© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η πορεία και τα βιώματα ενός συνταξιούχου πλέον δασκάλου: Ο Σπύρος Δημάκης αφηγείται

Istorima Code
23584
Story URL
Speaker
Σπύρος Δημάκης (Σ.Δ.)
Interview Date
01/12/2022
Researcher
Ελευθερία Αθανασοπούλου (Ε.Α.)
Ε.Α.:

Καλημέρα, είμαι η Ελευθερία Αθανασοπούλου, είμαι Ερευνήτρια στο Istorima, σήμερα είναι 2 Δεκεμβρίου 2022 και βρισκόμαστε στο Αγρίνιο με τον κύριο Σπύρο Δημάκη.

[00:00:00]

Σ.Δ.:

Ναι.

Ε.Α.:

Κύριε Σπύρο, πότε γεννηθήκατε;

Σ.Δ.:

2 Δεκεμβρίου 1939.

Ε.Α.:

Και από πού κατάγεστε;

Σ.Δ.:

Σταυροχώρι Ευρυτανίας και εκεί γεννήθηκα.

Ε.Α.:

Θέλετε να μας πείτε για τα παιδικά σας χρόνια;

Σ.Δ.:

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, πολύ φτωχά, πολύ αγχώδη, γιατί ο πατέρας μου είχε εννιά παιδιά. Λοιπόν, για να θρέψει εννιά παιδιά, τώρα, στο χωριό χωρίς να έχει όλα τα αυτά, ούτε σύνταξη ούτε τίποτα, έπαιρνε μόνο κάνα κατοστάρικο έπαιρνε, ήταν σαν τραυματίας Μικρασιατικού πολέμου, πού να φτάσει και τι να κάνει εκείνο κει; Λοιπόν, και αναγκαζόμασταν να δουλεύουμε κι εμείς από μικρά στα χωράφια στα κλήματα, στα ζώα να, τα φρουρούμε και αυτό. Μετά, όταν ήρθε η ώρα για να πάμε στο σχολείο, δεν είχαμε δασκάλους, κάποια, κάποιες... σε κάποια σποραδικά χωριά, στα γύρω, στα γειτονικά, τα όμορα τα χωριά υπήρχε κάποιος δάσκαλος, και όταν μαθαίναμε ότι υπήρχε, τρέχαμε να πάμε εκεί να τελειώσουμε, να πάμε. Και καταλαβαίνεις, τώρα, με άγχος, με κλάμα, πού να πας σε ξένο χωριό, άμα δεν γνωρίζεις πρόσωπα και πράγματα και αυτό; Ή όταν πηγαίναμε καμιά φορά βρέχοντας, το χωριό, αν και απείχε δυόμισι ώρες απ’ το χωριό μας το γειτονικό χωριό, να πάμε στο σχολείο, λοιπόν, πηγαίνουμε εκεί πέρα βρεγμένοι, καταλαβαίνετε, και οι συμμαθητές μας, αντί να μας περιποιηθούν, να μας βάλουν μέσα ή στη σόμπα, μας έκλειναν την πόρτα να μην μπούμε και μέσα, μας άφηναν έξω. Λοιπόν, τέλος πάντων, καλά, τους συγχώρεσα αυτούς, δεν τους αυτό, παιδιά ήταν. Ήταν τάχα υπεύθυνοι, ήτανε επιμελήτριες, ήτανε υπεύθυνοι για το σχολείο και έπρεπε έτσι, λέει, να κάνουν. Δύο χρόνια, το ‘51 μέχρι το ‘53, δύο χρόνια περνούσαμε στα σχολεία, τα πρώτα χρόνια. Έναν χρόνο τελειώσαμε στο χωριό μας, ήταν ο δάσκαλός μας από εκεί, ντόπιος. Λοιπόν, έφυγε μετά αυτός, ήρθε στην Κερασιά εδώ Αγρινίου, μετά ήρθε άλλος δάσκαλος κάτω απ’ την Πάρο, έναν χρόνο, μία τάξη τελειώσαμε εκεί, την τετάρτη σε αυτόν. Μετά, το 1951-1953, λοιπόν, ήμασταν στα Λέστια, το θέμα δεν μπορούσαμε να πηγαινοερχόμαστε κάθε μέρα, γιατί ήτανε δύο και σχεδόν δύο και τέταρτο, δυόμισι ώρες να πας μακριά, δηλαδή να περάσεις βουνό απάνω, να περάσεις αυτό. Και ήταν ο χειρότερος ο χειμώνας. Τον χειμώνα, όταν τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε στο χωριό για να δούμε τους δικούς μας, τους γονείς μας και τα αδέρφια μας τα υπόλοιπα, ο πατέρας μας, επειδή φοβόταν, επειδή είχε γκρεμούς και επειδή είχε αυτό, μας έδενε το σχοινάκι στη μέση εδώ πέρα εμένα και τον αδελφό μου τον μακαρίτη –ο όποιος δεν υπάρχει τώρα, ήταν αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, αυτός σκοτώθηκε το 1995 στη Μαλακάσα–, μας έδενε με αυτό για να περάσουμε τα δύσκολα σημεία και μας έβγαζε μέχρι τα σύνορα, μέχρι στην άκρη του χωριού να περάσουμε ρέματα κλπ. και γύριζε πίσω. Κι εμείς τα Σαββατοκύριακα, όταν είχε καλό καιρό, πηγαίναμε στο χωριό. Τα άλλα τα Σαββατοκύριακα υποχρεωτικά καθόμασταν εκεί σε έναν θείο μου – θείο μου όχι άμεσο αυτό, δεύτερο θείο, δεν ήταν... ήταν ξάδερφος της μητέρας μου αυτός που έχει κλπ. Αλλά και εκεί με δυσκολία. Ψωμί επήγαινε η μάνα μας φορτωμένη, ερχόταν, πήγαινε στο χωριό με αλεύρι, αυτό, για να το ζυμώνουν εκεί, είχε δυο κοπέλες. Λοιπόν, και η ίδια η θεία μου εκεί το ζύμωνε και τρώγαμε. Από φαγητά, τώρα, να καταλάβεις καλοπέραση στο χωριό, τι να τρώγαμε; Και εκείνοι φτωχοί ήταν, δεν ήταν και εκείνοι τίποτα πλούσιοι να πεις ότι είχανε και κακοπερνούσαμε εμείς. Και έτσι περάσαμε τα δύο χρόνια. Εντωμεταξύ, είχαμε άλλη ταλαιπωρία τον χειμώνα: Αυτοί έχουνε χειμαδιά και ξεκαλοκαιριό, που το καλοκαίρι ανεβαίνουν απάνω, είχαν σπίτι στο απάνω το χωριό, τον χειμώνα κατεβαίνουν κάτω, χαμηλότερα, για να αποφεύγουν τα χιόνια, για να αποφεύγουν, και για τα ζώα τους τα πράγματά τους που είχαν εκεί πέρα. Και πάλι περπατούσαμε, λοιπόν, μισή ώρα-τρία τέταρτα περπατούσαμε για να πάμε στο σπίτι το μεσημέρι απ’ το σχολείο, να φύγουμε να πάμε στο σπίτι το μεσημέρι. Το ίδιο και την άλλη μέρα. Και θέλω να πω ότι περάσαμε δύσκολα χρόνια, αγχώδη χρόνια, φτωχικά χρόνια κλπ. Οι θείοι μου αυτοί, φτωχοί ήταν και αυτοί, αλλά ήταν καλοί άνθρωποι, όμως, είχαν καλή ψυχή. Αφού τελείωσαν τα δυο χρόνια τα αυτά στο αυτό και πήραμε το αυτό, είχαμε μια δασκάλα, ήταν από εδώ, Αγρινιώτισσα, μια Σκαβάρα Ευαγγελία, η οποία ήτανε πολύ θρησκευτική, πολύ αυτή, οργάνωνε κατηχητικά σχολεία στις γυναίκες, στα παιδιά που δεν είχαν τελειώσει το σχολείο ή που πήγαιναν κι ακόμα σχολείο. Εμείς, βέβαια, δεν μπορούσαμε να μείνουμε τα Σαββατοκύριακα που αυτό, και της το λέγαμε, ζητήσαμε άδεια απ’ αυτά τα πράγματα. Και βγήκαν καλοί μαθητές, ήταν πολύ αυστηρή, βγήκαν και καλοί μαθητές. Στο τέλος, όπως μάθαμε όταν αυτό, θα δίναμε εξετάσεις, γιατί τότε δίναμε εξετάσεις, κατεβήκαμε εδώ στο Αγρίνιο, είχε έναν αδερφό αυτή, Επαμεινώνδας Σκαβάρας –ήτανε μάλλον συγγενείς αυτών που είχανε τα ξυλουργεία, ξυλουργικά εργοστάσια, Σκαβάρηδες εκείνοι–, θα δίναμε, όταν θα δίναμε εξετάσεις στο Γυμνάσιο, κατέβηκε κάτω – γιατί τότε δίναμε εξετάσεις στο Γυμνάσιο, δεν πηγαίναμε χωρίς εξετάσεις, δίναμε εξετάσεις ελληνικά, έκθεση γράφαμε μαθηματικά, μας έβανε ο καθηγητής του Γυμνασίου, λοιπόν, στον πίνακα: «Θα λύσουμε ασκήσεις», και γραπτώς, και προφορικά και γραπτά, και στο τέλος έβγαιναν τα αποτελέσματα, λοιπόν, ποιος πέρασε και ποιος δεν πέρασε, για να πάει για να εγγραφεί στην τρίτη τάξη Γυμνασίου. Γιατί τότε οι τάξεις στο Γυμνάσιο ξεκινούσαν απ’ την τρίτη, υπήρχε ενιαίο Γυμνάσιο δεν υπήρχε Λύκειο τότε, λοιπόν, ήταν μόνο Γυμνάσιο, ξεκινούσε τρίτη, τετάρτη, πέμπτη, έκτη, εβδόμη, ογδόη, και δίναμε εξετάσεις εμείς. Ευτυχώς είχα και από το χωριό μου ένανε συνάδελφο συμμαθητή, ο όποιος μπήκε και αυτός, και εγώ και ο άλλος, δεν θυμάμαι. Λοιπόν, μετά κατεβήκαμε, φύγαμε απ’ το χωριό απάνω, απ’ το Σταυροχώρι, και ήρθαμε στον Άγιο Νικόλαο, στον Άγιο Νικόλαο, γιατί από εκεί θα ερχόμασταν στο Γυμνάσιο. Την πρώτη χρονιά δεν είχαμε, δεν είχαμε κανέναν στο χωριό που να μείνουμε, είχαμε ένα σπιτάκι βέβαια χαμηλό, μέναμε, κοιμούμαστε εκεί πέρα με τον αδερφό μου – ο αδερφός μου πήγε την άλλη χρονιά, γιατί ήτανε μικρότερος, γεννήθηκε το ‘43. Έμεινα σε μια θεία μου, αδερφή της μάνας μου, έμενα εκεί πέρα και κακήν κακώς πέρασε η χρονιά. Και αυτή ήταν η οικογένεια πολύ... καπνά είχανε μέσα το σπίτι, να κοιμηθούμε πού δεν είχαμε, μύριζαν τα καπνά. Με τον πρώτο ξάδερφό μου πηγαίναμε σε ένα γειτονικό σπίτι, που έλειπαν οι δικοί του, ήτανε στο χωριό απάνω, κοιμόμασταν εκεί πέρα. Και κρύο πολύ, σκεπαζόμασταν ευτυχώς, είχαμε ρούχα, βελέντζες, καλά, αφού τη νύχτα βλέπαμε απάνω απ’ το σπίτι, βλέπαμε τα... φώτιζε ο ουρανός! Και κορόιδευε ο ξάδερφός μου, έλεγε: «Είμαστε απόψε στο ξενοδοχείο των αστέρων»! Λοιπόν, από εκεί την άλλη μέρα ξεκινούσαμε για το Γυμνάσιο. Το Γυμνάσιο ήταν εδώ στο πάρκο στο Αγρίνιο. Περνούσαμε την Ερμίτσα μέσα. Όταν είχε νερό, βγάζαμε τα παπούτσια μας, τις κάλτσες μας, περνούσαμε απέναντι, ξαναφορούσαμε πάλι αυτά τα ίδια και ξεκινούσαμε, και μέσω Καμαρούλας, από Κοκκινοπύλια ερχόμασταν στο πάρκο. Πότε χιόνιζε, πότε έβρεχε, πότε χαλάζι, πότε βροχή, ταλαιπωρίες μεγάλες. Λοιπόν, και όταν είχε πλημμύρες, δεν μπορούσαμε να ανέβουμε και στον δρόμο από τα πολλά τα νερά. Ε, στο Γυμνάσιο, το ‘53, λοιπόν, είχαμε μπει, είχαμε εισαχθεί, είχαμε πετύχει το 1953. Την άλλη χρονιά – τη δεύτερη χρονιά μάλλον, ναι, καθίσαμε πάλι, έκατσα πάλι στον θείο μου εκεί, τη θεία μου, και τη δεύτερη χρονιά, δυο χρονιές. Μετά, είχε έρθει κάτω, κατεβήκαμε από κάτω στο σπίτι. Επειδή ήταν και ο άλλος ο αδερφός μου, δεν μπορούσαμε να μείνουμε δυο στο ίδιο σπίτι το από πάνω, ήταν και εκείνη η οικογένεια, κατεβήκαμε στο δικό μας το σπίτι μέναμε, κοιμούμασταν, είχαμε ένα τζάκι και μία κουζινούλα μικρούλα, αυτό, φτιάχναμε κάνα πρόχειρο φαγητό, τραχανά ή γάλα, που περνάνε... τότε μας έφερναν, γιατί είχαμε μια θεία που έμενε πάνω από μας στο χωριό πέρα –ήτανε παπαδιά αυτή, ήτανε κι ο θείος μου, ο αδερφός του πατέρα μου παπάς– και μας έφερνε καμιά φορά αυτό. Η άλλη γειτονιά, μια συγγένισσά μας πάλι αυτή, του Γεωργίου, μας έφερνε καμιά φορά κάνα λίγο φαγητό, αλλά, όπως να το κάμεις, πού να μας φτάσει; Εμείς δύο παιδιά, τώρα, να τρέχουμε στο Αγρίνιο στο Γυμνάσιο, να ερχόμαστε από εκεί όλο το μεσημέρι στο σπίτι και να μη βρίσκουμε τίποτα να φάμε. Φτιάχναμε, τέλος πάντων, κάτι αυτό ή ψωνίζαμε, περνούσαμε εδώ απ’ τους φούρνους που ήτανε εδώ στο Αγρίνιο και αγοράζαμε, αγοράζαμε λίγο ψωμί και τους λέγαμε... Μια φόρα, μάλιστα, λέω σε έναν –ήταν[00:10:00] τότε που κυκλοφόρησαν τα πενηντάλεπτα, τα πενηντάλεπτα, πενήντα αυτό, και ήταν και τα πεντακοσάρικα, χιλιάρικα, ήταν οι δραχμές, πεντακοσάρικα ήταν το πενηντάλεπτο–, και λέω σε κάποιον, λέω: «Ένα πεντακοσάρικο ψωμί». «Τι είπες;», μου λέει, «Πεντακοσάρικο; Τότε μου τον αγοράζεις όλον τον φούρνο εσύ!» λέει. Ήταν τότε που κυκλοφόρησαν και... Καλά, το είπε για αστείο ο άνθρωπος. Αλλά τρέχαμε να βρούμε, πηγαίναμε εδώ στην Κακαβιά, υπήρχε ένας Τούρκος –βέβαια, ο άνθρωπος μπορεί να μην ήταν, να ελληνοποιήθηκε, να έκανε αυτό, μιλούσε άριστα ελληνικά, και καλός άνθρωπος, έκανε πολλά καλά–, εμάς, όταν μας έδινε, του ζητούσαμε ψωμί πολλές φορές, μας έπαιρνε λεφτά, πολλές φορές δεν μας έπαιρνε και μας έκοβε όσο μπορούσε, όσο μπορούσε, μας έβλεπε ότι ήμασταν πεινασμένα, ότι πηγαίναμε στο χωριό και αυτό. Νεαζίν λεγόταν, Νεαζίν λεγόταν αυτός, είναι ακριβώς εκεί που είχε ο... αν ξέρεις την εφημερίδα Νέοι Καιροί, ο Αιμίλιος Κουτσονίκας εκεί είχε τον φούρνο.

Ε.Α.:

Ναι.

Σ.Δ.:

Παίρναμε κι εμείς, τρώγοντας το ψωμί χαρούμενοι από κει, ξεκινούσαμε να φτάσουμε στο χωριό. Όταν πεινούσαμε πάλι και περνούσαμε από τα Κοκκινοπύλια κάτω, επειδή ήταν κάτι αγκουρτσιές εκεί πέρα, ξέρεις, τα άγρια τα απίδια, τα άγρια, γκρεμίζαμε, παίρναμε, βάζαμε, γεμίζαμε τις τσέπες μας και τρώγαμε και από αυτά. Αλλά αυτά, όμως, μας έλιωναν μέσα, δεν αντέχανε. Και όταν φτάναμε στο χωριό πέρα, με το ζόρι φτάναμε, περνούσαμε και από τον κήπο, βγάζαμε και κάνα κρεμμύδι, κάνα πράσο, τίποτα, αυτά και πηγαίναμε... ή κρατούσαμε και λίγο ψωμί που είχαμε από εκείνο. Αν δεν κρατούσαμε, πηγαίναμε στο χωριό, πηγαίναμε εκεί σε ορισμένες γυναίκες, θείες μας κυρίως, συγγενείς μας, αλεύρι είχαμε, αλεύρι στο χωριό, πηγαίναμε και μας το ζυμώναν, το ζυμώναν και μας έφερναν μία κουλούρα ψωμί, για να έχουμε τουλάχιστον για δυο-τρεις μέρες. Όταν τελείωνε αυτό, πηγαίναμε σε άλλη, όπως, π.χ., στη θεία μου αυτή την παπαδιά που σας είπα. Μας ζύμωνε και αυτή, μας έδινε ολοένα, λοιπόν, και καμιά φορά και καμιά λειτουργία ο παπάς, ο θείος μου εκεί που λειτουργούσε. Και αυτός πήγαινε τότε στο Βλοχό, πήγαινε και δεν ήταν στο χωριό παπάς. Ήταν και σε άλλο χωριό, πότε στο Βλοχό, πότε στο... πήγαινε πάνω στο... πότε στη Βελάουστα, πότε στην Καμαρούλα, δεν είχε ορισμένη θέση, γιατί και τότε δεν είχε παπάδες για να λειτουργούν και πήγαιναν σκορπισμένοι. Και μας ζύμωναν και είχαμε ψωμί, το κρατούσαμε εκεί πέρα, το βάζαμε σε μια σακούλα μέσα να μη χαλάει και τρώγαμε για τρεις-τέσσερις μέρες και παραπάνω. Αγοράζαμε και τίποτα απ’ το αυτό. Τότε δεν είχαμε και λεφτά. Ο πατέρας μου, σου είπα, δεν είχε ούτε εκατό δραχμές, δεν έπαιρνε, και τι εκατό δραχμές; Εβδομήντα-εβδομήντα πέντε δραχμές έπαιρνε συνταξούλα, μας έδινε από εκείνα κάτι για να παίρνουμε κάνα κομμάτι ψωμί όταν σχολούσαμε απ’ το σχολείο να φτάσουμε στο σπίτι. Απ’ το χωριό ερχόταν κατά διαστήματα ο μακαρίτης ο αδελφός μου ο Νίκος, που πέθανε το ‘19, μας έφερνε καμιά φορά τρόφιμα εκεί πέρα απ’ το χωριό: τραχανά, αυτό, τυριά, τυρί που έφτιαχνε η μάνα μου, λοιπόν, άλλο, άλλο... τίποτα πλιγούρι που φτιάχναμε, αυτό, για να κάνουμε κάτι πρόχειρο, αλεύρι καλαμποκίσιο και λίγο και από σιταρένιο αλεύρι για να δίνουμε και στον κόσμο εκεί πέρα για να μας φτιάχνουν ψωμί. Στο Γυμνάσιο τα μαθήματα ήτανε δύσκολα για μας την εποχή εκείνη, γιατί μπήκαμε αμέσως, αλλά ευτυχώς, όμως, εμείς είχαμε καλές βάσεις απ’ το δημοτικό σχολείο, γιατί, θυμάμαι, απ’ την τετάρτη ακόμα τάξη είχαμε... κάναμε γραμματική καθαρεύουσας, οπότε δεν δυσκολευτήκαμε στη γραμματική ούτε και στα αρχαία ελληνικά που πρωτοξεκινήσαμε, του Ζούκη, τότε, «γνωρίζω τον φίλο... βλέπεις, τον φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκει» κλπ. κλπ., πώς μας έλεγε το κείμενο του Ζούκη. Μετά, και... Αλλά ήταν οι αυστηρές οι εξετάσεις. Εξετάσεις δίναμε δύο φορές τον χρόνο. Δίναμε τον Φλεβάρη, από 1η μέχρι 13, και δίναμε και τον Ιούνιο. Εάν έβγαζες καλούς βαθμούς τον Φλεβάρη, περνούσες εύκολα τον Ιούνιο, αν δεν γράφαμε καλά σε κάποιο μάθημα. Αλλά προσπαθούσαμε, όμως, εμείς να διαβάζουμε και να είμαστε καλά. Εγώ συνήθως, αν και στα μαθηματικά δεν ήμουν από τους άσχημους μαθητές, είχαμε, όμως, κάτι καθηγητές, έτσι –πώς λέμε «αν σε πάρει με κακό μάτι, δεν σε αυτό;»–, μας έκαναν κάτι ερωτήσεις, και στην πρώτη και στην τρίτη τάξη Γυμνασίου ένας Στάθης Σταθόπουλος, και στην εβδόμη-ογδόη ένας Κοτζαμάνης, κάτω, απ’ τη Μάνη, Μανιάτης, έκανε ερωτήσεις κάτω απ’ τα θρανία, δεν πετύχαινες την ερώτηση, σου ‘βαζε διπλό. Άντε να το βγάλεις αυτό μετά, άντε να βγει. Αλλά προσπαθούσα, όμως, να βγάλω αυτό, να βγάλω κάποιον καλό βαθμό, για να μπορέσω. Τα πρώτα χρόνια ιδίως... Αλλά ήμουνα καλός, όμως, πολύ καλός στα ελληνικά. Είχαμε έναν καθηγητή, Τσιρώνης Δημήτριος λεγόταν και ήταν πολύ αυστηρός, ήταν πολύ αυστηρός στα αρχαία ελληνικά. Ήμασταν σε μια στενή αίθουσα, εκεί στο Παπαστράτειο Γυμνάσιο –Παπαστράτειο δεν λεγόταν τότε, Γυμνάσιο Αρρένων λεγόταν, γιατί ήταν Γυμνάσιο Αρρένων και Γυμνάσιο Θηλέων, πάνω εκεί που είναι το 5ο Δημοτικό, από απάνω ήταν το Γυμνάσιο Θηλέων τότε– και μας έκανε ερωτήσεις, κατέβαινε κάτω –δύο σειρές από θρανία είχε–, κατέβαινε κάτω και ρώταγε: «Πες μου εσύ την ευκτική», «Πες μου εσύ την προστακτική», «Πες μου το απαρέμφατο», «Πες μου...». Λοιπόν, δεν το ήξερες; Σου έδινε καρπαζιές, καρπαζιές! Και θυμάμαι, συγκεκριμένα, είχαμε και κάνα δυο παπάδες, υποψήφιοι παπάδες, πήγαιναν για προσόντα εκεί, για να τελειώσουν το Γυμνάσιο να έχουν κάποια προσόντα. «Και αν είσαι και παπάς...», που λέει η παροιμία, λοιπόν, δεν γλίτωναν και αυτοί το αυτό. Αλλά ήταν λαϊκοί, βέβαια, τότε, δεν είχαν φορέσει ράσα, πήγαιναν, όμως, για παπάδες, το δήλωσαν ότι: «Εμείς ερχόμαστε για προσόντα, κύριε καθηγητά, σας παρακαλούμε πολύ να μας προσέξετε, δεν πάμε για αυτό». Και μας έκανε διάφορες ερωτήσεις, αν δεν τις πετύχαινες... Λοιπόν, κάποτε έτυχε, κάποτε έτυχε να ρωτήσει κάποιον για κάτι, ε, και ήταν και μια εύκολη ερώτηση, και του λέει: «Από πού είσαι εσύ, ρε γαϊδούρι;» λέει. «Από την Αρέντα, πάνω από την Καταβόθρα». «Από την Αρέντα είσαι; Εκεί βγαίνουν όλοι ξυράφια, εσύ πώς βγήκες έτσι ντουβάρι;», γιατί αυτός πήγαινε το καλοκαίρι και παραθέριζε στην Αρέντα, επάνω στην Καταβόθρα, πήγαινε και παραθέριζε, έτσι το μάθαμε. Αλλά εγώ πάντοτε είχα καλό βαθμό, 16-17 στο αυτό, στα αρχαία ελληνικά και στην έκθεση, και με αγαπούσε ιδιαίτερα. Μόνο μία φορά τον στενοχώρησα, στην ογδόη τάξη – στην εβδόμη τάξη, δεν του είπα κάτι, δεν έγραψα κάπου καλά, γιατί τότε είχε συμβεί μια αυτή, μια δυσάρεστη αυτή, είχε χτυπήσει η αδερφή μου στο χωριό από πάνω που ήτανε με τα πράγματα, μακριά, πέρα, και τη φέραμε στο νοσοκομείο, και δεν είχα ειλικρινά διαβάσει, γιατί δίναμε και άγνωστο κείμενο, δίναμε και γνωστό. Ε, στο γνωστό, κάπου εκεί, λοιπόν, του κακοφάνηκε του καθηγητή – μάλλον δεν ήταν ο Τσιρώνης, ήταν άλλος, ήτανε ένας Παπαχρήστος που μας είχε στην εβδόμη, ναι. Λοιπόν, «Δεν το περίμενα», λέει, «από σένα, Σπύρο», λέει. Λέω: «Έτσι και έτσι ήταν, κύριε καθηγητά, τι να κάνω;», λέω, «Ή δεν έπρεπε να έρθω», λέω, «Είχα πρόβλημα», λέω, «με την αδερφή μου, στο νοσοκομείο την είχαμε και αυτό, την έχουμε ακόμα». «Καλά, καλά, δεν πειράζει», όχι ότι θα έχανα τη χρονιά, αλλά... Ε, αυτός περίμενε αυτό, αλλά πού μπορείς να διαβάσεις όταν έχεις άρρωστο άνθρωπο στο νοσοκομείο και τρέχεις, χτυπημένο στα πλευρά και δεν ξέρεις αν θα ζήσει; Είχαμε μία φορά την εβδομάδα κενή, ημέρα μία κενή, γιατί δεν επαρκούσαν οι καθηγητές να κάνουν όλες τις ημέρες και έβαζαν σε κάθε τμήμα μία φορά την εβδομάδα μία ημέρα κενή, λοιπόν, δεν πηγαίναμε στο σχολείο. Τις άλλες ημέρες, για να έχουμε χρόνο για να διαβάσουμε, αναγκαζόμαστε να διαβάζουμε στον δρόμο, στον δρόμο. Ξεκινώντας το πρωί για να πάμε στο πάρκο, στο Γυμνάσιο, διαβάζαμε. Ξεκινώντας πάλι από κει, όταν φεύγαμε για να πάμε στο σπίτι μας στον Άγιο Νικόλα στο χωριό, πάλι διαβάζαμε. Δεν είχαμε και τα απαραίτητα αυτά, ρεύμα δεν υπήρχε, μία λάμπα πετρελαίου είχαμε και εκείνη χαμηλωμένη εκεί πέρα να μην καίει και πολύ πετρέλαιο, ήτανε οικονομικά όλα και με δυσκολία, με δυσκολία τα βγάζαμε πέρα, με δυσκολία τα βγάζαμε πέρα. Ευτυχώς, όμως, είχαμε παρέα πολλά παιδιά απ’ το χωριό, που πηγαίναμε και στην Καμαρούλα, ανταμώναμε και με άλλα παιδιά απ’ την Καμαρούλα, λοιπόν, που πηγαίναμε στο Γυμνάσιο και δεν ήμασταν μόνοι μας εμείς απ’ το χωριό. Ταλαιπωρηθήκαμε αυτά τα πέντε-έξι χρόνια, και το θέμα ότι πηγαίναμε με τα πόδια, περπατούσαμε μέσα αυτό. Στην τελευταία τάξη, αγοράσαμε ένα ποδήλατο, το είχε ένας ξάδερφός μου, του παπά γιος, ο οποίος είπε ότι θα μείνει στο χωριό, αλλά, επειδή ήταν και λιγάκι μοναχοπαίδι αυτός και τον πρόσεχαν κιόλας αυτόν μην αρρωστήσει, μην ανέβει πάνω στο ποδήλατο, μην πέσει, μη χτυπήσει, το πούλησαν το ποδήλατο και το αγοράσαμε εμείς. Και θυμάμαι τότε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, ό,τι προβατάκια είχαμε στο χωριό απάνω τα πούλησε, τέσσερα-πέντε κριάρια θυμάμαι τα πούλησε να αγοράσουμε το ποδήλατο, χίλιες πεντακόσιες δραχμές ένα «Bismarck». Kαι εκείνη την τελευταία χρόνια, λοιπόν, έβαζε και τον αδερφό μου επάνω και πηγαίναμε μέσω Καμαρούλας – μέσω Αβόρανης, όχι Καμαρούλας, γιατί δεν υπήρχε η γέφυρα, μέσω αυτό, Αβόρανης, και περνούσαμε τη γέφυρα κάτω χαμηλά, τώρα που είναι τώρα της Ερμίτσας εκεί, τις [00:20:00]στροφές όλες απάνω και ερχόμασταν στο Γυμνάσιο απάνω. Όταν τελειώσαμε, το 1959, ήταν και το άλλο: δεν έπρεπε να χάνουμε μαθήματα. Άμα έχανες μάθημα ή έμενες ανεξεταστέος, ιδίως στις τελευταίες τάξεις, δεν μπορούσες μετά να δώσεις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο ή στις σχολές, παιδαγωγικές, δεν μπορούσες να δώσεις, υποχρεωτικά έπρεπε, επειδή πλησίαζε τότε να πάμε και στον στρατό, αναγκαζόμασταν να διαβάζουμε μέρα νύχτα και σκληρά. Και θυμάμαι στην τελευταία... επειδή μας κυνηγούσε κιόλας αυτός ο Μανιάτης ο μαθηματικός με αυτό, για να ‘μαι σίγουρος ότι... γιατί το διπλό δεν ήταν δυνατόν να γίνει «10» εύκολα, του έγραψα, όμως, καλά και θεωρητική γεωμετρία και τριγωνομετρία για «Άριστα», και λέω σε έναν συμμαθητή μου που ήταν απέναντι, μακριά, λέω: «Από εκεί που είσαι σήκωσε την τελευταία σελίδα, γράψε με μεγάλο νούμερα με το μολύβι και σβήσ’ το το αποτέλεσμα να δω αν το βρω κι εγώ έτσι», και πραγματικά έτσι ήτανε και ευτυχώς, χαρούμενος που το πέτυχα. Αλλά, όμως, το έλυσα μόνος μου από την αρχή μέχρι πέρα, το αποτέλεσμα ήθελα εγώ να ιδώ αν είναι σίγουρος, αν είναι έτσι – γιατί τριγωνομετρία εσείς δεν κάνετε στο Γυμνάσιο, κάνατε στο Γυμνάσιο-Λύκειο τριγωνομετρία; Δεν κάνατε, ναι, έχω τον γαμπρό μου εδώ που είναι μαθηματικός αλλά δεν τον ρώτησα να δω αν κάνει. Λοιπόν, γράφοντας καλά θεωρητική γεωμετρία κάτι θεωρήματα, γράφοντας τριγωνομετρία, περνάω, έβγαλα το «10» που ήθελα, γιατί αλλιώς, αν έμενα ανεξεταστέος, τότε θα με έπαιρνε φαντάρο, γιατί πλησίαζε και η ΕΣΣΟ να πάω στρατιώτης, γιατί είχαμε περάσει από Συμβούλιο Επιτροπής Επιλογής για αυτό το θέμα, θα με έπαιρναν φαντάρο, οπότε, τότε, μετά από δυο χρόνια, θα θυμόμουν εγώ να διαβάσω, θα μπορούσα να διαβάσω; Λοιπόν, στην Ακαδημία, ευτυχώς, όμως, πέρασα, έβγαλα, λοιπόν. Εντωμεταξύ, στο Γυμνάσιο οι καθηγητές μας δεν έβαζαν μεγάλους βαθμούς, όπως βάζουν τώρα, όπως βλέπω κάτι εικοσαριά που βάζουν συνέχεια δεκαεννιάρια. «Πολύ καλά, μπράβο», μας έλεγε ο γυμνασιάρχης μας, ένας Παπασωτηρόπουλος Αθανάσιος, παίρναμε βαθμούς «11», «Άριστα, μπράβο, “11”»! «“11”, τι “Άριστα”, τι λες;», «11». Και όλα σωστά τα λέγαμε, δεν τα λέγαμε λάθος, γιατί αν τα λέγαμε λάθος, δεν θα παίρναμε ούτε «5», όχι «11»! Το ίδιο σχεδόν σε όλα τα μαθήματα. Ορισμένοι καθηγητές, ιδίως στα ελληνικά και στα μαθηματικά, στα μαθηματικά δίναν –πίνω και καμιά φορά καφέ, έτσι να μην κρυώνει–, μετά όταν... Και, ευτυχώς, εγώ εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, κι επειδή δυσκολευόμουν κιόλας, δεν, ήμουνα απροετοίμαστος, δεν πήγαινα και φροντιστήριο, δεν πηγαίναμε και φροντιστήριο – μάλλον, πήγα σε κάποιον λίγες μέρες και, λοιπόν, μετά που έφυγα για την Αθήνα, λοιπόν, ήρθα πίσω, δεν τον βρήκα, τον έχασα, να τον πληρώσω κάτι για ό,τι κόπο έκανε, ό,τι αυτά που μας είπε, όχι μόνος μου, μαζί με άλλα παιδιά. Και πήγα στην Αθήνα γιατί ήταν ο αδερφός μου εκεί πέρα. Λοιπόν, «Έλα», λέει, «εδώ για να δούμε πού θα πας να δώσεις εξετάσεις», γιατί τότε έκανες και επιλογή στις ακαδημίες, όπου ήθελες πήγαινες, δεν σε δέσμευε κανένας, μπορούσες να δώσεις στη Μαράσλειο, μπορούσα να δώσω, στα Γιάννενα, μπορούσα να δώσω, στην Τρίπολη μπορούσα να δώσω, στη Λαμία, να δώσεις σε πολλές μεριές, όπου ήθελα, τέλος πάντων. Και μου λέει τότε ο αδερφός μου: «Δεν πάμε», λέει, «στην Τρίπολη;». «Μωρέ Γρηγόρη», του λέω –Θεός σχωρέστον, ήταν πολύ...–, «δεν έχω διαβάσει, δεν είμαι καλά διαβασμένος», γιατί στην Ακαδημία ζητούσαν δύσκολα μαθήματα: ζητούσαν φυσική εβδόμης-ογδόης του Μάζη, δύσκολα δυο βιβλία, τέτοια, χοντρά· ζητούσαν ανθρωπολογία, ανθρωπολογία, ανθρωπολογία ολόκληρη έπρεπε να ξέρεις την ανθρωπολογία, τα πάντα όλα τα όργανα του ανθρωπίνου οργανισμού, τους σκελετούς, τα πάντα, τα πάντα όλα· ζητούσανε μαθηματικά, πρακτική αριθμητική, πρακτική γεωμετρία, θεωρητική γεωμετρία, άλγεβρα. Όλα αυτά τα μαθήματα πού να τα προλάβεις να τα διαβάσεις; Ζητούσανε ελληνική Ιστορία – Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ιστορία του ελληνικού έθνους. Εκεί είχα μία του Χατζή, μία Ιστορία, τα διάβασα, τα είχε περιληπτικά και τα είχα μάθει νεράκι, βέβαια, ότι, άμα μου τύχει, ό,τι μου τύχει, θα γράψω για «Άριστα». Το αντίθετο, όμως, όταν μας βάλαν Ιστορία και έγραψα εκείνα εκεί. Δεν τα ήθελαν, όμως, αυτοί περιληπτικά, όπως τα διάβαζα εγώ στον Χατζή, τα ήθελαν να τα αναλύσουμε αναλυτικά όλα, και το αποτέλεσμα είναι ότι εκεί πήρα τον μικρότερο βαθμό, «8» Ιστορία αντί να πάρω... «20» υπολόγιζα εγώ, τις απάντησα όλες στις ερωτήσεις, Ιστορία του ελληνικού έθνους, μόνο δεν ζητούσαν Ιστορία, λοιπόν, γενικά, ας πούμε, όπως ζητάνε αυτό. Μετά, ελληνικά, σας είπα, το αρχαίο κείμενο δεν μας το έδιναν σε έντυπο επάνω στο αυτό, όπως γίνεται τώρα, αυτό, μας το υπαγόρευε ο καθηγητής μέσα στο τμήμα, στην τάξη, κι εμείς γράφαμε. Εκεί, αν δεν ήξερες καλά συντακτικό και τα μπερδεύεις με τα «ημείς» και με τα «ημέτερος» και με τα «ημείς/υμείς» με ήττα, ύψιλον και αυτό, δεν πρόκειται να βγάλεις νόημα. Και αν και στα αρχαία ελληνικά ήμουνα πολύ καλός, μας έβαλαν ένα δύσκολο κείμενο, θυμάμαι Λυσίας, είχε μιάμιση σειρά στην αρχή μία τέλεια, μετά είχε όλο υποθετικούς λόγους, δέκα-δεκαπέντε σειρές κάτω υποθετικούς λόγους, κι έπρεπε να βγάλεις αυτό, και μετά δυσκολίας, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ, παρότι, ας πούμε, αυτό δεν το... Και έβγαλα κατ’ έννοια, την έβγαλα την ερμηνεία κατ’ έννοια, αλλά έβγαινε, όμως, σωστή η ερμηνεία, όπως ακριβώς... Και στην έκθεση μάς έβαλαν, όχι όπως τώρα βάζουν, τώρα, λογοτεχνίες, κείμενα ολόκληρα να γράψουν, έβαζαν ένα θέμα, π.χ.: «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος», που λένε, «αλλά συμφιλείν έφυν», μας έβαζαν μία αυτό: «Αυτό να το αναπτύξεις και να γράψεις τι σημαίνει αυτό και τι θέλει...», μας έβαζαν κάτι τέτοια, τέτοιες εκθέσεις, τέτοιες μας έβαζαν. Αλλά, ευτυχώς, στην αρχή, ώσπου να ξεκινήσω να πάρω μπροστά και αφού μετρούσαμε και τον χρόνο, γιατί το τρίωρο περνούσε εύκολα –και τότε τρίωρα είχαμε–, δεν μπορούσες να καθυστερήσεις, σου έπαιρναν την κόλλα μετά, όταν έπαιρνα μπροστά, όμως, και ξεκίναγα και αυτό, έγραφα όσο μπορούσα καλύτερα. Και θυμάμαι, λοιπόν... Καλά, το πρώτο μάθημα ήταν τα μαθηματικά. Διάβαζα στο ξενοδοχείο που μέναμε στην Τρίπολη με έναν υποψήφιο συνάδελφο, απ’ τη Μάνη κάτω, ένας Ξυδέας Ιωάννης, ο οποίος ήταν πολύ καλός στα μαθηματικά, διαβάζαμε, τυχαίναμε εκεί πέρα λύναμε ασκήσεις απ’ την πρακτική αριθμητική, απ’ την πρακτική γεωμετρία, απ’ τα... Λοιπόν, και θυμάμαι που βοηθήθηκα πάρα πολύ, ιδίως στην πρακτική αριθμητική και πρακτική γεωμετρία, πού να τα θυμόμουνα εγώ τώρα αυτά όλα; Και όταν μας έβαλαν μέσα, θυμάμαι τύχανε ασκήσεις, τύχανε προβλήματα τα οποία ήταν παρόμοια ακριβώς με εκείνα που λύναμε με τον φίλο μου, ο οποίος δεν πέτυχε δυστυχώς, δεν πέτυχε, δεν μπόρεσε να περάσει. Χαρούμενος, μετά, λύσαμε πρακτική αριθμητική, θυμάμαι μας έβαλαν μερίσματα, μας έβαλαν τόκους, μας έβαλαν τέτοια, αλλά ήταν δύσκολο, όμως, γιατί ήτανε μικτοί οι τόκοι, οι αυτοί, λοιπόν, και τα έλυσα όλα και θεωρητική γεωμετρία και όλα. Και σχεδόν σε όλους τους... σε όλα τα μαθηματικά, και πρακτική αριθμητική και πρακτική γεωμετρία και άλγεβρα και αυτά, τα ’λυσα όλα και, στην ουσία, περίμενα εικοσάρι, εικοσάρι. Αλλά όταν μετά, ζητήσαμε τους βαθμούς, όταν μπήκαμε –βέβαια, βγήκαν τα αποτελέσματα–, μπήκαμε μέσα στην Ακαδημία, ζητήσαμε τους βαθμούς που γράψαμε, στα μαθηματικά, ενώ περίμενα «20», μου βάλαν «17» και ήταν ο μεγαλύτερος βαθμός που είχα πάρει. Στα ελληνικά είχα πάρει «13». Εκεί, όμως, τα αρχαία ελληνικά διπλασιάζονται και η έκθεση διπλασιάζεται, ήταν έτσι οι νόμοι τότε εισαγωγής στις ακαδημίες. Το «13» που είχα πάρει αρχαία ελληνικά έγινε «26», το «16», που είχα πάρει έκθεση έγινε «32», συν μαθηματικά, φυσική – η φυσική, θυμάμαι, φυσική εβδόμης-ογδόης, πού να προλάβω να τα διαβάσω δυο βιβλία, τόμους του Μάζη, σας είπα, τόσα μεγάλα, χοντρά, και δύσκολα μέσα με κάτι απεικονίσεις, μέσα με κάτι συντεταγμένες με κάτι αυτά, μέσα και ασκήσεις και προβλήματα; Θυμάμαι μονάχα έγραψα κάτι ορισμούς, που τους θυμόμουνα τους ορισμούς απ’ το Γυμνάσιο εκείνους τους ορισμούς, τους έγραψα. Αλλά έγραψα, όμως, άπταιστα την ανθρωπολογία και πήρα «11», δεν πήρα κάτω απ’ τη βάση, κάτω απ’ το «10», πήρα «11». Οπότε «11», 11 από κει, 16 και 32 και 26, 58, πόσο κάνει, και 11, 69 και 17, 94; Λοιπόν συμπλήρωσα 94 μονάδες. Η εισαγωγή για να μπεις στην Ακαδημία ήταν 70 μονάδες, εγώ είχα συμπληρώσει 94. Αλλά δεν ήταν αυτό. Μετά, τον Γενάρη-τον Φλεβάρη, όπως και σήμερα, δυστυχώς δεν λείπουν τα ρουσφέτια κι αυτά, κάποιοι κάποιους ήθελαν να εξυπηρετήσουν, βουλευτές τότε, αυτό, και προχώρησαν, έβαλαν και χαμηλότερα ακόμα τη βάση κάτω για να βάζουν τους δικούς τους όπως ήθελαν μέσα. Και γέμισε η ακαδημία, μετά, δασκάλους υποψηφίους – υποψήφιοι δάσκαλοι, τώρα, μπαίνει... υποψήφιος δάσκαλος λέγεσαι όταν δίνεις πτυχιακές στο τέλος και παίρνεις το [00:30:00]πτυχίο σου, λοιπόν, και γέμισε η ακαδημία τότε, αλλά εγώ είχα μπει, όμως, απ’ τους πρώτους σχεδόν στην Ακαδημία. Μετά, τι άλλο; Λοιπόν, ναι, στην Ακαδημία πάλι κι εκεί δύσκολα ήταν τα πράγματα, γιατί λειτουργούσε η ακαδημία σαν Γυμνάσιο, και χειρότερα από Γυμνάσιο, χειρότερα απ’ το Γυμνάσιο, χειρότερα απ’ το Γυμνάσιο: είχε απουσίες κάθε μέρα, είχε μαθήματα, σήκωναν απάνω με κατάλογο, σου έβαζαν βαθμούς, δεν είχαμε... Το κυριότερο και δυσκολότερο ήταν που δεν είχαμε φυλλάδια, δεν είχαμε τότε συγγράμματα να διαβάζουμε εμείς, ό,τι έλεγε ο καθηγητής, όποιος προλάβαινε και το έγραφε, το ‘γραφε, όποιος δεν προλάβαινε, εδώ. Αλλά ευτυχώς είχα έναν καλό συνάδελφο –ο οποίος έγινε και ψυχολόγος μετά, πήγε στην Αμερική, και έχουμε αλληλογραφία ακόμα, επικοινωνούμε, ένας Κοκκώνης απ’ τον Άγιο Βασίλειο–, ο οποίος είχε τέτοια αυτή, γρηγοράδα, τα ‘πιανε όλα, και τον παρακαλούσαμε όλοι, αλλά ήταν τόσο πολύ καλόψυχος, που μας τα ‘δινε, πήγαινε και τα ‘βγαζε, τα ‘γραφε, μας έδινε, τα διαβάζαμε. Γιατί εκείνα είχαμε για βιβλία, δεν είχαμε... δεν κυκλοφορούσαν ούτε φυλλάδες, ούτε τίποτα, ούτε βιβλία είχαμε τότε στην ακαδημία. Τα διαβάζαμε και από εκείνα δίναμε και εξετάσεις μετά, κάθε Φλεβάρη και τον Ιούνιο, τον Φλεβάρη πέρα. Λοιπόν, ο χρόνος στην Ακαδημία, η φοίτηση στην Ακαδημία ήταν διετής. Εγώ μπήκα το 1959 τον Σεπτέμβριο μήνα και τελείωσα το 1961 τον Ιούλιο, 6-7 Ιουλίου το 1961 τελειώσαμε την Ακαδημία. Στο τέλος... Εντωμεταξύ, κάναμε εκεί στην Ακαδημία, είχαμε και το άλλο: είχαμε πρότυπα δημοτικά σχολεία, μονοθέσιο, διθέσιο, εξαθέσιο σχολείο, στα οποία εκπαιδεύονταν οι δάσκαλοι, οι υποψήφιοι δάσκαλοι έμπαιναν μέσα, και μαζί με τον καθηγητή ο οποίος θα σε παρακολουθούσε και ανάλογα τι μάθημα θα ‘κανες –θα ‘κανες Ιστορία; Θα ερχόταν να σε παρακολουθήσει αυτός που σου έκανε Ιστορία. Θα έκανες αρχαία ελληνικά; Θα ερχόταν αυτός που σου έκανε αρχαία. Έκανες μαθηματικά; θα ερχόταν αυτός που σου έκανε μαθηματικά–, και παρακολουθούσε το μάθημα από την αρχή μέχρι το τέλος να δει: εφαρμόζεις τους κανόνες της παιδαγωγικής που μαθαίναμε, στο σχολείο; Μέσα στην ακαδημία, γιατί εκεί εφαρμόζαμε κανόνες: την ολική μέθοδο, τη μέθοδο του αυτουνού, του –πώς τον λένε; Είδα και φέτος, είχαμε πάει... πέρυσι, είχαμε πάει εκδρομή στην Ελβετία, στο Λουγκάνο, είδα, πώς λεγόταν αυτός ο παιδαγωγός ο μεγάλος παιδαγωγός; Είδα το... μας έδειξαν εκεί το σπίτι, υπάρχει και οδός. Ελβετός ήταν αυτός. μου διαφεύγει τώρα πώς λέγεται αυτός, μου διαφεύγει. Αν το θυμηθώ, θα το...–, και παρακολουθούσε αυτός και σε βαθμολογούσε μετά ο καθηγητής της Ακαδημίας, της Σχολής, σε βαθμολογούσε και γινόταν κριτική: πού έκανες λάθος, πώς έπρεπε να το πω εκείνο, πώς να το πω τ’ άλλο, για να διορθώνουμε τα εσφαλμένα. Αυτό γινόταν συνήθως τον δεύτερο χρόνο. Τον πρώτο χρόνο τα είχαμε θεωρητικά, τα μαθαίναμε στη θεωρία, τα μαθαίναμε στη θεωρία, την ολική μέθοδο μαθαίναμε, την... Λοιπόν, έπρεπε πρώτα να δημιουργούμε αφόρμηση, να δίνουμε στα παιδιά την αιτία, να μας καταλάβουν περίπου για τι θα τους μιλήσουμε, την αφόρμηση, μετά την ανάπτυξη του θέματος και στο τέλος τον επίλογο του θέματος, τα συμπεράσματα, να εφαρμόζουμε όλα αυτά ακριβώς που μαθαίνουμε τον πρώτο χρόνο, να τα εφαρμόζουμε στην πράξη επάνω στο σχολείο, μέσα στην τάξη εκεί. Εκείνο που κάποτε με δυσκόλεψε λίγο πολύ ήταν το μάθημα της γραμματικής, εκεί περνούσαμε όλοι από τη γραμματική, εκεί έπρεπε, για να διδάξεις την πρώτη-δεύτερη κρίση, έπρεπε να σχηματίσεις προτάσεις με κάποιο ουσιαστικό, να το κλίνεις σε όλες τις πτώσεις στον ενικό και στον πληθυντικό, εκεί ήταν λιγάκι δύσκολο να σχηματίσεις προτάσεις, να τις γράψει στον πίνακα και να το καταλάβουν και τα παιδιά πώς βγήκε, δεν ήτανε... Λοιπόν, μαθαίνουμε σήμερα για την πρώτη κλίση για τη δεύτερη, ξέρω γω, όχι, έπρεπε με παραδείγματα πάνω να τα γράφουμε στον πίνακα: «Ο γεωργός τι κάνει;», ας πούμε, «Οργώνει το χωράφι του», «Του γεωργού το χωράφι είναι καρπερό», για τη γενική, τη δοτική κοκ., όλες τις πτώσεις. Εκεί ήταν λιγάκι δύσκολο το μάθημα και θυμάμαι ότι δυσκολεύτηκα λιγάκι, αλλά, όμως, τα κατάφερα, γιατί... Αλλά περνούσαμε όλοι απ’ το μάθημα αυτό, όλοι το παρακολουθούσαν. Στη γυμναστική κάναμε και μιμητικές ασκήσεις, για τα μικρά τα παιδιά της πρώτης, της πρώτης, της δευτέρας τάξης, γιατί κάναμε και μιμητικές ασκήσεις στο Σχολείο εκεί, στην Ακαδημία. Και που ήμουν τυχερός στο τέλος, όταν θα έδινα πτυχιακές εξετάσεις, μου έτυχε να κάνω γυμναστική σε παιδιά μικρούλια, της πρώτης τάξης, και μάλιστα με παρακολούθησε ο γενικός διευθυντής της Ακαδημίας, ένας Αλέξανδρος Παρασκευόπουλος, ένας γεραλέος άνθρωπος, πολύ σοβαρός, πολύ. Εκεί έπρεπε, αυτός... έπρεπε να βγάλεις γραβάτα, να τ’ αφήσεις κάτω, να βγάλεις σακάκι, να βγάλεις αυτό, να πέσεις κάτω στην άμμο, να κάνεις τις ασκήσεις μιμητικές, όπως τις έκανα εγώ να τις κάνουν και τα παιδάκια, και μαζευόντουσαν όλα και τις έκαναν χαρούμενα και με γέλιο και αυτό, και μου έδωσε συγχαρητήρια και μου έβαλε «Άριστα», για πρώτη φορά, που κανένας γενικώς δεν έβαζε «Άριστα» σε υποψηφίους δασκάλους, δεν έβαζε κανένας. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, κι εμένα μου άρεσε! Αλλά σε άλλους τύχαιναν πολύ δύσκολα, σε άλλους τύχαινε χημεία, κατασκευή σάπουνος, να φτιάξει σαπούνι, να πάρει λάδι, να πάρει αυτά – πώς να τα κατασκευάσει αυτός; Σε άλλους τους τύχαιναν δύσκολα μαθήματα, δύσκολο στο πτυχιακό στο τέλος, ήταν κι εκείνο το πρόβλημα με το άγχος που είχαμε: «Θα μας τύχει καλό; Τι θα αυτό;», γιατί προσμετρούσε πολύ ο πτυχιακός βαθμός. Λοιπόν, τέλος πάντων, καλά, τα δύο χρόνια αυτά που μέναμε εκεί στην Ακαδημία, τον πρώτο χρόνο μέναμε σε κάποιον εκεί που είχε αυτό, αλλά δεν μέναμε ευχαριστημένοι. Μέναμε με έναν άλλο συνάδελφο, ο οποίος είχε πάει και φαντάρος εκείνος πρώτα –εγώ δεν είχα πάει φαντάρος– και γύρισε και μετά έδωσε εξετάσεις στην Ακαδημία και μπήκε, δεν είχαμε, δεν μας άφηναν φως, πληρώναμε εκατό-εκατόν πενήντα ευρώ – δραχμές τον μήνα ενοίκιο, εγώ και αυτός, γιατί ένας να τα πληρώσει δεν έβγαινε και γι’ αυτό αναγκαζόμασταν να βρεθούμε δυο τουλάχιστον, γιατί και οι τρεις δεν διαβάζαμε, και μας έκοβαν το φως, έρχονταν τη νύχτα, εμείς διαβάζαμε, πήγαινε 00:00-01:00 διαβάζαμε, και έρχονταν, σιγά-σιγά, και μας έλεγαν: «Ακόμα το φως αναμμένο;», μας το έκλειναν. Μία-δυο φορές-τρεις, αφού είδαμε έτσι, αναγκαστήκαμε, λοιπόν, αναγκαστήκαμε και φύγαμε και μείναμε σε μια πρόσφυγα που έμενε λίγο πιο κάτω, ήταν πιο κοντά στην Ακαδημία εκείνη η πρόσφυγα, Χαρίκλεια Σειρίου λεγόταν, Θεός σχωρέσ' την, μετάνιωσα, στο τέλος, ενώ μου ζήτησε μία κουβέρτα να της δώσω –είχα μια καλή κουβέρτα, την είχε φτιάξει η μητέρα μου: «Σπύρο», λέει, «τον νου σου», λέει, «την κουβέρτα», γιατί χωρίς εκείνη δεν ξημέρωνα στην Τρίπολη, η Τρίπολη κάνει πολύ κρύο, πέφτει χιόνι, πέφτει αυτό κλπ.–, μου τη ζήτησε η καημένη, έκαμα σφάλμα, έπρεπε να τη δώσω. Και την έδωσα, την πήρε ο αδερφός μου, μετά, ο Γρηγόρης, ο οποίος, λοιπόν, δεν πήγε άσχημα κι εκεί, και ο Γρηγόρης που την πήρε, γιατί και αυτός με βοήθησε. Πώς με βοήθησε; Πήγαμε στην Τρίπολη, «Δεν πάμε», λέει, «στην Τρίπολη; Έχω έναν γνωστόνε», μου λέει, «εκεί πέρα που είναι, που έχει μία αδερφή», λέει, «που δουλεύει στην Ακαδημία, σαν οικιακά, κάνει το μάθημα των οικοκυρικών», λοιπόν, «που τον γνωρίζω. Δεν πάμε;», λέει, «Με καλύτερο θάρρος», λέει, «θα πας». Λοιπόν, κι έτσι αποφάσισα και πήγα, λοιπόν, πήγα στην Τρίπολη, και ήταν και αυτό κάτι που με βοήθησε. Αλλά τότε είχαμε... ήταν δυσκολία και το άλλο: Εμείς, μας μετρούσαν και στο ανάστημα, εάν το ανάστημα ήσουνα κάτω από 1,55, δεν σε έπαιρναν, σε έκοβαν. Αυτό ίσχυσε και μετά, μετά, μετά, όταν έδωσε η κουνιάδα μου στην Πάτρα, την είχα πάει εγώ για να δώσει, να τη μετρήσουν και να... Λοιπόν, τη μέτρησαν και, για κάποια στιγμή, βγαίνει έξω απ’ την επιτροπή και μου λέει: «Σπύρο, με έκοψαν». «Σώπα, τι λες, μωρέ;», της λέω. Εντωμεταξύ, γνώριζα εγώ στην Πάτρα, από έναν αδερφό μου που ήτανε εδώ στο Αγρίνιο, γνώριζα τον διευθυντή της Νομαρχίας, ένας Νίκος Σερπάνος, πολύ καλός άνθρωπος κλπ.: «Κυρ-Νίκο, βοήθησέ μας ό,τι μπορείς, αν γνωρίζεις» κλπ., «Έτσι και έτσι», λέω, «Έφερα αυτή και μου είπε ότι την έκοψαν στο ανάστημα. Τουλάχιστον να την κόψουν από μαθήματα ή αν δεν αυτό». Αλλά αυτή ήταν τυχερή, δεν έδωσε εξετάσεις, τους έπαιρναν τότε με το «Άριστα», το «Άριστα». Και πώς τους έπαιρναν με το «Άριστα»: Όταν θα τελείωνε –ήταν εδώ στο Αγρίνιο–, τη φέραμε στον Άγιο Βλάση απάνω που ήμασταν εμείς, εκεί πέρα, και εκεί στο Γυμνάσιο εγώ τους είχα όλους γνωστούς, ήταν και καλή μαθήτρια και αυτή, και τη βοήθησαν λίγο όλοι και αυτοί, και έβγαλε ένα «18»-«18,5», λοιπόν, έβγαλε στο απολυτήριο –αν και έβγαζε πάντοτε καλούς βαθμούς– και δεν χρειάστηκε πολύ να την αυτή και πέρασε χωρίς, ήταν τότε το 1978-το ’79, με έναν νόμο του Ράλλη που περνούσαν σαν αριστούχοι στις ακαδημίες χωρίς εξετάσεις. Λάθος, όμως, αυτός ο νόμος, [00:40:00]πολύ λάθος, γιατί πολύ τους έδιναν τα βιβλία, άνοιγαν και διάβαζαν και έγραφαν, έτσι, δεν είναι δυνατόν, πώς συναγωνίζεσαι εσύ τον άλλον που δίνει, γράφει ελληνικά, γράφει αρχαία ελληνικά, του ζητάει να γράψει ιστορία, να γράψει εκείνο, και εσύ χωρίς εξετάσεις, επειδή έχεις «18»; Λοιπόν, και οι περισσότεροι, κάτι καθηγητές έξυπνοι, πονηροί, τους έστελναν τα παιδιά τους όσοι καταλάβαιναν αυτό, έπαιρναν στα σχολεία, έπαιρναν τους καθηγητές: «Βάλτε τους βαθμούς», «Βάλτε τους αυτό, να πάει αυτό», λοιπόν, είχαμε πολλές περιπτώσεις. Και στο χωριό της γυναίκας μου, κάνα δυο οι οποίοι ήταν στον Άγιο Βλάση στο Γυμνάσιο δεν άξιζε για να πάνε για την Ακαδημία, δεν άξιζε, γιατί, λοιπόν, πήγε ο παπάς που ήτανε χωριανός μας πάνω στο Καρπενήσι, στην Τεχνική Σχολή είχανε γραφτεί, είχανε μπει και: «Βάλτε τους», λέει, «κάνα βαθμό, θέλουν να πάνε δάσκαλοι, είναι φτωχά παιδιά...». Λοιπόν, και τα βοήθησαν και βγήκαν, βγήκανε δάσκαλοι. Αλλά, όμως, μετά φαίνονται τα σφάλματα, όταν ήταν δάσκαλοι εδώ και έγραφαν αναφορές στον προϊστάμενο, στον επιθεωρητή κλπ., «Διάβασε εδώ, Σπύρο», λέει, «να δεις τι λάθη» κλπ. Λέω: «Θα είναι από αυτούς», λέω, «οι “αριστούχοι”», λέω, «που μπήκαν». Λέει: «Ποιος θα είναι από μας;», λέει, «Από αυτούς είναι». Τέλος πάντων, καλά, και θέλω να πω ότι τότε εμείς διαβάζαμε κι έπρεπε να βγάλουμε και καλό βαθμό και στην Ακαδημία, να βγάλουμε καλό βαθμό, γιατί έπαιζε ρόλο ο βαθμός και στον διορισμό. Στον διορισμό αν είχες καλό βαθμό, πήγαινες πρώτος στη σειρά, είχαμε λίστες, επετηρίδες, σε έβαζαν στη σειρά ανάλογα με τον βαθμό, ανάλογα με το αν είχες τελειώσει στρατιωτικό, αυτό, αν είχες, επίσης, μας ζητούσαν τότε και βεβαιώσεις νομιμοφροσύνης, αν είχαμε γραφτεί πουθενά σε καμία οργάνωση, όπως ήταν τότε, ΕΠΟΝ, ΕΛΑΣ, ΕΑΜ, σε κάτι τέτοια, τα οποία εμείς δεν τα ‘χαμε, ήταν άγνωστα για μας τότε ακόμα, για την εποχή εκείνη, μας τα ζητούσε, όμως, μετά, μέχρι ακόμα και σε αναπληρωτές μάς ζητούσαν τέτοια χαρτιά να στείλουμε στο Υπουργείο για να μας διορίσουνε. Μετά, λοιπόν, όταν τελειώσαμε, 6-7 Ιουλίου, αμέσως, λοιπόν, πήγα στο χωριό και εκεί με περίμενε, εδώσαμε σήμα στο στρατολογικό γραφείο ότι τελειώσαμε, τελειώσαμε την Ακαδημία, πήραμε πτυχίο, και αμέσως μας ήρθε σήμα, αμέσως, ταχυδρομικά, αυτό, αμέσως να παρουσιαστούμε στο ΚΕΝ Κορίνθου, άλλος στο ΚΕΝ Μεσολογγίου, άλλος στο ΚΕΝ Καλαμάτας, όπου ήτανε... Εμάς μας έστειλαν στο ΚΕΝ Κορίνθου σαν υποψήφιους εφέδρους αξιωματικούς. Λοιπόν, εκεί που 14 Ιουλίου του 1961 παρουσιαστήκαμε φαντάροι στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Κορίνθου, εκεί γνωρίσαμε πάλι τους φίλους μου που ήμασταν απ’ την Ακαδημία – άλλους γνωρίσαμε, άλλους δεν γνωρίσαμε, γιατί τότε ίσχυε κούρεμα, έπρεπε να κουρεύεσαι σύριζα, όχι λίγο-λίγο απέξω-απέξω να κουρεύεσαι πάνω-πάνω, να είσαι κουρεμένος, και γελούσαμε ο ένας με τον άλλον: «Είσαι εσύ ο τάδε;», «Είσαι εσύ ο τάδε;», «Είσαι εσύ ο τάδε;»! Τέλος πάντων, καλά πέρασαν αυτά, περάσαμε καλά, αλλά τύχαμε, όμως, είχαμε καλούς, καλούς αξιωματικούς, τύχαμε σε καλό λόχο. Kαι μετά από αυτό, μετά τη βασική εκπαίδευση, πήγαμε στην... Αλλά είχαμε, όμως, και μερικούς από δω, Αιτωλοακαρνάνες, γνωστούς μας, από δω. Μάλιστα με έναν πηγαίναμε από εδώ μαζί, είχαμε πάει μαζί όταν πήγαινα να παρουσιαστώ, ήταν με άδεια αυτός, από την Αλευράδα επάνω: «Άμα τύχεις στον λόχο μου θα περάσουμε πολύ ωραία και θα κάνουμε αυτό και θα κάνουμε τούτο, μη σε νοιάζει καθόλου, μη στεναχωριέσαι!», και που τύχαμε στον ίδιο λόχο, και το θέμα ποιο είναι; Ότι τα μεγαλύτερα καψόνια μάς τα ‘κανε αυτός: μας έπαιρνε τα παπούτσια το πρωί, μας τα τρύπωνε και δεν είχαμε πώς να βγαίνουμε. Εντωμεταξύ, η σάλπιγγα χτύπαγε έξω να μπούμε στη γραμμή, εμείς εψάχναμε να βρούμε παπούτσια, μας τα τρύπωνε ο Καϊπάνος. Καλά, το τι άκουσε μετά, όταν απολύθηκε και αυτά: «Δεν ντρέπεσαι λιγάκι, μωρέ, τι μας έλεγες τότε;», λέω, «Εσύ πήγαινες να μας κάνεις καψόνια, να μας κάνει κανείς άλλος, να μην τον γνωρίζαμε, θα λέγαμε». Είχαμε, όμως, κάτι άλλα στουρνάρια, αγράμματους, τους έδιναν μια σαρδέλα εδώ, υποδεκανείς ή δεκανείς, για να τιμωρούν τους φαντάρους, ήταν τέτοιο το σύστημα. Και θυμάμαι, λοιπόν, όταν έκανες κάτι, αυτό, ή δεν προλάβαινες να βγεις έξω, σου έλεγαν: «Τέσσερις μέρες στα καζάνια, τρεις ημέρες στην “Καλλιόπη”, να καθαρίζεις τις τουαλέτες», τέλος πάντων. Και θυμάμαι ο δόλιος, ένας Βάρβογλης, ήτανε γιος καθηγητή, γιος καθηγητού, της χημείας –Βάρβογλης υπήρχε και καθηγητής–,παιδεύονταν εκεί να καθαρίσει τις λαμαρίνες εκεί, τιμωρία τον έβαζαν εκεί. Ε, αυτοί καθάριζαν, δεν είχε εκεί γυναίκες να καθαρίζουν αυτό, πάλι οι ίδιοι οι φαντάροι από τιμωρία. Πρόσεχες, λοιπόν, να μην κάνεις λάθος, κάτι στραβό και σε βάλουν τιμωρία και κάθεσαι και παιδεύεσαι εκεί πέρα μες στη ζέστη, γιατί η Κόρινθος δεν είχε και νερό, επίσης, εκεί πέρα, υποφέραμε και από νερό, δεν είχαμε νερό, με τα βυτία μάς φέρνανε νερό να πίνουμε, όχι για να αυτό. Ύστερα, λοιπόν, μας πήγανε, μας έβαζαν, κάναμε καμιά δεκαριά μέρες, δεν είχανε και ρούχα να μας ντύσουνε εκεί πέρα στρατιωτικά, λοιπόν, και πηγαίναμε με τα πολιτικά στις ασκήσεις, πότε στα Εξαμίλια, πότε στις Κεχριές, τροχάδην, γυρίζαμε πίσω στο γήπεδο και κάναμε σημειωτόν μέχρι, λέει, να βγάλει νερό από κάτω, μας έλεγαν: «Να βγάλει νερό το χώμα κάτω, να βγάλει νερό, θα κάνουμε σημειωτόν συνέχεια», αν είναι δυνατόν, η άμμος το καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα, να βγάλει νερό. Λοιπόν, μας κάνανε καψόνια αρκετά, πραγματικά. Είχαμε, όμως, και καλούς αυτούς, γιατί σε άλλους λόχους κοπανούσαν φυλακές, με το τσουβάλι, εμείς γλιτώσαμε, εγώ δεν είχα πάρει ούτε μία τιμωρία, κράτηση, έτσι λεγόταν. Τους τιμωρούσαν και με κράτηση, τέσσερις μέρες κράτηση, δεν μπορούσες να βγεις έξω, λοιπόν, γιατί κάθε Σαββατοκύριακο σου έδιναν ένα χαρτάκι, μία δίωρη άδεια, έβγαινες έξω, ήθελες να πιεις έναν καφέ, να πιεις κάτι, να κάνεις μια βόλτα στην παραλία και να γυρίσεις πάλι ορισμένη ώρα, ούτε μία κράτηση. Τελειώνοντας από εκεί, λοιπόν, μας πήγανε στο Σέδες, στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, στο 561. Εκεί καθίσαμε τέσσερις-πέντε μήνες, εκεί γνώρισα, ήμασταν στον ίδιο λόχο με έναν Κοινούση, ο οποίος Κοινούσης είναι και τραγουδιστής αυτός, δεν ξέρω αν έχεις ακούσει, Κοινούσης, λοιπόν, Γιώργος Κοινούσης είναι τραγουδιστής αυτός, λοιπόν, και μια βραδιά μας... ήμασταν φρουρά στην πύλη και έβγαινε και στη Θεσσαλονίκη αυτός, πήγαινε και τραγουδούσε μαζί με τον Αγγελόπουλο, έναν τραγουδιστή, λοιπόν, πήγαινε, και έτυχε το βράδυ εκείνο εκεί ήρθε και μόλις με γνώρισε ήθελε να μου κάνει καψόνι εμένα. «Σε εμένα», λέω, «Γιώργο, πας να κάνεις καψόνια; Άντε», λέω, «πέρασε μέσα τώρα και μη μιλάς». Μέναμε στον ίδιο θάλαμο, ήμασταν εκεί, καλό παιδί. Λοιπόν, αυτό. Μετά, φύγαμε από κει – ή, μάλλον, με πήρανε εμένα από κει, απ’ την Κόρινθο – απ’ το Σέδες, απ’ τη Θέρμη, και για έξι μήνες ζητούσε τότε ο διοικητής του τάγματος, Κέντρου Εκπαιδεύσεως Καταδρομών Ρεντίνης Θεσσαλονίκης, ζητούσε έναν δάσκαλο στρατιώτη για να κάνει μάθημα σε παιδιά του Δημοτικού, ήτανε έξι-οχτώ παιδάκια σε ένα χωριουδάκι, Ρεντίνα Θεσσαλονίκης, είναι ένα χωριουδάκι έξω, πιο πάνω από τη Θεσσαλονίκη, κοντά στη λίμνη Βόλβη, στη Μικρή Βόλβη και στη Μεγάλη Βόλβη, που δεν μπορούσανε να πάνε στο σχολείο –στη Μεγάλη Βόλβη–, έπρεπε να πηγαίνουν περπατώντας, και φρόντιζε αυτός να φέρνει έναν δάσκαλο στρατιώτη ανά εξάμηνο, δεν μπορούσε περισσότερο, να κάνει μάθημα στα παιδάκια, γιατί περνούσαν ρέματα, περνούσαν χαντάκια, περνούσαν... και ήταν επικίνδυνα για τη ζωή τους να πάνε στο άλλο το χωριό, στη Μεγάλη Βόλβη που ήταν το σχολείο τριθέσιο να πάνε, και με πήραν και πήγα εκεί πέρα για να κάνω τον δάσκαλο. Όταν με πήγαν εκεί πέρα, με βάλαν σε έναν λόχο διαχειρίσεως, ναι, σε αυτό ήταν διοικητής ένας ίλαρχος –ίλαρχος λέμε στον στρατό αυτοί που έχουν μαύρο σκουφί–, λοιπόν, και ήταν Κρητικός, Βελγάκης λεγόταν. Εγώ συνήθως το πρωί έπρεπε να πάω στο σχολείο, να ανοίξω την πόρτα, τώρα που είναι και χειμώνας, χειμώνας σχεδόν, λοιπόν, να ανοίξω εκεί πέρα, να ανοίξω τη σόμπα να ζεσταθούν τα παιδάκια, έτρεμαν ερχούνταν εκεί να ζεσταθούν, αυτό, και έπρεπε να ‘μαι εκεί. Εντωμεταξύ, αυτός, όμως, ήθελε να είμαι στη Μονάδα, να παρουσιάζομαι έξω, εκεί που παρουσιάζονται οι φαντάροι οι άλλοι, λοιπόν, έμπαινα στη γραμμή... Λοιπόν, κάποια στιγμή, με βλέπει ο διοικητής του τάγματος εδώ πέρα, αυτός, ένας, λεγόταν... πολύ καλός άνθρωπος, ήταν λεβέντης άνθρωπος, μακάρι να ήταν κι όλοι έτσι σαν αυτόν, Σπαντιδέας Ιωάννης λεγόταν αυτός, λοιπόν, και αυτός ήταν από κάτω, Μανιάτης ήταν, αλλά, όμως, διέφερε από τους Μανιάτες: «Τι θέλεις εδώ πέρα», λέει, «εσύ δάσκαλε;». Λέω –και μάλιστα με είχε βγάλει στην αναφορά, δεν πήγαινα τις άλλες ημέρες, δεν ήμουνα το πρωί εκεί στην αναφορά–, λέω: «Κύριε διοικητά, ο κύριος», λέω, «Βελγάκης», λέω, «με έβγαλε εδώ αναφορά», λέω, «επειδή δεν ήμουνα, δεν παρουσιάζομαι εδώ τα πρωινά, εδώ στην αναφορά του λόχου», γιατί έδιναν αναφορά στον λόχο: τόσοι στρατιώτες, τόσοι λόχοι, τόσα αυτά. Λοιπόν: «Γιατί σε φέραμε εδώ πέρα», λέει, «κύριε Βελγάκη;», του λέει, «Γιατί τον φέραμε εδώ πέρα;», λέει, «τον κύριο το δάσκαλο;», λέει, «Δεν τον φέραμε εδώ πέρα...», λέει, «Τον φέραμε [00:50:00]για τα παιδάκια», λέει, «που είναι εκεί πέρα, τον περιμένουν στο σχολείο». Και μάλιστα, που έτυχε μια μέρα, λοιπόν, και έτυχε και ήταν και ο επιθεωρητής ο δημοτικών σχολείων, που περνούσε και ήλεγχε τα παιδιά, έκανα όπως κανονικά που... Λοιπόν, με παίρνει από κει πέρα ο διοικητής: «Αίσχος», του λέει, «κύριε Βελγάκη», λέει, «αίσχος», λέει, «τιμωρείς τον άνθρωπο, τον έφερες εδώ», λέει, «τον άνθρωπο. Αφού έχει σχολείο», λέει, «γιατί τον φέραμε εδώ πέρα;», λέει, «Δεν είχε μονάδα εδώ πέρα αυτός, είναι εκεί η θέση του». Λοιπόν, τον ντρόπιασε μέσα στον λόχο, μέσα στο τάγμα όλο, αλλά ήτανε αγροίκος άνθρωπος εκείνος ο Βελγάκης, δεν ήτανε σωστός άνθρωπος. Και πήγαμε στο σχολείο, λοιπόν, και να και ο επιθεωρητής. Λοιπόν, «Κύριε επιθεωρητά», λέω, «συγγνώμη, επειδή είμαι και φαντάρος», λέω, «έπρεπε να είμαι και στην αναφορά του λόχου, δεν πήγα, ο κύριος διοικητής», λέω, «από δω ήρθε», λέω, «και έλεγξε και τον κύριο λοχαγό που με κράτησε εκεί πέρα» κλπ. «Το ξέρω», λέει, «παιδί μου, το ξέρω». «Τι να κάνω;». «Κάνε υπομονή», λέει. Λοιπόν, «Τι να κάνω;», λέω, λοιπόν, και έκατσα έξι μήνες εκεί, έκανα το σχολείο, αλλά δεν είχα προβλήματα μετά πάλι, άλλα προβλήματα δεν είχα με αυτόν εκεί πέρα. Ώσπου μετά, μου ήρθε μετάθεση και έφυγα για την Καστοριά, έφυγα για την Καστοριά, σε τάγμα πάλι προκαλύψεως, 574, που είναι απάνω απ’ την Καστοριά προς το... σε ένα χωριό κοντά στο... τώρα είναι μεγάλο χωριό, τώρα, τότε ήταν μικρό χωριό – δεν το θυμάμαι, δεν θυμάμαι πώς το λένε, ένα χωριουδάκι κοντά στη μεσοποταμία, κοντά στον Αλιάκμονα ποταμό, δεν το θυμάμαι, αν το θυμηθώ... δεν το θυμάμαι. Τέλος πάντων, εκεί σε μια ραχούλα απάνω, εκεί ήταν το τάγμα. Και πήγα εκεί πέρα και με βάλαν πάλι στον λόχο διοικήσεως εκεί πέρα, στον λόχο διοικήσεως. Επειδή, όμως, είχα εκπαιδευτεί και στην αποκρυπτογράφηση, ο λοχαγός στο Α2 των μυστικών υπηρεσιών του τάγματος με όρισε, υπεύθυνο για να εξηγώ σύμφωνα με τα αυτά που είχα και με την εκπαίδευση που είχα, γιατί ήμουνα σαν γραφέας και αποθηκάριος εκεί στη Μονάδα στην αποθήκη, κρατούσα όλα τα υλικά υπεύθυνα και είχα αυτό, και μου λέει: «Θα αναλάβεις», λέει, «και την υπηρεσία πληροφοριών, γιατί έχεις κάνει», λέει, «εκπαίδευση αποκρυπτογράφησης και δεν θα φαίνεσαι μονάχα σαν γραφέας εδώ του λόχου» και το αυτό. «Εντάξει, κύριε λοχαγέ» του λέω – ένας Λουκόπουλος, καλός άνθρωπος, πολύ καλός άνθρωπος. Λοιπόν, αλλά το δύσκολο που ήτανε εκείνο κει, ότι κάθε νύχτα, τις περισσότερες, τις νυχτερινές ώρες, ερχόντανε κάτι σήματα απ’ τα Σώματα, απ’ το Α΄ Σώμα, απ’ το Β΄ Σώμα, απ’ το Αρχηγείο, και αυτά ήτανε σε σχήματα, γραμμένα σε αλφάβητο: α, γ, δ, ζ, έπρεπε να μεταφέρω, να μεταφράζω, να ξέρω τι σημαίνει το α, το γ, το β, να τα μεταφράζω σε λέξεις αυτά και να λέω και να τα γράφω τι σημαίνουν αυτά, τι σημαίνει αυτό το σήμα, και κυρίως αυτά, κάτι συναγερμοί ήταν κυρίως: τάδε ώρα έγραφε κλπ. Αυτό έκανα, αλλά έκανα, όμως, αρκετή ώρα για να το βγάλω, γιατί ήτανε πολύ... γιατί ήτανε σελίδα ολόκληρη για να βγάλω το σήμα αυτό, να το μεταφράσω σε ελληνικά, σε λέξεις. Και έλεγε αυτό και το πήγαινα στον λοχαγό του Α2 και έδινε το σύνθημα, λοιπόν, χτυπούσε συναγερμό, και ξεκινούσε όλο το τάγμα για άσκηση τη νύχτα, «Άσκηση τάδε στο τάδε μέρος άσκηση» –κατάλαβες;– «να πάμε» κλπ. Τέτοια ήταν αυτά τα σήματα που λαβαίναμε από τις μονάδες, ανώτερες μονάδες, στρατιωτικές μονάδες, και κυρίως για συναγερμούς, για εκπαιδευτικά, αυτά, πού θα κάνουμε εκπαίδευση, πού θα πάμε, λοιπόν, αυτό: «Την τάδε ημερομηνία πού θα πάμε αυτού», όλο τέτοια ήταν. Τέλος πάντων. Καλά, τα έβγαζα πέρα, λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, τα ‘βγαζα πέρα, και δεν άκουσα ποτέ λάθος σήμα, λανθασμένο, να βγάλω λανθασμένο στον λοχαγό του Α2. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τότε σχεδόν που απολύθηκα από αυτό, στις 13 Ιουλίου το 1963. Παρά δέκα μέρες θα ‘κλεινα δύο χρόνια ακριβώς στον στρατό, στο πεζικό, παρά δέκα μέρες δύο αυτά. Τέλος πάντων. Όλο το διάστημα αυτό που ήμουνα φαντάρος, μία φορά πήρα άδεια, δεν είχε ούτε σαρανταοχτάωρες ούτε εικοσιτετράωρες, ούτε εφταήμερες, ούτε αυτό, μόνο την κανονική άδεια και εκείνη με το ζόρι την πήρα, γιατί δίσταζε ο λοχαγός, ο διοικητής του τάγματος εκεί πέρα να δώσει άδεια για ολόκληρο... γιατί δεν είχε: «Δεν έχω», λέει, «αντικαταστάτη, δεν έχω αντικαταστάτη» – κατάλαβες; Δεν είχε άλλον που να βάλει στο Α2 ή να βάλει για τα σήματα, αποκρυπτογράφο να βάλει, ποιον να βάλει. Λοιπόν, και με το ζόρι κατόρθωσα και πήρα έναν μήνα άδεια και γύρισα στο χωριό το 1962 τον Οκτώβριο μήνα, Σεπτέμβριο προς Οκτώβριο, ήταν τότε που τρυγούσαν στο χωριό, στο Σταυροχώρι επάνω. Αυτά όσον αφορά τη στρατιωτική ζωή. Ευτυχώς, όμως, δεν είχα φάει ούτε μία μέρα φυλακή ούτε κράτηση και απολύθηκα την καθορισμένη ώρα και μέρα, πριν δέκα μέρες κλείσω τα δύο χρόνια, απολύθηκα και πήγα στο χωριό. Στο χωριό που πήγα, επειδή ήταν καλοκαίρι, πήγαμε στο βουνό απάνω, εκεί ήταν κι οι γονείς μου, ασχολήθηκα εκεί με το σπίτι, φτιάξαμε ένα σπιτάκι για παραθέριση, άνοιξα αυλή εκεί, ήταν και ο πατέρας μου, η μάνα μου, τα αδέρφια μου, λοιπόν, ερχόντανε από το χωριό, πότε αυτό, μας έφερναν τρόφιμα, κατεβαίναμε κι εμείς κάτω. Για να κατεβούμε στο Σταυροχώρι κάτω, έπρεπε να κατέβεις, ήτανε μία ώρα-μιάμιση ώρα να κατεβείς κάτω και κούραση, και να ανεβούμε πάλι τα βράδια, τα περισσότερα βράδια ανεβαίναμε πάλι πάνω και ανεβαίναμε φορτωμένοι με τρόφιμα, γιατί κει πάνω δεν είχαμε τι να φάμε, τι να πιούμε. Και στο βουνό που καθούμασταν, λοιπόν, και εκεί τρέχαμε να φέρουμε τα γίδια ή τα πρόβατα πρωί-βράδυ για να τα αρμέξει η μάνα μου, να φτιάξει το τυρί, το γάλα, να βράσει, να αυτό, περάσαμε κούραση, ταλαιπωρία εγώ και ο πατέρας μου και η μάνα μου η ίδια και τα άλλα τα αδέρφια μου και η αδερφή μου. Αλλά ερχόταν κάθε δεύτερο-τρίτο βράδυ, ερχόταν με το άλογο, με το ζώο απάνω και μας έφερναν τρόφιμα και περνούσαμε αυτά. Λοιπόν, αυτά και από τη ζωή μου την αυτή, την πολιτική. Το 1964, ναι, την ίδια χρονιά, την ίδια χρονιά, με παίρνει τηλέφωνο ο αδερφός μου στο χωριό – μάλλον, με ειδοποίησε, μου λέει: «Θέλεις να πας», λέει, «για αναπληρωτής;», γιατί και τότε δεν πήγαιναν εύκολα κι αναπληρωτές, έπρεπε να έχεις γνωστό, έπρεπε να έχεις αυτό, όποιος γνώριζε. Είχε έναν δάσκαλο γνωστό στον Μεσολόγγι, έναν Πούλο –ο οποίος ζει ακόμα, καλά να είναι, Θανάσης, ο όποιος έχασε τον αδερφό του πρόπερσι, πάει τώρα, Χρήστο, που ήμασταν και εδώ μαζί, υπηρετούσαμε μαζί στο 16 υπηρετήσαμε και στο 16–, λοιπόν, «Θες», λέει, «να πας αναπληρωτής, αυτό», λέει, «να πας στο Μεσολόγγι;». Πήγα στο Μεσολόγγι, λοιπόν, τον βρίσκω, γνωριστήκαμε κλπ., λέει: «Α», λέει, «έχω», λέει, «μία θέση και είναι», λέει, «για θέση που εργάζεται στη Γερμανία αυτός, είναι μετεκπαιδευόμενος στη Γερμανία, και είναι τώρα μία δασκάλα, μια Φουσέκη Αναστασία, η οποία διορίζεται κανονικά και μένει κενή η θέση. Θέλεις;». «Πώς δεν θέλω», λέω, «να πάω, αν θέλω να πάω», στον Άγιο Γεώργιο Μεσολογγίου, στον Άγιο Γεώργιο, πάνω από το Ευηνοχώρι, θα το ξέρεις πού είναι απάνω. Λοιπόν, ξεκινάω από εκεί, φορτώνουμε με τον μακαρίτη τον πατέρα μου την κουβέρτα τη μάλλινη, όπως την είχαμε αυτό, άλλα πραγματάκια, ό,τι είχαμε μέσα σε σακβουαγιάζ, αυτό. Έρχομαι στο Αγρίνιο, μένω εδώ στα αδέρφια μου, που έμεναν εδώ πέρα από εκεί, στο τρένο κάτω –είχε τρένο τότε–, μπαίνω μες στο τρένο και κατεβαίνω στο Ευηνοχώρι. Από κει, παίρνω το αστικό, είχε αστικό για τον Άγιο Γεώργιο, έχει κι απ’ το Μεσολόγγι, αλλά έπρεπε να κατέβω στο Μεσολόγγι να το πάρω, δεν ήξερα, ενώ από κει περνούσε το αστικό για τον Αϊ-Γιώργη, περνάει το αστικό και ανεβαίνω και πάω στον Άγιο Γεώργιο. Πήγα εκεί, πήγα σε ένα σχολείο τριθέσιο ήτανε, τρεις δασκάλες, η μία ήτανε υποψήφια για να φύγει, όπως και έφυγε μετά, ήτανε οι άλλες δύο, ήτανε... η μία ήτανε απ’ την Πάτρα –πώς λεγόταν δεν θυμάμαι–, ο άντρας της ήταν αστυφύλακας, ήταν αστυνομικός στην αστυφυλακή –τότε υπήρχε και αστυφυλακή, τότε, αστυνομία πόλεων, υπήρχε και αστυνομία πόλεων, δεν υπήρχε σκέτη αστυνομία, χωροφυλακή υπήρχε, αστυνομία πόλεων, δεν θυμάμαι–, κάποιος αξιωματικός στην αστυνομία πόλεων, δεν θυμάμαι πώς λεγόταν, καλή κυρία, και μία άλλη Βασιλόπουλου, κάπου από εκεί κοντά ο άντρας της, ήταν γεωπόνος. Λοιπόν, παρουσιάστηκα στον επιθεωρητή, πήγα μια μέρα στον επιθεωρητή, ορκίστηκα, γιατί έπρεπε να ορκιστείς, γιατί από τότε αρχίζει και πιάνεται ο συντάξιμος χρόνος και η πληρωμή για να... Πήγα ορκίστηκα και μου λέει: «Θα καθίσεις», μου λέει ο επιθεωρητής, ήταν ένας Ψωμόπουλος, «ώσπου», λέει, «να ‘ρθει άλλος δάσκαλος να σε αντικαταστήσω». Εντωμεταξύ, τι είχε γίνει, όμως; Η άλλη μία έφυγε για την [01:00:00]Πάτρα, πήγε συνυπηρέτηση με τον άντρα της πέρα στην Πάτρα, είχε χρόνια εκεί πέρα, οι άλλη πάλι ζήτησε απόσπαση, έφυγε η Βασιλοπούλου και έμεινα εγώ στον Άγιο Γεώργιο με εκατόν δέκα παιδιά, και όταν πήγα στο σχολείο και είδα την κατάσταση, μια αναρχία επικρατούσε: παιδιά μεγάλα 14-15-16 χρονών, δεν ήτανε 12άρια και 9άρια και 10άρια, και δεν είχαν τελειώσει και πήγαιναν αυτό. Τότε, δίναν εξετάσεις, πέμπτη και έκτη δίνανε εξετάσεις για να περάσουν την τάξη. Δεν μπορούσαν να τα τιθασεύσουν, μεγάλα παιδιά, σηκώνονταν πάνω, έβγαζαν τις σουγιές, έβγαζαν το αυτό, ήταν και επικίνδυνα, όσο αυτό, υπομονή που έκανα, με το ζόρι κατόρθωνα να τα καθησυχάζω και να αρχίσω, να τελειώσω, να κάνω. Εντωμεταξύ, έφυγε η δασκάλα απογοητευμένη, δεν μπορούσε να βάλει σειρά η δόλια, «Γλίτωσα, Σπύρο», μου λέει –ήτανε ο θείος της –ο θείος της ή αδερφός της;–, ήταν ταχυδρομικός, ήταν μαζί με τον Γρηγόρη τον αδερφό μου που ήταν στο ταχυδρομείο–, «δεν μπόρηγα να τα βγάλω πέρα», ήταν εκατόν δέκα. Εντωμεταξύ, είχα και το άλλο το πρόβλημα: δεν τα χωρούσε η αίθουσα όλα μαζί εκατόν δεκαπέντε παιδιά, τι να τα κάνω; Ρωτάω τον επιθεωρητή: «Κύριε επιθεωρητά, τι να τα κάνω; Δεν τα χωράει η αίθουσα», λέω, «δεν γίνεται μάθημα, κομφούζιο», λέω, «είναι δυνατόν να γίνει;». «Και να τα χωρίσεις», λέει, «σε δυο τμήματα, σε δυο τμήματα: πρώτη, δευτέρα, Τρίτη», λοιπόν, «και τετάρτη, πέμπτη έκτη, ή πρωί ή απόγευμα, τα μισά το πρωί και τα μισά το απόγευμα». Και αναγκαστικά έτσι και έκανα, αλλά ευτυχώς δεν ήταν πάρα πολύ διάστημα, γιατί στην αρχή, μέχρι τα Χριστούγεννα, όταν πήγα εγώ –εγώ πήγα τον Νοέμβριο, 4 Νοεμβρίου–, μέχρι τα Χριστούγεννα ήταν και αυτές οι δασκάλες, μέχρι τον Γενάρη σχεδόν, αλλά, μετά, όμως, γίνονταν και εκλογές, τότε –το ‘70 ή το ‘80, το ‘90... είχα πάει εγώ αναπληρωτής το ‘90... όχι το ’90, ποια χρονιά; 4 Νοεμβρίου ήταν, θυμάμαι την ημερομηνία, 4 Νοεμβρίου είχα πάει–, ναι, γινόντουσαν και εκλογές, γενικές εκλογές, ήταν τότε που βγήκε ο Παπανδρέου πρώτη φορά και ξανάκανε 16 Φεβρουαρίου εκλογές και βγήκε με τη δεύτερη, βγήκε πλειοψηφία, και μετά έπεσε το ’65, ναι. Εντωμεταξύ, πηγαίνω στον επιθεωρητή, πηγαίνω στον επιθεωρητή, ορκίζομαι και αναλαμβάνω, πέρασε απ’ το γραφείο και υπέγραψα τα πρωτόκολλα ορκωμοσίας και ανέλαβα κανονικά και πήγα στο χωριό απάνω. Τώρα, εντωμεταξύ, είχα και το άλλο πρόβλημα, δεν είχα και πού να μείνω εκεί πέρα, λέω: «Πού να μείνω;», λέω στις δασκάλες εκεί πέρα, πριν φύγουν ακόμα, «Εσείς πού μένετε, πού μένετε;». «Εμείς», λέει, «φευγάτες. Εγώ πήγαινα στην Πάτρα», λέει, γιατί πήγαινε από δω, λέει, στην Πάτρα, η άλλη πήγαινε αυτό, Εντωμεταξύ, εγώ έμεινα, λοιπόν, ρώταγα κι έναν, λέω, οικότροφος πουθενά να πάω, τώρα να καθίσω εγώ να μαγειρεύω εγώ τώρα εκεί στον Αϊ-Γιώργη, να κάνω; Λοιπόν, κάπου εκεί γνωρίστηκα με ένανε Διαμαντόπουλο: «Εδώ θα μένεις», λέει, «στο σπίτι μου» κλπ. «δάσκαλε». «Να πληρώνω», λέω, «κάτι, γιατί δεν μπορώ, δεν έχω τι να φάω», λέω, και πού να πάω; Ούτε εστιατόριο υπήρχε στο χωριό ούτε αυτό για να μείνω. Λοιπόν, και έτρωγα εκεί πέρα, στο σπίτι αυτουνού, ήταν κοντά στο σχολείο ευτυχώς. Και το μεσημέρι, που πήγαινα για λίγο, καθόμουνα και ξαναπήγαινα πάλι στο σχολείο, γιατί είχα το δεύτερο τμήμα. Αυτό συνέχισε σχεδόν για ένα εξάμηνο, συνέχισε για ένα εξάμηνο, πρωί-απόγευμα μάθημα στο σχολείο, να τεντώνεσαι, να σου βγαίνει η αυτή. Ή μήπως ήταν και ήσυχα παιδιά; Ήταν, καταλαβαίνεις, αφού ήταν 15 και 16 χρονών, αλήτες ήτανε, μεγάλοι, μεγάλοι, μεγάλα ήταν δεν ήτανε αυτό. Πηγαίναν για να πάρουν απολυτήριο, αυτά και να τελειώσουν να πάρουν απολυτήριο. Οπότε, τον ενοχλούσα τον επιθεωρητή, όμως, συχνά εκεί: «Λοιπόν, κύριε επιθεωρητά...», ναι. Εντωμεταξύ ήρθε μία φορά ο επιθεωρητής να με δει εκεί πάνω, του λέω: «Κύριε επιθεωρητά, είναι δύσκολα τα πράγματα», λέω, «δεν είναι δυνατόν να γίνει μάθημα». «Το ξέρω, παιδί μου, το ξέρω, μόλις θα έρθει... ο πρώτος δάσκαλος που θα έρθει θα τον στείλω εδώ πέρα». Ήρθε μαζί με ένανε από... Παππάς Δημήτριος –απ’ τη Ματαράγκα ήτανε ή απ’ τις Παπαδάτες;–, ήτανε βοηθός τότε κι εκείνος στον επιθεωρητή, ο οποίος ήταν και υποψήφιος επιθεωρητής, και έγινε, μετά έγινε, έμαθα έγινε μετά επιθεωρητής. Λοιπόν, 4 Νοεμβρίου το ‘90... το ‘64, το ’64, ναι, το ‘64 είχα πάει εκεί πέρα, 4 Φεβρουαρίου του ‘64 είχα πάει αναπληρωτής, είχα ορκιστεί κι είχα πάει αναπληρωτής στον Αϊ-Γιώργη 4 Φεβρουαρίου του ’64, και 4 Νοεμβρίου την ίδια χρονιά διορίστηκα κανονικά, διορίστηκα κανονικά στην Ευρυτανία. Είχα δηλώσει τότε μία εκ των περιφερειών Ευρυτανίας, είχε δύο περιφέρειες εκπαιδευτικές, ή Αιτωλοακαρνανίας, είχα βάλει και την Αιτωλοακαρνανία, και διορίστηκα στην Ευρυτανία, στη Β΄ Ευρυτανίας, εκεί που ήταν και το χωριό μου. Χαρές ο πατέρας μου που διορίστηκα, που πήγα στο χωριό, γιατί το χωριό δεν είχε τότε δάσκαλο. Εντωμεταξύ, αποχαιρέτησα και τον επιθεωρητή, τον δάσκαλο, τον... που τον ευχαρίστησα που με έστειλε εκεί πέρα, γιατί, τότε, πιάνοντας η υπηρεσία μας και το καλοκαίρι, άσχετα αν είχαμε διακοπές, πιάνονταν και το καλοκαίρι και πληρωνόμουνα και το καλοκαίρι, δηλαδή έπαιζαν, θα πεις, πολλά τα λεφτά – δεν ήταν, ήταν οχτακόσιες-εννιακόσιες δραχμές, ήτανε τόσο, τόσο πλήρωναν, τόσο περνάμε. Όταν πήγα στο χωριό, όταν διορίστηκα κανονικά, πέρασα απ’ το Καρπενήσι για να ορκιστώ κανονικά πλέον τότε. Πήγα στο γραφείο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, δεν υπήρχε ο επιθεωρητής εκεί για να με ορκίσει. «Και τώρα τι θα γίνει;», του λέω, στον δάσκαλο, ήταν ένας Μπετένιος Ανδρέας, ο Θεός να τον αναπαύσει, πέθανε έμαθα –και ο οποίος τα παιδάκια απ’ το παλιό Μικρό Χωριό όταν έγινε η κατολίσθηση το 1963, 13 Ιανουαρίου, που... γλίτωσε, πήγε τα παιδιά στην εκκλησία και δεν ήτανε στα σπίτια τους τα περισσότερα, θα ‘χανε σκοτωθεί, θα ‘χανε, στην κατολίσθηση–, και τώρα λέει: «Πού θα πα' να πας;», λέει, «Στον αυτόνε, στον δικαστή», ένας δικαστής –ειρηνοδίκης ήτανε; Δεν θυμάμαι–, «Θα πας εκεί», λέει, «να ορκιστείς, έτσι κάνουμε», λέει, «άμα λείπει ο επιθεωρητής». Ο επιθεωρητής ήτανε σε... γιατί τα χωριά της Ευρυτανίας απείχε το ένα με το άλλο, δεν είχανε δρόμους, δεν είχαν συγκοινωνίες και ο επιθεωρητής για να πάει απ’ το ένα στο άλλο πήγαινε με άλογο, με μουλάρια, με τέτοια, δεν είχε αυτοκίνητο ούτε έβρισκε αυτοκίνητο να πάει, δεν ήτανε τότε... Όπως και το δικό μας το χωριό, το Σταυροχώρι, δεν είχε ούτε ρεύμα ούτε δρόμους, δεν είχε δρόμους τίποτα, έπρεπε να πας πέντε ώρες, να έρθεις απ’ το Σταυροχώρι να πας στον Άγιο Βλάση πέντε ώρες. Και τότε που ήρθε ο επιθεωρητής να με επιθεωρήσει το 1966, ζώο, με πήρε τηλέφωνο απ’ το Καρπενήσι και του στείλανε ζώο στον Άγιο Βλάση, για να ‘ρθει με ζώο καβάλα πάνω, να έρθει στο χωριό και μετά να πάει πάνω και στα άλλα τα χωριά με ζώα – κατάλαβες; Πήγα στον επιθεωρητή, πήγα στον ειρηνοδίκη εκείνον να με ορκίσει, με όρκισε, λοιπόν, τα πρωτόκολλα κανονικά, όπως είπαμε: πρώτα πήγα στο γραφείο του, παρουσίασα στον αυτόν, τα παρουσίασα στον βοηθό του επιθεωρητού να τα δώσει στον δάσκαλο – στον επιθεωρητή κλπ. και... Εντωμεταξύ, όμως, ο επιθεωρητής δεν ήθελε να με στείλει, ο πατέρας μου ήθελε για να πάω στο χωριό. Το χωριό είχε κενή θέση τότε το δικό μας, επειδή ήταν κι οι γονείς μου τώρα εκεί και απ’ τα παιδιά ήταν ο μακαρίτης ο Νίκος, ο Αντρέας, η αδερφή μου η Μαρία, πέθανε και αυτή, λοιπόν, δεν ήθελε, όμως, ο επιθεωρητής να με στείλει στο Σταυροχώρι. Και γιατί δεν ήθελε; Γιατί, επειδή απ’ τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο που διορίστηκα εγώ, 4 Νοεμβρίου το ’64, δεν είχανε δάσκαλο στο χωριό, δεν τα ‘στελναν πουθενά στο σχολείο και άρχισαν να κάνουν αναφορές πλαστές, με πλαστές υπογραφές. Πάνε στον επιθεωρητή στο Υπουργείο επάνω, στον Παπανδρέου, ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου τότε, ο παππούς του σημερινού του... ο πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν τότε, ο οποίος έγινε και υπουργός Παιδείας τότε εκείνος, αναφορές, και όταν πήγε ο πατέρας μου στον επιθεωρητή: «Τι», λέει, «στο Σταυροχώρι», λέει, «να τον στείλω τον γιο σου; Επ’ ουδενί λόγο», του λέει, «Εδώ έχω αναφορές κάνει», γιατί δεν ήξερε τίποτα ο πατέρας μου, τις αναφορές τις βγάζει, «Μπορεί να είσαι και εσύ υπογεγραμμένος εδώ πέρα», κοιτάζει, έγραφε, μέχρι και τον αδερφό μου τον Νίκο τον είχανε πλαστογραμμένο, ο παπάς του χωριού μας τα έκανε αυτά, ένας Αθανασόπουλος, Αθανασόπουλος, Αθανασόπουλος. Γιατί ο δάσκαλος όταν έφυγε, όταν έφυγε αυτός ο δάσκαλος ο τελευταίος και πήγε στο Στεφάνι Ευρυτανίας απάνω, συνάντησε Αθανασόπουλο εκεί πέρα: «Και εδώ Αθανασόπουλος;» λέει, γιατί είχε πικρή πείρα από τους Αθανασοπουλαίους το χωριό, ο άνθρωπος, δεν ξέρω τι του ’καναν κλπ., «Και εδώ Αθανασόπουλος;», λέει, δεν είχε μονάχα το Σταυροχώρι, «Και εδώ ακόμα Αθανασόπουλος», λέει, «βρίσκω;». Λοιπόν, και το λέγαμε στο χωριό στους άλλους αυτό: «Μωρέ, εσείς οι Αθανασόπουλοι», λέω, «μας δώσατε τον μύθο, γίναμε γνωστοί», λέω, «σε όλη την Ευρυτανία», λέω, «σε όλο αυτό. Να λέει ο δάσκαλος», λέω, «στο Στεφάνι που πήγε, στο χωριό “Και εδώ υπάρχει ακόμα Αθανασόπουλος;”»! Και πάει ο Αθανασόπουλος αυτός. Αυτός, όμως, λοιπόν, έμενε στο παλιό, στο παλιό το Μικρό Xωριό, δεν ήτανε απ’ το Στεφάνι απάνω. Και του λέει του πατέρα μου: «Όχι» κλπ. Και λέει ένας δάσκαλος, ναι, του λέει ένας δάσκαλος που είχε υπηρετήσει στο χωριό μας: «Μπαρμπα-Φώτη», λέει, «καλύτερα», λέει, «μόνος σου», λέει, «να πας να τον [01:10:00]παρακαλέσεις ξανά», λέει, «πάλι θα υποκύψει, άμα σου λέω εγώ». Ήταν Μανιάτης, όμως, σκληρός πραγματικά, λοιπόν, και ξαναπήγε πάλι ο πατέρας μου, τον βοήθησε, και του το ‘καμε το χατίρι, αποφάσισε να με στείλει στο χωριό, στο Σταυροχώρι που πήγα. Ευτυχώς, καλά, πήγα βρήκα έναν γνωστό μου δάσκαλο. Εντωμεταξύ, επειδή έκαναν συνέχεια αναφορές στο Υπουργείο Παιδείας, απάνω στον Γιώργο τον Παπανδρέου, που ήταν υπουργός Παιδείας, κι επειδή τον ενοχλούσαν τον επιθεωρητή, το Υπουργείο ενοχλούσε τον επιθεωρητή: «Να στείλεις δάσκαλο οπωσδήποτε στο Σταυροχώρι», αποσπάει έναν απ’ τον Προυσό, τον οποίο τον είχαμε και κουμπάρο κιόλας, κουμπάρο, μετά έγινε κουμπάρος, ένας Κατσούλας Δημήτριος –ο οποίος ο καημένος πέθανε πρόπερσι, είχαμε πάει στην κηδεία του, πολύ καλός άνθρωπος, δάσκαλος, πήγα και έμαθα και πολλά πράγματα από αυτόν, διδαχτήκαμε από αυτόν, και ήταν και άριστος κυνηγός, το πρωί πήγαινε για κυνήγι με τα αδέρφια μου εκεί πέρα, χτύπαγε λαγούς με κάτι ξαδέρφια μου, και ερχόταν και στο σχολείο και κανονικά στην ώρα του–, λοιπόν, λέει: «Σπύρο, εγώ αυτό και αυτό έμαθα», λέει, «με τον Κατσιρέα» – Κατσιρέας λεγόταν ο επιθεωρητής μας. Λέω: «Τάκη», λέω, «τι να σου πω; Κι εγώ», λέω, «ο πατέρας μου», λέω, «αυτό και αυτό έπαθε», λέω, «Εγώ δεν ήξερα, ντάξει». «Κι εγώ τα έμαθα, εδώ τα ‘μαθα, μου τα είπε», λέει, «ο πατέρας σου, αλλά εδώ τα έμαθα, δεν ήξερα, πού να ξέρω κι εγώ; Αλλά εγώ», λέει, «να έρθω απ’ τον Προυσό», λέει, «εδώ στο Σταυροχώρι, εφτά ώρες μακριά δρόμο, ούτε δρόμος ούτε τίποτα; Και άφησα και την οικογένειά μου εκεί πέρα και αυτά, τα παιδιά μου», είχε και αδερφή δασκάλα εκεί πέρα στον Προυσό. Λοιπόν, τέλος πάντων, πήγα, ανέλαβα από αυτόν τον δάσκαλο, τα πρωτόκολλα υπογράψαμε, τα πρωτόκολλα παραλαβής-παράδοσης του σχολείου, όλα ό,τι είχε. Δεν φτάνει αυτό, όμως –καλά, έφυγε ο άνθρωπος–, αλλά είχαμε και συσσίτια τότε, είχαμε και συσσίτια, κάθε πρωί μαγείρευε, ερχότανε, από κάθε μαθήτρια που είχε γονέα ή κηδεμόνα, ερχόταν στο σχολείο και μαγείρευε, εκεί είχαμε ένα ξεχωριστό ένα κουζινάκι από πάνω απ’ το σχολείο και μαγείρευε. Λοιπόν, γάλα το πρωί, πλιγούρι ή μακαρόνια ή κρέατα ή βακαλάο ή αυτά, και ερχόταν, λοιπόν, και μόλις σχολάγανε τα παιδιά, τρώγανε και αυτό. Και κρατούσαμε και η δουλειά αποθήκης –άλλη κόλαση εκείνο–, κάθε μέρα έπρεπε να αφαιρούμε από το βιβλίο αποθήκης τι βγάλαμε, πόσο αλεύρι βγάλαμε και δώσαμε για ζύμωμα, πόσα μακαρόνια, πόση ζάχαρη, πόσο γάλα, πόσο τραχανά ή πόσο πλιγούρι βγάλαμε, και ερχόταν ο επιθεωρητής και ζύγιζε, τα σήκωνε πάνω να δει, κοίταγε το βιβλίο αποθήκης, «Γράφει πέντε κιλά και τόσα», αντικρίζει αυτό, τα πέντε κιλά, με αυτό που υπάρχει στο σχολείο με αυτό που γράφει το βιβλίο αποθήκης – το βιβλίο αυτό πού γράφει; Τα γράφαμε σε βιβλία εμείς κατανάλωσης κάθε μέρα, κάθε μέρα. Λοιπόν, είχαμε και αυτό, τέλος πάντων – καλά, μία χρονιά κράτησε αυτό, μετά το σταμάτησαν, μετά, γιατί δεν έβγαινε πέρα, δεν αυτό. Στο σχολείο είχαμε... Τον πρώτο χρόνο, ο επιθεωρητής δεν ήρθε. Για να πάρουμε εμείς μισθολογική εξέλιξη και προαγωγική εξέλιξη, για να ανέβουμε κλιμάκια, σε βαθμούς, γιατί και οι δάσκαλοι ανεβαίνουν βαθμούς, τότε έπρεπε να... διοριζόμασταν με τον βαθμό του γραμματέα β΄, μετά από δύο χρόνια έπαιρνες τον γραμματέα α΄, μετά εισηγητής, μετά τμηματάρχης β΄, τμηματάρχης α΄, μετά πήγαινες διευθυντής, πολύ σπάνια για να φτάσεις διευθυντής, έτσι ήταν τα συστήματα τότε στην εκπαίδευση. Τέλος πάντων, εγώ διορίστηκα με τον βαθμό του γραμματέα β΄, πήρα τον γραμματέα α΄ μετά, και στον δεύτερο χρόνο, έπρεπε, όμως, ο επιθεωρητής να κάνει έκθεση για τη μισθολογική προαγωγή, για τα χρήματα που παίρνω και έπρεπε να... έπρεπε για να πάρω μισθολογική προαγωγή και προαγωγή κανονική από το α΄ σε β΄, από γραμματέας β΄ γραμματέας α΄, έπρεπε, όμως, να έχουμε και καλές εκθέσεις απ’ τον επιθεωρητή. Ερχόταν ο επιθεωρητής μες στην τάξη στο σχολείο και έβαζε εκθέσεις να γράφουν τα παιδιά, έβαζε προβλήματα και έλεγε στα παιδιά, το οποίο εγώ βέβαια το παρεξήγησα αυτό –δεν του το είπα τίποτα αυτό, βέβαια, του επιθεωρητή αυτό, έλεγε: «Εάν δεν τα λύσετε ή κάνετε λάθη, σημαίνει ο δάσκαλός σας» –μπροστά στον δάσκαλο– «δεν σας τα δίδαξε καλά». Ε, καμιά φορά, άμα ρωτήσεις τον οδοντίατρο, τον είχα μαθητή τον οδοντίατρο τετάρτη, πέμπτη, έκτη, όλα τα χρόνια, την αδερφή του τη Μαρία εκτός απ’ τον Χρήστο, λοιπόν, «σημαίνει ο δάσκαλός σας δεν σας τα δίδαξε καλά», λοιπόν, και πολλά φοβόνταν, όπως η αδερφή του η Μαρία φοβήθηκε τότε, ήταν στην έκτη η Μαρία η αδερφή του Κώστα του οδοντίατρου, και η μόνη η οποία δεν τα ‘λυσε τα προβλήματα, όλοι οι άλλοι τα λύσαν, και έβαζε και δύσκολα δεν έβαλε και... και τα ‘βαλε και στον δάσκαλο, να τα λύσει και ο δάσκαλος. Και αυτά τα έπαιρνε στο σπίτι, λοιπόν – σπίτι, καλά στο σπίτι ερχόταν τότε το δικό μου, γιατί δεν είχε πού να μείνει, στο σχολείο να καθίσει, καθόταν στο σχολείο μία ώρα-δυο, τα κοίταζε μια ματιά, έβλεπε αυτός, καταλάβαινε, έβλεπε αν τα παιδιά έπαιρναν, προόδευαν ή δεν προόδευαν με αυτό, και μας έβαζε, μας έβαζε βαθμούς, έκανε έκθεση, αλλά... Λοιπόν, σε μένα είχε έρθει το 1966 τον Ιούνιο, θυμάμαι, και του λέει ο αγωγιάτης αυτός που τον κουβαλούσε απ’ το ένα χωριό στο άλλο, που τον πήγε κλπ., του λέει: «Κύριε επιθεωρητά», λέει, «εγώ όχι», λέει, «δεν σας παίρνω λεφτά», λέει, «θα τα πληρώσει ο κύριος Δημάκης». Εγώ δεν του ‘πα τίποτα, όμως, χαμένος, χαμένος, χαμένος, λοιπόν, να με ντροπιαστεί. «Είπες», λέει, «εσύ», λέει, «“να τα πληρώσω”, αφού εγώ», λέει, «τα παίρνω απ’ την υπηρεσία τα λεφτά», λέει, «κύριε Δημάκη», μου λέει ο επιθεωρητής, «Σοβαρά», λέει, «είπες...». «Εγώ», λέω, «κύριε επιθεωρητά; Λάθος, κακώς», λέω, «σας ενημέρωσε αυτός. Εγώ», λέω, «να του πω», λέω, «να πληρώσω», λέω, «τα δικά σας έξοδα αυτά; Επ’ ουδενί λόγο. Γιατί δεν τα ξέρω αυτά», λέω, «εγώ πώς γίνονται;». Λοιπόν, «Όχι», λέει, «πρέπει να το είπες», λέει, «δεν μπορεί. Κακώς», λέει, «έπρεπε να σε στείλω στα Κέδρα, όχι να σε φέρω εδώ, και τον κύριο Κατσούλα που αντικατέστησες εδώ, έπρεπε να τον στείλω», λέει, «στους» –που μου ‘πε;– «στους Δόλοπες απάνω», σε άλλο χωριό Ευρυτανίας. Ήταν πολύ νευρικός και πολύ αυτό. Τέλος πάντων, «Μα», λέω, «κύριε επιθεωρητά, σας ορκίζομαι», λέω, «εγώ να του πω; Επ’ ουδενί λόγο. Αυτός», λέω, «από αγαθοσύνη», λέω, «σας το είπε αυτό, από δήθεν», λέω, «αυτό, για να σας αυτό. Επ’ ουδενί λόγο», λέω. Λοιπόν, δεν το πίστευε ο άνθρωπος – κατάλαβες τι γίνεται; Λοιπόν, και μετά απ’ αυτό... Εντωμεταξύ, ναι, όταν πέρασα απ’ το Καρπενήσι εγώ, λοιπόν, πέρασα απ’ το γραφείο και ρωτάω –ήταν γνωστοί οι γραμματείς εκεί μέσα στο γραφείο–, και ρωτάω να δω τι έκθεση μου έβαλε ο επιθεωρητής και κοιτάζω μου είχε βάλει πρώτη έκθεση «21,5» –«25» ήταν το «Άριστα», «25» ήταν το «Άριστα»–, «21,5», ούτε κανείς άλλος είχε πάρει τόσο μεγάλο βαθμό. Αλλά, όμως, με ξεπάτωσε πρωί και απόγευμα, και το πρωί και το απόγευμα, έπρεπε το πρωί να βγαίνουμε τα παιδιά με τραγούδια έξω για γυμναστική, με τραγούδι θα έμπαιναν πάλι μέσα, με τραγούδι θα σχόλαγαν, να κάνουμε και γυμναστική. Στα μαθήματα σε όλα δεν με βρήκε πουθενά σκάρτο, σε τίποτα, και μου έδωσε συγχαρητήρια και μετά γίναμε και φίλοι με τον επιθεωρητή, αποκτήσαμε και αλληλογραφία, του έγραφα «χρόνια πολλά» στη γιορτή του συνήθως, επειδή ήταν αυτό, και μου απαντούσε πολύ τακτικά. Μανιάτης ήταν, κάτω, δεν ξέρω από ποιο χωριό της Μάνης ήτανε, λοιπόν, έμενε εδώ στο Μαρούσι, έμενε στην Αθήνα, μετά, απάνω. Αυτά απ’ τη ζωή. Λοιπόν, κάθισα στο χωριό, στο χωριό κάθισα πέντε χρόνια, και στο χωριό μου κάθισα πέντε χρόνια, αλλά επειδή, όμως, το χωριό, το Σταυροχώρι, δεν ήτανε για παραμονή, για πάντα εκεί πέρα, να μείνεις εκεί πέρα, ούτε... και τα παιδιά λιγόστευαν απ’ τη μία χρονιά στην άλλη, είχα δεκαεφτά παιδιά, τα κράτησα δυο-τρία χρόνια μέχρι 15, ε, τελείωναν όπως τελείωναν το Δημοτικό, αλλά δεν ήταν μικρά για να μπουν, για να εγγραφούν, και έπρεπε και από αυτά, έπρεπε, κοίταζε και ο επιθεωρητής, κοίταζε, στέλναμε κατάσταση, τότε, πόσα απ’ αυτά έδωσαν εξετάσεις στο Γυμνάσιο και πόσα μπήκαν στο Γυμνάσιο, τα παρακολουθούσε πολύ αυτά – κατάλαβες; Παρακολουθούσε, σου λέει: «Εδώ είχανε πρόοδο; Είχανε εισαγωγικές εξετάσεις ή αποτύχανε απ’ το Γυμνάσιο;» τα παρακολουθούσε, και ήταν και ένας λόγος, βοήθησε και αυτός στην έκθεση, που έβαζε βαθμούς. Λοιπόν, μετά τα πέντε χρόνια, ζήτησα μετάθεση και ήρθα στον Άγιο... ήρθα στην Αιτωλοακαρνανία. Στην Αιτωλοακαρνανία μπορούσα να πιάσω τότε στην Παλαιομάνινα, είχε μία θέση, αλλά δεν πήγα, όχι γιατί αυτό –ή Άγιο Βλάση, ή Άγιο Βλάση ή Παλαιομάνινα–, αλλά τα Παλαιομάνινα τα πήρε ένας Παππάς Γεράσιμος, απ’ το Κάτω Ζευγαράκι ήταν η γυναίκα του, ήταν η γυναίκα του αυτή –τι ήταν η γυναίκα του, μωρέ, αυτή;– νοσοκόμα, κάτι τέτοιο ήτανε, ναι, λοιπόν, και εγώ, μου λέει και ο Κοτρώνης ο δάσκαλος, λοιπόν, τον βλέπω, λέει: «Στον Άγιο Βλάση». Και προτίμησα τον Άγιο Βλάση γιατί με τον Άγιο Βλάση είχαμε επικοινωνία εμείς κάθε μέρα, γιατί ο Άγιος Βλάσης ήταν η αφετηρία για το Σταυροχώρι και το Σταυροχώρι ήταν η αφετηρία για τον Άγιο Βλάση. Λοιπόν, εκεί ήταν και η αδερφή μου παντρεμένη, είχε απ’ το χωριό μας τον Βαγγέλη τον Τσουκάρα χωροφύλακα και ζήτησα τον Άγιο Βλάση. Πήγα, λοιπόν, δεν νοίκιασα σπίτι, λέει η Μαρία: «Εδώ θα μείνεις, πού θα πας μωρέ», λέει, «εδώ, να πληρώσεις;», λέει, «Μείνε εδώ, κάπως θα στριμωχτούμε εδώ», λέει. Και έκατσα έναν χρόνο. Μετά, τον δεύτερο χρόνο, έχει φύγει ο Βαγγέλης, ζήτησε μετάθεση και πήγε στη Σκουτερά, κάτω, πιο κοντά στον Αϊ-Νικόλα εδώ. Έμενα εκεί την πρώτη χρονιά μαζί με την αδερφή μου, τη δεύτερη έχτιζε και μια παράγκα, την [01:20:00]έχτιζε ένας θείος μου, ξάδερφος του πατέρα μου μακρινός, συγγένεια, Δημάκης και αυτός, λοιπόν, πιο κοντά στο σχολείο από κει πέρα που μέναμε, και τη δεύτερη χρονιά πήγα εκεί πέρα. Μετά, γνώρισα την κυρία Βούλα, ήρθε στο σχολείο το ‘60... το ‘73; Το ‘73, το ‘73, λοιπόν, ναι, το ‘74 είχαμε αρραβωνιαστεί τον Φλεβάρη και τον Ιούλιο... είχαμε παντρευτεί τον Ιούλιο, είχαμε παντρευτεί, κάναμε ένα αγοράκι. Το πρώτο το χάσαμε, κακώς, από λάθος των γιατρών τότε εδώ, το πρώτο αγοράκι το χάσαμε. Μετά, έγινε η Γιάννα, τον Σεπτέμβριο μήνα γεννήθηκε η Γιάννα, και μετά, την άλλη χρονιά, το ‘78, η Ιουλία. Λοιπόν, αυτά μέχρι εκεί. Μετά, κάθισα στον Άγιο Βλάση. H γυναίκα μου, πότε την έστελνε στο Ορφανό, πότε στα Καραμαναίικα, λοιπόν, αλλά το καλό που μας έκανε τότε ο Βασιλακόπουλος ο επιθεωρητής –Θεός σχωρέσ' τον και αυτόν, πέθανε–, που δεν... την πήρε αναπληρώτρια, την πήρε σαν αναπληρώτρια, γιατί διορίστηκε το ’76, δύο χρόνια μετά από τότε που διορίστηκα εγώ, που είχα διοριστεί εγώ – όχι δύο χρόνια, τι λέω; Εγώ το ‘74, ’76... εγώ διορίστηκα το ‘64, λοιπόν, δέκα χρόνια. Την πήγε εκεί πέρα και του λέω: «Κύριε επιθεωρητά», λέω, «δεν μπορούσατε», λέω, «να τη φέρετε», λέω, «στον Άγιο Βλάση εκεί πέρα, εκεί που φέρνετε άλλες δασκάλες, που αποσπάτε από άλλα σχολεία κλπ.;». Και μου λέει, λέει: «Όπως εξυπηρέτησα εσένα», λέει, «δεν εξυπηρετήθηκαν», λέει, «ούτε μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι», λέει, «Μένει δυσαρεστημένη η γυναίκα σου», λέει, «εκεί πέρα;». «Όχι», λέω, «δεν λέει, προς Θεού, δεν μένει δυσαρεστημένη», και την έφερε μετά στα Καραμαναίικα δίπλα, κοντά, το χωριουδάκι εκεί μονοθέσιο ήταν. Τέλος πάντων, ήμασταν μαζί, ερχόντανε, πήγαιναν παιδιά στο σχολείο, Γυμνάσιο, κυκλοφορούσαν λεωφορεία και ερχόταν στον Άγιο Βλάση εκεί. Αυτό δεν κράτησε πολύ, γιατί μετά την απέσπασε στον Άγιο Βλάση, ήρθε στον Άγιο Βλάση, στο ίδιο το σχολείο που ήμασταν μέχρι το ‘81, μέχρι το 1981. Το 1981 ζήτησε μετάθεση εδώ, λοιπόν, Άγιο Κωνσταντίνο ή Αγρίνιο, και έπιανα και το 9ο σχολείο απάνω, αλλά επειδή ήταν μακριά και επειδή ούτε αυτοκίνητο είχαμε ούτε μπορούσα να πηγαίνω περπατώντας στο 9ο σχολείο απάνω που βρίσκεται, ξεκίνησα, λοιπόν, προτίμησα τον Άγιο Κωνσταντίνο, 7ο σχολείο. Πήγα στο 7ο, ήταν δωδεκαθέσιο το σχολείο, και πήγα εκεί πέρα, και από κει, με δασκάλους από δω ή αστικό, είχε και αστικό, πηγαινοερχόμουνα. Η δε γυναίκα μου, την είχαν στείλει, που ζήτησε μετάθεση και αυτή, έφυγε από τον Άγιο Βλάση, πήγε στο Παπαδάτο Ξηρομέρου, στο Ξηρόμερο, κοντά στις φυτείες. Δεν έκατσε εκεί για πολύ, μετά, με απόσπαση πάλι, τη φέρανε εδώ κοντά, δεν θυμάμαι που πήγε μετά, πού την πήγαν, τέλος πάντων, κάπου εδώ κοντά με απόσπαση. Μετά, στον Άγιο Κωνσταντίνο κάθισα δύο χρόνια, το ‘81-’83, το ‘83 ζήτησα μετάθεση και ήρθα εδώ, στο 16ο σχολείο, απ’ το 16ο... ήρθα μέχρι το ‘85. Το ‘86, όταν έκαναν υποχρεωτικούς πίνακες, γιατί διευθυντών υποδιευθυντών εγώ δεν είχα κάνει πίνακες, για διευθυντής ούτε υποδιευθυντής, γιατί είχα τα παιδιά, είχα τη Γιάννα στην τάξη μου, στην τετάρτη τάξη, είχα τους γονείς μου εδώ, λέω: «Τι διευθυντής; Να με βάλουν κάπου εδώ κοντά». Εντωμεταξύ, δεν το σκέφτηκα καθόλου αυτό, με στέλνουνε, λοιπόν, με στέλνουνε, με έναν νόμο του Τρίτση, με στέλνουνε στην Πάλαιρο, στη Ζαβέρδα, άλλους συναδέλφους απ’ τη Ναύπακτο στο Μοναστηράκι, άλλον, λοιπόν, στο Παλιάμπελα, άλλον πιο πέρα, εδώ ένας συνάδελφος, Ποσνακίδης, στον Δρυμό, μας ανακάτωσαν. Αλλά το ευτύχημα ήταν που... Όσο να ‘ναι, μας στεναχώρησαν πολύ. Ας πούμε, τώρα, όταν εγκαταλείπεις οικογένεια, γονείς, δυο παιδιά που τα ‘χεις στο σχολείο και πας τόσο μακριά, φροντίσαμε εκεί μέσω αιρετών και μέσω γραφείων και παίρναμε... με αποσπάσεις και ερχόμασταν εδώ – όχι εδώ στο ίδιο σχολείο, σε άλλα σχολεία ερχόμασταν με αποσπάσεις. Και έτσι, τα δυο τα χρόνια αυτά, πήγαινα μονάχα και παρουσιαζόμουνα στην Πάλαιρο σαν υποδιευθυντής, όχι διευθυντής, υποδιευθυντής, η δασκάλα που ήταν διευθύντρια είχε δώδεκα χρόνια υπηρεσίας, εγώ είχα είκοσι τέσσερα, αλλά δεν είχα κάνει διευθυντής, θα με έπαιρναν παντού, όπου να ‘παιρναν θα με έπαιρναν, αλλά δεν ήθελα να πάω για διευθυντής, να πάω στην Πάλαιρο, να πάω σε αυτό [Δ.Α.] και αυτό. Και ταλαιπωρήθηκα, αυτά, δύο χρόνια μακριά απ’ τους γονείς μου. Λοιπόν, τελικά, εδέησε, μας έφεραν μετά, τελείωσε και αυτή η περιπέτεια, μας έφεραν εδώ. Εδώ που μας έφεραν δεν μας έφεραν στο ίδιο σχολείο, μας τοποθέτησαν σε γειτονικά σχολεία. Εμένα με στείλαν στο 11ο, τον Στέφανο τον στείλαν στο 3ο, θυμάμαι, ή στο 10ο, άλλους τους στείλαν αυτό, σε άλλα σχολεία, όχι στα ίδια τα σχολεία από τα οποία έφυγαν, πήγαν, αποσπάστηκαν. Λοιπόν, στο 11ο κάθισα δύο χρόνια, ’87-’88 μέχρι το ’89, μέχρι το ’89. Μετά, ξαναγύρισα πάλι εδώ στο σχολείο, εδώ στο σχολείο, σαν διευθυντής μετά έκανα χαρτιά, σαν διευθυντής, περνούσαμε από συμβούλιο αιρετών κλπ. και άλλων, δικαστικό, με δικαστικό μέσα κλπ., με μόρια κλπ., μας κατέτασσαν σε αυτό, αν ήθελες για διευθυντής, και ευτυχώς τοποθετήθηκα σαν διευθυντής στο ίδιο το σχολείο εδώ πέρα. Και εκείνο με βοήθησε γιατί είχα τρία-τέσσερα χρόνια σαν διευθυντής, πήραμε και ένα επίδομα στο τέλος, εκατό-εκατόν εβδομήντα ευρώ όσοι ήταν διευθυντές, οι δε όσοι έχουν κάνει υποδιευθυντές εβδομήντα ευρώ. Η γυναίκα μου πήγε υποδιευθύντρια στο 10ο – όχι στο 10ο, εδώ, στο 16ο πήγε έναν χρόνο υποδιευθύντρια, στο ολοήμερο, στο ολοήμερο σχολείο και πήρε και εβδομήντα ευρώ, αυτό, σαν επίδομα – το παίρνει ακόμα τώρα, τα ‘κοψαν αυτά, όπως έκοψαν όλους τους μισθούς, μας τα ‘κοψαν, λιγότερα, βέβαια, μας δίνουν κλπ. Και από εδώ πήρα και σύνταξη το 1998, 20 Ιανουαρίου. Έφυγα τον Νοέμβριο – όχι, τον Οκτώβριο του ’97, έφυγα, πήρα έναν μήνα αναρρωτική άδεια, αναρρωτική άδεια, πριν πάρω σύνταξη, μέχρι τέλους του έτους, του ’97 – τέλος του ’98, 20 Ιανουαρίου. Πήρα σύνταξη, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ της κυβερνήσεως η απόλυσή μου απ’ αυτό, με τριάντα έξι χρόνια υπηρεσίας, τριάντα τέσσερα εκπαιδευτικά και δύο του στρατού, λοιπόν, τριάντα έξι. Και τότε φύγαμε με κανονικές αποδοχές, με κανονική καλή σύνταξη, έπαιρνα τότε γύρω στις τρακόσιες χιλιάδες, πόσο έπαιρνα –σε δραχμές, βέβαια– σύνταξη και δέκα εκατομμύρια ή έντεκα μου ‘χαν ‘δώσει εφάπαξ – σε δραχμές. Η γυναίκα μου έφυγε με τα ευρώ, μετά, το ‘06 έφυγε, το ‘06 με τα ευρώ. Λοιπόν, αυτά είχα να σου πω μέχρι τώρα, άλλο τίποτα αν είχα ξεχάσει που δεν σου είπα, Ελευθερία, άλλο τίποτα, αν θυμάσαι εσύ τίποτα που θες να με ρωτήσεις απάνω σε αυτή.

Ε.Α.:

Δεν ξέρω αν θέλετε να προσθέσετε εσείς κάτι άλλο.

Σ.Δ.:

Άλλο τίποτα, τι να σου πω; Να προσθέσω απάνω, απάνω, απάνω, πάντως με περιπέτεια όλη αυτή η ζωή, απ’ το Δημοτικό, που σας είπα, που πηγαίναμε στα χωριά για να τελειώσουμε το Δημοτικό, μέχρι το Γυμνάσιο βρέχοντας, περπατώντας από Άγιο Νικόλαο – Καμαρούλα – πάρκο, από εκεί τρέχοντας στον Άγιο Γεώργιο, που πήγαινα αναπληρωτής στο... πού αλλού, πού αλλού είχα υπηρετήσει; Λοιπόν, μετά, καλά στα άλλα τα... Δεν είχα, ευτυχώς, άλλες περιπέτειες σε χωριά, δεν πήρα πολλές αποσπάσεις, πολλές μεταθέσεις, αλλά ήταν η χειρότερη αυτή στην Πάλαιρο, όταν είχα τα παιδιά μου στην τάξη μου και με παίρνουν εμένα, μου το κόβει και τα παίρνουν άλλοι δάσκαλοι μετά αυτό, καταλαβαίνεις μετά τι στεναχώρια. Άλλο τίποτα. Αν ξέχασα τίποτα και δεν το δεν το θυμάμαι, δεν θυμάμαι. Πάντως, φτωχικά τα χρόνια, πολύ πεινασμένα, αγχωτικά χρόνια, και τόσο εδώ όσο και στο σπίτι μου, γιατί και στο σπίτι μου και ο πατέρας μου είχε άγχος, γιατί ήμασταν τόσα, ήμασταν εννιά παιδιά, εννιά όλοι, το σύνολο, και είχε το άγχος και αυτός πώς θα ζήσουμε, τι θα κάνουμε, τι θα φτιάξουμε, πώς θα σταδιοδρομήσουμε και όλα αυτά, το άγχος μέχρι τελευταία, μέχρι τότε που... μέχρι τώρα [01:30:00]τελευταία που ζούσε είχε το άγχος για εμάς, λοιπόν, για τα εγγόνια, για μας, για τα παιδιά για όλα – κατάλαβες;

Ε.Α.:

Μάλιστα.

Σ.Δ.:

Αυτά, λοιπόν...

Ε.Α.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Σπύρο!

Σ.Δ.:

Να ‘σαι καλά, να ‘σαι καλά!

Ε.Α.:

Να ‘στε καλά κι εσείς!

Σ.Δ.:

Κι εσύ! Εύχομαι, λοιπόν, καλή σταδιοδρομία να έχεις και να προσπαθήσεις με το καλό, αν μπορέσεις να σε πάρουν πουθενά, έστω και αναπληρώτρια, κάνε ό,τι χαρτιά μπορείς, λοιπόν, έχεις αυτό, μεταπτυχιακά, δεν ξέρω τι άλλο χρησιμοποιούν, μπορείς να χρησιμοποιήσεις...

Ε.Α.:

Να ‘στε καλά!

Σ.Δ.:

...για να εξασφαλίσεις κι εσύ το μέλλον σου. Το ξέρω ότι είναι δύσκολες οι καταστάσεις, ιδίως στη σημερινή εποχή, τότε ήταν εύκολες οι καταστάσεις, λοιπόν, τότε έψαχναν να βρουν για διορισμό, ενώ τώρα ψάχνουν οι διορισμένο – κατάλαβες;

Ε.Α.:

Ακριβώς.

Σ.Δ.:

Θυμάμαι κάτι μαθηματικούς, κάτι φυσικούς δεν προλάβαιναν να τελειώσουν, τους έπαιρναν, έρχονταν στον Άγιο Βλάση πάνω, μόλις τελείωσαν με τις σπουδές τον διόριζαν, τον έστελναν εκεί, ενώ τώρα ψάχνουνε, βλέπεις φυσικούς, βλέπεις μαθηματικούς βλέπεις αυτούς, τελειώνουνε και δεν διορίζονται ποτέ, σχεδόν ποτέ δεν διορίζονται – κατάλαβες;

Ε.Α.:

Έτσι.