Από το Χατζηγύρι στα Πηγάδια Ξάνθης
Segment 1
Ο διωγμός από το Χατζηγύρι
00:00:00 - 00:07:55
Partial Transcript
Καλησπέρα. Πείτε μου πώς λέγεστε. Αντώνης Τσολακίδης. Βρισκόμαστε με τον κύριο Αντώνη, στα Πηγάδια Ξάνθης είναι Κυριακή 30 Ιανουαρίου 20…Πήραν καμιά 250 βρήκαν και τα πήραν και πήγαν πίσω. Και από κει ξεκίνησαν, αλλά ήρθε η Μικρασιατική Καταστροφή και έφυγαν. Αυτά, παιδί μου.
Lead to transcriptSegment 2
Η ζωή στα Πηγάδια
00:07:55 - 00:27:15
Partial Transcript
Εδώ πέρα που λέτε, με τι καλλιέργειες ασχολιόταν ο πατέρας σας; Καλαμπόκι, σιτάρι, λίγα φασόλια, καρπούζια έβαζαν, άρχισαν να βάζουνε. Με α…ν. Εσείς όλα τα χρόνια εδώ έχετε μείνει, στο χωριό. Ναι, ναι. Φτάσαμε 83 χρονών. Πότε πέρασαν τόσα χρόνια! Ωραία, αυτά. Αυτά, παιδί μου.
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα. Πείτε μου πώς λέγεστε.
Αντώνης Τσολακίδης.
Βρισκόμαστε με τον κύριο Αντώνη, στα Πηγάδια Ξάνθης είναι Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022, εγώ είμαι ο Αλέξιος Ντετοράκης Εξάρχου, ερευνητής με το Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Κύριε Αντώνη, ξεκινήστε, πείτε μου έτσι κάποια πράγματα για σας, από που είστε και για την οικογένειά σας.
Η οικογένειά μου από κει ήρθε, ο μπαμπάς μου. Εγώ εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα. Να σου την πω την ιστορία αυτή πού πήγαν;
Ναι.
Από μεγάλους έμαθα αυτήν την ιστορία. Πήγε η αστυνομία, η τουρκικιά αστυνομία, μάζεψε όλο το χωριό, 1.000-1.500 άτομα, και πήγαιναν να τους σκοτώσουν. Είχε έναν δρόμο. Τον έλεγαν οι μεγάλοι οι δικοί μας «ο βαθύς ο δρόμος». Τους έβαλαν εκεί μέσα για να πάνε να τους σκοτώσουν. Οι πληροφορίες είχα από άτομο που ήταν εκεί, ένας πιτσιρικάς. Πιτσιρικάς, ήταν 16-17 χρονών παλικαράκι. Λέει αυτός σταμάτησε πίσω να κατουρήσει ή τα παπούτσια του και του λέει ο χωροφύλακας: «Φύγε πίσω. Φύγε -λέει- φύγε». Λέει: «Φοβάμαι, θα με σκοτώσουν». «Φύγε! Κάνε πως κατουράς, πως δένεις τα παπούτσια σου και φύγε. Θα τον σκοτώσουν όλο τον κόσμο αυτοί», λέει. Από αυτόν τον κύριο έχω την πληροφορία αυτήνα. Αφού πήγαν που πήγανε, από το Καρπουζλού, από τουρκικό χωριό, έφτασαν δύο με τα άλογα καβαλάρηδες. Φυσικά, τότε τα άλογα ήταν. Μπήκαν μπροστά και τους λένε: «Πού πάτε; Γιατί μάζεψε τον κόσμο;». «Θα τους σκοτώσουμε -λέει-, γιατί έχουν κομιτάτο και κυνηγάν τους Τούρκους». «Να πάτε να πιάσετε αυτούς που έχουν τα όπλα -λέει-. Αυτοί οι άνθρωποι τι δουλειά έχουνε; Αυτοί έχουν ζώα, έχουν δουλειές, έχουν σπίτια. Δεν ντρέπεστε λίγο; Αφήστε τους ανθρώπους να φύγουνε. Στα Φέρα είναι ελληνικός στρατός. Άμα έρθουν και μας κάνουν και μας έτσι -λέει-, θα είναι καλά». Και αναγκάστηκαν να τους αφήσουν -λέει-. Όπως με πληροφόρησαν λέω. Αυτός -Θεός σχωρέσ’ τον- αυτός πέθανε. Τους άφησαν, έφυγαν. «Εγώ έφυγα πίσω -λέει. Σιγά-σιγά, και ο δρόμος είχε κάτι χόρτα, κάτι τσαλιά, έφυγα». Πήραν τους πρόκριτους. Τον παπά, τον δάσκαλο, τον μουχτάρη, κάποια άτομα εκεί, τα έδειραν. Η αλήθεια να λέγεται. Τους έδειραν για να μαρτυρήσουν ποιοι είναι αυτοί που είναι αντάρτικο, κομιτάτο. Λένε: «Δεν ξέρουμε εμείς». Δεν φανέρωσαν τίποτα αυτοί, αναγκάστηκαν να αφήσουν τον κόσμο να πάει στα σπίτια. Ξέρω για τον παππού μας που μας είπε την ιστορία ο μπαμπάς μου. Ο παππούς μας είχε μια φασαρία με ένα Τούρκο για κάτι πρόβατα. Πήγαινε να τα πάρει, πήγε ο παππούς μας, δεν είχε λεφτά, τα πήρε τα πρόβατα. Αυτός τον έβαλε μανία και έστειλε κομιτάτο και τον έπιασαν το βράδυ. Βγήκε έξω και να τον σκοτώσουν. Και όντως τον σκότωσαν. Φωνάζει ο παππούς μας... Από πληροφορίες, από έναν, αυτός ήταν από τον παππού πιο μεγάλος, φωνάζει ο παππούς μας ο συγχωρεμένος και εκείνος, φωνάζει τη γυναίκα του -Ειρήνη την έλεγαν- «Ειρήνη, εκείνο που κόβουν ξύλα -λέει- και κλείσε τις πόρτες καλά». Πήγαν αυτοί να μπουν μέσα. Τα παράθυρα τότε είχαν σίδερα, σιδερόβεργες. Κάνα- δυο-τρεις τους έκοψε τα χέρια. Πιάνονταν εκεί για να μπουν μέσα, τους έκοψε. Είδαν και αποείδαν αυτοί, δεν μπορούσαν να τα βγάλουν, πήραν τον παππού μας και τον σκότωσαν. Και όπως έχουμε πληροφορίες από αυτόν που πηγαίναμε στο σπίτι, τον είχαν πει την ιστορία, έμαθε ο άνθρωπος. Λέει: «Στο Καρπουζλού - να δεις πώς τον ελένε;- εκεί έχει ένα πηγάδι, [Δ.Α.]. Είναι πεθαμένος εκεί μέσα». Να σου το πούμε στα ελληνικά, [Δ.Α.]. Αυτά ξέρουμε, παιδί μου. Πολλά πράγματα δεν ξέρω.
Οπότε, εκεί όλο το χωριό κατόπιν ήρθε εδώ;
Εδώ, εδώ. Το χωριό ήταν μεγάλο. Είχε 500 οικογένειες. Ήρθαν εδώ, πήγαν στο Εράσμιο, πήγαν στη Δράμα. Άλλοι μείνανε απάνω στην Αλεξανδρούπολη. Σκόρπισε ο κόσμος ύστερα. Εμείς ήρθαμε εδώ, στο Εράσμιο. Είχε καμιά 45 οικογένειες. Εδώ ήταν καμιά 80-90 οικογένειες, 100 -πόσες ήταν-. Εδώ ήταν και έγινε το χωριό.
Και η μητέρα σας ήταν από το ίδιο χωριό;
Η μητέρα μου όχι. Ήταν από άλλο χωριό, αλλά πάλι από τη Θράκη. Και εκείνοι από κει έφυγαν και ήρθαν εδώ. Για τη μητέρα μου δεν ξέρω. Πήγα στο χωριό της, αλλά δεν[00:05:00] ξέρω τίποτα. Δεν γνωρίζω. Υπάρχουν ιστορίες πολλές, αλλά δεν τα ξέρουμε, παιδί μου. Εμένα με άρεσαν οι ιστορίες. Όταν έλεγαν οι παππούδες, άκουγα και μάθαινα. Απλώς από την άλλη μεριά μου το ’πε πάλι άλλος. Στο Αϊβαλί οι Ρώσοι κυνήγησαν τους Τούρκους μέχρι εκεί, τους διάλυσαν. Είχανε πόλεμο και είχε πολλά χωριά ελληνικά -λέει- που ήρθαν οι δικοί μας, τους έβαλαν εδώ- εκεί, τους έκρυψαν, γλίτωσαν. Και όταν τελείωσε, έφυγαν οι Ρώσοι, ο στρατηγός από αυτούς τους λέει: «Τι θέλετε να σας κάνω; Τι καλό θέλετε; Βοηθήσατε [Δ.Α.]. Σκεφτείτε -λέει- και ελάτε να με βρείτε». Πήγα εκεί, είχε τρία χωριά τέσσερα. Τα άλλα ήταν όλα ελληνικά. Πιο απάνω ήταν δικοί μας. Λέει: «Θέλουμε εκείνα τα χωριά τα τουρκικά να φύγουν και να ’ρθουν εδώ που είναι οι δικοί μας». Το μόνο εύκολο πράγμα. Και το έκανε -λέει- αυτό. Τους πήρε τους Τούρκους από κει και τους έφερε απάνω και πήγαν οι δικοί μας κάτω. Έζησαν όσο έζησαν, αλλά έγινε το ’22 που ήτανε, τους εξόντωσαν.
Εδώ όταν ήρθανε και εγκαταστάθηκαν οι γονείς σας, ξέρετε πώς ήταν οι συνθήκες τα πρώτα χρόνια;
Δύσκολα. Γιατί τα εφτάσαμε και εμείς, αγόρι μου. Ήρθε εκεί και ο πόλεμος. Φτώχεια μεγάλη. Ένα δωμάτιο, όλοι εκεί κοιμόμασταν. Ένα τζάκι είχε στη γωνία, έβαζαν ένα κούτσουρο για να ζεσταθούν. Λίγα προβατάκια είχανε, κάνα- δυο αγελάδες, με αυτά ζούσαν. Δεν είχε να πάει στο παζάρι να ψωνίσει και να ’ρθει να φέρει τίποτα. Λίγο γάλα που έβγαζαν από δω, από κει. Α, ξέρω και ένα άλλο! Δεν στο ’πα. Τώρα το ’12 με το ’13 -δεν θυμάμαι τη χρονολογία- πήγαν οι Τούρκοι με την αστυνομία και πήραν όλα τα πρόβατα από το χωριό. Όλα τα κοπάδια, τα δικά τους, όποιος είχε, όλα. Τα πήραν τα πρόβατα όλα οι Τουρκαλάδες. Πέρασαν δυο-τρία χρόνια, [Δ.Α.], δίνουν μια διαταγή, τους πάνε στα χωριά. Δεν ήταν μόνο το χωριό, ήταν και άλλα χωριά. Λέει: «Να πάτε στα χωριά και όποιος ξέρει, γνωρίζει τα πρόβατά του να τα πάρει». Και πήγαν στα χωριά και πήραν αρκετά. Από τον μπαμπά μου άκουσα, γιατί είχαν πολλά πρόβατα, είχαν καμιά 400. Πήραν καμιά 250 βρήκαν και τα πήραν και πήγαν πίσω. Και από κει ξεκίνησαν, αλλά ήρθε η Μικρασιατική Καταστροφή και έφυγαν. Αυτά, παιδί μου.
Εδώ πέρα που λέτε, με τι καλλιέργειες ασχολιόταν ο πατέρας σας;
Καλαμπόκι, σιτάρι, λίγα φασόλια, καρπούζια έβαζαν, άρχισαν να βάζουνε. Με αυτά καλλιεργούσανε και επειδή ζώα τότε είχε όλο το χωριό. Όλα τα σπίτια είχαν πρόβατα. Όλα. Μα 40, 50, 30, 100. Φυσικά, παραπάνω δεν μπορούσαν να τα κάνουν, γιατί είχανε φτώχεια. Και από αυτά ζούσαμε. Εγώ θυμάμαι που είχαμε προβατάκια και ήμαν -πόσο χρονών- 10 χρόνων θα ήμουν και με κοντό παντελόνι βοσκούσα τα πρόβατα. Και τότε στην Ξάνθη πηγαίνανε από δω με τα κάρα. Εδώ απέξω βοσκούσα εγώ τα πρόβατα πρωί-πρωί και είχε ένα κρύο! Ένα κρύο! Τα πόδια μου κοκκίνισαν από το κρύο. Τώρα κάτι γυναίκες λένε: «Το καημένο!». Το ακούω εγώ τώρα, [Δ.Α.] «το καημένο -λέει- τα πόδια του κοκκίνησαν από το κρύο». Δεν μας βάζανε και μακριά παντελόνια, παιδί μου. Γιατί δεν μας έβαζαν, ξέρεις γιατί; Για να περισσέψει το ύφασμα να κάνουν και των άλλων. Να, αυτό ήταν. Υποφέραμε πολύ. Ήρθε και ο εμφύλιος, εγώ πάτησα και σε νάρκη με τον εμφύλιο. Είχαμε καρπούζια μποστάνι και άλλα παιδιά πηγαίναμε και τα φυλούσαμε την ημέρα. Εκεί που πηγαίναμε, κάναμε ένα δρομάκι πάνε-έλα, πάνε-έλα. Έβαλαν νάρκη εκεί, την πάτησα, αλλά ευτυχώς δεν σκοτωθήκαμε κανένας. Δύο τραυματίστηκαν, οι άλλοι δύο δεν πάθαμε τίποτα. Αυτά.
Αυτό προς ποιο μέρος ήταν, δηλαδή, η νάρκη που πηγαίνατε;
Να έξω από το χωριό εδώ. Πού είναι τα νεκροταφεία; Λίγο παρακάτω. Μετά είναι τα χωράφια μας. Ε, πήραν τα χωράφια οι πρόσφυγες για να μείνουν, σιγά-σιγά κοίταξαν να ορθοποδήσουν. Αυτό είναι. [00:10:00]Αν δεν ήταν ο πόλεμος του ’40, θα ήμασταν καλύτερα. Αλλά ήρθε και ο εμφύλιος από πάνω...
Εσείς τώρα από τον πόλεμο δεν θυμάστε τίποτα, από τους Βούλγαρους;
Λίγο τους θυμάμαι. Το ’39 γεννηθείς είμαι. Λίγο τους θυμάμαι, γιατί βγαίναμε παιδάκια και πήγαινε να σκοτεινιάζει, έλεγαν: «Άντε άντε να φύγουμε. Έρχονται οι Βούλγαροι!». Φοβόμασταν. Παίρναμε δρόμο. Ήρθε ο εμφύλιος πόλεμος. Τρία χρόνια αναμεταξύ μας σκοτωνόμασταν, αγόρι μου. Εδώ είχαμε σπίτι άλλο. Αυτό δεν ήταν. Και ήρθαν… Περνούσαν από δω και ένας έκανε να μπει μες στο σπίτι. Και τον λέει ο άλλος: «Άντε ρε -λέει, ήταν από δω, γνωστός- είναι του Βασίλη. Αυτός 4-5 παιδιά έχει, ψωμί να φάει δεν έχει. Αυτός θα δώσει σε μας;». Και αυτό το θυμάμαι, αυτήν την κουβέντα. Παιδάκι ήμαν.
Δηλαδή, αυτοί ήταν οι αντάρτες, κατεβαίνανε...
Ναι, κατεβαίνανε από πάνω από το βουνό και φεύγανε απάνω.
Αυτοί από πού ήταν; Ήταν από το χωριό ή από άλλα μέρη;
Από τα Κιμμέρια ήταν, Πομάκια ήταν. Πολλοί ήταν, από παντού. Αυτά, παιδί μου. Υποφέραμε πολύ.
Όταν μπαίνανε, πήρανε ποτέ κανέναν οι αντάρτες;
Πήραν, πήραν. Από δω πήραν άτομα. Αλλά φύγανε, γύρισαν πίσω. Φέρανε, τους έπιασαν. Ήταν φαντάρος, τον πήραν από κει που ήταν φαντάρος. Τους περικύκλωσαν στο φυλάκιο εδώ, στους Τοξότες, τρία άτομα- τέσσερα. Οι άλλοι ήταν 40-50. Παραδόθηκαν. Τι να κάνουν; Λέει ο λοχαγός: «Παιδιά, θα μας σκοτώσουν. Να παραδοθούμε». Και παραδόθηκαν. Μας τα ’λεγε και αυτά το παιδί αυτό. Θεός σχωρέσ’ τον. Αυτά. Άλλα;
Τότε δεν πήγε από το χωριό, ας πούμε, ο κόσμος να μείνει μες στην Ξάνθη;
Πήγε. Πήγε. Και εμείς πήγαμε. Πήγαμε, αλλά ερχόμασταν. Είχαμε λίγα ζώα, για. Λίγα πρόβατα, κάνα-δυο αγελάδες. Πηγαίναμε και ερχόμασταν. Θυμάμαι είχε ο μπαμπάς μου πάει φαντάρος. Και βρήκε ένα γύφτο, τον έφερε εδώ να βοσκάει τα πρόβατα. Πήγαμε με το κάρο στην Ξάνθη. Τι πήγανε να κάνουμε, δεν ξέρω, εγώ, ένα άλλο παιδί και αυτός ο γύφτος. Πήγαμε προς τον σταθμό. Τι κάναμε, πού πήγαμε, δεν μπορώ να θυμηθώ. Πιτσιρικάδες ήμασταν, φυσικά. Είχαμε μια κουβέρτα απάνω στο αμάξι. Ο γύφτος την πούλησε. Ξάφνου, βλέπουμε τον γύφτο, πηγαίνει. Λέει ο άλλος: «Βρε ξάδερφε, κουβέρτα δικιά μας είναι». [Δ.Α.]. «Α, ρε και συ, μόνο εμείς είχαμε κουβέρτα; Δεν κοιτάμε κουβέρτα». Όταν ήρθαμε έπειτα, κοιτάμε, η κουβέρτα δεν ήταν.
Οπότε, εκεί μείνατε στην Ξάνθη, μένατε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, δηλαδή.
Ναι. Να σου πω πού μέναμε. Πού είναι το διοικητήριο; Εκεί είχε χάνια. Ξέρεις χάνια τι θα πει; Εκεί όλοι σε ένα χάνι μεγάλο, μια οικογένεια εδώ, η άλλη από κει. Εκεί μέναμε. Ύστερα, αφού τέλειωσε ο πόλεμος, γυρίσαμε πίσω, ας πούμε. Δεν μείναμε.
Εκεί για να μένετε σας βοηθούσε το κράτος ή κάποιος ή μόνοι σας;
Πού να μας βοηθήσουν! Πηγαίναμε με τον συγχωρεμένο τον αδερφό μου εκεί που υπηρετούσαν, εκεί στους 12 Αποστόλους. Εκεί κάτι αποθήκες. Πηγαίναμε με ένα τενεκεδάκι αυτό, μας έδωναν λίγο γάλα ή τσάι -τι ήταν- και κανένα ψωμί και φεύγαμε. Αυτό ήταν. Δεν είχε το κράτος τότε. Τι να βοηθήσει. Και πάλι τα κατάφερε καλά. Ήρθαν δυο εκατομμύρια και πρόσφυγες και τους αποκατάστησε. Το χωριό μας έγινε καινούργιο. Δεν υπήρχε χωριό εδώ. Αλλού είχε, έδωσε σπίτια που είχε. Οι δικοί μας δεν είχαν. Έκανε το κράτος ένα δωμάτιο, ένα σαλόνι, ένα αυτό και βόλεψε τον κόσμο. Πάντως δεν άκουσα, αν έδωσε το κράτος καμιά βοήθεια. Δεν το θυμάμαι αυτό. Μόνοι τους ό,τι έκαναν. Αλλά είχαν μερικά λεφτά μερικοί, πήραν λίγα πρόβατα, πήραν κάνα-δυο αγελάδες και έτσι έγινε η ζωή εδώ.
Εδώ, δηλαδή, δεν είχε το χωριό ποτέ καπνά να καλλιεργείτε;
Είχε. Αργότερα είχε. Τη δεκαετία του ’50 τότε άρχισαν να βάζουν καπνά. Και πιο μπροστά βάζανε. Και εγώ ακόμα που παντρεύτηκα έβαζα καπνό 2-3 χρόνια. Βγάζαμε και καλά καπνά. Με αυτά, παιδί μου, ζούσαμε. Η ζωή ήταν δύσκολη και φτω[00:15:00]χιά. Φτώχεια με το τσουβάλι.
Τα καπνά, η καλλιέργεια δύσκολη...
Δύσκολη είναι, βέβαια. Κοίταξε, δεν είναι όπως τώρα με το μηχάνημα πας, το σπέρνεις, το μαζεύει η μηχανή, το περνάνε. Τότε με το χέρι ένα-ένα φύλλο. Ήταν δύσκολα. Με τη συγχωρεμένη με τη γυναίκα μου μέχρι 600 κιλά καπνό μαζεύαμε δυο άτομα. Και τον καπνό πάντα έβγαινε πρώτο. Έρχονταν έμπορος εδώ να πάρει… Είχε κι άλλα καπνά. «Άντε έμπορα, να έρθει το παλικάρι. Άμα μας δώσει τον καπνό, να τα πάρουμε. Έλεγε το συμβόλαιο, το δικό σου είναι πιο ακριβό από όλα -λέει-. Αυτό είναι τόσο, αυτό τόσο. Δέχεστε να τα δώσετε; Να μη με πείτε αύριο, να σας φέρω». «Όχι, όχι υπέγραψε, υπέγραψε παιδί μου, να τα δώσουμε να φύγουμε».
Αυτούς τους μεσίτες, δηλαδή -λέτε-, έρχονταν για τον καπνό.
Ναι, οι μεσίτες έκαναν κουμάντο.
Αυτούς τους θυμάστε ποιοι ήτανε;
Δεν τους θυμάμαι. Gary ήταν τότε μια εταιρεία. Έτσι λέγονταν. Για τα καπνά εδώ έρχονταν. Όχι εδώ, και από αλλού έπαιρναν. Κάτσε μήπως θυμηθώ τίποτα άλλο. Δεν θυμάμαι άλλο.
Από αυτούς, όμως, θα λέγατε υπήρχε εκμετάλλευση σε σας που ήσασταν καλλιεργητές; Δηλαδή, σας κορόιδευαν...
Οι έμποροι;
Ναι.
Ε, συζήτηση θέλει; [Δ.Α.] τον εαυτό του. Αλλά έλεγες να τα δώσω από δω να φύγουν, τι το κάνω; Αλλά όταν ήταν καλό το πράγμα, δίνανε.
Έτσι εδώ είχατε κάνει κάποια περίοδο καθόλου… Είχε γίνει συνεταιρισμός στο χωριό;
Συνεταιρισμός επαίρναμε από την Ένωση αργότερα κάνα δοχείο λάδι, τίποτα τροφές για τα ζώα που είχαμε. Να αυτός ήταν ο συνεταιρισμός και ύστερα έγινε το εργοστάσιο γάλακτος. Δίναμε λίγο γάλα, τα κρατούσαν από κει και άρχισαν να ορθοποδούμε. Κοίταξε, ο Ελληνισμός υπόφερε πολύ. Μια φορά στη Θράκη τους έδιωξαν. Το ’15 ήταν. Πότε ήταν... Άλλοι ήρθαν κατά δω, άλλοι πήγαν από την άλλη τη μεριά. Τους έδιωξαν από τα χωριά τους. Ύστερα πολλοί γύρισαν πάλι πίσω, άλλοι γύρισαν, άλλοι δεν γύρισαν. Καθένας κοίταξε να βολευτεί κάπου.
Να ρωτήσω κάτι που δεν ρώτησα. Στο σχολείο ξεκινήσατε να πηγαίνετε όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος ή δεν μπορέσατε να πάτε;
Πιο μπροστά. Ένα δάσκαλο είχαμε, πήγε φαντάρος. Ύστερα ήταν δύο εδώ, μια κοπέλα και ένας άνδρας. Ήξεραν γράμματα. Πληρώναμε το μήνα 10 δραχμές. Δραχμές ήταν τότε. Ο μπαμπάς μου πόσα παιδιά, δύο, 20 δραχμές. Και πηγαίναμε σχολείο, μαθαίναμε. Κουτσά-στραβά μαθαίναμε ό,τι μπορούσαμε.
Αλλά για γυμνάσιο δεν μπορούσατε να...
Με τι να πας; Δεν ήταν και αυτά... Εκεί στα Ύψαλα -δεν ξέρω άμα πήγες στην Τουρκία- μπαίνοντας στα Ύψαλα μόλις φτάνεις, δεξιά μεριά έχει ένα χωριουδάκι. Ήταν Έλληνες εκείνο. Τους κυνήγησαν. Τους κυνήγησαν και πήραν την περιουσία τους, τα σπίτια τους, όλα. Αυτοί, φυσικά, μαθημένοι έτσι είναι. Δεν έχουν κάνει τίποτα. Μαθημένοι να διώχνουν όλον τον κόσμο και να μπαίνουν μέσα αυτοί. Και ήταν… Δεν ήταν μεγάλο χωριό, καμιά 30 οικογένειες. Και τα λέγανε οι δικοί μας. Τους κυνήγησαν και τους πήραν και τα ζώα τους και όλα. Και ύστερα, και αυτοί σκορπίστηκαν, να κατά δω, κατά κει.
Εσείς στο χωριό, στην πατρίδα πίσω, έχετε πάει;
Πολλές φορές. Στου μπαμπά μου το σπίτι. Μας φέρθηκαν ωραία. Και σήμερα και όλη την ημέρα, παίρνω τηλέφωνο, παίρνουνε. Μας φέρθηκαν οι άνθρωποι πολύ φιλικά. Αλλά και αυτοί ήταν πρόσφυγες. Από τη Βουλγαρία πήγαν εκεί. Λέει: «Εμείς αυτό το σπίτι το αγοράσαμε. Το σπίτι δεν είναι δικό μας». Το άλλο το παιδί τον λέει τον παππού: «Πώς δεν είναι δικό σας. Το σπίτι είναι δικό σας», λέει. «Άλλοι τον κάνανε, δεν το ’κανα εγώ -λέει-. Μπορεί να το αγόρασα, αλλά άλλος ήτανε νοικοκύρης σε αυτό το σπίτι». Μας φέρθηκαν πολύ ωραία. Μπροστά από λίγα χρόνια πήγαμε. Τώρα έχουμε χρόνια να πάμε. Μαζεύονται τα εγγόνια τους, ρωτάνε αυτά. Ξέρω λίγα τουρκικά εγώ. Όχι, για να φάω ξύλο. Μιλάνε. Τώρα τελευταία που πήγα δεν είχα και το μπαστούνι. Σηκώθηκα να πάω στην τουαλέτα[00:20:00]. Από πίσω από τον παππού, να μην πέσει ο παππούς. Να μην πέσει ο παππούς. Λέω: «Δεν πέφτω». «Όχι, θα μπεις στην τουαλέτα, θα κάτσουν απέξω». Δυο παιδιά ήταν και κάθονταν εκεί. Θέλω να πω, γιατί το φιλότιμό τους ήταν… Δεν έχουν. Τώρα, άλλοι χυδαίοι και χειρότεροι. Άλλοι βρίζανε. Γκιαούρηδες ήρθαν.
Να ρωτήσω κάτι… Όταν ήσασταν νέος, νεαρός, στο χωριό και ζούσατε, πέρα από ότι δουλεύατε στα χωράφια με τα πρόβατα, όταν υπήρχε ελεύθερος χρόνος -έτσι- μετά, με τους άλλους στην ηλικία σας, διασκεδάζατε κάπως;
Πού να πάμε να διασκεδάσουμε, αγόρι μου; Δεν είχε. Είχε καφενεία. Εμείς ντρεπόμασταν να πάμε στο καφενείο. Έλεγε κάποιος: «Πες τε τον τάδε από κει να βγει». Ντρεπόμουν εγώ να πάω μέσα τώρα. Δεν είχε, δεν είχε τέτοια πράγματα. Υποφέραμε πάρα πολύ.
Στις γιορτές, αυτά… Πανηγύρια γινότανε;
Εγώ, όταν έφτασα, γίνονταν κάτι γλέντια τις γιορτές. Μαζεύονταν στο χωριό εκεί, χόρευαν, έκαναν. Ύστερα, άρχισε το ποδόσφαιρο να γίνεται, η μπάλα αναμεταξύ τα χωριά [Δ.Α.] Και έτσι εξελιχθήκαμε. Δεν είμαστε όπως ήμασταν. Εμείς είμαστε εδώ κοντά πολύ. Στα Ύψαλα κοντά ήταν του μπαμπά μου το χωριό μου.
Το χωριό εκεί, όμως, δεν μου είπατε...
Α, Χατζηγύρι είναι από εδώ, από τα Ύψαλα πιο πάνω. Είναι το Sultanköy, το Ibriktepe, το Χατζηγύρι. Από το Χατζηγύρι είμαστε εμείς. Αυτοί το λεν Hacıköy. Οι δικοί μας το λέγανε Χατζηγύρι.
Εδώ το όνομα Πηγάδια πώς το πήρε το χωριό;
Ήταν -σου λέω- από κει νερό, από δω νερό. Για αυτό -λέει- το είπαν Πηγάδια. Ποιο μπροστά το είπαν Κουζλάρ και ύστερα ονομάστηκε Πηγάδια. Τουρκικό όνομα.
Μόνο πρόσφυγες έχει το χωριό, δεν είχε...
Μόνο πρόσφυγες, μόνο πρόσφυγες.
Και τα πήρε από τους Κιμμεριώτες, δηλαδή, και τα ’δωσε...
Τους έδωσε αλλού χωράφια και έγινε το χωριό. Έγιναν καινούργια χωριά. Το χωριό μας, Σέλινο, Συδινή, Κουτσό. Αλλά στη Συδινή είχε κάνα- δυο- τρεις οικογένειες κατσιβέλοι. Τσιφλίκι. Σε κάθε τσιφλίκι δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί και αυτοί. Στο Κουτσό, τα Πλαστήρια έγιναν καινούργια χωριά.
Τα περισσότερα προσφυγικά είναι.
Προσφυγικά είναι. Πρόσφυγες είναι.
Εδώ ποτέ με τα γύρω χωριά που έχει μουσουλμανικά, είχατε ποτέ προβλήματα;
Όχι, όχι. Δηλαδή, είναι αμαρτία να πούμε. Αυτοί μπορεί να δημιουργούσαν έτσι κρυφά προβλήματα, αλλά έτσι. Γιατί εγώ πήγαινα στα πρόβατα και αυτοί έρχονταν με τα πρόβατα. Ανταμωνόμασταν, μιλούσαμε, κάναμε. Τίποτα δεν υπήρχε. Ε, καμιά φορά καμιά φασαρία σαν παιδιά γίνονταν. Αυτά είναι, παιδί μου. Μακάρι να ήξερα πολλά να σε πούμε.
Όχι, μια χαρά. Υπάρχει κάτι άλλο που δεν ρώτησα που θέλετε να πείτε;
Όχι, τι να πω. Σκέφτομαι μήπως έχω τίποτα στο μυαλό μου. Να άκουσα, δηλαδή. Από το χωριό έφεραν την εικόνα. Ακόμα σώζεται, μέσα στην εκκλησία είναι. Τη φέρανε εδώ, φέρανε ένα έθιμο των Φώτων. Κάνουν ψωμάκια τέτοια μικρά και ένα τόσο σταυρουδάκι το βάζουνε στο ψωμί. Και μοιράζουν στην εκκλησία, μπορεί να το πάρεις εσύ. Και σε όποιον πάει, αυτός ένα χρόνο ανάβει την καντήλα στην εκκλησία, άμα θέλει, άμα θέλει στο σπίτι του. Και όταν έρθει ο καιρός και τον πάρει άλλος, τότε πάνε στο σπίτι, τον κάνουν κάνα κέρασμα, κάνα αυτό. Είναι ένα παλιό έθιμο και συνεχίζεται. Τώρα κάνα- δυο χρόνια δεν το κάναμε, γιατί είναι αυτό. 15 Αυγούστου.
Της Παναγίας.
Της Παναγίας.
Τώρα που ’πατε για την εκκλησία.
Και από κει είναι… Την Παναγία την έφεραν από κει. Από την εκκλησία.
Από την εκκλησία του χωριού την έφεραν εδώ.
Η εκκλησία ονομαζόταν Παναγία εκεί -15 Αυγούστου- και την έφεραν εδώ.
Να ρωτήσω… Αν το έχετε ακούσει, γιατί δεν θα το θυμάστε. Για την εκκλησία, δηλαδή, όταν ήρθαν οι Βούλγαροι που ήταν εδώ, τον παπά τον διώξανε και φέρανε δικό τους παπά;
Δεν θυμάμαι, ρε παιδί μου. Μπορεί τώρα, εμείς, οι δικοί μας φέρανε παπά από κει, από τη Θράκη. Του μπαμπά μου πρώτος ξάδερφος ήταν. Ήρθε εδώ ο παπάς και εγώ τον έφτασα[00:25:00]. 100 χρόνων πέθανε εδώ. Οι Βούλγαροι εδώ δεν έκαναν πολλές ζημιές. Έπαιρναν πρόβατα, το σιτάρι. Αυτά ήταν τζάμπα. Ζημιές δεν έκαναν.
Δεν σκοτώθηκε, δηλαδή, κανείς όπως στη Δράμα, ας πούμε.
Όχι, όχι τέτοιο πράγμα δεν είχε.
Όταν μπήκαν μετά τους Βουλγάρους, δηλαδή το ΕΑΜ.
Ναι, ναι το ΕΑΜ. 5-6 μήνες κυβέρνησαν αυτοί.
Εσείς τότε ήσασταν 5-6 χρονών.
Ναι, θυμάμαι που ήρθαν στο σχολείο και μας ρωτούσαν «Πού είναι η τάδε, πού είναι η τάδε». Λέγαμε εμείς «Δεν ξέρουμε», παιδιά ήμασταν.
Αυτοί είχαν σκοτώσει κάποιον από το χωριό για εκδίκηση;
Όχι, δήθεν συνεργάζονταν με τους κατακτητές. Εδώ είχε έναν Βούλγαρο πρόεδρο. Γιατί πρόεδρος, ο μουχτάρης έρχονταν από τη Βουλγαρία. Καλός ήταν, υποστήριζε το χωριό. Αλλά και το χωριό τον υποστήριζε. Ήταν ένας, βοσκούσε τα βουλγάρικα τα πρόβατα, παλικάρι ήταν. Περνούσε -λέει- με το κάρο, τι κάνεις, πώς πάει, τι είναι; Τι έχουν τα παιδιά να φάνε; Έπιανε ένα πρόβατο -λέει- το έσφαζε. Μάζευαν χόρτα. Το σκέπαζαν. «Τράβα στο σπίτι σου να φάνε τα παιδιά σου». Είχε και καλούς. Επί Βουλγαρίας θυμάμαι τα πρόβατα να τα φέρνουν στο σχολείο, ήταν περιορισμένο. Τα κουρεύανε και έπαιρναν τζάμπα το μαλλί. Και οι δικοί μας, γιατί χρειάζονταν, για τότε όλα γίνονταν με το χέρι. Ένα μαλλί το έκοβαν σε δυο, ένα πετούσαν από δω, ένα από κει. Τα λέγανε. Από αλλού δεν βρήκες να πάρεις, να ξέρουν πιο πολλά.
Από άλλους έχω πάρει, από άλλα μέρη.
Ναι, από άλλα μέρη. Στη Δράμα, εκεί έχει αρκετούς. Στη Μπόριανη εκεί που είναι. Αλλά δεν έμειναν και μεγάλοι. Όλοι πέθαναν.
Εσείς όλα τα χρόνια εδώ έχετε μείνει, στο χωριό.
Ναι, ναι. Φτάσαμε 83 χρονών. Πότε πέρασαν τόσα χρόνια!
Ωραία, αυτά.
Αυτά, παιδί μου.
Photos

Αντώνιος Τσολακίδης
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο κύριος Αντώνης αναφέρεται στην ιστορία του χωριού του «Πηγάδια» Ξάνθης, την προσφυγιά των κατοίκων από την Ανατολική Θράκη και την καθημερινή ζωή στο χωριό.
Narrators
Αντώνιος Τσολακίδης
Field Reporters
Αλέξιος Ντετοράκης Εξάρχου
Historical Events
Tags
Interview Date
29/01/2022
Duration
27'
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Ο κύριος Αντώνης αναφέρεται στην ιστορία του χωριού του «Πηγάδια» Ξάνθης, την προσφυγιά των κατοίκων από την Ανατολική Θράκη και την καθημερινή ζωή στο χωριό.
Narrators
Αντώνιος Τσολακίδης
Field Reporters
Αλέξιος Ντετοράκης Εξάρχου
Historical Events
Tags
Interview Date
29/01/2022
Duration
27'