© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Αναπτυξιακός και Πολιτιστικός Σύλλογος «Η Δράκεια»: Δύο δίδυμες αδελφές εν δράσει στη Δράκεια Πηλίου

Istorima Code
20914
Story URL
Speaker
Αθανασία Λύτρα (Α.Λ.)
Interview Date
26/12/2021
Researcher
Δήμητρα Θλιβερού (Δ.Θ.)
Δ.Θ.:

[00:00:00]Καλησπέρα. Θα μου πεις το όνομά σου;

Α.Λ.:

Καλησπέρα. Είμαι η Αθανασία Λύτρα.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραία, Αθανασία. Είναι 27/12 του 2021. Ονομάζομαι Θλιβερού Δήμητρα και βρίσκομαι στη Δράκεια Πηλίου με την Αθανασία Λύτρα και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Αθανασία, χαίρομαι πολύ που βρισκόμαστε στη Δράκεια-

Α.Λ.:

Κι εγώ το ίδιο. Καλωσήρθες!

Δ.Θ.:

Και που σε βλέπω από κοντά. Και θα μιλήσουμε για ένα πολύ ωραίο θέμα σήμερα, για τον Πολιτιστικό Σύλλογο στη Δράκεια που έχουμε ξαναπεί.

Α.Λ.:

Πολύ ωραία.

Δ.Θ.:

Πριν ξεκινήσουμε όμως θα ήθελες να μου πεις κάποια πράγματα για σένα στην αρχή, να σε γνωρίσουμε καλύτερα;

Α.Λ.:

Μάλιστα, λοιπόν, όπως σου είπα είμαι η Αθανασία. Γεννήθηκα στην Δράκεια, μεγάλωσα εδώ, σπούδασα στα Τρίκαλα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού. Από κει πήρα, παρακολούθησα την ειδικότητα Παραδοσιακών Χορών και απ’ το 2013 που αποφοίτησα, ασχολούμαι με τη διδασκαλία παραδοσιακών χορών σε συλλόγους, σε ομάδες με παιδάκια με ενήλικες, όλες τις ηλικίες. Και παράλληλα με αυτήν την ενασχόληση με τον χορό, δραστηριοποιούμαστε κι εδώ στο χωριό, γιατί μας αρέσει πάρα πολύ το αντικείμενο της παράδοσης, της λαογραφίας, όλα αυτά που έχουν να κάνουν με τα ήθη και έθιμα του χωριού.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραία. Πολιτιστικός Σύλλογος Δράκειας. Τι είναι για σένα ο σύλλογος αυτός;

Α.Λ.:

Ναι. Τι να σου πω… Από τότε που μπήκαμε ενεργά στον σύλλογο και μιλάω στον πληθυντικό, γιατί-

Δ.Θ.:

Ό,τι θέλεις εσύ!

Α.Λ.:

Sorry για τον πληθυντικό, απλώς επειδή είμαστε μαζί με την αδερφή μου τη δίδυμη, την Αναστασία, και ό,τι κάνουμε, το κάνουμε μαζί, πάντα μου βγαίνει αυθόρμητα να μιλάω στον πληθυντικό. Λοιπόν, απ’ το 2011 λοιπόν που ξεκίνησε αυτός ο σύλλογος, εμείς τότε φοιτήτριες ήμασταν λίγο πιο… Είχα πιο μικρό ρόλο στον σύλλογο. Απλώς βοηθούσαμε σε κάποιες εκδηλώσεις που γινόντουσαν και σιγά-σιγά γυρνώντας από τις σπουδές μας και ζώντας πια μόνιμα στη Δράκεια, αναλάβαμε. Έγινε αυθόρμητα. Φυσική εξέλιξη, μάλλον. Έγιναν εκλογές, βγήκα πρόεδρος, πρώτη -παμψηφεί που λένε- και αναλάβαμε τις εκδηλώσεις που γινόντουσαν για το χωριό. Από εκεί και πέρα, όμως, ήταν κάτι που το εξελίξαμε πολύ. Δηλαδή, δεν μείναμε στις εκδηλώσεις τις καθιερωμένες που γινόντουσαν. Προσπαθήσαμε να παρακινήσουμε όσο περισσότερο κόσμο μπορούσαμε να ασχοληθεί με το χωριό. Και επειδή ήταν η φάση που τα χωριά είχαν μπει στον Δήμο Βόλου, στον ενιαίο Δήμο Βόλου, κάποια πράγματα για τα χωριά πλέον δεν ήταν δεδομένα στο κομμάτι του πολιτισμού. Όσο ήμασταν, ας πούμε, Δήμος Αγριάς υπήρχε ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αγριάς, γινόντουσαν προγράμματα μαζικού αθλητισμού, χορευτικά, θεατρικές ομάδες. Από τότε που γίναμε ενιαίος Δήμος Βόλου, δυστυχώς ο Καλλικράτης ο γνωστός λίγο τα χωριά τα… Τι να πω; Τα... Ήταν μειονεκτικά -τέλος πάντων- σε αυτό το κομμάτι.

Δ.Θ.:

Τα παραμέλησε.

Α.Λ.:

Τα παραμέλησε. Δεν ξέρω γιατί, ωστόσο αυτή ήταν η πραγματικότητα. Οπότε, εμείς εδώ οι κάτοικοι έπρεπε να αναλάβουμε την κατάσταση. Να αναλάβουμε να κάνουμε τα πράγματα αυτά για τον πολιτισμό και για τους νέους και οτιδήποτε έχει να κάνει με κάτι δημιουργικό, έπρεπε να το αναλάβουμε μόνοι μας να το κάνουμε. Έτσι κι έγινε. Ξεκινώντας πρώτα από τα εξωκλήσια της Δράκειας -που εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι η Δράκεια στο σύνολο έχει 17 εκκλησίες και ξωκλήσια- ξεκινήσαμε από κει βάζοντας στα ξωκλήσια που γιορτάζουν το καλοκαίρι, τα εμπλουτίσαμε στη γιορτή. Κάναμε ένα μικρό κέρασμα σε όλους μετά τη θεία λειτουργία και οργανώσαμε και σε κάθε εξωκλήσι μία μικρή γιορτή μετά τη θεία λειτουργία με μουσική. Εντάξαμε… Ξαναφέραμε τον ζουρνά και το νταούλι στις εκκλησίες, στον προαύλιο χώρο, που ήτανε βασικό κομμάτι για τη διασκέδασή των Δρακειωτών και μέχρι και σήμερα είναι κάποια πράγματα που καθιερώθηκαν. Δηλαδή, από τότε το 2011 που δημιουργήθηκε ο σύλλογος μέχρι και σήμερα αυτές οι δράσεις στα εξωκλήσια καθιερώθηκαν. Είναι πλέον δεδομένο ότι στον Άγιο Σπυρίδωνα, στον Σταυρό, στην Αγία Τριάδα, στην κάθε γιορτή της εκκλησίας, θα υπάρχει το επακόλουθο μικρό γλεντάκι.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ενδιαφέρον. Aνέφερες ζουρνά και νταούλι.

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Η σχέση σας με τα όργανα τα παραδοσιακά ποια είναι;

Α.Λ.:

Υπάρχει και μία σχέση κληρονομικότητας να πούμε. Ο παππούς μας, ο Αντώνης Λύτρας, όταν ήταν νέος, έπαιζε νταούλι. Ήταν κάτι που δεν το προλάβαμε εμείς, δηλαδή, να τον ζήσουμε τον παππού να παίζει νταούλι. Μόνο από φωτογραφίες και από ιστορίες που έχουμε ακούσει. Μέσα από την ενασχόλησή μας με τον χορό ήρθε και αυτό. Φυσικά, η αδερφή μου η Αναστασία ασχολήθηκε με τα παραδοσιακά κρουστά: τουμπερλέκι, νταούλι, ντέφι ηπειρώτικο, ώσπου γνωρίσαμε τον φίλο μας τον Λαυρέντη [00:05:00]τον Νίτη από τον Άγιο Λαυρέντιο που είναι ο τελευταίος -να πούμε- νέος που παίζει ζουρνά. Και αυτός μας μύησε στο κομμάτι των ζουρνάδων. Μας έφτιαξε το πρώτο μας νταούλι και από τότε η Αναστασία μπήκε και σε μία ομάδα παραδοσιακής ορχήστρας που συμμετέχουν σε γλέντια, σε πανηγύρια, σε εκδηλώσεις και έγινε γι’ αυτό και επάγγελμα. Γιατί εφόσον υπάρχει αμοιβή, άρα το θεωρείς επάγγελμα, αλλά και κομμάτι της διασκέδασής μας.

Δ.Θ.:

Άρα, αν θέλαμε να πούμε ποιο είναι το αγαπημένο σας πράγμα μέσα στον σύλλογο, ποιο θα ήταν αυτό; Η πιο αγαπημένη-

Α.Λ.:

Ναι.                                          

Δ.Θ.:

Ενασχόληση, ας το πούμε.

Α.Λ.:

Θα σου πω! Αυτό που χαιρόμαστε πιο πολύ από όλα είναι ότι σε οποιαδήποτε δραστηριότητα ό,τι και να ’ναι αυτό, να βλέπουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους είτε από το χωριό είτε από Δρακειώτες που έχουν φύγει -ξέρω γω- και ζουν στον Βόλο ή στην Αθήνα, να συμμετέχουν και να βοηθούν και αυτοί στο έργο αυτό που έχουμε αναλάβει. Δηλαδή, είναι για παράδειγμα στα εξωκλήσια που σου είπα πριν, με τις γιορτές που οργανώνουμε, είναι πάρα πολύ ωραίο συναίσθημα να βλέπεις στην προετοιμασία -ξέρω γω- για να καθαρίσουμε την εκκλησία, να βλέπεις τον Παπα-Κωνσταντή τώρα 83 χρονών να κανονίζουμε, να μας παίρνει τηλέφωνο π.χ. πότε θα καθαρίσουμε την εκκλησία, πρέπει να ασβεστώσουμε -ξέρω γω- τον Άγιο Σπυρίδωνα, έχουμε να καθαρίσουμε το μονοπάτι. Και όλη αυτή η συνεργασία με τον Παπα-Κωνσταντή που έχει παρακινήσει τους νέους να συμμετέχουν τόσο ενεργά στο να συντηρηθούν οι εκκλησίες είναι πολύ συγκινητικό για μένα και πολύ όμορφο. Δεν μπορώ να το εκφράσω αλλιώς.

Δ.Θ.:

Όχι, πάρα πολύ ωραία τα λες. Η δράση σας μέσα στον σύλλογο, η τελευταία -ας πούμε- μεγάλη δραστηριότητα που διοργανώσατε ποια ήταν;

Α.Λ.:

Πρόσφατα λόγω της μαύρης επετείου της εκτέλεσης των Δρακειωτών στις 18 Δεκεμβρίου 1943 οργανώσαμε τον 19ο Αγώνα Θυσίας, Αγριά-Δράκεια απόσταση 10 χιλιομέτρων. Είναι ένας αγώνας που γίνεται, βέβαια, 20 χρόνια, εδώ και 20 χρόνια. Ωστόσο, ο σύλλογός μας το ανέλαβε ολοκληρωτικά την οργάνωση τα τελευταία 5 χρόνια και έχει πάρει άλλη διάσταση τώρα ο Αγώνας. Προσπαθούμε κάθε χρόνο να το δημοσιοποιήσουμε όσο πιο πολύ μπορούμε. Να συμμετέχουν αθλητές, ας πούμε. Για παράδειγμα, ήταν πολύ συγκινητικό φέτος… Μια κοπέλα από τις Σέρρες, η οποία ήθελε πολύ να ’ρθει  να τρέξει στον Αγώνα, αλλά δεν μπορούσε όμως, αλλά έκανε τα 10 χιλιόμετρα αυτά, το έτρεξε στην περιοχή της και αφιέρωσε αυτό το τρέξιμο που έκανε το αφιέρωσε στους πεσόντες της Δράκειας. Ήταν πολύ συγκινητικό!

Δ.Θ.:

Απίστευτο.

Α.Λ.:

Κι έτσι, δηλαδή, μέσα από αυτήν τη δράση, είδαμε ότι η ιστορία της Δράκειας έγινε γνωστή και εκεί, σε αυτό… Στις Σέρρες, ας πούμε.

Δ.Θ.:

Εκείνη την ημέρα του αγώνα τη θυμάσαι; Τι είναι αυτό που σου έμεινε από εκείνη-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Την ημέρα του αγώνα;

Α.Λ.:

Μου έμεινε ότι παρόλο το κρύο που είχε, γιατί χιόνιζε εκείνη την Κυριακή -χιόνιζε κι έκανε κρύο- ήρθανε 60 αθλητές να τρέξουν και ήταν πολύ συγκινητικό. Και ήταν επίσης πολύ όμορφο να βλέπεις τους συγχωριανούς μας, μέλη και φίλοι του συλλόγου, οι οποίοι παρόλο τις αντίξοες συνθήκες και την κατάσταση τη γενικότερη που ζούμε με τον κορονοιό, ήταν εκεί. Βοήθησαν να στηθεί ο αγώνας. Φτιάξανε διάφορα εδέσματα για να προσφέρουμε στους αθλητές ή τους είχαμε ζεστό κρασί στον τερματισμό, διάφορα γλυκά, το οποίο ήταν βέβαια… Ήταν από τη μία μαύρη επέτειος, γιατί ο αγώνας ήταν αφιερωμένος στους εκτελεσμένους, αλλά από την άλλη όμως ήταν πολύ όμορφο, σαν μία μικρή γιορτή, να τους κεράσουμε, γιατί όπως τίμησαν αυτοί τους νεκρούς μας έτσι έπρεπε και εμείς να τους ανταποδώσουμε αυτήν την τιμή. Οπότε, το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε, ήταν να τους κάνουμε ένα μικρό κέρασμα.

Δ.Θ.:

Αξιέπαινη αυτή η δράση. Αλλά στάθηκα στο γεγονός για τις αντίξοες συνθήκες που είπες.

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Άλλες δύσκολες στιγμές υπήρχαν στη διοργάνωση αυτής της δράσης;

Α.Λ.:

Του αγώνα;

Δ.Θ.:

Ναι, πριν ή μετά.

Α.Λ.:

Όχι. Εντάξει, είναι μία δραστηριότητα που πάει καλά.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραία. Γενικά όμως, από τις δράσεις του συλλόγου, τι είναι αυτό που θυμάσαι πιο έντονα; Μια στιγμή που δεν θα την ξεχάσεις, ας πούμε.

Α.Λ.:

Ε, ναι. Όταν το 2015 καλέσαμε τον ηθοποιό Άγγελο Αντωνόπουλο και βρέθηκε στο χωριό μας -ο πολύ μεγάλος ηθοποιός- μετά από 47 χρόνια που, όπως ξέρεις, εδώ στη Δράκεια το 1968 γυρίστηκε μια ελληνική ταινία με πρωταγωνιστές τον Άγγελο Αντωνόπουλο, τον Βασίλη Καΐλα, τη [00:10:00]Νίκη Τριανταφυλλίδη. Γυρίστηκε εδώ η ταινία. Ο τίτλος ήτανε «Στον δάσκαλό μας με αγάπη». Εμείς, αυτή η ταινία αποτελεί -τι να πω;- ένα ντοκιμαντέρ για το χωριό, γιατί σκέψου ότι βλέπουμε, ας πούμε, το χωριό τη δεκαετία του 1968. Βλέπουμε πλάνα του χωριού που δεν υπήρχε περίπτωση να δούμε τις εικόνες αυτές, αν δεν υπήρχε αυτή η ταινία. Και πάντα είχαμε την απορία πώς είναι δυνατόν, δηλαδή, όλοι αυτοί οι ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες, πώς βρέθηκαν στη Δράκεια δηλαδή; Είναι δυνατόν να έγινε αυτό, δηλαδή; Και λέμε, τι ωραία θα ήταν να έρθει ο Αντωνόπουλος, ας πούμε, εδώ κάποια στιγμή να μας τα πει όλα αυτά, να τον ρωτήσουμε πώς ήταν, πώς περάσανε, γιατί ήρθαν στη Δράκεια. Ε, πήραμε την απόφαση. Ήταν απλό, πολύ απλό. Με ένα τηλεφώνημα: «Γεια σας, είμαστε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο της Δράκειας. Είστε ο κύριος Αντωνόπουλος;». «Ναι». «Θα θέλαμε να σας καλέσουμε στην Δράκεια, αν θυμάστε, που ’χατε γυρίσει μια ταινία το 1968;». «Βεβαίως -λέει-, τη θυμάμαι». Πρόσφατα μάλιστα μας είπε τότε ότι τον είχαν καλέσει στην Αμερική για να τον τιμήσουνε κάπου και μετά τη βράβευση του Αντωνόπουλου, προβάλλανε αυτήν την ταινία, Στον δάσκαλό μας με αγάπη. Και βρήκαμε και τον σκηνοθέτη της ταινίας, τον Όμηρο Ευστρατιάδη. Τους καλέσαμε το 2015 -ήτανε νομίζω-. Την ξεχωρίζω πολύ αυτήν τη στιγμή, γιατί παράλληλα με το που βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι στο χωριό, σκεφτήκαμε να ρωτήσουμε τους συγχωριανούς μας που τότε ήταν παιδιά, παράδειγμα ο πατέρας μου 13 χρονών και όπως και όλα τα παιδιά του χωριού, επειδή η ταινία είχε να κάνει με το σχολείο και τον δάσκαλο, πολλά γυρίσματα γίνανε στο δημοτικό μας σχολείο. Και οι μαθητές, οι ηθοποιοί, ήταν οι Δρακειώτες, τα παιδιά της Δράκειας. Ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας μου, οι οποίοι ως 5- 6, ας πούμε, που βρήκαμε μας δώσανε συνέντευξη, με όποιο τρόπο μπορούσαν τέλος πάντων, και τους ρωτήσαμε αν θυμούνται κάτι απ’ τα γυρίσματα. Και τελικά, ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτό, γιατί οι άνθρωποι θυμόντουσαν πάρα πολλά πράγματα από τα γυρίσματα της ταινίας. Τα δέσαμε αυτά έτσι σε ένα μικρό βίντεο και τα δείξαμε εκείνο το βράδυ που ήρθε ο Αντωνόπουλος. Και αυτός συγκινήθηκε πάρα πολύ, γιατί και τα θυμήθηκε και νομίζω ότι το χαρήκανε όλοι, δηλαδή, εκείνο το βράδυ. Δεν την ξεχνάω εκείνη την ώρα στην πλατεία και για τους ηθοποιούς και για το χωριό.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραίο φαντάζει αυτό. Και επίσης μου ’κανε εντύπωση που θυμάσαι έντονα το σκηνικό στην πλατεία.

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Θα ήθελα να το δω μέσα απ’ τα μάτια σου. Δηλαδή πώς ήταν ο κόσμος εκείνο το βράδυ στην πλατεία με την προβολή-

Α.Λ.:

Δεν ξέρω. Νομίζω-

Δ.Θ.:

Της ταινίας.

Α.Λ.:

Νομίζω ότι εγώ τουλάχιστον σε όποια εκδήλωση έχουμε κάνει εδώ είτε έχει να κάνει με χορευτικά, με θέατρα, με παρουσιάσεις, νομίζω τέτοια εικόνα στην πλατεία δεν έχω ξαναζήσει. Τέτοιο ενδιαφέρον από τον κόσμο, απόλυτη ησυχία, δηλαδή, είχαμε. Το αστείο ήτανε ότι είχαμε κάτι ηχητικά άσ' τα να πάνε, δηλαδή, της κακιάς ώρας, για να δείξουμε την ταινία και να μιλάμε. Πώς ο κόσμος έκανε απόλυτη ησυχία για να ακούσει αυτά που είχαμε να τους πούμε, για να ακούσει τον Αντωνόπουλο, για να ακούσει τον σκηνοθέτη, ήταν απίστευτο. Απόλυτη ησυχία στην πλατεία. Τώρα φαντάσου καλοκαίρι στη Δράκεια; Απόλυτη ησυχία και να είναι εκεί όλοι;

Δ.Θ.:

Απίστευτο! Πάρα πάρα πολύ ωραία εμπειρία και που τη θυμάσαι τόσο έντονα. Μέσα από όλα αυτά που μου λες η επόμενη ερώτηση είναι, γιατί είναι σημαντική η ενασχόληση με τον σύλλογο για εσένα;

Α.Λ.:

Γιατί. Γιατί εφόσον έχουμε επιλέξει να ζούμε εδώ, νομίζω ήταν φυσικό, δεν το επιδιώξαμε ότι πρέπει να το κάνουμε. Απλώς έγινε. Δεν μπορώ-

Δ.Θ.:

Ναι-

Α.Λ.:

Να το εξηγήσω. Δεν ξέρω, αν με καταλαβαίνεις.

Δ.Θ.:

Εννοείται. Εννοείται ότι καταλαβαίνω. Για ποιον λόγο, ας πούμε, είναι όμως τόσο σημαντική η ενασχόληση με τον σύλλογο πιο συγκεκριμένα;

Α.Λ.:

Ναι. Γιατί απ’ τη στιγμή που έχουμε επιλέξει να ζούμε μόνιμα εδώ στη Δράκεια, είναι το μόνο σίγουρο είναι, ότι αν το χωριό μας δεν είναι ζωντανό μέσα από αυτές τις δράσεις που κάνουμε, δεν θα είμαστε κι εμείς ζωντανοί. Οπότε, είναι απλά τα πράγματα. Δράσεις, άρα και εμείς ζωντανοί και…

Δ.Θ.:

Συνεχίζετε όλη την-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Παράδοση-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Το πιο πρόσφατο, η πιο πρόσφατη δραστηριότητα του συλλόγου ποια είναι;

Α.Λ.:

Πρόσφατα φτιάξαμε το ημερολόγιο για το νέο έτος που μας έρχεται, έχει φέτος θέμα τα μονοπάτια και τα γεφύρια του χωριού μας. Μέσα από μία -έτσι- μικρή έρευνα που κάναμε διαπιστώσαμε ότι η Δράκεια τόσο μέσα στο χωριό όσο και γύρω-γύρω έχει ένα μεγάλο δίκτυο μονοπατιών και καλντεριμιών. Και θελήσαμε έτσι μέσα από φωτογραφίες και παλιές, αλλά και [00:15:00]σημερινές να κάνουμε μία μικρή καταγραφή και έτσι να αποτελέσει και ένα κίνητρο, ας πούμε, αν το ημερολόγιο βρεθεί σε κάποιο στα χέρια κάποιου επισκέπτη, να αποτελέσει μια αφορμή, για παράδειγμα, να κάνει μια μικρή βόλτα και μες στο χωριό και γύρω και να ξεναγηθεί μέσα από τα μονοπάτια.

Δ.Θ.:

Πολύ ενδιαφέρον. Εσάς πόσο καιρό πήρε για να το φτιάξετε το ημερολόγιο;

Α.Λ.:

Η αλήθεια είναι ότι στη διάρκεια της καραντίνας, η καραντίνα έβγαλε και καλά πράγματα. Είχαμε τον χρόνο και περπατήσαμε πολύ, ας πούμε, και στο βουνό και μες στο χωριό. Βέβαια, στις βόλτες μας που κάναμε βγάζαμε φωτογραφίες έτσι από… Για χόμπι -τέλος πάντων-. Και αυτό το υλικό, συλλέξαμε μερικές φωτογραφίες και τις κάναμε στο ημερολόγιο, κάθε διαδρομή και την αντίστοιχη φωτογραφία από το μονοπάτι και το τοπίο που θα δεις. Βέβαια, τα καλντερίμια της Δράκειας δυστυχώς πολλά είναι που δεν είναι πια, όπως ήταν στην αρχική τους μορφή. Το ξέρεις και εσύ, το βλέπεις, δηλαδή. Ένας λόγος είναι οι σεισμοί οι καταστροφικοί του ’55 που το χωριό δυστυχώς έχασε όλη τη γραφικότητα που είχε τόσο από τα σπίτια, τα τριώροφα, τα αρχοντικά που ’χουμε δει φωτογραφίες, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα. Και τα καλντερίμια αντίστοιχα πολλά χαλάσανε και μετά η υιοθέτηση του τσιμεντώματος, όπου το τσιμέντο ήτανε τότε κάθαρση. «Ρίξε τσιμέντο να ισιώσει ο τόπος!. Χαθήκανε πολλά. Εντάξει, ωστόσο υπάρχουνε αρκετά μες στο χωριό που διατηρούνται. Κι αυτά έτσι λίγο τα καταγράψαμε, τουλάχιστον να παραμείνουνε και να τα μάθει κι ο κόσμος. Και πολύ ενδιαφέρον έχει και το δίκτυο των μονοπατιών που συνδέουν τη Δράκεια με τη γύρω περιοχή, με τον Άγιο Λαυρέντιο, με τα Χάνια, με τα κτήματα που έχουν οι Δρακειώτες στην περιοχή προς τα κάτω, τέλος πάντων.

Δ.Θ.:

Μου ανέφερες ότι στην καραντίνα περπατήσατε πολύ. Υπήρχε ο χρόνος-

Α.Λ.:

Ναι, ναι-

Δ.Θ.:

Και τραβούσατε φωτογραφίες σαν χόμπι. Η αγαπημένη διαδρομή σας ποια ήταν;

Α.Λ.:

Η αγαπημένη… Μία απ’ τις αγαπημένες! Θα σου πω δύο. Η μία ήτανε ένα μονοπάτι που δεν το γνωρίζαμε κι εμείς, γιατί δεν είχαμε ποτέ τον χρόνο να το περπατήσουμε. Και το ανακαλύψαμε, πάθαμε πλάκα, γιατί λέμε: «Καλά, υπάρχει αυτό το καλντερίμι και δεν το ξέρουμε; Ζούμε εδώ τόσα χρόνια;». Λοιπόν, ήταν το καλντερίμι που συνδέει τη Δράκεια με την περιοχή Παναγία. Ξέρεις... Παναΐτσα. Εκεί υπάρχουν τα κτήματα των Δρακειωτών που παράγουν τα μήλα κτλ. και προς τα εκεί υπάρχουν και τα δύο τα εξωκλήσια, η Παναϊτσα και η Παναγία. Το ωραίο είναι ότι εκεί ακούγαμε εμείς -ξέρω γω- τους παλιούς εδώ να λένε: «Του δράκου το σκαμνί από κει κάτω». «Λέγαμε πού είναι αυτό του δράκου το σκαμνί;». «Α, εκεί από κάτω», μας λέγανε. Ε και κάποια στιγμή περνάμε το ρέμα, βλέπουμε ένα βράχο και λέμε: «Μμμ...». Και τελικά ρωτώντας εδώ τους παλιούς μας λένε: «Ναι, αυτό είναι του δράκου το σκαμνί». Οπότε, η σκέψη μας είναι με τα έσοδα που θα έχουμε από το ημερολόγιο το φετινό, επειδή ένα κομμάτι από αυτό του καλντεριμιού που σου λέω δυστυχώς έχει κλείσει από πυκνή βλάστηση, λόγω πλέον δεν το περπατάει κανείς, δηλαδή. Κάποιοι παππούδες που είχανε πρόβατα, κατσίκες και βοσκούσαν τώρα πια δυστυχώς φύγανε και δεν περπατιέται. Αλλά είναι ένα μικρό κομμάτι και παλιό καλντερίμι που δεν σώζεται, το οποίο δυστυχώς έκλεισε. Σκεφτόμαστε, λοιπόν, με τα έσοδα απ’ το ημερολόγιο να καθαρίσουμε αυτό το καλντερίμι και να φτιάξουμε έτσι μία ωραία ταμπελίτσα, ότι από δω μπορεί κάποιος να πάει στου δράκου το σκαμνί και να γίνει και η σύνδεση με το όνομα του χωριού μας. Που-

Δ.Θ.:

Πολύ ωραία-

Α.Λ.:

Υπάρχει όπως ξέρεις… Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το πώς πήρε η Δράκεια το όνομά της, ας πούμε.

Δ.Θ.:

Του δράκου το σκαμνί, που λες, πρόκειται για κάποιον μύθο;

Α.Λ.:

Ε, υπάρχει η μυθοπλασία -ξέρω γω- ότι ο πρώτος π.χ. κάτοικος της Δράκειας ήταν ένας δράκος, ο οποίος καθόταν εκεί -ας πούμε- και έτσι είπανε το χωριό, το ονομάσαν, Δράκεια. Ή επειδή η Δράκεια βλέπουμε ότι περιτριγυρίζεται από δύο ρεματιές κι έχει φοβερά πυκνή βλάστηση, δηλαδή καλά όλο το Πήλιο είναι πράσινο, αλλά η Δράκεια παραείναι. Δεν το λέω, επειδή είμαι απ’ τη Δράκεια, αλλά –εντάξει- έχει πολύ πράσινο, φοβερή δροσιά το καλοκαίρι και εικάζαν -ξέρω γω- ότι λόγω της… Επειδή ήταν άγρια αυτή η ομορφιά η πράσινη, λέει εδώ σίγουρα ζούσαν και δράκοι. Οπότε, έτσι το είπανε Δράκεια. Η μία εκδοχή.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ενδιαφέρον. Μου είπες όμως ότι ήταν δύο οι αγαπημένες διαδρομές.

Α.Λ.:

Ναι, ναι.

Δ.Θ.:

Η δεύτερη ποια ήταν;

Α.Λ.:

Η δεύτερη είναι το μονοπάτι που πας από τη Δράκεια στην Αλυκόπετρα. Εκεί, είναι… Το έχουμε συνδέσει πολύ με το ολοκαύτωμα της Δράκειας, γιατί από αναφορές σε βιβλία και [00:20:00]στο ποίημα που έχει γραφτεί για την εκτέλεση των Δρακειωτών, αναφέρεται ότι ας πούμε οι Γερμανοί για να φτάσουν στο χωριό πέρασαν -λέει- μονοπάτια δύσβατα και το ένα μονοπάτι που φτάσαν οι Γερμανοί από την Αλυκόπετρα που έγινε -ξέρεις- η εκτέλεσή του, η συμπλοκή μεταξύ Γερμανών και ανταρτών, οι Γερμανοί κατέβηκαν από αυτό το μονοπάτι για να φτάσουν στη Δράκεια και να εφαρμόσουν τα γνωστά αντίποινα. Και κάθε φορά που το περπατάμε, γιατί -εντάξει- ένα κομμάτι του ειδικά είναι αρκετά δύσκολο, ας πούμε, είναι ανηφορικό, είναι δύσκολο! Και λέμε τότε ειδικά τον Δεκέμβριο που είχε και χιόνι απ’ ότι λένε την μέρα της εκτέλεσης, λέμε τι μανία μπορεί να ’χαν, δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι και να περπατήσουν αυτό το μονοπάτι με το χιόνι. Που εμείς πηγαίνουμε με καλό καιρό και λέμε «Πωπω! Τι μανία είχανε για να το περπατήσουν αυτό και να φτάσουν στη Δράκεια για να μπουν να κάνουνε αυτό το αποτρόπαιο πράγμα που κάνανε». Και δεν υπάρχει δηλαδή φορά που να μην το περπατήσουμε το μονοπάτι και να μην θυμηθούμε τους ήρωές μας.

Δ.Θ.:

Ναι. Μου ανέφερες ότι έχουν γραφτεί ποιήματα και τραγούδια για την εκτέλεση και για εκείνο το συγκεκριμένο κομμάτι της διαδρομής.

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Θυμάσαι κάποιο ποίημα από αυτά να μου πεις ενδεχομένως;

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Ωραία. Για πες μου, λοιπόν, για το ποίημα αυτό που μου έλεγες;

Α.Λ.:

Ναι. Λοιπόν, με αφορμή την πτυχιακή εργασία της αδερφής μου στο πανεπιστήμιο -στο ΤΕΦΑΑ Τρικάλων- που είχε ως θέμα τη μουσική παράδοση στο Πήλιο, κάναμε μία καταγραφή στο χωριό μας για τους ζουρνάδες και τα νταούλια που σου είπα πριν. Έτσι πήγαμε σε κάποιο συγχωριανό μας, τον Γιώργο τον Κουτσοφύτη, ο οποίος ήταν ηλικιωμένους τότε και να μας πει, ας πούμε, τραγούδια που θυμάται που παίζανε με τους ζουρνάδες και τα νταουλια, που χόρευαν. Και μέσα σε αυτά τα τραγούδια που μας είπε, τα γνωστά που ξέραμε, άρχισε και μας τραγουδούσε τους στίχους από ένα ποίημα που είχαμε διαβάσει που αφορά το ολοκαύτωμα της Δράκειας, το οποίο υπάρχει σε καταγραφή στο βιβλίο του Κώστα Λιάπη, του λαογράφου, με τίτλο «Η τραγωδία της Δράκειας Πηλίου». Ωστόσο, ο Γιώργος ο Κουτσοφύτης μας είπε κι άλλους στίχους που δεν υπάρχουν στο βιβλίο που περιγράφει αυτό που σου λέω για το μονοπάτι, πώς κατέβηκαν οι Γερμανοί από αυτό το δύσβατο μονοπάτι, για να μπούνε στο χωριό.

Δ.Θ.:

Θα μπορούσες ενδεχομένως να μου απαγγείλεις αυτό το απόσπασμα;

Α.Λ.:

Ναι, ναι. «Αφήσαν και εθάμπωσε και σε βαθύ σκοτάδι, κατέβηκαν στον Αϊ-Λια κοντά σ’ ένα κοπάδι. Και πήρανε για οδηγό τους δυο τσομπαναρέους, γιατί εθάμπωσε καλά, δεν ήξεραν το μέρος. Μισοί επάν απ’ το Γαλατά, μισοί απ’ το Λιγορέμα κυκλώσανε την αγορά να μην τους φυγ’ κανένας. Μόλις πλησίασαν εκεί, απ’ έξω απ’ την πλατεία πολλές ριπές ερίξανε και για τρομοκρατία. Ο κόσμος εφοβήθηκε μέσα στα καφενεία, δεν ήξεραν τι γίνονταν απέξω απ’ την πλατεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά στα μαύρα να ντυθείτε τα ποθητά αδέρφια σας δεν θα τα ξαναδείτε». Και συνεχίζει το ποίημα που τους πιάσανε τους Δρακειώτες, τους συγκεντρώσανε στο καφενείο του χωριού όλους και μετά τους πήραν στο απόσπασμα 5- 5 και τους εκτέλεσαν.

Δ.Θ.:

Εδώ κάθε χρόνο την ημέρα της εκτέλεσης-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Ως μνήμη, ας πούμε, των 114 εκτελεσθέντων, τι γίνεται εδώ στο χωριό;  Ο σύλλογος, ας πούμε, τι κάνει εκείνη την ημέρα;

Α.Λ.:

Κάνουμε την παραμονή της επετείου, κάνουμε μία -ας πούμε, την έχουμε ονομάσει- λαμπαδηδρομία. Ανάβουμε δάδες και κάνουμε μία μικρή πορεία από το κοινοτικό γραφείο έως το σημείο της εκτέλεσης. Μπροστά πηγαίνει η Αναστασία, η αδερφή μου, με το νταούλι. Παίζει ένα εμβατήριο σιωπής. Ουσιαστικά είναι πένθιμο. Σβήνουμε όλα τα φώτα, τους στύλους τους δημόσιους του χωριού. Υπάρχει απόλυτο σκοτάδι μέσα στο χωριό και γίνεται αυτή η πομπή για να θυμίσουμε ότι -αυτό το- εκείνο το βράδυ, ουσιαστικά ήταν το βράδυ… Εκείνες τις ώρες οι Γερμανοί είχαν μπει στο χωριό και είχαν συγκεντρώσει τους άντρες του χωριού μες στο καφενείο για να πραγματοποιήσουν τα αντίποινα. Μετά, καταλήγουμε στο μνημείο. Ενός λεπτού σιγή. Συνήθως εκεί απαγγέλουμε κάποιο από αυτά τα ποιήματα που έχει γραφτεί και ακολουθούνε κάποιες ομιλίες στο κοινοτικό καφενείο είτε από ανθρώπους επιζώντες… Ένας είναι πια ο επιζών από τα εφτά παιδιά που τότε [00:25:00]τα είχαν συγκεντρώσει κι αυτά στο καφενείο, αλλά τα ξημερώματα οι Γερμανοί έδειξαν λίγο καλό χαρακτήρα και τα εφτά παιδιά τα άφησαν ελεύθερα. Βέβαια, έζησαν. Ωστόσο, αυτό που κουβάλησαν μία ζωή στη μνήμη τους ήτανε φοβερό και ειδικά αυτός ο ένας που ζει, ο Σταύρος ο Ζερμπίνος, την μέρα του μνημοσύνου που γίνεται κατάθεση στεφάνων -δεν ξέρω, αν έχεις βρεθεί την μέρα εκείνη εδώ- πηγαίνει στο μνημείο με τα ονόματα και κρατάει το στεφάνι και ανοίγει τα χέρια και αγκαλιάζει τα ονόματα, σαν να θέλει όλους να τους αγκαλιάσει και να τους θυμηθεί. Το φοβερό είναι ότι τους ξέρει όλους, θυμάται όλα τα ονόματα ένα-ένα, γιατί την ημέρα του μνημοσύνου γίνεται προσκλητήριο πεσόντων. Έτσι το λένε. Δύο παιδάκια από το δημοτικό λένε ένα-ένα τα ονόματα και με την προσφώνηση παρών! Ότι ήταν εκεί, παρών στην εκτέλεση. Αν παρατηρήσεις τον Σταύρο τον Ζερμπίνο, είναι σκυμμένος κάτω και τα λέει. Τα θυμάται όλα, ένα-ένα με τη σειρά. Φοβερό. 115 ονόματα.

Δ.Θ.:

Εσείς εκείνο το βράδυ που ανέφερες ότι κάνετε όλη αυτήν την πομπή- κάθε χρόνο που το κάνετε- αυτήν την ημέρα πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Α.Λ.:

Δέος, σεβασμό στους ανθρώπους αυτούς και ένα γιατί. Αυτό. Ένα αιώνιο γιατί. Πάντα θα μας κυριεύει, νομίζω, αυτό το γιατί, δηλαδή.

Δ.Θ.:

Πριν ξεκινήσετε, δηλαδή η ώρα από το σπίτι που θα ξεκινήσετε γι’ αυτήν την πομπή-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Στον δρόμο, ποια είναι η σκέψη σας;

Α.Λ.:

Λύπη. Είναι περίεργες μέρες. Δηλαδή, νιώθεις το πένθος εκείνες τις μέρες, όσο και περίεργο αν φαίνεται μετά από τόσα χρόνια το αισθάνεσαι, ότι αυτήν την παγωνιά, δηλαδή, το κρύο συναίσθημα. Και είναι φοβερό και συγκινητικό. Ας πούμε, θυμάμαι και εγώ παιδάκι, όταν στολίζαμε, το σπίτι Χριστούγεννα και αυτά, πρώτα θα περνούσε η 18 Δεκεμβρίου και μετά θα στολίζαμε στο σπίτι το δέντρο. Ποτέ πριν. Γιατί το ’κανε η γιαγιά, ο παππούς σαν τιμή, ότι «Ακόμα ας περάσει αυτή η μέρα που είναι βαριά -λένε- για το χωριό και μετά θα στολίσουμε».

Δ.Θ.:

Οπότε, από μικρή ήξερες-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Ότι-

Α.Λ.:

Ότι εκείνη η μέρα είναι μέρα μνήμης.

Δ.Θ.:

Να αφήσουμε το κομμάτι της εκτέλεσης και να περάσουμε τώρα στο… Πέρα από το ημερολόγιο που μου ανέφερες-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Ως επόμενη, δράση, που ήδη έχει γίνει-

Α.Λ.:

Ναι-

Δ.Θ.:

Τι άλλο σκοπεύετε να κάνετε; Αυτό για το μονοπάτι που μου είπες, πότε σκοπεύετε να το κάνετε;

Α.Λ.:

Ε με τη νέα χρονιά. Να στρώσει λίγο και ο καιρός, να μπορείς να δουλέψεις καλά, δηλαδή, έξω. Σίγουρα θα χρειαστούν μεροκάματα, οπότε γι’ αυτό έχουμε τα έσοδα του ημερολογίου και με εθελοντική βέβαια δράση, θα καθαρίσουμε το μονοπάτι αυτό και να γίνει και μια -έτσι- σήμανση με ταμπελάκια που να γνωρίζει ο εκάστοτε επισκέπτης, ότι από δω κατεβαίνεις και πας στου δράκου το σκαμνί, συνεχίζεις και πας στο Λιγορέμα, πας στην Παναΐτσα.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραία. Τι άλλο…

Α.Λ.:

Και ναι. Επίσης, πέρσι το ημερολόγιο είχε θέμα τις βρύσες της Δράκειας. Άλλο από κει πέρα! 35 βρύσες μέσα στο χωριό που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες υδροδότησης των σπιτιών μέχρι και το 1962, νομίζω, που πήραν τα σπίτια νερό. Μέσα, δηλαδή, κάθε σπίτι είχε μία βρύση. Μέχρι τότε σε κάθε γειτονιά υπήρχε μία βρύση που εξυπηρετούσε τα σπίτια. Πάλι μες στην καραντίνα εμείς περπατώντας μες το χωριό -φωτογραφική μηχανή- ανακαλύπταμε παντού βρύσες και πολλές απ’ αυτές αξιόλογες αρχιτεκτονικά και σε παλαιότητα. Δεν λειτουργούν βέβαια αυτές οι βρύσες, αλλά έχουμε βάλει σκοπό έστω και δυο-τρεις από αυτές να τις συντηρήσουμε, πάλι με εθελοντική δράση να τις ανακατασκευάσουμε. Υπάρχουνε ωστόσο να τις κάνουμε στην αρχική τους μορφή κι αν μπορέσουμε να συνδέσουμε και νερό σε δύο από αυτές με διακόπτη -εννοείται-, για να συντηρηθούνε, γιατί είναι και αυτό κομμάτι της ιστορίας κατά κάποιον τρόπο και παράδοσης.

Δ.Θ.:

Εννοείται αυτό. Ποια ήταν η αγαπημένη χρονιά για το ημερολόγιο που φτιάξατε, αν θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε μία;

Α.Λ.:

Μία... Νομίζω τα ήθη και έθιμα, τα οποία ξεκινήσαμε να κάνουμε έτσι μία καταγραφή από -πιο πολύ με φωτογραφικό υλικό, με παλιές φωτογραφίες- από πανηγύρια, από οτιδήποτε έχει να κάνει με τον πολιτισμό του χωριού. Γιατί εκεί ανακαλύψαμε και κάτι που δεν το γνωρίζαμε που η Δράκεια έχει στίχους για κάλαντα Πρωτοχρονιάς που δεν γνωρίζαμε ότι έχουν ξεχωριστούς στίχους. Δηλαδή, ξεκινάνε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς με το γνωστό που λέει όλη η Ελλάδα «Αρχιμηνιά κι Aρχιχρονιά» κτλ. και μετά συνεχίζει ο στίχος με ευχές και μια ιστορία. Εντάξει, εγώ την έχω ζωγραφίσει στο μυαλό μου. Δεν [00:30:00]υπάρχει... Λέει και καλά είναι ο Άγιος Βασίλης, νομίζω, και γράφει: «Σέρνει μουλάρια δώδεκα, γουρούνια δεκατρία, συ ’σ’ αρχόντισσα, κυρία. Κάτσε να φας κάτσε να πιεις, κάτσε τον πόνο σου να πεις, κάτσε να τραγουδήσεις, - εντάξει αυτό είναι γνωστό- και να μας καλοκαρδίσεις. -Και μετά εδώ αρχίζει το μαγικό, γράφει:- Στην πατερίτσα ακούμπησε, να πει την αλφαβήτα κι η πατερίτσα ήταν χλωρή, κι αμόλυσε βλαστάρια βλαστάρια χρυσοβλάσταρα, χρυσουκουμπουδεμένα. Κι απάνω στα ξεβλάσταρα, περδίκια κελαηδούσαν και κατεβαίνει η πέρδικα και βρέχει τα φτερά της. Και λούζει τον αφέντη μας -και δω λέμε π.χ. ξέρω γω τον άντρα του σπιτιού- τον Δημήτρη τον λεβέντη μας και λούζει την κυρά μας -την κυρία του σπιτιού- την Αγγέλα τη νοικοκυρά μας».

Δ.Θ.:

Πολύ ενδιαφέρον.

Α.Λ.:

Ναι.

Δ.Θ.:

Δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι στο χωριό που πηγαίνουν, λένε τα κάλαντα και ο καθένας λέει για το σπίτι του τον εκάστοτε αφέντη ή την εκάστοτε κυρά του σπιτιού, ας πούμε.

Α.Λ.:

Τώρα δεν τα λένε. Αλλά υπάρχει ενδιαφέρον στο ότι υπήρχαν, άρα γιατί μας τα τραγούδησε π.χ. ο παππούς, η γιαγιά, άρα ήταν γνωστά.

Δ.Θ.:

Έχετε μνήμη από τη γιαγιά και τον παππού να τα τραγουδάνε;

Α.Λ.:

Ναι, ναι.

Δ.Θ.:

Και φορούσαν κάτι συγκεκριμένο; Υπήρχε και στολή παραδοσιακή-

Α.Λ.:

Όχι, όχι απλώς στο σπίτι, ας πούμε, τα τραγουδούσανε.

Δ.Θ.:

Την Πρωτοχρονιά;

Α.Λ.:

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχουνε τα κάλαντα των Φώτων στη Δράκεια, όπως και σε άλλες περιοχές του Πηλίου που είναι ένα έθιμο που συμμετέχουν μόνο οι άντρες και τα αγόρια-

Δ.Θ.:

Υπάρχει κάποιος σκοπός που είναι μόνο άνδρες;

Α.Λ.:

Δεν ξέρω. Απλώς όπως όλα τα κάλαντα παλιά ήταν κομμάτι μόνο για τα αγόρια και τους άντρες, αντίστοιχα και αυτό. Και ήτανε κάλαντα που το οργάνωνε η εκκλησία και συνήθως μαζεύανε τα χρήματα, όπως και συνεχίζεται να γίνεται. Τα χρήματα αποσκοπούν -τέλος πάντων- να συντηρηθούν οι εκκλησίες, να αποκατασταθεί μια ζημιά σε μια εκκλησία, μια σκεπή, όπου έχει ανάγκη η εκκλησία. Αλλά μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι ευχές από αυτά τα κάλαντα των Φώτων.

Δ.Θ.:

Δηλαδή;

Α.Λ.:

Δηλαδή... Ξεκινούσαν οι «τραγουδιστάδες» -έτσι τους λέμε- ξεκινούσαν από τον Παπά που παίρνανε την ευλογία για να πάνε όλα καλά. Έπειτα, πήγαιναν στις Αρχές του τόπου -στον Πρόεδρο, στον Επίτροπο-. Κι εκεί έχει ενδιαφέρον, ότι μετά, αφού λέγανε το βασικό τραγούδι, λέγανε μια ευχή -ας πούμε- για τον πρόεδρο. Να σου πω; Λέει: «Μέσα σε τούτες τις αυλές τις μαρμαροχτισμένες εδώ έχουμε έναν πρόεδρο, έναν τρανόν αφέντη. Πρόεδρε-Πρωτοπρόεδρε και Πρωτοτιμημένε, πρώτα σε τίμησε ο Χριστός και δεύτερον ο κόσμος. Όλοι εσένα θέλουμε και σ’ αγαπούμε όλοι, γιατί είσαι τίμιος εις τη δουλειά σ’ όλη την οικουμένη». Ή για παράδειγμα, άμα υπάρχει μικρό παιδί στην οικογένεια τραγουδάνε: «Εδώ έχουμε ένα νιούτσικο, μικρό και παιχνιδιάρη τον έλουζαν, τον χτένιζαν και στο σχολειό τον στέλναν. Να πάει να μάθει γράμματα, να πάει να βάλει γνώση κι απ’ τα πολλά τα γράμματα, καθηγητής να γίνει. Δασκάλισσα τον έδερνε με μια χρυσή βεργίτσα η μανούλα τον μέρωνε με δυο κλωνάρια μόσχο». Ναι. Αυτά μας τα έχει πει ο Γιώργος ο Κουτσοφύτης που σου είπα πριν με το… Που μας είπε και το ποίημα.

Δ.Θ.:

Ο κύριος αυτός τι έκανε στο χωριό;

Α.Λ.:

Αυτός ήταν και επίτροπος στην εκκλησία, αλλά ήταν και πρωταγωνιστής στους «τραγουδιστάδες». Δηλαδή, είναι από τις μορφές που τις έχουμε συνδέσει με το έθιμο αυτό.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ-

Α.Λ.:

Και-

Δ.Θ.:

Ωραία-

Α.Λ.:

Όλη αυτή η γενιά, δηλαδή του Κουτσοφύτη, και ο παππού σου, ο Βασίλης-

Δ.Θ.:

Ο Κώστας-

Α.Λ.:

Ο Κώστας… Sorry. Ότι να ’ναι… Όλη αυτή η γενιά, νομίζω, άφησε χαρακτήρα στο έθιμο. Δεν ξέρω, αν θα ξαναπεράσει τέτοια γενιά. Βροντερές φωνές, άρχοντες, κύριοι! Πώς να το πω…

Δ.Θ.:

Εσείς τι θυμάστε, δηλαδή, από αυτούς τους ανθρώπους εδώ στο χωριό πιο πολύ;

Α.Λ.:

Εμένα ακόμη μου προκαλεί εντύπωση πώς, δηλαδή, πήγαιναν από το πρωί -σκέψου τώρα τι κούραση είναι αυτή- να γυρίσουνε όλο το χωριό, το πρωί να πάνε στην Αγριά, στον Βόλο και στα Χάνια σε Δρακειώτες που μένουν, ας πούμε, Αγριά, Βόλο, Χάνια, οι οποίοι όμως θέλανε να προσφέρουνε στο έθιμο. Οπότε, σκέψου τι δίκτυο είναι αυτό τώρα. Να ξέρουνε οι «τραγουδιστάδες» ποια σπίτια είναι να πάνε στην Αγριά, ποια να πάνε στον Βόλο. Εντάξει, είναι γνώση αυτό, δεν είναι «Άντε, έλα να πάμε!». Και το βράδυ οι «τραγουδιστάδες» χωρίζονται σε δύο ομάδες, πάνω μαχαλά, κάτω μαχαλά. Το αυλάκι τους χωρίζει, ξέρεις…

Δ.Θ.:

Ναι, ναι, ναι.

Α.Λ.:

Και βγαίνεις -ξέρω γω- στην αυλή και τους ακούς! Ακούς ότι είναι πιο κάτω -ξέρω γω- 3 σπίτια κάτω. Ακούς την άλλη ομάδα απ’ τον πάνω μαχαλά να αντηχούνε οι φωνές τους. Είναι γιορτή! Ναι.

Δ.Θ.:

Και αυτό αξιέπαινο. Πάρα πολύ ωραία. Πριν κλείσουμε θα ήθελες να προσθέσεις κάτι, να μοιραστείς κάτι;

Α.Λ.:

[00:35:00]Ναι, να το σκεφτώ λίγο... Τι να σου πω... Είναι φοβερό απ’ το πώς αυτή η απλή ενασχόλησή μας πριν 10 χρόνια με τον Πολιτιστικό Σύλλογο, πώς έχει εξελιχθεί τόσο πολύ στη ζωή μας που αποτελεί κομμάτι της ζωής μας, δηλαδή. Είναι φοβερό, δηλαδή, να προγραμματίζουμε π.χ. την καθημερινότητά μας με βάση και με βάση τον σύλλογο. Ότι -ξέρω γω- «Πάμε αύριο για καφέ;», «Α, όχι. Έχουμε να κάνουμε αυτό». Ή -ξέρω γω- τελειώνει μία δράση, π.χ. τώρα είχαμε τον Αγώνα Θυσίας. Ήδη έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι «Τι είναι το επόμενο;». Πρέπει να το στήσουμε στα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου. «Κύριε Γιάννη, έχουμε να κάνουμε αυτό. Έχε στο μυαλό σου -ξέρω γω-, βρες αυτό!». Και πολύ σημαντικό, επίσης, είναι ότι συνειδητοποιούμε ότι ο καθένας μπορεί να βοηθήσει και στο απειροελάχιστο με τον τρόπο του. Δηλαδή, δεν είναι ανάγκη όλοι να τρέχουμε να οργανώνουμε, να κουβαλάμε. Ο καθένας απ’ τη σκοπιά του, από τη θέση του, μπορεί αυτό που θεωρεί κάτι πολύ ασήμαντο, να είναι πολύ σημαντικό για να στηθεί κάτι. Ακόμα και ένα τηλέφωνο να πάρει, ακόμα και να του πούμε κάποιον συγχωριανό μας ότι «Ξέρεις, θέλουμε να κουβαλήσουμε π.χ. τις καρέκλες» και να έρθει να τις κουβαλήσει. Γι’ αυτόν μπορεί να είναι ένα τέταρτο δουλειά, αλλά για μας και για το χωριό να είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και αυτό είναι το μήνυμα που πάντα σε κάθε -έτσι- μεγάλη εκδήλωση που κάνουμε, ότι μη σκέφτεστε ότι ο σύλλογος είναι αυτοί οι 5, 10 άνθρωποι. Όλοι είμαστε ο σύλλογος και όλοι μπορούμε να προσφέρουμε.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ ωραία, Αθανασία και το τελευταίο που μου είπες. Να σε ευχαριστήσω για τη συνέντευξη αυτή, αν δεν θέλεις κάτι άλλο να προσθέσεις.

Α.Λ.:

Κι εγώ σε ευχαριστώ και μπράβο σου για την πρωτοβουλία που πήρες να ασχοληθείς εδώ με το χωριό-

Δ.Θ.:

Εγώ, εγώ-

Α.Λ.:

Και την καταγραφή αυτή.

Δ.Θ.:

Εγώ ευχαριστώ. Είναι πηγή πληροφοριών και που σας βρήκα και που συνεχίζετε αυτό το έργο και δίνετε ζωή στο χωριό. Και δύο νέα κορίτσια να ασχολούνται με τα κοινά, είναι πάρα πολύ ωραίο κι εύχομαι καλές δράσεις!

Α.Λ.:

Να ’σαι καλά!

Δ.Θ.:

Και καλές δραστηριότητες. Μακάρι να πάνε κι όλα καλά με τον κορονοϊό.

Α.Λ.:

Μακάρι! Κι εσύ καλή συνέχεια-

Δ.Θ.:

Ευχαριστώ-

Α.Λ.:

Σε αυτό που κάνεις.

Δ.Θ.:

Πάρα πολύ. Ευχαριστώ! Καλές γιορτές!