© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Μια Ελληνίδα βουλγαρικής καταγωγής εργαζόμενη στο κέντρο γυναικών «Ίριδα»

Istorima Code
22582
Story URL
Speaker
Kristina Koleva (K.K.)
Interview Date
24/07/2022
Researcher
Ίκαρος Αποστολάκης (Ί.Α.)
Ί.Α.:

[00:00:00]Λοιπόν, βλέπεις το κόκκινο σημάδι από δω, αυτό σημαίνει ότι γράφει. Καλησπέρα λοιπόν!

K.K.:

Καλησπέρα!

Ί.Α.:

Θα ήθελες να μας πεις το όνομά σου;

K.K.:

Ονομάζομαι Κριστίνα Κόλεβα.

Ί.Α.:

Πολύ ωραία. Είναι Δευτέρα 25 Ιουλίου του 2022, βρίσκομαι με την Κριστίνα Κόλεβα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, εγώ ονομάζομαι Αποστολάκης Ίκαρος, είμαι ερευνητής για το Istorima και ξεκινάμε λοιπόν! Κριστίνα, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω αρχικά για τον χρόνο σου. Θα ήθελες, εισαγωγικά, να μου πεις δυο λόγια για σένα, για τη ζωή σου;

K.K.:

Λοιπόν, η καταγωγή μου είναι από Βουλγαρία, έζησα εκεί μέχρι τα 8 μου, από το 2000 ακριβώς ζω στην Ελλάδα, έχω δυο μητρικές, ελληνικά, βουλγαρικά, έχω τελειώσει το σχολείο εδώ, το πανεπιστήμιο, το μεταπτυχιακό μου, είναι όλα εδώ, στην Ελλάδα κατά βάση. Έχω τελειώσει Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών και το μεταπτυχιακό είναι Ιστορία, Ανθρωπολογία και Πολιτισμός στη Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτά.

Ί.Α.:

Πολύ ωραία, πολύ ωραία. Η ενασχόλησή σου με τις ανθρωπιστικές, ας πούμε, σπουδές, με τις ανθρωπιστικές επιστήμες, πώς ξεκίνησε; Πώς θα έλεγες ότι… από ποια αφορμή, από ποιο κίνητρο, αν θέλεις;

K.K.:

Νομίζω ότι ξεκίνησε υποσυνείδητα, οπότε δεν μπορώ να σου πω ακριβώς πότε γεννήθηκε όλο αυτό το ενδιαφέρον. Νομίζω ότι φταίει λίγο η προσωπική μου εμπειρία ως παιδί οικονομικών μεταναστών που με έκανε λίγο πιο, αν θέλεις, ευαισθητοποιημένη, λίγο πιο συνειδητοποιημένη, λίγο να έχω τις κεραίες μου ανοιχτές και τεντωμένες όταν πρόκειται για θέματα πιο ανθρωπιστικά, κοινωνικά κτλ. Επομένως, και στο σχολείο ήταν αυτά που μου αρέσαν, μου άρεσε πάρα πολύ η Ιστορία, οι ξένες γλώσσες, η λογοτεχνία, όλα αυτά. Επομένως, φυσικά ήτανε το ότι οδηγήθηκα στη θεωρητική, και από κει και πέρα ήθελα κάτι το οποίο… δεν ξέρω αν φταίει η μετακίνηση σε μικρή ηλικία στις δυο χώρες, αλλά ήθελα ένα επάγγελμα το οποίο να μου προσφέρει τη δυνατότητα ταξιδιών, τη δυνατότητα να γνωρίζω νέες κουλτούρες, δεν με ενδιέφερε τόσο πολύ νέους ανθρώπους, αλλά ήθελα να γνωρίζω νέα μέρη και νέες κουλτούρες. Και όταν λοιπόν ήμουν δευτέρα λυκείου και λίγο σιγά σιγά άρχισαν και όλοι μας ρωτούσανε: «Οκέι, του χρόνου θα είστε Πανελλαδικές, θα δώσετε, πού θα δηλώσετε σχολές;» κτλ., εγώ δεν ήξερα. Ώσπου διάβασα σε ένα άρθρο για το επάγγελμα του διπλωμάτη λίγο πιο αναλυτικά, το τι κάνει, και μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ωστόσο η σχολή η οποία με ενδιέφερε ήτανε στην Αθηνά. Αλλά επειδή δεν έχω πάει στην Αθηνά και δεν μου αρέσει καθόλου η Αθηνά ως πόλη, είπα να βρω κάτι στη Θεσσαλονίκη. Ώσπου εκεί μας έδωσαν έναν οδηγό σπουδών για το 2011 και υπήρχε η σχολή μου, το Βαλκανικών, και μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρον, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ότι είχε τη μητρική μου γλώσσα, τη πρώτη μητρική μου γλώσσα, τα βουλγαρικά, ως επιλογή, το διδάσκουν στο πανεπιστήμιο, ως τότε δε το ήξερα. Και είπα: «Οκέι, αυτή είναι η σχολή για μένα». Αισθάνθηκα, πώς να σ' το πω; Λίγο ευπρόσδεκτη, καλοδεχούμενη, σαν να ταίριαζα εκεί, ότι θα υπήρχαν–

Ί.Α.:

Οικεία;

K.K.:

Ναι, ότι θα υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν θα ήταν απαραίτητα Βούλγαροι, αλλά θα ήταν Έλληνες οι οποίοι θα ήθελαν να μάθουν, ενδιαφέρονταν για τη Βουλγαρία, γιατί, καλώς ή κακώς, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω βιώσει κι εγώ τον ρατσισμό λόγω καταγωγής. Επομένως μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον και το πώς θα είναι το να είσαι σε ένα περιβάλλον όπου… εγώ έχω το πάνω χέρι, ας πούμε, γιατί εννοείται πως θα διάλεγα βουλγαρικά σε κάποια φάση στο πανεπιστήμιο! Πώς θα ήταν να έχω εγώ το πάνω χέρι ως φυσική ομιλήτρια αυτής της γλώσσας, απέναντι σε Έλληνες οι οποίοι ήθελαν να μάθουν τη γλώσσα μου. Που μέχρι τότε ήταν κάπως το αντίθετο, οι ρολόι ήταν αντεστραμμένοι στο σχολείο. Και αφού λοιπόν μπήκα σε αυτήν τη σχολή, εκεί κάναμε Ανθρωπολογία, κάναμε Εθνολογία, κάναμε Ιστορία Βαλκανίων, μάθαμε για τον οριενταλισμό, μάθαμε για διάφορες κοινωνικές θεωρίες, και μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρον… Και συνδύαζε τόσα πολλά πράγματα, δηλαδή την Ιστορία με την πολιτική, την οικονομία, την ανθρωπολογία, οπότε είπα ότι αυτό το κράμα γνώσεων εμένα μ' αρέσει, εμένα μου ταιριάζει. Οπότε, εν τέλει, ναι, έκανα καλή επιλογή στη σχολή. Και νομίζω ότι μου ταίριαξε ως άνθρωπο. Ως άνθρωπος δηλαδή μου ταίριαξε και ήτανε λίγο κάπως... γι' αυτό σου λέω, ήτανε λίγο υποσυνείδητο, δεν ήταν συνειδητό όλο αυτό, απλά μ' άρεσε και δεν σκέφτηκα: «Ανθρωπιστικές επιστήμες, έλα, εκεί είμαστε», για τον χ, ψ λόγο. Ήταν από μόνο του, οδήγησε το πράγμα.

Ί.Α.:

Αφορμώμαι τώρα από διαφορά θέματα που έθιξες, μέσα στο πλαίσιο των εργασιών της σχολής, ήρθες σε επαφή με την έννοια της ταυτότητας, όπως θα δούμε και στην πορεία της συνέντευξης, όπου γνώρισες και την έννοια της ταυτότητας και στον επαγγελματικό χώρο πλέον. Θα ήθελα να σε ρωτήσω εάν ένιωθες ποτέ μια διπλή ταυτότητα, να αντιπροσωπεύεσαι δηλαδή από μια ελληνική και μια βουλγαρική ταυτόχρονα;

K.K.:

Εγώ απαραίτητα όχι, αλλά νομίζω ότι οι άλλοι ήθελαν πολύ να μου βάλουν αυτήν την ταμπέλα. Δηλαδή με την έννοια το ότι όλη μου την ενήλικη και την παιδική ηλικία στην ουσία, το περισσότερο διάστημα της ζωής μου το 'χω ζήσει στην Ελλάδα, επομένως αν πάω εγώ στη Βουλγαρία, σαφώς και έχω μια προφορά στα βουλγαρικά και πολλοί αναρωτιούνται: «Εσύ τώρα είσαι Βουλγάρα ή είσαι απλά Ελληνίδα η οποία μιλάει πολύ καλά τα βουλγαρικά;». Και όταν τους λέω ότι έχω ζήσει τόσα πολλά χρονιά εδώ στην Ελλάδα: «Α, Ελληνάκι», θέλουν να μου βάλουν την ταμπέλα «Ελληνάκι», διότι δεν με αποδέχονται, μέσα σε εισαγωγικά, ως Βουλγάρα καθαρή, το ότι έχω μεγαλώσει εκεί και έχω το mindset το βουλγαρικό. Όταν όμως είμαι στην Ελλάδα και όλοι με ρωτάνε όταν συστηνόμαστε: «Πώς σε λένε;» θα πω το όνομα μου: «Κριστίνα», γιατί αυτό είναι το όνομά μου, ποτέ δεν δέχτηκα να με πουν Χριστίνα. Και θα μου πουν: «Μα καλά, το ίδιο δεν είναι;». Όχι, για μένα δεν είναι το ίδιο, και όταν με ρωτάνε: «Μα γιατί δεν είναι το ίδιο;» και «γιατί είσαι Κριστίνα και όχι Χριστίνα;» τους λέω ότι είμαι από Βουλγαρία. Επομένως, αυτόματα, είναι το feeling, είναι η αύρα, είναι ότι το βλέπω στα μάτια τους ότι μπαίνει μια ταμπέλα: «Δεν είναι Ελληνίδα», ασχέτως του ότι μετά στην παρέα ή ότι αν βρεθούμε κάπου έξω, στον τρόπο ομιλίας ή στο σκεπτικό έχω πολλά στοιχεία της ελληνικής νοοτροπίας, γιατί, όπως και να το κάνουμε, εδώ μεγάλωσα, συναναστράφηκα 99% με Έλληνες, οπότε αυτό θα είναι. Οπότε, νομίζω ότι οι υπόλοιποι θέλουν όταν είμαι στη Βουλγαρία να μου βάλουν την ταμπέλα «Ελληνίδα» και όταν είμαι στην Ελλάδα θέλουν κάποιοι, όχι όλοι, αλλά κάποιοι να μου βάλουν την ταμπέλα «Βουλγάρα». Εγώ θα πω ότι είμαι μια Βουλγάρα η οποία έχει πολύ έντονο το ελληνικό στοιχείο μέσα της, αλλά δεν θα κάτσω να το σκεφτώ περισσότερο.

Ί.Α.:

Η αντιμετώπιση αυτή ήρθε και στα πιο μικρά, στα πιο παιδικά, αν θέλεις, χρονιά; Ή ήρθε συνειδητοποιώντας λίγο περισσότερο, αν θέλεις, μια όψη των ανθρωπιστικών επιστήμων;

K.K.:

Ήτανε εξαρχής, ήταν εξαρχής, νομίζω, το ότι… Τα πρώτα δυο τρία χρονιά στο σχολείο δεν θυμάμαι τι συνέβαινε. Και αυτό είναι γιατί δεν γνώριζα τη γλώσσα, δεν ήξερα τη γλώσσα. Δηλαδή εμένα μου πήρε να κοινωνικοποιηθώ μέχρι πέμπτη έκτη δημοτικού, ενώ ήμουνα από δευτέρα στην Ελλάδα. Και αυτό ήτανε λόγω γλώσσας, ήτανε μεγάλο θέμα, δηλαδή μόλις προσπαθούσα να χαλαρώσω, να πω κάτι, έκανα λάθος. Δηλαδή δεν θα 'λεγα: «Η φίλη», θα έλεγα: «Ο φίλη», κάτι τέτοιο. Και τα υπόλοιπα παιδάκια θα γελούσανε. Επομένως θα λέγανε: «Είναι Βουλγάρα, δεν ξέρει, μωρέ, καλά ελληνικά», οπότε εκεί έμπαινε κάπως ο διαχωρισμός. Νομίζω ότι για μένα έμπαινε όντως τότε εκείνος ο διαχωρισμός, το ότι εγώ είμαι Βουλγάρα, και δεν σας καταλαβαίνω, δεν μπορώ να καταλάβω τα παιχνίδια που παίζετε, μερικά είναι διαφορετικά, οι γονείς μου δεν με μεγαλώνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως εσάς στα σπίτια σας, επομένως νομίζω ότι κάπου εκεί είχα εγώ αυτόν τον διαχωρισμό. Αυτό νομίζω ότι έπεσε σιγά σιγά, το τείχος, ο διαχωριστικός τοίχος, ήταν όταν άρχισα να εξοικειώνομαι πιο πολύ με τα ελληνικά και άρχισα να δημιουργώ παρέες. Όταν λοιπόν άρχισα να δημιουργώ παρέες, ήταν το ότι ήταν: «Η Κριστίνα», η Κριστίνα ως Κριστίνα, όχι ως η Κριστίνα η Βουλγάρα. Και τότε νομίζω ότι ήταν… τα παιδιά τα οποία έκανα πιο πολύ παρέα άρχισαν λίγο να αφήνουν στην άκρη το ότι είμαι Κριστίνα με κάπα γιατί είμαι Βουλγάρα, είμαι απλά η Κριστίνα. Όλα ξεκινάν απ' το όνομά μου, όπως έχεις καταλάβει! Οπότε, άρχισαν λίγο να το αφήνουν στην άκρη και άρχισα κι εγώ να το ξεχνώ. Βέβαια, δεν σημαίνει το ότι δεν υπήρχανε καταστάσεις, περιπτώσεις που μου θύμιζαν ότι έχω μια διαφοροποίηση, να σ' το πω, στην καταγωγή απ' τα υπόλοιπα παιδιά. Αλλά νομίζω ότι πλέον η αποδοχή αποδοχή ήρθε στο πανεπιστήμιο, ναι. Πιστεύω ότι όλα αυτά τα οποία έμαθα, διάβασα, άκουσα απ' τους καθηγητές μου, το ότι ήμουνα σε μια σχολή όπου είχαμε πάρα πολλούς ρωσόφωνους και είχαμε Πολωνούς και είχαμε παιδιά απ' την Αφρική, οι οποίοι ήτανε όμως μεγαλωμένοι εδώ και ξεχώριζαν, ας πούμε. Εγώ εξωτερικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ότι είμαι από άλλη χωρά, δεν με ξεχωρίζουν, αλλά κάποιος ο οποίος είναι από Αφρική θα τον ξεχωρίσεις με την πρώτη. Οπότε είχαμε και άλλα άτομα, όλο αυτό με την ταυτότητα τη διπλή, οπότε νομίζω ότι, ναι, εκεί ήρθε η αποδοχή, το ότι οκέι, αυτή είναι η κατάσταση, εγώ την αποδέχομαι, πρόβλημα των άλλων αν τους δυσκολεύει σε κάτι!

Ί.Α.:

Στη δική σου βιωμένη εμπειρία, αν θέλεις, ήδη από τις τάξεις του σχολείου, πριν φτάσουμε ακόμα σε μια πιο συνειδητοποιημένη ηλικία του πανεπιστημίου, θα έλεγες ότι υπήρξε καθοδήγηση εκ μέρους σχολείου; Υπήρξε υποστήριξη, είτε αυτή είναι σχολική, μέσα στο πλαίσιο του σχολείου, είτε αυτή είναι ψυχολογική, εκ μέρους σχολείου; Μεγαλώνοντας, ας πούμε, στην Ελλάδα της εποχής του–

K.K.:

Του 2000, αρχές του 2000, ναι–

Ί.Α.:

Του δημοτικού και του γυμνάσιου, ας πούμε, ναι.

K.K.:

Όχι, δεν θα το έλεγα, γιατί όταν ήρθα στην Ελλάδα, έχω μια αδερφή η οποία είναι σχεδόν τέσσερα [00:10:00]χρονιά μεγαλύτερή μου, ούτε εκείνη μιλούσε τίποτα από ελληνικά, οπότε μας βάλανε σε μια τάξη υποδοχής, όπως γίνεται και με τα προσφυγόπουλα τώρα. Βέβαια τώρα είναι λίγο πιο οργανωμένα τα πράγματα στις τάξεις υποδοχής, τότε δεν ήτανε τόσο. Οπότε ήμουν εγώ μαζί με την αδερφή μου και άλλα δυο αδερφάκια από την Αλβανία που ήταν στην ίδια κατάσταση με μας, δεν μιλούσαν ελληνικά, μιλούσαν μόνο αλβανικά. Οπότε ήμασταν το πρώτο δίωρο ή τρίωρο με μια δασκάλα σε μια τάξη, οι τέσσερίς μας, όπου είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, να μαθαίνουμε να γράφουμε. Αυτό γινότανε το πρώτο τρίμηνο, τετράμηνο, εντατικά. Ήμασταν τρεις ώρες, νομίζω, τις τρεις πρώτες ώρες κάθε ημέρας, και μετά μας στέλνανε στις τάξεις μας. Εγώ πήγαινα δευτέρα δημοτικού, η αδερφή μου πήγαινε τέταρτη ή έκτη, και αναλόγως πού μας είχανε βάλει στις τάξεις. Αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι όταν έφευγα από την τάξη υποδοχής, η δασκάλα του τμήματός μου στο δημοτικού, στη δευτέρα ή στην τρίτη δημοτικού, όσο διαρκούσαν αυτά τα μαθήματα, έκανε κάτι για να με βοηθήσει.

Ί.Α.:

Πώς ήταν η απασχόληση δηλαδή της τάξης υποδοχής; Αν θυμάσαι πάντα.

K.K.:

Δουλεύαμε τα βιβλία της πρώτης δημοτικού, και ξεκινήσαμε. Δηλαδή, μας έφερε ότι είκοσι τέσσερα γράμματα και ξεκινάμε το ότι: «Βλέπεις αυτό το γράμμα; Αυτό είναι άλφα, το γράφεις έτσι», σε καθοδηγεί, με το χέρι, σ' το πιάνει, όπως μαθαίνουμε τα παιδάκια να γράφουν απ' την αρχή. «Αυτό κι αυτό διαβάζεται έτσι, εκείνο κι εκείνο διαβάζεται έτσι, σιγά σιγά». Και, εντάξει, ήμασταν παιδιά. Όσο πιο μικρός είσαι, τόσο πιο εύκολο για σένα είναι να τα απορροφήσεις. Δεν μπορώ να πω, η δασκάλα στην τάξη υποδοχής ήταν πάρα πολύ κάλος, πάρα πολύ γλυκός άνθρωπος, και ασχολιόταν μαζί μας και μάθαμε αρκετά πράγματα. Αλλά νομίζω ότι όλα καταλήγουνε και στο τι τριβή έχεις μετά το σχολείο, το κάθε παιδί τι τριβή είχε.

Ί.Α.:

Μετά το σχολείο.

K.K.:

Μετά το σχολείο, ναι.

Ί.Α.:

Δηλαδή;

K.K.:

Το αν και οι δικοί σου γονείς προσπαθούν να μάθουν ελληνικά. Είναι πολύ σημαντικό, διότι αν εμένα η μητέρα μου δεν συναναστρεφόταν με τις γειτόνισσες ή δεν δούλευε… Η καθιερωμένη εργασία τότε ήταν να δουλεύουν σε σπίτια, καθαρίστριες κτλ. οι γυναίκες που ήταν μετανάστριες από Βουλγαρία, Αλβανία και λοιπές παρόμοιες χώρες. Η μαμά μου μου 'μαθε τη λέξη «μαξιλάρι», γιατί πολύ απλά όταν πήγαινε να καθαρίσει, της είπανε αυτήν τη λέξη και η μαμά μου κοιτούσε και λέει: «Τι είναι αυτό τώρα; Τι μου λένε;» και πήγαν και της το δείξανε. Εμένα στο σχολείο δεν υπήρχε λόγος να μου μάθουν τη λέξη «μαξιλάρι», οπότε την έμαθα από τη μαμά μου. Φαντάσου όμως αν… ένα παιδάκι είχε μια μαμά η οποία μιλούσε βουλγαρικά, αλβανικά, οποιαδήποτε γλώσσα και καθόταν μόνο στο σπίτι κι είχε επαφές μόνο με γυναίκες που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με εκείνη ή δεν είχε καθόλου επαφή με άλλο κόσμο, οπότε σου μιλούσε μόνο τη δική σου γλώσσα, τη δική σου πρώτη μητρική γλώσσα, δεν θα το μάθαινες. Ή το ίδιο ισχύει και για τον μπαμπά μου, ο οποίος ήτανε… συναναστρεφότανε στο εργοστάσιο που δούλευε με Έλληνες, οπότε ήξερε πράγματα. Οπότε θα μας έλεγε κι εκείνος ότι: «Αυτό είναι λάμπα. Αυτό είναι τοίχος». Οκέι, μπορεί να μην το θυμόμασταν τις πρώτες δέκα φορές, στην ενδέκατη θα το θυμηθείς ή θα το ξανακούσεις κάπου έξω και θα πεις: «Αυτήν τη λέξη την είπε και ο μπαμπάς μου, δεν τη θυμάμαι, αλλά την ξέρει ο μπαμπάς μου, οπότε ας πάω και τον ρωτήσω». Ή η μαμά μου. Οπότε παίζει κι αυτό τον ρολό του. Νομίζω ότι παίζει ρολό και το πώς... και το παιδί, το τι χαρακτήρα έχει το παιδί. Αν το παιδί είναι εσωστρεφής χαρακτήρας, είναι κλειστό, δεν θέλει να κάνει παρέες… πώς; Εγώ ήμουν κλειστό παιδί, αλλά έβλεπα πάρα πολλή τηλεόραση, αγαπούσα πάρα πολύ την τηλεόραση. Και στην Ελλάδα τι κανάλια θα δεις το 2000; Μόνο ελληνικά. Οπότε, θέλοντας και μη, θα δω μια ταινία ή ένα παιδικό το οποίο δεν είναι μεταγλωττισμένο, έχει υποτίτλους, θα ζοριστείς και θα διαβάσεις. Είναι μεταγλωττισμένο; Οκέι, μιλάνε πολύ γρήγορα, θα ζοριστείς να παρακολουθήσεις, οπότε είναι όλα αυτά ασκήσεις listening, reading κτλ. Οπότε ναι μεν το σχολείο παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο, γιατί μπορεί να σε κινητοποιήσει. Όλα τα παιδάκια έχουν τη δυνατότητα, αρκεί να τα κινητοποιήσει το σχολείο. Αν δεν τα κινητοποιήσει, το 100% του παιδί που έχει τη δυνατότητα, μπορεί να πέσει στο 40% των παιδιών τα οποία μπορούν να προσαρμοστούν. Έχω ακούσει ιστορίες όπου η δασκάλα του δημοτικού δεν θέλει να ασχοληθεί και το αφήνει στην ίδια τάξη το παιδάκι. Ναι, αλλά φταίει το παιδάκι; Είναι 6 χρονών! Εδώ τα Ελληνάκια είναι 6 χρονών και δεν θέλουν να καθίσουν να διαβάσουν και να κάνουν, οπότε φαντάσου να βρεθείς σε μια χώρα που δεν ξέρεις να μιλάς, δεν… σου μιλάνε και είσαι… «Οκέι, έπεσα στον Άρη τώρα». Οπότε είναι πολλά, είναι πάρα πολλά.

Ί.Α.:

Θα σταθώ ωστόσο σε μια λέξη που ανέφερες, και λίγο πιο πριν και τώρα, στη λέξη «παρέες». Πάντα στη δικιά σου βιωμένη εμπειρία, υπήρξε πιο εύκολο να διαμορφώνεις τις παρέες σου κατά τη διάρκεια του σχολείου, αν θέλεις, μέχρι και στο πανεπιστήμιο; Πόσο εύκολο σου ήταν να διαμορφώσεις παρέες; Πόσο εύκολο σου ήτανε να προσεγγίσεις; Ή, όσο θυμάσαι, να σε προσεγγίσουν; Πάντα διαχρονικά μέσα στο σχολείο, στις τάξεις δηλαδή, στα χρονιά του σχολείου. Πώς διαμορφώθηκε αυτό;

K.K.:

Νομίζω ότι εγώ ως χαρακτήρας δεν το κάνω εύκολο. Δηλαδή νομίζω ότι έχω κάνει μόνο πρώτη δημοτικού στη Βουλγαρία, αλλά και στη Βουλγαρία έκανα μετά το πρώτο μισό της σχολικής χρονιάς παρέες, κι αυτό γιατί εγώ είμαι από μονή μου κλειστός χαρακτήρας και εσωστρεφής. Επομένως, δεν θα κάνω το πρώτο βήμα. Αυτό δεν το 'κανα ούτε στην πρώτη δημοτικού, που ήμουν στη Βουλγαρία. Αντιθέτως, με εκνεύριζαν τα άλλα παιδάκια. Οπότε έλεγα ότι δεν θέλω να πάω στο σχολείο και ήμουνα ακατάδεκτη, δεν μ' ενδιέφερε. Οπότε φαντάσου ότι... ένα τέτοιο παιδάκι, το οποίο είναι ακατάδεκτο, δεν θέλει να παίξει με τα άλλα παιδάκια, εγώ ήθελα μόνο τηλεόραση και βιβλία, μπορούσα και μονή μου να διασκεδάσω τον εαυτό μου. Φαντάσου ένα τέτοιο παιδάκι να βρίσκεται σε μια άλλη χωρά που δεν ξέρει να επικοινωνεί. Οπότε, όταν μπορούσα να επικοινωνήσω, δεν επικοινωνούσα, γιατί δεν ήθελα. Τώρα και να ήθελα, που δεν ήθελα και πολύ, μεταξύ μας, δεν το 'κανα, λόγω συνθηκών. Οπότε για μένα ήτανε λίγο δύσκολο. Ήτανε και λίγο δύσκολο το ότι στην αρχή, όταν άρχισα να με παίζουν τα παιδιά, όταν αρχίσαμε να καταλαβαινόμαστε πλέον σε απλά ελληνικά, άκουγα το: «Αχ, δεν καταλαβαίνει, είναι Βουλγάρα», ή αυτό το ότι: «Έκανε λάθος ένα άρθρο, μια λέξη, δεν ξέρει να το γράψει, οπότε είναι Βουλγάρα», οπότε υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός και ήμουν λίγο πιο συγκρατημένη. Αυτό άλλαξε, ναι, μετά που άλλαξε στην πρώτη γυμνάσιου, που σιγά σιγά, όπως προείπα, και με τη γλώσσα είχα αρχίσει να αισθάνομαι πιο άνετα, οπότε άρχισα να είμαι και καλύτερη μαθήτρια, και τουλάχιστον στο δικό μου το σχολείο υπήρχε το ότι: «Α, είσαι κάλος μαθητής; Έλα να σε κάνουμε λίγο παρέα». Οπότε υπήρχε και αυτό, το ότι: «Η Κριστίνα τα πάει καλά σε αυτά τα μαθήματα, έλα να καθίσουμε λίγο διπλά της σε αυτό το μάθημα, μπορεί να μας πει κάτι». Και έρχονταν και μου πιάναν την κουβέντα, για να με καλοπιάσουν. Αλλά αυτό δεν σήμαινε και ότι το διευκολύναν να κάνουμε παρέες, γιατί εγώ σταθερά έχω πέντε με έξι μετρημένους φίλους, είτε στο σχολείο, είτε στο πανεπιστήμιο, είτε τώρα που έχω φύγει απ' το πανεπιστήμιο. Στο πανεπιστήμιο βέβαια, άλλαξε λίγο περισσότερο η κατάσταση, γιατί είδα ότι είναι άνθρωποι, όπως σου προείπα, το ότι… άνθρωποι που έχουν τη διπλή ταυτότητα ή άνθρωποι που είναι Έλληνες, δεν έχουν καμία σχέση με το εξωτερικό, έτυχε να είναι σε αυτήν τη σχολή γιατί τους άρεσε, αλλά είναι πιο ανοιχτόμυαλοι, δεν είχαν τη νοοτροπία του χωριού, γιατί εγώ μεγάλωσα σε χωριό. Δεν είχαν τη νοοτροπία του χωριού, είδα ότι είναι παιδιά τα οποία ταιριάζουν νοητικά, εγκεφαλικά, στον τρόπο που σκεφτόμαστε ταιριάζουμε πιο πολύ, επομένως μπορώ να πω ότι στο πανεπιστήμιο βρήκα τον εαυτό μου, και μου ήταν και πιο εύκολο να κάνω παρέες και φίλιες, που κρατάνε μέχρι και σήμερα, έντεκα χρόνια μετά.

Ί.Α.:

Μου ανέφερες ότι μεγάλωσες σε χωριό.

K.K.:

Ναι.

Ί.Α.:

Σε ποια περιοχή;

K.K.:

Είναι η Χαλκηδόνα, είναι στη Θεσσαλονίκη, είναι λίγο έξω απ' τη Θεσσαλονίκη, ναι.

Ί.Α.:

Και για σπουδές ήρθες, να υποθέσω, στο–

K.K.:

Στο ΠΑΜΑΚ, ήμουν στο ΠΑΜΑΚ.

Ί.Α.:

Στο ΠΑΜΑΚ, ακριβώς, ναι. Σαφέστατα υπάρχουν, αλλά θα ήθελα να μου περιγράψεις για την ένταση των διαφορών ανάμεσα στις δυο κοινωνίες, αν θέλεις, τη μικροκοινωνία του χωριού, στη μεγαλοκοινωνία μιας πόλης, όπως είναι η Θεσσαλονίκη. Πώς το βίωσες δηλαδή;

K.K.:

Εγώ νομίζω ότι ανέκαθεν ήμουνα αρκετά ανοιχτόμυαλος άνθρωπος. Και σταμάτησέ με αν θα πω κάτι άσχετο με το τέτοιο, απλά ήμουνα εγώ πολύ ανοιχτόμυαλος στις σεξουαλικές προτιμήσεις, στη γλώσσα, στο τι θα βάλεις, στο τι θα φας, στο πώς θα συμπεριφερθείς, όλα αυτά είναι δικαίωμά σου, άμα δεν μ' αρέσει, οκέι, δεν θα σε κάνω απλά παρέα. Αν μου ταιριάξει, οκέι, θα κάνουμε παρέα. Αυτό δεν είναι όμως κάτι το οποίο συμβαίνει στις μικρές κοινωνίες. Ακόμα και τώρα, δεν… Δεν θα σου πω ότι συνεχίζει στον ίδιο βαθμό, με την ίδια ένταση, απλά έχει μειωθεί, αλλά συνεχίζει να υπάρχει, όλο αυτό, το ότι... το φαίνεσθαι και όχι το είναι. Θέλω να είμαι ωραία, θέλω να αρέσω στα αγόρια, ή αντίστοιχα τα αγόρια: «Αχ, με θέλουνε πάρα πολλές, έχουμε τα λεφτά μας, έχουμε εκείνο». Είμαστε όλες πανομοιότυπα ντυμένες, δηλαδή, τι είναι η μόδα; Ίσιο μαλλί; Όλες ίσιο μαλλί θα 'χουμε. Είναι το μαλλί σου σγουρό φυσικό; «Δεν μας νοιάζει, θα πας να το ισιώσεις». Αυτό δεν το είδα εγώ στην πόλη. Όταν ήρθα στην πόλη, στο πανεπιστήμιο, βρήκα ανθρώπους οι οποίοι ακούνε την ίδια μουσική με μένα, που αυτήν τη μουσική, μερικά από τα συγκροτήματα τα οποία άκουγα, κάποιοι τους λέγανε ότι είναι σατανιστές! Για παράδειγμα, δεν ξέρω αν ξέρεις τους «HIM», το φινλανδικό το συγκρότημα, οι οποίοι είναι λίγο πιο dark, να το πούμε, «αυτοί οι σατανιστές! Πώς τους ακούς; Και βάφουν τα νύχια τους, άνδρες, και μακιγιάζ! Α πα πα! Οι πούστηδες, οι αδερφές!» όλα αυτά. Τα οποία εμένα ίσα ίσα με εκνεύριζαν, ποτέ δεν ήμουνα αυτής της άποψης, ήθελαν και το 'καναν, εμένα μ' άρεσε η μουσική τους, οκέι. Αλλά υπήρχαν όλες αυτές οι απόψεις. Στο χωριό, εκεί μου μεγάλωσα, στην κοινωνία, υπήρχε το ότι[00:20:00]... αυτό που σου είπα, το φαίνεσθαι, «Έχετε λεφτά; Πού μένεις; Τι φοράς; Πού πήγες να πάρεις παπούτσια; Είναι μάρκα τα παπούτσια σου ή είναι απ' τη λαϊκή;». Εδώ δεν ένοιαξε κανέναν. Ίσα ίσα γνώρισα ανθρώπους οι οποίοι όταν τους λες: «Αχ, τι ωραίο μπλουζάκι!». «Σ' αρέσει; Είναι απ' τη λαϊκή, έκανε 3 ευρώ!». Και το λένε με τόση χαρά και μου 'κανε τόση μεγάλη εντύπωση και λέω, αυτό είναι το νορμάλ! Γιατί για μένα ήταν νορμάλ, αλλά δεν σου κρύβω το ότι για να μην έχω αυτό το θέμα, κατάλαβες, να σε δείχνουν με το δάχτυλο ή να μιλάνε πίσω απ' την πλάτη σου ή να σε κοροϊδεύουν μπροστά σου, γιατί δεν το άντεχα μετά από κάποιο σημείο, όταν ήμουν μικρότερη, που γινόταν στο δημοτικό λόγω της γλώσσας, το βούλωνα απλά. Δεν έλεγα ότι συμφωνώ, αλλά δεν έλεγα ότι διαφωνώ. Οπότε, νομίζω ότι στην πόλη μπορείς να είσαι λίγο… πολύ πιο ελεύθερος. Ναι μεν αυτός ο όγκος, οι άνθρωποι και το πόσο μεγάλη είναι, μπορεί να σε κάνει να χάνεσαι, αλλά από την άλλη είναι και καλό. Το ότι όταν δεν έχεις ένα μάτι πάνω από το κεφάλι σου, από πάνω σου κι ένα δάχτυλο έτοιμο να σε δείξει, «εσύ έκανες αυτό, εκείνο, γιατί;» με άσχημο τρόπο, αισθάνεσαι και πιο ελεύθερος, αισθάνεσαι πιο ελεύθερη. Μπορείς να πάρεις μια ανάσα και να πεις: «Οκέι, εγώ θέλω να φορέσω μια μπλούζα με λίγο πιο βαθύ ντεκολτέ», δεν θα πει κανείς: «Α! Φόρεσε αυτό η Κριστίνα, γιατί θέλει όλα τα αγόρια να την κοιτάνε και ψάχνεται για γκόμενο», και δεν ξέρω κι εγώ τι. Το φόρεσα, οκέι, θα με δει κάποιος, θα πει: «Μα τι φόρεσε αυτή;» δεν θα με ξαναδεί, γιατί είμαστε στην πόλη, είμαστε στη Θεσσαλονίκη. Ή κάποιος θα πει: «Τι ωραίο μπλουζάκι, πόσο σου πάει!». Οπότε, ναι, και ίσως ανέκαθεν γι' αυτό δεν μ' άρεσε, παρόλο που συνεχίζω να μένω σε μικρή κοινωνία. Εδώ είναι το ότι θα βγω, θα ψάξω για δουλειά, θα εργαστώ, οι παρέες μου, όλα θα προσπαθήσω να τα κάνω εδώ. Γιατί είναι πιο απελευθερωμένο, παίρνεις ανάσα, το κάνεις και παίρνεις ανάσα και δεν φοβάσαι, «θα με δούνε; Και άμα το πουν στη μαμά μου; Πώς θα αντιδράσει η μαμά μου;». Είναι κι αυτό, υπήρχε κι αυτό το ζήτημα!

Ί.Α.:

Θα σε πάω ωστόσο λίγο πίσω, για να το πιάσω λίγο διαφορετικά, τη διαφορά, αν θέλεις, ανάμεσα σε μια μικρή κοινωνία και σε μια μεγάλη κοινωνία. Σε μια μικρή κοινωνία υπάρχει με πολύ αρνητικό τρόπο η επίδειξη μιας ταυτότητας, αν θέλεις, εν προκειμένω της βουλγαρικής. Στην πόλη, λόγω του γεγονότος ότι υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι με πάρα πολλές κουλτούρες και ταυτότητές κτλ., υπάρχει ο κίνδυνος μερικές φορές να χάνονται οι ταυτότητες. Ένιωσες ποτέ, από τα χρόνια του πανεπιστημίου και μετά, ότι χάνεται ένα κομμάτι της ταυτότητάς σου;

K.K.:

Εγώ ως Κριστίνα, ή εγώ ως «η Βουλγάρα» που είμαι στην Ελλάδα;

Ί.Α.:

Εσύ ως Κριστίνα.

K.K.:

Όχι, ίσα ίσα τη βρήκα. Και σε αυτό σου ξαναλέω το ότι με βοήθησε πάρα πολύ η σχολή μου. Υπήρχανε παιδιά οι οποίοι: «Τι σχολή είναι αυτή; Δεν βγήκαμε τίποτα!». Για μένα αυτή η σχολή ήτανε… πώς να σ' το πω; Μου άνοιξε τα ματιά, μου άνοιξε το μυαλό, ήτανε κομμένη και ραμμένη για μένα. Δεν σημαίνει το ότι μου άρεσαν όλα τα μαθήματα, ίσα ίσα, υπήρχανε μαθήματα τα οποία τα μισούσα κι έκλαιγα να τα περάσω, αλλά υπήρχανε μαθήματα τα οποία είμαι τόσο ευγνώμων που τα έχω ακούσει, καθηγητές να κάνουν διάλεξη, που διάβασα αυτά που διάβασα, που με έφεραν σε σκεπτικό, ξέρεις, την ώρα της διάλεξης να σκεφτώ εκείνο και το άλλο και με διαφορετικό τρόπο... Γιατί στο κάτω κάτω η σχολή μου είναι και που με οδήγησε στις δουλειές που έκανα, στην επαγγελματική μου πορεία, που μέχρι τώρα είναι πολύ διαφορετική, όλες μου οι δουλειές ήταν διαφορετικές μεταξύ τους. Αλλά από κάπου θα προσκομίσω κάτι, θα πάρω κάτι, θα αποκομίσω, οπότε, νομίζω ότι εγώ τη βρήκα. Και μετά, και οι παρέες που έκανα στο πανεπιστήμιο, το ότι ναι μεν ταιριάζαμε, αλλά δεν είμαστε και δίδυμες με τις φίλες μου, είμαστε διαφορετικές, επομένως οι φίλες μου μου 'μαθαν κάτι το οποίο εγώ δεν ήξερα. Και μου άρεσε. Ή κάτι το οποίο, οκέι, δεν μ' άρεσε, αλλά το δοκίμασα. Αλλά επειδή εγώ δεν είχα και πολλές ευκαιρίες να κάνω πράγματα στο χωριό μου, είμαι άνθρωπος του ότι: «Ξέρεις κάτι; Είσαι φίλη μου, σου αρέσει η όπερα, οκέι, δεν μ' αρέσει η όπερα, δεν πρόκειται να κάτσω να την ακούσω στον ελεύθερό μου χρόνο, αλλά αν θέλεις θα πάμε θα ακούσουμε όπερα, οκέι». Είναι όλα αυτά είναι εμπειρίες. Επομένως θεωρώ ότι εγώ την ταυτότητά μου τη βρήκα, ως Κριστίνα, δεν την έχασα.

Ί.Α.:

Και μέσα σ' αυτό λοιπόν το πλαίσιο, αν θέλεις, για να φτάσουμε και στο τέλος αυτού του μικρού, αν θέλεις, κεφαλαίου. Μέσα σε μια καινούργια ταυτότητα υπήρχε και το στοιχείο του «θέλω να τα εφαρμόσω αυτά που διδάχτηκα στο πανεπιστήμιο και στην πράξη, και στην κοινωνία, και σε άλλους ανθρώπους», με μια ή παραπάνω ταυτότητες;

K.K.:

Δεν θα σου πω ότι αισθάνθηκα την ανάγκη να τα μεταδώσω σε άλλους, σε στιλ να διδάξω, να κάνω κάτι, για να το κυνηγήσω ακαδημαϊκά ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Απλά ήθελα να έχω ανθρώπους γύρω μου οι οποίοι κινούνται στο ίδιο πλαίσιο μ' αυτό το σκεπτικό που διδάχτηκα στο πανεπιστήμιο. Και ακόμη και σε αυτήν την ηλικία, παιδιά δικά μου δεν έχω, αλλά έχω ανίψια και είμαι πολύ κοντά μου με τ' ανίψια μου, προσπαθώ να τα μεταδώσω σε εκείνα. Γιατί κι εκείνα μεγαλώνουνε στην ίδια αντίστοιχη μικρή κοινωνία, στο χωριό, οπότε νομίζω ότι δεν θα 'θελα να έχουν τη νοοτροπία του χωριού που επικρατεί σε μας, θα ήθελα να έχουνε λίγο πιο πολύ τη νοοτροπία της πόλης, αν θέλεις, του μεγαλύτερου συνόλου, της διαφορετικότητας και το «Είσαι οκέι. Είσαι διαφορετικός; Είναι οκέι». Δεν το αισθάνθηκα όμως το ότι... να τα διδάξω. Ίσως σε μια κουβέντα, αν πάει εκεί η κουβέντα, και κάτι το οποίο ξέρω απ' το πανεπιστήμιο κολλάει, να το πω. Ίσως ο συνομιλητής μου δεν το 'ξερε ή ήξερε τα μισά από αυτά ή το ήξερε εσφαλμένα κάτι. Οπότε οκέι, πάνω στο πλαίσιο μιας κουβέντας, ναι. Αλλά αν ο συνομιλητής μου του αρέσουν αυτά, τον βάλουν σε σκεπτικό, το ψάξει, τα αφομοιώσει, τα ενστερνιστεί, δεν είναι δική μου δουλειά, αυτό είναι δικό του θέμα να το αποφασίσει, να το κρίνει αν θα γίνει. Εγώ μπορώ απλά να το πω, και μέχρι εκεί.

Ί.Α.:

Ωραία, θα ήθελες σε αυτό το σημείο να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα;

K.K.:

Ναι, φυσικά.

Ί.Α.:

Οκέι. Βλέπεις λοιπόν πάλι το κόκκινο σημαδάκι, έχουμε και μπαταρία. Λοιπόν, θα σου κάνω την ίδια ερώτηση περίπου με αυτή που σου έκανα πριν, αλλά με ένα διαφορετικό πλαίσιο, αν θέλεις. Πέραν της διδασκαλίας, που είναι μια αυστηρή, αν θέλεις, μετάδοση των γνώσεων που πήρες στο πανεπιστήμιο, οι αξίες που έλαβες στο πανεπιστήμιο, κάποιες καινούργιες ιδέες, κάποια καινούργια ιδανικά, σε προώθησαν, αν θέλεις, σου δημιούργησαν την επιθυμία να τα δεις στην πράξη; Να τα εφαρμόζεις, αν θέλεις, να τις εφαρμόζεις τις αξίες αυτές και στην επαγγελματική σου πλέον ζωή;

K.K.:

Ναι. Βέβαια όχι τόσο με το… πέρα απ' το κομμάτι της διδασκαλίας, γιατί κάποια στιγμή στο μεταπτυχιακό αποφάσισα ότι ίσως τελικά δεν θα μ' ενδιέφερε τόσο η ακαδημαϊκή καριέρα, η στεγνή, να σ' το πω έτσι, ερευνητική, γιατί κατάλαβα ότι δεν είναι για μένα το ερευνητικό κομμάτι. Οπότε δεν ήθελα να συνεχίσω με διδακτορικό ή κάτι τέτοιο. Εκείνο το οποίο ήθελα όμως πολύ να κάνω είναι αν μπορέσω να αξιοποιήσω το προπτυχιακό και το μεταπτυχιακό μου, σε οργανισμούς, σε διάφορους οργανισμούς. Και δυστυχώς, το ένα θέμα στην Ελλάδα είναι το ότι μετά την οικονομική κρίση κυρίως, πολλοί οργανισμοί κλείσανε, ή υπολειτουργούσανε, ή, ας πούμε, έψαχναν πάρα πολύ… λίγο εθελοντική, λίγο να κάνεις πρακτικάριος, να κάνεις λίγο τη χαμαλοδουλειά χωρίς να μπαίνεις στην ουσία του πράγματος, κάτι το οποίο βέβαια δεν θα μπορούσε να σε κάνει να βιοποριστείς, γιατί είτε θα σε πλήρωναν πολύ λίγα είτε δεν θα σε πλήρωναν καθόλου και θα σου λέγανε: «Θα πληρωθείς σε εμπειρία», και δεν ξέρω κι εγώ τι, «και θα τα κάνεις αυτά πράξη». Οπότε το άλλο ήτανε λίγο στο εξωτερικό, λίγο στην Ευρώπη, διάφοροι τέτοιοι οργανισμοί. Αλλά εγώ νομίζω ότι έχω λίγο το κακό ότι τα Βαλκάνια δεν φεύγουν από μέσα μου, για κάποιον λόγο, και παρόλο που ήξερα κοπέλες στο πανεπιστήμιο, που ήταν Βουλγάρες, ήρθανε στην Ελλάδα, γιατί δεν άντεχαν τη Βουλγαρία, και μάντεψε τι έγινε: δεν άντεχαν ούτε την Ελλάδα, γιατί κι αυτή Βαλκάνια είναι. Και λέγανε ότι: «Θα φύγουμε στην Ολλανδία και δεν θέλω να ξανακούσω καν για τα Βαλκάνια». Οκέι, εντάξει, αφού αυτό ήθελες. Εμένα όμως δεν με έκανε τόσο κακό, δηλαδή Βαλκάνια. Οκέι, έχουμε τα προβλήματά μας, αυτό δεν σημαίνει το ότι Άγγλοι, Σκοτσέζοι, Νορβηγοί, Σουηδοί, Ρώσοι, δεν ξέρω κι εγώ ποιος, δεν τα 'χουνε, όλοι τα 'χουνε, άσχετα που ξέρουν να τα κρύβουν καλύτερα. Οπότε, ναι, όλη αυτή η γνώση και το να τα μεταδώσω και λίγο να το εξελίξω και να το… να βρίσκομαι σε αυτόν τον κύκλο των σπουδών, ήθελα να το κάνω λίγο μέσω οργανισμών. Ναι, οργανισμών, όχι διδασκαλίας.

Ί.Α.:

Μετά το πανεπιστήμιο λοιπόν, και μετά, αν θέλεις, και το μεταπτυχιακό σου, πώς θυμάσαι, πώς είχες βιώσει καλύτερα, την ανθρωπιστική κρίση από το 2014, αν θέλεις, και '15 και μετά, των προσφύγων;

K.K.:

Νομίζω ότι είναι λίγο τραυματική εμπειρία για όσους έχουνε... σπουδάζανε κάτι στη δική μου σχολή ή κάτι παραπλήσιο και βρισκόντουσαν σε παρέες όπου λέγανε: «Γιατί δεν κάθονται στη χωρά τους να πολεμήσουν; Και τι δουλειά έχουνε εδώ; Και ας κάτσουνε στις άλλες αραβικές χώρες, στις άλλες μουσουλμανικές», κτλ. Κι εσύ προσπαθείς και κάθεσαι και λίγο τους εξηγείς το ότι: «Δεν είναι όλα τόσο απλά, ρε παιδιά, όπως τα βλέπετε. Υπάρχουνε άλλοι παράγοντες, κοινωνικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί. Οι χριστιανοί δεν είναι όλοι ορθόδοξοι, δεν είναι όλοι καθολικοί, οπότε το ίδιο ισχύει και για τους μουσουλμάνους, δεν είναι όλοι σιίτες ή σούνι κτλ.», αλλά δεν το καταλάβαιναν. Ειδικά εγώ εκεί που ζούσα, μπορεί να μην το καταλάβαιναν δηλαδή και στον πολύ στενό κύκλο μου. Ας πούμε, και στον οικογενειακό μου κύκλο δεν το καταλάβαιναν. Οπότε είναι λίγο άσχημο το να προσπαθείς να εξηγήσεις το ότι[00:30:00], ξέρω 'γώ, ίσως αυτός ο άνθρωπος να μην έχει άλλη επιλογή και να 'χει καταφύγει εδώ και να 'χει περάσει τόσα πολλά, τα πάνδεινα, κι εσύ απλά να κάθεσαι εκ των υστέρων και να κακολογείς και να λες ότι: «Οκέι, γιατί δεν κάθισε να πολεμήσει;». Οπότε ήτανε λίγο τραυματικό από αυτήν την άποψη, το ότι λίγο σε εισάγει στον κόσμο, το ότι τι σκεπτικό υπάρχει. Και μετά ήτανε και λίγο... εκείνη την περίοδο ήτανε και η άνοδος της Χρυσής Αυγής, έτσι, στα πολύ ντουζένια της που ήτανε. Οπότε, όλοι στη σχολή, όταν μπήκε η Χρυσή Αυγή στο κοινοβούλιο, όλοι μου οι καθηγητές είχανε πάθει σοκ, δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, όλο γι' αυτό μιλούσαμε στη σχολή. Επομένως, νομίζω ότι ως σχολή εμείς το περάσαμε πολύ τραυματικά, οι καθηγητές μου το περνούσαν πολύ τραυματικά και το μετέδωσαν και σε μας. Βέβαια, αυτό είναι καλό, γιατί καταλαβαίνεις το τι επικρατεί και λίγο στον κόσμο, στην Ελλάδα. Καταστροφή της Σμύρνης; Γενοκτονία των Ποντίων; Τόσες ανταλλαγές πληθυσμών; Πολλά. Η διασπορά η ελληνική η οποία είναι τεράστια σε όλη την υφήλιο; Αισθάνεσαι λίγο το ότι δεν έχουν διδάξει κάτι την ελληνική κοινωνία, όταν γίνεται εκείνη η χωρά υποδοχής. Οπότε, είναι λίγο τραυματικό. Και κείνη τη στιγμή μπορείς να πάθεις και μια μίνι κρισούλα και να πεις, οκέι, εγώ αυτό το σπουδάζω και υποτίθεται ότι θα πρέπει να βρω εγώ δουλειά στην Ελλάδα, γιατί πρώτα θα σκεφτείς, ας βρω στην Ελλάδα, και μετά ας ψάξω κάπου στο εξωτερικό. Οπότε εγώ πρέπει να βρω τώρα δουλειά σε μια κοινωνία η οποία σκέφτεται έτσι, βάζει τη Χρυσή Αυγή στο κοινοβούλιο, αλλά εγώ πρέπει να βρω δουλειά κάπου σχετικά, το ότι έχουν αντίθετες απόψεις. Οπότε εκεί λίγο κάθεσαι και σκέφτεσαι, πώς θα γίνει αυτό; Αυτό βέβαια αν είσαι λίγο άνθρωπος ο οποίος κάθεται και τα υπεραναλύει σαν εμένα. Υπήρχανε και άλλοι οι οποίοι ήτανε: «Οκέι, δεν έγινε και τίποτα». Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτησή σου…

Ί.Α.:

Ασφαλώς, αλλά θα συνεχίσω στο ίδιο πλαίσιο. Τις απόψεις που μου ανέφερες στην αρχή, τις απόψεις του: «Ας πολεμούσαν στην χωρά τους» και όλης αυτής της συνομοταξίας, αν θέλεις, τις συναντούσες και μέσα στο πανεπιστήμιο; Και μέσα στη σχολή, αν θέλεις;

K.K.:

Φυσικά. Φυσικά και υπήρχε, φυσικά. Φυσικά, είχαμε, θυμάμαι, έναν συμμαθητή, πολύ χαρακτηριστικά, ο οποίος είχε πάρα πολύ αγάπη με τον στρατό, «ο στρατός είναι εδώ για μας, να πολεμήσει, να μας προσάψει», να, να, να… Οπότε, ναι, υπήρχαν πολλές τέτοιες απόψεις. Υπήρχανε παιδιά τα οποία ψήφισαν Χρυσή Αυγή, οπότε… Υπήρχανε παιδιά τα οποία σε μάθημα Διεθνών Σχέσεων, με καθηγητή ο οποίος πάρα πολύ αντίθετο με τη Χρυσή Αυγή, το είχε δηλώσει, είχε τέλος πάντων τις απόψεις που είχε, πολύ αντίθετες με τη Χρυσή Αυγή, είχανε μια πάρα πολύ καλή λογομαχία μέσα στην τάξη, η οποία συνεχίστηκε και έξω από την αίθουσα με απειλές… Οπότε, ναι, υπήρχανε, υπήρχαν τέτοιου είδους καταστάσεις.

Ί.Α.:

Εκείνο λοιπόν το διάστημα, μεσούσης της προσφυγικής κρίσης, είμαστε στο 2014, αν θέλεις, '15, δεδομένης και πάντα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, με τα capital controls κτλ. κτλ., και για να στρέψω λίγο, αν θέλεις, τη συζήτηση, ο εθελοντισμός εκείνη την περίοδο, πάντα σε οργανισμούς, σε ΜΚΟ, σε φορείς, σε ινστιτούτα, θυμάσαι να υπάρχει εθελοντισμός; Θυμάσαι να έχει δυναμική ο εθελοντισμός εκείνης της περιόδου για τέτοια ανθρωπιστικά ζητήματα;

K.K.:

Υπήρχε. Βέβαια αυτό δεν το… όχι τόσο μέσα στη σχολή, αν με ρωτάς γι' αυτό. Ήξερα άτομο, κοπέλα η οποία… τώρα ξεφεύγουμε λίγο, αλλά, τέλος πάντων, είχε… γνώρισε έναν Σύριο, που από τη Συρία στην ουσία, με τον πόλεμο της Συρίας ξεκίνησε και το ντόμινο κτλ., είχε γνωρίσει έναν Σύριο ο οποίος ήταν Erasmus εδώ στην Ελλάδα, τον ερωτεύτηκε πάρα πάρα πολύ, και προκειμένου να είναι πιο κοντά του, γιατί εκείνος μετά έφυγε Γερμανία, δεν ξαναεπέστρεψε στη Συρία λόγω της κατάστασης στη χωρά του, έφυγε Γερμάνια, και προκειμένου εκείνη να βρει ένα κοινό σημείο επαφής, αφού είχανε και σχέση εξ αποστάσεως, ήταν η κουλτούρα του. Οπότε ξεκίνησε ό,τι αραβικό, κουζίνα, γλώσσα, μουσική, ρούχα, τα πάντα. Και όταν άρχισαν πάρα πολύ πλέον να αυξάνονται οι προσφυγές και να καλύπτουνε σχεδόν κάθε λεπτό στις ειδήσεις τα βράδια, αποφάσισε να κάνει εθελοντισμό. Είχε πάει μέχρι και στην Ειδωμένη, για λίγο διάστημα, οπότε η πρώτη επαφή ήτανε το ότι ήξερα εκείνη, που είχε πάει και είχε πει μερικά πράγματα, το πώς είναι στην Ειδωμένη. Η δεύτερη επαφή με τον εθελοντισμό εκείνη την περίοδο, ήτανε, είχα μια φίλη η οποία έκανε την πρακτική της στο «Άρσις», στο κοινωνικό κέντρο, αν θυμάμαι καλά, που είναι κάπου στη Μοναστηρίου. Όπου άρχισαν να πηγαίνουν άνθρωποι από αυτές τις χώρες, οι οποίοι δεν είχαν κάπου αλλού να πάνε, επομένως περνούσανε εκεί… υπήρχε κάτι σαν σαλονάκι, καθιστικό, περνούσαν εκεί τις ώρες τους, μπορούσαν να κάνουν μπάνιο, να διαβάσουν κάτι, να φάνε κτλ., οπότε ήτανε και λίγο από κει, μαζί της. Και μετά βέβαια ψάχνανε και… υπήρχανε και από τη Βουλγαρία άνθρωποι και ψάχνανε κάποιον να κάνει εθελοντικά, να μεταφράσει βουλγαρικά, γιατί δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν, ποτέ δεν έκατσε με τον οργανισμό να το κάνω, αλλά, ναι, κυρίως έτσι ήταν ο εθελοντισμός, που ήρθα σε επαφή εκείνη την περίοδο, που ήξερα. Μέσα στο πανεπιστήμιο είχαμε περιοριστεί λίγο στο να αναλύουμε τις καταστάσεις, ήμασταν, αμπελοφιλοσοφίες ήμασταν πιο πολύ.

Ί.Α.:

Ασχολήθηκες εσύ πιο ενεργά ποτέ με τον εθελοντισμό;

K.K.:

Με τον εθελοντισμό, να σου πω την αλήθεια, όχι, δεν έχω κάνει εθελοντικά. Ούτε καν στην «Ίριδα» δεν ήμουν εθελοντικά. Κι αυτό ήτανε γιατί δούλευα. Δούλευα, παράλληλα με τις σπουδές δούλευα, οπότε δεν μου 'μενε χρόνος και δεν το 'χω κάνει.

Ί.Α.:

Ωραία. Φτάνει λοιπόν το χρονικό διάστημα, φτάνει λοιπόν το σημείο, στο οποίο ασχολείσαι επαγγελματικά, με όψεις που είδες στη θεωρία του πανεπιστημίου, όπως είναι, για παράδειγμα, η «Ίριδα», το έργο της «Ίριδας». Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο; Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη θεωρία μιας προσφυγικής κρίσης, μιας ανθρωπιστικής, αν θέλεις, κρίσης και της αντιμετώπισής της, και στην πράξη αυτής;

K.K.:

Το πρώτο είναι το ότι, όπως σου είπα, αναλύαμε την κατάσταση, γιατί υπάρχει όλη αυτή η εισροή ανθρώπων, προσφυγών εδώ στη χωρά. Και, εντάξει, όταν απλά λέγαμε: «Αχ, 14.00 η ώρα, πάει, τέλειωσε για σήμερα η ώρα μας», ξέρω 'γώ, «την άλλη εβδομάδα πάλι στο μάθημα», το ξεχνούσες. Ή αν έλεγε κάτι δυσάρεστο ο καθηγητής ή η καθηγήτρια, όπως: «Σήμερα σκοτωθήκαν τόσο άμαχοι… τόσοι άμαχοι εκεί» ή «βιάστηκαν γυναίκες» ή κάτι, οκέι, σίγουρα αισθανόσουνα άσχημα κτλ., αλλά δεν ήτανε υποχρεωτικό ν' αντιδράσεις, δεν περίμενε κανείς κάποια αντίδραση από σένα. Όταν όμως βρίσκεσαι σε έναν χώρο, όπου, μιλάμε, είσαι περιτριγυρισμένη από γυναίκες που έχουνε βιώσει όλη αυτήν τη φρικαλεότητα της Συρίας, των ταλιμπάν και της καταπίεσης, ξέρω 'γώ, του Χομεϊνί στο Ιράν ή τις εμφύλιες συρράξεις που έχουνε στην Αφρική, δεν μπορείς να το αποφύγεις, δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια και ξαφνικά θα εξαφανιστούνε, δεν μπορείς να το παίξεις κουφή σε αυτά που σου λένε. Γιατί είναι πράγματα τα οποία τις τρώνε, λυπούνται, στεναχωριούνται, είναι το ότι… Δεν ήταν κι ό,τι πιο ευχάριστο για κείνες να σηκωθούν και να παρατήσουν οικογένειες και να ζήσουν όλες αυτές τις κακοτυχίες. Δηλαδή, φαντάσου μια γυναίκα να έρθει από το Κονγκό ή απ' το Αφγανιστάν, για τι απόσταση μιλάμε και το τι μπορεί να έχει ζήσει μέχρι να φτάσει εδώ–

Ί.Α.:

Χιλιάδες χιλιόμετρα.

K.K.:

Οπότε εκεί δεν μπορείς να πεις: «Αχ, τέλειωσε η ώρα για σήμερα, σόρι, την επόμενη φορά», και να το υπεκφύγεις. Ή: «Οκέι, τι στενάχωρο! Αχ, τι θα φάμε σήμερα; Τι θα πάμε να φάμε στη λέσχη;». Δεν μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά. Είναι απέναντί σου, σου λέει τον πόνο της, σου λέει κάτι στενάχωρο και δεν μπορείς να της πεις: «Καταλαβαίνω…» και να υπάρχει αυτή η αμήχανη σιωπή. Πρέπει να αντιδράσεις, είναι… Τουλάχιστον εγώ έτσι το 'βλεπα, από ανθρώπινο… από ανθρώπινη πλευρά, δεν μπορούσε η άλλη να μου λέει τον πόνο της στην ουσία, και… εντάξει, όταν είσαι μια τάξη και σου λέει… σου ανοίγεται η γυναίκα, αισθάνεται και μια επαφή, υπάρχει ένα connection, οπότε πρέπει να το εκτιμήσεις, αυτό θέλεις, να αισθανθεί άνετα, οικεία σε αυτόν τον χώρο. Οπότε, για να φτάσει στο σημείο να σου πει κάτι το οποίο τη στεναχωρεί, την πονάει, από το παρελθόν της ή απ' το τώρα, απ' τη ζωή της εδώ, απ' τη ζωή της εδώ, δεν μπορείς να το προσπεράσεις έτσι, πρέπει ν' αντιδράσεις. Αλλά και αυτή η αντίδραση πρέπει να είναι μετρημένη, γιατί, οκέι, αν εγώ εκείνη τη στιγμή θέλω να βουρκώσω, γιατί αυτό που θα πει είναι τόσο στενάχωρο, δεν θα το κάνω. Γιατί έχει κάποιο νόημα να αρχίσω να κλαίω και να στεναχωρώ τη γυναίκα παραπάνω; Όχι. Αλλά και εκείνη τη στιγμή πρέπει να βρεις κάτι το οποίο δεν θα είναι το τετριμμένο: «Όλα θα πάνε καλά». «Και πού το ξέρεις εσύ, Κριστίνα, ότι όλα θα πάνε καλά; Και πώς το ξέρεις; Και τι θα κάνεις εσύ γι' αυτό;». Τι θα κάνει ο καθένας, τι θα κάνει η Ελλάδα για να πάνε όλα καλά; Οπότε πρέπει να δείξεις το ότι όντως συμπονείς και λυπάσα[00:40:00]ι, αλλά να το κάνεις με έναν τόσο κομψό τρόπο και διακριτικό, το ότι να μην την αφήσεις να πέσει σε αυτήν τη λούπα. Το ότι αν την αφήσεις, εννοείται ότι η γυναίκα μπορεί να λέει για τρεις μέρες τον πόνο της, και με το δίκιο της, εννοείται, μπορεί να τον λέει και για δέκα μέρες, με όλα αυτά που θα 'χουνε ζήσει και ποτέ εμείς δεν θα βιώσουμε και δεν θα καταλάβουμε. Αλλά δεν έχει κάποιο νόημα να την αφήσεις, γιατί εκείνη τη στιγμή μπορεί να υπάρχουν άλλες δέκα γυναίκες στην τάξη. Αν ξεκινήσουν και οι έντεκα λοιπόν και πέσουμε σε αυτήν τη λούπα, οκέι, το 'χουμε χάσει, τέλος. Οπότε είναι πολύ διαφορετικό το πώς θα το βιώσεις.

Ί.Α.:

Σ' αυτό το σημείο θα ήθελα να μου περιγράψεις, σχετικά σύντομα, και για πιθανούς ανθρώπους που μπορεί να ακούνε τη συνέντευξη, για τη φυσιογνωμία της «Ίριδας». Έτσι, ένα σχόλιο. Τι είναι δηλαδή με λίγα λόγια;

K.K.:

Λοιπόν, η «Ίριδα» ξεκίνησε όταν η CEO της έκανε εθελοντισμό στην Ειδωμένη και είδε λίγο από κοντά όλο εκείνο το χάος, η απόγνωση, η απελπισία που επικρατούσε, το ότι: «Εμείς δεν θέλουμε να κάτσουμε εδώ, θέλουμε να φύγουμε, θέλουμε να περάσουμε τα σύνορα». «Όχι, θα μείνετε εδώ, δεν θα τα περάσετε», αλλά θα μείνετε και σε κάτι άθλιες συνθήκες, οπότε ήτανε μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα η όλη κατάσταση. Κι εκείνη τη στιγμή, η CEO κατάλαβε ότι… ποιος είναι αυτός που υποφέρει πάντα πιο πολύ σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις; Οι γυναίκες. Τα δικαιώματά τους καταπατώνται, οι γυναίκες είναι αυτές που θα βιαστούν, οι γυναίκες είναι αυτές που είναι τα πρώτα θύματα απ' τους αμάχους, και φυσικά τα παιδιά τους. Επομένως, είδε το κενό, το ότι δεν υπήρχε ένα κέντρο γυναικών μόνο για γυναίκες, που στην ουσία αυτό είναι η «Ίριδα». Είναι ένα κέντρο γυναικών, όπου είναι όλες ευπρόσδεκτες, ακόμα και Ελληνίδες, οι οποίες έχουν τη δουλειά τους, δεν έχουν, ας πούμε, δεν είναι προσφύγισσες απαραίτητα, είναι κι εκείνες ευπρόσδεκτες. Εκεί δεν υπήρχε όλο αυτό το... η διάκριση, τι γλώσσα μιλάς, το τι φοράς, από πού είσαι, τι τρως, τι θρησκεία έχεις και τα σχετικά. Όλοι ευπρόσδεκτοι, και να μπορέσουμε να βοηθήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε στο να εγκλιματιστούν, πρώτα από όλα, σε μια νέα χωρά, κάνοντας, ας πούμε, κάποια μαθήματα πολιτισμού, κάποια μαθήματα γλώσσας πολύ βασικά, ελληνικά και αγγλικά. Και επιπλέον, να τις βοηθήσεις… να τις βοηθήσει το κέντρο νομικά, προκειμένου να πάρουν άσυλο, να αποκτήσουνε διαβατήριο εκείνες και τα παιδιά τους, και μετά η κοινωνική λειτουργός, με την εύρεση στέγης, με το να τους παρέχουνε τροφή, ενδύματα, κάποιου είδους βοήθεια ιατροφαρμακευτική. Και μετά είναι και η επαφή, το να δημιουργήσεις ένα δίκτυο. Είναι αυτό που σου είπα πριν, δηλαδή έρχεσαι σε μια χωρά, μιλάς ούρντου, ποιος μιλάει ούρντου στην Ελλάδα; Δεν ξέρεις κανέναν άλλον από τη χωρά σου, βρίσκεσαι σε ένα κέντρο που σου λένε: «Μιλάς ούρντου. Α, έχουμε γυναίκες οι οποίες μιλάνε ούρντου». Και ξαφνικά βρίσκεις γυναίκες οι οποίες μιλάνε την ίδια γλώσσα με σένα. Μπορεί να είναι από την άλλη άκρη της χωράς, απ' το Πακιστάν, οκέι, αλλά έχετε ένα κοινό. Επομένως, έτσι δημιουργούνται παρέες, ή θα πας στην τάξη, θα μάθεις ελληνικά, θα μάθεις αγγλικά, αυτά θα τα εφαρμόσεις, για να μιλήσεις με μια συμμαθήτριά σου στην ίδια τάξη, η οποία όμως μιλάει αραβικά, μιλάει κάποια διαλεκτό σε… κουρδική. Οπότε, είναι λίγο η κοινότητα, το να δημιουργήσεις και έναν κύκλο, φιλίες, και το να αισθανθείς άνετα, ένας χώρος που να είσαι ασφαλής.

Ί.Α.:

Η δικιά σου, αν θέλεις, η γνωριμία με την «Ίριδα», και το πρώτο χρονικό διάστημα, πώς ήταν; Πώς θα μου περιέγραφες δηλαδή την πρώτη επαφή;

K.K.:

Εγώ αρχικά, ήξερα την ύπαρξη της «Ίριδας» περίπου ένα με δύο χρόνια πριν πάω να εργαστώ, λόγω φίλης που δούλευε ήδη εκεί, είχε ξεκινήσει εθελοντικά, και μετά άρχισε να εργάζεται κανονικά. Οπότε ήξερα και το πού βρίσκεται και λίγα λόγια για το έργο, είχα βρεθεί και στον χώρο για πέντε δέκα λεπτά, οπότε… ήταν κιόλας προ Covid, όπου είχα βιώσει όλο αυτό, το ότι οι γυναίκες πάνε, έρχονται, παιδιά, μουσικές, φαγητά, ήχοι, άνθρωποι, τα πάντα όλα. Οπότε ήξερα για την «Ίριδα». Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα, το όταν βρίσκεσαι εκεί πλέον, ως μέλος της ομάδας της «Ίριδας» και πλέον καλείσαι το να κάνεις γυναίκες από τόσες πολλές χώρες, που έχουνε τόσο άσχημα βιώματα και αντιμετωπίζουν και τόσες δυσκολίες εδώ, να τις κάνεις να αισθανθούν άνετα, ασφαλείς και να τις κινητοποιήσεις να μάθουν κάτι, όχι γιατί θα ωφελήσει τον άντρα τους, όχι γιατί θα κάνει καλό στα παιδιά τους, για τις ίδιες, που είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί οι περισσότερες έρχονται από μια κοινωνία, από μια κατάσταση, πολιτική, θρησκευτική, οικογενειακή, συζυγική, όπου προέχει ο άλλος, δεν προέχω εγώ, προέχουν τα παιδιά, προέχει το να φροντίσω τον άντρα μου, την οικογένεια, τους γονείς, κτλ. Οπότε είναι λίγο διαφορετικοί εκεί οι ρολόι, έρχεσαι λίγο σε διαφορετική θέση, δεν είναι: «Αχ, τι ωραία που περνάτε εδώ στην "Ίριδα", μακάρι να ερχόμουν κι εγώ». Πλέον είσαι εκεί και πρέπει να κάνεις κάτι για να ενισχύσεις το έργο της «Ίριδας».

Ί.Α.:

Στην «Ίριδα» ως τι εργάστηκες στο διάστημα αυτό;

K.K.:

Ήμουν Activities Trainer, το οποίο σημαίνει το ότι εγώ ήμουν υπεύθυνη στη δημιουργία, στη διοργάνωση και στην ομαλή διεξαγωγή δραστηριοτήτων. Κυρίως ασχολήθηκα με τη διδασκαλία αγγλικών και ελληνικών, παρ' όλα αυτά είχα την επίβλεψη κάποιων άλλων μαθημάτων, όπως ήταν τα μαθήματα υπολογιστών, όπως ήτανε κάποια καλλιτεχνικής φύσεως μαθήματα, ήταν ελεύθερη ώρα ζωγραφικής, ήτανε ζωγραφική, τα οποία είχανε… «Δημιουργήστε ένα έργο με βάση αυτήν τη θεματολογία». Και επιπλέον, ήτανε μέσα στον ρολό μου το να τις κάνω να αισθάνονται ασφαλείς και να φροντίζω και ο χώρος να είναι ένας ασφαλής χώρος και κατάλληλος, λειτουργικός για εκείνες.

Ί.Α.:

Το πρώτο χρονικό διάστημα, λοιπόν, με τι είδους, αν θέλεις... με τι είδη γυναικών, αν θέλεις, συναναστράφηκες; Και πώς σε επηρέασαν; Αν σε επηρέασαν φυσικά.

K.K.:

Ήμουνα λίγο τυχερή, γιατί το πρώτο πρώτο τμήμα που δίδαξα ήταν γυναίκες οι οποίες θα συνέχιζα να τις διδάσκω καθ' όλη τη διάρκεια όσο θα δούλευα εκεί, δηλαδή επί ενάμιση χρόνο τις είχα συνέχεια μαθήτριες. Και ήτανε γυναίκες οι οποίες ήταν πιο εξωστρεφείς, δηλαδή μπορεί να είχανε περάσει τα πάνδεινα, αλλά δεν σε αφήναν να το καταλάβεις. Ήταν χαμογελαστές, ήταν πολύ πρόσχαρες, ήταν πολύ καλές, γλυκές μαζί σου, ομιλητικές. Είχανε αρκετή διάθεση να μάθουν, ήταν αρκετά τακτικές, επομένως ήμουνα από τις τυχερές, διότι εκείνη την ώρα ήμουνα πάρα πολύ τρακαρισμένη. Ναι μεν είχα εμπειρία στο να διδάσκω ελληνικά σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι Έλληνες, αλλά όχι σε τέτοιο κοινό, όχι σε τέτοια τάξη. Δηλαδή πάντα είχαμε μια βασική γλώσσα συνεννόησης με τους υπολοίπους μαθητές μου, έξω απ' την «Ίριδα», και ξαφνικά στην «Ίριδα» καλείσαι να τους διδάξεις ελληνικά στα ελληνικά, ή αγγλικά στα αγγλικά. Οπότε ήμουν πολύ μαγκωμένη, πάρα πολύ τρακαρισμένη, πώς θα το κάνω, και αν με ρωτήσουν κάτι το οποίο δεν ξέρω, και αν κάνω κάτι λάθος, και αν, και αν, και αν… πολλά τα αν. Πολλά τα άσχημα σενάρια στα οποία σε όλα αποτύχαινα, ήμουνα μια αποτυχία ως δασκάλα και θα πήγαινα στην υποδοχή και θα λέγανε: «Μα καλά, τι μας φέρατε;» Αλλά ήμουν πολύ τυχερή στο ότι ήταν πάρα πολύ χαμογελαστές, ήταν πάρα πολύ άνετες, οπότε δημιούργησαν ένα κλίμα πολύ άνετο, έκαναν πλακά, χαμογελούσανε, παρόλο που τα αγγλικά τους δεν ήταν καλά, τα ελληνικά τους, προσπαθούσανε. Και έπαιξε πάρα πολύ ρολό και η γλώσσα του σώματος, η οποία δημιουργούσε γέλια, οπότε υπήρχε και το γέλιο, υπήρχε και αυτό το στοιχείο, και όσο είναι εκείνες άνετες, με κάναν και εγώ να αισθάνομαι άνετη. Και, ναι, ήτανε… πώς να σ' το πω; Γίνανε λίγο σαν παρέα, στον χώρο της δουλειάς, παρόλο που έπρεπε να τις διδάξω. Οπότε, γι' αυτό σου λέω ότι είμαι τυχερή στο ότι οι πρώτες μου μαθήτριες ήτανε πρόσχαρες, ήτανε χαμογελαστές. Δεν ήταν από τις περιπτώσεις οι οποίες… Ξέρεις, οι γυναίκες οι οποίες ήταν λίγο πιο πεσμένες ψυχολογικά, τις είχε πάρει λίγο περισσότερο από κάτω, οπότε εκεί έπρεπε να καταβάλεις περισσότερη προσπάθεια. Αυτό συνέβη στην πορεία, όταν πλέον είχα εξοικειωθεί με τις πιο χαμογελαστές γυναίκες, είχα αποκτήσει λίγο το κολάι, οπότε ήμουνα λίγο πιο σίγουρη στο ότι, οκέι, μπορώ να χειριστώ γυναίκα η οποία είναι λίγο πιο κλειστή στον εαυτό της, δεν μιλάει τόσο πολύ, δεν καταβάλλει τόση προσπάθεια, να τη βοηθήσω να ανοιχτεί, να την κάνω, να προσπαθήσω τουλάχιστον να ανοιχτεί και να νιώσει μέλος αυτής της ομάδας, αυτού του συνόλου στην τάξη μας. Οπότε, ναι. Ήμουν τυχερή!

Ί.Α.:

Οι μαθήτριες λοιπόν, ουσιαστικά, τα μέλη των δραστηριοτήτων, στη δικιά σου εμπειρία, τους ήταν εύκολο να ανοιχθούν; Τους ήταν εύκολο να μοιραστούν τις ιστορίες τους; Ανεξάρτητα από τη δασκάλα, ανεξάρτητα από σένα ή οποιαδήποτε Κριστίνα, δασκάλα, τους ήταν εύκολο; Θα μείνω σε αυτήν τη λέξη.

K.K.:

Νομίζω ότι στην πλειοψηφία, όχι, δεν ήτανε. Γιατί, όσο χαρούμενες, χαμογελαστές και να τις έβλεπες, και όταν τις ρωτούσες πάντα: «Πώς είσαι; Είσαι καλά;». «Ναι, είμαι καλά! Όλα καλά!». Αλλά μετά, σε κάποια φάση θα σου 'λεγαν ότι: «Πρέπει να φύγω νωρίτερα, γιατί έχω ραντεβού με την κοινωνική λειτουργό». Και θα πήγαιναν στην κοινωνική λειτουργό, γιατί δεν έχουν πού να μείνουν. Γιατί χρειάζονται κουπόνι, γιατί δεν έχουν τι να φάνε. Γιατί: «Έχω αυτό το πρόβλημα υγείας και δεν με βοηθάει[00:50:00] η κοινωνική λειτουργός από την οργάνωση που έχω, τέλος πάντων, που μου έχουν αναθέσει και…» τέτοια σοβαρά ζητήματα. Αλλά όταν τις ρωτούσες, «είμαι καλά», κάναμε πλάκα στην τάξη, χαμογελούσαμε… Οπότε θα σου πω, όχι, δεν είναι πολύ εύκολο. Αυτό πήρε χρόνο. Πήρε χρόνο και μπορούν και σε διαβάζουν. Μετά από τόσα που έχουν περάσει μπορούν και σε διαβάζουν και μπορούν, νομίζω, να καταλάβουν το πότε νοιάζεσαι και το πότε είσαι πραγματικά, ότι θα ρωτήσεις: «Πώς είσαι;» απλά για να ρωτήσεις, για να γίνει η κουβέντα. Και επιπλέον, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία το να θυμάσαι πράγματα για εκείνες. Δηλαδή μπορούν να σου έχουν αναφέρει στο πρώτο μάθημα ότι… το introduction, δηλαδή: «Πώς σε λένε, από πού είσαι, πόσο χρονών είσαι, έχεις παιδιά;» δεν ξέρω κι εγώ τι, ξέρεις, αυτά, για να μπορείς να καταλάβεις και το τι αγγλικά μιλάνε, για το πώς θα προχωρήσει η τάξη. Και μετά να σου λένε ότι: «Έχω μια κόρη» ή «έχω έναν γιο ο οποίος είναι στο Βέλγιο», γιατί μου 'χει τύχει κι εκείνο, να είναι μητέρες με τα μικρά τους παιδιά, και το μεγαλύτερο παιδί, το οποίο είναι έφηβο, 16, 17 χρονών, να είναι στο Βέλγιο, να είναι μόνο του τόσο καιρό εκεί, και να λέει ότι: «Είναι εκεί, έχω κι ένα παιδί στο Βέλγιο». Οκέι, και το αφήνουμε εκεί. Ναι, αλλά αν εσύ το θυμηθείς και ρωτήσεις: «Είναι καλά τα παιδιά σου;». «Καλά είναι, είναι στο σχολείο». «Και ο γιος σου στο Βέλγιο;». «Αχ, το θυμάσαι, ο γιος μου στο Βέλγιο, μου λείπει...» μπλα, μπλα, μπλα, «αλλά τα πάει καλά στο σχολείο» κτλ. Εκεί πλέον όταν θυμάσαι πράγματα... Αυτό πιστεύω ισχύει για όλους, δεν ισχύει μόνο για κείνες, ένα παραπάνω για εκείνες. Αλλά είναι ότι όταν πεις μια μικρή ασήμαντη λεπτομέρεια, κάτι χαζό, και ο άλλος το θυμηθεί και σε ρωτήσει: «Σ' αρέσει η ζωγραφική;» ή «η μαμά σου ήταν άρρωστη χθες, με γρίπη», κάτι. «Το θυμήθηκες!». Οπότε δείχνεις ένα ενδιαφέρον παραπάνω, και σου λέει ότι: «Οκέι. Για να θυμήθηκε αυτήν τη μικρή λεπτομέρεια, μας ακούει!». Οπότε, σιγά σιγά, κατάλαβες, νομίζω ότι πάει και λίγο υποσυνείδητα, δεν ξέρω τώρα αν το είχανε μελετήσει, «στο δέκατο μάθημα θα τις πω ότι έχω παιδί», κτλ., αλλά είναι και λίγο σιγά σιγά, το ότι θα τις ρωτάς: «Πώς είσαι;» ή δείχνεις κατανόηση… Ας πούμε, αυτές οι κοινωνίες, οι αραβικές χώρες, έχουνε απαίσια σχέση με τον χρόνο, απαίσια!

Ί.Α.:

Με;

K.K.:

Με τον χρόνο.

Ί.Α.:

Με τον χρόνο;

K.K.:

Καμία συνέπεια, τίποτα, έχουν τον δικό τους χρόνο, όταν γίνει κάτι, θα γίνει. Θα γίνει σήμερα, θα γίνει του χρόνου, έπρεπε να γίνει χθες και θα γίνει την άλλη εβδομάδα… Χαλάρωσε! Είναι πολύ χαλαρά... νοοτροπία. Επομένως όταν αργούν στο μάθημα και τους λες: «Συγγνώμη, άργησε το λεωφορείο». «Οκέι, ηρέμησε, ήρθες. Είσαι εδώ, δεν είσαι εδώ;». Όταν τους δείχνεις λοιπόν ότι εκτιμάνε αυτό που κάνεις, σε εκτιμούν. Οπότε είναι πάρα πολλά μικρά πράγματα, μπορώ να σου πω άπειρα τέτοια παραδείγματα, από πάρα πολλές γυναίκες που είχα μαθήτριες και κάναμε μαθήματα. Ή ότι «αχ, κόπηκες;», «αχ, ναι, κόπηκα, γιατί το ένα, το άλλο...». «Καημένη μου, πρέπει να πόνεσες». Δείχνεις ενδιαφέρον. Και παρατηρείς. Η: «Τι ωραίο το ρούχο που φοράς!» ακόμη και αυτό είναι πολύ… «Αλήθεια; Σ' αρέσει; Το πήρα από κει, κι από κει…». Είναι πολλά που μπορείς να κάνεις για να δείξεις ενδιαφέρον.

Ί.Α.:

Θα σου κάνω την αντιστροφή ερώτηση. Για σένα ήταν εύκολο να μοιραστείς τη δικιά σου ιστορία, όψεις του δικού σου εαυτού, στις μαθήτριές σου;

K.K.:

Ναι, για μένα είναι εύκολο. Για μένα είναι… Πλέον… Καλά, δεν ξέρω αν παλιότερα ήταν τόσο δύσκολο, αλλά πλέον είναι εύκολο το να γυρίσω και να τους πω ότι… Μπορώ να σου λέω παραδείγματα; Αισθάνομαι ότι μιλάω πάρα πολύ. Σταμάτησέ με...

Ί.Α.:

Παρακαλώ, παρακαλώ!

K.K.:

Όταν μου λένε ότι: «Μα είναι πάρα δύσκολα τα ελληνικά, δεν μπορούμε να τα μάθουμε», δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ βοηθάει το να γυρίσεις και να τους πεις: «Τα ελληνικά δεν είναι η πρώτη μου γλώσσα». «Αλήθεια; Δεν είναι;». «Δεν είναι». Όταν τους λες ότι κι εγώ μέχρι τότε ζούσα σε μια άλλη χωρά, μιλούσα μια άλλη γλώσσα, ναι μεν μπορεί να είναι δίπλα δίπλα αυτές οι χώρες, αλλά διαφορετική Ιστορία, διαφορετική πολιτική, διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετική κουλτούρα, διαφορετικά πράγματα, οπότε κι εγώ έπρεπε να προσαρμοστώ. Ήμουν μικρότερη; Ναι, είναι πολύ πιο εύκολο για ένα οχτάχρονο από μια εικοσάχρονη, τριαντάχρονη, εξηντάχρονη να το κάνει. Αλλά γίνεται! Και τους έλεγα το ότι: «Σε καταλαβαίνω σε αυτήν τη δυσκολία». Και τους έλεγα πάλι στα παραδείγματα των γονιών μου, όπου τους έλεγα λάθη που κάνουν οι γονείς μου, μετά από τόσα χρόνια που μένουν εδώ οι γονείς μου. Τους λέω: «Γιατί δεν κάνετε εξάσκηση; Όταν πατέ στον φούρνο…». «Φοβάμαι να μην κάνω λάθος». Και τους λέω: «Καθίστε εδώ να σας πω για τους γονείς μου, το τι λάθη κάνουνε! Και δεν τους νοιάζει, και τους διορθώνω κι εγώ και τα ανίψια μου και εκείνοι μου λένε: "Έλα, μωρέ, εντάξει, αφού με καταλαβαίνουν". Εσείς γιατί κολλάτε;». Λέω: «Εμένα οι γονείς μου είναι 50 και 60 χρονών, εσείς που είστε 20, νέες», και έχουνε διάθεση να μιλήσουνε, «γιατί δεν το κάνετε;». Και αμέσως γελάνε, αισθάνονται πιο κοντά σε σένα, γιατί έχετε ένα κοινό. Φυσικά το ξεκαθαρίζω, το ότι εγώ δεν έφυγα λόγο πολέμου, εγώ δεν έκανα τόσα χιλιόμετρα, εγώ δεν ήρθα μονή μου. Και γι' αυτό δεν θα μπορέσω ποτέ 100% να σας καταλάβω, αλλά ένα 50% μπορώ να σας καταλάβω, σε σύγκριση με κάποια άλλη συνάδελφο η οποία είναι Ελληνίδα και έχει μεγαλώσει εδώ. Δεν λέω ότι εκείνη θα κάνει χειρότερη δουλειά ή δεν θα τις συμπονέσει το ίδιο, αλλά μπορώ να καταλάβω αυτό το κομμάτι της γλώσσας. Οπότε αμέσως έρχονται πιο κοντά. Ή τους άρεσε πάρα πολύ, όταν αισθάνονται άσχημα για κάτι, να τους λέω δική μου εμπειρία. Όταν μου λένε: «Κάνω πάρα πολύ άσχημα γράμματα». Και της λέω: «Βλέπεις εδώ στον πίνακα τι γίνεται; Θέλεις να σου φέρω το τετράδιο απ' το σχολείο να δεις και να πιαστείς και να λες: "Αχ, πώς έγραφε; Πώς διάβαζαν οι καθηγητές της;"». Ή ακόμα και για τα άσχημα, είχαμε κάνει μια ημερίδα, όπου μαζί με τη «Διοτίμα», είχαμε κάνει μια συνεργασία για την έμφυλη βία, στο πιο… στο ανώτερο τμήμα αγγλικών. Και η κοπέλα, η ψυχολόγος από τη «Διοτίμα», η οποία ήρθε να κάνει, τέλος πάντων, την εισαγωγή, ρώτησε: «Εσείς, αισθάνεστε ασφαλείς όταν περίπατε στον δρόμο;». Όλες ήταν μαγκωμένες, δεν μιλούσανε. Κι εγώ ήμουν πίσω, πίσω πίσω, εκείνες ήταν πιο μπροστά, εγώ ήμουν πίσω πίσω, καθόμουν στα παράθυρα, στην αίθουσα, και σηκώνω το χέρι και λέω: «Κυρία, κυρία, να πω εγώ, αφού δεν λένε οι υπόλοιπες;». Και λέει: «Πες, Κριστίνα». Και τους λέω: «Το ξέρετε ότι εγώ έχω ζήσει εδώ, ξέρετε την ηλικία μου, ντύνομαι έτσι όπως ντύνομαι, και επιπλέον ξέρετε ότι δεν μένω κοντά». Επειδή πολλές μου κάνουν παράπονα ότι: «Αχ, να έρθουμε από τα Διαβατά εδώ πέρα, το μάθημα...». Λέω: «Ξέρεις από πού έρχομαι εγώ;». Οπότε κι αυτό τις φέρνει πιο κοντά μου. Τέλος πάντων, όταν τους έλεγα ότι τον χειμώνα εγώ μέχρι να φτάσω σπίτι μου έχει νυχτώσει, είναι 19.00 και 20.00 και 21.00 η ώρα το βραδύ. Οπότε εγώ μέχρι να γυρίσω στο σπίτι μου, όταν δεν υπάρχει κανένας τον χειμώνα στον δρόμο, κοιτάω τρεις και τέσσερις φορές πίσω απ' τον ωμό μου, θα κρατήσω έτσι την τσάντα μου, αν δω κάποιον άντρα να κυκλοφορεί, θα μαζευτώ λίγο, θα επιταχύνω το βήμα μου, λέω: «Εσείς το 'χετε αισθανθεί αυτό;». Και μου λένε: «Ναι! Το έχουμε αισθανθεί, το έχουμε κάνει κι εμείς, και στην πόλη και στα Διαβατά που μένουμε». Ή ας πούμε: «Το λεωφορείο δεν μας αφήνει ακριβώς στο camp, οπότε πρέπει να περπατήσουμε λίγο και είναι βράδυ, μπορεί να έχει αδέσποτα». Βέβαια αυτό έρχεται μετά από καιρό, δεν θα αρχίσω κατευθείαν να τους λέω για τα άσχημα, γιατί έρχονται και λίγο και έχουν την εικόνα το ότι είσαι στην Ευρώπη, είσαι ελεύθερη, έχεις όλα τα δικαιώματα του κόσμου, δεν φοβάσαι τίποτα, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στη ζωή σου. Οπότε πώς μπορείς λοιπόν να καθίσεις και να τους πεις ότι και οι γυναίκες εδώ έχουν προβλήματα, και οι γυναίκες εδώ κακοποιούμαστε σεξουαλικά, είμαστε υποδεέστερες σε κάποια θέματα, πληρωνόμαστε λιγότερα. Έρχεται μετά, δεν θα καθίσω δηλαδή με το καλημέρα να μου πει: «Έχω αυτό το πρόβλημα», «έχω κι εγώ το ίδιο πρόβλημα», δεν το κάνεις αυτό. Πρέπει λίγο να ζυγίζεις, να κρίνεις, να διαβάζεις το δωμάτιο και τις μαθήτριές σου. Το τι μπορείς να μοιραστείς εκείνη τη στιγμή, για να τις κάνεις να ανοιχτούν, όπως έγινε στην ημερίδα, ή να τις κάνεις να ευθυμήσουν, να χαμογελάσουν και να πουν ότι: «Μπορώ να το κάνω. Αφού μιλάνε οι γονείς της Κριστίνας, εγώ γιατί να μην μπορώ να μιλήσω;».

Ί.Α.:

Μέσα στο πλαίσιο αυτής της συναναστροφής, μέσα στο πλαίσιο αυτού του ψυχολογικού, αν θέλεις, ανοίγματος, από μέρους μελών της «Ίριδας», βρέθηκες κάποια στιγμή μπροστά σε κάποια ιστορία, σε κάποια μνήμη, σε κάποια συνθήκη την οποία πέρασαν τα μέλη, οι μαθήτριες, η οποία να σε σοκάρει, την οποία να σκέφτεσαι μετά για καιρό; Η οποία δηλαδή να σε επηρεάσει;

K.K.:

Εγώ γενικά δεν σοκάρομαι τόσο εύκολα ως άνθρωπος, οπότε δεν μπορώ να πω ότι κάτι με σόκαρε. Μπορώ να πω ότι κάτι με έκανε να αισθάνομαι άσχημα και άβολα, όχι το ότι... να την ξεχωρίσω τη μαθήτρια τη συγκεκριμένη. Ας πούμε, είχα μια μαθήτρια για ένα διάστημα, η οποία ήταν από κάποια αφρικανική χωρά, δεν ξέρω, δεν θυμάμαι ακριβώς ποια, η οποία δεν είχε δεξί χέρι. Επομένως, ήτανε κάτι το οποίο κάθε φορά που την έβλεπα, ναι, ήμουν χαμογελαστή, της μιλούσα, συμπεριφερόμουν το ίδιο, αλλά μέσα μου ήθελα να της κάνω και μια αγκαλιά λίγο παραπάνω από ό,τι τις υπόλοιπες, τη σκεφτόμουν. Ό,τι έκανα, όταν τους μοίραζα το υλικό, τα τετράδια, όταν έγραφα... Γιατί νομίζω ότι το 'χασε... δεν ήταν από παιδί, ήτανε λίγο μεγαλύτερη, οπότε νομίζω ότι έγραφε με το δεξί χέρι, και μετά όταν έπρεπε να μάθει με το αριστερό λίγο ζοριζότανε, οπότε έγραφε λίγο πιο αργά απ' τις υπόλοιπες. Εκεί έπρεπε να το συμμεριστώ κι εγώ και να πω ότι θα γραφώ λίγο πιο σιγά, θα περιμένω, θα δίνω χρόνο να το γράψει απ' τον πίνακα, να το αντιγράψει στο τετράδιο. Γιατί, οκέι, είχε αυτήν τη δυσκολία. Ή, το άλλο, το ότι είχα μια μαθήτρια η οποία κάθε φορά έκανε την καρδιά μου να σπαράζει, όταν της έλεγα… Τους κάναμε ερωτήσεις στο προφορικό, και τους έκανα ερωτήσεις του τύπου[01:00:00], για να τις γνωρίσω, να μου ανοιχτούνε, ότι: «Πείτε μου ένα πράγμα για τον εαυτό σας που δεν το ξέρει κάποιος, αλλά θα θέλατε να το ξέρει, να το μάθει, θα θέλατε να το πείτε». Και το πρώτο πράγμα που μου είπε είναι ότι: «Δεν είμαι τρομοκράτισσα, δεν έχω κάνει κακό, το ότι φοράω μαντίλα με κάνει διαφορετική; Με κάνει κακιά; Δεν έχω κάνει κάτι. Σίγουρα, ναι, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έτυχε να έχουν την ίδια θρησκεία με μένα και να έχουνε κάνει κάτι κακό και να έχουνε πληγώσει κόσμο, και το κατακρίνω, εννοείται, αλλά εγώ γιατί είμαι υπόλογη; Εγώ γιατί φταίω;». Τη συγκεκριμένη πάντα όταν έλεγε κάτι τέτοιο, επειδή το 'βλεπες ότι το είχε βάρος, την πονούσε, ήθελα να την αγκαλιάσω λίγο παραπάνω, ήθελα να της πω ότι: «Είσαι μια ψυχούλα, το ξέρω, και λυπάμαι πάρα πολύ που ο κόσμος σε αντιμετωπίζει έτσι». Ή ακόμα και το πιο απλό, όταν μου λέγαν ότι: «Μπαίνουμε στο σουπερμάρκετ με τα παιδιά μας και μας ακολουθεί κάποιος υπάλληλος στο σουπερμάρκετ για να μην κλέψουμε». Που εγώ δεν το 'χω νιώσει αυτό, δεν ξέρω πώς είναι να σε ακολουθούν, για να μη κλέψεις. Οπότε εκεί στεναχωριέσαι. Ή όταν σου λένε ότι: «Είναι το παιδί μου εκεί και με στεναχωρεί, μου λείπει, δεν το 'χω δει τόσο καιρό, θέλω να πάω να το δω», καταλαβαίνεις ότι είναι μάνα, θέλει το παιδί της, στεναχωριέται, αγωνιά… Τι να σου πω; Άλλο παράδειγμα, το ότι είχαμε μια μητέρα τεσσάρων παιδιών, που τα παιδιά της πήγαιναν σχολείο και ήταν πάρα πολύ περήφανη που πήγαιναν στο σχολείο και μιλούσαν ελληνικά και μπορούσαν να τη βοηθήσουν στη διερμηνεία, στην «Ίριδα», και τα πήγαινε καλά, αλλά ήτανε μια η οποία δεν ήξερε να γράφει, δεν είχε πάει ποτέ σχολείο. Και προσπαθούσε τόσο πολύ η γλυκούλα να γράψει ελληνικά, ούτε καν αγγλικά, ν' αρχίσει να γραφεί, ενώ δεν ξέρει να γραφεί αραβικά, να προσπαθήσει να γράψει ελληνικά, στο μάθημα. Ή όταν είχαμε πάλι μια Κούρδισσα, η οποία ο μπαμπάς της δεν την άφησε ποτέ να πάει στο σχολείο, επειδή θεώρησε ότι δεν είναι αυτό για κορίτσια, «εσύ θα παντρεύεις», ανήλικη, δεν ξέρω κι εγώ πόσο χρονών, και «δεν σου χρειάζεται». Και ο άντρας της την έμαθε να γραφεί και να διαβάζει. Και τελικά ήταν συνοικέσιο, ήτανε ένας κανονισμένος γάμος, αλλά τελικά αγαπήθηκαν και να σου λέει ότι: «Εμένα με πάντρεψαν, αλλά τελικά βγήκε τόσο κάλος άνθρωπος και τον αγάπησα και είμαστε ακόμα μαζί και με υποστηρίζει και…» Βλέπεις ότι τη βλέπει ως ισάξια, ενώ ο πατέρας της την έβλεπε ως κατώτερη απ' τα υπόλοιπα αδέρφια, τα αγόρια, που είχε. Και όταν βλέπεις και την κόρη της, γιατί είχα και την κόρη της στα μαθήματα, όταν βλέπεις την κόρη της να βγάζει 18 και 19 στο σχολείο και να τα πάει τόσο καλά, ενώ η μαμά με το ζόρι ξέρει να γράφει αραβικά και να διαβάζει, εντάξει, εκεί λίγο θες να κλάψεις και να τους πεις ότι: «Μας κάνετε τόσο περήφανες στην 'Ίριδα", συνεχίστε έτσι!».

Ί.Α.:

Με βάση λοιπόν το τελευταίο που είπες, με βάση, αν θέλεις, το συναίσθημα και της περηφάνιας, και σιγά σιγά φτάνοντας και στο τέλος της συνέντευξης, έχεις αλλάξει μέσω της «Ίριδας»; Στο mindset, στους στόχους, στην αντίληψη του κόσμου, αν θέλεις;

K.K.:

Νομίζω ότι μέσω της «Ίριδας» βρήκα κάτι το οποίο αγάπησα πάρα πολύ ως επάγγελμα, αγάπησα πάρα πολύ τη διδασκαλία και την επαφή με τη συγκεκριμένη ομάδα, κοινωνική ομάδα, επομένως… Και αφότου έφυγα από την «Ίριδα» και έχω λίγο περισσότερο... είχα λίγο περισσότερο ελεύθερο χρόνο, άρχισα να το ψάχνω και κάνω σεμινάρια για μαθήματα Διδασκαλίας των Ελληνικών ως Δεύτερη/Ξένη Γλώσσα κτλ., άρχισα να σκέφτομαι λίγο πιο σφαιρικά τα πράγματα, γιατί με το advanced τμήμα των αγγλικών κάναμε προφορικά, πάρα πολλά προφορικά, επομένως αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να τις τροφοδοτώ με θεματολογία και ερωτήσεις, και μέσα από τη συζήτηση θα μαθαίναμε και κάτι καινούργιο συμπληρωματικά. Επομένως, για πράγματα τα οποία δεν είχα σκεφτεί με τον τρόπο που είχαν σκεφτεί μαθήτριές μου, όταν το συζητούσαμε και μου 'πανε: «Εγώ σκέφτομαι έτσι κι έτσι γι' αυτό το θέμα», καθόμουν και έλεγα: «Βρε, λες; Κάτσε να το σκεφτώ κι εγώ λίγο έτσι!». Με έκαναν να βλέπω λίγο τα πράγματα και από μια τρίτη οπτική, αν δηλαδή έλεγα ότι: «Οκέι, θα τα δω ως Κριστίνα και ως ένα δεύτερο άτομο, ας τα δω και ως ένα τρίτο άτομο, και ως τέταρτο, ας το δω από πάρα πολλές πλευρές, από πάρα πολλές οπτικές το ίδιο θέμα». Και σαφέστατα, με έκαναν, νομίζω, με έκαναν και λίγο καλύτερο άνθρωπο. Έγινα πιο υπομονετική μαζί τους, κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας. Έγινα λίγο πιο ανθεκτική στο να μη βάλω τα κλάματα όταν γινόταν κάτι μέσα στην τάξη το οποίο θα με στεναχωρούσε. Αλλά έγινα και λίγο πιο συμπονετική, γιατί το έζησα από πρώτο χέρι. Κατάλαβες, όταν ανοιγόταν και μου λέγανε, έγινε αυτό, αυτό, εκείνο, έχω περάσει το… μου λέγανε ένα 1% από αυτό που έχουνε περάσει και το 'βλεπες στον τρόπο που μιλούσαν, στα μάτια τους, στη στάση του σώματος, όταν το εξέφραζαν πώς ήτανε, οπότε έγινα και λίγο πιο συμπονετική. Και μπορώ να σου πω ότι είναι γυναίκες με τις οποίες ακόμα, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, μέσω των social κυρίως, κρατάμε επαφή. Αφότου έφυγα από την «Ίριδα» και μου πήρε λίγο χρονικό διάστημα για να βρω άλλη δουλειά, πήγαινα στην «Ίριδα» πλέον ως επισκέπτρια και τις πετύχαινα και καθόμασταν και πίναμε τσάι και τα λέγαμε! Και ήμουν κι εγώ λίγο πιο ελεύθερη, διότι πλέον ήμασταν σαν φίλες, τη σχέση που είχαμε αναπτύξει. Δεν ήμουν σαν τη δασκάλα που έπρεπε να τους βάλω σε μια τάξη, στους κανόνες της «Ίριδας», στους όποιους κανόνες της «Ίριδας» έπρεπε να ακολουθήσουν την εκάστοτε στιγμή. Ήμουνα λίγο πιο πολύ σαν φίλη. Οπότε, ναι, με έκανε λίγο καλύτερο άνθρωπο, θεωρώ, η επαφή μαζί τους.

Ί.Α.:

Κριστίνα, υπάρχει κάτι τελευταίο που θα ήθελες να προσθέσεις;

K.K.:

Κάτι τελευταίο… Μιας και συνδυάζουμε το θέμα το έμφυλο με την προσφυγιά, νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό το να αναγνωριστεί το ότι εγώ μπορεί να είχα δίπλα μου γυναίκες οι οποίες να κακοποιήθηκαν σεξουαλικά, να τις κακομεταχειρίστηκαν, να έχουν υποστεί ψυχολογική και σωματική βία, πέρα από το κομμάτι της προσφυγιάς, όσο δύσκολο είναι για τον κάθε άνθρωπο, και το να χρειαστεί να προστατέψεις τα παιδιά σου ή το να βρεθείς μόνη σε μια χώρα, εντελώς, και να προσπαθείς να ανταπεξέλθεις με κάποιον τρόπο. Οπότε είναι πολύ σημαντικό το να αναγνωριστεί αυτή η δύναμή τους, η διπλή και τριπλή και τετραπλή προσπάθεια που κάνουν και η υπεράνθρωπη προσπάθεια που κάνουν να είναι δυνατές για τα παιδιά τους. Γιατί όλες τους ήτανε χαμογελαστές και υπομονετικές με τα παιδιά τους, και τα παιδιά τους έβλεπες το ότι όταν διασκέδαζαν, διασκέδαζαν. Όταν ήταν χαρούμενα, ήταν χαρούμενα. Δεν τους είχαν μεταφέρει όλο αυτό το βάρος από το… το τι περνούσανε, όταν ερχόταν στην κοινωνική λειτουργό και έλεγαν ότι: «Δεν έχουμε να φάμε, μήπως μπορείς να μας παραπέμψεις κάπου; Δεν έχει το παιδί ρούχα για το σχολείο», και το παιδί ήταν δίπλα και το 'βλεπες να παίζει και να χαίρεται, πραγματικά να παίζει και να χαίρεται και να 'ναι χαρούμενο και να τρέχει στην «Ίριδα» χαμογελαστό. Οπότε, νομίζω ότι, όπως όλα τα πράγματα, σε όλα τα κακά, οι γυναίκες είναι αυτές οι πρώτες που επηρεάζονται, σε όλο τον κόσμο. Νομίζω, στην προσφυγιά επηρεάζονται πέντε φορές παραπάνω. Ειδικά αν είναι μητέρες, δέκα φορές παραπάνω. Και νομίζω ότι ειδικά όταν βλέπουμε γυναίκες στον δρόμο οι οποίες φοράνε μαντίλα και μιλάνε μια άλλη ξένη γλώσσα, δεν νομίζω ότι θα 'πρεπε να κάνουμε στην άκρη, να τις δείχνουμε και να: «Μα καλά, δεν ζεσταίνονται;». Ή: «Είναι στην Ελλάδα, γιατί δεν πετάνε τη μαντίλα;». Αυτές οι γυναίκες μπορεί να είναι το ίδιο άξιες, το ίδιο χαρούμενες, να έχουν το ίδιο σκεπτικό μ' εμάς, απλά έτυχε να φοράνε μια μαντίλα, και να είναι τόσο υπέροχοι άνθρωποι, που θα χάσεις τη γνωριμία με έναν τόσο υπέροχο άνθρωπο επειδή απλά φοράει μαντίλα. Η οποία μαντίλα δεν την περιορίζει πουθενά, μπορεί να είναι μια δική της προσωπική επιλογή, γιατί πιστεύει, και να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που φανταζόμαστε, με την εικόνα που έχουμε φτιάξει, με τη ταμπέλα που έχουμε βάλει στη γυναίκα που φοράει μαντίλα, και ό,τι χαρακτηριστικά μπορεί να συνεπάγονται.

Ί.Α.:

Κριστίνα, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη!

K.K.:

Εγώ ευχαριστώ!

Ί.Α.:

Καλή σου συνέχεια!