© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Θάνος Τσακνάκης: Το θεατρικό εργαστήρι, η γνωριμία με την Πίνα Μπάους και η μετάφραση αρχαίων Ελληνίδων ποιητριών

Istorima Code
22440
Story URL
Speaker
Αθανάσιος Τσακνάκης (Α.Τ.)
Interview Date
19/06/2022
Researcher
Αγλαΐα Παντελάκη (Α.Π.)
Α.Π.:

[00:00:00]Είμαι η Αγλαΐα Παντελάκη, ερευνήτρια στο Istorima, είμαι με τον Θάνο Τσακνάκη στην Αθήνα, έχουμε 20 Ιουνίου του 2022 και ξεκινάμε. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς και για τη ζωή σας;

Α.Τ.:

Ναι, λίγα λόγια για μένα και για τη ζωή μου, ωραία. Εγώ είμαι 56 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι έχω πολλά να θυμηθώ, ναι; Αν ήθελα να εστιάσω σε κάτι, που να είναι έτσι και ένα γενικό χαρακτηριστικό μου -για να πιαστώ τώρα από κάτι, για να σου πω τι θυμάμαι, που είναι ίσως ενδιαφέρον να αφηγηθεί κανείς- αυτό είναι ότι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα μια πολύ μεγάλη αγωνία να συναντώ ανθρώπους. Δηλαδή, αυτό που τώρα κάνουμε μαζί είναι κάτι που εγώ το ήθελα πάντα από παιδί. Στεκόμουν να ακούω ανθρώπους, να ακούω ιστορίες, να ακούω παραμύθια, να ακούω τις ζωές τους. Οι βιογραφίες των ανθρώπων ήταν αυτό που πάντα με συνάρπαζε, γιατί νόμιζα ότι από αυτό είναι που θα πάρω εγώ ψηφίδες για να φτιάξω τη δική μου ζωή. Ναι, ναι, έτσι είναι. Δεν ξέρω, τώρα μου ήρθε και το είπα έτσι, αλλά ναι, είναι η αλήθεια. Θυμάμαι, ας πούμε, μαθητής Γυμνασίου που είχα έναν συγγενή τώρα; Συμπέθερος, κάτι τέτοιο ήταν, από την Τσαριτσάνη της Ελασσόνας. Ο παππούς ο Δημήτρης. Ένας πολύ ωραίος κύριος, μα πάρα πολύ μεγάλος σε ηλικία. Αυτός θα ήταν τότε πάνω από 80. Εγώ ήμουν παιδάκι. Και θυμάμαι πως πήγαινα και καθόμουν ώρες μαζί του για να ακούω πώς περπάτησε από την Πίνδο με τα πόδια μέχρι τον Σαραντάπορο, δηλαδή στον πόλεμο. Κάπως έτσι, το είπα σαν ένα παράδειγμα για να δείξω το πόσο πολύ με ενδιέφεραν οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους, οι αφηγήσεις των ανθρώπων. Ακόμα και σήμερα, τα βιβλία που προτιμώ είναι οι βιογραφίες. Από τους βίους των Αγίων, που θα έλεγε κανείς ότι είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο και μπορεί να είναι και στη σφαίρα ενός φαντασιακού ή δεν ξέρω εγώ, θρησκειολογία ή δεν ξέρω τι. Όμως, εγώ τα έβλεπα όλα αυτά, και τις αληθινές, αλλά και τις φανταστικές ιστορίες των ανθρώπων, γιατί καμιά φορά, ξέρεις, ακόμα και αυτός που αφηγείται -ίσως και αυτός ο παππούς ο Δημήτρης- μέσα στα αληθινά γεγονότα να έχωνε και πολλά που τα επινόησε η φαντασία του. Γιατί δεν ξέρω αν μπορούμε στη ζωή μας να ξεχωρίσουμε πολλές φορές τι είναι το αληθινό και τι φανταστήκαμε, όταν βιώνουμε ειδικά πολύ σημαντικά γεγονότα, όπως, ας πούμε, ένας πόλεμος, που γνώρισαν αυτοί οι άνθρωποι ή όπως μπορεί να είναι ένας έρωτας. Καλά, εκεί όλα φαντασιακά είναι, τέλος πάντων. Θέλω να πω ότι… Ναι, θέλω να πω ότι πολλές φορές σε μια αφήγηση μπλέκεται. Άλλωστε, και αυτό που κανείς περιγράφει για τη ζωή του, είναι η οπτική του γωνία πάνω στην ίδια του τη ζωή, θα μου πεις; Ναι. Ναι, γιατί αυτό που αυτός έζησε, υπάρχει βέβαια το γεγονός, αλλά υπάρχουν και οι ερμηνείες του γεγονότος, οι αποχρώσεις, τις οποίες ένα άλλο μάτι τρίτο ενδεχομένως σε κάποιες θα έδινε περισσότερη σημασία, σε κάποιες θα έδινε λιγότερη. Δεν ξέρω, ναι, νομίζω πως στις αφηγήσεις μας βάζουμε πάντα και ένα κομμάτι που είναι λιγάκι ανερμήνευτο και ανεξερεύνητο και ίσως και όχι αληθινό. Ναι, γιατί τι είναι η ζωή μας; Είναι η ιστορία μας. Πολλές φορές θέλουμε να την... Υπάρχουν σημεία από αυτήν την αφήγηση της ζωής μας που θέλουμε να τα θάψουμε ή να τα παρακάμψουμε. Ακόμα και αυτά που αποσιωπούμε από τη ζωή μας είναι μια επιλογή που κάνουμε, έτσι; Υπάρχουν άλλα που τους δίνουμε διαστάσεις λίγο μεγαλύτερες ή διαφορετικές απ' αυτές που ήταν, γιατί έγραψαν πολύ σημαντικά πάνω μας, ας πούμε, έτσι; Μας γέννησαν πολύ μεγάλα συναισθήματα ή επέδρασαν. Επέδρασαν και πραγματικά δηλαδή, καθόρισαν τη ζωή μας, τις επιλογές μας, τον δρόμο μας, έτσι; Ένας καθηγητής, ας πούμε, ένας δάσκαλος απ' το σχολειό… Νομίζω ότι εξαιτίας του εγώ έγινα δάσκαλος. Γιατί θυμάμαι ακόμα αυτόν τον κύριο, Σωτήρη Τιτή -καλή του ώρα, είναι μεγάλος πια- απ' τον οποίον έβλεπα ότι η ζωή αντιμετωπίζεται μόνο με μια ποιητική στάση. Αυτό το έμαθα απ' αυτόν και κάποια στιγμή είπα ότι: «Πω πω, εγώ θέλω να κάνω αυτό στη ζωή μου!». Με επηρέασε πάρα πολύ. Βέβαια, από μικρό παιδάκι εγώ θυμάμαι ότι το κύριο χαρακτηριστικό μου είναι ότι όταν ήξερα κάτι, ήθελα να πάω να το πω, δηλαδή να το μοιραστώ, δηλαδή να κάνω τον δάσκαλο στην πραγματικότητα. Δεν ξέρω τι άλλο περιέχει αυτό, αλλά πάντως σίγουρα την ανάγκη να το πω, να το διδάξω τύπου. Θυμάμαι, μάζευα τα πιτσιρίκια -ε, κι εγώ πιτσιρίκι ήμουν δηλαδή, αλλά τα πιο μικρά, αυτά που, τέλος πάντων, με έπαιρνε να κάνω τον καμπόσο, έτσι;- και τους έλεγα κάτι, οτιδήποτε μπορεί να ήταν αυτό, οτιδήποτε. Μπορεί να ήταν και μια φαντασία ή κάτι που έμαθα, κάτι που άκουσα, κάτι που μου άρεσε. Έπρεπε να τα μαζέψω, να τους κάνω. Θυμάμαι τον εαυτό μου δηλαδή να κάνω μάθημα ανέκαθεν. Ανέκαθεν. Νομίζω πως ήταν προδιαγεγραμμένη η μοίρα μου να γίνω δάσκαλος. Έγινα, λοιπόν, πράγματι. Και, μάλιστα, κάποια στιγμή στη ζωή μου σε ένα σταυροδρόμι, που είχα αρχίσει να ασχολούμαι με θεατρικές ομάδες, έτσι ψαχνόμουν πολύ με αυτά, ήμουν σε κάτι ερασιτεχνικές, κάποια στιγμή κάναμε και μία -να πούμε έτσι- εταιρεία συστήσαμε, μια εταιρεία μη κερδοσκοπική τάχα, όχι τάχα, όντως. Και κάναμε μια παράσταση. Τότε, λοιπόν, επειδή αυτό είχε ακουστεί πολύ και ήταν μια πολύ ωραία ιστορία, μια πολύ ωραία δουλειά είχε βγει -νέα παιδιά ήμασταν- και κάποια στιγμή, λοιπόν, ήρθαν άνθρωποι και το είδαν και… Τέλος πάντων, δεν θέλω να πω ποιος, αλλά ένας πάρα πολύ σημαντικός άνθρωπος, που μάλιστα τον θαύμαζα. Θα το πω, ο Μποστ. Ήρθε ξαφνικά ο Μποστ -καλά, είχε έρθει όλο το Θέατρο Τέχνης και ήρθε, λοιπόν, ο Μποστ και μου λέει, με εκείνο το υπέροχο ύφος του, το αγέλαστο. Γιατί ήταν αγέλαστος ο Μποστ, με έναν μυστήριο τρόπο, που γελάγαμε τόσο πολύ με αυτό που έλεγε, αλλά ο ίδιος ήταν σαν ανέκφραστος, σαν αγέλαστος, ένας σοφός. Και μου είπε, λοιπόν, ότι: «Είσαι πολύ καλός» κλπ. Και, τέλος πάντων, εγώ εκεί έφυγα από την πίσω πόρτα τρομαγμένος, γιατί μπήκε η σκέψη μήπως ήθελα να κάνω αυτό. «Και το όνειρο όλης μου της ζωής που να είμαι δάσκαλος -λέω τώρα- τι έγινε; Ψωνίστηκα, ας πούμε, εγώ; Θα γίνω ηθοποιός και θα τρέχω στα θέατρα και…;». Όχι ότι έχει τίποτα, ίσα ίσα τους θαυμάζω και τους αγαπώ και βλέπω πολύ θέατρο και σινεμά και είναι από τις αγαπημένες μου τέχνες, αλλά έπαθα μια έτσι λόξα και λέω: «Ώπα. Μήπως;». Αλλά όχι, ευτυχώς, πολύ πολύ γρήγορα, το ίδιο βράδυ κιόλας, είπα: «Όχι, παιδιά, εγώ αυτό θα το κάνω για το μεράκι μου, αν το κάνω, και όπως το κάνω, για παιχνίδι δηλαδή». Είναι άλλοι άνθρωποι ικανοί και άξιοι να το κάνουν αυτό. Εγώ θέλω το θέατρο το δικό μου, της τάξης, αυτό, το παιδικό. Και έτσι, πήρα την απόφασή μου και συνέχισα αυτό. Έτσι, μετά όμως, επειδή αυτή η ανάγκη φαίνεται υπήρχε, όταν πια διορίστηκα για πρώτη φορά, στο Διδυμότειχο πήγα, ήμουνα βέβαια ήδη 33 ετών, εκεί, λοιπόν, συνέβη ένα καταπληκτικό πράγμα που ούτε το φανταζόμουν στη ζωή μου. Η διευθύντρια του σχολείου, μια πολύ έξυπνη γυναίκα -καλά, τότε ήμασταν στα μαχαίρια, αλλά τέλος πάντων, τώρα είμαστε φίλοι πολύ, έχει γεράσει κι εκείνη, έχω μεγαλώσει κι εγώ, είναι σπουδαία κυρία- μου λέει: «Τα παιδιά, τους πήγα το καλοκαίρι και είδαν στους Φιλίππους μια τραγωδία και θέλουν να κάνουν τώρα τραγωδία και σε βλέπω εσένα έτσι καλλιτεχνικώδη -έτσι μου είπε- και να κάνεις ένα θεατρικό εργαστήρι». Και λέω: «Πάτε καλά; Θα κάνω εγώ θεατρικό, και μάλιστα τραγωδία; Έναν Καμπανέλλη, κάτι, αν θέλετε εκεί να παίξουμε -ας πούμε- αλλά τραγωδία; Πώς; Αυτά είναι μεγάλα πράγματα, δεν τα πιάνουν...». Εγώ είχα δει πάρα πολύ θέατρο, είχα δει Κουν, είχα δει, και τι δεν είχα δει! Πολύ, και Εθνικό και πολλά πολλά πράγματα, και γιατί ήμουνα φαν του θεάτρου. Και την τραγωδία πάντα την αγαπούσα και σαν κείμενο, και λέω: «Δεν γίνεται, παιδιά, δεν γίνεται. Δεν ξέρω τι να κάνω γι’ αυτό το πράγμα». Και μετά θυμήθηκα που είχα διαβάσει μια συνέντευξη του Τσαρούχη προ ετών, που είχε πει σε μια δημοσιογράφο, όταν τον ρώτησε τότε που θα έκανε τις «Τρωαδίτισσες» για πρώτη φορά κι αυτός, μεγάλος πια, και τον ρώτησε: «Τώρα εσείς δηλαδή -λέει- ξέρετε τι θα κάνετε με την τραγωδία;». Κι εκείνος είπε το καταπληκτικό: «Δεν ξέρω, κορίτσι μου, τι να κάνω με την τραγωδία, ξέρω, όμως, τι να μην κάνω». Ε, μου άρεσε τόσο πολύ αυτό και αποενοχοποιήθηκα τόσο πολύ και είπα: «ΟΚ, έχω δει πολύ θέατρο, ξέρω τι να μην κάνω. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα κάνω θέατρο, δεν θα τολμήσω να πω ότι αυτό που θα κάνω είναι σκηνοθεσίες. Διδασκαλία θα προσπαθήσω να κάνω». Και από τότε γεννήθηκε αυτή η ιδέα να φτιάξω ένα θεατρικό εργαστήρι, ίσως λίγο δικής μου επινοήσεως, και με λάθη και με έτσι τολμηρές επιλογές, που, τέλος πάντων, αυτό το πράγμα υπάρχει από σχολείο σε σχολείο που βρέθηκα. Μετά το Διδυμότε[00:10:00]ιχο, στη Γερμανία που ήμουνα 5 χρόνια. Άλλη ιστορία αυτή, φοβερή, έτσι, πολύ ωραία, που έπαιξε ρόλο και στη ζωή μου, αλλά και στο θεατρικό μου εργαστήρι. Και μετά, καθώς ήρθα στην Αθήνα πια ξανά, μετά τη Γερμανία, από το ’11 δηλαδή μέχρι σήμερα, στο σχολείο που είμαι το ίδιο, το 8ο, εδώ, στην πλατεία Κολιάτσου, ένα ιστορικό σχολείο, συνεχίζω με το θεατρικό αυτό εργαστήρι, το οποίο τώρα σε τι συνίσταται; Εμένα με ενοχλούσε πάρα πολύ που έβλεπα τους φιλολόγους ειδικά, γιατί αυτοί κάνουν αυτό το λάθος πολλές φορές, που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα κλπ. Εντάξει, δεν έχω τίποτα με τους συναδέλφους μου, έτσι; Μάλιστα πολλούς τους εκτιμώ. Κάποιοι, όμως, γίνονται λίγο υπερφίαλοι μέσα απ' όλο αυτό το πράγμα και ανεβάζουν παραστάσεις και γίνονται σκηνοθέτες και βάζουν ηθοποιούς και βγάζουν πρωταγωνιστές. Αυτά είναι όλα μπούρδες. Θα το πω τόσο ωμά. Δηλαδή, θέλω να πω είναι μεγάλο λάθος να κάνει ένας δάσκαλος τον σκηνοθέτη, όταν δεν είναι, όταν δεν έχει τη σκευή. Αν κάποιος είναι και έχει την κατάλληλη σπουδή, την κατάλληλη προετοιμασία, ακόμα και όταν έχει μια τεράστια εμπειρία… Εγώ μπορώ να πω ότι έχω τεράστια εμπειρία, έχω δει πάρα πολλά πράγματα και έχω συναναστραφεί και με ηθοποιούς και με σκηνοθέτες και έχω κάνει σεμινάρια και πράγματα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου ότι σκηνοθετώ ή ότι… Είμαστε δάσκαλοι, που σημαίνει: παίρνουμε το κείμενο, το μελετάμε, με πολλά, πολλά, πολλά παράλληλα κείμενα, πάρα πολλά. Όπου μπορεί να σε πάει, δηλαδή, τι αναφορές κειμενικές μπορείς να βρεις. Είναι τεράστια τα κείμενα αυτά. Οι τραγωδίες όλες αυτές είναι αριστουργήματα και είναι και ανερμήνευτα επί της ουσίας. Δηλαδή εδώ ακόμα βλέπεις γράφονται, γράφονται. Βαθείς σοφοί μιλούν και γράφουν και είναι και οι σκηνοθετικές προσεγγίσεις πάντα, είναι μια σπουδή πάνω σου, είναι όλα σπουδές. Ούτε ξέρουμε πώς ήταν -υποθέτουμε μονάχα- και ούτε και ξέρουμε πώς θα μπορούσανε να είναι σήμερα. Όλα αυτά είναι προσλήψεις που κάνουν οι εποχές και οι άνθρωποι, οι προσωπικότητες, οι διάφοροι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά. Έτσι, λοιπόν, απενοχοποιήθηκα, γιατί είπα: «Δεν με ενδιαφέρει ούτε να παραστήσουμε ότι ανεβάζουμε καμιά τραγωδία, ούτε να βγάλουμε πρωταγωνιστές, ούτε να σκηνοθετήσουμε. Τίποτα δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει να παίξουμε, δηλαδή να κάνουμε ένα είδος θεατρικής αγωγής, μια μαθητεία μόνο, σπουδή. Έτσι, μόνο αυτό». Και αυτή η απενοχοποίηση έτσι με απελευθέρωσε πάρα πολύ και πράγματι έχω χορτάσει και έχω ευχαριστηθεί -20 χρόνια τώρα;- που κάθε χρόνο πιάνουμε ένα έργο, σε όποιο σχολείο και αν βρίσκομαι. Καλά, τώρα πια σε αυτό έχουμε κάνει και παράδοση, γιατί είναι και μια ομάδα που είναι και λίγο πιο συμπαγής, μερικά παιδιά είναι 3 χρόνια συνέχεια, μετά αποφοιτούν, είναι και τα άλλα που είχαν δει τα προηγούμενα, κάπως γίνεται και… Δεν είναι ανσάμπλ ακριβώς, αλλά κάπως υπάρχει ένα πάτημα που είναι γνωστό. Δηλαδή ένα μικρό παιδάκι του Γυμνασίου έχει έρθει και έχει δει τα παιδιά του Λυκείου και όταν έρχεται στο Λύκειο, χώνεται κι αυτό στην ομαδούλα, έχει κάτι πάρει, υπάρχει ένα κάτι, μια βιωματική συνέχεια, να πούμε. Πάντως, λοιπόν, αυτό που κάνουμε σ’ αυτό το θεατρικό εργαστήρι είναι ότι -αυτό που είπα και πριν- πιάνουμε το έργο και το μελετάμε όσο μπορούμε σε βάθος. Δεν μοιράζουμε ρόλους. Κανείς δεν ξέρει τι θα παίξει, αν θα παίξει, αν θα γίνει παράσταση καν. Δεν μπαίνει καν στο τραπέζι. Δεν μπαίνει καν στο τραπέζι το ότι θα γίνει. Φυσικά, στο τέλος γίνεται, και μάλιστα πηγαίνουμε και σε θέατρο και το κάνουμε, όχι σε ένα κακό έτσι και χωρίς ήχο και σκοτάδι. Το θέατρο του σχολείου μας, ας πούμε, δεν είναι κατάλληλο. Βρίσκουμε ένα κατάλληλο, έτσι επαγγελματικό θέατρο, για να δουν τα παιδιά την ατμόσφαιρα του θεάτρου όλη. Φτιάχνουμε την αφίσα μας, ράβουμε τα κοστούμια μας, τα σκηνικά μας και όλα αυτά. Αλλά πάντα είναι μία -και πάλι το κάνουμε έτσι- σαν μία διδασκαλία προς τους συμμαθητές τους. Με αυτήν τη λογική, από αρχής έως τέλους. Και κάθε φορά το αφήνουμε ελεύθερο όπου μας πάει. Παραδείγματος χάρη, το τελευταίο που δουλέψαμε ήταν ο Ιππόλυτος, γιατί μας ενδιέφερε το θέμα του έρωτα. Μάλιστα είχαμε εκεί και λίγες έτσι ενστάσεις από τους συναδέλφους στην αρχή, μήπως είναι λίγο τολμηρό, τα παιδιά, πώς θα μιλήσουν για μια γυναίκα η οποία ερωτεύτηκε τον γιο του άντρα της, και: «Τι τα θες τώρα αυτά;». Και τι είπα εγώ; Ότι δεν τίθενται τέτοια θέματα. Πρώτα απ’ όλα, ο έρωτας είναι το κατεξοχήν ενδιαφέρον θέμα για έναν έφηβο. Ας ξεκινήσουμε από εκεί. Και έπειτα, τι πάει να πει; Εδώ αυτά που βλέπουμε στην τραγωδία δεν είναι ιστορίες που μας ενδιαφέρουν. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι υποθέσεις των τραγωδιών είναι ωραιότατα σενάρια για βραζιλιάνικο σήριαλ. Σκοτώνονται, αιμομικτούν, χαμός γίνεται εκεί πέρα μέσα. Ποιον ενδιαφέρουν αυτά, τι είναι αυτό τώρα; Αυτό είναι αστυνομικό δελτίο, δεν είναι… Αλλά τα σύμβολα μάς ενδιαφέρουν. Δηλαδή η Αγαύη αποκεφαλίζει τον Πενθέα. Ναι, αλλά τον γιο της δηλαδή. Και έχουμε στο παγκόσμιο θέατρο το πιο αποτρόπαιο σκηνικό αντικείμενο επί σκηνής, που είναι ένα κεφάλι, το οποίο το κάρφωσε αυτή στον θύρσο και τον περιφέρει στην πλατεία της πόλης και χαίρεται κιόλας, που είναι η μάνα και είναι το παιδί της, δηλαδή τρέχα γύρευε. Δηλαδή αυτό τώρα τι είναι; Άμα το δεις σαν ιστορία, λες: «Τι είναι αυτά;». Κι όμως, ο Ευριπίδης, 80 χρονών, που το γράφει αυτό το πράγμα, μιλάει μεταξύ πολλών άλλων για την αποτυχία του δυτικού πολιτισμού ήδη. Πρέπει να σκοτώσεις το γέννημά σου -το θλιβερό- αν θες να προχωρήσεις μπροστά. Η μάνα σκοτώνει αυτό που γέννησε. Αφού είναι ο Πενθέας αυτό που γέννησε, που κάνει πόλεμο για να δοξάσει τη Θήβα! Και του λέει ο Οδυσσέας: «Πενθέα, πένθος φέρει το όνομά σου». Άι καλά. Αυτό είναι η… Θέλω να πω, αυτά κρατάμε από τα έργα, γιατί αλλιώτικα δεν μας ενδιαφέρουν. Δεν μας ενδιαφέρει το έργο. Η Κλυταιμνήστρα σκότωσε τον άντρα της με την γκομενούλα που την έφερε, την παλλακίδα, την Κασσάνδρα, τη φοβερή Κασσάνδρα. Έτσι; Και μετά, η Ηλέκτρα θέλει να σκοτώσει τη μάνα της και βάζει τον αδερφό της και τη σκοτώνει τη μάνα με τον εραστή. Δηλαδή εκεί παίζονται τρομαχτικά πράγματα, τρομαχτικά. Και τα βλέπουμε, λοιπόν, ως σύμβολα και, όταν τα βλέπεις αυτά τα σύμβολα, γίνεται ένα κλικ. Και εκεί είναι το εντυπωσιακό ότι ένας μαθητής απαίδευτος, χωρίς πολλή, πολλή γνώση, κιόλας… Δυστυχώς, πρέπει να το πούμε αυτό. Όσο περνάνε τα χρόνια, έτσι εκπίπτει το γνωσικό επίπεδο, δυστυχώς, χωρίς να είναι η ευθύνη των παιδιών αυτή. Είναι τα εκπαιδευτικά συστήματα, είναι οι τάσεις της κοινωνίας, είναι τώρα πια και το ίντερνετ, είναι όλα. Τα έχει όλα ένας νέος και δεν έχει τίποτα, γιατί δεν ξέρει πού να τα βάλει και τι να τα κάνει όλα αυτά. Οι δάσκαλοι κι αυτοί πασχίζουν εκεί, αγωνιούν να βάλουν σε σειρά ό,τι μπορούν να βάλουν, τα βιβλία, η πολλή ύλη, οι εξετάσεις. Και τελικά, βγαίνουμε αγράμματοι από το σχολείο, κάτι που είναι κοινός τόπος, δεν είμαι ο πρώτος που το λέω. Εγώ λέω χρόνια, και στις συνελεύσεις που κάνουμε εκεί με τους καθηγητές, ότι έχει μπει μία… Έχει πεθάνει το σχολείο, έχει πεθάνει, έχουμε έναν νεκρό και τον αφήνουμε ακήδευτο. Άιντε να βάλουμε μια ταφόπλακα, να ησυχάσουμε, να φτιάξουμε κάτι τελείως καινούργιο. Αλλά τι; Δεν με ακούει κανείς. Μάλλον δεν έχω δίκιο, δεν ξέρω. Μπορεί να έχουν οι άλλοι δίκιο. Εγώ έτσι το βλέπω όμως. Εγώ το βιώνω το σχολείο σαν κάτι πολύ παλιακό, σαν κάτι πολύ νεκρό και πασχίζουν -κι εγώ και πάρα πολλοί συνάδελφοι- να κάνουμε μερικά, να δώσουμε κάνα δυο φιλιά της ζωής, με μικρές μικρές σαχλαμαρίτσες, δράσεις. Κάνουν οι καημένοι οι καθηγητές, δεν γίνεται. Ας πούμε, το θεατρικό μας εργαστήρι εμείς το κάνουμε τις Κυριακές και το Σάββατο κάνουμε σινεμά στο σχολείο. Το «Ciné 8o». Και πάμε και βλέπουμε σινεμά, κάνουμε τάχα μου μια κινηματογραφική λέσχη, αφορμή να μαζευτούμε να δούμε και καμιά ταινία δηλαδή. Και, έτσι, έχουμε δει ένα κάρο ωραίες ταινίες. Θέλω να πω δράσεις για να νιώσουμε ζωντανοί και να νιώσουμε ότι το σχολείο δεν είναι μόνον το συντακτικό και η άλγεβρα και η τριγωνομετρία και δεν ξέρω πώς στον διάολο τα λένε αυτά, που πάρα πολύ χρήσιμα και πάρα πολύ ωραία και απαιτούνται για να προχωρήσει κανείς στη ζωή, έτσι; Αναμφισβήτητα, αλλά δεν υπάρχει πουθενά η χαρά, δεν υπάρχει πουθενά η έμπνευση και δεν υπάρχει πουθενά και η πρωτοβουλία και η συμμετοχή και ένα κάρο αγωνίες, και τα ενδιαφέροντα που μπορεί να έχει ένα παιδί που είναι βιδωμένο στην καρέκλα 6 ώρες και μπαίνει ο ένας μετά τον άλλον και παίζει το θέατρό του και φεύγει. Και μετά μπαίνει ο άλλος. Και μετά μπαίνει ο άλλος. Και ο άλλος είναι βιδωμένος στην καρέκλα. Και έχει αυτή την έτσι μαρτυρική κανονικότητα και περνάνε τα χρόνια και τελειώνει το σχολείο και δεν ξέρει τι έχει μάθει. Όχι, δεν έχει μάθει, κάτι από δω κι από κει, και το μόνο που σου μένει είναι κανένα αλάρμ που μπορεί να σου ξύπνησε κανένας, να σου χτύπησε κανένας καθηγητής ή κανένα συγκεκριμένο μάθημα ή[00:20:00] καμιά εκδρομή. Η εκδρομή! Ένας μεγάλος απών, τώρα κιόλας και με τον κορονοϊό, που δυσκολευτήκαμε πολύ. Η εκδρομή, ένας μεγάλος απών από το... Εγώ έλεγα πως στο σχολείο θα έπρεπε το πρωί να πηγαίνουμε και να μας περιμένει ένα λεωφορείο, ένα τρένο, ένα αεροπλάνο, κάτι, και να φεύγουμε και να γίνεται το μάθημα όπου βρούμε, σε ένα βουνό, σε μια θάλασσα, σε ένα δέντρο, κάπου. Και εκεί, εκεί. Ε, τώρα είπα πολλές ίσως ασυναρτησίες και είναι λίγο έτσι σε ένα επίπεδο χαοτικό όλα αυτά, αλλά νομίζω πως έχω έναν άξονα σε όλα αυτά που λέω, γιατί είναι ένα μεράκι. Ένας δάσκαλος πάντα ονειρεύεται ένα σχολείο αλλιώτικο. Έτσι, και επειδή αυτό δεν θα γίνει ποτέ, είναι μία από τις πολλές ουτοπίες, που μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι θα ζήσεις με αυτές και θα πεθάνεις με αυτές, αλλά δεν πειράζει. Δηλαδή, αν δεν έχεις και την ουτοπία, τι κάνεις; Ακολουθείς τις υπουργικές εγκυκλίους κατά γράμμα, οι οποίες έχουν ωραία λόγια, αλλά δεν έχουν και πολλή επαφή με την πραγματικότητα καμιά φορά. Αυτά, ναι. Τώρα, αυτό ήταν το ένα, λοιπόν. Έτσι, στη ζωή μου, το μεράκι, έτσι, ό,τι ξέρω να το δίνω και κάθε φορά η τάξη και το μάθημα και το θεατρικό μου εργαστήρι αυτό προσπαθεί να πετύχει, το πώς τις δικές μου αγωνίες να μοιραστώ με τα παιδιά, να ακούσω από τα παιδιά απίθανα ωραία πράγματα, που ούτε περίμενα ότι μπορεί να υπάρξουν. Γιατί πάντα εκπλήσσεσαι από το τι μπορεί ένα εφηβικό στόμα να πει. Εγώ δεν παύω να εκπλήσσομαι και γι’ αυτό ζω. Και γι’ αυτό περιμένω τον Σεπτέμβριο δηλαδή. Με την ελπίδα και την προσμονή να δω τη νέα γενιά με όλα τα λάθη και όλα τα κακά και όλες τις ατέλειες και όλες τις δυσκολίες. Αλλά πάντα υπάρχει και κάτι που είναι το παρήγορο και κάτι που είναι το καινούργιο και κάτι που είναι το ελπιδοφόρο. Έτσι; Λοιπόν, αυτό ήταν ένα πράγμα που με καθόρισε και τώρα συνεχίζω αυτό με τα παιδάκια μου.

Α.Τ.:

Τώρα, ένα άλλο πολύ σημαντικό που είπα για ’μένα, αυτό που το ξεκίνησα δηλαδή για τις βιογραφίες, αλλά θαρρώ πως το άφησα στη μέση, γιατί πωρώθηκα να πω για το θεατρικό εργαστήρι. Είχα πάντα ένα καλό, ένα πολύ θετικό στοιχείο, έτσι. Θα το έλεγα έτσι μια τύχη. Ευλογήθηκα με αυτό. Όποτε μ' άρεσε ένας άνθρωπος ή γούσταρα έναν άνθρωπο ή πίστευα ότι από έναν άνθρωπο έχω να μάθω κάτι, πήγαινα και κόλλαγα. Κι έψαχνα να τον βρω, να τον συναντήσω ή γίνονταν και τυχαία γεγονότα καμιά φορά και βρισκόμουν με ανθρώπους που είχαν πολλά, πολλά πράγματα να μου πούνε. Και έτσι, βρέθηκα να έχω κάνει μερικές συναντήσεις που ήταν μαθητείες ολόκληρες, μαθητείες ζωής δηλαδή. Που εγώ τα λέω: «Αυτά είναι τα μεταπτυχιακά μου». Δεν έκανα εγώ, δεν έχω μεταπτυχιακά. Προπτυχιακά μόνο. Ένας φίλος μου λέει, λέω: «Εγώ είμαι ένας απλός δασκαλάκος» και μου λέει ο φίλος μου «Ο δασκαλάκος είναι λεβεντιά». Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει, ναι, είναι μαθητείες σε ανθρώπους πάρα πολύ σπουδαίους, που έτυχε να τους γνωρίσω και να μου επιτρέψουν να είμαι στη ζωή τους, να έχουμε φιλική σχέση και να μάθω από αυτούς πράγματα που είναι -ξέρεις- όχι μια μαθητεία με την κλασική έννοια του όρου, μπαίνεις στην τάξη, γράφεις στο τετράδιο. Όχι, αλλά ζεις μαζί και βλέπεις πώς σκέπτεται, βλέπεις ποιες είναι οι αρχές που διέπουν όλη του τη σκέψη, όλη τη φιλοσοφία ζωής, γιατί περί αυτού πρόκειται. Υπάρχουν… Κάθε άνθρωπος έχει μια φιλοσοφία ζωής. Όσο πιο σημαντικός είναι, τόσο πιο σημαντικό είναι αυτό το οικοδόμημα που έχει στο κεφάλι του και τόσο πιο πολύ φωτεινός είναι και μπορείς κι εσύ να πάρεις από αυτόν κάτι, ακόμα και αν απλώς σταθείς δίπλα του. Έτσι βρέθηκα κοντά στην -κοντά;- έτυχε να γνωρίσω την Πίνα Μπάους, η οποία ήταν μια τυχαία γνωριμία. Και έγινε, ας πούμε, πήγα να δω μια παράστασή της το 2000 και είδα... Και ενώ ήταν κάτι που για πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο, δεν θα πω λεπτομέρειες, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει τι είναι η Πίνα Μπάους, εγώ βέβαια τότε δεν είχα ιδέα, καμία ιδέα, απολύτως καμία ιδέα, γιατί, ως γνωστόν, με τον χορό δεν… Ειδικά πριν το... Εγώ το 2000 είδα αυτή την παράσταση.    Ε, στην Ελλάδα τα του χορού… Ε, σήμερα λίγο είναι ίσως καλύτερα τα πράγματα, αλλά όχι και πάλι ακόμη τόσο. Τέλος πάντων, από την παιδεία πάντως απουσιάζει ο χορός. Όπως απουσιάζουν οι τέχνες. Αυτό είναι ένα άλλο τεράστιο θέμα. Αλλά μια και ανέφερα γι' αυτό, ας μείνω σε αυτό. Εγώ βέβαια εδώ σαν φοιτητής και αργότερα παρακολουθούσα την «Ομάδα Εδάφους» του Δημήτρη του Παπαϊωάννου, τότε νέα παιδιά με τη Στελλάτου, κάνανε εκείνα τα πολύ ωραία πράγματα και ήμασταν μαγεμένοι, έτσι; Και είχα ακούσει για την Πίνα Μπάους, και είχα ακούσει και για τη... Εγώ είχα έρωτα με τον Νουρέγιεφ, που τον έβλεπα στην τηλεόραση, εντάξει, και ήθελα να γίνω χορευτής. Ήθελα και αυτό, ναι. Αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα στη Λάρισα να πάω να πω στη μάνα μου το ’80 ότι θέλω να γίνω χορευτής, γιατί ποιος ξέρει τι θα μου έκανε, τι θα πάθαινα. Εν πάση περιπτώσει, πάει αυτό το έργο, ναυάγησε, ας πούμε, δεν το ξανασκέφτηκα. Όμως τον θαύμαζα, τον έβλεπα στην τηλεόραση αυτόν τον φοβερό άνθρωπο που σήκωνε έτσι το άλμα του και βρισκόταν στον ουρανό ξαφνικά σαν πουλί. Και πάντα με γοήτευε αυτό το πράγμα με τον χορό, αλλά δεν είχα δει πολλά πράγματα εκτός απ' τα λίγα και πολύ ωραία και ενδιαφέροντα που κάνανε τα παιδιά στην «Ομάδα Εδάφους», τότε νέοι κι αυτοί όπως εγώ, γιατί είμαστε περίπου συνομήλικοι, είναι λίγο μεγαλύτεροι από εμένα κάνα 2 χρόνια. Ήμασταν ενθουσιασμένοι, πηγαίναμε σαν τρελοί και τους βλέπαμε, αλλά για την Πίνα Μπάους είχα ακουστά, αλλά δεν είχα δει ποτέ, και τυχαίνει λοιπόν το 2000. Είμαι μάλιστα εδώ, με καλοκαιρινή άδεια ήταν, είχε τελειώσει το σχολείο, ήμουν απ’ το Διδυμότειχο και ήρθα στην Αθήνα και έμενα σε φίλους. Και πάμε να δούμε την… Και τη γνώρισα, λοιπόν, από έναν κοινό γνωστό εκείνο το βράδυ, περάσαμε όλη νύχτα μαζί κουβεντιάζοντας. Αυτό για εμένα ήταν αποκάλυψη. Αλλά να πω το προηγούμενο. Είδα μια παράσταση η οποία με έναν τρόπο -ναι, θέλω να το πω αυτό- δεν μου άρεσε τίποτα. Αλλά μου ανακάτεψε τα έντερα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Πάντως αναθεώρησα τα πάντα για ό,τι είχα δει μέχρι τότε και είχα δει πάρα πολύ. Εγώ πήγαινα -και φοιτητής και μετά- κάθε βράδυ ήμουν ή στο θέατρο ή στο σινεμά. Ένα απ’ τα δύο. Δηλαδή δεν είχα άλλη δουλειά να κάνω, όλο εκεί, όλο σ’ αυτά πήγαινα. Είχα δει και τι δεν είχα δει! Τέτοιο πράγμα δεν είχα ξαναδεί. Μου ανακάτεψε το σύμπαν. Είπα: «Δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν, τι γίνεται εδώ πέρα;». Δεν καταλάβαινα από πού μου έρχεται, τι μου έρχεται, τι είναι όλο αυτό. Δεν είχα και παιδεία, δεν είχα, δεν ήξερα. Στην τηλεόραση έβλεπα τον Νουρέγιεφ -σου λέω- και αυτούς, έτσι; Δεν ήξερα και έπαθα μεγάλο στραπάτσο. Και τι ήταν αυτό; Είπα ότι δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο, δεν θέλω να ξαναδώ τίποτα άλλο. Μου ανακάτεψε συναισθήματα. Απίθανη! Πρωτόγνωρο πράγμα ήταν αυτό. Οπότε, λοιπόν, εντελώς συμπωματικά εκείνο το ίδιο βράδυ όλα αυτά τα είπα. Τα κουβεντιάσαμε. Ήταν ένα εξαιρετικό βράδυ. Και μάλιστα, έγινε πολύ τυχαία αυτό, γιατί ήταν ένας κοινός γνωστός, πολύ φίλος της Πίνας χρόνια, το οποίο εγώ δεν το ήξερα, το έμαθα εκείνο το βράδυ, μου το κράτησε μυστικό αυτός, και πήγα εκεί και, τέλος πάντων, ήταν ένα πράγμα μαγικό το πώς συνέβη αυτό. Ήταν ο περίφημος Ιερόθεος, ένας μοναχός από το Άγιο Όρος. Είναι γνωστό ότι ήταν φίλοι με την Πίνα, δεν λέω κάτι που δεν είναι γνωστό. Και βρέθηκα εγώ τώρα μέσα σε αυτό το φοβερό πράγμα, έτσι, και τις επόμενες μέρες μάλιστα κάναμε και παρέα, πήγαμε στη φίλη της. Η καλύτερη φίλη της Πίνας ήταν μια Ελληνίδα, η Κυβέλη Βερνιέ, μια σπουδαία σινολόγος από τη Σορβόννη. Ζούσε στη Γαλλία η Κυβέλη, ήταν φίλες 40 χρόνια με την Πίνα, επιστήθιες φίλες. Την άλλη μέρα πήγαμε στο σπίτι της. Θέλω να πω, ήταν ένα τριήμερο που μου άλλαξε πραγματικά την αντίληψη για -ναι, για τι;- για τις παραστατικές τέχνες να πω τώρα; Τι να σου πω τώρα; Γιατί μετά κατάλαβα -και μετά από χρόνια και με την παρέα και με όλα αυτά και που την παρακολουθούσα την Πίνα- ότι ήταν η φιλοσοφία της ζωής της που με συνάρπαζε, το πώς…Τι έκανε η Πίνα; Η Πίνα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον νομίζω ότι αυτό που έκανε είναι ότι έκανε πολλή αφαίρεση. Πο[00:30:00]λλή αφαίρεση. Ξέρεις, καμιά φορά οι καλλιτέχνες, και το λέω εγώ και σε κάτι φίλους που είναι σκηνοθέτες, γνωστοί, και τους το λέω: «Έμαθες την πρόσθεση, έμαθες τον πολλαπλασιασμό, μάθε και την αφαίρεση». Η Πίνα με έναν μυστήριο τρόπο έκανε αυτό, αφαιρούσε, αφαιρούσε και έφτανε στον πυρήνα. Έφτανε σε μια ουσία, έφτανε σε ένα αρχέτυπο. Δεν είναι τυχαίο που σε όλα της τα έργα τα αγόρια φοράνε παντελόνι και πουκάμισο, και με τσάκιση παντελόνι. Παλαιού τύπου δηλαδή. Και τα κορίτσια φοράνε τουαλέτα και γόβα. Θα έλεγε κανείς: «Μα τι διάολο;» σε καθημερινά περιστατικά, που είναι οι χορογραφίες. Καλά, κάποια ανσάμπλ και κάποιες χορογραφίες, ξέρω 'γω, αλλά η Πίνα έχει περιστατικό που βγαίνει μια πανέμορφη με την τουαλέτα της, διασχίζει τη σκηνή, κάθεται σε μια καρέκλα, αυτές τις πολύ συγκεκριμένες, γιατί η Πίνα έχει πολύ συγκεκριμένες καρέκλες που τις έφτιαχνε πολύ συγκεκριμένο εργοστάσιο από τη Φρανκφούρτη και χρησιμοποιούσε μόνο αυτές. Ακόμα και τώρα δηλαδή είχε τέτοια κολλήματα, τα οποία είναι φοβερά, για εμένα είναι πολύ σημαντικά πράγματα αυτά. Όχι οποιαδήποτε καρέκλα. Αυτή η καρέκλα. Τέλος πάντων. Και είναι μια καρέκλα τώρα σε ολόκληρη χαοτική σκηνή και βγαίνει η πανέμορφη με τη φοβερή τουαλέτα τη μεταξωτή, τη φλοράλ -και δεν ξέρω 'γω- και κάθεται ωραία και κρατάει και ένα μπουκάλι πλαστικό από νερό άδειο και κάθεται στην καρέκλα και σηκώνει το ποδαράκι της και κάνει μία φραπ, πιέζει το μπουκάλι και κάνει την πορδή. Και είναι αυτό το πράγμα τώρα και σηκώνεται και φεύγει. Και είναι ένα ποίημα όλο αυτό. Το πώς το κατάφερνε. Πώς το κατάφερνε αυτό το πράγμα και έκανε ένα… Έκανε δηλαδή ένα στιγμιότυπο, ναι, γιατί και η όμορφη πέρδεται, παιδιά. Και είναι και πολύ ωραίο που πέρδεται. Τι ωραία! Και ναι, είναι τέχνη, γιατί είναι ζωή. Ε, αυτά τώρα εμένα με... Εμένα; Όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και η Πίνα είναι αυτό που είναι και επηρέασε τόσους και τόσους καλλιτέχνες. Ε, και εμένα τώρα δειλά δειλά και φτωχά φτωχά με επηρέασε πάρα πολύ και σ’ αυτό που έκανα με τα παιδάκια μου. Και λέω: «Τι θες, καημένε εσύ, και ασχολείσαι με την τραγωδία; Εδώ!». Και με έναν τρόπο, λοιπόν, ήθελα να δω και άλλα έργα, να δω τι κάνει, να δω πώς το σκέφτεται, πώς πάει και καταβυθίζεται μέσα σ’ αυτά που φτιάχνει. Και με έναν τρόπο άρχισα να κλέβω λίγο τον τρόπο που σκέφτεται και, θα τολμήσω να πω -εντάξει, δεν ξέρω τι πέτυχα, τι έκανα, τι έρανα- πάντως προσπάθησα κι εγώ, ο καημένος, να εφαρμόσω μερικά απ' αυτά τα πράγματα στα παιδάκια μου, σε αυτό το θεατρικό εργαστήρι. Λοιπόν, σηκώθηκα ένα πρωί, που άκουσα ότι… Είχα φύγει, είχα πάει στην Κωνσταντινούπολη, είχα πάει στη Γερμανία, πήγα να δω κι άλλα έργα της. Και όσο πιο πολύ έβλεπα, τόσο πιο πολύ τρελαινόμουν μ’ αυτό που έβλεπα και ερχόμουν και νόμιζα και ότι εφαρμόζω ή ακόμα νομίζω ότι εφαρμόζω. Τίποτα δεν εφαρμόζω, δεν ξέρω τίποτα από αυτά, δεν ξέρω και από χορό, έτσι; Αλλά αισθητικά και ενστικτωδώς, πιο πολύ μια λογική του πράγματος, μια αισθητική του πράγματος και μια… Νομίζω από την Πίνα έμαθα το να βλέπουμε τα πράγματα έτσι από κάτω, έτσι λίγο ταπεινά, ρε παιδί μου, ταπεινά. Η Πίνα, κάθε φορά που τέλειωνε τη σεζόν, ερχόταν στη φίλη, με τη φίλη της την Κυβέλη στην Άνδρο, και -θα το πω- και η Κυβέλη μάς είχε πει ότι κάθε φορά έμενε μία βδομάδα στο σπίτι εκεί στην Άνδρο και έκλαιγε. Έκλαιγε και έλεγε: «Δεν θα ξανακάνω τίποτα άλλο του χρόνου». Φαντάσου πόσο φόρτιση είχε από τη δημιουργία του κάθε της έργου. Έκανε ένα έργο κάθε χρόνο η Πίνα. Και μετά, ερχόταν εδώ και αφηνόταν να αδειάσει απ' όλη αυτήν την ένταση. Πόση ψυχή θα είχε δώσει, έτσι; Και έλεγε: «Δεν μπορώ να ξαναρχίσω, δεν μπορώ να κάνω κάτι, είναι πολύ δύσκολο, είναι πολύ μεγάλο πράγμα αυτό, πώς να μπω στις ψυχές των χορευτών, πώς να ξαναρχίσω κάτι, δεν θα ξανακάνω». Φυσικά, τον Σεπτέμβριο ξανάρχιζε, γιατί αυτό ήταν η ζωή της κι αυτό ήταν η ανάσα της, έτσι; Αλλά κι αυτό ήταν ο προορισμός της σε αυτόν τον κόσμο, έτσι; Ναι. Εγώ δεν θα το πω ότι ούτε καν άγγιξα κάτι τέτοιο, αλλά αυτό με συγκίνησε, πραγματικά με συγκίνησε και με βοήθησε πολύ εμένα να βρω δικές μου ισορροπίες και με τον εαυτό μου, αλλά και με το πράγμα με το οποίο ασχολιόμουν, με τους μαθητές μου. Ναι, έβλεπα… Ξεκίνησα να λέω ότι έμαθα τυχαία ότι -γιατί είμαι και λίγο βόδι με τα συστημικά, δεν τα πολυπαρακολουθώ και δεν πολυκαταφέρνω και δεν τα θέλω κιόλας- και κάποια στιγμή, λοιπόν, έμαθα ότι -άκου τώρα, έμαθα, λες και ήταν τίποτα μυστικό, όλος ο κόσμος το ήξερε- ότι υπάρχει μία δυνατότητα να πας να κάνεις -λέει- απόσπαση εξωτερικού ως δάσκαλος σε σχολεία του εξωτερικού. Βόδι, βόδι, χαμπάρι δεν είχα εγώ. Και μόλις το άκουσα, αμέσως σκέφτηκα: «Θα πάω στη Γερμανία, θα πάω στην Πίνα!». Δηλαδή σκέφτηκα αυτό. Να φανταστείς ότι όταν πήγα, αφού πέρασα και τις εξετάσεις και πήγα και επειδή είχα γράψει και καλά, μου λέγανε: «Θα πας στο… Γιατί δηλώσατε...;». Εγώ δήλωσα το Βούπερταλ, φυσικά. «Μα» λέει, και με πήρανε, μου λένε: «Μα, αφού μπορείτε να πάτε σε άλλη πόλη, έχετε καλύτερη σειρά. Το Βούπερταλ; Γιατί;». Λέω: «Θέλω Βούπερταλ». Και μου λέγανε: «Γιατί;». Λέω: «Γιατί έτσι!». «Μα…». Τέλος πάντων, πήγα στο Βούπερταλ και έμεινα 5 χρόνια. Μάλιστα, θυμάμαι πήγα και τη βρήκα την Πίνα μόλις έφτασα και της λέω: «Πίνα, ήρθα». «Αχ -μου λέει- τι ωραία!». Άνοιξε τις φτερούγες της και με αγκάλιασε, που είχε το μοναδικό της αγκάλιασμα, το αξέχαστο, και μου λέει: «Αχ, πόσο θα μείνεις;». Λέω: «5 χρόνια!». «Α -μου λέει- τι ωραία!». Και όντως έμεινα 5 χρόνια και μετά από λίγο καιρό έμαθα ότι παίρνω και επιμίσθιο, δηλαδή ότι έβγαζα και ένα κάρο λεφτά. Δεν είχα χαμπάρι. Πήγα γι' αυτήν, πήγα να δω τι κάνει, να γίνω σκιά της, και έγινα. Με άφηνε να βλέπω και πρόβες. Μεγάλη μου τύχη και χαρά. Έχω δει κάτι πολύωρες πρόβες, όπου είδα τι κάνει τώρα ο δάσκαλος. Γιατί ήταν δασκάλα κι αυτή. Αυτή κι αν ήταν δασκάλα! Η Πίνα όλοι ξέρουν το σύστημά της είναι αυτό. Εκμαίευε από τους χορευτές της τις χορογραφίες. Η Πίνα έκανε μια ερώτηση ή έλεγε μια λέξη. «Το φεγγάρι δάκρυσε», ξέρω 'γω, και τους άφηνε να φτιάξουν, ξέρω 'γω, 5, 10, 15, 50, 500 χορευτικές φράσεις. Βασανίζονταν αυτοί να φτιάξουν τη φράση τους και έρχονταν και τις δείχνανε τις φράσεις. Και η Πίνα έκοβε και έλεγε: «Αυτή τη φράση φέρ’ την εδώ, απ' αυτήν φέρε τη μισή, απ' αυτήν φέρε το 1/3, την άλλη φέρ’ την ολόκληρη και κάν’ την επί 2», και έτσι έφτιαχνε το έργο. Φίλε, έτσι έφτιαχνε τα έργα. Δεν λέω κάτι καινούργιο, αλλά θέλω να το αφηγηθώ. Ναι, είναι μαγικό. Έτσι έφτιαχνε. Η Πίνα έφτιαχνε τα έργα κυριολεκτικά εκμαιεύοντας τις ψυχές από τους τόσους διαφορετικούς χορευτές, που ήταν άλλες ψηλές, άλλες κοντές, άλλες έτσι με μεγάλες περιφέρειες, άλλες αδύνατες, άλλες με μαλλιά, άλλες με κοντά μαλλιά, άλλες… Άλλη απ' τη Σεούλ, άλλη απ' την Αυστραλία, άλλη απ' το Τόκυο, άλλη απ' την Ισπανία, άλλη απ' τη Ρώμη και απ' τον κάθε… Ο δικός μας, ο Δάφνις ο Κόκκινος, βέβαια, ο περίφημος. Από τον καθένα έβγαζε την ιστορία της πατρίδας του με έναν τρόπο και μπορούσες να δεις εκεί την… Δηλαδή ένα πράγμα που μπορεί ο Δάφνις να το έκανε σαν αρχαία τραγωδία στην Επίδαυρο, με το πρόσωπό του, το ίδιο πράγμα το έκανε η Ρωμαία ή η Σπανιόλα -η Nazareth η Panadero, η περίφημη- με εκατό κινήσεις, με υπερκινητικότητα, με ταμπεραμέντο, με λάμψη, ε; Και το ίδιο πράγμα σου το έκανε η Nayeon από την Κορέα με τρεις κινήσεις τελετουργικές, μαγικές. Αυτά, λοιπόν, η σοφή αυτή γυναίκα τα έπαιρνε, τα έκοβε, τα έραβε, και έφτιαχνε το έργο. Και στο τέλος, έβαζε και τη μουσική. Στο τέλος την έβαζε τη μουσική, το έχω δει αυτό! Είχα φίλους τους χορευτές, οι οποίοι 15 μέρες πριν την παράσταση δεν ξέρανε με τι μουσική χορεύουν. Δεν ξέρανε! Ήταν έτοιμη η χορογραφία και ξαφνικά αυτή κοπάναγε τη μουσική. Και βρισκόταν ξαφνικά ο χορευτής από το βουβό που έφτιαχνε αυτό το πράγμα, βρισκόταν να χορεύει με έναν Tom Waits, με μία Cesaria Evora, με έναν δεν ξέρω 'γω τι, με κάτι -ξέρω 'γω- τσιγγάνες από την Ουγγαρία. Ό,τι να ναι, δηλαδή. Γιατί αυτή άκουγε μετά με έναν συνεργάτη της εκ[00:40:00]εί, με τους συνεργάτες της βέβαια, τόνους από CD από τη χώρα στην οποία έφτιαχνε το έργο, όταν δούλευε σε κάποια χώρα. Αυτά ήταν τα τελευταία της έργα, για την Ινδία, για τη Χιλή, το τελευταίο της αυτό. Λοιπόν, αυτό εμένα με μάγεψε πάρα πολύ και έμαθα κάτι που δεν μου το έμαθε ούτε το πανεπιστήμιο ούτε οι καθηγητές μου. Καλά να είναι οι άνθρωποι όσοι ζουν, τώρα τι, δεν θα ζουν και πολλοί, τέλος πάντων, λοιπόν, εκεί που είναι, ας αναπαύονται, καλά να είναι. Τι; Το να βγάλεις από έναν μαθητή που έχεις μπροστά σου αυτό που έχει. Γιατί καθένας έχει, αλλά πρέπει να το βρει. Μόνος του. Ούτε να το βγάλεις εσύ, γιατί δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις. Θυμάμαι την Πίνα, όπως καθόμαστε τώρα -συγκρίνεσαι;- δεν κάνω σύγκριση, πίστεψέ με, δεν κάνω σύγκριση, κάνω… Σου λέω τι έπαθα. Σου λέω τι έμαθα. Αυτό. Και όταν είπα να εφαρμόζω, αυτό, δεν είναι κάτι, ας πούμε, που… Δεν μαθήτευσα, αλλά μαθήτευσα μ' έναν τρόπο. Σου λέω, συγκλονίστηκα, μου άλλαξε τα φώτα αυτό το πράγμα, σκίζω το πτυχίο μου, που λέμε. Δεν λέμε έτσι; «Σκίζω το πτυχίο μου;». Να το σκίσω, τι να το κάνω, δεν το θέλω. Δεν μου κάνει τίποτα, απλώς το τυπικό προσόν για να διοριστώ. Αλλά, σαν δάσκαλος, δεν κάνω τίποτα από αυτά που έμαθα, από τις 100 διδακτικές, που πήρα και δεκάρια, γιατί ήταν και εύκολα και τα πέρναγες είτε με λίγο διάβασμα είτε με λίγη αντιγραφή. Αλλά όχι, όχι. Έμαθα αυτό που δεν μου το έμαθε κανείς. Ότι τον έχεις εκεί μπροστά σου, άσ’ τον να μιλήσει και άσ’ τον να σου πει από τι καίγεται. Γιατί μόνο αυτό απ' το οποίο καίγεσαι είναι που θα σπρώξει τη μηχανή. Πώς θα κινηθεί αυτή η μηχανή που λέγεται άνθρωπος για να πάει κάπου; Μόνο αν βρεις τη φωτιά που σε καίει. Εκτός αν του δώσεις ένα σκαμπίλι να φύγει, αλλά με το σκαμπίλι θα πάει δυο βήματα και μετά θα γυρίσει πίσω σου, θα επιστρέψει πίσω. Οπότε δεν κερδίζει κάτι η κοινωνία με αυτόν τον τρόπο. Αλλά αυτό κάνει η κοινωνία, δίνει χαστούκια ή δίνει κατευθύνσεις που επιλέγει αυτή γι' αυτούς και αργά ή γρήγορα το βρίσκει μπροστά της. Γιατί αργά ή γρήγορα κάποιοι άνθρωποι θα βρουν από τι καίγονται πραγματικά. Κάποιοι δεν θα βρουν, χάνονται, δυστυχώς. Κάποιοι δυστυχώς χάνονται και έτσι συνεχίζει το πρόβλημα, αλλά κάποιοι πραγματικά θα βρουν. Εγώ θέλω, λοιπόν, αυτό, όσο μπορώ, και γι’ αυτό και ό,τι κάνω, και αυτό το θεατρικό εργαστήρι που έχει την πρόφαση ότι μελετά την τραγωδία, μην τρελαθούμε. Ποιος είσαι εσύ, καημένε, που θα μελετήσεις την τραγωδία, η οποία δεν μελετιέται; Δεν μελετιέται! Δηλαδή βαθείς σοφοί δεν τελείωσαν, και εμείς τις «Βάκχες», που τις προσπαθούσα εγώ, 10 χρόνια τις πάσχιζα τις «Βάκχες», και κάθε φορά έλεγα: «Δεν είναι ακόμα. Δεν γίνεται, δεν καταλαβαίνω τίποτα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα με αυτό το έργο, με τους μαθητές». Και μετά, άντε, έκανα τις «Τρωάδες». Θα μου πεις, τις «Τρωάδες», είναι πιο εύκολες; Όχι, αλλά κάποια έργα μου ξεκλειδώνονταν. Ξέρω 'γω, οι «Ευμενίδες», Παναγία μου, τι έργο οι «Ευμενίδες» του Αισχύλου! Θεέ μου, τι να σου πει! Η «Αντιγόνη». Ακόμα και ο «Ιππόλυτος». Θέλω να πω… Αλλά εκείνες οι έρμες οι «Βάκχες» 10 ολόκληρα χρόνια και κάθε φορά έλεγα: «Όχι». Δεν μου ξεκλειδωνόταν με τίποτα, δεν ήξερα τι να κάνω εγώ με αυτό το έργο. Θα μου πεις: «Μετά μπόρεσες; Βρήκες, καημένε; Καημένε, κι εσύ, βρήκες;». Ε, κάτι βρήκα, τέλος πάντων, και λέω: «Άιντε, θα κάνω αυτό που βρήκα». Και βρήκα αυτό που σου είπα πριν ότι αποκεφαλίζεις αυτό που γέννησες. Και ο δυτικός πολιτισμός απέτυχε, το ήξερε ο Ευριπίδης από το τότε, παρακαλώ. Και είπε: «Η σωτηρία έρχεται απ' τα βουνά». Άιντε βρες το ένστικτο! Αυτό που είπε και ο Παπαδιαμάντης δηλαδή. Ο Παπαδιαμάντης ξεκινάει το «Όνειρο στο κύμα» λέγοντας: «Ότε ήμην φυσικός άνθρωπος…». Ε, αυτό είναι που χάσαμε, ας πούμε. Και αυτό κι εγώ έτσι προσπάθησα να αναζητήσω και προσπαθώ να αναζητώ. Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, όλα αυτά τα χρόνια της ζωής μου, με το δασκαλίκι, με τις συναντήσεις με ανθρώπους έτσι, να, σαν την Πίνα που είπα, και υπάρχουν και πολλοί άλλοι, αλλά εντάξει, θα ήταν ίσως αντικείμενο σε άλλες συζητήσεις. Πάντως είναι αυτό που έλεγα και από την αρχή, πάντα με συνάρπαζε να συναντήσω ανθρώπους από τους οποίους θα είχα να… Από τη ζωή τους και από τον τρόπο που στάθηκαν αυτοί απέναντι στη ζωή να -μην πω διδαχθώ- ναι, να πάρω ιδέες, για να ζήσω εγώ, έτσι; Δεν θα ήθελα ούτε για πρότυπα να μιλήσω ούτε για τέτοια πράγματα που ίσως, όχι, δεν ταιριάζουν, δεν αποκαλύπτουν αυτό που σκέφτομαι. Ανάγκη ήταν, βαθύτερη ανάγκη να δω ενδιαφέροντα, ενδιαφέροντες βίους, έτσι; Γι’ αυτό και από τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας μέχρι την Πίνα Μπάους ή τη Δόμνα Σαμίου ή την Άννα Σικελιανού ή δεν ξέρω εγώ ποιον άλλον έχω συναντήσει και έζησα μαζί τους, γιατί θέλησα να το κάνω να γίνει έτσι, δεν είναι δηλαδή ότι πέρασα. Αν πέρναγε από τη ζωή μου ένας άνθρωπος που ένιωθα ότι είχα να μου ανοίξει πόρτες και παράθυρα και να δω αλλιώς τον κόσμο, με έναν τρόπο πολύ φυσικό τον έβαζα στη ζωή μου και με έβαζε κι εκείνος, δηλαδή σαν να γινόταν έτσι μια μαγική, ας πούμε, ώσμωση. Θα μου πεις: «Πώς;». Έγινε. Λοιπόν, ένα από αυτά που θα ήθελα, ας πούμε, να αφηγηθώ είναι το ότι εγώ παράλληλα, και μάλιστα και λόγω και του θεατρικού εργαστηρίου, μετέφραζα τις… Γιατί αγαπώ πάρα πολύ τη γλώσσα και τα Αρχαία, πάρα πολύ τα αγαπώ τα Αρχαία Ελληνικά, και τέλος πάντων μέσα σε αυτή τη διδασκαλία που έκανα με τους μαθητές μου των τραγωδιών πολλές φορές χρησιμοποιούσα φυσικά τις μεγάλες και σπουδαίες μεταφράσεις που ήδη υπάρχουν. Άλλοτε πάλι, όμως, είχα αρχίσει και χρόνια τώρα μια ιστορία μοναχική, να μεταφράζω είτε αποσπάσματα είτε καμιά φορά… Και έφτασα, μάλιστα, κάποια στιγμή, να πούμε όπως στον «Ιππόλυτο» που κάναμε με τα παιδιά στο σχολείο, τον μετέφρασα ολόκληρο, γιατί μάλιστα δεν έβρισκα και καμιά που να μου αρέσει. Όχι επειδή δεν ήταν καλές, αλλά επειδή δεν μου ταίριαζε εμένα να τα ακούω αυτά τα λόγια από τα συγκεκριμένα στόματα των παιδιών που είχα στο σχολείο αυτήν τη χρονιά. Πώς να σου πω; Αυτός ήταν ο λόγος δηλαδή, όχι ότι, ας πούμε… Του «Ιππόλυτου» υπάρχει μια εκπληκτική που μου έρχεται τώρα μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, εκπληκτική, αλλά δεν μου έκανε. Δεν μου έκανε, γιατί, ας πούμε, είχα τα παιδάκια μου στο σχολείο, που μάλιστα εμένα είναι το 80% των παιδιών ξενάκια, άλλο από την Αλβανία, από την Ουκρανία, από τη Γεωργία, μαυράκια, διάφορα, χαμός γίνεται, ένα μπουκέτο είναι υπέροχο. Ε, και με έναν τρόπο ήθελα… Θα μου πεις: «Τι; Έκανες μια γλώσσα πιο εύκολη;». Καθόλου! Αλλά άλλη πάντως, ήθελα μια άλλη γλώσσα που να βγαίνει από εμένα και όχι από έναν τρίτο και μεταφραστή και να πηγαίνει προς τους μαθητές μου. Θυμάμαι τώρα, ας πούμε, την Αφροδίτη, στον μονόλογο της Αφροδίτης στον «Ιππόλυτο», βγαίνει η Αφροδίτη, που είναι μια κορίτσι από την Αλβανία, και λέει: «Η Φαίδρα θα πεθάνει. Αλλά, ευκλεής…». Δεν καταλάβαιναν στην αρχή τα παιδιά κι έλεγαν: «Κύριε, θα μας κάνετε τη μετάφραση;», γιατί… Αλλά εγώ δεν έκανα εκπτώσεις, θέλω να πω. Αν βγαίνει κάποιο νόημα, αυτή ήταν η λογική μου για τη μετάφραση. Ήθελα να είναι αυτή η μετάφραση που εγώ ήθελα να παραγάγω κι εγώ κάτι την ώρα που οι μαθητές μου παρήγαγαν κάτι μέσα από την τραγωδία με την οποία δουλεύαμε, την οποία μελετούσαμε. Λοιπόν, έτσι συνέχισα, γιατί είχα παρατήσει αυτήν την αγάπη μου για τη μετάφραση απ' τα Αρχαία Ελληνικά από φοιτητής. Θυμάμαι είχα κάνει μια εργασία, μια μετάφραση για τη Σαπφώ, πολλά χρόνια πριν, φοιτητής ήμουνα, τη δεκαετία… Με παρακίνησε ένας δάσκαλος έτσι που ήταν πολύ καλός, ο Γιατρομανωλάκης ο Γιώργης, και είχα κάνει μια μεταφραστική, να πούμε, εργασία πάνω στη Σαπφώ. Και τότε είχα ανακαλύψει και τις φοβερές ποιήτριες της αρχαιότητας. Τώρα, λοιπόν, μέσα στην καραντίνα που σταμάτησαν πολλά, δεν σταμάτησε το σχολείο, γιατί δουλεύαμε πάρα πολύ από το σπίτι. Και μετά ήταν πολύ πιο κουραστικό και πολύ πιο επίπονο το να κάνουμε μάθημα, είχε πολλή προετοιμασία, είχε… Όλα γίνονταν, έπρεπε να γίνουν Word, να παίρνεις εργασίες, να τις διορθώνεις, ένα πολύ δύσκολο πράγμα. Μπορείτε ίσως, μπορεί να το φανταστεί κανείς, αν το σκεφτεί. Οι δάσκαλοι που δούλεψαν καλά στην καραντίνα, δούλεψαν πολύ κουραστικά. Ήταν ένας άθλος α[00:50:00]υτός. Έτσι κι εγώ προσπάθησα, γιατί είχαμε παιδιά που δίνανε εξετάσεις, πανελλήνιες κλπ., αλλά και σε άλλα παιδιά, και στα πιο μικρά παιδιά, που έπρεπε να παραχθεί το εκπαιδευτικό έργο. Αυτό ήταν πολύ απαιτητικό, εν πάση περιπτώσει, και δεν δίνω συνέχεια σε αυτό. Όμως, επειδή ήμουν στο σπίτι, ξετρύπωσα και ήθελα κάτι να νιώσω πιο δημιουργικός, κάτι για εμένα, κάτι, αφού δεν έβγαινα, δεν πήγαινα σινεμά, δεν πήγαινα θέατρο, πουθενά δεν πηγαίναμε δύο χρόνια. Τι έκανα, λοιπόν, εγώ; Ξετρύπωσα εκείνη την παλιά μου αγάπη, τη μεταφραστική, που κοιμόταν τόσον καιρό, γιατί με το σχολείο, την προσπάθεια να τους μάθεις και γράμματα, να κάνεις και δραστηριότητες και το ένα και το άλλο, είχα και το εργαστήρι που μου έτρωγε πάντα πάρα πολύ χρόνο, τώρα βρήκα χρόνο ξαφνικά. Και έτσι, λοιπόν, ξανάπιασα τις ποιήτριες και θυμήθηκα αυτόν τον μεγάλο έρωτα με τη μετάφραση και μάλιστα για το συγκεκριμένο θέμα. Ήξερα την ύπαρξη ορισμένων ποιητριών του αρχαίου κόσμου που έγραψαν στα ελληνικά. Όμως τώρα που τις ξανάπιασα -τώρα, εννοώ πριν 3 χρόνια, τότε που ξεκίνησε η καραντίνα- κι αυτό το ήξερα ότι υπήρχαν κι άλλες, αλλά δεν είχα ασχοληθεί, το είχα παρατήσει. Είναι, σαν να λέμε, είχε μπει στο συρτάρι. Και τώρα ξαφνικά το άνοιξα εγώ αυτό το συρτάρι και τι βγήκε από μέσα από αυτό το συρτάρι! Εγώ νόμιζα ότι θα βγει καμιά μούχλα, λοιπόν, κατσαρίδες και τέτοια. Τίποτα, βγήκανε ομορφιές! Γιατί ψάχνοντας και ανοίγοντας πάλι τα βιβλία μου και τις πηγές μου και τα λεξικά και τους ιστορικούς άρχισα να ανακαλύπτω και άλλες που δεν ήξερα. Αποτέλεσμα, για να μην τα πολυλογώ, σε εκείνες τις φοβερές έτσι νύχτες τις δύσκολες του εγκλεισμού, εγώ έκανα πάρτι εδώ μέσα. Δηλαδή ξεφύτρωναν από τις στάχτες της λήθης υπέροχες γυναίκες του παρελθόντος. Ζωντάνεψαν, αληθινά ζωντάνεψαν. Δηλαδή πιανόμουν από ένα όνομα, από έναν στίχο, η μία με πήγαινε στην άλλη, η μία πηγή με πήγαινε στην άλλη, και ξαφνικά άνοιξαν ασκοί. Βομβαρδισμό δέχτηκα. Δεν ήξερα τι να πρωτοπιάσω, έχασα τον ύπνο μου. Εμφανίστηκαν 63 γυναίκες. 63! Από τις οποίες, από τις 18 μόνο σώζονται μόνο σπαράγματα ποιημάτων τους και από τις άλλες ξέρουμε μόνο το όνομά τους ή και μια πληροφορία για αυτές, ότι αυτή ήταν σύζυγος του τάδε, κόρη του τάδε ή ότι αυτή έγραψε ένα έργο που λεγόταν έτσι ή ότι αυτή είχε πολύ μεγάλη φήμη στα -ξέρω 'γω- στα συμποσιακά τραγούδια ή ότι αυτή ερχόντουσαν και την έβλεπαν βαθείς σοφοί, γιατί δεν έφυγε ποτέ από το χωριό της ή... Κάτι τέτοιες πληροφορίες σαν ξεκομμένες, σαν σπαραγμένες, όλα θραύσματα, όλα σπαράγματα. Και το πιο έτσι εντυπωσιακό από όλα ήταν ότι για τις πιο πολλές από αυτές, όλες τις πληροφορίες που ανακάλυψα ότι έχουμε είναι κυρίως πληροφορίες από όχι τόσο σύγχρονους, αλλά μεταγενέστερους από αυτές, ιστορικούς, λεξικογράφους, που όμως μιλούσαν επιτιμητικά γι' αυτές, συκοφαντώντας τες. Δηλαδή, ένας, ας πούμε, ήθελε να πει ότι αυτή ήταν μια μεγάλη εταίρα, μια φριχτή, που έκανε… Λέγανε και μάλιστα και με λεξιλόγιο πολλές φορές -κάτι Ρωμαίοι- πάρα πολύ -δεν θα ’θελα να πω- πάρα πολύ ακραίο, πολύ άσχημα λόγια γι' αυτές. Και λίβελους δηλαδή γι' αυτές. Και έτσι όμως, χάρη σε αυτούς και χωρίς καθόλου να το ξέρουν ή χωρίς καθόλου να το θέλουν, επέτυχαν το αντίθετο, να μας διασωθούν ορισμένες -έστω και αποσπασματικές- πληροφορίες για σπουδαίες γυναίκες, οι οποίες υπήρξαν σπουδαίες ποιήτριες. Και εκεί που αυτός ήθελε, λοιπόν, να τη χώσει βαθιά μέσα στη γη και να τη θάψει στην αιώνια λήθη, κατάφερε να μας κινήσει εμάς σήμερα το ενδιαφέρον να τις ψάξουμε κι άλλο. Είναι καταπληκτικό. Αυτό εμένα, λοιπόν, με συνάρπασε. Και άρχισα να ασχολούμαι μαζί τους. Πέρασα πάρα πολύ ωραία με αυτές. Κάθε φορά κι άλλη μία ξετρύπωνε. Κι όσες βέβαια είχανε και διασωθέντα ποιήματα, που ήταν άλλοτε 11 στίχοι, άλλοτε 25 στίχοι, άλλοτε 7 μικρά τετράστιχα, άλλοτε… Πάντως πολύ λίγα πράγματα γενικά, που βέβαια οι ειδικοί επιστήμονες, γι' αυτούς δεν είναι καινούρια, δηλαδή υπάρχουνε επιστήμονες μεγάλοι, σπουδαίοι, σοβαροί, που από τον προηγούμενο αιώνα και από τον προπροηγούμενο έχουνε δημοσιεύσει αυτά τα πράγματα, αλλά τα ξέρουνε πολύ λίγοι, πάρα πολύ λίγοι. Κι εγώ εκεί, λοιπόν, έπαθα έτσι ένα... Μου ήρθε ένα μεγάλο κλικ. Είπα: «Δεν είναι δυνατόν, αυτές δεν μπορεί να είναι μόνο στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων και στα papers των επιστημόνων. Αυτές πρέπει να τις μάθει ο κόσμος και, αν είναι δυνατόν, έστω και τα ονόματά τους μόνο ότι υπάρχουν, μόνο σαν ονόματα, σαν παρουσίες. Γιατί; Γιατί υπήρξαν σημαντικές». Μπορεί και να μην υπάρχει τίποτα πια από αυτές ή ελάχιστα από αυτές... Καλά, όσα σώζονται, όσα ελάχιστα σπαράγματα σώζονται από αυτές, είναι πολύ σπουδαία. Πάρα πολύ σπουδαία. Υπάρχει, ας πούμε, η ποιήτρια, η φοβερή ποιήτρια, Ανύτη. Μα άκου όνομα! Ανύτη! «Δηλαδή βαφτίζεις το κορίτσι σου σήμερα Ανύτη για δεν το βαφτίζεις;» είπα εγώ. Και λέω: «Δεν γίνεται, πρέπει αυτό το όνομα, πρέπει να το ακούσουν οι νέες μητέρες, μήπως πουν το κορίτσι τους Ανύτη». Κι αν μάθουν και την ιστορία της, που ήταν ένα ιδιαίτερο κορίτσι αυτό, που ζούσε στην Τεγέα, από την οποία δεν έφυγε ποτέ, εκεί στην Αρκαδία, δεν έφυγε, ποτέ δεν έφυγε. Και η οποία έγραφε ποιήματα μικρά που τα έμαθε ο τότε γνωστός κόσμος και ερχόντουσαν βαθείς σοφοί, για να τη συναντήσουν, ποια είναι αυτή. Γιατί αυτή δεν την ενδιέφερε να βγει από το χωριό της. Και τι έγραφε αυτή; Αυτή πρέπει να είναι -απ' όσο ξέρουμε- πρέπει να είναι στην παγκόσμια λογοτεχνία η πρώτη η οποία έγραψε επιτύμβια για τα ζωάκια και για τα έντομα. Μα δεν είναι συγκλονιστικό; Πώς να μην ασχοληθείς με την Ανύτη! Η Ανύτη τώρα κυκλοφορεί εδώ σ’ αυτό το σπίτι, εγώ δεν… Πώς να σου πω; Είναι φαντάσματα, όχι φαντάσματα, παρουσίες αυτές πια. Εγώ πια ζω μ’ αυτές. Σου είπα μία. Σκέψου τώρα όλες αυτές! Η άλλη, η Θεανώ. Δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν, μόνο το όνομά της, μόνο ότι υπήρξε. Ακόμα και αυτή η ελλειπτικότητα εμένα μού εξάπτει τόσο πολύ τη φαντασία μου, που φτιάχνω ιστορίες. Πώς να ήταν τώρα η Θεανώ; Ήταν αδύνατη, ήταν ψηλή; Ήταν κοντούλα, ήταν ασχημούλα, αλλά ευαίσθητη και τρυφερή; Είχε αγόρι, δεν είχε; Είχε κορίτσι, τι είχε; Πώς κυκλοφορούσε, τι φορούσε; Πώς ήταν τα μαλλιά της; Σγουρά; Όχι. Μακριά; Όχι. Κοτσίδες; Τι; Δεν… Έχω πάθει μεγάλη ζημιά και άρχιζα, λοιπόν, όχι μόνο να μεταφράζω αυτά τα σπαράγματα που σώζονται, που το έκανα, πολύ απαιτητικό ήταν αυτό, πολύ βασανιστικό, η μετάφραση είναι μια ολόκληρη μαγική και δύσκολη πορεία. Είναι μονοπάτια δύσβατα, δηλαδή όλο κοτρόνες είναι και λακκούβες, γούρνες έτσι, και πέφτεις μέσα και άντε ξανασηκώνεσαι, και αυτό είναι η μετάφραση. Γιατί δεν είναι ότι είδες τη λέξη και ξέρεις ότι αυτή η λέξη σημαίνει αυτό, τι ωραία. Όχι. Πρέπει να μπεις στον κόσμο της. Κάνεις, ας πούμε, σε ένα πρώτο επίπεδο την κατά λέξη μετάφραση. Δεν διαβάζεται αυτό το πράγμα. Είναι -δεν διαβάζεται- είναι ένα κακόηχο και φρικτό και τίποτα. Δεν έχει, δεν γεννά κανένα συναίσθημα. Μετά, το ξαναφτιάχνεις λίγο πιο ελεύθερο. Άμα δεν μπεις, όμως, στον κόσμο, στην εποχή και -αν είναι δυνατόν- στην ψυχολογία και στη φιλοσοφία και στην προσωπικότητα, ακόμα ακόμα και στο πού καθόταν… Κάτω από δέντρο; Σε μια πέτρα; Τι έτρωγε; Τι είχε φάει πριν λίγο; Ένα ψάρι; Ένα σουβλάκι; Τι είχε φάει; Μια σαλάτα; Έτρωγε αυτή;[01:00:00] Δεν έτρωγε; Ήταν λιτοδίαιτη; Πώς να σου πω, όλα αυτά δεν έχουνε καμία αναφορά στην ιστορική πηγή, δεν υπάρχουν. Έτσι; Αλλά σου γεννιούνται, μοιραία σου γεννιόνται, γιατί είναι οι στίχοι που διαβάζεις και λες… Φτιάχνεις μια δική σου, να πούμε, ναι, φτιάχνεις ένα πορτρέτο. Μπορεί να είναι αυθαίρετο, μπορεί και να μην είναι ή σίγουρα είναι. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι να πω. Πάντως φτιάχνεις, αναπλάθεις, μ' έναν τρόπο αναπλάθεις έναν χαμένο κόσμο που δεν θέλεις να χαθεί οριστικά. Αυτό, λοιπόν, με παρακίνησε και έπεσα πραγματικά με τα μούτρα, έχασα τον ύπνο μου, σηκωνόμουν τη νύχτα, πάλευα με μία λέξη κάνα 2, 5 μέρες, 7, 8, δεν ξέρω 'γω τι. Ξαναγύριζα, τα ξαναδιάβαζα, τα έσκιζα, τα ξανάγραφα. Και για εκείνες για τις οποίες δεν βρέθηκε τίποτα… Α! Γι' αυτές τώρα εγώ έγραφα δίπλα και τις σημειώσεις που διάβαζα από τις πηγές, τις ιστορικές, τι έχουν πει οι επιστήμονες, γιατί εγώ δεν είμαι επιστήμονας φιλόλογος, είμαι δάσκαλος, έτσι; Λέμε καμιά φορά: «Είμαστε φιλόλογοι» στο Λύκειο. Δεν είσαι φιλόλογος, δάσκαλος είσαι. Ο φιλόλογος είναι ο επιστήμονας που κάνει έρευνα και οι φοβεροί αυτοί άνθρωποι που αναλώνουν τη ζωή τους για έναν ποιητή, για έναν στίχο, για ένα βιβλίο, για ένα… Αυτά τα σπουδαία πράγματα που κάνουν οι επιστήμονες, αυτές οι μοναχικές υπάρξεις, οι τρομερές, που εγώ πολύ τις θαυμάζω, έτσι; Εγώ, ο καημένος, έτσι σαν μόνο γοητευμένος και πάλι με το μεράκι μου -αυτό το γνωστό- να τα πω και σε άλλους, αυτό ήθελα να κάνω, ήθελα να αφηγηθώ την ιστορία αυτών των κοριτσιών. Και γι’ αυτό κατέγραφα, αφού μετέφραζα, έκανα δύο δουλειές. Από τη μία μετέφραζα αυτά τα ποιήματα που όλα ήταν τραγούδια. Ξέρουμε πως αυτά -αν όχι όλα- τα περισσότερα τραγουδιόντουσαν. Κάποια από αυτές, ας πούμε, έφτιαχνε τραγούδια που τα τραγουδούσαν χορωδίες κοριτσιών, το ξέρουμε, είναι καταγεγραμμένο, είναι σε πηγή. Άλλη έγραφε τραγούδια που ήταν φτιαγμένα, για να τραγουδιούνται σε συμπόσια. Ξέρουμε, μάλιστα, ο Αριστοφάνης τη μνημονεύει δυο φορές, στις «Σφήκες» και θαρρώ στους «Βατράχους» -δεν θυμάμαι- ως αγαπημένη των συμποτών. Στα συμπόσια τραγουδούσαν τραγούδια, δηλαδή την τιμούσε, την τίμησε αυτός. Πώς να σου πω, ενώ χάθηκε, ξεχάστηκε, την ξέχασαν όλοι. Η άλλη, η Κόριννα, ας πούμε, που ήταν μια ποιήτρια, η οποία λέει ο θρύλος ότι νίκησε τον Πίνδαρο 8 φορές σε αγώνες, το οποίο είναι μάλλον ψέμα, δεν μπορεί να συνέβη, γιατί κατ’ αρχάς δεν ξέρουμε πότε έζησε. Μπορεί να έζησε στον 5ο, μπορεί να έζησε στον 3ο, δηλαδή όλα είναι μέσα σε μια σφαίρα του μύθου, μέσα σε μια σφαίρα του θρύλου, αλλά και μόνο που διασώθηκε ως τις μέρες μας ένας τέτοιος θρύλος, καταλαβαίνεις τι γυναίκα θα ήταν αυτή. Για να φτάσει μέχρι εμάς στο αυτί μας, σήμερα, ότι αυτή η γυναίκα μπορεί -έστω- να νίκησε τον Πίνδαρο 8 φορές σε αγώνες… Είναι προφανώς ψέμα, αλλά κοίτα τι μύθος έφτασε σε εμάς! Δηλαδή φαντάσου πόσο αυτή θαυμάστηκε, αγαπήθηκε, δεν ξέρω εγώ τι, και τώρα εμείς θα την ξεχάσουμε; Θα την αφήσουμε πίσω; Έτσι, λοιπόν, εγώ για την καθεμιά τι έκανα; Κρατούσα σημειώσεις για τον βίο της. Και μετά, λοιπόν, όταν έγινε ένα μεγάλο σώμα με τα μεταφρασμένα και τα βιογραφικά, τα βιογραφικά μού φάνηκαν ξινά. Και τι έκανα; Μόνο του βγήκε! Έγραψα για την καθεμιά ένα έτσι -τι να το πω τώρα εγώ, δεν θέλω να το πω…- ποιητικώδες βιογραφικό και λέω: «Είναι από εδώ μια αφηγήτρια, η οποία αφηγείται κάτι, που ξέρουμε, που μαζέψαμε, σταχυολογήσαμε από τις υπάρχουσες πηγές για την κάθε ποιήτρια, και μετά ακολουθεί το μεταφρασμένο της ποίημα». Και βγήκε ένα σαν -άρχισε να μου φαίνεται αυτό- σαν παράσταση, σαν ότι κάτι γίνεται, ότι έχεις μια αφηγήτρια που αφηγείται τη ζωή αυτού του κοριτσιού ή αυτής της γυναίκας και από δίπλα το ποιηματάκι της μεταφρασμένο ή τα σπαράγματα ενωμένα σε ένα, μεταφρασμένα. Και μ' άρεσε πολύ, έτσι όπως το είδα. Συνέβη τότε, λοιπόν, μια συγκυρία, γιατί τώρα θα αρχίσω να μιλήσω για συγκυρίες, γιατί πολλοί λένε ότι δεν υπάρχουν θαύματα. Ναι, είναι λάθος, ενημερώστε τους, παρακαλώ, ότι το θαύμα υπάρχει. Δεν ξέρω πώς θέλετε να το ερμηνεύσετε αυτό, δεν το λέω μεταφυσικά, δεν ξέρω τι το λέω, σ’ το λέω συμπαντικά; Δεν έχω ιδέα. Ξέρω όμως, εγώ τουλάχιστον έτσι το βιώνω, θα το πεις τύχη; Τυχαίο γεγονός; Πες το κι έτσι, όπως θες, πες το. Πάντως είναι μαγικό, και αφού είναι μαγικό, είναι κοντά με το θαύμα. Τι ήταν αυτό που έγινε, λοιπόν; Εγώ εκείνη την εποχή λίγο πριν την καραντίνα, είχα αρχίσει αυτή την ιστορία και μετά προχώρησε με την καραντίνα, αλλά είχε ταυτόχρονα συμβεί το εξής. Λίγο πριν την καραντίνα. Μέσα σε όλες αυτές τις δραστηριότητες που έκανα πάντα για το σχολειό μου, μία που την έχω βάλει στόχο εδώ και χρόνια που είμαι σε αυτό το σχολείο το ιστορικό, επειδή είναι ένα σχολείο από το οποίο αποφοίτησαν πάρα πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι. Είχαμε κάνει με μαθητές μου, μια ολόκληρη ομάδα, μια εργασία, ξετρυπώσαμε από τα αρχεία του σχολείου ποιοι και πόσοι επώνυμοι και φοβεροί και προκομμένοι άνθρωποι τελείωσαν απ' αυτό το σχολείο, το ιστορικό, και βρήκαμε, τι να σου πω τώρα! Εκατοντάδες σπουδαίους ανθρώπους της σύγχρονης Ελλάδας. Να πω μερικά ονόματα. Πάω από πολιτικούς. Εντάξει, καλά, ο Καραμανλής και άλλοι. Από ποιητές και λογοτέχνες; Ο Άγγελος Τερζάκης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιώργος…  -έλα, μωρέ, κόλλησα τώρα, με συγχωρείς, έχω κολλήσει, είναι τόσα τα ονόματα-, ο Κλέων Παράσχος. Από τους σκηνοθέτες, τι; Ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο Μίνως Βολανάκης, ο Δημήτρης Ροντήρης. Καλλιτέχνες πολλοί. Καλά, ηθοποιοί πάρα πολλοί, έτσι; Επίσης, επιστήμονες σπουδαίοι. Επίσης, επιχειρηματίες πολύ γνωστοί, έτσι, που έκαναν πολύ, πολύ μεγάλη πορεία στη σύγχρονη Ελλάδα. Ο Μικρούτσικος ο Θάνος, η Μαρία Φαραντούρη…

Α.Τ.:

Για να φτάσω σε αυτό, για να μην σε κουράζω πολύ με όλους αυτούς τους επώνυμους. Εγώ, λοιπόν, σκέφτηκα ότι ήταν μια πολύ ωραία ευκαιρία οι μαθητές μου -το είχαμε στα χέρια μας, ήταν έτοιμο- να κάνουμε αφιερώματα κάθε χρόνο σε έναν από αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους για να τους γνωρίζουν τα παιδιά. Και μάλιστα, γεμίσαμε τους τοίχους με τις φωτογραφίες τους και ένα μικρό τους βιογραφικό, και έτσι έγινε και το σχολείο σαν ένας εκθεσιακός χώρος. Δηλαδή βγήκαν πολλές ιδέες από αυτό. Κάναμε με τα παιδιά μου πολλή, πολλή δουλειά και βγήκαν πολύ ωραία πράγματα. Κάναμε και τριήμερους εορτασμούς και ήρθε κόσμος και τα είδε κλπ. Τέλος πάντων, για να γυρίσω σε αυτό που θέλω. Μία από τις δραστηριότητες που κάναμε θεσμό στο σχολείο είναι να κάνουμε μια τιμητική βραδιά για να γνωρίσουν οι μαθητές το έργο και την προσωπικότητα αυτών των ανθρώπων. Μεταξύ αυτών, είχαμε κάνει τον Μικρούτσικο, ήρθε ο καημένος, έκανε τη συναυλία του κλπ. Φτάνω, όμως, εκεί που θέλω, που είναι η Μαρία Φαραντούρη. Έστειλα εγώ ένα mail στο επίσημο site της, δεν την ήξερα τη γυναίκα, αλλά λέω: «Δεν θα γνωρίσουν τα παιδιά τη Φαραντούρη; Είναι δυνατόν; Αυτόν τον τιτάνα, αυτό το μεγαλειώδες πλάσμα που είναι συνδεδεμένο με την τέχνη και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας με έναν τέτοιο εκπληκτικό τρόπο. Και είναι και οικουμενική, την ξέρει όλος ο κόσμος;». Και μάλιστα, το mail μου τη βρήκε τη Μαρία στη Σεούλ. Ήταν τότε σε μια… που την τιμούσαν στη Σεούλ. Και έγραψα δύο λόγια αγάπης, ότι θα κάνουμε -το είχα ξεκινήσει- είχαμε ετοιμάσει το αφιέρωμα για τα παιδιά, δουλεύαμε με τα παιδιά, δουλεύαμε 3 μήνες και το είχαμε προγραμματίσει και συγκεκριμένη ημερομηνία δηλαδή και της έγραψα για να την ενημερώσω. Ε, λοιπόν, έλαβα απάντηση. Η απάντηση ήταν να της τηλεφωνήσω και το νούμερό της. Εγώ τα έχασα, δεν περίμενα να… Η Φαραντούρη τώρα. Είχα διαβάσει κιόλας ότι δεν πάει σε σχολεία και σε τέτοια, γιατί βαριέται και δεν την ενδιαφέρει το να την τιμούν και το παρελθόν. Την ενδιαφέρει τη Μαρία -όπως τη γνώρισα μετά- είδα ότι είναι ένας άνθρωπος που τη νοιάζει το από τώρα και πέρα. Εντάξει, φυσικά σέβεται πάρα πολύ όλους που την τιμούν και τέτοια, αλλά θέλει να πηγαίνει μπροστά, να κάνει καινούρια πράγματα και τέτοια. Και από το πρώτο τηλεφώνημα με τη Μαρία νομίζω ότι ήταν έτσι αμοιβαίο το ενδιαφέρον και έτσι η αγάπη που δείξαμε. Κατάλαβε η Μαρία ότι πραγματικά κάναμε κάτι πολύ ουσιαστικό και όχι μόνο ήρθε, αλλά και τραγούδησε. Και μάλιστα, έζησα εκεί το επίσης καταπληκτικό ότι με τη Μαρία μας βγήκε μια αληθινή φιλία και το θεωρώ άλλη μια ευλογία. Συνέβη, ωραία, δεν θέλω να πω παραπάνω για αυτό. Συνέβη. Η Μαρία, λοιπόν, κάποια στιγμή εκεί που τρώγαμε, μου λέει: «Μα καλά, εσύ δεν γράφεις τίποτα; Λείπουν οι κύκλοι ποιητών -λέει-, οι κύκλοι τραγουδιών, ποιητές καινούριοι. Εσύ -μου λέει- τα λες τόσο ωραία, έτσι με τα παιδιά σου και όλα αυτά, κάνεις τόσο ωραία... Τόσο καλό παιδί». Με αγαπάει η Μαρία, είναι αλήθεια, και νιώθω ιδιαίτερη τιμή για αυτό, αλλά, τέλος πάντων, θέλω να πω ότι της λέω: «Ναι, γράφω -λέω- να, έχω κάτι [01:10:00]καταπληκτικό, με το οποίο ασχολούμαι τώρα, που είναι πάρα πολύ ωραίο». Μου λέει: «Τι;». Και της λέω για τις ποιήτριες και η Μαρία μου λέει: «Παιδί μου, αυτό -λέει- που λες είναι θαυμάσιο. Αυτό… Θέλω να τις τραγουδήσω -μου λέει- αυτές!». Εγώ ούτε πήγε στο μυαλό μου, δεν… Δηλαδή δεν ξέρω, πήγε, δεν πήγε; Δεν θυμάμαι. Το χάνουμε και μες στον χρόνο τώρα, πάντως έγινε κάπως έτσι αυτό το πράγμα και μετά εγώ ξανάπιασα τις μεταφράσεις για να τις κάνω -δεν ήταν φιλολογικές-, αλλά για να τις κάνω πιο έτοιμες για τραγούδια. Άρα, δηλαδή, αυτό το έναυσμα της Μαρίας μού πυροδότησε την ιδέα να γίνουν αυτό που ήταν αυτά τα ποιήματα, τραγούδια! Στη Μαρία το οφείλω αυτό! Δηλαδή ήρθε, δεν ξέρω, το προκάλεσα εγώ; Έγινε μία ώσμωση. Έγινε μία ώσμωση με αυτήν τη φοβερή γυναίκα που είναι η Μαρία Φαραντούρη. Γιατί είναι μία φοβερή γυναίκα η Μαρία Φαραντούρη. Είναι ένα άστρο, είναι από αυτά τα πλάσματα τα μεγαλειώδη. Και πράγματι, λοιπόν, παίδεψα ξανά τα ποιήματα, σκεφτόμουν μέχρι και -τώρα θα το πω αυτό, δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά έτσι εγώ το βιώνω- ακόμα και το «ρ» της Μαρίας. Όταν η Μαρία τραγουδά, το «ρ» της εμένα με κάνει και τρέμω, με συγκινεί, με τρελαίνει, είναι… Δεν ξέρω. Και προσπάθησα να βρω λέξεις με «ρ», δηλαδή μέχρι εκεί έφτασα. Το έκανα, το έκανα. Το έκανα με τόση αγάπη και με τόσο πάθος και πράγματι της Μαρίας της άρεσαν πάρα πολύ. Κατ’ αρχάς, ενστερνίστηκε αυτό το πάθος μου για τα κορίτσια, για τις γυναίκες αυτές τις φοβερές. Το ζήσαμε μαζί, από ένα σημείο κι ύστερα το ζήσαμε μαζί με τη Μαρία. Και μετά, συμβαίνει το εξής ακόμα πιο καταπληκτικό. Ψάχνουμε να βρούμε, λέμε: «Να βρούμε έναν συνθέτη». Με ένα στόμα, μια φωνή, είπαμε τη Λένα Πλάτωνος. Εντάξει, ναι, μας ήρθε μαζί το όνομα. Ήτανε... Δεν μπορούσαμε να πάμε αλλού, γιατί είναι ένα άλλο κεφάλαιο τώρα η Λένα Πλάτωνος, έτσι; Και εγώ είπα: «Μα θα θέλει; Θα ενδιαφερθεί;». Ξέρω ότι είναι παραγωγική, γιατί την παρακολουθώ, είμαι φαν της Πλάτωνος από νέος και μέχρι τώρα, έτσι; Αλλά ούτε καν στα όνειρά μου να φανταστώ εγώ ότι θα πάρουμε τηλέφωνο την Πλάτωνος. Θα μου πεις: «Με τη Μαρία το φανταζόμουνα;». Ούτε που το…   Θέλω να σου πω, όταν κάτι θες, σαν να αυτό που λένε, συνωμοτεί το σύμπαν και γίνεται, είναι αλήθεια. Είναι αλήθεια, χωρίς να κάνω τίποτα, μόνο με το να είμαι, ήρθαν αυτές οι σπουδαίες γυναίκες στη ζωή μου. Βέβαια, βοήθησε το έργο, δηλαδή οι ποιήτριες μού τις φέρανε. Θα μου πεις: «Τις ποιήτριες εσύ;». Δεν ξέρω ποιος έφερε ποιον. Πάντως, σαν να είμαστε μια παρέα γίναμε τελικά, για να γίνει αυτό το έργο. Η Λένα όχι μόνο με το πρώτο τηλεφώνημα ενθουσιάστηκε, αλλά ζήτησε να με δει αμέσως. Πήγα, και η πρώτη μας συνάντηση κράτησε 7 ώρες. Ενθουσιάστηκε με τις κοπέλες, ενθουσιάστηκε με τα ποιήματα και έπιασε αμέσως δουλειά. Η Λένα είναι ευφυής, όχι μόνο στη μουσική της, είναι σαν πλάσμα ευφυές, είναι… Η Λένα είναι συμπαντική. Η Λένα είναι άχρονη. Όπως και η μουσική της είναι άχρονη. Και βέβαια, μετά με τη Μαρία που το συζητάγαμε, λέγαμε ότι σκεφτήκαμε τη Λένα, γιατί; Γιατί η Λένα Πλάτωνος είναι μία συνθέτις η οποία -ένα πλάσμα είναι η Λένα Πλάτωνος- η οποία μπορεί να επικοινωνήσει το παρελθόν με το παρόν, αλλά και το μέλλον. Σαν να παίρνει δηλαδή το χτες, το φέρνει στο σήμερα και το σπρώχνει και το πάει πέρα στο μέλλον, που δεν τελειώνει. Αυτό κάνει η Λένα. Όταν το συνειδητοποιήσαμε αυτό με τη Μαρία, είπαμε πόσο δικαιωθήκαμε με την επιλογή μας. Και πράγματι, αποδείχθηκε, γιατί η Λένα μελοποίησε, παρακαλώ, -ούτε στα όνειρά μου- μελοποίησε αυτές τις ποιήτριες, για τις οποίες εγώ εδώ έκανα τα νυχτέρια μου και τις ζωντάνεψα. Νόμιζα μόνος μου. Κι όμως, δεν ήταν. Φαίνεται ότι αυτές οι ποιήτριες μόνες τους είχαν μια τέτοια δυναμική που με πήγαν εκεί που με πήγαν. Με πήγαν, χτυπήσαμε -αυτές με κάνανε- και χτυπήσαμε την πόρτα της Φαραντούρη και χτυπήσαμε την πόρτα της Πλάτωνος. Και εκείνες, φυσικά, άνοιξαν τις πόρτες τους διάπλατα και δέχθηκαν όλες αυτές τις άλλες μούσες αυτές, γιατί είναι μούσες αυτές, έτσι; Εντάξει τώρα, η Φαραντούρη και η Πλάτωνος είναι κι αυτές πια στην ιστορία ήδη. Και θα είναι, έτσι; Σαν να ενώθηκαν με τις παλιές αυτές ποιήτριες. Ποιήτριες κι αυτές, γιατί ποιήτρια είναι και η Μαρία. Η Μαρία είναι η τραγουδίστρια, η αοιδός, ε; Η τραγουδίστρια με μια έτσι αρχαιά έννοια του όρου. Μούσα. Ραψωδός. Έτσι; Άλλωστε, μόνο ποιητές τραγούδησε η Μαρία. Μόνο ποιητές και μεγάλους ποιητές. Και οι συνθέτες, βέβαια, είναι κατά μία έννοια ποιητές, αλλά για να μιλήσω για τον λόγο, μόνο μεγάλους ποιητές. Και η Λένα είναι και η ίδια ποιήτρια, και μάλιστα πολύ σπουδαία, έτσι; Η δε μουσική της, εντάξει, είναι συμπαντική. Το είπα και πριν. Έτσι, λοιπόν, έγινε το έργο που ονομάζεται «Των σιωπηλών σπαράγματα». Όσο γινόταν αυτό, όσο δηλαδή η Λένα έγραφε τη μουσική, η Μαρία μάθαινε τα τραγούδια και γινόταν όλο αυτό το μαγικό πράγμα, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από την Τζούλια Τσιακίρη, μία άλλη σπουδαία, η οποία είναι η εκδότρια των εκδόσεων «Το Ροδακιό». Εγώ βέβαια την ήξερα, όχι προσωπικά. Τη θαύμαζα, γιατί ήμουνα φαν των βιβλίων, γιατί όλοι ξέρουν ότι «Το Ροδακιό» είναι από τις καλύτερες εκδόσεις, ιδιαίτερα καλλιτεχνικές, έτσι αγαπημένες εκδόσεις, αριστουργήματα είναι. Κάθε βιβλίο που εκδίδει η Τζούλια Τσιακίρη είναι ένα εκδοτικό γεγονός, έτσι; Και έχουμε μία κοινή φίλη, μία ζωγράφο σπουδαία, την Ευανθία τη Σούτογλου, παιδική μου φίλη. Αυτός ο πίνακας που βλέπεις εκεί είναι δικός της. Η Ευανθία η Σούτογλου, αγαπημένη μαθήτρια του Τέτση, ζωγραφίζει έτσι -παρένθεση τώρα-, ζωγραφίζει μοναδικά. Μοναδικά, μοναδικά. Είναι και ένα σπουδαίο κορίτσι. Είναι παιδική μου φίλη αγαπημένη, από το χωριό, από το χωριό της μαμάς. Και ακόμα πολύ φίλη μου, χρόνια τώρα. Είναι φίλες με την Τζούλια την Τσιακίρη αυτές οι δύο κυρίες, έτσι, η Ευανθία, και της έχει κάνει εξώφυλλα, έχει εικονογραφήσει βιβλία «του Ροδακιού» και της είχε μιλήσει για έναν φίλο που μεταφράζει τις ποιήτριες της αρχαιότητας. Και η Τζούλια, βέβαια, το τσίμπησε αμέσως ως θέμα και με πήρε τηλέφωνο και μου λέει: «Είμαι η Τζούλια Τσακίρη». Έμεινα εγώ με το ακουστικό στο χέρι, γιατί τη θαυμάζω. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, και μου λέει: «Μπορώ να τα δω; Μου είπε η Ευανθία...», και αυτά. Λέω: «Ναι, βεβαίως. Βέβαια, εγώ -λέω- δεν προτίθεμαι να....». Ναι, δεν είχα σκεφτεί να κάνω μια έκδοση, ας πούμε, και της είπα μάλιστα: «Δυσκολεύομαι και οικονομικά και δεν μπορώ να το κάνω». Η Τζούλια η Τσιακίρη, όμως, το ήθελε. Και όχι μόνο το ήθελε, το έκανε, και το έκανε και σε χρόνο ντε τε. Πέσαμε με τα μούτρα, δουλέψαμε πάρα πολύ και υπέροχα. Άλλο ένα ταξίδι, λοιπόν, μού ανοίχτηκε εκεί που δεν το περίμενα και βγήκε ένα βιβλίο ξαφνικά που εγώ δεν το νιώθω σαν δικό μου. Νιώθω ότι είναι οι ποιήτριες. «Βγήκαν οι ποιήτριες», λέω. Και μάλιστα, γι' αυτόν τον λόγο της είπα κάτι έτσι χαριτολογώντας, όχι, πιστεύοντάς το, ότι ήθελα μπροστά μπροστά στο εξώφυλλο να μην είναι το όνομά μου, να λέει μόνο: «Των σιωπηλών σπαράγματα». Και μου έλεγε: «Δεν γίνεται, παιδί μου. Το όνομα του συγγραφέα πρέπει να είναι, του μεταφραστή». Λέω: «Όχι, όχι». Και το δέχτηκε! Είναι απίθανη. Είναι απίθανη η Τζούλια Τσιακίρη. Έβγαλε ένα βιβλίο που δεν φαίνεται το όνομα, ποιος το έκανε. Γιατί πίστεψε ότι, ναι, είναι οι ποιήτριες μπροστά, δεν είναι κανείς άλλος. Έκανε αυτό το φοβερό για εμένα, πολύ τολμηρό εκδοτικό τόλμημα ή πράγμα ή βήμα η Τζούλια. Τέλος πάντων, έτσι βρεθήκαμε αυτή τη στιγμή σε μια συντυχιά, όπως την είπε η Τζούλια. Η Λένα η Πλάτωνος το είπε: «Μια συναστρία». Ναι, όλες αυτές οι καταπληκτικές συναντήσεις που δώσανε τη δυνατότητα στις ποιήτριες να βγουν από τη λήθη, να υπάρξουν. Και τώρα ετοιμάζεται μάλιστα... Καλά, φτάσαν[01:20:00]ε στα αυτιά του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Τι να πεις τώρα για τον Μιχαήλ Μαρμαρινό… Δεν λέω τίποτα. Ξέρει όλος ο κόσμος. Ο οποίος επίσης αγάπησε πάρα πολύ και το βιβλίο, τις ποιήτριες δηλαδή, και φυσικά τη μουσική της Λένας, και βέβαια είναι κι αυτός πολύ, έτσι αγαπά κι αυτός πάρα πολύ τη Φαραντούρη, και το ενέταξε στις εκδηλώσεις της Ελευσίνας «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», που θα… Και θα κάνουμε τη συναυλία μας, μια παράσταση είναι αυτό, δεν είναι... Ο Μιχαήλ -νομίζω ότι μου επιτρέπεται να το πω, δεν θα μου απαγόρευε να το πω- είπε κάτι πολύ ωραίο. «Θα είναι -λέει- ένα οπτικό ακρόαμα». Μα δεν είναι...; Πώς το σκέφτηκε; Είναι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Και θα ζήσουμε αυτό στην πανσέληνο του Ιουλίου, θα ξαναζωντανέψουν χάρη στη Λένα πρώτα απ’ όλα, χάρη βέβαια στη φωνή της Μαρίας και χάρη στην… Α, και θα κάνει και μια χορογραφία, έχει 3 χορευτές -2 κορίτσια και 1 αγόρι- ο Δάφνις ο Κόκκινος. Και να που συναντιέται και ο Δάφνις και η Πίνα και ο χορός και όλα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Και εγώ νομίζω πως θα ’θελα την αφήγησή μου να την τελειώσω με αυτό, γιατί είναι το όνειρο μέσα στο οποίο βρίσκομαι και νομίζω ότι θα το δω κιόλας και θα το ακούσω και θα το γευτώ και θα… Στις 13 Ιουλίου στην Ελευσίνα αυτό το καλοκαίρι. Και εύχομαι με τις ποιήτριες, με τα κορίτσια, να γίνουνε και άλλα τέτοια ταξίδια. Μου φέρνουν κόσμο. Πράγματι, τις προάλλες βρέθηκα σε μια παρέα νέων κάπου -καφέ πίναμε- και μου είπε μία κοπέλα ότι: «Μου έφερε -ένας φίλος μου- μου έφερε το βιβλίο σου και το διάβασα». Δεν την ήξερα την κοπέλα, πρώτη φορά την έβλεπα, και μου λέει: «Και εγώ -λέει- περιμένω παιδί και αν είναι κορίτσι, θα το πω Ανύτη». Δεν είχα συζητήσει τίποτα πριν, και λέω: «Θεέ μου, τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα». Νιώθω την ανάγκη να σταματήσω και με τη σκέψη και τη χαρά που μου έδωσες για να μπορέσω να μιλήσω γι' αυτό το ταξίδι. Αυτά τα ταξίδια, δεν ξέρω από πού ξεκίνησα και πού τελειώνω, δεν θυμάμαι. Νομίζω από το σχολείο, από το δασκαλίκι μου, την αγάπη μου να δίνω αυτά που ξέρω, αν μπορώ να τα δώσω και όπως μπορώ να τα δώσω, και να τα παίρνω πίσω μ' έναν άλλον τρόπο πολύ πολύ μαγικό. Σ’ ευχαριστώ πολύ.

Α.Π.:

Εγώ ευχαριστώ. Είμαι απίστευτα ευγνώμων γι' αυτήν τη συνέντευξη.

Α.Τ.:

Εγώ και οι ποιήτριες! Να ’σαι καλά.