Θοδωρής Λιβάνιος: Ο Σερφιώτης ερασιτέχνης ερευνητής και λαογράφος αφηγείται
Καλημέρα. Θα μας πείτε το όνομά σας;
[00:00:00]
Θοδωρής Λιβάνιος λέγομαι.
Είναι Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2021, είμαστε στο Γάνεμα Σερίφου με τον Θοδωρή Λιβάνιο, εγώ είμαι ο Μιχάλης, ο Χρυσολωράς, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Κύριε Θοδωρή, θα μας πείτε στην αρχή λίγα πράγματα για την παιδική σας ηλικία;
Ναι, εγώ γεννήθηκα εδώ, στη Σέριφο, το 1951, είμαι γιος της Ευδοξίας και του Γιώργου Λιβάνιου, ενός φτωχού μεταλλωρύχου εργάτη. Πήγα στο Δημοτικό Σχολείο της Χώρας Σερίφου, στο Μέγα Λιβάδι και στο Λιβάδι, περπατώντας μιάμιση ώρα να πάω και μιάμιση ώρα να γυρίσω με τα πόδια, για να πάω στο σχολείο. Γυμνάσιο τότε η Σέριφος, δεν είχε. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να ξεσηκωθεί η οικογένειά μου να πάει στην Αθήνα, για να σπουδάσω. Παρέμεινα, λοιπόν, στη Σέριφο και έπιασα αμέσως δουλειά σε έναν αδελφό της μητέρας μου, τον Ηλία Σταματάκη, έναν ευφυέστατο άνθρωπο, που κατασκεύαζε από σαμάρια, σιδερένιες πόρτες, υδραυλικά, τζάμια, μέχρι μηχανές και οτιδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς. Μάλιστα στην Ιταλογερμανική Κατοχή, αυτός έσωσε την οικογένειά του με το να κατασκευάζει μαχαίρια, τσακές –να, τσακή είναι αυτό εδώ, που βλέπεις–, πριόνια, ψαλίδια, αλλά και κουτάλια, πιρούνια από κέρατα ζώων, ακόμα και τσατσάρες, κάτι πολύ χρήσιμο για εκείνη την εποχή. Όλα αυτά, τα έβαζε σε έναν τρουβά, τα πήγαινε στα χωριά και τα αντάλλαζε με λίγο κριθάρι, λίγο τυρί, λίγο λάδι και λοιπά. Κοντά του, λοιπόν, έμαθα πάρα πολλά πράγματα και μυστικά του επαγγέλματος, που φυσικά μου φάνηκαν πολύ χρήσιμα στη ζωή μου αργότερα. Ο Θεός συγχωρέσει του… Όμως, πριν πιάσουμε τα πράματα με τη σειρά, αγαπητέ, Μιχάλη Χρυσολωρά, θα ήθελα να κάνω κι έναν μικρό πρόλογο για την πολιτιστική μου δραστηριότητα, με την οποία ασχολούμαι, πάνω από μισό αιώνα, ούτως ώστε να σε βάλω στο λίγο κλίμα. Κατ’ αρχήν, είμαι ερασιτέχνης ερευνητής-λαογράφος, και έχω πραγματοποιήσει αμέτρητες ώρες ηχητικών και οπτικών καταγραφών, από ανθρώπους, που είχαν γεννηθεί στο τέλος του 1800, στις αρχές του 1900, αλλά και μεταγενέστερα. Άνθρωποι με αυθεντικά βιώματα και λαογραφικά στοιχεία, οι οποίοι δεν υπάρχουν πια στη ζωή. Με όλα αυτά τα πρωτογενή στοιχεία, δημιούργησα ένα μοναδικό αρχείο: Το «ΑΡΧΕΙΟ Θ.Γ.Λ.», που, όμως, δεν έτυχε ποτέ της προσοχής των εκάστοτε αρμοδίων. Συγγνώμη. Η ποικιλία των καταγραφών που έχω πραγματοποιήσει αφορά όχι μόνο λαογραφικές παραδόσεις, αλλά και ιστορικά γεγονότα. Πρόκειται για μια γενικότερη καταγραφή του λαϊκού μας πολιτισμού, όπως γάμους, γεννήσεις, βαφτίσια, θανάτου, πανηγύρια, Αποκριάς, Πάσχα, κούνιες, κάψιμο του Ιούδα, του κλήδονα, Χριστουγέννων, Φώτων, Πρωτοχρονιάς, Πρωτομαγιάς, Πρωτοσιτεμπριάς, αλλά και όλων σχεδόν των Αγίων της Σερίφου, με τους θρύλους και τις παραδόσεις τους! Έχω καταγράψει επίσης. Μύθους, θρύλους, παραδόσεις και διάφορα ιστορικά της Σερίφου γενικά, αλλά και ειδικά, όπως της Κατοχής, των μεταλλείων, της εργατιάς, και συγκεκριμένα: θέρους, αμπελιών, γεωργικών καλλιεργειών, ανεμόμυλων, φούρνων, καμινιών, ελαιοτριβείων, αργαλειών, αγωγιών, της τράτας και λοιπά. Ακόμη και ιστορίες, όπως στρατιωτικές, ιερέων, ψαλτάδων, δασκάλων, παιδικές, σχολικές, τσοπάνηδων, κυνηγών, ψαράδων, μελισσοκόμων, τυροκόμων, αμπελουργών, οικιστικών –πώς χτίζονταν τα σπίτια, δηλαδή, την εποχή εκείνη–, κάστρων, πύργων, θεομηνιών, σεισμών, θαλασσινών, ναυαγίων, πειρατών, γεωλογικών, αστεριών, θαλασσινών, αργαλειών υφαντικών και αργαλειών της θάλασσας, μαγειρικής, ενδυμασίας, μαντιλιών, χορών, μπάλων, τραγουδιών, μανέδων, ρίμες, καλάντων, αποκριάτικες, εκκλησιαστικές και λοιπά. Επίσης έχω καταγράψει παραμύθια, παροιμίες, αινίγματα, παιδικά παιχνίδια, βεγγέρες με αράπηδες, με καλλικεράδες, με νεράιδες, με φαντάσματα, στοιχειά, δεισιδαιμονίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, προγνωστικά καιρών, μαντικές, μάγια, ξόρκια, ευχές, κατάρες, γιατροσόφια, πρακτικής ιατρικής και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί και δεν μου έρχονται τώρα δα στο μυαλό. Έχω καταγράψει στοιχεία για όλους τους μουσικούς καλλιτέχνες της Σερίφου, που έχουν φύγει από τη ζωή, καθώς επίσης και για τα όργανα, που έπαιζαν, όπως σουραύλι, τουμπί, βιολί, λαγούτο και λοιπά, αλλά και όλα τα παραδοσιακά τραγούδια παίζοντας, που παίζονται στη Σέριφο και όχι μόνο. Παράλληλα, έχω δημιουργήσει τη Μουσική Εγκυκλοπαίδεια της Σερίφου, την οποία εξακολουθώ να εμπλουτίζω με παλιά στοιχεία, που ανακαλύπτω μέσα από την συνεχιζόμενη έρευνα. Με όλα τα παραπάνω και όχι μόνο, όπως προείπα, έχω δημιουργήσει το μοναδικό: «ΑΡΧΕΙΟ Θ.Γ.Λ.». Όπως αντιλαμβάνεσαι, αγαπητέ Μιχάλη, από παιδί μου άρεσε κάθε τι που είχε σχέση με τα παραδοσιακά ήθη και έθιμα. Τα παραδοσιακά τραγούδια και λοιπά. Τα παρακολουθούσα με ευλάβεια και πάθος και φυσικά τα συγκρατούσα στο μυαλό μου, έτσι, όταν μεγάλωσα, άρχισα σιγά-σιγά να εφαρμόζω στην πράξη κάθε τι που με είχε εντυπωσιάσει και είχε σχέση με τον λαϊκό μας πολιτισμό. Όταν ήμουν παιδί, είχα τις πρώτες μου συμμετοχές σε κοινωνικές εκδηλώσεις, με το να ντύνομαι μάσκαρος τις Απόκριες μαζί με άλλα παιδιά και να παριστάνουμε διάφορα σκετς σχετικά με τη ζωή στη Σέριφο. Από τότε πέρασε πάνω από μισός αιώνας και στην πολιτιστική μου δραστηριότητα, έχω πραγματοποιήσει πληθώρα εκδηλώσεων, τόσο στη Σέριφο, όσο και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Παράλληλα, παίζοντας παραδοσιακά μουσικά όργανα, όπως λαγούτο, τουμπί και σουραύλι, αλλά και τραγουδώντας τα παραδοσιακά μας τραγούδια, έχω συμμετέχει σε πάρα πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια, γιορτές, Απόκριες, θέατρα, παναιγαιακές συναντήσεις και λοιπά. Έτσι, είμαι σε θέση να απαριθμήσω την πολιτιστική μου δραστηριότητα με χρονολογική σειρά. Θα αναφέρω, έτσι, μερικά παραδείγματα. Θα πρέπει να ήμουν σε ηλικία 4 με 5 μόλις ετών, όταν ήμαστε στο πανηγύρι της Αγίας Ειρήνης στον Κουταλά, όπου μετά το φαγοπότι, θυμάμαι έναν γέρο, που έβγαλε μια τσακή από τη τσέπη του, έκοψε ένα κομμάτι καλάμι από τη στέγη του κελιού, έφτιαξε τάκα-τάκα ένα σουραύλι, και άρχισε να παίζει. Ένας άλλος πάλι, πήρε έναν γκαζοτενεκέ και με δυο ξυλαράκια, άρχισε να παίζει τουμπί –δεν είχανε τουμπί εκείνη την ώρα μαζί τους και πήρανε ένα ντενεκέ και το κάνανε τουμπί–, ενώ όλη η παρέα τραγουδούσε: Ψηλά την κτίζεις τη φωλιά, «Γεια σου, ωραία Σέριφος, που ’χεις τα μεταλλεία», αλλά και το… «Από την πόρτα σου περνώ κι από τη γειτονιά σου», ένα τραγούδι που σήμερα δυστυχώς, έχει χαθεί πια από τη Σέριφο, αγαπητέ, Μιχάλη. Ως… Συγγνώμη. Όλο αυτό το γεγονός, με εντυπωσίασε τόσο πολύ, που όχι μόνο έμεινε ανεξίτηλο σε όλη μου τη ζωή, αλλά ήταν και η αιτία που μου χάραξε την περαιτέρω πολιτιστική μου διαδρομή και δραστηριότητα. Όταν το 1960 αγόρασε ο πατέρας μου το πρώτο ραδιόφωνο, ένα μικρό τρανζίστορ, θυμάμαι που το βάζαμε το Σάββατο, κάθε Σάββατο βράδυ στο Δεύτερο Πρόγραμμα –της ΕΥΔ τότε–, ν’ ακούσουμε κάποια τραγούδια του Ανδρέα Καράμπελα, που είχε γράψει για τη Σέριφο. Επηρεασμένη τότε η παιδική μου ψυχή από χαρά, που άκουγα αυτά τα τραγούδια για τη Σέριφο στο ράδιο –ένα σπάνιο φαινόμενο για την εποχή εκείνη–, έγραψα τους πρώτους μου παιδικούς στίχους, για κάποια από τα πανηγύρια της Σερίφου, που παίζονται και τραγουδιούνται ακόμη και σήμερα σε γλέντια. «Στον Άγιο Κωνσταντίνο, που είναι στη Βαγιά,και την Αγιά Ειρήνη, που ’ναι στον Κουταλά». Την Αγιά Μαρίνα, τον Αϊ-Βλάση και λοιπά. Το 1961, θυμάμαι στείλανε στη γιαγιά μου τη Φωτεινή Σταματάκη, ένα λαογραφικό βιβλίο από τη γενέτειρα της, την Κάρπαθο, που είχε γράψει ο Γεώργιος Γεωργίου και ήταν λαογραφικό. Διαβάζοντάς το, με επηρέασε αφάνταστα. Τότε είπα: «Όταν θα μεγαλώσω, θα γράψω κι εγώ ένα ανάλογο λαογραφικό βιβλίο για τη Σέριφο». Και άρχισα να ρωτάω διάφορα στοιχεία από μεγάλους ανθρώπους. Το 1966 σε ηλικία 15 ετών, επηρεασμένος από το Ναυάγιο του «Ηρακλείου», που έγινε ανοιχτά της Σερίφου, κοντά στη Φαλκονέρα και το ζήσαμε από κοντά εμείς εδώ, στη Σέριφο, έγραψα ένα συγκλονιστικό στιχούργημα που αργότερα μελοποίησε ο αείμνηστος πια Βαγγέλης Τσαφαντάκης από την Κρήτη. Να το πω αυτό το στιχούργημα;
Βεβαίως.
«[00:10:00]Κάθε κύμα κι ένα μνήμα.Κάθε μνήμα και δαρμός,για τα άτυχα κουφάρια,που δεν στήθηκε σταυρός. 8 Δεκέμβρη είχαμε.Ήτανε Πέμπτη βράδυκι ο κόσμος που ταξίδευε,ευρέθηκε στον Άδη. Από τη Σούδα έφυγε,ένα παλιό καράβι,για τον Πειραία πήγαινε,γρήγορα να προλάβει. Στη Φαλκονέρα φθάσανεκαι πήρανε χαμπάριπως τα νερά αρχίσανενα μπαίνουν μες στ’ αμπάρι! Ένα ψυγείο βλέπουνε,την πόρτα να τους σπάει,με τούμπα το “Ηράκλειο”εις τον βυθό τους πάει. Μα, μόλις πως προλάβανετο σήμα για να δώσουν,γιατί βρεθήκαν ναυαγοίκαι ποιοι να τους εσώσουν; “Σώσετε τα παιδάκια μας”,φωνάζανε οι μάνες.Μα, πένθιμα χτυπήσανεστην Κρήτη οι καμπάνες. Φρικτή η νύχτα ήτανε,με κύματα μεγάλακαι θρήνησε τους ναυαγούςολόκληρη η Ελλάδα».
Ένα ναυάγιο, δυστυχώς, Μιχάλη, που έχει μείνει ανεξίτηλα, όχι μόνο στη δική μου μνήμη, αλλά γενικότερα και στον ελληνικό χώρο. Να πω, όμως, μερικά ακόμα, ότι τον Μάιο του 1968, έρχεται ένα πολεμικό πλοίο και κολλάει αφίσες, που είχαν επάνω έναν ναύτη και έγραφε: «Έχει και για σένα μια θέση στο Ναυτικό». Ρώτησα τότε το θείο μου, τον Ηλία, που δούλευα μαζί του: «Τι σημαίνει αυτό;» και μου εξήγησε ότι: «Να, είναι μία στρατιωτική σχολή του Πολεμικού Ναυτικού», του Βασιλικού Ναυτικού μάλλον, τότε όπως το λέγανε και έτσι το είδα με διαφορετικό μάτι και εξέφρασα την επιθυμία να πάω στο Ναυτικό. Να φύγω και λίγο έτσι, από την καθημερινότητά της Σερίφου, όπως καταλαβαίνεις σαν νέο παιδί, μία και δεν είχα κατορθώσει, μέχρι τότε, να σπουδάσω. Πάνω στην ώρα, όμως, ήρθε κι ο πάτερ Γαβριήλ Ραβιόλος, ο οποίος, αν και δεξιός, όπως θα λέγαμε σήμερα, αφού ήταν δεσμοφύλακας στη Μακρόνησο, πριν γίνει ιερέας, έβαλε τη μητέρα μου να υποβάλλει τα χαρτιά. Δυστυχώς ήταν η εποχή της επταετούς δικτατορίας τότε, και όπως καταλαβαίνεις, ήταν δύσκολο να εγκριθεί η αίτηση ενός παιδιού, που ο πατέρας του είχε μεγάλη συνδικαλιστική δράση στους μεταλλωρύχους εργάτες της Σερίφου, ο οποίος είχε διατελέσει και πρόεδρος του ιστορικού σωματείου. Τότε λοιπόν, ανέλαβε δράση ο πάτερ Γαβριήλ, ο οποίος μερίμνησε μέσω του Σταθμού Χωροφυλακής, που καλλιεργούσε –συγγνώμη–, που κωλυσιεργούσε, ήθελα να πω, τον πατέρα μου –δε μπορώ να μιλήσω κιόλα με το… Είμαι βραχνιασμένος– και του έλεγε: «Έλα αύριο, έλα μεθαύριο, ξαναέλα» μετά και ξανά και πάλι, και ποτέ δεν του εξηγούσε τι συμβαίνει, κι έτσι καθάρισε και εκδόθηκε επιτέλους το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων, αλλιώς δεν θα μπορούσα να δώσω ποτέ εξετάσεις. Μετά με ειδοποίησαν να πάω να δώσω εξετάσεις στην Σχολή Τεχνιτών του Ναυτικού ως ναυτόπαις και, ανάμεσα σε χίλιους και πλέον υποψήφιους, εισήχθηκα τριακοστός έκτος και αποφοίτησα δεύτερος. Έτσι θέλω να πω, ακόμη, και ότι σήμερα, λέω ένα: «Θεός συγχωρέσει τον», στον πάτερ Ραβιόλο, καθώς σταδιοδρόμησα αρχικά ως Υπαξιωματικός και στη συνέχεια ως Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, πλέον αναλαμβάνοντας υπεύθυνες θέσεις, ως προϊστάμενος, ως διευθυντής και λοιπά. Εκεί, στη Σχολή, επιλέχθηκα ανάμεσα σε είκοσι μαθητές, συμμαθητές μου, στη χορωδία της Σχολής, την οποία δημιούργησε ο αείμνηστος πια Πλωτάρχης Νικόλαος Αντωνάκης, ένας από τους μεγαλύτερους ιεροψάλτες της Ελλάδας, του οποίου έχω συγκεντρώσει ένα τεράστιο αρχειακό υλικό, και θέλω κάποια στιγμή να του κάνω ένα μεγάλο αφιέρωμα σε μια εκδήλωση και να τον τιμήσω. Πιστεύω ο Δήμος να βοηθήσει σ’ αυτό, Μιχάλη μου, ε; Δεν ξέρεις. Εντάξει, ανάλογα. Το 1977, επιλέγομαι από τον γνωστό μουσικολόγο των Χανίων, Γιάννη Ταβουλάρη, για την μεγάλη χορωδία του Ναυστάθμου της Κρήτης, υπό την αιγίδα του Ναυάρχου Διοικητού κύριου Δεμέστιχα. Δίνουμε πολλές συναυλίες στα Χανιά, με αποκορύφωμα το φρούριο Φιρκά Χανίων, εκεί που είχε φυλακιστεί για πολλούς μήνες ο συμπατριώτης μας, Κωνσταντίνος Σπέρας, ο άνθρωπος που, με αγώνες και θυσίες, πέτυχε την εφαρμογή του πρώτου οκτάωρου στην Ελλάδα, το 1916. Ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός. Παράλληλα την ίδια εποχή, ασχολούμαι με το ποδόσφαιρο και παίζω τερματοφύλακας στην ομάδα «ΤΙΤΑΝ» στα Χανιά, που ήταν στη Β΄ κατηγορία και τελικά την ανεβάσαμε στην Α΄. Εκεί έγραψα και τον ύμνο της ομάδας. Να τον πω και τον ύμνο.
Εννοείται.
«Ο ύμνος του ΤΙΤΑΝ. ΤΙΤΑΝ: Ομάδα φημισμένη,ομάδα δοξασμένη,με δάφνη και μυρτιά,απ’ όλα τα παιδιά.ΤΙΤΑΝ: Ομάδα μας, μεγάληστο κόσμο δεν είν’ άλλη,μα ούτε στο ντουνιά.Μονάχα στα Χανιά!ΤΙΤΑΝ: Υμνούμε τ’ όνομά σου,θα είμαστε κοντά σου,με πίστη με ψυχή,με στέρνος και ευχή,για Α΄ Εθνική». Λοιπόν. Το 1969, μαζεύοντας δραχμή-δραχμή, κατόρθωσα να αγοράσω ένα απλό μαγνητοφωνάκι, με 110 δραχμές, και άρχισα να κάνω τις πρώτες μου καταγραφές. Από το 1975, αρχίζω δειλά-δειλά τη δημοσιογραφική μου δραστηριότητα, με μικρά άρθρα και ποιήματα, στην τοπική Εφημερίδα «Σέριφος», στο «Κυκλαδικό Φως», στην παλιά «Κυκλαδική», του μεγάλου αγωνιστή Μανόλη Γλέζου και λοιπά. Να προσθέσω εδώ ότι, από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, συνεργάστηκα στενά με τα «Κυκλαδικά Θέματα», με το περιοδικό και με «Αιγαιοπελαγίτικα Θέματα», τα «Παριανά», ενώ άρθρα μου κατά καιρούς έχουν δημοσιευθεί και σε κάποιες μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες, όπως «Απογευματινή», «Βραδινή», «Έθνος», «Ελευθεροτυπία», «Τα Νέα», «Αυριανή» και σε κάποιες άλλες, που δεν θυμάμαι τώρα. Από το 2000 ανέλαβα ανταποκριτής της πρώτης καθημερινής εφημερίδας των Κυκλάδων, της «Κυκλαδικής», ακολούθησε το «Αρχιπέλαγος», η «Κοινή Γνώμη» και λοιπά. Παράλληλα, συνεργάστηκα περιστασιακά και με άλλες τοπικές εφημερίδες των Κυκλάδων, όπως η «Σίφνος» –που είναι μία από τις αρχαιότερες περιφερειακές εφημερίδες της Ελλάδας–, «Τα Κιμωλιακά Νέα», της Σαντορίνης, την Καρπαθιακή και λοιπά. Και ασχολήθηκα και πάρα πολύ σήμερα είμαι εκλεγμένος μέλος στην Ένωση Κυκλαδικού Τύπου της... Των Κυκλάδων. Με Πρόεδρο τον Θεόδωρο-Γεράσιμο Μαγκανιώτη, πρώην δήμαρχο Κιμώλου και λοιπά. Θα ’θελα να μου κάνεις εσύ καμία ερώτηση, Μιχάλη μου, γιατί σε πήρα λίγο μονόλογο εδώ πέρα και βέβαια, αν θα απαριθμήσω όλες τις εκδηλώσεις μου, ξεπερνάνε πάνω από εκατόν σαράντα-εκατόν πενήντα, από όσες θυμάμαι τουλάχιστον. Τι ερώτηση θες να μου κάνεις;
Κύριε Θοδωρή–
Ναι.
Κατ’ αρχήν, ήθελα να σας ρωτήσω αν θυμόσαστε την πρώτη καταγραφή, που κάνατε. Όταν πήρατε αυτό το πρώτο μαγνητόφωνο με τις 100 δραχμές, αν θυμόσαστε, ποια ήταν η πρώτη καταγραφή, που κάνατε;
Την πρώτη καταγραφή, που έκανα, θα πρέπει να ήταν μάλλον με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, εδώ, στο Γάνεμα της Σερίφου, όταν είχα κατέβει με άδεια, πρέπει να ήταν γύρω στο ’69 με ’70 και με νωπές τις μνήμες, βέβαια, με τα βιωματικά τους στοιχεία, σχετικά με τις… Με τα λαογραφικά, που υπήρχαν τότε, και έχω καταγράψει πάρα πολλά και σημαντικά. Ε, μετά κατέγραψα τη γιαγιά μου, τη Ζαφείρα, κατέγραψα τη γιαγιά μου, τη Φωτεινή, και από κει και πέρασα και κατέγραφα άλλες γιαγιάδες και παππούδες. Μάλιστα χαρακτηριστική είναι η λεπτομέρεια ότι ο αείμνηστος Αντώνης Κοτσίκος, «Καμπάνταης» –όπως το λέμε εδώ, στη Σέριφο–, ήτανε από εκείνους που ήρθε και με βρήκε και μου λέει: «Βρε, ανιψιέ», γιατί είχαμε μια συγγένεια – να πω ότι ο Αντώνης Κοτσίκος, είναι θείος του Βαγγέλη, του Κορακάκη, του μεγάλου μουσικοσυνθέτη της σημερινής λαϊκής μας, μουσικής και συνεχιστής ρεμπέτικου τραγουδιού. Και μου λέει: «Βρε ανιψιέ, θέλω να καταγράψεις, να μου γράψεις, μερικά τραγούδια να σου πω». Πράγματι, λοιπόν, πήγα τον κατέγραψα, θυμάμαι ήτανε 21η Απριλίου 1971, σημαδιακιά ημέρα, αλλά εγώ έκανα μία ηχογράφηση μιας κασέτας, που πραγματικά έχει μείνει ιστορική αυτή η κασέτα, με αθάνατα παλιά τραγούδια και διέσωσα το παίξιμο και τη φωνή του. Να σου πω ότι ο Αντώνης Κοτσίκος ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήταν μόνο περιορισμένος στο νησί της Σερίφου, αλλά ήταν και σε διάφορα άλλα γειτονικά νησιά, όπως στη Σίφνο, τη Μήλο, την Κίμωλο, την Πάρο, αλλά και στον Πειραιά ήταν πασίγνωστος. Δεν θα ’θελα να αναφερθώ σε περισσότερα στοιχεία, για να μη χρονοτριβώ, αλλά ήταν πράγματι μέγας μουσικοσυνθέτης, ας τον πω μουσικοσυνθέτη, γιατί είχε γράψει και κάποια δικά του τραγούδια και έχω διασώσει δύο-τρία από αυτά.
Επίσης ήθελα να ρωτήσω, ποια θεωρείς ότι είναι η σημαντικότερη καταγραφή που έχεις κάνει όλα αυτά τα χρόνια;
Βασικά να σου πω ότι όλες μου οι καταγραφές από λίγο ως πολύ είναι σημαντικές, αλλά θα ’θελα να σταθώ σε δυο-τρεις, που μου έχουνε κάνει εντύπωση, διότι αυτό που κάνετε εσείς σήμερα, εγώ το έχω κάνει δεκαετίες πριν και λυπάμαι που δεν βρέθηκε κάποιος να με στηρίξει κι εμένα τότε. Δεν θα σταθώ, όμως, στο γεγονός αυτό, θα πω ότι πρόσφατα, [00:20:00]πήγα σε έναν μπάρμπα, στον Καλλίτσο, ο οποίος είναι 93-94 ετών και του έκανα μία καταγραφή. Εκείνο που με συγκίνησε ήταν ότι ήταν ορφανό παιδί, είχε αδέρφια, είχε ένα τυφλό αδερφό, τον οποίο τον καθοδηγούσε το άλλο ήταν 5-6 χρονών παιδάκι μικρό και με την Κατοχή δεν είχανε να φάνε. Ένα βράδυ, ανεβαίνοντας από τον Καλλίτσο, να πάει στο χωριό που γύριζε από το… Που ’χε πάει για να βοσκήσει τα πρόβατα κάποιων εκεί πέρα, γιατί βοηθούσε κάποιους άλλους ανθρώπους, δεν είχε κάτι να φάει και πήγε… Και θα πήγαινε να κοιμηθεί σ’ ένα λαγούμι, μαζί με τον αδερφό του, δεν είχαν ούτε σπίτι τα παιδιά να μείνουν –είναι τόσο συγκινητικά αυτά–, που πραγματικά ανεβαίνοντας είδε πάνω σε μία λεμονιά ένα λεμόνι που κιτρίνιζε. Περίμενε, όμως, να νυχτώσει, για να μην τον δει κάποιος και πήγε 5-6 χρονών παιδάκι κι ανεβαίνει στη λεμόνια το παίρνει και το ’φαγε, «σαν να ’τανε –λέει– ροδάκινο». Για να «αυτώσει» την πείνα του –ας πούμε– και μετά πήγε και κοιμήθηκε. Δηλαδή όταν ακούς τέτοια πράγματα, πραγματικά συγκινείσαι. Μία άλλη φορά, είχανε πάει με έναν άλλο μπάρμπα, πιο παλιό, πιο μεγάλον από αυτόν και είχε ρίξει, λέει, αυτός δυναμίτες στη θάλασσα κι είχε γεμίσει η θάλασσα από ψάρια. Ήτανε λίγο μετά την Κατοχή αυτό, πρέπει να ήταν, ήταν καμιά 10-12 χρονών. Πέφτει, λοιπόν, στη θάλασσα να μαζέψει ψάρια, γιατί ο άλλος ήταν ηλικιωμένος άνθρωπος και δεν μπορούσε και όπως μάζευε τα ψάρια, του φώναζαν, ο άλλος από πάνω και ένας άλλος, ο παππούς από πάνω και ένας άλλος: «Βγες έξω, γιατί το σκυλόψαρο». Αυτός δεν το βλέπε άμα… Απορροφημένος εκεί να μαζέψει τα ψάρια και ήρθε το σκυλόψαρο και του ’ξυσε με το πτερύγιο την κοιλιά από κάτω, όπως πέρασε από κάτω του. Μόλις το αντιλήφθηκε, βγήκε έξω, πραγματικά ήτανε –μετά συγχωρήσεως– κατουρημένος επάνω του. Δηλαδή αυτά τα πράγματα είναι πολύ συγκινητικά. Μία άλλη καταγραφή που κάνα από μια θεία από τη Συκαμιά, η οποία δυστυχώς όλοι αυτοί δεν ζουν πλέον, την είχα κάνει πριν από τριάντα-σαράντα χρόνια και μου είχε αφηγηθεί για δυο κοριτσάκια, στην Κατοχή, που μαζεύανε χόρτα και τα βρήκανε μπροστά τους και τους λένε: «Λίγο ψωμάκι, πεινάμε, λίγο ψωμάκι» και μετά από λίγο –αφού δεν είχανε κι αυτοί να φάνε, τι να τους δώσουνε;– και μετά από λίγο τα βρήκανε πεθαμένα. Αυτά τα έχω βγάλει σε εκδήλωση, στου Μανώλη, του Πελοποννήσιου, του αρχηγού, του πρώην αρχηγού του Λιμενικού Σώματος. Του Μανώλη, του Πελοποννήσιου, ο οποίος καταγόταν από τη Σέριφο, του χα κάνει ένα μεγάλο αφιέρωμα εδώ, στη Σέριφο, για την Κατοχή, γιατί έγραψε ένα βιβλίο για την… Σίφνος, Κίμωλος, Μήλος, Σέριφος, και αυτό το είχα γράψει. Αλλά έχω πάρα, πάρα πολλές. Τι να σου αφηγηθώ; Για τα μεταλλεία; Για τους ανθρώπους που έχουνε χαθεί μέσα στα μεταλλεία και έχουνε μείνει μέσα στα βάθη της γης; Και όταν το 1950, τη δεκαετία του ’50, ανοίγανε καινούργιες γαλαρίες και πέφτανε μέσα σε παλιές, βρίσκανε σκελετούς μέσα και οι άνθρωποι δεν ξέραν τι να κάνουνε; Αυτά όλα είχαν γίνει επί Γκρώμαν βέβαια, τέλος του 1800 με αρχές του 1900, μία τεράστια δυναστεία, που δεν θα ήθελα να την αναφέρω, γιατί δεν είναι του παρόντος και λοιπά. Ε, αυτά μου έχουν μείνει ανεξίτηλα και όχι μόνο αυτά. Λοιπόν, κάνε μου άλλη ερώτηση.
Ήθελα να σε ρωτήσω για τις συνθήκες που υπήρχαν τότε. Δηλαδή, ήταν εύκολο ή δύσκολο να κάνεις αυτό, αυτές τις καταγραφές, που έτσι κι αλλιώς τις έκανες ερασιτεχνικά;
Τώρα μου λες: «Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια;». Εύκολο, δύσκολο, εγώ κατόρθωσα να τις κάνω. Η δυσκολία ήταν ότι, δεν είχα λεφτά να αγοράσω ένα μαγνητόφωνο και μάζευα δραχμή-δραχμή. Αργότερα κατόρθωσα και πήρα ένα καλύτερο μαγνητόφωνο, μάλιστα υπάρχει αυτό, το έχω και σε φωτογραφία, δεν… Το ’χω στην πραγματικότητα διαφυλάξει μάλλον και μπορώ να το φωτογραφίσω, αργότερα πήρα μία κάμερα μεγάλη, το ’77, και άρχισα κι έκανα οπτικές πλέον καταγραφές, αργότερα πήρα μια ψηφιακή κάμερα κι έχω κάνει πάρα πολλές καταγραφές επ’ αυτών, αλλά η δυσκολία κυρίως ήτανε ως προς τα θέματα της… Του οικονομικού. Εκεί ήταν το μεγάλο πρόβλημα. Εγώ βέβαια είχα το προνόμιο, το πλεονέκτημα κατά κάποιο τρόπο, να είμαι στο Πολεμικό Ναυτικό και να έχω, αργότερα μία κάποια καλύτερη οικονομική επιφάνεια, ούτως ώστε κατόρθωσα και μπόρεσα και πήρα αυτά τα εργαλεία. Όμως, αντιμετώπιζα και διάφορες άλλες καταστάσεις. Δηλαδή πήγαινα σε έναν παππού, σε μια γιαγιά, και μου λέγανε «Ε, τι να σου πω, παιδάκι μου; Τι θα τα κάνεις αυτά εσύ; Γιατί να τα πω εσένα, ας πούμε;», λέω: «Να, εγώ τα συγκεντρώνω, για να τα μαζέψω». «Α, δεν έχω παιδιά εγώ να τα πω;». Μία άλλη μου λέει: «Πόσα θα μου δώσεις, για να σου πω; –λέει– μερικά από αυτά;». Μία άλλη πάλι μου ’πε, δεν θυμάμαι τι μου ’πε και της λέω: «Καλά, αν ήμουνα…» –γιατί με βλέπανε εγώ ότι ήμουνα παιδί –ας πούμε–, νεαρός και κατέγραφα αυτά τα πράγματα και σου λέει: «Ποιος είσαι εσύ –ας πούμε– γιατί να σ’ τα πω εσένα;»– και λέω: «Άμα ήτανε κάποιος δημοσιογράφος Χ, μεγάλος δημοσιογράφος, θα τα λέγατε;». «Ε, βέβαια θα τα ’λεα». Λέω: «Γιατί;». «Γιατί αυτός θα μ’ έβγαζε και στο ράδιο». Κατάλαβες; Δηλαδή έχω αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις. Πού να φανταστούνε αυτοί οι άνθρωποι –τώρα βέβαια δεν ζούνε, δυστυχώς– ότι αυτούς εγώ και στο ραδιόφωνο τους έβγαλα, γιατί έκανα εκπομπές στο ραδιόφωνο, πολλά χρόνια στον Πειραιά, σειρά εκπομπών λαογραφικών, αφενός μεν και αφετέρου και σε εκδηλώσεις τους έβγαλα και σήμερα έχουνε διασωθεί, έχει διασωθεί όχι μόνο η φωνή τους, αλλά και τα όσα σημαντικά μας είχανε τότε, μου είχανε τότε αφηγηθεί –ας πούμε– είτε λαογραφικά, είτε ιστορικά, είτε οτιδήποτε άλλο, μπορεί να ήταν αυτό, που πραγματικά δεν φανταζόντουσαν ότι ένα παιδί ενός φτωχού μεταλλωρύχου εργάτη, θα έρθουνε σε αυτό το επίπεδο το σημερινό. Δυστυχώς μετά από όλα αυτά δεν έχουμε τύχει της προσοχής, κάποιου αρμόδιου να μπορέσουμε να βγάλουμε πολλά από αυτά στην επιφάνεια. Δυστυχώς. Το λέω έτσι, με πίκρα.
Ήθελα, επίσης, να ρωτήσω, μια που το ανέφερες, κύριε Θοδωρή, για τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Πώς έτυχε και έκανες ραδιοφωνικές εκπομπές;
Ναι, ήτανε το 1988-’89, όταν ανοίξανε οι πρώτοι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και παρακολουθούσα τους σταθμούς αυτούς. Μία μέρα άκουσα από τον ραδιοφωνικό σταθμό της εκκλησίας της Ελλάδος, που ήταν ένας φίλος από την Αίγινα, ο Γρηγόρης, ο Μαλτέζος –καλή του ώρα– και έλεγε κάποια εκπομπή, σε κάποια εκπομπή του, ανέφερε για τα σουραύλια. Και τον πήρα τηλέφωνο και του λέω: «Έτσι κι έτσι», μετά την εκπομπή και μου λέει: «Θέλω να έρθεις εδώ και να παρουσιάσουμε μια και δυο και τρεις εκπομπές», μου λέει. Πράγματι πηγαίνω στο ραδιοφωνικό σταθμό της εκκλησίας της Ελλάδος, μετά από λίγες μέρες, που ξανά είχε εκπομπή και πήγα εκεί και δεν είχε έρθει αυτός. Εν τω μεταξύ είχα ετοιμάσει κάποια κείμενα εγώ, είχα ηχογραφήσει και κάποια τραγούδια, μάλιστα είχα τον μπαρμπα-Παναγιώτη, τον Προκόπη, τον «Ξένο», του οποίου του χα πάρει και συνέντευξη και παλιές ηχογραφήσεις, που του χα κάνει –ας πούμε– από τις κασέτες τότε. Και μου λέει ο δημιουργός μέσα της εκπομπής, μου λέει: «Ξεκίνα εσύ την εκπομπή, σαν να είναι ο Γρηγόρης εδώ». Και την ξεκινάω από μόνος μου, ε, και μετά από στα μισά της εκπομπής ήρθε ο Γρηγόρης και συνεχίσαμε και μετά του λέω: «Θέλω να κάνω κάποιες εκπομπές εδώ πέρα και να το επεκτείνουμε». Πράγματι κάναμε δύο-τρεις εκπομπές μαζί μ’ αυτόνανε και μετά έκανα κι άλλη εκπομπή και άλλη εκπομπή και μετά έκανα μία μεγάλη εκπομπή. Ήταν η πρώτη μου εκπομπή που έκανα μεγάλη –ας πούμε–, ουσιαστική. Ήταν «Οι Απόκριες στη Σέριφο», κάπου δυο ώρες εκπομπή και παρουσίασα ένα λαογραφικό υλικό με συνεντεύξεις, με τραγούδια, με αφηγήσεις, με αποκριάτικους χορούς, τα τραγούδια των αποκριάτικων χορών και λοιπά και λοιπά. Και από κει ξεκίνησα έκανα σε διάφορους άλλους σταθμούς. Ωστόσο, είχα μιλήσει και σε κάποιους άλλους σταθμούς παλαιότερα, όπως στην ΕΡΤ, κάποια αποσπάσματα, έτσι που συμμετείχα σε κάποιες εκπομπές –ας πούμε–, στο BBC του Λονδίνου, για παράδειγμα. Μου είχανε πάρει συνεντεύξεις και είχα και υλικό. Ε, και από κει ξεκίνησα. Στην πορεία, κατάφερα επειδή ήταν και η γειτονιά μου εκεί στη Νίκαια και πήγα στο κανάλι 107 και στο studio 2, που ήταν εκεί δίπλα και έκανα πέντε συνεχόμενα χρόνια εκπομπές, παρουσιάζοντας τα «Λαογραφικά Σύμμεικτα των Ελλήνων», μία ωριαία εκπομπή, κάθε Σάββατο 13:00 με 14:00, και το Σάββατο το βράδυ συνεργαζόμουνα με τον Γιάννη, τον Λεμπέση, τον μουσικοσυνθέτη, το ρεμπέτη και παρουσιάζαμε το γνήσιο ελληνικό τραγούδι, από την αρχή της εμφάνισης του φωνογράφου, μέχρι το ‘60 περίπου, που χάνονται οι παλιές καλές ηχογραφήσεις. Εκεί καλούσαμε διάφορους μεγάλους παλιούς ρεμπέτες, όπως ο Γενίτσαρης, είχε περάσει η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, ο Θόδωρος, ο Δερβενιώτης, πού να θυμάμαι τώρα τους, όλους αυτούς; Ο Κουλουκάκης, δηλαδή από[00:30:00] δίσκους γραμμοφώνου και παρουσιάζαμε τη ζωή και το έργο τους. Μέχρι το 1994, τέλος του ’94, που πήρα τη σύνταξή μου και έφυγα από τον Πειραιά και ήρθα στη Σέριφο κι έτσι διέκοψα –δεν έχασα, όμως, τις επαφές μου με όλους αυτούς ανθρώπους–, τον Θόδωρο, τον Κολοκοτρώνη, τον Τάκη, τον Καραολή, τον… Πού να θυμάμαι τώρα όλους αυτούς; Τέλος πάντων, ήρθα στη Σέριφο και έχασα τις άμεσες εκπομπές, μόνο όποτε πήγαινα συνεργαζόμαστε. Βέβαια εδώ, στη Σέριφο, μετά, άρχισα με τους κυκλαδικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικούς, να έχουμε κάποιες επαφές. Όταν, όμως, δημιούργησα και το μοναδικό στην Ελλάδα φεστιβάλ σουραυλιού, «Τελενίκειος Ηχώ», γιατί το σουραύλι της Σερίφου, εκτός του ότι είναι αποδεδειγμένα ότι είναι τεσσερισήμισι χιλιάδων ετών τουλάχιστον –έχουνε βρεθεί στοιχεία– αφενός μεν, αφετέρου είναι και ένα από τα ελάχιστα νησιά –ίσως το μοναδικό–, από ό,τι λέει και ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας στο Αιγαίο και δη στις Κυκλάδες, που παίζει ακόμα το σουραύλι. Και έτσι κατέγραφα τις εκδηλώσεις αυτές –και όχι μόνο αυτές τις εκδηλώσεις, γιατί έχω κάνει και πάρα πολλές άλλες εκδηλώσεις– και τις παίρνανε τα κυκλαδικά τηλεοπτικά κανάλια και τις μεταδίνανε. Οπότε έγινα γνωστός και εδώ, στις Κυκλάδες. Θα σου πω ένα πολύ χαρακτηριστικό σημείο, με έχουν καλέσει στη Μύκονο, πριν από τέσσερα-πέντε… Το ’17 συγκεκριμένα πρέπει να ’τανε, να παρουσιάσω τους Μυκονιάτες μεταλλωρύχους, στα μεταλλεία της Σερίφου. Εκεί, λοιπόν, που ετοιμαζόμαστε μέσα κάναμε πρόβες, για να φτιάξουμε τα βίντεο και τα ηχητικά, έρχεται μία συνάδελφος δημοτική σύμβουλος, και μου λέει: «Κύριε Λιβάνιε, σας ζητάει ένας κύριος έξω με μία κυρία». Βγαίνω έξω, «Ορίστε. Α, να, αυτός είναι», λέει. Λέω: «Τι έκανα; –ψηλά τα χέρια εγώ για πλάκα– Τι έκανα;». Λέει: «Εσείς είστε –λέει– ο Θοδωρής Λιβάνιος, που σας βλέπουμε στην τηλεόραση και σας θαυμάζουμε με όλα αυτά τα μουσικά στοιχεία και με τα μεταλλεία που αναφέρετε και με τα τραγούδια και λοιπά;». Λέω: «Εγώ είμαι». Ήρθε, μ’ αγκαλιάζανε εκεί πέρα με φιλούσαν οι άνθρωποι, που δεν μ’ είχαν δει ποτέ στη ζωή τους σε προσωπικό επίπεδο. Για μένα αυτό ήτανε μια, όχι συγκινητική απλά στιγμή, αλλά μία τιμητική προσφορά –ας πούμε– στη ζωή μου. Λοιπόν, τι άλλο δεν απάντησα πάνω σε αυτό;
Όχι, εντάξει όλα. Ήθελα να κάνω ακόμα μια ερώτηση σχετικά με το πώς κατάφερες και συνδύαζες τη δουλειά με τις καταγραφές; Εννοείται, πριν πάρεις τη σύνταξη.
Α, εννοείς, όταν ήμουνα στην υπηρεσία. Ναι, κοίταξε να δεις, ερχόμουνα με άδειες εδώ πέρα έναν μήνα. Στο μήνα αυτόν επάνω είχα την ευκαιρία να πάω να βρω τον μπαρμπα-Γιάννη την κυρά Κατίνα, το θείο τάδε και λοιπά. Και βέβαια δεν ήταν εύκολο, τότε δεν είχαμε κι αυτοκίνητα, γιατί πήγαινα με τα πόδια. Άντε να πάω στη Συκαμιά –ας πούμε– ή να πάω, όπως είχα πάει στο Μέγα Λιβάδι, στο αυτό, να βρω κάποιος ηλικιωμένους ανθρώπους. Πήγαινα με τα πόδια τότε, δεν είχα και αυτοκίνητο εδώ, στη Σέριφο. Και αυτό ήταν το βασικό μου. Όταν, όμως, από το 1980 έγινε το πενθήμερο και μπήκε το πρώτο βαπόρι που ’χε μπει, ήταν το «Κίμωλος», Παρασκευή βράδυ, ήμουνα –όταν δεν είχα υπηρεσία–, ήμουνα κάθε Σαββατοκύριακο στη Σέριφο σχεδόν, οπότε είχα τουλάχιστον μία με δύο καταγραφές στο ενεργητικό μου. Οπότε έτσι τα προλάβαινα κι έτσι έχω κάνει μεγάλο αρχειακό υλικό, έχω συγκεντρώσει, δηλαδή, μεγάλο αρχειακό υλικό.
Κύριε Θοδωρή, εκτός απ’ το να καταγράφατε όλα αυτά τα λαογραφικά του νησιού, είσαστε και ο ίδιος –ας πούμε– μουσικός. Σωστά;
Ναι. Λοιπόν, εγώ είμαι ερασιτέχνης και ως λαογράφος αλλά και ως μουσικός, ποτέ δεν υπήρξα επαγγελματίας και αρχικά σου είπα ότι το σουραύλι με επηρέασε από τα 4-5 μου χρόνια. Όταν μεγάλωσα κι είχα πάει στο Ναυτικό, κατόρθωσα και πήρα ένα μικρό μπουζούκι, τρίχορδο, κι άρχισα και το γρατζούναγα εκεί, σιγά-σιγά έμαθα και έπαιζα κάποια τραγουδάκια. Τότε συνέθεσα –είχα γράψει πάρα πολλούς στίχους εν τω μεταξύ, γιατί έχω γράψει και ποιητικά θέατρα, που ’χουνε παιχτεί εδώ, στη Σέριφο, κι έχουνε μεταδοθεί κι από την τηλεόραση κάποια– και έτσι, λοιπόν, σύνθετα και κάποιους στίχους από τους δικούς μου, με αποτέλεσμα να έχω σήμερα κάποιες ιστορικές ηχογραφήσεις, όπως αυτήν που είχαμε γράψει με τον συγχωρεμένο τον Νίκο, τον Χρυσολωρά, συγγενή και το οποίο το είχαμε γράψει το ’78 στην Κρήτη. «Μες την πλανεύτρα ξενιτιά,σαν το πουλί γυρίζω,μα, είναι όλοι οι άγνωστοι,κανέναν δεν γνωρίζω». Και λοιπά και λοιπά, δεν θυμάμαι τα υπόλοιπα. Και στη συνέχεια, όταν, το ’80, ανέβηκα στην Σαλαμίνα και μετά πήγα –ερχόμουνα τα Σαββατοκύριακα στη Σέριφο–, πήρα και ένα λαγούτο από την Κρήτη, από τον Φραγκιαδάκη, τον γνωστό, μου το έφτιαξε, γιατί ήμαστε συνάδελφοι με τον γιο του και άρχισα και έπαιζα και λαγούτο. Δεν ήταν δύσκολο να μάθω λαγούτο, οπότε κάναμε ένα πολύ ωραίο τρίο τότε, βιολί ο Νίκος, ο Λιβάνιος, λαγούτο ο Αντώνης, ο Χρυσολωράς, ο «Σκερδεμπές», ο πατέρας σου –είναι συγκινητικό το… Σε βλέπω και συγκινείσαι, γιατί έφυγε νέος από τη ζωή δυστυχώς–, και εγώ από πίσω. Και έτσι κάναμε μια τριάδα κι έχουμε πάρα πολλές κασέτες ηχογραφήσει και υπάρχουνε. Αν θυμάσαι, πριν από λίγα χρόνια και με τη δική σου προτροπή είχαμε κάνει, είχαμε παρουσιάσει και ένα ντοκιμαντέρ –γιατί έχω δημιουργήσει και πάρα, πάρα πολλά ντοκιμαντέρ και έχουν παιχτεί σε διάφορες, διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά και σε εκδηλώσεις– και πραγματικά παρουσιάσαμε αυτό, τη ζωή και το έργο, αυτό των δύο μουσικών, και του Αντώνη, του Γεροντάρη, του «Ταβά», αλλά και του Δημήτρη του Γεροντάρη, του «Σκάρου», μία συγκινητική εκδήλωση που την επαναλάβαμε στο θέατρο αργότερα. Έτσι, λοιπόν, άρχισα να παίζω και λαγούτο. Ε, κι έχω παίξει σε πολλές εκδηλώσεις. Μάλιστα το 1983, ξεκινήσαμε εγώ με τον Νίκο, τον Λιβάνιο, και παίξαμε για πρώτη φορά μουσικά όργανα στην Αγία Θέκλη, μετά ξεκινήσαμε τον Άγιο Κωνσταντίνο, την Αγία Ειρήνη στον Κουταλά και κάποια άλλα πανηγύρια τώρα, που δε τα … Άγιο Μάμα και σήμερα παίζουν άλλες φίρμες κι εμάς μας έχουν εκτός θέσει, μια άλλη ιστορία, τέλος πάντων, αυτή. Κι έτσι μπήκα και στον χορό του… Των μουσικών οργάνων αφενός μεν, αφετέρου, όταν το 2002, ξεκίνησαν οι πανκυκλαδικές συναντήσεις, με τα πνευστά των Κυκλάδων, αρχικά, και στη συνέχεια επεκτάθηκαν, γιατί καταργήθηκαν η Νομαρχία και έγινε Περιφέρειες Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου, ξεκίνησα και συγκέντρωσα παλιούς σουραυλιέρηδες, τρεις-τέσσερις όλοι και όλοι ήτανε τότε, και φτιάξαμε μια ωραία ομάδα με τα σουραύλια της Σερίφου –μάλιστα ξεκινήσαμε από την Τζια το 2002– και άρχισα να παίζω και σουραύλι. Ψιλόπαιζα λίγο, σαν παιδί, αλλά τότε το εντατικοποίησα. Άρχισα να παίζω και τουμπί φυσικά, το τουμπί ήταν και πιο εύκολο σχετικά και έχουμε γυρίσει σχεδόν όλα τα νησιά του Αιγαίου, παίζοντας, κάνοντας εκδηλώσεις –έχω κάνει και δικές μου εκδηλώσεις προσωπικές και στην Μήλο και στην Κίμωλο και στη Σίφνο και στην Κύθνο και στην Αθήνα πολλές εκδηλώσεις και λοιπά και λοιπά και στην Ερμιόνη και στην Κάρπαθο και στη Σαλαμίνα έχω κάνει. Τέλος πάντων, διάφορες εκδηλώσεις –ας πούμε– δικές μου, προσωπικές, που μ’ έχουνε καλέσει, αυτό είναι το μεγάλο μου παράπονο, ότι μ’ έχουνε καλέσει φορείς, Δήμοι, επαρχία, Νομαρχίες, Περιφέρειες, βουλευτές, ευρωβουλευτές, κι έχω κάνει εκδηλώσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και δυστυχώς επάνω, στη Σέριφο, δεν έχει βρεθεί ένας φορέας, ούτε ένας φορέας, να με προσκαλέσει να παρουσιάσω κάτι το Σερφιώτικο, ενώ γνωρίζουνε όλοι το τεράστιο βάθος του αρχείου, που έχω δημιουργήσει, του μοναδικού αρχείου «Θ.Γ.Λ.». Λοιπόν, αυτό είναι ένα παράπονό μου και το εκφράζω, όσοι θένε ας το ακούσουνε κι ας το λάβουν υπόψη τους όσοι δεν θέλουνε. Έτσι, λοιπόν, μπήκα και στο σουραύλι και στο τουμπί και στα γενικότερα μουσικά όργανα. Παράλληλα και με τα τραγούδια που έγραφα κι έχω μελοποιήσει –όπως είπαμε– πολλά, ειδικά στα μεταλλεία στα εκατό χρόνια, που ‘χα αναλάβει ένα φάσμα εκδηλώσεων, με ομιλίες, παρουσίαση φωτογραφιών παλιών, παρουσίαση ντοκιμαντέρ –όλα δικά μου αυτά–, παρουσίαση του θεατρικού έργου Φωνή Απόγνωσης της Σερίφου και του Εργάτη, που το ’χαμε παίξει το 1984-’85, νομίζω, και το επαναλάβαμε μετά από τριάντα ένα χρόνια, τριάντα δύο; Ποιητικό-θεατρικό έργο και πάρα πολλά άλλα θεατρικά έργα που ’χουνε… Και κάποια αποσπάσματα έχουνε μεταδοθεί και από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, λοιπόν, και είχα γράψει για τα εκατό χρόνια, είχα γράψει δεκαπέντε τραγούδια για την ιστορία και τη ζωή των μεταλλωρύχων της Σερίφου και τα παίξαμε στο όγδοο φεστιβάλ σουραυλιού, με τα σουρ[00:40:00]αύλια, με τα παιδιά. Παράλληλα είχα δημιουργήσει και μία ομάδα από παιδιά. Από παιδιά από το σχολείο, καμιά εικοσαριά παιδιά παίζανε σουραύλι, κάποια άλλα παίζανε τουμπί και κάποια άλλα τραγουδάγανε και όλα, μετά όλα μαζί αυτά τα αποδώσαμε, λοιπόν, τότε και μαζί με τους παλιούς σουραυλιέρηδες της Σερίφου και τουμπιέρηδες φυσικά, παρουσιάσαμε αυτά τα δεκαπέντε τραγούδια δικά μου. Λοιπόν, αυτό σε γενικές γραμμές ως προς τα μουσικά όργανα.
Τώρα, όπως ρώτησα για την πρώτη καταγραφή, θέλω αντίστοιχα να ρωτήσω για την πρώτη εκδήλωση, γιατί, όπως ανέφερες, έκανες πάρα πολλές εκδηλώσεις. Ποια ήταν η πρώτη σου; Τη θυμάσαι;
Ναι, εκτός από αυτά που σου είπα ότι σαν παιδί κάναμε αυθόρμητες εκδηλώσεις τότε, γιατί όλα τα παιδιά τότε, γινόμαστε, ντυνόμαστε «μασκάροι», κάποιος ή έπαιζε σουραύλι με τουμπί –γιατί τότε υπήρχαν πολλοί που παίζανε, σήμερα δυστυχώς κόντεψε να εκλείψει κι αν δε βοηθηθεί η προσπάθεια αυτή, με τα παιδιά, να τα ξαναβάλουμε, γιατί σταματήσαμε τώρα, λόγω καταστάσεων, θα χαθούν και από τη Σέριφο–, λοιπόν, η πρώτη μου επίσημη εκδήλωση τρόπον τινά –γιατί ’χα κάνει κι άλλες–, ήτανε το 1999, στο κατάμεστο θέατρο του Συνδέσμου Σεριφίων, που με στήριξε η τότε Δημοτική Αρχή με δήμαρχο τον κύριο Ελευθέριο Παλαιό και παρουσιάσαμε τη ζωή και το έργο όλων των μουσικών της Σερίφου, που είχαν φύγει από τη ζωή, όχι για τους ζώντες. Τους ζώντες τους παρουσίασα πολύ αργότερα στην εκδήλωση που είχα κάνει το 2005-’06 νομίζω ήτανε; Σε ένα, μια φιλανθρωπική εκδήλωση αγάπης που κάναμε για τον Αντώνη, τον Χρυσολωρά. Δεν θέλω να πω περισσότερα. Τότε, λοιπόν, παρουσιάσαμε, παρουσίασα τη ζωή και το έργο όλων αυτών των παλιών μουσικών της Σερίφου, με όσους είχα προλάβει εν ζωή είχα καταγράψει και το παίξιμό τους –εφόσον μπορούσαν να παίξουνε–, αλλά και το… Τα βιογραφικά τους στοιχεία αφετέρου κι εκεί τα παρουσίασα αποσπασματικά βέβαια, γιατί ήταν μία τεράστια εκδήλωση, ήτανε γύρω στα εβδομήντα-ογδόντα άτομα όλοι αυτοί, συν αυτούς που δεν μπόρεσα να μαζέψω στοιχεία, που ήτανε καμιά εικοσαριά, αλλά είχα κάποιες πληροφορίες και έτσι τους τιμήσαμε στο τέλος, τις οικογένειές τους. Εν ζωή είχαμε δύο μόνο ανθρώπους περάσει, τρεις. Τον Κούλη, τον Σκαρπέλη, τον μεγάλο ρεμπέτη, ο οποίος ήταν στα τελευταία του και μετά από λίγο πέθανε, «ο Διαβολάκος», τον «Διαβολάκο». Τον Δημήτρη, τον «Ξιούντα», τον Ξυπνητό, όπως λεγότανε, ο οποίος μετά από δεκαπέντε μέρες έφυγε από τη ζωή, ήταν κατάκοιτος, και τον Φώτη, τον Βιτάλη, ο οποίος ήταν ακόμα στα πατήματά του και ήρθε εκεί και έζησε την εκδήλωση προς τιμήν αυτών των παλιών μουσικών, φυσικά και του ιδίου, που πραγματικά, τον έβαλα στο μικρόφωνο και είπε δυο-τρία πράγματα και συγκινήθηκε όλος ο κόσμος κι ήρθε και με αγκάλιασε και με φίλησε και μου λέει: «Συνέχισε το έργο αυτό, που κάνεις, είναι θεάρεστο». Και φυσικά εγώ το συνέχισα. Έτσι, λοιπόν, αυτή ήταν η μεγάλη, πρώτη μου, εκδήλωση. Φυσικά ακολούθησαν δεκάδες εκδηλώσεις στη Σέριφο, αλλά με δικές μου πρωτοβουλίες, όχι να με καλέσει κάποιος φορέας, ποτέ δεν με κάλεσε φορέας επάνω στη Σέριφο, να παρουσιάσω κάτι.
Και ποια θεωρείς ότι είναι η σημαντικότερη εκδήλωση που έχεις κάνει, έστω και από μόνος σου;
Ναι, νομίζω ότι αυτή με τους παλιούς μουσικούς ήτανε πάρα πολύ συγκινητική, όπως και πολύ συγκινητική ήτανε και μία που είχα κάνει ένα αφιέρωμα σε έναν μεγάλο ήρωα της Κατοχής, τον Μουστάκα, τον Βελισσάριο Μουστάκα, ο οποίος είχε κάνει μια τεράστια, ένα τεράστιο σαμποτάζ στους Γερμανούς, συγκεκριμένα ανατίναξε το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Τότε που το είχαν ανάγκη οι Γερμανοί, γιατί είχαν την επικοινωνία και τους διέκοψε με την επικοινωνία του Ρόμελ στην Αίγυπτο και αντιλαμβάνεσαι πόσο μεγάλο σαμποτάζ ήταν αυτό για τους Γερμανούς, που δυστυχώς τρεις μήνες πριν την απελευθέρωση, σκοτώθηκε από νάρκη ο άνθρωπος αυτός και άφησε ορφανά παιδιά και ένα του παιδί σκοτώθηκε πάλι από νάρκη, σε ηλικία 12-13 ετών. Αυτές ήταν οι πιο συγκινητικές μου εκδηλώσεις. Όχι ότι οι υπόλοιπες δεν ήτανε. Δηλαδή και με τα μεταλλεία, με τις αφηγήσεις των ανθρώπων για τα μεταλλεία, που πραγματικά έχω… Έχουν αναφερθεί για όλους αυτούς τους χαμένους, ζωντανούς στα μεταλλεία μέσα, αλλά και τους άλλους, που σκοτώθηκαν, οι οποίοι είναι δεκάδες, αυτούς που έχουμε καταγράψει είναι δεκάδες, αυτοί που ’χουνε μείνει μέσα και δεν έχουνε καταγραφεί πότε, είναι άγνωστο πόσο. Κι έχουνε βρει τόσους σκελετούς μέσα. Νομίζω ότι αυτές οι εκδηλώσεις είναι πολύ συγκινητικές για μένα, αλλά τώρα τι να πω; Να πω και για τα… Στην Κίμωλο, που παρουσίασα το κοινό παραδοσιακό τραγούδι μεταξύ Κιμώλου-Σερίφου, τις ρίζες του, τις πηγές του και παίζαμε τα τραγούδια, με… Δηλαδή αναφερόμουνα σε ένα τραγούδι, πότε δημιουργήθηκε, –«η Έλλη», για παράδειγμα, που είναι δημιουργία το τέλος του 1800 κι είναι υπαρκτό πρόσωπο, στη Σμύρνη ή την «Μπουρνοβαλιά» και λοιπά όλα αυτά–, αναφερόμουν στην ιστορία, ακούγαμε μία πρώτη ηχογράφηση από δίσκο γραμμοφώνου στις αρχές του αιώνα –του 1900 εννοώ– και στη συνέχεια μουσικό συγκρότημα από την Κίμωλο το έπαιζε, όπως το παίζουνε στην Κίμωλο, και μετά με μουσικό συγκρότημα της Σερίφου, το παίζαμε, όπως παιζότανε, όπως παίζεται σήμερα στη Σέριφο και φαινότανε οι διαφορές, που ενδεχομένως είχαμε, οι ελάχιστες, και οι τυχόν ομοιότητες. Στην ουσία ήταν το ίδιο τραγούδι, απλώς σε κάποια σημεία μπορεί να είχε κάποιες μικρές παραλλαγές. Και μετά περνούσαμε σε ένα δεύτερο, σ’ ένα τρίτο τραγούδι και ούτω καθεξής. Αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τι συγκινητικό ήταν για αυτούς τους ανθρώπους στην Κίμωλο, το ίδιο είχα κάνει και στη Σίφνο κι εδώ είχα κάνει κάτι σχετικό, αλλά εδώ είχα κάνει μόνο με τη Σέριφο, με τις ρίζες των παραδοσιακών τραγουδιών της Σερίφου. Μάλιστα ο αείμνηστος –που δεν μπορώ να μην το αναφέρω–, ο δάσκαλος, ποιητής, λαογράφος, δημοσιογράφος, Αντώνιος Τρούλος, ο μέγας αυτός άνθρωπος, που του ’χω κάνει και ειδικό αφιέρωμα στη Σίφνο, μεγάλη συγκίνηση αυτή, γιατί ξεκίνησα ένα θεσμό να κάνω στη Σίφνο τότε, με στήριξε ο Δήμος της Σίφνου και ο Πολιτιστικός Σύλλογος και παρουσιάσαμε την πρώτη λαογραφική, λαογραφικό συνέδριο, όπως το ’χαμε πει –όχι συνέδριο, συνάντηση–, η πρώτη λαογραφική συνάντηση στη μνήμη του Αντώνιου Τρούλου και παρουσίασα και ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Και ειπώθηκαν τόσα πράγματα ειδικά από το δήμαρχο –ας πούμε– αλλά και από το Θεόδωρο-Γεράσιμο Μαγκανιώτη, τον τέως δήμαρχο Κιμώλου τότε. Για μένα –και τίμησα τη σύζυγό του–, για μένα όλα αυτά ήτανε όχι απλά βιώματα, αλλά ήτανε τόσο πολλά συγκινητικά τα στοιχεία αυτά, που πραγματικά δεν ξέρω, με έχουνε επηρεάσει, έχουνε μείνει ανεξίτηλα. Για ποια εκδήλωση να πρωτομιλήσω; Στην Ερμιόνη, που παρουσίασα τους μεταλλωρύχους εργάτες Ερμιόνης και τώρα ετοιμάζομαι, με έχουν καλέσει, να παρουσιάσω, εκεί από τον Δήμο –ας πούμε– να παρουσιάσω κάποιες άλλες, ακόμα, κάποια άλλη ακόμα εκδήλωση από καταγραφές που έχω κάνει εκεί πέρα; Γιατί καταγραφές δεν έχω κάνει μόνο στη Σέριφο έχω κάνει και σε πολλά νησιά τριγύρω. Και στην Ερμιόνη φυσικά και σε άλλα μέρη. Λοιπόν… Τι να πρωτοθυμηθώ; Τι να πρωτοθυμηθώ; Προχώρα σε μια άλλη ερώτηση.
Μου είπες, κύριε Θοδωρή, ότι οι εκδηλώσεις, που έκανες πάνω στο νησί, ήτανε όλες με δική σου πρωτοβουλία. Οπότε αντίστοιχα, φαντάζομαι, ότι θα είχε και την ανάλογη δυσκολία η πραγματοποίηση μιας εκδήλωσης, που την έκανες από μόνος σου.
Ναι. Πάντοτε οι εκδηλώσεις κι οι ζωντανές εκδηλώσεις, φυσικά, έχουνε δυσκολίες. Όμως, εκείνο που θέλω να ομολογήσω είναι ότι ο Δήμος, οι εκάστοτε Δημοτικές Αρχές, γενικά, με είχανε στηρίξει σε αυτό, πρωτοβουλία δεν είχανε πάρει ποτέ να με καλέσουνε. Να τα ξεχωρίσουμε αυτά τα δύο πράγματα, στήριξη του Δήμου σε κάποιες περιπτώσεις είχα. Ειδικά τότε, που ήμουνα και δημοτικός σύμβουλος και πρόεδρος των πολιτιστικών, για δέκα ολόκληρα χρόνια σχεδόν, αλλά έπρεπε εγώ να σπρώξω, να βάλω. Το παράπονό μου είναι ότι δεν με κάλεσε φορέας, γιατί έχω συμμετέχει και σε εκδηλώσεις του Συνδέσμου Σεριφίων και σε εκδηλώσεις της «Ανδρομέδας», πάλι με δικές μου πρωτοβουλίες και σε εκδηλώσεις ποιων άλλων φορέων και στο Μέγα Λιβάδι, στον οποίο ήμουνα κι αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Μέγα… Όχι Μέγα Λιβαδιού, της «Αγίας Τριάδας», σήμερα έχει, έκλειψε ο σύλλογος αυτός και δημιούργησαν έναν άλλο σύλλογο στο Μέγα Λιβάδι, και έχω παρουσιάσει, ειδικά στο Μέγα Λιβάδι, έχω παρουσιάσει τη μερίδα του λέοντος, με την ιστορία των μεταλλείων και όχι μόνο, σχεδόν κάθε χρόνο παρουσιάζω κι ένα καινούργιο ντοκιμαντέρ. Αυτό λέει πάρα πολλά, νομίζω, και φέτος πάλι με στήριξε ο Δήμος –ήσουνα εκεί παρών και είχες βοηθήσει και συ την κατάσταση, ως Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου– και πραγματικά με στήριξαν και προβάλλαμε ακόμα ένα ντοκιμαντέρ και κάναμε μία βιβλιοπαρουσίαση για τα μεταλλεία. Δηλαδή αυτά, [00:50:00]δεν τα αναιρώ, απλά δεν έχει βρεθεί ένας φορέας να μου πει: «Θοδωρή, έχεις τόσο αρχειακό υλικό. Έλα να κάνουμε την τάδε εκδήλωση», αυτό.
Επόμενη ερώτηση αφορά το Φεστιβάλ Σουραυλιού Σερίφου, ένα δικό σου δημιούργημα, που είσαι πολύ περήφανος για αυτό, απ’ όσο ξέρω. Θέλω να μας μιλήσεις λίγο.
Περήφανος. Για πάρα πολλά πράγματα είμαι περήφανος που έχω κατορθώσει κι έχω πετύχει, αφενός μεν, αφετέρου το Φεστιβάλ Σουραυλιού της Σερίφου «Τελενίκειος Ηχώ», έχει μία ιδιαιτερότητα, διότι πρώτον, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο στον ελληνικό χώρο, υπάρχει μόνο στην Κύπρο. Υπήρχανε στην Κύπρο πολλά φεστιβάλ σουραυλιού, έχει διατηρηθεί ένα το οποίο λέγεται «Κατακλυσμός» και παίζεται της Αγίας Τριάδος κάθε χρόνο. Εκεί έχει και διαγωνισμούς, όπως προσπάθησα κι εγώ διαγωνισμούς σουραυλιού να κάνω εδώ πέρα και τραγουδιού και λοιπά, δεν υπήρξε η ανάλογη στήριξη και βοήθεια –ας πούμε– όσο θα έπρεπε, γιατί πρέπει να… Έχει κάποια έξοδα, τα οποία εγώ σαν Θοδωρής Λιβάνιος, του Γεωργίου –γιατί υπάρχουν και άλλοι «Θοδωρήδες» Λιβάνιοι–, δεν έχω τη δυνατότητα, την οικονομική δυνατότητα να το πράξω. Λοιπόν, αυτό ξεκίνησε από το 2002, που έγινε η πρώτη Πανκυκλαδική Συνάντηση Πνευστών Οργάνων στην Τζια και το 2003, όπου εκεί έκανα την εξής πρόταση και είπα στον Τάσο, τον Αναστασίου, τον φίλο μου και συνεργάτη μου για πάρα πολλά χρόνια και πριν από αυτό, ότι: «Αυτά τα οχτώ-δέκα νησιά που είμαστε τις δύο πρώτες χρονιές και συμμετέχουμε εδώ πέρα, όλα με τσαμπούνα και μόνο η Σέριφος με σουραύλι κάθε χρόνο να πηγαίνουμε και σε ένα νησί από αυτά» και, φίλε μου, αυτό το πράγμα δεν επεκτάθηκε απλώς, έγινε μία τεράστια μουσική εκδήλωση στο Αιγαίο, που μπήκε και η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου αργότερα και είναι εκατοντάδες οι μουσικοί από διάφορα νησιά του Αιγαίου. Αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό γεγονός ήταν αφενός μεν αυτό, αφετέρου εκεί, στην Τζια, στον Πλάτανο του Βενιαμίν, αυτά τα οχτώ νησάκια, εννιά –πόσα ήμασταν τότε;–, τους είπα: «Όπως είμαστε όλοι μαζί, ελάτε να παίξουμε στο αποχαιρετιστήριο παίξιμο όλοι μαζί». Μου λέει: «Τι θα παίξουμε;», μου λέει κάποιος. «Έναν ήχο κι ό,τι βγει» και γίνεται, λοιπόν, η πρώτη πανδαισία εκεί το 2003 συγκεκριμένα, υπάρχουν σε βίντεο όλα αυτά και παίζανε όλοι οι μουσικοί κι έρχεται, μόλις τελειώσανε –πού να σταματήσουμε, ένα τέταρτο παίζαμε συνέχεια– και έρχεται ο Τάσος Αναστασίου και μου λέει: «Τι ήταν αυτό ρε που έκανες –μου λέει–, τι ήταν αυτό;». Λέω: «Βλέπεις; Όταν υπάρχει αγαστή συνεργασία με τους φορείς και όλα αυτά, μ’ εσένα βέβαια έχουμε πολύ αγαστή συνεργασία όλα τα χρόνια, κύριε Τάσο Αναστασίου, και είναι πραγματικά χρήσιμο να τα λέμε αυτά». Και έτσι καθιερώθηκε για αυτό και κάθε χρόνο γίνεται αυτό. Όμως, το μεγάλο μου παράπονο, ότι πήγαμε σε όλα τα νησιά και ποτέ δεν ήρθε η μουσική συνάντηση, αυτή στη Σέριφο. Αφενός μεν, αφετέρου για τα σουραύλια, που είπες, για το Φεστιβάλ. Άρχισα τότε σιγά-σιγά, να επαναφέρω παλιούς μουσικούς που τα ’χανε παρατήσει, ένας από αυτούς ήτανε ο Νίκος, ο Μουστάκας, που έπαιζε παλιά τουμπί, ο Μιχάλης, ο Ψαρρός, που τα ’χανε παρατήσει οι άνθρωποι, μόνο ο «Κώσταντης» ουσιαστικά έπαιζε, ο Αντώνης, ο Ζαχαρίας, από τη Συκαμιά και λοιπά. Παράλληλα, όμως, άρχισα, σε συνεργασία με την τότε διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου, και πραγματικά την έχω μες στην καρδιά μου και κορώνα στο κεφάλι μου, τη Μαργαρίτα, τη Σμπρίνη, η οποία με βοήθησε πάρα πολύ και βάλαμε τα σουραύλια στο Δημοτικό σχολείο και βρέθηκε και ένα οχτάχρονο παιδάκι Ινδός, ο Κουρμπρίτ –καλή του ώρα εκεί, που είναι, στην Ινδία–, να μάθουνε σουραύλια κι αυτό το παιδάκι ήτανε φαινόμενο, μπορεί να το συγκρίνω μόνο με την Αρετή, την Κετιμέ. Πραγματικά βοήθησε πάρα πολύ και έτσι βάλαμε τα σουραύλια στα σχολεία, στο σχολείο, το Δημοτικό συγκεκριμένα και μετά μου βγήκε και η έμπνευση να δημιουργήσω ένα φεστιβάλ σουραυλιού, το οποίο το ξεκίνησα το 2009 και τότε πραγματικά ήταν η μοναδική φορά που με στήριξε η τότε Δημοτική Αρχή, με δήμαρχο την Αγγελική, τη Συνοδινού, που με στήριξε για πρώτη φορά και κάναμε την πρώτη παρουσίαση του φεστιβάλ, με όλους αυτούς τους παλιούς. Ήταν μία συγκινητική εκδήλωση και από τότε κάθε χρόνο κάνουμε αυτό το φεστιβάλ, χωρίς σταματημό, μόνο τώρα τα δύο τελευταία χρόνια, λόγω της πανδημίας, ’21 και ’22 δεν έγινε, λόγω της έκτακτης κατάστασης, αφενός μεν, αφετέρου…
Συγγνώμη, το ’20 και το ’21.
Α, ναι, συγγνώμη, έχεις δίκιο. Το ’20 και το ’21. Τι ήθελα να πω τώρα; Λέμε Φεστιβάλ Σουραυλιού της Σερίφου –εντός εισαγωγικών– «Τελενίκειος Ηχώ». Θέλω να σου πω τι ήταν ο Τελένικος, γιατί ονομάσαμε «Τελενίκειος Ηχώ». Ο Τελένικος ήταν ένας αρχαίος σουραυλιέρης –αυλητή, όπως τον αναφέρει ο σατιρικός ποιητής, ο Κρατίνος, το 480 π.Χ., που ήτανε πένης και κακός αυλητής της Σερίφου. Όμως, όσο και πένης να ήτανε όσο και κακός αυλητής να ήτανε, για εμάς είναι μία επιβεβαίωση ότι το σουραύλι της Σερίφου παιζότανε από τότε, από την αρχαιότητα και έτσι, λοιπόν, προς τιμήν του, βάλαμε «Τελενίκειος Ηχώ» και κάναμε τον υπότιτλο του σουραυλιού της Σερίφου, του Φεστιβάλ Σουραυλιού της Σερίφου. Αυτό ήθελα να συμπληρώσω. Πάμε στην επόμενη ερώτηση.
Η επόμενη ερώτηση αφορά πάλι το Φεστιβάλ Σουραυλιού. Σχετικά με το περιεχόμενό του. Κάθε χρόνο είναι και λίγο διαφορετικό, σωστά;
Ναι, έχεις δίκιο, γιατί έχεις συμμετέχει κι εσύ κάποιες φορές, σ’ έχω φωνάξει κι έχεις έρθει κι έχεις παίξει. Πράγματι, πέρα από τα ιστορικά γεγονότα και τα παλιά τραγούδια, που παίζουμε, έχω εφαρμόσει ότι κάθε χρόνο, θα αναλύω ένα με δύο παλιά τραγούδια, άγνωστα στους σημερινούς και θα τα παίζουμε εκεί, στο φεστιβάλ. Ένα δεύτερο στοιχείο που έχω εφαρμόσει, είναι να τιμούμε και κάποιους ανθρώπους από τους μουσικούς, που δεν είχαμε την ευκαιρία σε παλαιότερο χρονικό διάστημα να τους τιμήσουμε και έτσι τους τιμάμε ή ειδικά τώρα τα τελευταία δύο χρόνια, που έχουν φύγει και δυο-τρεις από τη ζωή, από την ομάδα μου, λόγω μεγάλης ηλικίας, ή που δεν μπορούνε πια να παίξουνε, τους έχουμε τιμήσει και τους έχουμε προσφέρει και από το Δήμο πλακέτες και κάποιους επαίνους –ας πούμε– πραγματικά, που αξίζει να τιμηθούνε αυτοί οι άνθρωποι, γιατί βιοποριστικά, όλους εμάς μας έχουνε… Μας έχουνε με το παίξιμό τους, είτε με το σουραύλι, είτε με το τουμπί, είτε με το βιολί, είτε με το λαγούτο, μας έχουνε φέρει σε ένα σημείο και μας έχουνε διασκεδάσει όλους. Επομένως και εμείς, σαν συνεχιστές αυτών των ανθρώπων, των μουσικών οργάνων, έπρεπε να τους τιμήσουμε κι έτσι τους τιμάμε, λοιπόν, κάθε χρόνο και κάποιος, ένας-δύο, ανάλογα με τις εποχές – ας πούμε. Εκτός, όμως, από αυτό, εγώ θέλω να συνεχίσω να τους τιμώ, γιατί έχω τιμήσει πάνω από διακόσιους ανθρώπους, αλλά ευτυχώς επάνω, στη Σέριφο, δεν έχει βρεθεί ένας να με προσκαλέσει να παρουσιάσω μία εκδήλωση. Αυτό ήθελα να πω.
Συνεχίζω με την επόμενη ερώτηση, που έχει να κάνει με τα ντοκιμαντέρ. Είπαμε για τις καταγραφές, είπαμε για τις εκδηλώσεις, έχεις κάνει, όμως, και πολλά ντοκιμαντέρ, τα οποία τα έχεις παρουσιάσει και σε τηλεοπτικούς σταθμούς.
Ναι, έχω κάνει για τις Απόκριες στη Σέριφο, για τις Απόκριες στην Παναγιά, για τις Απόκριες στη Χώρα –αυτό αφορά το αποκριάτικο θέμα–, έχω κάνει για τα μεταλλεία πάρα πολλά ντοκιμαντέρ, έχω κάνει για διάφορα, έτσι, άλλα λαογραφικά, έχω κάνει για τους μεταλλωρύχους στην Ερμιόνη, στη Μύκονο, έχω… Και τα ’χουμε δώσει σε διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς, που συνεργάζομαι εδώ, στις Κυκλάδες, με το «Volcano», για παράδειγμα, με της Άνω Σύρου, –πώς λέγεται;– το «Tv1 Σύρος», στη Νάξο το… –πώς το λένε αυτό; Σεν το θυμάμαι τώρα, που ήτανε… Νομίζω έχει κλείσει αυτό– και τα ’χουνε μεταδώσει αυτά τα ντοκιμαντέρ, που είναι πάρα πολύ σημαντικά, όχι μόνο για μένα προσωπικά, που τα έχω δημιουργήσει, όχι μόνο για τη Σέριφο, αλλά γενικά για την… Για τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, που πραγματικά είναι σημαντικό, γιατί περιέχουν πάρα πολλά στοιχεία και λαογραφικά και ιστορικά, που θα πρέπει να τα μάθει και το ευρύτερο κοινό, πλατύ κοινό.
Τι άλλο να ρωτήσω; Θέλω να ρωτήσω σχετικά με τους στίχους που γράφεις ή με την ποίηση, όπως θέλεις εσύ να του πεις.
Ναι. Ο στίχος και η ποίηση είναι αδέλφια. Υπάρχει μία εξής διαφορά, σημαντική, μεταξύ στίχου και ποίησης. Η ποίηση είναι ελεύθερη. Μπορείς, δηλαδή, να φτιάξεις τετράστιχα, ή ο[01:00:00]τιδήποτε σε ελεύθερη τονικότητα και σε ελεύθερη σκέψη – ας πούμε. Ο στίχος, όμως, είναι αυστηρά… Αυστηρός. Γιατί θέλει –εγώ χρησιμοποιώ ομοιοκαταληξία κάποιοι άλλοι μπορεί να μη χρησιμοποιούνε–, πέραν από την ομοιοκαταληξία, που είναι το κερασάκι στην τούρτα, θέλει το σκεπτικό να είναι συνεχόμενο, το δέσιμο, ακόμα και με τα κουπλέ, που κουπλέ στην ποίηση δεν υπάρχουνε και αφετέρου να είναι τονισμός σωστός, σε όλα τα σημεία. Όπου τονίζεται η πρώτη σειρά, του πρώτου στίχου, να τονίζονται όλοι κι οι υπόλοιποι. Είναι, αυτά είναι τεχνικές βέβαια. Πέρα απ’ αυτές τις τεχνικές, υπάρχουν και πολλές άλλες, αλλά στην ουσία και ο στίχος, το στιχούργημα είναι ποίηση και τα δύο αυτά είναι αδέλφια για μένα. Δε θα ήθελα να πω τον βασικότερο ορισμό του, γιατί… να μη χρονοτριβώ.
Θέλω, όμως, να μας πεις για τα δικά σου δημιουργήματα, όσον αφορά τα στιχουργήματα.
Ναι έχω γράψει εκατοντάδες στιχουργήματα, έχω μελοποιήσει, παλαιότερα με το μπουζούκι και τώρα με το Φεστιβάλ Σουραυλιού –τα σουραύλια δηλαδή– και έχουμε φτιάξει πάρα πολλά τραγούδια τα έχουν παίξει πέραν από αυτά τα δεκαπέντε, που έπαιξα το 2016 για τα μεταλλεία, έχω μελοποιήσει και άλλα τραγούδια και συγκεκριμένα με τον γιο μου, τον Γιώργο Λιβάνιο, που έρχεται κάθε χρόνο από την Κρήτη και παίζει άριστο σουραύλι, γιατί εκεί συνεργάζεται με μεγάλους καλλιτέχνες, όπως και με τους Χαΐνηδες, με τον Βασιλάκη, τον Δαμιανό, και λοιπά, είχαμε πάει και στη Σάμο πρόπερσι και παίξαμε– κι εκεί μας έχουν καλέσει– και τα ’χουμε μελοποιήσει και τα παίζουμε είτε στα φεστιβάλ, είτε σε κάποιες εκδηλώσεις ακόμα, τις Απόκριες, που συμμετέχουμε κάθε χρόνο, εκτός από τώρα, τα δύο χρόνια φυσικά και έχω, πέραν από τους στίχους, όμως, τα στιχουργήματα, που έχω γράψει, και για τη Σέριφο και όχι μόνο, υπάρχει και η ποίηση. Έχω γράψει ένα βιβλίο με δεκατέσσερις, με δεκάξι χιλιάδες τετράστιχα, ε, συγγνώμη με δεκάξι χιλιάδες στίχους, το οποίο είναι ανέκδοτο και τα υπόλοιπα ανέκδοτα είναι αυτά, γιατί δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να τα εκδώσω αφενός μεν και αφετέρου είναι πάρα πολύ σημαντικά αυτά, γιατί αναφέρονται μέσα σε ιστορικολαογραφικά στοιχεία της Σερίφου και όχι μόνο. Ε, και τα στιχουργήματα, που σου είπα, έχω μελοποιήσει κάποια.
Θέλεις να μας πεις ένα στιχάκι που θυμάσαι, που θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει, που είναι το… Αυτό που δεν ξεχνάς ποτέ, που είσαι πολύ περήφανος για αυτό το στιχάκι;
Ναι. Είναι ένα που ’χει βραβευθεί. Αν και δεν έχω, σε δύο φορές έχω λάβει, έχω λάβει σε διαγωνισμό ποιήματος –ας πούμε– και είναι ένα ποίημα, που πραγματικά με εκφράζει και θα ήθελα όταν φύγω από τη ζωή, να μπει πάνω στην πλάκα μου και είναι, ο τίτλος του είναι: Πού να ’ν’ το δίκιο μου, Θεέ; Μισό λεπτό να το βρω, γιατί δεν το θυμάμαι λίγο απέξω, όλο. Κάτσε να το βρω εδώ στο… Λοιπόν, πες μου κάτι άλλο και θα το βρω εγώ αυτό.
Εγώ θέλω να μου πεις το στιχάκι, που κάθε χρόνο 21η Αυγούστου το θυμούνται όλοι οι Σερφιώτες και το λένε, που έχει να κάνει, που το ‘χεις γράψει εσύ και έχει να κάνει με το οκτάωρο.
Α, ναι. Λοιπόν το βρήκα αυτό. «Πού να ’ν’ το δίκιο μου, Θεέ;Πού βρίσκεται κρυμμένο;Κι εκείνος μ’ αποκρίθηκε:“Κάτω στη γη θαμμένο”. Πού να ’ν’ το δίκιο μου, Θεέ,για να το βρω να ψάξω;Κι εκείνος μ’ αποκρίθηκεμέσα στη γη να σκάψω. Πού να ’ν’ το δίκιο μου, Θεέ;δεν το ’βρηκα ακόμα.Κι εκείνος μ’ αποκρίθηκε:“Πρέπει να μπεις στο χώμα”. Πού να ’ν’ το δίκιο μου, Θεέ;Στο χώμα μ’ έχουν θάψει.Κι εκείνος αποκρίθηκε:“Στην πλάκα το ’χουν γράψει”». Και γράφει στην πλάκα επάνω: «Ενθάδε κείται ο Θοδωρής,που ’ταν αδικημένοςκι έψαχνε για το δίκιο του,μα το ’βρε πεθαμένος,κάτω στη γη θαμμένος». Λοιπόν, εδώ και το βραβείο, όπως βλέπεις. Όσον αφορά αυτό, είναι ο ύμνος του μεταλλωρύχου εργάτη της Σερίφου. Θα προσπαθήσω να σ’ το πω, δεν ξέρω αν το θυμάμαι όλα απέξω. Είναι τόσα πολλά, που δεν μπορώ να τα συγκρατήσω πια όλα στον εγκέφαλο μου, είναι τεράστια τα έργα αυτά.
Όσα θυμάσαι.
Ναι. Το ξέχασα τώρα. «Τιμή και δόξα στους νεκρούςτης εργατιάς την τάξη,σε αυτούς που θυσιάστηκαν,στη Σέρφο το ’16! Και στο τέλος λέει: «Τιμή και δόξα στους νεκρούς,που πιάσαν τη φυλλάδακαι πέτυχαν οκτάωρο,το πρώτο στην Ελλάδα! Τιμή και δόξα στους νεκρούς,που πέτυχαν με αίμα,έναν αγώνα δίκαιο,στων υψηλών το βλέμμα. Τιμή και δόξα στους νεκρούς,με δάφνες και στεφάνιαγια αυτό ας τους φωνάξουμε:“Ζήτω”, με υπερηφάνεια!». Αυτό έχει κάνει τον γύρο του κόσμου. Είναι ο ύμνος του εργάτη, του μεταλλωρύχου εργάτη της Σερίφου.
Κύριε Θοδωρή, να μας πεις λίγο και για το έντυπο, που τα προηγούμενα χρόνια είχες υπό την εποπτεία σου;
Ναι. Δεν ήταν απλά υπό την εποπτεία μου, ήταν ένα έντυπο «Ο Σερφιώτης», που το εξέδιδα από το 1995, νομίζω, ’96, δεν θυμάμαι, μέχρι τώρα που πιάστηκε η κρίση, γιατί δεν είχα πλέον την οικονομική δυνατότητα, ήταν τα έξοδα πάρα πολλά κι έτσι το σταματήσαμε, το οποίο διένειμα δωρεάν στον κόσμο. Είχε πάρα πολλά στοιχεία, πέραν από τα βασικά του θέματα, που ήταν η ενημέρωση του κοινού, είχε λαογραφικά πολλά, ιστορικά πάρα πολλά και μάλιστα το 2007 και το 2009, συγγνώμη –το 2007, ναι– είχα προσφέρει ως πρωτοπόρος και πάλι ένα CD με παραδοσιακά και ιστορικά κάλαντα της Σερίφου, είκοσι ένα τον αριθμό, που ήταν του Αγίου Βασιλείου, τα Χριστούγεννα, των Φώτων, του Πάσχα, το μοιρολόι της Παναγίας και πολλά άλλα και ιστορικά άλλα κάλαντα και το άλλο ήτανε με τα σουραυλότουμπα της Σερίφου, ένα DVD, που πάλι το προσέφερα δωρεάν σε όλο τον κόσμο, σε πάνω από χίλια τόσα αντίτυπα, που ήτανε ο αριθμός των… Του εντύπου – ας πούμε. Και το σταμάτησα, όπως είπαμε, λόγω της κατάστασης.
Το πρώτο φύλλο το θυμάσαι;
Ναι.
Πότε ήταν;
Σου είπα, πρέπει να ’ταν ή το ’95 ή ’96. 1995-’96.
Με αφορμή… Συγγνώμη.
Ναι, με ποια αφορμή;
Με ποια αφορμή έβγαλες το έντυπο αυτό;
Με κάποια προβλήματα εδώ, τοπικά της Σερίφου και ειδικά της περιοχής, που δεν είχαμε δρόμους, που δεν είχαμε τηλέφωνο, που δεν είχαμε τηλεόραση, που δεν είχαμε ρεύμα, που δεν είχαμε τίποτα, να πούμε. Τότε ακριβώς ήρθε το ρεύμα με δικές μου προσπάθειες, όχι ότι εγώ το έφερα, αλλά με δικές μου ενέργειες προς τις αρμόδιες υπηρεσίες και για τον δρόμο και για τα τηλέφωνα και για το ρεύμα και για την τηλεόραση αργότερα, που δυστυχώς μέχρι σήμερα εν έτει 2021, ’02, που ξημερώνει αύριο, σε λίγες μέρες, δεν βλέπουμε ελληνική τηλεόραση από την Digea, από την Digea, αφενός μεν και πριν από τρία χρόνια μας έβαλε επιτέλους η τότε κυβέρνηση, του κυρίου Τσίπρα, μας έβαλε ένα δορυφορικό ταψί και βλέπουμε τα δέκα βασικά κανάλια: Mega, ΑΝΤ1, Αlpha και ΕΡΤ, ΣΚΑΪ και τα υπόλοιπα, Star και λοιπά. Λοιπόν, έτσι ξεκίνησα, έτσι ξεκίνησα, παράλληλα συνεργαζόμουνα και με άλλες εφημερίδες, όπως είπα και πιο μπροστά και είχαμε στενή συνεργασία και προωθούσαν και τα αιτήματά μου και ανεβήκανε και σε πρωτοσέλιδα. Μάλιστα το θέμα της τηλεόρασης πήγε τρεις φορές στη Βουλή των Ελλήνων, την τελευταία φορά είχε πάει από τον Κώστα, τον Καρρά, τον ηθοποιό, τον αείμνηστο πια– Θεός συγχωρέσει του, να τον αναπαύσει– και τότε έπιασε φωτιά και μας βάλανε την ΕΡΤ 1 και 2 και είδαμε Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004. Συγκεκριμένα ήταν λίγες μέρες πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και είδαν τα παιδιά μου επιτέλους ελληνική τηλεόραση, να δούνε μια εθνική ομάδα και είδαμε και πανηγύρισαν τα παιδιά μου, που ήταν μικρά τότε, την… Τους Ολυμπιακούς Αγώνες με τα μετάλλια και μεταξύ αυτών ήταν και μία γνωστή μου, που πήρε ολυμπιακό χρυσό μετάλλιο, η Φανή Χαλκιά, στα 400 μέτρα, την οποία της στέλνω τον χαιρετισμό μου.
Ωραία. Τι άλλο να πούμε; Να πούμε για το έργο σου, όλα αυτά τα χρόνια. Ποιο είναι αυτό που σου ’χει μείνει; Ή ας πούμε π[01:10:00]οιος είναι ο στόχος σου από δω και πέρα;
Ο στόχος μου από δω και πέρα είναι ότι δεν έχω χρόνια. Χρόνο έχω, χρόνια δεν έχω πλέον, για να ολοκληρώσω το έργο μου και δεν υπάρχει η απαιτούμενη στήριξη. Τώρα αυτό απάνω τι να σου πω; Τέλος πάντων. Εγώ γενικά θα ήθελα να πω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» σε όσους με στήριξαν σε αυτή την προσπάθεια, όπως τους παλιούς δημάρχους, Ελευθέριο Παλαιό, Αντώνη Αντωνάκη, που μ’ είχανε βοηθήσει σε πάρα πολλές εκδηλώσεις τότε και με τους οποίους μαζί τιμήσαμε πάρα πολλούς καλλιτέχνες. Θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει και πολύ περισσότερα πράγματα; Να κάμω και μία ερώτηση. Ναι, βέβαια, θα μπορούσαμε. Αλλά βλέπετε είμαι ο ντόπιος, ο μικρός, ο άγνωστος εδώ, παρόλο ότι με ξέρουνε σε όλη την Ελλάδα, με γνωρίζουνε. Ένα ακόμη ευχαριστώ οφείλω να πω και στη Φλώρα, την Προκοπίου, που συνέβαλλε τα μέγιστα τότε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο και συνείσφερε θετικά στο έργο, γιατί πραγματικά με έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Να ευχαριστήσω βέβαια κι εκείνους που με την αρνητική τους στάση δεν με βοήθησαν και δεν μου επέτρεψαν να πραγματοποιήσω και να παρουσιάσω κι άλλες εκδηλώσεις… Συγγνώμη, γλιτώνοντάς με, παράλληλα και από πολλά ακόμη οικονομικά έξοδα. Άρα, ευχαριστώ όλο τον κόσμο που συνείσφερε, είτε θετικά είτε αρνητικά. Μα, πιο πολύ όλες και όλους που με τίμησαν με την παρουσία τους, όλα αυτά τα χρόνια. Θα ήθελα να πω και, αγαπητέ, Χρυσολωρά, έτσι μερικά πράγματα ακόμα επιπλέον, από τη δική μου τη σκοπιά. Καθώς η Σέριφος, όπως είπαμε, είναι το μοναδικό νησί, που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα το σουραύλι, ενώ σ’ όλα τα άλλα νησιά έχει χαθεί και παίζουνε την τσαμπούνα. Θα ήθελα να πω και δυο λόγια για την τσαμπούνα της Σερίφου, που εδώ πέρα, από τις έρευνες που έχω κάνει, μία μόνο καταγραφή υπάρχει στις αρχές του 1900, που έπαιζε, λέει, ένας γέρος μία καλαμένια τσαμπούνα και αυτήνα όχι και τόσο καλή. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε συνέχεια, προφανώς στα πιο πολύ παλιά χρόνια να υπήρχε, άρα δεν μπορούμε να λάβουμε υπόψη μας τη διαχρονικότητα της. Βέβαια έχει χαθεί, δεν υπάρχει και τείνουν να χαθούν και τα σουραύλια. Λοιπόν για τη τσαμπούνα, που είπαμε. Για το γεγονός αυτό και μόνο, θα έπρεπε ήδη να είχε υπάρξει μία επιπλέον στήριξη, για να μη χαθεί το σουραύλι της Σερίφου, όπως είπαμε. Όταν πριν από χρόνια, παρουσία του τότε δημάρχου, κυρίου Αντώνη Αντωνάκη, ζήτησα από τον Πρόεδρο των Πολιτιστικών, ως Πρόεδρος των Πολιτιστικών, του Δήμου Σερίφου, από την υπεύθυνη του Μουσικού Σχολείου, να συμπεριληφθούν και τα σουραύλια της Σερίφου στα μαθήματα, του εν λόγω σχολείου, η ως άνω υπεύθυνη μας το αρνήθηκε. Δυστυχώς, από ό,τι διαπίστωσα, έκανα μάταιες κινήσεις όλα αυτά τα χρόνια; Ρωτώ, δηλαδή, τον εαυτό μου κάποιες φορές. Έκανα μάταιες κινήσεις όλα αυτά τα χρόνια; Απογοήτευση, λοιπόν, και πάλι, καθώς η διαπίστωση μου είναι πλέον πως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθείς να διασώσεις τον όποιο λαϊκό πολιτισμό ή να φέρεις στην επιφάνεια αξιόλογα μνημεία και να τα αναδείξεις. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψεις, αγαπητέ, Μιχάλη, να πω κάποια σημαντικά μνημεία του νησιού, αλλά δεν θα τα υποδείξω, γιατί κανένας δεν ενδιαφέρεται πια για τίποτα. Και όπως μου είχε τονίσει ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου; «Μη λες τίποτα πια σε κανέναν. Άσ’ τα να μείνουν θαμμένα, μπας και γλυτώσουν. Δες και με το σπήλαιο τι έγινε. Το έφερα στο φως και όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε, αλλά το λεηλάτησαν και το κατέστρεψαν όλα αυτά τα χρόνια. Επομένως, μη λες τίποτα πια σε κανέναν». Να πω ότι ο πατέρας μου, ο Γεώργιος Θεοδώρου Λιβάνιος, που το 1962 ανακάλυψε και έφερε στο φως, ένα από τα σημαντικότερα σπήλαια στον ελληνικό χώρο, που όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκε από καμία Δημοτική Αρχή, αλλά ούτε προστατεύτηκε τότε, με αποτέλεσμα να λεηλατηθεί και να καταστραφεί. Παρόλο που έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο της Άννας Πετροχείλου με τα εκατό καλύτερα σπήλαια της Ελλάδος. Και όχι τυχαία, καθώς εκτός από σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, με νερό και ωραίο φυσικό διάκοσμο, διαθέτει προχριστιανικά αγγεία μεγάλης αξίας, όπως πιάτα, λυχνάρια, δαχτυλίδια και πλήρως και –συγγνώμη– και πλήθος οστών καλυμμένα πάντοτε με 2-3 εκατοστά από σταλαγμίτη κι όμως, πολλά από αυτά τα σπάσανε και τα κλέψανε. Εκείνο, όμως, που το κάνει μοναδικό στο είδος του είναι οι δύο βωμοί, που έκαναν θυσίες οι αρχαίοι. Προχριστιανικά όλα αυτά. Μάλιστα επάνω στον ένα βωμό ο διάσημος αρχαιολόγος Χρήστος Ντούμας –είναι ο αρχαιολόγος που έχει ερευνήσει το Ακρωτήρι της Σαντορίνης–, όταν νεαρός είχε έρθει εδώ και κάνει την πρώτη του… την πρώτη εξερεύνηση στο σπήλαιο. Όχι εξερεύνηση, επαλήθευση, τέλος πάντων, για να διαπιστώσει. Εκεί, λοιπόν, ανακάλυψε ο κύριος Ντούμας, ένα αρχαίο νόμισμα με τον βάτραχο της Σερίφου, που, όπως ξέρεις, ο βάτραχος της Σερίφου είναι το έμβλημα του νησιού μας. Αυτό, λοιπόν, το τεράστιο αρχαιολογικό μνημείο παραμένει ανεκμετάλλευτο από την ελληνική εθνική οικονομία και λεηλατείται, ενώ θα μπορούσε να το ’χαν αξιοποιήσει, να έχει αξιοποιηθεί και να είχε έσοδα, όχι μόνο η Σέριφος, όχι μόνο Δήμος, αλλά και η ελληνική εθνική οικονομία, όπως γίνεται με ανάλογα άλλα σπήλαια ανά τον ελληνικό χώρο. Μάλιστα, σε μία καταγραφή που έκανα στον συγκεκριμένο άνθρωπο, που ανακάλυψε το σπήλαιο, μου αφηγήθηκε με πίκρα: «Καλύτερα να το άφηνα στην αφάνεια και να είχε σωθεί, παρά που το έφερα στην επιφάνεια και λεηλατήθηκε». Γιατί, λοιπόν, κι εγώ να αποκαλύψω άγνωστα μνημεία της Σερίφου, που παραμένουν στην αφάνεια; Για να καταστραφούν κι αυτά με τη σειρά τους; Για την ιστορία, όμως, φίλε, Μιχάλη, και επειδή σε συμπαθώ και πιστεύω στην προσπάθεια που κάνεις και καταβάλεις, τόσο εσύ όσο και το Ίδρυμα την άλλη πλευρά, του Σταύρου, του Νιάρχου, θα αναφέρω μερικά ενδεικτικά αξιόλογα μνημεία, με κάποια από τα στοιχεία τους, αλλά δεν θα τα αποκαλύψω ευρέως, πού βρίσκονται, διότι αυτά θα έχουν την ίδια –πιστεύω, δηλαδή– ότι θα έχουν την ίδια τύχη με το σπήλαιο. Επομένως μάταιος κόπος, μάταιος κόπος. Θα πω, όμως. Την αρχή θα κάνω με τη γνωστή σπηλιά του Κύκλωπα, στο μέσα Ακρωτήρι με τα κυκλώπεια τείχη, στην οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί καμιά εξερεύνηση. Δυστυχώς, παρόλο που την έχουν επισκεφθεί με την αρμόδια υπηρεσία. Η σπηλιά βέβαια αποτελεί ένα μυστήριο, με τον υπόκωφο βόμβο, που παράγει, πέραν από τον θρύλο, που την περικλείει και τα λοιπά, που συζητιούνται – τα έχουμε ξαναπεί εμείς και άλλες φορές μεταξύ μας. Δεύτερον, υπάρχουν δύο επιπλέον ανεξερεύνητα σπήλαια, τα οποία μοιάζουν μεταξύ τους, στις εισόδους τους υπάρχει έντονη ανθρώπινη παρουσία, παλιά και νεότερη. Από το ένα, μάλιστα, εξέρχεται θερμός αέρας με αποτέλεσμα τον χειμώνα είναι πολύ ζεστό, σε αντίθεση με το καλοκαίρι, που είναι πολύ κρύο, έχει δροσιά. Τρίτον, υπάρχει ακόμα ένα ιδιόρρυθμο, ανεξερεύνητο σπήλαιο, μέσα σε νερό, με άγνωστο μέγεθος και διάκοσμο, που κι αυτό θέλει ειδική εξερεύνηση από δύτες. Τέταρτον, υπάρχουν δύο βάσεις αρχαίων πύργων, που εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστοι και αχαρτογράφητοι από την αρμόδια υπηρεσία. Υπάρχει ένα υποθαλάσσιο φαινόμενο, που μοιάζει με έναν τοιχογυρισμένο κήπο, κάτι σαν τύπος, κάτι σαν αρχαίος τοίχος είναι; Σαν μία τοιχογυρισμένη βραγιά, θα το έλεγα εγώ σερφιώτικα, που θα πρέπει κάποια στιγμή να εξερευνηθεί από τους ειδικούς. Σε ένα άλλο σημείο της θάλασσας, υπάρχει ένας τεράστιος όγκος από πέτρες, που προφανώς να ’ναι και κατεργασμένες και εκεί κάτι θα πρέπει να ήταν. Έβδομο. Υπάρχουν ανεξερεύνητα –και αυτό είναι πολύ σημαντικό που θα πω– υποθαλάσσια αρχαία τείχη, σε καίριο σημείο του νησιού, άγνωστης εποχής, αλλά στο σημείο εκείνο, που βρίσκονται, σίγουρα κρύβουν πολλά και σημαντικά μυστικά για τη Σέριφο, για την ιστορία της, για τις μετακινήσεις, μεταξύ παλιών κι αρχαίων καραβιών, γιατί, για να ’ναι τα τείχη αυτά, τόσο βαθιά εκεί, σημαίνει ότι αυτό ή επιφάνεια ήταν ή κάτι άλλο συνέβαινε. Αυτά δεν θα τα αποκαλύψω ποτέ, θα παραμείνουνε… Μπας και διασωθούνε τουλάχιστον. Όγδοο. Υπάρχουν κάποια πολύ παλιά και άγνωστα ναυάγια κι εδώ χρειάζεται ειδική εξερεύνηση. Ένατον, υπάρχουν εργαστήρια οψιδιανού στη Σέριφο, παρότι η Σέριφος δεν είχε οψιδιανό. Προφανώς θα έχεις ακουστά τις «παπυρέλες» κι όλα αυτά που υπήρχανε πριν από οχτώ-δέκα χιλιάδες χρόνια –δε ξέρω πόσο–, λοιπόν, ας μην αναφέρω περισσότερα εκεί απάνω. Υπάρχουν δεκάδες αρχαίες λαξευμένες γούβες, σε συγκεκριμένα σημεία του νησιού. Υπάρχουν –εντέκατον– δύο πολύ παλιοί –αρχαίοι; Προφανώς αρχαίοι είναι– χωμάτινοι τρούλοι, που θυμίζουν τύμβους. Τύμβους σαν αυτές της Μακεδονίας, όχι τόσο μεγάλοι σε μέγεθος, αλλά σίγουρα κάτι μπορεί να είναι αυτό. Κ[01:20:00]ι αυτό θέλει εξερεύνηση. Υπάρχουν δύο πανάρχαια κελιά, αντίστοιχα με τα «δρακόσπιτα» της Εύβοιας και τώρα μου είπαν και για ένα τρίτο, που υπάρχει κάπου αλλού, στη βόρεια πλευρά του νησιού αυτά, αυτό. Υπάρχουν επίσης και οι αρχαίες σκουριές του 800 με 1.000 π.Χ., που παραμένουν ανεξερεύνητες κι αναξιοποίητες, όπως ακόμα υπάρχει το Κάστρο της Γριάς, προχριστιανικό κι αυτό, η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στον Κουταλά, του έβδομου αιώνα, που είναι χτισμένη πάνω σε ερείπια παλιού αρχαιολογικού ναού, ειδωλολατρικού προφανώς, με πολλούς θρύλους και παραδόσεις, που έχω καταγράψει και δεν έχει γίνει τίποτα και η εκκλησία αυτή, θα πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη στη Σέριφο, ίσως από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, που διαθέτει τρεις πύλες, οι δύο έχουν σκεπαστεί με μπετά, η τρίτη υπάρχει λίγο ακόμα, είναι εμφανής, το δάπεδο της μπορεί και να υπάρχει ψηφιδωτό, τα πάντα έχουν σκεπαστεί με τσιμέντα, έχουνε σκεπαστεί με τσιμέντα οι κολόνες που υπάρχουνε από τη βορειοδυτική –δυτική, βόρεια; Πώς είναι εκεί πέρα;–, πλευρά της εκκλησίας, οι οποίες έχουνε… Αυτές είναι ακέραιες μέσα, στο υπέδαφος. Αυτά είναι… Τα ’χω ζήσει και τα ξέρω, τα έχω δει από μόνος μου. Να πω ακόμα, ότι υπάρχουν ιαματικές πηγές, που πάρα –στο Μέγα Λιβάδι εκεί, ξέρεις– και πάρα πολλά άλλα, που δεν είναι του παρόντος να τα αναφέρω. Τέλος, να πω ότι υπάρχουν και κάποιες πολύ σημαντικές βραχογραφίες, θα σου δείξω κάποιες φωτογραφίες, που βλέπουμε σε αυτές ότι υπάρχουν δεκάδες βραχογραφίες, που έχω αναφερθεί στις εκάστοτε Δημοτικές Αρχές εγγράφως. Ουδείς ενδιαφέρθηκε ποτέ να τις προστατεύσει σε πρώτη φάση, αλλά και τι να πω τώρα; Απ’ ό,τι βλέπετε, σε μία εδώ πέρα οι Τούρκοι παρέβηκαν και άφησαν τη σφραγίδα τους φαρδιά-πλατιά, ενώ εμείς εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε τον ύπνο του δικαίου. Αυτά τα ολίγα περί σπάνιων και μοναδικών αρχαιοτήτων ή και άλλων αξιόλογων μνημείων, που δεν είχαν ποτέ της προσοχής κανενός. Φυσικά όλοι μπορούν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, γι’ αυτό και ας μη με ενοχλήσει πια κανένας από δω και μπρος. Επιτέλους, ας μείνουν αυτά να διασωθούνε ή ας καταστραφούνε. Τι θα ’θελα να πω ακόμα, να προσθέσω; Ότι… να αναφερθώ μόνο σε δύο πετρώματα, πολύ σημαντικά πετρώματα. Το ένα θα πρέπει να είναι κομμάτι από απολιθωμένο δέντρο, ενώ το άλλο μπορεί να είναι –να προέρχεται, δηλαδή– από μία πέτρινη παλάμη με αίματα, επαληθεύοντας ίσως κάποιο θρύλο, που έχω καταγράψει για το νησί, σε κάποια παλιά εκκλησία. Και, για να μη νομίζεις, αγαπητέ, Μιχάλη Χρυσολωρά, ότι λέω αερολογίες, θα σου δείξω και κάποιες φωτογραφίες, έτσι ενδεικτικά, για κάποιες από… Που είναι πολύ σημαντικές για την πλούσια συλλογή μου. Κοίτα μία ματιά, να δεις τι γίνεται εδώ πέρα. Έτσι, βλέπεις. Αυτή είναι μία παράξενη ανθρώπινη μορφή, εδώ είναι ένα αρχαίο μνημείο, που μάλλον σήμερα θα πρέπει να έχει κτιστεί κάποια βίλα επάνω, δεν έχω πάει επιτόπου. Εδώ είναι κάποιες αρχαίες γούβες, όπως προείπαμε, από το ανέκδοτο ποιητικό μου βιβλίο, όμως, με τους δεκατέσσερις-δεκαέξι χιλιάδες στίχους που έχω γράψει, με τίτλο Τα Σερφιώτικα Παρατράγουδα –που δεν έχει κυκλοφορήσει και δεν το ’χω ολοκληρώσει, γιατί θέλω να κάνω κάποιες διορθώσεις μέσα–, θα σου μεταφέρω το απόσπασμα από ένα κείμενο που αναφέρεται στο σπήλαιο και να κλείσουμε με αυτό και γράφω σχετικά: «Υπάρχει και το σπήλαιο, εις την Ελιά επάνωπου ’χει αρχαία όμορφα, μα τι μπορώ να κάνω; Και να ’ταν μοναχά αυτό; Υπάρχουν άλλα έξι,που ’ναι αναξιοποίητα και ούτε λένε λέξη. Το πλέον αξιόλογο, εκείνο με τ’ αρχαία,ήτανε ο πατέρας μου, που το ’βρηκε τυχαία. Θυμάμαι ότι ήτανε Πάσχα ’62όταν το ερευνήσανε και του ’πανε: “Αντίο”. Και από τότε έμεινε, να το λεηλατούνε,να μπαίνουν ανενόχλητοι και ό,τι κι αν βρουν ν’ αρπούνε. Μα, τώρα πια “σφραγίστηκε”, μόνο του, με μια πέτρα,αφού κανείς αρμόδιος δεν είχε λάβει μέτρα. Μόνο υποσχέσεις δίνουνε κι υστέρα τις ξεχνούνεκι ό,τι και αν μας τάζουνε, όλα…». Ωχ, εδώ έκανα λάθος. «Μόνο υποσχέσεις δίνουνε κι υστέρα τις ξεχνάνεκι ό,τι και αν μας τάζουνε, όλα χαμένα πάνε». Να προσθέσω πως έχω γράψει ένα βιβλίο ειδικό, για το σπήλαιο αυτό, με πάνω από εκατό σελίδες, που είχαμε συζητήσει και απ’ το Δήμο κάποια στιγμή και θα πρέπει να το εκδώσουμε. Πιστεύω εσείς, σαν Δημοτική Αρχή, να το εκδώσουμε. Δυστυχώς, όλα αυτά τα παραπάνω δεν έτυχαν προσοχής κανενός, όπως είπαμε. Θα ήθελα να κλείσω μ’ ένα βιογραφικό σημείωμα του Γεωργίου Θ. Λιβάνιου, που ανακάλυψε το σπήλαιο. Επιτρέπεται, έτσι;
Παρακαλώ.
Ωραία. Ο Γεώργιος Θ. Λιβάνιος, γεννήθηκε στη Σέριφο στις 11/05 του 1920 – γιατί είναι πολύ σημαντικά αυτά τα στοιχεία που θα ακούσετε, ιστορικά. Ήταν το πρώτο παιδί του Θοδωρή και της Ζαφείρας Λιβανίου. Εγγονός του Τζανή Κοτσίκου, που σκοτώθηκε σε μια γαλαρία στον «Καρβουνόλακκο», παραμονή της Πρωτοχρονιάς το 1907 και ήταν μόλις 32 ετών και τον πήγανε στη γιαγιά του –γιαγιά του Γιώργου, του Λιβάνιου, δηλαδή–, πάνω σε μία πόρτα ως πρωτοχρονιάτικο μποναμά. Αυτή ήταν η εργασία του τότε Γκρώμαν. Το γεγονός αυτό τον επηρέασε σε όλη του τη ζωή, γι’ αυτό και αγωνίστηκε με πάθος για τα δικαιώματα των εργαζομένων συναδέλφων του. Έβγαλε το Δημοτικό Σχολείο και μία τάξη του Σχολαρείου, καθώς η οικογένεια του ήταν φτωχή και δεν μπορούσε να τον βοηθήσει οικονομικά, για να προχωρήσει. Σε ηλικία 14 μόλις ετών πήγε στα μεταλλεία του Γκρώμαν. Αν και παιδί, αντέδρασε και επαναστάτησε, γιατί δεν άντεχε να βλέπει τις αδικίες σε βάρος του, σε βάρος των εργαζομένων συναδέλφων του, τους τα χτύπησε χάμω –όπως έλεγε ο ίδιος– και μπαρκάρισε με τα καΐκια του Καράβολα. Το 1940 κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα, αλλά κηρύχτηκε ο πόλεμος κι έτσι δεν πρόφτασε να πάει. Κατά διάρκεια της Κατοχής, μαζί με άλλους πατριώτες, είχε αναπτύξει αντιστασιακή δράση. Συνελήφθη από Ιταλούς στη Σίφνο και φυλακίστηκε για κάποιες μέρες. Αργότερα συνελήφθη στη Σέριφο και, όταν τον μετέφεραν για εξορία στη Ρόδο, με ένα ιταλικό πολεμικό, κατόρθωσε να δραπετεύσει πέφτοντας στη θάλασσα και βγήκε κολυμπώντας το Τσιλιπάκι. Ωστόσο, πέσανε οι Ιταλοί… μάλλον δεν πέσανε οι Ιταλοί, συνθηκολόγησαν με τους συμμάχους τότε και έτσι οι Ιταλοί γίνανε σύμμαχοι, οπότε δεν τον αναζήτησε κανένας μετά πλέον. Μετά από λίγες μέρες. Μετά την απελευθέρωση υπηρέτησε τη θητεία του, στο τότε Ναυτικό και συγκεκριμένα στο «Β.Π. Κανάρης», εκεί κατόρθωσε, δια μέσω της κωπηλασίας, να στεφθεί πρωταθλητής Ελλάδος στους πανστρατιωτικούς αγώνες και στη συνέχεια παγκόσμιος πρωταθλητής, στον μεγάλο παγκόσμιο τελικό, που έγινε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, όπου η οκτάκοπος του «Β.Π. Κανάρης» επικράτησε όλων των τότε συμμάχων, αλλά και των μεγάλων φαβορί, που ήταν η αμερικανική και η αγγλική αποστολή, μετά από έναν σκληρό και άνισο αγώνα που, όπως –λίγο πριν τον τερματισμό–, όπως έλεγε ο ίδιος, κατόρθωσαν να τους ξεπεράσουν μισή «βαρκαδιά» και το τόνιζε με καμάρι πάντα αυτό και τερμάτισαν πρώτοι. Ήτανε κάτι που το έλεγε με μεγάλο ενθουσιασμό. Όταν απολύθηκε από το Ναυτικό, ήρθε στη Σέριφο, ξανάπιασε δουλειά στα μεταλλεία, πάλι, όμως, αντέδρασε για τα άδικα που συνέβαιναν σε βάρος του και σε βάρος των εργατών και έφυγε, βγάζοντας, βάζοντας ένα μπόγο στην πλάτη, όπως έκαναν τότε όλοι οι εργάτες. Πήγε και δούλεψε στα μεταλλεία της Ερμιόνης, στο κάρβουνο της Καλογρέζας, στο θειάφι της Μήλου και λοιπά. Όλες ανθυγιεινές, υπόγειες εργασίες. Κατόπιν ήρθε στη Σέριφο το 1950, παντρεύτηκε και το ’51 έκαμε εμένα. Λοιπόν. Παράλληλα έπιασε δουλειά πάλι στα μεταλλεία, όπου ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, δια μέσου του ιστορικού σωματείου των μεταλλωρύχων της Σερίφου. Μέχρι το 1963, που κλείσανε τα μεταλλεία, υπηρέτησε το Σωματείο από απλό Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Ταμίας, Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Ήτανε δε, ο τελευταίος επιζών Πρόεδρος του σωματείου των εν ενεργεία μεταλλωρύχων της Σερίφου, που μέχρι το θάνατό του στις 6/2 του 2009, πήγαινε στην επέτειο στο Μέγα Λιβάδι και μιλούσε στο μνημείο και ανέφερε τα διάφορα ιστορικά γεγονότα, που ζούσαν και βιώναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι εργάτες μέσα στα μεταλλεία, στις υπόγειες στοές της Σερίφου. Επί Προεδρίας του, με Γραμματέα τον Πέτρο Ρώτα, «Ακκίδα», τον Κώστα Γούναρη, «Ζωή», τον Βιδάλη Κοτσίκο και δεν θυμάμαι ποιους άλλους, ήταν τότε το Δ.Σ. του Σωματείου, που με επιβλητικές ενέργειες, υποχρέωσαν την εταιρία –πάρα πολύ σημαντικό αυτό– να [01:30:00]χορηγήσει σε όλους τους εργαζομένους ιματισμό, άρβυλα, κράνη και διάφορα άλλα, για την ασφάλεια και την υγιεινή τους, που μέχρι τότε, αν και τα δικαιούτανε οι εργαζόμενοι, η εταιρία δεν τους τα είχε χορηγήσει ποτέ. Το Φεβρουάριο του 1962, έκανε, όπως είπαμε, τη σπουδαία ανακάλυψη του σπηλαίου. Ακολούθως ασχολήθηκε με τα δημοτικά, καθώς είχε εκλεγεί σύμβουλος. Το 1984 που δημιουργήθηκε το μνημείο, όπως είπαμε, πήγαινε εκεί και εκφωνούσε κάθε χρόνο λόγους, αναφερόμενος πάντοτε στον απάνθρωπο τρόπο ζωής των εργαζομένων μες τις γαλαρίες, για τους αγώνες του και έδινε μαζί με τους συναδέλφους του, το σωματείο πολλά, για πάρα πολλά και ιστορικά, συγκλονιστικά γεγονότα, τα ανέφερε όλα αυτά στην επέτειο κάθε χρόνο, για τους θανάτους συναδέλφων εργατών, που βρίσκονται ακόμη καταπλακωμένοι, όπως είπα κι έχω γράψει από άλλες αφηγήσεις προηγουμένως. Παράλληλα επέβαλε και έγγραφες προτάσεις. Μία από αυτές –και εκκρεμούν και πολλές άλλες– ήταν και η προτομή του Κωνσταντίνου Σπέρα, που τοποθετήθηκε επιτέλους στο Μέγα Λιβάδι, πριν από λίγα χρόνια. Μετά τον θάνατο του δυστυχώς, δεν πρόλαβε να το ζήσει αυτό. Τις εκφωνήσεις του έκανε πάντοτε με στίχους, που έγραψε ο ίδιος, για τους εργατικούς αγώνες. Το 1984, όταν έγινε αναπαράσταση των αιματηρών γεγονότων του ’16, που κινηματογραφήθηκε από τη βελγική τηλεόραση, σε συνεργασία με την… Συμπαραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και την Κοινότητα Σερίφου, στην οποία εγώ έκανα, είχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο και στις δύο αυτές ταινίες, συμπρωταγωνίστησε στα ιστορικά γεγονότα της αιματηρής απεργίας, από την οποία εφαρμόστηκε το πρώτο οκτάωρο στην Ελλάδα. Συμμετείχε, όμως, και σε πολλά άλλα ντοκιμαντέρ και συνεντεύξεις, που του ’χανε πάρει, είτε από εφημερίδες, είτε από τηλεόραση και λοιπά. Αγωνίστηκε με πάθος για την εφαρμογή του νόμου 1737 του ’83, προκειμένου οι παραλίες και οι ακτές να παραμείνουν ελεύθερες για το λαό, αλλά παραδόξως σύρθηκε στα δικαστήρια, πάνω από είκοσι πέντε φορές, δικαιώθηκε, όμως, σε όλες παμψηφεί, ακόμη και από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτά και πάρα πολλά άλλα, όπως ιστορικά, λαογραφικά και λοιπά, μας έχει αφήσει παρακαταθήκη ο αείμνηστος πια Γεώργιος Θ. Λιβάνιος, τα οποία έχουν καταγραφεί, αλλά δεν ευελπιστούμε πια πως κάποια μέρα θα δουν το φως της δημοσιότητας, γιατί δεν τυχαίνουνε –συγγνώμη–, δεν τυγχάνουνε της… – όπως είπα και προηγουμένως, πώς το είπα; Είμαι λίγο ζαλισμένος τώρα, συγγνώμη. Ο πατέρας μου, λοιπόν, Γεώργιος Λιβάνιος, έφυγε από τη ζωή στις 6 Φεβρουαρίου του 2009, σε ηλικία 89 ετών. Αυτά, αγαπητέ Μιχάλη, δεν μπορώ να μιλήσω άλλο, έχω πνιγεί. Σε ευχαριστώ κι ευχαριστώ και το Ίδρυμα για την προσπάθεια.
Κύριε Θοδωρή, εμείς ευχαριστούμε πάρα πολύ. Να είστε καλά.
Ευχαριστώ.
Photos

Ο Θεόδωρος Λιβάνιος
Ο αφηγητής.

Ο Θεόδωρος Λιβάνιος
Ο αφηγητής.

Τσακή
Ο αφηγητής με μία τσακή.

Φωτογραφία από το αρχείο ...
Αρχαίες Γούβες

Βραχογραφία
Φωτογραφία από το αρχείο του αφηγητή.

Βραχογραφία
Φωτογραφία από το αρχείο του αφηγητή.

Βωμός Σπηλαίου
Άποψη του Βωμού Σπηλαίου.
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Ο Θοδωρής Λιβάνιος είναι ο άνθρωπος που εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια συγκεντρώνει καταγραφές για τον λαϊκό πολιτισμό της Σερίφου και όχι μόνο, έχοντας κατορθώσει να δημιουργήσει ένα αρχείο-θησαυρό. Μας αφηγείται την προσπάθειά του γύρω από αυτό το εγχείρημα, τα παράπονά του, καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ενώ μας περιγράφει το Φεστιβάλ Σουραυλιού Σερίφου που δημιούργησε, όπως και τις ποικίλες στιχουργικές, συγγραφικές και πολιτιστικές του δράσεις, αποκαλύπτοντάς μας πληροφορίες σχετικά με σπήλαια και μνημεία του τόπου του.
Narrators
Θεόδωρος Λιβάνιος
Field Reporters
Μιχάλης Χρυσολωράς
Tags
Interview Date
21/12/2021
Duration
93'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Ο Θοδωρής Λιβάνιος είναι ο άνθρωπος που εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια συγκεντρώνει καταγραφές για τον λαϊκό πολιτισμό της Σερίφου και όχι μόνο, έχοντας κατορθώσει να δημιουργήσει ένα αρχείο-θησαυρό. Μας αφηγείται την προσπάθειά του γύρω από αυτό το εγχείρημα, τα παράπονά του, καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ενώ μας περιγράφει το Φεστιβάλ Σουραυλιού Σερίφου που δημιούργησε, όπως και τις ποικίλες στιχουργικές, συγγραφικές και πολιτιστικές του δράσεις, αποκαλύπτοντάς μας πληροφορίες σχετικά με σπήλαια και μνημεία του τόπου του.
Narrators
Θεόδωρος Λιβάνιος
Field Reporters
Μιχάλης Χρυσολωράς
Tags
Interview Date
21/12/2021
Duration
93'