Μεγαλώνοντας παιδί με νόσο φον Ρεκλινχάουζεν: εις μνήμην Μάνου Μπουμπουράκη
[00:00:00]
Καλημέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Καλημέρα, ευχαρίστως, Άννα.
Είναι Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου του 2021, είμαι με την Άννα, βρισκόμαστε στην Αυγενική. Εγώ ονομάζομαι Ερμιόνη Δρυγιανάκη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Θέλετε να μας πείτε πότε και πού γεννηθήκατε;
Στην Αυγενική, Ηρακλείου. Ηρακλείου Κρήτης.
Πότε;
27 Ιουλίου του 1945.
Και πώς ήταν να μεγαλώνετε σε ένα μικρό χωριό του Ηρακλείου όπως ήταν η Αυγενική στις δεκαετίες ’50 και ’60;
Ήτανε λίγο δύσκολα, την Κατοχή δεν την έζησα καθόλου βέβαια, αλλά έζησα τα επακόλουθα. Ήμασταν φτωχοί άνθρωποι, ο πατέρας μου ήταν μεγάλος και είχε παντρευτεί εκείνη την εποχή. Κάνανε διάφορες δουλειές, εμάς μας έφτασε στο να παίρνουμε κάθε μήνα ορισμένα πράγματα, να περνούμε το μήνα. Ο πατέρας μου ήθελε να τα παίρνει μαζεμένα και να έχει σίγουρα φαγητό για τα παιδιά, αυτό. Τι άλλο θέλεις;
Και σπουδάσατε;
Όχι βέβαια, το Δημοτικό.
Κι όταν τέλειωσε το Δημοτικό τι κάνατε;
Όταν τέλειωσε το Δημοτικό, είπαμε να πάω να μάθω μοδίστρα. Πήγα σε μια κοπέλα, ήμουν εκεί αρκετό καιρό, μετά βγήκε μια ξαδέρφη μου μοδίστρα και έφυγα από εκείνη την κοπέλα και πήγα στην ξαδέρφη μου. Πέρασαν κάποια χρόνια, φύγανε οι ξαδέρφες μου και πήγαν στην Γερμανία. Κι από ‘κει βγήκε κι εμένα η ιδέα να πάω κι εγώ στη Γερμανία. Αρχικά, ο πατέρας μου δεν ήθελε, από την αρχή δεν ήθελε, βέβαια. Αλλά εγώ τον έπεισα σιγά-σιγά με την δικιά του έγκριση να φύγω κι ας ήτανε με την δικιά μου. Εάν εγώ δεν ήθελα, δεν θα πήγαινα, αλλά ήθελα τόσο να φύγω απ’ την Γερμανία που δεν με σταματούσε τίποτα εδώ. Μου είπε ο πατέρας μου: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φύγεις, μόνο αν θα αρραβωνιαστείς, παντρευτείς από ‘δω». Εγώ δεν το δεχόμουνα, αλλά ήτανε τόση η αγάπη μου για να φύγω στην Γερμανία που είπα εντάξει. Ο γαμπρός δεν ήρθε, κάναμε αρραβώνιαση εδώ με όλα τα συνηθισμένα που κάνουν τα έθιμα και κρατούσα τη βέρα και πήγα στην Γερμανία. Όταν φτάσαμε, κάναμε, λοιπόν, ένα ταξίδι με τον θείο μου, ήρθε να με πάρει. Να πω πώς έγινε ακριβώς. Η θεία μου, της μαμάς μου η αδερφή, ήταν στην Γερμανία με πέντε παιδιά μεγάλα. Εγώ θα πήγαινα εκεί συστημένα, δεν υπήρχε φόβος κανένας για οτιδήποτε. Ο πατέρας μου και πάλι δεν το δεχότανε, το ‘χαμε κάνει συζήτηση πριν και το ‘χαμε σκεφτεί καλά. «Δεν θα φύγεις», μου λέει, «μόνο αν αρραβωνιαστείς». Ο θείος μου, λοιπόν, κρατούσε ένα γράμμα απ’ τον ξάδερφο μου —εγώ κατάλαβα αμέσως, βέβαια, τι γινότανε— και του έγραφε ότι: «Εδώ είναι ένα παιδί και θέλει να παντρευτεί. Kι αν θέλεις εσύ και θέλει και η Άννα, να έρθει να παντρευτούνε». Εγώ, λοιπόν, βρήκα την ευκαιρία κι είπα: «Ναι, θα πάω», γράφω εκεί: «Είπα το μεγάλο ναι». Ήρθε ο πεθερός μου με τα κουνιάδια μου απ’ τσι Δαφνές, γιατί είναι από ‘κεί ο άντρας μου. Και μου φάνηκε και τότε παράξενο που εγώ ήμουνα 17 χρονώ και ήρθανε με τα γαϊδουράκια απ’ τις Δαφνές εδώ για την αρραβώνιαση. Ο πεθερός μου καθότανε στο γαϊδουράκι και μία γριούλα. Τα υπόλοιπα άτομα ήρθανε με τα πόδια, 4 χιλιόμετρα απόσταση. Κάναμε όλα τα συνηθισμένα, ακόμα και σουμάδες κάμαμε, οι σουμάδες είναι ένα ρόφημα, ένα ποτό να το πω έτσι, που το φτιάχνουνε για τις αρραβώνες, τα συγχαρητήρια που λέμε εμείς. Κάνανε παστίτσιο στο φούρνο το χωριάτικο, που εδώ στην Αυγενική τότε δεν κάνε παστίτσιο. Ήτανε μια κυρία που είχε πάει στην Αθήνα και έμαθε, στη νύφη της, και έκανε παστίτσιο. Και σε όποια αρραβώνιαση ή γάμο ή βάφτιση ήτανε, την καλούσανε να κάνει παστίτσιο σε μεγάλα ταψιά στον φούρνο τον ξύλινο. Από ‘κει και πέρα, εγώ έδωσα τα δώρα που είχα πάρει στους δικούς του. Τον γαμπρό δεν το είχαμε, γιατί ήθελε να ‘ναι ελεύθερο πουλί. Και θα πω την αλήθεια τώρα, γιατί δεν ήθελε να ‘ρθει; Διότι δεν είχε χρήματα. Για να πάρει χρήματα να στείλει για την αρραβώνιαση, λοιπόν, έφυγε από το ένα εργοστάσιο και πήγε στο άλλο κι όχι μόνο εργοστάσιο, σε χωριό. Σ' ένα χωριό, εκεί που ήταν οι δικοί μου, με περιμένανε λοιπόν. Φύγαμε από εδώ μετά δύο μέρες απ’ την αρραβώνιαση, περάσαμε την Ελλάδα όλη, το ταξίδι ήταν υπέροχο, περάσαμε την Γιουγκοσλαβία όλη, την μισή Αυστρία και την μισή Γερμανία, ένα μέρος της Γερμανίας. Και πήγαμε στο μέρος που ήταν οι δικοί μου. Ως εκεί πολύ καλά, εγώ όταν κατεβήκαμε απ’ το τρένο... Συναντηθήκαμε βέβαια γιατί ήρθε και ο γαμπρός να με πάρει και δεν ξέρω πώς έγινε και ήτανε σα να είχαμε ιδωθεί πολλές φορές. Αμέσως είχαμε οικειότητα μεταξύ μας. Πήγαμε στο σπίτι, είπανε ότι ο Αλέκος έχει —γιατί δεν το ‘ξερα ως τότε— ότι είχε φύγει απ’ το ένα εργοστάσιο ή το ένα χωριό να πάει στο άλλο. Και μου κακοφάνηκε πάρα πολύ. Διότι δεν έπρεπε να φύγει πριν πάω εγώ. Να μείνει στο εργοστάσιο που ήτανε, να πήγαινα κι εγώ και αν γινόταν να συμφωνήσομε εκεί, καλώς. Αλλιώς να πηγαίναμε στης θείας μου. Αλλά όχι να πάει εκείνος μόνος, ξέρουν ωστόσο σε πέντε παιδιά, σε τέσσερο, όσα ήταν εκεί γιατί τα άλλα ήτανε παντρεμένα και να μην έχουνε χώρο και τα δύο δωμάτια και μια κουζίνα. Πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο, εγώ, ο θείος, η θεία και μια ξαδερφούλα μου. Τέσσερα λοιπόν είμαστε τα άτομα. Τα κρεβάτια τους εκεί είναι διπλά, δεν ξέρω αν το ‘χετε ακούσει, διπλά με χώρισμα στην μέση. Όχι ψηλό, βέβαια, αλλά είναι δύο στρώματα. Το είδαμε σιγά-σιγά, ήταν και αρραβωνιασμένη μια κόρη της θείας μου, έπρεπε να παντρευτούνε κι εκείνοι. Εγώ πήγα με τον σκοπό τώρα να πάω να δηλωθώ εκεί στο δημαρχείο ότι ήρθα και θα μείνω. Μου λένε εκεί ότι: «Δεν έχεις δικαίωμα πέρα από τρεις μήνες, εκτός κι αν κάνεις μια αίτηση να πάρεις άλλους τρεις μήνες παράταση και το καλύτερο είναι να παντρευτείς και δεν χρειάζεται τίποτα». Εγώ ήμουνα σε δίλημμα γιατί από ‘δω το ‘χα βάλει στο μυαλό μου και λέω: «Αν κάτι δεν πάει καλά, θα ακυρώσω τον αρραβώνα». Δεν το ‘χα πει σε κανένα και έτσι μου βγήκε αυτό τουλάχιστον σε καλό και δεν έγινε ιστορία. Πήγαμε εκεί στο δημαρχείο, έγινε ό,τι έγινε και λέω: «Τώρα μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Εγώ λέω —γράφω εκεί— εγώ δεν ήθελα να φύγω στους έξι μήνες, δεν ήμουν διατεθειμένη να γυρίσω στην Ελλάδα σε έξι μήνες. Εγώ είπα και στο δημαρχείο εκεί: «Ήρθα για πολλά χρόνια ή και για πάντα». Για πάντα δεν γινότανε γιατί ο σύζυγος δεν έκανε τότε στην Γερμανία, δεν έκανε, δεν έκανε, θα αρρωστούσε. Όσα χρόνια ήταν εκεί δυόμισι δεν τόνε πείραζε, μόλις πήγα εγώ, ήθελε να φύγει. Τέλος πάντων, ήταν, βέβαια, άφραγκος και γι’ αυτό έφυγε για να πάρει τα χρήματα που δικαιούταν απ’ το ένα εργοστάσιο να τα στείλει εδώ για να ψωνίσουν οι γονείς του. Φύγαμε, κάναμε ό,τι κάναμε, από ‘κεί και πέρα έπρεπε να παντρευτούμε γρήγορα γιατί τελειώνανε οι τρεις μήνες. Πήγα, λοιπόν, τον Νοέμβριο και τον Ιανουάριο παντρευτήκαμε, γρήγορα-γρήγορα. Με τα υπόλοιπα τώρα να σου πω, θέλαμε αμέσως παιδί, δεν έγινε. Εγώ παρακαλούσα, ήθελα και απ’ τον πρώτο μήνα να ‘μαι έγκυος, γιατί οι άλλες ξαδέρφες μου γεννήσανε μάνι-μάνι, που λέμε εδώ εμείς εδώ, και είχα κι εγώ την αγωνία. Μου μπήκε άγχος, δεν έμενα έγκυος. Πήγα σε πολλούς γιατρούς εκεί, ήρθα στη Θεσσαλονίκη από ‘κει γι’ αυτό το λόγο. Εδώ στην Θεσσαλονίκη είπαν ότι δεν πρόκειται να κάνω παιδιά. Μετά στενοχωριόμουνα πάρα πολύ, συνέχεια έκλαιγα, έκλαιγα. Και μια στιγμή σκέφτηκα, λέω: «Δεν γίνεται τώρα, εγώ θα πάω σ’ ένα γιατρό στην Ελλάδα τελευταία φορά και να μου πει αν κάνω παιδιά καλώς, αλλιώς αν μου πει ότι δεν γίνεται όπως είπε και η άλλη στην Θεσσαλονίκη, θα χωρίσω. Δεν θέλω εγώ να του στερήσω το δικαίωμα να ‘χει παιδιά!». Τέλος πάντων, πήγαμε σε κάτι δικούς να καλωσορίσουμε που ήρχουνταν απ’ την Ελλάδα. Και ήτανε εκεί η κουνιάδα μου και πολλές άλλες κυρίες και μιλούσανε πάλι για τα παιδιά. Ο άνδρας μου είπε μια κουβέντα που θα την πω και δεν πειράζει, ας παρεξηγηθώ. Είπε: «Ας κάνει αυτή παιδί κι ας είναι θυληκαρσένικο, μα εγώ θα του κάνω το [Δ.Α.]. Εγώ θα του κόψω το ένα απ’ τα δύο». Συγγνώμη που τα είπα αυτά, αλλά θέλω να βγει από μέσα μου. Λοιπόν, πήγαμε στο —εγώ δεν ήθελα να πάω στον γιατρό που είπαμε—, λέει: «Θα πάτε σ’ ένα γιατρό ακόμα, κάντε μου τη χάρη», είπε ένας ξάδερφος, «γιατί τον ξέρω πως είναι καλός, έχει κάμει πολλά ζευγάρια να κάνουνε παιδί». Πήγαμε λοιπόν, μεσολα[00:10:00]βήσανε δύο βδομάδες μέχρι να κλείσομε το ραντεβού και να πάμε. Εγώ βέβαια εκείνη τη βραδιά που γυρίσαμε στο σπίτι, είπα στην κουνιάδα μου: «Εσύ μπορεί να γέλασες και να άνοιξε η καρδιά σου απ’ τα γέλια, εμένα όμως η καρδιά μου έσταζε αίμα». Γιατί προσβάλθηκα, γιατί στενοχωρήθηκα, γιατί ήθελε παιδιά και δεν ήξερε πώς να το εκφράσει και μου έλεγε όλο τ’ αντίθετα. «Έλα μα εμείς δεν πρόκειται να κάνουμε, έλα μα εμείς θα πάρουμε ψυχοπαίδι». Δηλαδή, πάντα –δεν θέλω να πω την άλλη λέξη, τέλος πάντων. Πήγαμε στον γιατρό και μόλις πήγαμε και με εξέτασε, μας λέει: «Θα πάτε να πιείτε ένα καφέ και γυρίζοντας θα περάσετε από εδώ να σας πω τ’ αποτελέσματα». Γυρίσαμε λοιπόν και ήτανε κάτι που εμένα με συγκλόνισε. Είπε στον άντρα μου: «Η γυναίκα σου είναι έγκυος δεκατεσσάρων ημερών». Το φαντάζεστε; Δεκατεσσάρων ημερών. Όσο ήτανε το διάστημα λοιπόν που είχε γενεί η κουβέντα. Εγώ όμως εκείνο το βράδυ, όχι μόνο έκλαιγα, μον' δεν είχα που να κλάψω γιατί μέναμε στης κουνιάδας μου που ήτανε ένα δωμάτιο και μέναμε όλοι εκεί μαζί. Και πήγα στον καμπινέ, συγγνώμη και πάλι, κι εκεί έκανα την προσευχή μου και έκανα κλάματα, και παρακαλούσα τον Άγιο Νεκτάριο, και θα βγάζαμε το όνομά του αν ήτανε κορίτσι ή αγόρι. Τελικά έγινε αυτό που έγινε, εγώ το θεώρησα θαύμα. Ήρθαμε από τη Γερμανία στα Χανιά την βαφτίσαμε στον Άγιο Νεκτάριο και ήτανε ένα παιδί μια χαρά. Λοιπόν, σταμάτησε λίγο, σταμάτησε το.
Μας είπατε, λοιπόν, ότι πάνω που πήγατε στον γιατρό να σας βοηθήσει, ανακαλύψατε ότι ήσασταν δεκατεσσάρων ημερών έγκυος.
Ναι, ακριβώς όσες μέρες ήτανε που είχε γίνει η κουβέντα που είπαμε πριν. Ενθουσιαστήκαμε, με σήκωνε ο άντρας μου και γύριζε γύρω-γύρω στο ιατρείο μέσα. Και λέει ο γιατρός: «Τόσο πολύ το θέλατε αυτό το παιδί;». Και είπαμε: «Τόσο πολύ!». Λοιπόν εφύγαμε, δεν πήγαμε με την συγκοινωνία, πήραμε ταξί και πήγαμε στο άλλο χωριό που μέναμε. Κατεβαίνοντας απ’ το ταξί —επλήρωσε ο άντρας μου και ήτανε στο παράθυρο ακριβώς της κουνιάδας μου. Και πάει απ’ το παράθυρο και τους λέει —να το πω έτσι που το ‘πανε; «Δαυλό στον κώλο σας, μα ήρθε κληρονόμος». Εγώ απ’ την μια να γελώ, απ’ την άλλη να κλαίω, δεν ήξερα τι να πω. «Παναγία μου, ντροπή! Μα τι είναι αυτά που λες; Παναγία μου, ντροπή! Θα παρεξηγηθούμε!». Τίποτα δεν είπανε, δεν παρεξηγηθήκανε γιατί ξέρανε τα δικά τους. Τέλος πάντων, γεννήθηκε η Νεκταρία, θέλαμε τότε ένα παιδί, ας είναι κορίτσι, ας είναι αγόρι, λέγαμε. Εγώ προετοίμαζα το έδαφος, γιατί ήξερα ότι είμαστε [Δ.Α.] και λέω: «Δεν πειράζει, αν είναι και υφαντού δεν πειράζει! Ας μην είναι ποδοσφαιριστής». Ήρθε λοιπόν η Νεκταρία, με πήγανε στο γιατρό... Πέρασαν οι μέρες, η ημερομηνία που μου ‘χε πει ο γιατρός και είχανε περάσει δεκαέξι μέρες. Τον πήρανε λοιπόν τηλέφωνο, γιατί ήτανε σε άλλη πόλη και μας είπε: «Αμέσως στο νοσοκομείο! Ακόμα», λέει, «δεν γέννησες; Αμέσως νοσοκομείο!». Πήγαμε και λένε οι γιατροί: «Θα την κρατήσουμε, απόψε θα γεννήσει». Ο άντρας μου θύμωσε, δεν ήθελε να μείνω. «Ήρθαμε», λέει, «και θα μείνεις αμέσως;». Φύγανε με την κουνιάδα μου από ‘κει. Τη νύχτα εγώ γέννησα βέβαια, ήτανε κοριτσάκι. Κι εμένα η καρδούλα μου ήκανε τακ-τακ, λέω: «Τώρα τι γίνεται;», γιατί ήξερα πάνω-κάτω, μπορεί να ‘λεγε: «Δεν με νοιάζει», αλλά ήξερα και τα υπόλοιπα. Δεν ήρθε να με δει αμέσως. Την ίδια μέρα, ήρθε όμως το απόγευμα. Η κουνιάδα μου είχε έρθει και μου είπε: «Δεν θα έρθει ο Αλέκος τώρα, δεν είναι καλά, μου είπε πως θα έρθει το απόγευμα». Λέω: «Δεν πειράζει». Έρχεται λοιπόν το απόγευμα με την άλλη μου κουνιάδα, πήγανε να δουν το μωρό απ’ το τζαμάκι, όπως συνήθως γίνεται και ‘δω τώρα. Και ήρθαν από ‘κει. Η κουνιάδα μου λέει: «Το ομορφύτερο μωρό είναι το δικό μας». Μα ήταν όμορφη! Πολύ όμορφη! Τέλος πάντων, έρχεται και ο άντρας μου, θα το πω όπως το ‘πε ακριβώς, ντρέπομαι που το λέω, αλλά θα το πω. «Έκανες την σκατούλα σου;». Και του λέω κι εγώ: «Αυτές οι σκατούλες τρώγονται», τρελά πράγματα. Από ‘κει που είχαμε λαχτάρα. Η μάνα μου ήταν εκεί τότε, πήγε λοιπόν στο σπίτι φεύγοντας από το νοσοκομείο που με είδανε και πήγε στην κουνιάδα μου το σπίτι που ήταν και η μαμά μου εκεί. Kαι άρχισε και φώναζε: «Να πάρεις τη βαλίτσα σου κι εσύ οι άλλες οι δύο να φύγετε» να κάνετε, να ράνετε. Η κουνιάδα μου λέει στη μαμά μου: «Πήγαινε στο σπίτι το δικό σας κι εγώ θα του μιλήσω όπως πρέπει. Τελικά εσυνήλθε μετά από, μετά απ’ τα σαράντα και ύστερα, το σαράντισα. Από ‘κει κι ύστερα ήτανε το αγαπημένο του, βέβαια, παιδί, δεν το ξεχώριζε από τίποτα, δεν το ‘κανε, δεν το ‘ρανε, να μην στενοχωρηθεί, να μην πάθει, να μην ράνει. Ωστόσο, θέλαμε κι άλλο παιδί, τέλος πάντων, αφού δεν κάναμε, δεν πείραζε λέγαμε: «Δεν πειράζει, ας είναι μοναχοπαίδι». Ήρθε ο Γιάννης με το ίδιο πράγμα, έφευγα απ’ την Αυγενική, έχουμε ένα μοναστήρι εκεί κοντά κι έκανα την προσευχή μου, όποιος θέλει το πιστεύει κι όποιος θέλει δεν πειράζει. Επαιρνούσαμε απ’ τον δρόμο που είναι απέναντι απ’ το μοναστήρι κι έκανα την προσευχή μου κι έλεγα: «Παναγία μου, στείλε ένα παιδάκι ακόμα!». Έγινε ο Γιάννης, πήγαμε στην Γερμανία λοιπόν και στον μήνα πάνω ήμουνα έγκυος. Από ΄κει που περάσανε τέσσερα χρόνια. Δεν είναι λοιπόν αυτά θαύματα; Εγώ τα θεωρώ θαύματα, προπαντός της Νεκταρίας. Πήγαμε στην Γερμανία σ’ ένα μήνα ήμουνα έγκυος. Έτσι σιγά-σιγά κάμαμε άλλα δύο παιδιά. Απ’ την Γερμανία φύγαμε τελικά, είχαμε έρθει τέσσερις φορές για μόνιμα και είχαμε γυρίσει. Είχαμε έρθει και το ’69, αυτό που είπα πριν ήταν το ’66-’67 τα Χριστούγεννα και μετά ήρθαμε τον Μάιο του ’69. Φεύγοντας, όλοι απηυδήσανε με τον Αλέκο. «Φεύγω, κάθομαι, φεύγω, κάθομαι». Και τελικά ήρθαμε το ’69, πήραμε τα χαρτιά μας καλά-καλά, τα δικαιώματά μας και φύγαμε απ’ τον τόπο εκείνο. Ήρθαμε εδώ, ούτε δουλειά ούτε τίποτα. Ούτε σπίτι ούτε πίστη. Λοιπόν, ήθελε να φύγουμε, πώς ήθελε να μου το πει όμως που ντρεπόταν ύστερα; Το φύγε-έλα, φύγε-έλα και να... το σκεφτότανε. Και μου λες: «Μπορώ να ξαναγυρίσω στην Γερμανία μαζί;». Λέω: «Δεν ξέρω, θα το ρωτήσω». «Γιατί θες να φύγομε;», λέει. Δούλευε στο αεροδρόμιο μ’ ένα φορτηγό μεγάλο χώματα, το αεροδρόμιο του Ηρακλείου γινόταν τότε και δούλευε εκεί. Κι αυτός δεν ήτανε συνηθισμένος τώρα απ’ την Γερμανία σε τέτοια δουλειά, Μάιος-Ιούνιος που ήταν πολλές ζέστες. Και έβαλε αρχή να μετανιώνει να πάμε, να πάμε. Δεν ήτανε εύκολο, γιατί δεν είχαμε σπίτι κι εκεί ύστερα. Τα παιδιά δεν είχανε έρθει ακόμα, το ’71 ήρθε η Νεκταρία, το ’69 έγινε αυτό. Ήτανε απογοητευμένος, δεν ήξερε τι να κάμει, ντρεπόταν ενδομύχως κιόλα φαίνεται, εγώ έτσι το καταλάβαινα. Δεν είχαμε λοιπόν λεφτά. Περνάει μια κουμπάρα μας που είχαμε δώσει χέρι να βαφτίσει το όποιο παιδί κάναμε, όταν το κάναμε, όταν κι εφόσον το κάναμε παιδί. Περάσανε αυτοί —από την Γερμανία είχανε έρθει και περάσαν να μας δούνε— και τους είπαμε τι σκεφτόμασταν. «Μα δεν έχομε σπίτι και πού να πάμε; Ούτε δουλειά τώρα». Εγώ και τις άλλες φορές δύο που είχαμε φύγει πιο μπροστά έβριχνα σπίτι και όλα αυτά, μα δεν κάναμε τρεις μήνες να πάμε. Λοιπόν, λέει η γυναίκα, ο Θεός να τήνε συγχωρέσει, γιατί είναι συγχωρεμένη: «Ελάτε» —χωρίς να ‘μαστε κουμπάρες τότε— «ελάτε στο σπίτι μας να κάτσετε μέχρι να βρείτε δουλειά. Ξέρομε ένα εργοστάσιο που ζητάει τώρα εργάτες, θα πάτε εκεί». Πήγαμε πραγματικά, εγώ ντρεπόμουν πολύ γιατί υποχρεώνεσαι, οικογένεια είχε κι εκείνη. Εγώ έπιασα να ψάχνω για σπίτι, δεν βρισκόταν σπίτι απ’ την μια μέρα στην άλλη βέβαια. Και μου πέρασε απ’ το μυαλό να πάω σ’ ένα ξενοδοχείο να ρωτήσω αν μπορεί να μας το νοικιάσει, εφόσον δεν ήταν η εποχή που ήταν τουρίστες τώρα εκεί να πηγαίνουνε στα ξενοδοχεία. Εάν ήθελε κι αν είναι δυνατόν να μου το νοικιάσει σαν δωμάτιο. «Ευχαρίστως», μου ‘πε η γυναίκα, «γιατί», μου λέει, «βλέπω ότι το λες αλήθεια». Λέω: «Σε ξένο σπίτι είμαστε και δεν το θέλω, δεν είναι ωραίο πράγμα». Και μας το νοίκιασε για σπίτι, λοιπόν, το ξενοδοχείο, όχι για μέρα-μέρα. Όσο δίναμε στο νοίκι στα σπίτια μας, το νοίκιασε. Βρήκαμε γρήγορα σπίτι, βρήκαμε και δουλειά πολύ καλή, ήταν οχτάωρες οι ώρες που δουλεύαμε, τις βάρδιες οχτάωρες. Εμείς ήμασταν σε μια βάρδια πρωί-απόγευμα και οι δύο μαζί, μαζί πηγαίναμε, μαζί γυρίζαμε κι όλα αυτά. Πολύ καλά, πολύ καλά τα λεφτά. Εν τω μεταξύ, ήταν 60 χιλιόμετρα μακριά απ’ τσι κουνιάδες μου. Αρχίσανε αυτές να λένε: «Έλα εδώ να κάμεις πρόσκληση στον αδερφό μας, γιατί θέλει να ‘ρθει, αλλά δεν μπορεί. Δεν μπορούμε να του κάνουμε εμείς π[00:20:00]ρόσκληση, δεν έχομε το ίδιο επίθετο». Εγώ έκανα την βλακεία τότε, που έπρεπε να πω: «Πήγαινε ν’ αποσυνδεθείς εδώ, να δηλωθείς εκεί και μόλις του κάνεις την πρόσκληση, ξανακάνεις το αντίθετο κι έρχεσαι εδώ που είμαστε». Δεν γινόταν όμως, γιατί θέλαν' οι κουνιάδες μου να πάμε, να πάμε, να πάμε. Πήγαμε λοιπόν και τι έγινε; Αυτά που έχω πει ως τώρα. Να μένομε όλες... Πήγαμε για μόνιμα, εγώ στους σπιτονοικοκύρηδες δεν το ‘παμε παρά την τελευταία ώρα, διότι μας αγαπήσανε τόσο πολύ που στενοχωρηθήκανε, κλαίγανε όταν φύγαμε. Πήγαμε εκεί, μέναμε σε ένα δωμάτιο που είχα πει και πριν. Και αρχίσαν τα τοιαύτα, λόγια από ‘δώ, λόγια από ‘κεi καταλαβαίνεις τι γίνεται με όλα τα κουτσομπολιά. Εγώ αντίθετη σε όλα αυτά, ποτέ δεν έδωσα δικαίωμα σε κανένα, ποτέ δεν πρόσβαλλα, ποτέ δεν με προσβάλλανε. Δεν είμαι καθόλου... πώς να το πω; Να το πω κι έτσι; Θα το πω. Είμαι υπερήφανη για τον εαυτό μου, δεν έβαλα σε δύσκολη θέση κανέναν ποτέ. Έτσι είμαι ως τώρα που είμαι περίπου 80 χρονών. Έχω μια ψυχή που νομίζω συγχωρώ τα πάντα, δεν κρατώ κακία σε κανένα. Ο κάθε άνθρωπος έχει το χαρακτήρα του, έχει το εγώ του, έχει οτιδήποτε, ανάλογα το πώς μεγαλώνει. Από ‘κει και πέρα, έπρεπε να φύγουμε, γιατί το μωρό πώς θα το φέρναμε στην ζωή, έτσι να μην έχει κανένα να τον μεγαλώνει; Η μία μου κουνιάδα είπενε: «Εγώ θα το κρατήσω επί πληρωμή βέβαια». Και μετά μας είπε: «Εγώ το μετάνιωσα, δεν το κρατίζω το παιδί». Εμείς έπρεπε να δουλέψουμε και οι δύο βέβαια. Δουλεύαμε βάρδιες, να το παίρνει το παιδί με το καρότσι να το πηγαίνει στο δάσος, να το κοιμίζει, να το κάνει, να το ράνει ο άντρας μου. Κι εγώ τις επόμενες ώρες το οχτάωρο που είμαστε. Εν τω μεταξύ, στο άλλο μέρος που ήταν οι θείοι μου, εκεί είχαμε πρόσβαση γιατί μας αγαπούσαν κι εκεί όλοι, μας είχαν ένα όνομα, που λένε. Και σκέφτηκα να πάμε εκεί. Εκεί θα μπορούσα να φέρω και την αδερφή μου που ήτανε τελειωμένη το Δημοτικό να προσέχει το μωρό. Κι έτσι επήγαμε. Κακοφάνηκε στις κουνιάδες μου, βέβαια, αλλά έτσι κι αλλιώς εγώ δεν τα άκουγα πια. Είπα: «Δεν έρχουνται; Δεν θέλουνε; Δεν θέλουνε να χωρίσω», είπα, «το παιδί απ’ τον πατέρα του γιατί» —έτσι σκεφτόμουνα τότε— «δεν είμαι άξια να κρατήσω ψηλά το κεφάλι, και να πω, να κρατήσω, να μην κατηγορήσω τον πατέρα του στο παιδί μου». Δεν θα μπορούσα να τσ’ έλεγα: «Καλά το ‘καμε», κι όλα αυτά. Και γι’ αυτό το λόγο, ήταν ένας λόγος κι αυτός που δεν χώρισα τότε. Ήρθε λοιπόν η αδερφή μου, πιάσαμε εμείς δουλειά καλά-κακά, βρήκαμε πάλι σπίτι, φτου κι απ’ την αρχή. Κι από ‘κει κι ύστερα πήγαν όλα καλά μέχρι δύο χρόνια που κάτσαμε με την αδερφή μου εκεί πάνω. Ύστερα ήρθαμε το ’64 κάτω, αφήσαμε την Νεκταρία μας εδώ, γιατί δεν μπορούσε να συνηθίσει χωρίς την αδερφή μου, ήτανε πολύ δεμένες. Και την αφήσαμε εδώ. Ήρθαμε τα Χριστούγεννα για να το πάρομε και δεν ήθελε το ίδιο να ‘ρθει πάνω. Φύγαμε, είχε τρία ξαδερφάκια ακόμα συνομήλικα της περίπου κι ήθελε να μείνει εδώ. Την αγαπούσαν όλοι, πέρασε καλά μα δεν γινόταν αλλιώς και το καλοκαίρι πια την πήραμε, γιατί αρρώστησε η μαμά μου και δεν μπορούσαν να την έχουν εδώ. Αρραβωνιάστηκε η αδερφή μου εν τω μεταξύ και εγώ δεν ήθελα να ‘ναι άλλο βάρος εδώ, φτάνουνε όλα τ’ άλλα. Εν τω μεταξύ, μαμά μου πέθανε τον ερχόμενο χρόνο. Δηλαδή, δεν έκαμε χρόνο που ήταν εδώ, εγώ δεν κατέβηκα στην κηδεία της, γιατί ήμουνα έγκυος τον Γιάννη, η Νεκταρία τότε έλεγε: «Η γιαγιά μου» και «Η γιαγιά μου» ήτανε 4, 3 χρονών τότε και όπως να ‘ναι θυμόταν, καταλάβαινε. Αυτά, τι άλλο; Γυρίσαμε πάλι πίσω.
Στην Αυγενική;
Στη Γερμανία.
Α, στη Γερμανία.
Στη Γερμανία. Εκεί ήτανε ένας κύριος που γίναμε κουμπάροι μετά, βάφτισε το γιο μου. Και ήθελε να κάνει εργοστάσιο στην Αυγενική υφαντουργείο. Ο άντρας μου δούλευε τις μηχανές πολύ καλά, ήξερε απ’ αυτά και τον έβαλε να πήγαινε να βρίσκουνε μηχανές, να τσι διορθώνουνε, να τσι κατεβάζουνε κάτω. Τότε τους μπήκε η ιδέα να φύγουμε οριστικά. Το ’76, το ’76 λοιπόν ήτανε ο χρόνος της μάνας μου τότε. Μετά τον χρόνο ήρθαμε. Εγώ έλεγα: «Δεν πάω στην Ελλάδα τώρα, δεν θέλω να πάω διότι δεν είμαστε τακτοποιημένοι». «Μα πού θα πιάσουμε δουλειά στου κουμπάρου» —γιατί σου λέω γίναμε κουμπάροι— «θα πιάσουμε δουλειά στου κουμπάρου το εργοστάσιο κι έτσι κι αλλιώς». Και του λέω «Πήγαινε κάτω να πιάσεις δουλειά, να ‘σαι στο ΙΚΑ, να δω ότι ταχτοποιηθήκατε, για να κάμνω κι εγώ τα ίδια. Έτσι δεν πάω». Όμως έγινε πόλεμος. Κι εγώ όπως έλεγα: «Εγώ θα κάτσω εδώ με τα παιδιά, πήγαινε εσύ μα εγώ θα βρω» —είχα τον τρόπο μου— «θα βρω δύο-τρία παιδάκια να τα προσέχω, να πληρώνομαι και θα πάρω και δουλειά στο σπίτι» που κάναμε μηχανές, γαζώτριες και τέτοια. Δεν μ’ αφήσανε, δε, δε, δε. Και ήρθαμε ξανά κάτω, δεν είχαμε ούτε το αμάξι να εκτελωνίσομε, άφραγκοι. Δεν είχαμε το σπίτι τελειωμένο, τότε είχαμε το σπίτι καμωμένο, το αγοράσαμε το οικόπεδο και σπίτι παλιό και το αναπαλαιώσαμε. Το ρίξαμε κάτω, πώς να τα κάμεις όλα αυτά στην Αυγενική; Και πήραμε και δανεικά χρήματα απ’ την κουνιάδα μου και φύγαμε. Τελικά φύγαμε και ήρθαμε κάτω, δυστυχία άμα σου πω! Δούλεψε ένα μήνα ο άντρας μου εκεί στα μηχανήματα, τελειώσανε οι κλωστές που είχαμε φέρει απ’ την Γερμανία, σταματήσανε να πλέκουνε. Και πήγε στο ελαιοτριβείο. Λοιπόν, λένε οι άνθρωποι: «Γιατί δεν έκατσε εκεί που του δίνανε 22 χιλιάδες το μήνα» —που δεν τα πήρε 22 χιλιάδες το μήνα— «παρά επήγε στο εργοστάσιο να λαδώνεται». Εμείς ξέραμε για ποιο λόγο πήγε, δεν μιλήσαμε γιατί δεν έπρεπε. Είχαμε γίνει κουμπάροι και δεν έπρεπε να μιλήσομε εμείς. Είχανε βάλει λάδι στο σπίτι μας και λέω: «Τώρα, Αλέκο, εμείς φταίμε πιο πολύ παρά αυτούς, λοιπόν μιλιά. Δικό μας ήταν το πρόβλημα και οι ανθρώποι εκοιτάξαν το συμφέρον τους». Και λέω ‘γω: «Θέλω να κατεβώ όταν θα ‘μαι έτσι τακτοποιημένη που λέω. Να ‘ναι το σπίτι έτοιμο, να ‘χει το μπάνιο, την κουζίνα κι ένα τηλέφωνο. Τίποτα άλλο δεν θέλω, μου αρκεί». Και ήρθαμε, σου λέω, και γίνανε άλλα αντί άλλων, δούλεψα εγώ δύο-τρεις μήνες σαν γαζώτρια εκεί, μετά δεν είχε πάλι δουλειά. Ξεκίνησε να ‘χει δουλειά μετά από πολύ καιρό και προόδευσε ο άνθρωπος, έκαμε εργοστάσιο μεγάλο εδώ και προόδευσε. Εμείς τι να κάνουμε τώρα εδώ; Πέρασε ένας φίλος του απ’ το Τυμπάκι και μας είπε: «Αφού είναι έτσι τα πράγματα και δεν έχει δουλειές εδώ, ελάτε στο Τυμπάκι να κάνετε θερμοκήπια». Πάμε λοιπόν και στο Τυμπάκι, εγώ άπραγη στις εξοχικές δουλειές, να ανοίγω αυλάκια, να ποτίζω, να ξεχορτίζω, χίλια δυο που θέλει πολλή δουλειά το θερμοκήπιο. Εκεί, βέβαια, που πήγαμε... Αλλά δεν ήτανε προοδευτικός ο άνδρας μου, ήξερε να εξυπηρετεί τον κόσμο, μόνο τα δικά μας δεν τα ‘ξερε. Δεν έπρεπε να χτίσομε, να κάνομε θερμοκήπιο, έπρεπε να νοικιάσομε ένα να το δουλέψομε. Εμείς έπρεπε να κάνομε θερμοκήπιο και πήγανε άλλα έξοδα εκεί, άλλα στα ξύλα, άλλα εργατικά, άλλα εδώ, άλλα εκεί. Άφραγκοι, φύγαμε κι από ‘κει άφραγκοι κι ήρθαμε στην Αυγενική, κάμαμε τρία χρόνια εκεί. Μ’ αυτά όλα εμένα με φθείρανε, γιατί είχα βαριές δουλειές στην Γερμανία, ακόμα και να κόβω σίδερα. Είπε το αφεντικό που ερώτησε ο άνδρας μου να πάω στο εργοστάσιο κι είπε: «Δεν έχω μόνο αυτή την δουλειά, αν μπορεί να τα βγάλει πέρα, ας έρθει». Στα σίδερα, να σηκώνω σίδερα, να κόβω με την μέγγενη, να κόβω με την φρέζα, να τρυπώ με τα τρυπάνια. Βαριά δουλειά για μένα, είπα όμως: «Δεν πειράζει, θα πάω». Από αυτό και ύστερα… όλα ανέβα κατέβω, όλα ανέβα κατέβα, οχτώ φορές δεν πήγαμε κι ήρθαμε; Οριστικά, έτσι ή αλλιώς. Και λόγια, λόγια, λόγια, όλο λόγια, τίποτα άλλο παρά λόγια. Έτσι λοιπόν ήρθαμε εδώ κάτω, κάναμε την Αθανασία και τον Μάνο, δύο παιδιά ακόμα, το οποίο, η Αθανασία ήταν πάρα πολύ έξυπνη σαν μωρό. Αυτό ήταν ξεπεταγμένο απ’ τα δύο μήνες κι ύστερα ήταν ξεπεταγμένη, η Αθανασία που ήρθατε μαζί εδώ. Έγινε κι ο Μάνος, στο Τυμπάκι πια. Ο Μάνος όμως κάπου δεν μου άρεσε η συμπεριφορά του σαν μωρό, που ίσως να ‘ταν το ένστικτο τση μάνας που λέμε. Εγώ καταλάβαινα ότι κάτι συμβαίνει, ο γιατρός, ο παιδίατρος μου έλεγε δεν συμφωνούσε: «Έλα μωρέ, ιδέα σου είναι», μου λέγε, «ετσά σου φαίνεται». Εγώ δεν ησύχασα παρά που πήγαμε στην Αθήνα που μου έδωσε μια συστατική επιστολή να τη δώσω στον γιατρό που μ’ έστελνε. Εγώ δεν πήγα όμως στον γιατρό που μ’ έστελνε, να πω την αλήθεια. Πήγα στο Κιάτο που άφησα τα παιδιά, τον Γιάννη και την Αθανασία, μου λέει: «Θα πάμε μαζί και ό,τι μας πει». Πήγαμε λοιπόν εκεί και μας είπε ότι: «Βγείτε έξω». Με τον άντρα μου είχαμε πάει. Βγαίνομε έξω, μου λέει: «Τι είναι αυτό;». του[00:30:00] 'δινα τον φάκελο και του λέω: «Αυτό μου έδωσε ο γιατρός να σας το δώσω» Και μου λέει: «Μου έφερες διάγνωση απ’ την Κρήτη;». Θύμωσε. «Μου έφερες διάγνωση απ’ την Κρήτη», λέει, «εγώ δεν είμαι τάξε(=τάχα) γιατρός; Θα πάρω την διάγνωση του αλλουνού να σου απαντήσω;». Τέλος πάντων, θύμωσε αυτός όμως μας είπε: «Πηγαίνετε έξω και θα δούμε». Πήγαμε έξω, λοιπόν μου λέει: «Πρώτα εσύ θα μου πεις τι βλέπεις». Και λέω: «Εκείνο που βλέπω είναι ότι τώρα είναι δεκαεννιά μηνών και πόσο σου φαίνεται εσένα; Δεκατεσσάρων με δεκαπέντε μηνών». Μπαίνοντας λοιπόν μέσα μου είπε: «Αυτά που μου είπες είναι αλήθεια, όταν θα φτάσει όμως 18 χρονών θα το ‘χει ξεπεράσει και θα είναι 18 χρονών». Εγώ ησύχασα μ’ αυτά, αφού ‘ταν και καθηγητής και αφού είδε ότι αυτή η διαφορά υπήρχε. Δεν ξέραν από που ‘ταν αυτή η ψυχοσωματική καθυστέρηση. Σε γιατρούς στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Κόρινθο, εδώ στην Κρήτη σε πολλούς γιατρούς. «Τίποτα, τίποτα, τίποτα δεν έχει το παιδί». Τελικά πόνεσε η μέση του κάποια στιγμή απ’ το Δημοτικό και τον πήγαμε στον γιατρό και μας είπε να πάει στο εφημερεύον να το δούνε εκεί. Πήγαμε λοιπόν, όπως έκανε Γυμναστική πάνω τα χέρια, κάτω τα χέρια η γιατρός, μου λέει: «Τι είναι αυτό το φούσκωμα που έχει η μασχάλη του;». Όχι εξόγκωμα, ήταν πιο γεμάτη η μια μασχάλη απ’ την άλλη, όχι να ‘ναι πράγμα που να φαίνεται ότι κάτι συμβαίνει. Και μου λέει: «Θα του το κάνουμε παρακέντηση να δούμε τι είναι». Και λέω: «Όχι, χθες βράδυ ήρθαμε απ’ την Αθήνα και πάλι θα ξαναφύγω για την Αθήνα». Και πάμε στην Αθήνα και μου λένε: «Ραντεβού τα Χριστούγεννα» και ήτανε Οκτώβριος που είχανε ανοίξει και τα σχολεία. Και λέω στον χειρούργο: «Εμένα μου ‘πανε έτσι και θέλω να γίνει τώρα, μπορούμε να κανονίσομε κάτι;». Μου λέει: «Πήγαινε να βρεις τον ογκολόγο στο τάδε μέρος, στον πέμπτο όροφο και ό,τι μας πει θα κάνουμε». Πήγαμε λοιπόν και τον είδαμε, εκεί τράβηξα τα μαλλιά μου. Ήτανε περίπου εξήντα παιδάκια χωρίς μαλλιά εκεί, τους δείχνανε θέατρο, παίζανε θέατρο. Εγώ αγανάκτησα, η ψυχή μου μαύρη. Πήγαμε λοιπόν στον ογκολόγο, του ‘παμε αυτό κι αυτό, μου λέει: «Πήγαινε κάτω και θα μιλήσω εγώ με τον χειρούργο». Και τον παίρνει τηλέφωνο και μέχρι να πάμε κάτω, είχανε βγάλει το συμπέρασμα ότι θα μείνομε αμέσως μέσα. Αφού μου ‘πανε θα μείνω αμέσως μέσα, εμένα έβαλε το χειρότερο το μυαλό μου. «Mέχρι τώρα ενώ μου ‘λεγε το Δεκέμβρη και τώρα θα μου πει αμέσως;». Τέλος πάντων, ας είναι καλά οι ανθρώποι. Μπήκε στο χειρουργείο χωρίς να ξέρομε τίποτα, να του αφαιρέσουν ό,τι υπήρχε στη μασχάλη. Ήτανε ένα πράγμα σαν το αυγό —γιατί μου το φέρανε και το είδα— σαν το αυγό στη μέση και σαν να ‘ταν μια ταυτότητα που βάζομε στο χέρι, ένα αυγό και μικρά-μικρά ύστερα αυγουλάκια έτσι γύρω-γύρω από το... σαν την ταυτότητα έτσι ακριβώς ήτανε. Πάμε λοιπόν, του κάνουν τη βιοψία και με φωνάζουν μέσα μετά, μου λένε: «Άλλα περιμέναμε κι άλλα βρήκαμε. Αυτό κι αυτό συμβαίνει, αυτή η αρρώστια του έκανε την ψυχοκινητική καθυστέρηση». Γι’ αυτό δεν βρίσκανε οι γιατροί τι ήτανε, δεν φαίνεται πουθενά, μόνο στην βιοψία φάνηκε. Ήτανε τότε 11 χρονών. Από ‘κει και ύστερα αρχίσανε τα βάσανα. Μου είπαν βέβαια ότι βγάζει στο κεφάλι συνήθως κι άμα είναι να το ανοίξομε τώρα να δούμε. Κι είπα εγώ: «Όχι, δεν θα το κάνομε τώρα εφόσον θα είναι πολύ μικρό, να το παρακολουθήσομε αλλιώς». Ήθελα να κατεβώ εδώ να το δει ο Χελιδώνης, καθηγητής. Ήρθαμε λοιπόν εδώ και μας είπε: «Ναι, θα βγάλει στο κεφάλι, πρέπει να το παρακολουθούμε όλες, συνέχεια με μαγνητικές». Κάθε έξι μήνες κάναμε μαγνητικές λοιπόν, μεγάλωνε εκατοστό-εκατοστό μέχρι που έφτασε όσο είναι το αυγό. Μας είπε, πέρασε από εδώ απ’ τον φούρνο που είχαμε και του είπα την περίπτωση, μου λέει: «Εγώ θα σας στείλω στην Αγγλία». Και μετά λέει «Όχι, όχι», στην γυναίκα του, «θα τους στείλω εκεί που ήμουνα εγώ στην Αμερική που δούλευα εκεί και έχω τελειώσει εκεί την...», ας το πω τώρα κιόλας, «την ειδικότητά μου». Μας έστειλε σε δικούς του ανθρώπους, δεν πληρώσαμε τίποτα, έβαλε τα χρήματα όλα ο ΟΓΑ. 80 εκατομμύρια, αν θες το πιστεύεις, αν θες δεν το πιστεύεις, 80 εκατομμύρια δραχμές έγινε αυτή η ιστορία. 40 χιλιάδες δολάρια κρατούσα εγώ από εδώ σαν εγγυητική επιστολή να τα δώσω στο νοσοκομείο. Από ‘κεί κι ύστερα, ό,τι πίναμε, ό,τι φάγαμε, ό,τι έξοδα, η διαμονή μας που κάναμε ένα μήνα εκεί, όλα δωρεάν. Το φαγητό μας, ο ύπνος μας, όλα, όλα, όλα! Ας είναι καλά οι ανθρώποι ήρθανε, μου συμπαρασταθήκανε όλοι οι Έλληνες που ήτανε εκεί γύρω-γύρω πάρα πολύ, δεν θα το ξεχάσω. Κράτησε εννιά ώρες η εγχείρηση και βγαίνοντας έξω, βγήκε ένας Προκοπάκης εδώ τον έχομε τώρα καθηγητή στην ωτορινολαρρυγγική και είπε: «Δεν πέθανε». Αυτό που τους ενδιέφερε τότε ήτανε να ζήσει, ας πούμε. Από ‘κει κι ύστερα, θα το πολεμούσαμε. Στην Αμερική έγινε στο κεφάλι είπαμε αυτό. Λοιπόν, το πρόσωπό του άλλαξε, γούρλωσε το μάτι του, πήγε το στόμα του πολύ στραβό και διάφορα τέτοια. Αυτό έκλαιγε, βέβαια… Τέλος πάντων, έμεινα κι εγώ στην εντατική όλη την νύχτα, την επομένη ήτανε λίγο καλύτερα, όταν όμως του κόψανε τα ράμματα… ήτανε δράμα. Είδα κι εγώ το πρόσωπό του έτσι όπως ήτανε, δεν έμοιαζε, απ’ το ένα μέρος ήτανε κανονικό κι απ’ το άλλο ήτανε σαν… Πώς λέγανε μια φορά το ανθρωπόμορφο λιοντάρι, τι ήταν αυτό το λιοντάρι; Που ‘ταν απ’ την μια μεριά έτσι στην τηλεόραση έπαιζε ένα έργο μια φορά, τότε. Απ’ την μια μεριά ήτανε κανονικός κι απ’ την άλλη ήταν έτσι τραβηγμένο. Δηλαδή, έκανες έτσι, χώριζες τη φωτογραφία και έβρισκες δύο πρόσωπα, άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Λοιπόν, ήρθαμε εδώ, βολευόμασταν έτσι, καλά το παιδί, μια χαρά το παιδί, όπως ήταν πρόθυμο και έτρεχε παντού να εξυπηρετήσει και να κάνει χαρές. Κάνανε ένα γάμο εδώ και πήγε κι αυτό να βοηθήσει, ήτανε καλεσμένο και πήγε να βοηθήσει και πέφτει και κάνει αιμάτωμα στον εγκέφαλο. Τρέχουν από ‘δω και μου λένε: «Ο Μάνος έπεσε τον πάμε στο νοσοκομείο, δεν έχει τίποτα. Απλά πάμε να τον δουν οι γιατροί». Εγώ δεν ησύχασα, βέβαια, στο κεφάλι και τέτοιο χτύπημα, έπεσε στο τσιμέντο απάνω. «Πάει», λέει, «καρπούζι στο τραπέζι και έπεσε το καημένο». Το πήγανε και είχε αιμάτωμα στο κεφάλι, αυτό ήτανε φυσιολογικά μέχρι τότε. Κάποια στιγμή άρχισε να βρίζει τους γιατρούς: «Φύγετε, στο διά…» αναθέματα, ένας σωρό πράγματα. Αυτό μόλις το ‘δανε οι άνθρωποι, τρέξανε και φωνάξανε νευρολόγο και νευροχειρουργό κι όλα αυτά και λένε: «Έχει αιμάτωμα». Κι αυτό το σημείο είναι λέει που χτύπησε το νεύρο ας το πω έτσι, το νεύρο της, το νεύρο της συμπεριφοράς, γι’ αυτό έβριζε και το βάλαν' μέσα στο χειρουργείο. Ήτανε το ένα ντου, είχε γίνει έτσι, το ακουστικό νευρίνωμα, είχε γίνει το κεφάλι του τώρα, το δεξιό περιμέναμε και καλά που μεγάλωνε κι αυτό. Σκέψου τώρα τι φασαρία, τι ιστορία, τι στεναχώριες είχαμε περάσει. Όλα μόνη μου. Όλα μόνη, από ‘δω μέχρι την Γερμανία, μέχρι την Αθήνα, μέχρι την Βουλγαρία. Μόλις λοιπόν αυτό πρήστηκε πάρα πολύ και ήρθε να το δει ο γαμπρός μου και του λέει: «Είδες πώς επόδωσα (=κατάντησα);». Είχε χιούμορ το καημένο! Θα σ' την δείξω κι εκείνη τη φωτογραφία που βγάλαμε. Λοιπόν πού μείναμε;
Στην εγχείρηση.
Μεγάλωνε ύστερα, είπανε ότι θα, μεγάλωσε το άλλο, το βγάλανε, πήγαμε στην Γερμανία, έχασε την ακοή του. Ο γιατρός μου έλεγε, είπα εγώ να του το πούμε, εδώ το ‘πα και μου λέει: «Όχι ακόμα». Εγώ πήγα σε ψυχολόγους, γιατί είχε παιδοψυχολόγους τότε εδώ, είχαν έρθει, ήτανε και άλλες στο νοσοκομείο. Και πήγα και μου λένε: «Και πώς θα το αντιμετωπίσει να ‘χει τέτοιες σκέψεις ότι θα χάσει την ακοή του και δεν θα ξανακούσει; Με τι ψυχική οδύνη», λέει, «θα μπει στο χειρουργείο;» και δεν του το ‘πα. Όταν πήγαμε στην Γερμανία, λέω στο καθηγητή: «Να το πούμε;». Και μου λέει: «Όχι ακόμα διότι υπάρχει μια περίπτωση μικρή να αφήσομε να μείνει ένα ψιλό, ελάχιστο ακουστικό άκουσμα, ας πούμε, ν’ ακούει». Τίποτα δεν έγινε βέβαια… Πήγανε στο χειρουργείο, είχα πάρει το Γιάννη τότε όμως και πήγα μαζί του, είπα: «Εγώ δεν ξαναπάω μόνη μου, τέλος! Έπαθα ό,τι έπαθα στην Αμερική, στην Βουλγαρία, εδώ κι εκεί, δεν μπορώ μοναχή μου πια». Ήρθε ο Γιάννης λοιπόν εδώ και κουβεντιάζαμε μου λέει: «Μαμά, ξέρεις ποια θα ‘ναι η επιτυχία του Μάνου τώρα στο χειρουργείο; Να μείνει εκεί». «Γιάννη μου, ίντα μου λες;». «Να μείνει εκεί», μου λέει, «το φαντάζεσαι πώς θα ‘ναι το παιδί;». Ήρθε λοιπόν ο γιατρός, μου ‘πε έτσι ο καθηγητής, ήρθε την επομένη μέρα ο γιατρός, όταν ήταν στην εντατική δεν με βάλανε τότε να μείνω μέσα. Και μου λέει: «Ακούει το παιδί». Του λέω: «Ακούει; Να πάμε κάτω να το δω!». Και με κατεβάζει αμέσως στην εντατική ο άνθρωπος. Δ[00:40:00]εν θα ξεχάσω τα συναισθήματά μου. Μόλις με είδε λοιπόν, βάζει τα κλάματα. Και με κοίταζε με ένα βλέμμα, παράπονο, λύπηση, πώς να σου πω; Σα να το κορόιδευα, ας πούμε. Στεναχώριας, μίσους, αδιαφορίας, ό,τι θες είχε το βλέμμα του. Δεν μίλησε, μόνο έκλαιγε. Του λέω: «Δεν ακούει, είδες;». «Μα εμένα», λέει, «με άκουσε». Λέω κι εγώ: «Δεν σε άκουσε, μόνο καταλαβαίνει γιατί ήλεγα λίγο τα γερμανικά. Καταλαβαίνει», λέω, «γι’ αυτό σε άκουσε». Εγώ βέβαια εδώ του ‘κανα πρόβες γιατί ήξερα την κατάληξη και ήμασταν στην τηλεόραση, τότε είχε που ανέβαζε τη φωνή με γραμμές έτσι, όλα αυτά, του έλεγα: «Θα μου πεις μέχρι που ακούς». Το πατούσα, το άνοιγα σιγά-σιγά και μου λέει «Στοπ» ως το 60 πήγαινε η ακοή του. Λοιπόν, είχε χάσει ένα 40% απ’ το άλλο αυτί, το άλλο ήτανε εντελώς κουφό. Εν τω μεταξύ, του ‘λεγα: «Να κάνομε κι άλλα πειράματα;». Και μου λέει: «Τι;», «Θα μιλώ εγώ να δεις αν με καταλαβαίνεις τι σου λέω. Ή θα μιλάς εσύ να δω εγώ άμα καταλαβαίνω πως μιλάς, χωρίς ν’ ακούω κι εγώ». Τέλος πάντων, έτσι κάναμε πειράματα και κάπου είχε πάλι αυτός ιδέα. Πέρασε μια φορά ένας κωφάλαλος από εδώ και ήτανε στον φούρνο κάτω και μου λέει: «Μαμά, αυτοί που είναι κουφοί δεν ακούνε καθόλου-καθόλου;». Λέω: «Όχι, Μάνο, δεν ακούνε καθόλου-καθόλου». Αυτή ήταν η ερώτηση που μου ‘κανε όλο το διάστημα αυτό. Στην πρώτη εγχείρηση που μου λέει στην Αμερική: «Τι θα μου κάνετε;». Του λέω: «Εδώ έχεις μια ελίτσα και θα την αφαιρέσουμε». «Εγώ την θέλω εκεί που είναι», μας είπε του γιατρού κι εμένα, «Εγώ την θέλω εκεί που είναι». Τέλος πάντων, άλλα ‘δά τανά(=άλλα τώρα αυτά). Επήγαμε, έπεσε σε κατάθλιψη μετά στο πρώτο χειρουργείο ο Μάνος και του ‘δωσα Tavor ένα αντικαταθλιπτικό, είναι ένα χαπάκι και το ‘πινε ένα μήνα και μετά συνήλθε λίγο-λίγο. Εβγήκε αμέσως στο χωριό, στην Αυγενική που είναι ανηφόρα, με την Αθανασία ήθελε να κάνει βόλτα, ήθελε να δει πώς είναι το χωριό τώρα και όλα αυτά. Η Αθανασία βέβαια μιλούσε στους μικρούς εκεί και τους έλεγε: «Μην του κάνετε χειρονομίες» να του μιλούν αυτοί να πάνε να του κάνουνε έτσι μια θεία. «Θεία, άφησέ τόνε γιατί δεν ακούει και θα το πάρει άσχημα» δεν ήθελε να το χαϊδεύουνε, δεν ήθελε συμπόνια και τέτοια πράγματα. Έτσι περνούσαν οι μέρες και πήγαινε απ’ το καλό στο καλύτερο —με την εγχείρηση εννοώ, όχι τα υπόλοιπα. Λοιπόν, αυτός το ‘παιρνε στο σορολόπ που λέμε εμείς εδώ, δεν ήθελε να δώσει δικαίωμα. Και είχαμε ένα ψυγείο που όταν έμενε η πόρτα ανοιχτή σφύριζε κάτω για να το ακούσουμε, ας πούμε, να το κλείσουμε. Αυτός πήγαινε εκεί και στεκότανε, δεν ακούει βέβαια ότι σφυρίζει και βλέπει την Αθανασία ότι γυρίζει να πάει μέσα, διότι ήταν αυτή πρώτα στο ψυγείο και σκέφτηκε: «Εγώ το άφησα ανοιχτό, πάω να το κλείσω». Ο Μάνος όμως κατάλαβε και κλείνει την πόρτα και το λέει έτσι: «Σκάσε εδά μπλιό(=τώρα πια)! Σκάσε!» στην πόρτα, δηλαδή: «Μιλείς και φωνάζεις και ήρθε». Σκάσε εδά μπλιό, σκάσε!» τέτοιο παιδί ήτανε. Να του λέω από μακριά: «Έλα να σου πω». Και μου κάνει: «Λέγε». «Έλα κοντά να σου πω. «Λέγε, ακούω κι από ‘δω, δεν είμαι κουφός», κατάλαβες; Ή που δεν μιλούσε τόσο καθαρά. Τον καταλάβαινα εγώ, αλλά σε ορισμένες λέξεις δεν καταλάβαινα, να τον ξαναρωτήσω και μου κάνει έτσι: «Εγώ φταίω ή εσύ που δεν το καταλαβαίνεις;». Κατάλαβες τι παιδί είχα; Ναι, πολλές φορές λέμε το όνομά του και γελούμε, σαν να είναι εδώ. Πολλές φορές, αλλά οι πιο πολλές φορές, βέβαια, είναι ματωμένες. Αλλά δεν θέλω να το ξεχάσω, θέλω να τα γελώ κι αυτά που ζήσαμε, που νιώσαμε, που όλα αυτά. Όταν ήρθε η ώρα ντου να φύγει εγώ πάντα τόνε ρωτούσα: «Πονάει το κεφάλι σου;». «Όχι» ερχόταν εδώ αν είχε πυρετό, αν του ‘κανα: «Δεν έχεις πυρετό», ήταν όλα εντάξει. Ανεβαίνω μια μέρα απ’ τον φούρνο απάνω και μου λέει: «Το κεφάλι μου πονεί». Ντύθηκε όμως, του ‘δωσα εγώ δύο ντεπόν, ντύθηκε και βγήκε στην καφετέρια που πήγαινε κάθε μέρα. Έφευγε στην καφετέρια, εδώ εκεί, όπου να 'ταν, ήτανε πρώτος απ’ όλους. Φεύγει, πήγε στην καφετέρια, ήρθε μετά από λίγο και πονούσε ακόμη το κεφάλι του. Κοιμήθηκε, εντάξει, το πρωί ξυπνά: «Πάλι το κεφάλι μου πονεί». Και λέω: «Τώρα δεν έχει τίποτα, μόνο νοσοκομείο». Τον ετοιμάζω να πάμε νοσοκομείο, μου λέει: «Πού θα πάμε;». Λέω: «Στο νοσοκομείο, θα πάμε να σε δει ο γιατρός». «Και την τσάντα γιατί την έχεις;». Λέω: «Η Αθανασία μας τη θέλει». Κι έτσι πήγαμε. Μάσε λέει ο γιατρός και αυτή τη στιγμή που είμαστε εδώ, μπορεί να συμβεί το μοιραίο. Είχε ακουμπήσει τώρα ο εγκέφαλος εκεί, πόνους που τράβηξε, πονοκεφάλους εκείνες τις μέρες, πολλούς πόνους. Κάναμε τρεις μήνες ίσα-ίσα στο νοσοκομείο και τέλος. Τελευταία μέρα μου λέει: «Τα νύχια μου θέλουνε κόψιμο» και παίρνω την Νεκταρία τηλέφωνο, της λέω: «Φέρε ένα ψαλιδάκι γι’ αυτό το λόγο». Μετά μου λέει: «Θέλω κούρεμα, θέλω ξύρισμα» και την άλλη μέρα πέθανε το πρωί. Κατάλαβες; Του είπα, ας πούμε: «Θέλεις να έρθει ο παπά-Βαγγέλης να κοινωνήσεις;». Και μου λέει: «Ναι» και ήρθε ο παπά-Βαγγέλης, ο Θεός να τόνε συγχωρέσει κι αυτόν, πέθανε μικρός 45 χρονών με καρκίνο. Και ήρθε ο παπά-Βαγγέλης και το κοινώνησε. Δηλαδή αυτά τα κάναμε τουλάχιστον, προλάβαμε. Άσ' τα να πάνε. Κι από ‘κει κι ύστερα, όταν πέθανε ο Μάνος μου, έχασα τον κόσμο και τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Όσο και να το περίμενα, δεν γινότανε να μην στεναχωρηθώ και να μην κλάψω. Και να ‘χω κι εγώ χειρουργείο εδώ στον αυχένα, να φοράω το κολάρο, να μην μπορώ να σκύβω, η μέση μου με τρέλαινε! Αφού πήγα και ξάπλωσα. Πήγα και ξάπλωσα λίγο, καμία ώρα φαίνεται να συνέλθει η μέση μου. Και τος είχα πει: «Μην μου δώσετε χάπια να κοιμηθώ ή να μην κλαίω, γιατί αλίμονό σας! Να μ’ έχετε σαν το ζόμπι, να μην κλάψω το παιδί μου, να το βλέπω κι ύστερα να λέω μα πώς ήτανε». Και μου λέει: «Μαμά, εγώ θα αναλάβω, θα σου φέρνω νερό με το μπουκαλάκι άνοιχτο(=κλειστό)». Η Νεκταρία μου τώρα είναι αυτή. Εδώ βέβαια έπαθε μια ανακοπή ένα μήνα πριν πεθάνει και φέρανε, το διασωληνώσανε εδώ, φωνάζανε οι γιατροί μας από ‘εδώ: «25 χρονών παιδί χάνομε, φεύγει, πεθαίνει!». Και ήρθανε τάκα-τάκα οι ανθρώποι, το διασωληνώσανε εδώ. Μαζεύτηκε κόσμος να του κάνουνε αναπνοές τέτοια και να μην ξέρουν οι ανθρώποι, το χτυπούσανε. Και να λέω εγώ: «Χτυπάτε το κι ας σπάσουν τα πλευρά του, μα αυτό είναι δυνατό και θα ξανασάξει(=ξαναφτιάξει)!». Να λέει η Νεκταρία μου: «Αφήσετε το να ποθάνει, αυτό δεν θέλει να ζει ετσά!». Τρομερά πράγματα, τρομερά… Δεν βαριέσαι, ας είναι καλά εκεί που είναι και θέλω να, όχι να παρηγοριέμαι, να νιώθω ότι αυτό είναι καλά, γιατί λέω ίσως να γινόταν ένας αγκληματίας, ας πούμε, και ο Θεός δεν το ‘θελε αυτό να γίνει εγκληματίας, δεν το επέτρεπε, και έτσι τον πήρε κοντά του. Κατάλαβες δηλαδή πώς το σκέφτομαι και τι βάνω στο μυαλό μου για να παρηγορούμαι; Σε κούρασα και πάει ντροπή.
Πόσο χρονών ήταν το παιδί όταν-
25 χρονών. Όταν έφυγε. Έτσι μου είχε πει κι ο καθηγητής που τον ρώτησα πώς θα πάει η πορεία του από εδώ κι ύστερα και μου λέει: «Δυστυχώς, αυτά τα παιδιά ζούνε μέχρι τα 25 τους χρόνια». Έζησε είκοσι πέντε χρόνια κι ένα μήνα.
Και πώς λέγεται η νόσος που-
Η νόσος λέγεται φον Ρεκλινχάουζεν, το «Φον» είναι το όνομα του ανθρώπου που το ανακάλυψε, Ρεκλινχάουζεν είναι η αρρώστια. Ήτανε ένας Γερμανός γιατρός πολλά χρόνια πριν, ήτανε πολύ σπάνια αρρώστια, αλλά τώρα λέει ότι έχουνε πληθύνει δυστυχώς και κάνει και μεταμοσχεύσεις στα μάτια. Δεν είπα το άλλο, το πιο σπουδαίο για το θάνατό του. Ήρθανε οι γιατροί, δεν ήτανε καλά το παιδί και πήγα και βρήκα ένα γιατρό, τον —συγχωρεμένος κι αυτός— και του είπα: «Έλα, Γιώργο, γιατί θα το πάρουνε και θα του κάμουνε εγχείρηση και δεν ξέρω τι να κάνω. Αυτοί μου λένε να μην την κάνω, εγώ δεν ξέρω τι να κάνω». Και ήρθε ο άνθρωπος και βρήκε τον καθηγητή εκεί και του λέει: «Τι θα κάνουμε;». Λέει: «Δεν γίνεται διαφορετικά, διότι αυτό είναι… Θα το κάνουμε, θα πεθάνει, δεν θα το κάνουμε και θα πεθάνει. Ή μπορεί να το κάνομε και να μείνει φυτό». Και τους λέω: «Για πόσο θα μείνει φυτό;». «Δεν ξέρουνε αν φύγει αμέσως, αν φύγει μετά από χρόνια, αυτό δεν το ξέρουμε». Αυτοί λέγαν όλοι να μην το κάμομε χειρουργείο, να μην το κάνουμε, γιατί ήταν δώρο-άδωρο, γιατί έβγαζε και στα οπτικά νεύρα. Ένα παιδί που δεν θα μιλούσε καλά, δεν θα έβλεπε, δεν θα άκουγε, τι θα ήταν; Και τα ‘βαλε αυτά το μυαλό μου, υπέγραψα, λέω: «Ας είναι, όπως θέλουν οι γιατροί». Κατάλαβες για τι δίλημμα είχα έρθει; Διλήμματα. Ύστερα πού να πάνε; Όλα ένα μέρος έχουνε και πάνε και μαζεύονται στο κορμί του ανθρώπου. Εγώ μετά από το δικό μου πάθημα τώρα που έπαθα τελευταία, μου φαίνεται πως έχω κακιώσει, δεν ξέρω γ[00:50:00]ιατί. Έχω κακιώσει μου φαίνεται, δεν ξέρω για ποιο λόγο.
Δηλαδή;
Δεν είμαι ο χαρακτήρας που ‘μουνα πριν, δεν ξέρω γιατί… Πιο σκληρή έγινα; Μα δεν έχω φέρει κανένα σε δύσκολη θέση, δεν ξέρω, πάντως εγώ νομίζω ότι έχω αλλάξει χαρακτήρα.
Oγδόντα χρόνια που ζείτε είναι λογικό κάποια στιγμή ν’ αλλάξετε κάποιες φορές.
Λες;
Βέβαια.
Μα δεν βρίσκω να ‘χω κατηγορήσει, να ‘χω εκθέσει κανένα, δεν βρίσκω δηλαδή τέτοια πράγματα, με τον εαυτό μου τα ‘χω. Με ‘χει πειράξει, δεν μπορώ να βγω καθόλου έξω, δεν μπορώ να πάω στην εκκλησία που ήμουνα, μου λέει ο γιατρός: «Ούτε 50 μέτρα δεν θα περπατάς». Θέλω να πάω εκεί στο σπίτι που είναι απέναντι αν το πρόσεξες, μου λέει: «Κι αυτά τα μέτρα δεν θα τα πηγαίνεις. Περπάτημα θα κάνεις μέσα στο σπίτι σου, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Πόσο είναι το δωμάτιο;». Λέω: «Κανονικά δωμάτια». Λέει: «Δεν κουράζεσαι όταν πας και γυρίζεις;». Κουράζομαι. «Ε, πώς θα πας 50 μέτρα στο δρόμο;». κι έτσι είμαι τώρα εδώ μέσα από πότε να σου πω; Πριν την πανδημία, πώς την λένε αυτή, πριν είμαι εδώ μέσα. Ευτυχώς που έχω από εδώ και βγαίνω λίγο στο μπαλκόνι κι έχω κι από ‘δω αυλή. Δεν ήμουνα και του γυρίσματος, συνέχεια να γυρίζω, γυρίζω από εδώ κι από ‘κεί κι έτσι δεν με πείραξε πολύ. Με πειράζει πιο πολύ η εκκλησία που δεν μπορώ να πάω… Όταν πηγαίνω και γίνομαι χειρότερα τι να πα’ να κάνω; Εδώ παντρεύτηκε η κόρη τση Νεκταρίας μου, η εγγονή μου και δεν πήγα στην εκκλησία με τα πόδια, δεν πήγα απ’ το σπίτι στην εκκλησία, διότι είναι έτσι ανηφοράκι κι εγώ δεν μπορώ, δεν μπορώ να περπατήσω. Η Αθανασία μου λέει: «Μαμά, δεν το ‘καμες καλά». «Δεν μπορούσα, παιδί μου, άμα έπεφτα τι θα λέγατε; Δεν θα λέγατε: "Γιατί ήρθες και δεν έκατσες στο σπίτι;"». Κι εκείνο το βράδυ έπεσα μέσα στο σπίτι, εκείνο το βράδυ και φύγαμε ύστερα. Επήγα να δω τα δύο μωράκια, έκανε δίδυμα η νύφη και πήγαμε και γυρίζω να καθίσω και πέφτω σε ένα σκαμπό τραπεζάκι έτσι μικρούλικο ήτανε τετράγωνο και μου καρφώσανε τα αντικείμενα που είχε εκεί και πάνω απ’ το παντελόνι έκανε τέτοια, κοψίματα το δέρμα μου. Αν έπεφτα έτσι στο δρόμο να ξεσηκωνόταν ο κόσμος κι όλα αυτά... Κι απ’ την αρραβώνιαση της Αγγέλας βέβαια είχα φύγει απ’ το σπίτι που ήτανε. Και πέφτω και ακουμπώ εδώ στο γυαλί και κάνω ένα σκίσιμο εδώ που δεν μπορείς να φανταστείς πώς. Και πήρα ύστερα τηλέφωνο, να πάρω ποιον και να ‘ρθει; Και προσπάθησε και το ‘κλεισα εκεί όπως μπορούσα και δεν τος το ‘πα καθόλου και την επομένη το πρωί πήγαμε στο γιατρό και μου ‘καμε τα ράμματα. Εάν το πάθαινα εκεί που έλεγα να φύγω γιατί δεν είμαι καλά, εάν το πάθαινα εκεί να να ξεσηκωθεί όλο το τραπέζι εκεί να λένε: «Η Άννα δεν μπορεί, η Άννα πόθανε». Στενοχωρούμε πιο πολύ για τα παιδιά μου πιο πολύ σ’ αυτό πάνω. Νομίζω ότι είπα πολλά!
Να σας γυρίσω πίσω στο Μάνο, το παιδί που έφυγε-
Πες μου.
Θέλετε να μας πείτε έτσι κάποιο απ’ τα συμπτώματα που είχε αυτή η πάθηση;
Κανένα σύμπτωμα! Τίποτα! Κανένα σύμπτωμα! Μόνο όταν ερχότανε η ιστορία και χτυπούσε κάπου. Και αυτό το βλέπαμε επειδή ξέραμε απ’ την πρώτη φορά ότι παρουσιάζεται χωρίς να ‘χει σύμπτωμα κανένα.
Τι παρουσιάζεται;
Τίποτα, αυτή η ψυχοκινητική καθυστέρηση που σου λέω κι αυτό ήταν απ’ τον όγκο που είχε, απ’ την αρρώστια.
Όγκος, λοιπόν.
Ναι, όγκος, όταν είναι καλοήθης θα φύγει αν δεν ακουμπάει σε… εκεί σε… πώς να το πούμε;
Όργανα;
Ναι, σε ζωτικά όργανα, αλλά δεν πειράζει, δηλαδή αν κάτσει στον πνεύμονα, όπως στο ακουστικό νεύρο, η καρδιά του και γύρω-γύρω που είναι πιο δύσκολα, αλλιώς δεν πεθαίνουνε. Έχουνε πάντα την ψυχοκινητική καθυστέρηση όμως, όσο και να μεγαλώσουνε. Γι’ αυτό μου ‘πε τότε που δεν ήξερε ο καθηγητής, δεν του ‘χαμε κάνει το χειρουργείο για τη μασχάλη και είπε: «Όταν θα γίνει 18 χρονών, θα είναι 18 χρονών, θα το ξεπεράσει». Όμως δεν ήταν από ‘κεί που ‘λεγε αυτός, ήταν απ’ τον όγκο. Κι αυτό έγινε 19 μηνών ήτανε σ’ αυτή την ηλικία που το πήγα στην Αθήνα και έζησε μετά μέχρι τα 25. Απ’ τα 11 χρόνια μέχρι τα 18 ντου ήτανε εφτά χρόνια, ε; Εφτά χρόνια για να ανακαλύψουνε τι ήτανε. Πήγαινε εδώ στο σχολείο και λέω στην δασκάλα ντου: «Εγώ δεν τ’ αφήνω άλλο εδώ, μπορείς να του κάνεις μαθήματα;». Και μου λέει: «Άννα, δεν μπορώ, δεν είμαι εκπαιδευμένη, μόνο θα πάει στην Ακαδημία που είναι εκεί ο κύριος Παντελής και είναι πολύ καλός, είναι ο τάδε, ο τάδε και θα πάει ωραία. Και έκαμε εκεί πολλά χρόνια βέβαια, τα κρατάνε μέχρι 16 χρονών στην Ακαδημία.
Είναι δηλαδή ειδικό σχολείο;
Ναι, ειδικό σχολείο. Και τα κρατάνε μέχρι 16 χρονών, ετούτο το κρατήσαμε μέχρι 19. Μέχρι ν’ ανοίξει το γυμνάσιο. Έγραφε βέβαια τελειώνοντας το γυμνάσιο, έγραφε στα τετράδια του το τελευταίο εξάμηνο: «ΤΕ.Ε.», «ΤΕ.Ε.», κατάλαβες; Σου είπα ότι 16 του μηνός είναι σημαδιακιά ημερομηνία; Και τα ΤΕ.Ε. εκείνη την ημέρα που το κηδεύαμε ανοίξανε, 16. Όλα στα 16. Δεν είναι σημαδιακό; Σημαδιακό είναι… Αυτό που λες, το παιδί δεν είχε αρρωστήσει ποτέ του, μωρό έβγαλε τον κοκκύτη που λέμε και ένα κρύωμα που είχε περάσει. Τίποτε άλλο, μα τίποτα! Και δύναμη, πολλή δύναμη είχε! Όμως κουραζόταν εύκολα. Έτρεξε, ας πούμε, στον μαραθώνιο από εδώ στην Παλιανή, όσα κάνανε ήταν στο —το βλέπω εδά κι εγώ και στο youtube, ετσά το λένε ή το λέω ανάποδα; Και ήτανε μέσα στην εκκλησία και είχε φορέσει τα παπαδιστικά ρούχα και ήτανε, ρε παιδί μου, πρόθυμος παντού. Άμα δεν ήθελε όμως, και κανένα, δεν τον ήθελε με τίποτα. Πριν αρρωστήσει, πριν τόνε πονέσει το κεφάλι του είχα πάει στ’ αμπέλι και έπεσα κι έσπασα το χέρι μου. Και ήτανε κάτω τα παιδιά όταν ήρθα απ’ τον γιατρό και λέει του Γιάννη: «Η παράωρη(=αδέξια, χαζή) επήγε και ήπεσε!». Αυτός βέβαια με συνόδευε, αντί να το συνοδεύω εγώ στο Ηράκλειο με συνόδευε. «Ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην πας από ‘κεί», το καημένο, δεν θα το ξεχάσω, παιδάκι μου.
Από την όψη του φαινόταν ότι είχε κάποια πρόβλημα;
Όχι, μόνο μετά το χειρουργείο φαινότανε. Θες να σου φέρω ένα άλμπουμ να το δεις μια στιγμή ή μεθαύριο;
Θα τα δούμε μετά.
Έχομε ώρα. Τι άλλο να σου πω δεν ξέρω.
Από την ομιλία του; Η ομιλία του πώς ήταν;
Η ομιλία του ήταν... Περπάτησε αργά βέβαια, περπάτησε 3 χρονών και πάντα είχε αυτό τον φόβο να περάσει με μεγάλο βήμα από κάπου. Και τι άλλα; Η ομιλία του, ναι, και η ομιλία του καθυστέρησε να ‘ρθει και δεν μπορούσε να κάνει πρόταση, να γράψει πρόταση. Τελευταία, μετά από χρόνια βέβαια έμαθε κι έγραφε, αντιγραφή έκανε ωραία, στα μαθηματικά ήτανε εντάξει, στην έκθεση ήτανε εντάξει, 18, 19, 17, η αγωγή του ήταν πάρα πολύ καλή στα 20. Όλα αυτά ήταν δηλαδή καλός μαθητής. Κάποτε ρώτησα την καθηγήτρια: «Πώς είναι ο Μάνος;». Και μου λέει: «Πολύ καλός». Και τση λέω: «Μα θέλω να ξέρω», λέω, «τα βάνετε χατιρικώς αυτά τα νούμερα;». Και μου λέει: «Όχι, βέβαια, ανάλογα την αξία του παίρνει το κάθε παιδί. Έτσι τα βαθμολογούμε, ανάλογα με την αξία τους». Και της λέω εγώ: «Εγώ δεν το διαβάζω καθόλου. Αν θέλει να διαβάσει, αν δεν θέλει δεν τον διαβάζω». Και μετά λέει: «Μα γιατί, κυρία Άννα, το κάνετε αυτό;». «Διότι ξέρω αυτά τα πράγματα απ’ τον γιατρό και γιατί να το ζορίζω; Να μάθει τι; Να πάει τι;». Ο καθηγητής τότε του ‘λεγε και το ‘γραφε κιόλα: «Εγώ, Μάνο, θα σε κάνω μαθηματικό!». Πολύ καλός στα μαθηματικά, πολύ καλός! Λογαριασμούς, ρέστα κι όλα αυτά. Την πρώτη χρονιά που τον πήγαμε στην Ακαδημία, επήγανε με την Νεκταρία μαζί και μένανε σε μια ξαδέρφη μου. Τελικά κάμανε τον πρώτο χρόνο, τον δεύτερο έπρεπε να φύγει η Νεκταρία, μέχρι πότε θα το ‘βλεπε εκεί; Και του δίναμε, του ‘παμε, το περίπτερο ήτανε απέναντι και λέμε στην κυρία Ρένα: «Θα του δίνεις ό,τι πράγματα θέλει, ό,τι θέλει ο Μάνος και εμείς κάθε Παρασκευή που θα ερχόμαστε, θα σ' το πληρώνομε. Εντάξει;». «Εντάξει». Πάω την άλλη Παρασκευή να πληρώσω και μου λέει: «Μα δεν πήρε τίποτα». «Δεν πήρε; Και νηστικό ήταν όλη μέρα; Ολονήστικο;». «Δεν μου ‘λεγε», λέει, «τι θέλει, να το φωνάξω απ’ την αυλή να ‘ρθει να του δώσω να φάει». Και του λέω: «Βρε συ, δεν σου ‘πα να πηγαίνεις στην κυρία Ρένα να παίρνεις να φας, να ‘χεις φαΐ;». Και μου λέει: «Μου δώσατε λεφτά; Δεν είχα λεφτά». Ναι, ήταν περήφανος, πολύ περήφανος. Ενώ αυτός κρατούσε πάντα καραμέλες, τσίχλες να κερνά. Στο λόγο που του βγάλανε από το Γυμνάσιο, στην εκκλησία έκλαιγε η κοπέλα που το διάβασε κι έλεγε πόσο τσι κερνούσε συνέχεια, πόσο τος έδινε αέρα στα παιδιά, όλα να τα προσέχει. Τον είχανε βάλει επιμελητή, είναι [01:00:00]πολύ προσεκτικός. Στην Γυμναστική δεν το επιτρέπανε κι ήτανε ο γυμνασιάρχης από εδώ, ο καθηγητής τος και του ‘λεγα: «Γιατί δεν του δίνεις, βρε Γιώργο, κάτι;». Μου λέει: «Θεία, φοβούμαι γιατί έχομε χαρτί ότι δεν πρέπει. Εγώ του ‘δωσα», λέει, «κάτι πιο εύκολο και να πετά την μπάλα έτσι σε άλλο» δεν θυμάμαι πως μου το ‘πε αυτό το άθλημα, αυτός ήταν καθηγητής της Γυμναστικής. Κι έτσι ο Μάνος ήθελε να τα κάνει όλα, να τρέχει, να τρέχει, να τρέχει! Να τόνε κυνηγά ‘δα η Νεκταρία, δω καμιά φορά ήταν στο Βενεράτο. Να τόνε κυνηγά να τόνε βάλουνε στο αυτοκίνητο και της έκανε έτσι: «Πόδια δεν έχω; Έχω πόδια!». Έτσι περήφανος ήτανε. «Έχω πόδια, δεν έχω πόδια;». Εκείνο που το πείραζε και το στενοχωρούσε ήταν όταν τον αποφεύγανε οι φίλοι του, γιατί κοίταξε, μεγαλώνανε αυτά, ξεπετιούντανε και φεύγανε, ξεπετιούντανε και φεύγανε και τ’ άλλα πιο μικρά. Αλλά δεν ήταν με τα καλά του ο Μάνος και δεν το θέλανε πάντα μαζί. Και μου λέει μια μέρα: «Επήγανε να μου φύγουνε να πάνε στα γενέθλια, μα εγώ τσι ‘φταξα», τα παιδιά. Άλλη μια φορά του φύγανε από ‘δώ και ήτανε τση Παναγίας κι ήρθανε τα παιδιά ή εδώ στο Βενεράτο ή στην Παναγία στην Παλιανή πήγαν, δεν θυμάμαι εδά(=τώρα). Πάντως αυτός ήταν μόνος, εμείς ήμασταν στο Βενεράτο, εκεί είχε η Νεκταρία ζαχαροπλαστείο και τον βλέπω κι ερχόταν με τα πόδια απ’ την απέναντι μεριά. Του ‘κανα εγώ σήμα, ξέρεις αυτός έβλεπε από γύρω-γύρω, είχε κεραίες και δεν μου ‘δινε σημασία, κανενούς, ούτε να δει που καθόμασταν, ήξερε ότι ήταν εκεί. Και δεν περνούν δέκα λεπτά να τόνε πάλι και κατέβαινε κάτω, με γρήγορα βήμα και κατέβαινε. Ξανακάνουτου ‘γώ το ίδιο, τίποτα, δεν ήρθε. Κι ήταν εδώ ένας ανιψιός μου απ’ την Κόρινθο που σου λέω ότι είναι και μου λέει: «Θεία, όταν ήρθε ο Μάνος αν του ‘στιβες το ποκάμισο, θα ‘βγαινε ιδρώτας. Μούσκεμα», μου λέει, «στον ιδρώτα, μούσκεμα!». Φαντάσου καλοκαίρι να κάνει τόσο δρόμο τάκα-τάκα, να πάει να ψάχνει κι αυτά είχανε χαθεί; Αυτά το στεναχωρούσανε κι αυτά δεν ήθελε η Νεκταρία μου να στέλνει το παιδί. Κι εγώ δηλαδή στεναχωρούμουνε πάρα πολύ. Ή να στέκεται κάτω στον φούρνο, να περάσουν τα παιδιά και να μην του πούνε: «Έλα», ας πούμε, από μόνος του δεν πήγαινε. Πολύ περήφανο παιδί, δεν μπορώ να σου πω τι άνθρωπος ήτανε, ήτανε σαν τους παλιούς ανθρώπους που ήτανε αληθείς, πολύ, πολύ, πολύ, δεν ήθελε ψέματα, δεν ήθελε κουτσομπολιά. «Σε νοιάζει εσένα;», μου ‘κανε, «Σε νοιάζει;». Εν τω μεταξύ, έλεγα στα παιδιά: «Μα πώς μωρέ τα ξέρει τόσανα πράγματα; Εσείς του τα λέτε;». Και μου λέει: «Όι, θεία, ντα αυτό όπου βρει ένα χαρτί το διαβάζει, εφημερίδα, το ένα, τ’ άλλο, τα διαβάζει». Κι ερχότανε μου ‘λεγε νέα απ’ την τηλεόραση: «Είδες τον τάδε, είδες τον βουλευτή, είδες κειονέ(=εκείνον) τον παράωρο;». Συγγνώμη που τα λέω έτσι, αλλά δεν πειράζει.
Είχε καλή μνήμη;
Πάρα πολύ καλή μνήμη, θυμότανε πάρα πολύ καλά. Σε όλα του ήτανε καλώς, σε όλα του!
Μας είπατε ότι η διάγνωση της νόσου αυτής ήρθε όταν το παιδί ήταν 11 χρονών.
Ναι.
Πώς νιώσατε όταν το μάθατε εσείς αυτό;
Δέος. Κι έλεγα πώς να τύχει τώρα αυτό το πράγμα, από πού; Μου είπαν ότι θα ήταν κληρονομικό ίσως, μου είπαν ότι ίσως δεν είναι κληρονομικό, δεν ξέραν ούτε οι ίδιοι. Είχα αγωνίες γιατί έχω πιο μεγάλα παιδιά που επρόκειτο να τεκνοποιήσουν και είχα την αγωνία αυτή μήπως είναι οικογενειακό. Τελικά μας είπε ο καθηγητής, ο κύριος Χελιδώνης από εδώ, ότι δεν είναι οικογενειακό. Θα ήταν, λέει, να συνεχίζεται εάν παντρευόταν ο ίδιος. Εάν παντρευόταν το ίδιο παιδί κι έκανε παιδιά θα είχανε οπωσδήποτε, ενώ έτσι, λέει, οι υπόλοιποι δεν κάνουνε. Τα ‘χουνε κάνει εξετάσεις τα παιδιά όλα, δεν έχουνε τίποτα προς το παρόν. Μα δεν έχουν και ψυχοκινητική καθυστέρηση, ας πούμε, αυτά. Όταν διαγνώστηκε λοιπόν και μου είπανε αυτά τα λόγια, μου είπε βέβαια —πώς τη λένε αυτή; Κυτταρολόγοι; Ότι δεν έχει κανένα σύνδρομο, αλλά δεν ήξερε και τι ήτανε τότε, μέχρι που χειρουργήθηκε. Το είχανε κόψει από το μπράτσο μέσα μέχρι τα πλευρά κάτω, έτσι το ανοίξανε. Ήτανε φοβερό αυτό που έβλεπες, ένα πράγμα σαν το συκώτι ήτανε, έτσι, μελανό και να βλέπεις τα άλλα αυγουλάκια γύρω-γύρω, τέτοιο πράγμα. Από ‘κεί καταλάβανε ότι είναι αυτό που κάνει την ψυχοκινητική καθυστέρηση και ότι εάν προχωρούσε να μεγαλώνει στο κεφάλι, θα έκανε κι άλλο, κι άλλο και ούτω κάθε εξής. Είπαμε να μην το αφήσουμε να γίνει αυτό που σκεφτότανε και ξέρανε οι γιατροί ότι θα γίνει, διότι είχε και στα οπτικά νεύρα μικρούλικα που θα μεγαλώνανε οπότε θα ήτανε τυφλό, κουφό και να μην μιλάει καθαρά, οπότε ένα άψυχο πράγμα, μόνο αναπνοή. Και ήτανε φοβερό, μόνο που το σκεφτόμουνα αυτό έφτανε. Ήτανε πολύ περήφανο, δεν θα ‘θελε αυτό να ζει έτσι όπως και να το κάνεις. Αλλά δεν θα μπορούσε να κάνει και τίποτα, πώς να αντιδράσει τότε; Ενώ τώρα, όπως μου είπανε και οι γιατροί, είπαμε να το πάρουμε εδώ και είπανε: «Όχι, αφού δεν του κάνουμε χειρουργείο, θα το αφήσουμε εδώ όσο κρατήσει το παιδί να φύγει αξιοπρεπώς, να είναι πιο καλά, παρά να το πάτε στο σπίτι να είναι οι άνθρωποι από πάνω του, αχ και βαχ». Και έτσι έφυγε ήσυχο-ήσυχο. Το πρωί τον έπλυναν οι κοπέλες και του έδειξαν μπλούζες, γιατί πάντα είχε καλό γούστο και του είπα: «Ποια θα φορέσεις;». Και μου είπε: «Αυτή». Εκείνη συμπτωματικά εντελώς ήτανε η μπλούζα του σχολείου που έγραφε ότι: «Μην αφήνετε την…» Πώς το έγραφε; Να σ' το φέρω να το δεις.
Όι τώρα! Όι τώρα! Θα το δούμε.
«Μην αφήνετε…», δεν το θυμάμαι τώρα.
Δεν πειράζει, σε λίγο!
Δεν θα το… Οπότε, «Μην αφήνετε την…», αχ μάνα μου! Τέλος πάντων, δεν το θυμάμαι, κάποια στιγμή θα το πω αργότερα.
Έγραφε λοιπόν η μπλούζα αυτή κάτι-
Ναι, για το σχολείο, για την προσπάθεια που κάνουνε: «Μην βάνετε όρια στην προσπάθεια». Έτσι ακριβώς και το ‘πε εντελώς συμπτωματικά και του ‘βαλε αυτή την μπλούζα. Ήτανε, πώς να σου πω; Ήξερε ορισμένα πράγμα που μάσε φαινόταν ολονών παράξενα, σα να μάντευε ορισμένα πράγματα. Δεν ήθελε να είμαι άρρωστη, δεν ήθελε να κλαίω, δεν ήθελε να κουνιέμαι χωρίς να υπάρχει λόγος. «Κάτσε, μην κουράζεσαι». Πάντα. Ήταν όμως έξυπνος και όταν είπαν να πάνε εκδρομή τα παιδιά στο Ρέθυμνο, και στην Ολυμπιάδα τότε, τον πήρανε, μου είπανε, οι καθηγητές ότι θα πάρουνε τα μισά παιδιά στο Ρέθυμνο και τ’ άλλα στην Ολυμπιάδα, στην Πελοπόννησο. Του Μάνου του έτυχε να πάει εδώ, στο Ρέθυμνο. Μόλις γυρίσανε, με πήρε η καθηγήτρια, διευθύντρια τηλέφωνο: «Τον Μάνο να το ετοιμάσετε να τον πάρουμε και στην Πελοπόννησο διότι ήταν άψογος!». Στο κρεβάτι του, στο φαγητό του, στο να προσέχει τα παιδιά, άψογος! Και τον πήραν και στην Πελοπόννησο. Αυτά, όπου κι αν πήγαινε, ήτανε πρώτος, πρώτος απ’ όλους. Όχι ότι θέλω να το πω να το παινέσω, γιατί όλα μας τα παιδιά είναι ίσα. Εγώ δεν διάλεγα κανένα, δεν έκανα διάκριση σε κανένα απ’ τα παιδιά μου. Και όταν, πραγματικά το λέω, όταν βλέπω κάποιον άνθρωπο να έχει ιδιαίτερες ικανότητες, οτιδήποτε είναι αυτό και το παραμικρό, ούτε τον χλευάζω, ούτε τον κουτσομπολεύω, τίποτα. Δεν χρειάζεται, όλοι είμαστε ένα. Στον καθένα μπορεί να τύχει απ’ την μια στιγμή στην άλλη το κάθε τι, έτσι δεν είναι; Οπότε... Να ‘χει ο άνθρωπος την υγειά του μέχρι να ζει, το πιο πολύτιμο πράγμα είναι αυτό. Μα και το παραμικρό να έχει στεναχωριέται, γιατί νομίζει ότι το δικό του είναι το πιο μεγάλο. Όμως ο σταυρός είναι ανάλογα τι σηκώνει ο άνθρωπος. Και λέγαμε και μία παροιμία άλλη που λέει: «Κατά τον καιρό», λέει, «δίνει ο Θεός το πάπλωμα» όσα αντέχει ο καθένας θα του δώσει σκέπασμα. Σε σένα μπορεί να το ‘δωσε, σε άλλον να μην το δώσει, γιατί εσένα σε βρίσκει πιο δυνατή και θα τ’ αντέξεις. Ενώ οι άλλοι είναι αδύναμοι και δεν θα τ’ αντέξουν αυτό, γι’ αυτό και γίνονται οι διακρίσεις. Δεν είναι διάκριση, είναι γεγονός που το ξέρουνε οι ανθρώποι μόνο. Αυτά, έτσι έφυγε ο Μάνος μου σιγά-σιγά, σαν το πουλάκι με τρία χτυπήματα τση καρδούλας του που έκανε στο λαιμό, έσβησε κιόλα. Έτσι, στα χέρια μας απάνω… Αυτά. Όταν ήρθαμε εδώ βέβαια ήταν άλλο πράγμα. Ήρθανε οι καθηγητές του, ήρθανε οι δάσκαλοι απ’ το δημοτικό, ειδικά ένας δεν ήθελε να μπει να το δει. «Δεν μπορώ αν το δω το Μανολιώ έτσι, δεν μπορώ!». Όταν περνούσε καμιά φορά ή έλεγε η τηλεόραση γι’ αυτόν που έβγαζε, έλεγε κάτι ο άνθρωπος στην τηλεόραση για το σχολείο, έβγαινε από ‘κει και μου φώναζε: «Βάλε την τηλεόραση να δεις τον Γιώργο τον», δεν θυμάμαι το όνομά του, «βάλε το, βάλε το, βάλε το να το δεις!». Τον αγαπούσε πάρα πολύ κι εκείνος. Όταν επήγαμε κι εγυρίσαμε απ’ την Γερμανία, που είχε χάσει τελείως [01:10:00]την ακοή του, δεν το ξέρανε βέβαια οι ανθρώποι εκεί. Και σταματάει στην κολώνα απάνω και κοίταζε. Έρχεται ένας δάσκαλος του μίλησε, εντάξει ωραία και καλά. Έρχεται ένας άλλος που ήτανε εδώ δάσκαλος στην Αυγενική και το ‘ξερε το παιδί. Κι άμα του μίλησε και είδε πως δεν άκουγε, έκλαιγε κι έφυγε. Η άλλη του δασκάλα του ‘φερε ένα αρκουδάκι του Ολυμπιακού, ήταν Ολυμπιακός τέρμα! Από μπλούζες, από γράμματα, τα πάντα, τα πάντα! Και του ‘φερε ένα με το τραγούδι του Ολυμπιακού. Και όταν τση ‘πα πως δεν άκουγε, ετρέξανε τα μάτια της και μου λέει: «Δεν το ‘ξερα, δεν το ΄ξερα!». Και τση λέω: «Δεν πειράζει, δεν μπορούσε να το ξέρει κανείς». Κι όμως αυτός το ‘βαλε κι έπαιζε και μου λέει: «Το ‘βαλε και παίζει» λέει και είχε το χέρι του στο μεγάφωνο και καταλάβαινε. Κι ύστερα τον χορό, πώς εχόρευε; Και επήγαμε μια φορά Χριστούγεννα μέσα στο γυμνάσιο και τραγουδούσανε τα παιδιά και χορεύαν, εμείς ήμασταν απέξω. Και λέω τση καθηγήτριας: «Μα ο Μάνος ήτανε ή μου φάνηκε;». Μου λέει: «Ναι». «Και πώς τραγουδάει αφού δεν ακούει;» κι όλα αυτά, μου λέει: «Με ρυθμό! Έτσι του κάνω στην πλάτη και ξέρει πότε είναι» του χτυπάει λέει στην πλάτη. Ξέρουν αυτές, παιδί μου, πώς τα χειρίζονται. Γι’ αυτό μου ‘πε και η δασκάλα εδώ: «Δεν μπορώ να το βοηθήσω γιατί δεν έχω την γνώση που πρέπει να ‘χει ο δάσκαλός του», ας πούμε. Θέλει να ‘χεις σπουδάσει ιδιαίτερα.
Πόσα χρόνια έζησε μετά που έμεινε κωφός;
Απ’ το ’98 ως το ’07, δέκα χρόνια περίπου.
Και πώς τον αντιμετώπιζαν οι χωριανοί;
Άνετα, καταλάβαινε τα πάντα, δεν δυσκολευότανε σε τίποτα. Έπαιρνε χαμπάρι, που λέμε εμείς, με το άψε-σβήσε! Ή να του λέγανε κάτι, ας πούμε, για τ’ αυτιά του και όλα αυτά, που δεν το λέγανε, πιστεύω μόνο τα νέα παιδιά αν του λέγανε κάτι, δεν το... Το αντιμετώπιζε καλά μόνος του. Αν καμιά φορά καταλάβαινε ότι πιο μικρά παιδιά κάτι λέγανε, τος έλεγε αυτός ότι: «Άμε στση μαμάς σου. Άμε στση μαμάς σου». Εδώ απέναντι εδώ ένα κοριτσάκι πιο μικρό απ’ τον Μάνο, ήταν τότε 8-9 χρονώ φαίνεται και αυτός ο Μάνος δυσκολευόταν ακόμα να μιλήσει καθαρά. Εκείνο είχε μια γλώσσα! Τετραπέρατο, πολύ έξυπνο! Και κορόιδευε τον Μάνο απέξω στην αυλή αυτή και ο Μάνος στο πεζοδρόμιο. Και τση δίνει δύο μούτζες και φεύγει. Και βγήκα και τση λέω: «Είδες τι έκανες; Αφού ξέρεις ότι ο Μάνος έχει κάποιο πρόβλημα. Εσύ είσαι μικρούλα αλλά έχεις άλλα χαρίσματα, ο Μάνος δεν τα ‘χει αυτά, δεν θέλω να τον κοροϊδεύεις. Ανέ το πω στην μάνα σου, θα σε δείρει» δεν του ξαναμίλησε, τίποτα δεν του ξανάπε. Θέλουνε κι αυτά υποστήριξη κάποια στιγμή. Άμα δούνε ότι δεν τα υποστηρίζεις, χάνονται. Χάνονται, τα καημένα. Όσο και να μεγαλώνει το παιδί, είναι παιδί πάντα. Δηλαδή, ο Μάνος στα 25 του χρόνια που ήταν τότε, έδειχνε 18άρης και στην όψη και στην κίνηση. Βαθύς καημός. Δεν γιατρεύεται με τίποτα, με τίποτα! Δίκοπο μαχαίρι και κόβει γύρω-γύρω. Όμως θέλω να θυμούμαι κι αυτά τα, τις λίγες χαρές που είχε. Θέλω να τα θυμούμαι και να τα γελώ, δηλαδή σαν να είναι ο Μάνος εδώ. Εκείνη την ώρα σαν να τον έχω δίπλα μου. Ήταν υπερήφανος, δεν έτρωγε ποτέ με τον μπαμπά του μαζί, γιατί δεν μπορούσε να φάει, όπως κάνω κι εγώ τώρα. Τώρα τον καταλαβαίνω πολύ, γιατί όταν είναι κάποιος άρρωστος καταλαβαίνει, μα όταν δεν είσαι, δεν μπορείς να πάρεις ούτε τον πόνο, τίποτα. Εγώ το ‘βλεπα, στενοχωριόμουνα, μπορούσα να του κάνω διαφορά; Δεν μπορούσα. Λοιπόν τώρα όπως αυτό έκανε έτσι έτρωγε γιατί αυτά δεν δουλεύανε, η γλώσσα δεν δούλευε καλά. Το κατάπιωμα όπως μου το ‘πε στην Γερμανία ο καθηγητής μου λέει: «Δεν θα μπορεί να καταπιεί». Μου λέει: «Πώς το λένε γερμανικά;» λέω «Schluckaufen» πώς το ‘πα ‘γω τότε σας; Και μου λένε: «Δεν μπορεί να ξεροκαταπιεί» που λέμε εμείς. Το ίδιο παθαίνω εγώ. Εγώ θα πνιγώ με το σάλιο μου γιατί αυτά μου δεν δουλεύουνε, θέλω να καταπιώ το σάλιο μου ή το νερό ή το φαΐ, κάνω έτσι, γανακτώ(=δυσκολεύομαι) να καταπιώ όταν μου ‘ρθει εκείνο. Όλα αυτά τα ‘χε ο Μάνος μου και σε πιο σοβαρή κατάσταση ήτανε, καημένο. Τώρα με την Αθανασία μου τα ίδια. Έκανε το χειρουργείο και έχομε τα ίδια, αυτηνής πιο επώδυνα και πιο δύσκολα, το χέρι τζης και τα υπόλοιπα. Δυστυχώς, δεν είναι καλά να ‘χει ο γονιός άρρωστα παιδιά. Να λες και: «Δόξα σοι ο Θεός να ‘ναι καλά τουλάχιστον». Και τι άλλο να πούμε; Τίποτα. Κάποτε μια θεία μου που ήτανε τετραπέρατη και λογικιά, νύφη του πατέρα μου από αδερφό, μου λέγε: «Άννα, εμείς είχαμε πολλά παιδιά και περάσαμε και φτώχεια με τη μάνα σου. Όμως ήμασταν τυχερές που δεν χάσαμε παιδί». Και μετά τα σκεφτόμουν πάρα πολύ που μου τα ‘λεγε αυτά η συγχωρεμένη, ήτανε μεγάλη γυναίκα. «Ήμασταν τυχερές», λέει, «που δεν χάσαμε παιδί». Εδώ βρε βλέπεις και κάνουνε έκτρωση και πάλι πιστεύω ότι δεν θα το ξεχνούνε ποτέ. Εγώ δεν θα το ξεχνούσα ποτέ μου, ούτε θα το σκεφτόμουνα να κάμω τέτοιο πράμα. Εγώ είχα πάει 25 χρονών που έχεις ζήσει τόσα και τόσα. Ύστερα τα γενέθλιά του κάθε χρόνο τα κάναμε στο σχολείο και εκείνη την χρονιά έγραψε: «Τα γενέθλιά μου θα τα κάνομε στου Δημήτρη την ταβέρνα» εκεί πιο πέρα. Δεν πρόλαβε, το καημένο. Του φέρανε να του κάνουνε η Νεκταρία με τον Μανώλη την τούρτα κι όλα αυτά, ήτανε σαν ράκος. Αφού ήταν τώρα σαν προχθές 16 του μήνα, ήταν η γιορτή του, ας πούμε, για τα γενέθλιά ντου και στις 16 του μήνα είχε πεθάνει. Του Γενάρη. Σαν τον σκελετό είχε γίνει, τι ήταν αυτό το πράγμα; Κολλημένο το δέρμα πάνω στα κόκκαλα, εντελώς. Έχει ιστορίες, γιατί τελευταίες ώρες αδρανούνε τα όργανα τα ζωτικά και μου λέγανε: «Μία μπουκιά να φάει γιατί θα του βάλουμε σωληνάκι απ’ την μύτη». Μετά: «Μία γουλιά νερό οτιδήποτε γιατί θα του κάνουμε αιμοκάθαρση» δηλαδή φοβερά πράγματα, τρελαίνεται ο άνθρωπος. Και όταν έχεις και την ευθύνη όλη απάνω σου… Σ’ όλα αυτά ο Αλέκος, πώς να σ' το πω τώρα; Ούτε γιατί πάω, ούτε πού πάω, ούτε γιατί χαλώ λεφτά, τίποτα, ποτέ, ποτέ! Όλα ήταν ελεύθερα, όμως δεν μπορούσα να [Δ.Α.] ήμουνα μόνη πάντα. Κι αυτό είναι πολύ βαρύ γομάρι… Βαρύ γομάρι. Αυτά, θες κάτι άλλο;
Μας είπατε ότι πήγατε και στην Βουλγαρία.
Στην Βουλγαρία πήγα πριν απ’ όλα αυτά, όταν ήτανε στο Δημοτικό, μικρός, διότι ήθελα να ψάξω και την ακοή του. Λέγανε εκεί επειδή δεν μιλούσε καθαρά, μήπως δεν ακούει κιόλα καλά. Εκεί μου είχαν πει ότι ήταν ένας πολύ καλός γιατρός κι ήξερε κι ελληνικά, ήτανε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο εκεί και πήγαμε. Πήγαμε σαν τουρίστες, ας πούμε, με γκρουπ. Και τότε πραγματικά κρατούσα κάτι δώρα στον γιατρό, μια μεγάλη κούτα τση τηλεόρασης γεμάτη απ’ όλα, μέχρι και λάδι του πήγα, μέχρι χαρτικά, μέχρι στυλό, οτιδήποτε! Και μου λέει την άλλη μέρα: «Εσύ, παιδί μου, έκανες ένα θαύμα τώρα». Ο γιατρός, ήτανε φτώχεια, μεγάλη φτώχεια. «Αυτό που έκαμες ήτανε ένα θαύμα». Και πήγαμε και μου είπε: «Τ’ αυτιά του δεν έχουνε τίποτα». Μου έδωσε κάτι βιταμίνες να κάμει που τσι κάμαμε εδώ στο Βασιλογιαννάκη το γιατρό και ήτανε σα λάδι πηχτό και μου λέει ο γιατρός: «Πονάνε πάρα πολύ» και του ‘κανε την ένεση, κι αυτός γελούσε. Λέει: «Πρώτη φορά το βλέπω αυτό, να γελά». Ήτανε ανθεκτικός στον πόνο και για να πει αυτό ότι πονεί το κεφάλι, επονούσε το κεφάλι!Παιδάκι μου… Θέλω να σου πω τώρα που δεν καθότανε να φάει με τον μπαμπά του, γιατί αυτός είναι έξω, πώς τους λένε; Ό,τι θέλει να πει θα το πει, μακάρι να τόνε σφάξεις και τον ήβλεπε κι έτρωγε κι έκανε ετσέ: «Εμάνα μου ήντα πάθαμε. Εμάνα μου κι ήντα θα γενεί!». Κι αυτό δεν ήθελε οίκτο. Και του λέω: «Έλα να φας», μετά απ’ το σχολείο, «Να φάτε με τον μπαμπά». «Ήφαε ο μπαμπάς;». «Όχι». «Να φάτε κι ύστερα θα φάω εγώ». Δεν ήθελε, δεν ήθελε να τόνε λυπούνται καθόλου, δεν ήθελε… Ή να τόνε θέλει η Νεκταρία να τόνε βάλει μες το αμάξι και να τση λέει: «Έχω πόδια, δεν έχω;», δεν εσταμάτα να τόνε βάλει στ’ αμάξι. Ή να πω αν έχει κάτι και μου λέει: «Δεν έχω πράμα, έχω πράμα; Δεν έχω» Του λέω: «Έλα να δω το κεφάλι σου» κι ερχόταν κατευθείαν αυτό για το κεφάλι όντε ‘θελα το πω για το κεφάλι ερχόταν κατευθείαν. Τώρα εμείς έχομε τελειώσει; Τι θες ακόμα;
Αναρωτιέμαι πόσα χρόνια έχει πεθάνει;
Το 2007 πέθανε κι έχομε 2021, πόσα χρόνια; Δεκατέσσερα.
Δεκατέσσερα.
Δεκατέσσερα. Κάποτε ήμουνα στο πανεπιστημιακό μετά που ‘τανε οχτώ χρόνια και εκεί στην στάση μιλούσαμε με γυναίκες και είπαμε, ήτανε απ’ το Τυμπάκι, απ’ τσι Μοίρες, δεν θυμάμαι από που και είπα ότι είχα χάσει το Μάνο... Μην σ[01:20:00]' το χαλάσω.
Εντάξει είναι.
Και εγώ έκλαιγα βέβαια, μα περάσανε χρόνια, μην με βλέπεις τώρα! Κι έκλαιγα και μου λέει μια κοπέλα εκεί, πρέπει να ‘τανε ή εθελόντρια ή νοσοκόμα. Και μου λέει: «Πόσα χρόνια πέθανε το παιδί σου;». Λέω: «Οχτώ». Και μου λέει: «Και κλαις ακόμα έτσι;». «Γιατί», λέω, «θα πάψω να κλαίω νομίζεις;». Κι όμως σιγά-σιγά έρχονται, έπαψα να κλαίω το συνέχεια, συνέχεια που τρέχανε τα μάτια μου, τώρα παίρνω δύο λογιώ(=ειδών) χάπια και αντικαταθλιπτικά για την σκέψη την κακή που βάνω κι απ’ όλα. Αλλιώς δεν τα ‘βγαζα πέρα. Δύσκολα, είναι πάρα πολύ δύσκολο να χάνει η μάνα παιδί. Και ο πατέρας, αλλά δεν είναι τόσο το ίδιο, δεν είναι. Με τίποτα, εγώ δεν το παραδέχομαι πως πονάνε το ίδιο.
Έτσι, για ν’ αρχίζουμε να κλείνουμε, αναρωτιέμαι εκτός τα χάπια που μας είπατε, τι σας έχει βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια...
Η προσευχή. Η προσευχή, να είναι καλά εκεί που βρίσκεται, αυτό θέλω. Κι όταν διαβάζεις, ξεχνιέσαι. Κι όταν διαβάζεις βιβλία που είναι για την περίπτωσή σου, πάλι νιώθεις καλύτερα. Μπορεί να πονάς εκείνη την ώρα και να κλαις, αλλά έχεις μια ξαλάφρωση. Βλέπεις, ας πούμε, ότι κι άλλοι άνθρωποι περνάνε το ίδιο μαρτύριο και πιο πολλά ακόμα, άλλοι... Έλεγα πάντα: «Και μην χειρότερα» γιατί υπάρχουνε άλλες περιπτώσεις που οι μανάδες χάνουνε τα παιδιά ντος όλα. Είναι άλλες περιπτώσεις που πεθαίνει ο μπαμπάς, πεθαίνει και το παιδί αμέσως. Είναι διάφορα και διάφορα, δεν είμαι μόνη μου, αλλά το κάθε ένας ξέρει το δικό του πονάει πιο πολύ. Κανονικά έπρεπε να πονάμε το ίδιο για όλους, για όλα τα παιδιά ειδικά. Δεν το κάνομε δυστυχώς. Εγώ είμαι η πρώτη που είμαι αμαρτωλή του κόσμου.
Κι αν τυχαίνει να μας ακούει τώρα κάποιος που έχει χάσει κι εκείνος το παιδί του ή ξέρει ότι θα το χάσει σύντομα, τι θα του λέγατε;
Να ‘χει υπομονή να μην το καταλαβαίνει το παιδί του ότι στεναχωριέται πολύ. Και να του μιλάει, να του λέει κάτι που το ευχαριστεί, να ξέρει η κάθε μάνα τι θα του πει. Όταν έμεινε εδώ που το διασωληνώσανε και ήρθανε μετά εδώ εγώ του το είπα, του λέω: «Μάνο, επέθανες! Και τώρα είσαι καλά, θα γίνεις καλά», κατάλαβες; Ω, τσι φωνές μου τότε που το πήρε μέσα στο χειρουργείο, παιδάκι μου, που ήτανε το δεύτερο χειρουργείο στο κεφάλι. Όταν εστράβωσε το πρόσωπό του, λοιπόν, εξέχασα να σου πω στην Αμερική, εγώ βέβαια όταν το ‘δα, έχασα το κόσμο, έφυγε η γη απ’ τα πόδια μου. Παναγία μου! Ήμασταν στον καθρέπτη, έτσι στο μπάνιο μέσα και κοίταζε τώρα κι αυτός κι εγώ κι εμιλούσαμε. Εμένα βέβαια έδεσε κόμπος στο λαιμό μου, πού να μιλήσω; Πού να…; Και βούρκωσα και φεύγω. Και πάω στον νιπτήρα που ήτανε μπροστά στο κρεβάτι. Και μου λέει: «Πού πας;». Λέω: «Να πλυθώ». «Έχει κι εδώ νιπτήρα!» μου λέει και πήγα κι έκαμα πως επλύθηκα. Και μου λέει: «Τώρα κάτσε εδώ» και κάθομαι στην πολυθρόνα, εδώ το κεφάλι του, εδώ η πολυθρόνα και μου λέει: «Όχι εκεί, έλα εδώ» και με βάζει και κάνω έτσι και τον κρατούσα έτσι και τον εκοίταζα και με κοίταζε να δει αν κλαίω. Έτσι. Ή κάποτε είπα στην αδερφή μου που έπαιρνε τηλέφωνο και της είπα: «Σήμερα είναι καλύτερα». «Θεία, ψέματα σου λέει, δεν είμαι καλύτερα!» όταν άκουσε πως ήταν αυτή «Δεν είμαι καλύτερα, ψέματα σου λέει». Έτσι, αυτό ήξερε τον πόνο του και την ψυχική του διαταραχή. Μα να μην αρωτήσει ποτέ, ποτέ και να μην πει: «Γιατί; Γιατί μου το κάμετε αυτό;». Που αυτό το ‘δα στα μάτια του σου λέω την ώρα που πήγα εκεί, την περιέργειά του, τον θυμό του, το παράπονό του, όλα τα ‘βανε εκείνο το βλέμμα, όλα τα ‘χε μέσα…
Είναι εκείνος που βλέπω στην φωτογραφία την μεγάλη απέναντί μου;
Απάνω;
Που κρατάει ένα βραβείο; Δεξιά.
Εδώ, ναι, ναι! Το κέρδισε και αυτό.
Τι έχει κερδίσει εκεί σ’ αυτή την φωτογραφία;
Μετάλλια τώρα κάνανε διάφορα, μάλλον στον δρόμο που σου λέω, μάλλον εκεί πρέπει να ‘ναι. Τ’ αγαπούσε όλος ο κόσμος! Δύο τέτοια έχει ποτήρια κι άλλα δύο με άλλο. Στο σχολειό να δεις πόσα έχει παρασταθεί, πολλά αγωνίσματα, σε κάποιο βγήκε και πρώτος στο, πώς το λένε αυτή, στο πέταγμα της μπάλας.
Πετοσφαίριση;
Όι, αλλιώς λέγεται, τέλος πάντων βγήκε πρώτος, στην ρίψης. Γιατί μου ‘λεγε ο καθηγητής του ότι: «Δεν μπορώ να τόνε βάλω». Και βγήκε πρώτος εκεί. Ντυνότανε παπαδάκι στην εκκλησία και πού δεν άκουγε. Τι να πρωτοθυμηθείς και τι να ξεχάσεις… Εγώ θέλω να βγάλω να δεις τις φωτογραφίες, θα ξανάρθεις εδώ;
Θα τις δω τις φωτογραφίες τώρα.
Τώρα; Θα ξανάρθεις εδώ ή τελειώσαμε;
Τελειώσαμε, λέω. Αλλά υπάρχει κάτι που θέλετε να προσθέσετε, κάτι που δεν είπαμε;
Δεν θυμάμαι τώρα, να κόψω το μυαλό μου, δεν θυμάμαι.
Πάντως εγώ απ’ την μεριά μου θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ!
Ε, όχι, δα, δεν αξίζει.
Πάρα πολύ! Πάρα πολύ για όλα, όλα αυτά τα πολύ δύσκολα που ξαναθυμηθήκατε και βιώσατε για μας.
Για σας αξίζει τον κόπο. Ό,τι είναι για καλό είναι να γίνεται. Μπορεί κάποιος άνθρωπος να ‘χει το ίδιο πρόβλημα, μπορεί να το ζήσει κι αυτός. Και να πάρει μια παρηγοριά ή να πει: «Το χειρότερο ήταν το δικό μου ή το άλλο» κάποια συζήτηση θα γίνει, ας πούμε, δεν μπορεί, γιατί όλοι οι ανθρώποι έχομε βάσανα, όλοι.
Οπότε σας ευχαριστούμε πάρα πολύ...
Τίποτα, κοπέλα μου, να ‘σαι καλά!
Και ετοιμαζόμαστε να κλείσουμε.
Καλές συνεντεύξεις να έχεις πάντα, κι όλα προς το καλύτερο!
Ευχαριστώ πάρα πολύ!
Photos

Ο Μάνος
Το παιδί της αφηγήτριας μετά το χειρουργεί ...

Η μπλούζα του Μάνου
Η μπλούζα που ο Μάνος διάλεξε να φορέσει τ ...
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Η κυρία Άννα από την Αυγενική, Ηρακλείου Κρήτης μοιράζεται μαζί μας την ιστορία του Μάνου, του 4ου παιδιού της, που γεννήθηκε με τη νόσο Φον Ρεκλινχάουζεν, πράγμα που την δεκαετία του '80 σήμαινε ότι θα έχει μια διάρκεια ζωής περίπου 25 χρόνων. Αναλύει πράγματα όπως τη διάγνωση, τις εγχειρίσεις που χρειάστηκαν, την αναπηρία που του προκλήθηκε απ' αυτές, καθώς και το βίωμα του να χάνεις το παιδί σου.
Narrators
Άννα Μπουμπουράκη
Field Reporters
Ερμιόνη Δρυγιανάκη
Tags
Interview Date
21/12/2021
Duration
86'
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Η κυρία Άννα από την Αυγενική, Ηρακλείου Κρήτης μοιράζεται μαζί μας την ιστορία του Μάνου, του 4ου παιδιού της, που γεννήθηκε με τη νόσο Φον Ρεκλινχάουζεν, πράγμα που την δεκαετία του '80 σήμαινε ότι θα έχει μια διάρκεια ζωής περίπου 25 χρόνων. Αναλύει πράγματα όπως τη διάγνωση, τις εγχειρίσεις που χρειάστηκαν, την αναπηρία που του προκλήθηκε απ' αυτές, καθώς και το βίωμα του να χάνεις το παιδί σου.
Narrators
Άννα Μπουμπουράκη
Field Reporters
Ερμιόνη Δρυγιανάκη
Tags
Interview Date
21/12/2021
Duration
86'