© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Λαθρεπιβάτες, Σόδομα, Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης: Νυχτερινά κέντρα και μουσικά σχήματα της Αθήνας (1982-2012)

Istorima Code
23307
Story URL
Speaker
Ευθύμιος Κωνστάντης (Ε.Κ.)
Interview Date
13/10/2022
Researcher
Άννα Παπαϊωάννου (Ά.Π.)
Ά.Π.:

Είναι 14 Οκτώβρη, είμαστε στην Νέα Πεντέλη. Ο Αφηγητής είναι ο Μάκης Κωνσταντής, Ευθύμιος Κωνστάντης, και η Ερευνήτρια είναι η Άννα Παπαϊωάννου. Οπότε, Μάκη, θα ξεκινήσουμε από έτσι τα παιδικά σου χρόνια, από τότε που είσαι περίπου 5 χρονών-

Ε.Κ.:

Σωστά. Σωστά

Ά.Π.:

Μες στην Δικτατορία. 

Ε.Κ.:

Γεννημένος το '65, το 1965. Έτσι αμυδρά, έχω κάποιες αναμνήσεις σ' αυτήν την ηλικία των 5 χρόνων που ξεκινάνε. Και είναι το σχολείο, που πάω Πρώτη Δημοτικού εκεί, γιατί γεννήθηκα στο Ίλιον, αλλά 5 χρονών, μετακομίσαμε για να μπορέσουμε να φτιάξουμε το σπίτι που πήγαμε μετά από 4 χρόνια πάλι, στο Ίλιον. Και πήγαμε στο Ελληνορώσων, απέναντι από την ΥΕΝΕΔ, τότε. Λοιπόν, σε μια πολυκατοικία, ο πατέρας μου θυρωρός κι εγώ άρχισα και πήγαινα σχολείο. Αυτά που θυμάμαι, βέβαια, στο σχολείο είναι πολύ λίγα, είναι οι γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε. Αυτές οι επιδείξεις που έκαναν τότε... Οι γυμναστικές επιδείξεις, όλα τα παιδάκια, επί Χούντας, ας πούμε, ήταν ένα event τότε, ξεσαλώματος. Θυμάμαι ένα σινεμά που πηγαίναμε και βλέπαμε κρυφά ταινίες, πηγαίναμε σε μια πολυκατοικία που ήτανε απέναντι. Ανεβαίναμε απάνω, όλα τα παιδάκια μαζί, και βλέπαμε απέναντι καουμπόικα έργα. Ναι. Και θυμάμαι και το ποδηλατάκι μου τον Μπόμπο. Το πρώτο μου ποδηλατάκι, ένα μικρό με χοντρές ρόδες. Αυτά, εκείνη την εποχή. Συν, βέβαια, τα... Είχαμε κάνει συμμορία, του στυλ συμμορία, η κάτω γειτονιά με την πάνω γειτονιά, και παίζαμε πόλεμο. Φτιάχναμε τότε με ξύλα και λαστιχάκια και μανταλάκι, τα όπλα. Βάζαμε, δηλαδή, στην άκρη ένα καρφάκι, στο πίσω μέρος το μανταλάκι το δέναμε πάνω στο ξυλάκι, και το λαστιχάκι έπιανε μπροστά από το καρφάκι μέχρι το μανταλάκι. Και όταν βλέπαμε τον εχθρό, αφήναμε, πατούσαμε το μανταλάκι και έφευγε το λάστιχο, και υποτίθεται χτύπαγε τον εχθρό. Χαζά πράγματα, παιδάκια τότε μικρά, ας πούμε, 6-7; Και δεν είχαμε τι να κάνουμε, ας πούμε, και κάναμε αυτά. Μας είχε ίσως επηρεάσει και όλη η κατάσταση με τη Χούντα, έτσι; Και, βέβαια, το πιο έτσι έντονο που θυμάμαι είναι το '73, τότε με το Πολυτεχνείο. Γιατί και ο μπαμπάς μου δούλευε τότε στην Στουρνάρα, δίπλα από το Πολυτεχνείο, ήταν εισπράκτορας στα λεωφορεία και με είχε πάρει και μένα, τρεις μέρες πριν το Πολυτεχνείο και είχα δει όλη αυτήν την κατάσταση. Και μία μέρα πριν, δηλαδή, στις 16 του Νοέμβρη, είχαμε κατέβει πάλι με τη μάνα μου και τον αδερφό μου. Ο αδερφός μου λίγο μεγαλύτερος, τρία χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Και βαρούσαν τα πολυβόλα στην Πανεπιστημίου, βλέπαμε εμείς τα τροχιοδεικτικά... Γενικά, ακούγαμε συνέχεια, φοβισμένα παιδάκια τότε, με τη μάνα μου στην Πανεπιστημίου να προχωράμε να φύγουμε, γιατί δεν ξέραμε τι γινόταν τότε. Και, ευτυχώς, ένας φίλος οικογενειακός, ταξιτζής, πέρασε εκείνη τη στιγμή και έτσι μας πήρε αυτός από εκεί και μπορέσαμε και φύγαμε γιατί... Και πήγαμε στο Ελληνορώσων στο σπίτι. Γιατί ήταν πολύ δύσκολα, τότε έπρεπε να πας με τα πόδια δηλαδή. Δεν υπήρχε ούτε συγκοινωνία ούτε οτιδήποτε, είχαν κοπεί όλα, τα πάντα. Συν ότι γινόντουσαν φασαρίες και εμείς είχαμε μπει μέσα στην κατάσταση τυχαία και έπρεπε να φύγουμε από κει, ας πούμε. Και με τόσους πυροβολισμούς κι όλα αυτά... Και, ευτυχώς, ο φίλος ο ταξιτζής, ο οικογενειακός φίλος, μας βοήθησε πολύ. Αντιστασιακός αυτός, ήταν στην αντίσταση και κατάλαβε κατευθείαν, ας πούμε, ότι θέλουμε βοήθεια και έτσι μας πήρε και μας πήγε στο σπίτι. Εμείς κατευθείαν ανεβήκαμε μετά στην ταράτσα, στην πολυκατοικία, και βλέπαμε στην ΥΕΝΕΔ απέναντι, στημένους φαντάρους με πολυβόλα να βαράνε στον αέρα. Για εκφοβισμό, για χίλια δυο. Αυτό, λοιπόν, μου έχει μείνει, εντάξει. Συν ότι καθόμασταν με τον αδερφό μου, το βράδυ, στο ραδιοφωνάκι και ακούγαμε τον σταθμό του Πολυτεχνείου. Μόνο αυτό ακούγαμε, όλο το βράδυ, κι ας ήμασταν τόσο μικροί.  Αυτά ήταν τα εντελώς παιδικά μου χρόνια, γιατί μετά ξεκινάει η άλλη, η παιδική ηλικία, με... Εφηβική μπορείς να πεις, που είναι η πιο ονειρική κατάσταση. Αυτά που θέλαμε, γιατί μετά την Μεταπολίτευση όλοι ήμασταν... Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, θέλουμε να κάνουμε πράγματα. Οπότε, υπήρχε μια μεγάλη έξαρση πραγμάτων που ήθελες να κάνεις. 12 χρονών τότε, ας πούμε, και... Και θυμάμαι ότι πήγα 12 χρονών εγώ και δούλεψα για πρώτη φορά. Έχουμε πια πάει στο σπίτι στο Ίλιον, έχουμε φύγει από το Ελληνορώσων και πήγα και δούλεψα για πρώτη φορά ως καφετζής, μικρός. Ο «μικρός», που λέμε. Καλοκαίρι, βέβαια, με πήγε ο πατέρας μου γιατί ήμουν ανήσυχο παιδί εγώ. Ήθελα, μ' άρεσε να δουλεύω. Οπότε, είχε βρει έναν συγγενή, τον Κωνστάντη τον... Που ακόμα έχει εκεί και πουλάει στην πλατεία Κοτζιά, επάνω στην πλατεία Κοτζιά είχε το καφενείο και είχε και πουλιά που πουλούσε: πουλιά, πτηνά, διάφορα κλουβιά, οτιδήποτε. Εκεί έκανα το πρώτο μου μεροκάματο. Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα. Ήμουνα πάρα πολύ μικρός. Όταν ήμουν μικρός, ήμουν κοντούλι παιδάκι δεν ήμουν ούτε ψηλό ούτε τίποτα. Ήμουνα μια σταλιά, τσιλιβήθρα με λέγανε. Οπότε, ήμουνα σαν τη μύγα μες στο γάλα εκεί μέσα. Όλοι με έβλεπαν, τόσο μικρός, ξέρω 'γώ, κι αυτά. Κι όμως εγώ εκεί. Τέλος πάντων, πέρασε ωραία αυτή η κατάσταση, έβγαλα και κάποια λεφτά, βοηθούσα υποτίθεται την οικογένεια. Και μετά ήρθε και το άλλο καλοκαίρι, 13 πάλι το ίδιο. Πήγα ξανά και δούλεψα εκεί. Αλλά βρήκα μια άλλη δουλειά ταυτόχρονα, στην πολυκατοικία δίπλα, και πήγα και εκεί και δούλεψα, έφυγα από το καφενείο. Και μοίραζα φακέλους με έντυπα express news, λεγόταν τότε. Τότε έκοβαν, τώρα πια υπάρχουν σε file, αλλά τότε έκοβαν τα αποκόμματα από εφημερίδες, τα πιο σημαντικά που ήθελαν αυτοί, απ' όλες τις εφημερίδες -από τα «Νέα», από την «Ελευθεροτυπία», από το «ΒΗΜΑ» τότε όλα, τα πάντα όλα, από την «Ακρόπολη», από όλα- και κόβανε μόνο τα αποσπάσματα που θέλανε οι πελάτες απ' τις εφημερίδες, και τους τα στέλνανε, αυτή η εταιρεία. Υπήρχαν τότε, λοιπόν, οι μικροί σαν και μένα, που πήγαιναν με τα πόδια, και έτσι έμαθα όλους τους δρόμους της Αθήνας. Έτσι έμαθα για πρώτη φορά την Αθήνα. 

Ά.Π.:

Πώς πήγαινες από μέρος σε μέρος; 

Ε.Κ.:

Πώς πήγαινα; Πήγαινα με λεωφορείο. Έφευγα από το Ίλιον, πιτσιρικάκι, έτσι. Ξύπναγα στις 06:30, 06:00 ανάλογα, και έπαιρνα το λεωφορείο. Μία, μιάμιση ώρα, κάπου εκεί, μέχρι να φτάσω, στο κέντρο τότε. Πλατεία Βάθης με άφηνε, και μετά με τα πόδια μέχρι την μέχρι την πλατεία Κοτζιά που πήγαινα για τη δουλειά. Μα δεν υπήρχε και άλλος τρόπος τότε. Υπήρχε το τρόλεϊ, βέβαια, και ο ηλεκτρικός, αλλά δεν τα χρησιμοποιούσα, ήταν το λεωφορείο, ήταν το βασικό μέσο μεταφοράς τότε.

Ε.Κ.:

Και μετά ξεκινάει η φάση με τη μουσική, 14 χρονών. 14 χρονών, βέβαια, ξεκίνησαν όλα μαζί. Σταμάτησα το ημερήσιο γυμνάσιο που πήγαινα, είχα μείνει στην Πρώτη Γυμν[00:10:00]ασίου και λέω ότι θα πάω νυχτερινό. Και με βοηθάει ο πατέρας μου, και μου βρίσκει μια δουλειά ως βοηθός χρυσοχόου τότε. Και με βάζει να... Σε ένα εργαστήριο. Στην αρχή σκούπιζα, όπως κάνουν όλοι. Στο σκούπισμα, να κάνεις, να πας να πάρεις κανένα σάντουιτς να φάνε και ότι μπορείς εκεί μέσα. Σιγά-σιγά, βέβαια, εκεί, αναπτύχθηκαν πολλές μεγάλες σχέσεις, θα σας πω παρακάτω. Βέβαια, εκείνη τη χρονιά, μάλλον, όταν ήμουν 14, έκανα πολλά πράγματα. Δηλαδή: δούλευα το πρωί, το απόγευμα πήγαινα στο ωδείο και έκανα φωνητική στον Κώστα τον Κλάββα. Έκανα φωνητική με τη Μαίρη τη Δαλάκου, η οποία είναι μέχρι και τώρα η αγαπημένη μου δασκάλα. Έκανα εφτά χρόνια συνολικά, με τη Μαίρη Δαλάκου φωνητική. Και είναι πολύ αγαπημένη και φίλη και αγαπημένη μου δασκάλα. Μετά, πήγαινα στον «Πανελλήνιο», πιο απόγευμα λίγο, και μετά πήγαινα στο νυχτερινό, το γυμνάσιο. Δηλαδή, έκανα τέσσερα βασικά πράγματα και τώρα που είμαι πιο μεγάλος, απορώ που έβρισκα τη δύναμη. Αλλά το αίμα έβραζε εκείνον τον καιρό, λοιπόν. Και ήμουν και σε μία... Όλοι, βέβαια, όλοι, γιατί όλοι οι φίλοι μου, σε εκείνες τις ηλικίες ήταν σε μία... Πώς να το πεις; Σε μια επανάσταση. Θέλαμε να κάνουμε πολλά πράγματα, φανταζόμασταν τον κόσμο πώς θα γίνει στο μέλλον, ότι πρέπει να είμαστε ελεύθεροι, πρέπει να υπάρχει ισότητα, πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Όλα αυτά τα πράγματα ήταν τότε, στο peak, ήταν στο κόκκινο, βαρούσαν όλα. Και πήγα στο ωδείο, κι άρχισα με τη μουσική, και παράλληλα, βρίσκομαι με τρεις-τέσσερεις φίλους, που λέμε: «Δεν κάνουμε ένα γκρουπ να παίξουμε μουσική;». «Βέβαια -λέμε- να κάνουμε ένα γκρουπ, να παίξουμε μουσική, που είναι και το πιο ωραίο». Έλα ντε όμως που κανένας δεν ήξερε μουσική, αλλά εμείς ήμασταν τόσο παθιασμένοι, που τι κάναμε; Εγώ που δούλευα, αρχίσαμε να μαζεύουμε λεφτά, για να αρχίσουμε να παίρνουμε όργανα. Εγώ λοιπόν και ένας ακόμα, που κι αυτός ήταν στην ίδια κατάσταση μαζί μου, ο Στράτος ο Λαγουτάρης, είπαμε να αρχίσουμε να βάζουμε εμείς χρήματα, και θα τα βρούμε. Και κάναμε ένα ταμείο, κι όσοι είχαν, βάζαμε. Παίρνουμε, λοιπόν, το πρώτο μας μπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, παίρνουμε μια ακουστική κιθάρα, γιατί δεν είχαμε χρήματα για ηλεκτρική και βρίσκουμε και έναν φίλο που είχε ηλεκτρική, ούτε και αυτός όμως έπαιζε, αλλά τον βρήκαμε... Ο Δημήτρης ο Αντωνακάκης. Ο άλλος ο φίλος με την ακουστική κιθάρα είναι ο Θανάσης ο Ζήκας. Και εγώ επειδή είχα αρχίσει... Μου άρεσε, ήθελα να παίξω ντραμς. Αλλά εγώ επειδή είχα αρχίσει ήδη και πήγαινα ωδείο και έκανα φωνητική, γιατί μου άρεσε να τραγουδάω, έδωσα τη θέση μου στον φίλο μου τον Γιώργο τον Ζήρα, που ήθελε πολύ κι αυτός να παίξει ντραμς κι έτσι κάναμε το πρώτο μας γκρουπ, τους Κρίτονες: Οι Κρίτονες. Λοιπόν, αυτό το γκρουπ κράτησε τέσσερα χρόνια. Ήμασταν... Φτιάχναμε δικιά μας μουσική. Δεν κάναμε, δηλαδή, διασκευές, δεν παίζαμε διασκευές, αλλά φτιάχναμε δικά μας κομμάτια, όπως ξέραμε. Στην αρχή, βέβαια, δεν ξέραμε ούτε να κουρδίζουμε έτσι; Πιάναμε τη χορδή... Τεντώναμε... «Εντάξει, τέντωσε, πάμε στην παρακάτω». Ήμασταν σε αυτήν την κατάσταση, μέχρι-σιγά σιγά πήγαν και έμαθαν και οι άλλοι πώς κούρδιζες, ποια είναι τα ακόρντα. Πώς μπορείς να παίξεις σε σόλα, κι αρχίζαμε και παίζαμε. Βγάζαμε δικά μας κομμάτια, και τότε βγάζανε και στίχους. Αλλά οι στίχοι ήταν εντελώς, βέβαια, παιδικοί, αλλά, λέγανε για την κατάσταση την υπάρχουσα, τότε. Δηλαδή, μιλούσαμε, ας πούμε, σε ένα τραγούδι που θυμάμαι, που είχαμε βγάλει, μιλούσαμε για τον σκύλο τον Hendrix. Ο οποίος, αυτός ο Hendrix τι ήταν; Ήταν ένας πολύ μεγάλος σκύλος Αγίου Βερνάρδου με κάτι, διασταύρωση, και ήταν... Τότε, τα σκυλιά ήταν φίλοι πάντα. Έβλεπες, δηλαδή, οι πιτσιρικάδες είχαν και σκυλιά που ήταν αδέσποτα, αλλά ήταν φίλοι. Τους ξέρανε. Λοιπόν, ο Hendrix, λοιπόν, ήταν πολύ μεγάλη μορφή τότε στο Ίλιον. Όσοι ζήσανε εκείνη την εποχή, όλοι τον ξέρουν. Και γι' αυτό, είχαμε βγάλει και ένα τραγούδι για τον Hendrix, ας πούμε, και άλλα πολλά διάφορα. Πώς επιβιώναμε όμως; Πού παίζαμε τότε; Τότε δεν υπήρχαν ούτε κλαμπ ούτε μέρη για να παίξεις, τίποτα. Αλλά, υπήρχαν τα σχολεία που έκαναν εκδηλώσεις. Κάθε τάξη έκανε μια εκδήλωση, και καλούσε με προσκλήσεις, που πλήρωνες τότε, δεν θυμάμαι τι ποσό, ένα, δύο, τρία ευρώ... Ε, δραχμές; Μία δραχμή, δύο δραχμές; Κάτι τέτοια ποσά. Και κάνανε εκδηλώσεις, λοιπόν, σε σινεμά. Μιλάμε για οχτακόσια άτομα ότι μπαίνανε, γιατί μπαίνανε... Όλο το σχολείο έπαιρνε, και έδιναν και αλλού, και γινόταν η πιτσιρικαρία μέσα, γέμιζε, όλο το σινεμά. Ή σε μεγάλες αίθουσες, που είχαν ήδη στημένα όργανα στις μεγάλες αίθουσες. Τότε ας πούμε, με δημοτικά ή σκυλάδικα που είχαν τέτοιες αίθουσες, μας τις δίνανε εμάς πρωί και κάναμε τις εκδηλώσεις. Κι έτσι, λοιπόν, παίζανε όλα τα γκρουπ της εποχής τότε και των δυτικών προαστίων, σε τέτοια μέρη, μόνο σε τέτοια μέρη παίζανε. Ήταν σπάνιο να γίνει ακόμα και συναυλία τότε. Βέβαια, υπήρχαν τότε οι μύθοι, όπως ο «Ηλεκτροπληξίας», ο «Πληξ, αλλιώς». Ή ο «Jackson». Αυτοί ήταν μύθοι, που για μας, που ήμασταν πιτσιρικάδες, 14, 15, 16 και είχαμε αρχίσει τότε τη μουσική, αυτοί ήταν μύθοι, ότι ήταν φοβεροί κιθαρίστες. Και πηγαίναμε εμείς εκεί που παίζανε, γιατί υπήρχαν κάνα δυο μέρη που παίζαμε, αλλά αυτοί που παίζανε πολύ καλά. Και πηγαίναμε κι εμείς και βλέπαμε, και έτσι βλέπαμε και άλλους. Εκτός, δηλαδή, από τα γκρουπ που ήταν φίλοι μας όλοι, τα άλλα γκρουπ που παίζαμε στο σινεμά, ας πούμε, ή στις εκδηλώσεις αυτές. 

Ά.Π.:

Οι μύθοι πού παίζανε;

Ε.Κ.:

Οι μύθοι παίζανε σε ένα μπαράκι, που μια στο τόσο κάνανε και κάποιο live. Λοιπόν, τότε για εμάς, μύθους. Με αυτούς, έπαιξα εγώ πιο μετά, και, βέβαια, εντάξει, σίγουρα ήταν μύθοι, αλλά κατάλαβα τα πάντα ότι οι άνθρωποι και αυτοί ήταν... Απλά παίζανε πολλά χρόνια και ήταν όπως θα γινόμουν και εγώ μετέπειτα. Όχι μύθος, αλλά μουσικός. Λοιπόν, αυτό, έτσι ξεκίνησα με τη μουσική.

Ά.Π.:

Θέλω να σε ρωτήσω, επειδή είπες ότι γράφατε δικά σας τραγούδια. Ήταν ελληνικός... 

Ε.Κ.:

Ελληνικός ο στίχος. 

Ά.Π.:

Θυμάσαι κάποια τι λένε; Ας πούμε αυτό για τον Hendrix...

Ε.Κ.:

Ναι: «Ο γερο-Hendrix πέθανε, ο γερο-Hendrix πάει». Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα κάτι άλλο. Είναι πάρα πολλά χρόνια που έχουν περάσει, αλλά αυτό το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Και ήταν Rock η μουσική, έτσι; Παίζαμε έτσι ροκάκια ή Pop τότε, ας πούμε. 

Ά.Π.:

Θυμάσαι μία, έτσι την πρώτη σου εμφάνιση.

Ε.Κ.:

Ναι, ναι. Θυμάμαι την πρώτη μου εμφάνιση σε πάρτι. Τότε, μόνο σε πάρτι μπορούσες να παίξεις, ή σε εκδηλώσεις, όπως σου είπα, τέτοιες του σχολείου. Λοιπόν, στο πρώτο μου, λοιπόν, πάρτι, είχαμε βάλει και κουρτίνα μπροστά. Ήμαστε πίσω από την κουρτίνα εμείς, κι έχουν βάλει κουρτίνα μπροστά, που θα άνοιγε για να βγούμε. Οπότε, με το που ετοιμαζόμαστε εμείς από πίσω και όλα αυτά, κάθομαι εγώ μπροστά στο μικρόφωνο, όλοι οι φίλοι από πίσω συγκεντρωμένοι, και ανοίγει η κουρτίνα. Με το που ανοίγει η κουρτίνα, και βλέπω εγώ τριάντα, σαράντα, πενήντα άτομα -δεν θυμάμαι-, αρχίζω και τρέμω όλος από το τρακ: τρέμουν τα πόδια μου, είμαι έτοιμος να πέσω... Τρέμουν τα χέρια μου, τρέμει η φωνή μου, και κάποια στιγμή, στο πρώτο τραγούδι λέω: «Ώπα. Κάτσε. Γιατί τρέμ[00:20:00]ω; Δεν πρέπει να τρέμω φυσιολογικά». Αυτό ήταν, βέβαια, το καλύτερο που έγινε, γιατί από τότε και μετά, σταμάτησα να έχω τρακ όταν έβγαινα στη σκηνή. Γιατί είπα ότι: «Δεν πρέπει να τρέμω εγώ. Εγώ πρέπει να είμαι ψύχραιμος, για να μπορέσω να κάνω όσο καλύτερα αυτό που κάνω». Εντάξει, συνεχίστηκε, βέβαια, η βραδιά, αλλά αυτό μου έμεινε. Ήταν κάτι που με σόκαρε. Εντάξει, δεν το περίμενα ότι θα συμβεί, δηλαδή. Ήταν κάτι που ούτε καν το είχα σκεφτεί, πριν βγω. Ότι μπορεί να μου συμβεί. Και, βέβαια, ο χαμός από κάτω. Εμείς βλακείες παίζαμε, αλλά ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι που αυτή η ενέργεια έβγαινε τόσο θετική που ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί σε μένα, εκείνη τη βραδιά. 

Ά.Π.:

Τραγουδιστής. 

Ε.Κ.:

Τραγουδιστής, τραγουδιστής. Εκείνον τον καιρό τραγουδιστής. Μετά ξεκίνησα ως ντράμερ. Βασικά, αυτή ήταν η πρώτη εμφάνιση. Και από κει και πέρα συνέχισα, μέχρι που 17 χρονών σταματήσαμε με το σχήμα γιατί... Για διάφορους λόγους, όχι ότι τσακωθήκαμε. Απλά ότι... Ο ντράμερ έφυγε για Γερμανία για μία γυναίκα, για ένα κορίτσι. Ο μπασίστας σταμάτησε, γιατί δεν ήθελε να συνεχίσει. Εντάξει, δεν πειράζει. Εμείς συνεχίσαμε, ο καθένας στην πορεία του. Απ' την παρέα, ο μόνος που συνέχισε έτσι επαγγελματικά, είμαι εγώ. Όλοι οι υπόλοιποι, ακολούθησαν άλλους δρόμους επαγγελματικούς, και ούτω καθεξής, λοιπόν. Βέβαια, εγώ συνεχίζω και δουλεύω χρυσοχόος από 14 χρονών μέχρι που πάω φαντάρος, 19 δηλαδή, κανονικά στη δουλειά. Και όταν τελειώνω από φαντάρος, πάλι συνέχισα και δούλευα κάνα δυο χρόνια στο χρυσοχοείο. Και μετά, αποφασίζω να σταματήσω από το χρυσοχοείο. Είχα γίνει πια τεχνίτης. Ήμουνα ο πρώτος τεχνίτης, γιατί αυτό έγινε, ήτανε απ' τα μεγαλύτερα εργαστήρια τότε. Και εγώ ήμουν ο πρώτος τεχνίτης που είχε βγει από αυτό το εργαστήριο. Γιατί ήμουν, στην αρχή, ήμασταν το αφεντικό, ο οποίος δεν ήτανε χρυσοχόος, ήταν αυτός που είχε τη δουλειά, ο τεχνίτης κι εγώ σαν βοηθός. Μετά έγιναν ογδόντα άτομα. Στο τέλος, όταν εγώ έφυγα το... Δεν θυμάμαι πότε, 23 χρονών. 

Ά.Π.:

Πού ήταν αυτό το εργαστήριο; 

Ε.Κ.:

Στην αρχή, ξεκίνησε το πρώτο εργαστήριο, γιατί πήγαμε σε διάφορα εργαστήρια, γιατί μεγάλωνε η επιχείρηση, έπρεπε να μεγαλώσει και ο χώρος. Στην αρχή, ήταν στο Σύνταγμα στην Κορνάρου. Μετά, πήγαμε ένα στενό πιο κάτω, σ' ένα μεγαλύτερο, και μετά πήγαμε στην Αργυρούπολη. Σε ένα πολύ μεγάλο, τριώροφο κτήριο που κάτω στο υπόγειο, ήταν και τα χυτήρια κι όλα αυτά. Από εκεί έφυγα εγώ, όταν πια, δηλαδή, εκεί η «Antenna Gold» -έτσι λεγόταν αυτό το εργαστήριο- έγινε τόσο μεγάλο και έκανε εξαγωγές Ιταλία, Γερμανία. Ωραίες εποχές, τότε το κόσμημα ήταν στα πάνω του. Μετά, δηλαδή περίπου τον καιρό που έφυγα εγώ, άρχισε το κόσμημα να φθίνει, γιατί μπήκαν τα ταϊβανέζικα, τότε. Ήρθαν made in Taiwan, από Κίνα, από διάφορα μέρη που ήταν φθηνά και έτσι η αγορά έγινε πιο φθηνή, γι' αυτούς που αγοράζουν, αλλά πιο φθηνή και γι' αυτούς που πουλάγανε. Οπότε, πολλοί κλείσαν τότε, γιατί δεν τους συνέφερε να φτιάχνουν ένα χειροποίητο που θα έπρεπε να το πουλάνε τριάντα χιλιάδες, και ερχόταν το έτοιμο από Κίνα που έκανε πέντε χιλιάδες -δραχμές πάντα μιλάμε. Οπότε, ήτανε κάτι που θα γινόταν αυτό, αργά ή γρήγορα.

Ά.Π.:

Και μετά;

Ε.Κ.:

Μετά, λοιπόν, αποφασίζω να φύγω από το χρυσοχοείο, γιατί; Για να πάω να γίνω επαγγελματίας μουσικός. Αυτό ήτανε... Τώρα που τα σκέφτομαι, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είχα κάνει αυτήν την κίνηση. Δηλαδή, να πάω να γίνω επαγγελματίας ή να συνεχίσω τη μουσική με άλλη μορφή, κι όχι να πάω σε σκυλάδικο, που πήγα. Βέβαια, μεγάλο σχολείο το σκυλάδικο. Και πήγα σε ένα σκυλάδικο εκεί στο Κερατσίνι. Και καλά ήτανε.

Ά.Π.:

Πώς βρήκες αυτή τη δουλειά; 

Ε.Κ.:

Αυτήν τη δουλειά, δεν θυμάμαι καν πώς τη βρήκα. Πρέπει να... Γιατί ξέρεις, εμείς οι μουσικοί, αλλάζουμε δύο φορές τον χρόνο δουλειά. Οπότε, καταλαβαίνεις πόσες φορές έχω αλλάξει δουλειά. Δεν μπορώ να θυμηθώ πώς τη βρήκα τη δουλειά. Μάλλον, πρέπει εγώ να έψαξα κάποιον που έπαιζε μουσική και ήτανε κι αυτός επαγγελματίας, και του είπα: «Μπορώ να έρθω κι εγώ να παίξω σαν ντράμερ, και να ξεκινήσω;». Ναι, γιατί 17 χρονών ξεκίνησα... Ξέχασα να πω ότι 17 χρονών ξεκίνησα να παίζω τύμπανα και να τραγουδάω παράλληλα. Ένα μικρόφωνο και το σετ, τα τύμπανα, με μια βάση μικροφώνου, συνέχεια. Και έτσι έμαθα να τραγουδάω και να παίζω παράλληλα. Μέχρι και τώρα που το κάνω. Κι αυτό μπορώ να πω ότι, υπάρχουνε κομμάτια που με βολεύει πολύ καλύτερα να παίζω και να τραγουδάω, παρά μόνο να τραγουδάω. Λοιπόν... Ναι, πήγα, λοιπόν, σε σκυλάδικα, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος τότε για να μπεις, να βγάλεις και λεφτά. Και δούλεψα κάνα δυο χρόνια. Ευτυχώς λίγο. Εκείνο το διάστημα κιόλας, προς το τέλος, δηλαδή, '89 με '90 που τελείωσα... Το '90 το καλοκαίρι, είχα πάει στην Νάξο για να παίξουμε με ένα σχήμα που είχαμε βρει... Τότε είχαμε κάνει, για να πάμε να παίξουμε σε ένα μαγαζί εκεί στην Νάξο. Είχαμε πάει, λοιπόν, και τυχαία συνάντησα και τον Παύλο εκεί στο λιμάνι, πρωί-πρωί. Εμείς έχουμε τελειώσει το παίξιμο και είμαστε και συναντάω τον Παύλο στο λιμάνι. Τον συναντήσαμε σε μια άσχημη κατάσταση, δηλαδή, ήτανε κομμάτια. Πήγαμε εκεί, καθίσαμε ήπιαμε καφέ, παραγγείλαμε καφέ, μιλήσαμε, ήτανε μόνος του εκεί. Δεν ξέρουμε πώς και τι, αλλά ήτανε μόνος του, είχε έρθει έτσι. Και του προτείναμε να έρθει στο σπίτι που μέναμε εμείς, όλα τα παιδιά μαζί γιατί είχαμε νοικιάσει, για να έχει να μείνει κάπου. Όντως, ήρθε, καθίσαμε και περάσαμε εκεί δυο-τρεις μέρες. Εκεί γνώρισα τον Παύλο ο οποίος, πραγματικά, εντάξει, τον ξέραμε, ξέραμε τον Παύλο ως όνομα, ως μουσικοί, αλλά δεν τον είχαμε γνωρίσει ποτέ, κανένας μας. Ένα πολύ ευχάριστο παιδί, ένας πολύ ντόμπρος άνθρωπος, ευαίσθητος, πολύ ευαίσθητος. Τουλάχιστον, πέρασε καλά: δηλαδή, από την επόμενη μέρα και μετά, ο Παύλος έγινε άλλος άνθρωπος. Ήταν πρόσχαρος, ενώ τον είδαμε κατσούφη και πολύ πεσμένο, μετά την επόμενη μέρα, και περάσαμε δυο-τρεις μέρες πολύ ωραία. Δυστυχώς, βέβαια, μετά τον χειμώνα που πήγα εγώ στο «Αν», τον είδα εκεί μία φορά, μία φορά που είχα πάει, τον είδα που έπαιζε εκεί. Και, δυστυχώς, μετά τον χειμώνα μάς έφυγε ο Παύλος. Κάποια στιγμή άκουσα ότι έφυγε. Αυτό ήτανε, βέβαια, το τέλος αυτής της περιόδου που πήγα, γιατί μετά ακριβώς συναντώ -ή εκείνον τον καιρό μου φαίνεται, από το καλοκαίρι και μετά-, συναντώ τους Λαθρεπιβάτες. Είναι μια πολύ καλή εμπειρ[00:30:00]ία που έχω, και ακόμα με ακολουθεί, αυτή η εμπειρία που έμαθα μέσα απ' τα παιδιά. Ο Γιάννης ο Νικολάου, λοιπόν, και ο Παντελής ο Θαλασσινός. Πώς πήγα εκεί; Ο μπασίστας που έπαιζε με τα παιδιά, τον γνώριζα. Ο Χάρης ο Μπουτσελάκης και μου πρότεινε, ο ίδιος με πήρε νομίζω τηλέφωνο -τότε έψαχναν έναν ντράμερ-, και με πήρε τηλέφωνο και μου λέει: «Αν μπορείς», γιατί νομίζω ότι και μπορεί να είχαμε παίξει σε κάποιο από τα νυχτερινά κέντρα με τον Χάρη τον Μπουτσελάκη, και έτσι ήταν η γνωριμία μας. Αυτό δεν μπορώ να το θυμηθώ. Πάντως με πρότεινε, πήγα εκεί. Παίξαμε κάνα-δυο κομμάτια με τα παιδιά, τους άρεσα, και δέσαμε. Από κει και πέρα, με τους Λαθρεπιβάτες παίξαμε μαζί περίπου τρία χρόνια, και στο τέλος κάναμε και τον τελευταίο δίσκο, το '93 μου φαίνεται, κάπου εκεί, το Έτσι Απλά, που έγραψα σόλο, στο μισό δίσκο. Ο μισός δίσκος ήταν του Γιάννη του Νικολάου, η Α πλευρά, και η Β πλευρά ήταν του Παντελή Θαλασσινού, που γράψανε τραγούδια ο καθένας δικά του, και έτσι βγήκε ο τελευταίος δίσκος των Λαθρεπιβατών, οι οποίοι και τα δύο τα παιδιά αυτά, είναι καταπληκτικά άτομα, αληθινοί άνθρωποι, καταλαβαίνουν με ευαισθησία, καταλαβαίνουν τα πάντα. Και η εμπειρία μου από αυτό, ήταν ότι με τα παιδιά υπήρχε μια ατμόσφαιρα έτσι μαγική. Όποτε παίζαμε, δηλαδή, για μένα ειδικά, που δεν είχα κάνει... Να πηγαίνω σε συναυλίες με... Μάλιστα, στις συναυλίες που πηγαίναμε έξω από την Αθήνα, πηγαίναμε πάντα με το αμάξι, κι όχι με κάποιο πούλμαν ή οτιδήποτε. Μάλιστα, ο Γιάννης έπαιρνε δύο άτομα και ο Παντελής έπαιρνε άλλα δύο άτομα κι έτσι πηγαίναμε στις συναυλίες. Με τον Παντελή, συνήθως, πήγαινα εγώ με το... Εγώ και ο μπασίστας ο Κώστας ο Αυλωνίτης, εκτός από τον Χάρη τον Μπουτσελάκη, γιατί είχε... Ήταν δύο οι μπασίστες που υπήρχαν σ' αυτό το σχήμα: και ο Χάρης ο Μπουτσελάκης πολλές φορές έπαιζε, αλλά κάποια στιγμή δεν μπορούσε, και έτσι είχε έρθει και ένας άλλος φίλος ο Κώστας ο Αυλωνίτης. Δυστυχώς, μας άφησε αυτό το παλικάρι πολύ πρόωρα. Και πηγαίναμε, συνήθως, με αυτά.  Στον δρόμο, λοιπόν, που πηγαίναμε, γινόντουσαν διάφορα ευτράπελα. Δηλαδή, ένα παράδειγμα να σου πω: μια φορά, ήμασταν με τον Παντελή μέσα στο «2CV» -είχε ένα «2CV» με τις ταχύτητες στο χέρι, λοιπόν, μιλάμε για τέτοια εποχή-, λοιπόν, όπως πηγαίναμε, λοιπόν, εγώ, ο Κώστας και ο Παντελής μες στο αμάξι, έχουμε όργανα πίσω έχουμε διαφορά, εκεί στις Θερμοπύλες μας σταματάει η Τροχαία. «Πού πάτε;», τότε δεν ήταν γνωστοί, τόσο πολύ, όπως τώρα, ο Παντελής, δεν ήταν γνωστός. «Πού πάτε;». «Πάμε σε μια συναυλία στην Θεσσαλονίκη», αυτά... «Ωραία. Τρέχατε», λέει. Λέει: «Τι έτρεχα;». Λέει: «Τρεχάτε -του λέει ο...-, τρέχατε -λέει- με 110», δεν θυμάμαι τώρα τι του είπε. «Μα τι λέτε -λέει; Πάρτε -λέει- το αμάξι κι άμα πάει πάνω από 90 θα σας δώσω λεφτά». Δηλαδή, γινόντουσαν διάφορα ευτράπελα, σταματούσαμε στον δρόμο, αράζαμε, πίναμε καφέ, καθόμασταν στην παραλία, μετά πηγαίναμε στο ξενοδοχείο όταν θα φτάναμε... Πάντα σε μια ήρεμη κατάσταση, όχι αγχωμένοι ή οτιδήποτε. Τα παιδιά θα πήγαιναν να έδιναν προφανώς κάποια συνέντευξη σε κάποιον σταθμό. Εμείς, στο ξενοδοχείο, θα κάναμε το μπάνιο μας. Πήγαμε στην Κύπρο, πήγαμε Θεσσαλονίκη, πήγαμε σε όλη την Ελλάδα. Από Κρήτη μέχρι παντού. Τρία χρόνια φανταστικά. Εντάξει, ήταν ονειρικά αυτά τα χρόνια. Τότε, για μένα κιόλας που πρωτάρχιζα τη μουσική κι όλα αυτά... Και μετά από τους Λαθρεπιβάτες, αφού έχω πια και... Ναι, πριν τους Λαθρεπιβάτες, βέβαια, πριν διαλύσουμε, είχαμε δουλέψει και στο «Contrast». Σαν σχήμα, εκτός από Λαθρεπιβάτες, με τον Γιάννη τον Γιοκαρίνη, τον Βασίλη τον Καζούλη, την Αναστασία τη Μουτσάτσου, τον Χρήστο τον Γιαννόπουλο, δουλέψαμε δύο σεζόν εκεί. Ήταν, επίσης, πάρα πολύ ωραία εποχή τότε. Ήταν η εποχή που υπήρχε ο Μπουλάς, που ήταν ο Ζουγανέλης, που ήταν στο «Αχ Μαρία», πηγαίναμε και στο «Αχ Μαρία», από δω από κει. Γενικά, ήταν μια τέτοια εποχή, που όλοι ήμασταν μια σάτιρα. Όπως κάνανε, δηλαδή, στο... Έτσι γινόταν και στην πραγματικότητα. Ήμασταν, δηλαδή, κάναμε σάτιρα με την ίδια μας τη ζωή. Εντάξει, μας άρεσε αυτό που ζούσαμε και θέλαμε κι άλλα. 

Ά.Π.:

Θες να μου πεις τι κάνατε μετά από μια συναυλία; 

Ε.Κ.:

Τι κάναμε μετά από μια συναυλία; Ναι. Κοίταξε, συνήθως μετά από μια συναυλία όταν είσαι και λίγο κουρασμένος, ανάλογα, δηλαδή... Αν είσαι κουρασμένος, θα πας στο ξενοδοχείο, αλλά αν δεν είσαι κουρασμένος και έχεις δυνάμεις, μπορεί να πας είτε να φας κάτι -πηγαίναμε και τρώγαμε κάτι-, είτε να πάμε να ακούσουμε μουσική κάπου σε ένα μπαράκι, είτε να πάμε στην παραλία με μια κιθάρα και να αράξουμε εκεί, που αυτό γινότανε τις περισσότερες... Σιγά μην πηγαίναμε τώρα για μπαράκι ή για να φάμε, αυτό ήταν δευτερεύον. Περισσότερο μας άρεσε να πηγαίνουμε σε μια παραλία, να αράζουμε λίγο μόνοι μας, να είναι έτσι πιο απλά τα πράγματα κι όχι... Ας πούμε... Πιο μετά θα σου εξηγήσω τι εννοώ πιο απλά τα πράγματα, όταν πια βρίσκομαι στο «Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης», όπου εκεί γίνονταν άλλα πράγματα όταν τελείωνες.

Ε.Κ.:

Λοιπόν, τελειώνει η εποχή πάντως αυτή η ονειρική και μπαίνουμε σε μια άλλη πραγματικότητα, που την ξέραμε μόνο έτσι ακουστά. Εγώ, βέβαια, είχα πάει, όπως σου είπα, σε σκυλάδικα. Τα λεγόμενα σκυλάδικα αυτά, τα οποία παίζανε τσιφτετέλια και ρούμπες και ζεϊμπέκικα. 

Ά.Π.:

Εγώ θα ήθελα να μου μιλήσεις λίγο για την ατμόσφαιρα των σκυλάδικων. 

Ε.Κ.:

Των σκυλάδικων;

Ά.Π.:

Απρόβλεπτα εκεί, πώς ήταν το πρόγραμμα σου τότε. 

Ε.Κ.:

Ναι, τώρα θα σου πω γιατί... Τα δύο πρώτα χρόνια, αυτά πριν από τους Λαθρεπιβάτες, δηλαδή, που πήγα και πήρα το πρώτο βάπτισμα σαν μουσικός επαγγελματίας, τα έχω πολύ θολά στο μυαλό μου. Έτσι είναι σαν ένα σύννεφο που περνάει, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ο Λευτέρης ο Πανταζής που ερχόταν εκεί σε αυτό, εκεί στο Κερατσίνι, και ανέβαινε απάνω και έλεγε κάνα δυο τραγούδια. Όλοι οι άλλοι ήταν, ξέρω 'γώ, εντάξει, να πούμε τα τσιφτετέλια μας κι αυτά, αλλά τότε ήταν... Αυτό μόνο θυμάμαι. Και ότι παίζαμε εκεί όλη νύχτα. Λοιπόν, αυτό. Αλλά, όταν μετά τους Λαθρεπιβάτες αρχίζω και ξεκινάω δουλειά σε ένα, στο πρώτο τότε νυχτερινό, after, νυχτερινό κέντρο. Μεγάλη πίστα, μεγάλες πίστες. Ξεκίνησα στα «Σόδομα», έτσι λεγόταν. Τότε ήταν, λοιπόν, ο Στέλιος ο Ρόκκος, πριν κάνει τη δισκογραφία του, ήταν η Άντζυ Σαμίου, και δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα ποιοι άλλοι. Και διάφοροι άλλοι που ήταν έτσι πιο μικροί τραγουδιστές. Εκεί, λοιπόν, στα σκυλά[00:40:00]δικα υπάρχει το εξής: Υπάρχει η φίρμα, okay, που τότε ήταν ο Ρόκκος και η Άντζυ, και μετά υπήρχαν οι μικροί τραγουδιστές και υπήρχαν και οι ακόμα πιο μικροί τραγουδιστές που λέγαν ένα-δυο τραγούδια, μέχρι εκεί, δεν είχε άλλο. Λοιπόν... Και τραγουδίστριες. Τότε έμαθα και την εξής φράση: «οι γλάστρες». Οι «γλάστρες» ήταν υποτίθεται οι τραγουδίστριες, γιατί οι τραγουδιστές δεν... Έπαιρναν συνήθως κάποιον που τραγουδούσε. Αλλά επειδή χρειαζόντουσαν γυναίκες να φαίνονται, γενικά, στο stage, παίρνανε και τις λεγόμενες γλάστρες -που σαν έκφραση τώρα, εμένα δεν μου αρέσει, αλλά υπήρχε τότε, και ίσως και τώρα, νομίζω. Ήτανε μικρές τραγουδίστριες, σε μικρή ηλικία, που δεν τραγουδούσαν δεν είχαν πολλές φωνητικές ικανότητες -αυτή είναι η αλήθεια- αλλά αυτό δεν σήμαινε και τίποτα όμως. Τότε υπήρχε, βέβαια, και η κονσομασιόν, που έπρεπε η τραγουδίστρια να πάει στο τραπέζι, να καθίσει με τον πελάτη, όταν ζητήσει ο πελάτης, και κάπως... Και να μην το ζητήσει, πάλι πρέπει να πάει από μόνη της ίσως... Υπήρχε μια τέτοια ατμόσφαιρα. Αλλά, σε πληροφορώ ότι -έπαιξα περίπου, έπαιξα πολλά χρόνια, τέλος πάντων, σε μεγάλες πίστες-, ότι οι «γλάστρες», είναι πολύ καλύτερες από τις φίρμες. Πολλές φορές, δηλαδή, είχαν -όχι όλοι, βέβαια, μην τα τσουβαλιάζουμε όλα-, αλλά πάντα οι μικρές τραγουδίστριες ήταν ευαίσθητα κορίτσια. Ήταν κορίτσια που έπρεπε να δουλέψουν για να βγάλουν κάποια λεφτά, γιατί μένανε μόνες τους, ή είχαν μια οικογένεια που έπρεπε να ζήσουν. Οπότε, εγώ αυτά τα κορίτσια τα είχα σε μεγάλη εκτίμηση. Τα είχα σε εκτίμηση πάντως, δεν τα είχα ως «γλάστρες», έτσι; Με αυτήν την ονομασία. Γιατί είδα και πολλές φίρμες, ας πούμε, γνωστά ονόματα που μετά, είναι σαν να λέμε, μας ξεχάσανε. Okay, δηλαδή, έκανες τη δουλειά σου και μετά ούτε ένα γράμμα ούτε ένα τηλέφωνο που λένε; Okay, ούτε ένα γράμμα ούτε ένα τηλέφωνο, ακριβώς αυτό. Ενώ αντίθετα αυτές ήταν -αυτές οι κοπελίτσες ή οι μικροί οι τραγουδιστές ή οτιδήποτε-, ήταν παιδιά πιο κοντά σε μένα, τουλάχιστον. Στο πνεύμα μου και στη φιλοσοφία μου. Γιατί, όπως σου είπα, από μικρό παιδί μου άρεσε να είμαστε ελεύθεροι, να έχουμε το δίκαιο, να έχουμε ισότητα, να έχουμε να προσέχουμε τους τρόπους μας, ο ένας με τον άλλο, κι αυτό ακόμα ελπίζω ότι το κρατάω όσο μπορώ. Όλα αυτά. 

Ά.Π.:

Θα ήθελα, αν θες, να μοιραστείς σε αυτόν τον χώρο κάποιες απροσδόκητα καλές ή κακές συμπεριφορές που είδες.

Ε.Κ.:

Ναι, να σου πω. Καλές συμπεριφορές ήταν σίγουρα ότι είχαμε επικοινωνία και επαφή, πραγματικά, με όλους όσους δουλεύαμε. Είναι άλλο θέμα αν μετά: ούτε ένα γράμμα ούτε ένα τηλέφωνο. Αλλά όσο δουλεύαμε μαζί, ήμασταν σε καλή επαφή. Δηλαδή, επικοινωνούσαμε, μιλάγαμε, κάναμε τις πρόβες μας σωστά... Ο μαέστρος μας που ήταν ένα από τα παιδιά, γιατί εμείς ήμασταν ένα γκρουπ στην ουσία. Έτσι μας βρήκε ο Ρόκκος, και μας... Παίζαμε κάπου αλλού, σε ένα άλλο μαγαζί, και ήρθε ο Ρόκκος από εκεί, του άρεσε το σχήμα που ήμασταν και μας λέει: «Παιδιά, θέλετε να κάνουμε αυτό;». «Ναι, ναι, ναι». «Ωραία». Και έτσι πήγαμε εκεί. Λοιπόν, είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία πάντα με τα παιδιά, και με την Άντζυ, και με τον Ρόκκο και με όλα τα παιδιά. Και μετέπειτα με όσους κι αν έπαιξα, πάντα είχα μια καλή σχέση. Αυτό ήταν το θετικό. Όπως και ότι, όταν τελειώναμε, είχαμε πάντα, πηγαίναμε μετά για καφέ. Όλοι, όλοι οι μουσικοί. Και πολλές τραγουδίστριες μικρές, και πολλοί τραγουδιστές μικροί. Πηγαίναμε σε διάφορα μέρη και πίναμε έναν καφέ. Βέβαια, ήταν... Επειδή τα «Σόδομα» όμως ήταν after, όπως σου είπα, δηλαδή, ξεκίναγε στις 02:00 και τελείωνε στις 07:00 τουλάχιστον, το πρωί, όταν βγαίναμε έξω μας έκανε πάντα εντύπωση ότι εμείς ήμασταν, έτσι όπως ήμασταν ντυμένοι με τα βραδινά μας, και βγαίναμε όλοι να πάμε σε μία καφετέρια τότε... Γιατί το πρωί τι να έχεις; Μόνο καφετέριες τότε είχε. Ή σε ένα... Στο «Κάραβελ», ένα παράδειγμα, που πηγαίναμε... Βλέπαμε όμως έξω με το που βγαίναμε, εκεί από το «Lido», εκεί στην πλατεία Κάνιγγος -ήταν, αυτό ήταν το πρώτο μαγαζί, το «Lido», βγαίναμε εκεί στην Ακαδημίας-, και βλέπαμε όλον τον κόσμο με τους χαρτοφύλακές του, με τα αυτά, πρωινοί τύποι: «Α! Μπράβο!», και ήμασταν, δηλαδή... Λέγαμε πού είμαστε τώρα; Τι γίνεται εδώ; Βγήκαν τα φαντάσματα στην πόλη; Πηγαίναμε, τέλος πάντων, και όλοι μαζί, αυτό ήταν πάρα πολύ καλό. Γινόταν ο χαμός ο μαύρος που λέει ο λόγος. Όλοι μάς κοιτούσανε, γιατί φωνάζαμε, κάναμε, δείχναμε. Ήμασταν μες στην καλή χαρά.

Ά.Π.:

Πως ήσασταν ντυμένοι;

Ε.Κ.:

Ήμασταν ντυμένοι έτσι πιο... Με ένα πιο καλό παντελόνι, όχι δεν είχαμε καμία φορεσιά ίδια, όχι αλίμονο. Αλλά επειδή είναι νυχτερινό κέντρο, μεγάλη πίστα, έπρεπε να φοράς ένα... Εγώ... Εμείς φορούσαμε το τζινάκι μας, αλλά τα κορίτσια ή τα αγόρια που τραγουδούσαν, φορούσαν έτσι ένα πιο καλύτερο ρούχο. Εμείς, σαν μουσικοί πάντα, επειδή είμαστε πίσω και καλυμμένοι, μπορείς να φορέσεις και ένα τζινάκι, μπορείς να φορέσεις το αθλητικό. Έτσι κι αλλιώς, εγώ δεν μπορούσα να παίξω με σκαρπίνι. Να παίξω ντραμς. Γιατί πρέπει να φορέσεις ένα αθλητικό παπούτσι για να μπορέσεις να παίξεις μπότα. Λοιπόν, και γενικότερα ήμασταν εντάξει. Εγώ τουλάχιστον ήμουν ο πιο «χιπέα», μπορείς να πεις. Δηλαδή, ντυμένος πιο ροκάκι. Οι άλλοι φορούσαν και ένα σακάκι, φορούσαν και ένα πουκαμισάκι. Εγώ με μια μπλουζίτσα πάντα, ένα τζινάκι, αθλητικά παπουτσάκια και αυτά. Αλλά όλα τα άλλα τα παιδιά ήταν κάπως... Αυτό ήταν με το ντύσιμο. Δεν ήταν, δηλαδή, κάτι... Κάτι άλλο. Λοιπόν, το καλό είναι αυτό. Το άλλο καλό είναι ότι έπαιρνα πολύ καλά λεφτά. Έβγαζα τότε για να φανταστείς σε χιλιάδες, σε χιλιάρικα, έβγαζα οχτακόσια χιλιάρικα τον μήνα. Που σημαίνει, δηλαδή, και τώρα αυτό το ποσό ακούγεται μεγάλο. Κοντά στο ένα εκατομμύριο, δηλαδή... Ένα εκατομμύριο είναι τρεις χιλιάδες, οπότε, πόσο να είναι; δυόμιση χιλιάδες; Δύο τετρακόσια; Δύο τετρακόσια δεν βγάζεις ούτε τώρα, αν βγάλεις ένα χιλιάρικο τώρα, είναι υπόθεση, έτσι; Για να καταλάβουμε, δηλαδή, και τι... Ποσό καλύτερα έχουμε πάει από το '93 και μέχρι το 2022 που βρισκόμαστε τώρα. Λοιπόν, αυτό ήταν πάλι ένα καλό, ότι είχα πολλά λεφτά. Τα άσχημα τώρα είναι τα εξής. Το άσχημο ήταν ότι, επειδή ήταν έτσι τα ωράρια, μετά όταν θα πήγαινα στο σπίτι... Βέβαια, παίρναμε λεωφορείο και πηγαίναμε στο σπίτι, γιατί τότε δεν είχα αμάξι εγώ, το λεωφορείο άδειο, καθώς πήγαινα. Τα λεωφορεία που πήγαιναν προς τα κάτω ήταν όλα γεμάτα, γιατί πήγαιναν στη δουλειά τους οι άνθρωποι. Λοιπόν... Όταν, λοιπόν, πήγαινα σπίτι κοιμόμουν, λογικό είναι. Δεν με έπαιρνε αμέσως ο ύπνος, πολλές φορές γιατί δεν σε παίρνει αμέσως ο ύπνος, από την υπερένταση και όλα αυτά. Συνήθως, κοιμάσαι κατά τις 11:00-12:00; Πάει εκεί η ώρα. Και ξυπνούσα στις 18:00. Στις 21:00, έπρεπε να αρχίζω να ξεκινάω να ετοιμάζομαι για να πάω... Οπότε, καταλαβαίνεις, ξύπναγα 17:00-18:00; Έβγαινα έξω να πάρω κάτι απ' το super market... Καλά, στο super market με είχαν, ήμουν ο καλύτερος, γιατί όταν πήγαινα έδινα πάντα δέκα-είκοσι χιλιάρικα, δεν με ένοιαζε τότε. Είχα νοικιάσει ένα σπίτι, είχα πάρει έπι[00:50:00]πλα, γιατί όπως σου είπα έβγαζα καλά λεφτά. Έπαιρνα ότι έπαιρνα, πήγαινα εγώ μαγείρευα, ήθελα να έχω ωραίο το σπίτι, πάντα καθαρό το ένα το άλλο, αλλά δεν είχα χρόνο στο σπίτι να κάτσω, λογικό. Οπότε, αυτό το πράγμα είδατε, γιατί μετά το βλέπεις, καλά στην πρώτη σεζόν, καλά στη δεύτερη σεζόν, καλά στην τρίτη σεζόν... Όταν όμως αυτό το πράγμα συνεχίζει στη ζωή σου, εκτός ότι αλλάζει όλη η ισορροπία μέσα στο σώμα σου, γιατί αλλιώς είναι να κοιμάσαι τις νυχτερινές ώρες κι αλλιώς είναι να κοιμάσαι τις μεσημεριανές ώρες. Όταν, λοιπόν, έγινε... Όταν κατάλαβα αυτό το πράγμα, είδα ότι, άρχισα να υποψιάζομαι ότι εδώ κάτι στραβό υπάρχει. Αυτό, λοιπόν, ήταν ένα... Θα σου εξηγήσω μετά και ένας από τους λόγους που τελικά σταμάτησα να δουλεύω σε μεγάλες πίστες και σε όλα αυτά είναι αυτό το θέμα. Ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω οικογένεια έτσι όπως θα ήθελα. Ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω μια φυσιολογική ζωή, γιατί πάντα θα δούλευα Χριστούγεννα, Πάσχα. Σε οποιεσδήποτε γιορτές, δουλεύεις. Δηλαδή, είσαι αυτός που δεν έχει μια κανονική ροή, όπως όλοι. Λοιπόν, αυτά ήταν τα βασικά που με έκαναν να σταματήσω αυτήν τη δουλειά, μετά από αρκετά χρόνια, βέβαια. Λοιπόν, και το άλλο είναι η συμπεριφορά, που ήταν άσχημο. Βέβαια, είδα και άλλα άσχημα μέσα, που δεν με άγγιξαν αλλά τα είδα. Δηλαδή, είδα ανθρώπους να πουλάνε drugs, που είχανε, μάλιστα... Είχανε το εξής, ας πούμε, θα σου πω μια περίπτωση: είναι ένας τύπος που τον βλέπαμε πάντα. Εμείς που παίζουμε τώρα από πάνω, τον βλέπαμε πάντα απέναντι στο μπαρ. Και αυτός πάντα ερχόταν με άλλη γυναίκα. Χαρούμενοι, αυτά, το ένα το άλλο, okay. Τελικά, κάποιος από τους μουσικούς, έκανε επαφή και έτσι γνωριστήκαμε κι εμείς με αυτόν. Αυτός λοιπόν τι ήταν; Ήταν ένας τύπος που είχε μια σακούλα με κόκα, και ερχόταν εκεί, είχε την κάθε κοπέλα ως βιτρίνα. Δηλαδή, ότι, αυτά: «Και εμείς ήρθαμε εδώ να διασκεδάσουμε...», κι όποιον έβρισκε εκεί μέσα, προφανώς έδινε... Και το ξέρω πολύ καλά, γιατί έτσι έγινε και με τον φίλο μου τον μουσικό. Βέβαια, δεν έκανε κάτι ο μουσικός, αλλά του το πρότεινε ο τύπος αυτός. Βέβαια, δεν μας ενόχλησε ποτέ, έτσι; Αλλά είδα και με γυναίκες, γυναίκες Ρωσίδες το ένα το άλλο, και κάνανε στριπτίζ πάνω... Γιατί τα «Σόδομα» κάνανε στριπτίζ, ερχόντουσαν στριπτιζούδες, και κάνανε είτε στην πίστα είτε πάνω σε κάποιο τραπέζι, «μπαπ-μπαπ», παίρνανε τριάντα χιλιάρικα για να κάνουν ένα τεταρτάκι εκεί ό,τι κάνανε στο μαγαζί, έφευγε όλη... Αυτός που σου λέω, δεν θυμάμαι το όνομά του. Ναι, δεν πειράζει. Που ήταν ο αρχηγός και έφερνε, ο dealer που λένε με τις γυναίκες, έφερνε τα κορίτσια ακριβώς και πήγαινε μετά σε άλλο μαγαζί. Πάλι με δυο τρεις, με δύο-τρία κορίτσια που έφερνε, και πήγαινε και σε άλλο μαγαζί, ξανά τα ίδια. Κάνανε αυτήν τη δουλειά την έκαναν σε επτά-οχτώ μαγαζιά. Είχε, δηλαδή, μαγαζιά, που πήγαιναν, καθόντουσαν μισή ώρα σε ένα μαγαζί, μισή ώρα στο άλλο μαγαζί και έτσι έβγαζαν λεφτά.  Αυτό πώς το ξέρω; Το ξέρω γιατί τότε, για πρώτη φορά, ήρθε Ελληνίδα στριπτιζέζ και γίναμε φίλοι. Οι μουσικοί, δηλαδή, όλοι οι μουσικοί, με τη συγκεκριμένη κοπέλα, γίναμε φίλοι, πολύ φίλοι. Τόσο πολύ που όταν πηγαίναμε μετά, που σου λέω, για καφέ και όλα αυτά ερχόταν μαζί, μετά και στο σπίτι την φιλοξενούσαμε πολλές φορές και έτσι το ξέραμε, γιατί δούλευε με αυτόν, αλλά τον είχε σε απόσταση, αυτόν που σου λέω, δηλαδή, τον dealer. Μπορώ να τον πω έτσι. Και ήταν 19 χρονών, γιατί είχα πάει και στο σπίτι της, στην Φιλαδέλφεια που έμενε. Το κορίτσι απλά το έκανε μόνο... Έκανε μόνο αυτό. Αλλά είχε τσαγανό, ήταν αντράκι, πώς να το πεις, ήταν πολύ δυναμικό κορίτσι. Και δεν την ένοιαζε το τι θα πουν γι' αυτήν, γιατί ήξερε ποια ήταν, και εμείς το ξέραμε πάλι πολύ καλά. Δεν έκανε, δηλαδή, δεν πήγαινε με άντρες, του στυλ να πάω για να βγάλω λεφτά, όπως πολύ πιθανό γινόταν με κάποια άλλα κορίτσια που ήταν από άλλες χώρες και οτιδήποτε. Αυτήν της άρεσε μόνο που έβγαζε πολλά λεφτά. Και όντως έβγαζε κι αυτή, πολλά λεφτά. Μου το είχε πει, μου το είχε εκμυστηρευτεί, την είχα καταλάβει ήμασταν πια πολύ φίλοι. Δυστυχώς, έχουμε χαθεί τώρα. Αλλά, να 'ναι καλά το κορίτσι, όπου κι αν βρίσκεται τώρα, γιατί έτσι μπόρεσα και κατάλαβα και πραγματικά τι ψυχή κουβαλάει ο καθένας, και όχι τις βρώμες που βγάζουν για τον καθένα, έτσι; Δηλαδή, πραγματικά όταν ακούω για κάποιους καλλιτέχνες, από παλιά βέβαια, ποτέ δεν πίστευα τίποτα. Γιατί, συνήθως, θέλουνε να ρίχνουν λάσπη, δεν ξέρω για ποιον λόγο. Όπως και με τον Μπιθικώτση, σε μια συναυλία όπου με τους Λαθρεπιβάτες που ήταν να πάμε, ήταν να παίξουμε και με τον Μπιθικώτση. Και τον άνθρωπο, τον βγάλανε εκείνη τη μέρα ότι πέθανε. Το είχαν κάνει δύο φορές με τον Μπιθικώτση, να το ξέρεις. Όπως έχουν κάνει και με άλλους καλλιτέχνες. Αυτό δεν ξέρω τώρα τι σόι πράμα είναι που κάνουν κάθε τόσο λίγο και λιγάκι, αλλά θέλω να σου πω. Βέβαια, γνωριστήκαμε με τον Μπιθικώτση, φοβερός άνθρωπος κι αυτός. Θα σου δώσω και μια φωτογραφία που είμαστε μαζί. Και ο Παντελής και ο Γιάννης, και είμαστε με τον Μπιθικώτση, έτσι σε ένα τραπεζάκι και καθόμαστε. Θέλω να σου πω πάντως, ότι ποτέ δεν πίστευα όλα αυτά που λένε για τον καθένα. Είναι διαφορετικά να το βλέπεις εσύ και να πεις ότι: «Ναι, εντάξει, εδώ τώρα ξέρω κάτι» και διαφορετικά να πιστεύεις κάτι επειδή το άκουσες μόνο και μόνο.

Ά.Π.:

Πολύ μου άρεσε αυτή η ιστορία.

Ε.Κ.:

Ναι, ναι.

Ά.Π.:

Θα ήθελα... Επειδή δεν μπορώ να έχω εικόνα από τα «Σόδομα», κι έτσι είναι ένα ενδιαφέρον μέρος, μου φαίνεται- 

Ε.Κ.:

Ναι, έχει και πολιτικό σκέλος εδώ. Γιατί στα «Σόδομα» ήταν αυτό το επεισόδιο που παίχτηκε με τον Ευάγγελο τον Γιαννόπουλο, με το στριπτίζ που έγινε και του βάλανε... Λοιπόν.

Ά.Π.:

Ήσουν παρών. 

Ε.Κ.:

Ήμουν, εγώ έπαιζα. Λοιπόν, εγώ δεν το είδα. Δεν το είδα γιατί έπαιζα. Στα μπροστά τραπέζια έγινε, βέβαια, αλλά μου είπαν ακριβώς τι έγινε. Λοιπόν, τι έγινε; Ανέβηκε στο τραπέζι κάποια κοπέλα, έβγαλε το σουτιέν, το έβαλε πάνω στο κεφάλι του Γιαννόπουλου, νομίζω ότι βγήκε μια φωτογραφία μ' αυτό, και μετά έβγαλε το κιλοτάκι και πήγαινε να βάλει στο κεφάλι του Γιαννόπουλου, αλλά δεν το δέχτηκε ο Γιαννόπουλος και το έβγαλε. Λοιπόν, ένα είναι αυτό που έγινε, έτσι με πολιτικό πρόσωπο στα «Σόδομα». Γιατί στα «Σόδομα» ερχόντουσαν αρκετοί γνωστοί και επώνυμοι τώρα πια, και ούτω καθεξής, έτσι; Και πολιτική και χαμός. Και από μαγαζιά και από παντού. Περάσανε, σχεδόν περάσανε όλοι από κει, τουλάχιστον για να ακούσουν και να δουν. Γιατί είχαμε μια δυναμική Rock εμείς που παίζαμε πάνω, σαν μπάντα. Ναι, ήμασταν ίσως απ' τα πρώτα Rock σχήματα που παίξανε μέσα στα λαϊκά και δώσανε αυτό το ύφος. Υπήρχαν και άλλοι, βέβαια, και πιο πριν από εμάς, αλλά κι εμείς είμαστε εκεί κάπου, μαζί τους. 

Ά.Π.:

Θες να μου πεις λίγο το πρόγραμμα; 

Ε.Κ.:

Το πρόγραμμα;

Ά.Π.:

Που είχατε. 

Ε.Κ.:

Πώς πήγαινε;

Ά.Π.:

Ναι.

Ε.Κ.:

Λοιπόν, 02:00 η ώρα ανέβαινες, έπαιζες κάποια instrumental κομμάτια. Δηλαδή, μόνο μουσική. Εκεί βγάζαμε το ψ[01:00:00]ώνιο μας. Παίζαμε Jazz ροκάκια, παίζαμε Jazz, παίζαμε Bossa, παίζαμε τέτοια πράγματα -και ροκάκια, με λίγα σολάκια μέσα. Μετά, ξεκίναγε το πρώτο πρόγραμμα για τους μικρούς. Ανέβαιναν, λοιπόν, οι μικροί, έλεγαν τουλάχιστον δύο-τρία τραγούδια περίπου, όχι πάνω από δύο-τρία, με τίποτα. 

Ά.Π.:

Κυρίως, γυναίκες;

Ε.Κ.:

Όχι, όχι, γυναίκες-άντρες, μισό-μισό. Δηλαδή, πέντε άντρες, πέντε γυναίκες, ας πούμε Είχε αρκετό κόσμο. Λοιπόν, βγαίνανε, λέγανε δυο-τρία, το πολύ, τραγούδια ο καθένας, έβγαινε ίσως και ένα χορευτικό, κάπου στη μέση, εκεί. Μετά, έσκαγε το πρώτο πρόγραμμα για τους μεγάλους. Αυτούς, δηλαδή, που θα ήταν... Τη σειρά την καταλαβαίνεις, έτσι; Πάνε πρώτα τα κορίτσια, αυτά που δεν είχαν τόσο καλές φωνητικές ικανότητες, μετά πηγαίνουν τα αγόρια και τα κορίτσια που τραγουδούν, αλλά δεν είναι γνωστοί, αλλά έχουν καλούλα φωνή, έτσι αρχίζουν και έχουν πιο σωστή φωνή. Και, μετά, βέβαια, είναι οι πιο μεγάλοι. Μπράβο. Αυτό συμβαίνει σε όλα, δεν είναι μόνο στα «Σόδομα», σε όλα. Βγαίνουν, βγαίνανε και κάνανε λεζάντα. Η λεζάντα είναι... Πώς να το πεις; Λεζάντα είναι μπαίνει το μπουζούκι και λέει ένα αμανετζίδικο στην αρχή ο τραγουδιστής και σκάει, «μπαμ», πάρ' το, το πρώτο κομμάτι! Ο χαμός ο μαύρος, λοιπόν. Βγαίναν, λοιπόν, κι αυτοί-

Ά.Π.:

Πιάτα, λουλούδια και τέτοια.

Ε.Κ.:

Λουλούδια, χαμός εκεί, γινόταν πιάτα, λουλούδια, ναι. Ο χαμός ο μαύρος. Ειδικά στο after, εκεί που σου λέω, μιλάμε για πολλές χιλιάδες ότι φεύγανε έτσι. Οι λουλουδούδες γίνονταν πλούσιες τότε. Λοιπόν, μετά από αυτό ξεκινούσε το δεύτερο πρόγραμμα. Το δεύτερο πρόγραμμα είναι... Κοίταξε, το πρώτο πρόγραμμα, για να καταλάβεις, είναι αυτά τα καθιστικά κομμάτια. Δηλαδή, είναι αυτά που είναι 4/4, πιο Blurs, πιο μπολέρο, ή οτιδήποτε, σε μια τέτοια ρυθμική κατάσταση. Το δεύτερο πρόγραμμα είναι τσιφτετέλι, ρούμπα, ζεϊμπέκικο, και λεζάντες. Δηλαδή, στο τέλος, αρχίζεις και λες όλα αυτά τα 6/8, που είναι τα ποτ-πουρί. Και όλα, βέβαια, ήταν ποτ-πουρί. Όλα. Αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα,, δηλαδή, δεν έπαιζες... Είχαμε, είχε γίνει αυτό το σύστημα τότε. Και μετά από κει και πέρα, το πήρανε κι άλλοι. Βέβαια, και πιο πριν είχε ξαναγίνει, με ποτ-πουρί, αλλά όχι τόσο πολύ συνέχεια. Εκεί ήταν συνέχεια, όλα ήταν ποτ0πουρί, όλα ήταν το ένα κομμάτι, δεμένο με το άλλο. Και όταν τελείωνε ο τραγουδιστής, υπήρχε τότε το μικρό κενό που μετά ακούγονταν τα τέσσερα, οι τέσσερις μπαγκετιές, και έμπαινε ο επόμενος, με το τραγούδι που έπρεπε. Και αφού τελείωνε και το δεύτερο πρόγραμμα, πάλι έβγαιναν με την ίδια σειρά. Μιλάμε τώρα ότι έχει φτάσει η ώρα 06:00. 05:00-06:00; Από τις 02:00, μέχρι να γίνει αυτό. Κι αφού βγαίνανε, λοιπόν, και τα μεγάλα ονόματα και λέγαν το δεύτερο πρόγραμμα, τα μεγάλα ονόματα μέναν μετά κι άλλο ή αν χρειαζόντουσαν και κάποιοι μικροί, γιατί μπήκαν ξαφνικά στις 06:30, μπήκαν δυο παρέες μεγάλες που άφησαν το πακέτο, που θα άφηναν το πακέτο. Και το πακέτο, όπως ξέρεις τότε έλεγαν δυο πράγματα. Πακέτο και πακέτο. Λοιπόν, αυτό ήταν. Δηλαδή, πώς θα βγάλουμε τα χρήματα. Έμενες εκεί υποχρεωτικά, έπρεπε να παίξεις μετά τουλάχιστον μια ώρα. Από τη στιγμή που μπήκαν εκεί, τι θα παίξεις; Δέκα λεπτά; Υπήρχε και αυτή η περίπτωση, αλλά αυτό ήταν αν είχε φτάσει, 09:00. Και, καταλαβαίνεις, τώρα ότι εκεί παιζόταν, δηλαδή, ο χρόνος από τη στιγμή που τελείωνε το δεύτερο πρόγραμμα και μετά, ήταν πάντα, θα παιζόταν ανάλογα με τον κόσμο που υπάρχει μέσα, πότε θα τελειώσεις. Αυτό. Και τελείωνε σίγουρα με λεζάντες που έβγαιναν, σου είπα, και έλεγαν καθιστικά κομμάτια πια, για να τα ακούσει ο άλλος, εκτός αν ήθελε καμιά ζεμπεκιά, ο πελάτης να ακούσει. Λοιπόν, αυτή ήταν η ροή, δηλαδή. Συν, βέβαια, κάποια χορευτικά που υπήρχαν ενδιάμεσα πάντα, που ήταν κάποια μπαλέτα ή κάποιες ομάδες από κορίτσια, συνήθως, που κάνανε ένα μικρό σκετς χορευτικό. Αυτό, για να υπάρξει ένα ενδιάμεσο γινότανε στην ουσία, για να μην υπάρχει συνέχεια. Γιατί πάντα θέλεις μια παύση και να ηρεμήσεις και να δεις και κάτι άλλο. Γιατί είναι, εκτός απ' το άκουσμα που έχεις, έχεις και το θέαμα, δηλαδή βλέπεις κιόλας. Οπότε, το οπτικό, πρέπει να είναι κι αυτό μέρος του προγράμματος, δεν μπορεί να το έχεις έτσι. 

Ά.Π.:

Τα κορίτσια πότε χόρευαν στριπτίζ, ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή;

Ε.Κ.:

Κάποια στιγμή. Γινόταν κάποια στιγμή. Αντί για να βγει το χορευτικό, θα βγαίνανε... Γιατί ήρθε ο τύπος με τα κορίτσια, έφερε τα κορίτσια. Οπότε, έχουμε μισή ώρα: «Όπου μπορείτε να κάνετε μια παύση, κάντε μια παύση να βγουν τα κορίτσια. Θα μπει ο dj τώρα». Και έβαζε ο dj ένα τραγούδι και χόρευαν τα κορίτσια. Χόρευε ένα κορίτσι ή δύο κορίτσια. Ναι, και τρία μπορεί. Γιατί ήταν μεγάλος ο χώρος, οπότε θα μπορούσε να γίνει αυτό αυτό, ναι. Η [Δ.Α.] όμως, πάντα χόρευε μόνη της. Δεν υπήρχε άλλη, ήτανε... Η [Δ.Α.] ήτανε η καλύτερη. Όχι επειδή ήταν Ελληνίδα, αλλά πράγματι ήταν η καλύτερη. Και σε εμφάνιση αλλά και σε ψυχή, και φαινόταν αυτό, φαινόταν. Με μαύρα δερμάτινα πάντα...

Ά.Π.:

Πόσο έμεινες; Μετά τους Λαθρεπιβάτες πόσο έμεινες; 

Ε.Κ.:

Κοίταξε, μετά τους Λαθρεπιβάτες, σου λέω μέχρι το '94. Μετά, γιατί ήταν μετά τον Γιαννόπουλο, μπράβο που σου είπα, ο άλλος πολιτικός ήταν ο Παπαθεμελής. Εκείνον, λοιπόν, τον καιρό, επειδή καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε και να δουλεύουμε, ρε παιδιά, θέλουμε να ζήσουμε και λίγο... Είχε βγει Παπαθεμελής και είχε πει τότε να σταματάει στις 03:00. Λοιπόν, και εμείς, ήμασταν μέσα σε αυτό. Δηλαδή, θέλαμε σαν μουσικοί, να σταματάμε ανθρώπινη ώρα. Να μην είμαστε μέχρι τις 07:00, 08:00, όπως σου είπα, να ξεκινάμε στις 02:00. Οπότε, μπήκαμε κι εμείς στην απεργία, γιατί έγινε απεργία. Γιατί δεν... Θέλαμε αυτό το πράγμα και δεν θέλαμε μετά να γίνει. Δηλαδή, να σταματάει πραγματικά στις 03:00. Ο Παπαθεμελής έκανε αυτό, αλλά μετά... Βασικά, θέλανε να το καταργήσουνε. Εμείς δεν θέλαμε, και βγήκαμε σε απεργία. Ένα 80% των μουσικών τότε ήταν ότι να σταματήσει αυτή η φθορά, ας πούμε, όλης της νύχτας και να είμαστε σαν φυσιολογικοί άνθρωποι, που δουλεύουν μια φυσιολογική δουλειά. Ακόμα και νυχτερινή, εντάξει, αλλά μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια. Εκεί είχαν γίνει διάφορα ευτράπελα. Βγαίναμε από τον «Πανελλήνιο», φεύγαμε και πηγαίναμε σε νυχτερινά κέντρα, και προσπαθούσαμε να πείσουμε τους μουσικούς εκεί, ότι: «Παιδιά, πρέπει να στηρίξετε και εσείς αυτό, μην μπείτε να δουλέψετε, γιατί πρέπει να το στηρίξουμε, να μείνει αυτό, να περάσει αυτό να κατοχυρωθεί». Ευτυχώς το 80%, σου λέω, ήταν... Γιατί καταλάβαιναν τι γινόταν. Υπήρχαν, βέβαια, και άνθρωποι που δεν σταματούσανε, παίζανε. Δεν κάναμε φασαρία, αλίμονο. Προσπαθούσαμε με την πειθώ και με το δίκιο μας να τους εξηγήσουμε γιατί γινόταν αυτό. Γιατί κάναμε την απεργία; Δεν πλακωνόμασταν στο ξύλο.

Ά.Π.:

Όταν πρωτοβγήκε αυτός ο νόμος επηρέασε την καθημερινότητά σου, εκείνη τη στιγμή; Όταν ο Παπαθεμελής είπε ότι πρέπει να κλείνουν όλα νωρίτερα, υπήρχε κάποια αναστάτωση στα «Σόδομα»; 

Ε.Κ.:

Καλά, υπήρχε αναστάτωση, όχι από εμ[01:10:00]άς, από όλους τους υπόλοιπους. Γιατί ακόμα και ο κόσμος που ερχόταν εκεί, όπως και τώρα, υπάρχει ο κόσμος που είναι ο κόσμος του after. Δηλαδή, θα σηκωθεί στις 00:00 η ώρα στο σπίτι, και θα πει: «Να ετοιμαστώ να βγω τώρα έξω». Okay, λοιπόν, εννοείται. Αλλά: σερβιτόροι, μουσικοί, λουλουδούδες, γενικά, οι εργαζόμενοι που ήταν μέσα σε αυτά, οι περισσότεροι δεν θέλανε να δουλεύουνε τέτοια σκληρά ωράρια, αλίμονο. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιοι που εντάξει, αλλά αυτοί οι κάποιοι, εμείς καταλαβαίναμε ποιοι ήταν. Ήταν αυτοί που δεν είχαν οικογένειες, ήταν αυτοί που: «Εντάξει μωρέ je m'en fous, και τι τρέχει τώρα;». Αυτό. Αλλά, όταν έχεις κάποια άλλα πράγματα και τρέχουν από πίσω, βάζεις σαν προτεραιότητα τα άλλα πράγματα παρά το να ξενυχτάς και να είσαι je m'en fous. Ναι, αυτό έγινε και το '94, λοιπόν, που τελειώνω εκεί στα «Σόδομα», φτάνω να παίξω με τη Λία τη Βίσση. Τότε, ευτυχώς, δηλαδή, όταν τελείωσα τη σεζόν, και, μάλιστα, τελειώσαμε γρήγορα-γρήγορα και έκανα... Βέβαια, για να πάρω ένσημα, πολλές φορές έκανα πράξη. Δηλαδή, έκανα καταγγελία στο ΙΚΑ. Δεν τα κολλάγανε πάντα. Και να το ξέρεις αυτό, ακόμα και τώρα συμβαίνει -από φίλους που ξέρω-, πολλοί δουλεύουνε χωρίς ένσημα. Ή θα τους βάλουν δύο ένσημα, ενώ θα έχουν δουλέψει δέκα. Στον μήνα. Και, βέβαια, δεν μιλάνε γιατί έχουν... Εγώ όμως δεν είχα, έχουν άλλα πράγματα από πίσω και δεν θέλουν για δικούς τους λόγους. Εγώ όμως δεν είχα κανένα συμφέρον, κανέναν λόγο να μην κολλήσω ένσημα, και τα ήθελα τα ένσημα για να μπορέσω να πάρω μια σύνταξη. Γιατί τώρα έχω μεγάλο πρόβλημα. Έχω λίγα ένσημα, αν έχω πέντε χιλιάδες είναι περίπτωση. Και έτσι, αυτό φαίνεται τώρα. Και, ευτυχώς, έκανα και αυτές τις καταγγελίες και έχω πάρει, πόσα έχω πάρει; Λίγα. Αλλά, τέλος πάντων, δεν ήμουν απ' τα παιδιά που θα άφηνε να πέσει κάτω κάτι. Πάντα ήθελα να είμαι σωστός σε αυτά. Και πάω στην Λια την Βίσση, στις «Μάσκες», στο τέλος του '93. Συγγνώμη, αρχές '94; Δεν θυμάμαι, κάπου εκεί τέλος πάντων. Γιατί το λέω, γιατί... Όχι, τέλος '93 πρέπει να ήταν... Γιατί αρχές του '94, Πρωτοχρονιά, γνωρίζω στις «Μάσκες» τη γυναίκα μου που είμαι παντρεμένος τώρα 27 χρόνια. 

Ά.Π.:

Στις «Μάσκες»; 

Ε.Κ.:

«Μάσκες», έτσι λεγόταν, ήταν στο Νέο Ψυχικό, ήταν ο Νίκος o Σαμψιάρης εκεί, η Λία η Βίσση... Αχ, καταραμένο Αλτσχάιμερ. Λοιπόν, τέλος πάντων, ναι, δεν θυμάμαι τώρα. 

Ά.Π.:

Την γνωρίζεις μια βραδιά που έπαιζες, δηλαδή

.

Ε.Κ.:

Όχι, όχι, παίξαμε σεζόν εκεί, παίξαμε σεζόν κανονικά. Εκεί πήγα, πώς πήγα; Τον μπασίστα; Ο μπασίστας; Ναι, νομίζω ο μπασίστας πάλι με σύστησε εκεί. Εκεί γνώρισα και τον Γιάννη τον Εκμετζόγλου, έναν πολύ καλό κιθαρίστα, γνωστό στον χώρο, ο οποίος έχει γράψει και σε δίσκο από τους Λαθρεπιβάτες, και με τη Λία τη Βίσση, και γενικά έχει μεγάλη δισκογραφία ο Γιάννης ο Εκμετζόγλου. Και γίναμε και φίλοι, εκεί ήμασταν πάλι παρεΐτσα και φεύγαμε πάλι και πηγαίναμε είτε στο σπίτι μου, είτε στο σπίτι του Γιάννη και αράζαμε ή πηγαίναμε και πίναμε έναν καφέ, πάλι με τα παιδιά εκεί που δούλευαν. Βέβαια, εκεί ήταν... Ήταν, δεν ήταν μεγάλη πίστα, ούτε νυχτερινό κέντρο. Ήταν Rock, ήταν κλαμπ ήταν... Πώς να το πεις; Ένα κλαμπ που... Όπως τα γνωστά που έβγαιναν τραγουδίστριες ή τραγουδιστές, σαν τη Λία Βίσση, την Άννα την Βίσση, οτιδήποτε. Ωραία πέρασα εκεί. Πέρασα ωραία. Επίσης, και εκεί, πήρα καλά λεφτά, δεν μπορώ να πω. Μέχρι το '95 , λοιπόν, που τελείωσε εκεί η σεζόν, μου φαίνεται, το καλοκαίρι, και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Τον Νοέμβρη, παντρεύομαι εγώ. Δηλαδή, το '94 την Πρωτοχρονιά, γνωρίζω τη γυναίκα μου. Τη γυναίκα μου την έφερε εκεί στο μαγαζί ο μπαμπάς της, πού να ήξερε! Του είπε ότι: «Ξέρεις, κάτι έχω ραντεβού με μια φίλη», ενώ αυτή είχε έρθει... Μια εβδομάδα πριν, είχαμε βρεθεί τετ α τετ με τα μάτια, είχαμε μιλήσει στο μπαρ, είχαμε πει να βρεθούμε και έτσι ξαναήρθε, αλλά την έφερε το μπαμπάς της. Η γυναίκα μου δε, είχε πάντα ένα κόλλημα ότι: «Ο άντρας που θα ερωτευτώ και θα παντρευτώ, μάλλον θα τον γνωρίσω Πρωτοχρονιά», οπότε, έδεσε. Ερωτευτήκαμε, εντάξει, και τον Νοέμβριο του '95 παντρευτήκαμε. Αλλά μετά, στο θέμα δουλειάς αρχίζουν τα δύσκολα. Βρίσκω εγώ μια δουλειά τον χειμώνα. Δουλεύω... Αρχίζω τον Δεκέμβρη, αρχές Δεκέμβρη, τέλη Νοέμβρη κάτι τέτοιο... Ξεκινάω τη δουλειά και με απολύουν την Πρωτοχρονιά. Σημαδιακή αυτή η Πρωτοχρονιά, τελικά. Λοιπόν, και με απολύουν εκεί την Πρωτοχρονιά, χωρίς λόγο. Κι εκεί έκανα καταγγελία, και εκεί πήρα, βέβαια, τα ένσημα, γιατί δεν θέλανε να μου τα δώσουν, και ούτω καθεξής, και μένω άνεργος, για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος. Αν δεν κάνω λάθος... Όχι, έχω μείνει άλλη μια φορά άνεργος, για πολύ λίγο, βέβαια, λίγο πριν πάω στο... Ανάμεσα εκεί που άφησα τη χρυσοχοΐα, και πήγα στα πρώτα σκυλάδικα. Εκεί είχα μείνει για λίγους μήνες άνεργος. Εκεί όμως τώρα, το 1995, μένω για αρκετά χρόνια άνεργος. Μένω μέχρι... Σκέψου, το 2002 κάνω και το παιδί μου, αλλά μέχρι τότε, μέχρι, δηλαδή, το 2002, κάνω διάφορες άλλες δουλειές για να μπορέσω να επιβιώσω. Βέβαια, λίγους μήνες κάθε φορά. Στην ουσία, δουλεύω πέντε μήνες, ας πούμε, σε μία εταιρεία με κομπιούτερ, που τα πήγαινα με αμάξι, κάποιες μεταφορές, δούλευα σε ένα... Σε ένα άλλο, «Alarco» λέγεται, που έβαζε συναγερμούς και ούτω καθεξής. Ξέχασα, βέβαια, να σου πω κάτι εδώ που θυμήθηκα τώρα, ότι το '97 με '98, έπαιξα με τον Σαββιδάκη. Στις «Μάγισσες» τότε, για δύο σεζόν. Και εκεί ήταν καλά και με τον Γιάννη τον Σαββιδάκη, και ήταν και η Πέτα μαζί. Πολύ καλά ήτανε και εκεί. Βέβαια, αυτό ήταν ένα ενδιάμεσο, έτσι; Μετά, σου είπα, λοιπόν, ότι έχω... Αυτό έγινε μόνο για αυτό το διάστημα. Μετά έχω πάλι μόνο τέτοιες δουλειές: '98 δουλεύω έτσι, στην «Alarco», που σου λέω. Στην «Active» μετά, με τα κομπιούτερ, και ούτω καθεξής.  Και, μετά, αποφασίζω αφού δεν βρίσκω κάτι άλλο... Βέβαια, παίζω με διάφορα γκρουπάκια ενδιάμεσα. Πάντα, δηλαδή, παίζω μουσική. Δεν φεύγω από τη μουσική. Και σπουδάζω και έχω πάει... Ήδη έχω πάει στον Νάκα και έχω κάνει τύμπανα, με τον Νίκο τον Αντύπα. Εκείνες τις χρονολογίες, που σου λέω, ο οποίος είναι ο δάσκαλός μου... Ο Νίκος Αντύπας από τους Socrates, ο ντράμερ, ο συνθέτης, ο άνθρωπος ο φοβερός. Αυτός, στην ουσία, με έμαθε όλες τις τεχνικές που ξέρω. Έκανα τρία χρόνια μαζί του. Και εκεί έκανα και αρμονία με τον Κώστα τον Μπαλτεζάνη, εκεί έκανα και μουσική για θέατρο και κινηματογράφο με τον Δημήτρη τον Παπαδημητρίου, τους οποίους όλους αυτούς τους γνώρισα και είμαστε πολύ αγαπημένοι. [01:20:00]Ο Νίκος, βέβαια, δεν υπάρχει πια. Αλλά, και με τον Κώστα τον Μπαλτεζάνη, και με τον Δημήτρη τον Παπαδημητρίου, που τον είδα κιόλας στον «Απόλλωνα» που είχα πάει για τα δικαιώματα, τα είπαμε και εκεί πάλι. Μια φοβερή κατάσταση για μένα, ένα φοβερό σχολείο, εντάξει, όλα αυτά. Αυτό ήταν που παρέλειψα να σου πω, δηλαδή, γι' αυτό, εκείνη την εποχή. Και μετά, λοιπόν, αποφασίζω γύρω στο... Αφού έχω γεννήσει και το παιδάκι μου, και έχουν περάσει τα χρόνια και περνούν τα χρόνια, και δουλεύω πολύ λίγο μουσικός. Μια από αυτήν τη δουλειά, μια από την άλλη δουλειά, το 2005 περίπου, '04-'05, αποφασίζω να γίνω υδραυλικός. Γιατί μου λέει η γυναίκα μου:« Ρε συ -μου λέει- αυτή η δουλειά, και ο ηλεκτρολόγος, είναι κάτι που τις ψάχνεις με τα κιάλια. Είναι μια δουλειά που την ψάχνεις με τα κιάλια». Και λέω: «Έχεις δίκιο -της λέω-, όχι μόνο θα γίνω υδραυλικός, θα πάω κιόλας να σπουδάσω υδραυλικός, για να μην είμαι έτσι άσχετος». Όπως έκανα και με τη μουσική πάντα: ήθελα να σπουδάζω για να ξέρω, να μην είμαι αγράμματος, στην ουσία, πάνω σ αυτό που κάνω. Και πήγα όντως στα «ΙΕΚ Ακμή», έκανα εκεί δυο χρόνια θέρμοϋδραυλικός, τελείωσα, και, βέβαια, παράλληλα άρχισα να δουλεύω και σαν υδραυλικός σε διάφορα μεγάλα έργα, είχα πάει και στις φυλακές της Θήβας τότε πριν γίνουν... Τώρα, είναι και για γυναίκες, είναι και γυναικείες. Το μισό είναι γυναικείο και το μισό είναι αντρικό. Τότε, ήταν αντρικό και μάλιστα, τότε που πήγα εγώ, χτίζανε τον τοίχο που θα χωρίσει τη φυλακή στη μέση. Οι φυλακές, βέβαια, εκεί, είναι -φαντάσου- σπίτια, δίπατα, μεζονέτες, δηλαδή. Δεν είναι φυλακή με κάγκελα και ούτω καθεξής. Έχουν ένα κρατητήριο, αλλά είναι αν πάθει κάποιος κάτι, δηλαδή, και του σαλέψει, να τον πάνε εκεί. Είναι φυλακές για πιο απλά πράγματα. Είναι συνήθως για ναρκωτικά, είναι για τέτοια. Δεν είναι, δηλαδή, δολοφόνοι ή οτιδήποτε εκεί... Εκεί ήταν μια κατάσταση, έξι μήνες πήγαινα εκεί. Ήταν μια κατάσταση που όταν πήγαινες εκεί στις φυλακές, πάντα έμπαινες σε ήλεγχαν, έδειχνες ταυτότητα, και όταν έμπαινες και όταν έβγαινες, και ούτω καθεξής. Αλλά και όταν ήσουν μέσα, ήσουνα ελεύθερος. Δηλαδή, ήμουνα με το κουβαδάκι μου εγώ και τα εργαλεία μου και πήγαινα να κάνω σε ένα από τα σπίτια που είχε πρόβλημα στα υδραυλικά, να το φτιάξω. Ωραία, εντάξει δεν... Ωραία. Μακάρι να ήταν έτσι οι φύλακες όλες για μένα. Μακάρι. Έτσι πρέπει να είναι οι φυλακές, σαν σπίτι κάτι, για να νιώθει κι ο άλλος έτσι πιο άνθρωπος, πιο ανθρώπινα. Γιατί ξέρουμε... Τι να μιλήσουμε, για τις υγρασίες, που και υγιής να είσαι, με τέτοια υγρασία που θα φας μέσα έναν χρόνο -στον Κορυδαλλό, ας πούμε-, δεν υπάρχει περίπτωση, θα βγεις με κάποιο πρόβλημα. Δεν υπάρχει περίπτωση. Εντάξει, για να μην μιλήσουμε και για άλλες συνθήκες συμπεριφοράς και οτιδήποτε. 

Ε.Κ.:

Λοιπόν, τέλος πάντων, έκανα αυτές τις δουλειές. Έγινα υδραυλικός, ωραία, μια χαρά και στο τέλος, φτάνω, το 2007, και βρίσκω δουλειά ως συντηρητής στον Σχοινιά, στο Κωπηλατοδρόμιο στον Σχοινιά. Εκεί ήταν μια κατάσταση πολύ ήρεμη, ωραία, ξεκούραστη, δεν ήταν όπως τα μεγάλα έργα που είχε πολλή δουλειά, πολύ ιδρώτα. Και έμεινα εκεί μέχρι το 2008. Το 2008, και το '09, κάποιους μήνες. Λοιπόν, το 2008, όμως, σου είπα ότι έπαιζα με γκρουπ. Έχω ξεκινήσει κάνα δύο χρόνια με ένα γκρουπ, που παίζαμε jam, δηλαδή, αυτοσχεδιασμό. Αλλά ήμασταν πολλά αφρικανικά όργανα εκτός από ντραμς, δηλαδή, και κιθάρες και μπάσα και keyboard και όλα αυτά, υπήρχαν πολλά κρουστά: congas, djembe, μπονγκάκια, ταραμπούκες, διάφορα. Ένα σχήμα μεγάλο, αρκετά μεγάλο, γύρω στα έντεκα-δώδεκα άτομα γίναμε στο τέλος, οι όποιοι ήμασταν, οι πιο πολλοί ήμασταν παιδικοί φίλοι, και εμείς όταν ήμασταν παιδιά και παίζαμε μουσική, παίρναμε τα βουνά και παίζαμε, έτσι με κρουστά. Οπότε, έτσι μας ήρθε η ιδέα να κάνουμε ένα σχήμα πια, με κρουστά αλλά και με όργανα που παίζουν. Γιατί εγώ ήμουν ντράμερ, ας πούμε, που μπορεί να παίζω, παίζω κρουστά, πάντα έπαιζα, αλλά οι ντραμς είναι το όργανό μου. Λοιπόν, και με αυτό, λοιπόν, το σχήμα ο κιμπορντίστας, ο Βασίλης ο Μικέλης, έφτιαξε ένα κομμάτι από jam, από ένα... Πήρε ένα απόσπασμα από ένα jam, έβαλε στίχο, το τραγούδησε και μας το έφερε. Και μας λέει: «Παιδιά, αυτό το τραγούδι, μαζί με ένα άλλο, τα 'στειλα στο ''Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης''», για να περάσουν στο «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης». Αυτό έγινε το 2008, στις αρχές. Κι έρχεται κάπου μετά και μας λέει: «Παιδιά, πέρασε το ''Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης'', το τραγούδι το πήραν- το Δεν Σκοτεινιάζει- το πήραν και θα πάμε στο ''Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης''». Χαρές εμείς. Χαρές. «Τι πρέπει να κάνουμε;». «Πρέπει να συμπληρώσουμε αυτά τα χαρτιά, πρέπει να γράψουμε κάποια πράγματα που χρειάζονται αυτοί, πρέπει να γράψουμε εδώ, σ' ένα στούντιο, το κομμάτι ξανά, γιατί πρέπει να είναι μέχρι τρεισήμισι λεπτά το κομμάτι», ενώ εμείς τώρα, σαν αυτοσχέδιο... Δηλαδή, το κομμάτι, όταν ήταν στις αρχές του, ήταν γύρω στα εικοσιέξι λεπτά. Τόσο είχε κρατήσει αυτό το κομμάτι, σαν jam. Όταν το έφτιαξε ο Βασίλης, το έκανε δώδεκα λεπτά. Μετά το κάναμε έξι λεπτά, και στο τέλος, βέβαια -αυτό που στείλαμε, δηλαδή, ήταν γύρω στα έξι λεπτά-, και στο τέλος, βέβαια, το κάναμε τρεισήμισι λεπτά όπως όριζε εκεί ο νόμος. Λοιπόν, και πήγαμε τελικά, γράψαμε αυτό το κομμάτι, και μετά μας λένε: «Παιδιά, θα έρθετε για μία βδομάδα, στην Θεσσαλονίκη, να κάνουμε το βιντεοκλίπ. Πόσοι θα έρθετε; Πρέπει να μας το πείτε». Δεν μπορούσαν όλοι, βέβαια, και πήγαμε πέντε από τους δώδεκα. Πέντε ή έξι; Δεν θυμάμαι, νομίζω έξι. Πήγαμε εκεί... Εκεί ήταν... Άρχισαν τα ωραία, ας πούμε. Μας πήγαν σε ένα ξενοδοχείο, ήταν όλα πληρωμένα που πήγαμε και που ήρθαμε. Μόνο το φαΐ δεν ήταν πληρωμένο, αλλά ήταν όλα τα άλλα πληρωμένα. Οπότε, και εμείς, χαρά μες στη χαρά, ήμασταν κυριλέδες, κάναμε βόλτα συνέχεια στην Θεσσαλονίκη. Φάγαμε όλα τα σάντουιτς που υπήρχαν εκεί. Δεν αφήσαμε τίποτα. Δεν είπαμε σε κανέναν: «Δώσε μας καλαμάκι», γιατί ξέραμε ότι θα μας δώσει καλαμάκι για φραπέ. Έτσι ήταν τότε, και έτσι είναι και ακόμα. Αλλά η Θεσσαλονίκη... Εγώ την ήξερα γιατί ήταν ο μπαμπάς μου έμενε εκεί, στην Θεσσαλονίκη. Πολλά χρόνια, όταν ήταν μικρός, γιατί ήταν στο ορφανοτροφείο, αλλά την Θεσσαλονίκη, τότε την έζησα καλά εγώ. Και ήταν ονειρική πόλη. Είναι ονειρική πόλη η Θεσσαλονίκη. Έχει μια ατμόσφαιρα μαγική. Ίσως είναι η θάλασσα, που είναι εκεί; Ίσως είναι ο κόσμος; Γιατί πραγματικά πάντα τους είχα σε μεγάλη εκτίμηση τους Σαλονικιούς, και τις Σαλονικιές, γιατί ήταν έξω καρδιά παιδιά. Δηλαδή: «Ωπ, έλα δω, αυτά...», ήταν έξω καρδιά, θα σου βγάζανε... Οι γυναίκες δε είναι πολύ όμορφες. Το ξέρω, βέβαια, γιατί και η μαμά μου είναι από τον Βόλο και είναι κι αυτή έτσι ένα τέτοιο καλούπι. Και, γενικά, οι Βορειοελλαδίτισσες είναι ένα άλλο καλούπι, άλλου είδους γυναίκες πιο νέες, πιο ψηλές, πιο μεγαλόσωμες, πιο αυτά. Όπως και οι άντρες, είναι αυτό που σου είπα ότι είναι έξω καρδιά. Είναι κι αυτοί, έχουν ένα ύφος που δεν υπάρχει αλλού. Δεν μπορείς να το βρεις ούτε στην Κρήτη ούτε στο... Και περάσαμε πάρα πολύ καλά εκεί, αυτήν την εβδομάδα. Μετά από αυτή την εβδομάδα, πήγαμε πάλι Αθήνα, γυρίσαμε πάλι Αθήνα, και μετά από λίγο καιρό πήγαμε για το φεστ[01:30:00]ιβάλ, που εκεί μείναμε τελικά δύο βδομάδες. Γιατί; Γιατί περάσαμε και στον τελικό. Αν δεν περνούσαμε στον τελικό, θα ήταν μία βδομάδα. Γιατί δεν θα είχες μετά, δεν θα σου πλήρωναν ούτε ξενοδοχεία ούτε τίποτα. 

Ά.Π.:

Θέλεις να μου πεις λίγο πώς ήταν η διαδικασία;

Ε.Κ.:

Η διαδικασία στο φεστιβάλ, έτσι; Γιατί στο βίντεο-κλιπ, εντάξει, μας πήγαν, μια μέρα κράτησε, στην ουσία, και άλλη μια μέρα που κάναμε κάποια άλλα γυρίσματα. Οι άλλες μέρες ήταν χαρά, έξω και βόλτες, πισίνες και τέτοια. Λοιπόν, η διαδικασία στο φεστιβάλ ήταν η εξής: ότι έπρεπε να πηγαίνουμε για να κάνουμε δοκιμαστικά, ο καθένας στην ώρα του, έτσι; Δηλαδή, ένας-ένας. Υπήρχε το green room που αράζαμε, καλά πριν ξεκινήσει, καθόμασταν έξω, στα καθίσματα που θα καθόταν και ο κόσμος. Κάναμε δοκιμαστικά για ποιον λόγο; Γιατί έπρεπε να βρει ο ηχολήπτης και ο φροντιστής τα φώτα και ο σκηνοθέτης, τα πάντα. Μας βάζανε ακριβώς... Μας είπε ο σκηνοθέτης τι είναι καλό να κάνουμε, δηλαδή, να έχουμε μια κίνηση, να μην είμαστε ακίνητοι, πού θα καθόμαστε, πόσο μέρος, πώς μπορούμε να κινηθούμε... Στο δικό μας δε τραγούδι, επειδή εγώ τραγουδούσα, έπρεπε να ήμουν μπροστά. Οπότε, ο ντράμερ που έπαιξε στο φεστιβάλ, ήταν session μουσικός. Οπότε... Και ο κιμπορντίστας, νομίζω. Και ο κιμπορντίστας ήταν session μουσικός, γιατί ο Βασίλης που έπαιζε τα keyboard, ήταν τραγουδιστής, κυρίως τραγουδιστής. Οπότε, εμείς έπρεπε να είμαστε μπροστά. Οπότε, υπήρχαν και δύο session από πίσω. Αυτήν τη φορά, είχαμε πάει πάλι έξι άτομα. Δεν μπόρεσαν όλοι να πάνε. Ήμασταν δύο κρουστά... Δύο, τρεις... Όχι, εφτά άτομα ήμασταν από τους δώδεκα. Και κάναμε δοκιμές κάθε μέρα, μέχρι να έρθει η ώρα που θα γινόταν η νύχτα του ημιτελικού, έτσι; Ήτανε πολλά σχήματα. Και κάποια θα μένανε, κάποια... Θα περνούσαν, δηλαδή, τη βαθμολογία, και κάποια δεν θα μένανε. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν ήταν, ας πούμε... Μπορεί να πηγαίναμε κάθε μέρα, αλλά πηγαίναμε για λίγο και για συγκεκριμένο λόγο. Δεν πηγαίναμε, δηλαδή, να κάνουμε πρόβες ή οτιδήποτε. Έτσι κι αλλιώς, ένα κομμάτι ήταν, το είχαμε μάθει αυτό απ' έξω. Το είχαμε μάθει απέξω κι ανακατωτά: που έπρεπε να γυρίσουμε το κεφάλι, όλα τα ίδια και τα ίδια. Δηλαδή, αυτό ήταν το μόνο σπαστικό, ότι έπρεπε η παρουσία να γίνει κάτι που στο τέλος, ας πούμε... Στο τέλος, όταν τελειώσαμε, ούτε καν μπορέσαμε να κάνουμε ξανά αυτό το... Το είχαμε βαρεθεί, να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις, ναι, πολύ στημένο για μας, όχι για τον κόσμο. Αλλά για εμάς πια, ήταν πολύ στημένο. Βέβαια, όλοι ευγενικοί, όλοι να εξυπηρετούν. Δεν υπήρχε, δηλαδή... Μακιγιάζ... Έπρεπε να περάσεις από μακιγιάζ, ρούχα, πήγαινες στην γκαρνταρόμπα και αν δεν είχες, σου δίνανε, σου είχαν... Είχαμε πει να φοράμε τζιν και άσπρα, λευκά. Βέβαια, η τραγουδίστρια η Ιλιάδα, φόρεσε ένα... Φορούσε ρούχα πάντα που της δώσανε από κει, από την γκαρνταρόμπα και όχι κάτι δικό της, επειδή ήταν η κύρια τραγουδίστρια. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι είχαμε κάπως ρούχα, ή βολευτήκαμε, βρήκαμε και από εκεί, από την γκαρνταρόμπα, και ούτω καθεξής. Ωραία ήταν. Ήταν όλα προγραμματισμένα. Αυτό ήταν το καλό. Δηλαδή, όλα ήταν στην ώρα τους και προγραμματισμένα. Εντάξει, τελείωσε ο ημιτελικός, βγήκαμε. Χαρές όλοι. Βέβαια, στο green room είμαστε όλοι μαζί, έχουμε... Όλοι έχουμε γνωριστεί. Γιατί τότε ήταν πολλά, εικοσιπέντε σχήματα, νομίζω; Πόσα... Και μετά μείναμε δώδεκα; Κάτι τέτοιο. Όλοι είχαμε γνωριστεί μεταξύ μας, είχαν γίνει σχέσεις μέσα από εκεί, μετά. Εμείς το ξέραμε, αλλά οι άλλοι δεν το ήξεραν απ' έξω, και ούτω καθεξής. Βόλτες, βράδυ, πρωί, δεν είχε να κάνει, μεσημέρι, γυρίσαμε όλη την Σαλονίκη πήγαμε... Και μέχρι την Χαλκιδική, εγώ έφτασα. Δηλαδή, κάναμε και τέτοια πράγματα: τουρ. Αφού τελείωσε, λοιπόν, ο ημιτελικός όμως και περάσαμε, στεναχωρηθήκαμε για κάποια παιδιά που δεν είχαν περάσει στον τελικό, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα και εμείς μπορεί να περάσαμε... Αν και πήραμε κάποιον βαθμό, δεν ήμασταν, δηλαδή, οι τελευταίοι στον ημιτελικό, αλλά είχαμε κάποια καλή βαθμολογία. Όταν έφτασε ο τελικός, ήταν ακόμα πιο έντονα τα πράγματα. Είχε γίνει και ένα ευτράπελο, λοιπόν εκεί. Την ώρα που είμαστε στο green room, τη μέρα του ημιτελικού, καθόμαστε αραχτοί και υπάρχουνε τηλεοράσεις μέσα στο green room. Kαι ξαφνικά βγαίνει... Έκαναν δοκιμαστικά. Και βγαίνει ένα πλάνο, «κλατς», που λέει τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τρίτο. Αυτό ήταν πριν ξεκινήσει ο ημιτελικός. Και το έβγαλαν για πολύ λίγο. Εμείς όμως εκεί μέσα το είδαμε, πολλοί το είδαν. Όχι μόνο εγώ, κι άλλοι πολλοί. Αυτό ήταν το τελικό, αυτό που βγάλανε... 

Ά.Π.:

Που βγήκε κατά λάθος.

Ε.Κ.:

Που βγήκε κατά λάθος... Σου λέω τώρα τι έγινε. Αυτό είναι κάτι που δεν νομίζω να το έχει πει κανένας, παρά μόνο αν είναι κάποιος από κει μέσα που ήμασταν. Λοιπόν... Βέβαια, δεν δίναν μόνο πρώτο, δεύτερο, τρίτο. Δίνανε για τραγούδι, δίνανε για ερμηνεία και δίνανε και για στίχο, νομίζω; Κάτι τέτοιο. Μουσική, δηλαδή, στίχο και ερμηνεία. Εκεί έπαιξαν κι άλλοι. Αλλά, μας έκανε εντύπωση. Εμείς, όσοι το είδαμε και το ψιλοσυζητήσαμε εκεί μετά. Αλλά, βέβαια, εντάξει. Δεν... Ήμασταν τόσο αγαπημένοι όλοι, και όλοι ήμασταν φίλοι εκεί. Οπότε, λέγαμε: «Εντάξει, ρε παιδί, και τι έγινε; Θα μπορούσα να ήμουνα εγώ. Είναι ο φίλος μου ο άλλος όμως και βγήκε. Μια χαρά, και ωραίο το τραγούδι του. Μπράβο». Πράγματι, δηλαδή, αξίζανε τα τραγούδια, δεν είναι από έτσι. Αλλά, εντάξει, τυχαία είχε βγει αυτό. Αν ήσουνα κάποιος κακοπροαίρετος, μπορεί να έκανες και θέμα, αλλά δεν ήμασταν, ευτυχώς. Λοιπόν, το «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» εκεί τελείωσε, ας πούμε. Ήμασταν, εντάξει, η ατμόσφαιρα, σου λέω όπως ήταν, ήταν... Πριν βγούμε, να γίνεται... Και κάθε γκρουπ πριν βγει, να γίνεται ο χαμός. Να έχεις πάει, να σου έχουν κάνει το μακιγιάζ, να έχεις κάνει τα ρούχα, να σου έχουν βάλει όλα τα μικρόφωνα, ψείρες, ακουστικά, από πίσω να σου έχουν το ειδικό... Δεν θυμάμαι πώς λέγεται, σαν walkman, μπράβο, το ασύρματο και όλα αυτά. Γενικά, ήσουν φορτωμένος, δεν μπορούσες, δηλαδή, να κάνεις και πολλές-πολλές κινήσεις. Όχι μπροστά, αλλά από πίσω ήσουν φορτωμένος: με καλώδια και μηχανήματα. Και βγήκαμε σε μια τεράστια σκηνή -καλά, την ξέραμε τη σκηνή-, με ένα φοβερό ντεκόρ από πίσω που είχε κάνει ο τύπος που... Ο σκηνοθέτης είχε τραβήξει λέει για πάρτη μας τη θάλασσα μαζί με γλάρους και τέτοια, κι όλα αυτά, κάτι ηλιοβασιλέματα... Γιατί το τραγούδι λεγόταν Δεν σκοτεινιάζει. Και η ιστορία είναι: εμείς οι φίλοι, που είμαστε εδώ και θέλουμε ωραία πράγματα και τζαμάρουμε και γουστάρουμε και δεν θέλουμε να έχουμε σκοτεινιές στον χώρο μας. Λοιπόν, αν ακούσεις το τραγούδι, θα καταλάβεις και τους στίχους τι λένε. Που τους έχει γράψει ο Βασίλης ο Μικέλης. Λοιπόν, αφού, λοιπόν, βγαίνουμε και γίνεται όλο αυτό... Εντάξει, πραγματικά από κάτω πέφτει μεγάλο χειροκρότημα. Εμείς λέμε: «Ωραία, πολύ ωραία». Μας άρεσε, δηλαδή, και την πρώτη φορά στον ημιτελικό, αλλά και τη δεύτερη. Δεν περάσαμε όμως... Δεν περάσαμε λέω... Δεν κερδίσαμε κάτι, αλλά, κερδίσαμε όλη αυτήν τη χαρά να το ζήσεις αυτό. Γιατί αυτό, αν δεν το ζήσεις, όπως προφανώς θα είναι και στη «Eurovision» αυτοί που πάνε, αν δεν το ζήσεις, δεν μπορείς να καταλάβεις τη χαρά του. Bέβαια, μπορείς να τη νιώσεις, να νιώθεις αυτά που λέω, ότι περνάς κάποια πράγματα που δεν θα τα ζούσες αλλιώς, αλλά αυτή η ατμόσφαιρα δεν υπ[01:40:00]άρχει αν δεν τη ζήσεις. Αν δεν το ζήσεις δεν υπάρχει. Δυστυχώς, βέβαια, το «Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» τελείωσε εκεί δεν ξανάγινε άλλη χρονιά. Για λόγους οικονομικούς απ' ό,τι είπαν στην αρχή-

Ά.Π.:

Ήταν και η οικονομική κρίση.

Ε.Κ.:

Ήταν και... Ναι, άρχιζε τότε η κρίση, η οικονομική. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι έγινε αυτό. Και απ' ό,τι φαίνεται και μέχρι και τώρα, που είναι μόνο στην «Eurovision» πια έχει... Τότε τα πλήρωναν, τώρα απ' ό,τι ξέρω δεν τα πληρώνουν, αλλά πληρώνουν οι καλλιτέχνες, μπράβο. Και «θα» τα πάρουν, okay. Είναι όπως, πας και παίζεις στο Δήμο και «θα» τα πάρεις. Μετά από τρεις, έξι μήνες, έναν χρόνο; Θα τα πάρεις. Λοιπόν, αυτό με το φεστιβάλ έγινε.

Ε.Κ.:

Και, βέβαια, εκείνον τον καιρό, το 2008, αφού τελειώνει και το φεστιβάλ κι όλα αυτά, και είμαι με τους Anamaloupa, και έχει πάει 2008 προς 2009 είναι να μπει, γνωρίζω τον Γιώργο τον Ρους. Ο οποίος λέγεται Γιώργος Γεωργιάδης. Ρους, είναι ένα όνομα που του έδωσε η δασκάλα του, όταν ήταν στο σχολείο, ήταν πιο εύκολο γι' αυτήν απ' το Ρουσέτος. Γιατί είναι το όνομα του μπαμπά του, αν δεν κάνω λάθος. Και, τέλος πάντων, γνωρίζω τον Γιώργο, τον γνωρίζω μέσα από μια πλατφόρμα, το «Music Wave», γνωριζόμαστε, στην αρχή, μιλάμε έτσι διαδικτυακά, μετά συναντιόμαστε. Ο ίδιος θέλει να κάνει κάτι, γιατί έχει βγάλει ήδη το Εξαιρέσεις, σε -μόνος του το έχει γράψει, βέβαια-, σε ένα ντέμο. Και του λέω κι εγώ... Θέλει να κάνει κάτι, να παίξει live και τέτοια και του λέω κι εγώ, τον παροτρύνω να παίξω εγώ τύμπανα, άμα θέλει, να βρούμε και έναν μπασίστα και αν χρειαστεί και ένα keyboard, όχι αν χρειαστεί, και ένα keyboard, και, τέλος πάντων, να ξεκινήσουμε. Όντως βρίσκει, εκτός από εμένα που τα είπαμε σαν πρώτο, μετά βρίσκει έναν μπασίστα, μετά βρίσκει keyboard, και ο ίδιος να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει και είχε πολλά κομμάτια. Που με αυτά τα κομμάτια, βέβαια, έγινε και η δισκογραφία του μετά. Και ξεκινάμε να κάνουμε live. Πώς ξεκίνησε; Έδωσε το ντέμο του στο «Jumping Fish», τότε που είχε ξεκινήσει το «Jumping Fish», και έγινε πολύ μεγάλο σουξέ τότε, έγινε ένας πάταγος με το κομμάτι. Ακούστηκε πάρα πολύ. Οπότε, τότε ενδιαφέρθηκε και εταιρία, η «Archangel» μου φαίνεται, και του πρότειναν να κάνει και δίσκο. Εμείς παράλληλα, βέβαια -το 2010 έγινε ο δίσκος-, παράλληλα, βέβαια, εμείς τώρα, παίζουμε ένα, ενάμιση χρόνο, σε συναυλίες. Συνέχεια. Πάλι έτσι ένα στυλ σαν τους Λαθρεπιβάτες. Δηλαδή, τουρ σε διάφορα μέρη. Αυτήν τη φορά όχι με αμάξι, ως επί το πλείστον, αλλά με πουλμανάκι που νοικιαζόταν. Πληρωμένα, επίσης, πάλι ξενοδοχεία, πολλές φορές και φαγητά κι αυτά. Ωραία παρεϊτσα μέσα. Πηγαίναμε στις συναυλίες, παίζαμε, γνωρίζαμε κόσμο, δεν πολυμιλούσαμε με πολύ κόσμο, αλλά γνωρίζαμε. Δηλαδή, δεν ήταν, ξέρεις, πήγα και γνώρισα και εκατό άτομα, αλίμονο. Αλλά, πάντα θα γνώριζες κάποιους ανθρώπους εκεί: είτε αυτούς που είχαν τον χώρο που πηγαίναμε, γιατί πηγαίναμε σε κάποια μαγαζιά που βάζανε λαϊβάκια -κάνανε λαϊβάκια-, είτε σε συναυλίες. Ωραία εποχή κι αυτή. Τελείωσε, βέβαια, κι αυτή, μόλις έγινε ο δίσκος, παίξαμε τελευταία φορά στο «Μέγαρο Μουσικής». Αυτή ήταν η τελευταία μου εμφάνιση με τον Γιώργο. Και μετά, πήρε ο καθένας το δρόμο του. Ο Γιώργος θέλησε να κάνει μια δικιά του πορεία μετά. Νομίζω έτσι πιο... Χωρίς γκρουπ, γιατί είχε... Είχε κάνει έπαιζε και one man band, δηλαδή, με λούπες, έπαιζε με την κιθάρα του και έπαιζε και με λούπες και είχε και μια μπότα από παλιά, και το έκανε αυτό, με ένα ψευδώνυμο κιόλας, για πολλά χρόνια το έκανε. Και μετά αποφάσισε, προφανώς, να το συνεχίσει μόνος του γιατί και η εταιρεία ίσως έπαιξε κάποιο ρόλο, να του είπε ότι: «Ξέρεις κάτι; Άλλο να έχω να κάνω με πέντε άτομα, κι άλλο να έχω να κάνω με ένα». Οπότε, κάπου ίσως εκεί αποφάσισε να κάνει μόνος του, και ίσως και καλά έκανε, ο ίδιος ξέρει. Και έκανε και άλλη δισκογραφική δουλειά πιο μετά, πάλι, που κυκλοφορεί κι αυτή, επίσης. Αυτό ήταν με το Γιώργο τον Ρους. Και μετά... Από εκεί και πέρα, είναι η εποχή... Το 2012, μπράβο, υπάρχει πάλι ανεργία. Δηλαδή, μετά τον Ρους, ενώ δούλευα μέχρι τότε, όπως σου είπα, και στο Κωπηλατοδρόμιο και όλα αυτά, υπήρχε πριν μια τετραετία περίπου ανεργίας, με πολύ ενδιάμεσα, δουλίτσες. Ξεκινάει πάλι μια τετραετία, απ' το 2010 μέχρι το 2014, που αποφασίζω στο τέλος του '14 να ξαναρχίσω τη χρυσοχοΐα. Το 2012, όμως, στις αρχές, τον Φλεβάρη, αποφασίζουμε με φίλους παιδικούς από το Ίλιον, αυτοί οι φίλοι που ήταν τότε που παίζαμε, τα γκρουπάκια τότε, 14-15 χρονών που ήμασταν, μαζευτήκαμε φίλοι έτσι και είπαμε ότι πρέπει να πάμε στον δήμο και να απαιτήσουμε ένα χώρο να μας δώσει. Εμείς πια σαν μουσικοί πια αρκετά γνωστοί στον χώρο, να του απαιτήσουμε έναν χώρο. Τίποτα, αυτός δεν θα κάνει τίποτα, να μας δώσει μόνο τον χώρο. Έχουμε εμείς δικά μας μηχανήματα για αρχή. Μετά ζητήσαμε, βέβαια, και μηχανήματα. Να μας δώσει μόνο το χώρο στο Πολιτιστικό Κέντρο, στο μουσικό καφενείο τότε, να κάνουμε, να στήσουμε ένα μουσικό στέκι «Ιλίου», το είπαμε, στο τέλος, μια ομάδα που θα είναι καθαρά μουσική. Δηλαδή, θα έρχεται κόσμος, όποιος θέλει, γκρουπ, μεμονωμένοι καλλιτέχνες, ό,τι θέλει, που έχει δικά του κομμάτια, που παίζουν cover, και θα παίζουν εδώ, κάθε Δευτέρα. Το είχαμε 20:00 με 23:00, κάτι τέτοιο. Μετά μας βάλανε χέρι γιατί πειράζαμε τη γειτονιά, με τους ήχους. Θα σου πω και γι' αυτό. Τέλος πάντων, γίνεται όλο αυτό. Πράγματι, πάμε στον πρόεδρο του πολιτιστικού, του ζητάμε. Είχαμε και φίλο έναν που ήταν μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο, ας πούμε, αλλά απλά... Τίποτα, σαν σύμβουλος, τίποτα άλλο, δηλαδή. Και μας βοήθησε αυτός, μας έφερε σε επαφή. Ο Άρης ο Τσιμογιάννης... Και είχαμε και τον Θανάση τον Αλατά, ο οποίος αυτός ο Θανάσης ο Αλατάς, είναι ο μόνος Έλληνας που έχει πάρει το «Grammy» το... Αν ξέρεις. 

Ε.Κ.:

Μου την είπε την ιστορία ο κύριος Μόσχος. 

Ά.Π.:

Α, μπράβο, okay. Αυτοί οι δυο φίλοι ήταν στην αρχή, μαζί με εμάς, όλη την ομάδα. Βρεθήκαμε τα είπαμε και έτσι μας πήγανε στον πρόεδρο. Τα είπαμε και στον πρόεδρο, τι θέλουμε να κάνουμε, να είμαστε μια ομάδα που θα λειτουργεί εντελώς αφιλοκερδώς. Δηλαδή, ούτε εμείς θα παίρνουμε χρήματα, ούτε ο κόσμος που θα έρχεται θα πληρώνει τίποτα για να δει αυτό, ούτε τίποτα. Θα είναι εντελώς δωρεάν και θα παίζουμε και εντελώς δωρεάν και για συναυλίες και για οτιδήποτε. Με τα σχήματα αυτά, δηλαδή. Θα παίζουν, δηλαδή, τα σχήματα αυτά, εκτός από το στέκι, και αν θα γίνονται και συναυλίες. Το δέχτηκαν, λοιπόν. Τα πρώτα δύο χρόνια, ενάμιση-δύο χρόνια, ήμασταν με τα δικά μας μηχανήματα. Τελικά, ο πρόεδρος αυτός που ήταν τότε, ο Δεύτος, δέχεται να αγοράσει τα πρώτα μηχανήματα. Μας αγοράζει μηχανήματα, αρκετά καλά μηχανήματα και πολλά. Μετά έρχεται ένας δεύτερος -μετά το '14, το '15, νομίζω-, έρχεται δεύτερος πρόεδρος, κι αυτός πάλι μιλήσαμε μαζί του, συνεχίστηκε αυτό το στέκι και συνεχίζεται ακόμα και τώρα, βέβαια, λόγω κορονοϊού, σταμάτησε. Και τώρα, αυτόν τ[01:50:00]ον χρόνο, θέλουμε να το ανοίξουμε πάλι γιατί συμπληρώνουμε και δέκα χρόνια, το 2012 μέχρι τώρα, και θέλουμε να τα ανοίξουμε. Λοιπόν, εκεί μέσα, λοιπόν, έχουν περάσει πάνω από τετρακόσια σχήματα τώρα πια. Συνήθως, ερασιτεχνικά, αλλά και ονόματα. Δηλαδή, έχει έρθει ο Τρανταλίδης, έχει έρθει ο Χάρης Λαμπράκης με το τρίο, έχει έρθει ο Σιδηροκάστρίτης, ο Νίκος και ο γιος του μαζί... Ο Νίκος ο Πιπινέλης... Έχουν περάσει και άλλοι που έχουν δισκογραφία, δηλαδή, και όχι μόνο. Αλλά το μεγάλο μέρος ήτανε ερασιτεχνικά συγκροτήματα, και, έτσι κι αλλιώς, αυτή ήταν η ιδέα μας: θέλαμε να καλέσουμε γκρουπάκια και παιδικά γκρουπάκια και όλα αυτά. Αυτό που δεν είχαμε εμείς μικροί, δηλαδή, να πάμε να παίξουμε κάπου, να το έχουν αυτοί σαν χώρο και να έρχονται. Έχουν έρθει και αρκετά μικρά παιδιά, 14-15, που έχουν παίξει και δικά τους κομμάτια και σε συναυλίες. Έχουμε παίξει και αρκετές συναυλίες. Κι ελπίζουμε και αυτόν τον χρόνο να ανοίξει το μουσικό στέκι. Έχει έρθει καινούργιος πρόεδρος, έχουμε μιλήσει ήδη μαζί του, του έχουμε πει τι χρειαζόμαστε για να μπορέσουμε να ανοίξουμε πάλι, και ελπίζουμε ότι θα το κάνει μαζί με τον δήμο, τον δήμαρχο, δηλαδή, να το αποφασίσουν, γιατί εμείς περιμένουμε από το καλοκαίρι τώρα μια απάντηση για να μας δώσουν. Συνήθως, ανοίγουμε τέτοιον καιρό, Οκτώβρη. Ελπίζουμε να μας δώσουν σύντομα μια απάντηση, γιατί θα χαρούν, θα χαρεί πολύς κόσμος. Λοιπόν, τώρα όσον αφορά το 2014, που σου είπα ότι ξεκινάω στο τέλος του 2014, μετά από όλα αυτά, παράλληλα με τις μουσικές που μπορεί να παίζω με σχήματα και μπορεί να παίζω που και που για κάνα πενηντάρικο, σ' αυτά τα γνωστά κλαμπάκια, στο «Lazy», στο... Σε όλα αυτά τα μικρά κλαμπάκια... Που, βέβαια, εκεί δεν υπάρχουν λεφτά. Του στυλ: ένα πενηντάρικο που παίρνεις, το παίρνεις... Αυτό που παίρνεις το έχεις δώσει ήδη διπλό για να κάνεις τις πρόβες σου στο στούντιο, τις βενζίνες σου, να αγοράσεις τις μπαγκέτες σου, τα δέρματά σου. Οπότε, δεν το συζητάμε, απλά ήταν για να μην πας τσάμπα.

Ά.Π.:

Λοιπόν, και έρχεται το 2014, που στο τέλος του, επειδή είμαι τόσα χρόνια άνεργος, υδραυλικά, βέβαια, δεν υπάρχουν. Ξέρεις, καταλαβαίνεις. Έχει γίνει, βέβαια... Γιατί έχει παιχτεί και το επεισόδιο με το Σύνταγμα τότε, μπράβο, και είχα κατέβει και εγώ τότε με τους γνωστούς, με τη γνωστή φάση το 2010, και είχα κατέβει κι εγώ, και εκεί πάλι είχα καταλάβει -ήθελα να το πω αυτό-, είχα καταλάβει... Κατάλαβα, μάλλον, γιατί ήμουνα καθημερινά εκεί -ήμουνα στην καλλιτεχνική ομάδα, στο Σύνταγμα-, κατάλαβα ότι εκεί τελικά ήρθαν από όλα τα πολιτικά μέρη, και έδωσαν την παρουσία τους. Κάποιοι απογοητεύτηκαν, κάποιοι όχι, αλλά στην τελική δεν είχαμε καμία σχέση, βέβαια, και ούτε θέλουμε να έχουμε σχέση ποτέ με τους νεοναζί και... Που καπηλεύτηκαν την όλη κατάσταση εκεί πέρα, υποτίθεται στο επάνω μέρος, γιατί ήρθαν κάποια στιγμή μέχρι και σε εμάς, στο καλλιτεχνικό μέσα, και τους βρογκήξαμε, εννοείται. Αλλά, αυτό που κατάλαβα, ήταν ότι ήρθαν από όλα τα πολιτικά μέρη, δηλαδή, και από το ΚΚΕ και από το ΠΑΣΟΚ και απ' τη Νέα Δημοκρατία και από τον Συνασπισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε μεγάλο, έναν ρόλο «μεγάλο» σε εισαγωγικά, τότε. Μετά κατάλαβα ποιος ήταν ο ρόλος... Και, τέλος πάντων, το μόνο θετικό, ήταν ότι επιτέλους μαζεύτηκε κόσμος. Αυτό που λένε, ρε παιδί μου: «Κουνηθείτε από τις πολυθρόνες σας, κατεβείτε». Λοιπόν, αυτό ήταν ένα μεγάλο θετικό, που κανένας δεν το έχει επεξεργαστεί ακόμα και τώρα, έχουνε -γιατί το έχω δει αυτό-, έχουν σημαδέψει όλον αυτόν τον κόσμο ότι ήταν κόσμος απολιτίκ, ότι ήταν Χρυσαυγίτες, ότι ήταν... Δεν ξέρω κι εγώ τι. Κι όμως δεν ήταν έτσι, είναι σίγουρο αυτό. Υπήρχαν παιδιά που πραγματικά τα ένιωθες ότι ήταν φίλοι σου. Και ήταν από... Δηλαδή, ήταν... Εγώ είμαι σ' έναν χώρο προς το ΚΚΕ, ένα παράδειγμα. Υπήρχαν τα παιδιά που ήταν προς το χώρο των αναρχικών. Υπήρχαν τα παιδιά που ήτανε στον χώρο των Συριζαίων. Υπήρχαν τα παιδιά που ήταν στον χώρο των Δημοκρατικών, ή κάποια μικρά κόμματα και εξωκοινοβουλευτικά και οτιδήποτε. Όλοι μπορούσαμε να μιλήσουμε. Αυτό ήταν... Δεν ξέρω αν έπρεπε να παρεξηγηθεί και αυτό παρεξηγήθηκε. Αυτό ήθελα να το πω, γιατί το Σύνταγμα έχει παίξει έναν ρόλο και κανένας δεν τον έχει αναλύσει τον ρόλο αυτόν. Δηλαδή, ότι μαζεύτηκε τόσος κόσμος, ενώ ποτέ δεν μαζευόταν, κάτι σημαίνει.

Ά.Π.:

Το 2000... 

Ε.Κ.:

'10, έγινε αυτό. Ναι. 

Ά.Π.:

Γινόντουσαν και επεισόδια, αν θυμάμαι... 

Ε.Κ.:

Πώς, πολλές φορές. Εμένα κιόλας πήγαν να μου κάνουν τραμπουκισμό, και πήγαν να με μπλέξουν σε στυλ προβοκάτσια. Δηλαδή, είμαι με την κάμερά μου στο κάτω μέρος της πλατείας. Απέναντι, στην Ερμού, σκάνε τα ΜΑΤ και ρίχνουν δακρυγόνα. Εγώ, λοιπόν, τραβάω με την κάμερα, και ξαφνικά έρχεται ένας δίπλα... Είχα το ταμπελάκι καλλιτεχνική ομάδα εδώ, βέβαια, αυτό ήταν που με έσωσε. Και ενώ τραβάω το... Με την καμερίτσα μου που έχω, έρχεται ένα χέρι, και αρχίζει και με πιάνει από πίσω, και αρχίζει και φωνάζει: «Αυτός εδώ, αυτός εδώ, είναι μπάτσος, είναι μπάτσος αυτός εδώ». Τον κοιτάω εγώ καλά-καλά και διακρίνω ότι είναι ένας μέσα από την ομάδα, τη δικιά μας, και λέω: «Τι λες ρε συ; Τι είναι αυτά που λες;», του λέω. Κι έρχεται κι άλλος και με πιάνει από κει. Λοιπόν, αυτός τελικά ήταν ασφαλίτης. Κι εγώ στην ομάδα είχα πει ότι: «Παιδιά, εδώ αυτοί που έρχονται τώρα στις συνελεύσεις μας, πρέπει να ξέρουμε ποιοι είναι». «Ναι -μου λέει-, τι να κάνουμε; Θα γίνουμε σαν τους άλλους, να τους ζητάμε τέτοιο... Να τους φακελώσουμε κιόλας και...». «Ρε παιδιά -τους λέω-, δεν χρειάζεται. Αν κάποιος είναι μουσικός, φαίνεται. Να δηλώσει ποιος είναι, τι όργανο παίζει, πόσα χρόνια παίζει. Να έχουμε έναν μπούσουλα». Δεν το δέχτηκαν. Λοιπόν, όταν έγινε αυτό με μένα, ευτυχώς, βρεθήκανε -δύο, που λες, με έπιασαν έτσι-, ευτυχώς βρεθήκανε κάποια άλλα παιδιά, που ήταν εκεί πάλι από την ομάδα, και λένε: «Αφήστε τον, είναι από την ομάδα μας. Τι είναι αυτά που του λέτε;» Λοιπόν, αυτό ήταν μια προβοκάτσια για να μπορέσουν να με πιάσουν εμένα, γιατί ήμουν και μόνος μου εκείνη την ώρα, με μπάνισαν, λοιπόν, αυτοί, και θέλησαν να με δώσουνε στους μπάτσους, θα με πήγαιναν στους μπάτσους κατευθείαν. Θα λέγανε αυτό για να με πλακώσουν στο ξύλο κάποιοι άλλοι, που δεν θα ήξεραν αν εγώ ήμουν μπάτσος ή όχι, θα έτρωγα ξύλο και θα έσκαγαν οι μπάτσοι και θα συλλάμβαναν εμένα. Λοιπόν, αυτό λέγεται προβοκάτσια. Εντάξει, κοινώς. Όλοι ξέρουμε τι είναι. Λοιπόν, τέλος πάντων. Αλλά, στο Σύνταγμα όμως δεν ήταν μόνο αυτοί που σου λέω. Οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι που κατεβήκανε, γιατί επιτέλους κατεβήκανε. Πολλοί φίλοι μου, που δεν είχαν πάει ποτέ σε συγκεντρώσεις, σε απεργίες ή σε οτιδήποτε, κατεβήκανε για πρώτη φορά εκεί. Είναι κάτι. Είναι κάτι. Είναι ότι ξύπνησε κάποια στιγμή ο κόσμος και θέλησε κάτι. Δεν ήξερε πώς να το κατακτήσει, αυτό είναι. Και ότι μπήκανε μέσα πολλοί παράγοντες, έτσι; Δεν το συζητάω, που τα έκαναν όλα άνω κάτω. Τι να πω, για τους μικροπωλητές; Που σκάσαν οι μικροπωλητές εκεί και πήγαμε... Πήγα πάλι εγώ, ήμουν σε αυτήν την υπόθεση και πήγα και του λέω: «Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ, μικροπωλητής; Να έρχεσαι να πουλάς. Εδώ κάνουμε αγώνα. Κάνουμε... Προσπαθούμε να κάνουμε. Αυτά που λέμε πράξη. Κι έρχεσαι εδώ εσύ να πουλάς σάντουιτς και το ένα και το ά[02:00:00]λλο. Δεν σε καταλαβαίνω». Και γύρισε και είπε: «Θα σας φέρω εδώ, θα σας γαμήσω όλους, θα σας φέρω εδώ χίλιους μικροπωλητές, να σας τα κάνουν όλα λίμπα». Και όταν εγώ πήγα και το είπα στον υπεύθυνο εκεί στο Σύνταγμα, πήγε αυτός εκεί, και τελικά απλά τα βρήκαν, και έμειναν εκεί οι μικροπωλητές, που δεν θα έπρεπε από την αρχή. Και μετά μαζευτήκανε πολύ πιο πολλοί, βέβαια. Έγινε... Μετά έγινε πανηγύρι. Μετά έγινε πανηγύρι πραγματικά. Δηλαδή, αν είχες περάσει εκεί, σουβλάκια, τα πάντα όλα, ψησταριές, όλα. Λοιπόν, δεν είναι... Είναι θέμα και αυτοί που ήταν εκεί οργανωτές δεν είχανε μια σωστή απόφαση, και μια σωστή δομή και υποδομή για να μπορέσουν να τα καταφέρουν. Πολλές φασαρίες, και στο ιατρείο μέσα δεν είχαν πέσει καπνογόνα; Και ήταν εκεί κόσμος και πνιγήκανε μέσα στο καπνογόνο, μέσα στο ιατρείο τώρα σου λέω. Που το ιατρείο το είχαν ακριβώς για τους λόγους, να φέρνουν τους ανθρώπους. Και ρίξανε μέχρι και εκεί. Γενικά, ήταν μια σκληρή κατάσταση τότε. Τόσο δακρυγόνο που έφαγα εκεί, δεν πρόκειται να το φάω σε όλη τη ζωή μου, εκτός αν γίνει πάλι κάνα παρόμοιο. Λοιπόν, και φτάνουμε στο 2014, το οποίο 2014, στα τέλη, αποφασίζω, αφού είμαι άνεργος τόσα χρόνια πάλι, να ξεκινήσω την χρυσοχοΐα. Πώς όμως να ξεκινήσω την χρυσοχοΐα; Να κάνω ένα διαδικτυακό μαγαζί, που θα πουλάω, δηλαδή, μόνο διαδικτυακά και χειροποίητα. Απλά πράγματα... Και όντως το ξεκίνησα. Στην αρχή, λίγα, κάθε χρόνο ανέβαινε και κάθε χρόνο ανέβαινε και τώρα έχω φτάσει να παίρνω ένα αξιοπρεπές, δηλαδή, γύρω στα χίλια ευρώ. Αν μπορείς να το πεις αξιοπρεπές για την ελληνική κατάσταση, έτσι; Γιατί αν ήμουνα στο εξωτερικό σίγουρα θα έπαιρνα τρεις χιλιάδες ευρώ, λέμε τώρα. Και παίρνω τώρα αυτά τα λεφτά και έτσι μπορώ και ζω με την οικογένειά μου, και προσφέρω κι εγώ και στην οικογένεια και στη ζωή μου. Και κάνω κάτι που με ευχαριστεί. Παράλληλα, συνεχίζω με τη μουσική. Τώρα πια, το τελευταίο γκρουπ που έπαιξα ήταν το 2018, που έπαιζα αρκετά χρόνια μαζί. Και μετά, από την ώρα που σταμάτησε, λόγω κορονοϊού, σταμάτησα και εγώ να παίζω. Αποφάσισα ότι δεν θέλω να παίζω πια διασκευές με γκρουπάκια, αλλά αν βρεθεί κάποιο γκρουπ που έχει δικά του τραγούδια, okay. Αν με θελήσουν σε στούντιο, okay, θα πάω. Αν με θελήσουν σε συναυλία, okay, θα πάω. Αυτή είναι τώρα η επιλογή μου κι έτσι πορεύομαι, ταυτόχρονα με το μαγαζί που έχω το διαδικτυακό και με τη μουσική πολύ λίγο. Δηλαδή, το μαγαζί είναι αυτό που με ζει, η χρυσοχοΐα. Οι κατασκευές που φτιάχνω το χέρι μου και με τη μουσική ό,τι τύχει, τώρα πια. Ό,τι τύχει, απ' αυτά που θέλω και από αυτά που ζητάω. Όχι είμαι αρκετά ευχαριστημένος που έχω φτάσει μέχρι εδώ. Πέρασα αρκετές περιόδους ανεργίας και δουλειάς και ευτυχίας και λύπης και... Γιατί όταν είσαι σε μια ανεργία, έχεις πολλή λύπη, έχεις τάσεις να μένεις μόνος σου, πέφτεις σε κατάθλιψη, και όλα αυτά πρέπει να τα ξεπεράσεις μόνος σου, και αν είσαι δυνατός. Δεν πάει να πει... Εγώ ήμουνα απλά τυχερός, γιατί έχω πολύ πείσμα, και δεν το βάζω κάτω. Αλλά αν δεν είσαι λίγο τυχερός, μπορεί να σε πάρει πολύ από κάτω. Γι' αυτό λέω ότι κανένας δεν πρέπει να μένει άνεργος, κανένας. Όλοι πρέπει να δουλεύουνε. Είναι κάτι που είναι αυτονόητο, δηλαδή. Για μένα είναι αυτονόητο ότι όλοι πρέπει να δουλεύουν. Όπως όλοι πρέπει να έχουν ένα σπίτι, ένα... Όπως όλοι οι φυλακισμένοι, έλεγα και πριν, πρέπει να μένουν σε κάποια άλλη φυλακή, κι όχι αυτό το πράγμα. Λοιπόν, έτσι είναι και στη ζωή: κάποιοι μένουνε στη φυλακή, και κάποιοι μένουνε σε μια καλύτερη φυλακή. Δηλαδή, έτσι κι αλλιώς, σε μια φυλακή είμαστε πάνω-κάτω, με περιόδους ελευθερίας. Δηλαδή, άλλες στιγμές θα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, και άλλες στιγμές δεν θα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αυτά, φίλοι μου, ευχαριστώ που με ακούσατε, και αν θέλεις κάτι να με ρωτήσεις ακόμα ό,τι θέλεις.

Ά.Π.:

Θες να μου πεις αυτό που θυμήθηκες πριν από τα μπαλέτα;

Ε.Κ.:

Α, ναι, μια ιστορία... Ναι, τα μπαλέτα στα «Σόδομα». Ήταν ένα χαρακτηριστικό που με σόκαρε και εμένα, γιατί... Αλλά το αντιμετώπισα καλά, νομίζω... Είμαι πίσω, είναι να βγούμε, μάλλον έχουμε κάνει διάλειμμα, και είναι να βγουν τα μπαλέτα, κι εγώ είμαι από πίσω, στο ενδιάμεσο που υπάρχει πριν τα καμαρίνια, και ανάμεσα στην πίστα. Ήταν ένας διάδρομος, λοιπόν, και όταν πέρασα από εκεί από τον διάδρομο, για να πάω στα καμαρίνια, συναντάω τον Στηβ τον Κέλλυ. Νομίζω, ναι. Γιατί εκεί τραγουδούσε και ο Γιάννης ο Κέλλυ. Και ο Γιάννης ο Κέλλυ και ο Στηβ ο Κέλλυ, είναι με τις σχολές χορού. Λοιπόν- 

Ά.Π.:

Gene Kelly. 

Ε.Κ.:

Mπράβο οι σχολές. Τώρα, βέβαια, ζουν στην Αυστραλία όλοι. Ο Γιάννης, λοιπόν, ήτανε πολύ φίλος μου. Τον Στηβ τον ήξερα, αν δεν κάνω λάθος ήταν ο Στηβ, αλλά, τέλος πάντων, βλέπω έναν τύπο -γιατί δεν τον ήξερα πολύ καλά τότε-, βλέπω έναν τύπο να κρατάει έναν τεράστιο βόα, να τον έχει βάλει στον σβέρκο του, να τον κρατάει με ανοιχτό το χέρι δεξιά, ανοιχτό το χέρι αριστερά, αλλά ο βόας έχει πάει... Του έχει φύγει από το χέρι και του είχε πιάσει... Έχει πάει, έχει πέσει προς τα κάτω και του έχει πιάσει το πόδι. Και μου λέει: «Κάνε μου τη χάρη -μου λέει-, πιάσε τον βόα, και φέρ' τον -μου λέει- στο χέρι, το άλλο -το χέρι που το κρατούσε έτσι-, για να μπορέσω να βγω έξω». Του λέω: «Ποιο; Το ζωντανό εδώ;». Μου λέει: «Ναι, τον βόα». Κάνω έτσι και πιάνω την ουρά του και ήταν πολύ ζεστό. Πολύ ζεστό. Μου φάνηκε περίεργο, γιατί ξέρω ότι είναι ψυχρόαιμα αυτά τα φίδια και μου άρεσε. Το κρατάω, λοιπόν, κι εγώ, το κρατάω κιόλας στο χέρι, το βάζω και λίγο πάνω στο χέρι μου έτσι να νιώσω την αίσθηση, και μετά το έβαλα πάνω στον άνθρωπο, στο χέρι του, για να μπορέσει να βγει έξω να κάνει το σόου. Αλλά ήτανε μια... Ήταν κάτι που ήταν απρόσμενο. Είναι ένα από τα απρόσμενα, που δεν το περιμένεις, δηλαδή. Και πολλά πράγματα που πρέπει να κάτσω δυο μέρες για να σου λέω τι μπορεί να συνέβαινε εκεί, γιατί κάθε βράδυ ήταν και κάτι διαφορετικό. Ήταν έτσι η όλη κατάσταση. Ναι, αυτά.

Ά.Π.:

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, Μάκη

Ε.Κ.:

Κι εγώ.