© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Ενώ στην Ρουμανία με λέγαν Ελληνίδα, ήρθα στην Ελλάδα για να με πουν Ρουμάνα»: Οι Έλληνες της Οραντέα της Ρουμανίας
Istorima Code
22168
Story URL
Speaker
Ελευθερία Ζιώγα (Ε.Ζ.)
Interview Date
08/05/2022
Researcher
Άννα-Μαρία Τακαλιού (Ά.Τ.)
[00:00:00]
Λοιπόν, κυρία Ελευθερία, σήμερα είναι 9 Μαΐου του 2022. Εγώ είμαι η Τακαλιού Άννα-Μαρία, είμαι ερευνήτρια στο Istorima κι είμαστε εδώ στη περιοχή της Καλαμαριάς. Κυρία Ελευθερία, πώς σας βρίσκουμε σήμερα; Τι κάνετε;
Εννοείς, τι κάνω–;
Πώς είστε, είστε καλά–;
Πώς είμαι; Τέλεια είμαι σήμερα, αφού πετάξαμε και μία μάσκα, δεν την έχουμε πάνω μας, είμαι!
Μια χαρά, ωραία. Θα σας πάω τώρα πίσω, θέλω να μου πείτε πού γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα στη Ρουμανία το 1968, στα σύνορα με την Ουγγαρία. Δέκα χιλιόμετρα μας χώριζαν από τα σύνορα, η πόλη μου λεγόταν Οράντεα κι έζησα τα πολύ ωραία παιδικά χρόνια. Αυτά έχω να θυμηθώ από εκείνη την εποχή.
Μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια.
Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ανέμελα, έως πολύ ανέμελα, πιο ανέμελα δεν γίνεται. Νιώθαμε έτσι μια ασφάλεια. Μας έδινε το καθεστώς, μας έδινε την ασφάλεια την απαιτούμενη ότι δεν θα υπάρξει ανεργία, ότι δεν θα υπάρξει πόλεμος, ότι δεν θα υπάρξει κάτι που να μας βγάλει από αυτή την την καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Ήταν έτσι πλασμένα εκείνα τα χρόνια. Το καθεστώς βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση. Τι να σας πω; Πολύ γέλιο, πράγματα που δεν νομίζω ότι το παιδί μου τα έχει απολαύσει σε απόλυτο βαθμό. Αυτό που έζησα εγώ, δεν το έχει απολαύσει ο γιος μου στα παιδικά του χρόνια. Πολύ ωραία χρόνια. Μας αγαπούσαν σαν λαό οι Ρουμάνοι. Σαν φυλή ήταν φιλέλληνες, στο σχολείο τους υποχρέωναν ο σύλλογος πολιτικών προσφύγων τότε –υποχρέωσαν!– κάναν μία σύμβαση με το ρουμανικό λαό και μας είχαν και τη μητρική γλώσσα στην εκπαίδευση μας. Οπότε Γεωγραφία, Ιστορία και Γλώσσα και Γραμματική και Φιλολογία την παραδίδαν στο σχολείο με καθηγητές έλληνες, παιδαγωγούς. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ στο να νιώθω ποια είμαι, στο να νιώθω ότι ανήκω κάπου αλλού από κει που ζω και να έχω πάντα την ελπίδα ότι μία φορά και έναν καιρό θα επιστρέψουμε οικογενειακώς στη χώρα που μας γέννησε. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι έζησα–. Όταν έφυγα ήταν βαρύ, βαρύ, βαρύ το κλίμα γιατί έφευγα από μία χώρα που με γέννησε, που μου έδωσε όλα τα εφόδια για τη ζωή και ήρθα στη χώρα μου, την οποία δεν γνώριζα στην ουσία. Πραγματικά δεν την γνώριζα την Ελλάδα, παρόλο που ερχόμουνα μετά το ‘75 που επέτρεψαν στους πολιτικούς πρόσφυγες να έρχονται επίσκεψη στην Ελλάδα. Μας επέτρεψαν να έρθουμε να δούμε συγγενείς κτλ. Ήταν για μένα πολύ επιφανειακή η γνωριμία. Οπότε όταν ήρθα να ζήσω πραγματικά στην Ελλάδα, ήταν σαν να μη γνώριζα τίποτα. Ήταν ένα από το μηδέν ξεκινούσαμε. Αυτά, τι άλλο να σου πω; Για τα παιδικά μου χρόνια θα σου πω ότι γυμναζόμασταν όλα τα παιδιά, ήμασταν έτσι οργανωμένοι σε ομάδες, σε αθλήματα, ο καθένας με την κλίση που είχε. Εγώ ήμουν ας πούμε, στο κολυμβητικό κομμάτι για αυτό και το παιδί μου το έχω λίγο τυραννήσει προς αυτή την κατεύθυνση αλλά δεν μου έκανε το χατίρι να γίνει κολυμβητής. Ο καημός ο δικός μου. Λοιπόν, παίζαμε με τα ρουμανόπουλα, ήμασταν ένα. Ανέμελα χρόνια, ανέμελα χρόνια θα το έλεγα. Οι γονείς μου δεν πέρασαν ποτέ στο σπίτι το άγχος της επιβίωσης. Δεν είχαμε τέτοια κουβέντα, δεν θυμάμαι να έχει γίνει ποτέ. Ήταν όλα–, ρολόι πηγαίνανε, απλά ήταν λιγότερα τα υλικά αγαθά από ό,τι εγώ προσέφερα στο γιο μου. Ήταν λιγότερα τα υλικά αγαθά αλλά ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι, αυτό μπορώ να πω. Το κέρδος ήταν στη δική μου πόλη που έζησα, οι Έλληνες ήταν συγκεντρωμένοι σε μία συνοικία. Ζούσαμε όλοι στην ουσία μαζί, όποτε ήμασταν σαν ένα ελληνικό χωριό μέσα σε μία μεγάλη πόλη. Αυτό ήταν πολύ καλό γιατί ήμασταν όλα τα ελληνόπουλα, ήταν ένα γκέτο. Να σας πω ότι στην εφηβεία μου, Ρουμάνος για να μπει στο γκέτο το ελληνικό έπρεπε να δώσει εξετάσεις γιατί τα ελληνόπουλα μας πρόσεχαν και μας προστάτευαν σαν αδέρφια μεγαλύτερα μας. Δεν μπορούσε να μπει ρουμανόπουλο εκεί χωρίς να έχει περάσει εξετάσεις στο δικό μας το –ας το πω– χωριό. Ήταν πολύ ωραία, πολύ προστατευμένα χρόνια, δεν μπορώ να σας τα περιγράψω έτσι, με λίγα λόγια. Είναι πολλά που θα μπορούσα να πω, σας έδωσα έτσι μια μικρή γεύση.
Τι αναμνήσεις έχετε από τους γονείς σας;
Οι γονείς μου ήταν και οι δύο εργαζόμενοι. Η μητέρα μου είχε μεγαλώσει στην ουσία μόνη της, σε ένα ορφανοτροφείο της Ρουμανίας, γιατί τα πήραν τα παιδιά τότε από δω–. Και ο πατέρας μου μόνος του ήταν, απλά η μητέρα μου ήταν επειδή γυναίκα το λέω τώρα, όχι ότι ο πατέρας μου–. Είχε τον αδερφό του μαζί. Και ήταν μόνη της. Ήταν καλλιτεχνική φύση. Της άρεσε πάρα πολύ, είχε περάσει σε ένα ωδείο κρατικό τότε στην Ρουμανία. Από το ορφανοτροφείο φανταστείτε τώρα χωρίς γονείς, χωρίς γνώσεις, χωρίς τίποτα και εκεί για να περάσει στο ωδείο δεν ήταν ιδιωτικές σχολές, ήταν κρατικά όλα. Οπότε είχε ταλέντο, ήταν καλλιτεχνάκι, να το πω έτσι. Έπαιζε πολύ καλό ακορντεόν και ήτανε πολύ πρόσχαρη γυναίκα και πολύ φίνα γυναίκα. Αυτό το είχε εκ γενετής, δεν ήταν κάτι που–. Φυσικά, όσο μεγάλωνε το καλλιεργούσε κιόλας, γιατί οι κομμουνιστικές χώρες είχαν αυτό το ατού, ότι σου δίνανε την ευκαιρία να αναπτύξεις στην κουλτούρα σου. Να είσαι με ένα βιβλίο, με ένα θέατρο, με μια συμφωνική παράσταση, δηλαδή ήμασταν συνέχεια με αυτά και με αυτά και με αυτά. Οπότε και χοντρόπετσος να ήσουν, θα καλλιεργόσουν, δεν υπήρχε περίπτωση να σε αφήσουν ακαλλιέργητο. Ως ένα βαθμό φυσικά ο καθένας, μέχρι εκεί που μπορούσε να το πάει. Η μητέρα μου το είχε πολύ αυτό και ήταν πολύ χαρούμενος άνθρωπος, πάρα πολύ αγαπητή σε όλον τον κόσμο, πάρα πολύ. Ο πατέρας μου ήταν ο καλύτερος επαγγελματίας που πέρασε ποτέ από την πόλη μου. Να φανταστείτε ότι το παρατσούκλι του ήταν «Έλληνας» και νόμιζαν ότι επειδή αυτό το παρατσούκλι υπήρχε και σαν επίθετο στη Ρουμανία, Grecu, Grecu ήταν και επίθετο ρουμάνικο, αυτουνού όμως ήταν το παρατσούκλι. Δηλαδή, όσοι τον ψάχναν στο εργοστάσιο, δούλευε σε ένα εργοστάσιο με 7.000 εργαζομένους, βαριά βιομηχανία, και ο πατέρας μου ήταν στο τμήμα της συναρμολόγησης. Δηλαδή ό,τι έκαμνε αυτό το εργοστάσιο το συναρμολογούσε ο πατέρας μου και όλα αυτά τα βαριάς βιομηχανίας μηχανήματα τα εξάγανε μέχρι και στην Ιαπωνία. Αυτό το λέω γιατί είχαν την εντύπωση κάποιοι ότι σε αυτά τα καθεστώτα το μόνο που κάναν οι εργάτες είναι να βιδώνουν και να ξεβιδώνουν βίδες. Αυτό με αγριεύει όταν το ακούω για αυτό θα πω αυτό που πραγματικά ήταν. Η Ιαπωνία παρακαλούσε την ομάδα του πατέρα μου, να το πω έτσι, να τελειώσει πιο νωρίς γιατί τα έχει ανάγκη τα μηχανήματα. Οπότε για να τα παίρνουν οι Ιάπωνες, κάτι καλό κάναν και οι Ρουμάνοι. Αυτό είναι το συμπέρασμά μου τώρα. Ήταν πάρα πολύ καλός στη δουλειά του και όταν είχαμε τέλος του μήνα, δούλευε πάρα πολλές ώρες υπερωρίες. Θυμάμαι ότι του πήγαινα το κολατσιό του στη δουλειά. Για να μπεις βέβαια στο εργοστάσιο μέσα, ήτανε παράνομο αλλά επειδή δούλευε υπερωρίες οι φύλακες ήταν δασκαλεμένοι κάποιους να αφήσουν να μπουν μέσα. Ήταν έτσι κάπως πολλές φορές έχει δουλέψει και 24 ώρες ασταμάτητα. Η μητέρα μου δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο ως λογίστρια, αλλά δεν είχαν καμία σχέση τα τμήματά τους μεταξύ τους, καμία σχέση. Γιατί σας μιλάω για 7.000 εργαζομένους το εργοστάσιο, έτσι; Μιλάμε για εργοστάσιο βαριάς βιομηχανίας. Είχε διάφορες εισόδους από διάφορες κατευθύνσεις. Το πρωί γινότανε–, μιλιούνια πήγαιναν προς την ίδια κατεύθυνση. Όλο αυτό εντάξει, ήταν έτσι. Πηγαίναμε εμείς και εγώ και η αδερφή μου σε νηπιαγωγείο δίπλα από το εργοστάσιο, του εργοστασίου το αντίστοιχο νηπιαγωγείο. Γιατί όλα τα εργοστάσια είχαν και το αντίστοιχο μέρος που θα άφηναν οι εργαζόμενοι τα παιδιά τους.
Η κ[00:10:00]αταγωγή των γονιών σας ποια ήτανε;
Η μητέρα μου είναι από την Καστοριά, θα πω νομό Καστοριάς, από το Νεστόριο. Κοντά στο Νεστόριο, γιατί το χωριό της λέγεται Μονόπυλο, είναι από κει που πηγάζει ο Αλιάκμονας. Παλιά στο χωριό της μητέρας μου ο κόσμος ασχολιόταν με ξυλεία, με εργασίες ξυλείας, με βάση το ποτάμι τότε κτλ. Δεν ξέρω ακριβώς πώς, απλά θυμάμαι τι μου έλεγε η μητέρα μου, ότι ασχολιόταν με ξυλεία όλοι εκεί πέρα και ο πατέρας μου είναι από τα Ζαγοροχώρια, από το χωριό Λάιστα. Δεν είναι πολύ τουριστικό το χωριό μας, αλλά νομίζω είναι το πιο ωραίο από τα Ζαγοροχώρια. Γιατί έχω συναντήσει πάρα πολύ υψηλές προσωπικότητες κατά καιρούς στο χωριό μου, οι οποίες πηγαίνανε για να μην συναντήσουν κόσμο, για να έχουν την πλήρη απελευθέρωση του πνεύματος τους. Γιατί εκεί δεν υπήρχε περίπτωση να τους συναντήσει κανείς. Ένα χωριό μέσα στο πράσινο, δεν είναι σύνηθες για τα Ζαγοροχώρια, είναι πιο στεγνά χωριά από αυτό που περιγράφω αλλά είναι το πιο ψηλό χωριό. Είναι στο πιο–, 2000 δεν θυμάμαι πόσο υψόμετρο και ασχολούνται πολύ με κυνήγι κατά εκεί, είναι σύλλογοι κυνηγών ας πούμε, που–. Παλιά είχαν και πολύ μεγάλες ποσότητες ξυλείας, δούλευαν από κει, από ό,τι έχω μάθει έχουν σταματήσει να κόβουν από κει ξυλεία. Ένα χωριό, ήταν παλιά μεγαλοχώρι, 5.000 κατοίκους είχε. Τώρα ζούνε 30 μόνιμοι κάτοικοι αλλά είναι ένα χωριό που αξίζει κανείς να το δει πραγματικά και να μπει μέσα σε αυτό, να το αφουγκραστεί λίγο, γιατί δεν είναι τουριστικό. Δεν είναι καθόλου τουριστικό, δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο τα παλιά, θα το δεις από άλλη οπτική. Κάποιος που θέλει κοσμοπολίτικη ζωή δεν θα πάει εκεί ποτέ.
Πώς βρέθηκαν στη Ρουμανία;
Τότε με τον πόλεμο ήταν τα παιδιά οι αντάρτες, ας το πούμε έτσι. Ο πατέρας μου με τον αδερφό του είχαν ανέβει στα βουνά. Ήτανε πολλά αδέρφια και πάνω στον πόλεμο κτλ. βρέθηκαν ασυνόδευτα παιδιά. Και έτσι τους πήρανε. Ποιος τους πήρε, ούτε θα σας πω, θα σας γελάσω. Ποιος τους πήρε, τους πήγανε στις ελευθερωμένες τότε πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Σοσιαλιστικές χώρες, ήταν ελεύθερες και σοσιαλιστικές χώρες. Πήγανε υποτίθεται για προσωρινή λύση μέχρι να τελειώσει εδώ ο Εμφύλιος. Και αυτά τα παιδιά μείναν εκεί και εδραιώθηκαν εκεί. Ευτυχώς όμως για αυτά, αυτά τα κράτη –τουλάχιστον η Ρουμανία, για να μην πω για τα άλλα κράτη, θα μιλήσω για αυτό που έζησα εγώ– επέλεξε αυτά τα παιδιά και τα έδωσε μόρφωση, τα έδωσε στοργή, αγάπη, τα φέρθηκε καλά. Και δεν είχαν πολλά κατάλοιπα. Δηλαδή, τους έλειπε πάντα η οικογένειά τους, αλλά δεν είχαν κακές –πώς να σας πω– δεν είχαν κακά βιώματα, όπως ένα παιδί ορφανό και πεταμένο. Τα είχαν πολύ σε οργανωμένα μέρη. Η μητέρα μου στο ορφανοτροφείο, όπως σας είπα, πέρασε σε ωδείο. Ο πατέρας μου όμως ήταν σε άλλη χώρα, στην Ουγγαρία. Έμενε στην Ουγγαρία στο Μπελογιάννη, κάποια χρόνια έμαθε εκεί την τέχνη στο εργοστάσιο που βγάζαν τα λεωφορεία τότε. Πάλι βαριά βιομηχανία, τα «Ίκαρος» τα λεωφορεία. Ήταν κάτι λεωφορεία που και ακόμα κυκλοφορούν και μετά ήρθε στην πόλη που ήταν στα σύνορα με την Ουγγαρία, που σας είπα, που γεννήθηκα και εγώ. Για ποιο λόγο; Γιατί ήταν πολύ συγκεντρωμένοι Έλληνες και το ελληνικό στοιχείο ήταν πολύ συγκεντρωμένο. Σας είπα ότι ήμασταν ένα χωριό μέσα σε μία πόλη και για αυτό, ήθελε να ζήσει πιο ελληνικά. Επειδή δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, ήθελε να βρεθεί και με άλλους Έλληνες και έκανε αυτή την αλλαγή, έφυγε από Ουγγαρία και πήγε στην πόλη μας, την Οράντεα. Στην οποία πόλη γνώρισε τη μητέρα μου και παντρεύτηκαν τότε μεταξύ–. Περισσότεροι Έλληνες παντρεύτηκαν Έλληνες, για να πω την αλήθεια. Υπήρξαν και κάποιοι που παντρεύτηκαν Ρουμάνους, αλλά ήταν μικρό το ποσοστό. Σας είπα, ήταν γκέτο, τα πράγματα ήταν πολύ αυστηρά αλλά ωραία αυστηρά. Δηλαδή εγώ ένιωθα όταν ήμουνα μικρή ότι είχα πενήντα αδέρφια, τόσο πολύ δηλαδή. Όπου γυρνούσα, ήξερα αυτός είναι ο Αργύρης, αυτός είναι ο Κώστας. Όλοι αυτοί δεν ήταν να πω κάτι και να μην με προφυλάξουν. Ήταν πάρα πολύ ωραία δηλαδή, ήτανε μία συγκυρία που δεν ξέρω ποιος–, αν την είχαν οργανώσει δεν θα έβγαινε τόσο καλή. Ήταν πολύ καλή η κατάσταση που έζησα.
Τώρα μου ήρθε να ρωτήσω. Τα φαγητά που τρώγατε ήταν περισσότερο ελληνικά ή υπήρχαν και ρουμανικές συνταγές;
Η μητέρα μου μαγείρευε πάντα ελληνικά και θυμάμαι ότι οι Ρουμάνες, όταν αγοράζε πράσο από τη λαϊκή, της έλεγαν: «Τι θα τα κάνεις αυτά τα κλωνάρια;» Μαγείρευε βέβαια και είχαμε επιρροές και από ουγγρική κουζίνα, γιατί σας είπα, ήμασταν στα σύνορα. Είχαμε επιρροές και από τη ρουμάνικη κουζίνα αλλά κατά βάση ελληνικά μαγείρευε η μητέρα μου, μουσακά, αυτά όλα, παπουτσάκια από κει τα έτρωγα εγώ. Ναι, και μάλιστα πολλές φορές που φώναζε Ρουμάνους για φαγητό και κάναμε τραπέζια και τέτοια, οι Ρουμάνοι ήταν λάτρεις της ελληνικής κουζίνας, δεν το συζητάμε. Δηλαδή, τους άρεσε πολύ, ναι αυτά.
Ελληνικά μιλούσατε στο σπίτι;
Βεβαίως, ναι.
Αλλά και τα ρουμάνικα.
Βεβαίως, εγώ πήγα σε ρουμανικό σχολείο αλλά σας είπα ότι είχε γίνει με τους συλλόγους μία συνεννόηση στα θέματα της μόρφωσης των παιδιών. Άρα πήρα και ελληνική παιδεία ως ένα βαθμό έτσι, αυτό, Γεωγραφία, Ιστορία και Γλώσσα και Γραμματική. Εγώ έμαθα να γράφω τότε με δασεία, ξερή και περισπωμένη. Ήταν ο μόνος λόγος που δεν ήθελα να με λένε Ελληνίδα. Μου φαινόταν πάρα πολύ δύσκολο! Ως παιδί αντιδρούσα δηλαδή, αυτό ήθελα να πω.
Να ρωτήσω τώρα πώς πήρατε το όνομά σας. Που μου είπατε πριν για το όνομά σας.
Ναι, ναι, το όνομά μου λοιπόν, το Ελευθερία, είναι μια ιστορία της οικογένειας μου. Η γιαγιά, η μητέρα της. [ΔΙΑΚΟΠΗ] Το όνομα αυτό έχει ιστορία μεγάλη. Η γιαγιά μου η Μαρία λοιπόν, η οποία πέθανε ο άντρας της, που κάψαν τα χωριά τους. Τα χωριά τους καήκανε. Η γιαγιά μου λοιπόν, είχε τέσσερα παιδιά, έμεινε με το μικρότερο παιδί. Τα δύο παιδιά της τα πήρανε τα μεγαλύτερα, τη μητέρα μου και τον αδερφό της, της τα πήρανε τότε και που πήγαν σε ελεύθερες χώρες. Η ίδια με το μικρό το παιδί, με τη μία τη θεία μου και το άλλο, τα δύο τελευταία δηλαδή παιδιά, συγγνώμη, τα κράτησε η ίδια. Και πήγαν στην Ουγγαρία, τότε εκεί ήταν ελευθερωμένη–. Όχι, πρώτα έκαναν στάση στην Αλβανία. Πήγαν με ένα καράβι και κατέβηκαν στην Αλβανία. Στο καράβι λοιπόν, είχε μία Εβραία η οποία της διαπραγματευόταν να της πάρει το μικρό το παιδάκι. Λοιπόν, και το μικρό το παιδί ήταν ακόμα ήταν δύο χρόνων αλλά τότε τα είχαν ακόμα στο στήθος οι μαμάδες και το ζητούσε η Εβραία από τη γιαγιά μου. Ελευθερία την λέγαν. Τότε το βάζαν, το Ελευθερία ήταν πολύ της μοδός εκείνη την εποχή και όταν κατέβηκαν όλοι από το καράβι και πήραν τα παιδιά τους, τα μοναδικά δύο παιδιά που δεν βρέθηκαν, ήταν της γιαγιάς και ένα ακόμα, το οποίο στην πορεία βρέθηκε αλλά πολύ αργότερα. Της γιαγιάς το παιδί δεν βρέθηκε δυστυχώς ποτέ και η γιαγιά μου πέθανε με αυτό το παράπονο, ότι δεν μπόρεσε να βρει το παιδί αυτό. Ενώ θα με βαφτίζανε Μαρία λόγω της γιαγιάς επέμενε πάρα πολύ και βγήκε το Ελευθερία σαν τιμή σε αυτό το παιδί που δεν βρέθηκε ποτέ. Δεν ξέρουμε πού είναι, δεν ξέρουμε τίποτα. Αυτό δεν θυμάται τίποτα, ήταν πολύ μικρό οπότε δεν υπάρχει κάτι. Κάπου ζει εκεί έξω και ευχόμαστε να είναι καλά αλλά δεν ξέρουμε πού είναι και τι απέγινε εν πάση περιπτώσει, αυτό το παιδί. Έτσι αυτό το όνομα είναι αυτηνής της Ελευθερίας, της πρώτης Ελευθερίας της οικογένειάς μου και αυτό μου το πέρασαν εμένα. Για αυτό η γιαγιά μου με είχε–, σε όλα τα εγγόνια έχει αδυναμία αλλά σε εμένα κάτι παραπάνω. Μου έλεγε και πώς φύγανε και–. Σε μένα καθόταν κι έλεγε πολλές ιστορίες η γιαγιά, τις οποίες δεν τις έλεγε στα άλλα τα εγγόνια. Εμένα με είχε πάντα από κοντά, λόγω του ονόματος πιστεύω. Έτσι πιστεύω εγώ, έτσι πιστεύω εγώ. Έβλεπε το παιδί που δεν μπόρεσε να χαρεί.
Μένατε όλοι μαζί;
Όλοι μαζί μένανε. Μετά που βρέθηκαν; Λοιπόν, οι γονείς. Η μαμά μου ήταν σε άλλη πόλη. Όταν ήρθαν, όπως ο πατέρας μου ήρθε και η γιαγιά με το ά[00:20:00]λλο το παιδί που της είχε απομείνει, την Ευφρόσυνη, και είχαν έρθει στην πόλη που σας είπα το χωριό μέσα στην πόλη, που ήταν όλοι οι Έλληνες μαζί. Για αυτό ήρθαν από διάφορες, επειδή σε αυτή την πόλη ήταν όλοι οι Έλληνες συγκεντρωμένοι και όχι σκόρπιοι, για να ζήσουν πιο ελληνικά. Έτσι λοιπόν ήρθε και η γιαγιά μου. Η μαμά μου ήταν σε άλλη πόλη της Ρουμανίας, στο Ιάσιο που ήταν κοντά στη Μολδαβία, τώρα έτσι, εκεί είχε περάσει το ωδείο κτλ. Και παράτησε φυσικά το ωδείο γιατί έμαθε ότι η μητέρα της επέστρεψε από την Ουγγαρία. Είχε να την δει δεκαπέντε χρόνια. Είχαν συναντηθεί, μου περιέγραφε τη συνάντηση με τη μικρή της την αδερφή, την Ευφρόσυνη, που δεν την είχε γνωρίσει στην ουσία, ήταν πολύ μικρά όταν είχαν χωριστεί. Μιλούσαν οι δυο τους και δεν ξέρανε ότι είναι αδερφές. Έλεγε η μαμά μου, έλεγε: «Ψάχνω». «Ποιον ψάχνετε;» Είχανε βρεθεί στη συνοικία αυτή που σας λέω την ελληνική, «Ψάχνω -λέει- την κυρία Φαρτσάλα». «Και ποια είστε εσείς που ψάχνετε την κυρία Φάρτσαλα;» απαντάει η θεία μου η Ευφροσύνη. «Είναι η μητέρα μου». Και το λέω τώρα και ανατριχιάζω γιατί το κάνω εικόνα πως μου τα έλεγε και η μαμά μου. Αυτές μιλούσαν πόση ώρα και ήταν αδερφές. Τώρα τι να σας περιγράφω; Δηλαδή, είναι πολλά πράγματα έτσι πολύ συγκινητικά, πολύ συγκινητικά. Εν πάση περιπτώσει, μετά ζήσανε μαζί οι δυο αδερφές και μέναμε στην ίδια οικοδομή, με μία πόρτα διαφορά. Με τα ξαδέρφια μου σαν αδέρφια ήμαστε κτλ. Ζήσαμε αυτά που σας περιέγραψα και πριν, τα πολύ ωραία χρόνια λοιπόν, πάλι εκεί θα καταλήξουμε. Ναι, κάτι άλλο να σας πω;
Τι παιχνίδια παίζατε;
Ό,τι παίζατε και εσείς. Κουτσό παίζαμε, μπάλα παίζαμε, πολλή μπάλα παίζαμε, handball παίζαμε. Ήταν οργανωμένα πιο πολύ, λίγο τα πράγματα. Γιατί παίζαμε πιο πολύ ομαδικά δηλαδή, και υπήρχαν πάντα τις απογευματινές μας ώρες καθηγητές φυσικής αγωγής, οι οποίοι μας προσκαλούσαν θυμάμαι στα σχολεία για τα απογευματινά μας χόμπι. Τα αγόρια παίζαν ποδόσφαιρο, τα κορίτσια παίζαν handball αλλά παίζαν βόλεϊ. Τώρα αν θέλαμε να μην πάμε εκεί και να πάμε κάπου αλλού, δεν μας απαγόρευε κανένας, αλλά ήταν πολύ οργανωμένα και πολύ ωραία. Γέλιο, πολύ γέλιο θυμάμαι, πάρα πολύ γέλιο θυμάμαι, δηλαδή τότε τόσο πολύ γέλιο που ναι, πολύ γέλιο.
Οι σχέσεις σας με τους Ρουμάνους πως ήτανε;
Εξαιρετικές, εξαιρετικές γιατί πρωτίστως ξεκινούσε από αυτούς που φιλοξενούσαν εμάς γιατί ουσιαστικά μας φιλοξενούσαν, κακά τα ψέματα. Μας αγαπούσαν πολύ σαν λαό μας είχαν κάτι παραπάνω από αυτούς. Έτσι μας έβλεπαν ναι, άσχετα αν δεν είχαμε εμείς τίποτα παραπάνω, αλλά έτσι μας έβλεπαν αυτοί. Δηλαδή, η ελληνική ιστορία τους γοήτευε τρελά. Σας είχα πει και πριν τη συνέντευξη ότι την πέμπτη δημοτικού την πέρασα διαβάζοντας Ιστορία, Αρχαία Ιστορία Ελληνική όλο το χρόνο, αυτό ήτανε το βιβλίο της χρονιάς. Όχι ένα μάθημα, όλη η χρόνια περνούσε με Αρχαία Ελληνική Ιστορία, πράγμα το οποίο ο γιος μου στην Ελλάδα δεν το είδα να γίνεται. Απλά σε αυτό το βιβλίο θυμάμαι είχε και δύο κεφάλαια από τα δέκα-δώδεκα, δεν θυμάμαι πόσα είχε, τα οποία απευθυνόταν στην Αρχαία Αίγυπτο, αυτό. Αλλά οι Έλληνες ήταν για αυτούς κάτι το άπιαστο, λόγω του ότι στις αυτές τις χώρες η κουλτούρα ήταν κάτι πολύ σημαντικό και το θεωρώ ότι είναι σημαντικό για τα πάντα. Γιατί αλλιώς, οι ψυχές των ανθρώπων δεν μαλακώνουν και δεν παίρνουνε αυτό που πρέπει να πάρει η ψυχή τους. Δεν ευαισθητοποιούνται με τίποτα. Δηλαδή, αυτό που διαπιστώνω αυτή την εποχή που ζούμε, είναι είμαστε έρμαιοι των υλικών. Δεν έχουμε αισθήματα, δεν έχουμε ευαισθησίες και πώς να τις έχουμε, όταν έγω το γιο μου δεν έχω να τον δω με ένα βιβλίο στο χέρι. Με ένα κινητό τον βλέπω. Τώρα δεν κατηγορώ τη γενιά, λέω αυτό που θα έπρεπε το σχολείο να–, αυτό, ναι.
Η κοινωνική ζωή πώς ήτανε; Τι εξόδους κάνατε;
Ναι, μία ερώτηση την οποία την έχω απαντήσει πάρα πολλές φορές λοιπόν, αλλά–. Λοιπόν, δεν υπήρχαν κέντρα αυτού του βεληνεκούς, λοιπόν που έχουμε δει και συναντήσει εδώ. Όταν ήρθα στην Ελλάδα και τα είδα αυτά, ενθουσιάστηκα για μερικά χρόνια, δεν σας το κρύβω γιατί ήταν κάτι το μεγαλειώδες στα μάτια ενός κοριτσιού 20 χρονών. Μετά από πέντε χρόνια που πέρασαν και τα είδα και τα ξαναείδα, τελικά κατάλαβα ότι η κοινωνική μου ζωή στη Ρουμανία που ήταν πιο περιορισμένη υποτίθεται, ήταν πιο καλή και πιο ουσιώδης. Γιατί συναντιόμασταν σε σπίτια μετά τις 22:00 η ώρα το βράδυ γιατί κλείναν όλα 22:00, ήταν το όριο, γιατί ο κόσμος τις άλλες–, την επόμενη μέρα το πρωί δούλευε. Ήταν όλοι ρομποτάκια, έπρεπε να σηκωθούν στις 06:00 να πάνε στο εργοστάσιο κτλ. Οπότε το κέντρο στη Ρουμανία ήτανε ένα εστιατόριο, το πολύ-πολύ να έχει μουσική και λίγο μπαλέτο μέσα, λίγο χορό κτλ., μέχρι εκεί. Ένα σινεμά, στα οποία βέβαια τα έργα ήταν λίγο κατευθυνόμενα, να μη λέω ψέματα, δηλαδή θα πω και τα καλά θα πω και τα αρνητικά. Δεν θα μπορούσε να μπει ένα έργο το οποίο θα κατηγορούσε το σύστημα σε εκείνη τη χώρα, να το δεις εσύ στο σινεμά, με καμία των–. Αλλά υπήρχαν έργα τα οποία βλέπαμε στο σινεμά και τα οποία τα χαιρόμασταν. Αυτό ήταν σαν διασκέδαση και τότε δεν υπήρχε τίποτα ούτε βίντεο ούτε τίποτα, τίποτα, τίποτα. Οπότε κάναμε πάρα πολλά πάρτι και συγκεντρωνόμασταν σε σπίτια γύρω στα τριάντα άτομα και περνούσαμε ζάχαρη, ζάχαρη! Άμα σας λέω ζάχαρη! Κουβέντες πάνω στις κουβέντες, με τις μπυρίτσες μας, με πραγματική φιλία, πραγματική φιλία γιατί δεν είχαμε να χωρίσουμε και τίποτα. Κοινωνικά ήμασταν–, δηλαδή τα επίπεδα μας, το κοινωνικό μας–.
Σε πλούτο.
Σε πλούτο ήταν το ίδιο, οπότε δεν είχαμε να χωρίσουμε κάτι. Ήμασταν όλοι ίσοι και όμοιοι, οπότε ξεκινώντας από αυτό, είχαμε πολλά να πούμε. Τώρα αυτές οι ανισότητες που υπάρχουν στη χώρα που αγαπώ και λατρεύω, γιατί είναι η χώρα μου έτσι και δεν θα αλλάξει αυτό ποτέ για μένα, νιώθω ότι δεν έχω να πω πολλά πράγματα με πολλούς ανθρώπους. Πρέπει να είναι της δικής μου κατηγορίας άνθρωποι για να μπορώ να επικοινωνήσω, με μικρές εξαιρέσεις πάντα, έτσι; Δεν θέλω να λέω ότι κανείς δεν καταλαβαίνει και στο κάτω-κάτω, δεν έχω και την απαίτηση να καταλάβει κανείς εμένα αλλά δεν έχουμε ένα που δεν έχουμε τους ίδιους προβληματισμούς, δεν έχουμε τις ίδιες ανάγκες. Οπότε λίγο χωρίζεται για μένα ο κόσμος σε κατηγορίες και σε ομάδες, ενώ εκεί δεν είχαμε τέτοια. Για αυτό σας λέω ήτανε ζάχαρη αυτά που περνούσαμε. Δεν υπήρχε πίσω από αυτό πέρα από αυτό, τίποτα το πονηρό, αυτά.
Μουσική μπορούσατε να ακούτε;
Ναι η μουσική δεν απαγορευόταν, οποιαδήποτε μουσική. Δεν μας έβαζαν φρένο στη μουσική, να μην λέμε ψέματα. Εκεί ήταν λίγο πιο ελεγχόμενο το τι θα βλέπεις, είχαν τους λόγους τους φαίνεται. Παρόλα αυτά, δεν ήταν αυτό που περιγράφουν σε αυτά τα καθεστώτα. Περιέγραφαν τα παλιά κομμουνιστικά καθεστώτα σαν κάτι πάρα πολύ κακό και πάρα πολύ μη ανθρώπινο. Το αντίθετο, θα σας έλεγα. Οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων ήταν πιο αληθινές. Σας το υπογράφω αυτό, όποιος πει το αντίθετο σημαίνει ότι κάτι άλλο θέλει να υποστηρίξει από την αλήθεια. Δεν σκεφτόμασταν πολιτικά ποτέ και τίποτα. Μας έδιναν δουλειά, οπότε δεν σκεφτόμασταν ότι «αύριο δεν θα έχω δουλειά, πώς να εξελιχθώ, πώς να ζήσω την οικογένειά μου». Όλοι δούλευαν, όλοι ήταν ενταγμένοι στην κοινωνία και ο αλκοολικός και ο κουτσός και ο χαζός και όλοι είχαν μία θέση σε εκείνη την κοινωνία. Δεν υπήρχε άστεγος, τη λέξη άστεγος την έμαθα στην Ελλάδα. Δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη άστεγος και νόμιζα ότι είναι στη σφαίρα της φαντασίας όλο αυτό. Αυτό πίστευα και μέχρι πριν κάποια χρόνια δεν το έβλεπα και εδώ, απλά το άκουγα. Τώρα που άρχισα να το βλέπω και εδώ πέρα, τι να πούμε τώρα, δηλαδή; Ότι προχωράει η κοινωνία; Αναρωτιέμαι τώρα εγώ, έχω ένα ερώτημα να κάνω. Τι να πω;
[00:30:00]Μιας και ασχολείστε με τη μόδα, ποιο ήταν το στυλ;
Ντυσίματος;
Ναι.
Ήμουν από τις τυχερές λοιπόν, γιατί σας είχα πει ότι από 7 χρόνων ήμουνα–. Το ‘75 που ήμουνα εγώ δηλαδή γύρω στα 7 και ήρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τη μόδα. Ήρθα στην Ελλάδα και τότε η Ελλάδα φυσικά σε σχέση με το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν έτη φωτός μπροστά και επειδή οι γιαγιάδες και όλοι οι συγγενείς προσπαθούσαν να μας κάνουν κάποια δώρα κτλ., γιατί το συνάλλαγμα δεν περνούσε εδώ πέρα, το σοσιαλιστικό συνάλλαγμα. Οπότε ήταν όλα δύσκολα για μας. Παρόλο που ερχόμασταν στην Ελλάδα στη χώρα μας, δεν είχαμε λεφτά στα χέρια μας, ήταν ένα θέμα. Οι συγγενείς όλοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μας κάνουν δώρα κτλ. και τα μόνα δώρα που θέλαμε πραγματικά και εγώ και η αδερφή μου –δεν θα το ξεχάσω– ήταν ρούχα. Τα ρούχα ήταν για μας το άπιαστο όνειρο της Δύσης. Εγώ που πήγαινα στο λύκειο με τα τζιν ας πούμε, ήμουν πολύ προχωρημένη για τότε για εκεί. Ναι, εντάξει, σαν παιδί χαιρόμουνα αλλά δεν ήταν αυτό η ουσία, αυτό να λέγεται. Απλά σας εξηγώ πώς ξεκίνησε η σχέση μου με τη μόδα. Μετά από αυτό το–, γιατί ερχόμουν κάθε χρόνο στην Ελλάδα μετά στους συγγενείς επίσκεψη. Μια φορά θυμάμαι μας είχε κάνει η Ελλάδα και πρόσκληση και πήγαμε κατασκηνώσεις όλα τα ελληνόπουλα από αυτά τα κράτη. Εγώ είχα πάει θυμάμαι στην Αθήνα, στο Μαραθώνα τότε είχε ελληνική κατασκήνωση. Κατασκήνωση παιδική εκεί και μας είχανε δωρεάν σαν ελληνόπουλα, δηλαδή. Ερχόμασταν στην Ελλάδα, ψώνιζα τα ρούχα μου. Τα δώρα που ήθελα ήταν όλα σε ρούχα λοιπόν. Μετά από αυτά τα όλο ρούχα, ρούχα, ρούχα, ξέρεις, σου γίνεται και μία πλύση μέσα σου ότι είσαι καλή σε αυτό που κάνεις γιατί κάποιοι σε καθοδήγησαν έτσι. Αλλά μου άρεσε πάρα πολύ το κομμάτι αυτό και πήγα μετά στο λύκειο με ειδικότητα μοδιστρικής. Εκεί τα λύκεια ήτανε τεχνικά και είχε λύκεια τα οποία – πώς να το πω στα ελληνικά τώρα, θα κάνω λάθος, θα με βοηθήσεις και εσύ. Ένα λύκειο το οποίο καθοδηγείται ας πούμε. Κάποιος που θέλει να γίνει φιλόλογος, πήγαινε σε ένα φιλολογικό λύκειο–.
Τα «κλασικά» τα λέγανε παλιά.
Ένας που θέλει να πάει μαθηματικός, πήγαινε σε άλλο. Και ήταν και τα τεχνικά, ήταν όλα σε κατηγορίες, λοιπόν. Δεν σήμαινε ότι το τεχνικό δεν σου επέτρεπε να πας και πανεπιστήμιο. Έτσι ήτανε, ισότιμα. Απλά στο τεχνικό μάθαινες και τέχνη, δηλαδή κάναμε μέσα στο λύκειο κάποιους μήνες καθαρά πρακτικά πράγματα. Είχαμε δηλαδή πολλά μαθήματα πρακτικού περιεχομένου και πηγαίναμε και στα εργοστάσια και κάναμε πρακτική και αυτά, και είχαμε και εργαστήρια μέσα στα λύκεια, και ήτανε πολύ to the point το τι θα μάθεις. Εγώ ήμουν στο μοδιστρικό κομμάτι. Το λύκειο μου είχε τέσσερα τμήματα. Ήταν τα παπούτσια που μάθαιναν, η μοδιστρική, τα πλεκτά κι ένα ακόμα, αλλά δεν θυμάμαι τι ήταν. Το πιο δυνατό πάντως, ήταν το μοδιστρικό δηλαδή θυμάμαι ότι ήταν η καλυτερότερη τάξη του λυκείου. Ήταν η πιο δυνατή, δηλαδή πήγαιναν εκεί οι πιο–.
Ταλαντούχοι.
Οι πιο ταλαντούχοι. Οι άλλοι ήταν πιο–, γιατί το παπούτσι θέλοντας και μη θα το κάνεις μέσα σε ένα εργοστάσιο, άσχετα τις γνώσεις που θα πάρεις. Αλλά τη μοδιστρική εγώ την εξέλιξα μετά με άλλον τρόπο, δηλαδή θα μπορούσες και μόνη σου να κάνεις πράγματα. Έτσι μπήκα στο–. Μετά ήρθα στην Ελλάδα, επαναπατρίστηκα και δούλεψα σε βιοτεχνίες της εποχής εκείνης.
Πότε ήρθατε στην Ελλάδα;
Εγώ ήρθα στην Ελλάδα το ‘89, ακόμα επί κομμουνισμού στη Ρουμανία. Εγώ ήρθα Δεκέμβριο του ‘89 και το κομμουνιστικό καθεστώς έπεσε τον Μάιο, αν θυμάμαι καλά, του ‘90, αν θυμάμαι καλά. Που θυμάμαι καλά, έτσι πρέπει να είναι. Ναι, εγώ ήρθα λοιπόν επί εποχής Τσαουσέσκου τότε. Που τότε η εποχή Τσαουσέσκου έκανε και αυτός πολλά λάθη, αλλά έκανε και πολλά καλά. Έκανε και πολλά καλά, δηλαδή η πρόνοια που είχαμε τότε εκεί, εδώ δεν μπορούμε καν να την ονειρευτούμε, δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε το ένα με το άλλο. Η πρόληψη που τώρα προσπαθούν να οργανώσουν σε ιατρικό κομμάτι εδώ πέρα, την είχανε τότε από τα εργοστάσια γινόταν πρόληψη. Γιατί κάθε εργοστάσιο είχε και είχε και δικό του ιατρείο. Οπότε αυτοί ήταν υποχρεωμένοι οι εργαζόμενοι να περάσουν από αυτό το ιατρείο κατά διαστήματα και να τους γίνεται ένας προληπτικός έλεγχος. Οπότε η Ρουμανία δούλευε από τότε με πρόληψη, δηλαδή αυτά είναι τα καλά. Τα κακά, τα κακά προς το λαό ήταν το ότι έδινε κάποια –δεν ξέρω αν σε ενδιαφέρουν αυτά– κάποια–. Τότε τρώγαμε για να–, ο Τσαουσέσκου τότε ήθελε βασικά να ξεχρεώσει το κράτος από τους Αμερικανούς. Αυτό ήταν το όνειρό του και το κατάφερε. Τώρα αν τον φάγαν για αυτόν τον λόγο, δεν τον έφαγαν για αυτόν τον λόγο, θα το γράψει Ιστορία, θα το δείξει η Ιστορία. Δεν είμαι εγώ αρμόδια να το κρίνω αυτό. Πάντως έμεινε στο μηδέν. Ήταν η μόνη χώρα από τις κομμουνιστικές που δεν υπήρχε καν χρέος, όταν τον ρίξανε από την κυβέρνηση δεν υπήρχε. Έκανε πράγματα που δεν έπρεπε με αυτόν τον τρόπο, κατά τη γνώμη μου, να τα εφαρμόσει. Αυτός έκρινε ότι έτσι έπρεπε να κάνει για να ξεχρεώσει και μας είχε με καρτέλα. Περνάμε συγκεκριμένη ποσότητα φαγητών, αυτό δεν σήμαινε όμως ότι πεινούσαμε, όπως το παρουσίαζαν όλο αυτό το πράγμα, γιατί δεν ήταν έτσι. Απλά δεν μπορούσα να ξεφύγω από το δίκιλο το λάδι. Έπρεπε με αυτό το δίκιλο να κάνω το κουμάντο μου αυτόν τον μήνα τον συγκεκριμένο που έτρεχε. Ή με το κρέας, έδινε συγκεκριμένη ποσότητα κρέας για να βγει ο μήνας. Με αυτό, τον τρόπο αυτός όμως, με τα σιτηρά του, με τα έτσι του, τα ‘κανε όλα εξαγωγές και κατάφερε για μένα μεγάλο κατόρθωμα να ξεχρεώσει τη χώρα. Κάποια πράγματα πρέπει απαιτούν και θυσίες. Σε αυτές τις θυσίες εγώ θεωρώ ότι πάτησε η Δύση και επηρέασε πάρα πολύ τον κόσμο και έχουμε τα σημερινά αποτελέσματα. Εγώ έτσι το βλέπω. Λοιπόν, μπήκα σε πιο–.
Όχι όχι, ίσα-ίσα. Τι ακριβώς εννοείτε ότι η Δύση επηρέασε; Πώς το–;
Η Δύση. Η Δύση, η Αμερική ας πούμε, δεν ήθελε η Ρουμανία να είναι ξεχρεωμένη, την ήθελε χρεωμένη. Όπως καταλαβαίνετε, της ήταν πιο χρήσιμη χρεωμένη παρά ξεχρεωμένη. Αυτό θεωρώ. Όταν όμως, ο λαός έχει περιορισμούς και βλέπει ότι η Δύση ζει με άλλα δεδομένα, η Δύση όπου ανήκαμε και εμείς οι Έλληνες. Όταν βλέπει ότι η Δύση ζει με άλλα δεδομένα, το ανθρώπινο μάτι είναι πολύ–, τα θέλει. Όλα τα θέλει και δεν υπολογίζει ότι «αυτό γιατί γίνεται». Δηλαδή, τις θυσίες κάποιοι που δεν θέλανε το καθεστώς, τις θεώρησαν δικτατορικό, ότι όλα γινόταν σαν δικτατορία, ας το πω έτσι. Εγώ θεωρώ ότι έγιναν σαν θυσία, το να υπάρξει μια ελεύθερη χώρα και μια χώρα χωρίς χρέη και χωρίς δάνεια, αλλά δεν την άφησαν να εξελιχθεί μετά, γιατί οι εξελίξεις μας προλάβανε. Τι άλλο να πω, δεν ξέρω. Μέχρι εκεί, μέχρι εκεί που κατέχω μιλάω.
Πότε ήρθατε; Πότε φύγατε πρώτη φορά από το κομμουνιστικό καθεστώς;
Για πάντα;
Όχι, πότε είδατε πρώτη φορά αυτό που λέμε Δύση.
Το ‘75.
Ναι. Όταν ήσασταν 7 χρονών.
Εγώ ήμουν 7 χρόνων.
Πως ήταν το–;
Ήρθα στην Ελλάδα, πέρα το ότι όλοι οι συγγενείς πέσαν πάνω μας. Γιατί ο πατέρας μου είχε να δει τη μητέρα του 30 χρόνια, ένα τρελό νούμερο, τώρα να μη λέω, πολλά-πολλά χρόνια. Έπεσαν όλοι πάνω μας να μας αγκαλιάσουν. Για μένα ήταν όνειρο, δεν κατάλαβα τι γινόταν, να σας πω. Είδα και όλα αυτά τα καλά, τα υλικά αγαθά που μας λείπαν εμάς εκεί πέρα, με φάνηκε πολύ πλούσιο αυτό το μέρος. Τι να σας πω τώρα; Φυσικά εγώ μεγάλωσα σε μία οικογένεια που όλοι την ώρα λέγαμε «πότε θα επαναπατριστούμε» και «πότε θα επαναπατριστούμε». Οπότε είχε γίνει μία πλύση εγκεφάλου. Προηγήθηκε μία μεγάλη, μεγάλη πλύση εγκεφάλου, κάθε μέρα αυτό λέγαμε. Μουσική στο ραδιόφωνο δεν ακούγαμε τίποτα άλλο πέρα από ελληνικά τραγούδια, είχαμε τις κασέτες και εγώ μεταφράζα σε όλα τα ρουμανόπουλα ελληνικά τραγούδια, τι λένε τα ελληνικά τραγούδια. Τους άρεζε πολύ όμως. Μου άρεσε πολύ η πρώτη εμπειρία με την χώρα που τόσα χρόνια αυτό λέγαμε, ως παι[00:40:00]δάκι δεν άκουσα και τίποτα άλλο. Αυτό και τις ιστορίες της γιαγιάς και όλα αυτά ήταν πολύ για μας ήταν–. Ο νονός μου, για να σας δώσω να καταλάβετε, ζούσε σε μία άλλη πόλη, πέθανε από τη χαρά του. Έχω δει άνθρωπο να πεθαίνει από τη χαρά του. Πέθανε γιατί θα ερχόταν να δει τη μάνα του. Ναι, από τη χαρά του δεν άντεξε η καρδιά του και έμεινε, δεν πρόλαβε να έρθει να δει τη μάνα του. Ήταν τόσο μεγάλη η συγκίνηση δηλαδή το ότι θα ερχόμασταν στη χώρα μας. Ναι, φυσικά, σαν παιδί σας λέω ότι εγώ έμαθα την ελληνική ιστορία από κει. Χόρευα δημοτικούς χορούς στη Ρουμανία. Όλα τα ήθη και τα έθιμα τα ελληνικά τα ήξερα πολύ περισσότερο από ό,τι τα ξέρει ο γιος μου που μεγάλωσε εδώ. Αυτά, αυτά. Κρατούσαμε πολύ τον ελληνισμό, τον στηρίζαμε πολύ, πάρα πολύ, ό,τι είχε να κάνει με Ελλάδα ήταν για εμάς θρησκεία.
Οι γονείς σας θέλαν να γυρίσουνε επειδή τους έλειπε η πατρίδα ή ήταν δυσαρεστημένοι; Ή κάτι δεν τους–;
Όχι. Επειδή τους έλειπε η πατρίδα. Επειδή τους έλειπε αυτό το ότι «εμείς γεννηθήκαμε εκεί» και στην ουσία ότι δεν τους επέτρεπαν να έρθουν. Μέχρι το ‘75 ήταν μεγάλη τιμωρία για αυτούς. Επίσης όταν επέτρεψαν να έρθουμε ότι δεν έκανε η Ελλάδα κάποιες κινήσεις. Να έρθουν. Με τις συντάξεις που τους αντιστοιχούσαν, ήταν και αυτό ένας μεγάλος πόνος για αυτούς, με καταλαβαίνετε τι λέω. Η Ρουμανία ήταν δυστυχώς από τις τελευταίες χώρες που μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δώσανε αυτές τις συντάξεις, που οι άνθρωποι δούλεψαν και που θα ήθελαν να απολαύσουν στη χώρα τους την ίδια. Γιατί εμείς σαν παιδιά είχαμε ήδη φύγει. Αυτό θέλανε, να γυρίσουνε στην πατρίδα. Κακώς ή καλώς, δεν το ξέρω πια. Τότε νόμιζα ότι καλώς. Τώρα πια δεν ξέρω αν καλώς ή κακώς ήρθα πίσω στη χώρα μου. Γιατί αυτή η χώρα εμένα δεν με στήριξε πουθενά. Πουθενά! Θεωρώ ότι εμένα αυτή η χώρα κι εμένα και τους–, δεν ξέρω αν με θέλανε κιόλα πίσω, δεν ξέρω. Αισθάνθηκα πολλές φορές ότι δεν έπρεπε να έρθω. Αισθάνθηκα ότι πολλές φορές βοηθήθηκαν άλλες φυλές, μη Έλληνες, κι εμείς που ήμασταν όντως Έλληνες, δεν βοηθήθηκαμε σε τίποτα. Όλοι όμως εμείς δώσαμε εξετάσεις και επιβιώσαμε αξιοπρεπώς. Χωρίς να απασχολήσουμε το ελληνικό κράτος πουθενά. Δεν το απασχολήσαμε αλλά δεν βοηθήθηκαμε. Ήρθαμε από ένα, εγώ όταν ήρθα παράδειγμα στην Ελλάδα, οι γονείς μου δεν είχαν ακόμα–, τις συντάξεις δεν τις είχαν μετά μεταφράσει. Οπότε εγώ ήρθα στην Ελλάδα μην έχοντας ούτε ένα ευρώ για ταξί. Έφτασα στον ελληνικό σταθμό και δεν υπήρχαν λεφτά. Αν δεν είχα συγγενείς να με παραλάβουν, δεν υπήρχε για μένα τρόπος επιστροφής. Δεν υπήρχε τίποτα, καμία πρόνοια για μένα δεν φρόντισε. Να πει ότι «ξέρεις τι, ήρθες από κει, ελληνόπουλο είσαι, να κάνουμε κάτι για σένα, για τα πρώτα σου βήματα, να σου δώσουμε μία άδεια», μία κάτι, κάτι. Αυτά που δόθηκαν ας πούμε, σε άλλες κατηγορίες ανθρώπων, δεν θέλω να αναφερθώ γιατί όλοι έχουν δικαίωμα να ζήσουν και φυσικά, δεν φταίνε αυτοί αν απόλαυσαν κάτι κάποιοι και κάποιες κυβερνήσεις. Είμαστε πολύ δυσαρεστημένοι στην ουσία από κάποιες κυβερνήσεις που δεν φρόντισαν εμείς που ήμασταν Έλληνες το πώς θα επαναπατριστούμε και πώς θα ενταχθούμε σε αυτήν την κοινωνία. Μάλλον δεν πρέπει να ήμασταν και πολύ–. Δεν μας θέλανε και τόσο, να πω την αλήθεια. Τι αισθάνομαι εγώ, τι αισθάνθηκα εγώ. Ακόμα και τώρα στη δουλειά μου δεν τους λέω ότι είμαι από κει. Μόνο οι φίλοι μου και οι κοντινοί μου άνθρωποι γνωρίζουν ότι εγώ γεννήθηκα σε μία άλλη χώρα, γιατί αισθάνομαι ότι κάθε φορά που θα αναφερθώ σε αυτό το πράγμα, ενώ είμαι στη δουλειά μου με κυνηγάνε από παντού –με κυνηγάνε, κυριολεκτικά με κυνηγάνε–, αισθανόμουν ότι αν θα το έλεγα, δεν θα είχα μεσουρανήσει στη δουλειά μου. Το εισέπραττα αυτό. Με λόγια που ερχόταν και μου έμπαινε στο μυαλό. Eνώ στη Ρουμανία με λέγαν Ελληνίδα, ήρθα στην Ελλάδα για να με πουν Ρουμάνα. Είναι τρελό αυτό που έχω ζήσει, δεν υπάρχει. Εγώ όταν πήρα ελληνική ταυτότητα γιόρταζα και οι φίλοι μου μού έλεγαν: «Πώς κανείς έτσι;» και εγώ τους απαντούσα ότι «Πρώτη φορά στη ζωή μου έχω ταυτότητα κάποιου κράτους», γιατί στη Ρουμανία δεν είχα ρουμάνικη ταυτότητα, ήμουν αλλοδαπή χωρίς υπηκοότητα. Όταν λοιπόν, πήρα την ελληνική ταυτότητα στα χέρια μου για μένα ήτανε περίεργο το ότι ανήκω κάπου. Και στα αθλήματα πήγα πίσω λόγω της ελληνικότητας μου και η αδερφή μου στα πανεπιστήμια πήγε πίσω. Δηλαδή, εδώ σε αυτά τα κομμάτια, μας λέγανε οι Ρουμάνοι: «Πάρτε υπηκοότητα να έχετε ίσα δικαιώματα». Δεν θέλαμε όμως, γιατί ο πατέρας μου πάντα έλεγε: «Εγώ Έλληνας γεννήθηκα, πώς θα το αφήσω εσάς να γίνετε Ρουμανάκια; Γίνεται αυτό το πράγμα; Αφού εγώ γεννήθηκα Έλληνας, Έλληνας θα πεθάνω, εσείς θα είστε άλλη φυλή από ό,τι είμαι εγώ, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα;» Και με αυτόν τον γνώμονα πορευτήκαμε. Εγώ στην κολύμβηση ας πούμε, έπρεπε να μπω στην Εθνική, δεν μπήκα λόγω αυτού του–. Βέβαια οι Ρουμάνοι δεν μου είπαν «δεν σε βάζουμε», μου είπαν «πάρε ρουμάνικη υπηκοότητα». Εάν όμως έπαιρνα ρουμάνικη υπηκοότητα, έπρεπε πρώτον να προδώσω τον πατέρα μου, τον οποίο λάτρευα. Δεν ήταν ότι πρόδιδα τον πατέρα μου, πρόδιδα και όλα αυτά που μου είχε περάσει για την Ελλάδα, ότι είμαστε Έλληνες και ότι κάποια στιγμή θα επαναπατριστούμε, και, και, και. Ήρθα εδώ και έγινα–. Όχι μόνο εγώ, δεν μιλάω τώρα, μιλάω για μένα γιατί μιλάω εγώ σε εσάς, ότι σαν να μην έπρεπε να έρθουμε κάπως. Δεν το άκουσα ακριβώς έτσι, αλλά εν πάση περιπτώσει, αυτό έχω εισπράξει από όλο το–. Τώρα που όσο περνάν τα χρόνια και εδραιώθηκα και στη δουλειά μου είμαι αυτή που είμαι κτλ., δεν φοβάμαι τόσο, αλλά και πάλι δεν απαντώ σε ερωτήσεις από πού είμαι, αλλάζω θέμα. Προσωπικές ερωτήσεις δεν απαντώ, αυτό. Όχι γιατί δεν είμαι περήφανη, για όνομα του Θεού, απλά γιατί σε αυτή τη χώρα έπρεπε να μην απασχολήσω κανέναν, να επιβιώσω με τον τρόπο που εγώ ήξερα να επιβιώσω και έτσι, γιατί πολλοί σταυροί, ξέρεις, στα χέρια.
Με τι ελπίδες όμως, είχατε έρθει, πριν κάνετε το ταξίδι για να έρθετε; Και τελικά–;
Κοίταξε να δεις, όταν έφυγα από τη Ρουμανία, δεν θα το ξεχάσω ότι κάναμε μία συγκέντρωση και λέγανε «τι ακριβώς θα θέλατε να κάνετε μετά από κάποια χρόνια», όπως όλα τα παιδιά που τελειώνουν συμμαθητές κτλ. Eγώ τότε, γιατί έχω κάποια γραπτά από τότε και τα ξεφύλλισα και είχα πει ότι «αυτό που θέλω να κάνω είναι ένα ατελιέ». Tο έκανα, το κατάφερα. Μπορεί με πολύ δύσκολο τρόπο αλλά το κατάφερα γιατί αυτή η δουλειά, κακά τα ψέματα, μπορεί να είναι πολύ δημιουργική αλλά είναι συνάμα και πολύ απαιτητική. Δηλαδή απαιτεί μυαλό, πνεύμα, σώμα, όλα δηλαδή. Είναι ένα συνάρτημα από πολλά πράγματα, το έκανα, το κατάφερα. Τώρα αυτό που με απογοητεύει στην ουσία εμένα, σαν άτομο, δεν είναι ότι δεν κατάφερα εγώ αυτά που ονειρευόμουνα να κάνω στην Ελλάδα, είναι ότι αυτά που εγώ πέρασα στη ζωή μου ως παιδί δεν μπόρεσα με κανέναν τρόπο να τα δώσω στον γιο μου. Για αυτό και ο γιος μου έμεινε μόνος του, χωρίς αδέρφια, γιατί ήμασταν αναγκασμένοι και εγώ και ο πατέρας του να είμαστε στην επιβίωση. Κι όταν είσαι στην επιβίωση με τέτοιο βάρβαρο, γιατί εγώ δεν είχα από πουθενά στήριξη, ούτε σπίτι είχα, ούτε συγγενείς να με βοηθήσουν, τίποτα, τίποτα. Έπεσα ουρανοκατέβατη σε μία χώρα και έπρεπε να επιβιώσω. Δόξα τω Θεώ, τα πήγα καλά πιστεύω μέχρι στιγμής, είμαστε καλά, δηλαδή. Του γιου μου δεν του έλειψε υλικά αγαθά τίποτα, αλλά δεν μπόρεσα να του δώσω αυτά που εγώ ονειρευόμουν για το παιδί μου. Αυτό είναι το μόνο που με που με στεναχωρεί. Θέλω να πιστεύω ότι το καταλαβαίνει και ότι εντάξει, τέλειοι γονείς δεν υπάρχουν αλλά δεν είναι εδώ, δεν έχει να κάνει με το αν θέλω να του δώσω, δεν υπήρχε χρόνος να αφιερώσω στο παιδί μου όσο θα ήθελα εγώ. Αυτό μόνο μπορώ να πω ότι με στεν[00:50:00]αχωρεί. Παρόλα αυτά, εντάξει, η ζωή μου πίσω από το παιδί μου ήταν πάντα και ό,τι μπόρεσα να κάνω το έκανα. Αυτό με παρηγορεί και τίποτα άλλο. Ναι και είναι και αυτό σε πολύ καλό δρόμο, έχω ένα καλό παιδί, δεν μπορώ να πω. Δεν έχω παράπονο, αλλά θα ήθελα να του ‘χα διδάξει κι άλλα πράγματα από αυτά που έζησα εγώ, ναι.
Το ταξίδι το θυμάστε το τελευταίο, που ήρθατε;
Ναι, το θυμάμαι δεν ήταν κάτι το εξαιρετικά–, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Γιατί ήταν ένα ταξίδι όπως όλα τα άλλα, τα τόσα χρόνια που ερχόμουνα. Δεν ήταν δηλαδή παράνομο ταξίδι. Ήταν νόμιμο ταξίδι γιατί είχαμε ελληνικό προσωρινό διαβατήριο, από ελληνική πρεσβεία δηλαδή εγώ συντάχθηκαν χαρτιά και ήρθα. Δεν ήταν κάτι παράνομο όπως αυτοί που έρχονται με παράνομο τρόπο και έχουν να διηγηθούν μια ιστορία άγρια. Όχι, εγώ ήρθα πολύ κυριλέ, να το πω έτσι απλά. Ήρθα και προσγειώθηκα σε μία χώρα που δεν με βοήθησε ποτέ, το έχω παράπονο. Γιατί βοηθήθηκαν, σε αυτή τη χώρα βοηθήθηκαν κατηγορίες ανθρώπων. Πάντως, δεν ήμασταν εμείς μέσα σε αυτούς.
Ο αποχωρισμός από την πόλη σας;
Ήταν άγριος. Ήταν άγριος και ήταν άγριος και ακόμα. Να φανταστείτε ότι πέρασαν–. Περισσότερα χρόνια πλέον είμαι, πάνω από τα μισά μου χρόνια είμαι στην Ελλάδα, ακόμα αναπολώ έτσι πράγματα τα οποία–, φίλους με τους οποίους χαθήκαμε, συνήθειες που είχαμε από κει, δεν είμαι ακόμα απόλυτα προσαρμοσμένη, αυτό το ξέρω εγώ. Δεν φαίνεται κατά πιο έξω, αλλά είναι η αλήθεια ότι απόλυτα προσαρμοσμένη δεν είμαι και δεν θα είμαι και ποτέ τελικά. Γιατί εκεί που γεννιέσαι και εκεί που δημιουργείς τον χαρακτήρα σου και εκεί που πλάθεσαι ως άνθρωπος για να βγεις, με αυτά θα ζήσεις ας πούμε, με αυτά θα πορευτείς. Τώρα από κει και πέρα, ήρθα και από ένα τελείως διαφορετικό καθεστώς, από μία τελείως διαφορετική χώρα και ήρθα στη χώρα μου με τελείως διαφορετικές συνήθειες. Μέχρι να καταλάβω τι γίνεται, πέρασαν και τα χρόνια. Κατάλαβες; Εντάξει, ο καθένας έχει και το πεπρωμένο του, όταν γεννιέται έχει και μία διαδρομή να διασχίσει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Εγώ αυτό έχω παράπονο, αλλά δεν είμαι και δυστυχισμένη που ήρθα και στη χώρα μου, μην τρελαθούμε τώρα! Με χαρά ήρθα στη χώρα μου. Τώρα θα ‘θελα αυτή η χώρα να είναι λίγο πιο δοτική για κάποιες κατηγορίες ανθρώπων. Θα ήθελα αυτή η χώρα–. Τώρα θα μου πεις αυτή η χώρα τι να πρωτοκάνει. Είναι δομημένη και με κάποια–. Τέλος πάντων, άστο, θα μπλέξουμε σε πολλά.
Πήρατε κάτι από το σπίτι σας που το φέρατε;
Ευτυχώς, ευτυχώς, το μοναδικό πράγμα που μου επέτρεψε η Ελλάδα να φέρω. Τότε επιτράπηκε μέσω Ερυθρού Σταυρού να φέρουμε ένα βαγόνι ανά οικογένεια. Δηλαδή, εγώ ό,τι χρειάστηκα στο νοικοκυριό μου, το είχα. Ήρθε μετά από κάποιους μήνες βέβαια, το βαγόνι. Αλλά ήρθε το βαγόνι. Δηλαδή το νοικοκυριό μου και τα έπιπλά μου και τα βιβλία μου και ό,τι είχα σαν άτομο και σαν υλικό, τα ‘χω φέρει. Εντάξει, αυτό μου το επέτρεψε η Ελλάδα και σε αυτό, για να μην πω και ψέματα, δεν πλήρωσα και τίποτα. Ήταν το μοναδικό βοήθημα που πήρα από το ελληνικό κράτος.
Όταν ήρθατε εδώ, αρχικά οι πρώτες μέρες πώς ήτανε; Ότι πλέον μένετε εδώ μόνιμα.
Μεγάλη ανασφάλεια, πάρα πολύ μεγάλη ανασφάλεια αλλά δεν πρόλαβα να την πολύ –πώς να σου πω– να με καταβάλει όλο αυτό γιατί έπρεπε να μπω στη ζωή. Από τη δεύτερη μέρα που ήρθα, άρχισα να δουλεύω και πάει λέγοντας, ας πούμε. Οπότε ξέρεις, η δουλειά λίγο σε κρατάει και σε καλά επίπεδα. Από τότε μέχρι τώρα, δεν υπήρξε ημέρα που δεν δουλεύω στη ζωή μου και σκληρά κιόλα, οπότε δεν. Πολύ μεγάλη ανασφάλεια ακόμα και σήμερα, δηλαδή αυτός ο φόβος της επιβίωσης, το τι θα γίνει, πώς θα γίνει, θα επιβιώσουμε, δεν θα επιβιώσουμε, πολλές φορές υπάρχουν στιγμές που με καταβάλει, αλλά είμαι τόσο κουρασμένη που ευτυχώς κοιμάμαι από την κούραση και δεν μπορώ να το επεξεργαστώ και πάρα πολύ.
Το καλύτερο.
Το καλύτερο, έτσι, έτσι. Κάθε νόμισμα έχει και δύο όψεις, άλλωστε. Ναι.
Πού δουλέψατε μόλις ήρθατε;
Δούλεψα σε βιοτεχνίες. Στην αρχή, πρώτη μου δουλειά ήταν λαντζιέρα. Πρώτη μέρα έπρεπε να πάω κάπου. Δούλεψα λαντζιέρα μέχρι που τελικά μπήκα στο κομμάτι που είχα μάθει να κάνω. Βεβαία και ως λαντζιέρα, ήμουνα η καλύτερη λαντζιέρα. Όπου πήγαινα, ήμουν καλή γιατί είχα πάθος για αυτό που έκανα. Είχα πάθος να επιβιώσω, είχα πάθος να δημιουργήσω, είχα γενικά είχα πάθος! Ήρθα με πολύ πάθος από εκεί πέρα και έλεγα «σε αυτή τη χώρα εγώ θα διαπρέψω». Για τα δικά μου δεδομένα γιατί για τον καθένα είναι διαφορετικά τα μεγέθη. Για τα δικά μου δεδομένα, θεωρώ ότι τα πήγα καλά.
Μετά τη βιοτεχνία, πώς ήταν η ζωή σας όταν ήρθατε εδώ;
Μετά τη βιοτεχνία, γνώρισα τον άντρα μου. Η βιοτεχνία είχε αρχίσει πλέον να κατεβαίνει παρά πολύ, να εξαφανίζεται στην ουσία και μετά γνώρισα τον άντρα μου. Παντρευτήκαμε και αποφασίστηκε από κοινού ότι θα κάτσω. Γιατί ο άντρας μου δούλευε νύχτα, στην ιχθυόσκαλα δούλευε και κάποιος έπρεπε να κάτσει και στο σπίτι με ένα παιδί. Γιατί ένας νύχτα, άλλος στη δουλειά, δεν γινότανε. Δεν γινόταν να κάνεις οικογένεια με αυτόν τον τρόπο. Οπότε αποφάσισα για κάποια χρόνια να μην εργαστώ, μέχρι που πήγε ο γιος μου δευτέρα-πρώτη δημοτικού, νομίζω τελείωσε πρώτη δημοτικού και μετά ξανά έπιασα τη δουλειά. Από την αρχή που σας είπα, έκανα ψαράδικο λόγω της ιχθυόσκαλας και μετά από το ψαράδικο πήρα μία αναγκαστική δουλειά, μεταβατική για μένα βέβαια. Μετά έκανα το ατελιέ μου και από τότε η δουλειά μου, δόξα τω Θεώ, είναι πολύ καλά. Δηλαδή, η δουλειά μου πάει καλά, ναι. Πάει καλά αλλά τη σέβομαι απόλυτα, γιατί έχω μάθει να είμαι στρατιώτης στη δουλειά μου και αυτό το έμαθα εκεί. Να τους δώσω αυτό που τους αναλογεί, γιατί θέλω να είμαι δίκαιη, ότι το έμαθα εκεί αυτό το πράγμα. Και εδώ πάντα με ρωτάνε: «Πού το έμαθες;», γιατί είμαι περιζήτητη στη δουλειά μου. Τώρα δεν θέλω να περιαυτολογήσω, προσπαθώ να σου δώσω τι έχω μάθει εκεί. Δεν το ζητούμενο να πούμε «τι καλή είμαι» και αυτά είναι, απλά βλέπω και παρατηρώ ότι αυτά που ξέρω τελικά, που εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι ξέρω, μου το έδωσε να καταλάβω η ασχετοσύνη, η ασχετοσύνη του κόσμου. Κι εγώ έλεγα «τελικά είμαι πολύ καλή»! Ναι, δεν ήμουνα από μόνη μου, ήξερα ότι κατέχω κάτι πάρα–. Μου δείξαν ότι το έχω γιατί δεν ξέρουν αυτοί αυτό που έχω εγώ. Οπότε σήμερα έχω αποκτήσει μία απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και προχωράει καλά. Προχωράει καλά.
Σας έλειπε το χωριό σας, τα πρώτα χρόνια που ήσασταν εδώ;
Το χωριό μου μες στην πόλη που έζησα;
Ναι, ναι.
Πάρα πολύ! Οι φίλοι μου, αυτό το δέσιμο που είχαν όλα τα ελληνόπουλα μεταξύ μας, σαν αδέρφια ήμασταν όλα. Δεν περιγράφεται αυτό, γιατί ήμασταν ξένοι εμείς σε μία ξένη χώρα. Τώρα να φανταστείς ότι ήμασταν γύρω στα χίλια άτομα που ζούσαμε μαζί. Σε ένα τεράστιο κτίριο με διάφορες, με πολλές εισόδους, γύρω στις –θα σου πω, δυο, τρεις και τρεις, έξι– εφτά εισόδους, από τέσσερις ορόφους η κάθε είσοδος και από τέσσερα διαμερίσματα στον όροφο. Ήμασταν εμείς κι εμείς δηλαδή. Στην ουσία έζησα ελληνικά σε μία ξένη χώρα, αυτό δεν έχει ξαναγίνει, δηλαδή κανένας–. Μόνο στην πόλη μου γινόταν αυτό, για αυτό και πολλοί ήρθανε από άλλες χώρες και εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας, γιατί έδωσαν αυτό. Οι Ρουμάνοι δώσαν αυτό και μας βάλανε μαζί, ήταν το καλύτερο που μπορούσε να συμβεί. Ήταν και κάναμε τότε εκεί και οργανώναμε, είχαμε–. Γιατί με ρώτησες, ξέχασα να στο πω, γιατί με ρώτησες για τη διασκέδαση. Αυτό το ξέχασα, είναι ένα κομμάτι πολύ σημαντικό. Κάθε Σαββατοκύριακο –όχι Σαββατοκύριακο– κάθε Σάββατο ο ελληνικός σύλλογος, γιατί είχαμε συλλόγους είχαμε όπως καταλαβαίνεις, χίλια άτομα, ήταν γύρω στις τριακόσιες οικογένειες, ήμασταν αρκετοί. Λοιπόν και είχαμε ένα συγκεκριμένο μέρος που μας νοίκιαζε το ρουμάνικο κράτος στο οποίο διοργανώνονταν ελληνικά γλέντια. Βέβαια πάλι μέχρι τις 22:00, εννοείται, [01:00:00]αυτό ήτανε κάτι το–, ναι. Εκεί ήταν το πλαφόν αλλά πηγαίναμε εκεί από τις 18:00 και γινότανε, το τι γινόταν! Το τι συρτάκι έπεφτε, το τι μαντολίνα παίζαμε, το τι καραγκούνες ρίξαμε, δεν μπορώ να στο περιγράψω! Τώρα έτσι είμαι και λίγο, ξέρεις, τα θυμάμαι έτσι στιγμές. Ποιήματα, απαγγέλλαμε ποιήματα, τι να σου πω, τι να σου πω. Δεν μπορώ να σου–. Μπουζούκι παίζανε, δηλαδή είχαμε τα όργανα τα ελληνικά, είχαμε χορωδία, ήταν πάρα πολύ ωραία. Κάθε γενιά και είχε άλλη απασχόληση. Εμείς τα μικρότερα, γιατί εμείς ήμασταν τα μικρότερα και μετά η επόμενη γενιά η οποία δεν πρόλαβε τίποτα, άρχισαν να επαναπατρίζονται εκείνοι. Δηλαδή, εγώ ήμουν από τα μικρότερα ας το πω έτσι. Εμείς ήμασταν στους παραδοσιακούς χορούς. Εγώ είχα στολή και μακεδονική και καραγκούνα. Ναι και πετούσαμε και ένα πόδι μπροστά και ένα πίσω. Δεν μπορείς να φανταστείς, δεν μπορείς να φανταστείς τι ωραία περνούσαμε. Είχα μία στολή με φλουριά εδώ σε κόκκινο καπέλο και φλουριά στο μέτωπο της μακεδονικής είχαμε πολύ ωραία πράγματα. Αυτά τα φέρνανε από την Ελλάδα τις στολές από συλλόγους, από αυτά δηλαδή, ναι. Αυτά με τη διασκέδαση. Είχαμε και αυτά στα οποία πολλές φορές ερχόταν και Ρουμάνοι και έμεναν έκπληκτοι! Τρελαινόντουσαν με το κέφι το ελληνικό. Τρελαινόντουσαν, το ζούσαν και αυτοί μαζί με εμάς.
Εκκλησία πηγαίνατε; Πως ήταν το;
Είχε ορθόδοξες εκκλησίες, απλά στη Ρουμανία η εκκλησία δεν ήταν τόσο δυνατή όσο εδώ. Δεν μας απαγόρευαν να πάμε εκκλησία, γιατί το έχω ακούσει και αυτό. Δεν υπήρξε τέτοια απαγόρευση σε κανέναν. Απλά δεν διδάσκονταν τα θρησκευτικά στα σχολεία λόγω κομμουνιστικού καθεστώτος. Πήγαινε στην εκκλησία όποιος ήθελε και όσο ήθελε. Δεν υπήρχε καμία. Οι λειτουργίες γινόταν όπως και εδώ και μάλιστα, είχαν και μεγαλοπρεπείς ναούς. Άμα τους έβλεπες θα έλεγες δεν είναι δυνατόν. Για ναούς μιλάμε, με ιστορία. Είχανε αλλά δεν ήταν το–, δηλαδή η εκκλησία δεν είχε αυτήν την επιρροή που έχει εδώ στον κόσμο, κατάλαβες; Τώρα βέβαια, βλέπω και εκεί ότι άρχισαν και εκεί λίγο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Βέβαια, έχω να πάω πάρα πολλά χρόνια, έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα, εγώ μιλάω για τότε. Τώρα τι και πώς. Εμένα με βάφτισε νονός, δηλαδή στη ρουμάνικη εκκλησία με βάφτισε σε ορθόδοξη εκκλησία, που σου είπα ο νονός μου πέθανε από χαρά. Ναι, αυτό δεν. Είχε κεράσει όλο το εργοστάσιο ότι θα πάει να δει τη μάνα του και στη στάση του λεωφορείου που πήγαινε το πρωί στη δουλειά του, έμεινε. Αυτό ήταν, είχε πάθει παράκρουση από τη χαρά του. Πέθανε από χαρά! Αυτό δεν έχει ξανακουστεί. Από τη Ραψάνη ήταν ο νονός μου, την ξέρεις τη Ραψάνη. Καταπληκτικός άνθρωπος.
Θυμάστε τώρα, συγκεκριμένες συμπεριφορές ανθρώπων που να νιώσατε ότι δεν είστε αποδεκτή στην Ελλάδα, όταν ήρθατε;
Ναι, βεβαίως, βεβαίως. Και πολλές φορές είχα και παρενοχλήσεις διαφόρων. Δηλαδή όπου πήγαινα στις βιοτεχνίες, γιατί ήμουν ένα φρέσκο κοριτσάκι και καλούλικο, μου την πέφτανε. Μου την πέφτανε και με άγριο τρόπο. Είχα αλλάξει πάρα πολλές δουλειές μέχρι που κατέληξα να θέλω να δουλεύω μόνο σε αφεντικά γυναίκες. Δηλαδή την τελευταία δουλειά που θυμάμαι ήταν τρεις γυναίκες. Υπήρχε δηλαδή, ένιωθα ότι όταν ήρθα στην Ελλάδα, ότι κάποιοι επειδή υπήρχε το χρήμα και υπήρχανε οι δουλειές ήταν δικές τους, δεν... Δηλαδή, το χρήμα δεν αντιστοιχούσε με το μυαλό τους, ήταν δυσανάλογο όλο αυτό. Οπότε μου την πέφταν άσχημα, άσχημα και αναγκαζόμουν να αλλάξω δουλειές. Μέχρι και σήμερα έχω φύγει από δουλειές που δεν έχω εξηγήσει γιατί έφυγα. Ήμουν απροστάτευτο παιδί, μέχρι που κάπου εδραίωσα και εγώ τη θέση μου. Ναι, εντάξει.
Αυτό πιστεύετε ήταν μόνο γιατί ήσασταν γυναίκα ή και γιατί είχατε έρθει από τη Ρουμανία;
Και από τα δυο. Ένας λόγος παραπανίσιος που μου την πέφτανε ήταν γιατί ήξεραν ότι έχω ανάγκη και νόμιζαν ότι επειδή έχω ανάγκη, θα γίνω και εύκολο θύμα. Ε, δεν τους πέρασε αυτό, οπότε ήμουν λίγο αντιδραστικό στα νιάτα μου παιδί και αυτό με έσωσε, αυτό με έσωσε, η αντίδραση. Βέβαια αυτό προϋποθέτει και πάρα πολύ μεγάλο, για αυτό σας λέω η ανασφάλεια. Γιατί όταν από τη μία δουλειά φεύγεις για αυτό από την άλλη φεύγεις για αυτό, λες κάπου είναι πρόβλημα. Πώς να το κάνουμε, ποιος να με υπερασπιζόταν εμένα τότε; Μα δεν είχα τους γονείς μου εδώ, ήμουν μόνη μου. Και είχα αφεντικά, κάποιους άσχετους με το επάγγελμα επειδή είχαν πέντε φράγκα, να το πω έτσι ωμά, δημιούργησαν τη βιοτεχνία έτσι και δεν υπήρχε αξιοκρατία εκεί μέσα. «Εγώ είμαι κι άμα σε αρέσει, μαντάμ», κάπως έτσι πήγαινε το πράγμα. Δηλαδή αυτό, το ότι ο Έλληνας είχε το ανθηρό αυτό το στόμα και έβριζε. Αυτά δεν τα ζούσαμε στη Ρουμανία, είχαμε πολύ σεβασμό άνθρωπο προς άνθρωπο. Αυτά τα είδα πρώτη φορά εδώ και με στενοχωρούσαν. Και όταν ήρθα να δουλέψω, γιατί όσο ερχόμουν επίσκεψη, δεν μπορούσα να τα αντιληφθώ αυτά τα πράγματα μεταξύ συγγενών. Όταν έρχεσαι να επιβιώσεις και βλέπεις τον Ελληνάρα στο μεγαλείο του, αντιλαμβάνεσαι ότι έπεσες σε ζούγκλα εδώ τώρα. Θα είσαι εσύ να βγεις από κει πέρα τώρα, πρέπει να ζήσεις, τέλος. Να μην παραδοθείς στα λιοντάρια. Κάπως έτσι ένιωθα, κακά τα ψέματα. Τέλος πάντων, εντάξει, είμαι και περήφανη εν ολίγοις για όλα αυτά που πέρασα, γιατί επιβίωσα και επιβίωσα και καλά αξιοπρεπώς δηλαδή. Δεν πήγα να κάνω δουλειές που δεν θα με χαρακτήριζαν, που υπήρχαν και αυτές, κακά τα ψέματα. Άνθρωπος που δεν έχει να ζήσει, μπαίνει εύκολα σε διαδικασία έτσι να κάνει και πράγματα που δεν είναι του χαρακτήρα του, να το πω και έτσι. Κανένα δεν κατηγορώ, γιατί ο καθένας δεν ξέρουμε γιατί και πώς κάνει, τι κάνει. Αυτά αυτά.
Και το ατελιέ πώς το φτιάξατε;
Το ατελιέ ήταν όνειρο ζωής. Ναι, το ατελιέ ήταν όνειρο ζωής. Απλά περίμενα να μεγαλώσει ο γιος μου για να μπορώ, γιατί ήξερα ότι αυτό δεν έχει ένα πρόγραμμα οκτάωρο. Στην αρχή δούλευα πάρα πολλές ώρες, τώρα έβαλα ένα φρένο λίγο στα πράγματα και έχω βάλει ένα πρόγραμμα που το βγάζω μόνο. Παλιά δούλευα μέχρι τις 02:00 τη νύχτα. Έφευγα για δύο ώρες το μεσημέρι. Κοίταξε, για να εδραιωθεί μία δουλειά η οποία δεν έχει στήριξη από πουθενά αλλού, δεν έχει σπόνσορα από πουθενά αλλού και είσαι υποχρεωμένος το μόνο για να επιβιώσεις να κάνεις καλά τη δουλειά σου, έπρεπε να αφιερώσω και ώρες. Αυτό τώρα που κατάφερα μετά από τόσα χρόνια είναι με πολύ κόπο και θυσία. Για να πείσεις όλο αυτό τον κόσμο που σε τιμά σήμερα και έρχεται και σου αφήνει τη δουλειά του ότι είσαι καλός, έπρεπε να το αποδείξω αυτό το πράγμα. Αφιέρωσα πολλές ώρες, για αυτό και το έκανα σε ένα timing που το παιδί μου πλέον, δεν είχε τόση ανάγκη. Βέβαια τώρα όλο αυτό θα το δούμε στα ένσημα, που μέχρι τα 80 θα δουλεύω. Όχι τα 80 αλλά τα 67. Άστο, άστο είναι μία ιστορία, ναι, τι κόστος έχει. Δηλαδή φέρνουμε παιδιά στη χώρα αυτή, στον κόσμο αυτό, και; Και. Δεν υπάρχει πρόνοια, αυτό είναι το πρόβλημα αυτής της χώρας. Αλλά δεν χρειάζεται πρόνοια σε αυτή τη χώρα για τίποτα. Τι να το κάνουμε τώρα αυτό; Μεγάλη κουβέντα ανοίξαμε.
Τι είναι για εσάς η μόδα;
Είναι τρόπος έκφρασης. Η αλήθεια είναι αυτή, η μόδα είναι–. Δηλαδή, νομίζω ότι αν είχα κάποιον να με στηρίξει προς αυτή την κατεύθυνση, θα είχα δημιουργήσει πολλά πράγματα και με άλλες ονομασίες και με άλλες. Δεν με πειράζει όμως, εγώ κάνω αυτό που αγαπάω. Δεν με πειράζει που δεν έχω όνομα στην μεγάλη αγορά κτλ. Έχω να κάνω με κόσμο, εκφραζόμαστε μέσα από τη μόδα, προσπαθώ να δημιουργήσω όμορφες εικόνες. Πολλές φορές τα μεγάλα ονόματα δεν ασχολούνται καν με αυτό, κάνουν αυτά που έχουν να κάνουν και ασχολούνται με πρότυπα ένα σώμα και τελείωσε. Εγώ προσπαθώ και τη χοντρούλα να την ομορφύνω και τη λεπτούλα να την παχύνω και την παχουλή να την λεπτύνω και την ψηλή να την κοντύνω, αυτά είναι. Και μου αρέσει αυτό, μου αρέσει, με κοιτάνε μέσα στα μάτια να τις κάνω πιο όμορφες και μου αρέσει αυτό πολύ. Πολύ. Και οι άντρες το ίδιο. Έχω και άντρες πολλούς, δεν έχω μόνο γυναίκες, έχω και άντρες πολλούς. Είναι ένας τρόπος έκφρασης η μόδα, δηλαδή. Εμένα μου αρέσει, ο άνθρωπ[01:10:00]ος όταν περιποιείται για μένα δείχνει σεβασμό στον εαυτό του και όταν κάποιος δείχνει σεβασμό στον εαυτό του, μπορεί να δείξει και στους άλλους. Δεν είναι απαραίτητο έτσι αλλά κάποιος που δεν σέβεται τον εαυτό του όμως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να σεβαστεί κανέναν άλλον. Από τη στιγμή που τον εαυτό του τον έχει, κατάλαβες; Η μόδα βοηθάει στο να σου δίνει αυτοπεποίθηση η μόδα, σου δίνει αυτοπεποίθηση η περιποίηση, σου δίνει αυτό. Αυτά, αυτά είναι που βοηθάνε με τη μόδα. Δεν είναι αυτό και τίποτα άλλο. Η εικόνα είναι κάτι πολύ–. Εγώ δεν είμαι δεν είμαι εγκλωβισμένη στην εικόνα καθόλου. Μου αρέσει η μόδα χωρίς να είναι εγκλωβισμένη σε αυτό. Φοράω ρούχα και πολύ παλιά που θεωρούνται ότι βγήκαν από τη μόδα. Εγώ τα φοράω με τον δικό μου τρόπο και δημιουργώ δική μου μόδα, πώς να σου πω. Μου αρέσει, μου αρέσει το ρούχο πολύ, ναι. Δεν ξέρω μέχρι πότε θα έχω αυτή τη λαχτάρα, αλλά μέχρι στιγμής δεν μου πέρασε.
Με τον άντρα σας πώς γνωριστήκατε;
Με τον άντρα μου από κοινούς φίλους γνωριστήκαμε. Έτσι, βγήκαμε ένα βράδυ μαζί και εγώ ήμουν με μία φίλη και ο σύντροφος της φίλης μου γνώρισε τον άντρα μου.
Θα θέλατε να γυρίσετε στην πόλη σας στη Ρουμανία;
Θα ήθελα να γυρίσω στην πόλη μου στη Ρουμανία υπό τις τότε συνθήκες. Το τωρινό, δεν ξέρω αν θα ήθελα να πάω αλλά θα ήθελα να γυρίσω, όχι–. Είμαι διχασμένη τελικά, δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω. Τώρα έχω και έναν γιο που γεννήθηκε εδώ πέρα, οπότε δεν ξέρω τι θα ήθελα πραγματικά. Εκείνα τα χρόνια τα αναπολώ και θα τα αναπολώ μέχρι να πεθάνω. Αλλά επίσης, άλλαξαν πάρα πολύ και εκεί τα πράγματα οπότε εντάξει, είναι κάτι που πέρασε. Εκείνα τα χρόνια όμως, θα τα αναπολώ πάντα. Όχι ότι θέλω να γυρίσω στη Ρουμανία σαν χώρα. Σε εκείνα τα πράγματα, σε εκείνες τις αθώες σχέσεις που είχαμε οι Έλληνες εκεί μεταξύ μας.
Έχετε κάνει ταξίδια οικογενειακώς;
Στη Ρουμανία δεν τον έχω πάει. Γενικώς μιλάς, αν έχω πάει ταξίδια εκτός Ελλάδος γενικώς;
Όχι, όχι.
Αν τον έχω πάει; Όχι, αλλά του το έχω ταγμένο ότι θα γίνει και αυτό. Έπεσε πάνω στην ανάγκη της επιβίωσης. Δεν υπάρχει χρόνος να αφιερώσω, δεν υπάρχει χρόνος να αφιερώσω. Κάποια στιγμή πιστεύω θα μας αξιώσει ο Θεός να πάμε με τον γιο μου, να τα δει τα μέρη μου. Θα το ήθελα πολύ δηλαδή να του δείξω αυτά που ήμουν, τι έζησα. Το κολυμβητήριο που του έλεγα γιατί ήταν ένα κτίριο καταπληκτικό. Θυμάμαι με έναν κολυμβητή που βουτούσε στο νερό σαν άγαλμα, ένα τεράστιο άγαλμα μπροστά. Είχε εγκαταστάσεις καλές, πολύ καλές εκείνα τα χρόνια. Τώρα τι γίνεται εκεί ούτε ξέρω, τι γίνεται. Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα, δηλαδή έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα δεδομένα. Και δεν λέω αν είναι προς το καλό. Εγώ τι αναπολώ. Εγώ αναπολώ εκείνα που έζησα εγώ, όπως ο καθένας αναπολεί εκείνα που έζησε εκείνος έτσι, οπότε δεν ξέρω τώρα αν–. Απλά, η Ελλάδα με ψιλοαπογοήτευσε αυτό. Την αγαπώ, παρόλα αυτά. Είναι η χώρα μου, τελείωσε. Το έχω αποδεχτεί. Κακά, στραβά, αυτή είναι και με αυτή πορευόμαστε, κατάλαβες;
Θεωρείτε ότι σας φέρθηκαν ρατσιστικά εδώ οι Έλληνες;
Βέβαια, βέβαια, αφού σου εξηγώ ότι στη Ρουμανία με λέγαν «η Ελληνίδα». Δηλαδή είχαμε αυτή την προσκόμιση, στο τέλος δηλαδή «η Ελληνίδα» και στην Ελλάδα «η Ρουμάνα». Τώρα άντε να εξηγήσεις εσύ ότι δεν είσαι ελέφαντας. Γι’ αυτό έπαψα να ασχολούμαι και να το λέω γιατί είδα. Κάποιοι που το ξέρουν θεωρώ ότι αξίζουν και το ξέρουν γιατί είναι δικοί μου πλέον και έχουν δοκιμαστεί στην ποιότητα τους, οπότε δεν έχω τέτοια θέματα να κρύψω. Δεν τα κρύβουμε για λόγους–, δεν ντρέπομαι για την καταγωγή μου για το πώς έζησα, πού έζησα. Και θα ευγνωμονώ πάντα τη Ρουμανία γιατί με δημιούργησε ως άνθρωπο. Θα πρέπει να είμαι γαϊδούρι να μην το δεχτώ αυτό το πράγμα. Μου έδωσε την τέχνη μου, με έμαθε να σκέφτομαι, με πήγε σχολείο, έμαθα να είμαι κοινωνικό ον, αυτά όλα μου τα έκανε, τα αθλήματα μου, τα πάντα μου. Δεν μπορώ αυτά να αρνηθώ ούτε να πω ότι η Ρουμανία με είχε–, θα ήταν ψέμα έτσι. Αλλά την Ελλάδα πάντα την είχαμε στην καρδιά μας, πάντα. Να σου πω και κάτι, οι Έλληνες του εξωτερικού, δεν έχει σημασία αν είναι Αμερικής ή Ρουμανίας–. Γιατί τους Έλληνες της Αμερικής τους αγαπάμε περισσότερο, αυτό το έχω διαπιστωμένο. Δεν είναι το ίδιο δηλαδή έτσι, ούτε τον Έλληνα της Γερμανίας δεν τον έχουμε σαν τον Έλληνα της Ρουμανίας. Τον Έλληνα της Ρουμανίας τον έχουμε λίγο του ανατολικού μπλοκ, λίγο υποτιμητικά, κάπως έτσι. Τον Έλληνα λοιπόν της Ρουμανίας δεν μπορούμε να τον–. Έχασα τώρα τον ειρμό μου, περίμενε, ο Έλληνας της, τι λέγαμε.
Για τους–, αν σας έχουν φερθεί ρατσιστικά;
Βέβαια, πάρα πολύ. Τον Έλληνα της Ρουμανίας τον είχανε ότι είναι Ρουμάνος. Τον Έλληνα της Αμερικής δεν τον άκουσα να τον λένε Αμερικανό, το λένε Ελληνοαμερικάνο. Εμένα με λένε σκέτο Ρουμάνα. Οπότε αυτό λέει κάτι, δεν με λέγανε Ελληνορουμάνα, ναι. Ελληνογερμανούς, Ελληνοαμερικάνους, ό,τι είναι από τη Δύση είναι καλώς αποδεκτό. Ό,τι ήταν από αυτά τα–. Όμως τι να κάνουμε που ήμασταν και εμείς Έλληνες. Τώρα για κάποιους δεν ήταν και τόσο–, τι φοβήθηκαν δεν ξέρω, ότι θα έρθουμε εδώ και θα κάνουμε τον κομμουνισμό σημαία. Δεν ξέρω, ακόμα και έτσι να ‘τανε, δεν κινδυνεύει κάνεις από αυτό, ναι. Ο καθένας έχει τις αντιλήψεις του, εν πάση περιπτώσει–.
Μιας και είπατε για τον κομμουνισμό, όσο ήσασταν εδώ, οι πολιτικές σας απόψεις τις δείχνατε; Σας ενδιέφερε πια;
Λοιπόν, θέλεις να σου πω κάτι τώρα, το οποίο το έχω πει και στον άντρα μου γιατί διαφωνούμε κάθετα πολιτικά. Αλλά θα σου πω το εξής, ότι εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ασχοληθεί με πολιτικά. Με πολιτικά σχόλια ασχολούμαι όσο μου επιτρέπει ο χρόνος γιατί ξανά θα φτάσω στη λέξη επιβίωση, έχω ένα παιδί το οποίο έχει ανάγκες, δεν θα κάθομαι τώρα να αναλώνομαι με τέτοια, αλλά έχω την άποψη μου περί πολιτικής. Θεωρώ ότι πολιτικά έχω κατασταλάξει το πού βρίσκομαι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Δεν ασχολιόμουν, δεν ήξερα τι θα πει. Πήγαινα τυπικά να ψηφίσω, δεν είχα ιδέα γιατί ψηφίζω γιατί σου είπα ότι για να προσαρμοστώ σε αυτή τη χώρα πέρασε πάρα πολύς καιρός. Εκεί εγώ δεν ασχολιόμουν με πολιτικά γιατί δεν είχα πρώτον, υπηκοότητα. Οπότε δεν μου ανήκε αυτό το κομμάτι εκεί. Ήμουν και παιδί και δεύτερον εκεί το πολιτικό κομμάτι ήταν λυμμένο κατά έναν τρόπο μη τόσο δημοκρατικό, και αυτό θα το πω, αλλά ήταν αυτό. Οπότε εγώ με τα πολιτικά απείχα έτη φωτός. Δεν είχα καμία σχέση. Τώρα που ξέρω τι είμαι και γιατί είμαι, είναι γιατί κάνω συγκρίσεις το τι έζησα τότε με το τι ζω σήμερα. Πίστεψέ με, ότι πριν τόσα χρόνια σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς αν βάλω στη ζυγαριά τα υπέρ και τα κατά, θα λυπηθώ που θα στο πω, αλλά πιο πολλά κλίνουν προς τα εκείνα τα χρόνια, παρά προς τα πού πάμε τώρα, σαν κοινωνία. Οπότε αυτό με βοήθησε να ξεμπλοκάρω πολιτικά και να πω ότι εγώ ταξικά τελικά ανήκω κάπου που ανήκω και δεν ντρέπομαι για αυτό να το πω. Είμαι περήφανη για αυτά που πιστεύω, γιατί βλέπω ότι όλα είναι μία φούσκα και σε αυτό βοήθησε όλο αυτό το δήθεν που συμβαίνει. Τίποτα δεν είναι αληθινό, τίποτα. Όπως είναι η φωτογραφίες στο Instagram δηλαδή. Άλλο βλέπεις εκεί κι άλλο βλέπεις στη πραγματικότητα. Αυτά και δεν θα έμπλεκα και δεν είχα σκοπό ποτέ να εμπλακώ με πολιτικά δεν είναι κάτι που με τραβάει δεν το θέλω. Με ανάγκασε αυτό που ζω να έχω άποψη, αυτό.
Την πρώτη φορά που σας μείωσαν για τη καταγωγή σας, τη θυμάστε;
Ήταν καθημερινά, δεν υπήρξε μέρα που δεν θα με μείωναν για την καταγωγή μου η οποία ήταν ελληνική. Απλά επειδή γεννήθηκα σε μία άλλη χώρα. Αυτό όμως ξέρεις τι πιστεύω, ότι τελικά έχει να κάνει με το τι δώσαμε σε αυτούς που μου το έκαναν όλο αυτό. Όχι μόνο εμένα και σε κάποιους άλλους, σε όλους που ήρθαν από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Αυτό το να μην υπάρχ[01:20:00]ει επίγνωση το ότι «και αυτοί είναι Έλληνες σαν κι εμάς και πρέπει να τους υποδεχτούμε και να τους δεχτούμε, να τους δεχτούμε στη χώρα τους». Το ότι δεν υπήρχε το συνάλλαγμα και το χρήμα, εκεί παιζόταν το παιχνίδι. Αυτό ήταν αλλά εντάξει. Κάποιοι ήρθαν με χρήμα και τα κάνανε σκόνη και κάποιοι ήρθαμε χωρίς χρήμα και μεγαλούργησαν, τι να κάνουμε τώρα. Γιατί εγώ θεωρώ ότι μεγαλουργώ σήμερα στη δουλειά μου, χωρίς να θέλω να περιαυτολογώ. Το ξαναλέω αυτό το πράγμα.
Έτσι τώρα λίγο πριν–.
Κλείσει.
Μετανιώσατε για κάτι στη ζωή σας;
Γενικά μιλάς τώρα ή σε σχέση με Ελλάδα-Ρουμανία, κάτι τέτοιο; Τι ακριβώς;
Για εσάς μέσα σας;
Για μένα ναι, σίγουρα, μετανιώνω το ότι δεν έχω κι άλλο παιδί. Αλλά και τα παιδιά δεν μπορείς να τα κάνεις με–. Δηλαδή τα παιδιά για να τα κάνουμε και αυτό είναι ένα μήνυμα πάλι που θα περάσω με αυτό που θα πω, δεν τα κάνουμε σαν πως κάνουν μερικοί, κάνουν εφτά τα παιδιά γιατί τα έδωσε ο Θεός. Ο Θεός καλά τα δίνει αλλά ο Θεός δίνει και μυαλό ότι έχουν και απαιτήσεις αυτά τα παιδιά και πρέπει να μεγαλώσουν και πρέπει να έχουν και αυτά που τους ανήκουν κτλ. Αυτή η χώρα λοιπόν, δεν με βοήθησε να κάνω κι άλλο παιδί, που είχα την όρεξη να κάνω και δύο και τρία παιδιά, θα το έκανα. Για αυτό μετανιώνω αλλά δεν υπήρχε δυνατότητα, ήταν αυτό, τέλος. Όταν ένα κράτος δεν στηρίζει τη μητέρα, τι να κάνω. Στη Ρουμανία εκείνα τα χρόνια στηριζόμασταν πάνω σε αυτό. Δηλαδή κάθε μάνα μπορούσε να κάνει παιδιά. Είχε τους παιδικούς σταθμούς, είχε τα σχολεία, είχε–. Η μητέρα μου δεν ασχολήθηκε ποτέ εγώ πώς θα πάω στο κολυμβητήριο. Εγώ το γιο μου τον έτρεχα κάθε μέρα δέκα χρόνια και δεν ήμασταν και στα καλύτερα χέρια. Γιατί και στα κολυμβητήρια και στα αθλήματα, το τι προπονητές, με τι κριτήρια, δεν ξέρω. Πραγματικά, έχει πολλά να ξεσκαλίσουμε εδώ πέρα. Ναι, απογοητεύομουνα από πολλά και κάθε μέρα και έλεγα «δεν είναι δυνατόν». Υποτίθεται ότι εμείς ζήσαμε σε ένα καθεστώς το οποίο ήταν πίσω από αυτό και εγώ έζησα πράγματα, που εδώ ακόμα δεν μπορούν να τα φανταστούν, ούτε στη σφαίρα της φαντασίας. Για αυτό είμαι έτσι. Δηλαδή, μετανιώνω που δεν έχει το παιδί μου αδέρφια μετανιώνω. Φυσικά και μετανιώνω, δεν θα αλλάξει αυτό. Ελπίζω να κάνει πολύ καλούς φίλους στη ζωή του και να το αναπληρώσει κάπως έτσι. Αλλά γιατί έτσι δε λέει, ο Θεός για όλους έχει; Θέλω να κρατήσω αυτό. Ναι γιατί είμαι και αισιόδοξος άνθρωπος είμαι δεν τα βάζω κάτω. Ναι αλλά δεν σημαίνει ότι δεν αισθάνομαστε και δεν, δεν, δεν. Όλα αυτά γιατί ήρθαμε από κει, γιατί αν ερχόμασταν από την Αμερική, στο ξαναλέω. Εγώ έχω φίλη βέβαια και από Αμερική η οποία μου λέει ότι «και εμάς μας φέρθηκαν ρατσιστικά» και τέτοια, δεν είναι ακριβώς έτσι. Γιατί εγώ βλέπω ότι είναι πολύ αρεστοί στην Ελλάδα οι Ελληνοαμερικανοί, ας το πω έτσι. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους, για όνομα του Θεού, φίλους έχω κτλ. Αλλά εμείς ήμασταν το πρόβλημα, μάλλον δεν ξέρω τι να πω. Τι να πω.
Πόσο εύκολο ήταν να προσαρμοστείτε στις δυτικές συνήθειες; Τηλεόραση στο σπίτι;
Είχαμε και εκεί τηλεόραση αλλά είχε συγκεκριμένα προγράμματα. Ναι δεν θα την θεωρήσουμε και–.
Αυτή δηλαδή η ελευθερία.
Θεωρώ ότι η ελευθερία του λόγου, να σου πω την αλήθεια, χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο. Τι θα πει η ελευθερία του λόγου. Ορίστε, εγώ σου είπα κάποια πράγματα και ποιος θα τα δώσει σημασία αυτά που είπα εγώ; Ενώ εκεί φρόντιζαν όλα αυτά που σου είπα να είναι εξασφαλισμένα. Δεν υπήρχε ανάγκη να έχω εγώ ελευθερία λόγου. Φρόντιζαν κάποιοι άλλοι για μένα. Με καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Για τους γονείς μου που δουλεύαν και μας μεταφέραν εμάς την ειρήνη και την–, πώς να στο πω; Ήμασταν χαρούμενη οικογένεια και όχι μόνο εμείς, όλος ο κόσμος, οι περισσότεροι δηλαδή. Αυτούς που ξέραμε ήταν όλοι ευτυχισμένοι. Εδώ τώρα υπάρχει πρόβλημα, πρόβλημα δομής. Δεν υπάρχει δομή. Όταν ένα κτίριο χτίζεται από το έδαφος και πάνω χωρίς θεμέλια πώς θα είναι. Ναι, είναι ένα πρόβλημα. Θα μου πεις τώρα στην Ελλάδα, όλα παίζονται αν έχεις λεφτά, αν δεν έχεις. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, κακά τα ψέματα, παντού. Αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο, όσο μεγαλώνουμε τόσο το καταλαβαίνουμε, αυτό είναι το τελευταίο τελικά. Δεν προσαρμόστηκα ακόμα, στο έχω πει. Δεν είμαι απόλυτα προσαρμοσμένη και δεν θα είμαι και ποτέ. Γιατί έχω μάθει κάποια πράγματα από την αρχή της ζωής μου, κατάλαβες; Και τα αναπολώ αυτά και ο γιος μου όταν θέλει να τον πας μια εκδρομή και εσύ δεν προλαβαίνεις από την δουλειά ή είσαι κατάκοπος από τη δουλειά και δεν μπορείς να του δώσεις αυτή την ηρεμία, όλο τρέχουμε, όλο μας κυνηγάει κάτι. Αυτό δεν είναι ζωή, μας έχουνε μηχανοποιήσει δηλαδή, δεν–. Εκεί είχαμε αυτά τα λιγότερα, τα σταθερά μας. Μια χαρά ήμασταν όλοι, μια χαρά, πίστεψε με.
Θέλετε να συμπληρώσετε κάτι τελευταίο;
Τι να σου πω τελευταίο. Ελπίζω αυτή η χώρα, αλήθεια, να σκεφτεί ότι κάποιοι σαν κι εμένα, κάποιοι σαν κι εμένα, δεν θα μιλήσω μόνο για τη δική μου κατηγορία, υπάρχουν και άλλοι είναι πιο–, γιατί λέμε για τον ελληνισμό τώρα, μιλάμε για τον ελληνισμό, αυτή η χώρα λίγο να αγαπήσει πιο πολύ τους Έλληνες, αυτό, αυτό. Ένα παραπάνω τους πιο αδύναμους, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ σε αυτή τη χώρα αλλά που δεν τους δίνεται η ευκαιρία. Θα μου πεις και αυτοί που γεννήθηκαν εδώ δεν έχουν ευκαιρίες. Εντάξει, εγώ νομίζω ότι όποιος παλεύει τελικά επιβιώνει και όποιος κολυμπάει τελικά φτάνει στο προορισμό του. Το θέμα είναι να μην τόσο επώδυνο όλο αυτό, να είναι πιο ομαλό, πιο ομαλό. Γιατί όπως σου είπα η Ελλάδα από μένα θα μπορούσε να επωφεληθεί και με άλλα παιδιά αλλά δεν φταίω εγώ που δεν τα έκανα, φταίει η ίδια που δεν με άφησε να τα κάνω. Δεν έχω κάτι άλλο να πω, δόξα τω Θεώ είμαστε γεροί, δόξα τω Θεώ το παιδάκι μου είναι καλά. Τι άλλο να ζητήσω τώρα; Μια καλή νύφη θέλω. Μια τέτοια νύφη θέλω καλή, να την έχω στη μόδα. Ναι, αυτά.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.
Να είσαι καλά, Άννα-Μαρία μου.
Θα τα ξαναπούμε.
Ό,τι θέλεις, εδώ θα είμαστε.