© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ποδοσφαιριστής, προπονητής ποδοσφαίρου και παράλληλα ταχυδρόμος στην Αίγινα
Istorima Code
23128
Story URL
Speaker
Κοσμάς Ζάμπος (Κ.Ζ.)
Interview Date
16/09/2022
Researcher
Παντελής Πιλάβιος (Π.Π.)
Πολύ ω[00:00:00]ραία…
Ντάξει;
Η ημερομηνία είναι 17/9, βρισκόμαστε στην Αίγινα και θα συνομιλήσουμε με τον Κοσμά Ζάμπο. Κύριε Κοσμά, θέλετε παρακαλώ να μου πείτε δύο λόγια για σας;
Καλύτερα να μιλάμε στον ενικό, θα με λες Μάκη.
Τέλεια.
Μάκη με γνωρίζουν όλοι εδώ στην Αίγινα.
Τέλεια.
Το όνομά μου είναι Μάκης Ζάμπος. Καταγωγή έχω από την Ήπειρο, από ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Είναι ακριτικό χωριό, είναι στα σύνορα με την Αλβανία, δηλαδή να φανταστείς είναι 1:30 ώρα. Έρχονται κάποιοι Αλβανοί και δουλεύουν σ’ αυτό το χωριό μας με τα πόδια. Παράνομοι μετανάστες υποτίθεται, και φεύγουν το βράδυ, είναι τόσο κοντά, να σου δώσω να καταλάβεις. Αμάραντος Κονίτσης λέγεται το χωριό, είναι στην επαρχία της Κόνιτσας. Αυτή τη στιγμή έχει 8 με 10 κατοίκους. Πανέμορφο χωριό, μ’ αρέσει να μιλάω για τον τόπο μου, γι’ αυτό στο λέω, και έχω έρθει εδώ στην Αίγινα από το ‘65. Αυτά όσον αφορά την προσωπική μου κατάσταση. Ότι έχουμε έρθει, ήρθε πρώτα ο πατέρας μου εδώ στην Αίγινα. Είμαστε από ένα Μαστοροχώρι, έτσι λέγεται εκεί η περιοχή που είναι ο Αμάραντος, επειδή ασχολούνταν οι κάτοικοι με τα, ήταν μαστόρια, με την πέτρα ουσιαστικά. Είχε έρθει ο πατέρας μου την εποχή του ‘60 περίπου, ‘60-’61 –πως βρέθηκα εδώ πέρα, να σου δώσω να καταλάβεις Παντελή μου. Υπήρχε μια δουλειά, δουλειές μάλλον, αυτοί φεύγανε σαν μπουλούκια απ’ το χωριό. Ουσιαστικά δουλεύανε όλο τον καλό καιρό, την καλοκαιρινή περίοδο δηλαδή και την άνοιξη, μαζευόταν 5-10-20 άτομα και φεύγανε όλοι μαζί που είχαν όλες τις ειδικότητες της οικοδομής: πέτρες, ξυλουργοί, κτιστάδες, τούβλα, λάσπες, εργάτες και κατεβαίναν όπου υπήρχε δουλειά, ψάχνοντας. Μπουλούκια φεύγανε σε όλη την Ελλάδα. Και όχι μόνο, απ’ ό,τι έχω διαβάσει, είχαν φτάσει μέχρι το Ιράν φτιάχνοντας γέφυρες και γεφύρια και σε όλη την Ευρώπη. Ήταν οι ξακουστοί κτιστάδες από την Ήπειρο, γιατί είχαν πάρα πολύ καλή επαφή με την πέτρα, γιατί τα χωριά όλα εκεί πάνω είχαν, είναι όλο πέτρα και δουλεύαν πάνω σε αυτό το αντικείμενο και το ‘χανε χειριστεί από την περιοχή τους. Ο πατέρας μου δούλευε την εποχή του ‘60, εκεί περίπου ‘60-‘61, που ‘χε γίνει ο σεισμός στην… ή στην Κεφαλονιά ή στην Ζάκυνθο, δεν θυμάμαι που ‘χε, στην Ζάκυνθο νομίζω, για 2-3 χρόνια που κάνανε την κατασκευή της Ζακύνθου, γιατί είχανε καταστραφεί πολλά σπίτια τότε. Με το που τελείωσε η ανακατασκευή –επί Καραμανλή να σου δώσω να καταλάβεις, του Κωνσταντίνου του Καραμανλή– με το που τελείωσε η κατασκευή εκεί της Ζακύνθου, μαζεύτηκε στο χωριό, όπως φεύγανε το καλοκαίρι και τον χειμώνα γυρίζανε στα χωριά εκεί και τους βλέπαμε για λίγους μήνες. Εγώ ουσιαστικά τον πατέρα μου δεν τον θυμάμαι καθόλου από μικρή ηλικία, όταν γεννήθηκα, μέχρι 5 χρονών που ‘ρθα εδώ στην Αίγινα. Ο πρώτος που ‘ρθε εδώ, που έφτασε εδώ, ήταν ένας θείος μου, Ζάμπος κι αυτός, Γιώργος. Ήρθε να φτιάξει ένα σπίτι ενός που είχε ένα οικόπεδο, ενός φίλου του. Και είχε την εποχή εκείνη, το ’65, πάρα πολλή δουλειά, δηλαδή έχει αρχίσει να ανοικοδομείται η Αίγινα την εποχή του ‘60-‘70, ‘65 περίπου. Ήρθε ο πατέρας μου το ‘61-‘62, του λέει «Κώστα» –Κώστα λέγαν τον πατέρα μου– «έλα -του λέει- έχει δουλειά εδώ πέρα», γιατί είχε τελειώσει η δουλειά στην Ζάκυνθο. Όπως έψαχνε δουλειά ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, ήρθε εδώ στην Αίγινα με τον θείο του, άρχισε να δουλεύει και εμάς μας έφερε το ‘65, δηλαδή έζησε μόνος σου για 2-3 χρόνια, όπως ήταν όλα τα μπουλούκια που φεύγανε οι… Δηλαδή, είχαν έρθει απ’ το χωριό γύρω στα 8-10 άνθρωποι. Απ’ αυτούς που ‘μεινε μόνιμα ήταν ο θείος μου ο Γιώργος, αυτός που έφερε πρώτος τον πατέρα μου και εμείς, η οικογένεια των Ζάμπων, Ζαμπέων. Μένει εδώ απέναντι και ο… έμενε ο θείος μου, έχουν μείνει τα παιδιά του κι αυτουνού. Όλοι οι άλλοι δουλέψανε για αρκετά χρόνια και φύγανε ή πήγαν πάλι στο χωριό, γυρίσανε. Ο πατέρας μου όμως έμεινε, γιατί έκανε καλό όνομα μπορώ να πω σαν... σαν οικοδόμος ξεκίνησε, σαν κτίστης. Μετά έγινε εργολάβος, αρκετά καλός εργολάβος και έκτισε πάρα πολλά σπουδαία, θα μπορώ να σου πω, κτίσματα εδώ στην Αίγινα. Ένα που περηφανευόταν, θυμάμαι, ήταν το, γιατί είχε και τη... τον είχε τιμήσει και με τη φιλία ο κύριος, ο συγχωρεμένος ο Χρήστος ο Καπράλος, και συγχρόνως το θυμάμαι γιατί είχα δουλέψει κι εγώ κάποια καλοκαίρια εκεί στο μουσείο του κυρ-Χρήστου. Ήταν πολύ αξιόλογος –ντάξει, δεν χρειάζεται να το πω εγώ– ο άνθρωπος και πολύ καλός. Ήτανε φίλοι με τον πατέρα μου. Έχει κτίσει το μουσείο κάτω στην Κολώνα, το πέτρινο μουσείο στην Αύρα εκεί, το οποίο ξεκίνησε επειδή είχε κάνει καλό όνομα ο πατέρας μου, ήταν τίμιος στη δουλειά του κι αυτό τον χαρακτήριζε, γιατί ξεκίνησε από το τίποτα, μπορώ να πω. Και υπήρχε κάποιος υπεύθυνος, ο κύριος Βάλτερ –πρέπει να έχει πεθάνει κι αυτός– ένας Αυστριακός. Τα χρήματα δινότανε για το μουσείο από την γερμανική κυβέρνηση θυμάμαι τότε και δεν ήθελε να τον αλλάξει με τίποτα τον πατέρα μου. Μου τα 'λεγε και τα είχα ζήσει, γιατί είχα δουλέψει κι εκεί κάποια καλοκαίρια, τελειώνοντας το σχολείο, στο Μουσείο της Κολώνας. Αλλά σαν παιδί εγώ, ντάξει, με τον πατέρα μου πολλοί φίλοι μου δουλεύανε εκεί πέρα, βάζαμε και ένσημα. Εγώ ερχόμουνα σε σύγκρουση με τον πατέρα μου, καταλαβαίνεις πώς είναι, ήθελα να φύγω μακριά. Μες στο σπίτι με τον πατέρα μου και στη δουλειά με τον πατέρα μου και το ‘σκαγα, ήθελα να πάω σε άλλες δουλειές για να έχω πιο ελευθερία, καταλαβαίνεις. Και ασχολήθηκε πολλά χρόνια με το μουσείο εκεί και έκανε μια πάρα πολύ καλή δουλειά, και δεν τον άλλαζε με τίποτα ο κ. Βάλτερ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος θυμάμαι, ο Αυστριακός εκεί που έφερνε τα χρήματα για το μουσείο. Είχε συνεργαστεί με την κυρία Γαλάνη την Κρητικού, με τον Λεούση το ένα πέτρινο κτήριο που ‘χε φτιάξει απέναντι από το Φανάρι του Μπούζα. Έχει κάνει πολλά κτήρια, ως επί το πλείστον πέτρινα, όπως και του Γκρόζα, ένα πέτρινο πύργο που είναι πάνω στον Άγιο Ασώματο. Εκεί του το ‘χτισε, είχε πολλή φιλία και με αυτό τον Γκρόζα, ο οποίος ήταν από την Ήπειρο, ήταν και η καταγωγή της κοινή. Και μετά άφησε τον θείο του, έναν άλλον θείο του, που είχε φέρει μαζί τον Φώτη τον Γκούντο, ένας πολύ καλός ανθρωπάκος, ο οποίος έζησε... Εκεί τον είχε, πελεκούσε όλη μέρα πέτρα, γιατί το ‘κανε όλο πέτρινο, ήταν ένας τεράστιος το σπίτι του Γκρόζα, ο γνωστός ο… Ο γιος του είναι και γνωστός πιανίστας και η Έρικα ήταν η Γερμανίδα γυναίκα του. Τον άφησε, του λέει, θυμάμαι την ατάκα του: «Μαστροκώστα, θα μου τον αφήσεις τον θείο το Φώτη εδώ πέρα να δουλεύει» και ενώ είχαν κάνει πολλές δουλειές με τον θείο το Φώτη, τον κράτησε εκεί ο Γκρόζας αυτός και δούλευε, πελεκούσε πέτρα, πελεκητές τους λέγαν αυτούς που πελεκούσαν την πέτρα κι έκανε όλο το πέτρινο το κτήριο, δούλευε χρόνια πολλά. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε κι ‘ρθαμε εδώ στην Αίγινα, το ‘61-‘62 ο πατέρας μου, εμείς ήρθαμε το ‘65. Εγώ, να σου δώσω να καταλάβεις, ερχόμενος με το λεωφορείο με την αδερφή μου και τη μάνα μου στον σταθμό, στον Κηφισό ήταν τότε που κατεβήκαμε με το πούλμαν, δεν ήξερα καν τη μορφή του πατέρα μου. Δηλαδή, τον είχα δει 1-2 φορές σαν παιδί και λέω, ρώταγα τη μάνα μου: «Ποιος είναι ο μπαμπάς ρε συ μαμά, ποιος είναι ο πατέρας μου;». Και τον είδα, πολύ κόσμο τώρα σαν παιδί, ήρθα από το χωριό με άλλες παραστάσεις σε μια μεγάλη πόλη στην Αθήνα, φτάσαμε στον Κηφισό στο… Τρελάθηκα απ’ τον κόσμο. Εκεί είχαμε 15-20-30 κόσμο, 30 άτομα μέσα στο χωριό. Όταν έφτασα στο σταθμό τρελάθηκα με τον κόσμο, με τα λεωφορεία όλα αυτά και έλεγα: «Ποιος είναι ο πατέρας μου;». Και μου ‘δειξε η μάνα μου ένα κύριο μ’ ενα ψηλό, λιγνό, με το μουστακάκι του εκεί, μου λέει «αυτός είναι ‘κει ο μπαμπάς». Δηλαδή, αυτή ήταν η πρώτη εικόνα του πατέρα μου που τον θυμάμαι. Παρόλο που μου ‘λεγε αργότερα ότι μου ‘χε φέρει κάτι αυτοκινητάκια που είχε δουλέψει σε κάποιους ανθρώπους ναυτικούς που... τα οποία τα ‘χα διαλύσει, και μου το ‘λεγε χαριτολογώντας ότι «σου ‘φερα μια φορά που ‘χα κτίσει ένα σπίτι αυτουνού και σου ‘φερα ένα, πήγε να με πληρώσει και επειδή ήταν έμπορος παιχνιδιών και δούλευε, σου ‘φερε ένα παιχνίδι -μου ‘λεγε- ένα αυτοκίνητο και το οποίο το διέλυσες σε 2 μέρες!». Εν πάση περιπτώσει, κι εκεί είχα την πρώτη εικόνα του πατέρα μου, στον σταθμό Λαρίσης. Ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός πάρα πολύ, γενικά η πατριαρχική οικογένεια αυστηρή και τον καταλαβαίνω τώρα, γιατί ήρθαμε σε μία ξένη, ξένο τόπο. Η Αίγινα καμία σχέση με την τωρινή Αίγινα, πολύ λιγότερος ο κόσμος. 10-15 δραχμές έκανε το εισιτήριο, να φανταστείς, τότε που είχαμε δραχμές, μ’ ένα μικρό καραβάκι, το Αιγινάκι, ένα... το Αίγινα ήταν το καραβάκι θυμάμαι, ένα μικρό πλοιάριο. Ούτε καν στη θάλασσα είχα ξαναμπεί ποτέ. Πρώτη φορά μπήκα, απ’ το χωριό την Ήπειρο, στη θάλασσα τον Πειραιά, για να έρθω στην Αίγινα με το βραδινό και ταξιδεύαμε όλη μέρα, φτάσαμε βράδυ. Ξεκινήσαμε το πρωί, φτάσαμε βράδυ εδώ στο… Σου διηγούμαι όλη την ιστορία, πόσο μου ‘χει μείνει αυτό κι έβλεπα τα φώτα από μακριά απ’ το καράβι και μου κάναν εντύπωση της Αίγινας, και μου ‘λεγε ο πατέρας μου: «Αυτή είναι η Αίγινα». «Τι είναι η Αίγινα;» λέω ‘γω τώρα, παιδάκι τώρα, 5-6 χρονών. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον έξω κόσμο. Εγώ ήμουν ένα αγριοκάτσικο, να φανταστείς, στο χωριό και ‘ρθα δω σε μια πολιτεία. Για μένα φανταζόταν στα μάτια μου πολύ μεγάλη η Αίγινα. Οι δρόμοι ήταν όλοι χωματόδρομοι, όλοι, όλοι χωματόδρομοι, σπίτια χαμηλά με λιακό από πάνω. Λιακό λέγαν, ήταν χώμα, άχυρα και άμμο ήτα[00:10:00]ν. Οι περισσότερες ταράτσες ήταν έτσι φτιαγμένες, για μόνωση ουσιαστικά, κάτι τοίχους χοντρούς και μαύρους έτσι. Ζούσαμε την πρώτη, το πρώτο τρίμηνο-τετράμηνο-πεντάμηνο το πολύ, στον θείο μου τον Γιώργο, ο οποίος είχε ένα σπίτι φτιαγμένο πιο αξιόλογο. Μείναμε σε κάτι δωμάτια όλοι μαζί και η αδερφή μου κι η μάνα μου κι ο πατέρας μου εκεί, μέχρι να χτίσει το πρώτο σπίτι που πήρε εδώ πέρα. Ήταν ένα… δύο δωμάτια, μία κουζίνα και ένα δωμάτιο στο οποίο δωμάτιο μέναμε, κοιμόμασταν εγώ, η μάνα μου κι ο πατέρας μου και στην κουζίνα δίπλα η αδερφή μου, είχε άλλο ένα κρεβατάκι. Αυτός ήταν όλος ο κόσμος. Γνώρισα δω κάποιους φίλους στη γειτονιά, η οποία γειτονιά ήτανε αρκετά μεγάλη. Είχαμε πολύ καλή επαφή από την πρώτη στιγμή. Όλα τα στενά εδώ πέρα ήτανε, η γειτονιά θυμάμαι βγαίναμε έξω, παίζαμε με τα παιδιά, γνώρισα φίλους εδώ πέρα και τους έχω ακόμα παιδικούς φίλους. Ήταν η πρώτη μου επαφή και μου κάναν εντύπωση τα παιδιά που με καλοδέχτηκαν, δεν μπορώ να πω. Αλλά ήμασταν συμμαθητές, πήγαμε στο σχολείο μαζί από την Α’ δημοτικού, μέχρι το τέλος του Γυμνασίου, το εξατάξιο τότε το Γυμνάσιο που υπήρχε, τώρα είναι Λύκειο, κι έχουμε κρατήσει πάρα πολύ καλές εικόνες. Θυμάμαι τα ψυγεία που ήταν με τον πάγο, που δεν είχα δει πάγο στο χωριό δηλαδή, το χιόνι μόνο είχαμε σαν εντύπωση από συντήρηση και τέτοια. Εδώ θυμάμαι τους νερουλάδες, δεν υπήρχε νερό. Περνάγανε κάθε πρωί, νομίζω, με κάτι τρακτέρ απ’ τους δρόμους, με τρακτέρ, κι από πίσω δεξαμενές με νερό και παίρναμε νερό, αγοράζαμε νερό απ’ τους νερουλάδες. Βγαίναμε με τα μπετόνια εδώ πέρα, τα οποία δεν διέφεραν από το χωριό, γιατί κι εκεί θυμάμαι τη μάνα μου που πήγαινε με τη βαρέλα, μια βαρέλα και έπαιρνε νερό από τη βρύση. Κάνω παρένθεση, στο χωριό έχουμε 3 μαχαλάδες, εκεί στον Αμάρανθο. Είναι 3 γειτονιές οι μαχαλάδες. Η κάθε γειτονιά, ο κάθε μαχαλάς είχε και μια βρύση μεγάλη κεντρική, απόσταση 150-200 μέτρα απ’ όλα τα σπίτια και πήγαιναν οι γυναίκες ουσιαστικά, γιατί οι γυναίκες μένανε στο χωριό πλέον, οι γυναίκες με τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Οι άντρες, όπως σου ‘λεγα, φεύγανε μπουλούκια και πηγαίνανε και δουλεύανε μέχρι του Αγίου Δημητρίου συγκεκριμένα. Του Αγίου Δημητρίου που τελείωνε το φθινόπωρο, ξεκίναγε ο χειμώνας, μαζευόταν στο χωριό επειδή έκανε κρύο και δεν μπορούσαν και μαζευόντουσαν για 2-3 μήνες, μέχρι να ξαναφύγουνε μετά απ’ την Πρωτοχρονιά, απ’ τα Φώτα κι εκεί, έτσι φεύγανε. Κι επειδή πηγαίναν και μαζεύανε νερό, φέρνανε νερό με τη βαρέλα στο σπίτι –δεν είχαμε, πώς το λένε, βρύσες τότε. Έτσι μου θύμιζε κι αυτό, τα θυμάμαι σαν τώρα αυτά τα παιδικά χρόνια που πέρναγε ο νερουλάς, ο κυρ-Αντώνης, θυμάμαι και το όνομα του, ο κυρ-Αντώνης, φίλος του πατέρα μου. Του ‘χε φτιάξει και το σπίτι, ο κυρ-Αντώνης ο νερουλάς. Όπως περνάγανε μετά σε διαφορετική ώρα –ο κυρ-Αντώνης πέρναγε πιο πρωί– οι μανάβηδες με τα κάρα. Χωματένιοι δρόμοι, με τα κάρα, κάτι τεράστια κάρα. Εγώ σαν παιδί που ήμουν μικρός τα φανταζόμουν τεράστια, με κάτι ρόδες μεγάλες, όπως είναι οι άμαξες τώρα κάτω, αλλά όχι με σούστες, που ‘χαν μέσα την πραμάτεια τη… από πίσω με τον αμαξά, τον κυρ-Αργύρη, τον κυρ-Χρήστο, ο οποίος είχε ένα μάτι –ήταν από ανάπηρος πολέμου, το θυμάμαι– τους οποίους αργότερα τους γνώρισα στην επαγγελματική μου ιδιότητα, γιατί ήμουνα ταχυδρόμος για 38 χρόνια, διανομέας. Τους γνώρισα στο δρομολόγιο πηγαίνοντας διανομή, συνταξιούχους πλέον και τους θυμόμουνα με αγάπη και τους εξυπηρετούσα, γιατί και ακόμα… Ο κυρ-Χρήστος έχει πεθάνει με το ένα μάτι, ο συγχωρεμένος, η γυναίκα του έχει μείνει, η κυρα-Σοφία. Ο μπαρμπα-Αργύρης, ο Κάππος ζει ακόμα, ένας αξιόλογος άνθρωπος και πάντα θυμάται εκείνα τα χρόνια που ήμουνα πιτσιρίκος και μου τα ‘λεγε, όταν πέρναγα και του ‘δινα, του πήγαινα τη σύνταξη του ΟΓΑ. «Α ρε Μάκη -μου ‘λεγε- τι κάνει η κυρα-Νίκη -μου λέει- ο κυρ-Κώστας;». «Ο Κώστας -του λέω- πέθανε». Με ρώταγε, γιατί ερχόταν, ήταν καθημερινοί οι άνθρωποι. Όπως θυμάμαι και τους δοσατζήδες. Ερχόταν οι… Αργότερα πιο μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, πλασιέ με αυτοκίνητα, με φορτηγάκια και αυτοκίνητα που ‘χανε μέσα ρούχα, σεντόνια, είδη προικός, ρούχα, παντελόνια και πήγαινε η μάνα μου και ψώνιζε, γιατί είχαμε έρθει απ’ το χωριό όπως ήμασταν. Εγώ είχα ένα κουστούμι ναυτικού που είχε, χωρίς τίποτε άλλο, και τα θυμάμαι αυτά, ότι μου πήραν σιγά σιγά άλλα παντελόνια, άλλες μπλούζες και τα έδινε με δόσεις. Έδινε 5 δραχμές, πέρναγε κάθε εβδομάδα αυτός ο κυρ-Νίκος, ο κυρ-Χρήστος, όλοι αυτοί οι δοσατζήδες. Αυτή η εικόνα μου ‘χει μείνει από κείνα τα χρόνια, τη δεκαετία του ‘60 με του ‘70. Ωραία χρόνια, ανέμελα, αγνά. Γιατί ήμασταν όλοι το ίδιο, στην ίδια μοίρα. Δύσκολα χρόνια, αλλά βλέποντας και συζητώντας με τον πατέρα μου και τη μάνα μου τα χρόνια που πέρασαν αυτοί με τον πόλεμο, ήταν πολύ πιο δύσκολο τα δικά τους, δεν το συζητάω. Τώρα, αποτιμώντας την κατάσταση, βλέπω ότι πέρασα πάρα πολύ καλύτερα εγώ, απ’ ό,τι πέρασαν αυτοί. Βέβαια, η δικιά σας η εποχή τώρα, παρόλο που τα έχετε όλα, πιστεύω ότι είναι ακόμα πιο δύσκολη η δικιά σας με όλη αυτή την κατάσταση και την κρίση, την επαγγελματική αποκατάσταση και αυτά τα θέματα, γιατί έχετε περισσότερο άγχος παιδιά. Κι υπάρχουν διακρίσεις οικονομικές, κοινωνικές και τέτοια. Τότε ήμασταν όλοι στην ίδια κατάσταση. Θυμάμαι πηγαίναμε στο σχολείο με ποδιές, φοράγαμε ποδιές. Ήταν οι κοπέλες με τις μακριές τις φούστες, τα φουστάνια με τον γιακά τον άσπρο, αλλά είχαμε κι εμείς κάτι σαν σακάκια, ποδιές μπλε μέχρι το, και δεν ξεχώριζε κανένας, ήμασταν όλοι το ίδιο. Κουρεμένοι γουλί με μια φούντα εδώ πέρα. Βέβαια, δεν μου ‘κανε εντύπωση και στο χωριό έτσι κουρευόμασταν. Είχαμε έναν… Πετάγομαι από την εποχή εδώ, που έζησα εδώ και στο χωριό, γιατί μου ‘χουν μείνει ανάμεικτα τα συναισθήματα. Πηγαίναμε ένα αυγό στον κουρέα με την, αυτή ήταν η πληρωμή. Με την μηχανή που κούρευε τα πρόβατα και τα γίδια, κούρευε και μας. Μου ‘λεγε: «Έφερες το αυγό Μάκη;». Ήταν η πληρωμή και «προυπ προυπ» μας κούρευε έτσι. Και δεν μου ‘κανε εντύπωση εδώ πέρα, γιατί ήμασταν όλοι... Βέβαια, εδώ είδα τα καινούρια, τα μοντέρνα τα κουρέματα. Είδα τη… Αφήναν μαλλιά τα παιδιά, ήταν διαφορετικά. Εγώ ερχόμενος απ’ το χωριό, όπως σου ‘πα, ήμουν ένα αγριοκάτσικο, πήδαγα από πέτρα σε πέτρα, ήτανε ορεινό το χωριό. Εδώ ήταν ένα flat μέρος και ξεχώριζα, έτρεχα, έπαιζα. Δεν γνώριζα ούτε από ποδόσφαιρο, από μπάλα, από τίποτα τέτοια πράματα, εδώ έμαθα. Παίζαμε με κουκουνάρια, να φανταστείς, ποδόσφαιρο, βάζαμε τις τσάντες τελειώνοντας το σχολείο.
Πήγα στο 1ο το Σχολείο το Δημοτικό, το όποιο είναι δίπλα στο γήπεδο. Θυμάμαι, ο μόνιμος καυγάς μου με τη μητέρα μου και με τον πατέρα μου είναι γιατί καθυστερούσα πάντα απ’ το σχολείο. Δε γύρναγα ποτέ, ποτέ, το θυμάμαι, και με μάλωνε ο πατέρας μου πολύ σκληρά, δεν ερχόμουν ποτέ μόλις σχόλαγα στο σπίτι. Πήδαγα τα κάγκελα από το σχολείο, στο γήπεδο που ήτανε δίπλα. Ήταν το 1ο Σχολείο εκεί, πριν γίνει αυτό εδώ πέρα το παλιό, το Κυβερνείο του Καποδίστρια. Μετέπειτα, μετά από 10 χρόνια έγινε 2ο Δημοτικό Σχολείο. Τότε ήταν το 1ο και το 2ο μαζί, πρωί-απόγευμα. Πηγαίναμε μία εβδομάδα πρωί στο σχολείο εμείς, μία φορά το 2ο Σχολείο. Μας είχαν χωρίσει με βάση τους δρόμους. Εδώ, η Αγίας Θεοδώρας ήταν το σύνορο. Όσοι ήτανε, βλέποντας ανατολικά δεξιά πηγαίναν στο 1ο Σχολείο, όσοι ήτανε αριστερά πηγαίναν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο. Και πηγαίναμε μία εβδομάδα πρωί, μία εβδομάδα απόγευμα, όπως σου ‘λεγα. Το θέμα ήταν ότι εγώ με το που γνώρισα τους φίλους έτσι και το ποδόσφαιρο σαν πρώτη εικόνα εκεί, πήδαγα κατευθείαν στο γήπεδο, έβαζα τη σάκα σαν δοκάρι στο γήπεδο, ήταν ξερό το γήπεδο τότε, ξέρεις, χωμάτινο αλλά αλάνα μεγάλη. Ο Σαρωνικός, η ποδοσφαιρική ομάδα ήταν στις δόξες του την εποχή του ‘70, ήτανε, είχε πάρα πολύ καλή ομάδα και μάζευε κόσμο. Ήταν η διέξοδος του κόσμου το ποδόσφαιρο, να φανταστείς, εδώ στην Αίγινα. Έβαζα τη σάκα μου εκεί, η μια μεριά ήταν δοκάρι η σάκα μου, η άλλη μεριά ήταν δοκάρι η ποδιά, η πόδια η σχολική. Παίζαμε, παίζαμε. Εγώ σαν ξεχώριζα, από την άποψη ότι ήμουνα λίγο πιο κινητικός, γιατί είχα έρθει από χωριό και ήμουν πιο ευέλικτος και, επειδή κινιόμουν, έβαζα γκολ αρκετά, έγινα αποδεκτός από όλους και θέλαν να με πάρουν στην ομάδα τους. Ξέρεις, χωρίζαμε, «πάρε έναν εσύ Βαγγέλη, έναν εσύ Μακη» και με διεκδικούσαν όλοι. Και έγινα αποδεκτός πολύ γρήγορα στην κοινωνία, στους φίλους μου, στους συμμαθητές μου, στην παρέα εκεί, και άρχισε να μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο. Και ξεκίνησα και το ‘χα σαν όνειρο να γίνω ποδοσφαιριστής και το κατόρθωσα με χίλια ζόρια και έγινα και ποδοσφαιριστής και προπονητής αργότερα, σ’ όλες τις ομάδες πέρασα δω. Αλλά ξεχνούσα να γυρίσω σπίτι, αυτό ήταν το μειονέκτημα, ότι φεύγαν κάποια παιδιά να παν να παίξουν, παίζαμε μισή ώρα, μια ώρα, ερχόταν άλλοι που είχαν πάει σπίτι και είχαν φάει, εγώ ήμουνα ο μόνιμος εκεί. Μέχρι που έπιανε η νύχτα και γύρναγε η μάνα μου και με έπαιρνε απ’ το σχολείο σωρηδόν, με τράβαγε. «Και τώρα θα σου πω ‘γω τι θα σου πει ο πατέρας σου», γιατί δεν μπορούσε να με κάνει καλά η μάνα μου, τα ‘λεγε όλα στον πατέρα μου, ο οποίος δούλευε ο καημένος από το πρωί μέχρι το βράδυ, από ήλιο σε ήλιο. Και ερχόταν κουρασμένος, ταλαιπωρημένος και του ‘λεγε η μάνα μου τα καθέκαστα: ότ[00:20:00]ι εγώ δεν μαζευόμουνα, δεν διάβαζα, δεν έκανα, δεν έρανα Kαι να έτρωγα και καμιά σφαλιάρα, όχι καμία, έτρωγα αρκετές σφαλιάρες, ήτανε η εκπαιδευτική μέθοδος των γονιών μου ήταν, είχα φάει αρκετό ξύλο, το ομολογώ. Βέβαια, ήμουνα πάρα πολύ δύσκολο παιδί, ατίθασο εν αντιθέσει με την αδερφή μου, η οποία ήταν πάρα πολύ ήσυχη, ήταν μες το σπίτι, διάβαζε. Εγώ μπορώ να σου πω ότι ήμουνα προσεκτικός και τα έπαιρνα πολύ γρήγορα τα γράμματα. Το όνειρο του πατέρα μου ήταν να με κάνει μηχανικό, αρχιτέκτονα. Γιατί έβλεπε ο καημένος ο πατέρας μου πόσο ταλαιπωριόταν ο ίδιος δουλεύοντας στα χώματα, στις πέτρες από το πρωί μέχρι το βράδυ, από ήλιο σε ήλιο και ήθελε να έχει μια καλύτερη τύχη ο γιος του. Τον καταλαβαίνω, τώρα τον καταλαβαίνω. Ήθελε σώνει και καλά να με κάνει αρχιτέκτονα, και τους έβλεπε τους μηχανικούς με τις γραβάτες τους, ακούραστοι με τα… ο κάθε γονιός λογικό είναι. Εγώ, όμως, είχα την τρέλα μου με το ποδόσφαιρο, πλέον είχε εισχωρήσει βαθιά το… Ίσως επειδή είχα γίνει αποδεκτός από τον κόσμο και με είχαν χαρακτηρίσει σαν καλό ποδοσφαιριστή. Να σου δώσω να καταλάβεις, με το που πήγα Δ’ τάξη, μου λέει: «Θα πας να μάθεις αγγλικά». «Εντάξει» του λέω «ρε μπαμπά, να πάω να μάθω αγγλικά». Με ‘γραψε στην κυρία Μπέλα Πάσχα τη λέγανε. Εγώ όμως –και μεγαλύτερος, μάλλον είχα τελειώσει το Δημοτικό, 12 χρονών-13, εκεί θα ήμουνα– το βρήκα σαν αφορμή για να φεύγω απ’ το σπίτι, θα πηγαίνω αγγλικά. «Ωραία -λέω- αντί για αγγλικά». Το φροντιστήριο ήτανε κοντά στην Παναγίτσα, κοντά στο γήπεδο, «παπ» εγώ αντί για αγγλικά πήγαινα μία φορά αγγλικά, τις άλλες 4 πήγαινα στο γήπεδο, έφευγα. Πλήρωνε ο καημένος ο πατέρας μου την κυρία Μπέλα, καλή της ώρα, δεν την έχω, έχω και καιρό να τη δω. Σε μία φάση, αφού είδα και αποείδα, και θυμάμαι είχε συνεργαστεί με κάποιον μηχανικό να φτιάξει ένα σπίτι ενός Άγγλου, ενός Εγγλέζου εδώ πέρα, κι ήρθε ο πατέρας μου στον πρώτο-δεύτερο μήνα και λέει: «Να, ξέρει και ο γιος μου -λέει- αγγλικά». «Ρε μπαμπά -του λέω- τι αγγλικά να ξέρω, σε δυο μήνες θα ‘χω μάθει αγγλικά;» Προσπάθησε να με διαφημίσει, ότι και καλά ξέρω αγγλικά στον… Του ‘πα εγώ την προπαίδεια, εκεί την αλφαβήτα, όχι την προπαίδεια, την αλφαβήτα εκεί, το abc. Του λέω: «Δεν τα ξέρω ακόμα όλα, μην περιμένεις». Ο πατέρας μου περίμενε σε 2 μήνες να μιλάω αγγλικά. Εν πάση περιπτώσει, όταν είδα και απόειδα εγώ, γιατί πλήρωνε ο καημένος και άρχισα να κατανοώ ότι είναι, δεν είναι σωστό αυτό που κάνω, πάω και τον πιάνω, του λέω: «Μπαμπά να σου πω κάτι; Δεν πηγαίνω -του λέω- αγγλικά, τζάμπα τα πληρώνεις. Γιατί πήγαινα κάθε Σαββάτο, κάθε μήνα, δεν ξέρω πότε πλήρωνε ο καημένος. Του λέω: «Περισσότερο πάω στο γήπεδο». Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε, το γνωστό! Ξύλο πάλι να μάθω. Εν πάση περιπτώσει, το γύρισα λιγάκι, προσπάθησα να πηγαίνω περισσότερο, αλλά το μυαλό μου το είχα στο γήπεδο. Τώρα τα εκτιμώ όλα αυτά που έκανε, γιατί προσπάθησε να μας δώσει ένα εφόδιο ο καημένος. Θυμάμαι κάτι άλλο από την εποχή εκείνη, ότι υπήρχε ώρα κοινής ησυχίας το μεσημέρι και μας έβαζε χέρι να κάνουμε ησυχία, δηλαδή 14:30 με 17:00 υπήρχε τουριστική αστυνομία εδώ στην Αίγινα. Μετά τη Χούντα, μετά την Επταετία, γύρω στο ‘70 με ‘80 εκεί, επειδή ρίχναν πολλά νερά στους δρόμους, είχε, άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός, νοιακιάζαμε τα σπίτια δηλαδή. Κι εμείς εδώ πέρα, όταν έκτισε τα σπίτια ο πατέρας μου, ξεκίνησε από αυτά τα δύο δωματιάκια που σου είπα. Μετά έκτισε αυτό εδώ πέρα, το πάνω το σπίτι, σαν για να μεγαλώσει λιγάκι. Γιατί έφερε αργότερα και τους γονείς του, τον παππού τον Κοσμά και τη γιαγιά την Ευταλία και μέναν τον χειμώνα, επειδή ήταν δύσκολος ο χειμώνας στο χωριό, μεγαλώσαν κι αυτοί. Μέναμε εμείς, ο πατέρας μου, η μάνα μου και η αδερφή μου πάνω και ο παππούς μου και η γιαγιά μου μένανε κάτω. Και μετέπειτα πήρε τον άλλο δίπλα εδώ πέρα τον χώρο, με πολλή δουλειά ο καημένος και το επέκτεινε λιγάκι. Και θυμάμαι ερχόταν το μεσημέρι, είχε ένα μηχανάκι τρίκυκλο το οποίο έκανε τεράστιο θόρυβο, δεν ήξερε να οδηγάει ο πατέρας μου, ήξερε μόνο αυτό το τρίκυκλο. Κάθε εβδομάδα το πήγαινε στον κύριο Αιμίλιο, ήταν ένα συνεργείο εδώ πέρα, ένας στον οποίο εγώ μετέπειτα πήγα παντρεμένος και νοίκιασα το σπίτι του να μείνω με την οικογένειά μου. Θυμάμαι κάθε εβδομάδα στον κύριο Αιμίλιο, το μηχανάκι του ‘χε βγάλει την ψυχή, και τι δεν κουβάλαγε: πέτρες, τσιμεντόλιθους, τσιμέντα, χαλίκια, και γυρίζοντας το μεσημέρι 14:30 ώρα που τελείωνε τη δουλειά –δεν τελείωνε– 14:30 μέχρι τις 17:00 ερχότανε να φάει, να ξεκουραστεί και 17:00 ξαναπήγαινε μέχρι τις 19:00-20:00, μέχρι να νυχτώσει, ειδικά το καλοκαίρι. Και θυμάμαι ότι έπαιρνε ειδική άδεια απ’ την αστυνομία, γιατί υπήρχε ώρα κοινής ησυχίας από την τουριστική αστυνομία, για να μην ενοχλούν τον κόσμο. Γιατί είχε άρχισε η Αίγινα να έχει τουριστική ανάπτυξη και πάνω σ’ αυτό, θυμάμαι, μας ζητάγανε μέχρι κρεβάτια να νοικιάσουνε τουρίστες το καλοκαίρι, δεν υπήρχαν τόσα ξενοδοχεία και τόσες κλίνες εδώ. Kαι νοίκιασε κάποιες φορές η μάνα μου, που δεν είχε το καλοκαίρι, πήγαινε ο παππούς και η γιαγιά στο χωριό κι ήταν ελεύθερο το κάτω το σπίτι, νοίκιαζε το σπίτι και το δωμάτιο, το νοικιάζαμε με κρεβάτια με τη νύχτα, Σαββατοκύριακα και είχε ένα χαρτζιλίκι για τη μητέρα μου, γιατί τα χρόνια ήταν δύσκολα. Το θυμάμαι αυτό το μηχανάκι, ένα κίτρινο μηχανάκι χαρακτηριστικό, που τον άκουγα 10 λεπτά πριν έρθει στο σπίτι, λέω: «Κατεβαίνει το μεσημέρι ο πατέρας, έρχεται ο πατέρας», οπότε ήτανε ένα σήμα και μαζευόμουνα εγώ, έκανα τα καλά μου. Έκανα τα καλά μου, γιατί ήμουνα λίγο ατίθασος, όπως σου είπα. Αυτά την εποχή εκείνη, πως ήταν τα χρόνια εκεί τα παιδικά μας, δύσκολα χρόνια, όμορφα χρόνια όμως. Τι άλλο να πούμε, κάτσε να θυμηθώ κάτι… Θέλεις κάτι να με ρωτήσεις έτσι να με...
Θέλετε να μου πείτε μήπως, αν θυμάστε κάτι από, μιας και μιλάμε για τα παιδικά χρόνια, αν θυμάστε κάτι από τη Χούντα;
Από τη Χούντα. Σαν εικόνα δεν είχα, αλλά θυμάμαι την αυστηρότητα που μας είχαν στο σχολείο, δηλαδή στο Δημοτικό, θυμάμαι, για ένα διάστημα μας απαγόρευαν να βγαίνουμε μετά τις, με το που σχολάγαμε μας απαγόρευαν να βγούμε στον δρόμο. Θυμάμαι τον Γυμνασιάρχη, τον Διευθυντή όχι, τον κ. Πορφυρίου, θυμάμαι το όνομα, Πορφυρίου, πάρα πολύ αυστηρός. Όπως θυμάμαι μια εικόνα που μου έχει μείνει, με έχει στιγματίσει. Έλειπε η δασκάλα μας, ήμουνα στην 3η τάξη εγώ Δημοτικού, νομίζω, κι επειδή έλειπε η δασκάλα μας, μάς πήγανε στην τάξη του κ. Πορφυρίου που ήταν διευθυντής στην 6η τάξη. Και σήκωσε την κόρη του να πει μάθημα κι έκανε κάτι λάθος η κόρη του κι είχε ένα χάρακα στο χέρι και άρχισε να τη χτυπάει στα πόδια. Μου ‘χει μείνει και το θυμάμαι, ήταν πάρα πολύ αυστηρός. Χαρακτηριζόταν από όλους σαν καλός δάσκαλος, αλλά ήταν πολύ αυστηρός. Και μετά από λίγο καιρό θυμάμαι μας απαγόρευε να βγαίνουμε το μεσημέρι. Δεν θυμάμαι αν ήταν ώρες κοινής ησυχίας ή το ‘κανε για να διαβάζουμε. Από τις 14:00 το μεσημέρι μέχρι τις 17:00-18:00 μας απαγόρευε να βγαίνουμε έξω να παίζουμε κι είχε βάλει τα παιδιά της 6ης τάξης σαν επιτηρητές σε κάθε περιοχή, να έχει κάποιους που έμενε εκεί να μας ελέγχει. Οι δρόμοι, θυμάμαι, ήτανε χωμάτινοι όλοι, όπως σου είπα και παίζαμε τότε βόλους, μπίλιες, τους στήναμε εκεί και παίζαμε. Και ξαφνικά βλέπω ένα παιδί της Ε’ τάξης, Ε’-ΣΤ’, δεν θυμάμαι. Μου λέει: «Μάκη, έλα να παίξουμε βόλους». Εγώ ήμουνα με έναν φίλο, εκεί κοίταγα, σιγά μην δώσαμε σημασία, εγώ Γ’-Β’ Δημοτικού, στην εντολή που μας είχε δώσει ο διευθυντής. Ευκαιρία, του λέω «να παίξουμε βόλους». Και όπως παίζαμε βόλους περνάει με το ποδήλατο, έκανε έλεγχο κι ο κ. Πορφυρίου, τον βλέπουμε με το ποδήλατο μπροστά, λέει: «Αύριο το πρωί θα τα πούμε», και αυτουνού του μεγαλύτερου και μας τους δύο εδώ πέρα, τον Αποστόλη, καλή του ώρα, τον φίλο μου τον Αποστόλη τον Σαρρή και εμένα. «Αμάν -λέει αυτός- μας έπιασε ο δάσκαλος, την πατήσαμε». Λέω: «Ντάξει», εγώ δεν φοβήθηκα ιδιαίτερα. Έλα, όμως, που αυτόν τον είχε βάλει σαν επιτηρητή να ελέγχει, αλλά εμείς πού να φανταστούμε ότι... Επειδή ήταν παιδιά της γειτονιάς εδώ, λέγαμε θέλει να βγει να παίξει κι αυτός. Και την άλλη μέρα το πρωί μας τιμώρησε –μας τιμώρησε, δεν ξέρω τι μας έκανε– εμάς μας τη χάρισε. Περισσότερο τιμώρησε αυτόν, τον οποίο τον είχε βάλει για επιτηρητή και τον συνέλαβε να παίζει βόλους, μπίλιες τις λέγαμε, μπίλιες, μαζί μας. Θυμάμαι τις γυμναστικές επιδείξεις, αλλά σαν, τη Χούντα... ήμουνα μικρός το ‘67 που έγινε, δεν θυμάμαι, το ’74 μέχρι το ‘70-’72. Δηλαδή, ήταν αυστηρά. Εγώ ήμουνα αυστηρώς περιορισμένος απ’ το σπίτι μου ήδη με τους γονείς μου, δεν μου ‘κανε εντύπωση δηλαδή κάτι άλλο. Και τον νου μου τον είχα περισσότερο στο παιχνίδι και στην ελευθερία που βίωνα, που σαν παιδιά εμείς δεν είχαμε… δεν θυμάμαι κάτι κακό, εκτός απ’ αυτό, από την αστυνομία την τουριστική που έβαζε περιορισμούς, που δεν άφηνε, γιατί χύνανε οι γυναίκες τα νερά έξω, πλένανε. Η μάνα μου έπλενε μια σκάφη, όπως έπλενε και στο χωριό, πολύ πιο εύκολη κατάσταση, γιατί στο χωριό πηγαίναμε στο ποτάμι και πλέναμε τα ρούχα. Τα κουβαλάγαμε μισή ώρα, μία ώρα με τα γαϊδούρια να πλύνουν τις φλοκάτες, τις κουβέρτες. Εδώ, βέβαια, είχαμε το νερό, σιγά σιγά ήρθε με τις βρύσες, εκτός από τον νερουλά, και πλέναμε με τη σκάφη και τα νερά τα πετάγανε έξω. Όπως ήταν και χώμα, θυμάμαι ότι ερχόταν η αστυνομία και μας έγραφε. [00:30:00]Έμενε εδώ απέναντι ο κ. Μιχάλης, τον θυμάμαι ήταν της διοικητής της αστυνομίας, στον θείο μου τον Γιώργο και τον είχαμε έννοια, γιατί ήταν καλός άνθρωπος αλλά αυστηρός και αυτός, που ήτανε η δουλειά του ήτανε νωματάρχης, θυμάμαι, και τον είχαμε από φόβο. Τον είχαμε από φόβο, γιατί ήταν η αστυνομία, είχε εξουσία τότε. Αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τότε περισσότερα πράγματα, γιατί ήμουνα μικρός σε ηλικία, όσον αφορά την επταετία. Κάτι άλλο συγκεκριμένα δεν μου έχει μείνει απ’ αυτήν την… Όπως θυμάμαι αργότερα, όταν ήρθε ο Καραμανλής, που άρχισα να καταλαβαίνω εκεί 13-14 χρονών το «έρχεται, έρχεται», που κατέβηκε με το αεροπλάνο από την Γαλλία, που ήρθε από το Παρίσι, και λέω: «Τι έρχεται; Ποιος είναι αυτός;». Μου ‘κανε εντύπωση, ο Καραμανλής άκουγα, που ‘ρθε ο Καραμανλής ο Κωνσταντίνος. Έρχεται και έγραφε, θυμάμαι τη «Βραδινή» την εφημερίδα, η «Βραδινή» με τεράστιους πηχυαίους τίτλους, «΄Ερχεται, ήρθε ο…»… μου ‘κανε εντύπωση, χωρίς να ξέρω τότε, γιατί από πολιτική είχαμε «μεσάνυχτα». Ο πατέρας μου, άκουγα τις συζητήσεις των μεγάλων που λέγανε, αλλά εγώ περισσότερο κοίταγα, όταν είχε φίλους και παρέες ο πατέρας μου και μιλάγανε για πολιτικά, να το σκάσω να πάω να παίξω. Εδώ έβρισκα την ευκαιρία, δεν είχα μεγάλη έτσι επαφή με αυτά. Αυτά όσον αφορά τη Χούντα. Εδώ άρχισε σιγά σιγά η ανοικοδόμηση το ‘70 και θυμάμαι ότι πιάστηκε πάρα πολύ καλά οικονομικά και επαγγελματικά ο πατέρας μου. Έχασα τους δεσμούς μου για 7-8 χρόνια με το χωριό, γιατί κάθε καλοκαίρι μ’ έστελνε μόλις… Δούλευα για κάποια καλοκαίρια, αλλά προκειμένου να γλιτώσω τη δουλειά, λέω: «Θα πάω στον παππού και στη γιαγιά», γιατί ο παππούς κι η γιαγιά ήταν στο χωριό κι ήθελα να φύγω να πάω στο χωριό. Με πήγαινε η μάνα μου αλλά και ο πατέρας μου ερχόταν έτσι 3-4 μέρες να τους δει, αλλά μετά που ξεκίνησε πάρα πολλή δουλειά, γιατί πιάστηκε με καμιά 10ριά οικοδομές, είχε μεγάλο συνεργείο –μιλάω χωρίς υπερβολή– 10 οικοδομές έκτιζε ταυτόχρονα, χάσαμε το χωριό. Μου λέει: «Δεν θα πας στο χωριό». Αρχισα και εγώ να ‘μαι 14-15-16 χρονών, μ’ έβαζε στη δουλειά το καλοκαίρι, να δουλεύω όλο το καλοκαίρι σε εστιατόρια, σε τέτοια, μόνος. Είχα φίλους αλλά πήγαινα έβρισκα μόνος μου δουλειά, και άρχισα σιγά σιγά να ενηλικιώνομαι και να βλέπω και την νυχτερινή ζωή της Αίγινας, οπότε μου άρεσε αυτή η κατάσταση, γιατί άρχισε να έχει τουρίστες, πάρα πολύ τουρισμό, ειδικά τη δεκαετία του ‘70-‘75 με, πώς το λένε, σκανδιναβικό τουρισμό, είχαμε πάρα πολύ τουρισμό. Ειδικά η Αγία Μαρίνα γινότανε χαμός. Ξεκίνησα να γνωρίζω τα κλαμπ, τις ντισκοτέκ τις τότε. Το «Ελπιάννα» εκεί που είναι πάνω από την Αύρα, ο συγχωρεμένος ο Πιτσούνιας είναι το παρατσούκλι του, ο Κώστας ο Πάνου, ο οποίος μετέπειτα ήταν και συμπαίκτης μου στο ποδόσφαιρο. Αυτός στα μεγάλα του χρόνια τελείωνε την καριέρα του, εγώ ξεκίναγα. Μετά τη ντισκοτέκ την «Οινόη» στον Φάρο –ο Φάρος ήτανε το Κολωνάκι της Αίγινας, μιλάμε για πάρα πολύ και καλό κόσμο ο Φάρος. Ήτανε μια δεκαετία η ντισκοτέκ «Οινόη», γινότανε χαμός εκεί πέρα από νεολαία, την είχε ο Στέλιος ο Ξυδέας, ο συγχωρεμένος. Ο καημένος πέθανε κι αυτός πριν από 4-5 μήνες. Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια πάρα πολύ όμορφα, γιατί ήτανε, άρχισα να ενηλικιώνομαι, να γνωρίζω, να γνωρίζω κοπελίτσες, φίλους. Τώρα που ‘πα κοπελίτσες, αυστηρός ο πατέρας μου. Με είδε με μια συμμαθήτριά μου πάνω σε ένα μηχανάκι απ’ το σχολείο να περνάω την παραλία, και γυρίζω το μεσημέρι σπίτι, το βράδυ, το βράδυ σπίτι και μου σκάει ένα χαστούκι: «Ρε αλήτη, θα με κάνεις ρεζίλι που γυρίζεις με τις κοπέλες στο μηχανάκι», «ρε πατέρα!». Το θυμάμαι αυτό, γιατί γύριζα με μια κοπέλα στο μηχανάκι, μια συμμαθήτριά μου πρέπει να ‘τανε. Το μηχανάκι, είχα ένα μοτοποδήλατο εκεί πέρα κάπου, το ‘χω πάρει από έναν φίλο μου και με είδε. Πω πω ήταν αυστηρά τα χρόνια πάρα πολύ, Παντελή μου.
Μετέπειτα, βέβαια, έζησα μέχρι τα 18 μου εδώ στην Αίγινα. Μετά πέρασα στην Λάρισα σαν σπουδαστής για 2-3 χρόνια στα ΤΕΙ. Τότε ήταν ΚΑΤΕΕ, λεγόταν ΚΑΤΕΕ, Τμήμα Λογιστών. Μετά έφυγα για άλλα 2 χρόνια στην Ορεστιάδα, πήγα φαντάρος, τεθωρακισμένα. Και εκείνα τα χρόνια γνώρισα και τη γυναίκα μου τη Χαρούλα, η όποια είναι απ’ το χωριό μας κι αυτή, έτυχε να γνωριστούμε εντελώς τυχαία πηγαίνοντας για το πανηγύρι. Κάποια στιγμή στο χωριό είχε ένα πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο, το οποίο γίνεται ακόμα τον Δεκαπενταύγουστο, είναι μεγάλο πανηγύρι. Είναι σ’ ένα σημείο, σε όλα τα χωριά εκεί στην Ήπειρο, σημείο συνάντησης τα πανηγύρια τον Δεκαπενταύγουστο. Έτυχε να πάω εγώ για να δω τους παππούδες και τις γιαγιάδες, φαντάρος ήμουν, είχα την άδειά μου. Πήγε και η γυναίκα μου η Χαρούλα, γιατί έχει χάσει τη μητέρα της, πήγαινε τα κόκκαλα –τα οστά τότε τα μεταφέραν μετά από 3 χρόνια– επειδή είχε χάσει, και έτυχε να γνωριστούμε εκεί πέρα. Έπαιξε ένα φλερτάκι και γνωριστήκαμε και μετέπειτα κάναμε μια καλή σχέση και είμαστε 36 χρόνια μαζί με τη Χαρούλα. Κάναμε τα δυο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τον Άγγελο. Τον Κωνσταντίνο τον γνωρίζεις. Έτσι που λες εκείνα τα χρόνια της Αίγινας. Κάτι άλλο που να σε ενδιαφέρει να με ρωτήσεις;
Ναι, έχω σημειώσει εδώ πέρα αν θέλετε να μου πείτε για την περίοδο που ασχολιόσασταν με το ποδόσφαιρο.
Ξεκίνησα σαν… Δεν είχα μυρωδιά από ποδόσφαιρο, δεν το ‘ξερα καν στο χωριό και, όπως σου είπα, κατεβαίνοντας εδώ άρχισα να γίνομαι κοινωνικά αποδεκτός με το ποδόσφαιρο, γιατί, σου είπα, ούτε μπάλες είχαμε, με τα κουκουνάρια παίζαμε στο σχολείο στο 1ο Δημοτικό, γιατί είχε πολλά πεύκα και παίζοντας τα κουκουνάρια στα διαλείμματα, κλωτσάγαμε από δω, μισοί από κει, μισό από δω. Θυμάμαι, μας είχαν χωρίσει, μας είχαν δώσει νούμερα, αλφαβητικά όπως ήταν 1, 2, 3, 5, 10, εγώ ήμουνα το 9, το Ζήτα. Εγώ ήμουν το 9, ο Ζάμπος, ο Ζαραβέλας ήταν το 10 και παίζαμε μονοί-ζυγοί. Οι μονοί που ξέραμε στην τάξη μας, τα παιδιά που είχαν το νούμερο, γιατί θυμάμαι οι δασκάλοι, ο δάσκαλός μας έκανε ένα παιχνίδι –ο Βάζος ήτανε, ο κ. Βάζος ή ο κ. Μπιμπής; Κάποιος απ’ αυτούς. Μας είχε 25, 30, 40 πόσα ήμασταν μαθητές, μπίλιες, βόλους κι είχε πάνω ένα νούμερο του καθενός και για να μας πει –πηδάμε απ’ το ένα θέμα στο άλλο γιατί τα θυμάμαι τώρα– ποιος θα πει μάθημα, είχε ένα κουτάκι με τις μπίλιες μέσα. Αντί να ανοίγει κατάλογο, έπαιρνε μια μπίλια και έλεγε: «Το 9, ο Ζάμπος, εσύ θα μας πεις μάθημα σήμερα, το 9 Ζάμπο, το 15, ο Καλαμάκης», ποιος ήτανε. Και παίζαμε έτσι με τους αριθμούς μονοί-ζυγοί. Κάναμε στο διάλειμμα το… χωρίζαμε τις ομάδες κι αρχίσαμε παίζαμε ποδόσφαιρο. Επειδή εγώ ήμουνα, σου λέω, πιο ευέλικτος, ήταν πιο μαλθακά εδώ τα παιδιά, ήταν ο τόπος flat, άρχισαν να με θέλουν όλοι, όπως σου είπα, στην ομάδα τους. «Εγώ θα πάρω το Μάκη, εγώ θα πάρω…». Τσακωνόντουσαν όλοι ποιος θα με πάρει. Απ’ αυτό το σχολείο ξεχώριζα σε εισαγωγικά, άρχισα να ξεχωρίζω εγώ στο ποδόσφαιρο, απ’ το 2ο Σχολείο άρχιζε να ξεχωρίζει ο φίλος μου ο Δημήτρης ο Σκίτσας. Ξεχώριζε ο Σκίτσας, ήταν παιδί φαρμακοποιού, πολύ καλός ποδοσφαιριστής και φίλος μετέπειτα, ο Δημήτρης ο Σκίτσας. Έχει ανοίξει την Admirall τώρα, έχει την εταιρεία εδώ, τα αθλητικά είδη. Σιγά σιγά ξεκίνησα να κινάω το ενδιαφέρον και της ομάδας του Σαρωνικού, η οποία έκανε μια πολύ αξιόλογη πορεία της. Ο Σαρωνικός ήταν μεγάλο σωματείο για την εποχή του ’70, εδώ στην Αίγινα. Διεκδικούσαν την άνοδο στη Β’ Εθνική Κατηγορία. Είχα έναν –συγχωρεμένος κι αυτός τώρα, ο κ. Δρακάκης, φίλος του πατέρα μου εδώ γείτονας– πολιορκούσε τον πατέρα μου συνέχεια. «Μαστροκώστα, να κάνουμε δελτίο του Μάκη, να κάνουμε δελτίο να τον πάρουμε». «Τι είναι αυτά -του ‘λεγε-, ο Μάκης, εγώ τον θέλω να πάει σχολείο, μην τον απορροφείτε με το ποδόσφαιρο, γιατί του χαλάει τον χρόνο». «Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, είναι καλός, χρυσός, καλός ποδοσφαιριστής». «Δεν με νοιάζει τι ‘ναι». Ερχόταν στο σπίτι τσαντισμένος, «μου ‘πανε έτσι πάλι, να υπογράψω δελτίο, τι είναι αυτά; Τι πας και τους λες;». Λέω: «Μπαμπά, δεν τους έλεγα εγώ». Οι άνθρωποι είχαν ενδιαφέρον, είχανε ξεχωρίσει από... μαζί με άλλους 3-4, τον Νίκο το Γιαννούλη –που πηγαίνοντας Γυμνάσιο πλέον έτσι, ήμουν Γ’ Γυμνασίου. Εκεί τότε, την εποχή που πήγαινα στα αγγλικά, εγώ άρχισα να αυτονομούμαι και τότε που του ‘πα ότι «μπαμπά, δεν πηγαίνω στα αγγλικά και πηγαίνω στο…» πήγα και υπέγραψα μόνος μου δελτίο, μόνος μου, πλαστογράφησα την υπογραφή του πατέρα μου. Γιατί είχα τρέλα με το ποδόσφαιρο. Κατόρθωσα να μπω στην ομάδα και ένα τραγελαφικό: Όταν είχα περάσει στην Λάρισα και έπαιζα ποδόσφαιρο στον Σαρωνικό 18 χρονών, θυμάμαι, όταν πήγα στην Λάρισα μου έδωσε 4.000 δραχμές. Μου ‘βαλε σ’ ένα βιβλιάριο στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο τότε, για να περάσω στην Λάρισα εκεί. Πήγα μόνος μου να βρω το δωμάτιο, πήγα μόνος μου να γραφτώ, που βλέπω τώρα πηγαίνουν οι γονείς, βρίσκουν σπίτια, τρελαίνονται. Θυμάμαι και πάλι κάτι άλλο, ότι για να γραφτώ ήθελα το πιστοποιητικό γέννησης. Πιστοποιητικό γέννησης, όμως, εμείς το είχαμε πάνω στο χωριό, στον Αμάραντο ήμουνα γεννημένος. Δεν είχαμε μεταφέρει τα χαρτιά μας ακόμα εδώ, γιατί μετά τα μεταφέραμε. Τηλέφωνα δεν υπήρχανε. Υπήρχε ένα τηλέφωνο στο χωριό κεντρικό που έπαιρνες κάποια ώρα και έλεγες μ’ αυτά –που δεν ξέρω αν τα γνώριζε[00:40:00]ς, που γυρίζαν έτσι– και το σήκωνε ένας, καλή, Θεός σχωρέστον μάλλον, έχει πεθάνει κι αυτός, ο Μήτσος ο Ζώγας εκεί κι έλεγες ό,τι ήθελες. Ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος και πήγαινε και φώναζε και έλεγε: «Στις 3:00 Μάκη, Κώστα, Νίκο να ‘ρθεις στο τηλέφωνο, θα σε πάρει τηλέφωνο από την Αίγινα, απ’ την Αθήνα, απ’ την Αμερική, απ’ τη…» και πηγαίναμε έτσι και εξυπηρετιόμασταν. Έπαιρνα τηλέφωνο και ζητούσα τον γραμματέα στο χωριό. Δεν έβρισκα κανέναν. Για να πάρω πιστοποιητικό περίμενα, λέω «ντάξει» –αμελής παιδί ήμουνα, 18 χρονών– λέω «θα βρεθεί κάποια στιγμή». Αλλά έλα που πλησίαζε η μέρα για να έληγε η προθεσμία να εγγραφώ στα ΤΕΙ, στο πανεπιστήμιο εκεί στην Λάρισα και, αφού είδα ότι δεν μπορούσα να βρω, είχα στείλει και γράμμα κιόλας, συγκεκριμένα στον Πρόεδρο, στον Κώστα τον Γούλη, στον Κούκη. Αφού είδα και αποείδα, παίρνω το λεωφορείο και ξεκινάω μόνος μου να πάω να βρω, να πάρω το πιστοποιητικό γέννησης, για να πάω να γραφώ στη σχολή. Θυμάμαι πήγα, έφυγα κατευθείαν από δω πέρα. Κάναμε τον παλιό τον δρόμο, 8 ώρες δρόμο ήτανε με τη συγκοινωνία. Ήθελα 1:30-2:00 εδώ το καράβι, 2 ώρες συγκοινωνία, άλλες 8 ώρες από την Αθήνα να πάω στα Γιάννενα, μετά να βρω ανταπόκριση από τα Γιάννενα να πάρω άλλο λεωφορείο να πάω στην Κόνιτσα και μετά απ’ την Κόνιτσα άλλο λεωφορείο να πάρω απ’ την Κόνιτσα στον Αμάραντο. Έπρεπε να αλλάξω όλες αυτές τις συγκοινωνίες. Απ’ τη μέρα, σου λέω, ξεκινούσα το πρωί κι έφτανα το βράδυ, κι αν είχε ανταπόκριση στο χωριό, γιατί δεν είχε κάθε μέρα λεωφορείο να βρω. Εν πάση περιπτώσει, πήγα και φτάνοντας στο χωριό μετά από ταλαιπωρία, ψάχνω να βρω τον Πρόεδρο και εκείνη την περίοδο, τέλος Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου, εκεί στη μέση βγάζαν τα τσίπουρα στο χωριό. Κάναν απόσταξη –γιατί το χωριό μας έχει αυτή την ιδιότητα, τους είχαν δώσει άδεια επειδή είναι παραμεθόρια περιοχή, ακριτικά χωριά– κάναν απόσταξη και βγάζαν τσίπουρο, τσικουδιά. Και ήτανε στα τσιπούρα, έβγαζε ο καημένος ο Πρόεδρος και εγώ έψαχνα να βρω Πρόεδρο και Πρόεδρος πουθενά, και μου ‘παν τελικά και ήρθε με χίλια ζόρια. «Έλα ρε Μάκη- μου λέει- τι θέλεις;» όταν το είδα, «Έλα -του λέω- ρε μπαρμπα-Κώστα, θέλω να μου δώσεις μια πιστοποιητικό, για να πάω να γραφτώ στη σχολή». «Α, -μου λέει- τέτοια μέρα ήρθες;». Το θυμάμαι σαν τώρα, Θεός σχωρέσει την ψυχούλα του. «Πάμε -μου λέει- άντε στο γραφείο». Πήγαμε στο γραφείο στο κοινοτικό, εκεί φώναξε τον γραμματέα, μου τον έδωσε. Την άλλη μέρα, για να μη σου πω την ίδια μέρα, δεν θυμάμαι, έφυγα κατευθείαν μετά να πάω από την Κατάρα, να πάω πάλι στην Κόνιτσα, από την Κόνιτσα να πάω στα Γιάννενα και από τα Γιάννενα να φύγουμε από την Κατάρα –γιατί δεν υπήρχε η Εγνατία τότε– να κάνω άλλες, δεν ξέρω πόσες ώρες, να φτάσω στην Λάρισα. Θυμάμαι μεγάλη ταλαιπωρία και μου ‘χε μείνει. Και αφού ταλαιπωρήθηκα τόσο πολύ, τότε τσαντίστηκε ο πατέρας μου και κατεβάσαμε τα δικαιώματα τα εκλογικά απ’ το χωριό, απ’ τον Αμάραντο, τα φέραμε στη Αίγινα και έκτοτε ψηφίζουμε εδώ κάτω. Ξεκίνησα για το ποδόσφαιρο που με ρώτησες. Ήμουνα στην Λάρισα που λες, φοιτούσα, πήγα βρήκα ένα δωμάτιο, ένα δωμάτιο συγκεκριμένα βρήκα κι εκεί γνώρισα, αλλά άλλους τέσσερις συγκάτοικους στο ίδιο το σπίτι. Το νοίκιαζε μια κυρία εκεί σε άλλα, σ’ όλους τους φοιτητές. Ψιλοπαρεξηγήθηκαμε με την –σαν αλάνια κι ‘μεις, αγόρια ήμασταν όλοι– με την ιδιοκτήτρια και κάναμε μια επανάσταση και σηκωθήκαμε και φύγαμε όλοι και πήγαμε νοικιάσαμε ένα άλλο διαμέρισμα και μας στοίχιζε λιγότερα λεφτά, γιατί προσπαθούσαμε να κάνουμε εξοικονόμηση. Με τον Δημήτρη, τον Γιάννη και τον Ηλία, τα θυμάμαι τα παιδιά από την Λάρισα και από την Κοζάνη. Οι 2 απ’ την Κοζάνη, ο Ηλίας και ο Γιάννης, και ο Δημήτρης ο Χοντρός και εγώ, ο Δημήτρης ο Χοντρός απ’ τον Τύρναβο. Εγώ που συνέχιζα να παίζω ποδόσφαιρο, η ομάδα ήταν ο πρόεδρος ο σχωρεμένος ο Ντούρος, ο Πέτρος ο Ντούρος, ένας καταπληκτικός άνθρωπος με χιούμορ, υπέροχος ο Πέτρος ο Ντούρος. Ο γιος του ο Γιάννης έχει φροντιστήριο αγγλικών εδώ. Λοιπόν, μου ‘λεγε: «Μάκη θα κατεβαίνεις κάθε Σαββατοκύριακο στην Αίγινα να παίζεις ποδόσφαιρο και θα σου δίνω εγώ τα οδοιπορικά να πληρώνεις τα εισιτήρια». Ένα πεντακοσάρικο ήτανε, 500 δραχμές, 250 να ‘ρθω και 250 να φύγω. Εγώ όμως βλάχος, ήθελα να κάνω οικονομία να βγάλω χαρτζιλίκι και καθόμουνα 2-3 ώρες να κάνω το οτοστόπ στην Λάρισα, για να βρω κάποιον εκεί στη διασταύρωση να κατέβω κάτω, να γλυτώσω το 200 να μου μείνει στην τσέπη. Ερχόμουνα στην Αίγινα, έπαιζα μπάλα με τα flying, βρίσκαμε, γιατί είχαμε και μεταγραφές από την Αθήνα, απ’ τον Πειραιά, ερχόμουνα με άλλα 4-5 άτομα, γιατί η ομάδα είχε μεταγραφές από την Πειραιώτες. Ερχόμασταν με το flying, παίζαμε κι έφευγα. Δεν ερχόμουν, δεν τολμούσα να ‘ρθω σπίτι μου, γιατί ο πατέρας μου και η μάνα μου... Φαντάσου, ερχόμουν στην Αίγινα να παίξω ποδόσφαιρο από την Λάρισα και έφευγα την ίδια μέρα. Του λέγανε του πατέρα μου, σχωρέσει την ψυχή του, κάνει ένας: «E, -μου λέει- ήταν καλός ο Μάκης σήμερα, έβαλε γκολ ο Μάκης, έχει κερδίσει η ομάδα». Ο πατέρας μου «μυρωδιά» απ’ το ποδόσφαιρο, «ποιος Μάκης ρε; ο Μάκης είναι στην Λάρισα, σπουδάζει στην Λάρισα». Δεν το πίστευε ο πατέρας μου, ούτε τηλέφωνα υπήρχανε, και μου ‘χε στοιχίσει αυτό, που ερχόμουν στην Αίγινα και δεν τολμούσα να ‘ρθω στο σπίτι μου να πάρω ένα φαγητό κάτι, όπως… Γιατί τρώγαμε στην εστία, στη φοιτητική λέσχη και τα φαγητά ήταν τελείως διαφορετικά, γιατί τα κουπόνια –περνάμε κουπόνια 50 δραχμές ήταν τότε για να τρώμε την ημέρα– μέσα σε 10 μέρες τελειώνανε τα κουπόνια και μου στοίχιζε που δεν μπορούσα να έρθω στο σπίτι να πω της μάνας μου ότι να μου φτιάξει, να μου ετοιμάσει. Γιατί δεν τολμούσα, γιατί έπαιζα ποδόσφαιρο. Έπαιζα κρυφά και στα 18 μέχρι μετά που, ντάξει, πήγα φαντάρος. Και έκανα μια αξιοπρεπή καριέρα σαν ποδοσφαιριστής. Πέρασα απ’ όλες τις ομάδες και από την Αίγινα. Υπήρχε ο Σαρωνικός που ήταν η πρώτη ομάδα στο νησί, μετά ήταν η Α.Ε. Αιγίνης. Μετέπειτα, όταν παντρεύτηκα μεταπήδησα, τα παράτησα για κάποιους, κάποια χρόνια, 1 χρόνο-2 το ποδόσφαιρο. Ασχολήθηκα με την Αίγινα, μετά όταν παντρεύτηκα ασχολήθηκα με την Αίγινα. Μετέπειτα, έγινα προπονητής στην Αίγινα, προπονητής και στον Σαρωνικό. Ασχολήθηκα και με τη γυναικεία ομάδα, γιατί έκανε μια γυναικεία ομάδα εδώ το νησί, η οποία έχει μια καλή πορεία και στην Α’ Εθνική, έπαιζε Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Κάναμε, πήραμε τη 2η θέση, μας πήρε την 1η θέση ο ΠΑΟΚ. Είχε πάρα πολύ καλή ομάδα ο ΠΑΟΚ, με 2 Γιουγκοσλάβες. Και πέρασα όλα τα πόστα. Δούλεψα και στις ακαδημίες του Σαρωνικού και της Αίγινας και μία ακαδημία του Αβραμίδη, τον «Αιακό», την οποία την συνδημιούργησαμε μαζί με τον Αβραμίδη, εγώ σαν προπονητής και αυτός σαν ιδιοκτήτης, η οποία έχει σταματήσει πλέον, δεν υφίσταται. Αυτή ήταν η πορεία μου σαν ποδοσφαιριστής και σαν προπονητής. Παράλληλα, ήμουν και ταχυδρόμος και απέκτησα πολλές καλές σχέσεις. Και σαν ποδοσφαιριστής με γνωρίζουν περισσότεροι και σαν ταχυδρόμο. Γιατί η Αίγινα, παρόλο που ‘ναι μικρό νησί και μεγάλο νησί, έχει αρκετό κόσμο, είμαστε ένα μεγάλο χωριό. Όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Και αυτό μου ‘δωσε τη δυνατότητα να έχουμε πολύ καλές και φιλικές σχέσεις με πάρα πολύ κόσμο και γνωριζόμαστε ακόμη και ανταλλάσσουμε και επισκέψεις και φιλίες και πίνουμε το καφεδάκι μας κάτω και έχω καλές σχέσεις. Πάντα υπάρχουν, βέβαια, και οι εξαιρέσεις, γιατί είχα και συγκρούσεις με κάποιους είτε με το, και με το ποδόσφαιρο και με... Γιατί είμαι και λίγο χαρακτήρας… Ντάξει, υπάρχουν κι αυτά, δεν μπορώ να σου, στους 98 πάντα ήρθα και με 2 σε σύγκρουση από τους 100. Αυτά εν ολίγοις όσον αφορά το ποδόσφαιρο, Παντελή μου. Κάτι άλλο που θες να με ρωτήσεις
Ήθελα να ρωτήσω, ως ταχυδρόμος πότε ξεκινήσατε;
Σαν ταχυδρόμος. Μια ιδιαίτερη περίπτωση γι’ αυτή. Με το που απολύθηκα από τον στρατό το ‘83, τον Νοέμβρη του ‘83, είχα γνωρίσει τη Χαρούλα, είχαμε τη σχέση με τη γυναίκα μου. Η γυναίκα μου ήταν ακόμη μαθήτρια στην Γ’ Λυκείου, ήτανε στην Αθήνα. Εγώ με το που απολύθηκα, λέω τους γονείς μου –οξύμωρο κι αυτό, έχει γέλιο– «θα μείνω στην Αθήνα μόλις απολύθηκα». «Τι θα μείνεις στην Αθήνα; Θα έρθεις εδώ στην Αίγινα να δουλέψεις, να βρεις δουλειά». Είχα τελειώσει τη σχολή λογιστικής, το ΤΕΙ, είχα μια πρόταση κι από έναν θείο μου απ’ την Καβάλα, ο οποίος ήταν εφοριακός, να πάω ν’ ανοίξω λογιστικό γραφείο εκεί, μπορούσα. Ο πατέρας μου ήθελε να δουλέψω εδώ, εγώ ερωτευμένος με τη γυναίκα μου, λέω: «Θα μένω στην Αθήνα». «Τι θα κάνεις στην Αθήνα;», «θα βρω -λέω». Βρήκα δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο στη «ZITA HELLAS». «Η ZITA HELLAS» ήταν μία εταιρεία του πρόεδρου της ΑΕΚ, του Ζαφειρόπουλου, ο οποίος ήταν πρόεδρος στην ΑΕΚ και έφτιαχνε παπούτσια, τη «ZITA HELLAS», δεν υπάρχει πλέον. Δούλευε ένας ξάδερφός μου και μίλησε εκεί και με πήραν και μένα. Θα δουλέψω στη «ZITA HELLAS». Ο πατέρας μου είχε πάρει ένα αυτοκίνητο, ένα Nissan Cherry τότε, έναν μήνα πριν απολυθώ, για να τον μεταφέρω κι αυτόν στο χωριό που πηγαίναμε, πήγαινα τον παππού, τη γιαγιά. Είχα μάθει οδήγηση, ήμουνα και… οδηγούσα και στον στρατό, αλλά είχα πάρει το δίπλωμα πριν πάω στον στρατό. Προσπάθησε να με απειλήσει ότι «δεν θα σου δώσω το αυτοκίνητο, αν δεν έρθεις στην Αίγινα». Του πετάω τα κλειδιά, «στο χαρίζω και το αυτοκίνητό σου και όλα». Είχα αρχίσει να κάνω την επανάστασή μου. Εγώ ήμουν ερωτευμένος με τη γυναίκα μου, θα πάω στην Αθήνα να δουλέψω, δεν ήξεραν τίποτα, θα πάω στην Αθήνα να δουλέψω. Όλοι σαν νέοι θέλαμε να πάμε στην Αθήνα. Είχα ζήσει και έναν χρόνο πηγαίνοντας φροντιστήριο, τότε μόλις είχαμε τελειώσει, είχα ζήσει στην Αθήνα, στο Θησείο, στο Μοναστηράκι όλη αυτή την... Έκανα φροντιστήριο στη Σόλωνος εκεί, σαν φοιτητές μας άρεσε. Τώρα μη μου πεις για Αθήνα, δεν θέλω να ούτε να τη βλέπω, πάω και με πιάνει η καρδιά μου. Που λες, μου λέει ο πατέρας μου, «θα κάτσεις». «Όχι -του λέω- πάρε και τα κλειδιά και φεύγω πάω στην Αθήνα». Άρχισα να δουλεύω στη «ZITA HELLAS». Είχε ένα δι[00:50:00]αμερισματάκι ο πατέρας μου στο Θησείο που μέναμε και έμενα εκεί. Ένα υπόγειο ήτανε και δούλευα στη «ZITA HELLAS» βάρδιες πρωί, μεσημέρι, βράδυ με τον ξάδερφό μου αυτόν. Ένα Σαββατοκύριακο έρχομαι στην Αίγινα με τη Χαρούλα. Της λέω της γυναίκας μου: «Πάμε στην Αίγινα για Σαββατοκύριακο». Είχαμε λογοδοθεί, αρραβωνιαστεί, κάτι τέτοιο. Ερχόμενοι στην Αίγινα, πήγα στο «Οινόη», στη ντισκοτέκ που δούλευα παλιά εκεί, όπως σου ‘χα πει, στην ντισκοτέκ η οποία μάζευε πάρα πολύ κόσμο. Και μπαίνοντας μέσα, βρίσκω έναν καθηγητή μου που μου έκανε φροντιστήριο, τον Κώστα τον Αδάμ. «Ρε Μάκη τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι, τι κάνεις;». «Καλά -του λέω- Κώστα». Ήτανε, δεν θυμάμαι τι μάθημα, Αρχαία, Νέα, λατινικά, χημεία, δεν θυμάμαι τι μας έκανε αυτός, ο Κώστας ο Αδάμ. Ήταν η εποχή του ‘80, ’83. Μετά το ‘81 ήταν η μεταπολίτευση του Παπαντρέου, του Ανδρέα του Παπαντρέου. Εδώ δήμαρχος ήτανε ο Γιώργος ο Γιαννούλης, ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ τότε γινότανε χαμός. Είχε και ένα κίνημα, μεγάλη ώθηση εδώ στην Αίγινα. Βέβαια, υπερίσχυε η Νέα Δημοκρατία, γύρω στα 60-40 ήταν το ποσοστό, 60 η Νέα Δημοκρατία, αλλά το ΠΑΣΟΚ είχε ρεύμα. Αυτός ο Κώστας ο Αδάμ ήτανε στην τοπική οργάνωση του ΠΑΣΟΚ. Τότε λύναν και δέναν οι οργανώσεις αυτές, οι τοπικές οργανώσεις. «Ρε -μου λέει- στο εργοστάσιο στην Αθήνα, στη «ZITA HELLAS» είσαι;». «Ναι» του λέω, έκανε και φροντιστήριο, μας έκανε φροντιστήριο μαζί με τη γυναίκα του τότε, την Παναγιώτα την Παυλινέρη. Ήταν συμμαθήτριά μας, έκανε φροντιστήριο μαζί ο άντρας της αυτός. «Εσύ -μου λέει- δεν είχες σπουδάσει;». «Είχα σπουδάσει -του λέω- ,έχω τελειώσει κιόλας, έχω πάρει το πτυχίο μου». «Ρε -μου λέει- κάνουμε προσλήψεις στο ταχυδρομείο για εξάμηνες θητείες, 6 μήνες. Αν σε ενδιαφέρει -μου λέει-, το καλοκαίρι θ’ ανοίξουμε και γραφείο στην Αγία Μαρίνα και θέλουμε κάποια δικά μας παιδιά, να ‘ναι από δω ντόπια, τα οποία γνωρίζουμε το χαρακτήρα τους, όλα, σε ενδιαφέρει;». Το συζητάμε, «βεβαίως -του λέω- γιατί όχι, προκειμένου να είμαι στο εργοστάσιο». Μου λέει: «Θα πας να κάνεις μια αίτηση, θα...», γιατί δεν ήμουνα μόνο εγώ, υπήρχαν κι άλλοι και κάθε καλοκαίρι παίρνανε για 5-6 μήνες παιδιά, γιατί παίρνανε άδειες οι ταχυδρόμοι οι μόνιμοι το καλοκαίρι και φεύγανε. Ήταν καμιά 6-7 υπάλληλοι, από ένα μήνα ο καθένας που έπαιρνε τις άδειες, πηγαίνανε έκτακτοι και βρήκα κι άλλα παιδιά που είχαν πάει εκεί. Του λέω: «Να πάω να κάνω». Πάω την άλλη μέρα, κάνω την αίτηση, ήταν ο Αδαμόπουλος, ο συγχωρεμένος ο Γιώργος, ο προϊστάμενος. Γράφω τα προσόντα μου, όλα αυτά, τη σχολή ότι έχω τελειώσει, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις, ότι έχω δίπλωμα αυτοκίνητο, αυτά. Μου λέει: «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αυτά θα δηλώσεις μόνο». Και επειδή περνάνε και τη γνώμη της τοπικής, «εμείς θα μιλήσουμε -λέει- οπότε μη σε ανησυχεί». «Ωραία» λέω. Κάνω την αίτηση, «φχαριστώ Κώστα μου», θα δούμε. Μετά από κάποιες μέρες είχαμε κανονίσει να αρραβωνιαστούμε με τη γυναίκα μου, 22 ή 23 Μαΐου, θυμάμαι έγινε ο αρραβώνας. Την επόμενη μέρα με παίρνουν τηλέφωνο, λες και θα ήτανε σημαδιακό. Είχα δω το σταθερό το τηλέφωνο, «Μάκη έλα, έχεις προσληφθεί για 6 μήνες στο ταχυδρομείο στην Αίγινα». «Α, -λέω- πολύ ωραία!». Δηλώνω παραίτηση από το εργοστάσιο και έρχομαι να πιάσω δουλειά στο ταχυδρομείο. Δεν ήρθε αμέσως, είχαμε, αρραβωνιαστήκαμε την Κυριακή, εγώ τη Δευτέρα, Τρίτη ήρθα εδώ για δουλειά. Η γυναίκα μου μετά, ήρθε μετά από λίγο καιρό, η τωρινή γυναίκα μου. Δεν ξέρω γιατί, μάλλον είχε με τον πατέρα της στην Αθήνα, δεν είχε τελειώσει το σχολείο, δεν θυμάμαι τι, δεν ήρθε αμέσως. Αλλά μετά ήρθε και ζήσαμε ταυτόχρονα εδώ πέρα. Πηγαίνοντας στο ταχυδρομείο, ήταν κι άλλοι έκτακτοι. Ο Νίκος ο Πούντος ο λογιστής, θυμάμαι, εδώ πέρα, ο Νίκος ο Λαζάρου, παιδιά τα οποία έχουνε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο και ‘χουν βγάλει ανώτερες σχολές, ανώτατες σχολές. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν θέλανε, δεν τους άρεσε στο ταχυδρομείο, φύγανε στο πεντάμηνο δεν θέλανε να συνεχίσουνε. Γίνανε, ανοίξανε δικά τους γραφεία, ο ένας λογιστικό, ο άλλος ασφαλιστικό. Εγώ πήγα στη διανομή στην αρχή, σαν διανομέας, να μάθω όλα αυτά τα χωριά πάνω, Λαζάριδες, Παχειοράχη. Είχα μια τεράστια περιοχή. Πήγα να μάθω την διαδρομή του Βασίλη του Μάγειρα. Ήταν ένας ταχυδρόμος ο Βασίλης ο Μάγειρας, απ’ την Ιστιαία, απ’ την Εύβοια. Ξεκινάμε το πρωί. Φανερωμένη, Λεύκη, Παγώνι, Τζίκηδες, Παχειοράχη, Ανιτσέο, Λαζάρηδες, Βλάχηδες, Καπότηδες, Αποσπόρηδες, Πόρτες, Φάρος, Βροχεία, Περιβόλα, Μαραθώνας, Αιγινήτισσα, Πέρδικα, Σφεντούρι τρελάθηκα! Όλα αυτές οι περιοχές μ’ αυτά τα χωρία, με τον ήλιο, δεν είχα και καπέλο. Με συγχωρείς, με βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι, δεν ξέρω τι, άρχισα να κάνω εμετό το μεσημέρι. Σίγουρα έπαθα ηλίαση. Του λέω του προϊστάμενου: «Δεν θέλω να κάνω διανομή». Επειδή ψάχνανε άνθρωπο να κάτσει μέσα στη διαχείριση στο ταχυδρομείο, μιλάμε για χιλιάδες κάρτες. Δεν μπορείς να φανταστείς τι κάρτες στέλνανε οι τουρίστες, σε έξαρση ο τουρισμός. Ο κάθε τουρίστας εδώ πέρα σαν σουβενίρ σαν… Έστελνε από την Αίγινα κάρτες και τις χωρίζαμε χώρες –τότε δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Ένωση η ενιαία– και χωρίζαμε. Αυτές πηγαίνανε για Αγγλία, αυτές για Σουηδία, αυτές για Γαλλία, αυτές για Γερμανία. Τις χωρίζαμε, κάναμε ταξινόμηση, τις σφραγίζαμε. Είχαμε ένα μηχάνημα, ένα τεράστιο μ’ έναν κύλινδρο και το γυρίζαμε και τις βάζαμε στη σειρά να τις σφραγίσουμε όλες, από το ταχυδρομείο με μελάνι, τις μελανιάζαμε. Είχε αρκετή δουλειά. Ανοίγαμε τους σάκους, μιλάμε ερχόταν 30-40 σάκοι με αλληλογραφία, με δέματα απ’ το Κέντρο Διαλογής, απ’ την Αθήνα απ’ τον Πειραιά. Τα έφερνε μ’ ένα κάρο, δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, έχει πεθάνει χρόνια. Θυμάμαι, είχε ένα κάρο ένας γεροντάκος, τα πετάγανε απ’ το καράβι έξω, καμιά 40-50 σάκοι ταχυδρομικοί, και πήγαινε ο καημένος ο γέρος αυτός, συνταξιούχος, για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, δεν ξέρω τι έπαιρνε. Τα φόρτωνε στο καρότσι αυτό και τα ‘φερνε στο ταχυδρομείο. Το ταχυδρομείο ήτανε στο ξενοδοχείο «Τόγια», κάτω στην Αύρα, πού είναι τα λεωφορεία, η αφετηρία; Εκεί απέναντι που είναι το ξενοδοχείο «Τόγιας», εκεί από κάτω που είναι τώρα του Σκλάβαινα τα μηχανάκια ήτανε το ταχυδρομείο. Και τα κουβάλαγε ο γεροντάκος. Θυμάμαι καμιά φορά πηγαίναμε να τον βοηθήσουμε, έλεγε «άστα, άστα Μάκη», ήτανε μεγάλο φορτίο. Και ήταν ο Νίκος ο Μαλτέζος μέσα, συγχωρεμένος κι αυτός, υπεύθυνος εκεί και μου λέει: «Μάκη, έλα να βοηθήσεις, εγώ θέλω βοηθό». Ήταν μεγάλος, ήταν προς τη συνταξιοδότηση και βαριόταν να πολυδουλεύει και πολύ, [Δ.Α. 00:58:19 - 00:58:20]. Αυτός πήγαινε και τάιζε και τα κουνέλια, έφευγε για καμιά ώρα, υπήρχε αυτή η ευχέρεια. Πηγαίνοντας μέσα-έξω, μαζεύαμε τα γραμματοκιβώτια, γιατί είχαμε διάσπαρτα γραμματοκιβώτια στην Αίγινα που ρίχνανε οι τουρίστες τα γράμματα και τις κάρτες. Πήγαινε τα μάζευε αυτός, έλειπε και καμιά ωρίτσα, γιατί είχε και κάτι κουνέλια και πήγαινε τα τάιζε και με άφηνε εμένα στο πόδι του. Που λες, μου άρεσε αυτή η δουλειά, δεν είχα κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι μου και σιγά σιγά ζήτησα να κάτσω μέσα. Με το που τελείωνε το εξάμηνο άρχισα να γίνομαι απαραίτητος στο ταχυδρομείο, γιατί λειτούργησα και σαν μπαλαντέρ. Δεν υπήρχε ενιαία θυρίδα τότε, όπως είναι τώρα στο ταχυδρομείο που είναι μικτές θυρίδες, μικτές θυρίδες έργου που κάνεις, πουλάς γραμματόσημα, παίρνεις δέματα, κάνεις καταθέσεις, αναλήψεις, τραπεζικές δουλειές. Τότε υπήρχε, κάθε θυρίδα έκανε διαφορετικό αντικείμενο. Υπήρχε μία θυρίδα που πούλαγε γραμματόσημα, υπήρχε άλλη μία θυρίδα που έπαιρνε τα δέματα, υπήρχε άλλη μία θυρίδα που έκανε Ταμιευτήριο, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Υπήρχαν διαφορετικές θυρίδες κι εγώ άρχισα να μαθαίνω όλη την γκάμα και όποιος ήθελε να πάρει άδεια, την εύκολη λύση: «Θα με αντικαταστήσει ο Μάκης, η εύκολη λύση, ο Μάκης». Και έγινα σαν μια μορφή μπαλαντέρ, έμαθα όλα τα αντικείμενα και με το που πλησιάζει το εξάμηνο μου να λήξω να φύγω, μου λέει ο προϊστάμενος: «Σε χρειάζομαι σένα Μάκη, θα κάτσεις στο ταχυδρομείο». Άλλο που δεν ήθελα εγώ. «Θα κάνω -λέει- χαρτιά να σε κάνω αορίστου χρόνου». Και απ’ όλους όσους πήγαμε στο ταχυδρομείο τότε, είχα και τα προσόντα, δεν μπορώ να πω, γιατί ήμουνα ο μοναδικός που είχα πτυχίο Ανώτατης Σχολής. Όλοι οι άλλοι ήταν του... Οι άλλοι που ήταν Ανώτατης Σχολής θέλανε να φύγουν απ’ το Πανεπιστήμιο, δεν τους ενδιέφερε. Αλλά άλλα 4-5 άτομα που ήμασταν εκεί σαν διανομείς, είχαν μόνο το Λύκειο και κάθισα. Το προσπάθησε ο προϊστάμενος, ζήτησε την έγκριση, του δώσαν το OK και κάθισα για κάνα 2 χρόνια σαν αορίστου χρόνου, και μετέπειτα έγινα μόνιμος. Αυτό, όμως, που το οποίο ήταν αβαντάζ τότε για να μείνω στο ταχυδρομείο, στην πορεία εξελίχθηκε «ντεζαβαντάζ», γιατί άρχισα να γίνομαι, όπως σου ‘πα, μπαλαντέρ, και εγκλωβίστηκα, δεν μπορούσα να φύγω εγώ. Όποιος ήθελε να φύγει, γιατί ήμουν ο πιο νέος, οι πιο παλιοί φεύγανε… και εγκλωβίστηκα, γιατί δεν μπορούσα να πάρω άδεια εγώ. Και στην πορεία προσπάθησα να διεκδικήσω. Έβλεπα τους ταχυδρόμους[01:00:00], ήταν πολύ πιο ωραία η δουλειά σε εισαγωγικά. Έπαιρνες τη μηχανή... Ε εν τω μεταξύ, έκανα και από την πίεση, γιατί ήμουνα λίγο αγχώδης. Είχαμε πάρα πολύ τουρισμό, θυμάμαι. Εξαργυρώναν τότε check οι τουρίστες με συνάλλαγμα. Ερχόταν με τα Τόμας Κουκ τις επιταγές, με δολάρια, με λίρες με καναδικές και τα εξαργυρώναμε και παίρναν ελληνικές δραχμές για τις μέρες που είχανε τις άδειές τους. Πάνω στη βιασύνη μου, θυμάμαι, είχα κάνει δύο φορές λάθος 2 travel check, τα οποία το ένα είχε πάνω το σήμα του δολαρίου, που είναι το S με τις 2 κάθετες γραμμές και το άλλο είχε της λίρας, που είναι η λίρα με πάλι μία κάθετη γραμμή. Και πάνω στη βιασύνη –εν τω μεταξύ το δολάριο έκανε 100 δραχμές, τώρα 110, η λίρα έκανε 230 τότε– και εξαργύρωσα δολάρια για λίρες, τα οποία ήταν αρκετά μεγάλο ποσό, τα οποία τα επιβαρύνθηκα εγώ. Ντάξει, λογικό γιατί εγώ έκανα λάθος. Το μεσημέρι την άλλη μέρα που γινόταν το τσεκάρισμα από μέσα απ’ τα κεντρικά που στέλναμε, γιατί είχε τις αποδείξεις, έκανα κάνα 2 φορές τέτοια λάθη πάνω στη βιασύνη μου, γιατί είχαμε πάρα πολύ κόσμο, μιλάμε η ουρά και πιεζόμουνα. Και λέω: «Τι βλάκας είσαι, κάθεσαι παιδεύεσαι εδώ πέρα, κάθεσαι σ’ ένα γραφείο». Άρχισα να δυσανασχετώ απ’ το πρωί, γιατί με το που τέλειωνε το ωράριο μου καθόμασταν μέχρι 16:00-17:00 η ώρα να κλείσουμε το ταμείο, να βρούμε… Όταν γινότανε κάποιο λάθος, έπρεπε να το βρούμε, όπως σου λέω, αυτό. Αλλά πού να βρεθεί. Μετά το βρίσκαμε στα χαρτιά, αλλά ο τουρίστας είχε εξαφανιστεί. Πού να πας να βρεις τον τουρίστα να του ζητήσεις, να του πεις «έκανα λάθος». Οπότε μετά έβλεπα τους ταχυδρόμους, ερχόντανε 13:00-14:00 η ώρα, αφήναν την τσάντα, σηκωνόνταν, φεύγανε. «Α, -λέω- είναι καλύτερη αυτή η δουλειά εδώ πέρα». Εγώ στην πρώτη μέρα το είδα διαφορετικά που πήγα και ζαλίστηκα, οπότε διεκδίκησα. Και θυμάμαι υπήρχε μια ρήξη με τον προϊστάμενο, γιατί επειδή είχα το πτυχίο, θέλαν να με κάνουν προϊστάμενο εμένα και εγώ επέμενα να γίνω διανομέας. Και θυμάμαι όλοι μου λέγανε: «Ρε συ Ζάμπο, εμείς θέλουμε να σε κάνουμε γιατρό και εσύ θέλεις να μείνεις νοσοκόμος, αν είναι δυνατόν». Το επιδίωξα και με το που έφυγε με άδεια αυτός ο Βασίλης, με μετάθεση ο Βασίλης ο Μάγειρας, επειδή το ήξερα το δρομολόγιο, δεν το ήξερε κανένας άλλος το δρομολόγια αυτό, όπως σου ‘πα, το μεγάλο που ξεκίναγε από Φανερωμένη, τη Λεύκη, τη Μαύρη, τους Τζίκηδες, Παχειοράχη, όλο αυτό το τεράστιο, το ήξερα εγώ που το είχα ψιλομάθει και το διεκδίκησα και μέχρι που συνταξιοδοτήθηκα, συνέχισα και το πήρα το δρομολόγιο το τεράστιο και γνωρίστηκα μ’ όλον αυτόν τον κόσμο. Προσπάθησα να τους εξυπηρετήσω όσο το δυνατόν καλύτερα και πιστεύω το κατόρθωσα. Έτσι έγινε με τη δουλειά, με το ταχυδρομείο. Κι ήρθα στην Αίγινα και συνταξιοδοτήθηκα πέρυσι, έφυγα με εθελουσία έξοδο και τώρα φέτος έχω έναν μήνα που πήρα τη σύνταξή μου. Κάτι άλλο. Τις τραβάω λίγο τις ιστορίες, δεν ξέρω αν στα λέω όλα όπως τα θυμάμαι.
Μια χαρά, μια χαρά. Ένα τελευταίο που θέλω, αν θυμάστε κάποια ιστορία έτσι ή κάποιες ιστορίες από τη διαδρομή αυτή που κάνατε ως ταχυδρόμος. Ή τι σας έκανε εντύπωση πηγαίνοντας σ’ αυτά τα χωριά που ήταν πιο απομακρυσμένα.
Μου έκανε εντύπωση η συμπεριφορά του κόσμου. Δηλαδή, τα χωριά αυτά ήταν πολύ πιο καταδεχτικοί απέναντί μου οι άνθρωποι, μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δηλαδή, χωριά απομακρυσμένα. Επειδή και εγώ έχω ζήσει σε χωριά, βέβαια, κάνω μια παρένθεση. Ενα διάστημα το ‘89-‘92 εκεί, ‘88-‘89 με ‘92-‘93 έκανα ένα διανομή και στο Αγκίστρι. Το Αγκίστρι είναι ένα χωριό απέναντι. Όπως μου ‘καναν εντύπωση κι εκεί οι άνθρωποι, ότι με βλέπανε με καχυποψία, γιατί πήγαινα κάθε μέρα το πρωί. Πήγαινα μ’ ένα καραβάκι, τον «Μόσχο» και γύρναγα το μεσημεράκι με τον «Νταβέλη». Υπήρχαν αυτά τα δύο καραβάκια, ήταν Αγκιστριώτικα. Οι άνθρωποι αυτοί που τα είχαν οι καπεταναίοι, πολύ καλοί άνθρωποι, ο Νταβέλης –το παρατσούκλι δεν θυμάμαι πώς το λέγανε τώρα– ο Τζάνος. Τζάνος τον λέγανε κι ο Μόσχος. Με το που έμπαινα στα σπίτια μιλάγαν Αρβανίτικα. Αυτοί την είχαν σαν πρώτη γλώσσα και μου ‘κανε εντύπωση, γιατί τους έλεγα: «Ρε συ, γιατί δεν μιλάτε ελληνικά, μη μου λέτε τίποτα;», «όχι, έχουμε συνηθίσει». Δηλαδή, με το που βλέπαν ξένο, μιλάγανε Αρβανίτικα μεταξύ τους και μου ‘καναν εντύπωση. Με βλέπανε με καχυποψία στην αρχή, παρόλο που μετά, ντάξει, γνωρίστηκα, έκανα καλές σχέσεις κι εκεί. Αλλά μου ‘καναν εντύπωση τότε, γιατί είχα μείνει και κάνα 2 φορές με τις συγκοινωνίες, είχα αποκλειστεί στο Αγκίστρι, φεύγοντας το πρωί και βάζοντας απαγορευτικό ενδιάμεσα, γιατί είχε θάλασσα, ήταν μικρά καραβάκια αυτά, μικρά καραβάκια. Αυτοί ήτανε Αγκιστριώτες και εφόσον υπήρχε απαγορευτικό και από την Αίγινα για να φύγουν τα ferryboat, τα flying όλα αυτά, δεν είχε νόημα να ‘ρθούνε, γιατί φέρνανε κόσμο για να ταξιδέψει για τον Πειραιά. Οπότε αφού δεν υπήρχε, υπήρχε απαγορευτικό από την Αίγινα για Πειραιά, μένανε και ταυτόχρονα δεν μπορούσα να ‘ρθω κι εγώ κι έμενα κι εγώ. Και θυμάμαι κοιμόμουν στην αστυνομία, στο κρατητήριο μέσα, στα… δηλαδή μου ‘χανε μείνει. Βέβαια, είχα φιλαράκια τους αστυνομικούς, ήταν απ’ την Αίγινα εδώ πέρα, ήταν ο Νίκος ο Μαργαρώνης, που ήτανε διοικητής. Θυμάμαι, του φέρνανε κάτι γυαλιστερές, κάτι αχιβάδες, πλακωνόμαστε στα τσιπούρα, στα ούζα, είχαμε και τέτοιες καταστάσεις με την αστυνομία εκεί, ήτανε καλά φιλαράκια μου, τα θυμόμαστε ακόμα. Ωραία χρόνια. Αλλά εδώ στην Αίγινα μου ‘κανε εντύπωση οι άνθρωποι στα χωριά, γιατί ήταν πολύ καταδεκτικοί. Βέβαια, θα τους εξυπηρετούσα και ‘γω όπως και στο Αγκίστρι τους εξυπηρετούσα, γιατί δεν είχανε μανάβικα, χασάπικα πολλά, τσαγκάρικα, και τους έφερνα τα παπούτσια απ’ τους τσαγκάρηδες, τους κουβάλαγα ντομάτες, ψάρια, κάτι, ό,τι μου ζητούσανε. Γιατί, θυμόμουνα, ο πατέρας μου είχε πάρει ήδη σύνταξη κι είχε πάει στο χωριό και έμενε το καλοκαίρι. Μένανε από το Πάσχα μέχρι τον Νοέμβρη, μέναν στο χωριό και μου ‘λεγε ότι ο ταχυδρόμος πήγαινε στο χωριό μ’ ένα φορτηγάκι, μ’ ένα τζιπάκι. Επειδή ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος, εργολάβος και το συντηρούσε το σπίτι και το έφτιανε, μου λέει: «Μου ‘φερε υλικά ο ταχυδρόμος, του ζήτησα του Νίκου του ταχυδρόμου να μου φέρει ένα τσιμέντο, λίγα τούβλα». «Ρε μπαμπά» του λέω, «ναι -μου λέει- του δίνω κι ένα χαρτζιλίκι εκεί πέρα. Και επειδή εξυπηρετούσαν τον πατέρα μου κι εγώ εξυπηρετούσα –ήταν κι απ’ τη φύση μου, ήμουν κοινωνικός– προσπαθούσα να εξυπηρετήσω τον κόσμο και ό,τι μου ζητάγανε στα χωριά, τα φάρμακα. Δηλαδή, δεν είχε συγκοινωνίες σ’ αυτά τα χωριά, στους Λαζαράδες, στην Παχειοράχη, στο Ανιτσέο, στο Σφεντούρι, δεν έχει συγκοινωνία και ο άνθρωπος ήθελε να πάρει ταξί να κατέβει κάτω, δεν ξέρω πόσες δραχμές έδινε τότε, δραχμές, μετά 10-20 ευρώ. Τους στοίχιζε ακριβά. Τους τα πήγαινα εγώ τα φάρμακα. Τις περισσότερες φορές μου αφήνανε 1-2 ευρώ, μου δίνανε χαρτζιλίκι. Ντρεπόμουνα να τους το πάρω, αλλά δεν. Ήταν τόσο καταδεκτικοί, μου δίναν αυγά, μου μαζεύανε χόρτα, περισσότερο με τέτοιο, με είδος. Δηλαδή, θυμάμαι: «Μάκη σου ‘χω μαζέψει αυγά» ή «σου ‘χω μαζέψει χόρτα», γιατί μ’ άρεσαν τα χόρτα, τέτοια πράγματα. Και ήταν πάρα πολύ καταδεκτικοί άνθρωποι, εν αντιθέσει με εδώ, τις παραθαλάσσιες περιοχές, Φάρο, Μαραθώνα, Αιγινήτισσα, Πέρδικα, οι οποίοι καλοί άνθρωποι, δεν λέω, αλλά ήταν πιο δοτικοί σε συναισθήματα οι στα χωριά. Ίσως εγώ τους έβλεπα με τέτοιο μάτι, γιατί ήταν μεγάλοι σε ηλικία. Και από ευαισθησία που εξυπηρετούσε και ο ταχυδρόμος στο χωριό, σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό, τους γονείς μου, τους έβλεπα κι εγώ έτσι, κι έχω κρατήσει πολύ καλές σχέσεις. Ακόμα, μπορώ να σου πω, στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ που πήρα τη σύνταξη και έφυγα. Με παίρνανε τηλέφωνο πολύς κόσμος και μου κάνουν παράπονα ότι έχω αλλάξει τηλέφωνο, αλλά το τηλέφωνο δεν το έχω αλλάξει εγώ, το τηλέφωνο που είχαν αυτοί τόσα χρόνια, γιατί με παίρναν το βραδύ και μου λέει: «Μάκη, θα περάσεις απ’ το φαρμακείο να πάρεις αυτά τα φάρμακα; Θα πεις, πλήρωσέ τα και θα στα δώσω εγώ τα λεφτά». Πέρναγα. «Μάκη, μου χάλασε η κουζίνα, μπορείς να φέρεις αυτό το ανταλλακτικό», «ναι». Ό,τι μπορούσα, γιατί είχα, με τη μηχανή τα πήγαινα. Και μου λέει «Σε παίρναμε τηλέφωνο». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν, το τηλέφωνο που με έπαιρνε ήτανε της υπηρεσίας, ήταν υπηρεσιακό και πλέον μόλις πήρα τη σύνταξη, το παρέδωσα και δεν με βρίσκανε και μου κάναν παράπονα από αυτή την άποψη. Και ήταν πολύ αξιόλογοι άνθρωποι και να φανταστείς ότι όλα τα χωριά εκείνη την εποχή κατοικούσαν. Τώρα έχουν ερημώσει. Ειδικά την Παχειοράχη, θυμάμαι τον Νίκο τον Μαλτέζο ένας πολύ καλός άνθρωπος και τη γυναίκα του, ήταν υπάλληλος της ΔΕΗ, πάντα μου είχε το καφεδάκι μου, ήξερε τις ημέρες, γιατί πήγαινα Τρίτη και Πέμπτη εκεί στα χωριά. Περίμενε το καφεδάκι να καθόμασταν εκεί έτσι να το κουβεντιάσουμε, να τα πούμε ή στο Σφεντούρι, θυμάμαι, ή στην Πέρδικα έπινα κανένα κρασάκι το μεσημέρι – ήταν το τέλος της διαδρομής– καθόμασταν και πίναμε κάνα κρασάκι, συζητάγαμε. Είχα ένα κουσούρι και ότι ποτέ στη διάρκεια της διανομής δεν καθόμουν να πιώ. Άντε να πιώ ένα νεράκι, μια πορτοκαλάδα. Πάντα ήταν φιλόξενος ο κόσμος και τον ταχυδρόμο τον βλέπανε, γιατί μπαίναμε στα σπίτια, σ’ όλα τα σπίτια τότε, πηγαίναμε πόρτα-πόρτα την αλληλογραφία. Μετέπειτα, βάλαμε τα μεγάλα τα κουτιά, αυτά αν έχεις δει, κάτι ντουλάπες και πηγαίνει ο καθένας και τα παίρνει. Αυτά τα τελευταία 15 χρόνια, τότε πηγαίναμε πόρτα-πόρτα στα σπίτια, σπίτια και μπαίναμε μέσα και μας θεωρούσαν δικούς τους ανθρώπους, οπότε τους βλέπαμε στο τραπέζι να τρώνε, δε μας άφηναν… Είχαμε τέτοια σχέση, βλέπαν κάθε μέρα. Και με φωνάζαν όταν πήγαινα τη σύνταξη –γιατί πηγαίναμε συντάξεις– «το καλύτερο μου παιδί», κάθε μήνα «το καλύτερο παιδί, ο Μάκης», το λέγανε έτσι. «Έχω 3 παιδιά, το καλύτερό μου παιδί είσαι συ» αν είχε κι άλλα 2 παιδιά. Έτσι που λες Παντελή μου, αυτό μου ‘χει μείνει από αυτό που[01:10:00] με ρώτησες. Κάτι άλλο.
Αυτά από μένα.
Ωραία.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να ‘σαι καλά και εγώ σ’ ευχαριστώ, δεν ξέρω αν είχαν ενδιαφέρον, αλλά…
Πλήρως.
Ό,τι μπόρεσα έτσι να συντμήσω αυτή την αρκετή ώρα που μιλάμε. Έκανε μία αναδρομή στο παρελθόν.
Αυτό. Ευχαριστώ πολύ.
Να ‘σαι καλά.