© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Από τη μάνα μου έχω μία πληγή στην ψυχή μου που δεν κλείνει
Istorima Code
23164
Story URL
Speaker
Δέσποινα Σαβράνη (Δ.Σ.)
Interview Date
20/09/2022
Researcher
Μαργαρίτα Κορωναίου (Μ.Κ.)
Ε[00:00:00]ίναι Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022, είμαι η Κορωναίου Μαργαρίτα, Ερευνήτρια στο Istorima, και βρίσκομαι μαζί με την Δέσποινα Σαβράνη στη Νίκαια. Οπότε, θες να μας πεις δύο λόγια για την ζωή σου;
Μάλιστα. Λοιπόν, με λένε Δέσποινα Σαβράνη, γεννήθηκα το '41. Οι γονείς μου περιμένανε να γίνω αγόρι, περιμένανε αγόρι και γεννήθηκα κορίτσι. Η μητέρα μου δεν το ήθελε αυτό μόλις με είδε. Με πέταξε στην άκρη. Την αλήθεια. Παθαίνω βρογχοπνευμονία. Ήρθανε οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Έτυχε εκείνη την μέρα που εγώ πέθαινα και με περιμένανε, ήρθανε στο σπίτι που μέναμε στα Καλύβια, ήρθανε οι Γερμανοί και μπήκαν μέσα στο δωμάτιο: «Τι συμβαίνει εδώ;» Είπε ο μπαμπάς: «Περιμένουμε το παιδί μου, φεύγει, πεθαίνει». «Κάντε στην άκρη. Δώστε μου ένα ξυράφι». Λέει ο πατέρας μου: «Τι θα το κάνεις;». «Το θέλω. Κάντε στην άκρη όλοι». Φώναξε τους Γερμανούς, δέκα Γερμανοί και μπήκανε μέσα. Αυτός ήτανε πολύ καλός γιατρός. Πήρε το ξυράφι: «Δώσε μου κι ένα ποτήρι». Το βάζει στο στήθος μου, κάνει δέκα ξυραφιές στο στήθος, το βάζει στο ποτήρι, το στρίβει, γέμισε αίμα. Μαύρο αίμα. Το κρυωμένο αίμα έφυγε. Ανοίξανε τα μάτια μου κι αφού είδε ο γιατρός ότι ανοίξανε τα μάτια μου: «Το παιδί πάει καλά». Τότε, είπε στους Γερμανούς: «Φέρτε τα πάντα. Κρέμες, αλεύρια, τα πάντα, τα πάντα μέχρι σόμπα να ζεσταίνεται το παιδί. Πανί για να το τυλάει η μητέρα του, που τρέμει το παιδί και είναι γυμνό». Τόπια. Όχι πανάκι δύο μέτρα. Τόπια. Τα φέρανε οι άνθρωποι. Έγινα καλά. Η μητέρα μου δεν με ήθελε. Και μαζί με εμένα, αυτά που φέρανε οι Γερμανοί, τρώγανε και τα δύο κορίτσια. Είχε η μητέρα μου δύο κορίτσια κι εγώ ήμουνα η τρίτη. Δεν με ήθελε, ήθελε αγόρι. Μετά από ένα μήνα γύρισε ο Γερμανός και λέει: «Θανάση, μου το δίνετε το κορίτσι αυτό που έκανα καλά να το πάρω, να το υιοθετήσω, να το πάρω στην Γερμανία;». Λέει ο πατέρας μου: «Όχι, δεν μπορώ να το δώσω». «Καλά». Φύγανε οι Γερμανοί. Μεγάλωσα, δεν ξέρω πόσο πήγα, ενός χρόνου; 10 μηνών; 12 μηνών; Δεν υπήρχανε καράβια, λέει η μητέρα μου του μπαμπά: «Θανάση πρέπει να πάμε στην Κρήτη γιατί εδώ θα πεθάνουμε απ' την πείνα». Βρήκαμε μία βάρκα, βάζουμε τα δύο κορίτσια, βάζουμε και το μωρό, εμένα, και ξεκινάμε με την βάρκα, με πανί. Αν φυσούσε ο αέρας προχώραγε η βάρκα. Σταμάταγε ο αέρας, σταμάταγε και η βάρκα. Εγώ όμως έκλαιγα πάρα πολύ γιατί πείναγα. Τότες ο μπαμπάς πήρε ένα πανί, ο βαρκάρης λέει: «Πάρε και λίγο ζάχαρη και καν' το πιπίλα». Μου το βάλανε στο στόμα. Εγώ, παρόλο που ήμουν μικρό, καταλάβαινα ότι αυτό ήτανε κοροϊδία και δεν χόρταινα. Εγώ ήθελα γάλα να κατέβει στο στομάχι. Αυτό ήταν μια ψευτιά αλλά πού να το καταλάβω, και έκλαιγα συνέχεια. Κι ο βαρκάρης λέει: «Να το πετάξουμε στην θάλασσα. Δεν αντέχω το κλάμα». Λέει ο μπαμπάς μου: «Αυτό δεν γίνεται». «Ωραία». Σιγά σιγά, σιγά σιγά φτάσαμε στο Ηράκλειο, πήραμε το λεωφορείο και πήγαμε στου παππού μου το σπίτι, της μάνας μου τον πατέρα, τον παππού μου τον Αντωνακάκη. Εκείνος είχε πάρα πολλά και μας τάισε, έσφαξε κοτούλες, γουρουνάκι, και μας τάισε και δυναμώσαμε. Αφού δυναμώσαμε και μεγάλωσα κι έγινα 4 χρονών, από το χωριό με πήρε και με πήγε στο Ηράκλειο, ήμουνα 5 χρονών; 6 χρονών; Και με πήγε σε τρία σπίτια, υπηρέτρια. Εγώ στεναχωριόμουνα. Ήθελα την μάνα μου και τον πατέρα μου κοντά. Αυτό δεν γινότανε. Τα δύο κορίτσια τα είχε κοντά της. Εγώ περίσσευα. Και πήγα υπηρέτρια. Τέλος του μηνός έπρεπε να πληρωθώ. Ερχόταν η μαμά, δεν με ακούμπησε να μου κάνει ένα χάδι, να με πάρει μια αγκαλιά, ούτε να μου πει «Τι κάνεις παιδί μου;». Μου είπε μόνο: «Πού είναι η κυρία σου;». «Από κει». Φεύγει και πάει από εκεί που της είπα, εγώ εκεί στάθηκα, πήγε, πήρε τον μισθό κι έφυγε από την άλλη πόρτα. Εγώ περίμενα να περάσει μπροστά μου να με χαιρετήσει. Δεν έγινε αυτό. Έφυγε. Η κυρία μου μού έλεγε: «Στρώσε το τραπέζι να φάμε. Εσύ κοπέλα μου δεν θα φας μαζί μας, είσαι υπηρέτρια». «Και πού θα φάω εγώ; Εγώ πεινάω». «Εσύ παιδί μου είσαι υπηρέτρια». «Τι πάει να πει υπηρέτρια;», της λέω. «Είσαι πολύ φτωχιά και πας σε σπίτια και καθαρίζεις και θα τρως στην κουζίνα». «Α, εντάξει», είπα εγώ. Φάγανε εκείνοι, τους έβλεπα που τρώγανε και την ώρα που τους έβλεπα και τρώγανε τα σάλια μου τρέχανε. Φάγανε, μου λέει: «Μάζεψε το τραπέζι», το μαζεύω το τραπέζι. Πάμε στην κουζίνα, παίρνει ένα πιάτο, παίρνει την κατσαρόλα όπως ήτανε, λες και ήμουνα γουρούνι, τα κάτω κάτω ό,τι είχε η κατσαρόλα μού τα έβαλε. Δεν μίλησα. Πήρα ένα κουτάλι, τα έφαγα εκεί. Μου λέει: «Θα πλένεις τα πιάτα 1:00 η ώρα την νύχτα». «Γιατί -λέω- την νύχτα;». «Έτσι κάνουν οι υπηρέτριες». «Εντάξει». 1:00 η ώρα εγώ να νυστάζω, πλένω πιάτα. «Μετά θα κάνεις και μπουγάδα». «Τι είναι μπουγάδα;». «Θα πλένεις τα ρούχα στην σκάφη». Δεν υπήρχαν πλυντήρια. Έπλενα ρούχα. Νύχτα-μέρα. Την ημέρα να σφουγγαρίσω τα δωμάτια. Νύχτα-μέρα, αν κοιμόμουνα δύο ώρες δεν θυμάμαι. Ήρθε η μητέρα μου πάλι, ανοίγω την πόρτα, βλέπω την μαμά μου. Εγώ χάρηκα που βλέπω την μαμά μου. Εκείνη μου λέει: «Πού είναι η κυρία σου;». Λέω: «Από εκεί». Πάλι τα ίδια, πήρε τα λεφτά κι έφυγε. Μόλις πέρασαν τρία χρόνια, μού λέει η κυρία μου: «Θα πάρουμε άλλη κοπέλα». «Γιατί, δεν σας κάνω εγώ;». Λέει: «Θέλουμε να πάρουμε πιο μεγάλο κορίτσι». «Ωραία».
Πόσο χρονών ήσουνα τότε;
Ήμουνα στα 10; Ήρθε η μητέρα μου, το είπε η κυρία, λέει: «Θα πάρεις την κόρη σου να την πάτε σε άλλο σπίτι». Ψάχνει η μάνα μου, βρίσκει άλλο σπίτι, με πάει σε άλλο σπίτι, πιο ζόρικο. Είχε μωρό αυτή. Να βαστάω το μωρό, να πηγαίνουνε θέατρο, να θέλουν να πλένω. Με λίγα λόγια πάρα πολλή κούραση. Με πήγε σε τρία σπίτια. Λεφτά στα χέρια μου, τον κόπο μου, τα χέρια μου δεν είδα, τι, πράσινα ήταν τα λεφτά; Κόκκινα ήτανε; Δεν τα είδα ποτέ μου. Τα έπαιρνε εκείνη τα λεφτά μου και τάιζε τα παιδιά της. Τάιζε τα παιδιά της. Εμένα δεν μου έλεγε «Τι κάνεις παιδί μου, έλα να σε πάρω μια αγκαλιά». Αυτό ήταν το... «Μαμά μου, φεύγεις μαμά μου; Από εκεί είναι η κυρία». Δεν μου μίλαγε. Τελείωσαν οι υπηρέτριες. Πήγα πάλι στο χωριό. Ήρθε και με πήρε να με πάει στο χωριό. «Τώρα Δέσποινα -μου λέει-, θα πάμε στην Κάκη Ράχη». Η Κάκη Ράχη είναι ένα χωράφι μεγάλο και ήτανε γεμάτο πέτρες. «Θα παίρνεις όλες τις πέτρες, θα τις βάζεις στο στήθος σου εδώ και θα τις πηγαίνεις επάνω στην άσφαλτο». «Ναι μαμά». Δεν της έλεγα ποτέ όχι. Έπαιρνα τις πέτρες... Εγώ έκανα εκείνο που έλεγε η μαμά, σήκωνα τις πέτρες. Μια στιγμή εγώ δίψασα. Δεν είχαμε νερό: «Μαμά διψάω». «Τι να σου κάνω; Κάνε έναν λάκκο να βρεις νερό». Κάνω με τα δύο μου τα χεράκια έναν λάκκο και είχε μέσα σκουλήκια κόκκινα. Μου λέει: «Θα πιεις από εκεί νερό». Έλα που εγώ έσκαγα κι έβαλα το μουτράκι μου, τη μούρη μου και ήπια νερό με τα σκουλήκια. Μέχρι εκεί φτάσαμε. Εν τω μεταξύ, η μαμά μου τότε, όταν με πήγε στα χωράφια είχαμε, ήμαστε πέντε κορίτσια και τρία αγόρια, αλλά τα μεγάλα κορίτσια δεν τα έβγαζε έξω. Το είχανε στην Κρήτη έτσι, μόνο η τρίτη θα βγαίνει έξω. Τα δύο τα κορίτσια τα μεγάλα τα είχε μέσα και πλέκανε, αλλά η τρίτη πρέπει να πάει στα χωράφια. Την άλλη μέρα μου λέει: «Δέσποινα θα πάμε στο Κολομώδη, έχουμε τα σταφύλια. Πάμε». Σταφύλια, κασάκια, βάζω στον ώμο μου, τα πηγαίνουμε στον [Δ.Α.]. Πάει κι αυτό. Κούραση πολλή. Αφού μεγάλωσα λίγο, μεγάλωσα, 13 χρονών ήμουνα, 14, πήγαμε στην Αθήνα. Πήγα στην Αθήνα. Με έστειλε στην Αθήνα κι έμεινα στου μπαμπά μου την αδερφή. Λέει η θεία μου: «Πρέπει να δουλέψεις Δέσποινα. Στου Παπαστράτου». Πήγα στον Παπαστράτο, μου λέει: «Είσαι μικρή». Γυρνάω πίσω, λέω στην θεία μου: «Είπανε ότι είμαι μικρή». Είχε ένα μέσο η θεία και πήγα Αραχώβης 11 στην Αθήνα κι έβγαλα μια κάρτα αν[00:10:00]ηλίκων και μου είπανε: «Κορίτσι μου είσαι φυματικιά. Πέρασες άσχημη ζωή. Και έχεις μια μεγάλη σκιά στον πνεύμονα». Εμένα αυτό που μου το είπανε, η νοσοκόμα, ήμουνα στις σκάλες και κατέβηκα τις σκάλες. Μόλις το έμαθα, λέω: «Εγώ φυματική; Δηλαδή είμαι άρρωστη; Έχω φυματίωση εγώ;». Και έκανα τούμπες στις σκάλες και κατέβηκα κάτω. Σηκώθηκα για μια στιγμή, ήρθε ο γαμπρός μου ο Αντώνης, με πήγε: «Τι έχεις; -μου λέει- Τι έπαθες;». Λέω: «Μου είπανε Αντώνη, αυτή η κοπέλα, ότι είμαι φυματική». «Πάμε. Πήρες το χαρτί;». «Πήρα το χαρτί». Πάω στου Παπαστράτου, παρόλο που είχα την πάθηση αυτή.
Πόσο χρονών ήσουνα τότε;
Ήμουνα 17 χρονών. Έπρεπε να πάω 18 για να με πάρει ο Παπαστράτος.
Πριν δεν είχες πάει όμως και στην Λέρο;
Ναι, την ξέχασα την Λέρο.
Ωραία, θα την πούμε μετά.
Ναι.
Για συνέχισε.
Τι έλεγα;
Σε πήγε στον Παπαστράτο.
Ναι, πήγα στον Παπαστράτο, με πήρανε, λέει: «Θα σε πάρουμε, είσαι πολύ όμορφη κοπέλα -μου λέει-, θα σε πάρουμε. Και καλό κορίτσι φαίνεται», και με πήρανε. Δούλεψα εφτά χρόνια. Αυτά τα εφτά χρόνια που δούλεψα δεν πήρα, πληρωνόμουνα και τα έδινα όλα στην μαμά. Παρόλο που εκείνη μού τα έπαιρνε τα λεφτά όταν ήμουνα υπηρέτρια, εγώ συνεχούσα να της τα δίνω. Κάθε Σάββατο έλεγα: «Μαμά πάρ' τα», «Μαμά πάρε την πληρωμή μου». Περάσανε εφτά χρόνια, γνώρισα τον άντρα μου, παντρεύτηκα τον Δημήτρη Καζάκο και άλλαξε η ζωή μου τελείως, στο καλύτερο, πολύ καλύτερο. Παντρεύτηκα τον Δημήτρη τον Καζάκο, πέρασα πάρα πολύ καλά. Έφαγα ψωμί στα χέρια του. Εκεί χόρτασα ψωμί στα χέρια του άντρα μου. Ενώ η μητέρα μου δεν με ήθελε γιατί ήμουνα κορίτσι. Αυτά.
Αρχικά θες να μας πεις λίγο για την Λέρο; Πώς έγινε;
Στην Λέρο με στείλανε πριν έρθω στην Αθήνα. Πού τα έμαθε η μαμά, σκάλισε η μάνα μου, λέει: «Θα σε στείλω στην Λέρο». «Τι θα κάνω στην Λέρο;». Λέει: «Είναι μια νοικοκυρική σχολή». Πήγα, κάθισα στην Λέρο ένα χρόνο, πήρα το απολυτήριό μου.
Τι σχολή ήταν αυτή;
Οικοκυρική. Την είχε κάνει η βασίλισσα. Την είχε κάνει η βασίλισσα την σχολή αυτή και πηγαίνανε τα παιδιά τα ορφανά, τα φτωχά, και μάθαινες κάθε μέρα και μια τέχνη. Νοικοκυρική, μαγειρική, είναι η ζαχαροπλαστική, πλυντήριο να βάζεις, να ράβεις, να φτιάχνεις κρεβάτια ωραία, όλα, όλα, όλα. Έγινα μια καλή νοικοκυρά. Πάνω στον χρόνο φύγαμε όλα τα παιδιά. Πήραμε το χαρτί μας και φύγαμε. Ε, αφού φύγαμε πια, πήγαμε στην Αθήνα, στο Ηράκλειο και μετά από εκεί με έστειλε, έφυγα και πήγα στην Αθήνα, πήγα Παπαστράτο.
Θες να μας πεις παραπάνω λόγια για την Λέρο; Πώς ήτανε;
Η Λέρος ήτανε, πέρασα πολύ καλά γιατί ήξερα το πρωινό μου, όλα τα κορίτσια, πολλά κορίτσια ήμαστε, ωραίες τραπεζαρίες, παίρναμε το πρωινό μας, το γάλα μας, την φρυγανιά μας, το βούτυρο, το μέλι, το βούτυρο ναι, φρυγανιές, το μεσημέρι το φαγητό μας, το απόγευμα το πιλάφι με το τυρί το κίτρινο. Πέρασα πολύ ωραία. Ένα χρόνο πέρασα πάρα πολύ καλά. Φυτεύαμε, ντομάτες, κολοκυθάκια φύτευα, άνοιγα λάκκους και φύτευα ντομάτες. Μου έλεγε: «Δέσποινα σήμερα θα φυτέψεις ντομάτες και κολοκυθάκια. Και αύριο θα φυτέψει η άλλη η κοπέλα». Και φύτευα μαναβικά. Φασολάκια, κολοκυθάκια. Μου είπε ο κηπουρός, ο κηπουρός ήτανε όρθιος και μου έλεγε τι θα κάνω. Και έμαθα και να φυτεύω. Ε, πέρασε ο χρόνος, ήτανε πολύ ευχάριστος χρόνος, δεν μπορώ να πω, πέρασα πολύ ωραία αλλά πάνω στον χρόνο μου λέει: «Πρέπει να φύγετε. Θα έρθουν άλλα παιδιά». Κι έτσι έφυγα.
Το μέρος πώς ήταν εκεί;
Ωραίο μέρος.
Πώς κοιμόσασταν; Πόσα παιδιά;
Πολλά κορίτσια. Δεν μπορώ να τα μετρήσω. Μία αίθουσα, από δω μέχρι την Θηβών μία αίθουσα, κρεβάτια με κόκκινες κουβέρτες –σαν να τις θυμάμαι τώρα– αλλά οι γωνίες να είναι φτιαγμένες ωραία. Άμα το κρεβάτι δεν ήταν ωραίο το χάλαγε η κυρία μου. Λέει: «Το κρεβάτι δεν είναι ωραίο. Να το κάνεις με γωνίες». Τον Οκτώβριο που κάνανε την παρέλαση, με βάλανε, επειδής ήμουνα ψηλό κορίτσι και αδύνατο, με βάλανε σημαιοφόρο. Σημαιοφόρο με τα γάντια, με την φούστα την μπλε, άσπρο πουκάμισο, μαλλί μακρύ όλο μπούκλες. Λέει: «Σαβράνη θα σε βάλουμε σημαιοφόρο γιατί είσαι και αριστούχα. Όλα σου είναι, δηλαδή και το πλυντήριο που σου είπαμε να βάλεις το έβαλες από μόνη σου, και το ράψιμο που σου είπαμε να πλέξεις την κάλτσα την έκανες μόνη σου, πήρες πολύ εύκολα την δουλειά. Θα σε κάνουμε σημαιοφόρο». Και έκανα την παρέλαση ένα-δύο, ένα-δύο μια χαρά. Τη φωτογραφία μου δεν ξέρω πού την έχω.
Θες να μας περιγράψεις μία μέρα σου εκεί; Ξυπνάς;
Ναι.
Τι κάνετε;
Ξυπνάμε, φτιάχνουμε κατευθείαν το κρεβάτι, ανοίγουμε τα παράθυρα να αεριστεί η αίθουσα και πάμε να πλυθούμε. Πλένουμε δόντια, πρόσωπο, δόντια και πάμε στην τραπεζαρία μετά και είναι ο μάγειρας και μας φέρνει το γάλα, το βούτυρο, είναι στρωμένα όλα πολύ ωραία, πολλή καθαριότητα, και τρώγαμε. Μετά, πηγαίναμε στον κήπο, στο προαύλιο, στον κήπο και παίζαμε. Παίζαμε διάφορα παιχνίδια, κάναμε τις κουμπάρες, κάναμε τις δασκάλες, ότι είσαι δασκάλα κι εγώ είμαι μαθήτρια, διάφορα παιχνίδια παίζαμε. Και το ένα, το άλλο, ξέρω 'γω πολλά, πέρασε ο χρόνος. Αλλά πέρασα ωραία. Το είχε κάνει η βασίλισσα, αλλά δεν θυμάμαι ποια βασίλισσα. Η Φρειδερίκη; Το είχε κάνει δώρο αυτό το κτίριο.
Μετά πότε κάνατε, τα μαθήματα πότε ήτανε;
Τα μαθήματά μου ήτανε μετά, μου λέει η νοσοκόμα: «Πρέπει να μάθουμε να κάνεις ενέσεις στον άνθρωπο». Λέω: «Πώς;». «Θα μάθεις -μου λέει- τώρα, παρατήρησέ με». Πήρε μία ντομάτα, πήρε την σύριγγα, μου λέει: «Αυτή είναι η σύριγγα. Την βλέπεις Δέσποινα;». «Την βλέπω». «Είναι άδεια. Η ντομάτα είναι εδώ. Τραβάμε την σύριγγα πίσω, βάζουμε την βελόνα στο δέρμα -δέρμα τη λέμε την ντομάτα-, τρυπάμε το δέρμα απαλά απαλά, όχι ίσια, πλαγίως, τραβάμε την σύριγγα, παίρνει την ντομάτα, δηλαδή παίρνει το αίμα του ανθρώπου...». Κάθε Πέμπτη είχαμε νοσηλευτική. Νοσηλευτική κάθε Πέμπτη.
Πότε ήτανε; Το πρωί; Μεσημέρι;
Πρωινές ώρες ήταν αυτό. Μετά το γάλα, μετά το πρωινό μας;
Και μετά, το μεσημέρι τι κάνατε;
Το μεσημέρι τρώγαμε και μετά πηγαίναμε για ύπνο όλοι. Ή να κοιμηθείς ή να ξεκουραστείς. Μετά ξυπνάγαμε και πηγαίναμε και μαθαίναμε, πλυντήριο, σφουγγάρισμα, ξεσκόνισμα. Όλες τις δουλειές του κόσμου τις μάθαμε εκεί. Να τραβήξουμε έπιπλα, να ξεσκονίσουμε, να σφουγγαρίσουμε, καθαριότητα. Αυτό ήτανε, λέγαμε η αίθουσα η... Πώς την λέγαμε; Οικοκυρική. Η σχολή οικοκυρική ναι. Η σχολή οικοκυρική.
Το απόγευμα;
Το απόγευμα βγαίναμε και παίζαμε πάλι, μετά χτύπαγε το κουδούνι, μαζευόμασταν. Το πρωί κάναμε την προσευχή μας, ομάδες-ομάδες, τα αγόρια από δω –είχαμε και τα αγόρια αλλά ήτανε σε άλλη μεριά τα αγόρια– τα κορίτσια από δω. Κάναμε την προσευχή μας, πηγαίναμε τρώγαμε το πρωινό μας, παίζαμε. Μετά έπρεπε να μάθουμε τα μαθήματα. Έπρεπε να μάθουμε, όπως έμαθα την βελόνα, και έπρεπε να μάθω να παίρνω αίμα και να κάνω ενέσεις στον κόσμο, αλλά δεν έμαθα τίποτα. Αυτό μου έλεγε η Μαρία: «Δεν έμαθες -μου λέει- να κάνεις ενέσεις. Δεν έμαθες μοδίστρα, να ράβεις». Δεν έμαθα τίποτα.
Ε, δεν τα έμαθες αυτά; Δεν ράβεις;
Δεν ράβω. Παίρνω υφάσματα να ράψω κοστούμι; Να ράψω φόρεμα; Τα ξέχασα.
Στεναχωρήθηκες μετά όταν έφυγες;
Ναι, γιατί ήτανε πολύ ωραία και σκέφτηκα τι με περιμένει όταν πάω στην μάνα μου. Τι με περιμένει σκέφτηκα, ότι στην Λέρο ήμουνα πάρα πολύ καλά και τώρα λέω: «Ωχ, θα πάω στην μάνα μου, τι με περιμένει;». Δεν υπήρχε φαγητό στη μάνα μου, δεν υπήρχε.
Στην Λέρο τρώγατε;
Στην Λέρο; Πρωί, μεσημέρι, το βράδυ, απογευματινό. Όλα. Όλα τέλεια. Οχτώ παιδιά. Έβαζε ο πατέρας μου μια κατσαρόλα νερό κι έριχνε αλεύρι και ζάχαρη και μας έκανε, κάπως το έλεγε, και μας έβαζε και τρώγαμε. Πεινάγαμε. Δεν μας βοήθησε κανένας. Ούτε το κράτος ούτε κανείς δεν μας βοήθησε. Ο μπαμπάς άρρωστος, αιμορραγία, όλο αίμα, πήγαινε αίμα, και μου έλεγε: «Δέσποινα φέρε το λεκανάκι γιατί θα βγάλω πάλι αίμα» και το έβλεπα εγώ το αίμα κι έκλαιγα. Ωραία ζωή πέρασα...
Από τον μπαμπά σου τι θυμάσαι;
Από τον μπαμπά μου θυμάμαι πολλά πράγματα, πολύ ωραία πράγματα. [00:20:00]Τα ωραιότερα πράγματα. Από μικρή μικρή, ήμουνα 2 χρονών, με πήγε στον γιατρό και λέει: «Το παιδί έχει πάθει φυματίωση Θανάση». «Πρέπει να τρώει το αυγουλάκι του από την κότα. Να μην το βράζεις, ωμό. Πρέπει να του παίρνεις κρεατάκι μοσχάρι τόσο, να το φτιάχνεις και να το τρώει, γιατί άμα δεν τα κάνεις αυτά θα πεθάνει». Κι ερχότανε ο μπαμπάς, με ξύπναγε 1:00 η ώρα την νύχτα, μου έκανε έτσι, ένα ποτήρι γάλα, το έπινα,: «Τώρα -μου λέει- κοιμήσου». Σηκωνόμουν το πρωί, τον βλέπω με ένα αυγό, δύο τρυπούλες, μία τρυπούλα πάνω και μία τρυπούλα κάτω: «Άνοιξε το στόμα σου. Ρούφα τώρα. Ντάξει. Σταματία σήκω -έλεγε στην αδερφή μου την μεγάλη- να το βάλουμε στο κοφίνι, να το ζυγίσουμε, να δούμε χάνει κιλά ή παίρνει;». Γιατί είπε ο γιατρός του μπαμπά: «Αν χάνει δεν πάμε καλά». Και με τάιζε κρυφά, να μην με βλέπουν τα άλλα παιδιά, με τάιζε κρυφά. Έπαιρνα. Γινόμουνα καλύτερα, γιατί με τάιζε κρυφά. Η μαμά ήτανε στα χωράφια, δεν το έβλεπε, γι' αυτό με τάιζε, να μην με βλέπει η μαμά. Άμα με έβλεπε θα με άφηνε νηστικιά. Ο μπαμπάς με αγάπαγε πάρα πολύ. Με έπαιρνε και μου έλεγε: «Δέσποινα πάμε σχολείο, πρέπει να μάθεις γράμματα γιατί όταν μεγαλώσεις θα σε κοροϊδεύουνε. Θα σε γελάνε. Θα δίνεις τα λεφτά και δεν θα παίρνεις ρέστα. Και πρέπει να μάθεις γράμματα». Εγώ όμως δεν το πήρα σοβαρά και πήγαινα στο σχολείο και όταν έφευγε ο μπαμπάς έφευγα κι εγώ. Κι έτσι δεν έμαθα γράμματα.
Με τα αδέρφια σου έπαιζες;
Δεν μας έμενε ώρα να παίξουμε. Δουλειές. Ο Μιχάλης από δω, ο Νίκος από κει, να μάθουνε τέχνες. Δούλευα εγώ μετά στου Παπαστράτου, έδινα τα λεφτά.
Από όλα τα αδέρφια εσύ είχες την χειρότερη αντιμετώπιση δηλαδή;
Ναι. Την χειρότερη. Κανείς δεν πήγε υπηρέτρια. Κανείς δεν πήγε στην Λέρο. Κανένα παιδί από τα οχτώ παιδιά. Μόνο εγώ υπηρέτρια, εγώ στα χωράφια, εγώ στην Λέρο, μόνο εμένα. Εγώ περίσσευα. Δηλαδή ήτανε οχτώ παιδιά, με βγάλανε εμένα απ' την μέση και λέγανε: «Θα την στείλουμε εκεί», «Η Δέσποινα θα πάει υπηρέτρια εκεί», «Η Δέσποινα θα πάει στο άλλο σπίτι», «Η Δέσποινα θα πάει στην Κάκη Ράχη», «Η Δέσποινα θα πάει στον Κολομόδη». Ήμουνα με τον μπαμπά μου και με την μάνα μου και δουλεύαμε και δουλεύαμε και πεινάγαμε και πείναγα. Ο ήλιος εκεί με έκαιγε... Γιατί περίμενε αγόρι και είδε κορίτσι και τρελάθηκε. Και δεν λέει ότι μετά από μένα, μετά από μένα που γεννήθηκα, γεννήθηκαν δύο αγόρια. Τι αρχή τής έκανα. Μετά από μένα δύο αγόρια γεννηθήκανε. Αυτό δεν το κοίταξε. Και παντρεύομαι τον Καζάκο και την παίρνω μαζί μου την μάνα μου, να την ταΐζω: «Έλα μαμά να φάμε. Μαμά έλα να φάμε». Έβαζα το πρώτο πιάτο της μαμάς μου και μετά του άντρα μου και μετά τα παιδιά μου, τη Μαρία μου, του Μιχάλη μου. «Έλα μαμά να φάμε». Σε μένα ερχότανε να φάει, στα χέρια μου έπεσε. Κι εγώ: «Μαμά, μαμά, μαμά. Μην φύγεις μαμά και πας πουθενά. Μην πας στο Μενίδι. Σε θέλω μαμά. Σ' αγαπάω πολύ». Εγώ αυτό έλεγα πολύ: «Μαμά, σ' αγαπάω πάρα πολύ, μαμά μου». «Εγώ δεν σ' αγαπάω όμως». Εκείνη την ώρα κατέβασα το κεφάλι μου... «Μαμά, εγώ σ' αγαπάω πάρα πολύ». «Ναι, αλλά εγώ δεν σε θέλω. Δεν σ' αγαπάω». «Καλά». Αλλά δεν ήτανε ο μπαμπάς μπροστά, μου το έλεγε, όταν ήταν ο μπαμπάς μπροστά δεν μου τα έλεγε αυτά. Όταν έλειπε ο μπαμπάς μού τα έλεγε αυτά. «Δεν σε θέλω».
Την ρώτησες ποτέ γιατί;
«Γιατί μου φέρεσαι μαμά έτσι;». «Γιατί δεν σε θέλω». Δεν μου έλεγε τίποτα άλλο. «Δεν σε θέλω. Δεν σ' αγαπώ. Γιατί μ' αγαπάς εσύ;». Λέω: «Εγώ σ' αγαπώ. Δεν ξέρω, μέσα μου αισθάνομαι μια αγάπη απέναντί σου. Μέσα μου εγώ αισθάνομαι μία αγάπη απέναντί σου, ότι σ' αγαπάω πολύ. Είσαι η μάνα μου». «Αλλά εγώ όμως αισθάνομαι μίσος -μου έλεγε-, δεν σε θέλω!».
Τα παιδιά σου τα αγάπησε;
Πάρα πολύ. Τα παιδιά μου, αγάπησε πάρα πολύ την Μαίρη. Έλεγε του Τάκη: «Μην σε δω Τάκη σε παρακαλώ και χτυπήσεις την Μαίρη. Έχεις να κάνεις μαζί μου». Κι όταν έμεινα έγκυος στον γιο μου, μου λέει: «Έμεινες έγκυος, γιατί να μείνεις έγκυος;». Λέω: «Ρε μαμά τι είναι αυτά που λες; Με τον άντρα μου έμεινα έγκυος. Με τον γκόμενο έμεινα;». «Θα κάνεις παιδί τώρα και θα αφήσουμε τα χάδια της Μαιρούλας;». Δεν ήθελε να κάνω άλλα παιδιά. Κάνω τον γιο μου, ήθελε ο άντρας μου να κάνω άλλο ένα. Μου λέει η μάνα μου: «Πήγαινε βγαλ' το. Ριχ' το. Δύο παιδιά, πώς θα τα καταφέρεις δύο παιδιά;». Και πάω και το ρίχνω το τρίτο. Ενώ ο Τάκης, μου λέει ο παππούς σου: «Γιατί το έβγαλες; -μου λέει- Ήθελα, τρία παιδιά ήθελα εγώ. Γιατί το έβγαλες;». Το μετάνιωσα βέβαια.
Εσύ σαν μάνα σκεφτόσουνα μην γίνεις σαν την δική σου;
Εγώ το μίσος που μου είχε η μάνα μου, το εντελώς αντίθετο είχα στα παιδιά μου. Αγάπη. Γιατί λένε ότι: «Αυτή η γυναίκα σκότωσε τα παιδιά της. Άρα πήρε από την μάνα της». Η μάνα μου η δικιά μου δεν μου φέρθηκε καθόλου καλά εμένα. Τυραννία. Μου το έλεγε καθαρά: «Δεν σ' αγαπάω». Εγώ έλεγα στην Μαιρούλα μου: «Μαιρούλα μου κατάπιε παιδί μου. Να σου βάζω λεφτά, 10 ευρώ. Κατάπινε το ψαράκι -της έπαιρνα ψαράκι, της έπαιρνα ψάρι-, κατάπινε κορίτσι μου. Να σου βάζω κι άλλα λεφτά». «Μαιρούλα μου. Μαιρούλα μου. Μιχάλη μου. Μιχάλη μου». Αγαπούσα πάρα πολύ τα παιδιά μου. Πάρα πολύ. Κι όχι μόνο τα παιδιά μου, γενικά τα παιδιά τα αγάπαγα πολύ. Εντελώς αντίθετη η ζωή που έκανα εγώ με την μάνα μου. Που λέγανε ότι απ' την μάνα παίρνεις. Δεν το πιστεύω αυτό. Αρρώστησε η μάνα σου και έπαθε την ιλαρά κι εγώ έγινα κατακίτρινη. Ούτε φαΐ ούτε τίποτα. Δεν έτρωγα. Γιατί έπαθε κώμα η Μαρία μου, κώμα.
Τι είχε γίνει εκείνη την μέρα;
Έκανε πυρετό αλλά δεν ήξερα γιατί έκανε πυρετό. Κι εγώ καθόμουνα έτσι, το χέρι μου έτσι να την παρακολουθώ στο κρεβάτι. Ο παππούς σου έφυγε, πήγε κοιμήθηκε στο κρεβάτι της κι εγώ με την Μαρία μου. Μια δόση με πήρε το πρωί ύπνος και κουνήθηκα. Λέω: «Σεισμός». Βλέπω την Μαρία μου και πήγαινε έτσι. «Αχ -λέω- η Μαρία μου! Μαρία μου! Τάκη η Μαρία μας! -λέω- Η Μαρία μας τα μάτια της ανοιχτά και δεν... Μαρία! Μαρία! Μαρία!». Την πιάνει ο μπαμπάς« Μαρία! Μαρία!», τίποτα η Μαρία. Βρίσκω έναν γείτονα, ήτανε κουτσός, τον βάλαμε στο αυτοκίνητο, πήγαμε στο Κρατικό –ευτυχώς το Κρατικό ήτανε κοντά μας–, «Το παιδί μου», ρίχνω κάτι φωνές, κατεβήκανε όλοι οι γιατροί, το παίρνουν το παιδί. Ήταν και ψηλή η Μαρία. Μικρή αλλά ψηλή. Της βάλανε μηχανήματα, δεν ξέρω τι, το μάτι της κατευθείαν δούλεψε. Δεν ήταν έτσι. Δούλεψε. Λένε: «Πηγαίνετε να συνεφέρετε την μητέρα της. Είναι κάτω ξάπλα και τραβάει τα μαλλιά της». «Μαιρούλα μου! Μαιρούλα μου! Μαιρούλα μου!». Λέει: «Κυρία μου, η Μαρία σου πάει πάρα πολύ καλά. Συνήλθε». «Ναι;». Χάρηκα πάρα πολύ. «Μπράβο γιατρέ. Ευχαριστώ πάρα πολύ γιατρέ». «Αλλά τώρα -λέει- Καζάκο, ξέρουμε τι είχε. Έχει ιλαρά μέσα της και δεν έβγαινε και έκανε υψηλό πυρετό και την πήρε την μαμά της ο ύπνος και έπρεπε να πάρει αντιπυρετικό να κατέβει ο πυρετός». Δεν της έδωσα, με πήρε ο ύπνος. Παραλίγο, χαζομάρα μου, θα έχανα το παιδί μου. Θα το είχα τύψεις. «Πρέπει να πάρουμε -λέει- υγρό απ' τον σπόνδυλο». Κάνουν την Μαίρη έτσι κι απ' τον σπόνδυλο, όπως είναι ο σπόνδυλος, από εκεί μέσα της πήρανε με μια σύριγγα τόσο υγρό. Λέει: «Κυρία Καζάκου, Κύριε Καζάκο, το βλέπετε το υγρό; Λάμπει σαν νερό. Άρα δεν έχει πάθει το κεφάλι της τίποτα. Αν ήτανε θαμπό θα πάθαινε εγκεφαλίτιδα -κάπως το είπε- αλλά είναι τόσο καθαρό, που είναι μια χαρά το παιδί. Τώρα θα πάτε -μου λέει- στο Λοιμωδών». «Στο Λοιμωδών -λέω- έχω ακούσει γιατρέ ότι είναι οι λεπροί». «Οι λεπροί είναι πάνω ψηλά. Τα δωματιάκια τα μικρά τα κάτω κάτω είναι τα παιδικά, είναι για παιδικές αρρώστιες. Ιλαρά, τύφο, μαγουλάδες, είναι για...». Μεγάλη Δευτέρα πήγαμε, Μεγάλο Σάββατο φύγαμε και υπογράψαμε και φύγαμε. Έβγαλε τα σπυριά απ' έξω η Μαίρη, συνήλθε και μετά, αφού έγινε καλά, παθαίνει βρογχοπνευμονία. Πέφτει η Μαίρη κάτω. Την σηκώσαμε, φωνάζουμε τους γιατρούς στο Λοιμωδών, λέει: «Μετά που φεύγει -λέει- η ιλαρά φέρνει αυτό, βρογχοπνευμονία». Λέω: «Τάκη, πήγαινε φώναξε τον Θανάση που την παρακολουθεί, τον γιατρό». Τον έφερε, λέει: «Ναι, το φέρνει αυτό. Θέλω τρεις ενέσεις Καζάκο αλλά είναι ακριβές». Λέει: «Ας είναι ακριβές, θα τις πάρω -λέει ο Τάκης- Πού είναι;». Λέει: «Στου Μπακάκου στην Αθήνα». Πήγε στου Μπακάκου, τις πήρε, της έκανε μία την η[00:30:00]μέρα, έγινε καλά, πήγαμε σπίτι. Τράβηξα πολλά με την Μαίρη. Πάρα πολλά. Πάρα πολλά. Ευτυχώς. Ευτυχώς Παναγία μου. Και καμιά φορά που μαλώνω το μετανιώνω και λέω: «Άστο, μην του μιλάς. Άστο να κάνει ό,τι θέλει. Άστο να παίρνει ό,τι θέλει. Μην της λες όχι». Τόσο πολύ που όταν την είδα έτσι εγώ, τα μάτια ανοιχτά και να του μιλάει ο Τάκης: «Μαίρη! Μαίρη! Μαίρη!» και να μην ανοίγει, να μην μας μιλάει, να χτυπιέται... Μόνο που το σκέφτομαι σηκώνεται η τρίχα απ' το κεφάλι μου. Έχω τραβήξει πολλά. Πάρα πολλά έχω τραβήξει. Τελειώσαμε;
Να κάνουμε διάλειμμα;
Ναι.
Στο νοσοκομείο πώς ήταν τότε, εκείνη την περίοδο; Γινόταν χαμός;
Σε ποιο νοσοκομείο; Στο Λοιμωδών;
Ναι.
Ναι. Φέρνανε πολλές γυναίκες τα μωρά τους, τα παιδιά τους, στα δωματιάκια. Ένα δωματιάκι η μάνα σου, ένα δωματιάκι το άλλο μωρό, ένα δωματιάκι... Δίπλα, ένα δωματιάκι ήταν ένα μωρό, παραδίπλα ένα μωρό. Και ήταν μία τσιγγάνα –έτσι να πω; Τσιγγάνα λέγεται;
Ναι.
Ναι. Και ήθελε να πάει να δει τα παιδιά της τα υπόλοιπα. Λέει: «Μπορείτε να μου φυλάξετε το μωρό μου, τώρα κοιμάται, να πάω να κοιτάξω τα άλλα παιδιά;». Λέω: «Τι να του κάνω άμα κλαίει;». Λέει: «Δεν πιστεύω -λέει- γιατί είναι η ώρα του να κοιμηθεί και θα έρθω αμέσως, να πάω να τα δω». Αυτή όμως δεν ήρθε αμέσως, άργησε, και το παιδί έκανε αυτό όπως έκανε αυτό, όπως έκανε–
Σπασμούς;
Ναι, σπασμούς. Βγήκα εγώ, η μάνα σου ήτανε ήρεμη, ήρεμο το παιδί, φέραμε τον Θανάση τον γιατρό, πήγαμε και πήραμε τις ενέσεις, εντάξει, είχα ησυχάσει. Αλλά ήμουνα χάλια. Λέω: «Νοσοκόμα! Νοσοκόμα σε παρακαλώ! Φώναξε τους γιατρούς! Το διπλανό το μωρό -λέω- και το ένα μωρό και το άλλο μωρό, δεν είναι δικά μου, παθαίνουνε σπασμούς». «Σπασμούς;». Φωνάζει τους γιατρούς, έρχονται οι γιατροί, τα βλέπουν τα μωρά, τους κάνανε, πώς το λένε αυτό; Ναι. Πέθανε το ένα μωρό, παλεύουν το άλλο μωρό, πεθαίνει και το άλλο μωρό. Ήρθε η μάνα... Αφού πεθάναν τα παιδιά τα σκεπάσαν τα κεφαλάκια τους. Εγώ ταράχτηκα πάρα πολύ, πήγαινα να βλέπω την Μαρία μου ότι είναι καλά, δόξα τω Θεώ! Τα βλέπω τα μωρά, αχ πεθάνανε τα μωρά! Αχ στεναχώρια εγώ! Λέω: «Γιατρέ πέθανε και το άλλο;». Μετά από λίγο, να η μάνα τους: «Κυρία μου -λέει- πώς πάνε τα παιδιά μου;». Λέει: «Γιατί πιάνετε το κεφάλι σας;». Λέω: «Έχω πονοκέφαλο. Πηγαίνετε -λέω- μέσα. Είναι οι γιατροί». Πήγε, προχώρησε η μάνα, αναλάβανε πια οι γιατροί και της το είπανε το μυστικό. «Το παιδί μου τι έπαθε;». Λέει: «Έπαθε σπασμούς.». Ήρθε μετά και με βρήκε και μου λέει... Ήρθε μετά η άλλη μάνα: «Πώς πάει το παιδί μου;». «Σπασμούς...». Πάθανε... Πώς το είπαν οι γιατροί; Μετά μου λέει η μάνα η τσιγγάνα: «Μόλις έφυγα κοιμόταν;». Λέω: «Κοιμότανε αλλά μες στον ύπνο του κουνιότανε το παιδί. Και φώναξα τους γιατρούς αμέσως! Δεν περίμενα εγώ. Βγήκα αμέσως και φώναζα Βοήθεια! Τα παιδιά! Τα μωρά πεθαίνουνε! Έχουνε σπασμούς!». Δεν τα προλάβανε. Έκλαιγε η μάνα η μία, έκλαιγε και η άλλη. Εγώ κοίταγα μετά την κόρη μου, στεναχωρήθηκα πάρα πολύ με τα μωρά. Πάρα πολύ στεναχωρήθηκα. Ε, ήρθε η μέρα, πήρα την Μαρία μου κι έφυγα, εντάξει. Πάει αυτό. Όταν δούλευα στου Παπαστράτου και σχόλαγα, έβαζα την τσάντα μου εδώ, τα μαλλιά μου τα σήκωνα κότσο, ήμουνα πάρα πολύ αδύνατη. Δεν σταμάταγα εδώ, σταμάταγα στο Κρατικό, να πάω στον μπαμπά μου. Να δω τον μπαμπά μου που ήτανε στο κρεβάτι άρρωστος.
Πόσο χρονών ήσουνα τότε;
Έπιασα 17 χρονών δουλειά. Μετά από ένα χρόνο; 18 ήμουνα; Μια κοπελάρα... Αφού ήρθανε οι ξένοι, όλοι οι ξένοι πάνω στο τραπέζι μου, δεν πηγαίνανε σε κανένα τραπέζι Μαργαρίτα, μόνο πάνω στο τραπέζι μου, λέγανε, με βγάζανε φωτογραφίες, λάμπες μπροστά, λάμπες πίσω. Πω πω τι γινότανε! Εγώ δεν έδινα σημασία. Δεν έδινα σημασία εγώ σε αυτά. Πήγα πάνω να φάω την μακαρονάδα μου και ανεβήκανε επάνω. Μου λέγανε: «Τα μάτια ψηλά, το στόμα ανοιχτό και τα μακαρόνια να κρέμονται». Πάω να ντυθώ στην ντουλάπα μου, ήρθανε στην ντουλάπα μου. Λέει: «Κάνε την ρόμπα σου -λέει- έτσι να δούμε την πλάτη σου και να γυρίσεις για να κοιτάς έτσι». Λέω: «Τι -λέω στον κύριο Τζουμάκα- γιατί με παίρνουνε φωτογραφίες;». Μου λέει: «Δεν το κατάλαβες; Διαφήμιση στο εξωτερικό».
Πρώτη μέρα στον Παπαστράτο.
Πρώτη μέρα στον Παπαστράτο, πήγα, μου είπε ο προϊστάμενος: «Δέσποινα θα σε βάλουμε πρώτη». Πολλά τραπέζια Μαίρη, πολλά γραφεία. Πολλά τραπέζια. Τραπέζι στην σειρά. Πώς είναι το σχολείο; Τραπέζια από δω μέχρι τη Θηβών. «Εσένα θα σε βάλουμε -μου λέει-πρώτη». Λέω: «Γιατί;». «Γιατί είσαι -μου λέει- πολύ όμορφη, πολύ όμορφη», αλλά ήμουνα Μαργαρίτα. Τώρα είμαι κωλόγρια. Τώρα γράφονται αυτά; «Ε, θα έρθουνε ξένοι και θα κάνουμε διαφήμιση -μου λέει- τα τσιγάρα». «Εντάξει», λέω. Μια σειρά κορίτσια. Μια σειρά κορίτσια, κορίτσια, κορίτσια, κορίτσια. Όλο κορίτσια. Όλες πακετάρισμα. Έπρεπε να βγάλω χίλια οχτακόσια κουτιά, να τα γεμίσω για να βγάλω το μεροκάματο. Εάν δεν τα έβγαζα, μου κόβανε μισθό. Και αγωνία. Μου έφερνε η κοπέλα τα τσιγάρα, τα άδειαζε, η κούτα μου, το τελάρο μου ήταν εδώ πέρα, με το αριστερό χέρι έπαιρνα το κουτί, με το δεξί χέρι έπιανα δέκα τσιγάρα με αυτό, δέκα τσιγάρα να τα βάλω μέσα, να τα στρίβω, να είναι πάνω ο αριθμός, να βάλω τον έλεγχο τον δικό μου, τον αριθμό τον έλεγχο, «Δέσποινα Σαβράνη», ότι αυτό το νούμερο έχει επάνω της. Αν γίνει κάποιο λάθος στο εξωτερικό που θα πάνε τα τσιγάρα ή στην Ελλάδα θα με βρούνε ότι εγώ έκανα το λάθος, και θα μου κάνουνε μια μεγάλη παρατήρηση ή μπορεί να με διώξουνε κιόλας αν είναι το λάθος μεγάλο. Και τα τσιγάρα τα γύρναγα τάκα τάκα. Να είναι το νούμερο πάνω. Και τον έλεγχο, τον έλεγχό μου. Άλλα δέκα τσιγάρα, είκοσι τσιγάρα, τα έκανα κολόνες, τα έβαζα, χίλια οχτακόσια την ημέρα. Τι άγχος! Τι τράβηξα στην Κρήτη και μετά στον Παπαστράτο τι άγχος είχα εφτά χρόνια! Και να μην πάρω ούτε ένα φόρεμα. Έλεγα: «Μαμά παρ' τα», «Μαμά παρ' τα». Εγώ έλεγα: «Μαμά πάρε. Μαμά πάρε». Ήρθε η μέρα να παντρευτώ. Μου λέει ο άντρας μου, αρραβωνιαστήκαμε και μου λέει ο άντρας μου: «Θα παντρευτούμε Δέσποινα». Λέω: «Μαμά, να σταματήσω έναν μήνα να μην σου δίνω να πάρω λίγα ρούχα που δεν έχω τίποτα, και πώς θα παντρευτώ;». «Τι λες καλέ; Είσαι με τα καλά σου; Τι θα φάνε τα αδέρφια σου;». «Καλά από μένα περιμένετε συνέχεια; Δεν χόρτασες εφτά χρόνια που δούλευα και στα έδινα όλα; Έναν μήνα να σταματήσω να βάλω ένα παραθυράκι μικρό, να βάλω ένα κουρτινάκι. Κι εξάλλου ο άντρας μου μου είπε θα πάμε στην Γερμανία». Άλλο αυτό–
Με τη σειρά.
Άλλο αυτό.
Στον Παπαστράτο λοιπόν, ήταν ο μπαμπάς σου στο νοσοκομείο τότε;
Ο μπαμπάς στο νοσοκομείο.
Και τι έκανες;
Εγώ έπαιρνα το λεωφορείο από το Κερατσίνι, όχι, πώς λέγεται; Που είναι οι γραμμές; Τέλος πάντων, έπαιρνα το λεωφορείο και σταμάταγα στο Κρατικό, τρεις στάσεις πριν το σπίτι μου. Αντί να σταματήσω στο σπίτι μου, τρεις στάσεις μακρύτερα. Και σταμάταγα και πήγαινα κι έβλεπα τον μπαμπά: «Μπαμπά! Μπαμπά τι κάνεις μπαμπά;». «Παιδάκι μου, πώς είσαι έτσι; Κατάχλωμη είσαι. Δεν τρως;». Λέω: «Μπαμπά δεν υπάρχει φαΐ. Δίνω τα λεφτά στην μαμά και δεν έχει φαΐ, να βάλει ένα πιάτο φαΐ να μου το φυλάξει, να πει "Δέσποινα παιδί μου έλα, αυτό το πιάτο θα το φας εσύ γιατί εσύ πληρώνεις". Δεν μου το 'χει πει ποτέ». «Άμα θα 'ρθει θα την μαλώσω. Το στόμα σου παιδί μου βρωμάει κρεμμύδι». «Κρεμμύδι βρήκα κι ένα ξεροκόμματο και το έφαγα. Η κατσαρόλα την άνοιξα έτσι, άδεια ήτανε». Δεν έβλεπα φαγητό ποτέ. Τέτοια ζωή πέρασα εγώ. Αφού λέω, αφού ζω ακόμα και είμαι 82 χρονών πάλι καλά! Πάλι καλά. Πήγα την άλλη μέρα: «Μπαμπά τι κάνεις;». «Πάλι δεν έφαγες;». «Δεν έχει φαΐ μπαμπά! Δεν υπάρχει φαΐ σε μένα. Δεν μου δίνουνε να φάω!». Πήγε η μάνα μου, την κατσάδιασε, ήρθε και μου λέει: «Δεν ντρέπεσαι;», μου λέει. «Τι να ντραπώ μαμά μου; Μαμά μου τι να ντραπώ; Τι έκανα και πρέπει να ντραπώ;». «Πήγες και είπες του μπαμπά σου ότι δεν έχεις φαΐ;». «Μόνος του μου είπε ότι μυρίζω το στόμα μου κρεμμύδι. Εγώ δεν του είπα, εκείνος μου είπε "Κρεμμύδι μυρίζει το στόμα σου" και του είπα "Ναι, κρεμμύδι τρώω και ψωμί". Ψέματα είπα μαμά;». Αυτό. Μετά–
Μετά έφυγε ο μπαμπάς σου;
Έφυγε ο μπαμπάς μου, βγήκε, ήρθε στο σπίτι, μου λέει: «Δέσποινα, Δέσποινα παιδί μου φέρε το λεκανάκι, θα κάνω πάλι αίμα». Έκανε αίμα από πάνω και αίμα από κάτω, από πίσω. Το έβλεπα εγώ και μαράζωνα. Αγάπαγα πάρα πολύ τον μπαμπά μου. Τον αγάπαγα πάρα πολύ. Και μ' αγάπαγε και τον αγάπαγα. Ε, ο άντρας μου μου είπε: «Θα πάμε στην Γερμανία».
Μισό λεπτό. Πέθανε ο μπαμπάς σου;
Πέθανε ο μπαμπάς μου, το '60.
Και εσύ πώς ήσου[00:40:00]να μετά;
Χάλια. Είχαμε μία θεία και μου είπε: «Να φοράς τα μαύρα τρία χρόνια. Και μαντίλι».
Ένιωσες να χάνεις το στήριγμά σου;
Ναι έχασα το άτομο που με αγαπάει. Έχασα τον πατέρα που με αγαπούσε και με προστάτευε και ήθελε να με ζυγίσει και που με τάιζε, το γάλα μου, το αυγό μου, το κρεατάκι μου, κρυφά, που ήμουνα μικρή. Τα έχασα όλα αυτά. Πέθανε ο μπαμπάς μου, τα έχασα. Και μου λέει η θεία η Βασιλεία: «Να φοράς τα μαύρα τρία χρόνια. Κι εσύ Σταματία, κι εσύ Μαρία». Τα φοράγαμε τα μαύρα. Κλάψαμε πολύ. Έκλαψα πολύ. Δεν ήθελα να φύγω απ' τον τάφο. Έκατσα στο μνήμα, φύγανε όλοι και μου έλεγε η Σταματία και η Μαρία: «Καλά, εδώ θα ξημερωθείς;». «Φύγετε -λέω- όλοι. Φευγάτε όλοι. Εγώ θα καθίσω εδώ στον μπαμπά. Στον πατέρα μου θέλω να κάτσω όλη την νύχτα. Δεν φοβάμαι. Αφού ο μπαμπάς μου είναι εδώ εγώ δεν φοβάμαι». Έλεγα: «Αφού ο μπαμπάς μου είναι μέσα εδώ δεν φοβάμαι». Με πήρανε πια, με σηκώσανε και με τραβήξανε. Την άλλη μέρα πάλι, λέω: «Θα πάω στον μπαμπά». Λέει η μάνα μου: «Τι θα πας μωρέ; Πέθανε ο πατέρας σου. Τελείωσε». «Εγώ θα πάω στον πατέρα μου. Είναι εκεί. Με περιμένει. Εμένα με περιμένει ο πατέρας μου εκεί και θέλω να πάω». Ε σιγά σιγά, σιγά σιγά αποσύρθηκα. Ήρθε η ώρα να παντρευτώ.
Πώς γνωρίστηκες με τον άντρα σου;
Με τον άντρα μου έγινε προξενιό. Όχι αγάπη. Είχα έναν γαμπρό, τον λέγανε Αντώνη και μου λέει: «Δέσποινα, επειδής έχεις περάσει άσχημα χρόνια, μου τα 'χει πει η Μαρία, έχω έναν φίλο, έχουμε μεγαλώσει μαζί. Το σπίτι του ήταν εκεί, Κατακουζηνού κι εμείς απέναντι. Έχουμε μεγαλώσει με τον Τάκη μαζί, και με τον Βαγγέλη και με την Στέλλα και... Έχουμε μεγαλώσει από μικρά παιδιά και ξέρω τι οικογένεια είναι και ξέρω τι παιδί είναι ο Τάκης, τι ψυχή έχει. Να δίνει, να δίνει, να δίνει κι όχι να παίρνει». Δεν έδινε για να παίρνει. Έδινε χωρίς να παίρνει. Τέτοιος ήτανε. Λέω: «Αντώνη, τι να σου πω τώρα. Ξέρω 'γω; Φερ' τον να τον δω κιόλας». Λέει: «Θα τον φέρω αύριο. Φτιάξου, χτενίσου...». Λούστηκα, έκανα μπάνιο, έφτιαξα τα μαλλιά μου. Μολύβια δεν είχα, τέτοια δεν είχα τίποτα, αλλά είχα ματοτσίνορα πάρα πολύ μεγάλα, αυτά εδώ ακουμπάγανε εδώ. Φρύδια μεγάλα, μάτια πολύ μεγάλα. Χτενίστηκα, το μαλλί μου το είχα μακρύ, μου έλεγε η Ρένα δίπλα: «Μωρέ Δέσποινα, τι μαλλί είναι αυτό που έχεις ωραίο. Απ' την πολλή μαυρίλα ήτανε και μπλε. Και να μην έχεις ένα αγόρι; Τόσο ωραία κοπέλα και να μην έχεις...». «Δεν θέλω μωρέ αγόρια μωρέ Ρένα -λέω- δεν θέλω. Εγώ έχω την φτώχεια μου, άσε με. Δεν θέλω» λέω. Τέλος πάντων, μου έφερε ο Αντώνης ο γαμπρός μου τον Τάκη. Ντυμένος, με την γραβάτα του, με την καμπαρντίνα του, ωραίος ντυμένος. Πίσω εδώ, την ώρα που έλεγε το καληνύχτα να φύγει, πίσω εδώ βλέπω ότι είχε αδειάσει. Κάνω εγώ έτσι, λέω: «Α, έχει αδειάσει -λέω- πίσω αλλά δεν πειράζει. Άντρας είναι». Το είπα από μόνη μου αυτό.
Πού εννοείς;
Στο σπίτι μου.
Όχι, πού είχε αδειάσει;
Πίσω, το κεφάλι του.
Το μαλλί.
Το μαλλί είχε φύγει λίγο, σαν πιατάκι. Και εγώ το είδα την πρώτη φορά και είπα: «Ωχ, αδειάζει το κεφάλι του αλλά δεν πειράζει. Καλός άνθρωπος είναι. Αφού μου λέει ο Αντώνης ότι είναι καλός άνθρωπος». Μου τον ξαναφέρνει πάλι την άλλη μέρα. Λέει: «Δέσποινα -μου λέει ο Τάκης- να πάμε σινεμά;». Του άρεσε πολύ το σινεμά και το θέατρο. «Πάμε». Μιλάγαμε πια, μιλάγαμε, μιλάγαμε. «Πάμε -μου λέει- στο θέατρο;». Με ζήλευε πολύ. Έδινε παραπάνω λεφτά να καθόμαστε μπροστά. Κι έβλεπε δεξιά, είναι άδεια η καρέκλα; Ήταν ήσυχος. Καθότανε παλικάρι; «Σήκω πάνω Δέσποινα». «Πού θα πάμε Τάκη; -λέω- Ενοχλούμε πίσω». «Σήκω πάνω -μου λέει- Κάτσε εδώ και θα κάτσω εγώ εδώ». Καθόμουνα εδώ, ερχότανε άλλος. «Σήκω» μου λέει. Λέω: «Ενοχλούμε Τάκη, σε παρακαλώ ενοχλούμε πίσω. Θα μας κάνουνε παρατήρηση». Με λίγα λόγια, με ζήλευε πάρα πολύ. Φεύγαμε. Παίρναμε το λεωφορείο. Με κοιτάγανε όλοι οι άντρες. Ένας-ένας...
Ο αρραβώνας;
Μου λέει ο παππούς σου: «Γαμώτο -μου λέει-, σε κοιτάνε όλοι οι άντρες. Δεν το αντέχω αυτό». Ε πάει αυτό. Λέω: «Είμαι όμορφη και με κοιτάνε. Ο μπαμπάς μου με έκανε όμορφη και με κοιτάνε. Φταίω εγώ που έγινα όμορφη; Δεν φταίω». Μετά λέμε θα δώσουμε λόγο. Το λέω στη μάνα μου, λέω: «Ο Τάκης μου είπε να δώσουμε λόγο». «Ωραία». Πήρε η κουνιάδα μου μια ορτανσία, μια ωραία γλάστρα, εκείνη έκανε κουμάντο δηλαδή, ο Τάκης τι ήξερε; Γλυκά, τα φέρανε ωραία νοικοκυρεμένα, ο πεθερός μου, η πεθερά μου, η κουνιάδα μου, ο Τάκης ωραία ντυμένος, και πήρανε και τον Μιχάλη τον Κρητικό, της Ευθυμίας τον άντρα. Και λέει η κουνιάδα μου: «Την γλάστρα την παίρνεις εσύ που είσαι γαμπρός». «Άσε μας, δεν παίρνω εγώ -λέει- γλάστρα. Δεν κρατάω λουλούδια. Δώσε την στον Μιχάλη», λέει. «Τι -του λέει- Τάκη. Εγώ είμαι εγώ ο γαμπρός; Εσύ δεν είσαι ο γαμπρός;». «Βρε άστα εκείνα που ξέρεις -λέει-, πάρε την γλάστρα». «Και πήρα την γλάστρα εγώ -μου λέει ο Κρητικός- και στην έδωσα στα χέρια». Ε, μου την έδωσε στα χέρια, μιλήσανε η μαμά μου με την πεθερά μου ότι το μισό οικόπεδο είναι δικό μου, ψέματα, και το έγραψε του αδερφού μου το μισό οικόπεδο και το άλλο μισό ήτανε της Σταματίας. Δηλαδή ήτανε το οικόπεδο αυτό Σταματία και Μιχάλης. Εγώ καθόμουνα προσωρινά. Αφού δώσαμε τον λόγο, μετά από λίγο λέει ο Τάκης «Δεν παντρευόμαστε;».
Είχε βγάλει και το δαχτυλίδι; Πώς ένιωσες εσύ τότε;
Ναι. Μου έβγαλε την βέρα, μου την έβαλε την βέρα εκείνη την ώρα, με κοίταξε, με φίλησε. Ε, συγκινήθηκα εκείνη την ώρα. Ο πεθερός μου πολλή χαρά έκανε. Τον κέρασα και μου λέει: «Δέσποινα στην υγειά σου κι αυτό που ήθελα έγινε». Λέω: «Τι θέλατε;». «Να σε κάνω νύφη». Ήπιε το ποτό, τους κέρασα, πέρασε η βραδιά, φύγανε, εντάξει. Μετά από λίγο καιρό μου λέει ο Τάκης: «Να γίνει ο γάμος; Να παντρευτούμε να πάμε στην Γερμανία;». «Πού θα πάμε;». «Στην Γερμανία» μου λέει.
Να αφήσουμε την Γερμανία λίγο μετά; Αρχικά εσύ γιατί συγκινήθηκες με το δαχτυλίδι; Με το δαχτυλίδι γιατί συγκινήθηκες;
Συγκινήθηκα γιατί έλειπε ο πατέρας μου. Ήθελα τον πατέρα μου μπρος να είναι εκεί και έλειπε ο πατέρας μου. Έλειπε ο πατέρας μου... Την μάνα μου την έβλεπα, την αγάπαγα βέβαια, δεν είχα μίσος με την μάνα μου καθόλου. Όσο εκείνη με μισούσε, εγώ τόσο πιο πολύ την αγαπούσα. Έτσι ένιωθε η καρδιά μου. Αγάπη, αγάπη, αγάπη. αλλά εκείνη την ώρα που μου έβαλε την βέρα αναστέναξα και λέει η πεθερά μου: «Τι έπαθες Δέσποινα;». Λέω: «Τον μπαμπά μου ήθελα. Τον μπαμπά μου. Τον πατέρα μου ήθελα».
Καντάδα σού είχε κάνει;
Ε;
Καντάδα.
Καντάδες μου είχε κάνει, ναι, πήρε τους φίλους του, τραγούδια, τον...
Τον Καζαντζίδη.
Τον Καζαντζίδη, τραγούδια, «Μελαχρινή κοπέλα μου», όλα, όλα της μελαχρινής.
Θες να μου περιγράψεις μία καντάδα; Πού ήσουνα εσύ και τι έκανες και άκουσες;
Σηκώθηκα επάνω και κοιτάω από το παράθυρο. Βλέπω τον Τάκη με τους φίλους του και λέω: «Μαρία, Σταματία, μας κάνουνε καντάδες, είναι ο Τάκης». «Α, σου κάνει καντάδα ο Τάκης!». Μου έκανε καντάδες. Τραγουδάγανε.
Το περίμενες;
«Μελαχρινή κοπέλα μου».
Το περίμενες;
Δεν το περίμενα εγώ ότι θα μου έκαναν καντάδες. Την άλλη μέρα του έλεγα: «Τάκη τι έκανες;». Λέει: «Σου κάναμε καντάδες. Τραγουδάγαμε. Πήραμε τον Μήτσο, πήραμε τον άλλο», πήρε τους φίλους του και μου κάνανε καντάδες.
Κάποια στιγμή είχε έρθει και σε είχε πάρει να πάτε σινεμά; Και είχες αργήσει.
Α ναι.
Τι είχε γίνει;
Με πήρε ο Τάκης –πολύ τίμιος άνθρωπος–, με πήρε, πήγαμε σινεμά κι αργήσαμε λίγο. Δηλαδή ήτανε 1:00 η ώρα; Τίποτα, πήγαμε σινεμά, ώσπου να πάμε, να έρθουμε, να κουβεντιάσουμε στον δρόμο, πήγε 1:00 η ώρα. Και μου λέει: «Δέσποινα θα μου φέρεις ένα ποτήρι νερό;». Στην πόρτα τώρα εκείνος. Λέω: «Να σου φέρω». Πάω μέσα, παίρνω ένα ποτήρι νερό, το πάω, το δίνω. Μου λέει η μάνα μου: «Γιατί ήρθες 1:00 η ώρα;». Πάει και λέει του Μιχάλη: «Μιχάλη, Λάμπη, Νίκο, η αδερφή σας τέτοια ώρα ήρθε, μαζεύτηκε. Γυρνάει». Λέω: «Δεν γυρνάω. Με τον Τάκη ήμουνα. Με τον αρραβωνιαστικό μου». «Δεν ξέρω -λέει- εγώ. Δεν κατέχω τέτοια», λέει η μάνα μου. Βάζει τον Μιχάλη και τον Νίκο και λέει: «Κάντε την μαύρη στο ξύλο». Χαστούκια ο Μιχάλης, χαστούκια ο Νίκος, χαστούκια ο Λάμπης. Τρία παιδιά να με δέρνουνε και να με κάνουνε μελανή. Την άλλη μέρα λέω: «Παναγία μου, πώς θα πάω στην δουλειά;». Ό,τι έχει πάθει ο Χριστός έχω πάθει. Του Χριστού τα πάθη έχω πάθει. Αχ μελανιές εγώ. Πώς να πάω στην δουλειά να δουλέψω; Πρέπει να δουλέψω. Θα πεινάσουν αυτά, θα ρημάξουνε στην πείνα. Πρέπει να δουλέψω. Ήρθε ο Τάκης το πρωί, καλή μου ώρα, ήρθε ο Τάκης να με δει. Πώς ήρθε; Δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν ξέρω πολλά πράγματα. Μου λέει: «Τι είναι αυτά;». Λέω: «Με δείρανε τα αδέρφια μου». «Γιατί σε δείρανε;». «Γιατί σου έφερα ένα ποτήρι νερό και με είδε η μάνα μου, ξύπνησε, άργησα να έρθω, μου είπε άργησα, και έβαλε τα αγόρια και...». Μου λέει: «Θα τους φτιάξω εγώ». Ήρθε το πρωί πρωί ο Τάκης, πιάνει τον Μιχάλη, βρίζει τον Μιχάλη, βρίζει τον Λάμπη, βρίζει τον Νίκο, τους έβρισε: «Αν θα ξανακουμπήσετε χέρι στην γυναίκα μου, αλίμονό σας! Θ[00:50:00]α σας καθαρίσω και τους τρεις! Ντροπή σας! Φτου σας. Ντροπή σας. Κι εσύ -της λέει-, εσύ που τα έβαλες τα παιδιά σου, δεν ντρέπεσαι; Παλιόγρια», της λέει ο παππούς σου. Παλιόγρια ήτανε.
Εσύ, όταν σε πλησίασαν τα αδέρφια σου, φοβήθηκες ότι θα σε έδερναν;
Φοβήθηκα. Φοβήθηκα. Μαζεύτηκα. Μόλις τους είδα... Ήρθανε και πέφτανε αμέσως απάνω μου. Κι εγώ έγινα ένα κουβάρι. Τι να κάνω; Και έτρωγα το ξύλο. Ξύλο... Πιάνω το κεφάλι μου: «Το κεφάλι μου! Α!». από δω χαστούκια, από εκεί χαστούκια, το κεφάλι μου. Κι ο Αντώνης ο γαμπρός μου που μου έκανε το προξενιό, ήτανε μέσα και κοιμότανε και τα άκουγε και δεν ήρθε να τους ξεχωρίσει. Αυτό μπορείς να μου το εξηγήσεις; Ήτανε μέσα ο Αντώνης. Άκουγε τις φωνές μου που φώναζα: «Α! Το κεφάλι μου! Το κεφάλι μου!». Δεν ήρθε να πει «Επ, τι κάνετε; Του Τάκη η αρραβωνιαστικιά είναι. Πάει, την πήρε ο Τάκης τώρα». Δεν ήρθε, που έπρεπε να ερχότανε. Πάω στην δουλειά να δουλέψω: «Τι έπαθες Δέσποινα;». «Έπεσα -λέω- από τις σκάλες». Το καταλάβανε οι ανθρώποι.
Και μετά; Πώς ήτανε όταν παντρευτήκατε;
Μετά παντρευτήκαμε, πήγαμε, περάσαμε γερμανική πρεσβεία εξετάσεις, βγάλανε ακτινογραφίες, είδανε την σκιά, λέει: «Δεν μπορείτε να πάτε Γερμανία Καζάκο». Ο Τάκης είχε πάει Γερμανία πιο μπροστά. Και δούλευε και πήγε να βρει σπίτι. Και ήρθε. Λέει: «Δεν μπορείτε να πάτε. Η γυναίκα σου έχει σκιά και η Γερμανία έχει υγρασία και θα πεθάνει». Κι έτσι παραμείναμε, με λίγα λόγια, παραμείναμε στην Ελλάδα. Έλα που δεν είχαμε πιρούνι... Γιατί είχαμε πει, ο Τάκης, στους συγγενείς, στους καλεσμένους: «Μην κάνετε δώρα γιατί θα πάμε Γερμανία». Δεν είχαμε ούτε ένα πιρούνι. Λέω: «Μαμά, μού δίνεις δύο πιρούνια και δύο κουτάλια;». Λέει: «Πάρε». «Κι όταν πληρωθεί ο Τάκης -λέω- θα πάμε να πάρουμε, θα ξεκινήσουμε να αγοράζουμε». Ήρθε και μου τα ζήτησε: «Τα πιρούνια μου -λέει- θέλω και τα κουτάλια μου». Λέω: «Παρ' τα». Ξεκινήσαμε μετά να πάρουμε κρεβάτι, να πάρουμε μπαουλοντίβανο, να πάρουμε το ένα, να πάρουμε το άλλο, και ξεκινήσαμε και τα πήραμε όλα απ' του Τάκη τα χέρια, όλα, και μετά έμεινα έγκυος. Λέει: «Δέσποινα, θα πάει η αδερφή μου στο Μουρσαλή. Να πας κι εσύ να πάρεις τον αέρα σου, που έχεις σκιά να πάρεις καθαρό αέρα;». Και με έστειλε νιόπαντρη, που έπρεπε να είμαι κοντά στον άντρα μου, με έστειλε και έκατσα στο Μουρσαλή δύο μήνες. Και μου έστελνε τα λεφτά ο Τάκης, ο άντρας μου. Φάκελο, τα λεφτά όλα, και έλεγε ο ταχυδρόμος: «Καζάκου Δέσποινα, επιταγή». Έλεγε η κουνιάδα μου: «Είδες ο αδερφός μου; Στα στέλνει τα λεφτά». Ζήλεψε. «Ε -λέω- πού να τα στέλνει; Βρε Στέλλα, πού να τα στείλει; Στην γκόμενα; Γκόμενα δεν έχει ο άντρας μου. Στην γυναίκα του θα τα στείλει τα λεφτά». Έκανα οικονομία, αγόραζα εκείνο που πρέπει να φάω, να μην με ταΐζει η κουνιάδα μου, βέβαια, δεν μ' άρεσε. Τα υπόλοιπα τα έφερα του Τάκη. Του λέω: «Τάκη». «Μπράβο Δέσποινα», μου λέει. Τρώγαμε, καλοτρώγαμε, αλλά μας χαρίζανε πολλά γιατί ο προπαππούς σου ο Μιχάλης, ο παππούς της Μαίρης, ο Μιχάλης ο Καζάκος, είχε πολύ σόι στο Μουρσαλή και λέγανε: «Του Καζάκου νύφη είσαι;». Λέω: «Τον Τάκη έχω πάρει». Μου φέρνανε ψωμιά. Λέω: «Να σας πληρώσω». «Όχι όχι». Μελιτζάνες, τα ωραιότερα σύκα, τα ωραιότερα αχλάδια, όλα δωρεάν.
Εσύ συνέχισες να δουλεύεις όταν παντρευτήκατε;
Σταμάτησα.
Και; Πώς ήτανε;
Με σταμάτησε ο Τάκης, μου λέει: «Εσύ θα είσαι στο σπίτι, θα κάνεις το κουμάντο σου, θα μεγαλώσεις τα παιδιά μας, θα κάνεις κουμάντο». Έκανα καλό κουμάντο κι έλεγε η πεθερά μου: «Μπράβο Τάκη που πήρες την Δέσποινα. Αν είχες πάρει άλλη γυναίκα, σπίτι δεν θα έφτιαχνες. Πήρες την Δέσποινα κι έχτισες σπίτι». Καλό κουμάντο. Αλλά λέει ο Τάκης: «Κάνεις καλό κουμάντο, είμαι -μου το είπε- είμαι τυχερός που πήρα εσένα για γυναίκα μου». «Κι εγώ είμαι τυχερή που πήρα εσένα» του απαντάω.
Μετά έφυγε όμως εκείνος για Γερμανία, ε;
Έφυγε μετά που είχα τα παιδιά μου μικρά, ε σου λέει: «Καλά είναι τώρα η Δέσποινα, πάχυνε, ζωήρεψε, βρήκε σχολείο των παιδιών, να πάει η Μαίρη, να πάει ο Μιχάλης. Μετά να πάω εγώ, να πάμε σε δουλειά και οι δύο να δουλέψουμε για να στην Ελλάδα να κάνουμε σπίτι». Αλλά μετά, πώς έγινε και δεν πήγαμε; Α, πάμε πάλι στην πρεσβεία, πάω να περάσω πάλι, μου λέει: «Καζάκο εσύ πήγαινε, η γυναίκα σου απαγορεύεται. Με αυτό το πράγμα που έχει απαγορεύεται».
Χωριστήκατε–
Και ήρθε πια.
Χωριστήκατε όμως.
Χωριστήκαμε για λίγο. Έκατσε έναν χρόνο στην Γερμανία. Κι ένα χρόνο με τα παιδιά ήμουν εδώ μόνη μου.
Πώς ήτανε τότε να μεγαλώνεις μόνη σου τα παιδιά;
Μόνη μου μεγάλωνα, λεφτά είχα γιατί μου έστελνε λεφτά και τα μεγάλωνα τα παιδιά μου αλλά θέλανε τα παιδιά μου τον πατέρα τους, κι ο Τάκης ήθελε και μένα να με δει και τα παιδιά του και ήρθε πια. Λέει: «Φεύγω, πάω στην Ελλάδα».
Μιλούσατε με, πώς; Με γράμματα;
Γράμμα τού έγραφα και γράμμα μού έστελνε. Γράμμα τού έγραφα, ό,τι ήξερα τα έγραφα, δημοτικά, σιγά σιγά, σιγά σιγά τα έγραφα: «Σ' αγαπώ Τάκη μου, σε περιμένω». Το λάμβανε, μου έστελνε εμένα. Λέει του εργοδότη: «Ξέρεις κάτι; Φεύγω». Λέει: «Γιατί ρε Καζάκο;». «Πάω στην γυναίκα μου και στα παιδιά μου». Και ήρθε πια σε μένα.
Θυμάσαι την ημέρα που τον είδατε πρώτη φορά μετά την Γερμανία;
Μεγάλη χαρά! Μεγάλη χαρά!
Πώς ήτανε; Για πες.
Άνοιξα τις αγκαλιές μου εγώ, άνοιξε ο Τάκης τις αγκαλιές, αγκαλιαστήκαμε, κλαίγαμε, φιληθήκαμε... Αφού αγκαλιαστήκαμε και με φίλαγε και δεν με χόρταινε, με είχε αγκαλιά και με φίλαγε, μετά αγκαλιάζει την Μαρία: «Μαρία μου, Μαρία μου», «Μπαμπά μου, μπαμπά μου», αγκαλιάζει τον Μιχάλη: «Μπαμπά μου, μπαμπά μου», κλάματα, γελάγαμε όλοι... Ήρθε η μάνα μου, λέει: «Καλώς όρισες Τάκη». Λέει: «Να 'σαι καλά», της λέει. Και συνεχίσαμε πια εδώ, να δουλεύει και να κάνουμε και να κάνουμε και να κάνουμε, και κάναμε το σπίτι αυτό, και δίνει... Το γκρεμίσαμε πια, κι έδωσε τον λόγο της η νύφη μου, του αδερφού μου η γυναίκα, με τον Τάκη και λέγαμε: «Τάκη -έλεγε η Σοφία-, πενήντα-πενήντα θα γίνει η οικοδομή». Το έφτιαξε ο παππούς σου όλο το σπίτι. Και μας έδωσε τριακόσιες χιλιάδες και τελείωσε. Το βρήκε έτοιμο.
Τελικά η μαμά σου έμεινε μαζί σας;
Μαζί μου έμεινε. Εδώ έμεινε μαζί μου, την είχα εδώ, τρώγαμε μαζί. Πάω στην Αμφιάλη για τρία χρόνια, γιατί το γκρεμίσαμε, πού να μείνω; Και λέω: «Σταματία να έρθω στο μεσαίο σου να το νοικιάσω;». «Έλα» μου λέει. Με νοίκι, το πλήρωνα. Και ήρθε. Λέει του Μιχάλη: «Μιχάλη έλα -τον αδερφό μου- να με πας στην Δέσποινα. Να με πας στην Δέσποινα». Πήγαινε στην Σταματία επάνω, φαΐ δεν έβρισκε, γιατί όλο στον Πειραιά πήγαινε. Και μου έλεγε: «Δέσποινα εσύ έχεις καλό κουμάντο -μου έλεγε η μάνα μου-, έχεις καλό κουμάντο». Λέω: «Καλό είναι, εντάξει. Και η Λέρος με έκανε πολύ καλή». «Μαγειρεύεις», μου λέει. Λέω: «Μαγειρεύω νωρίς γιατί ο Τάκης θα φύγει και πρέπει να φάει να φύγει. Τα ρούχα του να τα πλένω, να τα σιδερώσω, να τα πάρει τα ρούχα του μαζί μου. Δεν επιτρέπεται να μου πει -λέω- μαμά τα ρούχα είναι άπλυτα. Μπαλωμένα, ραμμένα, σιδερωμένα, να πάρει την τσάντα». Και ήρθε ο πουλμαντζής: «Καζάκο, Καζάκο, έλα, είμαι έτοιμος». Έφαγε ο Τάκης, να τρώει, και τι σου έλεγα εσένα; «Μαμά έλα. Βάζω φαί γιατί πρέπει ο Τάκης να φύγει». «Έρχομαι, έρχομαι Δέσποινα». Καθότανε: «Πολύ φαΐ μου έβαλες Δέσποινα. Πολύ φαΐ». «Να το φας. Να φας. Να μην αδυνατίσεις. Να το φας μαμά».
Εσύ γιατί πιστεύεις ότι τελικά από όλα τα αδέρφια σου σε σένα έμεινε;
Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μου έλεγε ότι κάνω πολύ καλό κουμάντο, ότι είμαι νοικοκυρά, ότι όταν έφτιαχνα σπανακόπιτα δεν λέρωνα τίποτα στην κουζίνα. Και το έλεγε στην μεγάλη και στην μικρή, στην Μαρία, στην Μαρία μας και στην Σταματία μας, ότι: «Η Δέσποινα -και στην Έφη-, το κουμάντο που κάνει η Δέσποινα, καμιά σας. Καλό κουμάντο. Καλή νοικοκυρά, νοικοκυρά από τις πρώτες. Τα παιδιά της λάμπουνε. Τα παιδιά της Δέσποινας λάμπουνε. Ο Τάκης; Λαμποκοπάει». Το είχε να το κάνει η μάνα μου με την καθαριότητα.
Προς το τέλος άλλαξε καθόλου η συμπεριφορά της;
Όχι. Μου λέει μια δόση: «Να πάω και στο Μενίδι». «Όχι μαμά». «Ε κάθισα -λέει- τρία χρόνια κοντά σου. Τρία χρόνια. Να πάω και στο Μενίδι». «Όχι ρε μαμά. Μην φύγεις. Δεν τρώμε καλά εδώ; Έχεις παράπονο; Κάνουμε και το καφεδάκι μας το απόγευμα και πίνουμε και το καφεδάκι μας. Μην φύγεις καλέ μαμά. Σε θέλω. Σε θέλω. Η καρδιά μου λέει ότι να καθίσεις εδώ». Λέει: «Όχι, θα φύγω να ξεκουραστείς και λίγο. Να ξεκουραστείς». «Δεν ξεκουράζομαι μαμά...». Ε, πή[01:00:00]γε και στο Μενίδι, έμαθα ότι πήγε στο Μενίδι, ήρθε ο Μιχάλης, την πήρε, την πήγε στο Μενίδι. Έπαιρνα εγώ μια τσάντα έβαζα γάλατα, φρυγανιές, γεμάτες τσάντες και πήγαινα. Αυτές όμως που ερχόντουσαν να δουν την μαμά δεν φέρνανε ούτε έναν καφέ. Όλα του Τάκη. Φαγητό, φρούτα, το τραπέζι έξω γεμάτο φρούτα. Έλεγε ο Στράτος: «Ρε Δέσποινα λαϊκή το έχεις κάνει το σπίτι;». Περνούσε καλά η μάνα μου. Με το φρούτο της, με το φαΐ της, με όλα της. Το φαΐ μου έλεγε: «Πολύ κρέας μού έβαλες». «Μαμά -λέω- τσιγκουνιές δεν κάνω εγώ. Όπως βάζω του Τάκη, βάζω των παιδιών μου, θα βάλω και σε σένα».
Στα τελευταία της με ποιον ήτανε;
Στα τελευταία της πια ήτανε στην Σταματία, στα τελευταία της, της βάλανε κι έφαγε σουβλάκια βραδιάτικα, την ταΐσανε, που δεν την τάισα εγώ ποτέ μου σουβλάκια βραδιάτικα, της δώσανε σουβλάκια να φάει και πολύ τζατζίκι και έκατσε στο κρεβάτι, δεν σηκώθηκε, και την χτύπησε στο κεφάλι εγκεφαλικό. Και εγκεφαλικό, και μαράθηκε, την πάνε στο νοσοκομείο στο Τζάνειο και με παίρνει ο Στράτος τηλέφωνο αμέσως, να μην χάσει: «Έλα Δέσποινα, η μάνα σου έπαθε εγκεφαλικό, στο Τζάνειο είναι». «Αμάν! Η μάνα μου; Τάκη, φεύγω». «Πού πας;». «Η μαμά έπαθε εγκεφαλικό». Έτρεχα κι έτρεχα κι έκλαιγα. Έκλαιγα: «Η μαμά έπαθε εγκεφαλικό». Πάω, βλέπω την μάνα μου χάλια: «Μαμά τι κάνεις; Μαμά τι κάνεις;». Χάλια. Ε, μετά που συνήλθε την πήρε πάλι η Σταματία, αρρωσταίνει και την πήγαν σε μία κλινική που πεθαίνουν εκεί. Την πήγανε για να πεθάνει. Σου λέει δεν έχει σωτηρία. Πήγαινα στην κλινική την έβλεπα, πήγαινε η Μαρία, πήγε η Σταματία, πήγαινα εγώ, και την ώρα που πήγαινα και την χάιδευα στο δωματιάκι της, ήτανε μαραμένη, είχε ένα μάγουλο πολύ ωραίο καθαρό, δεν είχε ρυτίδες καθόλου, λέω: «Μανούλα μου, δεν είσαι καλά μανούλα μου ε;». «Ποια είσαι;». «Η Δέσποινα είμαι. Μανούλα μου -λέω-, μην πάθεις τίποτα. Μην πεθάνεις». «Δέσποινα...». «Τι είναι μαμά;». «Συγχώρεσέ με». Άκουσες τι μου είπε; Αυτά που μου έχει κάνει μου ζήτησε συγνώμη την ώρα που πέθαινε: «Συγχώρεσέ με». «Έλα μωρέ μαμά -λέω-, περασμένα ξεχασμένα. Συγχωρεμένη. Ο Θεός να σε συγχωρέσει. Ε μην πεθάνεις». «Άκουσέ με. Έχω λεφτά κρυμμένα κάτω απ' το στρώμα». «Δεν θέλω εγώ λεφτά ρε μαμά. Σου ζήτησα εγώ λεφτά; Εμένα ο άντρας μου να είναι καλά. Ο άντρας μου μού δίνει τρία μεροκάματα την ημέρα». «Δεν έχει σημασία, να σου δίνει. Έχω λεφτά κάτω απ' το στρώμα. Να πας να τα πάρεις εσύ». «Εγώ λεφτά μαμά δεν θέλω από σένα. Εγώ σ' αγάπησα, σ' αγαπάω και να πεθάνεις θα σ' αγαπάω. Και θα ανάβω και το καντήλι σου». Τα έλεγα σιγά σιγά, μετά από λίγο... «Την ευχή μου να 'χεις», μου έλεγε πριν κλείσει τα μάτια της. «Συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με. Την ευχή μου να 'χεις. Και να πας να πάρεις τα λεφτά». Εγώ ούτε κατέβηκα να πάω να σηκώνω στρώματα. Κατέβηκε η Σταματία και τα πήρε, με την Μαρία τα μοιραστήκανε. Τέτοια κυρία ήμουνα. Να πάω να σηκώσω στρώμα; Απαπαπαπα.
Άρα εσύ ήσουνα στο τέλος μαζί της;
Ε;
Άρα εσύ ήσουνα στο τέλος μαζί της;
Ναι. Ήτανε η αδερφή μου η Μαρία και η Σταματία ήτανε λίγο πιο κάτω κι εγώ πήγα μπροστά μπροστά και την χάιδεψα. Μία μία πηγαίναμε. Και μετά την βλέπω... Λέω Σταματία–
Τι; Αυτό... Επειδή δεν έχει εικόνα, τι θες να πεις με αυτό;
Της έκλεισα τα μάτια. Έβαλα την παλάμη μου και τη χάιδεψα από το μέτωπο και πήγε κάτω. Τα μάτια της ήτανε ανοιχτά, έπρεπε να τα κλείσουμε. Της έκλεισα τα μάτια. Αλλά μου είπε: «Συγχώρεσέ με Δέσποινα και να πας να πάρεις τα λεφτά από το στρώμα από κάτω». Εγώ λεφτά δεν πήγα να πάρω. Τέτοια γυναίκα είμαι. Να πάω να πάρω λεφτά; Αυτά.
Να σε ρωτήσω κάτι πριν κλείσουμε. Όταν ήσουνα υπηρέτρια, τι σκεφτόσουνα τότε;
Επειδή είχα δουλειές πολλές, σκεφτόμουνα ότι η μαμά μου ερχότανε και δεν με χαιρέταγε, δεν με έπαιρνε μια αγκαλιά. Εγώ ήθελα μια αγκαλιά. Δηλαδή με το πού θα μπει η μάνα μου, κι έλεγα μόνη μου που δούλευα και έπλενα τα ρούχα τους, λέω: «Ήρθε η μάνα μου, δεν με αγκάλιασε». Σιδέρωνα. Από μέσα μου: «Ήρθε η μάνα μου, δεν με αγκάλιασε, δεν με φίλησε. Και πήγε από την άλλη πόρτα και πήρε τα λεφτά μου κι έφυγε. Εγώ λεφτά δεν είδα». Ε μετά έκανα την άλλη δουλειά, έκανα την άλλη δουλειά, ξεχνιόμουνα. Πάλι την άλλη μέρα: «Η μάνα μου μου είπε ''Πού είναι η κυρία σου;''. Εγώ είπα ''Από κει''. Η μάνα μου δεν με αγάπησε. Αλλά εγώ την αγαπώ». Αυτό. Αυτό σκεφτόμουνα συνέχεια.
Η συμπεριφορά από τα αφεντικά πώς ήτανε;
Με αγαπάγανε γιατί ήμουνα καλό παιδί. Ό,τι μου λέγανε έκανα. Ήμουνα καλό παιδί. Όπως ο Παπαστράτος. Με βλέπουν οι Παπαστρατίνες, τώρα ακόμα με βλέπουνε, η Ελένη: «Καλό μου κορίτσι, Δεσποινάκι μου. Το καλό μου το κορίτσι είσαι εσύ». Ξέρεις πώς με αγαπάγανε στου Παπαστράτου; Ο Διευθυντής ο Ανδρεάδης, ο Διευθυντής, ο Γενικός Διευθυντής: «Δεσποινάκι -μου λέει- σε έχουμε στην βιτρίνα. Είσαι για την βιτρίνα». «Έλα μωρέ κύριε Διευθυντά -λέω-, εντάξει». «Α, σήμερα είσαι -μου λέει- πάρα πολύ όμορφη. Σήκω να μου κάνεις έναν κύκλο». «Τι να κάνω;» «Να σήκω όρθια και κάνε μου έναν κύκλο». Σηκώθηκα κι εγώ και του κάνω έναν κύκλο. «Φτου να μην σε ματιάσω». Ε μετά ήρθανε οι Ιταλοί, ήρθανε οι Εγγλέζοι, όλοι, όλοι, όλοι, και με βγάλανε φωτογραφίες. Α, μου είπε ο Παπαστράτος: «Δέσποινα φεύγεις γιατί παντρεύεσαι. Καλό. Αν καμιά φορά έρθεις σε δυσκολία, όλοι οι ανθρώποι παθαίνουν δυσκολίες, και δεν τα βγάζεις πέρα με τον άντρα σου και θέλεις να δουλέψεις να έρθεις να μου χτυπήσεις την πόρτα. Θα σε πάρω γιατί είσαι καλό παιδί». Και μου το είπε ο Γενικός Διευθυντής, ο Ανδρεάδης που κάνει κουμάντο σε όλο τον Παπαστράτο. Ο Ανδρεάδης όχι ο Τζουμάκας που είναι προϊστάμενος. Ο Γενικός Διευθυντής: «Σε παρατηρώ Δέσποινα, έλα να σου πω κάτι». Λέω: «Τι κύριε Διευθυντά;». «Έξω -μου λέει- είναι όλο γαμπροί και περιμένουνε τις γκόμενες να βγουν από του Παπαστράτου. Εσύ βάζεις την τσάντα εδώ...». Λέω: «Με παρακολουθάτε;». Μου λέει: «Ναι. Η τσάντα εδώ. το κεφάλι κάτω, και τι κεφάλι ωραίο που έχεις, πηγαίνεις για την στάση, μπαίνεις στο λεωφορείο, πας στο σπίτι σου». Λέω: «Με παρακολουθάτε;». Μου λέει: «Ναι. Είσαι καλό παιδί. Είσαι κυρία. Αυτός που θα σε πάρει θα είναι τυχερός». Και μου το είπε και μόνος του ότι: «Είμαι τυχερός που σε πήρα», μου λέει ο Τάκης.
Όταν η μητέρα σου σού ζήτησε συγνώμη, πώς ένιωσες εσύ;
Στεναχωρήθηκα, λυπήθηκα. Αισθάνθηκα άσχημα να μου ζητάει η μάνα μου συγνώμη. Ναι. Λέω: «Εμένα να μου ζητήσει τώρα συγνώμη;». Παρόλο που μου είχε κάνει πολλά. Λέω: «Τώρα η μάνα μου γριά γυναίκα, πεθαίνει, να μου ζητήσει συγνώμη;». Το κατάλαβε και μόνη της, πεθαίνει, σου λέει «Πεθαίνω».
Το ξεπέρασες ποτέ τον τρόπο που σου έχει φερθεί;
Τον άσχημο τρόπο; Να σου πω, παρόλο που... Το έχω ξεπεράσει. Καμιά φορά λυπάμαι, στεναχωριέμαι, αλλά την αγαπάω. Πάει μπροστά η αγάπη και πίσω πάει το μίσος. Επειδή την αγαπούσα, πάρα πολύ την αγαπούσα, την δικαιολογούσα. Ότι δεν με αγαπούσε. Λέω: «Δεν πειράζει που δεν με αγαπάει». Της το έλεγα κιόλας: «Δεν με πειράζει που δεν με αγαπάς -λέω-, εγώ σ' αγαπάω». «Να μην μ' αγαπάς», μου λέει. «Μα εγώ σ' αγαπάω». Τέτοια γυναίκα ήτανε.
Αν τώρα που μιλήσαμε για όλη σου την ζωή και κοιτάξεις λίγο πίσω, θα έκανες κάτι διαφορετικά;
Εγώ δεν άλλαζα τον χαρακτήρα μου. Εγώ αγαπούσα. Εκείνη που δεν αγαπούσε δεν ξέρω τι θα έκανε. Εγώ αγαπούσα και αγαπάω. Και τώρα που είναι στον ουρανό η ψυχή της την αγαπάω. Η ψυχούλα της είναι ψηλά. Την αγαπάω. Μα αφού την αγαπάω. Εγώ μέσα μου νιώθω αγάπη. Δεν έχω... Μίσος; Ποιο είναι πιο ωραίο; Υπάρχουνε δύο πράγματα. Μίσος και αγάπη. Εγώ πάω με την αγάπη. Αυτοί που δεν με αγαπάνε, εγώ αγαπάω. Εγώ αγαπάω όλο τον κόσμο. Αλλά κι αυτοί που δεν με αγαπάνε, εγώ τους αγαπάω. Έτσι λέει η ψυχή μου εμένα, έτσι λέει η καρδιά μου. Εγώ δίνω αγάπη. Το μίσος; Το μίσος είναι κακό, χαλάει την διάθεση. Αν εγώ μισήσω έναν άνθρωπο και του πω άσχημα λόγια και τον μισήσω, εδώ θα μου χαλάσει. Εδώ θα μου χαλάσει την ψυχή. Αν όμως αγαπάω νιώθω μια ευχαρίστηση... Α, έκανα καλό. Τον αγαπάω τον άνθρωπο «Σ' αγαπάω. Νιώθω καλά». Αν μισήσω όμως... Μια στεναχώρια που θα έχω μέσα μου... Ε ποιο θα προτιμήσω; Την αγάπη δεν θα προτιμήσω μωρέ Μαργαρίτα; Αυτά.
Εγώ δεν έχω να ρωτήσω κάτι άλλο, δ[01:10:00]εν ξέρω εσύ άμα θες να πεις.
Όχι δεν θέλω τίποτα. Να πάω να δω και το νεράκι. Πάντως είπαμε πολλά, ε;
Ευχαριστούμε πάρα πολύ λοιπόν.
Παρακαλώ.