Από τα καπνοχώραφα του Αδάμ Θεσσαλονίκης στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου
Segment 1
Τα καπνά στο Αδάμ Θεσσαλονίκης και η διαδικασία της παραγωγής
00:00:00 - 00:16:21
Partial Transcript
Ωραία. Καλησπέρα λοιπόν. Γεια σου Δήμητρα. Θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας πρώτα; Μαστορογιάννη Ελένη. Ωραία, λοιπόν είναι 13 …εν υπήρχε τίποτα άλλο. Δηλαδή, τα καπνά και δύο καφενεία που ζούσαν από αυτό. Οι υπόλοιποι όλοι ζούσαν από τα καπνά, δεν είχαν άλλο τίποτα.
Lead to transcriptSegment 2
Η ζωή στα χωράφια, το τεφτέρι και η μετανάστευση για το εξωτερικό – Τα πανηγύρια και έθιμα του χωριού
00:16:21 - 00:28:12
Partial Transcript
Και μάλιστα, μέχρι να πουληθούν τα καπνά, στα μπακάλικα ψώνιζαν με το τεφτέρι. Έχεις ακούσει ποτέ σου για το τεφτέρι, το περιβόητο; Που σου …ο καλοκαιρινό σου το φουστάνι, θα το φορούσες εκεί. Ένα φουστάνι αγόραζες το χρόνο, μη νομίζεις ότι αγόραζες και παραπάνω εκείνη την εποχή.
Lead to transcriptSegment 3
Οι Αγορές της Θεσσαλονίκης και αναμνήσεις από τα καπνά
00:28:12 - 00:36:40
Partial Transcript
Από πού τα έπαιρνες τα φουστάνια; Από που τα έπαιρνα; Κατεβαίναμε με τον μπαμπά μου στη Θεσσαλονίκη του Αγίου Πνεύματος. Τότε η αγορά ήταν …ί, και τρεις χρονιές καταστραφήκαμε τελείως από το χαλάζι. Μετά προσπαθούσες με τις κουτσό-αποζημιώσεις να βγάλεις τη χρονιά. Δεν υπήρχε...
Lead to transcriptSegment 4
Καθημερινότητα στο χωριό: Το σπίτι και η διατροφή
00:36:40 - 00:48:14
Partial Transcript
Άλλες καλλιέργειες υπήρχανε στο χωριό; Όχι, τίποτα άλλο. Δηλαδή ήτανε ελάχιστοι που είχανε λίγα σιτάρια, όχι για να ζήσουν με τα συρτάρια. …ναν μόνο Διοικητή είχαν, λέει το χωριό, τον Εντέμ Πασά. Που πολλοί λένε ότι από αυτόν πήρε και το όνομα το χωριό, Αδάμ, από τον Εντέμ Πασά.
Lead to transcriptSegment 5
Καθημερινότητα στο χωριό: Το σχολείο και τα παιχνίδια
00:48:14 - 00:56:51
Partial Transcript
Όταν ήσουνα μικρή είχε παιδιά στο χωριό; 113 παιδιά ήμασταν στο Δημοτικό. Είχαμε πάρα πολλά παιδιά, τώρα δεν υπάρχει σχολείο πλέον στο χωρι…ε λουλούδια. Ο καθένας έχει τον κηπάκο του, κάθε τάξη. Και ερήμωσε και το σχολείο μας, ερήμωσαν. Τίποτα. Δεν υπάρχουν παιδιά πια στο χωριό.
Lead to transcriptSegment 6
Ο ξενιτεμός ως φοιτήτρια στη Ρουμανία και η διαβίωση
00:56:51 - 01:09:55
Partial Transcript
Θες να μου πεις για τότε που τα παιδιά ξεκίνησαν να φεύγουνε; Τα παιδιά φεύγανε, μόλις τελειώνανε το Γυμνάσιο φεύγανε. Κατεβαίναν Θεσσαλονί…ας ποτέ εκεί. Μία χρονιά που κάναμε εμείς εκεί Πάσχα και ψήσαμε αρνιά, βάλαμε τον «μεγάλο κομματικό μηχανισμό» να μας εξασφαλίζει τα αρνιά.
Lead to transcriptSegment 7
Η πολιτικοποιημένη ελληνική κοινότητα της Ρουμανίας, το κλίμα επί Τσαουσέσκου και η πανεπιστημιακή ζωή
01:09:55 - 01:27:55
Partial Transcript
Όταν μιλάμε για κομματικό μηχανισμό; Κύρκος. Τον Λε ωνίδα Κύρκο τον έχεις ακούσει ποτέ σου; Ήταν αρχηγός του κόμματος του τότε, η σημερινή …πνά, αμέσως μετά. Μέχρι να κάνω τα χαρτιά μου για αναγνώριση του Διπλώματος κλπ., δηλαδή ήρθα 13 Ιουλίου και αναγνώριση πήρα τον Δεκέμβριο.
Lead to transcriptSegment 8
Η δυσκολία εύρεσης εργασίας, ο σεισμός του '60 στο Αδάμ και ο μεγάλος σεισμός του '78 στη Θεσσαλονίκη
01:27:55 - 01:36:18
Partial Transcript
Μου είπες ότι δύσκολα προσλάμβαναν γυναίκες εδώ. Τότε, εδώ στην Ελλάδα; Ναι, όσες φορές έβρισκα αγγελίες, έπαιρνα… Έπαιρνα τηλέφωνο. Μπορε…. Γιατί λες, ας πούμε, άμα δεν είσαι μέσα στο σπίτι, δεν κουνάει. Κι όμως, το χώμα κάτω που πατούσαμε, σαν να χόρευε το χώμα. Τι άλλο έτσι;
Lead to transcriptSegment 9
Η επιστράτευση του 1974
01:36:18 - 01:40:22
Partial Transcript
Αυτή ήταν μία πολύ τραυματική εμπειρία, όπως και της Επιστράτευσης του ‘74, ήταν πολύ τραυματικό. Το θυμάσαι; Φυσικά, μεγάλο παιδί ήμουν. … σαν τους νομάδες. Οργάνωση δηλαδή καμία. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Εγώ ευχαριστώ. Θα κλείσω τώρα το μαγνητόφωνο. Σ' ευχαριστώ, κοριτσάκι.
Lead to transcript[00:00:00]Ωραία. Καλησπέρα λοιπόν.
Γεια σου Δήμητρα.
Θα μπορούσατε να μου πείτε το όνομά σας πρώτα;
Μαστορογιάννη Ελένη.
Ωραία, λοιπόν είναι 13 Φεβρουαρίου του 2022. Εγώ ονομάζομαι Δήμητρα Κυβέλη Μπαρμπούδη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima και είμαι εδώ με την κυρία-
Ελένη.
Ελένη Μαστορογιάννη. Θέλετε να μου πείτε κάποια, να μου πεις, κάποια βιογραφικά πράγματα για εσένα στην αρχή;
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, αλλά έζησα και μεγάλωσα στο Αδάμ μέχρι τα 18 μου. Μετά έφυγα για σπουδές. Το Αδάμ είναι ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη γύρω στα 50 χιλιόμετρα. Αγροτική οικονομία εκεί. Την εποχή, που γεννήθηκα εγώ, στηριζόταν αποκλειστικά η οικονομία του χωριού στην καλλιέργεια του καπνού, με ένα παραδοσιακό τρόπο, χωρίς μηχανοποιημένα πράγματα, τίποτα. Δηλαδή ήτανε μία δύσκολη καλλιέργεια, αφού ακόμα και σήμερα με πληγώνει να βλέπω καλλιέργεια καπνού σε διάφορες περιοχές, που περνάω. Τώρα έχει περιοριστεί πολύ το χωριό. Δηλαδή δεν έχει ούτε… Δύο παραγωγούς έχει νομίζω το πολύ-πολύ. Τότε ήταν όλοι, το 100% του πληθυσμού του Αδάμ ασχολούνταν με τον καπνό. Μία καλλιέργεια που ξεκινούσε από τον Φεβρουάριο και τελείωνε τον Δεκέμβριο. Δηλαδή, δεν είναι μία τυπική καλλιέργεια που κρατάει δύο-τρεις μήνες. Ας πούμε, τα σιτάρια τα φυτεύεις και τα θερίζεις, και είναι μία πολύ ελάχιστη, ας πούμε, απασχόληση. Εδώ σε κρατούσανε πλήρως απασχολημένο ο καπνός 10 μήνες το χρόνο. Ξεκινούσε από το φυτώριο του καπνού. Θα σου πω μερικά πράγματα και στη γλώσσα, την ντοπιολαλιά. Πώς λεγότανε δηλαδή. Οι ντόπιοι το λέγανε «φυτεύουμε χασλαμά», το φυτώριο που κάνανε του καπνού. Ήταν το «φυτεύω το χασλαμά». Έτσι λέγονταν. Μπορεί να είναι τούρκικης προέλευσης. Κάνανε τα «παρνίκια», τα παρτέρια δηλαδή, τα λέγαμε «παρνίκια» ή «καρίκια» εκεί, και φύτευαν το φυτό αυτό, και ασχολούνταν. Σιγά-σιγά μεγάλωνε το φυτό, το φρόντιζαν, ξεβοτανίζανε, όλη τη μέρα ήταν εκεί στα φυτώρια αυτά και βγάζαν τα χορταράκια που φύτρωναν μαζί με τον σπόρο του καπνού. Τον σπόρο, τώρα που το θυμάμαι όμως, πριν το φυτέψουνε στα «παρνίκια» τον φουσκώνανε. Τον βάζανε μέσα σε κάλτσες τον σπόρο αυτόν, και το βάζετε σε ζεστό μέρος με υγρασία, πάντα με νερό. Τι μου θυμίζεις, ρε Δήμητρα, τώρα; Παλιές ιστορίες- μέχρι να σκάσει ο σπόρος, και τότε τον ανακάτευαν με στάχτη και το φυτεύανε στα «παρνίκια» αυτά, στα «καρνίκια», που το λέγαμε εμείς εκεί. Γύρω στις αρχές Μαΐου είχε μεγαλώσει το φυτό γύρω στα 10 εκατοστά, και τότε γινόταν η μεταφύτευση στο χωράφι, κατευθείαν. Δηλαδή για, εκεί ξεκινούσε και το μαρτύριο των μικρών παιδιών. Γιατί ξεκινούσαν από εκεί να προσφέρουν υπηρεσίες και παιδάκια από 7-8 χρονών και πάνω. Δηλαδή, σε όλα τα κενά που είχανε, και τότε είχαμε μόνον την Κυριακή κενό, γιατί είχαμε έξι μέρες σχολείο την εβδομάδα, όχι 5, όπως έχετε τώρα εσείς, έξι μέρες, πηγαίναμε και κάναμε το λεγόμενο αράδιασμα εμείς. Βάζαμε τις ρίζες μία-μία στη σειρά ανά 10 εκατοστά, 12, ξέρω ‘γω, πόσο απείχε, σε κάτι αυλάκια που ανοίγανε οι πατεράδες. Οι πατεράδες άνοιγαν τα αυλάκια, τα παιδάκια άδειαζαν το «χασλαμά» πώς το λέγαμε με τα φυτά αυτά και οι μαμάδες τα φυτεύανε με το μπασκί. Το μπασκί, υπάρχει αυτό το όργανο στα φυτώρια, στα είδη που πουλάνε κηπευτικά θα το δεις. Είναι ένα μυτερό σουραύλι, έτσι, που το βάζεις στο χώμα και ανοίγεις μία τρυπούλα και ρίχνεις μέσα το φυτό με τη ρίζα του. Μετά άρχισε το σκάλισμα. Αυτή η διαδικασία του φυτέματος κρατούσε περίπου 30 μέρες, 20 με 30 μέρες. Μετά άρχιζε να μεγαλώνει ο καπνός στο χωράφι, ξεκινούσε, ήθελε σκάλισμα, δυο-τρεις φορές να σκαλίζεις τον καπνό, και ερχότανε η ώρα του μαζέματος, που πάλι δούλευε όλη η οικογένεια και εκεί. Δηλαδή εγώ θυμάμαι ότι πήγαινα στο χωράφι για μάζεμα από 10 χρονών. Το μάζεμα ήταν μία άλλη τρελή διαδικασία. Για να μη μαραθεί ο καπνός και να τον μαζέψεις τσίλικο, για να φτουράει κιόλας, να είναι εύκολος στο μάζεμα, έπρεπε να πας 02:00-03:00 το βράδυ, με τα φανάρια τα μεγάλα τα lux, που τα λέγαμε εμείς εκεί. Έτσι μαζεύαμε, δεν είχαμε άλλο φως. Μες στα σκοτάδια δηλαδή, μαζεύαμε καπνό και το βάζαμε στα κοφίνια. Το πρώτο χέρι, γιατί ο καπνός δεν μαζευόταν όλο το φυτό μία και έξω. Μπορούσες να το κάνεις και έξι φορές, να πήγαινες, δηλαδή σταδιακά μάζευες. Ωρίμαζαν τα κάτω φύλλα, μάζευες 2-3 φύλλα από την κάτω μεριά, ύστερα από 15 μέρες πήγαινες πιο πάνω, πιο πάνω, πιο πάνω. Αυτήν η διαδικασία κρατούσε Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο. το μάζεμα των καπνών. Όσο πιο πάνω πήγαινες τόσο πιο μικρό και τόσο πιο δύσκολο ήταν το μάζεμα, γιατί ήτανε, δεν μπορούσες να μαζέψεις ποσότητα, γιατί μίκραινε το φύλλο προς τα πάνω. Έφευγες από το χωράφι κατά τις 09:00 με 10:00, όταν ο καιρός ήτανε καλός. Αν είχε βροχερό καιρό και το πρωί είχε δροσιά, αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε με το φως του ήλιου, αφού στέγνωνε ο καπνός. Δεν μπορούσες να το μαζέψεις τον καπνό βρεγμένο, γιατί δεν θα ήταν καλής ποιότητος μετά. Οι ποιότητες έπαιζαν πολύ μεγάλο ρόλο. Ερχόταν, και βαθμολογούνταν τα καπνά. Θα το πούμε στη συνέχεια αυτό, ήταν μία φοβερή ιστορία η βαθμολόγηση των καπνών. Πηγαίναμε στο σπίτι τον καπνό σε αποθήκες που είχαμε ειδικές, και ξεκινούσε το «μπούρλιασμα», που το λέγαμε, το πέρασμα σε βελόνες, ένα-ένα φυλλαράκι το περνούσες. Το περνούσες σε κάτι βελόνες μεταλλικές, και μετά αυτές τις βελόνες τις…το «ξεμπούρλιαζες», τον έβγαζες τον καπνό επάνω σε ράμματα, σε σπάγκο και τον κρεμούσες σε κάποια, λιάστρες τα λέγαμε τότε. Οι λιάστρες ήτανε κάτι τετράγωνα πλαίσια και τα βγάζαν στον ήλιο για να στεγνώσει ο καπνός ή υπήρχανε οι τέντες, τα πανιά που τα βάζαν κάτω από τις τέντες με νάιλον καλυμμένες για να... Αυτό ήταν μία εξέλιξη του καπνού, που δεν ήταν τα πρώτα χρόνια δηλαδή, που πρόλαβα εγώ. Ήρθε λίγο μετά αυτό, ήρθε γύρω στα ‘67-‘68, ήρθανε τα πλαστικά πανιά που σκεπάζανε τις τέντες αυτές, και τα έβαζες εκεί και δεν ήσουν υποχρεωμένος το πρωί να τις βγάλεις στον ήλιο, το βράδυ να τις μαζέψεις μέσα. Τις είχες μονίμως εκεί, ήταν απλωμένα, και δεν, βρέξει-χιονίσει, δεν καταλάβαιναν τίποτα. Αυτά γύρω στις 10 μέρες, στέγνωναν τα καπνά και τα μάζευες από κει. Τα έκανες σανδάλια, έτσι τα λέγαμε. Τώρα το σανδάλι εκείνο… Και τα κρεμούσαμε στις αποθήκες ψηλά τα σανδάλια. Είχανε καρφιά παντού οι αποθήκες, ψηλά, και ήταν κρεμασμένα τα καπνά εκεί και περίμεναν να τελειώσει όλη η συγκομιδή του καπνού, και μετά τον Οκτώβριο άρχισε η δεματοποίηση.
Τα σανδάλια τι ήτανε;
Τα σανδάλια ήταν ο ξερός καπνός, που μαζευόταν και αποθηκευόταν, αλλά σε μία μορφή χαλαρή, και όχι η δεματοποίηση του γινόταν μετά, που γινόταν σύμπτυξη του καπνού και πίεση. Πρεσαριστός ήταν πλέον ο καπνός. Και έφευγε δέματα στο εμπόριο, στην αγορά. Ήτανε μία πρώτη αποθήκευση. Αυτά τα… Μετά ξεκινούσε ο αδιάκοπος αγώνας να καθαρίσεις τον καπνό από καθετί, δηλαδή, ένα-ένα φυλλαράκι το περνούσες. Αυτό το σανδάλι το κατέβαζαν μετά, επειδή ήτανε αρκετά στεγνό και τριβόταν ο καπνός. Υπήρχαν τα υπόγεια που βάζανε δηλαδή, σήμερα έλεγες ας πούμε: «Θα δεματοποίησω 15 σανδάλια». Το κάθε σανδάλι είχε 7 με 6 σειρές από καπνό. «Θα δεματοποίησω, ξέρω ΄γω, 15 σανδάλια». Τα κατέβαζες αυτά τα σανδάλια σε ένα υπόγειο, για να υγρανθεί κάπως ο καπνός, για να μην σου τρίβεται όταν τον καθαρίζεις και μετά τον βάζανε πάνω σε μεγάλες τάβλες εκεί, τραπέζια επεξεργασίας, και το διαλέγανε ένα-ένα φύλλο. Τα παιδιά, ευτυχώς ξεκινούσε το σχολείο πια, και δεν συμμετείχαμε σε αυτή τη διαδικασία της δεματοποίσης. Ήμασταν μέχρι εκεί. Αλλά βοηθούσαμε στο να γίνουν τα σανδάλια πριν. Ότ[00:10:00]αν ξεκινούσε το καθάρισμα αυτό, έπαιζε ρόλο τι χρονιά θα ήταν. Αν ήταν βροχερή, δεν έβγαινε καλής ποιότητος καπνός. Δηλαδή το χώριζαν σε κατηγορίες. Το χώριζαν σε μεγέθη. Ξέχασα να σου πω ότι κατά την διάρκεια που περνούσαμε στις βελόνες τον καπνό, έπρεπε να είναι, παρόλο που δεν είχαμε εμείς μία ποικιλία που λεγότανε... πώς λεγόταν; Που έπρεπε να είναι απόλυτα ίσια τα φύλλα το ένα με το άλλο... Μπασμάδες. Εκείνη η ποικιλία των μπασμάδων, δεν την πρόλαβα εγώ, την καλλιεργούσαν στο χωριό μου πριν γεννηθώ εγώ, αλλά μετά καλλιεργούσαν καπνά, «Καμπά – Κουλάκ» λέγαν τα δικά μας, άλλη ποικιλία. Μπασμάδες συνέχισαν να την καλλιεργούν οι Πομάκοι στην Ξάνθη, κατά εκεί. Συνέχισαν να την καλλιεργούν αυτή την ποικιλία. Ήτανε πολύ υψηλής ποιότητος καπνά βέβαια, αλλά ήθελαν και υπερβολικά πολλή δουλειά, και για αυτό δεν είχε και απόδοση. Για αυτό τη σταμάτησαν να την καλλιεργούν οι δικοί μας και έβαλαν κάτι που ήταν πιο εμπορικό, για να βγάλουν και τα προς το ζην. Λοιπόν, υπήρχε στο καθάρισμα μεγάλη επιμέλεια. Ο καθένας δηλαδή προσπαθούσε να κάνει το καλύτερο, να πετάξει τα φύλλα τα σκάρτα, τα ξεχώριζαν αυτά. Το φύλλο δηλαδή έπρεπε να είναι χρυσό για να το κρατήσεις. Όταν ήταν λίγο μαυρισμένο και αυτά, ήταν χαμηλής ποιότητος και το πετούσες. Και άναβαν φωτιές μετά και τα καίγανε αυτά, τα πεταμένα φύλλα. Τα βάζανε σε τετράγωνες κάσες και τα στοίβαζαν εκεί μέσα με τη σειρά, και τα πιέζανε. Και κάνανε με μία ειδική τεχνοτροπία μέσα σε λινάτσες, τα δένανε, δέματα τα λέγανε. Και έτσι τον αποθήκευαν τον καπνό. Αυτή η δουλειά τελείωνε γύρω στα Χριστούγεννα, αν ήταν καλός ο καιρός. Ερχότανε μετά η εποχή, η χειρότερη εποχή για τους εργάτες του καπνού, για τους παραγωγούς καπνού, ήταν όταν θα άνοιγε η αγορά για να πουλήσουν τον καπνό. Εκεί άρχιζε και η δυστυχία του παραγωγού. Γινόταν τόσα παιχνίδια σε βάρος τους από τις εταιρείες τις μεγάλες. Προσπαθούσαν να δωροδοκήσουν… Δηλαδή, διαπραγματεύονταν την τιμή βασικά. Ερχόταν πριν η κρατική, ο Ελληνικός Οργανισμός Καπνού και βαθμολογούσε τα καπνά. Τα έβαζε, ας πούμε, Α-Β κατηγορία, ανάλογα τι, εξέταζαν εκεί και έβλεπαν. Και μερικά τα έβγαζαν για κάψιμο.
Γιατί έτσι;
Γιατί ήτανε, τα θεωρούσε ότι ήταν χαμηλής ποιότητος. Πολλά πράγματα γινότανε και με δόλο τότε, εκείνη την εποχή. Ήταν μαύρα χρόνια, δεν ξέρω. Δηλαδή μέχρι και τραγούδια έχουν γραφτεί για αυτό και έχει και γυριστεί και ταινία, ο «Γάζωρος Σερρών», έτσι μία ταινία του Τάσου Ψαρρά. Είναι αποτυπωμένο εκεί πέρα ο πόνος του καπνού, της καλλιέργειας καπνού. Γιατί παίζανε πολλά παιχνίδια στην πλάτη των παραγωγών. Έτρεμε, θυμάμαι, ο μπαμπάς μου μην σπάσει κάποιος και δώσει πρώτος καπνό. Έτσι και έσπαγε και κάποιος πουλούσε σε μια χαμηλή τιμή, μετά φοβόντουσαν όλοι και τα δίναν τα καπνά τους όσο-όσο. Εμείς… Δηλαδή ήτανε οι εποχές εκείνες, ήταν δακρύβρεχτες, τόσο πολύ. Και άμα είχες και βαθμολογία χαμηλή για τον καπνό σου, ήσουνα ο πιο δυστυχής άνθρωπος, ας πούμε, που υπήρχε.
Υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών;
Όχι, ανταγωνισμός δεν υπήρχε μεταξύ των παραγωγών. Υπήρξαν παιχνίδια από τις εταιρείες που εμπορεύονταν καπνό, που προσπαθούσαν να εξαγοράσουν κάποιους παραγωγούς. Συνήθως βρίσκανε αγαθούς ανθρώπους, που δεν είχαν και μεγάλο επίπεδο, ας πούμε, νοημοσύνης. Τους δίνανε και κάτι στα κρυφά και τους λέγανε: «Πούλα μας τον καπνό» .Έτσι και πουλούσε ένας, άρχισε μετά η κατρακύλα. Και πουλούσαν, φοβόντουσαν οι άλλοι μην μείνουν απούλητα τα καπνά και τα δίναν όλοι όσο-όσο. Το θέμα ήταν να μένεις σταθερός, να μην πουλήσει κανένας και να διαπραγματευτείς, να ζητήσεις μία καλύτερη τιμή. Αυτό σπάνια το κατάφερναν. Πάντα δηλαδή ήταν στο… Και όταν υπήρχε καπνό χαμηλής ποιότητας, δεν το έπαιρνε και κανένας, και κατέληγε στον Ελληνικό Οργανισμό Καπνού με τη χαμηλότερη τιμή. Πήγαινε εκεί. Έχουνε παιχτεί δράματα δηλαδή γύρω από την αγοραπωλησία του καπνού. Ήταν-
Εσύ ως παιδί το θυμάσαι αυτό;
Θυμάμαι. Πώς δεν-
Θυμάσαι κάποιο περιστατικό-
Θυμάμαι! «Άνοιξε η αγορά...» Ερχόταν ο παππούς και ο μπαμπάς στο σπίτι το βράδυ από το καφενείο και λένε: «Άνοιξε η αγορά, θα ανοίξει η αγορά». Δηλαδή σαν το χρηματιστήριο, σαν να παίζανε χρηματιστήριο, ήταν οι άνθρωποι. Είχαν δηλαδή τέτοια αγωνία, σαν, σαν να ήταν σε μία αίθουσα χρηματιστηρίου. «Και πόσο θα ανοίξει; Και τι θα ανοίξει;». Δηλαδή δεν υπήρχαν σταθερές τιμές, ήταν αυτό, άμα ένας έσπαγε και το έδινε κατρακυλούσαν όλοι οι υπόλοιποι. Το θυμάμαι δηλαδή σαν τώρα, σκηνές στο σπίτι αγωνίας και από τον παππού και τον μπαμπά. Εμείς τα παιδιά βέβαια το επωμιζόμασταν και αυτό, δεν ήτανε τόσο, δεν ήταν καλή κατάσταση. Κάποιες φορές βέβαια πουλούσαμε καλά. Κάποιες φορές όμως και η παραγωγή ήταν μικρή, γιατί η παραγωγή, εμείς μπορεί να φυτεύαμε σταθερά τα ίδια χωράφια, αλλά υπήρχαν αντιξοότητες. Υπήρξε χαλάζι, υπήρξε αυτά, που κατέστρεφε την παραγωγή και δεν είχαμε καπνά να πουλήσουμε. Είχαμε ελάχιστες ποσότητες δηλαδή. Και η μόνη πηγή εισοδήματος για όλο τον κόσμο του χωριού ήταν ο καπνός, δεν υπήρχε άλλη.
Οπότε η παραγωγή κατά αποκλειστικότητα ήταν τα καπνά.
Καπνά, δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Δηλαδή, τα καπνά και δύο καφενεία που ζούσαν από αυτό. Οι υπόλοιποι όλοι ζούσαν από τα καπνά, δεν είχαν άλλο τίποτα.
Segment 2
Η ζωή στα χωράφια, το τεφτέρι και η μετανάστευση για το εξωτερικό – Τα πανηγύρια και έθιμα του χωριού
00:16:21 - 00:28:12
Και μάλιστα, μέχρι να πουληθούν τα καπνά, στα μπακάλικα ψώνιζαν με το τεφτέρι. Έχεις ακούσει ποτέ σου για το τεφτέρι, το περιβόητο; Που σου έγραφε. Πήγαινες και ψώνιζες, γιατί τελείωναν, ας πούμε, τα λεφτά κάποια στιγμή, μέχρι να πουληθούν τα επόμενα κάπνα, και άρχισες και έβαζες τα χρέη σου. Δηλαδή το θυμάμαι το τεφτέρι και σήμερα ακόμα. Όλος ο κόσμος είχε τεφτέρι, δεν υπήρχε κόσμος που να μην έχει τεφτέρι. Δηλαδή, στο τέλος δεν έφταναν τα λεφτά και πάντα άρχισες και έβαζες χρέος για την επόμενη, για τη σοδειά της επόμενης χρονιάς. Μόλις πουλούσες τα καπνά, πήγαινες και ξεχρέωνες βέβαια τον μπακάλη. Ήταν η πρώτη σου δουλειά, να πληρώσεις τα χρέη από το τεφτέρι, να σκίσεις τα φύλλα από το τεφτέρι. Δύσκολα χρόνια, δύσκολα. Δηλαδή άλλες καλλιέργειες δεν υπήρχανε, για αυτό αναγκαστήκανε και στο χωριό μου, όλα τα παιδιά σπουδάσανε, φύγαν από το χωριό. Είχε μία περίοδο μετανάστευσης, γύρω στο ‘63-‘64 εκεί. Φεύγανε στη Γερμανία, μία μεγάλη μερίδα Γερμανία και μία άλλη παρτίδα που τη θυμάμαι, που έφυγε Αυστραλία.
Τι είχε γίνει τότε;
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν, δεν είχαν, είχαν μικρές παραγωγές καπνού, λίγα χωράφια και -ξέρω εγώ- δεν υπήρχε τρόπος να επιβιώσουν εκεί και φύγανε. Στην ουσία ήταν οι πιο φτωχοί, αυτοί που φύγανε. Μετά τράβηξαν και κάποιους άλλους, είπαν: «Είναι καλά εδώ, ελάτε στην Αυστραλία». Και ποτέ δεν γύρισαν. Δηλαδή δεν θυμάμαι να επαναπατρίστηκαν, παρά δύο οικογένειες από αυτές που φύγανε. Όλες μείνανε εκεί. Τελείωσε δηλαδή η επαφή τους με το χωριό. Οι περισσότεροι δηλαδή χάθηκαν στην Αυστραλία, από τη Γερμανία. Γιατί πιο πολλούς μετανάστες είχε το χωριό στην Αυστραλία και λιγότερο στη Γερμανία, καθόλου στην Αμερική, μόνο σε αυτές τις δύο χώρες είχε.
Τι πληθυσμό είχε περίπου το χωριό;
Εκείνη την εποχή είχε γύρω στους χίλιους κατοίκους, χίλιους κατοίκους. Στο Δημοτικό εγώ ήμασταν 110 παιδιά, 120. Μόνο Δημοτικό σχολείο είχε το χωριό, σε ένα διπλανό χωριό πηγαίναμε Γυμνάσιο-Λύκειο. Γυμνάσιο ήταν τότε, εξατάξιο Γυμνάσιο. Δεν υπήρχε Λύκειο. Και ναι, το χωριό μας είχε τη νοοτροπία αυτή, ότι βοηθούσαμε όλοι. Και τα μικρά παιδιά. Σε άλλα χωριά ,δεν ήτανε τόσο, το παιδί δεν το… Ήταν πιο καλομαθημένα τα παιδιά τους, δεν βοηθούσαν στα καπνά. Το θυμάμαι και το… Δεν μας κακοφαινόταν όμως εμείς, γιατί είχαμε μάθει έτσι. Να φανταστείς όλο το καλοκαίρι, η μόνη μας διασκέδαση ήτανε - δύο μέρες σταματούσαμε τα καπνά-, ήταν 27 Ιουλίου του Αγίου Παντελεήμονα, που είχαμε πανηγύρι στο χωριό, και 15 Αυγούστου. Δεν υπήρχαν άλλες διακοπές. Μαζεύαμε συνέχεια. Θυμάμαι δύο μέρες, αυτές ήτανε.
Να σε γυρίσω, έτσι, λίγο πίσω στη μνήμη σου και να μου πεις πως ήταν μία μέρα τα καπνά; Τι ώρα πηγαίνατε;
02:00 η ώρα με 03:00 το βράδυ. Με το κάρο, τα πρώτα χρόνια. Μετά πήραμε τρακτέρ, πηγαίναμε με το τρακτέρ. Το κάρο με το άλογο, «ντάκα-ντούκα» το κάρο, και το lux κρεμασμένο να φωτίζει εκεί που μαζε[00:20:00]ύαμε. Και μαζεύαμε σε κοφίνια τον καπνό. Ήταν πλεγμένα με λυγαριά, κάτι μεγάλα καλάθια δηλαδή, πάνω από ένα μέτρο ψηλά, και τέτοια, και τα γέμιζαν, τα φορτώναμε και γυρνούσαμε πίσω να περάσουμε τον καπνό. Αυτό δηλαδή κρατούσε από τις 02:00 με 03:00, τελειώναμε γύρω στις 09:00 με 10:00 το πρωί το μάζεμα. Μέσα στο σκοτάδι, να σου πετιέται, την μια φορά έναν λύκο είδα, την άλλη φορά έναν λαγό δίπλα μου, του μιλούσα. Μιλούσα στον λαγό και έλεγε ο πατέρας μου: «Πάρε μία πέτρα και σκότωσέ το». «Τι λες ρε, που θα το σκοτώσω το λαγουδάκι. Είναι τόσο ωραίο» του έλεγα. Μες στη φύση τώρα, κάναμε διάλειμμα μόλις έβγαινε ο ήλιος για να φάμε. Τι τρώγαμε; Συνήθως είχαμε, καλλιεργούσαμε κιόλας, κανένα καρπούζι για την κατανάλωση της οικογένειας. Κόβουμε κανένα μικρό καρπουζάκι εκεί, με ψωμί και τυρί. Αυτό τρώγαμε, το πρωινό μας, το κολατσιό ήταν εκεί. Και μετά γυρνούσαμε. Μόλις άρχισε να ζεσταίνει, ο καπνός μαραινόταν και δεν μπορούσες να τους μαζέψεις, ούτε καλά ούτε, και έχανε και από την ποιότητα του. Δεν μπορούσε δηλαδή. Τον μάζευες τσαλακωμένο και τον έβαζες στα κοφίνια, θα καταστρεφόταν, έπρεπε να τον έχεις τσίλικο. Γυρνούσαμε, τον περνούσαμε στις βελόνες, που αυτό μπορεί να κρατούσε ανάλογα με το, μέχρι το απόγευμα. Οι ώρες μας ήταν ύστερα, θα πλυθείς, θα φας και θα πας για ύπνο. Δεν υπήρχε δηλαδή παιχνίδι. Το μονό παιχνίδι που κάναμε το καλοκαίρι ήταν οι φωτιές του Αϊ-Γιαννιού. Ανάβαμε φωτιές και πηδούσαμε τις φωτιές του Αϊ Γιάννη, 23 Ιουλίου. Ήτανε μία…
Που γινόταν;
Σε κάθε διασταύρωση του χωριού. Όλα τα παιδιά μαζεύαμε ένα φυτό, που το λέγανε Αϊ-Γιάννη. Το βλέπω και τώρα ακόμα σε πολλά μέρη που περνάω, το βλέπω. Είναι ένα άσπρο φυτό έτσι αναρριχώμενο, άγριο, αλλά μοσχομυρίζει. Το μαζεύαμε από μία εβδομάδα πριν, το απλώναμε στις στέγες, εκεί, από τις παράγκες για να στεγνώσει και το καίγαμε αυτό, με τεράστιες… και πηδούσαμε. Ήταν μία στάλα. Αλλά όχι, δεν, εκείνη τη μέρα μαζεύαμε καπνό, αλλά το απόγευμα πηδούσαμε τις φωτιές, το βραδάκι. Κατά τα άλλα δουλειά, δουλειά, δουλειά, τίποτα άλλο. Δηλαδή σου είπα, 26 που ήταν το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα και πηγαίναμε στο πανηγύρι, και παίρναμε παγωτό, που ερχότανε... Το παγωτό πώς ήτανε; Δεν υπήρχαν ψυγεία στο χωριό τότε, δεν υπήρχε ηλεκτρισμός.
Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός;
Ο ηλεκτρισμός ήρθε στο χωριό το ‘68. Εγώ να φανταστείς γεννήθηκα το ‘58. Το ρεύμα ήρθε στο ‘68. Και ήταν, ερχόταν ένας από το Zαγκλιβέρι, παγωτατζής, που το είχε μέσα σε ένα θερμός και τα χωνάκια, και μας το έδινε μέσα σε χωνάκια το παγωτό. Έτσι το πουλούσε ο παγωτατζής, με το, όπως βλέπεις στις ελληνικές ταινίες, με το τρίκυκλο τον παγωτατζή, αυτός. Ήτανε σαν θερμός, μία παγωνιέρα, δεν ξέρω πως το κρατούσαν παγωμένο εκεί και έτσι. Και τρώγαμε το μόνο παγωτό του καλοκαιριού ήταν αυτό. Ένα παγωτό το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα και τέλος.
Άμα κλείσεις τα μάτια σου τώρα και θυμηθείς το πανηγύρι πώς θα μου το περιέγραφες;
Το πανηγύρι ήταν έξω, σε ένα ξωκλήσι πολύ όμορφο. Ερχόταν και πουλούσαν εκεί και τίποτα παιχνιδάκια, κάτι μας έπαιρναν οι δικοί μας από εκεί, και πάντα ερχόταν και μία καντίνα και πουλούσε λουκάνικα. Σάντουιτς με λουκάνικο. Ήτανε… Ο κόσμος το απολάμβανε δηλαδή, όλοι πήγαιναν από κει, δεν… Και το βράδυ στα καφενεία γινόταν, ερχόταν ορχήστρες με παραδοσιακούς μουσικούς και τέτοια, καταξιωμένους μουσικούς δηλαδή, που έχουν ακουστεί κιόλας. Ο Παπαγεωργίου ή η Ξανθίππη Καραθανάση, που την έχουμε δει και στην τηλεόραση πολλές φορές, ερχόταν και τραγουδούσε στο χωριό, εκεί στα πανηγύρια μας, δημοτικό τραγούδι. Και στην εκπομπή του Παπαδόπουλου την έχουμε δει πολλές φορές την Ξανθίππη Καραθανάση. Η Νίτσα Τσίτρα. Ήτανε τα νούμερα, που ερχόταν στο χωριό και τραγουδούσαν. Ήταν η μόνη η μόνη διασκέδαση που είχε το χωριό, στο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα. Πιο μπροστά είχαν 9 Μαΐου, κάνανε και το πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου, που ήτανε ακριβώς στην αρχή που φυτεύαμε τα καπνά. Ήταν η πρώτη εβδομάδα που άρχιζε το φύτεμα του καπνού. Του Αγίου Χριστοφόρου όμως γινότανε πανηγύρι με τέτοιο, με κουρμπάνι. Το κουρμπάνι ξέρεις ποιο είναι; Είναι τα φαγητά που... Μαγείρευαν φαγητά στο πανηγύρι και τρώγανε μαγειρευτά φαγητά. Αναλάμβανε κάθε χρόνο μία επιτροπή να ετοιμάσει το πανηγύρι, και μαγείρευαν 15 καζάνια με φαγητά και μοιράζανε σε όλο τον κόσμο. Όποιος ήθελε δηλαδή, καθόταν ή στα καφενεία και έτρωγε το φαγητό ή έπαιρνε, και γυρνούσαμε και στα σπίτια και μοιράζαμε με τα τέτοια, με τα καζάνια στο χέρι και μοιράζανε φαγητό. Το φαγητό ήτανε σταθερά κρέας με κριθαράκι. Αυτό. Η μανέστρα. Καλομαγειρεμένο άλλες φορές, άλλες φορές τσικνισμένο, πάντως ήτανε... Και το κρατάνε ακόμη και σήμερα αυτό το έθιμο στο χωριό, το κουρμπάνι. Έχω να πάω αρκετά χρόνια βέβαια σε αυτό. Δεν ξέρω αν έγινε τώρα με τον κορονοϊό. Δεν νομίζω να έγινε. Αλλά πιο πριν γινότανε.
Ποιος κάλυπτε τα έξοδα σε αυτό;
Τα έξοδα αυτά, μετά που τελείωνε... Υπήρχαν προσφορές, ας πούμε, διάφορες, αλλά η εργασία ήταν εθελοντική, σου είπα. Κάθε φορά, κάθε χρόνο την ημέρα που γινότανε, του Αγίου Χριστοφόρου, έβαζε μετάνοια, έτσι το λέγαμε στο χωριό, υπόσχεση μπροστά στον παπά, με τέτοιο, έδινε μία επιτροπή ότι: «Θα κάνω εγώ, θα διοργανώσω το πανηγύρι της επόμενης χρονιάς». Και κάνανε λαχειοφόρους αγορές κλπ., και μάζευαν τα λεφτά αυτά. Δηλαδή είχαν σκοπό, και ότι δεν έφτανε το έβαζαν από την τσέπη τους ή και όταν γινόταν και κατά τη διάρκεια του πανηγυριού ερχόντουσαν και ΚΑΠΗ, μας είχαν πάρει μυρωδιά από όλη τη Θεσσαλονίκη ερχόταν κόσμος μετά και στρωνόταν εκεί. Τους άρεσε το πανηγύρι αυτό. Και γυρνούσε και κάποιος και μάζευε «ό,τι προαιρείσθε», ας πούμε. Μάζευαν ένα κεφάλαιο για τους επόμενους διοργανωτές του πανηγυριού. Και ήταν μοσχαρίσιο κρέας, ας πούμε, ένα μοσχάρι ολόκληρο και τα μαγειρεύανε. Ήταν, και είναι δηλαδή, αυτό είναι ακόμα και τώρα. Μπορείς, άμα το αναζητήσεις, θα το βρεις, ας πούμε. Υπάρχει σαν έθιμο πια. Και νομίζω ότι σε πολύ λίγα χώρια υπάρχει και το κουρμπάνι πια.
Εσένα, η αγαπημένη σου γιορτή από αυτές ποια ήτανε;
Ο Άγιος Παντελεήμονας.
Γιατί;
Γιατί ήταν μες στο... Γιατί σταματούσαμε να μαζεύουμε καπνό εκείνη την ημέρα, ήταν η μόνη μέρα ξεγνοιασιάς. Μου άρεσε πολύ το μέρος που γινόταν η Λειτουργία του Αγίου Παντελεήμονα. Ήταν το εκκλησάκι αυτό, είναι πάρα πολύ γραφικό, λίγο έξω από το χωριό. Γενικά δηλαδή, και επειδή μόνο και σε αυτό το πανηγύρι ερχότανε και πουλούσαν και διάφορα μπιχλιμπίδια, δαχτυλιδάκια τέτοια, παιχνιδάκια και αυτά, σαν παιδί αυτό μου άρεσε. Φορούσαμε το καλύτερο μας ρούχο. Δηλαδή όλη τη χρονιά έλεγες: «Θα αγοράσω ένα φουστάνι να το φορέσω στον Άγιο Παντελεήμονα». Αυτό ήτανε το καλοκαιρινό σου το φουστάνι, θα το φορούσες εκεί. Ένα φουστάνι αγόραζες το χρόνο, μη νομίζεις ότι αγόραζες και παραπάνω εκείνη την εποχή.
Από πού τα έπαιρνες τα φουστάνια;
Από που τα έπαιρνα; Κατεβαίναμε με τον μπαμπά μου στη Θεσσαλονίκη του Αγίου Πνεύματος. Τότε η αγορά ήταν ανοιχτή τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Ήταν σταθερή συνήθεια αυτή. Όλες οι αγορές γινόταν τότε. Πω, τι μου θυμίζεις, ρε Δήμητρα; Κάθε φορά, κάθε χρόνο, ναι, κάθε χρόνο του Αγίου Πνεύματος κατεβαίναμε με τον μπαμπά. Και δεν ήθελα τη μαμά μου, γιατί η μαμά μου θα με έτρεχε σε όλα τα μαγαζιά να δοκιμάζω ρούχα, ενώ ο μπαμπάς μου ό,τι του ζητούσα μου το έπαιρνε και μου έπαιρνε δηλαδή, δεν με άφηνε. «Αυτό και τελείωνε» ας πούμε. Δεν ήθελε να ψάχνω. Η μάνα μου ήταν του ψαξίματος. Και ήθελα με τον μπαμπά να πηγαίνω για ψώνια. Κατάλαβες; Θυμάμαι… Και μετά με το λεωφορείο ανεβαίναμε, με το λεωφορείο κατεβαίναμε. Δεν υπήρχε Ι.Χ. τότε στο χωριό. Και θυμάμαι και όταν αγοράσαμε το ποδήλατο του αδερφού μου, μια τέτοια μέρα ήτανε, και το φορτώσαμε στο λεωφορείο. Την εικόνα δηλαδή την έχω στα μάτια μου, ένα πράσινο ποδήλατο. Εγώ ποτέ δεν έμαθα ποδήλατο. Είχα μία φοβία μέσα μου. Με τραβούσαν δηλαδή, ανέβηκα σε ποδήλατο και κόντεψα να σκοτωθώ, γιατί όταν περνούσε αυτοκίνητο από δίπλα μου, εγώ το έστρεφα το τιμόνι προς το αυτοκίνητο, σταθερά. Για αυτό σταμάτησα να προσπαθώ. Τι άλλο κάναμε το καλοκαίρι εκεί; Μετά άρχισαν, σου είπα. Κατευθείαν από το καπνό πήγαμε στο σχολείο. Οι γονείς συνέχισαν και όλο το Σεπτέμβριο, είχε, ψιλό-είχε μαζέματα καπνού. Δεν τελείωναν δηλαδή, ανάλογα με την εποχή. Μία χρονιά ο καπνός γέμισε με κάμπιες. Ήταν η πιο φρικ[00:30:00]τή χρόνια του καπνού, να μαζεύεις τώρα και μέσα εκεί καθώς έπαιρνες... Τότε εμείς δεν βγαίναμε να μαζέψουμε, ήμασταν ακόμα μικρά θυμάμαι, αλλά στη συμμετοχή, στο πέρασμα του καπνού είχαμε από πολύ μικρά. Ο αδερφός μου πήγαινε νηπιαγωγείο και περνούσε καπνό - θυμάμαι. Ήταν και λίγο τεμπέλης και του βάζαμε πλάνο: «Θα περάσεις τόσες βελόνες και θα φύγεις». Οι τεμπέληδες συνήθως είναι και πολύ γρήγοροι, οπότε τα περνούσε γρήγορα και έφευγε για να πάει για παιχνίδι. Τώρα το θυμάμαι και ήταν 5 χρονών παιδάκι καλέ, και περνούσε καπνό. Και τέλος πάντων, αλλά εκείνη τη χρονιά είχε τόσα σκουλήκια. Αυτή η κάμπια η πράσινη ήταν, γεμάτο ο καπνός. Και ερχόταν και τα μαζεύαμε μέσα σε τενεκεδάκια με νερό, τα ρίχναμε μέσα, καθώς τα βρίσκαμε πάνω στα φύλλα μας, που ήταν να τα περάσουμε. Τα ρίχναμε μέσα σε τενεκεδάκια με νερό. Και μάλιστα είχε ένα κοτοπουλάκι, είχε βγει από το κοτέτσι και ερχόταν και έτρωγε τις κάμπιες. Και τις δίνανε στο… Αυτό το κοτοπουλάκι είχε γίνει σαν κατοικίδιο. Ήτανε δηλαδή, κυκλοφορούσε ανάμεσά μας, το θυμάμαι, τώρα το θυμήθηκα αυτό. Και το θυμάμαι, στον ώμο της γιαγιάς μου ανέβαινε και καθόταν. Όλοι συμμετείχαμε στον καπνό. Η γιαγιά μου μπορεί να ήταν 80 χρονών και να περνούσε καπνό. Δεν ήτανε δηλαδή, ήταν εκεί, παρούσα. Μπορεί να μην ήταν στο χωράφι, αλλά ήτανε στην επεξεργασία την... Ήταν μία συλλογική δουλειά ο καπνός, αλλά εκείνο που δεν μπορούσα ποτέ μου να δεχτώ ήταν που σου άφηνε μια μαυρίλα στα χέρια, όταν τον μάζευες, και ότι τον έπιανες. Δηλαδή είχε μία κόλλα μαύρη επάνω του, και αν τον άφηνες και δεν τα έτριβες τα χέρια σου, μπορεί να έφτανε η κόλλα να γινότανε τα χέρια σου τεράστια. Και εγώ δεν μπορούσα καθόλου να το τρίψω, θυμάμαι, και μου τα έτριβε η μαμά μου, δεν μπορούσα καθόλου, με ανατρίχιαζε η διαδικασία αυτή.
Την μυρωδιά την θυμάσαι;
Τη θυμάμαι. Μου αρέσει η μυρωδιά του καπνού, αλλά με θλίβει, όταν περνάω από περιοχή που καλλιεργεί καπνό. Θλίβομαι πια. Δηλαδή πάντα θλιβόμουνα. Λέω: «Αχ τους καημένους». Θεωρώ ότι είναι η πιο δύσκολη αγροτική δουλειά, δεν υπάρχει πιο δύσκολη αγροτική δουλειά από τον καπνό. Δηλαδή μου έχει αφήσει τραύμα ψυχολογικό. Και συνέχισα και φοιτήτρια εγώ να βοηθάω μετά. Ερχόμουνα από τη, στη Ρουμανία που σπούδασα, ερχόμουν και μάζευα καπνό, δε σταματούσα. Από τις 13 Ιουνίου που…13 Ιουλίου που τελείωναν –εκεί ήταν σταθερή η ημερομηνία που τελείωνε το σχολικό έτος– 13 Ιουλίου με 13 Σεπτεμβρίου στον καπνό και πάλι. Καμιά μέρα ανάπαυλας. Και μετά στο καθεστώς Τσαουσέσκου.
Η πρώτη σου ανάμνηση από τον καπνό ποια λες να ήτανε;
Η πρώτη ανάμνηση ήτανε τα σανδάλια. Πιο πολύ δηλαδή θυμάμαι τον παππού, που ήταν ο αρχιτεχνίτης στο να κάνει δέματα, και η μυρωδιά εκεί του ξερού καπνού πλέον, που μου άρεσε πάρα πολύ. Που καθάριζαν ο μπαμπάς και η μαμά, και ο παππούς τα δεματοποιούσε. Ήτανε, τα έβαζε με τη σειρά, απαιτούσε να κάνεις και 3 μεγέθη, να τον χωρίσεις τον καπνό, και 4. Δηλαδή ήθελε συμπεριφορά σαν τα ποικιλίας, αυτά τα πανάκριβα που υπήρχαν. Τον περιποιόταν τον καπνό, έπαιρνε και βραβείο εκείνη την εποχή.
Ποιος τα έδινε αυτά;
Κάποιοι οργανισμοί. Θυμάμαι ακόμα υπάρχει σε ένα μπαούλο ένα βραβείο στον παππού, στον παππού τον Μήτσο. Λοιπόν, ναι, γιατί ήθελε να είναι πάντα πρώτος στην καλλιέργεια. Μπορεί να το καθυστερούσε, να έβγαζε λίγη ποσότητα, ήθελε να βγάλει την καλύτερη ποιότητα. Γιατί έτσι που τον περιποιόταν τον καπνό δεν μπορούσες. Έπρεπε να πέσεις εκεί πάνω και να μαζεύεις ό,τι σαβούρα υπήρχε, για να βγάλεις ποσότητες. Αυτός προτιμούσε την ποιότητα. Πολύ, σου λέω, τραυματικές εμπειρίες από τον καπνό. Αν και όσο περνάν τα χρόνια δηλαδή, τώρα νοστάλγησα. Όταν δεν είχαμε πλέον, δεν καλλιεργούσαμε σαν οικογένεια καπνό, μ’ άρεσε να πηγαίνω στους γείτονες και να... Όταν βρισκόμουν στο χωριό καμιά φορά, πήγαινα για να περάσω καπνό. Μετά ήρθαν οι μηχανές βέβαια, και τον περνούσαν τον καπνό με μηχανές και αυτά, και το φύτευαν μηχανές. Αλλά αυτά τα πρώτα χρόνια ήταν με το χέρι όλα, δεν υπήρχαν μηχανές. Ήτανε τόσο μονό-παραγωγή, αποκλειστικά μόνο καπνό, δεν νομίζω δηλαδή να υπήρχε άλλη παραγωγή που να στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα προϊόν. Μόνο ο καπνός μπορούσε να σου προσφέρει αυτά, γιατί ήταν και ακριβός. Μετά περάσαμε σε άλλες εποχές, βάλανε ποικιλίες που μπαίναν σε φούρνους και στέγνωνε, που δεν χρειαζόσουν τη... Μπήκαν οι εργάτες μέσα. Μέχρι τότε ήτανε αποκλειστικά δουλειά της οικογένειας, δεν υπήρχαν ούτε εργάτες, ούτε τίποτα. Ό,τι έβγαζε, η οικογένεια το έβγαζε.
Σου έχει μείνει κάποιο περιστατικό που σχετίζεται με τον καπνό έντονα; Πέρα από τις κάμπιες;
Οι κάμπιες ήτανε πάντως το πολύ τέτοιο. Και η μεγάλη θλίψη, όταν έπεφτε χαλάζι. Που πολλές φορές έπεφτε, που σου κατέστρεφε τους κόπους μιας χρονιάς.
Τι κάνατε τότε;
Έπαιρναν κάποιες αποζημιώσεις, που δεν φτάνανε βέβαια ούτε στο ένα τέταρτο της πραγματικής αποζημίωσης, των χρημάτων που θα έπαιρνες. Τίποτα δεν μπορούσες να κάνεις. Ήταν μία εξάρτηση από τον Θεό…από τον καιρό, κλιματολογικές συνθήκες. Έπεφτε το χαλάζι και τελείωνε, αυτό ήτανε. Μπορεί να μη γινότανε κάθε χρόνο, δεν γινόταν κάθε χρόνο, φυσικά και δεν γινόταν κάθε χρόνο, αλλά μου έχει τύχει πολλές φορές. Δηλαδή στα 18 χρόνια που ήμουνα εκεί, και τρεις χρονιές καταστραφήκαμε τελείως από το χαλάζι. Μετά προσπαθούσες με τις κουτσό-αποζημιώσεις να βγάλεις τη χρονιά. Δεν υπήρχε...
Άλλες καλλιέργειες υπήρχανε στο χωριό;
Όχι, τίποτα άλλο. Δηλαδή ήτανε ελάχιστοι που είχανε λίγα σιτάρια, όχι για να ζήσουν με τα συρτάρια. Είχαν το σιτάρι για να εξοικονομήσουν το αλεύρι της οικογένειας, του χρόνου. Και κάνα-δύο οικογένειες είχαν λίγο παραπάνω, όχι... Δύο οικογένειες ήταν αυτές, που είχαν σιτάρι. Αλλά και πάλι το σιτάρι απαιτούσε, το σιτάρι απαιτούσε μεγάλες εκτάσεις να καλλιεργήσεις, για να σου δώσει αυτά. Δηλαδή αυτό που σου έδινε ο καπνός στα 15 στρέμματα, έπρεπε να είναι 200 στρέμματα για να στα δώσει το σιτάρι, σε αναλογία εισοδήματος. Οπότε τέτοιοι κλήροι στο χωριό δεν υπήρχανε. Το χωριό μας ήτανε ένα χωριό ντόπιων, που δεν μοιράστηκαν κλήροι μεγάλοι, και δηλαδή είχαν όλοι από 15 στρέμματα, 12-15 στρέμματα, αυτά ήταν οι μεγάλες... Δεν είχε μεγάλες ιδιοκτησίες, και για αυτό η πιο προσοδοφόρα καλλιέργεια για μικρή ιδιοκτησία ήταν ο καπνός. Δηλαδή άμα καλλιεργούσες αυτά στα 10 στρέμματα σιτάρι, δεν θα έπαιρνες τίποτα, απολύτως τίποτα. Καλλιεργούσες και 5-6 στρέμματα σιτάρι για να έχεις το σιτάρι, το αλεύρι. Γιατί τότε κάναμε μόνοι μας στα σπίτια μας ψωμί, δεν υπήρχαν φούρνοι να φέρουν ψωμί. Δεν ερχόταν στο χωριό ψωμί. Σου λέω, θυμάμαι μία παγωνιέρα που είχε ένας μπακάλης. Ούτε παγωνιέρες είχαμε, τίποτα. Μια παγωνιέρα είχε ένας μπακάλης και πηγαίναμε και παίρναμε σόδες και γκαζόζες από τον μπακάλη. Τι θυμάμαι τώρα! Μία παγωνιέρα. Είχαμε τρία μπακάλικα, ο ένας είχε μόνο παγωνιέρα. Ήταν εξελιγμένος. Πού έβρισκε τον πάγο όμως, δεν θυμάμαι. Μάλλον του τον φέρναν από το Ζαγκλιβέρι, από ένα άλλο χωριό δίπλα. Εκείνοι είχαν ηλεκτρισμό. Είχανε παραγωγή ηλεκτρισμού, είχανε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού εκεί, ιδιωτικό. Κάτι ήτανε, δεν θυμάμαι τώρα, δεν το θυμάμαι πώς έγινε αυτό. Πραγματικά ήταν αξιοπερίεργο. Μετά μπήκανε στης ΔΕΗ. το... Αυτοί είχαν, κάποιος μύλος τους έδινε ρεύμα, παρήγαγε ρεύμα. Κάτι γινόταν, δεν ξέρω. Πάντως είχανε ρεύμα. Όχι για να κινούνε διάφορα, άλλα ένα στοιχειώδες ρεύμα είχαν αυτοί, πιο μπροστά από μας. Εμείς ήμασταν πιο πίσω. Το ‘68 ήρθαν, το ρεύμα. Και πήραμε το πρώτο ψυγείο.
Στο χωριό;
Στο χωριό. Μέχρι τότε για να έχουμε κρύο νερό –τι μου θυμίζεις τώρα– λοιπόν, είχαμε πήλινα σταμνιά. Τα πήλινα σταμνιά. Και μία τεχνική για να δροσίζεις το νερό ήτανε, το βράδυ τα βάζαμε στο ψηλότερο σημείο εκεί έξω στη βεράντα, τα βρέχαμε απέξω και η εξάτμιση που γινότανε, κρύωνε το νερό μέσα. Δεν ξέρω, το νερό έπαιρνε μία δροσιά. Το θυμάμαι. Τα κατεβάζαμε μετά, τα κατεβάζουμε στο υπόγειο, για να έχουμε όλη τη μέρα κρύο νερό, κρύο νερό. Τι άλλο γινόταν τότε [00:40:00]στο χωριό;
Μπορείς να μου περιγράψεις το σπίτι σας;
Το σπίτι το παλιό ήτανε ένα σπίτι μακεδονικής αρχιτεκτονικής, πώς τα λέγανε. Κλειστά σπίτια αυτά ήτανε, δεν ήταν ανοιχτή η αυλή να τη βλέπεις απέξω. Είχε ψηλό τοίχο γύρω-γύρω, ήταν κλειστά δηλαδή, στην αυλή υπήρχε ο φούρνος, απαραίτητο συστατικό, το καμίνι, που άναβε η φωτιά για το πλύσιμο, δίπλα στο... Βρύση δεν υπήρχε, ήταν…Ούτε και νερό υπήρχε στο σπίτι. Υπήρχαν τρεις-τέσσερις βρύσες, το νερό έξω, κοινόχρηστες. Και φέρναμε με τα σταμνιά το νερό από τις βρύσες έξω. Το νερό-
Μέχρι πότε-
Μέχρι το ’64. Νερό ήρθε μετά το ‘64-‘65 στα σπίτια. Αλλά μέχρι τότε δεν υπήρχε νερό. Το νερό ήρθε λίγο πιο νωρίς δηλαδή. Με τα σταμνιά πήγαιναν εκεί. Τώρα να πλύνεις με νερό που το κουβαλάς από τη βρύση με το σταμνί, τι να σου πω. Και στη βρύση αυτή είχε, κοπάνες τις λέγανε, στέρνες δίπλα στη βρύση, που πήγαιναν τα ζώα και ποτίζονταν. Όταν τα πήγαιναν πρωί-βράδυ οι άνθρωποι, όλα τα ζώα ερχόταν στη βρύση για να πιουν νερό. Γιατί δεν τους το κουβαλούσαν το νερό στους στάβλους, γιατί δεν... Απαιτούσε πιο πολύ δουλειά. Για αυτό τους φέρνανε εκεί. Για αυτό κρατούσαμε τις κοπάνες καθαρές, τις στέρνες αυτές, προσπαθούσαμε να τις κρατήσουμε καθαρές, τις πλέναμε δηλαδή, τις καθαρίζαμε. Ευτυχώς εμείς ήμασταν τυχεροί και την βρύση την είχαμε ακριβώς έξω από το σπίτι, ακριβώς έξω από το σπίτι μας ήτανε, στη γωνία. Και μάλιστα καθόμουνα... Α, το σπίτι ήτανε γύρω από μία εσωτερική αυλή, είχε ένα δωμάτιο που ήταν το κατώι, που το λέμε, ένα χώρο μεγάλο που είχε μέσα ένα τεράστιο βαρέλι για κρασί, το φανάρι... το φανάρι δεν το έχεις δει ποτέ σου; Υπάρχει αυτό το φανάρι, που ήτανε το ψυγείο της εποχής, που το είχαμε μέσα σε εκείνο το χώρο που ήταν σκοτεινός και υγρός και τέτοια, για να διατηρούνται κάποια τρόφιμα, όσο μπορούν να διατηρηθούν χωρίς ψύξη. Ήταν, στο φανάρι τα βάζουμε όλα αυτά τα τρόφιμα. Θα το δεις αυτό το φανάρι, υπάρχει, το έχω… Και σε ταινίες το έχω δει να υπάρχει το φανάρι, φανάρι το λέγαμε. Ήταν μία κατασκευή από διάτρητη σίτα ύψος περίπου 1 μέτρο και φάρδος 70 εκατοστά και βάθος 50. Αυτή ήταν η κατασκευή, το φανάρι αυτό, έτσι το λέγαμε, φανάρι. Είχε τον κάδο αυτόν για το κρασί, εκεί αποθηκεύαμε το τυρί, που κάναμε τυριά. Είχαμε και κάνα-δυο αγελάδες. Εξοικονομούσαμε. Η κάθε οικογένεια είχε και ένα γουρουνάκι, που το μεγάλωνε και το έσφαζε το καημένο τα Χριστούγεννα -δυστυχώς-, και το γουρούνι αυτό τους έδινε τροφή όμως μέχρι το Πάσχα. Το κρέας που κατανάλωναν παλιότερα… Καλά, εγώ δεν το πρόλαβα, αυτή την εποχή, αλλά από ό,τι μου διηγούταν οι γονείς μου, αυτά, με το γουρούνι αυτό ζούσαν μέχρι το Πάσχα. Από τα Χριστούγεννα μέχρι το Πάσχα. Το παστώνανε, κάνανε λουκάνικα, και αυτήν ήταν η κατανάλωση κρέατος που είχε η οικογένεια.
Μου είπες για ένα κοτοπουλάκι πριν. Είχατε και άλλα ζώα, έτσι, στο σπίτι;
Έξω από το σπίτι, σε μια αποθήκη, σε ένα τέτοιο. Είχαμε κοτόπουλα, είχαμε 1-2 αγελάδες είχαμε και κατσίκες, τις οποίες άρμεγα. Όταν η μαμά μου ήταν στο χωράφι τις άρμεγα εγώ. Δύο κατσίκες, γιατί το κατσικίσιο γάλα έδινε πολύ καλύτερη, και το μπλέκαμε με το αγελαδινό, και έδινε πολύ καλύτερης ποιότητας τυρί, για αυτό είχαμε και τις κατσίκες. Οι κατσίκες βέβαια ήτανε, υπήρχε όλο το χωριό, μάζευαν, επειδή δεν είχε, 1-2 κατσίκες ο καθένας είχε, τις μάζευε ένας τσοπάνης που τον πλήρωναν όλο το χωριό μαζί, έναν τσομπάνη, και κάθε πρωί τις πηγαίνανε σε ένα συγκεκριμένο σημείο και τις έπαιρνε αυτός ο τσομπάνης και τους βοσκούσε. Και το βράδυ κάθε κατσίκα έπαιρνε τον δρόμο και έρχονται στο σπίτι της, όταν γυρνούσαν το απόγευμα. Α, ρε Δήμητρα, τι θυμάμαι τώρα; Τις κατσίκες! Λοιπόν, κατσίκες, και είχε και κάνα-δυο -πρώτα, όταν με ρωτούσες μόνο καπνά-, όχι είχε και κάνα 2 κτηνοτρόφους, 3, με πρόβατα, κοπάδια από πρόβατα. Αυτοί δεν τα πηγαίναν στα κοινόχρηστα, είχαν κοπάδι δικό τους δηλαδή, και παρήγαγαν γάλα, τυρί, μαλλί. Και μαλλί. Τα κουρεύαν τα πρόβατα και κρατούσαν. Το μαλλί το επεξεργάζονταν, το πουλούσαν και αυτό. Ήταν ένα στοιχείο οικονομίας. Τι άλλο είχε;
Εσύ, ως παιδί, τι δουλειές έκανες στο σπίτι;
Στο σπίτι; Τα πάντα έπρεπε να κάνεις. Καλά, πιο μικρή, μικρή-μικρή στα καπνά. Δηλαδή πρώτα δούλευα στα καπνά, μετά από 10 χρονών άρχισα να μαγειρεύω, όταν η μαμά μου πήγαινε στις δουλειές αυτές έξω. Δέκα χρόνων μαγείρευα κανονικά για το σπίτι, για 6 άτομα. Ήμασταν 4 εμείς και ο παππούς και η γιαγιά. Για 6 άτομα μαγείρευα εγώ, με την επιτήρηση του παππού. Ο παππούς μου είχε όμως πολύ χαμηλή όραση, τον είχε βγάλει το μάτι η αγελάδα τον καημένο, και για αυτό δεν μπορούσε να μαγειρέψει ο ίδιος. Σε πετρογκάζ μαγείρευε τότε, και μαγείρευα εγώ. Θυμάμαι τώρα, θυμάμαι ακριβώς την γωνία του μαγειρείου, που ήταν... Δεν υπήρχε κουζίνα, ήταν έξω στην αυλή ένας πάγκος και εκεί γινόταν όλη η λάντζα, δίπλα. Και ο παππούς ήταν καλός μάγειρας, μ’ έδινε ωραίες συμβουλές και μαγείρευα. Θυμάμαι να κάνω μελιτζάνες -δεν το μαγείρεψα ξανά αυτό το φαγητό ποτέ μου- με τραχανό. Μελιτζάνες κομματάκια, τη μελιτζάνα με τραχανά. Μία από τις συνταγές του παππού. Ο αδερφός μου βέβαια δεν ήθελε να φάει τίποτα άλλο, παρά μόνο πατάτες τηγανητές, και για αυτό όταν δεν υπήρχε πατάτα τηγανιτή στο σπίτι, ήτανε, έδινε ό,τι-ό,τι-ό,τι ήθελες, για να του κάνεις, να του ετοιμάσεις πατάτες. Τέτοια λατρεία στις πατάτες δεν έχω ξανασυναντήσει σε άνθρωπο. Τέλος πάντων. Και κρέας στο χωριό θα έτρωγες μία φορά τη βδομάδα, όχι παραπάνω. Και απορώ που τα διατηρούσαν τα κρέατα οι χασάπηδες. Μάλλον τα σφάζανε την Παρασκευή και τα πουλούσαν το Σάββατο, και αυτό ήταν. Δεν υπήρχε ψυγείο να τα κρατήσουν, εκείνα τα πρώτα χρόνια. Εμείς ήμασταν, δεν είχαμε Πόντιους καθόλου ,δεν είχαμε πρόσφυγες καθόλου στο χωριό. Το χωριό υπήρχε μόνο ντόπιος πληθυσμός, δεν ήρθε με την ανταλλαγή πληθυσμών, δεν ήρθανε Πόντιοι σε μας, γιατί δεν είχαμε και Τούρκους για να φύγουν, για να ‘ρθουν οι Πόντιοι. Έναν μόνο Διοικητή είχαν, λέει το χωριό, τον Εντέμ Πασά. Που πολλοί λένε ότι από αυτόν πήρε και το όνομα το χωριό, Αδάμ, από τον Εντέμ Πασά.
Όταν ήσουνα μικρή είχε παιδιά στο χωριό;
113 παιδιά ήμασταν στο Δημοτικό. Είχαμε πάρα πολλά παιδιά, τώρα δεν υπάρχει σχολείο πλέον στο χωριό, έχουν φύγει όλοι. Εγώ θυμάμαι στην τάξη μας, ήμασταν 13 κορίτσια, μόνο στην τάξη μου -φαντάσου-, χώρια τα αγόρια. Είχε πολλά παιδιά, γεμάτα ήτανε. Και επιπλέον είχαμε και πάρα πολλούς μετά, επειδή ήταν φτωχό το χωριό, σπούδασαν πολλά παιδιά. Δηλαδή το Ζαγκλιβέρι ήτανε 3.500 κατοίκους, είχε, εμείς ήμασταν 1.000, είχαμε σχεδόν τα ίδια παιδιά στο Γυμνάσιο, αριθμητικά. Τότε, θυμάμαι που ήμασταν εμείς 113 στο Δημοτικό. Όταν πήγα στο Γυμνάσιο, ήμασταν 65-70 παιδιά, συνέχιζαν να υπάρχουν. Και σπούδασαν πάρα πολλοί από το Αδάμ. Ήταν η μεγαλύτερη δηλαδή, το μεγαλύτερο ποσοστό που πηγαίνανε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν τα παιδιά από το χωριό. Είχανε μία κατεύθυνση. Δινόταν από τις αντιξοότητες που συναντούσαν, ξέρω ‘γω, ίσως αυτό να τους το οδηγούσε εκεί, ότι η μόνη διέξοδος ήταν να φύγεις από εκεί σπουδάζοντας.
Στο Γυμνάσιο πώς πηγαίνατε;
Ερχόταν ένα λεωφορείο από αυτά με τη μούρη μπροστά. Δεν έχεις δει σε ταινία, που είχε μούρη μπροστά; Σε καμία ταινία ελληνική μπορείς να τη δεις, το λεωφορείο. Τα πρώτα[00:50:00] χρόνια. Μετά κανονικά, ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ μας πήγαινε και μας έφερνε το μεσημέρι. Αν και δεν, δηλαδή το μεσημέρι πολλές φορές, αν σχολούσαμε σε διαφορετικές ώρες, γιατί ερχόταν -ας πούμε- στο τέλος του εξάωρού το λεωφορείο, αν φεύγαμε εμείς πεντάωρο, 2,5 χιλιόμετρα απείχε το σχολείο από, το Γυμνάσιο από το χωριό, όποτε πηγαίναμε και με τα πόδια πολλές φορές. Πριν από μένα πηγαίνανε με τα πόδια τα παιδιά σχολείο, δεν υπήρχε λεωφορείο. Τα τελευταία χρόνια δηλαδή. Και ο θείος μου, που ήταν ανάπηρος, πήγαινε με την γαϊδούρα. Έτσι.
Όταν δεν ήσασταν στα καπνά και δεν δουλεύατε στο σπίτι, τι κάνατε σαν παιδιά;
Παίζαμε, πολύ παιχνίδι. Τα βασικά παιχνίδια; Κρυφτό, κλέφτες και -πώς το λέγαμε; Δεν θυμάμαι. Κλέφτες και αντάρτες, κάπως, που ήταν ομαδικό, ήταν κρυφτό και αυτό, αλλά ήταν ομαδικό, δηλαδή δεν φυλούσε ένας. Χωριζόμασταν σε δύο ομάδες τα παιδιά, δύο ομάδες και φυλούσε η μία και έψαχνε την άλλη. Ενώ στο κρυφτό είναι ένας που κάθεται και φυλάει και ψάχνει τους υπόλοιπους μετά. Εκεί ήτανε δύο ομάδες και ήτανε, εξαπλώνονταν σε όλο το χωριό και μπορεί να κρατούσε το παιχνίδι ατελείωτες ώρες, να τους ψάχνεις δηλαδή από τη μία άκρη του χωριού, στην άλλη να πας. Ήτανε απεριόριστα τα σύνορα που μπορούσες να κινηθείς. Μετά παίζαμε κουτσό, πολύ. Τσιλίκι. Το ξέρεις το τσιλίκι; Δεν το ξέρεις. Το τραγουδάνε, και υπήρχε και τραγούδι. Σπάγαμε και τα τζάμια της γειτονιάς, άμα τύχαινε. Γιατί ήταν, το τσιλίκι είναι μία, ήταν μία τέτοια, μία βέργα ξύλινη, μεγάλη, με μία μύτη την άκρη. Άνοιγες στο χώμα μία τρύπα και είχες και ένα μικρό ξυλαράκι στο μέγεθος του στυλό και το πετούσες, όσο πιο μακριά γινότανε να πάει, αυτό. Με τη μεγάλη βέργα πετούσες το μικρό. Και επειδή και αυτό είχε μύτες στην άκρη, προσπαθούσες από τη μία μύτη και να το χτυπήσεις πολλές φορές. Δηλαδή είναι ωραίο αυτό να το αναπαράγεις, αυτό το παιχνίδι, είναι πολύ ωραίο. Και μετρούσε τριπλό μετά εκείνο. Όσες φορές το χτυπούσες μετρούσε και παραπάνω φορές. Τι άλλο παιχνίδι παίζαμε; Μήλα, τα μήλα τα παραδοσιακά, πολύ μήλο και εκεί. Έξω από το παλιό μου σπίτι υπήρχε μία περιοχή, μία αλάνα εκεί, που τη λέγαμε «Ανοιξιά», και εκεί ήταν το κέντρο του παιχνιδιού του χωριού. Όλα τα παιδιά μαζεύονταν εκεί για παιχνίδι. Τα μήλα, το κουτσό, τσιλίκι είπαμε, τι άλλο; Παίζαμε και κάτι άλλο με πετραδάκια που τα... Μπίκια το λέγαμε, τώρα δεν ξέρω. Και προσπαθούσες με μία πέτρα να τα ρίξεις αυτά τα πετραδάκια, να τα σκορπίσεις. Κάτι κεραμιδάκια, που τα έβαζες το ένα πάνω στο άλλο, και προσπαθούσες να τα διαλύσεις τελείως, για να κερδίσεις. Βασικά παιχνίδια αυτά. Πολύ παιχνίδι, πολύ παιχνίδι. Κυρίως μετά το σχολείο παίζαμε. Και στο σχολείο παίζαμε. Και το σχολείο ήτανε... Είχαμε και συσσίτιο κάποια χρόνια στο σχολείο. Τα χρόνια του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν αυτά, το ‘64. Άλλος ΠΑΣΟΚος. Ένωση Κέντρου ήτανε, που κράτησε μόνο λίγο. Δημιούργησε σε αυτά, σε όλα τα χωριά εκεί στην περιοχή, δημιούργησε συσσίτια. Και τρελαινόμασταν. Εμείς δεν τρώγαμε ποτέ, εγώ δεν μου άρεσε ποτέ. Έκαναν και πλιγούρι μία μέρα τη βδομάδα. Δεν μπορούσα να το βάλω στο στόμα μου. Είχαμε έναν δάσκαλο –έχει συγχωρεθεί, καλή του ώρα– και για να μας πείσει ότι είναι πεντανόστιμο το πλιγούρι, το έπαιρνε –δεν την ξεχνάω, η εικόνα είναι τόσο χαραγμένη στη μνήμη μου– το έπαιρνε με το καπάκι της σόμπας το πλιγούρι, μέσα από το καζάνι που το βγάζανε και το έλεγε: «Τόσο νόστιμο είναι που και από δω, από δω το τρώω» και το έτρωγε από κει πάνω. Αλλά εγώ παρ' όλα αυτά δεν έχω βάλει, δεν έχω δοκιμάσει πλιγούρι. Ήταν δύο οι μαγείρισσες εκεί που μαγειρεύανε. Είχε οργανωθεί δηλαδή καλά το συσσίτιο, όσο κράτησε. Κάνα-δυο χρόνια, δεν κράτησε παραπάνω. Όλα τα παιδιά. Ο αδερφός μου δεν πήγαινε σχολείο τότε και ερχόταν να φάει επίτηδες. Του άρεσε η διαδικασία. Μικρούλης ήταν και τον, δεν ξέρω, τον βάζανε μέσα. Τα φαγητά αυτά στο σπίτι δεν τα έτρωγε, αλλά εκεί τα έτρωγε. Τα σχολεία μας ήτανε τριθέσια, κάθε δάσκαλος είχε από 2 τάξεις. Πρώτη-Δευτέρα, Τρίτη-Τετάρτη, Πέμπτη και Έκτη. Ναι, πολύ καλές αναμνήσεις από το σχολείο.
Σου άρεσε;
Πολύ. Είχαμε και πρωί απόγευμα σχολείο τότε εμείς. Είχαμε 6 μέρες την εβδομάδα και πρωί-απόγευμα. Το απόγευμα πηγαίναμε 2 ώρες. Συνήθως το απογευματινό ήτανε καλλιγραφία, ζωγραφική. Πολύ... Και ανεβάζαμε παραστάσεις. Κάνανε δουλειά οι δάσκαλοι τότε, πάρα πολλή μεγάλη δουλειά. Δουλεύαν δηλαδή, όλη τους η ζωή ήταν γύρω από το σχολείο. Ερχόταν, μένανε στο χωριό, δεν ήτανε να φύγουν. Δηλαδή μένανε σε ένα δωματιάκι, νοικιάζανε άνθρωποι από παντού. Μένανε μέσα σε οικογένειες. Η κυρία, θυμάμαι, η δασκάλα μου, μια αγαπημένη μου δασκάλα έμενε μέσα σε ενός συμμαθητού μου το σπίτι. Ήτανε οικότροφος, πώς το λένε; Η Λίνα. Και ζούσανε γύρω από το σχολείο εκεί οι δάσκαλοι. Προσφέρανε πάρα πολλά πράγματα, και οι παλαιότεροι ακόμη πιο πολλά. Δεν... Καλλιεργούσαμε τον κήπο στο σχολείο, τον είχαμε χωρισμένο σε κομμάτια. Η κάθε τάξη είχε το δικό της κομμάτι για να φυτέψει, να περιποιηθεί. Παλαιότερα, μου λέγανε, η μάνα μου, ότι φυτεύανε και ζαρζαβατικά και τέτοια, τους βάζανε οι δάσκαλοι. Εμείς είχαμε λουλούδια. Ο καθένας έχει τον κηπάκο του, κάθε τάξη. Και ερήμωσε και το σχολείο μας, ερήμωσαν. Τίποτα. Δεν υπάρχουν παιδιά πια στο χωριό.
Θες να μου πεις για τότε που τα παιδιά ξεκίνησαν να φεύγουνε;
Τα παιδιά φεύγανε, μόλις τελειώνανε το Γυμνάσιο φεύγανε. Κατεβαίναν Θεσσαλονίκη για σπουδές, σε πολύ άσχημες συνθήκες βέβαια, γιατί οικονομικά δεν. Εντάξει, εμείς ήμασταν σε καλύτερη περίπτωση. Πριν από μας, ας πούμε, ο αδερφός του πατέρα μου που ήταν φοιτητής, τα οικονομικά ήταν τόσο στενά που κάθε Σάββατο, κάθε Κυριακή πρωί, πήγαινε καλάθι στη Θεσσαλονίκη με το λεωφορείο, με το…με το ΚΤΕΛ, με τα τρόφιμα για να συντηρηθεί όλη τη βδομάδα. Και τα ρούχα του πλυμένα, σιδερωμένα κλπ. Ποια ρούχα; Τέλος πάντων. Και αυτά, ναι. Περίμεναν όλοι οι φοιτητές την Κυριακή το πρωί το λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη, να τους πάει το καλάθι από το χωριό. Ήτανε δηλαδή, ναι. Υπήρχαν ειδικά καλάθια, όμορφα, τα θυμάμαι, με καπάκι, και έγραφε και καρτελίτσα επάνω το όνομά του κάθε φοιτητή.
Μου είπες ότι έφυγες και εσύ κάποια στιγμή.
Εγώ έφυγα, πήγα στην Ρουμανία. Γιατί είχα την τρέλα να σπουδάσω χημικός μηχανικός και εδώ ήταν τότε η πιο υψηλόβαθμη σχολή. Δεν πέρασα εδώ. Από κλασικό Γυμνάσιο, γιατί μόνο κλασικό είχαμε εκεί, να πας τώρα χημικός-μηχανικός στο Πολυτεχνείο. Ήταν πολύ δύσκολο. Αλλά ήθελα αυτό, γιατί νόμιζα ότι θα έβρισκα, θα δούλευα σε βιομηχανία και σε χημεία. Δεν ήθελε κανένας, όταν τελείωσα, γυναίκα στην βιομηχανία, μα κανένας. Και πήγα στη Ρουμανία που είχα διαβάσει ότι ήτανε από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού η πιο ελεύθερη η πιο... Ήταν, ναι, ο Τσαουσέσκου τότε εκεί, μεσουρανούσε. Και πήγα εκεί αποφασισμένη όμως ότι ό,τι και να αντιμετωπίσω, θα το υποστώ. Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά. Κάποια στιγμή και μετά άρχισε να υπάρχει φοβερή έλλειψη στα πάντα. Δηλαδή τέτοια έλλειψη, που έπρεπε η ώρα 02:00 το βράδυ, να στηθείς στην ουρά για να πάρεις ένα μπουκάλι γάλα. Όταν φεύγαμε από Ελλάδα, φρόντιζα να έχω πάντα μαζί μου μέχρι την επόμενη κάθοδο μου στην Ελλάδα το χαρτί υγείας που θα χρειαστώ, να έχω, γιατί δεν ερχόταν και δέματα από τη Θεσσαλονίκη ήταν δύσκολο. Η Αθηνά έστελνε απευθείας, είχε λεωφορεία, κάθε φορά πήγαιναν. Οι γονείς μου από το χωριό τώρα, πώς να πάνε στη Θεσσαλονίκη, να βρούνε πρακτορείο, να μου στείλουν δέματα! Υπήρχε μία διαδικασία. Οπότε έπρεπε να εξασφαλίσω το γάλα το εβαπορέ, που είχα μαζί μου για όλο το χρόνο, για όλη την περίοδο που θα έμενα εκεί. Και η οποία περίοδος ήταν αυστηρή. Δεν σε αφήνανε να φύγεις εκτός διακοπών δικών τους. Δεν έπαιρνες Visa. Με Visa φεύγαμε από κει. Από τη στιγμή που γίναμε φοιτητές εκεί, δεν μπορούσα εγώ να φύγω το Πάσχα, που δεν το γιόρταζαν αυτοί, και να έρθω στην [01:00:00]Ελλάδα. Το Πάσχα μου ήτανε Ρουμανία αποκλειστικά. Τα Χριστούγεννα μόνο ερχόμασταν, γιατί είχαν και το…γιόρταζαν τις διακοπές του χειμώνα αυτοί. Τα Χριστούγεννα και το καλοκαίρι. Αλλά ήταν σταθερές ημερομηνίες. Δηλαδή 13 Ιουλίου έκλεινε το σχολείο, 13 Σεπτεμβρίου ξεκινούσε, αν δεν είχες μαθήματα για επανεξέταση. Μία χρονιά έκανα το λάθος και το άφησα, και δεν μπόρεσα να ζήσω καθόλου το καλοκαίρι, και δεν το ξανά άφησα ποτέ. Θα περνούσα όλο τον Ιούνιο- Ιούλιο, για να καθίσω ένα μήνα παραπάνω στην Ελλάδα. Το βασικό ήταν αυτό. Πολύ δύσκολα. 02:00 να βλέπει τον κόσμο να περιμένει στην ουρά για να πάρει γάλα, να πάρει μετά μποτίλιες αερίου. Μια… Δηλαδή η Ρουμανία εκείνη την εποχή το ‘80-‘83 ήταν μία αδιάκοπη ουρά, δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά ουρές. Έβλεπες παντού ουρές ατελείωτες, παντού στημένες ουρές. Υπήρχανε δηλαδή, ερχότανε μπανάνες στη Ρουμανία, ερχόταν Coca-Cola στην Ρουμανία. Γινότανε ο μεγάλος πανικός για να πάρεις Coca-Cola τώρα στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, την κομμουνιστική. Εμείς όμως, οι μάγκες, είχαμε βρει την άκρη και πηγαίναμε…Τα εστιατόρια. Κάποια εστιατόρια, δυο σε όλη την πόλη. Εγώ ήμουν στο Ιάσιο. Παρεμπιπτόντως εκεί ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση, από την εκκλησία των Τριών Ιεραρχών, που κάθε χρόνο έκανα Ανάσταση εκεί μετά, σε εκείνη την εκκλησία και ο παπάς έψελνε το «Χριστός Ανέστη» και στα ελληνικά. Ναι. Πηγαίναμε σε…Δυο ξενοδοχεία είχε το Ιάσιο τότε, και είχαν εστιατόρια, που μπορούσαμε, ήταν φθηνά. Η ζωή ήταν φτηνή, όταν έβρισκες να πάρεις κάτι. Όταν δεν έβρισκες... Και βρίσκαμε και Coca-Cola εκεί, αλλά για να μην προκαλούν τους δικούς την Coca-Cola μας την σερβίραν σε ποτήρια του καφέ. Εγώ έφυγα από την Ελλάδα χωρίς να δοκιμάσω, επειδή ήταν αμερικάνικο προϊόν, και είχα μία, έτσι, πολύ σοσιαλιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων, δεν είχα πιει Coca-Cola ποτέ, γιατί έλεγα: «Όχι, αμερικανικά προϊόντα δεν θα πιω». Και πρώτη φορά ήπια στην Ρουμανία, στη κομμουνιστική Ρουμανία Coca-Cola, μέσα σε ποτήρι του καφέ, σε φλιτζάνι του καφέ.
Πού τα είχατε βρει αυτά τα μαγαζιά;
Δύο ξενοδοχεία ήταν, που είχαν εστιατόρια αυτά, και εκεί μόνο. Αλλιώς όταν ερχόταν Coca-Cola και έπεφτε σύρμα στα σουπερμάρκετ τους, οι ουρές ήτανε χιλιομέτρων. Δηλαδή δεν αντιμετωπίζονταν η κατάσταση. Δεν πήγα ποτέ να στηθώ σε τέτοια ουρά.
Εσύ πώς τα έβγαζες πέρα;
Από φαγητά; Τις περισσότερες φορές τρώγαμε εκεί, έξω. Υπήρχαν και φοιτητικές εστίες που μπορούσαμε να φάμε, αλλά το φαγητό ήταν απαράδεκτο. Μία χρονιά πρέπει να έφαγα, δύο, αλλά μετά σταμάτησα. Ή μαγειρεύαμε στα δωμάτια μας, που μέναμε δύο-δύο σε φοιτητικές εστίες και πάλι, και βλέπαμε «Dallas» και αμερικανιές. Πρόβαλε η κομμουνιστική τέτοια, το «Dallas». Το θυμάμαι. Τώρα που το θυμήθηκα –τι θυμήθηκα!– είχε μία τηλεόραση κάτω στο κοινόχρηστο σαλόνι θεωρητικά της φοιτητικής εστίας, και ήτανε το «Dallas».
Για να πας στη Ρουμανία, θυμάσαι τι διαδικασία έπρεπε να κάνεις;
Έπρεπε να... Κάναμε αιτήσεις και μας πήρανε σε διάφορα πανεπιστήμια. Δε, δηλαδή… Αλλά εγώ ήθελα από την αρχή να πάω σε αυτό, στο Ιάσιο, γιατί το είχαν κατατάξει, τη σχολή των Χημικών Μηχανικών στη Ρουμανία, ήταν η πρώτη υποτίθεται. Και είχα βάλει πλώρη αυτή. Πήγαμε ένα χρόνο προκαταρκτικό γλώσσας, αναγκαστικά, πάλι σε αυτή την ίδια πόλη. Μόλις είχε γίνει ο σεισμός, ο μεγάλος, της Ρουμανίας. Σε μία πόλη ερείπιο, παρόλο που ήτανε μακριά από το επίκεντρο το Ιάσιο είχε... Τα πανεπιστήμια του ήτανε παλιά κτίρια και είχαν υποστεί πολύ μεγάλες ζημιές. Τα παλιά. Τα καινούργια δεν είχαν πάθει τίποτα. Τα παλιά όμως ήταν όλα με υποστυλώματα. Ήταν κτίρια όμως πολύ όμορφα. Και συνέχιζαν να κάνουν εργασίες, μέχρι που φύγαμε, για τις αναστηλώσεις αυτές. Δουλεύανε δηλαδή. Πολλές πτέρυγες του πανεπιστημίου του παλιού, του «Alexandru Ioan Cuza» -λεγότανε το πανεπιστήμιο τους-, ήτανε κλειστές, οι πτέρυγες, από τον σεισμό. Καλά στο Βουκουρέστι είχαν σκοτωθεί χιλιάδες κόσμος. Και το Βουκουρέστι ήταν τελείως... Εγώ τότε ετοίμαζα τα χαρτιά μου, όταν έγινε ο σεισμός, δεν είχα φτάσει εκεί. Και έλεγα: «Θα μας δεχτούν μετά, την άλλη χρονιά;». Αλλά επειδή είχανε ανάγκη τους φοιτητές... Πληρώναμε 200 δολάρια το μήνα την σχολή. Ήταν πολλά λεφτά για εκείνη την εποχή, δεν ήτανε τζάμπα, 200 δολάρια εμείς, και 230 νομίζω η Ιατρική. Πλήρωνε κάτι παραπάνω, γιατί είχαν περισσότερα έξοδα εκεί. Ναι. Ε, και σου δίνανε δωμάτιο. Είχες και δωμάτιο σε φοιτητική εστία. Κοινόχρηστες τουαλέτες, κοινόχρηστα μπάνια και δυο στο δωμάτιο. Σε ένα δωμάτιο που χωρούσε δυο κρεβάτια και δυο τραπεζάκια, για να διαβάζεις, αυτό.
Πήγες μόνη σου εκεί;
Πήγα με μια, με δυο ξαδέρφες μου. Στην πορεία η μια έφυγε λόγω έρωτα, μεγάλο. Η άλλη έμεινε όμως, και τελείωσε η μια, Ιατρική. Και μία άλλη συμμαθήτριά μου επίσης, από το σχολείο δηλαδή μαζί, αυτή τελείωσε χημικός-μηχανικός σαν και μένα και μάλιστα είναι και διευθύντρια σε μεγάλη βιομηχανία τώρα.
Θυμάσαι τη μέρα του ταξιδιού; Όταν έφυγες για πρώτη φορά;
Το θυμάμαι, σαν τώρα, 27 Σεπτέμβρη. 27 Σεπτέμβρη, πρώτη στάση Σόφια, πάνω από τη Σόφια, σε ένα ξενοδοχείο που χιόνιζε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Το ‘77, το ‘77. Χιόνι, 27 Σεπτέμβρη, το φαντάζεσαι; Πήγαμε στο Βουκουρέστι την άλλη μέρα και εκεί μας…ένα λεωφορείο Έλληνες. Όλοι από δω, από μία οργάνωση, δεν ξέρω, ελληνο-ρουμανικής φιλίας, τι ήτανε. Και πήγαμε όλοι εκεί, και μας μοιράσανε τα χαρτιά, που θα πάει ο καθένας, σε ένα ξενοδοχείο εκεί. Υπήρχαν κάποιοι συνοδοί από εδώ, που μας…που ήταν Έλληνες πρόσφυγες πολιτικοί στη Ρουμανία, που μας βοήθησαν από την Ελλάδα, για να πάμε εκεί. Να φανταστείς, εγώ έχω κοιμηθεί στο σπίτι του Μενέλαου Λουντέμη, ένα βράδυ. Εκεί έζησε ο Λουντέμης την εξορία του, μέχρι όταν επέστρεψε στην Ελλάδα. Και στην έλλειψη; Έφτασε η εποχή να τρώμε ψωμί και πιπεριά. Δεν βρίσκαμε τίποτα να αγοράσουμε, ούτε τυρί. Το τυρί ήταν σε εξαφάνιση. Φρούτα! Τα φρούτα τους ελεεινά. Και ανακαλύψαμε ξαφνικά ότι τα φρούτα τα κάναν όλα εξαγωγή. Είχαν κάτι υπέροχα μήλα που δεν φτάνανε ποτέ στην αγορά τους. Τα πήγαιναν όλα εξαγωγή. Είχαν αλλαντικά, υπέροχα αλλαντικά που πουλιόντουσαν πανάκριβα στο εξωτερικό, και εκεί δεν υπήρξαν ποτέ. Φεύγανε όλα έξω. Δουλεύανε… Οι Ρουμάνοι, οι συμφοιτητές μας, ήταν υποχρεωμένοι όταν υπήρχε ανάγκη, εμείς πηγαίναμε, κάναμε πρακτική σε κάποιο εργοστάσιο και αυτούς τους πηγαίνανε και κάνανε, «Muncă Patriotică» λεγόταν, πατριωτική εργασία. Μαζεύανε, την εποχή που μάζευαν τα μήλα, τους μαζεύανε, ξέρω ‘γω, ένα μήνα. Και τότε μας φέρνανε μήλα, από αυτά που μαζεύαν τα παιδιά, οι συμφοιτητές μας, και βλέπαμε ότι υπάρχουν αυτά τα μήλα στην, στην ύπαιθρο της Ρουμανίας και εμείς δεν είχαμε δει μήλο στην αγορά τους, παρά μόνο κάτι σκουληκιάρικα μήλα μικρά, σε κάτι λαϊκές που ερχόντουσαν ο καθένας και πουλούσε 5 σταφύλια και 2 μήλα. Στα πλαίσια μιας «ελεύθερης οικονομίας» σε εισαγωγικά. Είχαν κανένα κτηματάκι εκεί –κτηματάκι, λίγα μέτρα– και τα φέρναν σε μια λαϊκή τρισάθλια και πουλούσαν πέντε μήλα και πέντε... Τουρσιά είχανε πολλά. Κρέας, δεν θυμάμαι δηλαδή, να υπήρχε κρέας ποτέ εκεί. Μία χρονιά που κάναμε εμείς εκεί Πάσχα και ψήσαμε αρνιά, βάλαμε τον «μεγάλο κομματικό μηχανισμό» να μας εξασφαλίζει τα αρνιά.
Segment 7
Η πολιτικοποιημένη ελληνική κοινότητα της Ρουμανίας, το κλίμα επί Τσαουσέσκου και η πανεπιστημιακή ζωή
01:09:55 - 01:27:55
Όταν μιλάμε για κομματικό μηχανισμό; Κύρκος. Τον Λε[01:10:00]ωνίδα Κύρκο τον έχεις ακούσει ποτέ σου; Ήταν αρχηγός του κόμματος του τότε, η σημερινή μετεξέλιξη του Τσίπρα. Ήτανε το ΚΚΕ Εσωτερικού, που ήταν ο Κύρκος, και το ΚΚΕ Εξωτερικού που ήταν ο Χαρίλαος Φλωράκης. Αυτοί είχανε σκοτωθεί μεταξύ τους. Η διάσπαση έγινε στη Ρουμανία. Το ΄68 πρέπει να έγινε η διάσπαση του κόμματος. Ναι, είχαν βγάλει πιστόλια στη Βραΐλα της Ρουμανίας.
Για περιέγραψε το μου αυτό.
Αυτό το άκουσα και εγώ από έναν πολιτικό πρόσφυγα εκεί. Έναν εισαγγελέα Έλληνα, που είχε εκεί, που έλεγε ότι –Αμπατιέλος και δεν ξέρω τι– «Βγάλανε πιστόλια εκεί». Τόσο δηλαδή, ήταν τόσο οξύς ο διαχωρισμός των κομμάτων αυτών, του τμήματος αυτού του ΚΚΕ, και έγινε το ΚΚΕ Εσωτερικού και το ΚΚΕ Εξωτερικού. Έτσι, το ΚΚΕ, το «ορθόδοξο» αυτή τη στιγμή, που ήταν το ΚΚΕ Εξωτερικού, και η μετεξέλιξη ΣΥΡΙΖΑ, που πέρασε από διάφορα ονόματα, που ήταν τον ΚΚΕ Εσωτερικού. Που ήτανε, η νεολαία του ήταν ο «Ρήγας Φεραίος». Ήταν η πιο ισχυρή οργάνωση φοιτητική εκείνη στην εποχή στη Ρουμανία. Αυτοί τα είχαν καλά και με το καθεστώς του τέτοιου, έδινε και πολλές υποτροφίες σε αυτό το κόμμα ο Τσαουσέσκου. Οι περισσότεροι δηλαδή φοιτητές που σπουδάζανε εκεί. Υπήρχαν και πολλοί δηλαδή που κάνανε, που είχανε υποτροφίες από το ΚΚΕ Εσωτερικού. Μοίραζε υποτροφίες, έδινε, ξέρω ‘γω, δυο στο ΠΑΣΟΚ την εποχή εκείνη, έδινε 15 στο ΚΚΕ Εσωτερικού και 3 στο ΚΚΕ το «ορθόδοξο».
Θυμάσαι φοιτητές πολιτικοποιημένους;
Φυσικά. Εμείς, εγώ είχα συμφοιτητή τον σημερινό ευρωβουλευτή, τον Κύρκο, τον Μιλτιάδη Κύρκο, τον γιο του Κύρκου. Πολύ έντονα κομματικοποιημένοι. Είχαμε άνθρωπο –που συγχωρέθηκε τώρα– βουλευτής και αυτός, ο Φλώρος Κωνσταντίνου, του ΠΑΣΟΚ μετά. Είχαμε πολλούς. Υπήρχαν έντονες οργανώσεις εκεί, ήταν η ΚΝΕ του ΚΚΕ, ο Ρήγας Φεραίος, τρεις δηλαδή ήταν στην ουσία αυτές και το ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΠ του ΠΑΣΟΚ. Τρεις. Τα ξεχάσαμε. Υπήρχε μία μεγάλη φιλία με μία μερίδα Χιλιανών φοιτητών που είχαν εκεί, που είχανε φύγει από το καθεστώς του Πινοσέτ. Είχαμε δηλαδή μία συνεργασία. Κάναμε πολιτιστικές εκδηλώσεις, μας παρείχαν τα μεγαλύτερα τους θέατρα για να κάνουμε τέτοιες εκδηλώσεις. Την ημέρα του Πολυτεχνείου τη γιορτάζουμε πάντα, στο μεγαλύτερο θέατρο που είχαν. Με τους Κύπριους μαζί. Και οι Κύπριοι ήταν δυνατή κοινότητα εκεί. Πολλούς Κύπριους είχε, πάρα πολλούς. Και μάλιστα ένας από αυτούς, έχω δει το καλύτερο ζεϊμπέκικο που χορεύτηκε ποτέ στη σκηνή, από έναν Κύπριο. Δεν έχω ξαναδεί καλύτερο. Θεοδωράκη. Χόρεψε το παιδί.
Θυμάσαι κάποια εκδήλωση από αυτές, να την περιγράψεις;
Αυτό θυμάμαι τώρα εδώ, του Πολυτεχνείου, που... Και μία φορά που ήρθε αυτός ο Λεωνίδας Κύρκος εκεί για να δει το γιο του και γιορτάσαμε Πάσχα όλοι μαζί οι Έλληνες. Μας ενοποίησε δηλαδή, όλες οι οργανώσεις το ξεχάσαμε, και στήσαμε στην αυλή της φοιτητικής Εστίας, της Λέσχης, της φοιτητικής Λέσχης, σούβλες, ατελείωτες σούβλες γιατί ήμασταν και πολλοί φοιτητές τότε και ψήναμε τα, αυτά που εξασφαλίσαμε, τα τρόφιμα από το κόμμα, τα αρνιά. Αυτοί δεν ξέρανε για σούβλα αρνί. Και όμως... Και εγώ έκανα μαγειρίτσα το βράδυ, την Παραμονή. Ήμουνα η αρχηγός της μαγειρίτσας. Τη μαγειρίτσα της γιαγιάς της Γεωργίας. Έδινα οδηγίες. Τάισα όλη την ελληνική κοινότητα εκεί μαγειρίτσα. Άλλες εκδηλώσεις... Κάθε χρόνο, σου λέω, γιορτάζαμε «17 Νοέμβρη» στο μεγαλύτερο θέατρο εκεί, ομιλίες η κάθε παράταξη, συνελεύσεις πολλές είχαμε, διαπληκτισμούς είχαμε, απεργίες είχαμε. Τώρα το θυμήθηκα και αυτό. Ξαφνικά μας ανέβασαν πολύ τα δίδακτρα οι Ρουμάνοι και έγινε κατάληψη. Αυτοί οι φοιτητές βέβαια νύχτα φύγαν από εκεί, αυτοί που πρωτοστάτησαν, πράκτορες νύχτα τους διώξανε από τη χώρα. Απεργία σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς; Καταλάβαμε, κάναμε κατάληψη στο Πολυτεχνείο, κάνανε. Δηλαδή ήταν κάποιοι, ήταν πιο ενεργά στελέχη, πάντως για να αρνηθούμε να πληρώσουμε την αύξηση των διδάκτρων. Α, ρε Δήμητρα, πού με γυρνάς πίσω τώρα;
Φοβόσασταν καθόλου;
Δεν είχαμε αίσθηση του κινδύνου. Αυτά τα μάθαμε… Όταν έφυγαν τα παιδιά και μετά μάθαμε τι έγινε, που νύχτα τα πήραν, και σηκωτά σχεδόν τα πήραν από τη χώρα. Τα διώξανε αυτά που πρωτοστάτησαν στην κατάληψη.
Πως θα περιέγραφες την ατμόσφαιρα στη Ρουμανία;
Ο κόσμος φοβόταν πάρα πολύ, πάρα πολύ φοβόταν. Δηλαδή δεν ήθελε να έχει επαφές με τους ξένους, με μας δηλαδή. Κάποια στιγμή κάποιος είχε γνωρίσει μία οικογένεια και μου στείλε να τους πάω κάτι δώρα. Οι άνθρωποι με δέχτηκαν με, που ήταν και επιφανείς, ήταν καθηγητές στο πανεπιστήμιο εκεί, κάτι ήτανε, με δέχτηκαν με πολύ φόβο. Να μην τους, μην τους χαρακτηρίσουν κάπου, ότι έχουν επαφές με Δυτικούς. Εκεί συνειδητοποίησα, «Τι φοβούνται;» λέω. Δηλαδή με άκρα μυστικότητα, με τρόπο ξέρεις πολύ... «Να τα πάω, να τα αφήσω, να τα κάνω». Στην παρανομία σαν να ήμασταν, σαν να ζούσαμε. Δεν μιλούσανε καθόλου για το καθεστώς τότε, και χειροτέρεψαν τα πράγματα αμέσως μετά, ακόμη πιο πολύ βέβαια, και για αυτό έγινε το... Δηλαδή χειροτέρευε η κατάσταση, σταδιακά έδειχνε ότι χειροτερεύει. Υπήρχε όμως μία ελευθερία στη θρησκεία, στην εκκλησία. Δεν υπήρχε διωγμός, δεν είχανε... Ίσα-ίσα, που τους είχανε και υπό την προστασία τους στους παπάδες εκεί. Εγώ θυμάμαι τον Αρχιεπίσκοπο τους εκεί, με τις μεγάλες τις λιμουζίνες και αυτά, να κυκλοφορεί. Πηγαίναμε, όταν κάναμε το προκαταρκτικό έτος της γλώσσας, θυμάμαι, πηγαίναμε και στα μοναστήρια βόλτα, που είχε μονάχους. Δεν ήτανε, όπως είναι… Στη Βουλγαρία δεν υπήρχε τότε, ούτε εκκλησία λειτουργούσε. Εκεί λειτουργούσαν και οι εκκλησίες, λειτουργούσαν… Και είχε και μόνες, αυτό μου έκανε εντύπωση, ότι έχει και μονές. Για αυτό το είχα διαλέξει εγώ το κράτος αυτό να πάω, ότι ήταν πιο ελεύθερο. Ήταν αυτός ο σοσιαλισμός που μου ταίριαζε. Αλλά μετά αποδείχτηκε τύραννος ο Τσαουσέσκου. Κατάλαβες; Είχα πάντως κάποιους πολύ καλούς καθηγητές.
Σε τι γλώσσα γινότανε;
Ρουμάνικα. Ρουμάνικα, ναι. Και επίσης υπήρχε και στη Ρουμανία τότε μία μειονότητα, οι Μαγυάροι, που είναι οι Ούγγροι, οι οποίοι ήτανε πιο έξυπνοι από όλους τους φοιτητές. Στο πανεπιστήμιο δηλαδή οι συμφοιτητές μου οι πιο καλοί ήταν οι Μαγυάροι, ήταν οι αριστούχοι. Πανέξυπνα παιδιά.
Μετά από τόσα χρόνια-
Δεν έχω ξαναπάει ποτέ-
Άμα προσπαθήσεις…
Δεν έχω ξαναπάει. Θα ήθελα να πάω βέβαια. Τι να προσπαθήσω;
Άμα προσπαθήσεις να θυμηθείς κάποιες εικόνες…
Ναι.
Από το Ιάσιο, τι θα έλεγες; Πώς θα τις περιέγραφες;
Σαν μία πολύ όμορφη πόλη, με πολύ φόβο όμως. Φόβο, και κάθε μέρα αγωνιζόσουν για να εξασφαλίσεις κάτι, για να μαγειρέψεις, ας πούμε. Ο κόσμος ζούσε την... Υπήρχε μεγάλη φτώχεια, πάρα πολύ μεγάλη φτώχεια, για τους ντόπιους εκεί. Εμάς μας κοιτούσανε με δουλοπρέπεια. Τα γκαρσόν στα μαγαζιά και αυτά... Είχαμε έναν συμφοιτητή, που τον έδινε -ας πούμε- τον πορτιέρη εκεί κάτι, ένα πουρμπουάρ για να τον χαιρετάει, σαν να χαιρετούσε τον αρχηγό τους. Δηλαδή ιστορία, εικόνες τέτοιες μου θυμίζουνε. Αλλά οι φλαμουριές όμως οι ανθισμένες, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Θέλω να πάω για αυτό το λόγο μόνο, να περπατήσω κάτω από τις φλαμουριές, οι οποίες ήτανε τεράστιες και μοσχομύριζε το σύμπαν. Είχαν μία λίμνη τεχνητή έξω από την πόλη, που και εκεί πηγαίναμε και είχε... Ήταν μία εξοχή πολύ όμορφη. Και γραφειοκρατία, εντάξει, μέτρια. Εκεί, για να περάσεις το μάθημα, έπρεπε να είσαι σε όλες τις παραδόσεις παρών. Είχα γίνει πρώτη ταχογράφος. Έγραφα, κρατούσα σημειώσεις πολύ καλές, δηλαδή για εμάς τους ξένους κιόλας ήταν πολύ δύσκολο. Σου έδινε μία βιβλιογραφία, α[01:20:00]λλά το καλύτερο που είχες να κάνεις είσαι, να είσαι παρών στις παραδόσεις και να... Τα έχω ακόμα τα τετράδια μου τα τεράστια εκεί πέρα, που κρατούσα τις σημειώσεις. Αφού και οι Ρουμάνοι παίρνανε από μένα σημειώσεις σε κάποια φάση. Έγραφα πολύ γρήγορα και πολύ καλά. Τώρα το χάλασα. Ναι, κάνα-δυο μορφές από τους καθηγητές μου, μου άφησαν πάρα πολύ... Ήταν ένας ραχιτικός, που ήταν εξαιρετικός. Εξαιρετικός καθηγητής! Δηλαδή είχε τέτοια μεταδοτικότητα. Και είχε το αγαπημένο μου μάθημα, τα φαινόμενα μεταφοράς. Ήταν μία παρένθεση 6 χρονών, τόσο κράτησε.
Αυτές οι αγορές που μου έλεγες πριν, πώς έμοιαζαν;
Οι αγορές οι λαϊκές; Σαν το χειρότερο παζάρι που θα μπορούσες να δεις εδώ πέρα, μία λαϊκή με 2 πάγκους, 3-4. Και κάτι ντομάτες ψωριασμένες, κάτι μήλα επίσης. Τι είχανε; Μήλα, δαμάσκηνα, αχλάδια, ντομάτες και αγγούρια και κολοκυθάκια, αυτά ήταν τα φαγητά, τα πράγματα που είχαν εκεί πέρα. Τι πουλούσαν άλλο; Δεν είχαν τίποτα άλλο, αυτά είχανε. Και σου λέω, ήταν όλα τόσο κακοφτιαγμένα. Τα σουπερμάρκετ, τι είχαν μέσα τα σουπερμάρκετ; Τίποτα δεν είχαν. Γιατί εμείς τα φέρναμε όλα από την Ελλάδα, δηλαδή ήτανε άδεια κουτιά στην ουσία κάποια στιγμή και μετά. Κατέληξαν να είναι άδεια κουτιά. Είχαν ατέλειωτα βάζα με τουρσιά. Δηλαδή το μόνο που θυμάμαι ήταν αυτό, τουρσιά. Κονσέρβες δηλαδή, πιπεριές σε κονσέρβα, πιπεριές σε κονσέρβα, γυάλινες κονσέρβες. Τα έβλεπες. Ψωμί είχανε. Ψωμί είχανε, γάλα δεν είχανε. Τυριά δεν είχανε. Τι είχανε; Και χοιρινά λίπη, λωρίδες από χοιρινό λίπος. Λάδι σπορέλαιο, δεν υπήρχε, βούτυρα δεν υπήρχαν πουθενά, τίποτα. Μόνο σπορέλαιο, ναι. Εκείνο που είχαμε άφθονο, πολύ άφθονο ήταν η ζέστη. Παρόλο που ζούσαμε σε μία περιοχή που μπορούσε να κατέβει και μείον 30 βαθμούς η θερμοκρασία τα βράδια, δηλαδή περπατούσα εγώ στο πάρκο με τους φίλους μου και έτρωγα παγωτό στους μείον 23 βαθμούς. Το θυμάμαι σαν τώρα. Τα παγωτά τα κρατούσαν έξω βέβαια, τα περίπτερα τα είχαν έξω, τι να τα κάνουν μέσα; Δεν υπήρχε... Τα είχαν έξω εκεί στοιβαγμένα στα κουτιά και παίρναμε ένα παγωτό κυπελάκι και το τρώγαμε. Άλλο κρύο. Με μείον 23, το θυμάμαι σαν να το βλέπω τώρα το θερμόμετρο, που το είχε στο κτίριο του πανεπιστημίου απέξω, υπήρχε το θερμόμετρο και έδειχνε τη θερμοκρασία, μείον 23. Και εμείς κάναμε βόλτες και τρώγαμε παγωτό. Άλλο τύπου κρύο. Δεν είναι... Αυτό εδώ τώρα, που να το φανταστείς στην Ελλάδα, κάτι ανάλογο;
Θυμάσαι μέρη που βγαίνετε;
Πηγαίναμε συνήθως σε αυτά τα ξενοδοχεία, πηγαίναμε την άνοιξη και αυτά, όταν βελτιωνόταν ο καιρός, σε αυτή τη λίμνη έξω που ήτανε. Παίρναμε ένα λεωφορείο εκεί της γραμμής και πηγαίναμε εκεί, που ήτανε όμορφα. Κάτι εκδρομούλες σπάνια κάναμε, γιατί είχανε και μία εβδομάδα διακοπές αυτοί του χειμώνα, μετά την εξεταστική περίοδο του Φλεβάρη. Δεν κατεβαίναμε Ελλάδα, συνήθως πηγαίναμε εκεί, σε κανένα χιονοδρομικό. Σε εισαγωγικά «χιονοδρομικό». Τέλος πάντων. Στα ξενοδοχεία υπήρχε μία άνεση δηλαδή. Αλλά δεν μπορούσες να είσαι και συνέχεια στο ξενοδοχείο. Στο ξενοδοχείο έβρισκες και να φας. Πώς εξασφάλιζαν φαγητό και μπριζόλες και το ένα και το άλλο τα ξενοδοχεία, ενώ έξω δεν υπήρχε στην αγορά πουθενά να αγοράσεις μία μπριζόλα, τίποτα, ένα κοτόπουλο; Απορώ πώς ζούσαν οι άνθρωποι. Είχανε... Όχι, υπήρχαν μαγαζιά αποκλειστικά για τους κομματικούς. Αυτό εμένα... Εγώ πήγα Κνίτισσα εκεί και διαγράφτηκα μετά. Δεν μπορούσα να το αντέξω αυτό το πράγμα, το διαχωρισμό σε κατηγορίες τους ανθρώπους. Υπήρχε μαγαζί που ήταν για τους κομματικούς, που πήγαινες με την κομματική ταυτότητα, όταν ήσουν μέλος του κόμματος, και μου φέραν από αυτό το μαγαζί μία μέρα σοκολάτες ΙΟΝ, που δεν υπήρχε έξω σοκολάτα ούτε για δείγμα για τον απλό κοσμάκη. Δηλαδή κομματικοί τρώγανε με χρυσά κουτάλια στην κυριολεξία, και οι άλλοι, που ήταν έξω από το σύστημα, ψωμολυσσούσανε. Ένα άλλο πράγμα, που μου έκανε κατάπληξη μεγάλη, ήτανε η αποθήκευση των τροφίμων στη φοιτητική λέσχη, την πρώτη που ήμουνα, όταν έκανα γλώσσα. Ήτανε... Τις πατάτες για να μην ξεφυτρώνουνε, που φυτρώνουν οι πατάτες, σκάβανε έξω από τη λέσχη, το θυμάμαι σαν τώρα αυτό το πράγμα, σκάβανε τεράστιους λάκκους και θάβανε τις πατάτες μέσα. Και σταδιακά βγάζανε όσες θέλαν να μαγειρέψουν, βγάζαν πατάτες από κει. Πατάτα μπόλικη είχε, και είχε και την μαμαλίγκα. Η μαμαλίγκα είναι, το έτρωγαν, το τρώνε και εδώ στην Ελλάδα κάποιοι, το τρώγανε και στη Κατοχή, καλαμποκίσιο αλεύρι, κουρκούτι φτιαγμένο, τίποτα, με νερό. Αυτό σ' το δίνανε σαν πρώτο πιάτο, όπου πήγαινες. Δηλαδή στη φοιτητική λέσχη θυμάμαι μαμαλίγκα. Ούτε και πάλι την έφαγα ποτέ μου. Ήτανε σαν το πλιγούρι το ελληνικό, μαμαλίγκα. Εκείνο που με τρέλαινε στο ξενοδοχείο, όταν τρώγαμε έξω, κάποιες φορές που τρώγαμε, ήτανε ένα τυρί που είχαν, που δεν βρίσκαμε να το αγοράσουμε αυτό έξω το τυρί. Και το βρίσκαμε όμως στο εστιατόριο. Πανέ, παναρισμένο. Ένα τυρί κίτρινο, κασέρι, ας πούμε, κίτρινο, πολύ νόστιμο, παναρισμένο. Όταν ερχόταν κάποιος, ήτανε το, να τους πας να φάνε αυτό. Αλλιώς... Αλλά έχουμε περάσει ατελείωτες μέρες, κυρίως όταν είχαμε εξεταστική περίοδο και δεν μπορούσαμε να πάμε στο ξενοδοχείο, γιατί απείχε κιόλας, να τη βγάζουμε τη μέρα μας με πιπεριά –πιπεριές είχε, πολλές πιπεριές– και ψωμάκι. Και λίγο αλάτι στην πιπεριά. Τίποτα από τυρί. Παρ' όλα αυτά, ήταν ένα σύστημα που σιγά-σιγά οι ξένοι, που μπήκαν μέσα, το διαστρέβλωσαν. Άρχισαν οι δωροδοκίες, αρχίσανε να παίρνεις μαθήματα με αγορές, με δωροδοκίες, και τέτοια. Εγώ ήμουν από τις πρώτες που πήγα στη Ρουμανία, δηλαδή ήμουν, ήταν τη δεύτερη χρονιά που άνοιξε, γιατί μέχρι τότε ήταν κλειστά τα, δεν δεχόταν. Ήταν η δεύτερη φουρνιά που πήγαμε, και η μεγαλύτερη φυσικά. Από κει και κει, μετά τα πράγματα αγρίεψαν. Τους καταστρέψαμε και εκείνους.
Θυμάσαι τις ημέρες που έφυγες;
Όταν έφευγα για πάντα; Θυμάμαι την τελετή αποφοίτησης, θυμάμαι... Δεν το θυμάμαι έντονο αυτό. Ήταν σαν να έφευγα, και ήρθα εδώ και μάζευα καπνά, αμέσως μετά. Μέχρι να κάνω τα χαρτιά μου για αναγνώριση του Διπλώματος κλπ., δηλαδή ήρθα 13 Ιουλίου και αναγνώριση πήρα τον Δεκέμβριο.
Segment 8
Η δυσκολία εύρεσης εργασίας, ο σεισμός του '60 στο Αδάμ και ο μεγάλος σεισμός του '78 στη Θεσσαλονίκη
01:27:55 - 01:36:18
Μου είπες ότι δύσκολα προσλάμβαναν γυναίκες εδώ.
Τότε, εδώ στην Ελλάδα; Ναι, όσες φορές έβρισκα αγγελίες, έπαιρνα… Έπαιρνα τηλέφωνο.
Μπορείς να μου το επαναλάβεις λίγο;
Λοιπόν, διάβαζα αγγελίες που ζητούσαν χημικό-μηχανικό, ας πούμε, στο τάδε, στην τάδε περιοχή. Δεν είχα επιλογή, που θα πάω και τι θα κάνω, έλεγα «οπουδήποτε». Έπαιρνα τηλέφωνο για να δω για τι πρόκειται κλπ., και έλεγαν: «Για σας είναι;». Άπειρες φορές έγινε αυτό. Λέω: «Ναι, για εμένα». «Γυναίκες δεν παίρνουμε». «Γιατί δεν παίρνετε γυναίκες;». «Γιατί θα μείνετε έγκυες, γιατί θα κάνετε, για αυτό, για αυτό», η στερεότυπη. Ήρθα εδώ και πήγα και οργανώθηκα στον σύλλογο των χημικών-μηχανικών, γράφτηκα μετά, κάποια στιγμή. Και με κοιτούσαν σαν εξωγήινη όταν είπα... Λέει: «Δεν το ξέρεις, ότι μία γυναίκα όλη κι όλη δουλεύει στη βιομηχανία; Δούλευε μάλλον, λέει, και αυτήν την απέλυσαν. Μόλις έμεινε έγκυος την απέλυσαν».
Τι χρονιά τώρα αυτό;
Αυτά ήτανε το ‘83. Εκείνη την εποχή όμως άνοιξαν, το '82 έγινε ένας νόμος για προσλήψεις στο δημόσιο και αυτά του Κουτσόγιωργα, που τον λέγανε, τότε 1920, ο νόμος. Και έγινε μία μεγάλη προκήρυξη, και έγιναν «αξιοκρατικές» σε εισαγωγικά, γιατί πιο πολλά ήταν τα κοινωνικά κριτήρια και λιγότερο τα... Και μπήκε πολύς κόσμος μετά σε δουλειές. Κάποια στιγμή έγινε, μπήκε και στη βιομηχανία μετά κόσμος, άλλαξαν οι συνθήκες. Μέχρι τότε δεν είχε, σου λέω, καθόλου. Ήτανε μία βιομηχανία στις Δυτικές Συνοικίες, που έκανε γεωργικά φάρμακα, που είχε πάρει αυτή τη γυναίκα. Αυτή η βιομηχανία ακόμα τυραννάει την περιοχή μας, είναι η «ΔΙΑΝΑ» που λέει ότι έχει μολύνει όλη την περιοχή και ακόμα υπάρχουν απόβλητα, έχει κλείσει εδώ και 30 χρόνια, αλλά ακόμα υπάρχουν απόβλητα από αυτή τη βιομηχανία. Και ήταν η μόν[01:30:00]η γυναίκα. «Μα –λέει– είναι η μόνη γυναίκα» που είχε δουλέψει εκεί. Εκεί ήτανε, δεν υπήρχε γυναίκα στη βιομηχανία. Φαντάσου τώρα, δεν ήταν και τόσο μακρινή εποχή.
Εσένα αυτό που σε έκανε να αισθάνεσαι;
Εμένα με έκανε να χάσω τη γη κάτω από τα πόδια μου, γιατί εγώ πίστευα ότι θα δουλέψω στη βιομηχανία. Το μυαλό μου. Δηλαδή δεν είχαμε τότε στο σχολείο επαγγελματικό προσανατολισμό, καθόλου. Δεν μας... Αγαπούσα το μάθημα της χημείας, δεν ήθελα να γίνω καθηγήτρια και για αυτό διάλεξα το χημικός-μηχανικός, απλό, πολύ απλό.
Το περιβάλλον στην αρχή στη δουλειά πώς ήτανε;
Το περιβάλλον ήταν καλό, πολύ καλό, αλλά δεν ήτανε αυτό... Δεν ασχολήθηκα με χημεία-χημεία δηλαδή, ασχολήθηκα με ποιοτικό έλεγχο στα δημόσια έργα, αυτό είναι το αντικείμενο μου πια. Μάθαινα στη δουλειά στην ουσία. Έμαθα από την αρχή πράγματα. Όλες οι δουλειές όμως λίγο-πολύ έτσι είναι στο τέλος, τα μαθαίνεις στην πορεία. Στην άλλη μου ζωή σε εργοστάσιο. Στην άλλη.
Λένα, σε ευχαριστώ πολύ. Τώρα θέλω να μου πεις, άμα υπάρχει κάποια ιστορία που εσύ θέλεις να μοιραστείς;
Στη ζωή μου; Για εδώ. Ένα σεισμό που έζησα. Που οι σκηνές αυτές και τώρα ακόμα που τις αναπολώ και όταν τις έλεγα και παλαιότερα, μικρή, μου έλεγαν ότι: «Δεν μπορεί να τις θυμάσαι, γιατί ήσουν πάρα πολύ μικρή». Πρέπει να ήμουνα 2,5 χρονών. Έγινε ένας μεγάλος σεισμός, του ‘61 πρέπει να ήτανε. Ή ’60 ή ‘61. Δεν ξέρω το επίκεντρο ποιο ήτανε. Ήταν πολύ μεγάλο, γιατί πέσαν πολλά κτίρια, και στο χωριό έπεσαν σπίτια, και τραυματίστηκε ένας δάσκαλος που καθόταν δίπλα μας. Και έχω την εικόνα του δηλαδή, με τη γάζα στο μέτωπο ακόμα, και να τρέμει η γη. Τη μάνα μου να μην μπορεί να βγάλει φωνή καθόλου, την γη να τρέμει. Ήτανε πολύ τραυματική εμπειρία.
Πού βρισκόσουνα;
Στο σπίτι μέσα, στο-
Στο χωριό-
Πατρικό. Στο χωριό. Μικρή ήμουνα, 2,5 χρόνων σου λέω. Και θυμάμαι τον παππού μου για να με ησυχάσει, να με ηρεμήσει, να με έχει αγκαλιά, να με παίρνει αγκαλιά να πάμε στο μπακάλικο –το μπακάλικο τώρα εκεί– και να με παίρνει λουκούμι. Δεν υπήρχε άλλο γλυκό στο χωριό, το λουκούμι ήταν το γλυκό που θα αγόραζες από το μπακάλικο. Λουκούμι και Μπισκότα Παπαδοπούλου, αυτά ήτανε. Το θυμάμαι δηλαδή σαν τώρα, με είχε αγκαλιά. Στην αγκαλιά του ήμουνα και μου πήρε λουκούμι από τον μπακάλη, για να ηρεμήσω από το κλάμα, που έκλαιγα για τον σεισμό. Έζησα δηλαδή τον σεισμό από πολύ μικρή.
Θυμάσαι και τον σεισμό της Θεσσαλονίκης;
Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης είναι μία άλλη ιστορία. Εκείνη τη μέρα είχα γυρίσει από τη Ρουμανία, για διακοπές, για το καλοκαίρι. Εκείνη τη μέρα γύρισα. Και μάλιστα ήταν η πρώτη φορά, που ευαισθητοποιημένοι Ρουμάνοι από τον δικό τους τον σεισμό, μας αφήσανε. Κάναμε πολλές φορές στα σύνορα και οχτώ ώρες για να περάσουμε έλεγχο. Μας περνούσαν, το λεωφορείο δηλαδή, μας καθυστερούσαν 8 ώρες στα σύνορα για να περάσουμε. Εκείνη τη φορά, μόλις ήταν λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, μας περάσανε. Είχε γίνει ο προ-σεισμός. Την μία μέρα έγινε ένας σεισμός 5.4, δεν είχε γίνει ο άλλος και «Έγινε σεισμός στην Θεσσαλονίκη, περάστε», χωρίς έλεγχο. Περνούσαμε εμείς λοιπόν. Και έρχομαι εγώ στο χωριό και λέω: « Πω, πω, τι κρίμα. Έχασα και την εμπειρία του σεισμού». Την εμπειρία του σεισμού! και γίνεται το βράδυ ο μεγάλος σεισμός. Να είμαι στην κουζίνα του σπιτιού. Έφυγα έξω, πήγα στην αυλή, όχι την... Και έξω από την αυλή, πήγα στο χωράφι, και το χωράφι νόμιζα… Και συνέχιζε να κουνάει, και νόμιζα ότι θα ανοίξει η γη. Αισθανόμουνα το χώμα να χορεύει, ότι θα ανοίξει το χώμα και θα με καταπιεί. Δηλαδή ήτανε κάτι πολύ φοβερό. Κοιμηθήκαμε έξω. Η πιο θαρραλέα ήταν η μάνα μου, ο μπαμπάς μου δεν ξαναμπήκε μέσα στο σπίτι. Η μάνα μου η καημένη μπήκε μέσα, έβγαλε σκεπάσματα και αυτά, έβγαλε ντιβάνια και τέτοια, και κοιμηθήκαμε έξω. Εκτός από τον αδερφό μου βέβαια, που όταν κοιμήθηκαν οι υπόλοιποι αυτός έφυγε, μπήκε μέσα. Δεν καταλάβαινε «Χριστό». Κάτω από τα αστέρια κοιμηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Τα άλλα βραδιά ήρθαν στην αυλή μας... Από τον σεισμό, από εκείνο τον σεισμό είχαν πληγεί πολύ το Στίβος, ένα χωριό, και Περιστερώνας, και αυτά. Είχε έρθει μία πλατφόρμα κόσμος. Μιλάμε, φεύγανε, γιατί φοβόντουσαν ότι θα γίνουν και άλλοι σεισμοί, είχε ανοίξει και το σχίσμα εκεί, είχε γίνει ένα ρήγμα και φοβόντουσαν. Είχαν κυκλοφορήσει διάφορες φήμες: «Θα γίνει σεισμός πιο μεγάλος, θα μας καταπιεί». Και πήραν και άρχισαν και φεύγανε από τα μέρη τους, και θυμάμαι τώρα τον κόσμο εκεί. Αλλά εγώ ήθελα να ζήσω την εμπειρία του σεισμού. Πού να ήξερα τι με περίμενε;
Πού κοιμόντουσαν αυτοί που ήρθαν;
Στην πλατφόρμα εκεί, έξω. Να φύγουν από το χωριό τους μόνο θέλαν οι άνθρωποι. Μετά από κάποιες μέρες ησύχασαν τα πράγματα, γύρισαν πίσω. Ήρθανε συνεργεία, διαλέξανε. Το παλιό μου το πατρικό βγήκε κατεδαφιστέο. Είχαμε κατέβει εμείς σε ένα καινούργιο, που είχαμε κάνει το ‘68. Εκείνο το είχαμε σαν αποθήκες, αλλά το κατεδαφίσαμε.
Μου είπες κάτι για ένα ρήγμα.
Είχε γίνει ρήγμα τότε. Στη Γερακαρού, εκεί είναι το ρήγμα. Εκεί ήταν το ρήγμα ήταν. Είχε ανοίξει στον σεισμό αυτόν, του ’78. Πολύ έντονο συναίσθημα, δηλαδή δεν το ξανά ένιωσα ποτέ μου, αλλά... Και είχε διάρκεια μεγάλη, η διάρκειά του ήτανε φοβερή. Αφού έφυγα από την κουζίνα, βγήκα στην αυλή, και από την αυλή πάνω στο χωράφι και συνέχιζε να κουνιέται η γη. Είχα την αίσθηση ότι θα ανοίξει να με καταπιεί. Αυτή ήταν η αίσθηση. Γιατί λες, ας πούμε, άμα δεν είσαι μέσα στο σπίτι, δεν κουνάει. Κι όμως, το χώμα κάτω που πατούσαμε, σαν να χόρευε το χώμα. Τι άλλο έτσι;
Αυτή ήταν μία πολύ τραυματική εμπειρία, όπως και της Επιστράτευσης του ‘74, ήταν πολύ τραυματικό.
Το θυμάσαι;
Φυσικά, μεγάλο παιδί ήμουν. Τι; Θυμάμαι τον πατέρα μου και αυτά, ήτανε ήδη κάποια ηλικία, που δεν είχε επιστρατευτεί, αλλά θυμάμαι τον αδερφό της μαμάς μου, τον πήρανε, και θυμάμαι τη μάνα μου να κλαίει έντονα, που πήγε φαντάρος. Και είχαν έρθει στο χωριό και κατασκηνώσανε στον Άγιο Παντελεήμονα, που λέγαμε, που ήταν το πανηγύρι. Και μάλιστα έχουνε ζωγραφίσει αυτοί που είχαν κατασκηνώσει εκεί ένα, έξω από ένα εκκλησάκι, έχουν ζωγραφίσει μία Παναγιά, κάτι κάνανε εκεί, έχει μείνει αυτό. Ήταν φαντάροι, είχανε κατακλύσει. Για πολύ καιρό ήταν εκεί και τους είχαν έτσι, τους καημένους. Τους πηγαίναμε φαγητά, τους πηγαίναμε... Τότε είχε πεθάνει ο παππούς, και στην Επιστράτευση ήταν ακριβώς «στα 40» του. Και δεν κάναμε «τα 40» και τα πήγαμε τα φαγητά στα παιδιά, στους φαντάρους. Τους είχανε έτσι παρατημένους και αυτούς τους καημένους. Επιστράτευση. Δεν ήμασταν για Επιστράτευση, για τίποτα δεν ήμασταν. Δεν υπήρχε καμία οργάνωση. Έτσι, ένα κοπάδι ανθρώπων, που χωρίς όπλα τους στείλαν να κάνουν τι. Τους μοιράσανε από δω και από κει. Φοβερή δηλαδή η κατάσταση.
Τι θυμάσαι πιο έντονα από τότε;
Μέχρι και στη βεράντα μας ήρθαν και κοιμόντουσαν οι φουκαράδες οι φαντάροι, έξω από το σπίτι στη βεράντα. Και μέσα όσους… Κάνα-δυο τους κοιμίζαμε μέσα, κάνα-δυο έξω, κάνα-δυο κάτω στο βενζινάδικο. Ένας άτακτος στρατός, τι, τελείως άτακτος. Έτσι θα γινόταν πόλεμος με τους Τούρκους;
Τα νέα για την Επιστράτευση πώς τα μάθετε;
Υπήρχε έθιμο στο χωριό. Επειδή ήμασταν σε πένθος εμείς, είχε πεθάνει ο παππούς μου, είπαμε, και ήτανε στις πρώτες 40 μέρες, δεν ανοίγεις τηλεόραση, τα έχεις όλα τα μέσα κλειστά. Ούτε ραδιόφωνο, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα. Και ξαφνικά κυκλοφόρησε στο χωριό και τότε την ανοίξαμε την τηλεόραση –να μας συγχωρέσει ο Θεός– για να δούμε τι γίνεται. Και είδαμε για την Επιστράτευση. Δεν ξέραμε, αν θα συμπεριλαμβάνεται και ο μπαμπάς μου μέσα, και αυτά, αγωνίες, κακό. Ένα πολύ κρύο πράγμα, κρύο πράγμα η Επιστράτευση. Τώρα βλέπεις ότι πας για πόλεμο, το ζεις. Ερχόταν οι άλλοι να παρουσιαστούνε, ο ξάδερφός μου, ξέρω ‘γω, ήρθε από την Αθήνα να παρουσιαστεί ο άνθρωπος, και δεν μπορούσαν να βρει τη μονάδα του. Από τη μία τον στέλναν στην άλλη, από τον άλλον στον άλλον. Δηλαδή, μερικοί άνθρωποι εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν έτσι, χωρίς να μπορούν να καταλήξουν και πουθενά. Ήταν απόλυτη διάλυση του στρατού, απόλυτη διάλυση, καμία οργάνωση. Και στο τέλος λέει: «Αφού δεν βρίσκουμε που θα πας, πήγαινε, γύρνα πίσω σου». Ο Βασίλης. «Γύρνα σπίτι σου». Ήταν και αυτό μία πολύ χαρακτηριστική περίοδος. Δεν έβρισκαν πού να πάνε, και [01:40:00]από δω και από κει γυρνούσαν σαν τους νομάδες. Οργάνωση δηλαδή καμία.
Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εγώ ευχαριστώ.
Θα κλείσω τώρα το μαγνητόφωνο.
Σ' ευχαριστώ, κοριτσάκι.
Photos

Μια μικρή νονά
Γύρω στο '67, η αφηγήτρια ως νονά με τον α ...

Μια μικρή νονά
Οπίσθια όψη φωτογραφίας

Φοιτητές
Ιάσιο, δεκαετία 1970-1980

Φοιτητές
Ιάσιο, δεκαετία 1970-1980

Φοιτητές
Ιάσιο, δεκαετία 1970-1980

Στην αυλή του σπιτιού
Αδάμ 1971-72

Στα καπνά
Η αφηγήτρια με τους γονείς της, Πίσω διακρ ...

Γυμναστικές επιδείξεις
1968

Γυμναστικές επιδείξεις
Οπίσθια όψη φωτογραφίας

Οικογενειακή φωτογραφία
Με συγγενικό πρόσωπο στο μπαλκόνι του σπιτ ...

Σε νηπιακή ηλικία
Αδάμ, περι το 1959

Φοιτητές
Ιάσιο, δεκαετία 1970-1980
Summary
Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια στο Αδάμ Θεσσαλονίκης, σημαδεμένα από το φύτεμα και το μάζεμα του καπνού, θα διαδεχθούν τα φοιτητικά χρόνια στο Ιάσιο της Ρουμανίας για την κυρία Ελένη Μαστορογιάννη. Η αφηγήτρια μεταφέρεται από ένα καπνοχώραφο της Μακεδονίας, με τη μυρωδιά του καπνού ακόμα έντονη στη μνήμη της, σε μία «κομμουνιστική» Ρουμανία, στα πρόθυρα της κρίσης.
Narrators
Ελένη Μαστορογιάννη
Field Reporters
Δήμητρα Κυβέλη Μπαρμπούδη
Topics
Tags
Interview Date
12/02/2022
Duration
100'
Interview Notes
Summary
Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια στο Αδάμ Θεσσαλονίκης, σημαδεμένα από το φύτεμα και το μάζεμα του καπνού, θα διαδεχθούν τα φοιτητικά χρόνια στο Ιάσιο της Ρουμανίας για την κυρία Ελένη Μαστορογιάννη. Η αφηγήτρια μεταφέρεται από ένα καπνοχώραφο της Μακεδονίας, με τη μυρωδιά του καπνού ακόμα έντονη στη μνήμη της, σε μία «κομμουνιστική» Ρουμανία, στα πρόθυρα της κρίσης.
Narrators
Ελένη Μαστορογιάννη
Field Reporters
Δήμητρα Κυβέλη Μπαρμπούδη
Topics
Tags
Interview Date
12/02/2022
Duration
100'
Interview Notes