© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Ήμασταν χίλια πεντακόσια παιδιά, εγώ είχα αριθμό 1320»: Από αντάρτης, στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης

Istorima Code
24086
Story URL
Speaker
Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος (Ι.Χ.)
Interview Date
01/03/2023
Researcher
Βαλάντης Τσιάλτας (Β.Τ.)
Β.Τ.:

[00:00:00]Είναι Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2023 και βρισκόμαστε με τον κύριο Ιωάννη Χαραλαμπόπουλο στην Πετρούπολη. Εγώ είμαι ο Βαλάντης Τσιάλτας, ερευνητής στο Istorima, και ξεκινάμε. Καλημέρα. 

Ι.Χ.:

Καλημέρα.

Β.Τ.:

Το ονοματεπώνυμό σας.

Ι.Χ.:

Χαραλαμπόπουλος Ιωάννης.

Β.Τ.:

Πότε και πού γεννηθήκατε, κύριε Γιάννη;

Ι.Χ.:

Το 1929, στο Κρίκελλο Ευρυτανίας.

Β.Τ.:

Και τι θυμάστε, έτσι, να μου περιγράψετε απ’ τα παιδικά σας χρόνια;

Ι.Χ.:

Φτώχεια, χιόνια και δυστυχίες. Ήμασταν μια οικογένεια μεγάλη, δεν είχαμε ούτε να φάμε. Ήμασταν πέντε αδέρφια, η μάνα μου και ο πατέρας μου. Τι άλλο;

Β.Τ.:

Εσείς, από το ’40, που ήσασταν ένα παιδί έντεκα χρονών, τι θυμάστε; Τι θυμάστε να μου περιγράψετε;

Ι.Χ.:

Τι να θυμηθώ παιδί μου, τι να θυμηθώ; Σου ’πα, το ’40 είχαμε πείνα πολλή, πείνα. Δεν υπήρχε τίποτα. Να σου πω ότι πήγαινα μεροκάματο σε κανένανε κι έπαιρνα, μια οκά αλεύρι μου ’δωνε, μια οκά αλεύρι την ημέρα. Και τι έκανα; Τι δ’λειά έκανα; Έβγανα [Δ.Α.] απάν’ στα έλατα. Κόλλαγα πάνω στα έλατα. Με μια οκά αλεύρι. Ή να σου πω ένα άλλο. Πήγα μεροκάματο, δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ πάλι στα έλατα, να γυρίσω στο σπίτι να φάω, να με ταΐσει στο σπίτι τ’. Και τι με τάισε; Κουρκούτι. Σκέψου τι ζωή που περάσαμε τότε. Πάνε αυτά, πέρασαν. Ύστερα ήρθε το ’40, ’40-’43 η Εθνική Αντίσταση. Εκεί ήταν το μαρτύριο. Απόλυσε το Κράτος τα αποσπάσματα κι έβγαιναν όξω και έλεγαν: «Ποιοι είναι οι κεντρώοι;» –κεντρώοι ήμασταν τότε. «Ποιοι είναι οι κεντρώοι;» «Ο Χαραλαμπόπουλος». «Βαράτε! Βαράτε και πάρτε ό,τι θέλετε στα σπίτια». Και ερχόταν στα σπίτια μέσα, βαράγανε και ό,τι ήθελαν τα ’παιρναν κι έφευγαν. Σ’ άλλη μέρα, μας έλεγαν: «Βγεκάτε στο κλαρί, όξω», το ’40 με τους Ιταλούς και με τους Γερμανούς το ’43. Άλλη ταλαιπωρία. Δυο χρόνια Εθνική Αντίσταση. Τι να κάνουμε.

Β.Τ.:

Στην Εθνική Αντίσταση εσείς τι κάνατε; Τι θυμάστε;

Ι.Χ.:

Εμείς, να μην πω ψέματα, εγώ δεν έκανα τίποτα. Πάαινα κάνα κομμάτι ψωμί σε κάτι αντάρτες που ήταν πιο κάτω εκεί. Μο’ δ’νανε ο δάσκαλος ο μακαρίτης κι η… –όχι, η γυναίκα μου ήταν μικρή– και μου ’λεγε: «Τραβά το ψωμί αυτό στο τάδε μέρος». Το πήγαινα εκεί, τ’ άφηνα, το έπαιρναν αυτοί κι έτρωγαν. Τροφοδότης. Και πληροφορίες, ό,τι ακούγαμε πάαιναμε και τ’ς τα λέγαμε των ανταρτών. Ξέρεις πότε έγινε, πού έγινε η πρώτη μάχη; Στο Κρίκελλο. Με τον Άρη. Πιο πάνω απ’ το χωριό, εκεί… είναι ένα… έχουνε φτιάξει ένα μνημείο τάχα μου. Εκεί, στο μνημείο γύρω, ήμουν εκεί εγώ στην πρώτη μάχη που έκανε ο Άρης ο Βελουχιώτης τότε.

Β.Τ.:

Ήσασταν στην πρώτη μάχη. Και τι θυμάστε από κει;

Ι.Χ.:

Τι θ’μόμαι; Ήμουνα στο χωριό –πιτσιρίκος ήμουνα– και ήθελα να πάω στο Καρπενήσι, δεν θυμάμαι γιατί με έστειλε η μάνα μου και ο πατέρας μου, ξέρω ’γω, εκεί. Και λέω το βράδυ: «Θα πάει κανένας στο Καρπενήσι;» «Θα πάω εγώ», λέει ο ταχυδρόμος. «Τι ώρα θα φύγουμε;» «Τ’ς δύο η ώρα τη νύχτα». Και βγήκα στην πλατεία πάνω, αντάμωσα τον ταχυδρόμο και πάμε. Μόλις πήγαμε στα μισά, προς την Μυρίκη, έφτασαμε στη Μυρίκη, ήβραμε τους αντάρτες που ερχόντανε, ανέβαιναν απάν’. «Πού πάτε;» «Στο Καρπενήσι». «Πίσω, πίσω». Χωρίς να μας πούνε πού θα πάμε. Μόλις φτάσαμε, λοιπόν, στο μέρος αυτό, εκεί που είναι το μνημείο, ήτανε μια διμοιρία Ιταλοί. Είχε αρρωστήσει ένα ζώο στο χωριό και έκατσε μια διμοιρία να το συμμάσει το ζώο και τα πράγματά τους, ξέρω ’γω. Το έμαθαν αυτοίν’ ότι είναι έτσι κι ήθελαν να βρούνε μέρος να τους χτυπήσουνε. Κι όπως τους χτύπησαν. Φτάνουμε στο σημείο αυτό, εγώ καθόμουνα από πάνω μεριά, σε ένα μέρος, έκατσε ο Άρης, [Δ.Α.] σε ένα έλατο, αφού δεν είχα όπλο, τίποτα. Κι οι άλλοι μισοί πήγαν απέναντι, στο άλλο το [Δ.Α.] Και μόλις φτάσαν οι Ιταλοί, τους αρχίσαν τους χτύπησαν. Σκοτώσανε τρεις Ιταλούς –δυο Ιταλούς–, σκοτώθηκε και ένας αντάρτης απ’ τα αντάρτικα τα όπλα, τα πυρά. Ο Σαξώνης, ένας Σαξώνης δάσκαλος. Τέλος πάντων, πήραν τα όπλα, να πάρουνε όπλα, δεν είχαμε όπλα τότε, δεν είχε όπλο το αντάρτικο. Πήραν τα όπλα, πήραν μια φοραδούλα, ένα αλογάκι που είχε οι Ιταλοί, μπαίνει καβάλα ο Άρης και πάμε για το χωριό κάτω. Πάμε στο χωριό, τυλίγ’νε τον αντάρτη μέσα στη σημαία του σχολείου και πήγαμε και τον έχωσαμε στην Αγία Παρασκευή από πάνω. Και αυτοί προχώρησαν για τη Δομνίστα, πέρα. Πάνε στη δουλειά τους οι αντάρτες. Δεν πήγα εγώ κοντά τίποτα, μέχρι εκεί ήτανε. Αλλά το χωριό το έμαθε ότι ήμουνα κι εγώ εκεί και με σταμπάρισαν, κατάλαβες; Πάνε οι αντάρτες, έφυγαν, έμειναν οχτώ στο χωριό –όχι μες στο χωριό. Τους παίρνει ο δάσκαλος, είχε ένα καλύβι πιο [00:05:00]κάτω, σε ένα χωράφι, και πάει και τους βάζει μέσα εκεί. Στο χωριό ήταν αστυνομία, κατάλαβες; Και κάθε μέρα, μας έστελναν απ’ το χωριό εμάς κάτω με το ψωμί, με οτιδήποτε είχαμε και τους πααίναμε να φάνε. Κι έκατσαν δεκαπέντε μέρες οι οχτώ μες στο καλύβι. Ύστερα, πώς τα κατάφεραν, τι έκαμαν, δεν ξέρω, πώς συνεννοηθήκανε με τους υπεύθυνους γύρω στα χωριά, ήθελαν να παρουσιαστούν, να βγούνε. Και τους λέει ο δάσκαλος: «Θα σας φέρω τη σημαία εγώ του σχολείου». Παίρνει τη σημαία του σχολείου και την πάει κάτω στον Άρη, τη δένει σε ένα παλουκάκι έτσι δα και πάνε να παρουσιαστούν στη Δομνίστα. Εκεί πρωτοφάνηκαν. Μπαίνοντας στη Δομνίστα μέσα, αρχινήσαν το τραγούδι το αντάρτικο. Αμέσως, μου φαίνεται, τους αντάμωσαν κι αμέσως ακολούθησαν δώδεκα Δομνισταίοι κοντά, αντάρτες κι αυτοί. Και προχώρησαν στα χωριά σα πέρα και μαζεύτηκαν, ύστερα γινήκαν πολλοί. Και έτσι συνέχισε το αντάρτικο εκεί.

Β.Τ.:

Τον Βελουχιώτη τον θυμάστε να μου τον περιγράψετε;

Ι.Χ.:

Τον Βελουχιώτη; Σου λέω, πολέμησα μαζί του. Ένας αντρούκλας, ένα θηρίο. Δεν τον έχεις δει σε φωτογραφία;

Β.Τ.:

Εσείς πότε αποφασίσατε και είπατε ότι θα πάτε αντάρτης; Πώς έγινε; Τι θυμάστε; Πώς ξεκινήσατε;

Ι.Χ.:

Θα σου πω. Τότε που οργανώθηκε το αντάρτικο και φούντωσε καλά στην Ευρυτανία, πήγανε τρία αδέρφια μου μαζί τους. Τρία αδέρφια. Ο ένας πέθανε προς τη Μακεδονία απάνω, οι άλλοι δυο ήρθαν και πεθάναν εδώ, στην Ελλάδα, εν πάση περιπτώσει. Έμεινα εγώ με τη μάνα μου και με μικρό τον αδερφό. Μας κυνήγαγαν. «Κομμουνισταί». Οι χωριανοί οι ίδιοι. Μας λένε, λοιπόν, οι αντάρτες: «Βγεκάτε όξω». Όξω, φυγόδικοι. Και φύγαμε και πήγαμε στα έλατα όξω και καθόμασταν. Να ήμουνα με τους αντάρτες, μίλαγαμε, ήβρισκαμε τρόφιμα στα χωριά μέσα, που ψάχναμε, ξέρω ’γω. Τα χωριά είχαν εκκενωθεί, δεν ήταν κόσμος τίποτα. Έλεγαν οι καπεταναίοι, λέει: «Εσύ τι δουλειά έχεις εδώ;» –με έβλεπαν εμένα, ήμουνα και λιγάκι μεγαλόσωμος λιγάκι– «Έλα μαζί μας». Και πάαινα κοντά τους. Άσ’ τα, μη συζητάς.

Β.Τ.:

Θυμάστε να μου περιγράψετε πώς περνούσατε τις πρώτες μέρες εκεί; Τι κάνατε;

Ι.Χ.:

Τι κάναμε; Την ημέρα καθόμασταν. Τρυπώναμε μες στα έλατα, σε διάφορα μέρη να μη φαινόμαστε από τον άλλο κόσμο, γιατί ήτανε και ΜΑΥδες και χτυπιόμασταν με τους ΜΑΥδες. Και τη νύχτα, μόλις νύχτωνε, έπαιρναμε δρόμο, όπου είχαν κανονίσει αυτοίν’, οι καπεταναίοι, πού θα πάμε. Εμείς είχαμε τη νύχτα-μέρα. Τη νύχτα-μέρα και τη μέρα-νύχτα. Κανόνιζαν πού θα βρούνε φαγητό να φάμε –να φάμε, τέλος πάντων… Να φάμε. Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Παρακαλώ; Δυο στη Εθνική Αντίσταση και τέσσερα αντάρτης; Έξι. Και ένα εξορία; Εφτά. Εφτά.

Β.Τ.:

Την πρώτη σας μάχη τη θυμάστε, που δώσατε;

Ι.Χ.:

Αυτή στην [Δ.Α.] στο χωριό μας, στο χωριό μας. Την άλλη στον Μικρό Σταυρό, στη Δομνίστα πιο πάνω. Αλλά εκεί μας νικήσανε ο στρατός, μας κυνηγήσανε. Σκοτωθήκανε δυο αντάρτες και τέσσερις-πέντε στρατιώτες. Και φύγαμε προς την Άμπλιανη, απάνω, εμείς οι αντάρτες. Πήγαμε, έπιασαμε το Καράβι, ένα ύψωμα, στο Καράβι το λένε εκεί. Όποιος το έπιανε πρώτος, ή αντάρτης ή στρατός, δεν είχε να το αφήσεις, ήταν το μέρος τέτοιο. Πήγαμε, λοιπόν, το πιάσαμε. Την άλλη μέρα ήρθε ο στρατός να το καταλάβουνε, αλλά δεν μπορούσαν να μας νικήσουν… είχαν τα πολυβόλα στημένα οι αντάρτες εκεί, χτύπαγαν συνέχεια, έφυγαν. Σκοτώθηκαν δυο-τρεις στρατιώτες και φύγανε. Τι να θυμηθείς, παιδί μου, τι να θυμηθείς; Σ’ το λέω και ανατριχιάζει το κορμί μου τώρα. Αυτή ήταν η ζωή η δική μου.

Β.Τ.:

Περιγράψτε μου μια μάχη που δίνατε, πώς ήτανε;

Ι.Χ.:

Πώς ήταν η μάχη; Δύσκολο πολύ. Ο στρατός να είναι απέναντι στην πολυκατοικία και εμείς εδώ. Και να φωνάζουν οι αντάρτες, παράδειγμα: «Παραδοθείτε». Με το «Παραδοθείτε» έβαζαν δυο-τρεις ριπές εκείνοι, ριπές κι ετούνοι. «Αέρα» ο ένας, «Αέρα» ο άλλος, ποιος θα πάει στο μέρος να τους πάρει, να τους διώξει, ποιος θα πέσει στον άλλον. Αυτή ήτανε.

Β.Τ.:

Και τελειώνει το αντάρτικο και είπατε ότι πήγατε στην εξορία. Θέλετε να μου πείτε γι’ αυτό;

Ι.Χ.:

Τι να σου πω; Τελείωσε το αντάρτικο, πήγαμε και παρουσιαστήκαμε. Δεν μας σκοτώσαν, τίποτα. Παρουσιαστήκαμε στο Καρπενήσι εγώ, η μάνα μου και ο μικρός ο αδερφός μου. Κι άλλη παρέα που ήμασταν, ήμασταν δώδεκα. Κοιμηθήκαμε το τελευταίο βράδυ στη Λάσπη, στην Αγία Παρασκευή, πέρα. Προτού πάμε εμείς, επειδή πήγαμε νύχτα εκεί, στο εκκλησάκι αυτό, ήταν οι ΜΑΥδες που πήγαν και φύλαγαν ενέδρα, ξέρω ’γω, να πιάσουν τους αντάρτες. Ευτυχώς, δεν μας κατάλαβαν ότι πήγαμε εκεί, γιατί θα μας έσφαζαν μες στην εκκλησία. Και το πρωί ξεκινάμε κάτω, να πάμε για το Καρπενήσι. Ήταν άλλα δυο παιδιά, λιγάκι, σαν εμένα, όχι τόσο μεγάλα, μικρότερα. Δυο [00:10:00]πρώτα ξαδέρφια μου. Κατεβήκαμε στον δημόσιο δρόμο και έρχεται ένα τζιπ από το Καρπενήσι. Ναρκοσυλλέκτης. Το είχε ο στρατός, να πούμε, και… Σταμάτησαν. «Ποιοι είστε εσείς, ρε παιδιά;» «Αντάρτες», λέω. «Αντάρτες;» «Αντάρτες». Λέει ο ένας: «Παρ’ το όπλο». «Δεν χρειάζεται να πάρεις όπλο», λέω, «Άμα ήταν να πάρεις όπλο, θα είχαμε κι εμείς όπλο», έτσι του είπα εγώ εκεί. Κάτι είπανε ο κόσμος, κάτι εκεί. «Πόσοι είστε;» «Είμαστε δώδεκα». Λένε, λοιπόν, αναμεταξύ τους αυτοί, λέει: «Τώρα, αν τους αφήσουμε να πάνε», λέει, «μέσα στην πύλη, στο Καρπενήσι, θα τους χτυπήσουν οι ΜΑΥδες. Θα πάρουμε έναν να πάμε μες στο Καρπενήσι, δυο, και θα πάρουμε ένα αυτοκίνητο, ένα φορτηγό, να ’ρθούμε να τους πάρουμε τον κόσμο, τους υπόλοιπους». Έτσι κάναν. Πήραν εμένα κι έναν άλλον και πήγαμε στο αρχηγείο. Ήτανε από πάνω από το Μπουραίικο το μαγαζί, απέναντι. Μπήκαμε μέσα εκεί, κάτι καπεταναίοι εκεί, «Πολυμελή συμμορία ανταρτών» μας είπανε. «Πόσοι είστε;» «Δώδεκα», λέμε. «Εντάξει». Μας άφησαν εμάς και έφυγαν αμέσως, πήραν το αυτοκίνητο και έφυγαν να πάνε να πάρουνε και τους αλλουνούς. «Πού ήσασταν;» Τους είπα. Λέει: «Είναι άλλοι αντάρτες;» «Είναι γεμάτος ο τόπος είναι». Και πράγματι ήτανε. «Όπλα έχετε πουθενά;» «Όχι, δεν έχουμε. Ούτε είχαμε όπλα ούτε έχουμε». Δεν μας έκαναν τίποτα άλλο. «Είστε ελεύθεροι», λέει, «μες στο Καρπενήσι, τραβάτε όπου θέλετε». Πήγαμε στο Καρπενήσι, φέραμε βόλτα, πέρασε η μέρα. Το βράδυ… Πήγαμε το μεσημέρι, μας έδωσαν φαγητό, έφαγαμε. Το βράδυ μας λένε: «Αύριο το πρωί θα ’ρθειτε να πάμε να δώσουμε μια ανάκριση». «Εντάξει. Πού θα γίνει η ανάκριση αυτή;» «Στη Λαμία». Μας βάν’νε πάνω στα Τζέιμς, την άλλη την ημέρα στη Λαμία. Μας πάνε στη φυλακή, κατευθείαν. Η φυλακή ήταν ένα σχολείο. Άνοιξε την πόρτα ένας εκεί και κοιτάω κι εγώ, μόλις πήγα εκεί, δεν είχες πού να πατήσεις. Λαός πολύς μέσα. Μου κάνουν έτσι, μια σπρωξιά, και πέφτω απάνω σε κάτι γυναίκες δίπλα εκεί. Μου έκανε τον αδερφό μου, τον Θανάση, τον μικρότερο, τον πήραν σιγά-σιγά και τον πέρασαν κει μέσα. Τη μάνα μου δεν την έβαλανε μέσα. Έκατσα εκεί. Στην πέρα άκρη, στη γωνία, ήτανε κάτι μορφωμένοι, κάτι δικηγόροι ήταν, κάτι δασκάλοι, ξέρω ’γω, τι ήταν. Κι αφού είδαν το παιδί τούτο ήταν μικρός, ανασηκώθηκαν –γιατί ήμασταν σαρδέλες, σαρδέλα ντιπ– σηκώθηκαν και του έκαμανε μέρος, το ’βαλανε να καθίσει. Το ’βαλαν μετά κι έκατσε. Λένε, λοιπόν, αναμεταξύ τους εκεί αυτοί… Σιγά-σιγά πλησίασα κι εγώ σα πέρα σα πέρα εκεί. Λέει: «Το πρωί» –για την άλλη την ημέρα– «θα ’ρθουν και θα πούνε ποιος έχει παράπονο. Θα τους πω εγώ ποιος έχει παράπονο», λέει ένας εκεί, ένας Κονδύλης, Κονδύλης λέγεταν. Ήρθε ένας ταγματάρχης, λέει: «Ρε παιδιά, ποιος έχει παράπονο;» Σηκώθηκε εκείνος, «Εγώ», λέει. «Ετούτο το παιδί», λέει, «πρέπει να καθίσει εδώ μέσα, μ’ εμάς; Δεν είναι ντροπή;» λέει στον ταγματάρχη. Κούνησε το κεφάλι: «Έλα εδώ, ρε μικρέ», λέει. Τον παίρνει, λοιπόν, τον αδερφό μου: «Τράβα όξω, τράβα παίξε όξω. Τράβα απάνω στην ταράτσα», λέει, «κάτω, όπου θέλεις. Φεύγα». Η μάνα μου ήταν όξω, στο προαύλιο, δεν την έβαλανε μέσα. «Εσύ», λέει, «καλά είσαι εδώ». «Καλά είμαι». Είχα μια κουβερτούλα, μια βελεντζούλα που είχα όξω, γύριζα εκεί, την έστρωνα καταή, τάχα κοιμόμουνα. Εν πάση περιπτώσει. Η μάνα μου, ήρθε ένας πρώτος ξάδερφός μου, που ’ταν κει, στη Λαμία, το έμαθε και ήρθε και την πήρε όξω, δεν ξέρω πώς τα κανόνισε, και την πήρε στο σπίτι. Τον μικρό δεν τον άφησα να πάει. Πέρασαν δεκαπέντε μέρες, μας λένε: «Ξέρετε, τώρα θα φύβγετε, θα σας πάμε σε κάτι σχολές». Εμάς, τους μικρούς. «Κανονίστε», ειδικά μου είπε εμένα, «εσύ με τον αδερφό σου, ποιος θα πάει». Λέω: «Πού να πάει;» –ο αδερφός μου ήταν μικρός– «Πάω εγώ». «Εσύ». Έκατσα δεκαοχτώ μέρες μέσα στη φυλακή εκεί. Εντάξει. Την δέκατη όγδοη μέρα, ήρθε ένας κύριος εκεί, λέει: «Σήκω, πάμε». «Πάμε. Πού θα πάμε, ρε παιδί;» «Θα ταξιδέψουμε τώρα». «Να ταξιδέψουμε». Δεν μπορείς να πεις τίποτα. Μας βάνει σε ένα αυτοκίνητο και πάμε στον Πειραιά, στο καράβι κάτω. Εγώ δεν ξαναείδα και καράβια τίποτα [Δ.Α] όπως ήταν τα καράβια σα πέρα σα πέρα. Λέει: «Θα μπούμε σε αυτό», λέει, «μέσα και με αυτό θα φύγουμε». Και είπα, λέω, εγώ είπα: «Θα μπούμε σε αυτό και να φύγουν όλα μαζί, παρέα». Κάποια ώρα, λοιπόν, ξέκοψε το καράβι μαναχό του μέσα στη θάλασσα, μέσα στον ωκεανό. «Ωρέ», λέω, «ήρθαν εδώ να μας πνίξουν…» Το «Ιόνιο», ήταν ένα καραβάκι. Να μην τα πολυλογούμε, μπήκαμε στις δέκα η ώρα και βγήκαμε την άλλη την ημέρα κατά τις δύο η ώρα, μπήκαμε στη Λέρο. Το καράβι δεν πλησίαζε στην προβλήτα. Θα ήταν κάνα χιλιόμετρο μες στη θάλασσα, δεν [Δ.Α.] η θάλασσα. Πάμε, λοιπόν, κι ήρθαν κάτι βάρκες. Ήμασταν τέσσεροι εμείς. Είναι δυο απ’ την Πελοπόννησο, κάτ’, εγώ κι ένας χωριανός μου κι άλλος. Μας βάζουν μέσα στη βάρκα, λοιπόν, ξανά είχα ούτε δει βάρκα ούτε μπει σε βάρκα ούτε τίποτα. «Λένε», λέω, «ότι η θάλασσα είναι αλμυρή» και κάνω έτσι… Τέλος πάντων, αφού δεν ήξερα. [00:15:00]Πήγαμε μέσα, ώσπου, μόλις πήγαμε εκεί, μας κούρεψαν, η πρώτη δουλειά. Μας κούρεψαν και μας πέταξαν ψειρόσκονη. Δεν είχαμε ψείρες τότε, απλώς μας πέταξαν. Την άλλη την ημέρα, μας πήγανε σε μια αποθήκη και μας πήραν τα ρούχα, όσα είχαμε, μας έδωσαν άλλα, παπούτσια, ντυθήκαμε καλά, «Είστε ελεύθεροι, βαρείτε βόλτες», λέει. Ήμασταν χίλια πεντακόσια παιδιά, εγώ είχα αριθμό 1320. Τέλος πάντων, «Τι θα φτιάξουμε εδώ;» «Εδώ θα διαλέξετε τι τέχνη θέλετε να μάθετε». Τι τέχνη να μάθεις; Καλά. Μας δίνουν φαγάκι, αλλουνού έφτανε, αλλουνού δεν έφτανε, μας είπανε ορισμένες φορές, μας έλεγαν: «Ποιανού δεν φτάνει το φαΐ;» Εγώ, να πω την αλήθεια, βγήκα δυο φορές. Λέω: «Δεν μου φτάνει». «Διπλή μερίδα», λέει, «στον κύριο, στο παιδί». Διπλή μερίδα. Ταγματάρχη είχαμε έναν Καρπενησιώτη. Ταγματάρχης… Θα το θυμηθώ, θα σου το πω. Μια μέρα ετρώγαμε στα εστιατόρια, είχανε κάτι ιταλικά –ήτανε Ιταλοί στη Λέρο, ήταν τριάντα πέντε χρόνια οι Ιταλοί εκεί και είχανε φτιάξει στρατώνες. Σε στρατώνα μέναμε, σχεδόν όλα τα παιδιά. Τσώνος Δημήτριος ο ταγματάρχης. Λοιπόν, έρχεται κάτω εκεί, στο εστιατόριο. Τηράει μες στη θάλασσα, γιατί το εστιατόριο ήταν στην άκρη στη θάλασσα, έτσι δα, με ένα κτήριο εκεί. Τηράει ο ταγματάρχης, γεμάτο κουραμάνες. Άλλοι το έτρωγαν το ψωμί και άλλοι το πέταγαν, δεν το ήθελαν. Άλλοι έτρωγαν το φαΐ κι έπλεναν την καραβάνα με το ψωμί και το πέταγαν. Πέρασε μέρες αυτές, πέρασε καμιά εικοσαριά μέρες. Λέει, λοιπόν, δίνει μια διαταγή ύστερα ο Τσώνος, λέει στους μαγείρους και στη Διοίκηση, ξέρω ’γω που είπε: «Το φαΐ», λέει, «θα πααίνει στο εστιατόριο και ψωμί απάνω στα τραπέζια, να τρώνε τα παιδιά όσο θέλουνε». Από τότε και μετά, περάσαμε καλά ύστερα. Από ζήτημα φαγητού δηλαδή. Και φαγητού και δουλειά, δεν είχαμε τίποτα, δεν έκαναμε τίποτα. Περάσαμε ένα χρόνο εκεί.

Β.Τ.:

Η καθημερινότητα εκεί μέσα, πώς ήταν μια μέρα; Περιγράψτε μου μια μέρα σας;

Ι.Χ.:

Πού;

Β.Τ.:

Μέσα στο… όταν πήγατε εξορία.

Ι.Χ.:

Τι να περιγράψω; Καλά ήτανε. Σηκωνόμασταν το πρωί, έπιναμε το τσαγάκι μας, τρώγαμε το τσάι κι ήμασταν ελεύθεροι. Γυρίζαμε μες στο προαύλιο. Αφού σου λέω, στρατώνα μεγάλη ήταν. Ήτανε πολύ μεγάλο μέρος και γυρίζαμε μέσα. Αλλού… Νέοι ανθρώποι, πώς ήταν, επαίζαμε εκεί τις καβάλες, να περνάει η ώρα.

Β.Τ.:

Δεν υπήρχανε σκηνικά δύσκολα;

Ι.Χ.:

Όχι, όχι, όχι. Στην αρχή ήταν οι δυσκολίες στο φαγητό.

Β.Τ.:

Άρα, δεν σας βασάνιζαν;

Ι.Χ.:

Όχι, όχι, όχι. Και τελευταία που φύγαμε… Εκεί ονόμασαν «Σχολή της βασίλισσας» τότε, της Φρειδερίκης. Και τελευταία που φύγαμε, αυτή ήξερε τι θα γίνει. «Στα χωριά σας», λέει, «που θα πάτε, θα σας τραβάνε οι αστυνομίες. Αλλά όποιος σας ενοχλεί πολύ, θα μας στείλετε γράμμα εμάς κι εμείς θα τους βάλουμε στη σειρά τους». Έτσι έκαναν. Πήγα εγώ, πήγα στο χωριό, μόλις πήγα στο χωριό και κατέβηκα από το λεωφορείο, η πρώτη χαιρετούρα που έκαμα, χαιρέτησα τον παπά. Έναν παπά που είχαμε, το χωριό. Και λέει: «Α, ήρθες; Καλά θα περάσεις». Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που μου είπε. «Α, ήρθες; Καλά θα περάσεις». Την άλλη την ημέρα, αστυνομία. «Όπλα, πού έχεις όπλα;» Πού έχω όπλα. Δεν είχα τίποτα πουθενά. Την άλλη την ημέρα, στο Καρπενήσι, στη Διοίκηση. «Τι γίνεται, Χαραλαμπόπουλε; Από πού έχεις όπλα, πού τα έχετε τα όπλα, πού τις έχεις τις αποθήκες;» «Τίποτα, δεν ξέρω τίποτα». Και πράγματι, δεν ήξερα τίποτα. Μια φορά, δυο, τρεις, πέντε, δέκα μέρες αυτή η δουλειά, συνέχεια. Απελπίστηκα. Κάθομαι, φτιάχνω ένα γράμμα στον Τσώνο και αμέσως αυτός τους ειδοποιεί, τους στέλνει γράμμα, ξέρω ’γω πώς τους ειδοποίησε, «Μην ενοχλείτε τα παιδιά». Και με καλεί ο αστυνόμος στο χωριό και λέει: «Ήταν», λέει, «να φτάσεις μέχρι τη βασίλισσα;» «Αφού δεν με αφήνετε», λέω, «σε ησυχουριά. Όχι στη βασίλισσα», λέω, «και στον Θεό θα πάω». Με καλούν στο Καρπενήσι, πάλι ο διοικητής στο Καρπενήσι, τα ίδια μου είπε. Λέει «Δεν σε ενοχλεί κανένας», λέει, «καμείτε τη δουλειά σας. Δεν σας ενοχλεί», λέει, «κανένας, ντιπ» λέει. Και πράγματι, μετά δεν μας ενόχλησε κανένας. Περάσαμε άσχημα, πολύ άσχημα. Πολύ άσχημα. Ήφεραν τρόφιμα στο χωριό κάτι οργανώσεις και μοίραζαν σε όλο τον κόσμο. Πάαινε η μάνα μου να πάρει και της έλεγε εκείνος που τα μέραζε: «Φεύγα εσύ, Τασούλα» –Τασούλα την έλεγαν τη μάνα μου– «Φεύγα εσύ, Τασούλα, είσαι κομμουνίστρια, φεύγα, δεν δικαιούσαι τίποτα». «Μωρέ, δεν έχω τίποτα». «Να πεθάνεις! Να πεθάνεις!» Ε, ρε γαμώτο. Έφευγε η γυναίκα, πού να πάει; Και να σου πω γι’ αυτόν πώς γλύτωσε; Αυτός ήτανε μυλωνάς στο χωριό, είχε ένα μύλο σε ένα μέρος και δεν έφευγε από κει. Και τότε, το αντάρτικο, που ήμασταν το αντάρτικο εκεί, κάποιος έβαλε ρουφιανιές ότι πράγματι δεν είναι καλός άνθρωπος –και δεν ήταν καλός άνθρωπος. Ήτανε η οικογένεια, δεν ήταν καλοί, όλοι ρουφιάνοι. Λένε στον Άρη: «Αυτόν να τον καθαρίσεις». Λέει, λοιπόν, στα αποσπάσματα ο Άρης –είχε απόσπασμα: «Θα πάτε [00:20:00]να πάρετε τον […] να τον σκοτώσετε». Το μαθαίνει ο δάσκαλος, ο κουνιάδος μου. Πάαινε και του έλεγε: «Φεύγα, θα σε σκοτώσουνε. Δεν μπορώ να σε φυλάξω άλλο. Φεύγα». «Δεν φεύγω, όχι» –ήταν, έτσι, αυτός… «Δεν φεύγω». «Φεύγα, θα σε σκοτώσουν, δεν μπορώ να σε φ'λάξω άλλο». Του είπε μια φορά, του ’πε δυο, του ’πε πέντε, δέκα, ξέρω ’γω πόσες του ’πε, και τελευταία, απελπίστηκε ο δάσκαλος και παίρνει μια ομάδα αντάρτες, πάνε και τον παίρνουνε και τον πήγαν στη Μυρίκη. Του λέει: «Άι, τράβα, τράβα στο Καρπενήσι». Και έτσι γλύτωσε.

Β.Τ.:

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή που θυμάστε σε όλα αυτά; Εκείνο το περιστατικό που σας έχει σημαδέψει πολύ έντονα;

Ι.Χ.:

Μια μάχη που πήγαμε να δώσουμε στο Αγρίνιο, να κάνουμε στο Αγρίνιο. Είχαμε μαζευτεί πέντε χιλιάδες αντάρτες –είπανε, εγώ δεν μέτρησα. «Θα πάμε», λέει, «να χτυπήσουμε το Αγρίνιο και θα μείνουμε μέσα». «Εντάξει». Πήγαμε, λοιπόν, το κύκλωσαμε το Αγρίνιο πάνω στα βουνά όλα. Ορισμένοι με πολιτικά, δεν ξέρω πώς, μπήκανε μέσα να μάθουνε πού είναι τα αρχηγεία, πού είναι τα αυτά μέσα εκεί, να ξέρετε, όπως συνήθως γίνονταν. Εμείς ήμασταν σε ένα ύψωμα απάν’. Λέει ο καπετάνιος, λέει: «Φυλαχτείτε, θα έρθει η αεροπορία σήμερα». Δεν ήρθε, όμως, η αεροπορία. Αρχίνησαν, μας χτύπαγαν οι ΜΑΥδες, μας πήραν μυρωδιά οι ΜΑΥδες. Το βράδυ μας στήνουν ενέδρες. Εγώ είχα έναν ομαδάρχη από τη Δομνίστα, έναν Σάρρα Πάνο –Κλάρα τον έλεγαμε εμείς στο ανταρτικό– και δυο-τρεις άλλοι. Του λένε, λοιπόν: «Εσύ», λέει, «Πάνο, πάρε την ομάδα σου και τράβα να καθίσεις κάτω», εκεί, του είπε σε ένα μέρος εκεί. Πήγαμε κι έκατσαμε δέκα μέτρα κάτω από τον δημόσιο δρόμο. Ήτανε κάτι ασφάλειες, κάτι αυτά, τρυπώσαμε, όμως, μέσα εκεί. Έφεξε. Την άλλη την ημέρα, αφού οι ΜΑΥδες δεν μας χτύπησαν, όση στρατιά ήταν στο Μεσολόγγι, πέρασε όλη μέσα για το Αγρίνιο. Πού να πάμε εμείς να χτυπήσουμε το Αγρίνιο; Τι να κάνουμε; Μια διαταγή να συμπτυχθούμε, να γυρίσουμε πίσω. Τέλος πάντων, ανεβήκαμε πάλι απάν’, δεν έπιασαμε μάχη, τίποτα. Πήγαμε στο ύψωμα εκείνο εκεί. Λέει ο καπετάνιος: «Εδά», λέει, «στα πεντακόσια μέτρα, είναι κάτι βλάχοι. Θα πάρουμε κανένα σφάγιο να [Δ.Α.]». Πάει, λέει στον Πάνο, στον ομαδάρχη τον δικόνε μου εκεί, και ένας άλλος διμοιρίτης: «Τραβάτε», λέει, «κάτω να πάρετε σφάγια». Ξεκινάμε, λοιπόν, μες στα έλατα, τον κατήφορο πάμε. Μόλις ξεκινήσαμε κάτω, μας προλαβαίνουν στο τουφεκίδι. Είχανε όπλα οι βλάχοι. Τους φωνάζουμε: «Μην τουφεκάτε, δεν σας πειράζουμε. Ερχόμαστε να μας δώσετε σφάγια να φάμε, να ζήσουμε». Έφυγαν, τέλος πάντων. Ή έφυγαν ή… τι τα ’καμαν τα όπλα, δεν ξέρω τι έκαμαν. Πήγαμε κάτω, ήταν εφτά βλάχοι. Μας έδωσαν από δυο πρόβατα ο ένας –δεκατέσσερα. «Θα τα πάρουμε να τα πάμε πάνω εκεί στο ύψωμα, να τα σφάξουμε να φάμε». «Εντάξει». Τα πήραμε, πήγαμε απάνω, τα σφάξαμε, άλλος έψησε, άλλος… όπως, ό,τι μπόρεσαμε έκαμαμε να φάμε. Νύχτωσε. Λέει ο καπετάνιος: «Τρεις ανθρώποι, δυο, με τα όπλα, θα ’ρθουν εδώ, σ’ εμένα». Λέει ο Κλάρας: «Τράβα, ρε Γιάννη», λέει, «απάν’», μου λέει εμένα. «Να πάω». Κι ένα παιδάκι απ’ τη Φουρνά, Γιώργο τον λέγανε. Πήγαμε εκεί: «Θα πάτε», λέει, «κάτω να σκοτώσετε, πάρτε και τους βλάχους απάνω». Τους βλάχους τους πήραμε και τους έδεσαμε με μια τριχιά, τους έδεσανε. «Θα πάτε να σκοτώσετε τους βλάχους». Ε, ρε διάολε. Τραβάς τουφέκι να σκοτώσεις άνθρωπο; Τέλος πάντων, πήγαμε κάτω. Στον δρόμο που πάαιναμε, που κατεβαίναμε κάτω, λέω: «Γιώργο» –Γιώργο το λέγανε το παιδάκι– «κάνουμε μια δουλειά;» «Τι», λέει, «συναγωνιστή;» «Πάμε κάτω να τους απολύσουμε τους βλάχους; Να τους απολύσουμε τους βλάχους, να τουφεκίσουμε στον αέρα και να γυρίσουμε πίσω και να πούμε τους σκοτώσαμε». «Ναι, ό,τι θέλεις». Κατεβαίνω, λοιπόν, κάτω, λύνω τον πρώτο εγώ και του λέω: «Λύσε τους αλλουνούς και φεύγεστε. Θα τουφεκίσουμε στον αέρα εμείς, ότι σας σκότωσαμε. Φεύγεστε». «Εντάξει». Αυτόν που έλυσα, έτυχε να είναι από την Καστανούλα, εδώ, τη δική μας, απάνω εκεί, στα Ψιανά απέναντι. Κατέβηκε καμία εκατοστή μέτρα παρακάτω, ξέρω ’γω, εκεί που έφευγε τον κατήφορο, γυρίζει και μου λέει: «Συναγωνιστή, έλα πάμε στο σπίτι μου. Αναλαμβάνω υπεύθυνα εγώ, δεν πρόκειται να σε ενοχλήσει κανένας». «Τι λες, μωρέ;» λέω. «Έχω τρία αδέρφια», λέω, «στον Γράμμο που πολεμάνε», λέω, «θα ’ρθω να με [Δ.Α.] οι φαντάροι να πάω να τουφεκάω τα αδέρφια μου; Τράβα στη δουλειά σου», λέω, «φεύγα». Ο άνθρωπος είπε την καλύτερη κουβέντα, εν πάση περιπτώσει. Έφυγαν αυτοί, ύστερα κι εμείς έφυγαμε. Το βράδυ συμπτυχθήκαμε, πήραμε τα βουνά, όπως συνήθως. Και να δεις σύμπτωση μετά με αυτόν! Τότε που τελείωσε το αντάρτικο, πήγα στο χωριό. Ήταν η μάνα μου κι ο αδερφός μου. Φαγητό τίποτα, νηστεία. Είχαμε έναν κουμπάρο στη Δομνίστα που είχε βαφτίσει τον Θανάση, τον αδερφό μου. Είχε μαγαζί. Τον παίρνει τηλέφωνο η μάνα μου και λέει: «Θα ’ρθει το παιδί πέρα», λέει, «ό,τι θέλεις, Θανάση, δώσ’ του τίποτα, να ζήσουμε κι εμείς». «Ναι, να ’ρθει». Μου λέει: «Τράβα, Γιάννο, πέρα». Πήγα, λοιπόν, εκεί στην πλατεία, που ήταν το μαγαζάκι, μόλις με είδε: «Κάτσε [00:25:00]εκειά, ρε κατσαπλιά», μου λέει ο γέροντας. Έκατσα εκεί στο [Δ.Α.] εκεί και κάτι μου ’δωσε κι έτρωγα. Α, ρε γαμώτο. Εκεί που καθόμουνα, έτσι καθόμουνα κι έτρωγα εκεί, έρχεται ένας από πίσω μου και με πιάνει έτσι, από πίσω μεριά, όπως, καλή ώρα, είσαι εσύ έτσι δα, και ήρθε και με φίλησε το κεφάλι. Δεν μπορώ να τον δω ποιος είναι. «Τι διάολο, ποιος είναι αυτός;» Εν πάση περιπτώσει, κάποια ώρα, «Με θυμάσαι, ωρέ», λέει. Λέω: «Από τότε που σε γέννησε η μάνα σ’, δεν σε ξανάδα». Και ήτανε αυτός που έλυσα εκεί, ο αντάρτης –ο άνθρωπος, ο βλάχος απ’ την Καστανούλα. Λέει: «Μη φοβάσαι», μου λέει, «δεν παθαίνεις τίποτα τώρα εδώ. Θα φάμε, θα σου φέρω εγώ», λέει, «φαΐ να φας». Καλά. Έφυγα εκεί, πήρα, ξέρω ’γω τι μου ’δωσε ο μπαρμπα-Θανάσης εκεί, πήγα στο σπίτι, έφαγα με τη μάνα μου και τον αδερφό μου και μετά από κάνα-δυο μέρες ήρθε αυτός με το μουλάρι φορτωμένο, με διάφορα τρόφιμα από το σπίτι του. Με πατάτες, με φασόλια, με μακαρόνια, με τυριά, με λάδια, με ό,τι είχε ο άνθρωπος. «Φάτε αυτά», λέει, «θα σας φέρω κι άλλα, άλλη μέρα, θα σας φέρω άλλα ακόμα». Τέλος πάντων, έφυγε ο άνθρωπος. Καλή του ώρα, αν ζει. Αυτά, αυτές τις ζωές περάσαμε εμείς.

Β.Τ.:

Κάποια άλλη μάχη που θυμάστε να έχετε δώσει, έτσι, δύσκολη;

Ι.Χ.:

Πολλές μάχες, πολλές μάχες. Άλλη μια μάχη στο Γαρδίκι Ομιλαίων –ξέρεις πού είναι το Γαρδίκι Ομιλαίων; Ξέρεις. Εκεί δεν ήτανε μάχη, ήτανε άλλος φόβος. Ήμασταν σε ένα βουνό και λένε οι καπεταναίοι: «Θα πάμε, θα κατεβούμε κάτω, θα μπούμε στο Γαρδίκι μέσα και θα ανεβούμε απάνω». Δεν ξέρω πού θα πάαιναμε, που θα μας πάαιναν, στο 51, ένα βουνό εκεί. Εκεί που πάαιναμε πάνω, ήταν στρατός, γιομάτος ο τόπος. Ήταν σταματημένοι μες στον δρόμο. Πάει, λοιπόν, ένας καπετάνιος μπροστά, αντάρτης, και λέει: «Μην πειράξετε τους αντάρτες, τίποτα, ούτε σας πειράζουμε τίποτα, να περάσουμε». «Εντάξει». Περνάγαμε, καθόταν ο στρατός καταή, πέρναγαμε μπροστά τους. Τίποτα, απάνω. Πήγαμε απάν’ στο ύψωμα, το πιάσαμε κι έκατσαμε. Την άλλη την ημέρα τουφεκίστηκαν ένα τάγμα αντάρτες, πιάστηκαν οι μάχες με τον στρατό. Τώρα τι έγινε; Δεν ήμασταν και όλοι μαζί. Άλλο τάγμα ήταν σα δω, άλλο τάγμα ήταν σα κει. Παλιοχρόνια, παλιοχρόνια πολύ. Παλιοζωή μεγάλη. Θέλει ο Θεός και εγώ τώρα, όσο ζω, θέλησε ο Θεός. Στον Σέλο –ξέρεις πού είναι ο Σέλος; Ξέρεις. Θα σου πω για τον Σέλο. Κάποτε, ήμασταν στα Ψιανά, κάτω, καθόμασταν εμείς οι λουφαντζήδες και μαθαίνουμε, ήρθαν αντάρτες στα Λακκώματα και στο Σέλο για να χτυπήσουν το Κρίκελλο, που ήταν η χωροφυλακή. Εκεί που καθόμασταν εμείς, λέμε, εγώ και μία κουνιάδα μου, να πάμε απάνω να ιδούμε τους δικούς μας, να πάμε στον Σέλο. «Εντάξει». Σηκωνόμαστε, πάμε απάνω, λοιπόν, εκεί. Είδαμε [Δ.Α.] ένας αδερφός μου ήταν εκεί. Πάμε και μπαίνουμε σε ένα σπίτι μέσα, [Δ.Α.] σπίτι. Συζητάγαμε, λέγαμε… Ο στρατός κατέβηκε κάτω απ’ τη Τσούμα και πήγε στον Άγιο Νικόλαο το [Δ.Α.] που είναι το εκκλησάκι, πιο πέρα από το Σέλο; Και μας έβαλε με τα πολυβόλα, έφταναν τα πολυβόλα. Και εκεί που μας έβαλε τα πολυβόλα, ήρθαν και τα αεροπλάνα από πάνω. Κάηκε ο τόπος εκεί μέσα, να πούμε, μην το συζητάς. Λέμε: «Να φύβγουμε από το σπίτι, αφού βάνουν με τα πολυβόλα, μήπως έρχονται στον δρόμο δώθε, έρχεται και στρατός». Βγαίνουμε όξω, εκεί πέρα, και όπως έρχεται το πολυβόλο του μακαρίτη του αδερφού μου, του τρύπησαν τη χλαίνη εδώ να οι σφαίρες. Ευτυχώς, δεν τον πήρανε στο σώμα του. Πάμε, έφυγαμε. Πήγαμε πιο πέρα εκεί, ήβραμε δυο αντάρτες σκοτωμένους και κάτι ζώα που ήτανε εκεί, τα είχανε στον Αϊ-Γιώργη τον [Δ.Α.] Μου φωνάζουν: «Καλύτερα να γυρίσετε στο πίσω μέρος, κατά το Ψιανιώτικο». Γυρίσαμε σα κει, δεν βαστάνε τα όπλα, τα πολυβόλα και γυρίσαμε προς τα κει. Περάσαμε μαρτύριο κι εκείνο κει. Στο Καρπενήσι, τότε που είπαμε να πάμε στο Καρπενήσι. Εγώ, εμένα με είχανε, στη Δομνίστα, μου είχανε δώσει την επιμελητεία οι αντάρτες, τα τρόφιμα που έφερναν. Καθόμασταν εκεί, λέει: «Αύριο θα πάμε στο Καρπενήσι». Πάω σε έναν αρχηγό των ανταρτών, έναν Δαφνομήλη λέγεταν, ένας ταγματάρχης, του λέω: «Συναγωνιστή, λένε να πάμε στο Καρπενήσι. Τι θα γίνουν αυτά τα τρόφιμα, που θα περάσει ο στρατός και θα πάρει να φάει; Εγώ είμαι υπεύθυνος γι’ αυτά». «Όχι, εσύ δεν θα πας πουθενά», λέει, «Θα πας να ξυπνήσεις τον τάδε» –έναν άλλο χωριανό μας, να πάει στο ποδάρι μου. «Εντάξει». Πήγα, τον ξυπνάω, λοιπόν: «Γιάννο» –Γιάννο τον έλεγαν κι εκείνον– «Γιάννο, σήκω, θα πας στο Καρπενήσι. Θα πάρεις ένα ζώο και θα πας στο Καρπενήσι». «Ωχ!» λέει. «Θα σκοτωθώ», λέει, «σήμερα», γύρισε [00:30:00]και είπε. «Γιατί, μωρέ;» «Είδα κάτι όνειρα», λέει, «Θα σκοτωθώ», λέει, «σήμερα». Σηκώθηκε, πήγε ο άνθρωπος. Μόλις πήγανε στην Μυρίκη, που αρχίνησαν τουφεκίδια αναμεταξύ τους οι αντάρτες κατά λάθος εκεί, σκοτώθηκε πραγματικά. Ο Γιάννος. Γλύτωσα και από το Καρπενήσι.

Β.Τ.:

Στη μάχη του Καρπενησίου δεν ήσασταν δηλαδή;

Ι.Χ.:

Όχι, όχι. Δεν θέλησα να πάω. Δεν θέλησα να πάω, γιατί ήμουνα γνωστός. «Μετά», λέω, «θα λένε: “Ήταν και ο Χαραλαμπόπουλος εκεί”». Κι έτσι, δεν θέλησα να πάω.

Β.Τ.:

Μετά τη μάχη του Καρπενησίου;

Ι.Χ.:

Μετά τη μάχη του Καρπενησίου γυρίσαμε στη Δομνίστα, στ’ς Στάβλοι και πήγαμε στα Τουρνέσια, απάνω, στα έλατα, στο δάσος μέσα. Εκεί μας κυνήγαγαν. Τότε που σκοτώθηκε ο κουνιάδος μου και έπιασαν τη γυναίκα μου και την κουνιάδα μου, ήμασταν εκεί, σε ένα μέρος, έπιασαν δυο χωριανούς μας, τους λέει: «Είναι άλλοι πόσοι εδώ;» «Εδώ από πάνω», λέει, «καμπόσοι». «Έχουνε όπλα;» «Άλλοι έχουνε κι άλλοι δεν έχουνε». Έρχεται η 9η Μεραρχία του στρατού, πολύς στρατός, το κύκλωσαν το μέρος όλο. Πού να πάμε; Έκοψαμε, λοιπόν, πέρα εμείς κι έφυγαμε σε ένα μέρος, προς το Λασπιώτικο το μέρος έφυγαμε. Βγήκαμε όξω από τον κλοιό, εν πάση περιπτώσει. Αλλά περάσαμε δυστυχία. Έφευγαμε από κει που καθόμασταν, από τα αντάρτικα και δεν μπορούσες να φύγεις, να σταθείς πουθενά, ούτε να βρεις να φας ούτε τίποτα. Άσχημα χρόνια, ρε παιδί, άσχημα χρόνια, μη συζητάς. Τρομερά χρόνια. Να σκοτώνει αδερφός τον αδερφό. Αδερφός τον αδερφό. Να μην υπολογίζεις τον αδερφό σου, καθόλου.

Β.Τ.:

Τι τρώγατε;

Ι.Χ.:

Να σου πω τι τρώγαμε; Ο Θεός τότε μας είχε καλούς. Φρούτα πολλά. Μήλα, όλο τον χειμώνα οι μηλιές ήτανε γιομάτες μήλα. Πατάτες, όπου βρίσκαμε πατάτες. Έψαχναμε μέσα στα σπίτια, βρίσκαμε. Τρώγαμε. Η αλήθεια είναι εγώ όξω, να λέω την αλήθεια, δεν πείνασα. Εγώ έκανα κουμάντο πάντα, όπου έβρισκα, έπαιρνα και τρύπωνα κιόλας. Όταν είχα έλλειψη, πάαινα κι έπαιρνα. Τροφοδόταγα κι αλλουνούς… Εγώ δεν πείνασα. Έλεγε μια κουνιάδα μου, έλεγε η γυναίκα μου: «Τι θα φάμε τώρα [Δ.Α.];» «Α, θα μας δώσει ο Γιάννος, έχει ο Γιάννος». Πάαινα, τ’ς έδινα.

Β.Τ.:

Δύσκολα χρόνια.

Ι.Χ.:

Δύσκολα; Ούτε στον εχθρό σου να ξανάρθουν ποτέ. Ούτε στον εχθρό σου.

Β.Τ.:

Μάλιστα. Ευχαριστώ πολύ, κύριε Γιάννη, για τη συνέντευξη που μου δώσατε.

Ι.Χ.:

Τι ευχαριστάς παιδί μου; Τι ευχαριστάς;

Β.Τ.:

Να είστε καλά και εύχομαι ό,τι καλύτερο.

Ι.Χ.:

Δεν τα θ’μόμαι κι όλα παιδί μου, δεν τα θ’μόμαι κι όλα. Γέρασα τώρα, δεν τα θ’μάμαι.

Β.Τ.:

Να ’στε καλά.

Ι.Χ.:

Μία φορά ήμασταν στη Δομνίστα εμείς οι λουφαντζήδες –λουφαντζήδες μας λέγανε εμάς. Και στη Δομνίστα είχανε φούρνοι, φούρνους φκιασμένους οι αντάρτες, πάαιναν ζύμωναν ψωμί οι γυναίκες. Και ήμουνα με έναν [Δ.Α.] εγώ, με ένα παιδί εκεί, που ήμασταν παρέα. «Πάμε», λέω, «στη Δομνίστα να δούμε μήπως είναι τα αδέρφια μας εκεί;» «Πάμε». Πήγαμε, λοιπόν, εκεί. Μόλις πήγα, ένας Πατούχας, απ’ την Άνω Χώρα ήταν, κάτ’, καπετάνιος, είχε μια διμοιρία αντάρτες, με βλέπει: «Εσύ», λέει, «πού είσαι;» Λέω: «Εδώ είμαι». «Πάρε», λέει, «αυτό το όπλο» –είχε ένα όπλο. «Τράβα», λέει, «πέρα, στον Αϊ-Λιά, στην εκκλησία, στον Αϊ-Λιά, σε ένα χάνι που είναι ο Αϊ-Λιάς εκεί, να καθίσεις σκοπιά. Κι άμα ιδείς», λέει, «κι έρχεται στρατός από κάτω, τουφεκίζεις μια φορά, μόνο μια φορά». Λέω: «Ρε, γαμώ το χάλι, εγώ δεν ήρθα εδώ να με επιστρατεύσουν», λέω. Πήρα το όπλο, πήγα, έκατσα λιγάκι εκεί. Σκέφτηκα, σκέφτηκα: «Τι να κάνω; Θα φύγω». Στήνω το όπλο στην πόρτα από την εκκλησία έτσι δα κι έφυγα, πήγα πάλι εκεί που ήμουνα. Πάει αντικαταστάτης να με αντικαταστήσει, γυρίζει πίσω και του λέει: «Πατούχα, δεν υπήρχε άνθρωπος, το όπλο ήβρα μαναχά». «Θα τον βολέψω τον Χαραλαμπόπουλο εγώ», λέει. «Άμα τον βρω», λέει, «θα τον τουφεκίσω». «Μωρέ!» «Θα τον τουφεκίσω». Στην παρέα του ήταν και ένας πρώτος ξάδερφός μου. Με ειδοποιεί, λοιπόν, ο Βασίλης: «Γιάννη, φυλάξου, άμα ανταμώσετε με τον Πατούχα, θα σε τουφεκίσει. Δεν έχει να σου πει άλλη κουβέντα, θα σε τουφεκίσει». «Ε, ας με τουφεκίσει». Λέω, λοιπόν, στη μάνα μου και στον αδερφό μου: «Άμα μάθουμε ότι έρχεται το τμήμα σα δω, εγώ θα φύγω, πάω για το Καρπενήσι. Να ’ρθειτε κοντά». «Εντάξει». Πλησίαζαν εκεί, πουθενά, τρύπωνα εγώ παραπέρα, έφευγα. Κάποια μέρα, σηκώνεται αυτός να πάει να δει τη μάνα του. Είχε τη μάνα του στο χωριό, στο σπίτι. Και μόλις μπήκε μες στο σπίτι, τον έπιασε ο στρατός και τον σκότωσε μέσα στο σπίτι. Με ειδοποιεί ο ξάδερφός μου και λέει: «Μη φοβάσαι», λέει, «πάει ο Πατούχας», λέει, «τον σκότωσαν. Πήγε να δει τη μάνα του και τον σκότωσαν μες στο σπίτι». Δεν είχες από πού να φυλαχτείς. Είχαμε έναν Ζαχαρία, καπετάνιος και κειός, και ήτανε στα μετόπισθεν καπετάνιος. Έρχονταν γράμματα από τη Μακεδονία που ήτανε, από τον Γράμμο, απάνω, κάτω, από τους αντάρτες, τα αδέρφια μας. Και έλεγε ότι: «Καλά είμαστε», τέλος πάντων, «είμαστε ζωντανοί». Εγώ από τα αδέρφια μου δεν ήρθε κανένα γράμμα. Και λέω μια μέρα –χαζομάρα είπα τότε– λέω: «Άμα δεν μου πείτε αν ζούνε τα αδέρφια μου, εγώ θα σηκωθώ να φύγω, να πάω στο [00:35:00]Καρπενήσι». Εκείνος το έδεσε μέσα του ο καπετάνιος. Καλά. Έφυγα, λοιπόν, πάμε απάν’, στο Λασπιώτικο το μέρος ήμασταν εμείς. Πήγαμε με πρόγραμμα πήγα εκεί για να ’μια κοντά στο Καρπενήσι. Μια μέρα, ο κουνιάδος μου, κάπου ήταν, εκεί, στο Λασπιώτικο το μέρος με αλλουνούς Λασπιώτες, έφευγε να πάει κατά τα Ψιανά. Στον δρόμο, βρίσκει τον Ζαχαρία. «Γεια σου, Ζαχαρία». «Γεια σου». «Πού πας;» «Πού πάω; Πάω πέρα, στο στρατηγείο του Χαραλαμπόπουλου να τον τουφεκίσω». «Γιατί, μωρέ;» «Έτσι κι έτσι είπε, θα πάει να παρουσιαστεί». «Τι λες, μωρέ;» λέει. «Έχει τρία αδέρφια», λέει, «στον Γράμμο που πολεμάνε, θα πάει να παρουσιαστεί; Πάμε», λέει, «πίσω». Τον γύρισε πίσω, λοιπόν, ο κουνιάδος μου. Αλλά αυτά τα μαθαίναμε μετά. Ο φόβος δεν έλειπε ποτέ. Δεν έλειπε από μας τους ιδίους. Κατάλαβες; Δεν ήξερες πού… η κ’βέντα που θα πεις, τι τόπο θα πιάσει, πού θα πάει.