτης σ’ ένα… Ας πούμε, στην κωμωδία, που εγώ κάνω χρόνια, πώς αντιμετωπίζει με την οπτική του… Να δω μία άλλη οπτική, να μην κάνω τα ίδια πράγματα. Θέλω να έχω… Είμαι ανήσυχος ακόμα, ας πούμε. Δεν θέλω να βαριέμαι πρώτα-πρώτα. Και επειδή τόσα χρόνια κάνω κωμωδία ,κάθε φορά προσπαθούσα να δω κάτι άλλο κάτι άλλο, κάτι άλλο να κάνουμε. Να μην είναι το ίδιο πράγμα, να μην είναι κάτι που το έχουμε ξαναπεί. Όταν κάναμε το «Ευτυχισμένοι μαζί»… Να πω γι’ αυτό. Όταν κάναμε, μετά το «Άκρως Οικογενειακόν», που βγήκαμε απ’ το στούντιο και κάναμε το «Ήρθε και έδεσε». Και τότε, πέταξα την τρίτη κάμερα. Κατήργησα τις τρεις κάμερες, που δουλεύαμε τότε και είπα: «Θα δουλεύω με δύο κάμερες», γιατί ήθελα να πετύχω καλύτερο φωτογραφικό αποτέλεσμα. Δηλαδή, ήθελα να έχω τη δυνατότητα να μην αναγκάζομαι να έχω τρεις κάμερες και… Οι τρεις κάμερες στο πλατό καθορίζουν πολύ ένα συγκεκριμένο φωτισμό, διότι δεν μπορείς να φωτίσεις διαφορετικά, για να έχεις ένα αποτέλεσμα που να έχει επίπεδα και τα λοιπά και οι φωτοσκιές. Όταν, μετά, αποφάσισα, άλλαξα τον τρόπο δουλειάς και του γυρίσματος, έβαλα δύο κάμερες και ήταν η πρώτη φορά που το έκανα εγώ τουλάχιστον και άρχισα να δουλεύω με δύο κάμερες. Και κάναμε σε φυσικούς χώρους. Μετά, που κάναμε το «Ευτυχισμένοι Μαζί», αποφάσισα να μπω σε στούντιο και να κάνω σκηνικά, αλλά να το κάνω, γιατί το είχα δει από τις ξένες σειρές, που λέμε, να κάνω κλειστά τα σκηνικά. Όταν λέμε κλειστά τα σκηνικά, μέχρι τότε, τα σκηνικά μας ήταν η μία πλευρά ανοιχτή. Αν δείτε τα παλιά σήριαλ, υπάρχει μία πλευρά, ο «τέταρτος τοίχος», που λέμε, που δεν τη βλέπουμε ποτέ. Αν τα παρατηρήσετε είναι όλα… Ο τέταρτος τοίχος δεν υπάρχει. Όταν κάναμε το «Ευτυχισμένοι Μαζί», εγώ έκλεισα και τον «τέταρτο τοίχο» και έκανα τα σκηνικά… Τους είπα: «Θα γίνει κλειστό όλο και θα μπούμε με δύο κάμερες μέσα στο χώρο». Δηλαδή; Δηλαδή, λέω: «Θα χτιστεί κανονικά το σπίτι, ας πούμε. Απλά, δεν θα έχει ταβάνι και από πάνω στούντιο και θα βάλουμε τα φώτα. Όλο το υπόλοιπο θα είναι κανονικό, σαν να είμαστε στο σπίτι μας». Και μου είπανε τότε στο “Mega”: «Πώς θα το κάνεις αυτό, ρε παιδί μου; Γιατί να τα κλείσεις;». Λέω: «Αφήστε να το κάνω, γιατί είχα δει το…». Αυτό ήτανε βασισμένο σε ένα ισπανικό σίριαλ. Και παρατήρησα το ισπανικό ότι κάναν αυτό ακριβώς. Και είπα: «Θα το κάνουμε έτσι». Και όταν ήρθανε να δούνε το στούντιο οι υπεύθυνοι απ’ το “Μega” τότε, ο Πέτρος ο Μπούτος και οι συνεργάτες του, λέγανε: «Μάλιστα. Ναι, κατάλαβα! Έχεις δίκιο». Κάθε φορά κάναμε… Προσπάθησα να κάνω ένα διαφορετικό πράγμα, ας πούμε, ώστε να ‘χει μια φυσικότητα ο χώρος και να μην… Προσπαθούσα, πάντα όταν είμαστε στο στούντιο, να φύγω από την αίσθηση την παλιότερη, που υπήρχε, τουλάχιστον, στα μάτια τα δικά μου, αλλά πιστεύω πια και στο θεατή που βλέπει σήμερα τις παλιές σειρές, ότι αυτό είναι στούντιο. Γιατί το βλέπεις και λες: «Ναι, αυτό είναι σε στούντιο». Ήθελα να φύγουμε από αυτήν την αίσθηση ότι να το βλέπει ο άλλος και να λέει: «Αυτό είναι στούντιο». Να μην καταλαβαίνει. Και έγινε αυτό, γιατί κάποια στιγμή με ρωτήσαν: «Πού είναι αυτή η μπυραρία; Πού γυρίζεται το… Στο “Ευτυχισμένοι Μαζί.”». Λέω: «Στην τάδε διεύθυνση». «Ωραία! Πού είναι; Πώς λέγεται;». Λέω: «Δεν λέγεται. Είναι κτίριο, είναι στούντιο. Μπαίνεις μέσα και μπαίνουμε μόνο εμείς. Δεν μπορείτε να πάτε εσείς τώρα». Μου λένε: «Πλάκα μας κάνεις!», Λέω: «Είναι μία μπυραρία που είναι χτισμένη μέσα στο στούντιο». Δεν καταλαβαίνανε, ας πούμε ότι είναι… Αυτό, μετά, λίγο το εξέλιξα στην επόμενη δουλειά, στην «[00:50:00]Κλινική περίπτωση», η οποία εγώ… Εμένα είναι η αγαπημένη μου δουλειά, παρότι το «Ευτυχισμένοι μαζί» είναι μάλλον το πιο επιτυχημένο όλων των σειρών, έτσι όπως… Εμένα το αγαπημένο μου, προσωπικά αγαπημένο, είναι η «Κλινική περίπτωση», γιατί συνδύασε πολύ πετυχημένα το κομμάτι του στούντιο με το φυσικό χώρο και τους χώρους τους εξωτερικούς που πήγαμε εκεί στη Μεσσηνία και γυρίσαμε. Αλλά νομίζω ότι σαν γύρισμα και σαν αισθητική, εγώ τουλάχιστον, νιώθω ότι το πήγα λίγο παρακάτω και σκηνοθετικά ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρον για μένα. Αυτή η σειρά, πια, είναι με τα δεδομένα τα σημερινά mini σειρά, γιατί έγιναν 18 επεισόδια. Και έγιναν 18 επεισόδια διότι η σεναριογράφος της σειράς, η Χριστίνα Κοτζάμπαση, δυστυχώς, έφυγε πολύ νωρίς, από καρκίνο, 40 ετών. Ασθένησε κατά τη διάρκεια της σειράς, ξεκίνησε θεραπείες. Μας είπε ότι «Δεν μπορώ να γράψω για ένα διάστημα» και αποφασίσαμε, τότε, να μην κλείσουμε τη σεζόν με κάποιον άλλον αντικαταστάτη. Να τελειώσουμε στα 18 επεισόδια, αντί για τα… 24 ήταν να κάνουμε; Δεν θυμάμαι. Και να περιμένουμε τη Χριστίνα, να κάνει τη θεραπεία της, να επανέλθει το καλοκαίρι, να ξαναγράψει να γίνει καλά, αυτό για ένα διάστημα, να γράψει και να πάμε την επόμενη σεζόν. Δεν τα κατάφερε να επανέλθει. Εμείς ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε τη δεύτερη σεζόν από το Γενάρη και μετά. Ήταν το 2012 η σειρά. Το ’13 του Γενάρη θα ξεκινούσαμε τη δεύτερη σεζόν με άλλη σεναριογράφο, γιατί η Χριστίνα, πια, δεν μπορούσε. Δεν ήταν σε κατάσταση να γράψει. Δεν έγινε ποτέ αυτή η σεζόν, διότι υπήρχανε… Είχαν ξεκινήσει, πολύ έντονα πια, τα σοβαρά προβλήματα στο “Mega”, που ξέρουμε την κατάληξή τους, τα οικονομικά προβλήματα. Η Χριστίνα έφυγε και όλα μαζί, τέλος πάντων… Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερη σεζόν σε αυτή τη σειρά. Και έχει μείνει μία σειρά 18 επεισοδίων, mini σειρά με τα σημερινά δεδομένα, η οποία, νομίζω, είναι από τις καλύτερες που είχα κάνει. Εντωμεταξύ, έχω αποκτήσει δύο παιδιά σε όλα αυτά τα χρόνια, δύο γιους. Ο ένας γεννήθηκε το ’97 ο άλλος το 2002, ο οποίος νομίζω… Και οι δυο… Ο ένας έπαιζε στο «Ευτυχισμένοι Μαζί», στους πιτσιρικάδες εκεί, του σχολείου. Και ο δεύτερος, ο μικρός, έπαιξε στην «Κλινική περίπτωση», πάλι στους μαθητές του σχολείου και έχει και μία χαρακτηριστική σκηνή με τον Γιάννη τον Μπέζο, που τους έχει μαζέψει και τους κάνει εμβόλια, υποτίθεται, στο σχολείο, γιατί είναι ο γιατρός του χωριού και του πατάει την ένεση υποτίθεται και του κάνει… Κάνει αυτό και ο μικρός λέει: «Αουτς!». Λέει: «Σε πόνεσα». «Μπα! Όχι!», του λέει. «Το απολαμβάνω». Ναι. Τους έχουνε… Παίξανε και αυτοί.
Και εσείς έχετε κάνει κάποια περάσματα!
Εγώ έχω κάνει πάρα πολλά περάσματα . Εγώ ξεκίνησα να κάνω περάσματα με το γνωστό, μάλλον γνωστό, πέρασμα στο Ναύπλιο εκεί, γιατί αυτό. Μου λένε ότι «Είσαι εσύ που περνάς και λες: «Πού είναι το Μπούρτζι;». Ήταν ένα επεισόδιο στο «Άκρως Οικογενειακόν», που είχαμε γυρίσει στο Ναύπλιο και είχανε βάλει κάποιον τύπο, που είναι υποτίθεται τουρίστας και ψάχνει το Μπούρτζι, όπου είναι συνέχεια μπροστά του το Μπούρτζι και περνάει και τους λέει: «Πού είναι το Μπούρτζι;». Έχω περάσει πολλές φορές. Μετά, το κάναμε λίγο, πια, μοτίβο με τον Γιάννη, δηλαδή στις περισσότερες σειρές έχω περάσει. Σε κάποια σειρά, μάλιστα, έπαιξα κανονικά. Είχα κάνει μία σειρά του 2015, ’14-’15, το «Μάννα Εξ Ουρανού». Και ο σεναριογράφος, ο Γιώργος ο Βιδάς, είχε γράψει ένα ρολάκο εκεί με κάποιον. Λέω: «Να το κάνω εγώ». Λέω: «Εντάξει, το κάνω». Μετά, του άρεσε λίγο. Ξαναγράφει σκηνή. Λέω: «Πάλι;». Ξαναγράφω. Και κάποια στιγμή, άρχισε να γράφει αρκετές σκηνές. Και ήτανε μία μέρα που έπρεπε να γυριστούν όλες οι σκηνές αυτές. Ήμουνα εγώ με άλλους 2, τον Τάσο τον Γιαννόπουλο και κάποιον άλλον ηθοποιό, τον Σταύρο τον Μαρκάλα σε μια… σ’ ένα μπαρ σαν καφετέρια και ήτανε… Ήμασταν τρεις πατεράδες, υποτίθεται, μαθητών του σχολείου και συζητάγαμε. Αλλά αυτά, όταν μπαίνουμε σ’ ένα χώρο, συνήθως γυρίζουμε γκρουπαριστά, ας πούμε, γυρίσματα. Αυτή την αντίστοιχη σκηνή από το δεύτερο επεισόδιο, το τρίτο, το τέταρτο. Και έπρεπε να τα γυρίσουμε όλα μαζί. Αλλά εγώ σκηνοθετούσα ταυτόχρονα. Λέω: «Άντε να ντυθώ, ρε παιδιά, να κάνουμε εκείνη τη σκηνή». Λέει ότι «Θα κάνεις και αυτή και αυτή και αυτή και αυτή». Βρέθηκα λοιπόν και κάθε φορά πήγαινα να αλλάξω. «Τώρα, πρέπει να αλλάξεις, να φοράς το άλλο ρούχο. Πας να αλλάξεις». Είχα κουραστεί τόσο πολύ… Του είπα: «Μην με ξαναγράψεις! Θα γίνουμε μπίλιες». Αυτό το πράγμα είναι τόσο κουραστικό…. «Πώς το κάνουν οι ηθοποιοί;», λέω. Εκεί, κατάλαβα αυτό που κάποια στιγμή έχω νιώσει τους ηθοποιούς, ότι έχουν κάνει τόσες αλλαγές ρούχων μες στη διάρκεια της ημέρας όπου είναι διαλυμένοι. Και λέω: «Εντάξει. Τι κούραση είναι, ρε παιδί μου; Ένα ρούχο αλλάζεις». Είναι πολύ κουραστικό ναι. Το ‘νιωσα και γω και του πα: «Μην με ξαναγράψεις». Αλλά περάσματα κάνω συνέχεια. Μέχρι και τώρα στον Πλάτανο έκανα, στην τελευταία σειρά, ας πούμε. Κάνω συχνά, ναι. Κάνω συχνά τα περάσματά μου. Δεν ξέρω πόσα έχω κάνει. Είναι αρκετά πάντως.
Διαλέγετε και περιοχές εκτός Αττικής που σκηνοθετείτε;
Ναι, όταν το απαιτεί το σενάριο ναι. Έχουμε κάνει το «Ήρθε κι Έδεσε». Γυρίζαμε και κάναμε πολλά γυρίσματα στο Λεωνίδιο. Στην «Κλινική περίπτωση» κάναμε στην Καρδαμύλη, κάτω στη Μεσσηνία. Στο «Πέτα τη Φριτέζα», επίσης, κάναμε κάτω στην Καλαμάτα, στην Κορώνη. Στη Μεσσηνία έχω κάνει πολλές φορές, γιατί μετά την «Κλινική Περίπτωση», απέκτησα και πολύ κόσμο, φίλους, επαφές εκεί, αυτό, ήξερα τα μέρη και κάθε φορά το σενάριο, αν βολεύει, προτιμούσα να πάω σε κάτι που ξέρω και μπορώ να το δω με μία άλλη οπτική, χωρίς να δείχνει, πάντα, ίδιο κλπ. Ναι. Έχω κάνει. Και στο «Πέτα τη Φριτέζα» διάλεξα εκτός Αττικής και στο «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο» πηγαίναμε στη Ζαχλωρού, στα Καλάβρυτα, στο Διακοφτό. Από κει, στην Αχαΐα.
Και μένετε εκεί πέρα;
Ναι. Μένουμε εκεί πέρα για όσες μέρες χρειαστεί. Μην νομίζεις… Δυστυχώς, οι δυνατότητες της παραγωγής της ελληνικής δεν είναι… Ειδικά σ’ αυτές τις σειρές δεν είναι τεράστιες, για να μπορείς να πας μεγάλες περιόδους εκτός έδρας. Εκτός αν μιλάμε σειρές που γυρίζονται αποκλειστικά σ’ έναν τόπο, όπως ας πούμε «Το Νησί», που γυρίστηκε εξολοκλήρου στην Κρήτη ή άλλες σειρές που έχουν γυριστεί έτσι, αλλά οι περισσότερες σειρές… Διαλέγουμε 2-3 φορές τον χρόνο, να πάμε για ένα διάστημα ημερών, να επιλέξουμε τις πιο πολύ σημαντικές σκηνές που μπορούνε να γυριστούν και να δείξουμε και το μέρος και να αναδειχθεί το τοπίο ας πούμε και το μέρος και να είναι χρήσιμο το ότι πάμε εκεί. Αλλά, μετά, πρέπει να κάνεις μία σύνθεση, δηλαδή να γυρίσεις και άλλες σκηνές, που υποτίθεται ότι είναι εκεί, αλλά να κάνεις μία σύνθεση γυρίζοντας κομμάτια που πρέπει να βρεις σε πιο κοντινές αποστάσεις, που όμως μπορείς να τα συνδέσεις με το πιο μακρινό μέρος που έχεις πάει. Στην ουσία, είναι αυτό που λέμε «κινηματογραφική γεωγραφία» αυτό. Φτιάχνεις έναν τόπο, που τον συνθέτεις από εκτός Αθηνών κομμάτια, εντός Αττικής κομμάτια, διάφορα και κάνεις μία σύνδεση. Αυτή η κινηματογραφική γεωγραφία, ας πούμε, που λέμε, που γίνεται κάθε φορά… Είναι ενδιαφέρον αυτό, ειδικά στο κομμάτι της προεργασίας, γιατί πρέπει να βρεις λύσεις και τρόπους να έχεις ένα … να στήσεις την αφήγηση, ας πούμε, της ιστορίας, εφόσον εκτυλίσσεται σε έναν τόπο, ας πούμε, που είναι, υποτίθεται, επαρχία και να το συνδέσεις, έτσι, από γωνίες και κομμάτια που πρέπει να βρεθούν όλο. Το «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» είναι 3 χρόνια τώρα που έγινε. Είναι 510 επεισόδια. Φανταστείτε ότι και τα 510 επεισόδιο αυτά εκτυλίσσονται σε ένα συγκεκριμένο χωριό. Δεν υπάρχει η Αθήνα. Η Αθηνά, σε όλα τα 510 επεισόδια, είναι σε κάποιες σκηνές διάσπαρτες, που έχουνε πάει Αθήνα για μία σκηνή δύο και φεύγουνε. Και όλο το υπόλοιπο είναι σ’ ένα χωριό. Φαντάζεστε εμάς 3 χρόνια να ζούμε στα Καλάβρυτα, στη Ζαχλωρού; Δεν είναι δυνατόν βέβαια. Όλο αυτό έχει [01:00:00]γίνει φτιάχνοντας μία δική μας γεωγραφία, κάνοντας γυρίσματα εκεί, κάνοντας γυρίσματα εδώ, στην Αττική, σε κάποια κομμάτια που έχουμε επιλέξει και τα έχουμε συνδέσει, για να δείχνουνε το χωριό.
Αυτή την τριετία ήρθατε αντιμέτωπος και με την πανδημική κρίση. Πώς ένας σκηνοθέτης αντιμετωπίζει, ουσιαστικά, την πανδημία, εφόσον υπήρχαν κάποιοι περιορισμοί, λογικά, στα γυρίσματα, οι ηθοποιοί, η αρρώστια;
Ναι. Ναι, ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Το θεωρώ άθλο που καταφέραμε να το ολοκληρώσουμε αυτό μέσα σε τόσα προβλήματα. Η πανδημία δημιούργησε πολύ δύσκολες συνθήκες στα γυρίσματα. Δεν σταματήσαμε ποτέ. Δηλαδή, εννοώ δεν… Και στην καραντίνα, εκτός απ’ την πρώτη-πρώτη περίοδο, που είχαν σταματήσει όλα τα γυρίσματα, μετά ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Μετά, νομίζω, ένα μήνα, περίπου, ξεκίνησαν τα γυρίσματα, με πολύ αυστηρά έτσι μέτρα ασφαλείας. Βέβαια, το θέμα μάσκα, ας πούμε… Ο ηθοποιός αναγκαζόταν να βγάλει τη μάσκα για να παίξει, οπότε καταλαβαίνετε ότι γινόντουσαν πρόβες με μάσκα, αλλά απ’ την ώρα που ο ηθοποιός έμπαινε στο δωμάτιο του μακιγιάζ, απαγορευόταν και… Απαγορευόταν… Δεν έπρεπε να φορέσει μάσκα, γιατί μετά θα έπρεπε να ξαναβαφτεί. Οπότε, είχαμε τους ηθοποιούς, οι οποίοι ήταν και οι πλέον ευάλωτοι βέβαια, γιατί αυτοί, συνήθως, ήταν που αρρωσταίνανε. Είχαμε κάνει μία ένα γύρισμα στην… Όταν ξεκινήσαμε την πρώτη χρονιά της πανδημίας, στη δεύτερη που ξεκινήσαμε την… την πρώτη χρονιά του «Πλατάνου». Ναι, που είχε ξεκινήσει η πανδημία, γιατί ο «Πλάτανος» ξεκίνησε μες στην πανδημία. Όταν τον πρώτο μήνα, δεύτερο μήνα γυρισμάτων, μετά από γύρισμα στην επαρχία, γυρίζοντας, 7 κρούσματα. Οι ηθοποιοί. Βγήκαν 7 ηθοποιοί εκτός. Κάπως, κουτσά-στραβά, κάναμε γύρισμα με τους υπόλοιπους. Βεβαίως, καταλαβαίνετε ότι δεν ξέραμε, μέρα με τη μέρα, τεστ, πόσοι από τους υπόλοιπους έχουνε… Δηλαδή, οι 7 ηθοποιοί πήγαιναν σπίτι τους. Οι υπόλοιποι που δουλεύανε, το συνεργείο, και που ερχόντουσαν σε επαφή δεν ξέραμε αν αύριο τι θα δείξει το τεστ, μεθαύριο τι θα δείξει το τεστ. Υπήρχε μία αγωνία συνεχής, ας πούμε, γι’ αυτό. Ήτανε πολύ δύσκολα. Αναγκαζόμασταν να αλλάζουμε σκηνές, να κάνουμε μετατροπή σε κάποιο σε κάποιες σκηνές στο σενάριο, γιατί έπρεπε, ταυτόχρονα, να κλείσει το επεισόδιο, να πάει για προβολή. Αν είχαμε έναν ηθοποιό, ο οποίος θα ερχόταν μετά από τότε… Ήταν νομίζω δεκαήμερο να μείνεις εκτός; Δεν θυμάμαι. Ήτανε δύο εβδομάδες εκτός, τότε, αν… Και εκεί, ήτανε δύσκολο. Γινόντουσαν μετατροπές στα σενάρια, πώς θα γίνει, πώς θα κλέψουμε, τώρα, να λείπει ο αυτός με τον…. Ήτανε πολύ ζόρικα. Είχαμε συνεχόμενα και κάποιοι αρρώστησαν και δύο και τρεις φορές. Αυτό είναι το καταπληκτικό. Και απ’ τα συνεργεία, βέβαια, είχαμε απώλειες. Αλλά στα συνεργεία, κάπως, οι θέσεις καλύπτονται. Ένας ηχολήπτης… Θα έρθει ένας άλλος την άλλη μέρα. Θα βρούμε κάποιον να αντικαταστήσει για λίγες μέρες, μέχρι να… Με τον ηθοποιό τι κάνεις; Και οι σκηνοθέτες, γιατί εκεί ήμασταν τρεις. Γιατί είναι καθημερινό. Ήτανε δύο συνεργεία. Εγώ είμαι ήμουν επικεφαλής, με άλλους δύο σκηνοθέτες από κάτω. Αρρώστησαν κάποια στιγμή ο ένας, πήγα εγώ να τον αντικαταστήσω. Αν αρρώσταινε και ο άλλος, δεν θα υπήρχε άλλος να κάνει αντικατάσταση. Δηλαδή, ήτανε… Ήτανε τρέλα, τώρα, όλο αυτό που ζήσαμε. Δεν ήταν εύκολο. Εντάξει, τώρα ότι μετά τα… Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, κάπως, τα αντιμετωπίσαμε.
Να σας γυρίσω λίγο πίσω-
Πάμε!
Όταν ήσασταν ακόμα στη Σχολή-
Ναι.
Υπήρχε μια υποτίμηση προς την τηλεόραση; Δηλαδή, οι συντελεστές, οι ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες εξυμνούσαν πιο πολύ το κομμάτι του θεάτρου;
Θα σας πω. Όταν πήγαμε… Όταν ήμουνα στη σχολή, δεν είχαμε κατά νου ότι θα δουλέψουμε στην τηλεόραση. Είχαμε όλοι την αίσθηση ότι θα βγούμε από τη σχολή και θα κάνουμε σινεμά. Λες και ήμασταν, ας πούμε, στην Αμερική, που υπάρχει τόση παραγωγή. Τέλος πάντων. Όταν λοιπόν… Όχι τα χρόνια της σχολής. Στα χρόνια της σχολής, γενικώς, όλοι ήταν προσανατολισμένοι στο σινεμά. Τουλάχιστον μες στη σχολή ας πούμε-
Ήτανε και η χρυσή εποχή του σινεμά τότε;
Ναι. Υπήρχε ο νέος ελληνικός κινηματογράφος, ας πούμε, τότε και όλοι πήγαμε εκεί γιατί αγαπούσαμε το σινεμά. Τουλάχιστον αυτοί που πήγαμε γι’ αυτό. Όταν βγήκαμε στη δουλειά, βγήκαμε… Εγώ, ας πούμε, ξεκίνησα για να μπω σε κάποια δουλειά, να μπορέσω να ζω. Έτυχε να μπω σε τηλεοπτικό συνεργείο. Θα μπορούσα να ‘χα βρεθεί κάπου αλλού. Και έτσι, βρέθηκα στην τηλεόραση, πάντα έχοντας στο νου μου ότι κάποια στιγμή θέλω να κάνω σινεμά. Από τους ηθοποιούς και… Υπήρχε μία υποτίμηση στην τηλεόραση. Όταν ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση, υπήρχε από μία μερίδα και συναδέλφων μου, αλλά και ηθοποιών, μία υποτίμηση προς την τηλεόραση γενικά. Ναι. Και σαφώς ότι… Ακούστε! Για τον ηθοποιό το θέατρο είναι ο φυσικός του χώρος. Άρα, πάντα το θέατρο έχει. Όταν εγώ, ας πούμε, πήγα στη σχολή και έλεγα: «Θα βγω σκηνοθέτης», γιατί αγαπούσα το σινεμά και «Θέλω να κάνω και εγώ μία ταινία σαν τον Κόπολα», ο ηθοποιός πάει στη δραματική σχολή. Θέλει να βγει να ανέβει στο σανίδι. Δεν σκέφτεται ότι πάει να μάθει υποκριτική για να βγει στην τηλεόραση. Ίσως, τα τελευταία χρόνια, πια, αυτό λίγο, πια, έχει τελειώσει το παραμύθι. Με την έννοια ποια; Σαφώς, πάντα, βγαίνεις ηθοποιός για να δείξεις τις δυνατότητες σου στο θέατρο, το θέατρο αγαπάς, το θέατρο είναι η φυσική θέση του ηθοποιού για να δείξει την τέχνη την υποκριτική, αλλά ξέρει ποια… Θεωρώ ότι ο νέος ο ηθοποιός ξέρει ποια δύναμη εκτός στο να δουλέψει και να δουλέψει σαν ηθοποιός του δίνεται η δυνατότητα και στο θέατρο, παράλληλα και στην τηλεόραση, σε σειρές που γίνονται πια… Και δραματικές σειρές γίνονται και κωμικές σειρές γίνονται. Νομίζω ότι λίγο αρχίζει… Αυτό πια υπήρχε. Δεν νομίζω ότι υπάρχει, πια, στα νέα παιδιά αυτό το κόλλημα και καμία υποτίμηση στην τηλεόραση. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πια. Τότε, υπήρχε. Υπήρχε ότι λέγανε: «Εγώ δεν κάνω τηλεόραση». Άκουγα διάφορους «Εγώ δεν κάνω τηλεόραση». Εντωμεταξύ, η πλάκα είναι ότι οι περισσότεροι που το λέγανε ήτανε κάποιοι που δεν τους είχαν καν προτείνει να ρθουν στην τηλεόραση. Δηλαδή, μου ερχόταν, κάποια στιγμή, να πω: «Καλά! Σου έχουν προτείνει κάτι;». Αν σου προτείνουν, πες δεν κάνω τηλεόραση. Γιατί δεν θυμάμαι. Λέγανε: «Αν μου προτείνουν, εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να πάω στην τηλεόραση». Γιατί;». Γιατί η τηλεόραση είναι ας πούμε… Γιατί; Γιατί αυτό υπήρχε απ’ τις σχολές μέσα προφανώς, από τις δραματικές σχολές, που τους λέγανε: «Μην κάνετε τηλεόραση, γιατί η τηλεόραση… Τώρα, η Τέχνη σας είναι το θέατρο. Η τηλεόραση είναι ένα πράγμα, τώρα, που σε καταστρέφει στην ουσία σαν ηθοποιό. Σε κάνει… Σε αλλοιώνει σε αλλοτριώνει. Δεν είσαι ηθοποιός, τώρα, στην τηλεόραση». Εντάξει. Υπήρχε μία… Όπως παλιά, όταν μεγάλωνα εγώ, στην εφηβεία μου, ήμασταν σκληροπυρηνικοί οι ροκάδες, γιατί ακούμε ροκ μουσική. Δεν έπρεπε να ακούμε ποπ, δεν έπρεπε… Δεν ξέρω γιατί δεν έπρεπε. Ευτυχώς, τα ξεπέρασα όλα αυτά, μετά, εγώ. Γιατί, θυμάμαι, πόσα χρόνια ήμαστε πολύ, δηλαδή, ροκάδες και έτσι και ακούγαμε κανέναν που άκουγε ποπ, λέγαμε: Τι είναι αυτός; Σε παρακαλώ τώρα! Αυτό δεν είναι μουσική». Αυτά ξεπεράστηκαν με τα χρόνια. Ευτυχώς, δηλαδή μεγαλώσαμε, ωριμάσαμε και αρχίσαμε να ακούμε και τη Μαντόνα μετά κανονικά. Ωραιότατα. Αντίστοιχα και στη Σχολή Κινηματογράφου, τότε, θυμάμαι, ας πούμε, που με την τηλεόραση είχανε μία… «Τώρα, εμείς πάμε να κάνουμε σινεμά. Δεν κάνουμε τηλεόραση. Τι είναι αυτά;». Εγώ, μπαίνοντας στην τηλεόραση, γιατί μπήκα στην τηλεόραση, ας πούμε, τυχαία… Εκεί βρήκα δουλειά, εκεί ξεκίνησα. Θα μου πεις: «Γιατί έμεινες τόσο καιρό». Ναι. «Γιατί είχε δουλειά» είναι η απάντηση. Γιατί είχε δουλειά και ζούσα από αυτό. Και σιγά-σιγά, με τα χρόνια, είπα: «Ωραία! Θα ψαχτώ! Θα αρχίσω να βλέπω, ρε παιδί μου. Άρχισα να βλέπω το κάθε επεισόδιο σαν μια μικρού μήκους ταινία». Δηλαδή, λέω: «Αυτά που θα ‘θελα να κάνω στο σινεμά, ό,τι μπορώ από αυτά, εννοώ ιδέες, πράγματα, κάτι περίεργο, κάτι καινούργιο που [01:10:00]σκέφτηκα σε μία σκηνή, κάτι να κάνω, ό,τι μπορούσα και θα έκανα, πιθανώς, στο σινεμά, λέω: «Ας το κάνω στην τηλεόραση». Αυτά, βέβαια, πέρασαν κάποια χρόνια για να μπορέσω να το… Δηλαδή, στις σειρές εκεί που είπα πριν, το «Ευτυχισμένοι Μαζί», άρχισα να… Αλλά προσπαθούσα, πάντα, να δω σαν μία μικρή ταινία το κάθε επεισόδιο, οπότε δεν είχα απωθημένα ότι «Δεν έκανα σινεμά. Κάνω τηλεόραση, αλλά τώρα κάνω σινεμά». Δεν το είχα ξεπεράσει ποτέ το θέμα ότι θα ήθελα να κάνω μία ταινία.
Που κάνατε.
Ναι. Απλά, με τα χρόνια δεν πιεζόμουν απ’ αυτό. Δεν έψαχνα πότε θα την κοπανήσω από τηλεόραση. Εντάξει. Έκανα οικογένεια, υπήρχαν πάντα οι υποχρεώσεις και αυτά, αλλά ούτως ή άλλως η τηλεόραση μού έφερνε τη μία δουλειά μετά την άλλη και μου λέγανε πάντα: «Πώς και δεν έχεις κάνει ταινία;». «Γιατί δεν κάνεις καμιά ταινία;». Και έλεγα: «Η ταινία θέλει…». Και αλήθεια είναι αυτό. Θέλει μία αφοσίωση, δηλαδή θέλει να μην δουλεύεις στην τηλεόραση με αυτούς τους καταιγιστικούς ρυθμούς, να ασχοληθείς μ’ ένα project, μ’ ένα σενάριο, να ασχοληθείς να δουλέψεις πάνω σε αυτό, να τρέξεις…. Θέλει τρέξιμο, θέλει να βρεις χρηματοδότηση, να βρεις πώς θα γίνει, να τη στήσεις. Θέλει προετοιμασία μεγάλη, θέλει χρόνο απ’ τη ζωή σου ν’ αφιερώσεις και δεν μπορείς, ταυτόχρονα, να δουλέψεις στην τηλεόραση και να δουλεύω στην τηλεόραση όλη μέρα και θα κάνεις την ταινία πότε; Το βράδυ; Αλλά λέω: Παιδιά, δεν έχω βρει το χρόνο». Άρα, μία δουλειά μου ‘φερνε την άλλη στην τηλεόραση και έτσι πάντα είχα στο μυαλό μου «Ωραία θα ήταν να κάνω μια ταινία». Κάποια στιγμή, όταν γνωρίστηκα με τον Φάνη τον Μουρατίδη, που κάναμε μία σειρά, το «Μ&Μ», το 2010, γίναμε και πολύ φίλοι. Κουμπαριάσαμε κιόλας, γιατί χώρισα εγώ απ’ τον πρώτο μου γάμο και στο δεύτερό μου γάμο είναι κουμπάρος ο Φάνης με την Άννα-Μαρία. Τέλος πάντων, δούλεψαμε μαζί και είμαστε… Βρήκαμε λίγο ο ένας τον άλλον πάλι εκεί, με κοινές αγωνίες και αναζητήσεις καλλιτεχνικές. Ο Φάνης είχε, πάντα, ιδέες για ταινίες κλπ. Και συζητούσαμε μία ταινία. Αρχίσαμε να συζητάμε μια ιδέα για μία ταινία. Και καθίσαμε και δουλέψαμε, κάποιο διάστημα, σ’ ένα σενάριο, το οποίο έφτασε στο παρά πέντε να γίνει και νομίζω ότι ήταν… Ξεκίνησε η οικονομική κρίση και δεν καταφέραμε να το κάνουμε καθόλου, γιατί δεν βρισκόντουσαν λεφτά, ας πούμε. Πώς το λένε; Φτάσαμε να το συζητήσουμε με τον παραγωγό, να το προχωράμε. Κόλλησε στη χρηματοδότηση και δεν προχώρησε. Ήταν γύρω στο ’13; Κάπου εκεί. Ήτανε στην καρδιά της κρίσης της οικονομικής. Έμεινε στην άκρη αυτό. Κάπως, το συζητάγαμε, το ξανασυζητάγαμε. Και κάποια στιγμή, εγώ έχω φύγει. Έχω ξεκινήσει και σκηνοθετώ «Το Σόι Σου». στον “Alpha”. Και κάποιο βράδυ, 23:00 το βράδυ, με παίρνει τηλέφωνο. Μου λέει: «Έχω μία ιδέα για άλλη ταινία». Λέω: «Πες τη!». Εγώ οδηγούσα κιόλας. Είχα φύγει από το μοντάζ και πήγαινα προς το σπίτι, νύχτα. Έχω τα ακουστικά, λοιπόν, στο Bluetooth και μέχρι να φτάσω σπίτι, στη διαδρομή, μου έχει διηγηθεί όλη την ιστορία της ταινίας, που έγινε μετά η «Τζαμάικα». Λέω: «Αυτό είναι άλλη ιδέα. Την άλλη την άλλη αφήνουμε;». Μου λέει ότι «Έχω αυτή την ιδέα τώρα να κάνουμε. Πώς σου φαίνεται η ιστορία;» και τα λοιπά. Λέω: «Πολύ, πολύ ωραία. Θα τη δώσω στον Γιώργο τον Φιδά, να τη γράψει. Και αν μας γράψει το σενάριο, για να δούμε». Εντάξει. Τώρα, εγώ δεν έδωσα παραπάνω… Δεν επένδυσα παραπάνω εκείνη τη στιγμή, γιατί είχαμε ξανασυζητήσει με τον Φάνη. Πάντα, είχε ιδέες ο Φάνης, πάντα κάτι καινούριο συζητούσαμε. Λέω: «Εντάξει, άμα είναι να γίνει, να γίνει». Το 'γραψε ο Φιδάς το πρώτο σενάριο. Και κάπως, αρχίζει να κινείται το πράγμα και πάμε να κάνουμε την ταινία. Συζητώντας για την ταινία με τον παραγωγό… Εγώ δούλευα στο «Σόι». Ακυρώνεται η ταινία, ενώ πηγαίνουμε να την κάνουμε. Αυτό ήταν το καλοκαίρι του ’16. Δεν γίνεται το καλοκαίρι του ’16, γιατί ο βασικός χρηματοδότης που είχαμε, λάκισε, να το πω έτσι, για δικούς του λόγους και η ταινία έμεινε στο συρτάρι. Εντάξει. Μένουμε εκεί, περνάει το καλοκαίρι του ’16 και η ταινία έχει κατατεθεί στο «Κέντρο Κινηματογράφου» για χρηματοδότηση και στην «ΕΡΤ», που έμπαινε σε κάποιες ταινίες και μπαίνει σε κάποιες ταινίες σαν συμπαραγωγός. Παίρνει το “Okay” απ’ την «ΕΡΤ» και από το «Κέντρο του Κινηματογράφου». Οπότε, πλέον φτάσαμε σε σημείο να γίνει restart, δηλαδή την ξαναβάζουμε μπρος και την προχωράμε και την κάνουμε το καλοκαίρι του ’17, δηλαδή ένα χρόνο μετά απ’ ό,τι, αρχικά, είχαμε προγραμματίσει. Εκεί, σταματάω την τηλεόραση, σταματάω το… Φεύγω από «Το σόι σου», τον “Alpha”, διότι θεωρώ ότι πρέπει να σταματήσω, για να δουλέψω την ταινία, όπως είχα πει πριν. Και σταματάω. Και ασχολούμαι, αποκλειστικά, με την ταινία, η οποία μου πήρε, όντως, ένα χρόνο απ’ τη ζωή μου, γιατί σταμάτησα την τηλεόραση. Επέλεξα να χάσω πάρα πολλά λεφτά, αλλά δεν μπορώ να κάνω την ταινία. Από την ταινία δεν έχω βγάλει τίποτα, μη νομίζετε, γιατί έχω κάνει ποσόστωση στην αμοιβή μου και παίρνω λίγα-λίγα με τα χρόνια. Ακόμη δεν έχω βγάλει λεφτά από την ταινία αυτή, αλλά έχω βγάλει άλλα πράγματα. Μου έχει δώσει άλλες χαρές. Τέλος πάντων, έκανα ταινία. Πήγε σε κάποια φεστιβάλ έξω, της Ομογένειας, κυρίως της Αμερικής και της Αυστραλίας. Και πήρε κάποια βραβεία κοινού και κατέληξε σ’ ένα διεθνές φεστιβάλ, στο Κίεβο, στην Ουκρανία, όπου πήρε το βραβείο καλύτερης ταινίας το ’19… Το ’19, ναι, το Σεπτέμβρη του ’19. Και εγώ, μετά, κατέληξα μέλος της κριτικής επιτροπής και πρόεδρος της κριτικής επιτροπής σε αυτό το φεστιβάλ, λόγω της «Τζαμάικας», που είχα πάρει την προηγούμενη χρονιά το βραβείο. Και μάλιστα, αυτό είναι μία ιστορία που μου την είπανε μετά. Όταν διαγωνίζονταν η «Τζαμάικα» στο Κίεβο, με τις άλλες ταινίες, ήταν επικρατέστερη μαζί με μία ουγγρική, ενός σκηνοθέτη Ούγγρου, όπου τελικά η επιτροπή, με κάποια διαφορά ψήφων, ψήφισε την «Τζαμάικα». Όταν, πρόπερσι, ήμουνα εγώ πρόεδρος στην κριτική επιτροπή, στο διεθνές, ο Ούγγρος ο σκηνοθέτης έχει φέρει την επόμενη ταινία εκεί. Και μέσα στις ταινίες, τέλος πάντων, που ψηφίσαμε και τα λοιπά ως καλύτερη ταινία που ψηφίστηκε αυτή και με την ψήφο τη δική μου δόθηκε σε αυτόν το βραβείο καλύτερης ταινίας. Εγώ, όταν τελείωσε όλο αυτό, μου είπε η υπεύθυνη του φεστιβάλ «Θα σου πω μία ιστορία τώρα. Όταν ήταν η «Τζαμάικα», του το πήρες το βραβείο μέσα απ’ τα χέρια, γιατί ήταν αυτό. Τώρα, που ήσουνα πρόεδρος εσύ, το ‘δωσες. Του δωσες το βραβείο εσύ, που σουνα πρόεδρος». Ήταν, έτσι, μία ωραία συγκυρία αυτό. Έχει γραφτεί, λοιπόν, σενάριο τώρα για την επόμενη ταινία. Τώρα, την εποχή που μιλάμε… Σήμερα, που μιλάμε… Εδώ και 2 χρόνια, μες στην πανδημία, σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας, δουλεύαμε με τον Γιωργή τον Τσουρή, τον ηθοποιό και θεατρικό συγγραφέα, μία ιδέα για ένα άλογο σενάριο, φωτογραφικό. Το ξεκινήσαμε, έτσι, χαλαρά, λίγο πριν την πανδημία. Μας έπιασε η πανδημία, οπότε είχαμε όλο το χρόνο να το δούμε να το ξαναδούμε. Γράφτηκε, ξαναγράφτηκε, ξαναγράφτηκε. Φτάσαμε να γίνει φέτος. Θα την κάναμε. Έπρεπε, όμως, να κάνουμε ένα τελικό draft με κάποιες αλλαγές, στο οποίο, μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα, εγώ με τά γυρίσματα, ο Γιωργής με άλλες σκηνοθεσίες κλπ., δεν μπορέσαμε δεν προλάβαμε τη [01:20:00]σεζόν και τέλος πάντων έχουμε στα σκαριά, τώρα, ένα σενάριο, το οποίο δουλεύουμε 2 χρόνια και ελπίζουμε την επόμενη χρονιά να γίνει ταινία και να είναι η επόμενη μετά τη «Τζαμάικα», γιατί πάντα το σινεμά είναι… Ξέρεις. Είναι ένα άλλο ταξίδι το σινεμά. Αυτό θα ‘θελα να πω. Είναι ένα ωραίο ταξίδι, αλλά είναι και ένα άλλο ταξίδι τελείως διαφορετικό από την τηλεόραση. Δεν ξέρω να το εξηγήσω πώς και γιατί, αλλά είναι κάτι… Συμβαίνει κάτι μαγικό. Μπορεί να είναι δικό μου πράγμα αυτό, αλλά… Να ‘ναι… Τι να πω; Να ‘ναι τελείως στο δικό μου το μυαλό ότι είναι… Αλλά νομίζω ναι, ότι κάθε μία έχει ένα ταξίδι. Δηλαδή, από τον τρόπο που ξεκινάς… Τώρα, εμείς, ας πούμε, αυτό το ταξίδι… Ας μην κάνουμε αυτό το σενάριο. Μέσα στην πανδημία με το “Viber” ή με αυτά μιλούσαμε και γράφαμε και κάναμε και δείχναμε, γιατί είναι… Είναι κάτι ωραίο. Γι’ αυτό και λέμε: «Πρέπει να καταλήξει κάπου!». Δηλαδή, να μη μας μείνει το ότι απλά παιδευόμαστε μέσα στην πανδημία να γράψουμε ένα σενάριο εδώ και το ‘χουμε πάντα και το χουμε ζωντανό, ώστε να γίνει και να καταφέρει να γίνει ταινία αυτό. Τώρα… Και πιστεύω ότι θα γίνει δηλαδή. Θα το καταφέρουμε.
Θυμάστε ιστορίες από τα γυρίσματα, χαρούμενες, ενδεχομένως πιο λυπητερές, που σας στιγμάτισαν;
Κοίταξε! στα γυρίσματα, συνήθως, μετά, θυμάσαι ότι έχεις περάσει ωραία. Δηλαδή, θυμάμαι ωραίες στιγμές απ’ τα γυρίσματα. Θυμάμαι να γινόμαστε όλοι… Επειδή περνάμε πολύ μα πολύ μεγάλο διάστημα μαζί όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι ηθοποιοί και οι τεχνικοί, περνάμε πάρα πολλές ώρες μαζί, περισσότερες απ’ ό,τι περνάμε στο σπίτι μας με τους δικούς μας ανθρώπους, δενόμαστε αρκετά. Και αν είναι καλές συνθήκες… Εντάξει, περνάς καλά. Αν είναι δύσκολες οι συνθήκες, υπάρχει πιθανότητα να δεθείς αρκετά δυνατά και με κάποιους ανθρώπους, γιατί μέσα σε δύσκολες συνθήκες δημιουργούνται και κάποιες σχέσεις πιο δυνατές, ώστε να ανταπεξέλθεις, ας πούμε, όλες τις δυσκολίες, τη δύσκολη περίοδο, ας πούμε, που μπορεί να περνάς. Εντάξει… Λυπητερές ιστορίες. Τον τελευταίο χρόνο, στον «Πλάτανο» ζήσαμε θανάτους ας πούμε, του Ηλία του Ζερβού, που τον είχαμε ηθοποιό την πρώτη σεζόν και έφυγε και νέος. Ας πούμε, αυτό. Είχαμε ηλεκτρολόγο, που έφυγε, όχι μες στη δουλειά. Είχαμε διακόψει για καλοκαίρι και θα ξεκινούσαμε και στις διακοπές του έφυγε. Αυτά είναι τα λυπητερά. Κυρίως είναι αυτά, είναι απώλειες, ας πούμε, μες στα χρόνια που ζήσαμε ανθρώπων, συναδέλφων και τα λοιπά. Τώρα, κάτι πολύ λυπητερό δεν μου έχει μείνει, δηλαδή και… Εντάξει. Πάντα υπάρχουνε. Και συγκρούσεις υπάρχουνε και εντάσεις υπάρχουνε. Οι συνθήκες δεν είναι, πάντα, εύκολες στις ελληνικές παραγωγές. Και υπάρχουν και ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες. Είναι ένα σύμπαν ας πούμε, ένας κόσμος, που πρέπει να συμβιώνουν καθημερινά 40 άνθρωποι, που είναι ο καθένας είναι κάτι διαφορετικό. Είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό να συμπλεύσει με τις καλύτερες και με τις ιδανικότερες συνθήκες όλο αυτό το διάστημα. Θα χρειαστεί… Απ’ την ώρα που αρχίζει και το ταξίδι της σειράς, μέχρι τελειώνει ας πούμε, αλλά στο τέλος νομίζω ότι πάντα σου μένουνε οι ωραίες στιγμές. Ας πούμε, τώρα, πριν λίγες μέρες, τελειώσαμε τον «Πλάτανο». Στον «Πλάτανο» ήμασταν 3 χρόνια. 3 χρόνια εγώ σειρά δεν έχω κάνει ποτέ. 3 χρόνια. Μεγαλύτερης διάρκειας, ας πούμε, στις σειρές που χα κάνει ήτανε 2 χρόνια, το «Ευτυχισμένοι Μαζί». Συνήθως, ήταν μία σεζόν 2. 3 σεζόν ήταν η πρώτη φορά. Πολύ μεγάλο διάστημα και πολύ μεγάλος όγκος δουλειάς. Μιλάμε για 500 επεισόδια τώρα, έτσι; Συνέβησαν πολλά. Από τις πανδημίες, από σκάνδαλα, χαμός, πράγματα. Δύσκολες καταστάσεις είχα να αντιμετωπίσω, όλοι μας. Οι ηθοποιοί, 3 χρόνια απ’ τη ζωή τους, τώρα, καθένας στη ζωή του μπορεί να αντιμετώπιζε χιλιάδες προβλήματα. Υπήρχανε και τσακωμοί και εντάσεις. Τώρα, βλέπω ότι όλα είναι ωραία ας πούμε, ότι νομίζει ο κόσμος «Τι ωραία που περνάγατε!». Και κάποιες μέρες δεν περνάγαμε καθόλου ωραία. Πολλές μέρες δεν περνάγαμε καθόλου ωραία. Κανένας μας. Στο τέλος… Τελειώσαμε προχθές. Υπήρχε μία ατμόσφαιρα απίστευτης συγκίνησης, δηλαδή μαζευτήκαμε όλοι στο στούντιο, βάλαμε μουσική, φάγαμε, βγάλαμε κρασιά, ανοίξαμε κρασιά. Κάναμε ένα, έτσι, παρτάκι, για να κλείσουμε, να αποχαιρετιστούμε μετά από 3 χρόνια. Μιλάμε για πολύ κλάμα. Κλάμα συγκίνησης και χαράς, που δεν θα ‘μαστε άλλη μέρα μαζί. Μπορεί… Θα κρατήσουμε κάποιες σχέσεις. Προφανώς, κάποιοι έγιναν φίλοι, θα βρεθούνε και μετά κλπ. Αλλά ότι όλο αυτό που ζούσαν καθημερινά, το οποίο μπορεί να γκρίνιαζαν για χιλιάδες πράγματα, κάποιοι να σκοτωνόντουσαν, να τσακωνόντουσαν να κουράστηκαν. Η κούραση είναι βασικός παράγοντας, έτσι; Που θα βγάλει προβλήματα και τα οποία βγαίνουνε λόγω κούρασης. Όλα αυτά ξεχάστηκαν. Εκείνη τη στιγμή, ξεχάστηκαν όλα. Ήτανε δηλαδή… Δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν, ας πούμε, τα δάκρυα τους και αυτά. Που σημαίνει ότι φεύγουνε όλοι με ένα γλυκό πράγμα. Δηλαδή, πάντα, τελειώνουμε μία δουλειά και παίρνουμε κάτι, μία γλύκα, μία τρυφερότητα, αυτό που μας άφησε και διανύσαμε μία διαδρομή μαζί. Τέλειωσε και πάμε να ξεκινήσουμε κάτι άλλο. Πάντα, αυτό συμβαίνει. Όλα τα χρόνια αυτό συνέβαινε. Δεν έχουμε… Δηλαδή, δεν θυμάμαι κάτι πολύ δυσάρεστο. Πολύ δυσάρεστο… Πολλά δυσάρεστα έχουν συμβεί. Το πιο δυσάρεστο, εγώ, για μένα που έχω να πω είναι ότι με το κλείσιμο του “Μega”, κόπηκε η δουλειά και έκλεισε το “Mega” και έφαγα ένα κανόνι. Έχασα λεφτά πάρα πολλά από μία δουλειά, που δεν τα πληρώθηκα. Και στην ουσία, δούλεψα μία σεζόν σχεδόν, χωρίς να την πληρωθώ. Αυτό είναι. Αυτά είναι, το οποίο ευτυχώς… Ευτυχώς… Δεν μου δημιούργησε τη δεδομένη στιγμή οικονομική καταστροφή, γιατί μπόρεσα… Είχα άλλη δουλειά, μπήκα και στάθηκα στα πόδια μου. Δεν βούλιαξα, αλλά ήταν ένα πολύ μεγάλο χτύπημα, ας πούμε, το οποίο συνέβη και σε πάρα πολλούς ανθρώπους, έτσι; Και εργαζόμενους μέσα στο κανάλι και ελεύθερους επαγγελματίες έξω, οι οποίοι, ακόμα, τα ψάχνουμε τα λεφτά μας. Δηλαδή, εγώ έχω αυτό θυμάμαι δυσάρεστο από τη δουλειά. Όχι σχέση με ανθρώπους, ας πούμε. Ίσα-ίσα, έχω κάνει και δύο, τρεις, τέσσερις καλές φιλίες.
Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Λοιπόν, μελλοντικά σχέδια είναι μία ταινία… Οπωσδήποτε! Δεν θέλω να μείνω με μία ταινία. Θέλω οπωσδήποτε να φύγω με δύο! Εννοώ, δηλαδή, ότι μεγαλώνουμε, αλλά θέλω, πάντα, να… Kαι εντάξει. Tώρα, με τα χρόνια, επειδή με την τηλεόραση, εντάξει, έχω δουλέψει πάρα πολύ… Συνεχίζω να δουλεύω, μου αρέσει. Μπορώ να χαλαρώσω λίγο τους ρυθμούς μου στην τηλεόραση, ώστε να αφοσιωθώ περισσότερο στο κομμάτι του σινεμά, να κάνω μία ταινία και ετοιμάζω τώρα και μία σειρά, καινούργια, η οποία θα είναι δραματική, γιατί θα ‘ναι… Δραματική δεν έχω ξανακάνει ποτέ. Επειδή τόσα χρόνια όλες οι δουλειές μου είναι γύρω από το είδος της κωμωδίας, θα κάνω δραματική σειρά. Θα δοκιμάσω τον εαυτό μου σε αυτό το είδος. Οπότε, είναι… Αυτό είναι ωραίο, γιατί είναι μία καινούργια πρόκληση. Έτσι, πρόκληση ήτανε και για μένα και το «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο», γιατί ούτε πριν απ’ αυτο είχα ασχοληθεί με καθημερινή σειρά. Θεωρώ ότι η καθημερινή σειρά είναι λίγο ένα είδος… Είναι είδος από μόνη της, διότι πρέπει να αλλάξεις τελείως λογική στον τρόπο που στήνεις το γύρισμα. Πρέπει να μεθοδεύσεις δύο συνεργεία, να συνεργάζονται μεταξύ τους, να έχουν ομοιογένεια μεταξύ τους σε όσον αφορά το αποτέλεσμα και να δημιουργήσεις σε [01:30:00]πολύ λιγότερο χρόνο, πιο σύντομο χρονικό διάστημα, παραπάνω δουλειά, διότι όταν έχεις ένα επεισόδιο κάθε μέρα να παίζει, πρέπει να μπορέσεις να προσαρμόσεις τον τρόπο που βλέπεις εσύ. Και ειδικά κωμωδία καθημερινή… Αυτό που έγινε, τώρα, στην «ΕΡΤ» με τον «Πλάτανο» ήταν λίγο σαν πείραμα. Πώς μπορεί να γίνει κωμωδία, η οποία κωμωδία σαν είδος είναι φοβερά δύσκολο, γιατί απαιτεί δράση, απαιτεί πρόβα κανονικά, αρκετή πρόβα μία κωμική σκηνή. Δεν είναι, απλά, λέμε λόγια, ας πούμε. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο το πείραμα του πώς μπορεί να γίνει σε τόσο γρήγορο χρόνο καθημερινή σειρά, κωμωδία. Είχε η «ΕΡΤ» να κάνει καθημερινή σειρά 25 χρόνια. Δεν ξέρω πότε ήταν η προηγούμενη. Για μένα, ήτανε πρόκληση, γιατί δεν είχα ξανακάνει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν ήξερα πώς θα βγει. Δεν είναι… Και πώς θα βγει και σε τόσο χρόνο που θα έπρεπε να βγει στην παραγωγή. Οπότε, αυτό ήταν ένα πείραμα, το οποίο και συνάμα πρόκληση, για μένα, αν μπορώ να το κάνω. Το ‘κανα και τώρα η νέα πρόκληση είναι να κάνω δραματική σειρά και να δοκιμάσω τον εαυτό μου σε αυτό το είδος και να δω πώς θα… Είναι κάτι διαφορετικό, εντάξει. Δηλαδή, είναι καινούργιο και μ’ αρέσει, γιατί είναι κάτι καινούργιο για μένα. Πάντα, πάντα, αυτό αναζητώ, κάτι καινούργιο, κάτι που να έχει ένα ενδιαφέρον, που να μου προκαλέσει την επιθυμία να το κάνω. Το σινεμά είναι το σινεμά. Τα είπα και πριν. Η δραματική σειρά είναι κάτι εντελώς καινούργιο, που μ’ αρέσει που θα το κάνω, γιατί θέλω να δω πώς θα βγει. Μπορεί να αποτύχω. Δεν ξέρω. Θα το δούμε…
Θέλετε να προσθέσετε και κάτι άλλο;
Τι να προσθέσω; Να προσθέσω; Κάτι να πω για την… Τι να πω; Θέλω να πω ότι νομίζω ότι η τηλεόραση η ελληνική έχει μία παρελθοντολαγνεία αυτή την εποχή. Άρχισε να μ’ ενοχλεί, κάποια στιγμή, το να βλέπω, συνέχεια, σειρές εποχής να με ενοχλεί, γιατί λέω: «Γιατί όλο εποχής και εποχής και εποχής;». Ξαφνικά, μετά τις «Μέλισσες», ό,τι σειρά γυρίζεται, τοποθετείται σε μία παλιότερη εποχή, όχι στη σημερινή. Και έχω την αίσθηση, ας πούμε, ότι συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα σήμερα, σημαντικά, από τα προβλήματα της νέας γενιάς, μέχρι τη βία, τις οικογενειακές σχέσεις, ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικές καταστάσεις πολύ σημαντικές και λέω: «Γιατί αυτά δεν αφορούν, ας πούμε, σε ένα σύγχρονο σενάριο, ας πούμε και πρέπει να γίνει να βλέπουμε συνέχεια το ’60 το ’50 και το αυτό;». Δεν μπορώ να το καταλάβω. Μέχρι ένα σημείο δεν μπορούσα να το καταλάβω. Τώρα, άρχισα να καταλαβαίνω. Μάλλον, άρχισα να δέχομαι ότι λίγο το να βλέπουμε το παρελθόν, να βλέπουμε ιστορίες, που αφορούν το παρελθόν, μας ξεκολλάει για μία ώρα από αυτό που βιώνουμε σήμερα και ίσως είναι λίγο λυτρωτικό για τον Έλληνα, ας πούμε, να βλέπει κάτι που, μάλλον, συνέβαινε την εποχή που ήταν παιδί, ήταν στης γιαγιάς του, της μαμάς του εποχή και τα λοιπά. Οπότε, ξεφεύγει λίγο. Οπότε, άρχισα να το καταλαβαίνω, γιατί κάποια στιγμή έλεγα: «Δεν καταλαβαίνω γιατί, συνέχεια, κάνουμε εποχής! Πρώτα-πρώτα, έχουμε τέτοια υποδομή σαν παραγωγές, ας πούμε; Είμαστε τόσο στην Αμερική, ας πούμε, που μπορούμε να υποστηρίξουμε ενδυματολογικά, σκηνογραφικά;». Η Αθήνα δεν υπάρχει πια, ας πούμε… Δεν έχει κομμάτι του ’50. Δεν είμαστε σε ευρωπαϊκές πόλεις, που έχουν διατηρηθεί οι πόλεις και υπάρχουν κομμάτια, ας πούμε, που μπορείς να κάνεις εποχή του ’40, του ’50 του ’60. Εδώ, η Αθήνα είναι… Δεν υπάρχει κομμάτι να γυρίσεις ας πούμε, να δεις. Ούτε γωνιά! Οπότε, λες: «Πώς κάνεις εποχής;», όταν δεν έχεις ούτε υποδομή. Τέλος πάντων, κάνουμε. Κουτσά-στραβά, τα κάνουμε. Και έλεγα: «Γιατί δεν κάνουμε κάτι σύγχρονο, ρε παιδί μου; Γιατί συνέχεια εποχής και εποχής και εποχής;». Τώρα πια, άρχισα να καταλαβαίνω ότι μάλλον, ακριβώς γιατί το σήμερα λίγο είναι, ίσως, για κάποιους δυσβάστακτο, τους… Ακουμπάνε στο παλιό, να θυμηθούμε λίγο τα παλιά, να φύγουν λίγο για μία ώρα, να ξεχαστούνε. Ναι, είναι… Είμαστε λίγο vintage τώρα. Έτσι, μας έχουν πέσει λίγο vintage να κάνουμε τηλεόραση. Θεωρώ ότι το “Maestro”, ας πούμε, δεν είναι τυχαίο που πήγε στο “Netflix”. Δεν είναι ότι γιατί πήγε στο “Netflix”. Είναι γιατί ξεχώρισε από άλλες παραγωγές, γιατί δεν μιλάει για το χθες, δεν μιλάει για το ’60. Μιλάει για το σήμερα. Έχει ασχοληθεί με κάποια θέματα που είναι σημερινά, τα έχει βάλει στην ελληνική επαρχία… Οπότε, όλα έχουνε να κάνουνε. Πώς το λένε; Έρχονται σε κόντρα με τις παλιές αντιλήψεις, κάποιες σύγχρονα θέματα που έχουν να κάνουν σε κόντρα με τις παλιές αντιλήψεις, με τον παλιό κόσμο, ας πούμε. Σε ένα ωραίο παραμύθι. Έτσι όπως το κάνει ο Παπακαλιάτης, πάντα, ας πούμε. Γιατί το κάνει με μαεστρία ο Μαέστρο. Δεν είναι τυχαίο, ας πούμε. Βέβαια, εντάξει. Μιλάμε και μία πολύ προσεγμένη παραγωγή. Οπότε, νομίζω… Εγώ θα ήθελα να δω μία τηλεόραση, στα επόμενα χρόνια, που πάει, πιο πολύ, σε αυτή την κατεύθυνση, παρά στο να λέμε, πάντα, ιστορίες για το παρελθόν. Εγώ, προσωπικά ας πούμε, θεωρώ ότι εκεί πρέπει να πάμε πιο πολύ, στις σύγχρονες ιστορίες, όπως βλέπεις και σε ξένες σειρές. Υπάρχουνε… Υπάρχουν και σειρές που ασχολούνται με εποχής θέματα. Ναι. Αλλά κι εκεί μιλάμε για πολύ μεγάλες παραγωγές και πολύ προσεγμένες παραγωγές. Εντάξει. Εμείς είμαστε λίγο… Ξέρεις. Το κλέβουμε λίγο. Είμαστε λίγο κλέφτες. Θα το κλέψουμε λίγο από δω, θα το κλέψουμε λίγο από κει. Αν έχει καλή ιστορία και η αφήγηση τον αφορά τον θεατή και η ιστορία έχει κάτι να πει, εντάξει. Θα κυλήσει. Αν δεν έχει κάτι να πει, θα αρχίσεις να βλέπεις και τις κλεψιές και τα προβλήματα της παραγωγής και τις αδυναμίες της παραγωγής. Υπάρχουν πολλές. Δεν θέλω να μιλήσω, τώρα, με παραδείγματα, γιατί δεν είναι ωραίο, αλλά νομίζω ότι πρέπει να πάμε σε μία… Εντάξει. Είμαστε μικρή αγορά. Η αλήθεια είναι αυτή. Δεν μπορείς να επενδύσεις πολλά λεφτά σε μία μεγάλη παραγωγή, αν δεν μπορείς, εκ των προτέρων, να ξέρεις ότι έχει προοπτικές να πουληθεί έξω. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι κινείται η αγορά, γιατί η συγκεκριμένη σειρά που ανέφερα τώρα, είχε… Στήθηκε και φτιάχτηκε με ακριβώς με στόχο να φύγει έξω, να πουληθεί έξω, εξού και επενδύθηκαν χρήματα. Νομίζω ότι κάπως έτσι πρέπει να κινηθούνε αρκετές, περισσότερες σειρές και όχι μία, που να είναι η εξαίρεση. Αυτό είναι το ζητούμενο!
Σας ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ.
Και εγώ!