© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Λογοτέχνης κι αγρότης στον κάμπο της Καρδίτσας
Istorima Code
20601
Story URL
Speaker
Δημήτρης Σουλτάτης (Δ.Σ.)
Interview Date
27/11/2021
Researcher
Μαρία Βερρή (Μ.Β.)
[00:00:00]Σήμερα Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2021, είμαι στον Άγιο Βησσάριο Καρδίτσας με τον κύριο Δημήτρη Σουλτάτη, εγώ, η ερευνήτρια του Istorima, Μαρία Βερρή. Γεια σας.
Γεια σου, Μαρία. Ευχαριστώ πάρα πολύ που είχες την καλοσύνη να με επισκεφτείς. Είναι τιμή μου για μένα να σε πω ορισμένα πράγματα που ξέρω από τη ζωή μου, από τη δραστηριότητά μου, πώς ξεκίνησα και πού έχω φτάσει σήμερα. Λοιπόν, σήμερα είμαι ογδόντα χρονών ακριβώς, γεννήθηκα το 1941, είμαι σε πλήρη ωριμότητα σκέψεων. Έχω γράψει και βιβλία. Έχω βγάλει τρία ή τέσσερα βιβλία μέχρι στιγμής και τώρα άρχισα να ετοιμάζω και το πέμπτο. Γράφω κατά καιρούς άρθρα στις εφημερίδες, σ’ ένα περιοδικό εδώ, γειτονικό, την «Άρνη» του Μοσχολουρίου, και έχω γράψει μέχρι και κριτικές βιβλίων ακόμα. Όποιο βιβλίο μου αρέσει, γράφω και μια κριτική. Ακόμη και για τον Καζαντζάκη έχω γράψει και για τον Κάφκα έχω γράψει και για άλλους πολλούς. Για τον Μωρουά έχω γράψει, για τον Λαμαρτίνο, παλιά, νουβέλες που έγραφε, συγκλονιστικές, όταν ήμουν νέος και διάβαζα. Τώρα ασχολούμαι επί το πλείστον τον χειμώνα, γιατί το καλοκαίρι κάνω κι άλλες δουλειές. Έχουμε κτήματα και ασχολούμαι εντατικά, βοηθάω και τον γιο μου ακόμα. Τώρα έχει αναλάβει, βέβαια, ο γιος μου, είναι μεγάλος κι αυτός, παντρεμένος, τριάντα πέντε χρονών. Αλλά θέλω να πηγαίνω, γιατί γεννήθηκα στη φύση, γεννήθηκα στα χωράφια. Έχω πείρα πάρα πολύ μεγάλη για τις καλλιέργειες. Καλλιεργούμε βαμπάκι, επί το πλείστον τώρα, και σιτηρά και λίγα τριφύλλια. Και με αυτά, αυτή είναι η κύρια ασχολία μας.
Αν ξεκινήσουμε από τα παιδικά σας χρόνια, τι θυμάστε από την περίοδο της Κατοχής;
Η αλήθεια είναι, Μαρία, ότι την περίοδο της Κατοχής ήμουνα πολύ μικρός. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ορισμένα, που ήρθαν οι Γερμανοί το ’43 –ήμουν τρία-τέσσερα χρονών εγώ– και με ξεσκέπασαν λίγο να με δουν. Ήμουνα στην κούνια εγώ, ξαπλωμένος εκεί και γελούσαν, γιατί ήμουν ξανθός και τους άρεσε αυτούς η Άρια φυλή. Τρελαινόταν να βλέπουν ξανθό άνθρωπο οι Γερμανοί. Αυτό το έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου, διηγούνταν. Και πολύ λίγα πράγματα. Από τον εμφύλιο, όμως, θυμάμαι πολλά πράγματα, γιατί μεγάλωσα πλέον, πήγαινα Α’-Β’ Δημοτικού και τον έζησα τον εμφύλιο πολύ καλά. Την πείνα, δεν πεινάσαμε, γιατί ήμασταν αγρότες. Είχε ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος, κρατούσε πάντα στάρι και δεν μας έλειψε το αλεύρι. Θυμάμαι που ήμουνα μικρός κι εγώ πήγαινα, είχαμε ένα βαρέλι ξύλινο μεγάλο και κοίταζα το βαρέλι να δούμε πόσο αλεύρι έχει ακόμα μέσα. Αυτές οι εικόνες μου έμειναν και δεν μπορώ να τις ξεχάσω. Δηλαδή μη μας λείψει, γιατί πεινάσαν κι εδώ άνθρωποι, και στα χωριά. Ορισμένοι που δεν πρόβλεψαν να συγκεντρώσουνε στάρι για να κάνουν αλεύρι, λοιπόν, υπέφεραν. Φτάσαν στο τέλος να μην έχ’νε τι να φάνε. Ευτυχώς που το χωριό μας είχε και μύλο εκείνα τα χρόνια. Ήταν δύο αδέρφια που είχαν κάνει έναν μύλο εδώ, μεγάλο. Μάλιστα θέλω να γράψω τώρα κι ένα διήγημα για τον μύλο, γιατί δεν έγραψε κανένας. Αυτός ο μύλος ήταν εδώ, στο κέντρο του χωριού μας και το σιτάρι κατευθείαν το πήγαιναν στον μύλο τότε, για να πάρουν το αλεύρι. Αυτό ήταν το κύριο προϊόν για φαγητό. Άμα δεν έχεις ψωμί, όλα τα άλλα… Κοτόπουλα, λάχανα στους κήπους υπήρχαν, αλλά το ψωμί ήτανε το άλφα και το ωμέγα.
Θυμάστε εσείς στο σπίτι σας τι τρώγατε αυτή την εποχή;
Εμείς δεν πεινάσαμε. Είχαμε κοτόπουλα πρώτα πρώτα. Είχαμε ζώα, είχαμε πρόβατα, είχαμε αγελάδες, είχαμε γάλα άφθονο. Κι άμα είχαμε γάλα, τώρα, και ψωμί, δεν θέλαμε τίποτα άλλο –μιλάω τώρα για τα δύστυχα χρόνια. Και ως εκ τούτου, δεν θυμάμαι να πεινάσαμε. Η μάνα μου έκανε πίτες, έφτιαχνε πίτα απ’ το μηδέν. Έκανε σουσαμόπιτες. Είχαμε σουσάμια, καλλιεργούσαμε σουσάμια τότε, παλιά, πριν γίνουν ποτιστικά τα χωράφια μας. Το σουσάμι γίνονταν χωρίς νερό. Όταν έβρεχε καμιά βροχή το καλοκαίρι, γινόταν το σουσάμι. Το σουσάμι, έκανε η μάνα μου σουσαμόπιτα, η οποία δεν ήθελε ούτε ψυγείο, δεν χαλούσε –δεν είχαμε και ψυγείο, ούτε ρεύμα είχαμε– και τρώγαμε δυο-τρεις μέρες. Ωραίο φαγητό, χόρταινα. Κι εμείς παιδιά ήμασταν και είχα και –παρέλειψα να σας πω ότι ήμασταν πέντε αδέλφια. Εγώ ήμουν ο δεύτερος γιος της οικογένειας, μετά ήταν η αδερφή μου η Ευαγγελία, καλή της ώρα, και αργότερα –ο αδερφός μου ο πρώτος, παρέλειψα να πω ότι ήτανε ο Θύμιος, ο οποίος πήγε στο Γυμνάσιο αυτός. Εγώ έμεινα εδώ, στα κτήματα και στον πατέρα μου και στα ζώα, γιατί ο πατέρας μου ήταν και ανάπηρος στο ένα το πόδι του. Η αδερφή μου πιο μικρή τρία χρόνια και μετά από οχτώ χρόνια γεννήθηκαν και δύο δίδυμα αδέρφια ακόμα, αγόρια, οι οποίοι αυτοί σπούδασαν, έφυγαν. Τώρα, σήμερα βρίσκονται Θεσσαλονίκη και οι δυο. Ο ένας έγινε γιατρός, παιδίατρος, κι ο άλλος είναι χημικός. Συνταξιούχοι, βέβαια, και οι δυο τώρα, εργάζονται ακόμα.
Μετά, στον εμφύλιο, μου είπατε ότι θυμάστε περισσότερα.
Τον εμφύλιο θυμάμαι περισσότερα, πραγματικά, γιατί φύγαμε από δω, μας πήραν. Ο πατέρας μου τότε, εκείνα τα χρόνια, ήταν και δεξιός. Είχε επηρεαστεί, γιατί ήταν ένας γαμπρός του, ήταν απάνω, με τους στρατιωτικούς και ήταν δεξιός –και νωρίτερα. Ο παππούς μου ήτανε βενιζελικός, του κέντρου. Ήταν με τον Βενιζέλο ο παππούς μου τότε, κεντρώος. Ο πατέρας μου μετά ήταν δεξιός και τον κυνηγούσαν πολύ εδώ, οι αριστεροί, απ’ το χωριό. Και τον κυνηγούσαν, τον είχαν μάλιστα, είχαν κάνει και μια σύσκεψη για να τον καθαρίσουν. Και τον έσωσε μία ξαδέλφη της μητέρας μου, η οποία παρακολούθησε ένα βράδυ –που ήταν σε κάποιο δημοκρατικό, που είχανε τη συγκέντρωση– την ομιλία και ήρθε τα είπε τη μάνα μου, έτσι κι έτσι: «Τον Γιάννη», λέει, «θέλουν να τον καθαρίσουν». Κι αμέσως ο πατέρας μου ύστερα, πήρε την οικογένεια και πήγαμε στους Σοφάδες. Πήγαμε στ’ς Σοφάδες, πούλησε τα πρόβατα εδώ, γιατί άρχισαν οι αντάρτες και τα ’παιρναν, απ’ τους δεξιούς πρώτα πρώτα, έπαιρναν απ’ τους δεξιούς τα ζώα. Τους αριστερούς δεν τους πείραζαν προς το παρόν. Πούλησε τα πρόβατα, είχαμε ογδόντα-εκατό πρόβατα, κι αγόρασε ένα οικοπεδάκι στους Σοφάδες, δίπλα στον Ζαμπόγα εκεί και από κει κάναμε και μια παράγκα όλοι μαζί. Ήρθε και ο κουνιάδος του μέσα κι αυτός με την οικογένειά του. Εκεί ζήσαμε δύο χρόνια, ως το ’49, το ’49 και μισό, μάλλον αρχές του ’50, έληξε ο εμφύλιος και ξαναγυρίσαμε πάλι στο Παζαράκι.
Θυμάστε τότε, τη μέρα που φεύγατε από δω, απ’ το χωριό σας, πώς ήτανε;
Με το κάρο, με το κάρο είχαμε. Δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα ούτε τρακτέρ είχαμε. Άλογα, κάρα, βόδια, αγελάδες, βουβάλια, πρόβατα, αυτά ήταν τα ζώα. Και γαϊδουράκια, τα φιλότιμα γαϊδουράκια, που ήταν παντού μπροστά. Με το κάρο, φορτώσαμε ό,τι μπορούσαμε πάνω στο κάρο και πήγαμε στους Σοφάδες. Εγώ εκεί πέρα ήμουνα χαμένος. Με πήγαν σε ένα Δημοτικό –τα γράφω αυτά μέσα σε ένα διήγημα μεγάλο– εκεί όπου ήμασταν κι απ’ άλλα, κι από γύρω, όλη την περιοχή εδώ τα παιδιά μαζεμένα. Α’ Δημοτικού θα ήμασταν εξακόσια παιδιά στο προαύλιο. Και στρατός γύρω γύρω και χαρακώματα είχαν εκεί κοντά στο ποτάμι. Αυτού που είναι σήμερα το Γυμνάσιο Σοφάδων, αυτού ήταν το Δημοτικό. Το Γυμνάσιο Σοφάδων είναι ακριβώς εκεί –τότε, ήταν εκεί που είναι η Αστυνομία τώρα. Και χαμένος μέσα εκεί τώρα, δεν γνώριζα κανέναν, με πήραν τα κλάματα –εφτά χρόνων παιδάκι, τώρα, απ’ το χωριό. Τις θυμάμαι αυτές τις στιγμές. Σιγά σιγά, όμως, μετά πήγα Α’, πήγα και Β’. Είχαμε μία καλή δασκάλα –πέθανε η συγχωρεμένη, έχει χρόνια τώρα, Χρυσόμαλλου Ευδοκία το όνομά της ήταν. Πώς μας έκανε τώρα, μες στην τάξη θα ήμασταν εκατόν πενήντα παιδιά στην Α’ τάξη, διακόσια παιδιά θα ήμασταν στην Α’ τάξη. Μια αίθουσα τεράστια. Εγώ εκεί έμαθα να διαβάζω. Πώς έμαθα να διαβάζω ούτε θυμάμαι ούτε κανένας μ’ έδειξε. Μετά, στη Β’ τάξη, διάβαζα καλά. Βέβαια. Δεν ήταν δυνατόν να μας ελέγξει τώρα, εκατόν ογδόντα παιδιά –μπορεί και παραπάνω να ήμασταν στην Α’ τάξη. Πώς να μας εξετάσει; Δεν την έπαιρνε ο χρόνος, δεν μπορούσε. Τι πρόγραμμα, τι κατάσταση, να κρατήσει ημερολόγιο ποιον σήκωσε τώρα σήμερα, ποιον σήκωσε αύριο; Εν πάση περιπτώσει.
Εκείνη την ημέρα που ήσασταν, την πρώτη μέρα στο σχολείο, μπορείτε να μου πείτε πώς έγινε, πώς αισθανόσασταν;
Ναι, ναι, ναι, έγινε κι ένα γεγονός εκεί και φοβήθηκα πάρα πολύ. Είχε κάνει ο στρατός ένα χαράκωμα μεγάλο εκεί μπροστά στο σχολείο –τώρα, για τους αντάρτες;–, έναν χώρο δύο μέτρα βάθος κι είχαν ανοίξει έναν μεγάλο λάκκο. Κι έπεσε ένα παιδάκι μέσα εκεί. Εκεί μέσα έπεσε ένα παιδάκι μικρό –κι αυτό θα ήταν [00:10:00]Α’-Β’ Δημοτικού– κι έκλαιγε. Εμείς μαζεμένα πάνω εκεί, τρέμαμε όλα κι εμείς τα παιδάκια, δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Και οι δάσκαλοι γύρω γύρω κι άλλοι εκεί πέρα και στρατός. Και φώναζε ένας τώρα –ήταν καθηγητής αυτός, ήταν δάσκαλος, ήταν στρατιωτικός; «Μην το βγάζετε! Αφήστε το μέσα, για να βλέπουν και τ’ άλλα να φεύγουν, να μην πλησιάζουν εκεί κοντά». Εγώ έτρεμα ο καημένος τώρα. Αλλά τελικά πήδησε ένας μέσα και το έπιασε το παιδάκι και το έβγαλε έξω. Τα γράφω και στο βιβλίο μου αυτά «Το Μικρό και το Μεγάλο Παζαράκι», αν δεν κάνω λάθος, εκεί τα γράφω. Τη θυμάμαι αυτή τη σκηνή. Ή στο άλλο τα γράφω; Δεν θυμάμαι κι εγώ τώρα. Σε ένα βιβλίο απ’ τα δύο τη γράφω αυτή τη λεπτομέρεια. Μετά, ύστερα μεγάλωσα σιγά, ήρθαμε εδώ στο χωριό. Είχαμε τον Αποστόλη τον Γιωτάκο ύστερα στην Δ’ τάξη, όπου έχω και μια φωτογραφία με τον δάσκαλο αυτόν. Καλός άνθρωπος. Ερχόταν με το γαϊδουράκι από τους Σοφάδες κάθε μέρα. Το άφηνε εδώ, δίπλα σ’ εμάς, πήγαινε στο σχολείο, σχολούσε το σχολείο, έπαιρνε το γαϊδουράκι πάλι, πήγαινε στο σπίτι του. Αργότερα έγινε Επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης. Έχει γράψει και δύο βιβλία –το ένα το ’χω κιόλα. Έχει γράψει «Τα χοροτράγουδα Σοφάδων και περιχώρων» και ένα άλλο έγραψε, «Νερόμυλος», για έναν νερόμυλο που ήταν σε ένα διπλανό χωριό εδώ, στο Ανώι. Όλα συγκλονιστικά. Ο νερόμυλος, κι αυτός, ζούσε. Μετά που άρχισαν ύστερα οι άλλοι μύλοι, σταμάτησε, τον παρατήσαν και τον νερόμυλο, χάθηκε. Δεν σας είπα τώρα για τον δικό μας τον μύλο μετά. Θέλω να το γράψω τώρα. Ο δικός μας ο μύλος, τον είχαν δύο αδέλφια. Ο ένας αδερφός πέθανε τη δεκαετία του ’50, ο Θοδωρής, και τον άλλον τον έλεγαν Παπαλόπουλος… Ο Θόδωρος πέθανε κι έμεινε ο άλλος αδερφός του ο μεγαλύτερος –τον ξέχασα τώρα, το όνομά του, θα το θυμηθώ. Τον είχανε μέχρι το… Όταν πέθανε ο Θοδωρής, ο άλλος ο αδερφός του μετά σκέφτηκε να τον κλείσει τον μύλο και να φύγει. Και πήγε σε ένα διπλανό χωριό και παντρεύτηκε αυτός –είχε πεθάνει η γυναίκα του– και άφησε εδώ τα μεγάλα τα παιδιά του, ήταν μεγάλα. Ο Βαγγέλης με τον Κλεομένη ήταν τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια. Είχε τέσσερα αδέρφια –τέσσερα παιδιά– ο Θοδωρής και μια κόρη, την οποία ήταν και συμμαθήτριά μου, ήταν κι αυτή συνομήλικη. Τα παιδιά τώρα τα μεγάλα αυτά πήγαιναν στον μύλο και ήξεραν πώς παίρνει μπρος, είχαν μηχανή –είχαν μια μηχανή πρωτόγονη. Έπαιρνε μπρος ένας μεγάλος κινητήρας, πετρελαιομηχανή, και έπαιρνε μπρος με τα χέρια. Τη γύριζαν, ένα βολάν μεγάλο, και τη γύριζαν μία, δυο, τρεις φορές και έπαιρνε μπρος. Και αυτή η μηχανή κινούσε όλα τα λουριά τώρα και όλες τις τροχαλίες του κυλινδρόμυλου –του μύλου, δεν ήταν κυλινδρόμυλος, μύλος ήταν. Ήταν δύο επίπεδα, ένα επίπεδο ήταν κάτω κι ένα ήταν στη μέση με πάτωμα, εκεί ήταν οι πέτρες που άλεθαν το σιτάρι. Ήταν ένα πολύπλοκο μηχάνημα. Εγώ πήγαινα εκεί μικρός και το παρακολουθούσα και θα σας πω μετά γιατί πήγαινα εκεί. Πήγαινα εκεί, γιατί ο πατέρας μου μετά με έστειλε στα πρόβατα. Μετά το Δημοτικό, μόλις τελείωσα το Δημοτικό με έστελνε στα πρόβατα. Και πήγαινα πολλές φορές εκεί και παρακολουθούσα πώς δούλευε και πώς την έβαζαν μπρος αυτή τη μηχανή. Ο χώρος ανάφλεξης, που έπαιρνε μπρος ο κινητήρας, τον άναβαν με στουπί, με πετρέλαιο και με λάδι, και ζεσταίνανε εκεί τον χώρο του καυστήρα, ας πούμε, που άρπαζε φωτιά και γυρίζοντας και αυτοί δύο-τρεις φορές έπαιρνε μπρος. Και δούλευε όλη τη μέρα και πήγαινε ο κόσμος και όταν… μαζεύονταν εκεί ορισμένοι άνθρωποι, πήγαινε άλλος ένα φόρτωμα με το γαϊδουράκι του, άλλος με το άλογο, άλλος με το κάρο και το έκανε αλεύρι. Γιατί το αλεύρι, είπαμε, ήταν το άλφα και το ωμέγα εκείνα τα χρόνια. Σε μιλώ τώρα για τις αρχές του ’50. Είμαστε τώρα πριν το σεισμό ακόμα, δηλαδή ’52-’53. Βέβαια. Το ’54, μετά, έγινε σεισμός κι έπεσε αυτό, ήταν ένα πλίθινο κτίριο και έπεσε. Και τα παιδιά μετά τον παράτησαν, δεν τον έφτιαξαν πάλι. Μετά πούλησαν και τα εξαρτήματα και χάθηκε η ιστορία του μύλου.
Εσάς, αν πάμε λίγο πάλι πίσω στους Σοφάδες που ήσασταν, εκεί πώς ζούσατε μέσα στην παράγκα; Θυμάστε πώς ήταν η καθημερινότητά σας;
Θυμάμαι, θυμάμαι πολλά πράγματα. Μαγείρευε η μάνα μου μαζί με τη νύφη της, τη γυναίκα του αδερφού της, του μπαρμπα-Γιώργου του συγχωρεμένου. Μαγείρευαν εκεί πέρα, έξω απ’ την παράγκα είχαν κάνει ένα μαγειρειό. Και πηγαίναμε, κάθε πρωί έδιναν τότε, εμάς τους καταδιωκόμενους, μας έδιναν και –ανάλογα με την οικογένεια– και γάλα εβαπορέ τότε, που δεν είχαμε… όσοι δεν είχαμε ζώα. Πήγαινε κάθε πρωί και το περιμέναμε με λαχτάρα να μας το φέρει αυτό. Είχε η μάνα μου η συγχωρεμένη ένα μπακράτσι, το λέγαμε εμείς, σαν κατσαρόλα, με ένα χερούλι απάνω, το οποίο χωρούσε πέντε-έξι κιλά γάλα μέσα. Ήμασταν τόσα παιδιά, το έβαζε αυτός εκεί, είχε κατάσταση: «Ποια είσαι εσύ;» «Του τάδε, του Σουλτάτη». «Λοιπόν, δικαιούσαι τόσο γάλα. Ένα, δυο, τρία, τέσσερα, φεύγα. Άλλος». Ουρά, ξέρω ’γω. Χαρά εμείς που έφερνε το γάλα το ζεστό το εβαπορέ να φάμε. Ναι. Και το σχολείο, πέρα δώθε, που παίζαμε, που γελούσαμε εκεί, τώρα. Εγώ, ήμασταν όλα τα μικρά –τα γράφω και στο διήγημα αυτό, που έγραψα προχτές– ήμασταν φοβισμένα όλα τα μικρά. Τα παιδιά τα μεγαλύτερα, όπως ήταν ο αδελφός μου, αυτά που πήγαιναν στο Γυμνάσιο –αν και ο αδερφός μου Δημοτικό πήγαινε ακόμα τότε, δεν το είχε τελειώσει, την άλλη χρόνια το τελείωσε– αυτά είχαν άλλον αέρα τα παιδιά. Εμείς που πηγαίναμε Α’, Β’, Γ’ Δημοτικού ήμασταν όλα μες στον πανικό.
Γιατί, πιστεύετε, αυτό γινότανε;
Γιατί; Γιατί, πρώτα πρώτα, δεν γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Έβλεπα εσένα, δεν ήξερα από πού είσαι, έβλεπα τον άλλον, άγνωστος, ο παραδίπλα άγνωστος, από πέρα που ερχόταν, άγνωστος. Τι είναι αυτός ο άνθρωπος; Τότε υπήρχε και φόβος. Γινότανε τα βράδια, ακούσαμε πυροβολισμούς, ερχότανε σκοπιές οι άνθρωποι, όλοι είχαν όπλα. Πώς να μη σε πιάσει φόβος, μικρό παιδάκι άμα είσαι; Κατάλαβες; Ναι. Δύσκολη κατάσταση, πολύ. Όταν γυρίσαμε εδώ ύστερα, στο Παζαράκι, στο χωριό μας, στο σπίτι μας, εδώ, σιγά σιγά οργανωθήκαμε. Πήρε λίγα προβατάκια πάλι ο πατέρας μου, αγόρασε με γραμμάτια, θυμάμαι, από έναν ορεινό –πώς τα γλίτωσε αυτός, δεν ξέρω κι εγώ τώρα, ήταν μέσα στα πράγματα; Με γραμμάτια, δεν είχαμε λεφτά και τον πληρώσαμε τα πρόβατα μετά, καμιά δεκαπενταριά πρόβατα περίπου, δεκαπέντε-είκοσι, λίγες προβατίνες εκεί. Γεννήσανε και μ’ αυτά σιγά σιγά ξεκινήσαμε. Πήρε και μια αγελάδα μετά, αργότερα, είχαμε. Τις βουβάλες, αν θυμάμαι καλά, δεν μας τις πήραν οι αντάρτες. Τις έκρυψε ο παππούς μου –γιατί ζούσε κι ο παππούς μου ακόμα, ήταν τότε εβδομήντα χρονών ο παππούς μου, εβδομήντα πέντε, αλλά ήταν γερός, παλικάρι άντρας. Και τις έκρυψε τότε, τις πήγε και στους Σοφάδες ένα διάστημα, κάπου εκεί, στο ποτάμι, και τις έκρυψε τις αγελάδες –τις βουβάλες. Είχαμε δυο βουβάλες, οι οποίες είχαν υπέροχο γάλα, πολύ νόστιμο γάλα και με λιπαρά σαν των προβάτων σχεδόν, καλό γάλα. Όταν εδώ, μέχρι τον σεισμό, μέχρι το ’53, μέχρι τον σεισμό μετά, που τελείωσα το Δημοτικό, ο πατέρας μου λέει ότι: «Θα σε κρατήσω εσένα». Ο άλλος αδερφός μου πήγε Α’ Γυμνασίου, είχαμε κι άλλα αδέρφια πίσω, δουλειές άφθονες, καπνά αρχίσαμε φυτεύαμε –πάντοτε φυτεύαμε και καπνά τότε. «Θα σε κρατήσω», λέει, «εσένα εδώ, για να βοηθάς». Το ένα το πόδι του είχε πάθει αγκύλωση στο γόνατο, το δεξί του πόδι, και δεν λυγούσε και το πήγαινε σβάρνα. Πώς θα δουλέψει, πώς θα πάει κοντά στο αλέτρι, τώρα, να κάνει χωράφια, να σπείρει; Ξεκίνησα εγώ από το Δημοτικό, από την ΣΤ’ Δημοτικού με έμαθε πώς να σπέρνω με το χέρι. Σπέρναμε λίγα, είκοσι-τριάντα στρέμματα. Ίσα-ίσα λέγαμε να τακτοποιήσουμε το ψωμί, να φτιάξουμε λίγο στάρι. Ενώ είχαμε, χωράφια είχαμε εκατό στρέμματα, αλλά πώς να το δουλέψεις, τώρα; Με τα άλογα και με… Πρωτόγονα δεν μπορείς να καλλιεργείς. Τα άλλα τα αφήναμε, κόβαμε χορτάρια την άνοιξη για να έχουμε και τα ζώα μετά, για τα πρόβατα, για τις αγελάδες, για τα βουβάλια, τα άλογα, δυο γαϊδουράκια είχαμε για να κινούμαστε πέρα δώθε. Βέβαια. Φτωχικά, πολύ φτωχικά.
Εδώ, στο σπίτι σας, όταν φτάσατε μετά τους Σοφάδες, πώς το βρήκατε το σπίτι σας;
Να σας πω την αλήθεια, δεν το πείραξαν το σπίτι, δεν το πείραξαν το σπίτι. Δεν είχαν. Αυτοί φρόντιζαν και αυτοί οι αντάρτες, ας τους πούμε, του δημοκρατικού στρατού τότε, φρόντιζαν να μην κάνουν ζημιές όταν δεν είναι εκεί οι άνθρωποι. Ζητούσαν να πάρουν, σου βρήκαν… Μια μουσκίδα είχαμε αφήσει εδώ μέσα τότε που φύγαμε, τις πρώτες μέρες, την[00:20:00] πήρανε. Μουσκίδα είναι η μικρή αγελάδα. Την πήρανε. Ορισμένοι άλλοι, τους πήραν όλα τα πρόβατα. Εμείς, πρόλαβε ο πατέρας μου και τα πούλησε. Ναι. Όλο το κοπάδι, όλο. Μάλιστα διηγούνταν ένας ότι πήγε και το σκυλί κοντά στα πρόβατα, γιατί τα γνώριζε τα πρόβατα και ακολούθησε κι αυτό. Πήγε μέχρι το Λεοντάρι απάνω στα βουνά, λέει, πήγε και το σκυλί κοντά στα πρόβατα, ναι, μαζί με τους αντάρτες. Βέβαια. Τρομερά πράγματα.
Εκεί, από τον εμφύλιο, θυμάστε κάποιο άλλο γεγονός που σας επηρέασε;
Το βράδυ που πήραν τη μάνα μου, που ήρθαν εδώ πέρα μέσα, και… Τρομερά, συγκλονιστικά πράγματα. Ήταν αυτό το σπίτι εδώ πέρα, ήταν του πατέρα μου –αυτό είχαμε τότε, εδώ, δεν το είχαμε το άλλο. Τούτο δω το έκανε, το μικρό εδώ, μετά, πρόσθεσε μετά τον σεισμό, και το ’55 κάναμε το άλλο. Και το άλλο, το πιο μπροστά, το έκανα εγώ τώρα, τα τελευταία χρόνια. Ετούτο ήταν διώροφο. Είχε δυο δωμάτια κάτω, αυτή ήταν σάλα, εδώ πέρα που είμαστε τώρα, και απάνω εδώ ήταν η κρεβατοκάμαρα του πατέρα μου. Είχαμε μία σκάλα από δω, εξωτερική, τσιμεντένια την είχε κάνει ο πατέρας μου, και ανέβαινε απάνω, είχε μια βεραντούλα και μπαίναμε μες στα δωμάτια επάνω. Το βορεινό, από δω, απ’ τον βορρά, ήτανε σαλόνι κι από κει ήταν η κρεβατοκάμαρα και πίσω ακριβώς είχε μια κουζίνα. Ήρθαν οι αντάρτες ένα βράδυ, ανεβήκαν απάνω, φώναξαν τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου κρυβόταν μαζί με άλλους, για να μην τον πάρουν. Γιατί τον ψάχνανε να τον πάρουν, να τον πάρουν για πάνω, για το στράτευμά τους –συγγνώμη. Βγήκε η μάνα μου: «Ορίστε», λέει, «τι θέλετε;». «Πού είναι», λέει, «ο άντρας σου;» Λέει: «Δεν είναι εδώ». «Πού πήγε;» «Πήγε στους Σοφάδες». «Γιατί πήγε στους Σοφάδες;». Λέει: «Πρήστηκε το πόδι του». Είχε τότε, πραγματικά, πρόβλημα με το… «Πρήστηκε το πόδι του», λέει, «στο γόνατο και πήγε στον γιατρό». Τη λένε: «Ετοιμάσου να ’ρθείς στο καφενείο να δώσεις μια ανάκριση», είπαν τη μάνα μου. Η μάνα μου πάγωσε: «Τι ανάκριση, ρε παιδιά, να δώσω;» Ήταν τρεις αυτοί, με τα όπλα. Λέει: «Όχι, θα ’ρθείς, να δεις», λέει, «και θα σ’ αφήσουμε πάλι να φύγεις». Η μάνα μου κατάλαβε τώρα, ετοιμάστηκε, πήρε λίγα πράγματα πρόχειρα. «Αυτού», λέει, «ποιος κοιμάται, κάτω;» Εμείς ήμασταν στρωματσάδα, οι μικροί. Τα δίδυμα δεν είχαν γεννηθεί, τ’ αδέρφια μου, ακόμα, γεννήθηκαν μετά το ’50. Αυτή η δουλειά πρέπει να ’γινε το ’47 –το ’47 τον Οκτώβρη; Κάπου εκεί, τον Οκτώβρη, φθινόπωρος ήταν. «Ποιος κοιμάται;» Λέει: «Τα παιδιά είναι». «Να τα ξεσκεπάσουμε», λέει, «να τα δούμε», λέει ο ένας. «Ναι», λέει. Ξεσκέπασε και μας είδε, τα κεφαλάκια μας. Κοιμόταν από κει ο αδερφός μου ο μεγαλύτερος, στη μέση είχαμε την αδερφή μου, η οποία ήταν τρία χρόνων, κι από δω εγώ, που ήμουνα έξι χρονών –έξι, ναι. Εφτά ήμουνα μετά, που πήγα στην Α’ Δημοτικού. «Άμα θες», τη λέει ο ένας, «άμα δεν θέλεις να ’ρθείς εσύ, παίρνουμε τον μεγαλύτερον». «Όχι», λέει η μάνα μου, «δεν σας δίνω το παιδί. Είναι μικρό και θ’ αρχίσει να κλαίει, θα φοβηθεί και δεν… Θα ’ρθώ εγώ». Έσκυψε η μάνα μου, εκεί, μας φίλησε, μας σκέπασε πάλι –με συγχωρείς λίγο– κι έφυγε. Όταν πήγε στο μαγαζί, λέει, είδε εκεί πέρα το μισό χωριό, τόσοι πολλοί ήταν μαζεμένοι. Άντρες, παιδιά… Άλλοι ήταν, λέει, χαρούμενοι, άλλοι ήταν λυπημένοι. Εκεί τι ανάκριση να δώσουν και τι… Τους μάζεψαν μπουλούκι όλους στον δρόμο για πάνω, για τα βουνά, μες στη νύχτα. Μετά μάθαμε –έμαθε ο πατέρας μου– που είχανε ένα στέκι αυτοί σε ένα ορεινό χωριό απάνω εδώ, Μακρυρράχη λέγεται, πιο πάνω από το Λεοντάρι. Απόσταση από δω είκοσι χιλιόμετρα περίπου, τόσο πρέπει να είναι η Μακρυρράχη. Πήγα εγώ πολλές φορές με το αυτοκίνητο μετά, όταν μεγάλωσα. Εκεί, το πρωί φτάσανε. Όλη τη νύχτα πορεία, το πρωί φτάσανε. Ευτυχώς, δεν είχε βρέξει και ο δρόμος ήταν στεγνός. Όλο, να φανταστείς, όλο χώμα, όλοι οι δρόμοι χώμα. Δεν υπήρχε πουθενά ούτε χαλίκι, τίποτα. Έτσι κι έπιανε βροχή, μόνο με άλογα έβγαινες, και δυνατά άλογα. Τη μάνα μου μετά, στείλανε τελεσίγραφο εδώ με έναν άλλον από το χωριό μου εδώ, αριστερό και ζητούσαν από τον πατέρα μου εκατό λίρες. Τότε ήτανε, οι συναλλαγές όλες γινότανε με λίρα. Κυκλοφορούσε τόση λίρα, τόση λίρα εδώ εγγλέζικη! Το χαρτονόμισμα το δικό μας, της χώρας μας, δεν είχε καμιά αξία. Όλα με λίρες. Μέχρι και το ’52-’53, προίκες στα κορίτσια, αυτό. «Πόσες λίρες;» «Αυτή η αγελάδα πόσες λίρες;» ξέρω ’γω. «Αυτό το χωράφι πόσες λίρες;» Όλα με λίρες εγγλέζικες. Λέει ο πατέρας μου: «Πού να τα βρω; Εκατό λίρες», λέει, «πού να τα βρω; Έχω παιδιά, δεν έχω τίποτα. Ήρθαμε τώρα, είμαστε εδώ», λέει, «τίποτα, τι εισπράττουμε;» λέει, «Από τα χωράφια τίποτα. Τα καπνά», λέει, «δεν το πουλήσαμε, λίγο καπνό. Δεν έχω λεφτά». «Τέλος πάντων», του λέει, «βρες όσες μπορέσεις». Πήγε ο πατέρας μου, πούλησε λίγες προβατίνες –όπως μου έλεγε την ιστορία, εγώ δεν το θυμάμαι αυτό– και έκανε μερικές λίρες εδώ, σε έναν Ρωσοεβραίο. Ρωσοέλληνα μάλλον. Έκανε δέκα-δώδεκα λίρες. Τις έδωσε και πήγε απάνω, εκεί, στο αρχηγείο των ανταρτών, έδωσε τις λίρες και ήρθε η μάνα μου, γύρισε πίσω. Μόλις ήρθε, τα άλογα έζεψε ο πατέρας μου, ανεβάζει όλους απάνω, φύγαμε για Σοφάδες. Ναι. Μετά μείναμε εκεί. Ο πατέρας μου ερχόταν τη μέρα εδώ. Το βράδυ εδώ κοιτούσε λίγο να κάνει καμιά δουλειά. Αργότερα πήρε η άνοιξη, τα χωράφια, να κόψει λίγο χορτάρι. Εμείς εκεί πέρα, στο σχολείο, δεν ερχόμασταν. Αλλά κι εμείς, η λαχτάρα μας ήταν εδώ, να ’ρθούμε στο σπίτι. Βέβαια.
Εκείνη τη μέρα που ήρθε, πώς ήταν η μέρα αυτή, τη θυμάστε;
Ποια μέρα;
Που ήρθε η μάνα σας πίσω;
Καταλαβαίνεις τώρα, κλάματα, κακό! Άσε. Τα γράφω και στο βιβλίο, τα διάβασες; Ναι, τρομερή… Δυο λεπτά θα κάνουμε ένα διάλειμμα λίγο, ε;
Ναι.
Να συνέλθω λίγο.
Και τελειώνοντας ο εμφύλιος, εσείς-
Τελειώνοντας τον εμφύλιο, αρχίσαμε εδώ τώρα μία… απ’ την αρχή πάλι, όσο μπορούσαμε. Κι εγώ, που μεγάλωνα σιγά σιγά, εδώ, πάντα με τα ζώα και με τα σουσάμια. Η κυρία καλλιέργεια ήταν τα σουσάμια το καλοκαίρι και τα καπνά και λίγα σιτηρά βάζαμε. Βρώμη σπέρναμε και κριθάρι –όχι τόσο βρώμη– για τα ζωντανά. Να ταΐζαμε τις αγελάδες τον χειμώνα, τα άλογα, που ήτανε το άλφα και το ωμέγα, η κινητήριος δύναμη για το ποιος θα τραβήξει το αλέτρι για να οργώσει και να σπείρει. Και τις βουβάλες, χορτάρι άμα είχανε και μας έδιναν γαλατάκι, μας έφτανε, ούτε για εκμετάλλευση το είχαμε. Δεν μέναμε, βέβαια, έκανε γιαούρτες η μακαρίτισσα η μάνα μου, έκανε… Είχε –μπουτινέλο το έλεγε– ένα πράγμα ξύλινο, βαρελάκι ψηλό και χτυπούσε, μάζευε το γάλα και χτυπούσε, έβγαζε βούτυρο. Οι βουβάλες έβγαζαν φοβερό βούτυρο. Ναι. Το χρησιμοποιούσε για τις πίτες, για φαγητά. Κάθε χρόνο είχαμε ένα γουρούνι, το σφάζαμε στις γιορτές και γέμιζε το σπίτι κρέας. Το θρέφαμε, όλο τον χρόνο το είχαμε εδώ το γουρούνι, το περιποιέμασταν σαν να ήταν αδερφάκι κι αυτό δικό μας, κατάλαβες; Ό,τι έμεναν, ό,τι παλιά μένανε, ξέρω ’γω, από τις κατσαρόλες που έπλενε η μάνα μου, στο γουρούνι όλα. Τίποτα φλούδες από πεπόνια, από καρπούζια, οτιδήποτε περίσσευε, στο γουρούνι. Παμφάγο, δεν άφηνε τίποτα. Έτρωγε μέχρι κεραμίδια! Εγώ το παρακολουθούσα, έσπαζε κεραμίδια και τα έτρωγε. Του άρεσε, τώρα, αυτή η χωματίλα η ψημένη; Τα δόντια του τροχούσε; Έσπαζε κεραμίδια και τα έτρωγε. Όπου έσκαβε και έβρισκε χώμα, κεραμίδια τα έτρωγε. Τι μυστήρια ζώα! Ναι. Κι ακόμα έχουνε τάση και τα άγρια και τρώνε, λέει, πέτρες, μου λένε, τρώνε. Βέβαια. Τα πάντα, είναι παμφάγα τα γουρούνια. Αρνί, βέβαια, το Πάσχα, είχαμε πρόβατα, καμία προβατίνα μεγάλη, κανένα ελαττωματικό ζώο, που δεν απέδιδε, το έσφαζε ο πατέρας μου. Ψυγείο δεν είχαμε, έπρεπε να το φάμε. Το καλοκαίρι ειδικά, δεν κρατούσε. Ναι. Αλλά είχε ένα τρόπο –τότε ξέρεις, Μαρία, οι παλιοί είχαν μάθει άλλα πράγματα, δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα. Εμείς ηλεκτρικό… εγώ παντρεύτηκα το ’67 και δεν είχαμε πάρει ακόμα, ήμασταν ακόμα με τη λάμπα του πετρελαίου, δεν είχαμε ρεύμα. Τόσο πίσω. Καίτοι ήμασταν μες στον κάμπο, αλλά δεν έφτασε εδώ η ΔΕΗ. Κοίταζε τις πόλεις, άλλα χωριά, μεγάλα. Εμείς μικρό χωριό ήμασταν εδώ, τώρα αργότερα. Κι άλλα χωριά, όχι μόνο εδώ, και τα Γεφύρια και το Γραμματικό και το Καππαδοκικό, όλα εδώ γύρω τα χωριά δεν είχαμε ρεύμα. Τι γίνονταν τώρα; Τον χειμώνα το γουρούνι είχε εκατό κιλά κρέας. Πόσο να κρατήσει αυτό, τώρα, χωρίς ψυγείο; Το βράζανε σε ένα καζάνι μεγάλο –το έχω ακόμα. Εγώ τα παλιά, είμαι, έχω αρρώστια με τα παλιά τα αντικείμενα, τα κρατάω, όσα μπόρεσα κράτησα. Έχω από τον παππού μου πράγματα, από τον πατέρα μου, από τη μάνα μου. Ναι, βέβαια. Έχω τις φλοκάτες, ξέρω ’γω. Είχαμε μέχρι τώρα τις φλοκάτες από τη μάνα μου, δεν είχαμε πού να τις βάλουμε. Τις δώσαμε μετά. Ήρθαν Αλβανοί μετά να [00:30:00]σκεπαστούν τον χειμώνα, δεν είχανε εδώ, τις δώσαμε. Τι να τα κάνουμε; Έφερε και η γυναίκα μου μετά, είχε κι αυτή φλοκάτες ακόμα. Πού να τα βάλουμε όλα αυτά τα πράγματα; Και τώρα στο εξοχικό, πέρα, που έχω στο χωράφι και πάω και γράφω, έχω κι εκεί ένα μπαούλο κι έχω μέσα πράγματα. Με τ’ άνοιξαν δυο φορές, πήραν ορισμένα πράγματα. Δεν πειράζει. Κι αυτοί ανάγκη, λέω, είχαν, που τα πήραν τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, να μη φεύγουμε απ’ το θέμα. Τι το έκαναν το κρέας, τώρα, για να μη χαλάσει; Το έβραζαν στο καζάνι και το έβαζαν μέσα σε –είχε ένα πήλινο η μάνα μου, μεγάλο, κιούπι. Τα ’βαζε τις μερίδες με τη σειρά, παραπάνω, παραπάνω, παραπάνω. Όταν τις γέμιζε, έβραζε λίπος από το γουρούνι. Ζεστό αυτό, γίνεται μετά όπως είναι το λάδι, το λίπος, ρευστό πολύ, αφού το βράσει. Το στράγγιζε καλά και το έριχνε μέσα και το σκέπαζε το κρέας αυτό. Θα πιστέψεις ότι μέχρι το Πάσχα το κρέας δεν χαλούσε; Ήταν νοστιμότατο. Σφράγιζε με το λίπος και διατηρούνταν, ούτε να μυρίσει ούτε τίποτα. Έβγαζε από κει, έκανε φαγητό, τρώγαμε. Ήταν δε τόσο νόστιμο! Είχε το αλάτι το σχετικό, σκεπασμένο, κι ήτανε, δεν πάθαινε τίποτα. Ενώ κρατούσε και λουκάνικα, κάναμε και λουκάνικα. Τα κρατούσε τα λουκάνικα, αλλά στέγνωνανε, στέγνωνανε –δεν πάθαιναν κι εκείνα τίποτα–, χάνανε όλη τη γεύση, σαν να έτρωγες ξύλο μετά. Κράτησε και για το Πάσχα ένα λουκάνικο, κρεμασμένο κάπου εδώ, σε μια αποθήκη που είχαμε, το κράτησε μέσα. Πήραμε να το φάμε, γιατί ήταν ένας γείτονας, ήθελε το Πάσχα να βάλει στον λαιμό του αρνιού κι ένα λουκάνικο να ψηθεί. Τρομερά, αυτά δεν τα έχω γράψει, πρώτη φορά σ’ εσένα τα διηγούμαι. Αλλά όταν δοκιμάσαμε να φάμε, ήταν σαν να τρως ξύλο, δεν είχε καμία γεύση. Ίσως επειδή έφυγαν όλα τα υγρά και χάθηκαν μαζί και οι ουσίες. Έτρωγες ένα πράγμα, δηλαδή, τι να σου πω τώρα; Εσύ δεν έχεις φάει γαλέτα, εμείς φάγαμε γαλέτα στον στρατό. Είναι ένα είδος ψωμιού που δεν τρώγεται. Σαν να τρως, ξέρω ’γω, χαρτόνι, τέτοια γεύση έχει. Όπως τρως χαρτί, ήταν και η γαλέτα. Το ίδιο ήταν και το λουκάνικο αυτό. Το έκανα μία παρομοίωση τώρα, πιστεύω να ταιριάζει, κατάλαβες; Ναι.
Κάθε πότε τρώγατε κρέας;
Επί το πλείστον, τρώγαμε πολλά όσπρια. Καλλιεργούσε ο πατέρας μου, φυτεύαμε. Όταν μεγάλωσα εγώ, που ήμουν τώρα μικρός, σε αυτή την τάξη –σ’ αυτή την ηλικία την παιδική– σου μιλάω τώρα, γιατί τώρα είμαστε ακόμα πριν το ’60, σε μιλάω, φύτευε τρία στρέμματα ρεβίθια. Βγάζαμε, δηλαδή, τρία στρέμματα ρεβίθια, το λιγότερο πεντακόσια κιλά ρεβίθια. Γίνονταν ξερικά, δεν ήθελαν πότισμα. Το ρεβίθι δεν θέλει πότισμα. Το σπέρνεις την άνοιξη και το καλοκαίρι, πέρα, τον Ιούλιο τον μήνα γίνεται. Κατάλαβες; Την άνοιξη τα σπέρναμε. Συνήθως, εκεί, έλεγε ο πατέρας μου, πριν ή μετά του Ευαγγελισμού. Αρχές, τα μέσα Μάρτη σπέρνεται το ρεβίθι. Και φακές, ορισμένοι έσπερναν και φακές. Κι εμείς σπέρναμε, αλλά ήταν πολύ μπελαλίδικες, γιατί φύτρωναν και πολλά αγριόχορτα μέσα και δεν μπορούσαμε να τις καθαρίσουμε τις φακές. Μερικοί κάθονταν εκεί, λίγο λίγο, λίγο λίγο, να καθαρίσουν τα ζιζάνια όλα. Τι να καθαρίσεις τώρα; Αυτά ήταν μιλιούνια μέσα τα ζιζάνια. Τις έκλεινα τις φακές και χαλούσαν οι φακές. Ενώ τα ρεβίθια, επειδή ήταν η άνοιξη, δεν φύτρωναν μετά, γιατί πηγαίναμε προς το καλοκαίρι και δεν φύτρωναν τόσο ζιζάνια. Ενώ τώρα, ό,τι σπέρνεται το φθινόπωρο –οι φακές σπέρνονταν τώρα, μαζί με τα σιτηρά. Ό,τι σπέρνεται το φθινόπωρο, επειδή είναι πολλές οι βροχές και μετά πάει και η φύση αρχίζει και κυκλοφορεί, ζεσταίνονται όλα τα σπόρια και πετάγονται απάνω, γέμιζε ζιζάνια. Ενώ την άνοιξη δεν φυτρώνουν τόσα σπόρια, και ειδικά όταν το έδαφος… Αν, όμως, το έδαφος ποτιστεί, και τώρα φυτρώνουν, και την άνοιξη φυτρώνουν. Υπάρχουν πάντα σπόρια μες στο έδαφος. Άπειρα σπόρια. Δισεκατομμύρια. Εμείς, όμως, τα ρεβίθια δεν ποτιζόταν, με αποτέλεσμα να ήταν καθαρά. Φυτρώναν μόνο τα ρεβίθια. Το όργωνε ο πατέρας μου, το έριχνε με το [Δ.Α.], το σβάρνιζε και λίγο με τα ζώα και τα είχαμε. Φασόλια, και φασόλια τρώγαμε. Τα φασόλια και φτηνά ήταν κι αγόραζε απ’ τον μπακάλη τότε. Αν και απ’ τον μπακάλη σπανίως πήγαινε, συνήθως είχαμε εδώ, τα δικά μας. Αυτά ήταν, αυτή ήταν η διατροφή. Οι πίτες, πολλές πίτες. Πολλές πίτες. Δύο φορές την εβδομάδα τρώγαμε πίτα, τρεις φορές την εβδομάδα πίτα. Γαλατόπιτες, τυρόπιτες, σουσαμόπιτες, έκανε μπατζίνες, έκανε –τι να σου πω;– έκανε κολοκυθόπιτες, μετά, που είχαμε κολοκύθι και το καλοκαίρι, ναι. Πολλές πίτες. Κι όλοι, όχι μόνο εμείς, όλες οι οικογένειες εδώ, της επαρχίας, μ’ αυτά ζούσαμε.
Οπότε, μετά απ’ το Δημοτικό κι εσείς ασχοληθήκατε με τα γεωργικά επαγγέλματα.
Κατευθείαν, ναι. Εγώ διάβαζα, διάβαζα τότε, διάβαζα το «Ρομάντζο» πολύ, το περιοδικό, μου άρεσε πολύ, τότε κυκλοφορούσε. Και διάβαζα και βιβλιαράκια ορισμένα μικρά, έβλεπα κάτι… Άρχισε να κυκλοφορούν… Όταν μου έδινε ο πατέρας μου τίποτα, μάζευα χαρτζιλίκι να πάω να αγοράσω λεφτά –να πάω να αγοράσω βιβλία, συγγνώμη. Το χαρτζιλίκι μου δεν το χαλούσα. Δυο δραχμές, τρεις δραχμές, πέντε, και μάζεψα μια φορά τριάντα δραχμές και πήγα, αγόρασα δύο τόμους, είδα σ’ ένα βιβλιοπωλείο εδώ. Είχα μεγαλώσει λίγο ύστερα, όμως, τώρα, όταν το έκανα αυτό, γιατί είχα –όχι, δεν είχα πάει στρατιώτης ακόμα. Αγόρασα τους δύο τόμους, τους «Άθλιους» του Ουγκώ. Το αγόρασα, μάζεψα το χαρτζιλίκι όλο. Τους πουλούσε τριάντα δραχμές το βιβλιοπωλείο και πήγα και τους αγόρασα. Ήταν πολλά λεφτά τριάντα δραχμές τότε. Ψώνιζες στην οικογένεια για όλη τη βδομάδα. Έπαιρνες μακαρόνια, έπαιρνες απ’ τον μπακάλη σαπούνι, έπαιρνες λαδάκι… Με τριάντα δραχμές. Ήταν πολλά λεφτά. Ναι. Κι εγώ το μάζεψα όλο και πήρα και τους έχω ντύσει, τους έχω εκεί πάνω τώρα, τους έχω ντύσει Α’ και Β’, ναι. Είναι έκδοσης Δαρεμά, εκδόσεις Ρομάντζου. Έβγαζαν τότε, μια εποχή, έβγαζαν βιβλία. Λοιπόν, και τους διάβασα και τους δύο τόμους, δεν μπορούσα να τους διαβάσω, πολλά… Τους διάβασα όταν ήμουνα στον στρατό μετά, είχα ευχέρεια και τους πήρα και τους διάβασα. Και λέω, ήθελα να τους διαβάσω μια φορά ακόμα στη ζωή μου τώρα που μεγάλωσα. Τώρα δεν έχω χρόνο, γιατί ασχολούμαι με άλλα πράγματα. Τώρα να μην ξεφύγουμε απ’ την παιδική ηλικία ακόμα-
Ναι, αλλά-
Γιατί είμαστε εκεί.-
Μετά το Δημοτικό, εδώ έγινε κι ένας μεγάλος σεισμός, έτσι δεν είναι;
Ο σεισμός.
Μπορείτε να μου το περιγράψετε, αυτή την ημέρα; Πώς ήταν;-
Την ημέρα εκείνη –να σου πω για τον σεισμό. Την ημέρα εκείνη εγώ… Ήταν 30 Απριλίου του 1954. 30 Απριλίου, Παρασκευή μετά το Πάσχα. Είχαμε φάει το αρνί –ακόμα είχαμε αρνί βέβαια, ήμασταν… Το μεσημέρι δεν… Σηκώθηκα εγώ, πήγα να ξαπλώσω λίγο, δεν μ’ έπιανε ύπνος, γιατί νέος ήμουν τώρα, δεν σε κολλάει ύπνος. Σηκώθηκα, βγήκα έξω. Παίρνω το γαϊδουράκι, ο πατέρας μου με τη μάνα μου κοιμόταν, και με τον παππού και με τα αδέρφια μου εδώ, δεν με πήραν είδηση κανείς. Παίρνω το γαϊδουράκι και πήγα στα αμπέλια. Πήρα και μια κοσιά που είχαμε, για να κόψω χορτάρι για τις αγελάδες να έχουμε το βράδυ. Γιατί 30 Απριλίου είχε φουντώσει εδώ όλος ο κάμπος, άφθονο χορτάρι. Φύτρωνε πολύ χορτάρι. Δεν καλλιεργούνταν και ο τόπος, δεν ήταν τα μηχανήματα, ήταν πολύς τόπος ακαλλιέργητος, με αποτέλεσμα, όπου κοίταζες, χορτάρι. Πήγα εκεί πέρα και άρχισα να κόβω χορτάρι. Μεσημέρι ήταν, τρεις η ώρα. Και κρυφά απ’ τη μάνα μου, να μη με ρωτήσει: «Πού πας τώρα, όλο το μεσημέρι;» Άρχισα να κόβω και για μια στιγμή άκουσα ένα βουητό πρώτα. Προηγήθηκε ένα βουητό. Μυστήριο βουητό. Κοίταξα γύρω, τίποτα, λέω: «Πέρασε κανένα αεροπλάνο;» Τίποτα. Κι άρχισε να χορεύει η γης, Μαρία, τι να σου πω! Έλεγα: «Θ’ ανοίξει και θα με πάρει μέσα». Έπεφτα κάτω. Έβλεπα τα χορτάρια, τα στάρια εκεί πέρα που ήταν, να πηγαίνουν έτσι. Να ακούω βροντές, τα σπίτια, έπεφταν κεραμίδια, γκρεμισμένα. Ένα σύννεφο σκόνης απ’ όλα τα χωριά. Η ατμόσφαιρα πολύ καθαρή, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε κίνηση στους δρόμους, τίποτα. Ησυχία μεγάλη. Αν γινόταν, φώναζε ένας από δω να ακούσει ο άλλος τρία χιλιόμετρα μακριά. Δεν υπήρχαν άλλοι ήχοι, ούτε εμπόδιο. Και ήταν και η ατμόσφαιρα πολύ καθαρή τον Απρίλιο μήνα, ήσυχη μέρα. Ούρλιαζα, έκλαιγα. Παίρνω εκεί… Είχα κόψει λίγο, τα παράτησα όλα, και το χορτάρι εκεί, ήρθα εδώ τρέχοντας. Και το γαϊδουράκι το άφησα εκεί. Να δω τι έγινε, λέω: «Πάει, θα σκοτώθηκαν τώρα στο σπίτι». Έπεσαν από δω τα κεραμίδια όλα. Ο πατέρας μου πρόλαβε με τη μάνα μου, βγήκαν έξω. Και πήραν και τα αδέρφια μου, βγήκαν έξω. Ο παππούς έτρεξε και –ήταν κι ο παππούς εδώ– και ήμασταν πολύ τυχεροί, εδώ στο Παζαράκι δεν σκοτώθηκε κανένας τη μέρα εκείνη. Στους Σοφάδες θρηνήσανε, αν θυμάμαι καλά, δώδεκα, είχε δώδεκα θύματα. Δώδεκα θύματα [00:40:00]δίπλα. Ένας φαρμακοποιός, Ζουρνατζής –ο Γιώργης– μαζί με τη γυναίκα του σκοτώθηκε, και η υπηρέτρια. Δυο άλλα παιδάκια περνούσαν εκεί δίπλα, σ’ ένα στενό. Κι άλλα άτομα, δεν τα θυμάμαι τώρα. Πρέπει να σκοτώθηκαν ή οχτώ ή δώδεκα άνθρωποι στους Σοφάδες. Βέβαια.
Εσείς εδώ, όταν φτάσατε-
Ακολούθησαν μετά μετασεισμοί, δεν είναι αυτό μόνο. Μετά να χορεύει η γης μέρες ολόκληρες. Κάθε φορά που ήταν να γίνει δόνηση, τα ζώα το καταλάβαιναν πριν γίνει η δόνηση. Γάβγιζαν τα σκυλιά και βέλαζαν οι αγελάδες. Σου το λέω τώρα και ανατριχιάζω. Πώς αυτά είχαν αυτή τη –τι τώρα;– την προνόηση, αυτήν την προνοητικότητα και αντιλαμβάνονταν ότι θα γίνει σεισμική δόνηση. Ένα φοβερό! Και τις νύχτες που έκανε, πετάγονταν ο κόσμος έξω. Έκανε εδώ μπροστά στο οικόπεδο ο πατέρας μου μια παράγκα με τσίγκια. Πήρε, πήγε Σοφάδες, στον Ιατρού, πήρε τα ξύλα, πήρε τα τσίγκια. Αυτοί ήταν τότε, είχαν ξυλεία, Βασιλείου και Ιατρού, δυο μαγαζιά. Εμείς στον Ιατρού πηγαίναμε. Ήταν δυο αδέρφια αυτοί, ο Βαγγέλης και ο Άγγελος. Εκεί ψωνίζαμε. Έστησε μια παράγκα, στρώσαμε από κάτω χορτάρι στεγνό, πήγαμε ορισμένα κρεβάτια κι εκεί κοιμόμασταν όλοι. Όλο το καλοκαίρι. Ήρθε ο στρατός μετά εδώ, μας έφερε σκηνές. Αλλά στη σκηνή μέσα, τη βάλαμε εδώ στο οικόπεδο, μαζί με τον γείτονα εδώ, τον μπαρμπα-Μιχάλη τον Σουλτάτη, τον ξάδερφο εδώ του πατέρα μου, μια σκηνή. Πήγα εγώ λίγες ημέρες να κοιμηθώ μέσα, αλλά είχε τόση ζέστη το βράδυ μετά! Ζεσταίνονταν, αυτός ήταν χοντρός μουσαμάς. Ψηλή σκηνή, μεγάλη. Πόσο να σου πω; Πενήντα τετραγωνικά θα ήταν. Χωρούσε μέσα πολλά άτομα να κοιμηθούν. Αλλά είχε πολλή ζέστη. Μετά κοιμόμασταν έξω, μετά πήγαμε προς τη ζέστη, μπήκε ο Μάιος μετά. Έπεφτε δροσιά το βράδυ, κοιμόμασταν έξω. Σιγά σιγά. Κι όλο το φθινόπωρο, πήγαμε στην παράγκα και σιγά σιγά μπήκαμε μες στα σπίτια. Όλο το καλοκαίρι είχαμε σεισμικές δονήσεις. 4-5 Ρίχτερ, 6 Ρίχτερ έκανε. 6 Ρίχτερ είναι πολλά. Χορεύει ο τόπος όλος.
Θυμάστε όταν γινότανε οι μετασεισμοί, εσείς τι κάνατε τότε;
Τι να κάνουμε; Πετάγονταν όλοι έξω ο κόσμος απ’ τα σπίτια. «Γρήγορα έξω, πάρε τα παιδιά! Αρετή, πάρε τα παιδιά!» φώναζε ο πατέρας μου. «Να βγείτε έξω». Τρομερά. Ο σεισμός. Μετά τον σεισμό…
Μετά πώς τα φτιάξατε τα σπίτια σας;
Κάθε ένας επισκεύαζε μόνος του, όσο μπορούσε. Ήρθαν και μαστόροι, μέχρι και απ’ τη Μακεδονία ήρθαν μαστόροι. Εδώ είχε πολλή δουλειά, γιατί όλη η περιοχή ήταν για… ήθελε μερεμέτι. Άλλον χάλασε ένας τοίχος, άλλον χάλασε η σκεπή, άλλον γκρεμίστηκε το σπίτι ολόκληρο. Ήρθε και το κράτος, έκανε μερικές πυρήνες εδώ, που έλεγαν, δυο δωματίων, ένα χαμηλό σπιτάκι με τούβλα μεγάλα, με τουβλέτες και με… Έριχνε και κάνα σενάζ λίγο να δεθεί με τσιμέντο. Αλλά εμάς δεν μας εγκρίνανε για… Ήταν κάτι χήρες, κάτι άλλοι φτωχοί πολύ… Λοιπόν, αυτούς φτιάξανε. Φτιάξανε καμιά εικοσαριά σπίτια εδώ στο χωριό. Έτσι έγινε σε όλα τα χωριά. Και στους Σοφάδες και σε άλλα χωριά.
Μετά τον σεισμό, εγώ ήμουν στην εφηβεία ύστερα, ήμουνα δεκατρία-δεκατέσσερα χρονών ακόμα. Άρχισα σιγά σιγά να ψάχνομαι κι εγώ για τα υπαρξιακά μου. Ο αδερφός μου τώρα, ο Θύμιος, ο μεγαλύτερος –τώρα μένει στη Χαλκίδα, καλή του ώρα. Συνταξιούχος κι αυτός, έφτασε, έγινε διευθυντής στην τράπεζα την Αγροτική, η γυναίκα του δασκάλα. Πήγαινε στο Γυμνάσιο τότε, Α’ Γυμνασίου, Β’, κι αγόραζε την εφημερίδα τον «Ταχυδρόμο», τον εβδομαδιαίο, του Χρήστου Λαμπράκη. Το συγκρότημα «Λαμπράκη» εκείνη την εποχή έβγαζε τρεις εφημερίδες. Έβγαζε «ΤΑ ΝΕΑ», «ΤΟ ΒΗΜΑ» και τον εβδομαδιαίο «Ταχυδρόμο». Ναι. Και τον έφερε αυτός και –οι άλλες οι δυο, «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ», κυκλοφορούσαν κάθε μέρα. Ο «Ταχυδρόμος» κυκλοφορούσε κάθε Σάββατο, ερχόταν εδώ, σ’ εμάς. Τον έπαιρνε ο αδερφός μου, είχε διάφορα μέσα θέματα. Τον έπαιρνα εγώ, ήμουν αυτό, ήθελα να διαβάσω, να διαβάζω ό,τι έβρισκα. Και αργότερα, ύστερα, προκήρυξαν έναν διαγωνισμό. Έγραφε: «Για τους νέους της εποχής». Ο διαγωνισμός, αν θυμάμαι καλά –θα σ’ το πω επί λέξει τώρα: «Είναι ένα επάγγελμα που γοητεύει τους νέους και πολλοί είναι εκείνοι που ονειρεύονται να τον ακολουθήσουν. Σας δίνουμε σήμερα την ευκαιρία να δοκιμάσετε τις ικανότητές σας με ένα γεγονός που να συνέβη στην πόλη, στον δρόμο ή στο χωριό και που σας έκανε εντύπωση». Εγώ το κατάλαβα, λοιπόν, αυτό, ό,τι τι ακριβώς ζητούσαν. Ναι, ναι, να ολοκληρώσω: «Ο πρώτος που θα έρθει στο… Που θα έχει το καλύτερο κείμενο, θα έρθει καλεσμένος να επισκεφτεί τις εγκαταστάσεις μας, στην Αθήνα». Λέω εγώ: «Τι να γράψω, τι να γράψω;» Είχε προηγηθεί εκείνη την άνοιξη, είχε πέσει ένα αεροπλάνο εδώ πέρα, στο χωριό, έξω απ’ το χωριό. Έκανε εδώ κάτι… γύριζε περίεργα εδώ στο χωριό γύρω και έπεσε έξω, στην περιφέρεια. Ευτυχώς, δεν έπεσε στο χωριό μέσα και δεν χτύπησε κανένας. Σκοτώθηκε ο αεροπόρος. Εμείς το βλέπαμε τώρα, τρέξαμε όλο το χωριό, τα χωριά εκεί δίπλα και τα λοιπά. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Είδαμε και τον αεροπόρο. Εγώ λέω: «Δεν κάνω ένα τώρα, να στείλω ένα, να γράψω για το αεροπλάνο που έπεσε». Άρχισα εκεί, το ’κανα. Ούτε το δούλεψα καθόλου. Το έγραψα: «Ήμαν με το φίλο μου τον… ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο. Βλέπω, είδαμε το αεροπλάνο» –τι γράφω μέσα. «Εκεί, ξαφνικά, ακούσαμε μια βουή. Έστριψε από δω, έστριψε από κει, έπεσε κάτω». Έκανα μια περιγραφή, όπως μου ήρθε. Την έστειλα στον διαγωνισμό κι εγώ, στην Αθήνα –Χρήστου Λαδά 3, Αθήνα ήτανε η διεύθυνση. Μετά από ενάμιση μήνα-δύο, μες στο καλοκαίρι, έρχεται εδώ πέρα μια μέρα –πήγα εγώ να μάσω τις αγελάδες και είχα δύο ξαδέρφια που ερχόταν κάθε καλοκαίρι εδώ. Από έναν τον αδερφό της μητέρας μου –το γράφω στο βιβλίο μου–, τον Νίκο τον Κουκουβάνη. Ήταν υπολοχαγός στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού και τον πιάσαν οι Γερμανοί μετά στην Αθήνα, γιατί πήγε στο αντάρτικο απάνω, και τον σκοτώσανε, τον ξαφανίσανε, δεν μάθαμε τι έγινε, τίποτα. Και η θεία μου αυτή, η Ηλέκτρα, μαζί με τα ξαδέρφια μου αυτά, οι οποίοι ήταν συνομήλικοι μ’ εμένα –ο ένας ήταν περίπου οχτώ-εννιά μήνες μεγαλύτερος κι ο άλλος έξι-εφτά μήνες μικρότερος. Ήταν γεννημένοι αμέσως, κοντά κοντά τους έκανε η θεία μου. Και ερχόταν κάθε καλοκαίρι μετά. Όταν ήρθαν εδώ κι είδαν το χωριό αυτοί, μαγεύτηκαν, απ’ την Αθήνα τώρα… Δεν έλειπαν, όλα τα καλοκαίρια εδώ. Έρχονταν τρέχοντας αυτός κι έκανε έτσι –ο Νίκος, ο πιο μικρός: «Τρέξε, τρέξε!» μου λέει. Λέω: «Τι έχει τώρα;» «Διάβασε», μου λέει. «Τι είναι;» Κοιτάω εγώ, τηλεγράφημα. Διαβάζω: «Ήλθες πρώτος στον διαγωνισμό δημοσιογραφίας. Στείλε αμέσως φωτογραφία. Χρήστος Λαμπράκης, διευθυντής “Ταχυδρόμου”». Έπεσα απ’ τα σύννεφα. Λοιπόν, άρχισαν εδώ διάφοροι, τώρα, να λένε: «Δεν το έγραψε αυτός, τώρα. Άλλοι θα το ’γραψαν, μεγαλύτεροι». Εν πάση περιπτώσει, δεν με πείραξε. Τώρα, τόσο οι άνθρωποι καταλάβαιναν, τόσο έλεγαν. Δεν με πείραξε εμένα. Άλλοι ζήλεψαν, ξέρεις τώρα, σου λέει: «Πώς το έγραψε αυτός, τώρα, κι ήρθε και πρώτος;» Ναι. Μετά είχε, κυκλοφόρησε η εφημερίδα, μου έστειλαν δύο φύλλα εφημερίδες εδώ. Χαρές εγώ εδώ, όλοι, και τα αδέρφια μου χάρηκαν και οι γονείς μου. Έστειλαν μετά από λίγο και γράμμα, μία συντάκτης, η Λένα Σαββίδη. Η συγχωρεμένη πέθανε, τώρα τελευταία πέθανε, μέχρι τώρα ζούσε, τα τελευταία χρόνια. Αυτή ήταν αδερφή του Χρήστου Λαμπράκη. Την είχε ένας Σαββίδης και τότε οι γυναίκες, εκείνα τα χρόνια ακόμα, έπαιρναν το όνομα του άντρα. Στα δικά μας συνεχίζεται ακόμα. Τώρα οι γυναίκες κρατάνε το όνομα το πατρικό –και πολύ σωστά κάνουν. Λοιπόν, ήτανε η Λένα Σαββίδη, έστειλαν και επιστολή στον πατέρα μου. Νομίζω ότι σου την έδειξα. Ναι. Και το κείμενο όλο μετά, με τις φωτογραφίες, μου έστειλαν δύο «Ταχυδρόμους». Με κάλεσαν, πήγα στην Αθήνα. Πέρασα υπέροχα στην Αθήνα, δεν χωράει αμφιβολία. Εγώ πρώτη φορά πήγαινα στην Αθήνα, τώρα, δεκατέσσερα χρονών, πήγαινα στα δεκαπέντε. Με πήγαν εκεί, πρώτο βράδυ θέατρο. Είδα την «Ωραία των Αθηνών». Βέβαια. Με τον Αυλωνίτη, με τη Γεωργία Βασιλειάδου κι άλλοι, τσούρμο, ηθοποιοί εκεί πέρα. Επιθεώρηση ήταν. Αλλά πολύ ωραία επιθεώρηση, μέσα σε φώτα, με κουστούμια εκεί, με φώτα. Εγώ τρελάθηκα. Πρώτη φορά έβλεπα τέτοια πράγματα. Τώρα, γυναίκες εκεί, να χορεύουν, να κάνουν, τι να σου πω τώρα! Θέαμα υπέροχο για μένα. Τη δεύτερη βραδιά, με πήγαν μετά… Είχα δύο εισιτήρια –ναι, δύο εισιτήρια είχαμε– με πήγαν στο… Εγώ με τον ξάδερφό μου τον μεγάλον, αυτός που είναι στην Αμερική τώρα, τον Τάκη. Είπαν αυτοί να με αναλάβουν [00:50:00]δύο συντάκτες, αλλά επειδή με ρώτησαν πού θα μένω, γιατί αυτοί ήταν διατεθειμένοι να με πληρώσουν και τα ξενοδοχεία δυο-τρεις μέρες που θα έμενα εκεί, και τα φαγητά, όλα, αφού ήμαν καλεσμένος δικός τους. Μετά μου τα ’δωσαν λεφτά αυτά, μου τα ’δωσαν λίγα… τρία-τέσσερα κατοστάρικα, πέντε, πόσο ήταν, θυμάμαι, μου δώσαν τώρα εκεί, για το ξενοδοχείο. Γιατί θα έμενα στον ξάδερφό μου, είχε σπίτι στα Σεπόλια ο ξάδερφός μου, στην Αθήνα. Έμενα εκεί μετά, στη θεία μου και… Αφού κι αυτή ερχόταν εδώ, είχαμε δικό μας σπίτι. Μου τα ’δωσαν τα λεφτά. Με πήγανε και είδαμε το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη. Του ’χε ανεβάσει τότε αυτό, αυτή τη θεατρική παράσταση, βρε Μαρία… Τι να σου πω; Τον ξέχασα τώρα. Άρχισε και η μνήμη μου να μη με βοηθάει. Έπαιζαν οι ηθοποιοί…
Ο Κουν;
Ε;
Ο Κουν;
Όχι ο Κουν. Ο Μάνος Κατράκης. Ο αείμνηστος Μάνος Κατράκης. Με ένα επιτελείο ηθοποιών, τι να σου πω τώρα! Έπαιζαν τους ρόλους τόσο τέλεια, σε υπαίθριο χώρο, σ’ ένα λόφο στο Πεδίον του Άρεως, σωστά διαμορφωμένος, το 1956. Και πήγα, είδα αυτή την παράσταση. Αυτή η παράσταση τότε με επηρέασε πάρα πολύ. Έβλεπα τους Σαρακηνούς, είχε μια ομάδα, αυτοί, όπως γράφει αυτός στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», οι πεινασμένοι, που πήγαν εκεί να… Που ήρθαν μες στη φτώχεια και την ταλαιπωρία και πήγαν σ’ ένα γόνιμο χωριό, όπως λέει ο Καζαντζάκης, εκεί πέρα, να μείνουν και δεν τους ήθελαν. Τους θεωρούσαν ψωριάρηδες, τους θεωρούσαν αρρώστους. Ήταν ο παπα-Φώτης με τον άλλον τον παπά, απ’ το πλούσιο το χωριό και ορισμένοι άνθρωποι ήθελαν να τους βοηθήσουν, άλλοι έλεγαν όχι. Για μια στιγμή, κι εγώ που έβλεπα την παράσταση τώρα, είχα κλονιστεί τόσο πολύ. Η παιδική μου ψύχη νόμιζε ότι ζούσα κι εγώ μέσα εκεί –θα πιστέψεις τώρα; Λίγα δευτερόλεπτα, λίγα λεπτά ίσως, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερα πού είμαι. Λέω: «Γιατί τώρα μαλώνουν; Τι γίνεται; Να πάω κι εγώ εκεί να βοηθήσω», έλεγα. Κατάλαβες; Τόσο πολύ είχα επηρεαστεί. Κι από τότε, ο Καζαντζάκης, τον έχω εδώ πέρα. Ναι, με όλα του τα βιβλία. Λοιπόν, αυτά για την επιτυχία μου στο… Θα σου τα δώσω αυτά, να τα φωτοτυπήσεις άμα θέλεις. Είναι και το αυτό που δημοσιεύτηκε. Μετά τι παθαίνω; Μετά έγινα φίρμα. Μου έστειλαν γράμματα απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος. Μ’ έστειλαν, λάβαινα εδώ «Συγχαρητήρια», «Μπράβο σας», ξέρω ’γω.
Εκεί, στη βράβευση, τη θυμάστε αυτή τη μέρα, αυτή μέσα στη βράβευση πώς ήταν;
Η μέρα, η μέρα… Η χαρά μου ήταν που δημοσιεύτηκε εδώ, που είδα το όνομά μου και τη φωτογραφία μου. Εδώ, ναι. Που είδα το όνομά μου και… Με έδιναν στους Σοφάδες συγχαρητήρια εκεί, όσοι… Βέβαια. Άλλοι με έγραφαν από μακριά, που διάβαζαν την εφημερίδα. Βέβαια, βέβαια. Ήτανε, ήτανε απίστευτο για την ηλικία μου και για τις γνώσεις που είχα, να μην κρυβόμαστε τώρα. Ήμουνα ένα παιδάκι που διάβασα δέκα περιοδικά και πέντε-έξι βιβλία και έκανα ένα ρεπορτάζ, το οποίο ήταν τέλειο, ακριβώς ό,τι ζητούσαν αυτοί. Ήταν καλογραμμένο, έγραφε: «Ο διαγωνισμός είχε μεγάλη επιτυχία και οι αξιόλογες απαντήσεις ήσαν πολλές. Πρώτος έρχεται ο Δημήτριος Σουλτάτης, με λίγα λόγια, πολύ ζωντανά, χωρίς περιττές φλυαρίες. Δίδει την περιγραφή του δυστυχήματος και, σαν καλός ρεπόρτερ, δεν βάζει δικά του σχόλια». Κι είχε μετά το κείμενο το δικό μου. Φοβερό. Κατάλαβες;
Ακολούθησαν μετά… Μετά διάβαζα και ήθελα να πάω στο Γυμνάσιο μετά. Ένας γείτονας εδώ με παρακάλεσε να πάω στο Γυμνάσιο, καλή του –όχι καλή του ώρα, Θεός σχωρέσ’ τον, πέθανε. «Κορόιδο, είσαι κορόιδο», μου έλεγε, «Να πας στο Γυμνάσιο». «Α, ρε», του λέω εγώ, «πού να πάω στο Γυμνάσιο εγώ τώρα;» «Δεν μεγάλωσες; Πόσο είσαι; Δεκαπέντε χρονών; Να πας στο Γυμνάσιο». «Δεν πάω στο Γυμνάσιο», του έλεγα εγώ. Εν πάση περιπτώσει, αυτός είπε δυο-τρεις φορές. Ο πατέρας μου, όμως, μετά το Δημοτικό, τον χειμώνα –το καλοκαίρι είχαμε δουλειές στα χωράφια, στα καπνά– με έστελνε στα πρόβατα. Κάθε χειμώνα. Τον χειμώνα δεν είχαν δουλειές στα χωράφια. Στα πρόβατα. Να μην πληρώνουμε τσοπάνη. Το καλοκαίρι πληρώναμε έναν. Τα σμίγαμε, κάναμε ένα μεγάλο κοπάδι με άλλους δυο-τρεις κτηνοτρόφους, που είχαν κι εκείνοι από πενήντα, από εκατό, κάναμε ένα κοπάδι μεγάλο, τριακόσια-τετρακόσια πρόβατα, βάζαμε όλοι μαζί έναν τσομπάνη, τον ταΐζαμε με τη σειρά, τον πληρώναμε όλοι μαζί. Τον χειμώνα, όμως, γιατί να… Αφού κι εγώ καθόμουνα, έτσι κι αλλιώς Τι να κάνω; Να πηγαίνω στο καφενείο εδώ πέρα; Τον χειμώνα –το βράδυ πήγαινα βέβαια, και άλλα παιδάκια μαζευόμασταν εκεί. Είχε δυο καφενεία το χωριό μου τότε. Στο ένα ήταν οι μεγάλοι, στο άλλο οι πιτσιρικάδες, εμείς, οι πιο νέοι. Πήγαινα. Τον χειμώνα τι να κάνω; Κι εκεί όμως, στο χωράφι –στα πρόβατα– εγώ έπαιρνα και διάβαζα. Ή θα πάρω… Πετούσε εδώ το λεωφορείο μια εφημερίδα για την κοινότητα στον δρόμο, την άρπαζα εγώ να τη διαβάσω. «Θεσσαλική Ηχώ», εδώ, της Καρδίτσας. Την πετούσε εδώ για την κοινότητα, την έπαιρνα εγώ. Πολλές φορές τη διάβαζα. Περιοδικά, «Ρομάντζο» –επί το πλείστον «Ρομάντζο» διάβαζα. Και έπαιρνα και κάνα βιβλιαράκι μικρό που έβρισκα. Όλη τη μέρα διάβαζα. Αλλά όταν πήγαινα τα πρόβατα και ήμουν μόνος. Όταν ήταν κι άλλοι εκεί κοντά, δεν με άφηναν να διαβάσω. Ήθελαν κουβέντα, άλλα πράγματα. Άλλοι παίζανε χαρτιά εκεί, στα χορτάρια, στα χόρτα πάνω. Λοιπόν, και περνούσε η ώρα μας, κατάλαβες; Μετά, έναν χειμώνα στα πρόβατα, δεύτερο χειμώνα στα πρόβατα, τρίτο χειμώνα, τέταρτο χειμώνα, επαναστάτησα. Του λέω: «Πατέρα, δεν πάω στα πρόβατα». «Γιατί;» μου λέει. «Δεν πάω στα πρόβατα», του λέω, «θα πάω σχολείο». «Τι λες, ρε;» μου λέει, «Είσαι με τα καλά σου», μου λέει, «τώρα, θα πας στο σχολείο;» «Θα πάω στο Γυμνάσιο». «Τι Γυμνάσιο θα πας; Τώρα είσαι δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονών». «Θα πάω στο Γυμνάσιο». Αφού είδε ότι κι εγώ δεν έκανα πίσω μετά, του λέω: «Δεν πάω στα πρόβατα». Μετά άρχισε, έβαλε τσομπάνη τον χειμώνα. Βάζαμε τσομπάνη τον χειμώνα. Τον είχαμε εδώ στο σπίτι όλο τον χειμώνα, ένα παιδάκι φτωχό από άλλο χωριό. Το ταΐζαμε εδώ, πήγαινε μια φορά την εβδομάδα στη μάνα του και στον πατέρα του κι αυτό. Λοιπόν, εγώ τώρα. Πήγα στα πρόβατα –πήγα στο Γυμνάσιο. Πήγα στο Γυμνάσιο. Πού να πάω τώρα; Στο δημόσιο ντρεπόμουνα. Τα παιδιά της ηλικίας μου ήταν ΣΤ’ Γυμνασίου, τελειώναν το Γυμνάσιο. Εγώ θα ξεκινούσα απ’ την Α’ με τους άλλους τους πιτσιρικάδες; Είχε δημιουργηθεί ένα ιδιωτικό εδώ. Πήγα, γράφτηκα στο ιδιωτικό. Τελείωσα μια χρονιά, δεύτερη χρονιά. Μετά έκανα τα χαρτιά, πήγα στην Αεροπορία και με την προϋπόθεση να συνεχίσω και το Γυμνάσιο. Μπόρεσα, άλλες δυο τάξεις τελείωσα στη Λάρισα. Ήρθα εδώ πέρα, στην Καρδίτσα μετά, πήγα κι εδώ μια τάξη. Αλλά η οικογένεια, τα παιδιά μεγάλωσαν, τα αδέρφια μου μεγάλωσαν όλα. Έξοδα είχαμε πολλά στο σπίτι. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να δουλέψει. Αναγκάστηκα, σιγά, σιγά, σιγά, το σκέφτηκα, τα ζύγισα από δω, από κει. Όταν απολύθηκα απ’ την Αεροπορία –συγγνώμη–, από κει ήρθα πάλι στο χωριό. Το επιθύμησα πολύ το χωριό, γιατί το στερήθηκα δυόμισι χρόνια στην Αεροπορία. Εκεί πέρα δεν πέρασα καλά, στην Αεροπορία. Για ποιον λόγο; Γιατί είπα ότι ασχολιόμουν με δημοσιογραφικά και με τέτοια και με έβαλε ένας αξιωματικός εκεί και έγινα αρχειοθέτης. Δούλευα στο λογιστήριο της Αεροπορίας. Εγώ μαθημένος τώρα από γραφείο κι από καρέκλα δεν ήμουνα. Εγώ ήμουνα άνθρωπος να τρέχω όλη τη μέρα. Και να είσαι τώρα είκοσι χρονών και να σε βάλουν να καθίσεις στην καρέκλα απ’ τις εφτά ως τις δύο; Τρελάθηκα! Μούδιαζα ολόκληρος. Ένιωσα παραλυσία. Κατάλαβες; Ήμουν άνθρωπος που πετούσα. Κατάλαβες; Είχα τόση ενέργεια, νέος τώρα, τόση ενέργεια… Πώς θα καθίσω εκεί; Αλλά σιγά, σιγά, σιγά, συνήθισα, τι να κάνω; Έναν χειμώνα. Το καλό είναι ότι έκλεινε το γραφείο, πήγαινα το απόγευμα και διάβαζα. Ή πήγαινα Νυχτερινό Γυμνάσιο, με πολλές απουσίες. Εκεί θα μπορούσα να τελειώσω το Γυμνάσιο χωρίς να… να πάω ένα μήνα μόνο τον χρόνο και να τελειώσω το Γυμνάσιο. Δεν μετρούσαν οι απουσίες στο Νυχτερινό, γιατί όλα τα παιδιά, όλοι οι άνθρωποι ήταν εργαζόμενοι. Εκεί βρήκα και μεγαλύτερα παιδιά από μένα, πήγαιναν Β’ και Γ’ Γυμνασίου, κατάλαβες; Στο Νυχτερινό. Ήταν εκεί, στον Άγιο Νικόλαο, στη Λάρισα το Νυχτερινό. Πρώτα ήταν απάνω στο Φρούριο και την άλλη τη χρονιά πήγαμε στον Άγιο Νικόλαο, σ’ ένα άλλο σχολείο εκεί. Τη μέρα ήταν Ημερήσιο μάλλον και το βράδυ ήταν Νυχτερινό. Εκεί [01:00:00]διάβαζα τα απογεύματα στο γραφείο μου, στο λογιστήριο απάνω της Αεροπορίας. Τι έχω διαβάσει και τι έχω γράψει εκεί… Άρχισα να αλληλογραφώ και με μια κοπέλα εκεί μετά, η οποία ήταν… Έκανα σχέση με την κοπέλα αυτή και τελευταία χρονιά πέρασα μια ζωή πολύ υπέροχη. Ναι. Καίτοι ήταν δεσμευμένη η καημένη, αλλά έμεινε αυτό στάμπα και… Είχα αλληλογραφία πριν και με πολλές κοπέλες. Τότε δεν είχαμε άλλον τρόπο να συναντηθούν, να συναντηθούν οι νέοι. Πού να συναντηθούμε; Κι ήταν και τα ήθη και τα έθιμα πιο αυστηρά, πολύ πιο αυστηρά απ’ ό,τι είναι σήμερα και ήταν, αλληλογραφία είχαμε. Απ’ όλες τις αλληλογραφίες, μία κράτησε δυο χρόνια, την οποία τη συνάντησα, μια κοπέλα από την Καβάλα. Καλή της ώρα άμα ζει. Συναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη μια φορά. Έφυγα εγώ σκαστός εδώ, απ’ το σπίτι, πήγα, τη συνάντησα μια μέρα που ήταν η Έκθεση, είχαν κατέβει κι αυτοί εκδρομή και τη συνάντησα μια μέρα, την Ελευθερία, το όνομά της ήτανε. Καλή κοπελίτσα ήταν, μικρή κι αυτή σαν κι εμένα. Και γυρίσαμε εκεί πέρα, στη Θεσσαλονίκη. Φιληθήκαμε το βράδυ και χωρίσαμε. Αυτό ήταν όλο. Μετά από… διέκοψε αλληλογραφία, μετά τη συνάντησή μου.-
Πώς τις βρίσκατε τις κοπέλες;
Πώς είπες;
Πώς τη βρήκατε;
Πώς τη συνάντησα τώρα. Αυτή μου λέει: «Εγώ θα φοράω αυτά τα ρούχα». Εγώ τη λέω: «Θα κρατάω ένα βιβλίο». Της είχα πάρει από δω ένα αυτό, να κρατάω ένα βιβλίο στο χέρι. Λέω: «Για να το ’χω κύκλο μαζεμένο, για να με καταλάβεις. Είμαι τέτοιος, είμαι…» Την είχα στείλει, όμως, και φωτογραφία, κι αυτή με έστειλε φωτογραφίες της. Ναι. Και την έχω φωτογραφίες ακόμα. Τι έγινε μετά όμως; Μου στέλνει ένα γράμμα… Α, άργησε να μου στείλει και την πήρα τηλέφωνο. Εκεί τότε τα τηλέφωνα, πού να σε… Δεν μπόρεσα να πάω. Την ειδοποίησε ο ΟΤΕ να πάει να μιλήσει. Πήγε αργότερα αυτή, δεν άνοιγαν οι γραμμές, εδώ εμένα, το γραφείο εδώ της κοινότητας. Και μου έστειλε ένα γράμμα και μου είπε –ο πατέρας της είχε πεθάνει, δεν είχε πατέρα, μάνα είχε και μια αδερφή– μου είπε: «Ο πατέρας μου… Ένας φίλος του πατέρα μου με αρραβώνιασε με τον γιο του. Εύχομαι κι εσύ να βρεις το παντοτινό σου ταίρι και γρήγορα». Αυτά, λίγα, μια λακωνική επιστολή. Δεν κατάλαβα, τώρα, γιατί ακριβώς έγινε αυτό. Σκεφτόμουνα χρόνια ολόκληρα. Ενώ έδειχνε, μ’ έγραφε κάτι ερωτικά γράμματα –άμα δεις, τα ’χω πάνω, να τα δούμε– συγκλονιστικά. Και μετά, ύστερα… Και σκέπτομαι, τώρα, τι μπορεί να έγινε. Τώρα, τα τελευταία χρόνια το βρήκα. Εγώ τότε, μετά το ’50, μετά τον εμφύλιο, στα χωριά μάς είχαν δώσει όπλα. Ήταν μια, σαν παραστρατιωτική οργάνωση, και ορισμένοι νέοι του χωριού, τους δώσανε όπλα. Είχα κι εγώ ένα όπλο. Αυτό λεγόταν ΤΕΑ, Τάγμα Εθνοφυλακής Αμύνης. Τώρα, αυτά κάνει να σ’ τα λέω; Θα σ’ τα πω τώρα. Και είχαμε ένα προσόν που ήμασταν στο Τάγμα, να έχουμε αλληλογραφία χωρίς να πληρώνουμε γραμματόσημο, με τη σφραγίδα του Τάγματος. Πήγαινε ένας εδώ, που είχαμε εδώ υπεύθυνο, με σφράγισε πενήντα φάκελα, «Είναι πολλά». Λέω: «Έχω αλληλογραφία εγώ με πολλές κοπέλες», του λέω.
Πού τις βρίσκατε; Πώς τις βρίσκατε τις κοπέλες;
Τις κοπέλες. Τότε δημοσιεύαμε στο «Ρομάντζο» ότι ζητάμε αλληλογραφία με νέους. Με νέες και νέους, ηλικία, ξέρω ’γω, δεκαπέντε με δεκαοχτώ χρονών. Μου στέλναν γράμματα απ’ την Κρήτη, απ’ την Καβάλα, απ’ τη Θεσσαλονίκη, απ’ την Κατερίνη, απ’ το Κιλκίς. Απ’ τα νησιά, απ’ τη Μύρινα Λήμνου έχω πάρει. Τι να σου πω τώρα; Κι άλλες μου έστελναν και τις φωτογραφίες οι κοπέλες. Τελικά, μ’ αυτή απ’ την Καβάλα, μ’ αυτή κράτησα αλληλογραφία πολλά χρόνια. Ώσπου και συναντηθήκαμε και μετά. Και λέω, μήπως αυτοί οι άνθρωποι ήτανε αριστεροί και είδαν και σου λένε: «Αυτός είναι τώρα πωρωμένος, είναι φασίστας». Γιατί με ρώτησε μια φορά: «Είσαι στην Αεροπορία;» Γιατί έγραφα εγώ απ’ έξω: «Οπλίτης ΤΕΑ. Οπλίτης ΤΕΑ, Δημήτριος Σουλτάτης, Μεγάλο Παζαράκι, Σοφάδες Καρδίτσας». Ούτε γραμματόσημο ούτε τίποτα. Αυτή μπορεί να το ’ψαξε και σου λέει: «Τι είναι αυτός; Είναι παραστρατιωτικός. Άραγε είναι φασίστας». Αυτή μπορεί να ήταν αριστερή, γιατί εκεί πάνω είναι πολλοί αριστεροί. Αυτοί όλοι, οι οποίοι είναι απ’ τον Πόντο, οι περισσότεροι είναι αριστεροί –έχω, το έχω ψάξει– άνθρωποι. Δεν θέλω, βέβαια, να τους… Και μπράβο τους που είναι αριστεροί. Και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος και χωρίς να με πει τίποτα, μ’ έστειλε αυτό το γράμμα και πλέον μου ζητούσε τα πράγματά της να της στείλω πίσω. Ήταν μοδίστρα και κεντήστρα εκείνα τα χρόνια. Ναι, μ’ είχε στείλει ένα αυτό –το είχα μέχρι τώρα, το είχε η Ευτυχία εδώ, αλλά το πέταξε, εδώ το είχαμε–, ένα ωραίο σεμεδάκι, πώς το λένε, κεντημένο με το χέρι όλο. Ναι. Αυτά. Και τελείωσε κι αυτή η σχέση. Βέβαια.
Τώρα να πάω μετά, παραπέρα, να προχωρήσω; Μετά ξεκίνησα δειλά-δειλά να γράψω. Να γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Το ξεκίνησα τώρα, μεγάλος πλέον, όταν η κόρη μου ήταν στη Ρουμανία, σπούδαζε –αυτή που είναι γιατρός– και πήγα και κάθισα δέκα μέρες. Πήρα εγώ ένα τετράδιο, είχα στο μυαλό μου όμως και ξεκίνησα να γράψω μ’ ένα πρόσωπο που είναι αυτού, ο Αριστείδης. Ένας τέτοιος άνθρωπος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που ήρθε κι έμεινε εδώ πέρα τριάντα χρόνια, στο χωριό μας, μου έκανε εντύπωση αυτό το πράγμα. Και σιγά σιγά, έπλεξα και την ιστορία του χωριού μου μέσα σ’ αυτό μετά και το έκανα και έδεσε καλύτερα, το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο δέχτηκε, δέχτηκα πολλές καλές κριτικές. Ότι είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο, τώρα, που δεν είναι των πολλών γραμμάτων. Έναν άνθρωπο, έναν αγρότη, που σπούδασε απ’ το πανεπιστήμιο της φύσης, όπως είπε τελευταία ο καθηγητής μου, τώρα, που τα διόρθωσε όλα μετά, ο… Βέβαια. Μεγάλο πράγμα. Έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο. Μετά πήρα θάρρος, ξεκίνησα να γράψω, έγραφα και κάνα ποίημα πότε πότε, έτσι, μου άρεσε λίγο η ποίηση, τα ποιήματα τα ωραία, αυτά, τα ερωτικά, αυτά που έχουν για τη φύση, με συγκινούσαν πάρα πολύ. Έγραψα και λίγα ποιήματα, είχα κι άλλα, μετά έφτιαξα κι άλλο. Στο διάλειμμα δε τώρα, εκείνο εκεί, επειδή άργησε το «Ένας έρωτας ταξιδεύει στον χρόνο», μου έφαγε πολλά χρόνια, τελειώνω, βγάζω τα ποιήματα. Τα δείχνω τον Κατοίκο, μ’ λέει: «Καλά είναι, αλλά στο… Αυτό», μου λέει, «με τις ομοιοκαταληξίες, δεν τα πας τόσο καλά», μου λέει. «Στον ελεύθερο στίχο», μου λέει, «είσαι τέλειος. Θα γράφεις ελεύθερο στίχο», μου λέει. Και είχε δίκιο, το διαπίστωσα κι εγώ μετά. Κι όλα αυτά που γράφω, που το έχω γράψει τώρα με ελεύθερο στίχο, είναι πολύ καλά. Το έβγαλα κι αυτό το βιβλιαράκι στο διάστημα και σιγά σιγά ύστερα έβγαλα και το τρίτο μου βιβλίο. Τώρα, τα τελευταία χρόνια, έβγαλα και το τέταρτο βιβλίο μου.
Ναι.
Ναι. Έχω βγάλει «Το Μικρό και το Μεγάλο Παζαράκι» και δύο εκδόσεις, το πρώτο εξαντλήθηκε. Αν έχω και κανένα πάνω θα σε δείξω την πρώτη την έκδοση, δεν ξέρω αν σ’ την έχω δείξει. Είναι πρόχειρο. Το φτάνω λίγο… Για πάρ’ το προς τα δω αυτό λίγο να σου το δείξω. Την πρώτη έκδοση την έχω, την έχω, την έχω, πού την έχω; Προχθές το είδα. Τέλος πάντων. Έχει εξαντληθεί τώρα. Κράτησα λίγα εγώ, πολύ λίγα. Δεν το βλέπω τώρα. Δεν πειράζει. Η δεύτερη έκδοση, υπάρχουν αρκετά. Έχω δώσει και στα βιβλιοπωλεία της Καρδίτσας. Όχι, δεν είναι αυτό. Λοιπόν, δεν πειράζει. Κάπου το έχω.
Βέβαια-
Και τη δεύτερη έκδοση και τώρα κάτι έβαλα στο μυαλό μου να συνεχίσω κι άλλο. Όταν έχω διάθεση, πάω κάτω στο εξοχικό μου και γράφω. Λοιπόν.
Στο μεταξύ, απ’ την εποχή που ήσασταν νέος μέχρι εκεί που ξεκινήσατε να γράφετε, με τι ασχοληθήκατε αυτό το διάστημα; Από την εποχή της Αεροπορίας μέχρι την εποχή που αρχίσατε να γράφετε.
Διάβαζα αυτό το διάστημα. Διάβαζα και έγραφα και στον τοπικό τύπο θέματα, αγροτικά κυρίως. Ήμουνα τακτικός εδώ, στις εφημερίδες της Καρδίτσας. Ό,τι στραβό έβλεπα δεν μου άρεσε. Ό,τι άδικο έβλεπα δεν μου άρεσε. Το καυτηρίαζα. Και μου είπανε μετά: «Γιατί τώρα δεν γράφεις; Γιατί βγήκε το ΠΑΣΟΚ και δεν [01:10:00]γράφεις; Ήσαν με το ΠΑΣΟΚ;» Ήμουνα με το ΠΑΣΟΚ, δεν το αρνούμαι, χρόνια ολόκληρα, βέβαια. Και στέλεχος και ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ έχω ακόμα. Και τώρα θα πάω να ψηφίσω, την Κυριακή. Εδώ, στους Σοφάδες, θα έρθει, βέβαια, που έχουν ψηφοφορία το ΚΙΝΑΛ τώρα, να το κάνουν πάλι ΠΑΣΟΚ. Και μπράβο τους αν τα καταφέρουν να το κάνουν. Λέω: «Δεν γράφω, γιατί τώρα ασχολούμαι με άλλα πράγματα. Γράφω λογοτεχνία τώρα», τους είπα. «Σταμάτησα με τα αγροτικά θέματα». Έγραψα χρόνια ολόκληρα. Κάθε τόσο καυτηρίαζα. Τι κοστολόγιο έχει το στάρι έχω βγάλει, τι κοστολόγιο έχει το βαμπάκι. Ασχολήθηκα με τέτοια, με ανώτερα πράγματα. Ό,τι στραβό έβλεπα, το ’λεγα. «Δεν μπορείτε να κοροϊδεύετε». Πουλούσαμε δύο –εγώ ξεκίνησα από μικρός και πουλούσαμε δύο δραχμές το κιλό στάρι. Τι να βγάλεις με δύο δραχμές στάρι; Δεν έβγαινε ούτε την καλλιέργεια που κάναμε. Χρόνια ολόκληρα. Μετά πήγε πέντε δραχμές, μετά πήγε δέκα, μετά πήγε… Τώρα τελευταία, ύστερα, απ’ το ’80 και μετά έπιασε κάποια τιμή, ας πούμε, καλή. Πενήντα δραχμές πήγε ύστερα. Απ’ το ’80 και μετά. Πήραμε και κάτι επιδοτήσεις, άλλαξαν οι συνθήκες της γεωργίας λίγο, κατάλαβες; Πήραμε μηχανήματα μετά, ήρθαν τα μηχανήματα. Βέβαια. Απ’ τους πρώτους που αγόρασα και τρακτέρ μετά κι εγώ, εδώ στο χωριό ήταν. Απ’ τους πρώτους. Τρίτος ήμουνα στη σειρά. Τώρα έχουν όλοι, είχαν, μετά πήραν πενήντα τρακτέρ, ξέρω ’γω. Βέβαια.
Και αυτό το διάστημα, οπότε, ασχοληθήκατε με τη γεωργία, ασχοληθήκατε με τη συγγραφή άρθρων. Τι άλλο κάνατε, μέχρι πριν ξεκινήσετε να γράφετε λογοτεχνία;
Ήταν κι άλλα ενδιαφέροντα. Τα πρώτα χρόνια πήγαινα κυνήγι, ήμουνα και κυνηγός. Πήγαινα για ψάρεμα. Τι να σου πω τώρα; Ήταν τα ποτάμια καθαρά, Μαρία. Είχε τόση καραβίδα! Εδώ, ένα ποτάμι, είχε τόσες καραβίδες ωραίες και ήταν –διεπίστωσα, το ’ψαξα – αυτές ήταν αστακοκαραβίδες. Είχανε μια ουρά είκοσι πόντους. Το τι νόστιμες ήταν, δεν περιγράφεται. Είχε κεφαλόπουλα, την άνοιξη ερχότανε ψάρια, ανηφόριζαν απ’ τον Πηνειό με τις πλημμύρες και γέμιζαν τα δικά μας τα ποτάμια εδώ ψάρια. Ήταν καθαρά τα νερά, πεντακάθαρα. Δεν ήταν τα φυτοφάρμακα ακόμα. Αυτό γινόταν τη δεκαετία του ’60, του ’70 και του ’80 θα έλεγα. Μέχρι τώρα εγώ έπιανα ψάρια. Έχω πιάσει τώρα, πριν από δύο χρόνια, κεφαλόπουλο ενάμισι κιλό, τέτοιο κεφαλόπουλο. Είχε κρατήσει εδώ η γυναίκα μου στον καταψύκτη ακόμα, αν έρθει η κόρη μου ποτέ να το κάνουμε με κρεμμυδάκια, όπως το έκανε η μακαρίτισσα η μάνα μου, παλιά, με κρεμμυδάκια στον φούρνο και με σταφίδες. Τι να φας; Γλύκισμα φαγητό! Ασχολούμαι και με τέτοια. Και με το κυνήγι και με το ψάρεμα. Βέβαια. Στην Ελασσόνα πήγαινα τότε, πολλά χρόνια, τον χειμώνα πήγαινα και στην Ελασσόνα, γιατί ήταν ο αδερφός μου προϊστάμενος εκεί πέρα, στην Αγροτική Τράπεζα. Ήταν δύο χρόνια στην Ελασσόνα. Πήγαινα και στην Ελασσόνα, πηγαίναμε εκεί στα βουνά, είχε σκυλί αυτός, για να βρούμε λαγό, βρίσκαμε και κάνα λαγό πότε πότε. Βέβαια.
Κάνατε και ταξίδια αυτό το διάστημα; Κάνατε ταξίδια;
Α, τα ταξίδια, τα ταξίδια! Δεν σου είπα τώρα, βέβαια. Κάναμε και ταξίδια.
Ποιο ήταν το πιο έντονο, αυτό που σας έμεινε περισσότερο το ταξίδι;
Πολλά μου έμειναν. Όλα τα ταξίδια ήταν ωραία που κάναμε. Τα κάναμε με γκρουπ. Ξεκινήσαμε, πρώτα πρώτα, πήγαμε στην Κρήτη. Στην Κρήτη, όχι πήγαμε μόνο ταξίδι στην Κρήτη –μετά πήγαμε στην Ιταλία. Στην Κρήτη που πήγαμε, πήγαμε με γκρουπ, εδώ, του Μορφωτικού Συλλόγου Σοφάδων. Και πήγαμε, περάσαμε και το φαράγγι της Σαμαριάς με περιπέτεια. Είδαμε πολλά αξιοθέατα στην Κρήτη, έχει πολλά. Ξεκινήσαμε απ’ τα Χανιά. Πήγαμε στο νεκροταφείο, στο Μάλεμε, εκεί, των Γερμανών. Πήγαμε στο… Είδαμε τους τάφους των Βενιζέλων. Και το φαράγγι της Σαμαριάς ήταν μαρτυρικό, γιατί ήταν πολύ ανώμαλο το έδαφος. Κι εμείς δεν ήμασταν μαθημένοι από ανώμαλο έδαφος και ταλαιπωρηθήκαμε, όντως. Στραμπούληξε κι η γυναίκα μου το πόδι της, τη βοήθησα κι αυτή, την έπαιρνα λίγο λίγο, την κρατούσα, για να φτάσουμε στο τέρμα. Τέλος πάντων, την άλλη τη μέρα πήγαμε στο Ηράκλειο. Μείναμε στο «El Greco» το ξενοδοχείο, το θυμάμαι. Ωραίο ξενοδοχείο. Και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, εγώ ήθελα να πάμε στον τάφο του Καζαντζάκη. Εκεί τους έβγαλα λόγο. Τους είπα: «Θα σας πω ένα κομμάτι απ’ το “Αναφορά στον Γκρέκο”». Θα το πω και τώρα λίγο, δεν το θυμάμαι καλά. «Παππού αγαπημένε, τα μαύρα μαλλιά άσπρισαν, τα μελίγγια βούλιαξαν και τα μάτια θάμπωσαν. Έτρεξε το δοξάρι –στα χέρια του Θεού; Στα χέρια του δαιμόνου; Δεν μπόρεσα να καταλάβω. Μα χαίρουμουν. Χαίρουμουν, γιατί ένιωθα μέσα μου μια σαΐτα να με αρματώνει και να ρίχνει. Όλα τα κορμιά είναι τίμια, γιατί απ’ όλα τα κορμιά μπορείς να κάμεις δοξάρι. Όμοια, κι όλα τα ξύλα –όλα τα ξύλα είναι τίμια, γιατί απ’ όλα τα ξύλα μπορείς να κάμεις σταυρό. Όλη μου τη ζωή ήμουνα δοξάρι σε ανήλια και αχόρταγα χέρια και πόσες φορές τέντωσαν τα αόρατα χέρια, τέντωσαν, παρατέντωσαν το δοξάρι και το άκουγα να τρίζει να σπάσει. “Ας σπάσει”, έλεγα. Μ’ είχες μαθές προστάξει, παππού, να διαλέξω. Διάλεξα. Διάλεξα και τώρα αχνίζει το δειλινό πάνω στους λόφους. Μεγάλωσαν οι ίσκιοι και γέμισε ο αγέρας πεθαμένους. Η μάχη σκολάζει. Νίκησα; Νικήθηκα; Τούτο μονάχα ξέρω. Είμαι γεμάτος πληγές και στέκομαι όρθιος. Γεμάτος πληγές, όλες στο στήθος. Έκανα ό,τι μπόρεσα, παππού. Περισσότερο κι απ’ ό,τι μπόρεσα, καθώς με το παράγγελνες. Και τώρα που τέλεψε η μάχη, έρχομαι να ξαπλώσω δίπλα σου, να γίνω χώμα δίπλα σου και να περιμένουμε και οι δυο μαζί τη Δευτέρα Παρουσία. Φιλώ τον ώμο τον δεξό, φιλώ τον ώμο τον ζερβό. Παππού, καλώς σε βρήκα!» Νίκος Καζαντζάκης. Χειροκροτήματα το γκρουπ όλο εκεί, τι να σου πω!
Πραγματικά, πολύ όμορφο.
Ε; Δεν σου άρεσε; Βέβαια, βέβαια.
Οπότε-
Αυτός ο άνθρωπος, Μαρία, δεν ξέρω, η γλώσσα του, η γραφή του, εμένα με συγκλόνισε. Ναι, βέβαια. Δεν είναι τυχαίο που έχουν γραφεί –έχουν μεταφραστεί– σε σαράντα πέντε γλώσσες του κόσμου τα βιβλία του. Βέβαια. Αν διαβάσεις τον «Φτωχούλη του Θεού». Λοιπόν, πάντα ήτανε, ασχολήθηκε πολύ και με τη θρησκεία. Τελικά, τι είναι αυτό τώρα, η θρησκεία; Είναι θρησκεία; Είναι Θεός; Υπάρχει Θεός; Κι αν υπάρχει Θεός, γιατί να υπάρχει αυτή η αδικία στον κόσμο; Γιατί να υπάρχουν οι αρρώστιες; Τις στέλνει ο Θεός; Δηλαδή, λογικά πράγματα. Να βάλεις τη λογική τώρα. Γιατί αφήνεις τον άλλον, είκοσι χρονών τώρα γυναίκα και είναι άρρωστη; Και ο νέος, είκοσι χρονών και είναι άρρωστος; Γιατί να υπάρχουν πόλεμοι; Να μεσολαβήσεις εσύ και να μην υπάρχουν ούτε πόλεμοι. Τι Θεός; Είσαι υπερδύναμη. Πάνω απ’ όλα. Επιτρέπεται να σκοτώνει άλλος τον άνθρωπο; Γιατί να τον σκοτώσει; Αφού είμαστε περαστικοί και ένα διάστημα μικρό ζούμε και μετά εξαφανιζόμαστε. Δεν θα ξαναζήσουμε. Δεν είναι έτσι; Εγώ… Βέβαια. Εγώ γράφω ότι στην αιωνιότητα η ζωή μας είναι ένα δευτερόλεπτο. Ήλθον, είδον και απήλθον. Ασχολήθηκα και με τα εκκλησιαστικά. Έψελνα και στην εκκλησία. Είδα εκεί μέσα φιλοσοφία, είδα εκεί μέσα λογοτεχνία. Κατάλαβες; Βέβαια. «Έν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Τι λέει αυτό; Λέει ότι: «Ένα ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα», στο τέλος. Το ίδιο λέει κι ο Καζαντζάκης. Βέβαια. Δεν ξέρω. Εγώ προβληματίστηκα. Τώρα διάβασα Αριστοτέλη, διάβασα τον Λουκρήτιο τον φιλόσοφο. Αυτά. Πολλές γνώσεις δεν έχω και για τα αρχαία, γιατί δεν έκανα Αρχαία εγώ στο σχολείο, τι Αρχαία; Α’, Β’ Γυμνασίου, τώρα, Γ’; Όλο με απουσίες και… Ό,τι απέκτησα, τ’ απέκτησα που τα διάβαζα μόνος μου. Ναι.
Όταν αρχίσατε να γράφετε, πώς έγινε αυτό, πώς ξεκίνησε ξανά[01:20:00] η επιθυμία σας;
Είχα πάθος. Από μικρός ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αλήθεια σου το λέω. Ναι, ήθελα να γίνω συγγραφέας, από μικρός. Έλεγα: «Πώς τα γράφουν αυτοί, τώρα, τα βιβλία αυτά; Τόσο ωραία πράγματα, τόσο συγκινητικά πράγματα». Διάβαζα βιβλία και συγκινούμουν κι έκλαιγα κι εγώ. Κάτι ρομάντζα που έχω διαβάσει, τώρα, τι να σου πω; Κάτι αξέχαστα βιβλία, Λαμαρτίνο… Κι άλλα, του Μωρουά, κάτι μικρά βιβλία. Κι άλλα, που δεν θυμάμαι, που διάβαζα και στη βιβλιοθήκη. Α, στη βιβλιοθήκη, πήγαινα και στη βιβλιοθήκη της Λάρισας, δεν σου το ’πα αυτό. Τα απογεύματα εγώ, όταν δεν πήγαινα σχολείο, πήγαινα εκεί και κλεινόμουνα και διάβαζα με τις ώρες. Ναι, βέβαια. Κι ακόμα θέλω να διαβάζω. Και τώρα δεν με βοηθάνε και τα μάτια μου, άρχισα να… Άμα πάρω ένα βιβλίο τώρα μεγάλο, κουράζονται τα μάτια μου. Θέλω να πάω τώρα πάλι να μου αλλάξουν τα γυαλιά. Βέβαια. Άμα διαβάσω δυο-τρεις ώρες συνέχεια, ειδικά το αριστερό μου το μάτι, δακρύζει τώρα. Θα πάω στον οφθαλμίατρο να δούμε τι γίνεται.
Όταν γράφετε, πώς αισθάνεστε; Πού ήσαστε και πώς αισθάνεστε, συνήθως;
Πώς αισθάνομαι όταν γράφω. Όταν γράφω είμαι μέσα στο γεγονός αυτό. Το ζω το γεγονός. Ειλικρινά σου μιλάω. Ναι, βέβαια. Είτε είναι περιπέτεια είτε είναι θυμός είτε είναι έρωτας είτε είναι οτιδήποτε άλλο. Βέβαια. Όταν κάνω ένα διήγημα, θέλω να το κάνω να αρέσει σ’ εμένα πολύ. Αν δεν αρέσει σ’ εμένα, το απορρίπτω. Αυτό τώρα, που έστειλα προχθές στην «Άρνη», το πέρασα τρεις φορές. Και πάλι είπα την κοπέλα: «Σβήσε αυτές τις δύο προτάσεις, δεν τις θέλω». Έγραφα σ’ ένα σημείο –θα σου πω ποια πρόταση έσβησε τώρα, τη θυμάμαι: «Εγώ γι’ αυτό το κείμενο ξενύχτησα ένα βράδυ». Και σκέφτηκα ότι αυτό δεν ενδιαφέρει τον αναγνώστη, τι έκανα εγώ, αν ξενύχτησα κι αν κουράστηκα. Τον αναγνώστη τον ενδιαφέρει να δει το τέλος. Να είναι ένα τέλος ωραίο, να του αρέσει. Ή θα είναι πικρό ή θα είναι καλό, να αρέσει στον αναγνώστη. Αυτό. Τώρα, αν ξενύχτισα εγώ κι αν κουράστηκα δεν τον νοιάζει. Το σκέφτηκα μετά. Και είπα: «Θα το σβήσω αυτή την πρόταση». Λέω: «Αγγελική, θα σβήσεις αυτή την πρόταση». «Ναι», μου λέει, «ποια;» «Έτσι, εκεί, θα τη συνεχίσεις», λέω, «δένει με την άλλη, με το όλο μαζί. Θα το σβήσεις αυτό». Βέβαια.
Συνήθως, όταν γράφετε πού πηγαίνετε;
Επί το πλείστον, πηγαίνω στο εξοχικό. Γράφω κι εδώ στο γραφείο καμιά φορά. Αλλά εδώ πάντα έρχονται τα εγγονάκια, από το άλλο το σπίτι μέσα εδώ έρχονται, τηλέφωνα παίρνουν. Πάω, όταν πάω εγώ εκεί, κλείνω και το τηλέφωνό μου το κινητό. Δυο, τρεις, πέντε ώρες. Πολλές φορές έρχομαι το βράδυ. Όταν έγραφα το μυθιστόρημα, ερχόμουνα το βράδυ. Έφευγα από έντεκα η ώρα κι ερχόμουν τέτοια ώρα, οχτώ-εννιά η ώρα, δέκα η ώρα. Έπαιρνε τηλέφωνο: «Θα ’ρθεις καμιά φορά; Έπαθες τίποτα;» μου έλεγε η Ευτυχία, θα μ’ έπαιρνε τηλέφωνο μετά. «Άντε, θα ’ρθω εγώ, να τελειώσω». Κι άμα ήταν κάνα καλό και ήθελα να το… Και ήταν η… Γράφεται, πρώτα γράφεται μέσα στο μυαλό. Το κείμενο γράφεται μες στο μυαλό πρώτα. Ναι. Και μετά…
Τι σας εμπνέει σε όλο αυτό κάθε φορά;
Με εμπνέουν πολλά πράγματα. Μια εικόνα, μια θύμηση παλιά μου εμπνέει, η φύση μου εμπνέει, κατάλαβες; Μια λεπτομέρεια μπορεί να με εμπνέει. Βέβαια. Μια μέρα έξω στα χωράφια είδα ένα περιστατικό. Τα γεράκια, οι αετοί, αυτοί που είναι στα βουνά, σπανίζουν. Καμιά φορά έρχονται και στον κάμπο, όταν έχει τροφή, όταν έχει πολλά ποντίκια, έρχονται κι εδώ στον κάμπο. Και μια μέρα, περπατώντας εκεί, σ’ ένα χωράφι, είδα έναν τέτοιο αετό σκοτωμένο κάτω από κάτι σύρματα, εκεί, της ΔΕΗ. Λέω: «Ποιος κυνηγός ηλίθιος» –είχε αρχίσει και το κυνήγι– «Ποιος κυνηγός ηλίθιος σκότωσε αυτόν τον αετό τώρα; Τι τον πείραζε ο αετός;» Πάω κοντά, σκύβω και τι βλέπω; Βλέπω, το πόδι του το ένα ήταν μαζεμένο έτσι. Και είχε ένα νερόφιδο ένα μέτρο. Το είχε σκοτωμένο και το νερόφιδο, σκοτωμένος κι αυτός. Το είχε μαγκωμένο έτσι, απ’ το κεφάλι το νεροφίδι, για να το φάει. Ανέβηκε απάνω στα σύρματα ο αετός και ακούμπησε και τις τρεις γραμμές. Το φίδι είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού. Και έπαθε ηλεκτροπληξία και το φίδι, το οποίο το είχε σκοτώσει βέβαια ο αετός, αλλά κρέμονταν όμως στο πόδι του, που το είχε μαγκώσει εκεί, κατάλαβες; Ακούμπησε κι έπαθε ηλεκτροπληξία αυτομάτως και σκοτώθηκε ο αετός. Και λέω: «Να τι έγινε». Ήθελα να το στείλω, να το φωτογραφίσω για να το στείλω στην εφημερίδα στην Αθήνα. Αλλά πάλι, δεν είχα ούτε φωτογραφική μηχανή. Πήγα την άλλη μέρα μετά, είχε και ζέστη, βρόμισε το πτώμα του αετού, δεν έκανα, έφυγα. Λοιπόν, αυτά τα πράγματα όλα, είναι συναρπαστικά πράγματα της φύσης, κατάλαβες; Δηλαδή, μπορεί να συμβεί το πιο απίθανο στη φύση έξω. Βέβαια. Έχω δει κεραυνό να πέφτει δίπλα μου. Όταν λέμε δίπλα μου, πενήντα-εκατό μέτρα και κάηκε το βαμπάκι, το οποίο ήταν Μάιος μήνας και ήταν τα φυτά είκοσι-τριάντα εκατοστά τόσα, όσα είναι η μπότα η δική σου που φοράς περίπου. Λοιπόν, και έκανε ένα αλώνι, όπως στήνουμε μια σκηνή. Την άλλη τη μέρα ήταν καμένο εκεί, τα φυτά όλα, καμένα. Αυτά είναι συγκλονιστικά πράγματα. Βέβαια τώρα. Έχω δει κι άλλες φορές, ναι, τέτοια πράγματα. Παλιά εδώ πέρα ήτανε, η γη ήταν πολύ, ήταν λίγο άγρια, υπήρχαν πολλά φίδια. Αλλά ήταν άκακα φίδια. Κι εγώ από μικρός ήμουνα πολύ ψύχραιμος και τα σκότωνα, δεν ήξερα. Μετά ευαισθητοποιήθηκα πολύ και τώρα σκέφτομαι, δεν θέλω να… Του λέω: «Άντε φύγε, ρε, φύγε από κει», του λέω. Το φωνάζω το φίδι και φεύγει. Άμα ακούει τη φωνή, φεύγει το φίδι. Κι όταν φύγει, λέει, από κει πέρα, δεν σκέπτεται να ξαναπάει, γιατί θυμάται. Γύρω εκεί περιφέρεται, γιατί έχει κι αυτό μία έκταση, όπως και οι γάτες. Εκεί γύρω περιφέρεται. Αλλά φεύγει μετά, δεν τσιμπάνε. Λαφιάτες έχουμε πιο πολύ και δεντρογαλιές. Οι δεντρογαλιές τρώνε αυγά, ανεβαίνουν και στις φωλιές απ’ τα πουλιά, τρώνε αυγά οι δεντρογαλιές. Οι λαφιάτες τρώνε ποντίκια, τρώνε άλλα πράγματα. Δηλαδή είναι ωφέλιμες, υπάρχει μια ισορροπία στη φύση. Αυτή είναι ισορροπία. Άμα σκοτώσεις ένα φίδι, κι άλλος κι άλλος κι άλλος και… Στο τέλος θα μας φάνε τα ποντίκια, ξέρω ’γω. Θα υπερισχύσει η άλλη η ομάδα. Τώρα τα ’χει έτσι υπολογισμένα η φύση και… Να ζούνε όλα.
Οπότε, η φύση αυτή που ζείτε κάθε μέρα, βγαίνει και μέσα απ’ τα βιβλία σας.
Ναι. Έτσι μπράβο, όπως το είπες. Βέβαια. Γι’ αυτό έγραψε ο καθηγητής μου ότι: «Αυτός σπούδασε στο πανεπιστήμιο της φύσης». Ναι. Αν εξερευνήσεις τώρα, είναι κι ένας μικρόκοσμος ολόκληρος η φύση. Να δεις εκεί πέρα τι γίνεται τώρα! Να δεις τι έντομα υπάρχουν. Να δεις τι αυγά γεννάει ένα έντομο. Τώρα ασχοληθήκαμε, γιατί τώρα κάνουμε καταπολέμηση στο βαμπάκι, ψεκάζει ο γιος μου. Εγώ του λέω: «Μην ψεκάζεις τη μέρα. Κυκλοφορούν και τα ωφέλιμα την ημέρα». Και πηγαίνει τη νύχτα. Τώρα έχει σύγχρονα μηχανήματα. Συνδέεται πάνω με τον δορυφόρο, ας είναι και νύχτα, και ψεκάζει ακριβώς την έκταση που πρέπει, πού πρέπει να γυρίσει. Έχει οθόνη απάνω στο τρακτέρ και του δείχνει ποιο μέρος ψέκασε, ποιο είναι αψέκαστο. Τέτοια πράγματα εμείς δεν είχαμε τότε. Πολλή τεχνολογία. Εγώ δεν μπορώ τώρα αυτά να τα οδηγήσω, δεν μπορώ αυτά τα μηχανήματα να τα οδηγήσω τώρα. Εγώ έμαθα με τα συμβατικά, τα άλλα. Πατάς το πόδι, βάζεις την ταχύτητα, ξέρω ’γω. Αυτά δεν έχουν, αυτά έχουν κουμπιά απάνω τώρα. Έχει δύο τρακτέρ τέτοια τώρα, σύγχρονα. Δεν μπορώ να τα οδηγήσω. Και σ’ αυτά έχει και το ψεκαστικό απάνω, αυτό που ψεκάζουμε τις καλλιέργειες. Βέβαια.
Οπότε, η φύση είναι η μια μεγάλη έμπνευσή σας. Κι η άλλη μου είπατε πριν ότι ήτανε γεγονότα που ζήσατε, άνθρωποι που είδατε στο χωριό, αλλού στη ζωή σας. Έναν άνθρωπο, έτσι, που μπορεί να τον θυμάστε και που να σας ενέπνευσε πολύ, ποιος μπορεί να ήταν;
Που με ενέπνευσε πολύ. Ο Αριστείδης, αυτός ο καημένος με ενέπνευσε πάρα πολύ. Αυτός. Ναι, ναι, ναι. Αυτός, ο οποίος έζησε εδώ πέρα και εγώ πήγαινα πολλές φορές και τον έκανα κουβέντα. Και δεν μπορούσα να καταλάβω τελικά τι ακριβώς, τι έλεγε. Άλλαζε τα λόγια του.
Μπορείτε να μου τον περιγράψετε τον Αριστείδη πώς ήτανε;
Πώς δεν μπορώ; Ο Αριστείδης είχε μανία με τα στρατιωτικά ρούχα. Φορούσε παλιά ρούχα επί το πλείστον. Ήταν αξύριστος[01:30:00] τότε, τη δεκαετία του ’50, που έκανε εδώ εμφάνιση. Αρχές του ’50 δεν ήταν κανένας άντρας αξύριστος. Αυτός ήταν με μια γενειάδα μέχρι εδώ, κάπνιζε πολύ τσιγάρο, έτρωγε ό,τι –ευγενέστατος στα φερσίματά του! Ευγενέστατος! Τίποτα. Ό,τι τον έδινες, άμα του άρεσε το ’παιρνε. Ένα ξύλο να ανάψει φωτιά, λίγο φαγητό άμα του έλεγες, «Αριστείδη», του έλεγε μια γυναίκα, «Έλα, έχουμε λίγα μακαρόνια να σου δώσω». Άμα δεν τα ήθελε, πότε τα ’παιρνε, πότε δεν τα ’παιρνε –άμα δεν τα ήθελε. Ήταν μανιώδης στα ψάρια. Ναι. Κοιμόταν εκεί έξω, στο χώμα, απάνω στο χώμα τα καλοκαίρια. Πήγαινα εγώ και τον έβλεπα εκεί. Κοντά προς το… πού είναι στα φανάρια τώρα, εδώ, στη… Εκεί είχε το… ένα τσαντουράκι που είχε. Είχε πρώτα ένα φτιάξει με χόρτα και πήρε –με βάλτο– και πήρε φωτιά, κάηκε. Μετά έκανε δεύτερο. Πήγε στα Φάρσαλα, μόνος του. Δούλευε εδώ, όποιος τον έδωνε ένα πενηντάρι, ένα κατοστάρικο τότε, πενήντα-εκατό δραχμές, τα ’παιρνε. Και άμα δεν είχες, τον έλεγες: «Αριστείδη, δεν έχω τώρα, άλλη φορά». «Άντε, δεν πειράζει», έλεγε, έφευγε. Τον έδινες ένα πιάτο φαγητό, το έτρωγε. Ό,τι δουλειά ήθελες την έκανε. Επί το πλείστον, μαστορική. Ναι, σοβάτιζε, έχτιζε, έκανε μερεμέτια άλλα, διόρθωνε τα κεραμίδια. Έναν είχαμε τότε, μετά τον σεισμό ειδικά, όλα τα σπίτια τον θέλαμε, όλα τα σπίτια. Σ’ όλα τα σπίτια δούλεψε εδώ. Ήταν εξήντα σπίτια στο χωριό μας, σε όλα τα σπίτια δούλεψε. Δεν υπήρχε σπίτι. Έζησε εδώ απ’ το ’54 που εμφανίστηκε μέχρι το ’80 που πέθανε. Πόσα χρόνια είναι; Τριάντα χρόνια σχεδόν. Βέβαια, ναι.
Θυμάστε καμία συζήτηση μαζί του;
Θυμάμαι μια φορά που πήγα πίσω εδώ, σ’ ένα δέντρο που ήτανε και είχε ένα βιβλίο χοντρό, πολύ χοντρό. Ήταν κάτω –ήταν καλοκαίρι– κάτω ξαπλωμένος και το κοίταζε. Και κοιτάζω εγώ, είχε κάτι γράμματα, ούτε για εβραϊκά έμοιαζαν ούτε για αιγυπτιακά. Σαν –τι να σου πω, τώρα, ήταν; Όπως είναι αυτά τα βυζαντινά. Κάπως έτσι ήταν περίπου. Ενωμένα, λέξεις, γράμματα μεγάλα. Του λέω: «Τι είναι αυτά εδώ πέρα; Θα μου πεις;» λέω. «Ποια;» μου λέει. «Αυτή τη σελίδα που έχει μπροστά». Μου λέει: «Αυτά είναι τα κεραμίδια που έφτιαξα στον Γκανάτσιο». Παίρνω εγώ, γυρίζω [Δ.Α.]: «Αυτό εδώ πέρα;» «Αυτά είναι τα νεροχύτια του Σακκά», με λέει, «του Θανάση». Παναγία, βοήθα! Τρίτο φύλλο, γυρίζω. «Ετούτα εδώ», λέω, «ποια είναι;» «Αυτά εδώ», μου λέει, «ρε συ, είναι του Δίκου τα κεραμίδια». Για όλα, όλα τέτοια γράμματα, δικά του. Ήξερε όλες, ήτανε τριάντα σελίδες. Αυτό το βιβλίο κάηκε με την πρώτη πυρκαγιά που πήρε φωτιά εδώ, το καλύβι του. Αυτό θα ήταν ένα κειμήλιο να το πήγαινα, κάπου, ήθελα να δούμε τι γράμματα ήταν αυτά τελικά. Αρμένης ήταν, τώρα; Δεν ξέρω, οι Αρμένιοι έχουνε γραφή δική τους;
Ναι, έχουν.
Γιατί, ξέρεις, καμιά φορά άμα θύμωνε, έλεγε: «Μη μου κάνεις εμένα τον Αρμένη». Και λέω εγώ, μήπως ήταν απ’ την Αρμενία; Αυτή η Αρμενία ήταν ένα κράτος πιο πάνω απ’ την Τουρκία; Κάπου εκεί δεν ήταν; Ναι. Αυτός ήταν, αυτός ο άνθρωπος ήταν το ερέθισμα να ξεκινήσω να γράψω το πρώτο βιβλίο. Αλήθεια σου το λέω. Και ξεκίνησα από κει και πιάστηκα μετά με τη λογοτεχνία. Είχα, βέβαια, και τη λόξα να γίνω μια μέρα συγγραφέας. Ήθελα πολύ να γίνω συγγραφέας. Βέβαια.
Όταν τελειώσατε το βιβλίο σας και το είδατε να εκδίδεται, πώς ήταν αυτή η μέρα;
Η μέρα, η μέρα αυτή! Θα σου πω και για μια μέρα ακόμα συγκλονιστική. Η μέρα αυτή, όταν το πήρα και το έφερα εδώ, μου έβγαλε, πήγα σ’ ένα τυπογραφείο, μου έβγαλε χίλια αντίτυπα. Τα φόρτωσα μετά βίας, τα γέμισα. Γέμισα το αυτοκίνητό μου και στο πορτμπαγκάζ και τα πίσω τα καθίσματα. Το ’φερα εδώ, κατεβάζαμε εδώ σειρές. Πού τα πήγαμε… σ’ ένα δωμάτιο εδώ πέρα, κλείσαμε μισό δωμάτιο. Α, τα πήρε μες στην κρεβατοκάμαρα. Δίπλα εκεί που κοιμόμασταν με τη γυναίκα μου, την Ευτυχία, τα ’βαλα δίπλα εκεί, ήθελα εκεί να τα βλέπω. Τα είχα εκεί… Άρχισα, βγήκα εδώ, στο αυτό, μου δίναν άνθρωποι εδώ, λέει: «Ξόδεψε ο Δημήτρης», «Έλα, μωρέ», λέω, «δεν πειράζει». «Πόσο κάνει;» Τους είπα, λέω: «Έχει κοστολόγιο, παιδιά. Δέκα δραχμές –δέκα ευρώ– το βιβλίο» –το ευρώ ήταν τώρα. Το κυκλοφόρησα. Άλλοι μου έδωναν, τα άλλα άφηνα εκεί, «Όποιος θέλει», λέω, «να το πληρώσει. Και να μην το πληρώσει», λέω, «δεν πειράζει». Τέλος πάντων, οι χωριανοί, μπορώ να πω, όλοι το πλήρωσαν. Δεν έχω παράπονο. Μετά δώρισα και όπου ήβρισκα. Παράδειγμα, γνώριζα εσένα, σ’ έδωνα κι ένα βιβλίο, «Γράφω» και λοιπά, «πάρε κι ένα βιβλίο». Άλλοι μ’ έδωναν λεφτά, άλλοι δεν μου έδωναν. Δεν ήμουνα και τόσο παραδόπιστος, δεν… Γιατί μετά το βιβλίο είναι άλλο, δεν είναι… Είναι πνευματικό έργο, με είπε μετά και ο Κατοίκος: «Κι είναι καλά», μου λέει, «να μην παίρνεις λεφτά. Τώρα, άμα θέλει κανένας να σε δίνει, εντάξει». Βέβαια. Και η δεύτερη μέρα που με συγκλόνισε πολύ απ’ όλο το λογοτεχνικό αυτό, τώρα, αυτό… Η ιστορία είναι η εξής. Όταν έγραψα, κυκλοφόρησα και το τρίτο βιβλίο –είχα μάθει στην Αθήνα, γιατί παρέλειψα να σου πω τόση ώρα ότι γνώρισα και τον Θάνο τον Αθανασόπουλο, έναν Σοφαδίτη εδώ πέρα, ο οποίος ήταν πολιτικός επιστήμονας, δούλευε στον ΟΤΕ ο άνθρωπος κι έβγαζε ένα, κυκλοφορούσε ένα βιβλίο, ένα περιοδικό στην Αθήνα. Έβγαινε… κι αυτά έβγαιναν, λίγα τεύχη έβγαζε τον χρόνο. Αν θυμάμαι καλά, τρία-τέσσερα τεύχη, πέντε έβγαζε. Δεν κυκλοφορούσε κάθε μήνα, κάθε τρεις μήνες πρέπει να κυκλοφορούσε. Ναι, κάθε τρεις μήνες. Έχω τη σειρά όλη, την έχω, όλα τα βιβλία του. Και μετά: «Στείλε μου καμιά εργασία». Τον έδωσα το βιβλίο, το παρουσίασε αυτός το βιβλίο, έγραψε για το βιβλίο μου, το πρώτο, «Το Μικρό και το Μεγάλο Παζαράκι», τον άρεσε πάρα πολύ. «Στείλε μου καμιά εργασία». Τον έστειλα εγώ μια εργασία. Του άρεσε πάρα πολύ. «Θα περιμένω», μου λέει, «να μου στείλεις εργασία». Έγραψα εγώ για ένα σκυλάκι που αρρώστησε και τα λοιπά και τα λοιπά, τη γράφω –για τη Λανόβια, ένα σκυλί που είχα νεαρός. Πηδούσε απάνω στο μηχανάκι, ανέβαινε, είχε μάθει κι ανέβαινε απάνω στο μηχανάκι και πηγαίναμε βόλτα, πήγαινα και στο κυνήγι. Καθόταν πίσω σαν να ήταν άνθρωπος. Δεν έπεφτε απ’ το κάθισμα, ας έτρεχα εγώ με εβδομήντα χιλιόμετρα, με ογδόντα χιλιόμετρα, δεν έπεφτε με τίποτα, ποτέ. Τον έστειλα αυτό, τον άρεσε πολύ, μετά έγινα συνεργάτης. Ήθελε σε κάθε περιοδικό να έχω κι ένα δικό μου, ήθελε κάτι. Κι όταν μετά είδα εκεί πέρα που πήγα στην Αθήνα… Μια μέρα πήγα στο γραφείο του, στο σπίτι του. Κάθισα εκεί, με φιλοξένησε και είδα, είχε ένα γράμμα από Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, μια πρόσκληση είχε να πάει, να παρευρεθεί, παρουσίαζε ένας ένα βιβλίο. Του λέω: «Κι εγώ να γίνω αυτό, να πάω στην Εταιρεία», λέω, «τι χρειάζεται;» του λέω. Μου λέει: «Χρειάζονται ορισμένα προσόντα». «Τι», λέω εγώ, «χρειάζεται;» Πήρε τηλέφωνο αυτός εκεί και λέει: «Πρέπει να έχει γράψει τουλάχιστον τρία βιβλία, να έχει εκδώσει. Το ένα να είναι, να το έχει εκδώσει εδώ και οχτώ-δέκα χρόνια. Και μετά, τα άλλα τα βιβλία θα τα βγάλει αργότερα. Όχι να βγάλει ένα βιβλίο ή δύο, δεν γίνεται μέλος της Εταιρείας, δεν τον δεχόμαστε. Και να τον συστήσει και ένας ότι είναι συγγραφέας». Μόλις έβγαλα εγώ το τρίτο βιβλίο, μου κόλλησε μετά το μικρόβιο να γίνω και μέλος της Εταιρείας. Λέω: «Πληρώ τις προϋποθέσεις τώρα να γίνω μέλος». Πιάνω, πάω στην Αθήνα. Πάω στην Αθήνα, πήγα εκεί επάνω, τους λέω: «Έχω βγάλει τρία βιβλία». «Ναι», μου λέει, «να τα φέρεις εδώ πέρα να τα δούμε». Ξανά κάποια, μετά από λίγο καιρό, ξαναπάω στην Αθήνα, τα πάω τα βιβλία. «Τι, πόσα θέλετε;» «Είμαστε εννιαμελής επιτροπή. Θέλουμε εννιά βιβλία απ’ το κάθε έργο σου. Να τα μελετήσουμε, να σε δούμε και να σε προτείνει και ένας». Ήταν μια κυρία εκεί, δεν τη γνώριζα. Καθόλου, ούτε τ’ όνομά της. Μου λέει, με κοίταξε εκεί, είδε ότι, τώρα, πρώτη φορά με έβλεπε. Λέει: «Τον προτείνω εγώ τον άνθρωπο. Πώς λέγεστε;» «Σουλτάτης». «Τον κύριο Σουλτάτη τον προτείνω εγώ», λέει. «Να τον εξετάσει η επιτροπή» –είναι κι αυτή στην επιτροπή, στην εννιαμελή. Ήταν εκεί. Ήταν ο πρόεδρος εκεί, ο γραμματέας… Φορτώνομαι εγώ τα βιβλία εδώ, το τρένο, στην Αθήνα. Τα πήγα, πήρα ταξί, πήγα εκεί, τα πήγα τα βιβλία. Έδωσα κι ένα –πήρα και κάνα-δυο παραπάνω–, έδωσα ένα στη γραμματέα εκεί κι ένα τον πρόεδρο εκεί της… Τον κύριο –πώς λέγονταν ο πρώην πρόεδρος; Ένας παππούς είναι κι αυτός, το ξέχασα το επίθετο. Δεν πειράζει. Ας με συγχωρέσει. Ναι, το ξέχασα τώρα. Και περίμενα, τώρα, να με καλέσουν. Είχα γνωρίσει τον αντιπρόεδρο, τον κύριο Κώστα Καρούσο, καλή του ώρα, καλός άνθρωπος. Μου έδωσε και το τηλέφωνό του. Με λέει: «Θα συνέλθει η επιτροπή». Πέρασε κάνα εξάμηνο, πήρα εγώ τηλέφωνο. Μου λέει: «Ακόμα. Την είδα την αίτηση», λέει, «Δεν εξετάστηκε η αίτησή σου». Πέρασε ένας χρόνος. Ξαναπαίρνω τηλέφωνο. Τι μου είπε μετά; Λέει: «Δεν πήρες σειρά. Πιστεύω την άνοιξη τώρα», μου λέει, «ξαναπάρε με τηλέφωνο». Ήταν φθινόπωρο. Τον ξαναπαίρνω την άνοιξη τηλέφωνο. Με λέει: «Θα συνέλθουν τώρα η επιτροπή και [01:40:00]είναι απ’ τις πρώτες η αίτησή σου», λέει, «θα τη δούνε». Αγωνία εγώ, το είχα ξεχάσει κιόλας. Ένα καλοκαίρι, ήμουν στο σουπερμάρκετ, στους Σοφάδες, ψώνιζα. Και γύρισα, πήρα τα πράγματα, μπαίνω μες στο αυτοκίνητο να φύγω τώρα για το σπίτι, να ’ρθω εδώ. Χτυπάει το κινητό. «Ο κύριος Σουλτάτης;» «Ναι», λέω. «Από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Κύριε Σουλτάτη, γίνατε μέλος της Εταιρείας. Εξετάστηκε η αίτησή σας και σας ψήφισαν όλοι, και οι δέκα». Ήθελαν αυτοί χρόνο, τώρα, να διαβάσουν τα βιβλία μου, να δουν ποιος είμαι, κατάλαβες; Γιατί πήραν όλοι, και οι τρεις, από ένα, «Το Μικρό και το Μεγάλο Παζαράκι», το μυθιστόρημα και τα ποιήματα. Αυτά είχα βγάλει τότε. Λοιπόν, θα πιστέψεις ότι ένιωσα τέτοια ταραχή! Δεν το πίστευα. Έκλαιγα μέχρι να ’ρθω εδώ! Από κει, από το σουπερμάρκετ μέχρι που ήρθα στο σπίτι έκλαιγα, απ’ τη χαρά μου. Βέβαια. Και μετά με είπε κι ο Κατοίκος: «Τώρα», μου λέει, «ανέβηκε το βιογραφικό σου». Βέβαια. «Σε άξιζε», μου λέει, «αυτή η θέση. Έγραψες ωραία βιβλία. Είναι πολύ καλά. Δεν κουράζουν τον άλλο που τα διαβάζει, μαθαίνουν, τα θέλουν». Βέβαια. «Διαβάζονται πολύ ευχάριστα». Και μία, όταν πήγε η κόρη μου η μεγάλη, που είναι στη Θεσσαλονίκη, όταν πήγε να κάνει ένα μεταπτυχιακό, την έδωσε την καθηγήτρια «Το Μικρό και το Μεγάλο Παζαράκι», ήταν το πρώτο μου βιβλίο. Και το διάβασε και τι την είπε; «Όταν γράψει κι άλλο ο πατέρας σου βιβλίο θέλω να μου το στείλεις να το διαβάσω. Δεν έχω διαβάσει τόσο εξαιρετικό βιβλίο». Αυτά. Βέβαια.
Πολύ όμορφα.
Ορίστε;
Πολύ όμορφα, πολύ όμορφες στιγμές, πολύ…
Πολύ όμορφα, έτσι; Σου άρεσαν όλα αυτά που σου είπα.
Ναι. Ναι, ναι, ναι, πραγματικά.
Ναι. Κι άλλη φορά, άμα θυμηθώ, θα σου πω κι άλλα. Λοιπόν, κλείσ’ το τώρα. Πιστεύω να έχουμε τελειώσει.
Ναι. Οπότε-
Κι εσύ κουράστηκες κι εγώ κουράστηκα.
Ναι. Ναι, ναι, ναι. Οπότε τώρα, έτσι, κλείνοντας, απ’ όλη σας την πορεία στη ζωή σας, τη λογοτεχνία που γράφετε, κάτι που μπορεί να θέλετε να πείτε ως τελευταίο που σας έχει, έτσι, που σας έχει μείνει, που θέλετε να κάνετε ή οτιδήποτε. Ένα τελευταίο.
Ναι. Κάτι τελευταίο.
Ναι, ναι, ό,τι θέλετε.
Λοιπόν, κάτι τελευταίο, αυτό που θέλω να πω τώρα είναι να είμαι υγιής και στα μυαλά και στο σώμα –πρώτα στα μυαλά–, για να μπορέσω να γράψω ένα βιβλίο ακόμα. Βέβαια. Θα συνεχίσω να γράφω, όμως, διηγήματα, ποιήματα στο ενδιάμεσο. Όταν ξεκουράζομαι, θέλω να γράψω ένα ποίημα. Κατάλαβες; Βέβαια. Θα συνεχίσω να γράφω. Κι εδώ, στις εφημερίδες αυτές που γράφω, και στον «Νέο Αγώνα» της Καρδίτσας και στον Μορφωτικό Σύλλογο του Μοσχολουρίου, που γράφω στην «Άρνη». Αυτά, σ’ αυτούς γράφω πάντα. Στην «Άρνη» γράφω συνέχεια τώρα τρία-τέσσερα χρόνια, σε κάθε φύλλο γράφω. Πότε κανένα ποίημα, πότε ένα πεζό, πότε ένα διήγημα, ναι. Γράφω.
Ωραία.
Αυτά.
Οπότε, σας εύχομαι όπως θέλετε να πάνε όλα στη ζωή σας και στη λογοτεχνία σας και να είστε καλά.
Ευχαριστώ πολύ, Μαρία. Κι εσύ να είσαι καλά. Εύχομαι να πας καλά στη δουλειά σου. Εύχομαι καλά να έχεις επιτυχίες στη ζωή σου. Να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια, γιατί η οικογένεια είναι το παν στον άνθρωπο. Ναι. Αυτό είναι το παν. Να κάνεις παιδιά. Να κάνεις και δύο και τρία παιδιά. Εγώ έκανα και τρίτο παιδί και δεν το μετάνιωσα. Και τρία παιδιά και τέσσερα παιδιά αν μπορείς. Πρέπει να θυσιαστείς για τα παιδιά, όμως. Αξίζει τον κόπο. Γιατί είναι το φοβερότερο και το ιερότερο και το σπουδαιότερο πράγμα να έχεις παιδιά. Μ’ αυτό θα κλείσω.
Σας ευχαριστώ.
Να ’σαι καλά!
Ποιο ήταν το ταξίδι που μπορεί να σας συγκλόνισε περισσότερο και να σας έμεινε στη ζωή σας;
Μαρία, καλά ήταν σε όλα τα κράτη. Σ’ αυτά τα κράτη που έχω πάει, που μπόρεσα και πήγα, καλά ήταν όλα. Αλλά μερικά που μου έμειναν, έτσι, και αξίζει τον κόπο να πούμε λίγα λόγια. Θα ξεκινήσω πρώτα απ’ την Ιταλία. Η Ιταλία είναι μια χώρα σχεδόν σαν τη δική μας. Πήγαμε στον νότο, πρώτα κατεβήκαμε στο –όχι στο Παλέρμο… Στην άλλη την πόλη. Πέρασαν και χρόνια τώρα και την ξεχνάω. Είναι από δω, στη Ρώμη κοντά, στη νότιο Ιταλία. Και πήγαμε στην Πομπηία κατευθείαν και είδαμε την Πομπηία. Η Πομπηία είναι ένα μνημείο, θα έλεγα εγώ, σήμερα. Τα έχουν κάνει οι Ιταλοί, είναι πολλοί οι αρχαιολόγοι και όλοι οι τεχνικοί εκεί, τα έχουν κάνει τόσο όμορφα, που μένεις κατάπληκτος. Πώς τους σκέπασε η λάβα, όλη την πόλη, που ήρθε απ’ τον Βεζούβιο, από πάνω. Αυτά αν τα σκεφτείς τώρα όλα… Βέβαια, οι άνθρωποι έφευγαν. Λένε ότι πολλοί τους πήρε η λάβα, γιατί απ’ τον φόβο τους δεν προλάβαιναν να φύγουν. Εγώ δεν ξέρω τώρα πόσοι άνθρωποι, βέβαια, σκοτώθηκαν ακριβώς, κι αν σκοτώθηκαν. Δεν είμαι και σίγουρος, έχω κάποιες αμφιβολίες ότι σκοτώθηκαν άνθρωποι, ότι κάηκαν μες στη λάβα. Αν και η λάβα ήταν τόσο γρήγορη πάλι, τι να πω; Πάντως, είναι συγκλονιστικό πολύ. Είχαμε διερμηνέα, μας μιλούσε στα ελληνικά, που ήξερε και τα ιταλικά, άνθρωπο εκεί πέρα. Και ένα απόγευμα ολόκληρο που πήγαμε στην Πομπηία, είδαμε αξιόλογα πράγματα. Είχαμε γκρουπ εδώ, απ’ την Καρδίτσα, άνθρωποι από Σοφάδες πολλοί, ήμασταν σαράντα άνθρωποι περίπου. Κράτησε όλη η αυτή μια εβδομάδα. Πήγαμε μετά στη Ρώμη. Η Ρώμη πάλι έχει πράγματα να δεις εκεί πέρα… Συγκλονιστικά! Το Βατικανό με ενθουσίασε. Όχι με ενθουσίασε, αλλά είδα πράγματα μέσα, που εμείς δεν τα έχουμε. Όλους τους αγίους τους έχουν αγάλματα. Εγώ πρώτη φορά έβλεπα τώρα αγάλματα. Την Παναγία, τον Χριστό αγάλματα. Βέβαια. Τους αγίους αγάλματα μέσα. Ναι. Οι καθολικοί –όχι ότι θέλω να κατηγορήσω τους ορθόδοξους– είναι… Διαφορετικά τη βλέπουν τη θρησκεία. Πιστεύω ότι δεν είναι όπως είμαστε εμείς. Εμείς την περνάμε λίγο, έτσι, στα ψιλά τη θρησκεία μας. Αυτοί είναι πιο φανατισμένοι, θα έλεγα, οι καθολικοί, απάνω. Η Ρώμη έχει πολλές αρχαιότητες μέσα. Από τους αγώνες που γίνονταν εκεί πέρα, στις αρένες. Πήγαμε και είδαμε που σκοτώνονταν άνθρωποι, πραγματικά, που έβλεπαν οι πλούσιοι εκεί πέρα. Τρομερά πράγματα. Μετά πήγαμε στη –όχι στη Βενετία, πρώτα πήγαμε στην πατρίδα του μεγάλου ζωγράφου. Πώς τον λένε; Που του έκανε… Τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Τη Φλωρεντία. Η Φλωρεντία πολύ ωραία πόλη, έχει κι αυτήν αξιοθέατα. Μείναμε εκεί και μετά πήγαμε το βράδυ στη Βενετία. Η Βενετία μες στα νερά, με τα κανάλια, με τις γέφυρες –τι ωραία πράγματα! Γενικά, δηλαδή, είναι μία πόλη για ερωτευμένους, για νέους ανθρώπους. Και μεγάλοι άνθρωποι πηγαίνουν τώρα. Βλέπουν πώς ήταν παλιά, με τους δόγηδες. Εγώ έχω διαβάσει και Σαίξπηρ για τη Βενετία. Και θυμόμουνα τα κανάλια που περιγράφει εκεί πέρα ο Σαίξπηρ μέσα. Ωραία πράγματα. Τα συνδύαζα μ’ εκείνα που ήταν στο μυαλό μου –και τον διάβασα τον Σαίξπηρ πολύ νέος, διάβαζα όταν ήμουν στην εφηβεία. Δεκατέσσερα-δεκάξι χρονών διάβαζα Σαίξπηρ. Ναι. Πολύ ωραία. Να σου πω τώρα και άλλο ταξίδι, να φύγουμε απ’ την Ιταλία. Υπέροχο ταξίδι ήταν που πήγα στη Γερμανία, αν και πήγα και για δουλειά στη Γερμανία, αλλά εκεί πέρα είδα άνθρωποι με μεγάλη ανάπτυξη, με καλύτερους δρόμους από μας. Πήγα το 1983, τον Φλεβάρη μήνα πήγα στη Γερμανία. Κάθισα δεκαπέντε μέρες. Πήγα να αγοράσω ένα τρακτέρ. Όντως, έκανα εισαγωγή μόνος[01:50:00] μου, δεν ήξερα και τη γλώσσα, αλλά είχα έναν διερμηνέα εκεί πέρα καλόν, που ήξερε, ήταν συγγενής από έναν –ανιψιός– από ένα κουμπάρο μας. Με βοήθησε πολύ το παιδί, καλή του ώρα, και έκανα την αγορά. Έστειλα από δω, κατέθεσα από δω τα χρήματα, μου το ’στειλε ο Γερμανός. Κύριοι. Όπως το είδα, αυτό που είδα, «Αυτό θέλω», μου το έστειλε, πήγα και το πήρα απ’ το τελωνείο της Λάρισας, το εκτελώνισα και το έφερα εδώ. Και το έχω ακόμα. Πέρασαν σαράντα χρόνια. Και το έχω ακόμα και δουλεύει. Καλό εργαλείο.
Αυτό που σας έμεινε πιο πολύ απ’ τη Γερμανία ποιο ήταν;
Εκεί είδα για πρώτη φορά, στον σταθμό, που ήρθε και με πήρε, είδα πολυώροφο γκαράζ. Δεν είχα ξαναδεί εγώ πολυώροφο γκαράζ. Ναι, ήταν στον τρίτο, στον τέταρτο όροφο το είχε βάλει το αυτοκίνητο. Ανεβήκαμε επάνω και κατεβήκαμε μετά κανονικά γύρω, γύρω, γύρω, όπως είναι ο δρόμος, και κατεβήκαμε. «Βρε», λέω, «πολυκατοικία έκαναν για γκαράζ;» είπα εκεί τον κουμπάρο. «Ναι», μου λέει, «δεν είδες τι έχουν κάνει; Είναι Γερμανοί εδώ», λέει, «δεν είναι…» Βέβαια. Και πήγαμε και σε μια μάντρα, σ’ ένα εργοστάσιο. Τι… πολλά, τι να σου διηγηθώ τώρα; Με πήγε στο Νταχάου μία μέρα. Είναι κοντά το Νταχάου απ’ το Μόναχο. Είδα τα κρεματόρια, είδα πώς είχαν εκεί πέρα το… πώς τους έκαιγαν κι έπαιρναν, τους έβγαζαν τα χρυσαφικά. Στην αρχή, μου είπε, τους σκότωναν. Αλλά επειδή είχαν πολλά κλάματα και φωνές μέσα που τους σκότωναν αυτούς τους αιχμαλώτους, ύστερα βρήκαν αυτόν τον τρόπο με το αέριο. Τους έλεγαν: «Πάτε στην αίθουσα, θα κάνετε μπάνιο όλοι, υποχρεωτικά. Θα βγάλετε τα ρούχα». Πήγαιναν πενήντα-εκατό άνθρωποι μέσα, έβγαζαν τα ρούχα και περίμεναν αυτοί να πέσει το νερό. Αμολούσαν το αέριο από πάνω, σέκος όλοι. Κάτω. Πήγαιναν μέσα, τους έβγαζαν αν είχαν χρυσαφικά, δόντια, λέει. Τους έπαιρναν κι από κει στα κρεματόρια μετά. Χωρίς να βλέπουν οι άλλοι, είχαν ειδικό διάδρομο. Είχαν, μετά το γύρω γύρω συρματόπλεγμα, είχαν και γύρω γύρω τσιμεντένιο κανάλι με νερό. Ούτως ώστε, αν μπορούσες να περάσεις –χώρια και τους φύλακες–, είχαν και το νερό, για να πέσεις μες στο νερό. Γιατί αυτοί τώρα, και κολύμπι να ήξερες, ήταν τόσο αδύνατοι, τόσο καχεκτικοί, είδα φωτογραφίες εκεί πέρα. Εκεί πέρα τρόμαξα, ειλικρινά. Λυπήθηκα και τρόμαξα και λέω: «Να ήταν και ο θείος μου εδώ; Να πέρασε εδώ;» Πού να ξέραμε; Δυστυχώς, αυτόν που χάθηκε, ο αδερφός της μητέρας μου, που ήταν υπολοχαγός στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, λέω: «Να ήρθε εδώ;» Αυτά για τη Γερμανία. Μετά πήρα πάλι το τρένο. Με το τρένο πήγα, με το τρένο γύρισα. Και γύρισα πάλι εδώ. Αλλά και το υπέροχο ταξίδι μου ήταν στην Αμερική. Πήγα και σε άλλα. Πήγα και στην Μπρατισλάβα, πήγα οδικώς, όταν πήγα στη Γερμανία –όχι, στη Γερμανία πήγα… Όταν πήγα στην Τσεχία. Πήγα και στην Τσεχία –πρώην Τσεχοσλοβακία, τώρα είναι Τσεχία. Καλό κράτος. Καλό κράτος, ανεπτυγμένο, έχει βιομηχανία. Πήγα οδικώς. Πήγα πρώτα, γιατί είχαμε τα κορίτσια μας εκεί πέρα, σπούδαζαν. Εγώ και μ’ έναν άλλο Καρδιτσιώτη, που είχε κι αυτός την κόρη του και πήγαμε παρέα. Καθίσαμε δυο βδομάδες εκεί. Έχει εργοστάσια πολλά η Τσεχία, έχει πολλά δάση. Πολλά δάση, τεράστια δάση, τα οποία, τα δάση, μου έκανε μεγάλη εντύπωση, Μαρία, που τα προσέχουν, τα κλαδεύουν. Αυτές όλες οι κολόνες της ΔΕΗ είναι απ’ την Τσεχία. Τα φυτεύουν πυκνά, κι αυτά, για να κερδίσουν ύψος, ανεβαίνουν επάνω και ψηλώνουν και τα κλαδεύουν γύρω γύρω, συνέχεια τα μικρά και χοντραίνει ένας κορμός όλος και γίνονται οι κολόνες της ΔΕΗ –εφτά μέτρα, δέκα μέτρα. Και το ένα με το άλλο απέχει ένα μέτρο, δύο μέτρα. Αναγκάζονται –αναγκαστικά, είναι και το κλίμα. Και το γόνιμο πολύ το έδαφος και το κλίμα τέτοιο, που τα αναπτύσσει. Και όλα αυτά είναι κυπαρίσσια. Βέβαια. Όλα είναι κυπαρίσσια αυτά. Βέβαια. Έλατα; Έλατα είναι, όχι κυπαρίσσια, έλατα. Ένα είδος ελάτου είναι, το οποίο δεν είναι σαν τα δικά μας. Μάλλον μπορεί να είναι και σαν τα δικά μας, δεν είμαι σίγουρος. Αλλά μου έκανε πολλή εντύπωση. Πυκνά δάση, χιλιάδες στρέμματα. Κάνουν εξαγωγή πολλή ξυλεία. Ακόμα εισάγουμε ξυλεία απ’ την Τσεχία. Έχει πολλή ξυλεία, πάρα πολλή ξυλεία και βιομηχανία. Στην Τσεχία. Η Ρουμανία που πήγα, πέρασα κι απ’ τη Σόφια κι απ’ το Βελιγράδι, πήγα στη Ρουμανία. Πήγα στην ανατολική Ρουμανία, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Κωνστάντζα. Εκεί ήταν η κόρη μου, τελείωσε Ιατρική. Καλή πόλη είναι, καλοί άνθρωποι, εργατικοί κι εκεί πέρα. Τώρα, μετά τον κομμουνισμό λίγο, τα είχαν χαμένα, που πήγα εγώ. Αλλά σιγά σιγά συνήλθαν τώρα ακόμα. Βέβαια, τώρα μπήκαν και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι αυτοί τώρα, έχουν μπει και στο ευρώ. Κι εκεί πήγα –δύο ή τρεις φορές πήγα τώρα; Να θυμηθώ. Πρέπει να πήγα τρεις φορές. Δύο φορές όταν σπούδαζε και μία φορά πήγα οικογενειακώς, με την Ευτυχία και με τον Κώστα, τη γυναίκα μου, πήγαμε και οι τρεις. Πήγαμε, σταθήκαμε εκεί, στην ορκωμοσία της μετά εκεί. Ναι, συγκινητικά πράγματα. Ύστερα από τόσο αγώνα κι αυτή. Έδωσε δύο φορές εδώ Ιατρική και πέρασε κάτι Ιατρικών Επαγγελμάτων, δεν ήθελε να πάει. Πήγα εγώ στην Αθήνα, στο Αιγάλεω την έκανα –ήταν τότε… Της έκανα εκεί οι σχολές εγγραφή, αλλά μετά πήγε… δεν πήγε καθόλου το… Πήγε και τελείωσε Ιατρική εκεί πέρα, σε αγγλόφωνο, ναι. Φύγαμε απ’ την Τσεχία, κάναμε μεταγραφή απ’ την Τσεχία. Δεν μας άρεσε στην Τσεχία, διότι ήταν ιδιωτική στην Τσεχία και δεν ήταν καλά και την πήραμε από εκεί. Εδώ ήταν κρατικό το εργοστάσιο αυτό το αγγλόφωνο που πήγε, ήταν κρατική η σχολή, ρουμάνικη, κατάλαβες; Κι ήταν πιο καλά. Τελείωσε το παιδί. Καλά είναι τώρα. Σήμερα είναι στο ΑΧΕΠΑ, είναι Επιμελητής Γ’, δεν υπάρχει άλλο παραπάνω. Έχει τόσα χρόνια υπηρεσία, έχει δυο ειδικότητες, είναι αναισθησιολόγος και εντατικολόγος. Δύσκολες ειδικότητες για την εποχή μας. Τώρα με τον κορωνοϊό περνάει πολύ ζόρικα, πολύ δύσκολα. Πολλά-. Μιλάμε κάθε μέρα σχεδόν, όποτε έχει χώρο. Τι να πούμε; Δύσκολα. Αλλά κουράγιο όμως. Αντέχει. Είναι σκληρή σαν κι εμένα. Μ’ έμοιασε πάρα πολύ. Βέβαια. Κι αυτή πεισματάρα, άμα έβαλε κάτι στο μυαλό θα το κάνει. Βέβαια. Και… τι να κάνει; Ήθελε να γίνει παιδίατρος, αλλά είχε πολλή αναμονή μετά, γιατί έδωσε και ΔΙΚΑΤΣΑ εδώ. Τότε, αυτοί που έρχονταν, τα χρόνια –τώρα είναι και η Ρουμανία, τώρα δεν έχει ΔΙΚΑΤΣΑ. Έδωσε ΔΙΚΑΤΣΑ τα μαθήματα εδώ πάλι όλα, αν είναι ικανή να γίνει γιατρός. Όντως, τα έγραφε καλά και δεν την περνούσαν. «Ξαναδώσ’ το» έλεγε. Έδωσε δυο-τρεις φορές, τα πέρασε μετά τα μαθήματα και αναγνώρισε το πτυχίο εδώ τώρα και είναι κανονική γιατρός. Βέβαια.
Και μετά;-
Και μετά πήγε Αναισθησιολογία. Πήγε αμέσως και πήρε ειδικότητα, γιατί δεν είχε αναμονή. Ενώ παιδίατρος, ήθελε τρία-τέσσερα χρόνια αναμονή. Κι αυτή τώρα, σκεφτόταν, τόσα χρόνια κι εμείς εδώ κουραστήκαμε και οικονομικά, κι αυτή κουράστηκε τώρα, σου λέει: «Πάλι να διαβάζω; Και τι να κάνω τώρα; Να περιμένω εδώ; Τι να κάνω; Να ανοίξω ιατρείο εδώ, έτσι, σκέτος γιατρός». Πήγε μετά Αναισθησιολογία.
Και μου είπατε πριν ότι πήγατε και στην Αμερική. Θέλετε να μου πείτε ποιο ήταν το πιο εντυπωσιακό που είδατε εκεί;
Στην Αμερική, στην Αμερική… Πολλά εντυπωσιακά πράγματα. Η Αμερική, δεν μπορούσα να τη φανταστώ εγώ ότι είναι έτσι. Τέτοια τάξη που έχουνε. Εμείς είμαστε εδώ, πίνουμε έναν καφέ, πετάμε το μπουκάλι στον δρόμο, όπου είμαστε, απ’ έξω, στο χαντάκι. Εκεί έχει πενήντα δολάρια πρόστιμο αν το κάνεις αυτό. Αποτσίγαρο να πετάξεις κάτω, πενήντα δολάρια μου είπαν. «Τι λέτε, ρε παιδιά; Πενήντα δολάρια; Είναι πολλά τα λεφτά». Άμα πετάξεις κάτι κάτω, πενήντα δολάρια πρόστιμο. Πενήντα δολάρια πρόστιμο, ναι. Εκεί πήγα, είδα ένα μουσείο φοβερό. Στο Ντιτρόιτ. Με γύρισε ο ξάδερφός μου, πήγαμε στη λίμνη του Μίσιγκαν, φτάσαμε μέχρι απάνω, στα σύνορα του Καναδά. Ήθελε να αγοράσει ένα χωράφι εκεί πέρα, το οποίο ήθελε να το κάνει για να κάνει εκεί πέρα σπίτι, να πηγαίνει για κυνήγι. Ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο τότε, δίδασκε στο Ντιτρόιτ –στο Μίσιγκαν, στο Ντιτρόιτ ήταν τα πανεπιστήμια. «Τι να το [02:00:00]κάνεις το χωράφι», του λέω, «εδώ πέρα;» Μακριά απ’ το σπίτι του –πόσο να σου πω; Τέσσερις ώρες. Απόσταση δηλαδή Αθήνα-Θεσσαλονίκη σχεδόν. «Τι να το κάνεις εδώ;» Ένα χωράφι, δεν ήταν καλλιεργήσιμο. Περνούσαν ποτάμια μέσα, τέσσερα ποτάμια. Ένας βούρκος. Δεν καλλιεργείται. Είχε δέντρα μέσα, είχε άγρια κέδρα, κάτι θηρία δέντρα. Ξερίζωσα εγώ ένα δεντράκι μικρό, το έβγαλα εκεί, από ένα, απ’ το ποτάμι, είχε… Όταν ήρθε αυτός και μας το ’δειξε, μας λέει: «Four rivers. Τέσσερα ποτάμια έχει αυτό τώρα. Δεν το παίρνεις;» «Δεν το θέλω», τον είπα εγώ: «Μην το παίρνεις. Τι το θες αυτό το χωράφι εδώ πέρα; Μες στον βούρκο, εδώ θα ’ρθεις;» Αυτοί το έλεγαν εκεί «υγρή γη», το έλεγαν, γιατί ήταν… Εμείς το λέμε βάλτο εδώ πέρα, στην Ελλάδα. Λοιπόν. «Four rivers», λέει αυτός, «Έχει τέσσερα ποτάμια. Θα τα καταλάβετε». Εγώ ήξερα κι εγώ λίγα αγγλικά. Τα ξέχασα τώρα. Λίγες μέρες έκανα όλο κι όλο στη ζωή μου αγγλικά. Είχαμε μια Αγγλίδα όταν ήμουν στην Α’ Γυμνασίου. Τα ’χω ξεχάσει τώρα. Τελικά, δεν το πήρε αυτό το χωράφι, δεν το… Και φτηνό! Του ζητούσε τότε αυτός, σε ελληνικά λεφτά, αν θυμάμαι καλά, δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Φτηνό, δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Όσο έκανε ένα αυτοκίνητο τότε, καλό, 2.000 κυβικά, δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια είχε ένα αυτοκίνητο. Μάλιστα στο βιβλίο μου μέσα που γράφω, γράφω και τις τιμές που είχα πάρει τότε, να τις συγκρίνω εδώ, με τις ελληνικές. Δεν άξιζε. Εγώ έβγαλα ένα δεντράκι –να ξαναπάω πάλι στο προηγούμενο– και το ξερίζωσα. Του λέω: «Θα το πάρω στην Ελλάδα αυτό». Το κρατήσαμε εκεί, με ριζούλα, όπως βγήκε αυτό, του έβαλα και λίγο χωματάκι με λάσπη εγώ γύρω στη… Το τύλιξα με μια εφημερίδα να το φέρω εδώ στο σπίτι, να δούμε αν θα… Κι όταν… Έκατσα είκοσι δύο μέρες. Είδαμε κι άλλα αξιοθέατα, τέλος πάντων. Θα σου πω πάλι για το δεντράκι τι έγινε μετά. Πού αλλού πήγαμε τώρα… Εκεί, στα σύνορα με τον Καναδά, είχε στη λίμνη του Μίσιγκαν να ψαρέψουμε σολομούς. Οι σολομοί είναι κάτι θηρία ψάρια, τρία κιλά, πέντε κιλά το ένα. Αλλά τις μέρες που πήγαμε εμείς –μου είπε ότι έχουν ορισμένες μέρες– δεν τσιμπούσα καθόλου. Πήραμε δολώματα από ειδικό μαγαζί. Πήραμε τεχνικά δολώματα και αληθινά δολώματα. Δεν τσιμπούσαν. Κι άλλοι εκεί που ήταν να ψαρέψουν στη λίμνη, δεν έπιαναν τη μέρα εκείνη. Καθίσαμε εκεί, διανυκτερεύσαμε εκεί, γιατί είχαν ένα τροχόσπιτο αυτοί και μ’ άλλους δυο φίλους και πήγαιναν κατά καιρούς σ’ έναν εκεί πέρα γνωστό τους. Τ’ άφηναν εκεί, το ξεκλείδωναν, έφευγαν, είχε ο καθένας το κρεβάτι του μέσα. Κοιμηθήκαμε εκεί το βράδυ και την άλλη τη μέρα γυρίσαμε πάλι. Μακριά! Τι να σου πω τώρα; Οχτώ ώρες δρόμο με το αυτοκίνητο. Σαν να πας απ’ την Αλεξανδρούπολη στην Πελοπόννησο κάτω, στην Κρήτη. Τόση, τέτοια διαδρομή. Αλλά δρόμους καλούς όμως. Κι εκεί είναι ελεγχόμενοι, δεν μπορείς να τρέχεις όσο θέλεις. Απαγορεύεται, σε γράφουν κατευθείαν και πληρώνεις. Δεν πιάσαμε σολομούς, τίποτα. Τώρα, τι ήθελα να σου πω; Το δεντράκι τώρα. Όταν ήρθε η μέρα να φύγουμε, ήθελα να το πάρω εγώ. Μου λέει: «Άκου να δεις», μου λέει ο ξάδερφός μου. «Αυτό το δεντράκι», μου λέει, «αν σε πιάσουν στο τελωνείο θα έχεις συνέπειες». Του λέω: «Γιατί θα έχω συνέπειες;» «Απαγορεύεται», μου λέει, «Πρέπει να βγάλεις άδεια», μου λέει, «Εδώ πέρα δεν είναι όπως είναι η Ελλάδα», λέει. «Πάψε, ρε!» «Βέβαια, πρέπει να έχεις άδεια», λέει, «Να το έχεις δηλώσει ότι: “Θέλω να πάρω αυτό το δέντρο απ’ την Αμερική” κι αν σου επιτρέψουν», μου λέει, «να σου βγάλουν άδεια». «Τότε», λέω, «άμα είναι έτσι, θα το αφήσω εδώ. Φύτεψέ το εσύ εδώ πέρα», λέω, «κάπου». «Πού θέλεις», μου λέει, «να το φυτέψω;» Είχε αυτός δίπλα, το σπίτι του όλο είχε δέκα στρέμματα οικόπεδο. Μεγάλο σπίτι, που μένει εκεί τώρα. Μένει στο Ann Arbor, έξω απ’ το Ντιτρόιτ, πέντε-έξι χιλιόμετρα, όπως είναι από δω Σοφάδες μια διαδρομή. Τα πανεπιστήμια ήταν εκεί. Πάει κι έρχονταν στο σπίτι. Το Ann Arbor σαν χωριό, αραιά σπίτια. Και είχε αγοράσει εκεί ένα σπίτι με δέκα στρέμματα. Γκαζόν όλο το είχε και είχε και δέντρα μέσα, στις άκρες, κλάδεψα κι εγώ λίγα δέντρα. Το φυτέψαμε εκεί, κοντά στο σπίτι του. Αυτό, σε μια πενταετία, το δεντράκι μεγάλωσε. Μου το έβγαλε μια φωτογραφία και μου το ’στειλε. Σήμερα είναι οχτώ μέτρα ύψος. Ήταν άγριος κέδρος. Και είναι οχτώ μέτρα. Μου το ’δειξε τώρα, μου λέει: «Να σου δείξω το δέντρο σου που φύτεψες. Και λέμε: “Το δέντρο του Δημήτρη”». Κι έχω αφήσει εκεί πέρα και λέω, θέλω να πάω μια φορά ακόμα τώρα, αλλά τώρα φοβάμαι το ταξίδι. Μεγαλώσαμε κιόλας. Λέω να πάρω και τη γυναίκα μου. Και γιατί δεν την πήρα την Ευτυχία και πήγα μόνος μου; Δεν την πήρα, γιατί είχαμε μικρό τον Κώστα. Και είχαμε και τον παππού εδώ, ο οποίος ήταν κι αυτός, κόντευε τώρα τα ενενήντα –ο πατέρας μου. Και πήγα μόνος μου. Αλλά ήτανε φοβερή εμπειρία. Ναι. Το αεροπλάνο μέσα που πήγαμε, πώς κατέβηκε, πώς σηκώθηκε! Ένα θηρίο. Ήμασταν μέσα τριακόσιοι άνθρωποι. Απ’ τη «Northwest», την εταιρεία, την αμερικάνικη. Αλλάξαμε στη Φρανκφούρτη –μέχρι τη Φρανκφούρτη πήγαμε με την «Ολυμπιακή». Εκεί αλλάξαμε αεροδρόμιο και πήγαμε με τη «Northwest». Φτάσαμε εκεί πέρα –και επειδή πας προς τη Δύση– τέσσερις η ώρα το απόγευμα ήταν στην Αμερική. Ήταν ο ήλιος εδώ, ήταν έντεκα το βράδυ στην Ελλάδα. Έχουμε οχτώ ώρες διαφορά με το Μίσιγκαν. Βέβαια.
Αυτά-
Λόγω της Γης.
Αυτά σας εμπνέουν τα ταξίδια για το γράψιμό σας;
Αυτά, ναι. Τώρα έγραψα μετά, έγραψα. Εκεί κράτησα σημειώσεις εγώ κι έγραψα ένα ωραίο κομμάτι. Το συμπεριλαμβάνω στα «Εικόνες και στιγμές μιας ζωής», το γράφω –να το διαβάσεις, αν δεν το διάβασες. Πρέπει να το διάβασες νομίζω. Λοιπόν, το συμπεριλαμβάνω. Ήτανε καλό, καλή εμπειρία. Είδα εκεί πέρα κάμπους, είδα κτήματα, είδα φάρμες των Αμερικάνων. Πολύ μπροστά από μας. Δεν συγκρίνεται τώρα. Κάτι αποθήκες, εκεί, τεράστιες, που βάζουν τις σοδειές. Όπως έχουν εδώ κάτι εργοστάσια, σιλά, να χωράει διακόσιους τόνους κάθε αποθήκη. Και να ’χει τέσσερις-πέντε τόνους στο σπίτι του. Τέτοιες αποθήκες. Άλλα έχουν πέντε χιλιάδες στρέμματα, έξι χιλιάδες στρέμματα, δεκαπέντε χιλιάδες στρέμματα. Βέβαια. Άλλα, άλλο κράτος, πλούσιο κράτος πολύ. Αφού είναι η κορυφή του καπιταλισμού εκεί πέρα τώρα. Έτσι. Βέβαια.
Ωραία. Ωραία.
Αυτά.
Ωραία, ευχαριστώ.
Εντάξει.
Ευχαριστώ.
Εντάξει.
Τι άλλο θυμάστε απ’ τα ταξίδια σας;
Μαρία, πολλά πράγματα θυμάμαι, τα οποία αξίζουν να τα αναφέρω. Βέβαια, πολλά έχω ξεχάσει κιόλα, γιατί πέρασαν και χρόνια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά στην Πράγα, που βγήκαμε στην πλατεία το βράδυ έξω και εκεί είδαμε καλλιτέχνες στους δρόμους, αυτοί… ζωγράφοι. Μάλιστα ένας προσεφέρθη να με κάνει και το πορτρέτο μου. Επίσης, άλλοι καλλιτέχνες, που κατασκεύαζαν διάφορα πράγματα, σιδερικά, κάτι που μου έκανε πολλή εντύπωση αυτό το πράγμα. Εγώ δεν είχα ξαναδεί καλλιτέχνες να εργάζονται στον δρόμο, έτσι, με τέχνη και με όρεξη και με κέφι. Ήταν σπουδαία πράγματα. Πήρα και δύο-τρία σουβενίρ από εκεί, από την Πράγα, θυμάμαι, τα οποία τα έχω ακόμα, για να θυμάμαι, έτσι, και να αναπολώ αυτά τα ταξίδια. Επίσης, στην Ιταλία, λησμόνησα πριν που μίλησα να σας πω ότι στη Φλωρεντία που πήγαμε, η Φλωρεντία είναι μια πόλη των γραμμάτων, θα ’λεγα. Αντιθέτως, εγώ πιστεύω ότι η Ρώμη είναι μία πόλη της Ιστορίας. Αλλά η Φλωρεντία είναι μία πόλη των γραμμάτων. Αυτό το μουσείο που είδαμε και το επισκεφθήκαμε, ένα κτίριο τεράστιο, είχε πίνακες από το 1200, απ’ το 1300, πολλούς παλιούς πίνακες, τους διατηρούν πάρα πολύ ωραία. Έμεινα κατάπληκτος. Ναι. Και τη χαρακτήρισα ότι είναι πόλη της κουλτούρας, ασυζητητί, η Φλωρεντία. Βέβαια, για τη Βενετία μίλησα. Είπα αυτά που έπρεπε, αυτά που μου άρεσαν. Είναι κι αυτή μια καλή πόλη, με τους δόγηδες, πώς ήταν εκείνες τις εποχές, όπως τα αναφέρει και ο Σαίξπηρ, που τα διάβασα εγώ στα βιβλία του. Αυτά για τα ταξίδια μου.
Όσον αφορά την οικογένειά σας, θα θέλατε να μου πείτε δυο λόγια για αυτή;
Βεβαίως, θα σας πω δυο λόγια, και το παρέλειψα κι εγώ, που έπρεπε ίσως πιο νωρίς να το αναφέρω. Όπως είπα, εγώ ήμουν αγρότης, από μικρός που ασχολήθηκα, όλη μου τη ζωή στην αγροτιά. Και δεν το μετάνιωσα, γιατί ήταν ένα επάγγελμα με πολλά ενδιαφέροντα, όντως. Και πάνω εκεί μπορούσες να αποκτήσεις πείρα απ’ τη ζωή, από τη φύση. Αυτά είναι συγκλονιστικά πράγματα. Να αποκτάς, τώρα, πείρα βλέποντας ένα βλαστάρι πώς μεγαλώνει. Έβαλα σημάδια πώς μεγάλωνε για μια νύχτα ένα φυτό. Ποτισμένο φυτό, πόσο μεγάλωνε. Μεγάλωνε δύο-τρία εκατοστά για ένα βράδυ. Μια κορυφή από μια [02:10:00]καρπουζιά. Αυτά ίσως κανείς να μην τα σκέφτηκε ποτέ. Εγώ έβαζα σημάδι κι έβλεπα, την άλλη μέρα το πρωί ήταν τρεις πόντους πιο πέρα. Δηλαδή, αυτή είναι αλματώδης ανάπτυξη, διότι ήταν οι κατάλληλες οι συνθήκες και τα λοιπά. Τώρα, εγώ όσο μπόρεσα, βέβαια, δούλευα. Έκανα τρία παιδιά, όπως είπα. Είχα την Αρετή πρώτα, η πρώτη κόρη μου, δεύτερη ήταν η Ιωάννα και τρίτο παιδί ήταν ο Κώστας. Τα δύο παιδιά μου… Η Αρετή πήρε κι αυτή τον κλάδο της Υγείας. Επηρεασμένη μάλλον από τον αδερφό μου, που ήταν γιατρός, που ανέφερα και πιο νωρίς, πήρε τον κλάδο της Υγείας και προχώρησε καλά. Τελείωσε μια σχολή εδώ, στον Βόλο, και εν συνεχεία πήγε στη Θεσσαλονίκη, μόλις τελείωσε. Τότε, αμέσως, έπιασε δουλειά στον Κυανό Σταυρό. Ήταν μια πολυκλινική ιδιόκτητη, του Κατσάρκα, αν θυμάμαι καλά –ναι, του Κατσάρκα ήταν. Στον Άγιο Λουκά. Ο Άγιος Λουκάς ήταν πολυκλινική. Εκεί πέρα, αυτοί οι μεγάλοι –τότε στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν δύο μεγάλοι μεγαλογιατροί. Υπήρχε ο Σπύρου –ο αείμνηστος, πέθανε– και ο Σπανός. Ο Σπανός έκανε συχνά εγχειρήσεις. Καρδιοχειρουργοί αυτοί και οι δύο. Σπουδαίοι καρδιοχειρουργοί. Ο Σπανός έκανε συχνά στον Άγιο Λουκά εγχειρήσεις. Την είδε την κόρη μου –όχι επειδή ήταν δική μου κόρη– ότι ήταν άνθρωπος με μυαλό, που πρόσεχε, που ήταν συνεπέστατη και τα λοιπά. Λοιπόν, και ζήτησε να την πάρει στην ομάδα του ο Σπανός, γιατί είχε δέκα-δώδεκα άτομα ομάδα. Μια εγχείρηση καρδιάς, τόσα άτομα απαιτούνται για να γίνει μια σωστή εγχείρηση, όπως κάνουν αυτοί οι μεγαλογιατροί. Τότε η κόρη μου πήγε και συμπλήρωσε, έκανε μεταπτυχιακό και ανέβασε λίγο το πτυχίο της –γιατί ήταν διετές, το έκανε τριετές. Πήγε άλλη μια χρονιά σε ειδική σχολή στη Θεσσαλονίκη και το έκανε. Κι αυτό της ωφέλησε πολύ μελλοντικά, γιατί μετά προχώρησε. Η Αρετή, βέβαια, η κόρη μου, αμέσως κι αυτή, απ’ τους πρώτους, πήγε κοντά στον Σπανό και δεν μετάνιωσε. Έμεινε χρόνια στο… Στην καρδιά η κόρη μου η Αρετή θα δούλεψε είκοσι χρόνια και παραπάνω, κοντά στον Σπανό. Ήταν βοηθός, εργαλειοδότρια και βοηθός σε όλες τις εγχειρήσεις. Κουραστική δουλειά, οχτώ-δέκα ώρες ορθοστασία. Καταλαβαίνεις τώρα τι γίνεται μέσα στο χειρουργείο για να γίνει η εγχείρηση. Είναι παντρεμένη, έχει κι αυτή δυο παιδιά. Σύνολο έχω έξι αγγόνια. Και τα άλλα μου παιδιά έχουν από δύο αγγόνια όλα. Λοιπόν, αυτά ήθελα να συμπληρώσω.
Ωραία, ωραία. Ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ πολύ.