© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Μάριος Λώλος: «Εμείς λέμε την είδηση με τη γλώσσα της εικόνας»

Istorima Code
23378
Story URL
Speaker
Μάριος Λάμπρος Λώλος (Μ.Λ.)
Interview Date
20/10/2022
Researcher
IOANNA MOURA MOURA (I.M.)
I.M.:

Καλησπέρα.

[00:00:00]

Μ.Λ.:

Καλησπέρα.

I.M.:

Πώς σε λένε;

Μ.Λ.:

Με λένε Μάριο.

I.M.:

Καλησπέρα Μάριε, είμαι η Ιωάννα, ερευνήτρια για το Istorima, σήμερα έχουμε 21 Οκτωβρίου 2022 και βρισκόμαστε στην Αθήνα. Πες μου λίγα λόγια για σένα Μάριε.

Μ.Λ.:

Είμαι ο Μάριος, η δουλειά μου είναι φωτορεπόρτερ, κάνω 31 χρόνια αυτήν τη δουλειά. Για να κάνεις αυτή τη δουλειά 31 χρόνια πάει να πει ότι γεννήθηκες για να κάνεις μόνο αυτήν τη δουλειά, δεν κάνεις αλλιώς, είναι μία δουλειά δύσκολη. Κάθε μέρα δεν ξέρεις τι θα κάνεις, κλείνεις ένα ραντεβού με έναν φίλο και δεν ξέρεις αν μπορείς να πας γιατί δουλεύεις επικαιρότητα. Κάνω φωτορεπορτάζ πάνω στην επικαιρότητα και όχι κάτι πιο στημένο. Πιο στημένο θα μπορούσε να είναι καλλιτεχνικό που ξέρεις ότι την τάδε μέρα την τάδε ώρα έχει μία συναυλία, έχει ένα θέατρο. Εγώ δουλεύω επικαιρότητα είτε είναι κοινωνικό είτε είναι πολιτικό, πολύ λίγο αθλητικό, πολύ λίγο καλλιτεχνικό για το πρακτορείο. Είναι μία δουλειά όμως παρόλο που μπορεί να μπορεί να είναι πολύ δύσκολη με αυτό που έχω στην τσάντα μου πρέπει να φωτογραφίζω, δεν μπορώ να πω κάποια στιγμή «Δεν έχω ένα φακό περιμένετε γυρνάω να πάρω, να βγω και να γυρίσω». Με ό,τι έχω στην τσάντα πρέπει να 'ρθω να φωτογραφίζω. Είναι μία δουλειά λοιπόν μπορεί να είναι δύσκολη, να φωτογραφίζουμε σε όλες καιρικές συνθήκες, να φωτογραφίζουμε σε ακραίες συνθήκες, κοινωνικές συνθήκες, αλλά μία δουλειά πολύ πολύ ενδιαφέρουσα. Γιατί εμείς τι φωτογραφίζουμε; Φωτογραφίζουμε την ανθρώπινη δραστηριότητα στην οποιαδήποτε μορφή της είτε είναι θλιβερή, επί το πλείστον αυτή φωτογραφίζουμε θλιβερή ανθρώπινη δραστηριότητα  είτε είναι χαρούμενη. Άρα γνωρίζουμε κόσμο, μιλάμε με κόσμο, γιατί φωτογραφίζουμε ανθρώπους και από αυτό τον κόσμο κερδίζεις, γιατί πάντα κάτι παίρνεις από αυτούς που επικοινωνείς. Και μία καλή φωτογραφία είναι να μπορείς να επικοινωνήσεις με κάποιον, να του μιλάς, μπορεί να είναι αυθόρμητη φωτογραφία αλλά μπορείς μετά να του μιλήσεις, να του εξηγήσεις ποιος είσαι, τι θέλεις, γιατί τραβάς, να σου πει και εκείνος τη δική του ιστορία. Και επειδή οι φωτογραφίες μας έχουν ονοματεπώνυμο σε αυτούς που τραβάμε δίνουν μία ανθρώπινη μορφή θα καταργήσει τη λογική του νούμερου και τι εννοώ. Το πρώτο πνιγμένο προσφυγάκι για παράδειγμα ήταν ο Αϊλάν στα τουρκικά παράλια, τα επόμενα πνιγμένα προσφυγάκια ήτανε νούμερα. Ο πρώτος τοξικομανής που πεθαίνει από πρέζα καθαρή, νοθευμένη δεν ξέρω εγώ τι, είναι ένας που έχει ονοματεπώνυμο, οι υπόλοιποι είναι νούμερα. Και ο κόσμος συνηθίζει στα νούμερα οπότε χάνει μέσα από αυτά την ανθρώπινη διάσταση που έχει ένας άνθρωπος. Εμείς δίνουμε λοιπόν την ανθρώπινη μορφή κάτω από ένα γεγονός, γιατί  φωτογραφίζουμε ανθρώπους σε μία δραστηριότητα.

I.M.:

Πότε ξεκίνησες; Σε ποια ηλικία ξεκίνησες να ασχολείσαι;

Μ.Λ.:

Ξεκίνησα το '90, τέλη του '90. Η πρώτη μου δουλειά ήταν μισθωτός στον παλιό τότε του ιδρύματος «Ελεύθερο Τύπο», όπου ως μισθωτός τότε σε μία εφημερίδα, που τότε οι εφημερίδες είχαν πάρα πολλούς μισθωτούς εκτός από τα πρακτορεία που συνεργάζονταν. Μιλάμε τραβάγαμε φιλμάκι, δεν ήτανε ψηφιακό, τραβάγαμε φιλμ αναλογικό, εμείς στην εφημερίδα τραβάγαμε  slides. Οι εφημερίδες τότε είχαν και μισθωτούς φωτορεπόρτερ, γιατί θέλανε και τη δικιά τους ματιά είτε στα κοινής λήψης θέματα είτε για τα δικά τους θέματα με συνεντεύξεις. Αυτό μου έκανε καλό που ήμουνα μισθωτός σε μία εφημερίδα διότι φωτογράφιζα τα πάντα, δεν ήμουνα εξειδικευμένος σε ένα τύπου ρεπορτάζ, κάλυπτα την ειδησεογραφία για την εφημερίδα και ουσιαστικά φωτογράφιζα τα πάντα. Αυτό μπορεί να είναι διαδηλώσεις έξω, μπορεί να είναι πορτραίτα σε συνεντεύξεις.

I.M.:

Εσύ πού εστίαζες τη ματιά σου; 

Μ.Λ.:

Στον άνθρωπο!

I.M.:

Από την αρχή της καριέρας σου;

Μ.Λ.:

Ναι, ναι! Για αυτό επέλεξα να κάνω κοινωνικό ρεπορταζ και όχι αθλητικό για παράδειγμα. Καθ’ όλα αξιόλογο το αθλητικό ρεπορταζ, έχω κάνει πολύ λίγο, είναι πολύ δύσκολο, τραβάς κάτω από ακραίες καιρικές συνθήκες, τραβάς με πλάτη σε χουλιγκάνους που τους έχεις πολύ κοντά σου και πετάνε ό,τι μπορείς να φανταστείς και εσύ δεν βλέπεις τι πετάνε. Πρέπει να φωτογραφίζεις πολύ γρήγορα, αυτοί οι παίκτες τρέχουν εντωμεταξύ πάρα πολύ γρήγορα, δεν τρέχουν αργά αλλά πρέπει να τους καδράρεις και να έχεις και την μπάλα μέσα και ταυτόχρονα αυτό που φωτογραφίζεις και πρέπει να έχεις και την μπάλα μέσα μπορείς να το στέλνεις να έχεις ένα υπολογιστή ή ανοιχτό. Και όταν η ομάδα πηγαίνει προς τα κάτω εσύ φτιάχνεις φωτογραφίες, όταν η ομάδα έρχεται προς τα εσένα εσύ ξανά τραβάς, γιατί πρέπει να στέλνεις ταυτόχρονα σε real-time φωτογραφική δουλειά που έχεις τραβήξει. Είναι πάρα πάρα πολύ δύσκολο αλλά δεν μπορώ να πω ότι με τρελαίνει πάρα πάρα πολύ το αθλητικό. Μου αρέσει να φωτογραφίζω την ΑΕΚ, επειδή είμαι ΑΕΚ και πάω και φωτογραφίζω την ΑΕΚ από μέσα παρόλο που το αποφεύγω, επειδή παθιάζομαι και είμαι ένας άλλος Μάριος, όταν βλέπω την ΑΕΚ. Άρα λοιπόν φωτογραφίζω κοινωνικό, φωτογραφίζω την κοινωνία και τι συμβαίνει στην κοινωνία εκτός από το πολιτικό το κοινοβουλευτικό, μου αρέσει να φωτογραφίζω τι συμβαίνει στην κοινωνία.

I.M.:

Ποιο ήταν το πρώτο, η πρώτη σου δουλειά ας πούμε;

Μ.Λ.:

Η πρώτη μου δουλειά την θυμάμαι, γιατί είχε τρομερή πλάκα. Το πρώτο ρεπορτάζ που μου έδωσε ο «Ελεύθερος Τύπος» τότε να φωτογραφίσω ήταν κάτι πλημμύρες. Έτρεμα όταν πήγα να φωτογραφίσω από την αγωνία μου.

I.M.:

Πού ήταν; Εδώ Αθήνα;

Μ.Λ.:

Ναι, εδώ Αθήνα ήταν, Αθήνα κάπου στα Μεσόγεια. Φωτογραφίζω, λοιπόν, γυρνάω πίσω βλέπουμε τα slides και το κάνουνε «σαλόνι», «σαλόνι» είναι αυτό το δισέλιδο μέσα στην εφημερίδα, και μάλιστα μου έκανε τρομερή εντύπωση. «Ώπα -λέω-, πρώτο μου ρεπορτάζ, σαλόνι». Η πρώτη μου φωτογραφία όμως που δημοσιεύτηκε ήτανε στο «ΠΡΙΝ»,  στην εφημερίδα το «ΠΡΙΝ», πριν τη συνεργασία του μισθωτού με τον «Ελεύθερο Τύπο», όταν ήμουν ακόμα που ξεκίναγα να κάνω αυτή τη δουλειά, και μάλιστα ήταν κάτι φοιτητικά συλλαλητήρια, και μάλιστα την είχαν κάνει πρωτοσέλιδο. Μία ασπρόμαυρη φωτογραφία, μία φοιτήτρια με την μπουνιά σηκωμένη. Την θυμάμαι, είχε γίνει πρωτοσέλιδο στο «ΠΡΙΝ». Είχα πάει λοιπόν στην Ομόνοια που ήταν κρεμασμένες οι εφημερίδες και καθόμουνα και την κοίταγα και έβλεπα τον κόσμο που κοίταγε τα πρωτοσέλιδα και άρα κοίταγε τη δική μου φωτογραφία και σκεφτόμουνα ότι αυτοί τώρα κοιτάνε τη φωτογραφία μου.

I.M.:

Πώς ένιωσες;

Μ.Λ.:

Παράξενο, πολύ παράξενα γιατί από την μία ντρεπόμουν να πάω να του πω: «Ρε φίλε αυτή η φωτογραφία είναι δική μου, τι λες;» και δεν το έκανα φυσικά, και από την άλλη σκεφτόμουνα και περήφανος, που ο κόσμος κοίταγε κρεμασμένη στο περίπτερο τη φωτογραφία μου. Είχε μία μαγεία αυτό το πράγμα, είχε μία ντροπή και μία μαγεία ταυτόχρονα ότι είχε ένα νόημα να κάνω αυτήν τη δουλειά. Έχει ένα νόημα αυτό που είπε και ο συγχωρεμένος ο Μπεχράκης: «Εμείς η δουλειά μας είναι να σας ενημερώνουμε, για να μην πείτε ότι δεν ξέρατε!». Από κει και πέρα μετά αφού ξέρεις είναι δικό σου θέμα τι θα πεις. Αισθανόμουνα παράξενα, λοιπόν, ήταν η πρώτη μου αίσθηση, φωτογραφία δικιά μου που ήταν κρεμασμένη σε περίπτερο στο «ΠΡΙΝ». Και μετά η πρώτη δουλειά που έκανα ως μισθωτός ήταν «σαλόνι» μέσα στον «Ελεύθερο Τύπο» και λέω: «Τι έγινε;». Και μάλιστα θυμάμαι ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα έκοβα με ψαλίδι τις φωτογραφίες, μετά σταμάτησα φυσικά, τις φωτογραφίες που δημοσίευε η εφημερίδα και τις κράταγα σαν αρχείο και μετά εντάξει το συνηθίζεις, το ξεπερνάς και σταματάς πλέον να το κάνεις.

I.M.:

Και μετά πώς συνέχισες επαγγελματικά;

Μ.Λ.:

Στον «Ελεύθερο Τύπο», έπαψε να είναι ίδρυμα, το Ίδρυμα Λίλιαν Βουδούρη, και τον αγόρασε η Γιάννα Αγγελοπούλου, όπου κάποια στιγμή τον Ιούνιο του 2009 τον έκλεισε και από τότε συνεργάζομαι για ξένο πρακτορείο. Δουλεύω για έξω δηλαδή, και αυτό είναι πλέον μία άλλη διαδικασία το να τραβάς για media έξω, δηλαδή οι φωτογραφίες πρέπει να είναι τελείως διαφορετικές, γιατί απευθύνεσαι στον πλανήτη. Πρέπει να είναι στα ελληνικά media και το λέω σε εισαγωγικά αυτό, «μια καλή φωτογραφία λες, ωπ την παίρνω» και για τα ξένα media πρέπει να είναι πολύ καλές οι φωτογραφίες, όπου στέλνεις.

I.M.:

Η συνεργασία σου πώς ξεκίνησε με τον «Ελεύθερο Τύπο»; Γνωρίζοντας ότι εσύ δεν έχεις σπουδάσει δημοσιογραφία, έχεις σπουδάσει…

Μ.Λ.:

Ναι γεωπόνος. Είχα κάποια μικρή εμπειρία κάποιους μήνες σε ένα γραφείο φωτορεπορτάζ και πήγα και ζήτησα δουλειά, είμαι αυτός, έχω αυτή την εμπειρία.

I.M.:

Δηλαδή, πιο απλά, πώς είπες «θα γίνω φωτορεπόρτερ»; 

Μ.Λ.:

Το θα γίνω φωτορεπόρτερ του έλεγα από φοιτητής, λέω: «Δεν υπάρχει πιθανότητα εγώ να κάνω αυτή τη δουλειά!», παρόλο που πήρα δίπλωμα, πήρα το πτυχίο, είπα ότι εγώ θα γίνω φωτογράφος. Δηλαδή άρχισα και τράβαγα μόνος μου και εμφάνιζα και τύπου ασπρόμαυρες. Η πρώτη μου φωτογραφική μηχανή ήταν μία Lubitel διοπτρική, διότι δεν είχα λεφτά, μία ρωσική όπου τραβάς τα φιλμάκια 6x6 και μετά πήγα και πήρα εκτυπωτή, για να εμφανίζω και να τα εκτυπώνω μόνος μου και μετά πήρα SLR μηχανή που είναι τα φιλμάκια τα εκατόν τρανταπεντάρια. Έβγαινα και τράβαγα σε πορείες, τις εμφάνιζα μόνος μου, ξεκαθάρισα ότι θα γίνω φωτορεπόρτερ και είχα ξεκαθαρίσει μέσα μου και τι τύπου φωτορεπορτάζ θα κάνω. Και φυσικά δεν έχω μετανιώσει που επέλεξα να κάνω αυτή την δουλειά.  

I.M.:

Σε εμπόλεμη ζώνη έχεις πάει;

Μ.Λ.:

Ναι.

I.M.:

Θα ήθελες να μοιραστείς κάποια εμπειρία σου;

Μ.Λ.:

Έχω πάει σε εμφύλιο που είναι [00:10:00]φρικτός πόλεμος, στην Βοσνία, γιατί εκεί σκοτώνονταν οι γείτονες μεταξύ τους. Τελείως διαφορετικός πόλεμος ένας εμφύλιος, τον έχουμε ζήσει και εμείς σαν χώρα και τελείως διαφορετικός ένας κλασικός πόλεμος που σκοτώνονται δύο χώρες μεταξύ τους. Πρώτα από όλα ο πόλεμος έχει φρίκη, έχει μία φρίκη από μόνος του, ένας εμφύλιος έχει μεγαλύτερη φρίκη που ήταν η Βοσνία. Έχω πάει στο Κόσοβο που αυτό δεν το λες πόλεμο, ήμουνα στην Πρίστινα στο Κόσοβο και τυχαία ο μοναδικός φωτογράφος από όλο τον κόσμο, γιατί οι Σέρβοι τότε είχανε διώξει όλους τους δυτικούς και είχαμε μείνει μόνο οι Έλληνες, δηλαδή ρωτώντας τους Σέρβους στην Πρίστινα: «Τι κάνουμε;», μας είπαν οι Σέρβοι: «Σε σας δεν λέμε να φύγετε, καθίστε όμως με δική σας ευθύνη». Δηλαδή ουσιαστικά μας κλείσανε και λίγο το μάτι, μιλώ για τις Αρχές τις σερβικές. Και μάλιστα η Πρίστινα φανταστείτε μία πόλη επαρχιακή σαν την Καρδίτσα που τη βομβαρδίζει όλος ο κόσμος. Στην αρχή είχαμε τεράστιο πρόβλημα με τους Σέρβους τους ίδιους γιατί μας βλέπανε με φωτογραφικές μηχανές και μας είχανε πυροβολήσει και μας είχανε φέρει τανκς πάνω μας, είχαμε δει διάφορα μέχρι που μάθανε τελικά ότι έχουνε μείνει μόνο οι Έλληνες και είχανε ψιλο-ηρεμήσει. Στην Πρίστινα όμως και αυτό θέλω να το ανοίξω για τον πόλεμο, ένας φωτορεπόρτερ και ένας δημοσιογράφος πρέπει πρώτον εκτός από το να φωτογραφίζει αυτό που βλέπει να μπορεί να σκέφτεται και τι φωτογραφίζει, αρα να κάνει μία πιο ανοιχτή ανάλυση κοινωνικοπολιτική, «τι διάολο παίζει εδώ που είμαι και φωτογραφίζω». Γιατί το λέω αυτό, γιατί όταν είσαι σε έναν πόλεμο είσαι από τη μία πλευρά, στην Πρίστινα ήμουνα στην Πρίστινα άρα δεν ήμουνα με τους νατοϊκούς. Οι νατοϊκοί πετάνε τα αεροπλάνα, ρίχνανε τις βόμβες, σκοτώνανε κοσμάκη και εγώ ήμουνα στην Πρίστινα πολύ εύκολα και άνετα θα μπορούσα να 'χα πάρει την πλευρά των Σέρβων όπου θα μπορούσα να την πάρω και την πήρα πάρα πολλές φορές, γιατί έβλεπα ξεκοιλιασμένο κόσμο. Από την άλλη όμως το βράδυ άκουγα και τις βόμβες που βγάζανε οι παραστρατιωτικοί Σέρβοι του Arkan σε αλβανόφωνες περιοχές, την εθνοκάθαρση που κάνουνε. Άρα το μυαλό σου θα πρέπει να ανοίξει και να καταλάβεις τι διάολο γίνεται σε αυτή την περιοχή που είσαι. Γιατί το πρώτο πράγμα που γίνεται σε έναν πόλεμο είναι η παραπληροφόρηση να κερδίσει την πληροφόρηση. Αν εσύ λοιπόν λειτουργείς κάτω από τη λογική της παραπληροφόρησης ή του συναισθήματος, τότε έχεις χάσει τη ματιά που πρέπει να έχεις σε αυτό το πεδίο, πρέπει να ξέρεις τι φωτογραφίζεις, πώς το φωτογραφίζεις. Για αυτό και εγώ ως Μάριος, για παράδειγμα, δεν θα πήγαινα ποτέ με κάποιους. Γιατί αυτοί οι κάποιοι, πού είσαι ενσωματωμένος, θα σε γλιτώσουν, οπότε είσαι και ηθικά δεσμευμένος απέναντί τους, οπότε και στις καφρίλες που πιθανά μπορούν να κάνουν αυτοί δεν θα τις βλέπεις τόσο πολύ. Τώρα πώς πας σε έναν πόλεμο, καλά εμείς στους παλιούς πολέμους όταν πηγαίναμε με τον «Ελεύθερο Τύπο».  Στον παλιό «Ελεύθερο Τύπο», λοιπόν, ήμασταν πάντα της προσκολλήσεως, γιατί δεν είχαμε λεφτά. Είχαμε τόσα όσα για να μπορέσουμε να πάμε εκεί και να λειτουργήσουμε εκεί. Κανονικά όμως σε έναν πόλεμο, επειδή είναι ένα ακριβό σπορ, πρέπει να πληρώνεις και τον ντόπιο δημοσιογράφο fixer, και έναν οδηγό για να σε μετακινεί. Όπου πηγαίνουν, τα ξένα μεγάλα media BBC, CNN και όλοι αυτοί οι τιμές που είναι fixer είναι πάρα πολύ ακριβές, άρα πρέπει να έχεις χρήματα και εσύ να μπορείς να πληρώσεις το ντόπιο δημοσιογράφο. Και λέω δημοσιογράφο για να καταλαβαίνει τι του λες, έτσι ώστε αυτός ξέροντας την περιοχή να σε πηγαίνει με ασφάλεια –όσο μπορείς να πεις με ασφάλεια σε μία εμπόλεμη ζώνη–,  να φωτογραφίσεις αυτό που θέλεις και ταυτόχρονα να κάνει αυτό στη δική του δουλειά για τα ντόπια media της περιοχής εκεί που είναι. Αυτό συμβαίνει. Είναι ένα πολύ ακριβό σπορ να πας σε μία εμπόλεμη ζώνη, εμείς ήμασταν της προσκολλήσεως, παλιά μας φύλαγαν οι Σέρβοι. Στη Γάζα δούλευα στον «Ελεύθερο τύπο», που το είχε η Γιάννα Αγγελοπούλου και ήταν η πρώτη φορά που πήγα σε μία εμπόλεμη ζώνη με χρήματα. Είχα δορυφορικό τηλέφωνο, είχαμε fixer ντόπιο οδηγό που το αμάξι το είχε κάνει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Press ως τον ουρανό, press στα τζάμια, press παντού μη φάμε καμιά σφαίρα από τους Ισραηλινούς και όταν είχα πάει στη Γάζα ήταν η φάση όπου οι Ισραηλινοί βομβάρδιζαν τη Γάζα, που είναι μία άλλη φάση. Όπου στη Γάζα δεν με φρίκαρε τόσο πολύ αυτό που έβλεπα, αυτό που με φρίκαρε ήταν ότι είχα 24 ώρες ένα drone πάνω από το κεφάλι μου, με έναν ήχο σαν κουνούπι. Αυτό το drone είχε ρουκετίδια, στον υπολογιστή που με έβλεπε ο Ισραηλινός μπορούσε να θεωρήσει ότι εγώ ήμουνα Χαμασίτης, Παλαιστίνιος δεν ξέρω εγώ τι, και να με κάνει σκόνη. Δηλαδή έβγαινες τη νύχτα και περπάταγες κάτω από περβάζια έτσι ώστε να μη φαίνεσαι τόσο πολύ από αυτό το drone, γιατί αυτός μπορεί τη φωτογραφική μηχανή που είχα πάνω μου να νομίζει ότι είναι καλάσνικοφ και να με εξαϋλώσει. Αισθανόσουν σαν ποντίκι. Και τον Ισραηλινό εγώ δεν τον εμπιστευόμουν ποτέ, δηλαδή ένας νεκρός Έλληνας δημοσιογράφος δεν τον νοιάζει καθόλου. Αλλά και από την άλλη έβλεπα τι έκανε και η Χαμάς. Από την άλλη μάς είχαν  βάλει ασπίδα όταν είχαμε φτάσει στις αρχές, στην πρώτη πόλη στο Χαν Γιούνις, ασπίδα στον 11ο όροφο και όλοι η νομενκλατούρα της Χαμάς ήταν στο ισόγειο και εμείς ήμασταν η ασπίδα τους. «Δεν θα μας βομβαρδίσουν, γιατί έχει Έλληνες δημοσιογράφους». Για αυτό ξαναγυρνάω πάλι σε αυτό που σας είπα πριν, ότι κάποιος που πηγαίνει σε μία τέτοια κατάσταση... Αυτό συμβαίνει συνολικά δηλαδή, όχι μόνο σε μία εμπόλεμη ζώνη που είναι μία ακραία συνθήκη απάνθρωπη, αυτό συμβαίνει συνολικά φωτογραφίζεις ειδήσεις, θα πρέπει να σκέφτεσαι και εσύ τι ακριβώς κάνεις, τι φωτογραφίζεις. Αυτό που φωτογραφίζει στο πίσω μέρος τι είναι, από πού προέρχεται, γιατί έγινε, ποιοι είναι, ποιοι, τι διεκδικούν, τι λένε; Και εδώ είναι μία τεράστια κουβέντα περί αντικειμενικής φωτογραφίας, αν θέλετε την κάνουμε εγώ δεν έχω κάποιο πρόβλημα. Είναι αντικειμενικό το φωτορεπορτάζ ή όχι; Για να κλείσουμε τα εμπόλεμα αυτά που λέγαμε πριν, από έναν πόλεμο φεύγεις, όταν δεν αρχίζεις να φοβάσαι. Γιατί είναι βασική προϋπόθεση εκεί που πας να φοβάσαι, αν φοβάσαι έχεις πολύ μεγάλες πιθανότητες να γυρίσεις πίσω και να κάνεις τη δουλειά σου. Αν αρχίζεις και δεν φοβάσαι, θα γίνουνε δύο πράγματα. Ένα γίνεσαι ίδιο με το κτήνος, γιατί στο κεφάλι σου στο πίσω μέρος αυτό το παράλογο πράγμα που ζεις προσπαθείς να το κάνεις λογικό, οπότε αρχίζεις και το εκλογικεύεις. Εάν αυτό το παράλογο πράγμα που ζεις στο εκλογικεύεις είναι για να φεύγεις και δεύτερον όταν το εκλογικεύεις δεν φοβάσαι. Και το δεύτερο πράγμα που πρέπει να γυρίσεις πίσω, όταν δεν φοβάσαι θα κάνεις τη βλακεία και θα σκοτωθείς. Άρα όταν αρχίζεις και πλέον δεν φοβάσαι είναι το κατ’ ανάγκη που λες ότι πρέπει να γυρίσω πίσω, φτάνει.

I.M.:

Σε κάποια άλλη εμπόλεμη ζώνη...; Θυμάμαι μου είχες πει και για την Αλβανία.

Μ.Λ.:

Ναι, Αλβανία στην εξέγερση. Αυτό είχε τρομερή πλάκα, είχα πάει στην εξέγερση στην Αλβανία όπου ένιωθα ασφαλέστατος, στη Νότιο Αλβανία, τότε τους είχαν κλέψει παρατράπεζες. Και εδώ μία μικρή παρένθεση, τους Αλβανούς με τις παρατράπεζες τους κλέψανε και η μισή Αλβανία εξεγέρθηκε, στην Ελλάδα με το χρηματιστήριο χάσανε όλοι τα λεφτά τους και δεν κουνήθηκε φύλλο. Αυτό σε σχέση με την Ελλάδα και την Αλβανία, κλείνει η παρένθεση. Είχανε κλέψει λοιπόν τους Αλβανούς με τις παρατράπεζες, και μάλιστα μου έκανε τρομερή εντύπωση. «Καλά είσαστε τόσο βλάκες, σας λέγανε ότι θα σας δώσουνε το 80% και εσείς δεν υποψιαστήκατε τίποτα;». Έγινε λοιπόν μία εξέγερση από την Νότιο Αλβανία, η μισή και κάτω Αλβανία εξεγέρθηκε. Είχα πάει και φωτογράφισα την εξέγερση. Μπαίνανε στα στρατόπεδα, παίρνανε όπλα, είχε εξαφανιστεί η αστυνομία, δεν υπήρχε αστυνομία και τέτοια και μετά ξαναπήγα μετά από ένα μήνα και κάτι που είχανε τις εκλογές, όπου στις εκλογές πλέον ο απλός ο κόσμος είχε μπει και είχε πάρει τα καλάσνικοφ από τα στρατόπεδα και είχε πάει σπίτι του. Αυτοί που κυκλοφορούσαν στη Νότια Αλβανία ήταν οι μαφιόζοι και αυτός που με φύλαγε ήτανε μαφιόζος, γιατί δεν γινότανε να πας χωρίς μαφιόζο, γιατί έπρεπε να σε φιλάει μαφιόζος, για να μην σε κλέψουνε μαφιόζοι. Δηλαδή στους Σαράντα, στους Αγίους Σαράντα, έβλεπα στο λιμάνι να πετάνε χειροβομβίδες και να ψαρεύουν με χειροβομβίδες και να πλακώνονται και μεταξύ τους. Μας είχανε βάλει άπειρες φορές τα καλάσνικοφ στο κεφάλι: «Φέρε το κινητό σου να πάρω τηλέφωνο -γιατί πιάναμε είχαμε σήμα-, να πάρω τηλέφωνο εκεί που θέλω». Στην Αλβανία ένιωθες έναν αόρατο φόβο από ένα σημείο και μετά, γιατί δεν ήξερες τι θα γίνει. Σε μία εμπόλεμη ζώνη ξέρεις ότι αν πας κοντά, κινδυνεύεις. Όσο δεν πας κοντά είσαι πιο ασφαλής, όσο μπορείς να πεις πιο ασφαλής. Στην Αλβανία είχες έναν αόρατο φόβο ότι μπορεί να σου τύχει στραβή ανά πάσα στιγμή παρόλο που είχες μαφιόζο δίπλα σου και σε φύλαγε. Δηλαδή όταν μπήκαμε στην Αλβανία και ήρθαν και μας πήραν πάνω από τα σύνορα τα δικά μας και μπήκαμε στο αμάξι ήταν τρεις τύποι με καλάσνικοφ και λέω: «Τι γίνεται ρε φίλε εδώ». Πηγαίναμε στους Αγίους Σαράντα και κάποια στιγμή πετάγονται δύο πιτσιρίκια με όπλα να σταματήσουν το αμάξι. Σταματάνε οι τύποι κατεβαίνουνε, τα πιτσιρίκια βλέπουνε ποιοι είναι και φοβήθηκαν. Και αυτοί άρχιζαν και τους δέρναν με τα όπλα και βγαίνω και λέω: «Ώπα ρε παιδιά, εντάξει τους δείρατε». Και μας εξήγησαν ότι: «Αν ήσασταν [00:20:00]οι δυο σας, μπορεί και να σας είχανε σκοτώσει. Τουλάχιστον θα σας είχανε πάρει τα πάντα, φωτογραφικές μηχανές, πορτοφόλια, κινητά. Και εμείς δεν γουστάρουμε τα πλιάτσικα». Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το που μπήκα μετά από ένα μήνα στην Αλβανία και λέω: «Ώπα, εδώ κάτι παίζει, κάτι γίνεται ρε φίλε και πρέπει να προσέχεις».

I.M.:

Αυτά από εμπόλεμη ζώνη, από εμπειρίες που έχεις βιώσει;

Μ.Λ.:

Εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ, είχα μία κουβέντα με μία Σέρβα στη Βοσνία και άρχισα να της λέω αυτές τις κουλτουριές,  ότι εγώ θα γυρίσω σπίτι μου κάποια στιγμή, γιατί το ‘χεις αυτό. Όπως πολλές φορές είχα σκεφτεί πόσο βλάκας είμαι και γιατί ήρθα, όταν στραβώνει το πράγμα. Άρχιζα να της λέω διάφορα: «Εντάξει θα περάσει». Και μου λέει: «Να σε ρωτήσω κάτι; Η κοπέλα σου σερβιέτες έχει;». «Ναι έχει». «Εγώ πριν 2 μήνες είχα, τώρα δεν έχω». Οπότε λες, εντάξει φίλε, αυτό είναι πόλεμος. Και πάντα στον πόλεμο φρίκαρα με τα παιδιά, πάντα με φρικάρανε τα παιδιά. Πάντα έχω μία ιδιαίτερη σχέση με τα παιδιά, πώς αντιλαμβάνονται μία ακραία συνθήκη, πάντα με φρικάρανε τα παιδιά, παιδικό δεν μπορώ να φωτογραφίσω. Όταν με ρωτάνε και αυτό είναι πιο γενικό: «Πες μας πέντε έτσι καλές φωτογραφίες που θυμάσαι εσύ», εμένα το μυαλό μου πηγαίνει σε φωτογραφίες που ενώ είχα το κάδρο στο κεφάλι μου, είχα την εικόνα στο κεφάλι μου, είχα πιάσει και τη φωτογραφική μηχανή έτοιμος να τραβήξω, την κατέβασα γιατί με ξεπέρναγε, γιατί ξεπέρναγε αυτό που έβλεπα, ξεπέρναγε το αξιακό μου όριο, ότι «αυτό ρε φίλε δεν μπορείς να το φωτογραφίσεις, δεν γίνεται να το φωτογραφίσεις». Δεν μπορείς να φωτογραφίσεις σε μία εμπόλεμη ζώνη –και το 'χω στο μυαλό μου αυτό– τα μάτια ενός κοριτσιού που ήταν Barbie, πανέμορφο κουκλάκι Σερβάκι, το οποίο πέρναγες το χέρι σου μπροστά από τα μάτια του και είχε το κενό. Αυτό το βλέμμα του κενού σε ένα πανέμορφο κοριτσάκι Barbie, ξανθές μπούκλες, γαλανά μάτια και είχε την ίδια ηλικία με την κόρη μου. Εγώ δεν μπορούσα να το φωτογραφίσω. Ενώ είχα το κάδρο στο κεφάλι μου, κατέβασα τη μηχανή, δηλαδή με ξεπέρναγε. Και όλοι μας έχουμε αυτό το όριο, όταν μας ξεπερνάει κάτι κατεβάζουμε τη μηχανή. Και όλοι μας έχουμε το όριο, όταν ένα παιδάκι βγαίνει από τη βάρκα ή πάει να τον πνίξει η βάρκα να μην τραβάς το παιδί που πάει να το κουκουλώσει η βάρκα, γιατί αυτές οι πλαστικές βάρκες σε κακοτράχηλες παραλίες που βγαίνουν οι πρόσφυγες ήταν και με κύμα και όταν ένα παιδί μέσα στο νερό και το τραβάς, δεν τραβάς. Τράβας το παιδί, δεν τραβάς φωτογραφία! Άρα αυτό που σου λένε: «Εσύ είσαι φωτορεπόρτερ, ή κάνεις, τραβάς κάποιον που πεθαίνει ή τον σώζεις», είναι ένα δίλημμα που είναι σαφέστατα ηλίθιο! Απλώνεις το χέρι και το σώζεις, γιατί θέλουμε να γυρίσουμε σπίτια μας και να κοιμηθούμε ήσυχοι, όσο μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι με αυτά που φωτογραφίζουμε. 

I.M.:

Προσφυγική κρίση…

Μ.Λ.:

Εντάξει, εμείς ζήσαμε πόλεμο, και μετά γύρισα και τράβαγα το προσφυγικό που είναι άλλη εμπόλεμη κατάσταση. Ήμουνα στη Λέσβο όταν ερχόντουσαν οι βάρκες, ανεβαίναμε σε ένα παρατηρητήριο ψηλά και βλέπαμε το πρωί –παρατηρητήριο το λέγαμε, ήτανε μία πλάγια στη Συκαμιά από πάνω– και βλέπαμε τις βάρκες που βγαίνανε και διαλέγαμε βάρκες και υπολογίζαμε πάνω κάτω πού έβγαινε η βάρκα. Γιατί οι πρόσφυγες που οδηγούσαν τις βάρκες, η σχέση τους με τη θάλασσα είναι όσο είναι η δικιά μας με την πυρηνική φυσική, καμία σχέση! Και μάλιστα ήταν κάποιοι αλληλέγγυοι με κάποια σωσίβια και τους κουνάνε τα σωσίβια, προσπαθούσαν να τους καθοδηγήσουν για να βγουν σε μία παραλία και όχι στα βράχια. Οι δε παραλίες εκεί είναι κακοτράχυλες. Γεμάτο βότσαλα παραλίες, μη φανταστείς τίποτα παραλίες Μπαχάμες, αμμουδιά και τέτοια, βγαίνανε σε παραλίες που είναι όλο βότσαλα, πέτρα. Τρέχαμε, λοιπόν, να βγούμε στην παραλία που υπολογίζαμε ότι θα βγει η βάρκα. Και στην αρχή που έβγαινε η βάρκα, έβλεπες τη βάρκα να έρχεται, στην αρχή έβλεπες πολύχρωμα σχήματα, γιατί η βάρκα είχε βουλιάξει όλη, πλαστικές βάρκες, είχε βουλιάξει όλη μέσα στο νερό. Ήτανε μία βάρκα για δέκα άτομα και εκεί ήτανε καμιά πενηνταριά-εξήντα, το σκαρί της βάρκας δεν το έβλεπες, πολύχρωμα σωσίβια έβλεπες. Κάποια στιγμή λοιπόν ερχόταν η βάρκα, μπαίνανε οι αλληλέγγυοι διασώστες, την καθοδηγούσαν και μετά πέρναγαν από μπροστά σου αφού είχαν φτάσει στην παραλία, πέρναγαν από μπροστά σου παιδιά. Βγαίναν πρώτα τα παιδιά, δηλαδή αλλάζαν χέρια παιδιά και εσύ ήσουν εκεί και φωτογράφιζες παιδιά να περνάνε από μπροστά σου, παιδιά, παιδιά, παιδιά, μετά βγαίναν οι γυναίκες, μετά βγαίνανε οι ενήλικες και μετά γύρναγες στην παραλία και έβλεπες δύο ακραία συναισθήματα: οι οικογένειες αγκαλιασμένες ή να κλαίνε ή να γελάνε που πάτησαν Ευρώπη, που δεν πνίγηκαν. Ή να κλαίνε ή να γελάνε. Θυμάμαι είχε έρθει ένας πιτσιρικάς... Γιατί μπαίναμε και εμείς στο νερό και είχανε ξεκολλήσει οι σόλες μας. Και συζητάγαμε μ' έναν συνάδελφο –είχε βγει ένα ξύλινο, γιατί από ένα σημείο και μετά τραβάμε και τα ξύλινα, είχε πιο πολλά ξύλινα σκάφη– και κάναμε πλάκα με έναν ξένο συνάδελφο που είχαν ξεκολλήσει οι σόλες από τα παπούτσια μας και έρχεται ένας πιτσιρικάς Σύριος και μου δίνει κάτι παπούτσια Adidas και μου λέει: «Πάρτα!». Του λέω: «Φίλε, εσύ έχεις ακόμη πολύ περπάτημα, πάρτα πίσω», «Όχι πάρτα, όχι πάρτα». Τελικά τον ψήνω να μη μου δώσει τα παπούτσια και πάνω από τον ψήνω να μη μου δώσει τα παπούτσια, έρχεται ο φίλος του να μου δώσει ο φίλος του ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια που είχε να τα φορέσω, επειδή εμένα μου είχανε ξεκολλήσει οι σόλες. Τελειώνει τώρα όλο αυτό, λέω: «Εντάξει, τα είδα όλα!». Συν προσφυγάκια πεταμένα, πνιγμένα. Τελειώνει αυτό και λέω: «Εντάξει τα είδα όλα». Και μετά έρχεται η Ειδομένη, όπου Ειδομένη ήταν χιλιάδες κόσμος, εγκλωβισμένοι στα σύνορα που κλείσανε μετά από αυτήν την «καταπληκτική», σε τεράστια εισαγωγικά λέω την λέξη, συμφωνία Ευρώπης-Ελλάδας με τη Τουρκία ασφαλής χώρα, και ξαναλέω Τουρκία ασφαλής χώρα, αν θεωρούμε την Τουρκία ασφαλή χώρα. Και τα σύνορα κλείσανε και ο κόσμος που είχε φτάσει στα σύνορα ήτανε σαν να έφτασε στη βρύση και νερό δεν ήπιε. Είχε δημιουργηθεί ένα τεράστιο camp με σκηνές με κόσμο που ζούσε σε ακραίες συνθήκες με βροχή, με κρύο, με λάσπες, με, με, με, και η μοναδική δημόσια παρουσία ήταν η αστυνομία, δεν υπήρχε τίποτα άλλο δημόσιο μόνο η αστυνομία. Εκεί ήμουνα ενάμιση μήνα μαζί με την Τατιάνα. Για να καταλάβετε ένα βράδυ μέναμε σε έναν ξενώνα της Μαριώς, μια καταπληκτική τύπισσα είχε 7 δωμάτια στον ξενώνα, και μάλιστα τα 2 δωμάτια τα είχε δώσει σε δύο Σύριες οικογένειες, που θα μπορούσε να τα νοικιάζει, γιατί υπήρχε έλλειψη δωματίων. Είχαμε πάει εκεί ο μισός πλανήτης από τα media, δηλαδή υπήρχαν πάρα πολλοί ξένοι συνάδελφοι, ξένα κανάλια, ένας χαμός. Και όμως αυτή τα 2 δωμάτια τα έδινε, όχι τα νοίκιαζε, τα έδινε σε δύο Σύριες οικογένειες. Το δωμάτιο λοιπόν που ήμουνα εγώ είχε τζακούζι και μετά από καιρό κουρασμένος λέω να βάλω το κορμάκι μου μέσα, με κρύο, με υγρασία, να ξεκουραστεί. Και μετά από 2 λεπτά και συνειδητοποιώ: «Τι κάνεις ρε φίλε; Οι άλλοι είναι μέσα στη σκηνή, μέσα στο κρύο, δεν νοείται». Και βγήκα αγχωμένος έξω ότι κάνω κάποια «αμαρτία», με εισαγωγικά τη λέξη αμαρτία. Ενάμιση μήνα στην Ειδομένη λοιπόν τους γνωρίζεις, αρχίζεις και τους γνωρίζεις. Σε αυτή η σκηνή είναι ο Αχμέτ με τα τέσσερα παιδιά, από τη Συρία ο ένας, είναι Αφγανός ο άλλος, μας κερνάνε αυτοσχέδιους ναργιλέδες σε πλαστικά μπουκάλια με καλαμάκια, μας τάιζαν με αυτοσχέδιο ξύλο που καίγανε με τσουκάλια. «Έλα να φας!», τρώγαμε μαζί τους, τους γνωρίζεις λοιπόν, άρα ξέρεις τις ιστορίες τους. Δεν θα ξεχάσω λοιπόν όταν αυτό το camp αποφάσισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να το κλείσει, όπου επιτράπηκε μόνο σε έναν Έλληνα φωτορεπόρτερ να φωτογραφίσει, από μακριά. Και μάλιστα τότε ήμουνα πρόεδρος του σωματείου του δικού μας, και κάναμε καταγγελία όχι γιατί ο συνάδελφος του αθηναϊκού πρακτορείου θα τράβαγε στημένες φωτογραφίες, αλλά γιατί σε ένα γεγονός θα έπρεπε να είμαστε πάρα πολλοί και πάρα πολλές φωτογραφίες με τη δική μας μάτια. Άρα έχεις πλουραλισμό, αυτό λέγεται πλουραλισμός. Και η αστεία δικαιολογία που μας είχανε πει ήταν ότι θα είναι μόνο ένας φωτορεπόρτερ από μακριά να φωτογραφίσει, είναι ότι θα μας βλέπανε οι πρόσφυγες και πιθανώς μπορεί να κάνανε καφρίλες. Και εμείς απαντάμε με την πολύ απλή λογική: «Δηλαδή  στο Σύνταγμα οι διαδηλωτές που βλέπουν πάρα πολλούς φωτορεπόρτερ, πάντα οι διαδηλωτές κάνουνε καφρίλες;»,  δεν γίνεται αυτό. Εν πάση περιπτώσει τότε μας είχαν αποκλείσει και μας είχανε μακριά, έκανα μία βόλτα να δω πού θα τους πάνε και έπαθα πλάκα. Πήγα σε ένα δύο-τρία σημεία που θα τους πηγαίνανε τότε, και ο πρόσφυγας που κάπνιζε θα έκοβε το τσιγάρο, γιατί εκεί που τους πετάξανε είναι μακριά από το πουθενά, όχι από τον πολιτισμό από το πουθενά!  Εν πάση περιπτώσει στην τρίτη μέρα που τους είχαν μαζέψει κατά 90%, μας αφήσανε να πάμε να προσεγγίσουμε την Ειδομένη εκεί που ήτανε το camp γιατί θα ερχόταν ο τότε Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο κύριος Τόσκας, να κάνει δηλώσεις ότι και καλά έγινε η εκκένωση με τα λεωφορεία, με τα πούλμαν και όλα αυτά. Και φυσικά εγώ δεν καθόμουνα να περιμένω να φωτογραφίσω τις δηλώσεις και όλα αυ[00:30:00]τά. Και έκανα βόλτα στο camp, φύσαγε ένας δαιμονισμένος αέρας, οι σκηνές κουνιόντουσαν από τον αέρα, μπουγάδες απλωμένες παρατημένες κουνιόντουσαν από τον αέρα και έτσι όπως πάω, που ήξερα ότι έμενε η τάδε οικογένεια των Σύριων που τους ήξερα, εδώ έμεναν οι Αφγανοί, εδώ έμενε ένας Παλαιστίνιος που του είχανε σπάσει τα χέρια επειδή πήγε να περάσει στη ζούλα απέναντι, τον βρήκαν οι απέναντι οι αστυνομικοί, του σπάσανε τα χέρια, τον ξαναφέρανε πάλι πίσω. Μου σκάσανε οι φωνές τους στο κεφάλι, γιατί ήξερα ότι αυτοί οι τύποι θα είναι στο πουθενά, θα εξαφανιστούν στο πουθενά και μου σκάγανε οι φωνές στο κεφάλι. Εκείνη τη στιγμή να περπατώ σε ένα άδειο camp, που νομίζεις ότι έχει σκάσει μία βόμβα και έχει εξαφανίσει τους ανθρώπους πρόσφυγες και έχουνε μείνει τα υπάρχοντά τους και φυσάει και εκείνος ο δαιμονισμένος αέρας και το κάνει ακόμη πιο εφιαλτικό. Η Ειδομένη για τους περισσότερους συναδέλφους ήταν τρύπα στη γεωγραφία μέσα μας. Αυτή η συμπεριφορά απέναντί τους ήταν… Και φυσικά γίνανε και διάφορες καφρίλες, γιατί στον χώρο των media δουλεύω και από τα δικά μας media όσο οι πρόσφυγες περνάγανε ήτανε μία χαρά, όσο μείνανε άλλαξε το τροπάρι. Είχε γίνει ένα σκηνικό σε κάτι δημόσιες τουαλέτες, ένας Αφγανός πήγε να ανοίξει την πόρτα, ήταν το κοριτσάκι μέσα, το κοριτσάκι φώναξε και κάτι ότι πήγαινε να το βιάσει, τον πλάκωσαν στο ξύλο και μετά λύθηκε πολύ γρήγορα η παρεξήγηση ότι αυτό το πράγμα ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Κάποια media το παίζανε απόπειρα βιασμού. Και οι δύο οι αστυνομικοί λέγανε ότι: «Παιδιά δεν υπάρχει θέμα» και τα ελληνικά media το παίζαν απόπειρα βιασμού. Και φυσικά οι πρόσφυγες όταν μένεις σε τρισάθλιες συνθήκες εξεγείρεσαι και κάνεις διαδηλώσεις και φωναζεις: «Open the borders, ανοίξτε να περάσουμε». Και όταν σε ρωτάνε: «Θα ανοίξουν τα σύνορα;» εσύ τι απαντάς; Απαντάς ότι δεν θα ανοίξουμε, τι θα τους πεις ότι θα ανοίξουνε; «Παιδιά δεν θα ανοίξουνε, εγκλωβιστήκατε εδώ». Το επόμενο της Ειδομένης είναι ότι μετά εμείς αρχίσαμε και φωτογραφίζαμε τα camp. Εντάξει, στο πουθενά. Ένα καλό camp είναι αυτό που έχει container το ένα δίπλα από το άλλο και δεν μένουν σε τρώγλες. Ένα λοιπόν καλό camp που έχει container το ένα δίπλα από το άλλο βάλε μία οικογένεια που ζει σε αυτό το container σε έναν περιορισμένο χώρο που κι η αναπνοή τους ακόμη ακούγεται με τα παιδιά τους και βάλε αυτή την οικογένεια για χρόνια να μην κάνει τίποτα, να ζει τη μέρα της μαρμότας, να ξυπνάει κάθε πρωί και να περιμένει τι θα γίνει με τα χαρτιά του, αν θα πάρει άσυλο ή αν δεν θα πάρει άσυλο και να ζει κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Έχω κάνει μία δουλειά με τα προσφυγάκια, την έχω ονομάσει «Παιδιά που είδα», γιατί σας είπα και πριν ότι με τα παιδιά... Και έχω φωτογραφίσει προσφυγάκια σε διάφορες συνθήκες. Γιατί το παιδί είναι παιδί και θα κλάψει, και θα γελάσει, και μέσα στις λάσπες του θα παίξει, θα προσπαθήσει να μάθει γράμματα. Θα σας πω λοιπόν μία εμπειρία με προσφυγάκια. Είμαι στο camp της Κορίνθου με μία φίλη παιδίατρο –Κυριακή, κάποιες Κυριακές πηγαίναμε–, όπου η Χρύσα πήγαινε να εξετάσει τα πάνω από 200 παιδιά που είχε αυτό το camp, όπου αυτό το camp γιατρό δεν είχε πολλώ δε παιδίατρο. Σε αυτό το camp λοιπόν είχε δύο προσφυγάκια, ένα Αφγανάκι και ένα Συριάκι όπου 3 χρόνια πριν ήταν στη Λέσβο και μία ΜΚΟ τους είχε μάθει Ελληνικά και είχανε κάτσει δίπλα από τη Χρύσα και μεταφράζανε τι λέγανε Σύριες μάνες, οι αραβόφωνες ή τι λέγανε οι Αφγανές μάνες για να μπορεί η Χρύσα να καταλάβει γιατί κλαίει το παιδί, για να μπορεί να το εξετάσει. Όταν η Χρύσα σταμάταγε από το πρωί μέχρι το βράδυ να πάρει μία ανάσα, τα πιτσιρίκια δεν φεύγανε, ήταν εκεί. Και τους έλεγε: «Παιδιά ξεκουραστείτε και εσείς λιγάκι» και λέγανε τα δυο προσφυγάκια: «Εμάς είναι η δουλειά μας εδώ, και χρέος μας να βοηθήσουμε την κοινότητά μας». Γιατί το λέω αυτό, γιατί στα προσφυγάκια αν μάθεις Ελληνικά, θα κάνουνε παρέα με Ελληνάκια, θα ενσωματωθούν στην ελληνική πραγματικότητα. Και το πιο απλό πράγμα που λέω, όταν ο μπαμπάς πατριαρχικής λογικής πάει να δείρει τη μάνα της, θα πούνε: «Ωπα πατέρα, αυτό που κάνεις είναι αν μη τι άλλο ανεπίτρεπτο». Γιατί κάποιοι από αυτούς θα ζήσουν εδώ, κάποιοι από αυτούς και κάποια παιδιά θα ζήσουνε εδώ και θα μεγαλώσουν εδώ. Και ένα προσφυγάκι έχει αξία όχι μόνο αν παίζει καλό μπάσκετ και του δίνουμε χαρτιά για το NBA να πάει να παίξει –καταπληκτικός ο Αντετοκούμπο και τα αδέρφια του, τους γουστάρω πάρα πολύ–, ένα προσφυγάκι έχει αξία όταν μπορεί να είναι ένα απλό όπως όλα τα άλλα και να είναι ίδιο μαζί με όλα τα άλλα. Ένα κράτος πρόνοιας που σέβεται τον εαυτό του θα πρέπει να έχει ρωτήσει αυτούς τους τύπους και τις τύπισσες που θα μας μείνουν εδώ: «Εσύ κάτι έκανες στη χώρα, τι διάολο έκανες;». «Εγώ ήμουνα ξυλουργός». «Οι ξυλουργοί εδώ είναι έτσι». «Εσύ τι ήσουν;». «Γιατρός». «Ο γιατρός στην Ελλάδα είναι έτσι». Έτσι ώστε αυτό που ήξερε να κάνει στη χώρα του με κάποια συνθήκη να βρει να το κάνει και εδώ. Γιατί εάν ένας πρόσφυγας που ζει σε camp πάρει άσυλο, την επόμενη στιγμή φεύγει από το camp και γίνεται ένας από εμάς. Έχεις έναν πρόσφυγα που ζει 3 χρόνια κλεισμένος σε ένα camp και του λες: «Βγες τώρα έξω στην ελληνική κοινωνία και ζήσε». Δεν γίνεται. Το προσφυγικό είναι ακόμη μία ανοιχτή τρύπα. Ο τρόπος που υφίσταται απλά στον Έλληνα έχει πάψει να είναι κάτι πολύ σημαντικό γιατί κάποια στιγμή γύρισε στα δικά του προβλήματα, πώς θα καταφέρω να πληρώσω φώτα, νερά, τηλέφωνα, αλλά το προσφυγικό παραμένει τεράστια τρύπα. Είναι αδιανόητο να κάνουμε push back, είναι αδιανόητο να έρχονται εδώ και να τους πετάμε πάλι στη θάλασσα, είναι αδιανόητο ο τρόπος που τους φερόμαστε. Είναι αδιανόητο να πηγαίνω στον Ελαιώνα συνέχεια... Ο Ελαιώνας ήταν πρότυπο camp που άνοιξε μετά τους Αφγανούς που είχανε μαζευτεί στο Πεδίο του Άρεως. Τότε ο Καμίνης δήμαρχος της Αθήνας έφτιαξε τον Ελαιώνα και είχε βραβευτεί ως πρότυπο camp με τις υποδομές όπου ήρθαν οι Αφγανοί και μένανε στον Ελαιώνα. Ο Ελαιώνας φτιάχτηκε ένα camp για να είναι για ευάλωτες οικογένειες μετά και μετά ο Ελαιώνας έγινε ένας χαμός, γιατί ό,τι τρύπα είχανε στην πλατεία Βικτωρίας, τους πετάγανε στον Ελαιώνα. Και τώρα το camp του Ελαιώνα κλείνει γιατί ο Ελαιώνας θα φτιαχτεί το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Και γιατί εκεί χρειάζονται εμπορικές χρήσεις και δεν γίνεται να έχουν πρόσφυγες, να ζούνε πρόσφυγες, να ζουν Αφρικανοί με τα παιδιά τους. Ως επί το πλείστον Αφρικανοί είναι, δεν γίνεται να ζουν λίγοι Αφγανοί με τα παιδιά τους, πρέπει να κλείσουν και να πάνε ανά όλη την Ελλάδα και να πάνε στα campus Ριτσώνας που χτίσανε τοίχους απέξω. Όπως είναι στο Ισραήλ, το ίδιο τείχος είναι και εκεί. Εγώ για να μπω στα camp ή μπαίνω με «ντου» από κάποια ακτιβιστική ομάδα που είναι απέξω και μπαίνω και εγώ μέσα για να φωτογραφίζω... Γιατί άμα περιμένω να πάρω άδεια, δεν θα μπω ποτέ, και ειδικά τώρα με την κορόνα δεν υπήρχε πιθανότητα να μπούμε στα camp και να δούμε τι τραβάνε αυτοί οι άνθρωποι. Τα camp στη Ριτσώνα είναι πεταμένα στο πουθενά, στο  Σχιστό είναι στου διαόλου τη μάνα, έχεις τρεις χιλιάδες κόσμο στο Σχιστό, εκ του αποτελέσματος δεν γίνεται. Όταν έχεις τρεις χιλιάδες κόσμο, είναι μία μεγάλη κωμόπολη, θα φυτρώσουν και παραβατικά στοιχεία, φυσικά θα φυτρώσουν. Όταν στο camp του Σχιστού για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε διευθυντής και έχεις πεταμένες διάφορες εθνικότητες, θα φυτρώσουν και παραβατικά στοιχεία. Όταν το πρόγραμμα «Εστία και ήλιος» το κλείνεις, που το διαχειριζόντουσαν μη κερδοσκοπικές εταιρίες και το παίρνεις εσύ και το κλείνεις, δηλαδή είναι τα διαμερίσματα που μένανε οι πρόσφυγες, οι ευάλωτες οικογένειες και αυτές οι ευάλωτες οικογένειες που μένανε σε διαμερίσματα που είναι το ανθρώπινο, τους πηγαίνεις πάλι στα camp, είναι ξεκάθαρο το μήνυμα. Εγώ το προτείνω ανεπιφύλακτα στον κόσμο που μας ακούει, όσοι έχουνε Netflix υπάρχει ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ που λέγεται "Immigration Nation", δείτε το, είναι Αμερική επί Τραμπ τι κάνανε στους μετανάστες-πρόσφυγες επί Trump στην Αμερική. Ποιο ήταν το μήνυμα; Σας κάνουμε τη ζωή πολύ δύσκολη εδώ για να μην έρθετε. Είναι ακριβώς το ίδιο μήνυμα που κάνουν εκεί οι Ευρωπαίοι, σας κάνουμε τη ζωή μαρτυρική εδώ ώστε να πείτε στους διπλανούς που είναι στην Τουρκία: «Μην έρθεις, δεν υπάρχει πιθανότητα να έρθεις». Θεωρώ αδιανόητο που είμαι καθόλα αλληλέγγυος μαζί τους επειδή είναι πρόσφυγες που τρέχουνε να γλυτώσουν από πόλεμο με τους Ουκρανούς, απόλυτα αλληλέγγυος είμαι μαζί τους. Αλλά δεν γίνεται να είναι καλός πρόσφυγας ο Ουκρανός επειδή είναι λευκός και να μην είναι καλός πρόσφυγας ο άλλος επειδή είναι μαυριδερός. Δεν γίνεται ρε καραγκιόζη –συγνώμη για την έκφραση– να είσαι με τις Ιρανές που κόβουν τα μαλλιά τους στο Ιράν, αλλά όταν η Ιρανή φτάσει έξω από την πόρτα σου να πεις: «Φύγε μωρή, θα μου αλλοιώσεις τον πολιτισμό, αλλά όσο είσαι εκεί κόψε τα μαλλάκια σου και είμαι [00:40:00]μαζί σου». Δεν γίνεται αλά καρτ. Τη δουλειά που έκανα με τα προσφυγάκια εκτός ότι ήταν ειδική ψυχοθεραπεία για τον εαυτό μου, την έκανα και γιατί το παιδί είναι μία εύκολη πληροφορία συναισθηματική για αυτόν που θα τη δει. Έκανα μία έκθεση για αυτά τα παιδιά στην Κέρκυρα που δεν έχουν καμία σχέση με το προσφυγικό στην Κέρκυρα. Η σχέση με το προσφυγικό είναι οι Αλβανοί το '90 όταν περνάγανε ήταν και χριστιανοί και ήταν τελείως διαφορετικό. Η Κέρκυρα με το προσφυγικό δεν το ξέρουν ιδιαίτερα. Και ήθελα να δείξω αυτές τις φωτογραφίες να τις δουν. Βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αυτά τα παιδάκια που είναι παιδάκια σαν τα Ελληνάκια της διπλανής πόρτας, αν συνεχίσεις και λες: «Πνίχτε τους», δεν ανήκεις στο ανθρώπινο είδος, δεν ανήκεις να περπατάς σε αυτόν τον πλανήτη. Μπορεί να διαφωνήσουμε εάν χωράνε-δεν χωράνε στην Ελλάδα, πρέπει να τους δίνουμε άσυλο, μπορεί να διαφωνήσουμε σε πάρα πολλά πράγματα αλλά όχι «πνίχτε τους». Έχω ζήσει στη Λέσβο, στη Θερμή, μπορεί να το έχετε δει το βίντεο, ήμουνα εκεί! Όταν ήρθε μία βάρκα ακυβέρνητη με Αφγανούς, το λιμενικό ένα απόγευμα την έφερε στη Θερμή, η Θερμή είναι ένα λιμάνι που είχαν αυτοί οι άνθρωποι την ατυχία να είναι κοντά στη Μόρια, στη Μόρια ήταν όλοι αυτοί οι τύποι που λέγανε: «Πίσω, πίσω» και «κλείσε την», όλα αυτά τα καλόπαιδα. Πήγαμε, λοιπόν, να φωτογραφίσουμε και είδα. «Όπα κάτι γίνεται» και ήρθανε και αυτοί και προσεγγίζει λοιπόν με αυτά τα μηχανάκια θαλάσσης προσεγγίζουν οι λιμενικοί, αφήνουν τη βάρκα στο λιμάνι και φύγανε. Και είναι μία βάρκα τώρα στο λιμάνι καμία 30, 40, 50 πρόσφυγες, με οικογένειες, και από πάνω κάτι τύποι. Χωρίς μηχανή η βάρκα, να φωνάζουνε: "Go back! go back!". Πού go back ρε φίλε; Αφού δεν έχουνε μηχανή να ξαναγυρίσουν πίσω στην Τουρκία; Πώς; Και φυσικά είπε ένας το αμίμητο, είχε μία έγκυος γυναίκα: «Δεν σε αυτώσαμε εμείς». Το λες αυτό σε μία έγκυο γυναίκα που είναι μέσα στη βάρκα; Εκεί έκατσα ένα δεκάλεπτο γιατί μετά συνειδητοποίησαν ότι είμαστε εμείς και φωτογραφίζαμε και πήραν στο κυνήγι εμάς, έγινε το κυνήγι του φωτορεπόρτερ και των media γενικά, τρέχαμε να γλυτώσουμε και εν πάση περιπτώσει δείρανε έναν Γερμανό συνάδελφο, πήγαν να τον ξαναδείρουνε, τον βάλαμε στο αμάξι, γλιτώσαμε κατά λάθος. Ήμουνα σοκαρισμένος γιατί όταν οι φασίστες έχουνε μία δράση δεν φωνάζουν για εμάς, εμείς για τους φασίστες είμαστε κόκκινο πανί. Ήμουνα σοκαρισμένος λοιπόν. Από τις πολύ λίγες φορές που μου έχει τύχει να βλέπω την φασιστική ρητορική μπροστά στα μάτια μου και να την ακούω. Όταν έκατσε λοιπόν αυτή η σκόνη της φασιστικής ρητορικής που είναι παράλογη τελείως, αυτό που με σόκαρε σε δεύτερο χρόνο ήταν ο κόσμος που ήτανε δίπλα του και σιωπούσε, αντί να του πει: «Τι λες ρε φίλε; Όπα ρε εντάξει, δεν τους θέλουμε ούτε εμείς, αλλά τώρα τι είναι αυτά που λες σε μία έγκυο γυναίκα;».  Αυτός είναι ο λόγος με τα προσφυγάκια που θα την κάνουμε και έκθεση σε ένα καινούργιο project στον ασύρματο στον Άγιο Δημήτριο. Θα είναι φωτογραφίες δικές μου 13 Νοεμβρίου μαζί με θεατρικά δρώμενα από δύο σκηνοθέτες, που θα στέλνουν στα σχολεία για να τους κάνουνε θεατρικά παιχνίδια για τη διαφορετικότητα. Μπορεί να είναι προσφυγάκι, μπορεί να είναι lgbt, μπορεί να είναι οτιδήποτε. Συν μία φίλη που θα έχει εικαστικά, συν κουκλοθέατρο για τη διαφορετικότητα-πρόσφυγας. Και μην ξεχνάμε ότι εμείς κλείνουμε τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή, δηλαδή «Τουρκόσποροι» ήταν όμως και τότε. Κάναμε μία έκθεση φωτογραφίας προ καιρού στον Πειραιά και ήτανε οι φωτογραφίες οι δικές μας που πέρναγαν οι πρόσφυγες με βάρκες και όλος αυτός ο πανικός στο βλέμμα, ήταν και οι φωτογραφίες του '22 με Έλληνες που περνάγανε πάλι με βάρκες. Η διαφορά λοιπόν ήταν ότι οι δικές μας ήταν οι έγχρωμες, αυτές ήταν ασπρόμαυρες. Γιατί ο πανικός και ο φόβος, η λαχτάρα του να ζεις, ήταν ακριβώς ο ίδιος. Άμα συνεχίσουμε να μιλάμε για το προσφυγικό, θέλουμε πολλές κασέτες.

I.M.:

Ναι, εγώ θα σε πάω τώρα λίγο πίσω στα γεγονότα του 2008.

Μ.Λ.:

Τα γεγονότα του ‘08 ήρθανε και σκάσανε από το πουθενά και αυτό αποδεικνύεται ότι η νεολαία και οι πιτσιρικάδες όσο νομίζεις εσύ ότι είναι φροντιστήριο, σπίτι και κουκουρούκου, δεν είναι καθόλου έτσι. Εμένα και όλους μας, μας εξέπληξε αυτή η φαντασία των πιτσιρικάδων που είχαν στον συμμαθητή τους-φίλο τους, έτσι το νιώθανε, Αλέξη από τη σφαίρα, δυσκολεύομαι να το πω αστυνομικό, γιατί μου βγαίνει αυθόρμητα να τον πω μπάτσο. Δηλαδή βλέπαμε τις κινητοποιήσεις που κάνανε οι μικροί μαθητές και τη φαντασία που είχανε και τις κινητοποιήσεις που μετά γινόντουσαν από πιο μεγάλους φοιτητές, και καμία σχέση. Ήτανε άλλη φάση τα πιτσιρίκια ρε παιδί μου, είχανε βγει στον δρόμο και διεκδικούσαν αυτονόητα πράγματα, δηλαδή διεκδικούσαν ελεύθερο χρόνο, διεκδικούσαν τη ζωή τους να την πάρουνε τελείως διαφορετικά, διεκδικούσαν ότι όλο αυτό το πράγμα το οποίο τους καταπιέζει πλέον πρέπει να σταματήσει. Μπήκαν πάρα πολλά πράγματα όπως και τότε φτιάχτηκαν και πάρα πολλές συλλογικότητες, η κατάληψη της Λυρικής, δηλαδή έχω φωτογραφίσει 02:00 ώρα το βράδυ να παίζουνε μπάλα στην Ακαδημίας. Και αυτές οι καταλήψεις δημιουργούσαν και την μαγιά των επόμενων καταλήψεων που γίνανε σε διάφορους χώρους. Το ΄08 ήταν οριακό για μας και οριακό φυσικά, εννοώ για το κίνημα και οριακό φυσικά για εμάς, γιατί το ‘08 που όλα τα προηγούμενα χρόνια κάποιοι μας είχανε απέναντι και δεν μας ήθελαν να δουλεύουμε, γιατί νόμιζαν ότι είμαστε ρουφιάνοι και μας βάζανε αναγκαστικά να είμαστε πίσω από την αστυνομία που εμείς δεν θέλαμε, συνειδητοποίησαν ότι το ‘08  είμαστε εκεί και κάνουμε τη δουλειά μας, φωτογραφίζουμε αυτό που βλέπουμε. Το ‘08 που τότε ήμουνα πάλι πρόεδρος του σωματείου, είχαμε βγάλει ανακοίνωση ως ένωση φωτορεπόρτερ ότι συνεργαζόμαστε με την ομάδα δικηγόρων όπου διάφορες συλλήψεις, γιατί γινόντουσαν συλλήψεις ένα σωρό, που διάφορες συλλήψεις ενώ ο πιτσιρικάς δεν είχε τσάντα στην πλάτη και αυτό φαινόταν στη φωτογραφία μετά, ο πιτσιρικάς παρουσιαζόταν με τσάντα στην πλάτη που μέσα είχε πέτρες και μολότοφ, και οι φωτογραφίες οι δικές μας πολλές φορές αθώωσαν πάρα πολλά πιτσιρίκια. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι εμείς είμαστε εκεί για να φωτογραφίζουμε αυτό που βλέπουμε, και έτσι πέρασε ότι μπορούμε πλέον να φωτογραφίζουμε και από την πλευρά της κοινωνίας, δεν εννοώ μόνο του αντιεξουσιαστικού χώρου, εννοώ την πλευρά της κοινωνίας. Γιατί εγώ θέλω να το πω και το λέω με καμάρι, ο δικός μου ο κλάδος λογοδοτεί στην κοινωνία και όχι στους μεγαλοεκδότες. Είμαστε κομμάτι της κοινωνίας, είμαστε εργαζόμενοι, πολύ κακά αμειβόμενοι εργαζόμενοι, δουλεύουμε γιατί έχουμε πέτρα στο κεφάλι μας, εντάξει, και λογοδοτούμε στην κοινωνία. Και επειδή εμείς φωτογραφίζουμε την κοινωνία, και μία καλή φωτογραφία είναι όταν είσαι μέσα στο γεγονός, και όχι από μακριά, είμαστε μέσα στα γεγονότα και στον αγώνα της κοινωνίας να ζητάει να επιβιώσει, όχι να ζήσει. Είμαστε, λοιπόν, εκεί και το φωτογραφίζουμε και καταλαβαίνουμε πού ανήκουμε, καταλαβαίνουμε και την ταξικότητά μας. Κάποιοι συνάδελφοι το λένε και στον δημόσιο λόγο τους, όπως είμαι εγώ, κάποιοι συνάδελφοι το δείχνουν με τις φωτογραφίες τους.

I.M.:

Οπότε αυτό που μου είχες πει στην αρχή, πόσο αντικειμενικό είναι το φωτορεπορτάζ;

Μ.Λ.:

Το φωτορεπορτάζ δεν είναι αντικειμενικό. Να σας εξηγήσω κάποιους λόγους στη σειρά. Αλλά θα σας εξηγήσω μετά γιατί είναι αντικειμενικό. Δεν είναι αντικειμενικό γιατί εγώ σε 100 πληροφορίες που βλέπω μπροστά μου επιλέγω αυτή την πληροφορία. Παρένθεση, εμείς οι φωτορεπόρτερ τι κάνουμε; Εμείς λέμε τις ειδήσεις με τη γλώσσα της εικόνας, οι δημοσιογράφοι τις λένε με τη γλώσσα του κειμένου, ο τηλεοπτικός δημοσιογράφος με τη γλώσσα του μαρκουτσιού, μπλα, μπλα. Εμείς λέμε τις ειδήσεις με τη γλώσσα της εικόνας, άρα λοιπόν ο αναγνώστης, ο θεατής στο διαδίκτυο, στα έντυπα θα δει τη φωτογραφία μου και θα καταλάβει την είδηση με την φωτογραφία τη δικιά μου. Αυτός που είναι σε άλλη περιοχή, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα θα δει τις φωτογραφίες μου και θα καταλάβει τι έχει γίνει. Σε 100 πληροφορίες εγώ επιλέγω να φωτογραφίσω αυτή την πληροφορία, επιλέγω να φωτογραφίσω αυτή την πληροφορία γιατί πιστεύω ότι επαγγελματικά ότι με αυτή την πληροφορία εξηγώ την είδηση, γιατί πιστεύω ότι αισθητικά είναι αυτή η είδηση. Το κάδρο δε που κάνω σε αυτή την πληροφορία, που εμείς οι τρεις πιστεύουμε ότι αυτή η πληροφορία είναι αυτή που λέμε την είδηση, αλλά το κάδρο που θα κάνεις εσύ είναι τελείως διαφορετικό από το κάδρο που θα κάνω εγώ και το κάδρο που θα κάνει ο δίπλα συνάδελφος, άρα είναι τρεις διαφορετικές φωτογραφίες. Το πότε θα πατήσω εγώ το κουμπί είναι τελείως διαφορετικό από το να το πατήσω 3 δευτερόλεπτα πριν ή 3 δευτερόλεπτα μετά. Και επίσης από τις 100 φωτογραφίες που έχω φωτογραφίσει θα επιλέξω αυτές τις 10 φωτογραφίες. Άρα κάνω μία αυτολογοκρισία μόνος μου, από εμένα για εμένα, γιατί κρίνω ότι αυτές οι 10 φωτογραφίες [00:50:00]είναι είδηση. Γιατί κρίνω ότι δεν θέλω να εκθέσω κάποιον και δεν θέλω να ανεβάσω τη φωτογραφία αυτή και δεν την επικοινωνώ. Γιατί εγώ έτσι κρίνουν και κρίνω ότι αυτές οι 10 φωτογραφίες επαγγελματικά είναι αυτές που για εμένα εξιστορούν αυτήν την είδηση. Τι είναι αντικειμενικό όμως, το τι επιλέγουμε τις φωτογραφίες. Θα κάνουμε μια μικρή παρένθεση. Αυτό είναι μια ευχή και μία κατάρα για εμάς, θα σας το πω μετά. Τι είναι αντικειμενικό λοιπόν; Αντικειμενικό όμως είναι ότι δεν επεμβαίνουμε στο γεγονός που γίνεται. «Έχει λίγο κόντρα και δεν μπορώ να φωτογραφίσω και σε παρακαλώ πήγαινε λίγο πιο δίπλα για να μου γράψει λίγο καλύτερα το φως» και τέτοια. Αυτό που γίνεται αυτό τραβάμε. Ή «τώρα δεν πρόλαβα κάτι που έγινε, σε παρακαλώ ξανακάνε το», κάτι καφριλίκια στυλ Βοσνίας στον Σέρβο, «ρίξε» και ο Σέρβος έριχνε από κάτι δικούς μας Έλληνες δημοσιογράφους. Και μετά το αναπαρήγαγαν οι μουσουλμάνοι, γιατί ο Σέρβος έριχνε σε μουσουλμάνους, δεν το πέταγε στο γάμο του καραγκιόζη, όταν απαντάγαν οι μουσουλμάνοι κομματιάζανε Σέρβους και μετά χεράκι-χεράκι στο νοσοκομείο, ήταν δικό σου δημιούργημα. Ο Σέρβος θα ρίξει, και όταν ρίξει εγώ θα τραβήξω, ο πιτσιρικάς θα πετάξει το μπουκάλι αναμμένο και όταν το πετάξει εγώ θα τραβήξω, ο αστυνομικός θα δείρει ή θα σπρώξει, και όταν σπρώξει εγώ θα τραβήξω, ο διαδηλωτής θα φωνάξει με την ντουντούκα και όταν θα φωνάξει εγώ θα τραβήξω, δεν θα πω στον διαδηλωτή: «Δεν έχω προλάβει να φωνάξω με την ντουντούκα, τράβα φώναξε». Δεν επεμβαίνουμε, αυτό που βλέπουμε αυτό γίνεται. Και μάλιστα έχει τρομερή πλάκα γιατί αυτό τους είχα πει σε ένα συνέδριο που έκαναν οι αστυνομικοί, που με είχε φωνάξει τότε, ο πρόεδρος του σωματείου εγώ τότε, ο Φωτόπουλος, της ΠΟΑΣΥ, το δευτεροβάθμιο όργανο της αστυνομίας. Κάνανε συνέδριο, με είχαν καλέσει να μιλήσω, τους εξήγησα ότι είμαστε πολύ κακά αμειβόμενοι, παίρνουμε λιγότερα λεφτά από σας. «Παιδιά -τους εξήγησα-, εμείς φωτογραφίζουμε όταν κάτι γίνεται, δεν φωτογραφίζουμε τους αστυνομικούς όταν πίνετε καφέ με την κοπελιά σας, γιατί δεν με ενδιαφέρει αν εσένα σε λένε Μπάμπη, Μήτσο, Γιάννη, Κώστα, ούτε με ενδιαφέρουν οι προσωπικές σου στιγμές, ούτε φυσικά σε φωτογραφίζω όταν είσαι έξω από το Μαξίμου, είσαι σε μέτρα τάξης και ξύνεσαι και δεν κάνεις κάτι. Σε φωτογραφίζω όταν φοράς το κράνος, φοράς την ασπίδα και κάτι κάνεις. Από τη στιγμή λοιπόν που όταν φοράς το κράνος και την ασπίδα και κάτι κάνεις, αν τηρείς τους κανόνες εμπλοκής, δεν έχεις να φοβάσαι από εμάς τίποτε. Γιατί εμείς φωτογραφίζουμε αυτό που κάνετε. Σας φωτογραφίζουμε, επίσης το ίδιο, τη στιγμή που καίγεστε από μία μολότοφ και είναι και φανταζί οι εικόνες γιατί έχει σκάσει μία μολότοφ, είναι σκιά ο αστυνομικός. Τη στιγμή λοιπόν που καίγεσαι από μία μολότοφ δεν σας φωτογραφίζουμε; Σας φωτογραφίζουμε. Τη στιγμή που έχεις βάλει τον άλλον κάτω και τον δέρνεις ενώ τον έχεις δέσει με χειροπέδες, αυτό να μην το τραβήξω; Όταν ξεπερνάς τους κανόνες εμπλοκής και αυτό τραβάω, τραβάω ό,τι βλέπω, αυτό που γίνεται αυτό τραβάω». Και κάτι που είναι αντικειμενικό είναι ότι τηρούμε τους κανόνες δεοντολογίας, δεν φωτογραφίζουμε ανήλικα ή αν φωτογραφήσουμε ανήλικο ρωτάμε πάντα τους γονείς. Και τώρα με τα ψηφιακά μάς βολεύει κιόλας γιατί πας του δείχνεις την οθόνη: «Ξέρεις, έχω τραβήξει το πιτσιρίκι έτσι, είμαστε okay;», το επικοινωνώ, «Δεν θέλω», το σβήνεις, δεν φωτογραφίζεις κάποιον που δεν θέλει να φωτογραφίσεις. Τηρούμε απαρέγκλιτα τους κανόνες, αυτό είναι αντικειμενικό. Υποκειμενικό η ματιά, αντικειμενικό οι συνθήκες. Άρα αυτό που φωτογραφίζουμε, αυτό είναι που γίνεται στην πραγματικότητα. Από την Ειδομένη που λέγαμε πριν, αν πάρεις όλες τις φωτογραφίες όλων αυτών των πάρα πολλών συναδέλφων και τις ενώσεις και φτιάξεις ένα παζλ, πάλι δεν θα καταλάβεις το τι έχει γίνει στην Ειδομένη. Αν δεν μύριζες τις καμένες κουβέρτες που καίγανε για να ζεσταθούν, αν δεν έτρωγες το φαΐ αυτό που φτιάχνουν από τα αυτοσχέδια τσουκάλια μαζί τους, αν δεν μίλαγες, αν δεν έμπαινες με τα δικά σου πόδια μέσα στη λάσπη. Εμείς είμαστε λοιπόν ένα κομμάτι της πληροφόρησης, ένα κομμάτι με τη ματιά που έχει ο καθένας. Με τη ματιά που έχει ο καθένας επαγγελματικά φωτογραφίζει. Ανάλογα με το δικό του αξιακό σύστημα που έχει το επαγγελματικό, τηρώντας όμως αυτούς τους κανόνες που σας είπα πριν, οι οποίοι αυτοί κανόνες είναι αδιαπραγμάτευτοι. Έχουμε πάει πειθαρχικό συνάδελφο που έχει τραβήξει φωτογραφία βουλευτή, όπου έγραφε μήνυμα στη Βουλή, βουλευτίνας που έγραφε μήνυμα προσωπικό στον σύντροφό της. Πήγε στο πειθαρχικό, δεν είναι η δουλειά φωτορεπόρτερ να φωτογραφίσει το μήνυμα που στέλνει η βουλευτής στην Ολομέλεια κατά το προσωπικό. Δουλειά του φωτορεπόρτερ είναι να φωτογραφίσει αυτό που γίνεται στη Βουλή, Υφυπουργό, αρχηγό αντιπολίτευσης, πιθανά πολιτικά πηγαδάκια που γίνονται ανάλογα με την επικαιρότητα. Δεν είναι δουλειά του φωτορεπόρτερ να φωτογραφίζει στο καφενείο που πάνε οι βουλευτές, βγάζουν τη γραβάτα μετά από όλο αυτό το ιδρυματοποιημένο ωράριο που ζούμε στη Βουλή και προσπαθούνε να καπνίσουν τσιγάρο, να πιούνε ένα καφέ και να μιλήσουν χαλαρά. Εμείς δεν πάμε εκεί για να φωτογραφίσουμε, οι δημοσιογράφοι φωτογραφίζουν με τα κινητά τους. Εμείς εκεί δεν φωτογραφίζουμε, οι φωτογραφίες οι δικές μας δεν είναι παραπολιτικές, είναι άκρως πολιτικές. Έγινε viral μία φωτογραφία δικιά μου, όπου καταλαβαίνω ότι θα την κάνει την βλακεία. Κάθεται μία βουλευτίνα, δεν θέλω να πω ονόματα, βγάζει το παλτό της και ένας άλλος βουλευτής από πίσω παίρνει το παλτό και σκύβει και εγώ ξεκινάω και φωτογραφίζω και αρχίζει και σκύβει και το μυρίζει και κρατώντας το παλτό και κάνοντας σεξιστικά σχολιάκια με δυο-τρεις που είχε τριγύρω του. Αυτό είναι μία άκρως πολιτική φωτογραφία, δεν είναι κουτσομπολίστικη, φίλε είσαι βλάκας σεξιστής. Εμείς φωτογραφίζουμε πολιτικά και όχι παραπολιτικά. Φωτογραφίζουμε ένα πηγαδάκι βουλευτών που απασχολεί την επικαιρότητα.

I.M.:

Αυτή η φωτογραφία τι αντιδράσεις είχε από τον πολιτικό χώρο;

Μ.Λ.:

Καμία! Με ξαναείδε αυτός ο βουλευτής σε μία συγκέντρωση, δεν μου μίλησε, ούτε εγώ του μίλησα φυσικά. Μου την ψιλο-κλέψανε 2-3 site, πήρα τηλέφωνο και κατέβασα όλο το εορτολόγιο, γιατί αυτό που παίζει βασικά είναι το «έλα ρε Μάριε βάλαμε το όνομά σου» και θα πάω τώρα εγώ στη ΔΕΗ με αυτή τη φωτογραφία από το site και: «Βλέπεις βάλανε το όνομά μου, μπορώ να πληρώσω τον λογαριασμό;». Δεν γίνεται. Το «βάλανε το όνομά μου» ή «βάλτε το όνομά μας» είναι το αυτονόητο και βάσει νόμου ορίζονται, πρέπει να μπαίνει το όνομα του δημιουργού και βάσει ηθικής, αν θεωρούμαστε ότι είμαστε συνάδελφοι. Αυτονόητο φυσικά είναι να με ρωτήσεις αν θα τη χρησιμοποιήσεις τη φωτογραφία και το αυτονόητο φυσικά είναι ότι αν χρησιμοποιηθεί η φωτογραφία, να πληρωθώ. Εγώ επειδή έχω σύμβαση, συμβόλαιο δεν θα τη χρησιμοποιήσεις. Αλλά από συνάδελφο που είναι freelancer και που κάνουνε παρέα με τα δύο τετράποδα τον καναπέ και τον σκύλο, επειδή δεν υπάρχει πουθενά δουλειά να πάνε να φωτογραφίσουν, σαφέστατα θα τους ρωτήσεις όταν θα βγουν να φωτογραφίσουν, αν θα χρησιμοποιήσεις τη φωτογραφία τους και σαφέστατα θα τους πληρώσεις. Έτσι είναι, δεν έχω κανένα πρόβλημα στα social media που ανεβάζω φωτογραφίες μου να τις πάρει το μπλοκ του Μήτσου και να γράψει ό,τι θέλει, δεν έχω κανένα πρόβλημα να μου πάρουν τις φωτογραφίες και να βάλουνε συννεφάκια από πάνω ό,τι θέλουν, δεν έχω κανένα πρόβλημα να τις κάνουν ασπρόμαυρες. Εξάλλου πιστεύω ότι οι φωτογραφίες μου στα social media και γενικά στα media είναι σαν ένα παιδί που γίνεται 18 χρονών και ταξιδεύει μόνο του, ταξιδεύει στον πλανήτη μόνο του, έχει γίνει ενήλικο και βγαίνει έξω να ταξιδέψει. Έχει φύγει από μένα η φωτογραφία, έχει επικοινωνηθεί είτε στα media είτε στα social media και πλέον παίρνει κάθε φωτογραφία το δικό της δρόμο. Θα τη δεις εσύ και θα σε αγγίξει, κάτι κέρδισες. Θα τη δει ο άλλος και θα πει: «Τι βλακείες τράβηξε». Έχει και αυτό το δικό του νόημα. Δεν επεμβαίνω εγώ, ταξιδεύει μόνη της, δεν θέλω να ταξιδέψει όμως κάτω από λογική κλοπής. Και επίσης το ‘χεις και ερώτηση, το έχω δει αυτό, αλλά θα το πω τώρα κι ας μην με ρωτάς. Επίσης συμφωνώ απόλυτα με την κοινωνία των πολιτών και την επικοινωνία φωτογραφιών από την κοινωνία των πολιτών από τα κινητά τους. Είναι τελείως διαφορετικό, οι φωτογραφίες των δημοσιογράφων από τα κινητά τους που ανεβαίνουν σε mainstream media, αφού αυτή τη γλώσσα της εικόνας δεν την ξέρουνε κι αν με βάλεις εμένα, που κάνω 31 χρόνια αυτή τη δουλειά σε μπάχαλα να φωτογραφίσω με κινητό, δεν μπορώ, γιατί δεν σου δίνει και το μέσο τη δυνατότητα να φωτογραφίσεις. Πού θα καδράρω, πατάς τα κουμπιά και ό,τι μπήκε μέσα. Και θεωρώ ότι κάνουν αθέμητο ο ανταγωνισμό στους συναδέλφους, που πλέον οι συνάδελφοι σε χρόνο ντετέ έχουν ανέβει φωτογραφίες στα server τους γιατί πλέον φωτογραφική μηχανή - κινητό επικοινωνούν. Έχει φύγει η φωτογραφία, έχει ανέβει στον server στο τρίλεπτο. Αν τα site βιάζονται να ανεβάσουν πολύ γρήγορα φωτογραφίες, μπορούμε να τις ανεβάσουν επαγγελματίες φωτορεπόρτερ και δεν είναι και θόρυβος και σκουπίδια στα μάτια του θεατή που θα δει, βρε ηλίθιε, το site και βλέπει σκουπίδια. Αυτά που τραβάνε οι δημοσιογράφοι γιατί δεν ξέρουν τα παιδιά να τραβάνε και επειδή δεν γίνεται να είσαι πολυεργαλείο και να τραβάς φωτογραφίες, και να τραβάς και βίντεο, και να γράφεις κείμενο, και να στέλνεις, δεν γίνεται! Ή τραβάς φωτογραφίες ή γράφεις κείμενο ή στέλνεις βίντεο. Και επειδή κάποιοι δημοσιογράφοι που δεν την ξέρουνε τη [01:00:00]γλώσσα της εικόνας και δεν ξέρουν πώς να σταθούν, κάποιες φορές σηκώνουν το κινητό τότε που δεν πρέπει να το σηκώσουν και τρώνε πετρίδια τσάμπα και βερεσέ. Είναι τελείως διαφορετικό λοιπόν αυτό που οι δημοσιογράφοι φωτογραφίζουν με τα κινητά τους, που εγώ διαφωνώ κάθετα, και τα media δεν σέβονται τους αναγνώστες τους ανεβάζοντας τέτοιες φωτογραφίες. Οι αναγνώστες βλέπουν τα σκουπίδια, αλλά η δουλειά των media πόσο έχει ξεφτιλιστεί, αυτό είναι μία τεράστια κουβέντα. Αλλά για την κοινωνία των πολιτών, επειδή εμείς δεν μπορούμε να είμαστε παντού να φωτογραφίζουμε επαγγελματίες, παντού, τα πάντα, εμένα μου αρέσουν πάρα πολύ οι αποκαλυπτικές φωτογραφίες- βίντεο από διάφορους, είτε είναι από μπαλκόνια που αυτό καταρρίπτει διάφορα αφηγήματα της αστυνομίας, της κυβέρνησης, της οποιασδήποτε εξουσίας, ότι δεν είναι έτσι όπως μας τα λέγατε. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ αυτό που γίνεται. Από την άλλη, αναγνώστη που έχεις τραβήξει κάτι με το κινητό σου, συμφωνώ μαζί σου να το ανεβάσεις στα social media και αυτό να γίνει viral και να ταξιδέψει, είναι και αποκαλυπτικό, όταν εσύ αυτή τη φωτογραφία θέλεις να τη στείλεις τα mainstream media, μην την στέλνεις τσάμπα. Η τιμή φωτογραφίας είναι ίδια από το 1991, 17,5 ευρώ, ήταν δραχμές τότε ευρώ σήμερα, 17,5 ευρώ. Ζήτησε λοιπόν από όλα αυτά τα mainstream site να πληρωθείς 17,5 ευρώ με απόδειξη δαπάνης, πάρε ένα μπλοκάκι να σε πληρώσει. Μην τους δίνεις τσάμπα υλικό, σε έναν εκδότη όπου βγάζει χρήματα, παίρνει υπεραξία από αυτό, παίρνει κρατική διαφήμιση, παίρνει διαφήμιση και παίρνει υπεραξία από τον κόπο των δημοσιογράφων που τους... Μία αλυσίδα και μπάλα στα πόδια που δουλεύουνε, και τους φωτορεπόρτερ που πληρώνονται με μισθούς πείνας. Μην το τροφοδοτείς αυτό. Εμείς αυτό που ζητάμε από την κοινωνία των πολιτών τη στιγμή που θα το δώσεις σε επαγγελματικά site, media, να πληρωθείς. Στα δικά σου social media καλά κάνεις, και θα τα αναπαράγω και εγώ.

I.M.:

Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που έχουν λογοκριθεί φωτογραφίες σου;

Μ.Λ.:

Από τα mainstream media ναι! Φυσικά ξέρεις ότι αυτή η φωτογραφία παίζει ή δεν παίζει. Στον παλιό «Ελεύθερο Τύπο» λοιπόν ποτέ όμως δεν είχαμε λογοκρισία. Εγώ τράβαγα αυτό που έβλεπα, ήξερα όμως τι εικόνες θα παίξουνε και ήξερα ποιες εικόνες δεν θα παίξουνε. Ποτέ όμως δεν μου είπανε: «Πήγαινε και τράβα αυτό» παρόλο που ήξερα τι θα παίξει και τι δεν θα παίξει. Τώρα για να καταλάβουν και οι ακροατές, τώρα πλέον με το ψηφιακό δουλεύουνε με server, δηλαδή τα πρακτορεία έχουνε server, όπου εκεί ανεβάζουν φωτογραφίες. Τα media για να δούνε τις φωτογραφίες από τα server πληρώνουν μηνιαία συνδρομή, κλείνουνε μία συμφωνία με το πρακτορείο, πληρώνουν κάθε μήνα, παίρνουν τους κωδικούς και μπαίνουν στα server και κατεβάζουν φωτογραφίες. Ο τρόπος –μία μικρή παρένθεση εδώ– που δουλεύουν τα server και ο ανταγωνισμός των πρακτορείων είναι τόσο βλαμμένος, το καθένα πρακτορείο για να πάρει τη δουλειά από το άλλο πρακτορείο έχει διαλύσει τις τιμές. Δηλαδή για παράδειγμα τα ξένα πρακτορεία έχουν εικοσιτετράωρο-σαρανταοχτάωρο επικαιρότητα φωτογραφία, μετά κατεβαίνει και πηγαίνει αρχείο, είναι άλλη υπηρεσία, θα πληρώσεις άλλη υπηρεσία. Εδώ είναι όλα μαζί, πλήρωσε μία τιμή που δεν φτάνει ούτε να πληρώσεις το ρεύμα σου, διαλυμένη τιμή για να πάρεις αυτή τη φωτογραφία. Ξέρουμε λοιπόν οι συνάδελφοι ανεβάζουν φωτογραφίες τα πάντα, ξέρουμε λοιπόν ποιες φωτογραφίες θα μπουν και ποιες όχι, ξέρουμε λοιπόν ποια φωτογραφία μπορεί να παίξει στην «ΕΦ.ΣΥΝ.» και ξέρουμε ποια φωτογραφία μπορεί να παίξει στο «Πρώτο Θέμα».

I.M.:

Στο Facebook, ας πούμε, να σου κατεβάσουν φωτογραφία.

Μ.Λ.:

Αυτό για τα mainstream media. Πάμε τώρα στα social media. Το Facebook μάς έχει κατεβάσει φωτογραφίες σε επαγγελματίες φωτορεπόρτερ. Εμένα μου έχει κατεβάσει τη φωτογραφία από διαμαρτυρία που γινότανε για έναν απεργό πείνας που λέγεται Δ.Κ. Δεν το λέω γιατί μπορεί να το ρίξει. Όπου είναι μία γενική φωτογραφία με κόσμο πάρα πολύ «Γεννήθηκα 17…». Ούτε το επόμενο γράμμα λέω. Την ανέβασα γράφοντας στο post: «Πορεία διαμαρτυρίας για τον απεργό πείνας Δ.Κ.», αυτό! Δηλαδή αυτός που θα δει τη φωτογραφία στο προφίλ μου, να καταλάβει τι πορεία είναι, ούτε έγραψα: «Γεια σου χαρά σύντροφε, απεργέ πείνας, βάστα γερά, κουράγιο», ούτε «είσαι βλάκας, κάφρος» δεν ξέρω γω τι, τιποτα, δεν έκανα καμία κριτική στο γεγονός, απλά έγραψα ό,τι θα έγραφα σε μία λεζάντα, γιατί οι φωτογραφίες μου έχουνε λεζάντες. Η λεζάντα είναι για τον τυφλό, άμα το διαβάσεις «πορεία διαμαρτυρίας για τον απεργό πείνας Δ.Κ.», εντάξει αυτό. Το ίδιο βράδυ το Facebook μού κατέβασε το post και με μπλόκαρε, έγινε λίγο ψιλο-χαμός, έγινε screenshot το post, αυτό που ‘χα κάνει και αυτό αναπαρήχθη με ρυθμό πολυβόλου. Την άλλη μέρα κατεβάσανε και από το προφίλ της Τατιάνας και του Γιάννη και του Λευτέρη, επαγγελματίες φωτορεπόρτερ την ίδια διαδήλωση. Έγινε χαμός παντού: «Τι έγινε κατεβάζετε τώρα φωτογραφίες από επαγγελματίες φωτορεπόρτερ;», δηλαδή αυτοί τι ήτανε ηθοποιοί; Πήγαμε και το στήσαμε όλο αυτό, τους στήσαμε όλους αυτούς για να τους φωτογραφίσουμε; Εμείς αυτό είδαμε, αυτό τραβήξαμε,  συμφωνείς ή διαφωνείς με το αίτημα που κάνει, με την απεργία πείνας, με το που κατέβηκε ή δεν κατέβηκε ο κόσμος, είναι ένα γεγονός. Κατέβηκαν χιλιάδες κόσμος σε μία διαμαρτυρία, ήμασταν εκεί και τη φωτογραφίσαμε. Αυτή δεν έγινε; Δεν υπήρχε; Ήταν ηθοποιοί όλοι; Φυσικά συνειδητοποίησαν ότι αντί να μας λογοκρίνουν κάνανε χειρότερη δουλειά και με τη λογοκρισία αυτή. Αναπαρήχθη και έγινε ένας πανικός και στα ελληνικά media, και στα ξένα media που έπαιξε. «Tι έγινε στην Ελλάδα, το ελληνικό Facebook, επαγγελματίες Έλληνες φωτορεπόρτερ;». Μας έστειλε ένα μήνυμα το Facebook: «Παιδιά εκ παραδρομής κάναμε λάθος» κι ανέβηκαν τα δικά μας post, αλλά όχι τα άλλα post που έκαναν αναπαραγωγή σε άλλους απλούς που έκαναν αναπαραγωγή τις δικές μας φωτογραφίες. Άρα, λοιπόν, και εκεί παίζει λογική της λογοκρισίας. Παλιά σκεφτόμουνα μήπως έχει ένα ενδιαφέρον αναλογικού φιλμ, προ διαδικτύου, να κάνουμε μία έκθεση κομμένες φωτογραφίες, τώρα πλέον οι δικές μας φωτογραφίες επειδή είναι κομμένες, ταξιδεύουν γενικά στο διαδίκτυο, στα social τα δικά μας και δεν έχουμε τόσο, τόσο μεγάλη λογοκρισία. Η λογοκρισία των social media με τη λογοκρισία των media είναι η μέρα με τη νύχτα. Αλλά παρόλα αυτά υπάρχει και λογοκρισία στα social media, δεν είναι αθώα, αγγελικά πλασμένα. Αλλά σε γενικές γραμμές επικοινωνούμε τις φωτογραφίες μας από τα social. Σε σχέση με αυτή την παρένθεση που είχα κάνει πολύ πριν, που ο ακροατής ούτε καν θα το θυμάται, εμείς επιλέγουμε τις φωτογραφίες μόνοι μας. Άρα λοιπόν από τις 100 φωτογραφίες που θα φωτογραφίσουμε, θα επιλέξουμε τις 10, αυτό έχει και μια ευχή και μια κατάρα ταυτόχρονα. Η ευχή είναι ότι είμαστε 100% υπεύθυνοι για αυτό που επικοινωνούμε, γιατί το διαλέγουμε μόνοι μας, άρα έχουμε πλήρη έλεγχο και είμαστε 100% υπεύθυνοι και στον νόμο, και σε αυτόν που φωτογραφίζουμε, και στην ηθική μας, και, και… Από την άλλη είναι κατάρα γιατί σε οποιαδήποτε εξουσία είμαστε ανεξέλεγκτοι γιατί φωτογραφίζουμε αυτό που εμείς βλέπουμε, για αυτό που εμείς κρίνουμε, για αυτό που εμείς επικοινωνούμε. Άρα λοιπόν η εξουσία δεν μας ελέγχει. Παράδειγμα φωτογραφίζουμε πάρα πολλές φορές την αστυνομία να κάνει κατάχρηση της εξουσίας, δηλαδή να μην τηρεί τους κανόνες εμπλοκής που οφείλει να τηρεί. Για αυτό πάρα πολλές φορές έχουμε δεχθεί γκλοπ στα κεφάλια μας, όχι μόνο εγώ και άλλοι συνάδελφοι. Και μάλιστα τα γκλοπ στα κεφάλια μας τα τρώμε κατά 99% των περιπτώσεων όταν δεν έχει επεισόδια, όταν έχει επεισόδια ο αστυνομικός των ΜΑΤ τρέχει να δείρει, δεν ασχολείται με εμάς, όταν δεν έχει επεισόδια, τότε μας δέρνουν για να πάρουμε το μήνυμα: «Πρόσεχε τι τραβάς!», πάρε τη γκλοπιά. Θα σας πω ένα, πριν φτάσω, ότι με έστειλαν στο νοσοκομείο, τον Δεκέμβριο του ‘11. Έρχεται ένας αστυνομικός των ΜΑΤ από πίσω μου, με χτυπάει με γκλοπ και προχωράει, στο κεφάλι μου. Το είχε τραβήξει τυχαία ένα συνεργείο Έλληνες που δουλεύει για γερμανικό πρακτορείο. Κάνουμε καταγγελία, πάλι τότε πρόεδρος στο σωματείο, κάνουμε καταγγελία λοιπόν, γίνεται ΕΔΕ, Ένορκη Διοικητική Εξέταση, που ο Μανώλης ο Κυπραίος που είναι ένας συνάδελφος, καταπληκτικό παιδί, που έχει φάει μια κρότου-λάμψης στο πρόσωπο, σε στοά μέσα, δεν ακούει, ακούει με μηχάνημα, ακούει μόνο αν μιλάει ένας, το κινητό του δεν το ακούει, μουσική δεν ακούει, το κουδούνι δεν το ακούει, σε μπαρ δεν μπορεί να πάει. Δεν μπορεί να συγχρονίσει τα πόδια του, γιατί έχει διαλυθεί ο λαβύρινθός του, τα αμάξι που οδηγούσε πρέπει να συγχρονίζει ταχύτητες, αμπραγιάζ, έχει πάρει αυτόματο, μπάνιο δεν μπορεί να κάνει, έχει διαλυθεί η ζωή του, έχει μείνει ανάπηρος. Την ΕΔΕ λοιπόν την έχει βαφτίσει «εμείς δεν ευθυνόμαστε». Γίνεται λοιπόν ΕΔΕ και πηγαίνω σε ένα τμήμα απομακρυσμένο, γιατί τότε η λογική ήταν ότι τις ΕΔΕ δεν θα τις κάνει η αστυνομία, θα τις κάνουν απομακρυσμένοι διευθυντές, αξιωματικοί των τμημάτων, για το αδιάβλητο και καλά. Πηγαίνω στην [01:10:00]Κερατέα, βλέπω τότε τον διευθυντή που θα έκανε την ΕΔΕ, του δείχνω το βίντεο, μου λέει: «Γιατί σε χτύπησε;». Του λέω: «Ξέρω γω γιατί με χτύπησε;», του λέω. «Εν πάση περιπτώσει εμείς αν ξεκινήσουμε τα τυπικά της ΕΔΕ στην κατάθεση που θα σου δώσω, θα τον εβρούμε; Γιατί τώρα σε κοιτάω στα μάτια, σήμερα είσαι εδώ, διευθυντής, αύριο μπορεί να είσαι μέτρα τάξης στο Σύνταγμα, και θα ξαναβρεθούμε, και θα ξαναϊδωθούμε. Θα τον βρούμε ή όχι;». Και ο άνθρωπος ειλικρινά μου απάντησε: «Εγώ θα το κάνω στοπ-καρε το βίντεο, θα το στείλω εκεί που πρέπει να το στείλω και δεν θα τον εβρούμε». Αυτό σημαίνει ΕΔΕ. Εφόσον λοιπόν είμαστε ανεξέλεγκτοι, τις γκλοπιές τις τρώμε αφού δεν έχει επεισόδια... Μάλιστα θυμάμαι είχα βαρεθεί να βγάζουμε σαν σωματείο καταγγελίες, δώσε μου καταγγελία, τη γράφω στο φτερό. Και κάποια στιγμή φτάνει πλέον με τη χαρτούρα και την καταγγελία και κάναμε έκθεση όπου την ονομάσαμε «Είδηση υπό διωγμών», που είναι η πρώτη φορά που εμείς οι φωτορεπόρτερ μπαίνουμε μέσα στα φωτογραφικά μας καρέ, δηλαδή είχαμε ρίξει σήμα στους συναδέλφους: «Συνάδελφοι, όταν δέρνουν συνάδελφο τον φωτογραφίζουμε και μετά τρέχουμε» για να έχουμε φωτογραφικά ντοκουμέντα. Και κάναμε έκθεση. Κάναμε λοιπόν την «Είδηση υπό διωγμών» έκθεση και την πήγαμε στις Βρυξέλλες στο ευρωκοινοβούλιο, δείξαμε στις Βρυξέλλες. Όχι επειδή πιστεύαμε ότι τότε η Ευρώπη θα προστατέψει εμάς, η Ευρώπη τότε που την πήγαμε πέρναγε μνημόνιο στην Ελλάδα και διέλυε έναν ελληνικό λαό, θα προστατέψει τους φωτορεπόρτερ; Σε καμία περίπτωση! Απλά τότε μήπως έπαιζαν τα ξένα media και ερχόταν προς τα εδώ από τα ξένα media εντολή: «Ρε παιδιά, μην τους δέρνετε τόσο πολύ». Έχουμε κάνει άπειρες συναντήσεις με Υπουργούς Πολιτικής Προστασίας του Πολίτη, με αρχηγούς της αστυνομίας. Αρχηγός της αστυνομίας μού έχει υποσχεθεί μία μέρα πριν τις 17 Νοέμβρη: «Ναι, δίνω ρητή εντολή, δεν θα χτυπηθεί φωτορεπόρτερ», την άλλη μέρα είχε χτυπηθεί φωτορεπόρτερ. Υπουργός Προστασίας του Πολίτη μού έχει πει σε συνάντηση όταν χτύπησαν την Τατιάνα την Μπόλαρη, ότι οι αστυνομικοί τις φωτογραφικές μηχανές τις βλέπουν σαν εν δυνάμει φονικά όπλα! Ο καθ’ ύλην πολιτικά προϊστάμενος σού λέει ότι ο αστυνομικός των ΜΑΤ τη φωτογραφική μου μηχανή απειλείται, λες και εγώ κρατάω καλάσνικοφ. Μας έχουν πει πάρα πολλές φορές και είναι αλήθεια αυτό: «Ρε παιδιά, για να μην σας δέρνω τώρα, δεν μπορούμε να σας ξεχωρίσουμε». Που ξεχωρίζουμε γιατί αυτοί που τραβάμε είμαστε συγκεκριμένοι, μας ξέρουν με τα μικρά μας ονόματα δηλαδή. Περνάγαμε με την Τατιάνα και άκουσα από διμοιρία να λέει: «Περνάνε μεγάλες προσωπικότητες». Εμένα μου έχουν κάνει έλεγχο της ταυτότητάς μου και της αστυνομικής ταυτότητας, εμένα και της Τατιάνας μαζί στα Προπύλαια μπροστά σε ένα μεγάλο αριθμό φωτορεπόρτερ και όταν του λέω: «Καλά ρε φίλε, πας καλά; Αφού ξέρεις ποιος είμαι!». «Ναι βρε Λώλο, ξέρω ποιος είσαι, φέρε μου την ταυτότητά σου. Και μην δω τη φάτσα μου -είχε βγάλει το κράνος εν τω μεταξύ- πουθενά γιατί θα τρέχω εσένα». Τον έχουνε τραβήξει 15.000 άλλοι και θα τρέχει εμένα. Και μας λένε λοιπόν και αστυνομικοί διευθυντές και Υπουργοί Προστασίας του Πολίτη, γενικοί γραμματείς και φαρισαίοι και πάντες: «Βάλτε γιλέκα να ξεχωρίζετε!». Και η απάντησή μας είναι: «Όχι, δεν βάζουμε γιλέκα!». Για δύο απλούς λόγους: Ένα εγώ γιλέκα φόραγα σε εμπόλεμη ζώνη, αν θεωρήσουμε ότι το Σύνταγμα είναι εμπόλεμη ζώνη και δεν έχει κανόνες δημοκρατίας να τα βάλουμε, αλλά πες το μου εσύ επίσημα σαν Υπουργός Προστασίας του Πολίτη: «Το σύνταγμα είναι μία εμπόλεμη ζώνη, βάλτε γιλέκα για να ξεχωρίζετε». Και επίσης γιατί αυτό είναι και λίγο ψιλο-κουλτουριάρικο παιδιά, τώρα μεταξύ μας, «εμπόλεμη ζώνη», «δημοκρατία» και δεν ξέρω εγώ τι, είναι πολύ θεωρητικό. Πάμε στο πρακτικό, στο δεύτερο κομμάτι. Σε μία κόλλα Α4 θα γράψω την εξής φράση και εγώ απαιτώ από εσένα να την υπογράψεις: «Εγώ σαν Υπουργός Προστασίας του Πολίτη δεσμεύομαι οι φωτορεπόρτερ φορώντας γιλέκα που γράφουν "Ρress" ξεχωρίζουν σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα, να αναβοσβήνουν νέον πάνω τους. Υπογράφω ότι δεν θα ξαναχτυπηθούν ποτέ από αστυνομικούς των ΜΑΤ». Δεσμεύεσαι και με αυτό το χαρτί και να βάλεις την υπογραφή σου; Και φυσικά όλοι μου λέγανε: «Όχι, φυσικά δεν δεσμεύομαι», γιατί φυσικά και πάλι θα μας ξαναδείρουν. Φορώντας γιλέκο πάλι θα τις ξαναφάμε, πάλι θα ξαναγίνουν ΕΔΕ, πάλι δεν θα βρουν τον υπεύθυνο, και φορώντας γιλέκο εν τω μεταξύ θα μας δει και κανένας τρελαμένος από απέναντι και θα νομίζει ότι εγώ είμαι κανένας μεγαλοδημοσιογράφος, δεν ξέρω και εγώ, μην πω ονόματα και μας δέσουν, και θα τις φάω και από αυτόν. Δηλαδή θα με δέρνουν και οι αστυνομικοί των ΜΑΤ, θα με δέρνουν και από απέναντι, δηλαδή δεν παίζει, δεν γίνεται. Και μας δέρνουν ουσιαστικά για να περιορίσουν την πληροφορία που εμείς διαχέουμε, είτε αυτή είναι μία φωτογραφία της Τατιάνας στα Εξάρχεια που έχει ξεγυμνωθεί τελείως σε σύλληψη, γιατί εμείς σπάμε το κλασικό αφήγημα ως επαγγελματίες που φέρουμε όλη την ευθύνη που είμαστε επαγγελματίες και υπογράφουμε με το όνομά μας με το επώνυμό μας. Οι φωτογραφίες μας σπάνε το αφήγημα από οποιοδήποτε δελτίο τύπου κι αν έχει βγει που να λέει το άσπρο μαύρο, και με τη δικιά μας φωτογραφία να αποδεικνύεται το ανάποδο. Αυτό φυσικά δεν αρέσει. Είχα πάει λοιπόν την ημέρα που με χτυπήσανε, το 2012, η επόμενη μέρα μετά την –πολιτική δολοφονία κατ’ εμε είναι, αλλά εν πάση περιπτώσει– αυτοκτονία του συνταξιούχου Χριστούλα στο Σύνταγμα που αυτοπυροβολήθηκε, είχε γίνει την άλλη μέρα μία συγκέντρωση. Ο κάτω κόσμος, όχι ο αντιστασιακός κόσμος, ο απλός κόσμος είχανε μαζευτεί στο σημείο όπου είχε αυτοκτονήσει ο συνταξιούχος και κάποια στιγμή από την κάτω πλευρά της πλατείας ανέβηκαν στην πάνω πλευρά. Η αστυνομία έκανε ένα «Π», τους κατέβασε κάτω, επεισόδια ιδιαίτερα δεν είχε γιατί δεν φόραγα μάσκα, μάσκα-κράνος τα είχα σε μία τσάντα πίσω. Γιατί, κύριοι ακροατές, σε μία πορεία εκτός από τη φωτογραφική μας μηχανή, δύο φωτογραφικές μηχανές, δύο φακούς που είναι ένα άκρως απαραίτητο εργαλείο για τη δουλειά μας, ένα άκρως απαραίτητο εργαλείο για τη δουλειά μας είναι στην τσάντα πίσω, είναι να έχουμε και κράνος και μάσκα. Γιατί αλλιώς δεν μπορείς να φωτογραφίσεις. Δεν την έβγαλα λοιπόν τη μάσκα γιατί δεν είχε επεισόδια, μια-δυο φουσινιές πέσαν και κάτι γκλοπιές και πέντε πέτρες το πολύ στη «Μεγάλη Βρετάνια» από κάτω. Τους έχουν διώξει, τους έχουν κατεβάσει πάλι από την κάτω πλευρά της πλατείας και έχουμε μείνει στην πάνω πλευρά της πλατείας μόνο φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι. Κάμεραμαν δεν υπήρχαν γιατί το σωματείο των κάμεραμαν κάνανε απεργία και υπήρχε μόνο η κάμερα της ΕΡΤ. Παρένθεση εδώ, 2 μήνες πριν είχα πάει και είχα μιλήσει στο συνέδριό τους και μετά από 2 μήνες με χτυπήσανε, που τους είχα εξηγήσει: «Παιδιά, παιδιά, είμαστε εργαζόμενοι, φωτογραφίζουμε αυτό που βλέπουμε». Έχουμε μείνει λοιπόν μόνο φωτορεπόρτερ και έρχεται μια διμοιρία και αρχίζει να μας σπρώχνει: «Φύγετε, φύγετε!». Ο κλασικός μπαμπάς του λόχου που είμαι, πήγα εγώ μπροστά και λέω: «Τι έγινε παιδιά, γιατί να φύγουμε; Τι έχει γίνει; Να συνεννοηθούμε. Και okay, πού να πάμε;». Εν τέλει δεν μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη και λέμε: «Οkay, πάμε να φύγουμε». Και στην αρχή της «Μεγάλης Βρετάνιας» στην Πανεπιστημίου, έρχεται η ζόρικη διμοιρία: «Έλα να τελειώνουμε!». Εντάξει, δεν βγάζαμε άκρη με αυτούς, είναι ούγκανοι. Και γυρνάω την πλάτη για να πάω να φύγω, ήταν η έξοδος του μετρό στο τοίχο της «Μεγάλης Βρετάνιας» στην Πανεπιστημίου, μην πέσω και πάνω στο μετρό και περάσει η διμοιρία από πάνω μου. Νιώθω ένα τεράστιο χτύπημα στο κεφάλι μου με το γκλοπ ανάποδα. Είχα διμοιρίες πίσω μου, κανέναν άλλο διαδηλωτή. Άρα πέτρα με μορφή καραμπόλας από τη «Μεγάλη Βρετάνια» από κάτω να 'ρθει να σκάσει στον Άγνωστο Στρατιώτη, ο τσολιάς να έχει ρόπαλο να την χτυπήσει και να γυρίσει η πέτρα και να σκάσει στο κεφάλι μου δεν παίζει! Γκλοπιά μπάτσου ήταν, νιώθω ένα τεράστιο χτύπημα στο κεφάλι μου, ασπρίζω, τα πάντα, πέφτω πάνω σε έναν συνάδελφο, που ο συνάδελφος είδε γιατί ο συνάδελφος κοίταγε προς τα μένα και για αυτό έπεσα στην αγκαλιά του, ο Αχιλλέας είδε ότι ο δεύτερος από δεξιά ο ψηλός με χτύπησε με το γκλοπ, υπάρχει μαρτυρία συναδέλφου που λέει ότι ο δεύτερος από δεξιά σήκωσε το γκλοπ και χτύπησε τον Λώλο. Παραπατάω δίπλα στο συνάδελφο Πάνο, δεν χάνω τις αισθήσεις μου, γυρνάω πίσω και ξεκινάω και λέω όλο το εορτολόγιο βόλτα, έβριζα. Εξαφανίζεται η διμοιρία. Έχουν δείρει και άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους, δύο δημοσιογράφοι συντάκτες σε τηλεοπτικά σε κανάλια φάγανε ξύλο, αστυνομικοί-συντάκτες τώρα έχουν μία ιδιαίτερη σχέση. Παρόλα αυτά καταθέσανε ότι φάγανε ξύλο, δηλαδή δέρναν όλο τον κόσμο, δεν δείρανε μόνο εμένα. Οι άνθρωποι καταθέσανε ξεκάθαρα, γιατί οι αστυνομικοί λέγανε ότι υπήρχαν εκεί μέσα και διαδηλωτές μπλεγμένοι. Καταθέσαν ότι ήμασταν μόνο φωτορεπόρτερ, δημοσιογράφοι και μία κάμερα και ένας διασώστης και μία τύπισσα που την ρίξανε κάτω και ούρλιαζε, κανένας άλλος. Έχω γυρίσει λοιπόν πίσω, έχει εξαφανιστεί η διμοιρία στα λουλουδάδικα κλασικά, κάποια στιγμή εκεί που βρίζω, κάνω τράκα ένα τσιγάρο και συνειδητοποιώ ότι το τσιγάρο μού έχει πέσει από το χέρι και λέω: «Τι έγινε ρε φίλε;» και συνειδητοποιώ ότι η αφή από το αριστερό μου χέρι την έχω χάσει τελείως. Και λέω σε έναν συνάδελφό τον Αντώνη: «Ρε συ Αντώνη, εγώ νομίζω ότι είχα ένα καρούμπαλο και θα γύρναγα στο γραφείο να στείλω καμία εικόνα που είχα τραβήξει γκλοπιές και κάτι τέτοια. Ρε Αντώνη, έχω χάσει την αφή από το αριστερό χέρι». «Δεν πας να κάνεις καμιά εξέταση;». Και φεύγω με τα πόδια από το Σύνταγμα και κατεβαίνω σε μία ιδιωτική κλινική, δεν λέω να μην κάνω διαφήμιση, κάπου εδώ στο κέντρο. Κάνω μία αξονική και μου λέει ο χειρουργός βάρδιας: «Δεν μπορείς να φύγεις γιατί εγώ κάτι βλέπω, θα 'ρθει νευροχειρουργός να τη δει». Έρχεται ο νευροχειρουργός και μου δείχνει ότι «το κρανίο σου έπρεπε να είναι έτσι και έτσι, και έχει γίνει, έχει σπάσει προς τα μέσα, αυτές οι βελόνες που βλέπεις είναι το σπασμένο κρανίο. Αυτό το μαύρο θα έπρεπε να ήτανε άσπρο γιατί έχει χυθεί το αίμα μέσα στο κεφάλι». Είχανε σκάσει και αλληλέγγυοι απέξω: «Χτύπησαν τον Λώλο», πρόεδρος στο σωματείο τότε, μαζεύτηκε διάφορος κόσμος [01:20:00]συνάδελφοι, δημοσιογράφοι, έγινε ένας χαμός. Μάλιστα έμεινα εκείνη τη νύχτα σε αυτή την κλινική, γιατί μετά έφυγα και πήγα σε άλλη κλινική για να μου φτιάξουν το κεφάλι και είχε και μία διμοιρία εντωμεταξύ δίπλα και είχε μαζευτεί και ο κόσμος αλληλέγγυος. Και ανεβαίνει κάποια στιγμή ο χειρουργός, αυτός που ήρθε και με πρωτοεξέτασε, και μου λέει: «Ρε συ οι δικοί σου είναι κάτω και φωνάζουν συνθήματα: "Μπάτσοι, Γουρούνια, Δολοφόνοι". Πήγαινε πες τους να σταματήσουνε γιατί ενοχλούν τους αρρώστους! Πήγαινε πες τους το, δίνω εγώ εντολή!». Τέτοια δηλαδή γίνανε. Εν πάση περιπτώσει έρχεται την άλλη μέρα το πρωί με μαζεύει ασθενοφόρο, και ευτυχώς που ήμουνα σε αυτά τα ταμεία τα καλά ακόμη των δημοσιογράφων, όσο αυτά τα ταμεία των δημοσιογράφων είναι καλά μέχρι να τα διαλύσουν τελείως. Βρήκα ότι καλύτερος χειρουργός σε ιδιωτικό νοσοκομείο, μην πω το όνομα πάλι θα είναι πάλι διαφήμιση, είναι αυτός. Ήρθε ασθενοφόρο από αυτό το ιδιωτικό θεραπευτήριο με νευροχειρουργό βάρδιας μέσα, πήγαινε με σειρήνες αναμμένες. Του λέω: «Τι έγινε ρε φίλε θα σκοτωθούμε, δεν μας σκότωσε ο μπάτσος, θα σκοτωθούμε σε κανένα τροχαίο;». «Όχι», μου λέει. Εγώ δεν είχα συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει, νόμιζα ότι έπαιζα σε ταινία. Φτάνω στο νοσοκομείο, άσπρη ποδιά κατευθείαν, χειρουργικά, χειρουργικές εξετάσεις. «Παίρνεις φάρμακα, καρδιά;». Δεν ξέρω τι διάολο κοιτάνε. Γνωρίζω τον χειρουργό που θα μου κάνει την επέμβαση και του λέω δύο πράγματα, το θυμάμαι ρε φίλε, του λέω: «Θα σου πω μία βλακεία και ένα σοβαρό. Η βλακεία είναι επειδή έχω φετίχ με το μαλλί -κουρεύτηκα στον στρατό μόνο-, μην ξυπνήσω και με δω γουλί κουρεμένο, έχεις φύγει έχεις πάει στο Αφγανιστάν, γιατί θα σε κυνηγάω παντού. Θα δουλέψεις τοπικά στο κρανίο, όπου θα ανοίξεις εκεί θα δουλέψεις. Αυτό είναι η βλακεία. Το σοβαρό είναι μη με ξυπνήσεις και με βάλεις σε καρεκλάκι αναπηρικό, γιατί θα κάνεις μαλάκια και θα κοιτάω να πηδήξω από κανένα μπαλκόνι. Δεν γίνεται εγώ που είμαι κάθε μέρα έξω, τρέχω, κάνω, με δράση, να ξυπνήσω σε καροτσάκι, δεν θα το παλέψω!». Σέβομαι απόλυτα και το λέω με τρομερή συγκίνηση τη δύναμη που έχουνε όλος αυτός ο κόσμος. Μικρή παρένθεση, τράβηξα Ολυμπιάδα στην Ελλάδα και Παραολυμπιάδα, πιο πολύ τη γούσταρα την Παραολυμπιάδα από την Ολυμπιάδα. Πιο πολύ γούσταρα αυτή την ανθρώπινη ψυχή και τη δύναμη με τα αμαξίδια που παίζανε μπάσκετ και ήτανε λες και ήτανε ζογκλέρ και βάζανε καλάθια ή κολυμπάνε χωρίς χέρια και πόδια, αυτή τη δύναμη την ανθρώπινη, με συγκλόνισε στην Παραολυμπιάδα από ό,τι στην Ολυμπιάδα που οι τύποι ήταν… που και αυτό δύσκολο είναι, αλλά εν πάση περιπτώσει. Γίνεται η εγχείρηση, ξυπνάω. Μάλιστα θυμάμαι που έρχεται η μάνα μου, που την έχω χάσει πριν λίγους μήνες, που έρχεται και δεν με φτάνει να με αγκαλιάσει στο κρεβάτι, στην εντατική μονάδα εγώ. Και εκεί σπάω και βάζω τα κλάματα και εντάξει για να το ελαφρύνω, με το που ξυπνάω μου λένε: «Είσαι καλά, τι θέλεις;». Και λέω: «Θέλω ένα κεμπάπ». Τι στο διάολο μέσα στη νάρκωση εγώ έβλεπα ότι έτρωγα σουβλάκια κεμπάπ. «Ένα κεμπάπ θέλω, γιατί πεινάω». Μετά με πάνε σε ειδικό, γιατί το κάλυπτε το ταμείο μου, σε ειδική σουίτα γιατί ερχόταν κόσμος εκεί. Ουσιαστικά ξέρεις πού καταλήγω; Τελικά ρε φίλε καταλήγω ότι όλος αυτός ο κόσμος και η τεράστια αλληλεγγύη του κόσμου που δέχτηκα σημαίνει ότι εντάξει ρε μάγκα, κάτι κάνεις καλό εσύ σε αυτή τη δουλειά που κάνεις, κάτι καλό κάνεις για να δεχτείς αυτή την αλληλεγγύη. Δεν μιλάω για τα λουλούδια του Προέδρου της Δημοκρατίας και δεν ξέρω εγώ, τη δέσμευση ότι «θα τον βρούμε και ότι συνιστώ ψυχραιμία -τότε ήταν ο Χρυσοχοΐδης Υπουργός Προστασίας-, συνιστώ ψυχραιμία», και το δελτίο τύπου που έβγαλε το ιδιωτικό θεραπευτήριο, τα διάβασα μετά αυτά, λες και ήμουν ο Παπανδρέου στο Ωνάσειο ρε φίλε. Έβγαλε δελτίο τύπου: «Έγινε η εγχείρηση στον Μάριο Λώλο, πήγε καλά…». Και συνειδητοποιώ ότι όχι μόνο εγώ κάνω κάτι καλά, αλλά ότι κάνουμε κάτι καλά ως κλάδος, ότι κάνουμε κάτι καλά από την πλευρά της κοινωνίας, κάτι καλό κάνουμε και μας γουστάρει η κοινωνία και μας θεωρεί κομμάτι της και αυτοί τελικά που θα μας προστατέψουν από τα γκλοπ των μπάτσων –γιατί αυτοί που μας δέρνουν μπάτσοι είναι φίλε ακροατή δεν είναι αστυνομικοί των ΜΑΤ, δεν είναι τροχαίος, εντάξει–, αυτοί που θα μας προστατεύσουν από γκλοπ των μπάτσων είναι η κοινωνία η ίδια. Και όχι η ΕΔΕ και καλά η κατ’ επίφαση που κάνουνε. Η μοναδική ΕΔΕ που δεν έγινε, έγινε δικαστήριο, είναι της Τατιάνας, που μάλιστα καταδικάστηκε, θα τα πει σε άλλο τέτοιο αναγνώστη, θα παρακολουθείς την Τατιάνα σε άλλη συνέντευξη, θα τα πει αυτή. Αυτό τελικά που καταδικάστηκε στο δικαστήριο το Εφετείο είναι ποινή τόσο όσο να μην έχει πρόβλημα με την υπηρεσία του και η πρόταση της Εισαγγελέα, γυναίκα, ήταν «αθώος». Και υπήρχαν 35.000 φωτογραφίες που δείχνει τον μπάτσο που μπουφλιάζει την Τατιάνα άνευ λόγου και αιτίας. Η Εισαγγελέας πρότεινε «αθώος» και το λέω επίτηδες, γυναίκα, γυναίκα εισαγγελέας σε μία γυναίκα φωτορεπόρτερ. Αλλά τουλάχιστον εγώ αυτό που κρατάω σε αυτή την καταδίκη, όποια καταδίκη και αν ήτανε, είναι ότι ήταν ίσως ο μοναδικός αστυνομικός των ΜΑΤ όπου πήγε σε ένα δικαστήριο και καταδικάστηκε. Γιατί όλοι οι άλλοι μάς δέρνουν και είναι ατιμώρητοι, για αυτό και μας δέρνουν, γιατί είναι ατιμώρητοι, γιατί δεν έχουν διευκρίνιση στο κράνος από πίσω, γιατί η ΕΔΕ δεν γίνεται από κάποια ανεξάρτητη αρχή, γιατί εδώ πιο δίπλα που μένει ο Αλιβιζάτος που έχει κάνει, είπε ότι όταν γίνεται η ΕΔΕ από συνήγορο του πολίτη ποτέ αυτοί δεν δένουν τα στοιχεία. Μεταξύ μας το καταλαβαίνω απόλυτα, είναι τώρα καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια σε ένα λεωφορείο μέσα, τρώνε πέτρες, τρώνε βρισίδια. Όταν κάποιος κάνει την καφρίλα σιγά μην πάνε να τον καρφώσουν οι άλλοι, το κλείνουν μεταξύ τους. Εμένα που με χτυπήσανε και πήγα να πεθάνω στο νοσοκομείο, δεν πήγα να πεθάνω σε εμπόλεμες ζώνες που μου έχει στραβώσει πάρα πολλές φορές, πήγα να πεθάνω στο Σύνταγμα που έχει κανόνες «δημοκρατίας», σε εισαγωγικά, είκοσι τέσσερις μαζί με τον διμοιρίτη ήταν στην ΕΔΕ, δεν είναι καμιά πυρηνική φυσική να το βρεις ποιος ήτανε δηλαδή. Θυμάμαι ένα πλάνο από μία ελληνική ταινία με τον Βέγγο που βάζει τις αδελφές στη σειρά και τις χαστουκίζει, βάλε στη σειρά. «Ποιος τον χτύπησε» να τελειώνουμε. «Δώστε ποιος τον χτύπησε, αλλιώς θα απολυθείτε όλοι, θα πάτε μετάθεση στα Γκράβαρα και θα φυλάτε πρόβατα». Εύκολα τον βρίσκεις, απλά οι άλλοι δεν θέλουν να σπάσουν αυγά. Πήρα τη δικογραφία και τη διάβασα, αυτά που γράφουνε θα σου σηκωθεί το κεφάλι, ότι τρώγανε πέτρες, ότι ήταν ο κόσμος ανακατεμένος μεταξύ τους. Είδα βίντεο που δεν τα έχω δει. Είναι εμφανές και σε φωτογραφίες και σε βίντεο, μόνο οι διμοιρίες από πίσω μου, γιατί εγώ έχω γυρίσει πλάτη, νιώθω τις διμοιρίες να με σπρώχνουν από την τσάντα που είχα το κράνος, μάσκα, δεν υπάρχει κανένας άλλος, νιώθω τις ασπίδες δηλαδή. Και σου λένε: «Δεν σε χτυπήσαμε εμείς». Που δεν ήτανε κανένας άλλος από πίσω μου, μόνο διμοιρίες ήτανε. «Δεν σε χτυπήσαμε εμείς». Όταν έχει γίνει πρώτο θέμα σε όλη την Ελλάδα, η Διεθνής Αμνηστία με έπαιξε, η Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων με έπαιξε, απλά ξέρεις τι έγινε; Πέρασε, έκατσε η σκόνη, πάμε στα καινούργια. «Σιγά μην τον δώσουμε». Δεν έχει βρεθεί ένας πλην της Τατιάνας που να σ' έχει χτυπήσει και να τον βρουν και να πούνε: «Να αυτός είναι! Χτύπησε φωτορεπόρτερ, θα κάνουμε ΕΔΕ», εντάξει αντίο ζωή. Για αυτό και μας χτυπάνε, γιατί το ξέρουν ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθούν. Δεν γίνεται όμως. Και εμείς συνεχίζουμε να δουλεύουμε σε αυτό το τοπίο γιατί είναι κάποιες φορές –καλά ακροατή τώρα θα βαρεθείς να ακούς–, ξέρω ότι είναι κάποιες φορές που έρχονται διάφοροι από την κοινωνία και μας λένε: «Ευχαριστούμε που είστε εδώ, φωτογραφίζετε και επικοινωνείτε τον αγώνα μας, την αγωνία μας» και εμένα η απάντησή μου είναι: «Παιδιά δεν πρέπει να μας ευχαριστείτε, είναι χρέος μας που είμαστε εδώ! Αυτή είναι η δουλειά μας, να είμαστε εδώ, η δουλειά μας είναι να φωτογραφίζουμε και να επικοινωνούμε αυτό που εσείς κάνετε, αυτό που εσείς αγωνίζεστε, αυτό που εσείς προσπαθείτε να πετύχετε κόντρα σε Θεούς και δαίμονες! Αυτή είναι η δουλειά μας, να είμαστε εδώ και να φωτογραφίζουμε, να το λέμε με τη γλώσσα της εικόνας, άρα μη μας λέτε ευχαριστώ!». Για αυτό επιλέξαμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά, γιατί είναι χρέος μας να είμαστε εδώ να φωτογραφίζουμε και να το βγάζουμε αδιαμεσολάβητα και φυσικά να τρώμε και το γκλοπ στις πλάτες μας. Άμα ξεκινήσω τώρα στα τόσα χρόνια που είμαι πρόεδρος, αυτός ο κλάδος, αυτή η  Ένωση, που είναι μία ζωή εξαίρεση της εξαίρεσης, θα τελειώσω μεθαύριο. 

I.M.:

Με αφορμή τη δύναμη που έχει η εικόνα πλέον ως ιστορικό τεκμήριο, πάμε σε μία ιστορική δίκη [01:30:00]που είναι η δική της Χρυσής Αυγής.

Μ.Λ.:

Πριν πάμε εκεί, εγώ πιστεύω ότι ο ιστορικός του μέλλοντος στην τελευταία δεκαετία θα ρίξει τεράστια ματιά στις φωτογραφίες μας, γιατί ζούμε μία δεκαετία σαν χώρα που έχει πολύ πυκνές ειδήσεις, είτε αυτό ήταν τότε που συζητάγαμε για τον Γρηγορόπουλο είτε αυτό είναι τα μνημόνια, «μένουμε, δεν μένουμε στην Ευρώπη», η κοινωνία που διαλύθηκε, η λιτότητα, το προσφυγικό μετά, μπορεί η κοινωνία που ξαναδιαλύεται «άντε πήγαινε πλήρωσε τώρα φώτα, νερά, τηλέφωνα, να αλλάξω τον καυστήρα από φυσικό να τον κάνω πετρέλαιο, όχι μην τον αλλάξεις, τελικά κακώς τον άλλαξες σε πετρέλαιο ξαναγύρνα πάλι στο αέριο». Ζούμε σε τεράστιες ακραίες κοινωνικές συνθήκες και ο ιστορικός του μέλλοντος θα ρίξει πολύ μεγάλη ματιά στις φωτογραφίες μας. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν που είναι μία δίκη που δεν έχει ξαναγίνει τα τελευταία χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να καταδικάζονται οι ναζί και ότι μέσα εκεί ήταν φωτορεπόρτερ και φωτογράφιζαν, έχει τεράστια σημασία για τον ιστορικό του μέλλοντος να δει τις φωτογραφίες μας. Ότι η Τατιάνα έχει φωτογραφίσει όλα αυτά τα χρόνια όλη αυτή τη δίκη, έχει κάνει ιστορικές φωτογραφίες, έχει ιστορική αξία και έχει τεράστια αξία γιατί και στο σήμερα ο αναγνώστης βλέπει, παίρνει εικόνα να δει πώς είναι η Μάγδα, τι γίνεται το βλέπεις εικόνα, τι γίνεται μέσα στο δικαστήριο. Σε αντίθεση με τη δική του Ζακ που απαγορεύτηκαν οι φωτορεπόρτερ να είμαστε μέσα. Ο αναγνώστης δεν θα δει τη μητέρα του Ζακ, τον πατέρα του ή τον αδερφό του να καταθέτουν. Δεν θα δει τη δίκη του Λιγνάδη, το τι έγινε. Και μάλιστα εξηγούμε σε κάθε έδρα ότι αν δεν θέλουνε οι μάρτυρες να τους φωτογραφίσουμε, δεν τους φωτογραφίζουμε, αν δεν θέλει η έδρα να τη φωτογραφίσουμε, δεν τη φωτογραφίζουμε. Απλά πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορούμε να είμαστε εκεί να φωτογραφίσουμε.

I.M.:

Εσύ κάλυψες Χρυσή Αυγή;

Μ.Λ.:

Εγώ κάλυψα της Χρυσής Αυγής το πρωτόδικο από ένα σημείο και μετά, γιατί ήμουνα μάρτυρας της δίκης της Χρυσής Αυγής, όπως μαζί με άλλους τέσσερις συναδέλφους, γιατί οι φασίστες είχανε δείρει συναδέλφους έξω από το Εφετείο. Είχαμε κάνει καταγγελία, μας είχανε φωνάξει οι ανακρίτριες, είχα πάει και είχα μιλήσει. Είχαν έρθει και οι συνάδελφοι και μιλήσανε οι ίδιοι, θύματα και οι δύο, αυτόπτες. Και μετά αυτόματα πήγαμε για μάρτυρες στη δική της Χρυσής Αυγής. Μετά από ένα σημείο που μπορούσα, πήγα και φωτογράφιζα και εγώ. Η δίκη τώρα στο Εφετείο της Χρυσής Αυγής αν δεν υπήρχε η Τατιάνα και άλλοι συνάδελφοι να φωτογραφήσουν τον Πλεύρη που χαιρετάει ναζιστικά, δεν θα υπήρχε αυτή η εικόνα όσο και να την περιγράφει ένας δημοσιογράφος. «Ο Πλεύρης σήκωσε την χήρα την δεξιά, ένωσε την παλάμη και είπε…». Είναι τελείως διαφορετική η εικόνα, να τη δεις σαν εικόνα, να καταλάβεις τι γίνεται. Αυτό οι συνάδελφοι οι φωτορεπόρτερ το κάνουμε στη δίκη και υπάρχει τεράστιο έλλειμμα όταν δεν είμαστε σε μία δίκη τηρώντας τους κανόνες που έχουμε ορίσει με την έδρα, γιατί πάντα συνεννοείσαι με την έδρα. Η έδρα στο πρωτόδικο της Χρυσής Αυγής δεν είχε πρόβλημα να φωτογραφίσουμε και την Πρόεδρο, φωτογραφίζαμε και την έδρα, κάποιοι μάρτυρες δεν θέλανε και τους φωτογραφίσαμε, πλάτη. Αυτή η έδρα δεν θέλει στο Εφετείο να φωτογραφίζουν, δεν φωτογραφίζουμε την έδρα, κάποιοι μάρτυρες που δεν θέλουνε, τους φωτογραφίσαμε πλάτη. Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν φωτορεπόρτερ μέσα. Εγώ το πάω ακόμη και πρέπει να υπάρχει και κάμερα, θα πρέπει να υπάρχουν και ηχητικά ντοκουμέντα να υπάρχουνε. Από το πρωτότυπο της Χρυσής Αυγής έχουν μείνει φωτογραφίες οι δικές μας και αν κάποιος μπει στο Golden Dawn Watch όλες αυτές οι μαρτυρίες για να καταλάβει να δει τι έχει γίνει, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Εμείς είμαστε εκεί και καταγράφουμε την ιστορία και θα πρέπει να είμαστε εκεί και να μπορούμε να φωτογραφίζουμε. Η δική της Χρυσής Αυγής από το ένα σημείο και μετά, που εγώ ήμουνα, ήταν τρομερή εμπειρία. Εγώ εκεί έζησα την ημέρα της απόφασης, επέλεξα να ήμουνα μέσα, έχει ξεκινήσει η Πρόεδρος λοιπόν, η κυρία Λεβενιώτη και σκεφτόμουνα εγώ από μέσα μου: «Πήδα τα, ρε παιδί μου, τα μπούρου-μπούρου, φτάσε στο προκείμενο, ποια είναι η ετυμηγορία;». Πώς είναι ο παπάς που έχει τρία γαμώ- κουφέτα στη σειρά και κάνει το μυστήριο, το 'χει βάλει στην κολυμπήθρα, το έχει βαφτίσει και έρχεται το επόμενο. «Πήδα τα και εσύ τώρα, προχώρα». και μόλις λέει: «Εγκληματική οργάνωση», ήταν η Μάγδα πίσω μου, ευτυχώς οι φωτογραφικές μηχανές, φίλε ακροατή, δεν χρειάζεται όπως ήταν παλιά να εστιάζουμε μόνοι μας, πατάμε ένα κουμπί και το κάνουνε μόνες τους, γιατί εγώ δάκρυσα έκλαιγα όταν είπε: «Εγκληματική οργάνωση». Δηλαδή τράβαγα τη Μάγδα και από πίσω ήτανε ο Πουλικόγιαννης, ο δαρμένος από του ΚΚΕ του ΠΑΜΕ, που έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά και έκανα το κάδρο μου κατά προσέγγιση, γιατί τα έβλεπα θολά. Αυτή την εμπειρία «εγκληματική οργάνωση», να το ακούω από την Πρόεδρο, ήταν μοναδική εμπειρία και να φωτογραφίζω –γιατί εκεί δεν ήμουνα ακροατής, δεν ήμουνα θαμώνας– και να φωτογραφίζω τη Μάγδα και να το επικοινωνώ αυτό, είναι τρομακτική εμπειρία, δεν την ξεχνάς. Είναι τρομακτική εμπειρία μετά που βγήκαμε έξω και φωτογραφίζω τη Μάγδα να λέει: «Γιε μου, τους νίκησες» που φωτογραφίζω, είναι τρομακτική εμπειρία να ακούω, γιατί δεν έβλεπα, το πλήθος να φωνάζει και μετά ξεκίνησαν τα μπαμ-μπαμ και μου λέει η Μάγδα: «Μάριε τι είναι;», λέω: «Θα βαράνε πυροτεχνήματα, φωτοβολίδες» και το δεύτερο μπαμ που ακούω: «Μάγδα έχει μπάχαλα». Βγαίνω, φόρεσα κράνος, μάσκα και βγήκα έξω να φωτογραφίσω. Πρέπει να είμαστε εκεί και αυτό να το επικοινωνούμε, δηλαδή αυτή τη φωτογραφία με τη Μάγδα στο δικαστήριο να σηκώνει τα χέρια ψηλά όταν ακούει «εγκληματική οργάνωση», οι φωτορεπόρτερ... Δεν τράβηξα μόνο εγώ, τράβηξαν και άλλοι συνάδελφοι, οι φωτορεπόρτερ την τραβήξαμε, ήμασταν μέσα όμως και την τραβήξαμε, όταν είσαι απέξω δεν την τραβάς. Αν φίλε ακροατή εσύ είδες σε real time στη φωτογραφία μας την Μάγδα από μέσα, είδες να φοράνε βραχιόλια στον Λαγό και στον κάθε Λαγό, Μιχαλολιάκο, από εμάς και να πηγαίνουν στην φυλακή.

I.M.:

Μάριε, πόσο διαφορετικό σου φαίνεται το τοπίο της δουλειάς σου σε σχέση με όταν ξεκίνησες και τώρα;

Μ.Λ.:

Καμία σχέση, καμία σχέση! Τότε ήταν... Εγώ ξεκίνησα τη δουλειά που έλεγε: «Εγώ θα πάρω την εφημερίδα να το καταγγείλω», μετά προχώρησε, ήταν στα κανάλια, να το καταγγείλουμε και τώρα έχει γίνει η πηγή πληροφορίας, οι πηγές μάλλον είναι τόσες πολλές που πλέον μπερδεύεσαι. Για αυτό εγώ πάντα λέω, πρέπει να ξέρεις και να έχεις τριπλο-τσεκάρει μία είδηση. Την ακούς για να είμαστε σίγουροι, σίγουρες, σίγουρο –για να ‘μαστε και με την lgbt κοινότητα που την καραγουστάρω πάρα πολύ καλά–, ότι αυτό έχει γίνει έτσι. Τα fake news σήμερα και η μορφή που πολλαπλασιάζεται, μορφή χιονοστιβάδας, εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά. Από mainstream site ένα ανεβάζει κάτι και όταν κάποιος δουλεύει με το ότι πρέπει μέσα σε 3-4 λεπτά να ανεβάζω είδηση, σιγά μην κάτσει να τσεκάρει, το κάνει copy-paste και ορθογραφικά λάθη να γράφει, το έχει ανεβάσει με ορθογραφικά λάθη. Δεν μιλάω για τα social media που εδώ πέρα υπάρχουν troll που πληρώνονται για να ανεβάζουν ό,τι μπορείς να φανταστείς και ευχές, και κατάρες ,και ψόφους. Τα τελευταία 3 χρόνια που κάνω τη δουλειά –την κάνω 31–, τα τελευταία 3 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλεια δεν το έχω ξανασυναντήσει τόσο μονομπλόκ είδηση να παίζει ή τόσο μονομπλόκ να μην παίζει. Δηλαδή οι υποκλοπές που για μένα είναι μία θεμελιώδη είδηση στον πυρήνα της δημοκρατίας, στα δικά μας έπαιζε πέμπτη είδηση, τέταρτη. Να φέρω άλλο παράδειγμα. Στην πρώτη κορόνα lockdown το σφιχτό, την ημέρα των γυναικών είχαν βγει 9 γυναίκες κυριολεκτικά με ένα πανό στο Σύνταγμα κρατώντας πανό, κρατώντας αποστάσεις, να διαμαρτυρηθούν, 9 γυναίκες, και ήμασταν στο Σύνταγμα και φωτογραφίζαμε, τις προσάγανε, το φωτογραφίσαμε, δεν έπαιξε πουθενά! Την άλλη μέρα –Χρυσοχοΐδης ήταν τότε–, ο Χρυσοχοΐδης ζητάει συγνώμη και παίζει είδηση τη συγγνώμη του Χρυσοχοΐδη ο τηλεθεατής/ αναγνώστης/ ακροατής ακούει το συγγνώμη του Υπουργού χωρίς να καταλαβαίνει γιατί ζητάει συγγνώμη, γιατί δεν έχει την προηγούμενη μέρα την είδηση ότι μαζέψανε 9 γυναίκες. Αυτό παίζει, τόσο μονομπλόκ είδηση που παίζει, τόσο μονομπλόκ δεν παίζει. Δηλαδή αν κάτσεις και διαβάσεις τα mainstream media, στην συντριπτική πλειοψηφία νομίζεις ότι ζούμε σε μία αγγελική κοινωνία, όλα είναι πανεύκολα. Ο πληθωρισμός μας είναι μία χαρά, συνεχίζω λοιπόν, ο πληθωρισμός είναι μία χαρά, ότι το ΦΠΑ στα μακαρόνια το κρατάμε ψηλά διότι οι πλούσιοι αγοράζουν πιο πολλά μακαρόνια από ό,τι οι  φτωχοί και το θεωρούμε κανονικότητα αυτό. Εγώ δεν το έχω ξαναδεί και ήμουνα χρόνια συνδικαλιστής. Και εδώ μια μικρή παρένθεση. Αν πιστεύουμε ότι η επανάσταση θα ξεκινήσει από τον χώρο των media, ξεχάστε το, έχουμε χάσει το τρένο στη διεκδίκηση! Αν είναι τόσο ξεχαρβαλωμένα τα media, που έχουνε ξεχαρβαλωθεί χρόνια πριν, και φταίνε τα σωματεία για αυτό, όχι τόσο το δικό μας, των φωτορεπόρτερ, και εμείς είμαστε μια μύγα μέσα στο γάλα και έχουμε ευθύνες κλαδικά, δικές μας, όχι τόσο πολύ στον χώρο των media. Έχουμε ευθύνες κλαδικές δικές μας, πιο οικογενειακές. Στον χώρο των media, εγώ ήμουνα στη Γάζα όταν φωτογραφίζανε, οι Παλαιστίνιοι που δεν έχουν χώρα, έχουνε συνδικάτου Τύπου, είναι όλοι σε ένα συνδικάτο Τύπου. [01:40:00]Εδώ έχουμε 11 ενώσεις Τύπου κάτω από μία άτυπη ομπρέλα που λέγεται Διασωματειακό με Πρόεδρο τον εκάστοτε Πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ, γραμματέα τον εκάστοτε Πρόεδρο της ΑΣΠΙ που είναι η Ένωση Δημοσιογράφου Περιοδικού Τύπου. Μαζεύονται 11 ενώσεις λένε, λένε, και στο τέλος γίνεται ό,τι θέλει η ΕΣΗΕΑ. Που η ΕΣΗΕΑ... Είμαι και στην ΕΣΗΕΑ εκτός από την ΕΦΕ, της Ένωσης Φωτορεπόρτερ, είμαι και στην ΕΣΗΕΑ. Αυτό το σωματείο γιατί υπάρχει δεν καταλαβαίνω. Ενα σωματείο μισθωτών κάνει δύο πράγματα, υπογράφει συλλογική σύμβαση –έχει να υπογράψει συλλογική σύμβαση ούτε και εγώ ξέρω πόσα χρόνια– και περιφρουρεί με απεργίες, απολύσεις. Εδώ γίνονται απολύσεις και δεν έχουμε μαντήλι να κλάψουμε. Ούτε μία ανακοίνωση δεν βγαίνει. Δουλεύουν κάτω από συνθήκες τρελής γαλέρας, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι μοιράζαμε έντυπο σε μεγάλα μαγαζιά και οι φοβισμένοι το περνάνε στη ζούλα το έντυπο που μοιράζαμε, μπροσούρα, και οι εργοδοτικοί –γιατί υπάρχουν και αυτοί οι συνάδελφοι που δεν είναι εργαζόμενοι, εργοδοτικοί είναι– πρέπει να περάσουμε από πάνω τους. Δεν είναι συνάδελφοι αυτοί, τα σκυλιά των αφεντικών είναι. Οι εργοδοτικοί αφήναμε την μπροσούρα, την προκήρυξη ούτε καν την κοιτάγανε, λες και δεν υπήρχαμε. Το έχουμε χάσει το τρένο και η μοναδική λύση για να καταλάβουμε τι παίζει στα media είναι ένα συνδικάτο τύπου πρωτοβάθμιο, όλοι μέσα, οι πάντες, ακόμη και αυτοί που βάφουν τους τηλεπαρουσιαστές στα κανάλια και αυτοί στα media δουλεύουν και αυτοί μέσα. Και να συναποφασίσουμε όλοι μαζί για τα προβλήματά μας και να αλλάξει η σούπα. Μόνο δημοσιογράφοι, είμαστε όλοι μαζί, μηνιαίες γενικές συνελεύσεις, βραχυπρόθεσμοι στόχοι, το κατακτήσαμε και πάμε παρακάτω, έτσι ώστε να ξεκουνηθούνε και πάρα πολλοί συνάδελφοι που λένε: «Πού να τραβιέμαι ρε φίλε, αφού είναι τελειωμένη ιστορία, χαμένη υπόθεση». Όπου να δεις ότι κάτι κινείται, μπας και διεκδικήσουμε το αυτονόητο. Γιατί δεν έρχεται το τρένο πάνω μας, το τρένο περνάει καιρό από πάνω μας και έχουμε κουραστεί να μετράμε και τα βαγόνια, αυτό παίζει στα media.  

I.M.:

Μαριε, ευχαριστώ πάρα πολύ για όσα μοιράστηκες!

Μ.Λ.:

Εγώ ευχαριστώ. Και το λέω με συγκίνηση, γιατί πάντα όταν μιλάω για τον κλάδο μου και συγκινούμαι, και πιστεύω ότι εκτός ότι εμείς ουσιαστικά με τις φωτογραφίες μας μιλάμε, εντάξει τώρα ήρθατε και μπλέξατε στον παλιό συνδικαλιστή, όπου φίλε ακροατή για να το ακούσεις σπάσ' το σε δόσεις.

I.M.:

Ευχαριστώ.

Μ.Λ.:

Να είστε καλά, ευχαριστούμε.