© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Δύο κυρίες από τη Χίο θυμούνται τη ζωή τους στην Αφρική κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής
Istorima Code
22823
Story URL
Speaker
Γαρυφάλλω Παππαλά (Γ.Π.)
Interview Date
12/07/2022
Researcher
IOANNA MOURA MOURA (I.M.)
[00:00:00] Κυρία Φούλα, καλημέρα!
Καλημέρα!
Πείτε μου λίγα λόγια για εσάς.
Εγώ γεννήθηκα στον Βροντάδο της Χίου και στα 12 μου κατέβηκα στη χώρα. Μετά ήρθε ο πόλεμος και λαβαίναμε από την Αμερική ένα τσεκ και ζούσαμε. Κόπηκε η Αμερική, πουλήσαμε μερικά πράγματα για να ζήσουμε και μετά έπρεπε να φύγουμε κι εμείς πρόσφυγες σαν όλους απέναντι, στον Τσεσμέ.
Έχετε μνήμες από την Κατοχή στη Χίο να μας πείτε;
Η μνήμη είναι ότι αδειάσανε όλα τα μαγαζιά και δεν υπήρχε τροφή. Και εμένα η μητέρα μου, δεν είχα πατέρα, κι έπρεπε να πάρει κάτι πράγματα από το σπίτι… Δηλαδή στο πατάρι μας υπήρχανε καντάρια, ζυγαριές, διάφορα μακαρονομηχανές και τέτοια, και τα πήρε η μητέρα μου στον ώμο και πήγε στα χωριά κι έφερνε φαγητά. Δηλαδή φακές, ρεβίθια, είχανε όσπρια. Στα νοτιόχωρα δεν πεινάσανε, είχανε το λάδι τους, και πηγαίναμε εμείς τα πράγματα και τα δίναμε σε αυτούς και παίρναμε τροφή και ζούσαμε. Οπόταν κάποτε εξαντληθήκανε, γιατί ο παππούς μου ήτανε… Είχε το «Αικατερίνη», είχε πλοίο, και ό,τι φόρτωνε και πήγαινε Ρωσία, δεν ξέρω πού, και τον φορτώνανε σκρίνιο; Έφερνε ένα. Έφερνε ζυγαριά, έφερνε ένα οργανάκι μουσικό. Ό,τι φόρτωνε έφερνε στα παιδιά. Αυτά εμάς μας βοηθήσανε στην πείνα και τα πουλήσαμε και τρώγαμε. Όταν φύγανε όλα αυτά–
Όταν έφυγαν και μείναμε με χωρίς τίποτα, σκεφτήκαμε να πάμε σε έναν θείο που τον θεωρούσαμε σοφό να μας συμβουλέψει τι να κάνουμε. Δεν μπορούμε πια να ζήσουμε, τελειώσανε… Πουλήσαμε, και λέει: «Πήγαινε στην κάσα της πεθεράς σου και ζήτησε την αλυσίδα του άντρα σου, του ρολογιού». Ο πατέρας μου πέθανε στην Αμερική. Η αλυσίδα του ήτανε να γίνει… Να πάρω… Να δώσουμε του βαρκάρη τα λεφτά που πουλήσαμε την αλυσίδα να μας πάει απέναντι, στον Τσεσμέ. Αφού πουλήσαμε… Δεν προλάβαμε να μην την πουλήσουμε την αλυσίδα, γιατί ήρθαν από τον παππού από την Αθήνα μια κληρονομιά. Και την πήραμε υπό μάλης και πάμε στον Τσεσμέ και λένε: «Αυτά τα λεφτά, η στοίβα που κρατάτε, είναι στούκας. Δεν περνάνε πια». Και τα πετάξαμε και λέμε: «Καλά, πώς θα κυκλοφορούμε τώρα μέσα στην… Εκεί που πήγαμε, στην Τουρκία, στο ξένο κράτος χωρίς ένα φράγκο στο χέρι;». Μας λένε: «Μην ανησυχείτε! Από δω και μπρος αρχίζει το επίδομα που δίνουνε στους Έλληνες». Και μας είπε: «Θα μείνετε στα τσαντίρια μέχρι που να γίνει αποστολή να πάτε Συρία». Ήτανε κάποιος πατριώτης και λέει: «Δεν θα σας πάω στα τσαντίρια, θα σας πάω σε ένα σπίτι». Εμείς και μια θεία και δυο ξαδέρφια, τρία παιδιά κι η μαμά, πήγαμε σε αυτό το σπίτι, επικοινωνήσαμε με την Αμερική και μας έστειλε λεφτά και πληρώναμε ενοίκιο. Δεν πήγαμε στα τσαντίρια.
Η προετοιμασία για να φύγετε από τη Χίο τη θυμάστε; Τι ετοιμασίες κάνατε για να φύγετε;
Τι κάναμε;
Τι ετοιμασίες κάνατε;
Να πάρουμε μια βαλίτσα, τα απαραίτητα, διότι ο βαρκάρης που μας λέει: «Μη φέρετε πολλά πράγματα!». Και πήραμε μια βαλίτσα και μπήκαμε σε μια βάρκα και λέει ο βαρκάρης: «Α! Δεν θα μπορούμε να φτάσουμε, μια οικογένεια πρέπει να φύγει!». Γυρίζουμε πίσω, βγάζουμε την οικογένεια, ελαφραίνει η βάρκα και πήγαμε σε κάτι βράχια απέναντι στην Τουρκία. Ο βαρκάρης δεν πήγαινε στα επίσημα λιμάνια, διότι έχουν εντολή οι φρουροί να τον σκοτώνουνε. Δεν θέλανε κόσμο. Πήγαμε σε βράχια, βγήκαμε απάνω, κάτσαμε, ήρθε το φυλάκιο της Τουρκίας και–[00:05:00]
Ε;
Λέει… Μας λέει… Στο φυλάκιο ήτανε πέντε στρατιώτες Τούρκοι, λέει: «Τι κρατάτε; Τι κρατάτε;», λέμε: «Τίποτα!», λέει: «Κεμέρ; Κεμέρ;». Έψαχνε τη μέση μας–
Ναι! Βρήκανε κάτι λεφτά–
Ναι.
Επήρανε τα χρυσά, επήρανε και δυο διαμάντια μιας θείας και άλλων. Μετά μας βάλανε στα γαϊδουράκια, στους γέρους, κι εμείς περπατούσαμε και κατεβήκαμε στον Τσεσμέ. Μέσα από τα βουνά κατεβήκαμε στον Τσεσμέ. Λέει: «Πώς σας φέρθηκε το φυλάκιο;», λέμε: «Τη νύχτα μάς ψάξανε και μας πήρανε τα χρυσά και μετά μας βοηθήσαν και κατεβήκαμε κάτω». Έτυχε να είναι ένας Χιώτης, ο Παπάδης, και πάει στον καϊμακάμη, στον διοικητή, και του λέει: «Σήμερα ήρθανε και τους κλέψανε τα χρυσά». Λέει: «Τι… Σήμερα; Θα πάρω τα φιλάκια τηλέφωνο και θα τους πω: “Ποιους φέρατε σήμερα; Πόσους…”» και ξέρω ‘γώ τι. Και κατεβαίνουνε κάτω οι κοπρίτες και πάνε στον διοικητή και τους λέει: «Θα σας κόψουμε τα νύχια, εάν δεν φανερώσετε όσα κρατήσατε!». Και φέρνουνε… Εμείς είχαμε βραχιολάκια ασημένια, δεν τα θέλανε, θέλανε μόνο χρυσά. Πήραν τα χρυσά, φέρανε τα χρυσά αυτοί, γιατί ήτανε απέναντι και ήταν με βαριές τιμωρίες. Μας δώσανε τα κουταλάκια τα χρυσά, επίχρυσα, της μαμάς μου–
Το διαμάντι το κράτησε ο καϊμακάμης, ο διοικητής. Τα δυο διαμάντια δεν μας ήρθανε. Και λέει ο Παπάδης, ο οποίος ήταν της… Ο Παπάδης, ένας πατριώτης μας, ήτανε μόνιμα εκεί της, «Daily Service». Πώς τη λέγαν αυτή; Μια–
Εγγλέζικη εταιρεία η οποία σκορπούσανε αυτό… Πώς το λένε; Ότι αφήνανε ανθρώπους να ελέγχουνε τον Τσεσμέ, τη Σμύρνη, το Χαλέπι, όλα αυτά τα μέρη, να έχουν οι Άγγλοι πρόσβαση στα νέα του κάθε μέρους. Και λέει ο Παπάδης ότι «Θα σας κρατήσω έξι μήνες ενώ απαγορεύεται». Επειδή ήταν της «Daily Service», είχε το δικαίωμα να μας κρατήσει. «Έξι μήνες, παραπάνω δεν μπορώ να σας κρατήσω!».
Δηλαδή έξι μήνες μείνατε πού;
Στον Τσεσμέ–
Στον Τσεσμέ!
Απέναντι από τη Χίο.
Πού μένατε εκεί στον Τσεσμέ;
Εμείς λάβαμε από την Αμερική λεφτά και πιάσαμε ένα σπίτι. Δύο οικογένειες ήταν. Ήταν η Παφίταινα, η μαμά–
Εντάξει!
Πώς ήταν η ζωή εκεί στον Τσεσμέ;
Το σπίτι;
Η ζωή εκεί. Πώς ήταν;
Στον Τσεσμέ;
Στον Τσεσμέ.
Εμείς οι γονείς μας, είχαμε τα κρεβάτια μας και μαγειρεύαμε. Κι εμείς με τα Τουρκάκια κατεβαίναμε και παίζαμε. Ήμαστε 12 χρονών; 14; Και μάθαμε και τούρκικα, και σαν παιδιά ήταν όλα ευχάριστα. Τώρα τι τραβούσαν οι μεγάλοι με το να παίρνουνε τη βαλίτσα και να…; Μετά μας λέει ο Παπάδης της «Daily Service», επειδή ήτανε γνωστός μας: «Δεν θα σας κρατήσω. Έξι μήνες, θα φύγετε! Πού θα πάτε; Συρία!». Πήγαμε Χαλέπι μετά τη Συρία. Πήγαμε σε ένα τετράγωνο… Τοίχοι και μέσα ήτανε γύρω γύρω μπαλκόνια και δωμάτια, στρατώνας. Ο στρατώνας είχε μια πόρτα και απέναντι ένα πάρκο. Πέρναγες τον δρόμο, ένα πάρκο με [00:10:00]πεζούλες και βλέπαμε κάτω το Χαλέπι κι αυτή ήταν η ψυχαγωγία μας. Μετά κάποια ώρα μάς κλείναν πάλι μέσα στον στρατώνα.
Πώς πήγατε στο Χαλέπι;
Πήγαμε με το τρένο, από την Τουρκία με το τρένο.
Το θυμάστε το ταξίδι σας;
Περάσαμε το Εσκισεχίρ, το Αφιόν Καραχισάρ. Περάσαμε Λίτζια, Αλάτσατα.
Τώρα δεν θα πιάσουμε ιστορία! Ήτανε–
Το ταξίδι σας να μας πείτε μέχρι να φτάσετε στο Χαλέπι. Το θυμάστε;
Στο Χαλέπι πήγαμε με το τρένο. Με το τρένο πήγαμε. Εγώ κοιμήθηκα στις αποσκευές. Ήμουνα τόσο λεπτή, στο ράφι. Οι άλλοι καθιστοί μέχρι να πάμε στο Χαλέπι και μετά εκεί στους στρατώνες. Πηγαίναμε στο συσσίτιο.
Ήταν κι άλλοι πρόσφυγες στους στρατώνες; Κι άλλοι Χιώτες;
Από τη Σάμο κι από την Ικαρία ήτανε.
Δηλαδή γιατί μεταναστεύανε όλοι και πηγαίναν εκεί; Γιατί είχατε αυτόν τον προορισμό;
Όσοι δεν μπορούσανε και πεινούσανε πήγανε Τουρκία. Και Ικαριώτες. Τρεις ήμαστε, τρία νησιά. Τρία νησιά: η Σάμος, η Χίος και η Ικαρία. Και από κει πήγαμε στο Χαλέπι, στη Συρία με το τρένο. Εκεί έπρεπε να αποφασιστεί θα περνούσαμε Αίγυπτο απέξω, το Πορτ Σάιντ, και μετά θα πιάναμε την Ερυθρά Θάλασσα. Και η Ερυθρά Θάλασσα πήγαινες στο Τζιμπουτί. Άλλοι πήγανε Κύπρο από αυτούς.
Τρεις αποστολές: μία Κονγκό, μία Αντίς Αμπέμπα και Ντιριντάουα.
Και μία Κύπρο. Λοιπόν, βγήκαν οι Σαμιωτίνες που ήτανε ζωντανές και οι Ικαριωτίνες, οι Χιώτισσες δεν πήρανε μέρος, «Θα πάμε Αιθιοπία! Αιθιοπία! Αιθιοπία! Αιθιοπία!». Μας κάνουνε μια αποστολή, πάμε Αιθιοπία. Άλλες πήγανε… Θέλανε Κύπρο και στο Κονγκό δεν ήθελε κανείς να πάει, αλλά πήγε και μια αποστολή στο Κονγκό. Έχει ζέστη… Είχε το Κονγκό. Πήγαμε με το βαπόρι, πήγαμε στο Τζιμπουτί. Ήρθανε εκεί οι κυρίες οι Τσιμπουτιανές με τις έξω πλάτες, μας κάναν εντύπωση. Γυμνές, με τα σορτσάκια. Από τη ζέστη οι γυναίκες ήτανε γυμνές. Και πρώτη φορά είδα τις πλάτες όλες έξω, με ένα ραντάκι. Μου έκαναν εντύπωση. Ωραίες, μας φέρανε τσάγια, μας φέρανε βουτήματα, η παροικία εκεί, οι Έλληνες μάς περιποιήθηκαν, και μετά πήγαμε στο τρένο. Έγραφε «Αντίς Αμπέμπα». Μπαίνουμε μέσα, σε λίγη ώρα ακούμε το τρένο να κάνει «Ντούγκου-ντούγκου, ντούγκου-ντούγκου, ντούγκου-ντούγκου!». Λέω: «Έτσι θα πάμε μέχρι πάνω;». Σκαλιά!
Και ήταν οδοντωτός και μένα μου έκανε εντύπωση, πρώτη φορά τον άκουσα. Πάμε στην Αντίς Αμπέμπα–
Μείναμε λίγες μέρες στην Ντιριντάουα, ναι. Η Ντιριντάουα ήτανε κάτω από την πρωτεύουσα, την Αντίς Αμπέμπα. Μείναμε λίγες μέρες εκεί.
Δηλαδή φύγατε από το Χαλέπι και μετά πήγατε πού;
Μετά το Χαλέπι πήγαμε Τζιμπουτί. Πήγαμε στη μέση… Πήγαμε στα τσαντίρια. Ή στον γυρισμό ήταν τα τσαντίρια; Όχι! Στον γυρισμό Τζιμπουτί και Ελλάδα. Στον πηγαιμό μείναμε πέντε μήνες στα τσαντίρια.
Πώς ήταν εκεί στα τσαντίρια που μείνατε πέντε μήνες; Έχετε μνήμες;
Όταν έπιανε το χαμψίνι, τι το λέγανε, η άμμος, έπρεπε να μπεις μέσα… Να κλείσεις τα τσαντίρια και να κλείσεις και να ακούς την άμμο απάνω στο τσαντίρι. Να γίνεται ανεμοστρόβιλος και να περιμένεις να περάσει. Πώς το λέγανε; Χαμψίνι; Πώς το…; Αμμοθύελλα και τέτοια.[00:15:00]
Εκεί πηγαίναμε σε κάτι τραπεζαρίες, εγώ ευχαριστήθηκα τα φαγητά τους. Άγγλοι μάς είχαν αναλάβει οι οποίοι χρεώσαν την Ελλάδα μετά, τα πλήρωσε η Ελλάδα ό,τι… Οι Άγγλοι μας είχανε και μας δίνανε κι από ένα κουτάκι τυράκια που δεν θα τα ξεχάσω, κρεμάτα. Κρέμα! Και μας δίνανε και το ψωμάκι για μετά το φαγητό.
Σχολείο πηγαίνατε εκεί που ήσασταν; Αυτούς τους μήνες που μείνατε.
Μια κοπέλα, η Τσαμπλάκου η Μαρκέλλα, στις Πηγές που κάτσαμε πέντε μήνες είπε: «Παιδιά, εγώ προσφέρομαι να σας κάνω μαθήματα!». Εμείς δεν θέλαμε. Πήγανε πρώτη, δευτέρα κι έκανε η κοπέλα χωρίς να προσφέρει τίποτα. Και έκανε μαθήματα στα παιδάκια και τους έμαθε μερικά πράγματα όσο καιρό ήμασταν εκεί. Άλλη εκδήλωση δεν ήτανε. Μόνο όταν μια πήγαινε μες στο Πορτ Σάιντ να ψωνίσει της λέγαμε: «Πάρε μας ένα πανί και κάτι κλωστές» και κεντούσαμε.
Ε;
Ναι! Κόβαμε και τα τσαντιρόπανα και κάναμε τραπεζομαντιλάκια.
Με τους ντόπιους;
Ε;
Πώς ήταν η σχέση σας με τους ντόπιους;
Καμία σχέση με τους ντόπιους, τους μαύρους! Ήμαστε αποκλεισμένοι. Και μάλιστα, οι εντόπιοι ήτανε κλέφτες κι ερχότανε και σκίζαν το τσαντίρι και αν είναι μια βαλίτσα να κλέβουνε. Και φοβόμαστε και τη νύχτα και βάλαμε τενεκέδες στο τσαντίρι και μόλις ακουμπούσανε τους περνάμε κυνήγι. Βγαίναμε έξω και λέμε: «Ήρθαν κλέφτες πάλι!».
Μετά λέει: «Ελάτε κάτω στην παραλία», είχε θάλασσα, «γιατί θα ‘ρθει ο Βασιλιάς». Πήγαμε πάνω–
Βλέπαμε τον Γεώργιο τον Β’.
Του Κωνσταντίνου. Του Κωνσταντίνου ο πατέρας ήταν ο Β’ Γεώργιος;
Του Κωνσταντίνου ήταν ο Παύλος. Ο Γεώργιος ο Β’ ήταν ο προηγούμενος και ο Γεώργιος ο Α’ ήτανε που είχε τη Σίμπσον και δεν βασίλεψε και βασίλεψε ο Δεύτερος, ο Β’. Και μετά μπήκε ο Παύλος και μετά Κωνσταντίνος. Αυτά τα ξέρεις! Λένε… Πάμε και βλέπουμε έναν άνθρωπο κοινό, με ένα κοντό παντελονάκι χακί. Είπε μερικά λόγια, αφήνει τον κόσμο ο Γεώργιος ο Β’ στην παραλία και πάει και τραβάει προς το δρομάκι ανάμεσα τα τσαντίρια, μπαίνει σε ένα τσαντίρι και βρίσκει μια γριά. Η κυρα-Καλλιόπη! Της λέει: «Γιατί κάθεσαι εδώ;», λέει: «Πού να ‘μαι;». «Να πας που ήρθε ο Βασιλιάς, να πας κι εσύ να τον δεις!». Λέει: «Και πώς; Τι είναι ο Βασιλιάς;», του Βασιλιά τα ‘λεγε.
«Άνθρωπος είναι κι αυτός και μάλιστα λένε φορεί κι ένα κοντό παντελονάκι και δεν τον ξεχωρίζεις από τους άλλους. Γιατί να πάω να δω; Άνθρωπος είναι κι αυτός σαν τους άλλους!». Λέει: «Μπράβο! Άντε γεια σου, μπράβο!». Έκανε δυο-τρία μέσα στα τσαντίρια, επέβλεψε και γύρισε κάτω κι έφυγε. Εμείς πηγαίναμε μια σειρά, «να το ψωμάκι σου, να τον κεφτέ σου! Να το φαγάκι, να κι ένα τυράκι στο χέρι!», που τρελαινόμουνα για αυτό. Και πηγαίναμε στο τσαντίρι και προσέχαμε να μην πιάσει χαμψίνι και ήμαστε στον δρόμο. Να ήμαστε μέσα, να περάσει η αμμοθύελλα. Μετά λέει: «Θα γίνει αποστολή: Κύπρο, Αντίς Αμπέμπα». Η Καλλιρρόη, της–
Μάνας μου η αδερφή, που ήταν ένα έτσι λεπτό κορίτσι και ζωντανό, φώναζε: «Αιθιοπία! Αιθιοπία!». Φωνάζανε κι οι [00:20:00]Σαμιωτίνες και κέρδισε από Κύπρο… Τούτον εδώ. Από Κύπρο και από Κονγκό κέρδισε η αποστολή Αιθιοπία. Ετοιμαστήκαμε, μπήκαμε από το Πορτ Σάιντ σε ένα υπερωκεάνιο και μας πήγε στο Τζιμπουτί. Περάσαμε την Ερυθρά, αλλά εγώ αι ετούτη χαρήκαμε αυτήν την Ερυθρά, το στενό πράγμα που πήγαινε για Τζιμπουτί, διότι θάλασσα ήτανε γεμάτη λουλούδια. Θυμάσαι; Όχι η θάλασσα, ένα στενό πράγμα. Ένα… Δεν ξέρω πώς λέγεται. Πήγαμε στο Τζιμπουτί, μας… Το έχω ξαναπεί το Τζιμπουτί;
Τώρα το λέτε.
Που μας πήρανε από Ελληνίδες από εκεί της παροικίας τσαγάκια, βουτήματα, περιποίηση στο Τζιμπουτί.
Και αμέσως πήγαμε στο τρένο και πήγαμε στην Αντίς Αμπέμπα.
Στο Τζιμπουτί δεν μείνατε;
Μείναμε στο Τζιμπουτί; Όχι, φύγαμε.
Πήρατε αμέσως, λοιπόν, το τρένο;
Μα έλα που εμένα ένα φορτηγό με κυνηγούσαν οι δυο και πήγα και τρύπωσα στο σπίτι; Και έλεγε ο ένας: «Θα την κλέψω!» και έτρεχα και δεν έβγαινα έξω; Τέλος πάντων!
Αυτό πού έγινε; Στο Τζιμπουτί;
Στο Τζιμπουτί!
Ποιος σας κυνήγαγε;
Ένας με φορτηγό. Και–
Ντόπιος;
Γιατί είχα μια φίλη πολύ άσχημη και φαίνεται εγώ φαινόμουν πιο όμορφη και δεν πήγα και κλείστηκα στο σπίτι και φύγαμε. Τέλος πάντων, αυτό είναι… Και πήγαμε στον οδοντωτό, κάναμε μια μέρα να φτάσουμε απάνω.
Ήτανε ύψωμα. Δηλαδή οι καρδιακοί υποφέρανε εκεί. Ήτανε πολλά… Πολύ το ύψωμα απότομα, με οδοντωτό. Εκεί φτάσαμε και είχαμε ένα παλικάρι γνωστό που ήτανε στη διοίκηση και μας βρήκε ένα ωραίο σπίτι. Ήτανε οι καταυλισμοί των Ιταλών. Οι Ιταλοί είχανε κάνει… Πώς το λένε;
Είχανε κάνει πολυκατοικίες και είχανε… Είχανε… Την Αντίς Αμπέμπα την είχανε κάνει παροικία τους. Κατοχή–
Το ‘39–
Ήτανε ιταλική η Αβησσυνία. Και μετά ξεσηκωθήκανε οι Αβησσυνοί και πετάξαν τους Ιταλούς. Μείνανε μόνο αυτοί που είχανε προσόντα, εργολάβους και μηχανικούς, αρχιτέκτονες και τέτοιους. Οι άλλοι όλοι φύγανε. Και στα σπίτια αυτών μείναμε εμείς. Και μας δίνανε επίδομα και μαγειρεύαμε με κουζινίτσα. Δυο οικογένειες σε ένα σπίτι. Δυο οικογένειες σε ένα σπίτι και μαγειρεύουμε και τρώγαμε και περνούσαμε κι ωραία.
Πόσα χρόνια μείνατε εκεί;
Δυόμισι. Με ταξίδι–
Η μητέρα σας δούλευε εκεί στην Αντίς Αμπέμπα;
Ε;
Η μητέρα σας δούλευε;
Ποτέ! Όχι! Γιατί–
Εσείς πήγατε σχολείο;
Είχε μια αδερφή στην Αμερική και μας έστελνε κάθε μήνα. Και είχαμε και έναν φούρνο που παίρναμε ενοίκιο, ψωμί και κάρβουνα κάθε μήνα. Και αυτά της Αμερικής τα έβαζε στην τράπεζα, κι αυτά που είχαμε από τον φούρνο και το μαγαζάκι ζούσαμε. Μετά με τον πόλεμο ούτε φούρνος έβγαινε ούτε το ενοίκιο μαγαζάκι ήτανε και μείναμε στο κενό και πουλήσαμε κάτι που έφερνε ο παππούς από ταξίδια, που ήτανε στο πατάρι. Φύγανε κι αυτά. Μετά πάει σε έναν θείο της που συμβουλευότανε, λέει: «Τώρα δεν έχω τίποτα και πεινάμε! Δεν έχω σήμερα τίποτα να ψήσω!». Λέει: «Ζήτα την αλυσίδα του άντρα σου από της πεθερά σου την κάσα». Παίρνουμε την αλυσίδα, συγχρόνως έρχεται και μια κληρονομιά από τον πάππο που πέθανε στην Αθήνα–
Και κάναμε τα ναύλα και φύγαμε.
Ωραία!
Και στον Τσεσμέ μείναμε έξι μήνες, γιατί είχαμε έναν γνωστό. Γιατί στον μήνα απάνω έφευγες και πήγαινες στη Συρία.[00:25:00]
Ναι, μου το είπατε αυτό! Μου το είπατε! Για πείτε μου, εκεί στην Αντίς Αμπέμπα τώρα που ήσασταν, που μείνατε πόσους μήνες;
Δυόμισι χρόνια!
Δυόμισι χρόνια. Έχετε άλλες αναμνήσεις για το πώς ήταν η ζωή εκεί;
Τι έχει κάνει;
Έχετε αναμνήσεις για το πώς ήταν η ζωή εκεί;
Αναμνήσεις της Αντίς Αμπέμπας ήτανε ότι πηγαίναμε πάλι σχολείο, ότι παίζαμε με τα παιδιά, ότι πήγαινα στην Αντίς Αμπέμπα για να φάω καλά, μια-δυο φορές τη βδομάδα.
Μας πήγαιναν–
Είχαν ένα Ford και μας… Όπου πηγαίνανε μας παίρνανε μαζί για το–
Είναι… Το καπό ήταν ανοιχτό κι είχε καθίσματα.
Μπροστά είναι… Μπροστά μας ήτανε το τζάμι του αυτοκινήτου. Ξέρεις, ε;
Αυτό της άρεσε! Κι εμένα μου άρεσε! Αυτά! Και πηγαίναμε και στην Αντίς Αμπέμπα, τρώγαμε καλά. Κάναμε έναν γάμο πολύ σπουδαίο, μας βάλανε ωραία… Έχεις φωτογραφία του γάμου; Σώθηκε φωτογραφία; Έχεις τίποτα;
Θα μου τις δείξετε μετά!
Εδώ έχεις κανένα άλμπουμ; Τέλος πάντων!
Μετά θα μου τις δείξετε τις φωτογραφίες, θα τις δούμε μετά. Ωραία! Και μετά από την Αντίς Αμπέμπα πού πήγατε;
Μετά από την Αντίς Αμπέμπα… Μείναμε δυόμισι χρόνια, εμάς μας άρεσε! Λέει: «Θα κατεβείτε Τζιμπουτί και θα πάει ο καθένας στον τόπο του!».
Τζιμπουτί γιατί;
Το Τζιμπουτί ήτανε…
Ε;
Αφρική. Αφρική, Αφρική, Αφρική!
Η Αιθιοπία ήτανε πάνω. Η Ντιριντάουα και μετά η Αντίς Αμπέμπα. Και ανεβήκαμε με τον–
Μετά κατεβήκαμε στο Τζιμπουτί και ήρθε ένα υπερωκεάνιο και γεμίσαμε το αμπάρι όλοι οι πρόσφυγες. Και–
Και μας έκανε… Μας μοίρασε τα νησιά, το Κιαντάλα. Κι αφότου κατεβήκαμε στου βαποριού τη σκάλα πάει και το επίδομα, πάει και το Κιαντάλα. Γεια, γεια! Ναι! Και στην–
Πόσες ώρες ήταν αυτό το ταξίδι;
Πότε ταξιδέψαμε;
Πόσες ώρες ήταν το ταξίδι; Τώρα πάμε Τζιμπουτί, πίσω Ελλάδα;
Καλέ, ήμασταν δυο μέρες μέσα στο βαπόρι! Για να ‘ρθουμε από εκεί… Εγώ θυμάμαι… Πόσα…;
Από Αντίς Αμπέμπα πιάσαμε Αίγυπτο. Το Πορτ Σάιντ στον γυρισμό το αφήσαμε εκεί και τραβήξαμε απευθείας!
Απευθείας! Ερυθρά Θάλασσα πάλι, ε;
Δεν βγήκαμε!
Και–
Πήγαμε Ικαρία, Σάμο και Χίο και…
Και φτάσατε Χίο ξανά; Είχε τελειώσει ο πόλεμος;
Στη Χίο ήτανε τα σπίτια μας. Περάσαμε μετά τη ζωή μας ήσυχη, τελείωσε.
Πώς τα βρήκατε τα σπίτια σας;
Ε;
Πώς τη βρήκατε τη Χίο τώρα μετά τον πόλεμο; Πώς ήταν η κατάσταση;
Ναι! Εμείς σαν παιδιά δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, γιατί ερχόταν από την Αμερική το τσεκ. Και στον Τσεσμέ ήρθε τσεκ από την Αμερική και γύρισε πίσω, γιατί είχαμε φύγει. Και στην Αντίς Αμπέμπα λαβαίναμε λεφτά και κάνανε οι γριές… Επειδή λαβαίναμε από την Αμερική, άρχισε η μάνα μου να κάνει λίρες. Και φωνάζει μια διαταγή ο Χαϊλέ: «Από τον τόπο μου δεν θα φύγει δεκάρα! Θα σας βάλουμε μηχανήματα, δεν θα φύγει [00:30:00]τίποτα!». Κι έπιασε η μάνα μου μια τσάντα μαύρη τετράγωνη και στο στόμιό της έβγαλε ένα δέρμα και έραψε λίρες, μια σειρά λίρες, ξανάβαλε πάλι το δέρμα και τη βάσταζε στο χέρι της συνέχεια, και τα απαραίτητα μέσα. Και έτσι, αυτά τα λεφτά περάσαμε μέχρι να τακτοποιηθούμε στη Χίο, να ανοίξει η Αμερική να δούμε λεφτά. Εμείς σαν νέες δεν έχουμε στεναχωρηθεί, μας αρέσανε αυτά τα «πήγαινε εδώ, πήγαινε εκεί, πήγαινε εκεί». Κι έτσι, τελείωσε με το να πάμε στο σπίτι μας στην Ευαγγελίστρια της Χίου.
Το ‘παμε! Το Κιαντάλα!
Υπερωκεάνιο, στάθηκε έξω από το λιμάνι.
.
Το έχετε το ημερολόγιο της γιαγιάς; Το έχετε φυλαγμένο το ημερολόγιο;
Δεν υπάρχει τώρα ημερολόγιο.
Στη Χίο όταν επιστρέψετε πόσον καιρό μείνετε; Μετά πού πήγατε; Μιλήστε μας για τα χρόνια εκείνα.
Στη Χίο γνώρισα ένα παλικάρι και παντρεύτηκα. Και ήτανε τέλειο παλικάρι, αλλά φτωχό! Και με ζητούσε ένας που γίνηκε και δήμαρχος. Τέλος πάντων, εγώ πια πήρα τον φτωχό! Έγραφα στον θείο μου στην Αντίς Αμπέμπα–
Με προξενιό έγινε;
Μήπως;
Με προξενιό;
Αφού τον έβλεπα και καθόταν από πίσω από το δικό μας, μου άρεσε και λέω στην… Η φιλενάδα μου ήτανε ξαδέρφη του, λέω: «Μου αρέσει!». Η θεία μου, μια θεία παραδίπλα, λέω: «Μου αρέσει ο Σιδερής!». Πιάνει την πεθερά μου, λέει: «Μπορεί να γίνει τίποτα;». Αποσιωπήθηκε! Άρχισε η πεθερά μου να έρχεται στη φουντάνα μας να παίρνει νερό, ξανάρχεται να παίρνει νερό–
«Ελάτε επίσκεψη!». Με θέλανε πάρα πολύ και στο τέλος λέει: «Μπορεί να ‘ρθει ο Σιδερής να δει τη Φούλα;». Η μάνα μου κόκκαλο, δεν είχε αποφασίσει τίποτα! Δεν… Ο θείος ο προξενητής μού ‘δινε τον διευθυντή της Εθνικής, ένας πλούσιος. Από τον διευθυντή της Εθνικής πήρα τον υπάλληλο τον φτωχό της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου. Και με την πεθερά μαζί η μάνα μου λέει: «Το παιδί μου το ‘θελα νοικοκυρά, όχι παρανοικοκυρά». Πέρασε έναν χρόνο στεναχωρημένη. Στον χρόνο απάνω λέει ο Χαλκούσης «Ο Σιδερής να ‘ρθει στην Αθήνα!». Έρχεται στην Αθήνα, τον βάζει διευθυντής στο εργοστάσιο, μας δίνει τη βίλα, καθόμαστε. Εγώ έπεσα από τα σύννεφα! Λέω: «Ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει!». Αρχίσαμε πήραμε ένα διαμέρισμα, μάζευα εγώ λεφτά, είχα και τη θεία από κοντά. Πήραμε τρία-τέσσερα διαμερίσματα από τη δουλειά αυτή, λέω: «Τώρα εξασφάλισα το κοριτσάκι, εντάξει!». Κάποιον καιρό η ακμή των διαμερισμάτων τα έφερε ο Καραμανλής. Με τους θυρωρούς, να κατεβάσει όλα τα χωριά θυρωρούς μέσα στην πρωτεύουσα, με πολυκατοικίες να φυτρώνουνε κάθε μέρα και μία. Ήτανε αυτά εννιά χρόνια, πέρασε η φούρια τους και τελείωσε και μας με τον Χαλκούση. Είχαμε εξασφαλιστεί και πήγε σε έναν φίλο που είχε μια… [00:35:00]Πέρναγε καρότα κι έκανε κρέμες και λοσιόν. Και του λέει: «Σιδερή, θα πάρεις τα μισά από ό,τι έβγαζες, αλλά δεν θα είσαι… Θα πας για σύνταξη να δουλεύεις εκεί!». Το Carroten γέμισε την Ελλάδα! Κι ακόμα τώρα! Γαλάκτωμα και κρέμα! Από αυτά τα παλικάρια με τα αστεία που πιάσανε το καρότο και το λιώνανε και κάνανε αυτά, και από το Carroten και μετά βγήκαμε στη σύνταξη. Παντρέψαμε και την κόρη, κάναμε και τους λεβέντες–
Στην Αθήνα;
Και τους σπουδάσαμε κιόλας, Καλών Τεχνών! Ε;
Στην Αθήνα πότε ήρθατε;
Το ‘58.
Παντρεμένη ήρθατε εδώ;
Το ‘56 παντρεύτηκα στη Χίο και σε δύο χρόνια έγραφα στον θείο μου γράμματα και του ‘λεγα… Μα ήταν αλήθεια! Ο Σιδερής μες στην Ένωση Μαστιχοπαραγωγών είχε εκτίμηση. Τον στέλνανε στην Ξάνθη, στην Κομοτηνή, στην Ορεστιάδα, στο Σουφλί, σε όλα αυτά τα μέρη και έστελνε κότες, έστελνε πρόβατα, έστελνε τροφές, έστελνε άχυρα, έστελνε πράγματα! Και διαβάζοντας τα γράμματα ο Χαλκούσης, λέει: «Να ‘ρθει στην Αθήνα!». Το ‘58, είχα το κοριτσάκι 6 μηνών. Στην Αθήνα πια ήτανε… Εγώ ούτε όνειρο δεν το έβλεπα τι ωραία ζωή πέρασα! Έκατσα στη βίλα δυόμισι χρόνια και δούλεψε στο εργοστάσιο διευθυντής και κάναμε δυο αγορές. Περνούσαμε ωραία, είχαμε ένα φορτηγό, καθίσαμε μέσα με τους φίλους. Και μέσα στους φίλους είχαμε κι έναν αστυνομικό. Πηγαίναμε στην Τροχαία της Κηφισιάς, λέει: «Απαγορεύεται άνθρωποι απάνω στα φορτηγά!». Του λέει: «Φίλε, για δες ταυτότητα!», του λέει ο δικός μας. «Άντε άντε, γιατί είσαι συνάδελφος, περάσετε!». Κι έτσι, πηγαίναμε Κιούρκα, πηγαίναμε ψήναμε κότες, ψήναμε κι αρνάκια. Κάναμε ωραία ζωή! Μετά καταλήξαμε από το Μαρούσι Αμπελοκήπους, ησυχάσαμε! Αμπελοκήπους είχε ξαδέρφια ο άντρας μου και ήρθαμε κάτω. Κι αφήναμε τις φίλες των παιδιών, αφήναμε αυτούς που κάναμε τις παρέες κι όλα αυτά, έκανα το χατίρι του άντρα μου κι ήρθα Αμπελοκήπους. Τι να κάνουμε; Εδώ τελειώσαμε. Εδώ, εδώ που είμαστε.
Αυτό το ωραίο… Τα ταξίδια πού ήτανε; Της Αντίς Αμπέμπας.
Ντιριντάουα, κάτσαμε και εκεί μήνες. Στον Τσεσμέ ωραία περάσαμε. Είχαμε σπίτι, είχαμε τα Τουρκάκια φίλους. Καλά ήτανε!
Όταν ήμασταν στις Πηγές δεν ήταν και Γιουγκοσλάβοι; Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι και πηγαίναμε στον καταυλισμό των Γιουγκοσλάβων και είχανε τραμπάλες.
Είχανε–
Περιμένανε να ανεβεί το ‘42 ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.
Και δεν κοιμηθήκαμε όλη νύχτα! «Ζει ο Τίτο!» και γλέντι και χορούς και πράματα–
Μας… Με αρπάζει ένας Γιουγκοσλάβος και με βάζει σε μια κούνια με πήγαινε πάνω! Από τη χαρά τους!
Μα ποιους άλλους είχαμε; Τους Γιουγκοσλάβους, Έλληνες, είχαμε κι άλλους;
Ο Χαϊλέ Σελασιέ κάλεσε όλους τους Έλληνες στο παλάτι και στο πάρκο, που είχε τραπέζια με μαχαιροπίρουνα και γκαρσόνια με στολές, μας έκανε τραπέζι. Εγώ–
Ασημένια!
Αυτό το είπατε, και με την ανθοδέσμη;
Όταν έδωσες την ανθοδέσμη τι είπες;
Πώς ήταν η διαδικασία;
Αυτό που μου είπατε πριν, που έδωσε την… Που έπρεπε να δώσετε–
Και της είπε και το τραγούδι!
Ποιο… Πώς ήτανε το τυπικό για να γίνει όλη αυτή η διαδικασία;
Πώς μπήκε;
Πώς ήταν το τυπικό για να το δώσει την ανθοδέσμη στη Βασίλισσα; Γιατί–
Ήταν υπαίθρια εξέδρα–
«Πισωγυρίσεις».
Δυο φορές την ακούς.
Όταν συγκεντρωθήκαμε στο παλάτι και μας έβγαλε ομιλία ο Χαϊλέ, μας είπε: «Αγαπώ τους Έλληνες, διότι το ‘39 ήρθα στην Αθήνα και με περιποιηθήκανε πολλοί Έλληνες, τότε που ήμουνα διοικητής του EΑΡ. Και φάγαμε στο Μοναστηράκι με κάποιους που μέναν εκεί Αιθίοπες και με πολλούς Έλληνες και πέρασα τόσο καλά–
Και προς τιμήν του Χαϊλέ, τότε διοικητή του ΕΑΡ, του κάνανε την τιμή εκεί που φάγανε εκείνη την πλατεία να τη βγάλουνε «Πλατεία Αβησσυνίας». Και μας τα είχε πει στην ομιλία του στην Αντίς Αμπέμπα, ότι «αγαπώ τους Έλληνες» κι ότι «πέρασα καλά όταν ήρθα στην Ελλάδα, και για αυτό σας δέχομαι με μεγάλη χαρά κι ευχαρίστηση και σας εύχομαι να ‘στε όλοι καλά! Και καλή σας όρεξη!». Και μας έβγαλε τα καλύτερα φαγητά!