© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Το καθεστώς του Γεώργιου Παπαδόπουλου μέσα από τα μάτια του Μιχάλη Βασιλείου

Istorima Code
23556
Story URL
Speaker
Μιχαήλ Βασιλείου (Μ.Β.)
Interview Date
27/11/2022
Researcher
Δήμητρα Μαγδαληνού (Δ.Μ.)
Δ.Μ.:

[00:00:00]28 Νοεμβρίου 2022, είμαι η Δήμητρα Μαγδαληνού, ερευνήτρια του Istorima και βρίσκομαι στο Καινούργιο Φθιώτιδας. Γεια σας! 

Μ.Β.:

Γεια σας και χαρά σας! Καλώς ορίσατε! 

Δ.Μ.:

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για σας; 

Μ.Β.:

Είμαι ο Μιχάλης ο Βασιλείου με καταγωγή από τα ορεινά μέρη της Ευρυτανίας, συγκεκριμένα από την Γρανίτσα Ευρυτανίας. Μένω στο Καινούργιο της Φθιώτιδος τα τελευταία 10 χρόνια. Πολλά χρόνια ήμουνα στην Αθήνα, από το 1966 μέχρι το 2010. Συνταξιούχος, πλέον, με τρία παιδιά και έξι εγγόνια. 

Δ.Μ.:

Θα θέλατε να αναφερθείτε στην περίοδο του πραξικοπήματος του Παπαδόπουλου; Πού βρισκόσασταν εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Ναι, το 1967. Από το ’66 που ήμουνα στην Αθήνα, και μάλιστα ήμουνα στην περιοχή των Ιλισίων, κοντά στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, εργαζόμενος και διέμενα εκεί. Αρκετές μέρες πριν από το πραξικόπημα ή την επανάσταση, όπως άλλοι θέλουν να το λένε, υπήρχε ένα περίεργο ανησυχητικό κλίμα γενικά, στην Αθήνα τουλάχιστον. Άλλαζαν συνεχώς, ανεβοκατέβαιναν οι κυβερνήσεις. Υπήρχε μια αστάθεια στο πολιτικό σύστημα. Πολλές απεργίες, κινητοποιήσεις εργαζομένων. Μέχρι που ξήλωναν πεζοδρόμια εκεί στην Πανεπιστημίου οι οικοδόμοι και λοιπά. Και, κατά γενική ομολογία, κάποιοι, οι περισσότεροι, περίμεναν κάτι να συμβεί για να σταματήσει αυτό το κλίμα το οποίο υπήρχε. Και, όντως, το βράδυ της 21ης Απριλίου μετά τις 2:00 τα μεσάνυχτα, ακούγαμε να κατεβαίνουν άρματα μάχης από τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας προς το κέντρο των Αθηνών. Υπήρχε μια ανησυχία σε άλλους ευχάριστη και σε άλλους δυσάρεστη, γιατί δεν ξέραμε ακριβώς τι συμβαίνει. Το πρωί ακούσαμε στο ραδιόφωνο –γιατί τα ραδιόφωνα τότε δεν λειτουργούσαν νύχτα, άνοιγαν το πρωί στις 6:00– και οι πρώτες ειδήσεις ήταν ότι έγινε κάποιο Κίνημα Στρατιωτικών Εθνικής Κυβέρνησης. Κάπως έτσι λέγανε, χωρίς να λένε ονόματα και τέτοια. Ότι είχε δημιουργηθεί μια κυβέρνηση με κάποια μέλη. Τα καταστήματα φυσικά ήταν κλειστά. Απαγορεύτηκε η κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων. Δόθηκε άδεια μετά τις 10:00 το πρωί της 21ης Απριλίου να ανοίξουν τα καταστήματα τροφίμων, τα μπακάλικα που υπήρχαν τότε – γιατί δεν υπήρχαν μεγάλα σουπερμάρκετ και τέτοια– μπακάλικα, μανάβικα, φούρνοι. Εκεί παρατηρήθηκε το φαινόμενο να μην υπάρχει τίποτα στα καταστήματα μετά από 1-2 ώρες, διότι ότι ο κόσμος τρομαγμένος ότι μπορεί κάτι να έχει συμβεί που να δημιουργήσει η έλλειψη τροφίμων, γενικά προϊόντων, αδειάσαν όλα τα ράφια κυριολεκτικά! Μέχρι το απόγευμα άρχισαν να βγαίνουν και κάποιες πληροφορίες περίπου τι συμβαίνει. Αντιληφθήκαμε ότι υπάρχουν κάποιοι αξιωματικοί που κάνανε κίνημα. Επανάσταση το ονομάζανε, Δικτατορία, Χούντα και λοιπά, με διάφορες ονομασίες. Η κυκλοφορία φυσικά απαγορευόταν, αλλά στα λόγια. Εγώ ήδη είχα περπατήσει μέχρι το "Hilton", είχε κάποιους στρατιώτες εκεί πέρα. Δεν με ενόχλησε κανένας. 

Δ.Μ.:

Πόσο περίπου χρονών ήσασταν εσείς εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Ήμουνα 15 χρονών. 

Δ.Μ.:

Επομένως στα 15 σας έτη τότε, ποιες ήταν οι πρώτες σας αντιδράσεις βιώνοντας εκείνες τις πολιτικές αναταραχές; Τα συναισθήματά σας ποια ήταν; 

Μ.Β.:

Υπήρχε το επαναστατικό πνεύμα γενικώς των νέων, γιατί και στο σχολείο, στο Γυμνάσιο που πήγαινα, κυριαρχούσε η άποψη των αριστερών δυνάμεων γενικά, των κομμουνιστών εν πάση περιπτώσει. Και ίσως ήταν και λογικό, ένας νέος πάντα προσπαθεί να είναι επαναστατικό πνεύμα απέναντι στην εξουσία. Όμως, εκ των υστέρων, φάνηκε ότι... δεν ξέρω αν ήταν και τόσο κακή αυτή η κίνηση των στρατιωτικών. Είναι…[00:05:00] Τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Έγιναν και κάποιες κινήσεις καλές, έγιναν και άσχημες εναντίον κυρίως των κομμουνιστών και των αντιδραστικών γενικά στοιχείων. 

Δ.Μ.:

Η δικιά σας οικογένεια είχε κομμουνιστικές, αντάρτικες καταβολές; 

Μ.Β.:

Όχι. Η καταγωγή μου, επειδή από την Ευρυτανία που έγιναν τα πολύ μεγάλα γεγονότα, ’44-’49 εκεί, άφησαν πολύ κακές εντυπώσεις οι κομμουνιστές, διότι εκτελούσαν ανθρώπους οι οποίοι ήταν ουδέτεροι και δεν ξέρανε με ποιον να πάνε από άγνοια. Και έπρεπε να γίνεις ή μαζί τους ή ήσουνα εχθρός τους. Συγκεκριμένα, είχαμε στην Μαρδάχα μια τοποθεσία, είναι μια πηγάδα, είναι 60 μέτρα βάθος, εκεί ρίχνανε ανθρώπους ζωντανούς μέσα. Δηλαδή, όσο και να θέλεις... Εντάξει, είσαι αντιδραστικός, αλλά υπάρχει, ξέρω ‘γω, μπορείς να σκοτώσεις έναν με μια σφαίρα, για να μην υπάρχει αυτό το μακάβριο θέαμα. Όμως, αυτό δεν με πείραξε, γιατί ύστερα από αρκετά χρόνια που έγιναν αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει όλοι οι πολίτες να βρίσκουν ένα κοινό σημείο και να προχωρήσουν μπροστά και να ξεχάσουνε αυτά τα οποία έχουν γίνει στο παρελθόν. 

Δ.Μ.:

Οι γονείς σας πώς αντέδρασαν όταν πληροφορήθηκαν, όταν είδαν τι συμβαίνει γύρω τους; 

Μ.Β.:

Όσον αφορά το πραξικόπημα; 

Δ.Μ.:

Ακριβώς. 

Μ.Β.:

Οι γονείς μου μένανε στο χωριό, στην Ευρυτανία. Η πληροφόρηση ήταν πάρα πολύ με το σταγονόμετρο, ειδικά στα χωριά. Δεν υπήρχε ρεύμα, δεν υπήρχαν. Αν κάποιος είχε κάποιο ραδιόφωνο και πάλι δεν υπήρχαν άλλοι σταθμοί. Ή έπρεπε να ακούσεις μόνο το ραδιόφωνο, το ΕΙΡ συγκεκριμένα, το «Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας» ή οποίος είχε βραχέα κύματα, να ακούσει κάποιον ξένο σταθμό, όπως το "BBC", "Deutsche Welle" κι άλλους σταθμούς ξένους. 

Δ.Μ.:

Πώς αισθανόσασταν; Υπήρχε φόβος; 

Μ.Β.:

Όχι, ίσως τις μία, δύο, τρεις πρώτες μέρες υπήρχε μια κατάσταση περίεργη, αλλά μετά τα πράγματα ηρέμησαν. Δεν φοβόταν κανένας. Δηλαδή, κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα το βράδυ. Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. 

Δ.Μ.:

Εδραιώθηκε βίαια το καθεστώς της 21ης Απριλίου; 

Μ.Β.:

Ασφαλώς! Όταν γίνεται πραξικόπημα, με βίαιο τρόπο γίνεται. 

Δ.Μ.:

Βιαιότητες προς τον λαό υπήρχαν; 

Μ.Β.:

Τουλάχιστον τον πρώτο καιρό δεν φαινόταν. Υπήρχανε άτομα, όπως ο Παττακός από τους πρωτεργάτες, από τους τρεις πρωτεργάτες του κινήματος, που ήτανε ο Παττακός, ο Παπαδόπουλος και ο Μακαρέζος. Ο οποίος Παττακός δεν είχε βγάλει ποτέ φωτογραφία σε εφημερίδα και πήγαινε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Έκανε ότι είναι απλός πολίτης, για να εξυπηρετηθεί. Έβλεπε τα στραβά, τα οποία συνέβαιναν και δεν εξυπηρετούσαν κάποιοι υπάλληλοι τον πολίτη όπως έπρεπε και εκεί γινόταν... Σκηνές απείρου κάλλους! Τους έδιωχναν εν πάση περιπτώσει από την υπηρεσία τους, διότι δεν εξυπηρετούσαν σωστά τον πολίτη. Και μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους αρκετά ως προς την εξυπηρέτηση των πολιτών από τις διάφορες υπηρεσίες.  Έκανε πολλές κινήσεις χρήσιμες για τον ελληνικό λαό. Χάρισε όλα τα αγροτικά δάνεια, τα οποία ήταν η αγχόνη στο λαιμό των παραγωγών, από τα καταπιστεύματα των Ελλήνων. Φυσικά, δεν το είπε από πού ήταν αυτά. Σημασία έχει, όμως, ότι χαρίστηκαν όλα τα δάνεια των αγροτών. Ωφελήθηκαν. Κάποιοι λένε ότι ωφελήθηκαν οι πολύ μεγάλοι γαιοκτήμονες, όμως αυτό, είτε λίγο είτε πολύ ωφελήθηκαν όλοι. Επέτρεψε στους παραγωγούς καλλιεργητές να μπορούν να διακινούν τα προϊόντα τους απευθείας στην Αθήνα, που απαγορευόταν πριν. Δηλαδή, να συμμετέχουν στις λαϊκές αγορές και να πουλάνε στη λιανική μόνοι τους τα προϊόντα τους. Αυτό ήταν πάρα πάρα πολύ μεγάλο όφελος για τους αγρότες. Διότι πριν πήγαινε ο χοντρέμπορος και πίεζε με διάφορους τρόπους να πάρει σε πολύ χαμηλές τιμές τα προϊόντα ή να τα αφήνει να σα[00:10:00]πίζουν στο χωράφι.  Έδωσε πολύ μεγάλα κίνητρα στην Θράκη, που είναι ευαίσθητη περιοχή, να γίνουν πολύ μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες. Οι πρώτες οργανωμένες κτηνοτροφικές μονάδες έγιναν στην περιοχή του νομού Έβρου, και κατά συνέχεια και σε άλλες περιοχές βέβαια της Ελλάδος. Έδωσε ένα κινητό στην οικογένεια να αυξήσει τον πληθυσμό, δίνοντας στη μητέρα που θα γεννήσει τρίτο παιδί 500 ευρώ τον μήνα. 500 δραχμές τον μήνα. Για τότε οι 500 δραχμές ήταν ένα σεβαστό ποσό. Ρευματοδότησε όλα τα χωριά της Ελλάδος. Δηλαδή οι ορεινές περιοχές, όπως η περιοχή από εκεί που κατάγομαι, δεν υπήρχε ούτε δρόμος. Δηλαδή, καρόδρομοι υπήρχανε. Πήγε ρεύμα μέχρι και το τελευταίο σπίτι. Έδωσε κάποια άτοκα μικρά δάνεια ίσως; Τα οποία και δεν ζήτησε ποτέ από τους πολίτες. Να φτιάξουνε καινούργια σπιτάκια, μικρά μεν, με δύο δωμάτια και μια κουζίνα και την τουαλέτα μέσα, γιατί στα χωριά οι τουαλέτες είναι κάπου έξω ή δεν είχαν καθόλου. Συγκέντρωσε, έτσι, κάποιους συνοικισμούς που ήταν σκόρπιοι σε χωριά. Τους μάζεψε μέσα στο χωριό. Και παράλληλα με το ρεύμα, το οποίο πήγε, φυσικά άλλαξε γενικότερα η ζωή των κατοίκων. 

Δ.Μ.:

Εσείς τη δική σας οικογένεια τυγχάνατε ευεργεσιών από τον Γιώργο Παπαδόπουλο; 

Μ.Β.:

Ναι. Το μόνο που πήρε ο πατέρας μου αυτό το δάνειο. Ήταν γύρω στις 25 ή 30.000 δραχμές και έκτισε σπίτι μέσα στο χωριό, στη Γρανίτσα Ευρυτανίας συγκεκριμένα, γιατί το πατρικό σπίτι ήταν έξω από το χωριό, σε αγροκτήματα και κακής κατασκευής και ποιότητας. 

Δ.Μ.:

Γνωρίζετε περιπτώσεις που να βοήθησε αντίθετους ιδεολογικά με εκείνον ανθρώπους; 

Μ.Β.:

Ναι, γνωρίζω συγκεκριμένα στην Λαμία. Ένας πατριώτης μας, ο οποίος είχε και εφτά-οχτώ παιδιά, μεγάλη οικογένεια, ήτανε από γεννησιμιού του κομμουνιστής. Και, μάλιστα, την εποχή του ’44-’49 έκανε τον δάσκαλο στο σχολείο. Και έκανε διαπαιδαγώγηση για τον κομμουνισμό. Αυτός, λοιπόν, ήταν λαϊκός ζωγράφος. Δήλωσε με επιστολή του στον Παπαδόπουλο ότι: «Είμαι κομμουνιστής, αλλά δεν θα σε πειράξω. Δεν θα ενοχλήσω σε καμία περίπτωση». Οπότε ο Παπαδόπουλος του έστειλε ένα φορτηγό τρόφιμα για την οικογένειά του. Άλλες περιπτώσεις ίσως να υπάρχουν, δεν το γνωρίζω. 

Δ.Μ.:

Σε τι οικονομική κατάσταση βρισκόταν η Ελλάδα μετά το ’67 στην επταετία εκείνη; 

Μ.Β.:

Στην επταετία ανέβηκε το βιοτικό επίπεδο και φαίνεται αυτό από το κατώτατο ημερομίσθιο, το οποίο ήτανε, αν θυμάμαι καλά, το ’66 82 δραχμές, το ’68-’69 είχε φτάσει στα 120, σαν κατώτατο ημερομίσθιο. Όμως, στην οικοδομή ήταν 300-400 δραχμές ή και 500 για έναν καλό μάστορα. Δηλαδή, υπήρχε ένας οργασμός στην οικοδομική δραστηριότητα. Είχανε στην πλατεία Ταχυδρομείου, στην Ομόνοια κοντά, μπογιατζήδες διάφοροι αυτοί και έγραφαν επάνω στο κοντάρι πόσο μεροκάματο θέλουν, αλλιώς δεν πήγαιναν. Δηλαδή υπήρχε ζήτηση, γιατί υπήρχε πάρα πολλή εργασία. Το 1972 ο ΟΣΑ βράβευσε τη Χούντα διά την περίπτωση ότι πήγε πάρα πολύ καλά η οικονομία της χώρας. 

Δ.Μ.:

Η εσωτερική του πολιτική βασίστηκε στον εκσυγχρονισμό του κράτους; Πώς ήταν τότε; 

Μ.Β.:

Δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό, γιατί η ηλικία μου και οι εργασίες μου και το σχολείο που πήγαινα, δεν ξέρω τι μπορούσε να κάνει. Πάντως, εξυπηρετούνταν ο κόσμος πολύ πιο καλά απ’ ό,τι πριν. Και στα νοσοκομεία, ως προς την περίθαλψη της υγείας,[00:15:00] αλλά και γενικά στην εξυπηρέτηση από τον δημόσιο τομέα. 

Δ.Μ.:

Και απ’ ό,τι αναφέρατε, έπραξε κάποια δημόσια έργα. 

Μ.Β.:

Έκανε το δίκτυο της ΔΕΗ σε όλη την Ελλάδα, δηλαδή στα πιο δύσβατα σημεία. Συγκεκριμένα, όταν Ο Παττακός πήγε στην Σαμαρίνα, το οποίο χωριό είναι στα 1.650 υψόμετρο πάνω από τα Γρεβενά, δεν υπήρχε δρόμος, πήγε με ελικόπτερο. Και αφού συζήτησαν εκεί με τους τοπικούς άρχοντες τι ακριβώς μπορούν να κάνουν και τι μπορεί να κάνει η Χούντα, η επανάσταση –όπως θέλει ο καθένας να το πει– για το χωριό αυτό, τους ρώτησε ο Παττακός: «Τι θέλετε να φέρω, το ρεύμα ή να σας φτιάξω τον δρόμο;» Βέβαια, εκεί οι κάτοικοι, Βλάχοι στην καταγωγή, πολύ έξυπνοι, σκέφτηκαν και του είπανε: «Να μας φέρεις το ρεύμα!». Οπότε αναγκαστικά έπρεπε να φτιάξει και τον δρόμο να πάει στην Σαμαρίνα. Και έτσι πήγε ρεύμα και δρόμους στην Σαμαρίνα στα 1.650 υψόμετρο. Είπαμε για τις μονάδες εκτροφής των ζώων. Ειδικά βουστάσια και λοιπά. 

Δ.Μ.:

Στην εξωτερική πολιτική πώς ήταν η Ελλάδα; Ήταν μια ισχυρή δύναμη; 

Μ.Β.:

Φαινόταν από την αντίδραση της Τουρκίας. Γιατί η Τουρκία, δεν τολμούσε τότε να κάνει αυτά που κάνει σήμερα. Ή τουλάχιστον λεκτικά να κάνει αυτά που κάνει σήμερα. Υπήρχε το «Δόγμα 7/10», βοήθεια από την Αμερική, και τηρούνταν στο ακέραιον πάντοτε. Εμείς ήμασταν μπροστά και ως προς τους χειριστές της Πολεμικής μας Αεροπορίας αλλά και σε άλλα οπλικά συστήματα. Υπήρχαν αντιδράσεις από κάποιες χώρες, ότι επειδή είναι Χούντα και λοιπά. Ή κυρίως από τα ανατολικά, τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, οι οποίες, μάλιστα είχαν πάρα πολλές εκπομπές ραδιοφωνικές: η Σόφια, Βουκουρέστι, Βουδαπέστη Πράγα, Μόσχα. Είχανε άπειρες εκπομπές κάθε μέρα εναντίον της Χούντας. Φυσικά, πιο αντικειμενικά κριτήρια είχαν οι "Deutshe Welle", η «Φωνή της Αμερικής» και το BBC. Όχι ότι τους χάιδευαν τα αυτιά, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν πιο αντικειμενικοί στις ειδήσεις τους. 

Δ.Μ.:

Παρόλο που υπήρχαν αυτές οι εκπομπές, οι οποίες ήταν κατά του καθεστώτος, ο απλός λαός πώς έβλεπε τον Παπαδόπουλο; 

Μ.Β.:

Ο απλός λαός, ο οποίος τότε ήταν περισσότεροι οι αγρότες και όχι όπως τώρα που έχουμε συγκεντρωθεί μέσα στις πόλεις, το είδε ένα καλό νέο, διότι ωφελήθηκαν οι περισσότεροι που είχαν τις οφειλές τους ειδικά στην Αγροτική Τράπεζα και ανάσαναν δηλαδή. Όταν σου αφαιρεί το χρέος χωρίς να πληρώσεις, φυσικά είναι όφελος. 

Δ.Μ.:

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις απελάσεις που έγιναν από τη χώρα– 

Μ.Β.:

Βεβαίως– 

Δ.Μ.:

Εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Βεβαίως. Σε κάποια δεδομένη στιγμή ο Πρόεδρος ή Πρωθυπουργός του Πακιστάν είχε κάνει μια δήλωση ότι αν κάποτε η Τουρκία εμπλακεί σε διαμάχη, πόλεμο με την Ελλάδα, θα πάρει το μέρος της Τουρκίας. Αυτομάτως, την επόμενη ημέρα απελάθησαν όλοι οι Ιρακινοί που ήταν στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό θέμα. Δηλαδή, από εθνικής άποψης θεωρείται πάρα πολύ σημαντικό. Το οποίο σήμερα, βέβαια, λειτουργεί ανάποδα, όπως βλέπουμε. Μπαίνει ο καθένας όποτε θέλει, όπως θέλει, με ό,τι όνομα θέλει και έχει και τα οφέλη εις βάρος των Ελλήνων. 

Δ.Μ.:

Εξορίες γνωρίζετε κανέναν που να πήγε; 

Μ.Β.:

Βεβαίως. Οι αριστεροί κυρίως, κομμουνιστές. Όσοι ήταν πολύ αντιδραστικοί υπέφεραν ίσως και σε κρατητήρια ή σε εξορίες δύσκολες. Υπήρχαν, όμως, και κάποιοι άλλοι οι οποίοι ήταν πιο ήπιοι. Είχαν μεν, υπέστησαν εξορίες, Αλλά όπως στο χωριό μου, ήταν δύο εξ αυτών, ένας πολιτικός μηχανικός και άλλος ένας καθηγητής μαθηματικών, οι οποίοι δεν είχαν καμία αντίδραση ως προς τη Χούντα, αλλά έπρεπε να εκτίσουν κάποια χρόνια ποινή διαμονής στο χωριό μου. Και όπως και σε [00:20:00]κάποια άλλα χωριά, υπήρχαν κι άλλοι. Αυτοί δεν, απλά ήταν μακριά από τον τόπο τους. Δεν υπέστησαν κάτι διαφορετικό. Φυσικά, υπάρχουν στοιχεία, καταγγελίες ότι έχουν γίνει βασανισμοί, ξυλοδαρμοί, ίσως και θάνατοι. Δεν μπορώ να το αποδείξω όμως αυτό, γιατί απλά μεταδίδονταν πληροφορίες σκόρπιες από διάφορους και από διάφορους σταθμούς. 

Δ.Μ.:

Έτσι αντιμετωπίζονταν καθολικά οι αντάρτες και γενικότερα οι κομμουνιστές ή μόνο μια μερίδα αυτών; 

Μ.Β.:

Όχι. Όσοι δεν είχαν πρόθεση να αντιδράσουν στη Χούντα δεν είχαν τέτοια αντιμετώπιση. Απλά εκτοπίστηκαν κάποιοι, αλλά ζούσαν κανονικά στο χωριό, στις κοινωνικές τους εκδηλώσεις και λοιπά. Απλά έπρεπε να είναι υπό κάποια επιτήρηση στη Χωροφυλακή. Τότε που ήτανε η Χωροφυλακή στα... 

Δ.Μ.:

Οι αντάρτες που δεν ήταν τόσο ακραίοι, είχαν κάποια υποχρέωση απέναντι στο…; 

Μ.Β.:

Ναι, ήτανε, έδιναν κάποια παρουσία. Ειδικά αυτοί οι οποίοι ήταν εκτοπισμένοι. Γιατί σχεδόν όλοι πρέπει να ήταν εκτοπισμένοι ή φυλακισμένοι. Αυτοί που ήταν εκτοπισμένοι έδιναν κάποια παρουσία. Δεν ξέρω, μία φορά τη βδομάδα, δύο φορές τη βδομάδα; Άσε που υπήρχε επιχείρηση από τη Χωροφυλακή σε όλα τα σε επαρχιακά σημεία. 

Δ.Μ.:

Γενικότερα, ήταν αυστηρός ο τρόπος ζωής εκείνη την περίοδο για τον λαό; 

Μ.Β.:

Όχι, όχι. Τα πάντα ήταν ελεύθερα. Υπήρχε αφθονία. Αφού το μεροκάματο ήταν, σας είπα, το πολύ 120 το ’68-’69, ως προς το πλαφόν ότι από κει και κάτω δεν μπορείς να πάρεις, να σου δώσει λιγότερα. Και το μεροκάματο ήταν 300-400-500 δραχμές. Οι καλοί μάστοροι τότε παίρναν 500 δραχμές την ημέρα. 

Δ.Μ.:

Θα θέλατε να αναφερθείτε περισσότερο στις ελευθερίες και τις ανελευθερίες που είχατε εσείς σαν έφηβος εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Εγώ προσωπικά και οι παρέες μου που είχα τότε δεν είχαμε κανένα εμπόδιο. Πηγαίναμε όπου θέλαμε. Σε ταβέρνες, γήπεδα, οπουδήποτε, ταξίδια, εκδρομές. Δεν είχαμε ποτέ κανένα πρόβλημα. 

Δ.Μ.:

Σας περιόρισε η Χούντα κάποιο από τα ανθρώπινά σας δικαιώματα; 

Μ.Β.:

Όχι. Τίποτα, δεν… Ίσως σε κάποιους που να ήταν αντιδραστικοί να τους είχε περιορίσει κάπως ή να τους παρακολουθούσε. Εμένα, δεν είχα κάτι τέτοιο. 

Δ.Μ.:

Πώς ήταν μια καθημερινή μέρα για σας εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Πρωί εργασία μέχρι το απόγευμα, αν προλάβαινα να διαβάσω μία-δύο ώρες τα μαθήματά μου και το βράδυ στο Γυμνάσιο-Λύκειο. Δεν υπήρξε στην περίοδο της Χούντας, δεν υπήρξαν σκάνδαλα, όπως τα τελευταία χρόνια που δεν προλαβαίνουμε να μετρήσουμε τα σκάνδαλα τα οποία βγαίνουν. Και πόσα δεν έχουν βγει; Ένας μόνο, ονόματι Μπαλόπουλος, είχε φέρει κάποια κρέατα εισαγωγή και ειπώθηκε ότι ήταν σάπια. Και τα διέθεσε στην αγορά, για να φάει ο κόσμος. Αλλά αυτός τιμωρήθηκε, εν πάση περιπτώσει. Και για κατάχρηση και υφαρπαγή χρημάτων. Έγινε από τον Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού, τον Ασλανίδη. Μόνο αυτός κατηγορήθηκε ότι έφαγε χρήματα του δημοσίου. Δεν τόλμησε κανένας άλλος να κατηγορήσει κανένα άλλο μέλος της Χούντας ότι έκανε αρπαγή δημόσιου χρήματος. 

Δ.Μ.:

Δημεύσεις ιδιωτικών περιουσιών έγιναν εκείνη την περίοδο; 

Μ.Β.:

Δεν το γνωρίζω και δεν νομίζω να έγιναν. Ένα μεγάλο θέμα το οποίο έπραξε η Χούντα, έφερε το νερό, για να υδρεύσει την Αθήνα από τον Μόρνο. Η Αθήνα υδρεύονταν μόνο από τον Μαραθώνα. Και, φυσικά, με τους κατοίκους που έχει σήμερα, δεν υπήρχε περίπτωση να υδροδοτηθεί όλος αυτός ο πληθυσμός. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο έργο, το οποίο εξυπηρέτησε την πρωτεύουσα της Ελλάδος. Επίσης, έκανε την εξόρυξη πετρελαίου στον Πρίνο, στην Θάσο. Αυτό ήταν πολύ δυνατό χαρτί για τη Χούντα, διότι είχε πετρέλαια το ελληνικό κράτος δικά του. [00:25:00]

Δ.Μ.:

Μέσα στην επταετία έγιναν κάποια δημοψηφίσματα που καλούσαν τον λαό να ψηφίσει; 

Μ.Β.:

Βέβαια. Έγινε ένα δημοψήφισμα –δεν θυμάμαι τώρα την χρονολογία ακριβώς– που εκδιώχθηκε ο βασιλιάς, ο Κωνσταντίνος. Βέβαια, δεν θυμάμαι το ποσοστό, πάντως ήτανε με πλειοψηφία του λαού εναντίον της Βασιλείας, και εγκαθιδρύθηκε η Προεδρευομένη Δημοκρατία στην Ελλάδα. Και νομίζω έγινε άλλο ένα δημοψήφισμα, δεν μπορώ να θυμηθώ. Νομίζω έγινε, όμως, άλλο ένα δημοψήφισμα.  Ο Παναγούλης προσπάθησε τον Νοέμβριο του ’68 να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο, τοποθετώντας εκρηκτικό μηχανισμό κοντά στη βίλα του στο Λαγονήσι. Όμως, δεν το πέτυχε, γιατί ο χρόνος έκρηξης δεν συνέπεσε με τη διέλευση του αυτοκινήτου του Παπαδοπούλου και διέφυγε με κάποιο πλεούμενο που ήταν κοντά στη θάλασσα. Ο Κωνσταντίνος, ο βασιλιάς, τον Δεκέμβριο του ’67 έκανε κίνημα κατά της Χούντας, γιατί είχε με το μέρος του κάποιο τμήμα του Ελληνικού Στρατού. Δεν τα κατάφερε, όμως, και κατέφυγε στο εξωτερικό με την οικογένειά του.  Το Πολυτεχνείο είναι ένας σημαντικός σταθμός για τη Χούντα. Ήταν ο λόγος για να καθαιρέσουν τον Παπαδόπουλο και να αναλάβει ο Ιωαννίδης; Γιατί υπήρχαν κάποιες εικασίες για ποιους λόγους ο Παπαδόπουλος πήγε στο σπίτι του, περιορισμό στο σπίτι του. Ένας ήταν διότι δεν επέτρεψε στα ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη να σταθμεύουν στην Κρήτη και από εκεί να εξορμούν στην Λιβύη κατά του Καντάφι. Άλλοι είπανε γιατί έκανε το εγχείρημα της εξόρυξης των πετρελαίων. Και ίσως έχει και σχέση με το Κυπριακό. Κάπου δεν συμφωνούσε με την εξέλιξη που θα έχει το Κυπριακό. Και ανέλαβε ο Ιωαννίδης, ο οποίος καλόπιστα ή δεν ξέρω τι, είπε ότι τον κορόιδεψαν, τον εξαπάτησαν οι Αμερικάνοι, που έκανε το πραξικόπημα στην Κύπρο, 15 Ιουλίου του ’74. Δηλαδή, ακύρωσε το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο, το οποίο υπήρχε κανονισμός, συμφωνία και των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία, να είναι πάντα πρόεδρος Ελληνοκύπριος και αντιπρόεδρος Τουρκοκύπριος. Καθαιρώντας λοιπόν τον Μακάριο, εγκατέστησε τον πρόεδρο τον Σαμψών, Νικόλαο Σαμψών –αν θυμάμαι καλά το μικρό του όνομα– και έτσι, όμως, έδωσε το πάτημα στην Τουρκία να επέμβει στην Κύπρο. Εκεί σηκώνει πολλή κουβέντα το θέμα της Κύπρου, γιατί ο φάκελος ακόμα δεν έχει ανοίξει. Προφανώς για να μην ανοίγει, πρέπει να εμπλέκονται κι άλλα άτομα της  πολιτικής της Ελλάδας, όπως Κωνσταντίνος Καραμανλής ενδεχομένως, Ανδρέας Παπανδρέου. Διότι αν θέλαν, θα τον είχαν ανοίξει, για να κατηγορήσουν τους Χουντικούς. Για να μην τον ανοίγουν τον φάκελο, σημαίνει ότι εμπλέκονται κάποια πολιτικά πρόσωπα μέσα. 

Δ.Μ.:

Μετά τη λήξη της επταετίας αυτής, πώς ήταν η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα; 

Μ.Β.:

Υπήρξε εν μέρει μια ανακούφιση μετά το ’74, που ήρθε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από το Παρίσι. Όμως, αυτό συνέβη, διότι τον τελευταίο χρόνο που είχε τα πράγματα στα χέρια του ο Ιωαννίδης ήταν αδίστακτος και πολύ σκληρός. Εκεί έγιναν και πολλά βασανιστήρια, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, γιατί ήταν διοικητής του ΕΑΤ-ΕΣΑ ο Ιωαννίδης. Και παράλληλα, είχε αναλάβει και τα ηνία της χώρας. Ήταν πολύ σκληρός. Και εκεί ίσως έμεινε και η κακή, το κακότερο σημείο της Χούντας, λόγω Ιωαννίδη κι όχι λόγω Παπαδόπουλου.  Μετά, [00:30:00]εγώ την εποχή της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο υπηρετούσα τη θητεία μου στην Ορεστιάδα, στον Έβρο. Αρκετές μέρες πριν την εισβολή των Τούρκων, είχαμε έκτακτους συναγερμούς τη νύχτα. Άρα γνώριζαν πολύ καλά και ο Ιωαννίδης και οι υπόλοιποι ότι κάτι θα συμβεί, γι’ αυτό και μας προετοίμαζαν. Φυσικά, ο Καραμανλής είπε ότι: «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα στην Κύπρο», ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «διότι η Κύπρος κείται μακράν». Αυτό είναι στα αρνητικά αυτού του ανδρός, διότι το έθνος δεν έχει σύνορα. Οι Κύπριοι είναι αδερφοί μας. Εκεί μπορούσαμε τότε, γιατί είχαμε και την στρατιωτική υπεροχή, να κατατροπώσουμε την Τουρκία. Δεν το πράξαμε. Θεωρείται αστοχία; Θεωρείται προδοσία; Ας κρίνει ο ιστορικός. 

Δ.Μ.:

Θεωρείτε ότι ζούσατε καλύτερα τότε, εκείνη την περίοδο, σε σχέση με το τώρα; 

Μ.Β.:

Βεβαίως, βεβαίως. Διότι, ειδικά την τελευταία δεκαετία, ποιος μπορεί να πει ότι ζει καλύτερα; Όχι μόνο από τη Χούντα, αλλά ούτε από το 2000 ή από το 1980. Θα μου πείτε, το 1980 υπήρχαν δανεικά συνέχεια. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δανειζότανε από το εξωτερικό, για να έχει το μέρος των ψηφοφόρων. Αλλά αυτό δεν τρέχει τίποτα, διότι έρχεται η στιγμή που μετά πρέπει να τα πληρώσεις αυτά τα δανεικά. Σήμερα, λοιπόν, έχουμε φτάσει σε σημείο τέτοιο που αν κάνεις αναγωγή στις τιμές, που υπήρχαν, ξέρω ‘γω, το 2000 και στα χρήματα που έπαιρνε ο Έλληνας τότε με τώρα, είμαστε σε πολύ άσχημη κατάσταση. 

Δ.Μ.:

Έχετε κάποια περιστατικά να σημειώσετε που αναδείκνυαν το εθνικό φρόνημα και τον πατριωτισμό της περιόδου; 

Μ.Β.:

Αναμφισβήτητα, η Χούντα ήταν υπέρμαχος του έθνους. Αυτό δεν το συζητάμε. Και, μάλιστα, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη. Όπως έκανε με τους Πακιστανούς. Όπως έκανε, ξέρω ‘γω... Δεν υπήρχε, δεν επέτρεπε κατ’ αρχήν σε κατάστημα ή επιχείρηση να έχεις μια ταμπέλα και να γράφεις ξενόγλωσσα μόνο. Έπρεπε πρώτα να γράψεις στην ελληνική τι είναι αυτό το κατάστημα, τι είναι αυτή η επιχείρηση. Και μετά αν ήθελες έγραφες και σε άλλη γλώσσα. Δεν επέτρεπε να πουληθεί τίποτα σε αλλοδαπό. Αυτό έγινε τα τελευταία χρόνια. Δεν ξέρω με ποιους νόμους και τι απελευθέρωσαν και ξεπουλιέται η Ελλάδα μας. Οι σημαίες! Η σημαία ήταν, βέβαια, μόνιμο σύμβολο, το οποίο και έδινε στον κάθε πολίτη μια αισιοδοξία. Πέρα το ότι δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά νομίζω ότι από μόνοι τους, αυτοί που αισθάνονται πατριώτες, έχουν τη σημαία στο μπαλκόνι τους. Εγώ προσωπικά έχω και τώρα, πάντα, κάθε μέρα. Συνεχώς η σημαία κυματίζει στο μπαλκόνι μου.

Δ.Μ.:

Τέλος, κύριε Βασιλείου, πώς έχει μείνει αυτή η εποχή στη μνήμη σας; 

Μ.Β.:

Με πολύ καλές αναμνήσεις. Δηλαδή, ήμασταν και σαν παιδιά αλλά και σαν εποχή, ήμασταν ανέμελοι. Πέρα από τις υποχρεώσεις της εργασίας και του διαβάσματος στο σχολείο, ζούσαμε τη ζωή. Δηλαδή κάθε... όχι κάθε μέρα, αλλά πολλές φορές τη βδομάδα, βγαίναμε σε ταβερνάκια, σε μπουάτ, σε τέτοια. Είχαμε τη δυνατότητα δηλαδή. Εγώ, επειδή έμενα μόνος μου, εργαζόμουνα, όλα τα έξοδα ήταν δικά μου. Πλήρωνα ενοίκιο και λοιπά. Και ήμουνα μια χαρά. Δηλαδή, πήγα στον στρατό το 1973 και είχα αποταμίευση σε λογαριασμό, τον οποίο άφησα σε έναν από τα αδέρφια μου και μου έστελνε κάθε μήνα χρήματα από τα δικά μου χρήματα. Για να αποθηκεύσω, να αποταμιεύσω χρήματα εκείνη την εποχή που ήμουνα μόνος μου, σημαίνει ότι υπήρχε πολύ καλή χρήση και, δεν ξέρω πώς να το πω– 

Δ.Μ.:

Οικονομία– 

Μ.Β.:

Δεν μου έρχεται η λέξη τώρα... Διακυβέρνηση για τον λαό. 

Δ.Μ.:

Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την κατάθεση αυτής της μαρτυρίας. Θα κοσμήσει αρκετά το αρχείο μας! Ευχόμαστε καλή συνέχεια και ό,τι καλύτερο στη ζωή σας! 

Μ.Β.:

Και εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ! Τώρα αν ξέχασα και κάτι, δεν πειράζει. [00:35:00]Μπορεί κάποιους να δυσαρεστήσω με αυτά που είπα, αλλά δεν είναι άσπρο-μαύρο οτιδήποτε. Ακόμα και σήμερα, στο κράτος μας λειτουργούν νόμοι τους οποίους έφτιαξε η Χούντα. Άρα θα κρατήσουμε τα καλά και ας πετάξουμε τα άσχημα. Εντάξει; Ευχαριστώ. 

Δ.Μ.:

Καλό βράδυ, γεια σας. 

Μ.Β.:

Γεια χαρά.