© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Ο κοινωνικός ρόλος του ηθοποιού και ο ταξικός χαρακτήρας της τέχνης - Ο Βασίλης Κολοβός αφηγείται

Istorima Code
23654
Story URL
Speaker
Βασίλης Κολοβός (Β.Κ.)
Interview Date
18/11/2022
Researcher
Ιωάννα Γεωργοπούλου (Ι.Γ.)
Ι.Γ.:

[00:00:00]Είναι Σάββατο 19 Νοεμβρίου του 2022 είμαι με τον ηθοποιό κύριο Βασίλη Κολοβό. βρισκόμαστε στην Αθήνα, εγώ ονομάζομαι Ιωάννα Γεωργοπούλου είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Βασίλη καλησπέρα!

Β.Κ.:

Καλησπέρα παιδάκι μου.

Ι.Γ.:

Θα θέλατε να μου πείτε λίγα λόγια για εσάς; Πού γεννηθήκατε;

Β.Κ.:

Εγώ είμαι ένα παιδί της μετά-βαρκιζιανής, μετά-δεκεμβριανής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μεγάλωσα σε ένα ορεινό χωριό του Δομοκού, στο Πετρωτό, ανάμεσα στην αγριάδα της φύσης και στη βαρβαρότητα των νικητών του εμφυλίου. Το χωριό μου είναι… δεν είναι πολύ ψηλά 750 μέτρα υψόμετρο έχει αλλά συνήθως από το Νοέμβρη, από το τέλος Οκτώβρη αρχές Νοέμβρη, άρχιζαν τα χιόνια και λήγανε – τελειώνανε, λιώνανε δηλαδή – προς τον Μάρτη. Δεν είχαμε δρόμους, δεν είχαμε τηλέφωνο, δεν είχαμε φως, αυτά τα αποκτήσαμε μετά το ‘70. Και έτσι αναγκαστικά με τα αδέρφια μου μεγαλώσαμε, ο τρόπος, το μέσο επιβίωσης ήτανε καμιά πενηνταριά πρόβατα που είχε ο πατέρας μου και μερικά στρέμματα χωράφι τα οποία όλα ήταν κατηφορικά διότι είναι σε πλαγιά το χωριό τα οποία τα καλλιεργούσε με ένα βόδι, είχαμε ένα βόδι εμείς και έκανε κολεγιά με κάποιον άλλον και οργώνανε παρέα ή και όταν μας ψόφησε το βόδι ο πατέρας μου τράβαγε το αλέτρι και η μάνα μου από πίσω, και έτσι κατά κάποιον τρόπο μας μεγάλωσε. Δεν είχαμε περιθώριο στη ζωή, δεν μας έδινε η ζωή. Δουλειά μου ήταν μόνο ή να έχεις πρόβατα να φυλάς ή να φυλάς να είσαι τσοπάνος δηλαδή να φυλάς τα γελάδια του χωριού ή να ασχολείσαι με τις αγροτικές δουλειές. Εγώ είχα αδερφό μεγαλύτερο που ήταν για τις αγροτικές δουλειές. Εγώ ένα από τα δύο θα έκανα, δηλαδή ή θα φύλαγα τίποτα πρόβατα ξένα ή τίποτα γελάδια. Τελειώσαμε το δημοτικό και ευτυχώς ήμασταν τυχεροί διότι ένας δάσκαλος που είχαμε ο οποίος ήταν αριστερός άνθρωπος και σχεδόν είχε εξοριστεί στο χωριό, ήταν πάρα πολύ καλός και επέμενε στον πατέρα μου να με αφήσει να φύγω από το χωριό να πάω παρακάτω όπως λέγανε τότε «να μάθω μία τέχνη», να πάω και στο νυχτερινό. Και έτσι το ‘58 σε ηλικία 12 χρονών με κατέβασε ο πατέρας μου στη Λαμία μου βρήκε μια κάμαρη, μου βρήκε μία δουλειά σε ένα παντοπωλείο και με έγραψε στο νυχτερινό Γυμνάσιο. Έμεινα 4 χρόνια στη Λαμία και μετά ήρθα στην Αθήνα όπου δούλευα σε εργοστάσια. Εντωμεταξύ στη Λαμία δούλευα μετά το μπακάλικο πήγα σε ένα εμποροκατάστημα που πούλαγε ρούχα και ταυτόχρονα έραβε κιόλας και ο μάστορας που δούλευε, ο ράφτης δηλαδή, ήταν ένας άνθρωπος που είχε βγει από το Μακρονήσι είχε αριστερή συνείδηση και αυτός κατά κάποιο τρόπο ο άνθρωπος σημάδεψε τη ζωή μου γιατί έμαθα και την τέχνη του πρεσαδόρου του σιδερωτή που λέμε, και όταν κατέβηκα στην Αθήνα πλέον δούλευα σε μεγάλες βιοτεχνίες, δούλευα σαν πρεσαδόρος σιδερώνοντας τα καινούργια ρούχα. Και ταυτόχρονα τέλειωσα το Γυμνάσιο όπου έδωσα εξετάσεις μετά και πέρασα στην δραματική σχολή.

Ι.Γ.:

Το ταξίδι ερχόμενος από την Λαμία στην Αθήνα, το θυμάστε;

Β.Κ.:

Ε ήταν ταξίδι στο άγνωστο που λέμε. Πήρα το τρένο των 12, έφτασα στο Σταθμό Λαρίσης, άφησα μια χάρτινη βαλίτσα που είχα στο σταθμό, δεν είχα που να πάω, και βγήκα σε μία αχανή πολιτεία στην Αθήνα και άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Έφτασα στο κέντρο, Ομόνοια, κοιμήθηκα ένα-δύο βράδια στους δρόμους γιατί δεν μπορούσα να βρω ούτε σπίτι, ώσπου βρήκα μία δουλειά σε ένα κατάστημα που μετέφερε εμπορεύματα και φόρτωνα ξεφόρτωνα και διάφορα. Ταυτόχρονα με την σχολή, άρχισα να δουλεύω και σε ένα παιδικό θέατρο γιατί στη δουλειά που ήμουνα ένας από τους συναδέλφους εργάτες ο γιος του είχε τελειώσει τη δραματική σχολή και δούλευε σε ένα παιδικό θέατρο και κάναμε παρέα και από[00:05:00] εκεί σιγά-σιγά άρχισε το μικρόβιο όπου με κυνηγάει μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια όταν τελείωσα την σχολή έτυχε με τη δικτατορία, λόγω της κάποιας εμπλοκής που είχα εν πάση περιπτώσει, υπηρέτησα 30 μήνες τάγμα ανεπιθύμητων και όταν απολύθηκα το ΄70 δούλεψα με τα μπουλούκια δώθε κείθε ξέρεις κάτι «αρπαχτές» που τις λέμε εμείς, ήρθε και το μεροκάματο και ταυτόχρονα έπιασα δουλειά σε ένα καφενείο ενός φίλου μου που ήταν ασυρματιστής στο ναυτικό αλλά λόγω φρονημάτων των είχαν αποτάξει και δούλευα εκεί με την προϋπόθεση ότι το κράταγα το Σαββατοκύριακο κυρίως γιατί αυτός ήταν μανιώδης ψαροντουφεκάς και λίγο τα μεσημέρια. Βγάζαμε τα έξοδα και τα λοιπά, τα παιδιά, τρώγαμε και έπαιρνα και τα τσιγάρα μου δηλαδή αλλά είχα το ελεύθερο αν μου τύχαινε κάποια δουλειά να μπορώ να φύγω, να πάω να κάνω ένα μεροκάματο. Έτσι ξεκίνησα και η σειρά ήρθε το ΄73, με πήρε ο Καμπανέλλης μάλλον ο οποίος με είχε δει στις εξετάσεις και του είχα αρέσει δηλαδή, με πήγε στην Καρέζη και η Καρέζη με κράτησε παρότι είχε κλείσει τον θίασο και δούλεψα εκεί. Ε από κει και πέρα ουσιαστικά άρχισα να ζω από το επάγγελμα και συνέχισα να δουλεύω ακατάπαυστα χειμώνα-καλοκαίρι μέχρι που πήρα την σύνταξη. Και δουλεύουμε ακόμα τώρα που είναι δύσκολα τα πράγματα το 2022, μπροστά στον Αρμαγεδδώνα που έρχεται το χειμώνα, και επειδή μεγαλώσαμε με τη γυναίκα μου δύο υπέροχα αγόρια έχουμε και 4 εγγόνια και ναι μεν εμείς τα φέρνουμε βόλτα εκεί θα έχουν και κάποια προβλήματα τα παιδιά οπότε αναγκαστικά και εγώ δουλεύω για να βοηθήσω κάπως την κατάσταση.

Ι.Γ.:

Μου αναφέρατε την περίοδο της δικτατορίας, τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

Β.Κ.:

Ήτανε πικρά αλλά ωραία χρόνια, ήταν αξιοπρέπειας χρόνια γιατί ή θα πήγαινες θα συμβιβαζόσουν με τη λογική που έλεγε τώρα η Χούντα ήρθε και θα μείνει οπότε έκανες κουμάντο να πας για να επιβιώσεις ή ήσουν αντίθετος και πλήρωνες τις συνέπειες. Εγώ ήμουν αντίθετος, πλήρωσα τις συνέπειες και αισθάνομαι πάρα πολύ καλά. Δηλαδή στο Πολυτεχνείο παίζαμε «Το μεγάλο τσίρκο» και φύγαμε όλοι, κλείσαμε την παράσταση, πήγαμε στο Πολυτεχνείο… προηγουμένως πρέπει να σου πω ότι καμιά δεκαπενταριά-είκοσι παλιότεροι ηθοποιοί που ήμασταν εκτός σωματείου, είχαμε κάνει μία συνάντηση και αποφασίσαμε τέσσερις μέρες όταν με το που ξεκίνησε το Πολυτεχνείο δηλαδή 14 -15 συναντηθήκαμε στο Θέατρο Πορεία του Γιώργου του Μιχαλακόπουλου και αποφασίσαμε ότι θα βγάλουμε μία ανακοίνωση ότι θα μπει: «Δεν θα παίξω στο θέατρο ως δείγμα συμπαράστασης στους φοιτητές». Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διαρρεύσουν τα ονόματα και έμενα στην Καλλιδρομίου και καλού-κακού επειδή πληροφορήθηκα ότι μαζέψανε την Καρέζη, πιάσανε την Καρέζη και τον Καζάκο, πήγα στο σπίτι μου λέει μία άλλη κυρία ηλικιωμένη που έμενε δίπλα, μου λέει: «Πέρασε ένας κύριος κανά δύο φορές και σας ζητάει» και κατάλαβα ότι πρόκειται για την Ασφάλεια και εξαφανίστηκα καμιά δεκαριά μέρες. Όχι εντάξει ήτανε μια εποχή, τα αιτήματα είναι σχεδόν σημερινά ότι κι αν λέμε ο εχθρός είναι ένας, είναι αυτοί που έχουν το πολύ χρήμα απ’ τη μία πλευρά και από την άλλη είναι η απέραντη φτώχεια και η εξαθλίωση του κοσμάκη. Αυτή η σχέση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, δεν θα σταματήσει εύκολα ούτε με τερτίπια ούτε με κωλοτούμπες, ούτε με μεγάλα λόγια. Αν ο λαός δεν συνειδητοποιήσει πώς έχουν τα πράγματα και να πάρει στα χέρια του την υπόθεση δεν θα δούμε προκοπή.

Ι.Γ.:

Η γνωριμία με την Τζένη Καρέζη; Θέλετε να μου την περιγράψετε; Οι νεότεροι εμείς που δεν την γνωρίσαμε.

Β.Κ.:

Επρόκειτο για μία πάρα πολύ σπουδαία κυρία, πολύ καλή ηθοποιός, πολύ καλή συνάδελφος και πάρα πολύ σωστή επαγγελματίας. Εμένα… γίναμε και φίλοι στην πορεία, της άρεσε που ήμουνα συνεπής στη δουλειά και τα λοιπά. Και όταν έκανε μια σειρά την «Μαρίνα Αυγέρη» με φώναξε και έκανα ένα ρολάκι. [00:10:00]Αυτό το ρολάκι άρεσε στον κόσμο και τελικά το έκανε ρόλο και τα λοιπά. Αυτό όμως εμένα με αποδιοργάνωσε διότι ένα παιδί κομπλεξικό από το χωριό άγνωστό ξαφνικά να πηγαίνεις στο δρόμο και να σε κοιτάνε, να γυρίζουν οι γυναίκες, να έρχονται γυναίκες να σου ζητάνε αυτόγραφο, λίγο έλειψε να σαλτάρω και άρχιζα να κάνω όλες τις χαζομάρες που κάνει ένας νέος τότε, ήμουν 23-24 χρονών. Και είχα μια φιλεναδούλα εκεί και άρχισα τα ξενύχτια, με τους φίλους μου στα αυτά και κάποια μέρα πάω στο γύρισμα και εγώ που ήμουν πάντα συνεπής, – κατευθείαν από τα μπουζούκια πήγα στο γύρισμα – και είχα ξεχάσει το κείμενο. Τότε η τηλεόραση πήγαινε μια και έξω η σκηνή, αν δεν πήγαινε καλά ξαναγύρναγες. Δεν μου είπε κουβέντα, τρείς φορές σταμάτησα αλλά είχε ένα δολοφονικό βλέμμα που με είχε σκοτώσει. Μόλις τέλειωσε η μέρα, περιμένω το άλλο επεισόδιο, δεν παίζω, το τρίτο δεν παίζω, στο τέταρτο μία ατάκα στο πέμπτο άλλη μια ατάκα, στο έκτο… κάποια στιγμή της λέω: «Ρε φιλενάδα, έλεος, έκανα μία κουταμάρα, νέος είμαι» και μου τραβάει μία κατσάδα, μου λέει: «Εγώ είμαι τόσα επαγγελματίας και όταν έχω γύρισμα φεύγω από το θέατρο, πίνω ένα γάλα, διαβάζω τα λόγια μου, πέφτω και κοιμάμαι και το πρωί-πρωί είμαι στη δουλειά μου. Όταν βλέπεις όταν δεν έχω γύρισμα μπορεί να καθίσουμε μέχρι το πρωί να πίνουμε και να τρώμε και να γλεντάμε, εσύ ξαφνικά πάνω…». Και αυτό μου έγινε μάθημα δηλαδή υπήρξε για εμένα σωτήριο και στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, η συνέπεια μου ήταν αυτή που έπαιξε ρόλο γιατί τότε και η ιδεολογική μου τοποθέτηση έπαιξε έναν ρόλο. Γιατί εγώ όταν μπήκα στο επάγγελμα είχα αποκτήσει ιδεολογική ταυτότητα και έτσι μπήκα και στο σωματείο, στην επανασύσταση το ΄74 με όλους του νεολαίους εκεί και σιγά-σιγά το υπηρέτησα το σωματείο 40 χρόνια γιατί είχα την άποψη… είχα θέσει μάλλον, είχα κατανοήσει και τον ταξικό χαρακτήρα της τέχνης που υπηρετώ αλλά και τον κοινωνικό ρόλο τον οποίον σαν ηθοποιός οφείλω να παίξω και ήξερα ότι αυτά δεν περνάνε μέσα από μία προσωπική προβολή αλλά μέσα από μία συλλογικότητα και ότι δεν θα ωφελούσε σε τίποτα το να κερδίσω 500 δραχμές παραπάνω το μήνα ή ένα χιλιάρικο εάν οι συνάδελφοί μου δεν είχανε συλλογική σύμβαση, εάν δεν είχαν δικαιώματα, αν δεν πληρώνονταν στις πρόβες. Και αυτά τα κατακτήσαμε, το θεωρώ μεγάλη μου τιμή το ότι υπηρέτησα αυτό τον κλάδο όλα αυτά τα χρόνια.

Ι.Γ.:

Οι πολιτικές σας πεποιθήσεις από πότε άρχισαν να σας ανησυχούν; Ήταν από όταν ήσασταν νέος;

Β.Κ.:

Κοίταξε όταν ήμουνα ας πούμε, 14 χρονών, 15 και μου έλεγε ο μάστορας μου, ο άνθρωπος που είχε το κατάστημα, είχε ένα γιο συνομήλικό μου ο οποίος πήγαινε στο ημερήσιο και μου λέει: «Ρε μικρέ, είναι δίκαιο αυτή την ώρα που εσύ πας σχολείο στο νυχτερινό να μάθεις γράμματα, ο γιος του αφεντικού να έχει φάει, να έχει κάνει μπάνιο, να έχει διαβάσει και να πέφτει για ύπνο;», έλεγα: «Όχι». «Για σκέψου…». Και από ‘κει και πέρα άρχισε να μου θέτει ερωτήματα που στην πορεία τα έβρισκα μπροστά μου και στην συνέχεια τα απαντούσα. Με έμαθε να αρχίζω να διαβάζω, να αρχίζω να ψάχνομαι, να βλέπω γύρω μου. Δηλαδή όταν ήρθα στην Αθήνα στα δεκαοχτώ μου, στα 17-18… 18 ήμουνα, είχα μπει στη σχολή μάλλον, ανακάλυψα τον Ρίτσο τότε γιατί ήτανε… Ανακάλυψα τα τρία γράμματα το «Α. Β. Γ», τη Μακρόνησο και όταν το διάβασα ένιωσα μια φρίκη, δηλαδή άρχιζα να συνειδητοποιώ τι πέρασε ο κόσμος και τι περνούσε ακόμα γιατί υπήρχαν κρατούμενοι. Από τότε με σημάδεψαν αυτά: οι κουλοί, οι τρελοί, αυτοί που έχασαν τη ζωή τους, τα μάτια τους, τα πόδια τους και έκτοτε σαν σκοπό πες το έβαλα εγώ να πορεύομαι με αυτούς και συνεχίζω και τώρα δηλαδή και μπροστά στις δυσκολίες που έρχονται τον χειμώνα να είμαι και με αυτούς που θα πεινάσουν, και με αυτούς που θα χάσουν τη δουλειά τους, και με αυτούς που θα τους πάρουν τα σπίτια και με αυτούς που θα απολυθούνε και εν πάση περιπτώσει ευτυχώς και η κυρά μου,[00:15:00] η γυναίκα μου είναι… είμαστε μαζί 50 χρόνια στον αγώνα και τα παιδιά μας μας ακολουθούν. Είμαστε μία οικογένεια αγαπημένη, ιδεολογικά ταυτισμένη, γενικά δηλαδή τώρα απολαμβάνουμε και κάποιους καρπούς δηλαδή. Προχθές ήταν η συγκέντρωση, εγώ δεν μπορούσα να πάω διότι έπρεπε να πάω με τα πόδια, ένα πράγμα που δεν κατάφερνα, πήγανε όμως τα παιδιά μου, πήγε η γυναίκα, πήγαν τα εγγόνια μου και νιώθω ότι η ζωή συνεχίζεται και συνεχίζεται καλά.

Ι.Γ.:

Όταν φοιτούσατε στη δραματική σχολή πώς τα θυμάστε τα φοιτητικά τα χρόνια; Νοσταλγείτε κάτι;

Β.Κ.:

Εγώ πάλι ευτύχισα να πέσω σε φωτισμένους δασκάλους. Είχα τον αείμνηστο Μιχάλη τον Κουνελάκη, τον Ιορδάνη τον Μαρίνο, τον Ανδρέα τον Φιλιππίδη. Εγώ πρέπει να σας πω ότι τέλειωσα μεν το νυχτερινό αλλά γράμματα δεν έμαθα επί της ουσίας. Γιατί τι να μάθεις; Να πηγαίνεις 7 η ώρα ξεπαγιασμένο και μάλιστα εκείνα τα χρόνια ήταν όλες οι ηλικίες γιατί ήταν μετά τον εμφύλιο και τα περισσότερα που πηγαίναμε την ημέρα κοιμόμασταν από την κούραση εξουθενωμένα, τι να μάθεις; Εκεί ένιωσα την ανάγκη και μπροστά στους συναδέλφους μου, στους συμμαθητές μου δηλαδή ότι έπρεπε να διαβάσω και διάβασα πολύ και άμα δεις τη βιβλιοθήκη μου μέσα είναι η μόνη προίκα που έχω. Μπορεί να μην έχω εξοχικά και να μην έχω άλλα σπίτια εκτός από αυτό που είναι της γυναίκας μου αλλά τουλάχιστον έχω μία βιβλιοθήκη σπάνια, πλούσια που θα αφήσω στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου. Έχω την ποίηση, έχω το θέατρο, έχω την κοινωνιολογία, έχω τον κινηματογράφο, έχω όλα τα πολιτικά κείμενα, τα μαρξιστικά κείμενα, έχω διαβάσει πάρα πολύ για να μπορέσω να καλύψω την αγραμματοσύνη του σχολείου με την κοινωνική μόρφωση. Και εντάξει μπορεί να μην έχω ειδικότητα μιας επιστήμης αλλά θαρρώ ότι έχω κατακτήσει μία κοινωνική γνώση και μπορώ να ερμηνεύω τα φαινόμενα, τις εξελίξεις και να έχω μία εκτίμηση για το κατά πως πορεύονται τα πράγματα.

Ι.Γ.:

H πρώτη φορά που πια ήσασταν επαγγελματίας ηθοποιός και ανεβήκατε στο σανίδι;

Β.Κ.:

Ε εκεί εντάξει ήτανε στο παιδικό που έπαιζα κάτι ρόλους, ε δεν είχα και απόλυτη συνείδηση το τι ακριβώς έκανα, μου άρεσε γιατί ήμουνα 16-17 χρονών, ήμουνα και νόστιμο παλικαράκι, με κοιτάγανε και τα παιδάκια… Αργότερα μέσα στη δικτατορία εκεί κατάλαβα περίπου, συνειδητοποίησα ότι πώς πρέπει να χειριστώ το επάγγελμά μου και με «Το τσίρκο» και που ήταν τότε όλα τα φωτισμένα παιδιά: ο Καλαβρούζος ο Περλέγκας, ο Κωνσταντόπουλος, ο Καζάκος και οι νεότεροι δηλαδή και εμείς εκεί. Συνειδητοποίησα πως πρέπει τα πράγματα να τα αντιμετωπίσω για αυτό και αμέσως μπήκα στο συνδικαλιστικό κίνημα και ταυτόχρονα στάθηκα σε όλους τους λαϊκούς αγώνες, δηλαδή στις απεργίες, κινητοποιήσεις για το 330, το ξύλο που φάγαμε, για όλα τα νομοσχέδια. Δεν κρύφτηκα ποτέ, ήμουνα πάντα… ότι εν πάση περιπτώσει κινητοποιήσεις γινόντουσαν ήμουνα παρόν.

Ι.Γ.:

Είναι κάποια που σας έχει μείνει χαραγμένη πιο έντονα;

Β.Κ.:

Ε νομίζω οι πιο σημαντικές στιγμές ήτανε το ΄76 με τον 330 που έκανε ο Λάσκαρης, ένας Υπουργός Εργασίας που αποφάσισε με νόμο να καταργήσει την πάλη των τάξεων και θυμάμαι το πρώτο ξύλο που είχα φάει τόσο πολύ σε διαδήλωση που ήταν ανάμεσα στη στοά Χατζηχρήστου. Ο οποίος καταργήθηκε βέβαια ο νόμος διότι η πάλη των τάξεων δεν καταργείται με νομοθετικά διατάγματα, καταργείται με αίμα και με αγώνες. Και δεν θα καταργηθεί ποτέ επί της ουσίας, δηλαδή οι ταξικές διαφορές εννοούσε αυτός ότι θα καταργήσουμε την… δεν θα χρειάζεται πλέον διότι θα γίνουν ίσιες όλες και η αλλαγή και η εργατική τάξη και η μεσαία τάξη και η πλουτοκρατία θα γίνουν μία τάξη όλοι θα έχουν τα ίδια προνόμια. Πράγματα τα οποία είναι παιδαριώδη. Δεν μπορεί να… θα υπάρχουν αυτά ώσπου να φτάσουμε στην κοινωνία των ανθρώπων, στη δίκαιη κοινωνία θα υπάρχει αυτή η ταξική ανισότητα. Τι να κάνουμε; Μας αρέσει δεν μας αρέσει, για αυτό άλλωστε παλεύουμε κιόλας για να βελτιώσουμε τα πράγματα.

Ι.Γ.:

Στον χώρο της υποκριτικής μια συνεργασία που σας έχει μείνει ανεξίτηλη;

Β.Κ.:

Κοίταξε είχα την τύχη να συνεργαστώ με σχεδόν όλους. Δηλαδή με τον Κατράκη, με τον Παπαγιαννόπουλο, με τον Διαμαντό[00:20:00]πουλο, με την Καρέζη, τον Καζάκο, την Βουγιουκλάκη, τον Παπαμιχαήλ στην τηλεόραση, με την σπουδαία Μαριέττα Ριάλδη η οποία ήταν και πάρα πολύ καλή μου φίλη και σπουδαίος θεατράνθρωπος, τον Ταξιάρχη, τον Βύρωνα τον Πάλλη, τον Τάκη τον Μηλιάδη, τον Καρακατσάνη, τον Μιχαλακόπουλο, τον Κούρκουλο. Σχεδόν όλο το θέατρο, τη Συνοδινού, τη Δανδουλάκη, τον Φέρτη… με όλο το θέατρο σχεδόν γιατί έχω παίξει πάνω από 60 παραστάσεις πέρα από την τηλεόραση που έχω κάνει ταινίες και σίριαλ. Είναι πολλές οι εμπειρίες, η κάθε μία έχει και τις ιδιαιτερότητες της.

Ι.Γ.:

Αν γυρνάγατε τον χρόνο πίσω θα επιλέγατε πάλι τον χώρο της υποκριτικής;

Β.Κ.:

Ναι! μετά βεβαιότητας! Αυτό θα έκανα, αυτό θα έκανα και τώρα καμιά φορά έχω γράψει και επτά βιβλία, γράφω για τώρα, με ρωτάνε «Θες ηθοποιός; Θες σκηνοθέτης; Θες τηλεόραση; Θες…». Λέω: «Σανίδι! Σανίδι και πάλι σανίδι!». Διότι εκεί πλέον έχουν φύγει όλα… τα πώς να σου πω; Όλες οι δικαιολογίες, ανοίγει η αυλαία και είσαι πρόσωπο με πρόσωπο με το θηρίο. Γιατί η σύγκρουση ανάμεσα στον ερμηνευτή και στον θεατή είναι αέναη, δηλαδή γίνεται ένας αγώνας για το ποιος θα κερδίσει. Ή το κοινό θα κερδίσει ή ο ηθοποιός θα κερδίσει το κοινό, ο ηθοποιός, ο ερμηνευτής... Ε αυτή η εμπειρία είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Δηλαδή όταν βλέπεις αυτόν τον κόσμο και ξεκινάς τον μονόλογο και αρχίζει σιγά-σιγά να σταματάει λίγο αυτό, εκείνος, σε ένα λεπτό, σε δύο λεπτά, σε τρία λεπτά να έχεις πάρει το πάνω χέρι που λέμε και να ερμηνεύσεις. Αυτή η εμπειρία, δεν αλλάζει!

Ι.Γ.:

Στην αρχή της συνέντευξης μας αναφερθήκαμε λίγο για την εποχή μετά τον εμφύλιο-

Β.Κ.:

Ναι!

Ι.Γ.:

Πώς ήταν τότε τα πράγματα;

Β.Κ.:

Κοίταξε, εμένα το χωριό μου ήταν ένα ανταρτοχώρι. Είχε 15-16 ανθρώπους που είχαν βγει στο βουνό. Και επειδή είναι ψηλά, πέρασμα, δηλαδή περνάς από την Καρδίτσα, κατεβαίνεις τον κάμπο, περνάς το χωριό μου και περνάς προς τον Αλμυρό και την Όσσα ήταν πέρασμα ανταρτών και το αναφέρει συγκεκριμένα και ο Ρώτας που πέρναγε με το θέατρο που είχε το χωριό μου. Με το σχέδιο «Περιστερά» του Τσακαλώτου τότε, το ΄48, μας μαζέψανε και από το χωριό, τα πρόβατα, τα γίδια, τα σκυλιά, τα γατιά, τις κότες, τα πάντα, ερημώσανε το χωριό και μας κατέβασαν στο Δομοκό στις σκηνές του στρατού. Μετά όταν έληξε ο Εμφύλιος με την ήττα της… την ένοπλη ήττα της Αριστεράς, το ΄50 ξαναγυρίσαμε στο χωριό όπου πλέον το κουμάντο το είχανε οι δωσίλογοι, οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν… τα ΤΕΑ όπου ξέρεις ο νόμος του χωροφύλακα ποια άρχισε να κυριαρχεί και ήταν δύσκολα χρόνια. Εμείς, ο πατέρας μου δεν ήταν άνθρωπος καμία… αλλά είχε έναν κουμπάρο και έναν πολύ καλό του φίλο που ήταν στην αντίσταση και εμμέσως πλην σαφώς τους βοηθούσε με κάποιο τρόπο, με κάποια τρόφιμα, κάτι έκανε δηλαδή ήτανε… αλλά δεν έπαιρνε θέση. Και απόδειξη ότι μέχρι και που μεγαλώσαμε και πέρασε και η δικτατορία έλεγε πάντα, με λέξη: «Μικραίνετε, έχουμε παιδιά». Και όταν πια έγινε η μεταπολίτευση και τα τέσσερα τα αγόρια βγήκαμε με το σήμα του ΚΚΕ, οργανωμένοι έπαθε την πλάκα του αλλά παρόλα αυτά επειδή ήμασταν πολύ δεμένοι και μας πίστευε σαν παιδιά, μας εκτιμούσε δηλαδή τα παιδιά, μας ακολούθησε και ήταν και ο πατέρας μου… Δηλαδή και επειδή εγώ ήμουν υποψήφιος όλα τα χρόνια πάνω εκεί με το Κόμμα στη Φθιώτιδα, με το γάιδαρο γύρναγε χωριά να μαζέψει ψήφους. Ήτανε δύσκολα τα χρόνια τα εμφυλιακά γιατί η ισορροπία κρατιόταν από τρεις-τέσσερις άντρες γεροδεμένους νοικοκυραίους που ήταν προοδευτικοί και που κατά κανόνα[00:25:00] οι άνθρωποι που ήταν του συστήματος ήταν αναξιοπρεπείς άνθρωποι και ήταν ξέρω εγώ ο άλλος αρχοντονοικοκύρης ο οποίος είχε προοδευτικές ιδέες και δεν ήταν εύκολο να… περισσότερο οι απειλές και στους λιγότερο αδύναμους, στους πιο αδύναμους πουλάγανε τη μαγκιά τους. Αλλά όπως και να το κάνεις ήτανε δύσκολα γιατί κάθε τόσο ερχότανε το μήνυμα, κατέβαινε με το μουλάρι να πας στη χωροφυλακή ο κόσμος εκεί, είχαμε αυτό το πράμα. Ε και μετά πια επί χούντας όταν έγινε ο δρόμος πια ερχότανε και το τζιπ του στρατού και έπαιρνε τις εκεί πέρα… «την κλήση δια υπόθεσιν σου» που λένε. «Καλείσθε δια υπόθεσίν σας» για τι έκανες, τι είπες, τι διάβασες, που ήσουνα, τι σκέφτεσαι. Και τα γνωστά αυτής της εποχής τα οποία είναι ολόκληρη ιστορία.

Ι.Γ.:

Είναι κάτι το οποίο έχετε μετανιώσει είτε στο χώρο της υποκριτικής είτε στις πολιτικές σας πεποιθήσεις, στις δράσεις σας; Κάτι που αν γυρνάγατε τον χρόνο πίσω θα το κάνατε διαφορετικά.

Β.Κ.:

Όχι στις πολιτικές μου πεποιθήσεις δεν τις άλλαξα ποτέ. Από τότε που κατέληξα σε αυτό που είμαι, εξακολουθώ να είμαι αυτό και δεν το αλλάζω. Εκείνο που θα άλλαζα είναι μερικές… στην πρώτη δεκαετία της δουλειάς μου που έκανα διάφορα χαζά πράγματα. Ξέρεις όπως σου είπα και πριν ένα παιδί κομπλεξικό, ακαλλιέργητο ξαφνικά έγινα κάτι και εκεί έκανα μία σειρά από πράγματα τα οποία δεν θα μπορούσα να τα ξανακάνω και ήταν και εκτός χαρακτήρα μου δηλαδή για να καταλάβεις αλλά πώς διάολο μεταμορφωνόμουνα έτσι; Τι με έκανε; Ήτανε διάφορα πράγματα. Στην οικογένειά μου δεν έχω να αλλάξω τίποτα, στο θέατρο δεν έχω κάνει συμβιβασμούς, δεν μπήκα δηλαδή στο ανταλλακτήριο συνειδήσεων. Έχω παίξει δύο- τρεις παραστάσεις που έπρεπε να παίξω γιατί έπρεπε να ζήσουμε… Γενικότερα δεν έχω κάνει συμβιβασμούς στη δουλειά μου, το απέφευγα. Παλιότερα είχα και την δυνατότητα, εγώ δεν κώλωνα, ήξερα και στην οικοδομή μπορούσα να δουλέψω και πρεσαδόρος μπορούσα να δουλέψω σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων, δεν είχα πρόβλημα δηλαδή. Με απέρριψαν 2-3 φορές γιατί διεκδικούσα συλλογικές συμβάσεις και τα λοιπά. Δεν χάθηκα, δεν κώλωνα δηλαδή. Έλεγα: «Εγώ θα βγάλω ένα μεροκάματο να ζήσουμε, να πληρώσουμε το νοίκι, να φάμε».

Ι.Γ.:

Κύριε Βασίλη σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

Β.Κ.:

Να είσαι καλά πουλάκι μου! Να είσαι καλά.

Ι.Γ.:

Μου είπατε ότι έχετε γράψει και 7 βιβλία, τώρα σε τι φάση βρίσκεστε;

Β.Κ.:

Κοίταξε το πρώτο βιβλίο μου «Θυμάσαι , πατέρα;» που κυκλοφόρησε το ‘95-‘96 επιλέχθηκε και διδάχθηκε για 4 χρόνια στην έδρα της νεοελληνικής γλώσσας στο Σίδνεϋ, στο πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ στην Αυστραλία. Έγραψα άλλα 5 μυθιστορήματα και τελευταία έγραψα ένα… προσπάθησα να κάνω μια βιογραφία της Ζωζώ Νταλμάς. Η Ζωζώ Νταλμάς υπήρξε η σπουδαιότερη Ελληνίδα πρωταγωνίστρια της ελληνικής οπερέτας. Ένας πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος, αντιφατικός, ασυμβίβαστος, ακραίος αλλά στην εποχή της τάραξε την ελληνική κοινωνία κυριολεκτικά και με την ζωή της επίσης την τάραξε αλλά και με την προσωπική της ζωή κατέστρεψε την καριέρα της με την σχέση που έκανε με τον Κεμάλ Ατατούρκ, και από εκεί που ήταν η εθνική πρωταγωνίστρια, έγινε η «εθνική πουτάνα» όπως την αναφέρανε. Τώρα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ηρόδοτος» και έχει ένα ενδιαφέρον.

Ι.Γ.:

Επόμενοι στόχοι;

Β.Κ.:

Επόμενοι στόχοι… Εδώ κάτι μουντζουρώνω, αλλά περισσότερο οι στόχοι τώρα είναι τα εγγόνια, είναι το σίριαλ εκεί που κάνω στην τηλεόραση «Οι Παπαδόπουλοι». Δεν μπορώ και πολλά πράγματα, ξέρεις εγώ όταν αναλαμβάνω κάτι προσηλώνομαι σε αυτό. Λοιπόν τώρα τα εγγόνια από εδώ, η γυναίκα μου και η δουλειά εκεί, αυτοί είναι οι στόχοι. Ταυτόχρονα και κάτι μουντζουρώνω, δεν κάθομαι έτσι, αλλά θα δούμε, έχουμε μέλλον.

Ι.Γ.:

Σας ευχαριστώ πολύ!

Β.Κ.:

Να είσαι καλά πουλάκι μου!