© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Η Βουλγαρική κατοχή και εμφύλιος στο Σούνιο της Ξάνθης μέσα από την ιστορία του κυρίου Δημήτρη

Istorima Code
20550
Story URL
Speaker
Λεωνίδας Βλασακούδης (Λ.Β.)
Interview Date
26/11/2021
Researcher
Αλέξιος Ντετοράκης Εξάρχου (Α.Ν.)
Α.Ν.:

[00:00:00]Καλησπέρα, πείτε μου πώς λέγεστε. 

Λ.Β.:

Παπασιμόπουλος Δημήτριος του Κωνσταντίνου και της Μαρίας. 

Α.Ν.:

Βρισκόμαστε με τον κύριο Δημήτρη στο Σούνιο Ξάνθης, σήμερα είναι Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021, εγώ είμαι ο Αλέξιος Ντετοράκης-Εξάρχου, ερευνητής με το Istorima και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Κύριε Δημήτρη, ξεκινήστε λέγοντάς μου κάποια πράγματα για σας, πότε γεννηθήκατε, από πού είστε. 

Λ.Β.:

Να πω. Είμαι το ‘25 γεννηθείς. Η οικογένεια προσφυγική. Οι γονείς μου γρι ελληνικό δεν ξέρανε. Εδώ το χωριό, ο συνοικισμός, 25 οικογένειες ήτανε και στο δε δημοτικό ήμασταν 120 παιδιά. Μόνο στο δημοτικό. Τώρα ένα παιδί δεν κάνουν. Το πολύ δύο παιδιά κάνουν. Πηγαίναμε στο δημοτικό, γκρι ελληνικό δεν ξέραμε. Οι γονείς μου όλοι ήτανε Τουρκόφωνοι από τη Μικρά Ασία, περιοχή Μπρούσας. Που λες πηγαίναμε, εκτός που πηγαίναμε στο σχολείο, πηγαίνοντας έπρεπε να πάρεις και ένα ξύλο για τη σόμπα. Το σχολείο είχε δυο τσεκούρια μπαλτάδες, τεντζερμέ, για να κόβεις ξύλα. Είχε και δυο κουτσούρια, το πρωί καθόταν ένας έξω στο αυτό υπηρεσία... Αν κανένας μαθητής δεν πήγαινε ξύλα, τον τιμωρήσουνε. Πηγαίναμε, έβγαινε καπνοφυτεία, ερχόνταν μαμάδες μας, μπαμπάδες μας, μας παίρνανε από το θρανίο, το δάσκαλο ρωτούσανε, γιατί εργάτες χρειαζόνταν. Εμείς πηγαίναμε καπνοφυτεία τότες. Όλα με τα χέρια. Που λες μόνο και μόνο, για να φυλάμε τα γελάδια. Περισσότερα παιδιά έκαμνανε μόνο και μόνο, για να έχουνε εργάτες. Έτσι που λες. Ύστερα, αρχίσαμε... Το βγάλαμε το σχολείο, για γυμνάσιο και για αυτό... Μόνο αυτός πήγε, αυτού η γυναίκα πήγε, αυτή η οικογένεια. Ενώ ήταν οικογένειας που μπορούσαν να στείλουν. Αφού πήγαινε ο Στεφανάκος, ο Στέφανος δάσκαλος και μια γριά και γειτόνισσα, τούρκικα τον λέει. «Αμπ ογλούμ από τα γράμματα -λέει- τι βγαίνει από τα γράμματα; Βρε παιδάκι μου, από τα γράμματα τι θα βγάλεις απ’ τα γράμματα;». Γιατί τα άλλα τα αδέρφια δούλευαν και αυτός πήγε στο Γυμνάσιο. Αυτά που λες. Ύστερα μεγαλώσαμε, παντρευτήκαμε το ‘47. Τριών μηνών παντρεμένος με καλέσανε φαντάρο. 

Α.Ν.:

Πιο πριν να ρωτήσω. 

Λ.Β.:

Ναι, ρώτα. 

Α.Ν.:

Νεαρός όταν ήσασταν, τον πόλεμο όταν ξεκίνησε, τον θυμάστε; 

Λ.Β.:

Ποιον; 

Α.Ν.:

Ο πόλεμος, όταν ξεκίνησε... 

Λ.Β.:

Το ‘49; Αφού φαντάρος ήμουνα. 

Α.Ν.:

Πιο πριν. Το ‘47 αφού είπατε φαντάρος. Το ‘40 δεν ξεκίνησε, οι Γερμανοί που ήρθαν. 

Λ.Β.:

Α, ήρθαν ναι οι Βουλγάροι. Τους Βουλγάρους είχαμε. Α και τους Γερμανούς να σου πω. Τότες ήμουνα, όταν ήρθαν οι Γερμανοί, 14 χρονών. Και εκεί κάτω στο δρόμο κατεβαίναμε, περνούσαν οι Γερμανοί, δύο άτομα, τρία άτομα, με τρίκυκλα. Ήταν μεγάλες μοτοσυκλέτες με καλάθι στο πλάι. Και ένας εδώ, κάτω από τα Σήμαντρα εδώ πέρα κάτω, κανένα χιλιόμετρο, σκοτώθηκε. Και τον θάψανε εκεί σε ένα λόφο, ήταν ένας λόφος μικρός και τον θάψανε το Γερμανό εκεί. Βάλανε και ένα ξύλινο σταυρό, βάλανε και το κράνος απάνω στο σταυρό. Μετά κανένα χρόνο, όταν έγινε -πέθανε αυτός- στο καφενείο ήμασταν, καθόμασταν. Έρχεται ένας Γερμανός, γκραν γκρουν, τίποτα δεν καταλάβαμε. Και μας παίρνουν, εμένα με παίρνουνε... Δεν θα τον ξέρεις εσύ ένας άλλος γέρος και ένας Τουρκαλάς. «Σηκωθείτε». Μας πήραν μέσα στο αμάξι, λέμε που μας παν, για εκτέλεση μας παν. Μας πάνε στο μνήμα. Με τα αυτά ξεθάψαμε το νεκρό, σχεδόν δεν είχε λιώσει ακόμα. Με το φτυάρι ολόκληρο το βγάλαμε. Μέσα σε φέρετρο τον βάλαμε, τον πήρανε. Μας χαιρέτησαν και φύγαμε. Οι Γερμανοί. Ύστερα, ήρθε η κατοχή. Μας βάλανε τους Βουλγάρους. Με τους Βουλγάρους τι τραβήξαμε. Ότι τον πρώτο χρόνο που ήρθανε, μας είπαν θα δηλώσετε ότι βγάλατες. Σιτάρια, καλαμπόκια, φαγώσιμα είδη, «Γιατί θα σας δώσουμε, σύμφωνα με αυτό που παραδώσατε, θα σας δίνουμε χαρτιά, για να πάρετε». Είχαν φούρνο στο Σέλερο εδώ με αστυνομία. Από κει παίρναν όλα τα χωριά ψωμιά. Πηγαίναμε πρωί-πρωί με το κρύο με τα πόδια εκεί. Και τι σου δίνανε; Αν σου δίνανε ένα ψωμάκι τόσο και εκείνο πίτουρα μέσα, όλα μέσα. Και ερχότανε αυτό και το τρώγαμε εκείνο. Ύστερα, την άλλη μέρα το πρωί είχαμε γελάδες. Οι γελάδες είχαν πέραση τότες πολλή. Ερχόμασταν από τη δουλειά, τι τραβούσαν οι γυναικούλες τότες. Τώρα οι γυναίκες απαλλαχτήκανε. Να ‘ρθουμε από τη δουλειά κουρασμένοι, χεροκίνητα όλα. Η δουλειά με τα χέρια γινόταν. Η γυναίκα θα αρμέξει τις γελάδες, να μαζέψει ξερά ξύλα, για να ανάψει, να βράσει το γάλα, ενώ ο άντρας, μόλις ερχόταν, ήταν ελεύθερος πια. Θυμάμαι τη νύχτα επί κατοχής, τη νύχτα ζύμωνε η γυναίκα μου, για να μη χάσουμε μεροκάματο. Και το φούρνιζε. Έβγαζε και αυτό και το ψωμί. Αυτή ήταν η καλοπέραση με τους Βουλγάρους. 

Α.Ν.:

Εδώ στο χωριό είχανε έρθει Βούλγαροι και μένανε; 

Λ.Β.:

Ναι. Γενικά, βέβαια, όλα τα χωριά είχαν. Όσοι είχαν μερικά χωράφια, 100 στρέμματα, 200 στρέμματα, τους στείλανε εξορία αυτουνούς και τα χωράφια τα δώσανε. Ήρθαν οι Βουλγάροι, ήταν 7-8 οικογένειες. Βέβαια... Ηλικία μας, είχανε κοπέλες, πολλές κοπέλες είχανε. Με τα δικά μας τα παλικάρια γκομενίζανε πολύ. Φυλάγαμε καλαμπόκια από τα αγριογούρουνα, γιατί ο κάμπος είχε πολλά, πολύ δάσος είχε τότες. Και φυλάγαμε τα καλαμπόκια. Παρέα, δυο-τρία άτομα σε μια περιοχή και καθίσαμε εκεί κάτω. Ο σταθμός εδώ ο σιδηροδρομικός σταθμός. Τότε, στα τρένα δουλεύανε πάρα πολύ. Είχε δουλειά. Ένα βράδυ καθίσαμε παρέα, ανάψαμε μια φωτιά εκεί κάτω από το σταθμό, καμιά 200 μέτρα. Νύχτα... Βλέπω έρχονται δυο με τα όπλα από το σταθμό, Βούλγαροι. Για να δουν τι είναι, μήπως αντάρτες. Ευτυχώς, δεν μας πείραξαν. Κατάλαβαν τι κάναμε και δεν μας πείραξαν. Την κατοχή μετά. Για την κατοχή έχεις να ρωτήσεις τίποτα; 

Α.Ν.:

Οι αντάρτες που λέτε, υπήρχαν από το χωριό κάποιοι που πήγαν αντάρτες τότε επί Βουλγαρίας; 

Λ.Β.:

Ναι, βέβαια. Επί κατοχής στα βουνά βγήκανε, όχι αυτό. Επί κατοχής, εγώ ήμουνα αρραβωνιασμένος. 9 από το Μάρτιο του ‘47, ήρθαν χτυπήσανε το χωριό εδώ. Από δω από το ποτάμι κατεβήκανε. Το χωριό χτυπήσανε λέγοντας... Στο σχολείο, ήτανε μια διμοιρία στρατός. Γενικά, για το στρατό ήρθανε. Έτυχε και εκείνη την ημέρα και εγώ να ‘μαι στην αρραβωνιαστικιά μου. Από τη Μορσίνη ήτανε η αρραβωνιαστικιά μου. Εκεί ήμανε, το πρωί σηκωθήκαμε, ακούμε από την Ξάνθη έβαζε ο όλμος. Μπραμ, μπρουμ, πράμα, τι γίνεται, βρε; «Να, οι αντάρτες -λέει- χτυπάνε το Σούνιο». Εν τω μεταξύ, ακούσαμε ότι και 2 παιδιά σκοτωθήκανε εδώ από το χωριό. Κατεβαίνουμε στην Ξάνθη, πήγαμε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, που είναι Αγροτική Τράπεζα, εκεί παρακάτω απέναντι ήταν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Λέμε «αυτό και αυτό». Μας λένε: «Να ορίστε, εκεί στο μπαλκόνι είναι ο ένας». Του αυτουνού του Ασλανίδη ο γιος. Τον είχανε πάρει τα ρούχα όλα και τον είχαν μαχαιρώσει, εκτός από το αυτό. Τον είδαμε και λέμε: «Ο άλλος πού είναι;». Ο άλλος ήτανε του Πούλιου του Χρήστου εάν τον πρόλαβες, ο αδελφός του. Μου λένε: «Εκείνος δεν πέθανε ακόμα, να πάω στο νοσοκομείο». Απάνω στο άλλο το παλιό που ήταν. Πήγαμε εκεί, λένε: «Τον έχουμε στην απομόνωση». Ήταν τελειωμένος, από δω μπήκε και από δω βγήκε η σφαίρα. Το είδαμε δεμένο. Ήταν τελειωμένο τότε. 

Α.Ν.:

Αυτό έγινε στον ανταρτοπόλεμο το ‘47 που λέτε. 

Λ.Β.:

Ναι, ναι. 

Α.Ν.:

Επί Βουλγαρίας, όμως, υπήρχε κανείς που να τον κυνήγησαν οι Βούλγαροι στο χωριό; 

Λ.Β.:

Από δω; 

Α.Ν.:

Ναι. 

Λ.Β.:

Από το χωριό δεν είχαμε. Δεν είχαμε, γιατί τον πρόεδρο που είχαμε... Καλός ήταν ο άνθρωπος. Ο Βούλγαρος πολύ καλός ήταν, αλλά μερικά καρφιά δικά μας από δω μεριά. Συνήθως, υπάρχουν και καρφιά. Ε, να σου λέγε, «Ο τάδες έχει σιτάρι και το [00:10:00]κρύβει». Εγώ θυμάμαι είχαμε, χωράφια δεν είχαμε και δουλεύαμε ένα χωράφι από δω, από τους Αμαξάδες. Και πήγαμε, τρίβαμε αυτό, σπάζαμε τα κουκουνάρια, τα φέρναμε, τα τρίβαμε κρυφά από τους Βούλγαρους. Τα κάρα, όπως έχουν τα πλαϊνά, από κάτω γεμίζαμε κουκουνάρες και από πάνω βάζαμε φύλλα. Όπως έμπαινα στο χωριό, με σταματάνε εδώ στη γέφυρα. Θα σου κάνουμε έλεγχο. Βρίσκουν τις κουκουνάρες από κάτω. Μας γράφανε, μας γράψανε, λέει: «Και θα μας παραδώσεις τόσο καλαμπόκι». Παραδώσαμε και κείνο. 

Α.Ν.:

Υπήρχαν δηλαδή κάποιοι από το χωριό που τα ‘χανε πιο καλά με τους Βούλγαρους; 

Λ.Β.:

Ε, πάντα βγαίνουν, πάντα βγαίνουν τέτοιοι. Μέχρι που γραφτήκανε και Βούλγαροι. Βέβαια. Γραφτήκανε και Βούλγαροι. Μετά έγιναν εθνικισταί. Μετά εθνικισταί έγιναν. Οι καλύτεροι εθνικισταί έγιναν ύστερα. Προχωράμε; 

Α.Ν.:

Επί Βουλγαρίας να ρωτήσω κάτι. Στο χωριό, δεν είχε στρατό βουλγαρικό; 

Λ.Β.:

Όχι, στρατό δεν είχε. Ο σταθμός είχε κάτω του τρένου. Είχε 5-6, ερχότανε στο χωριό μέσα, βόλτες κάνανε, επειδή είχαμε και 6-7 κοπέλες Βουλγάρες. Ερχόταν και αυτοί εδώ. Γκομενίζανε, τέτοια πράγματα. 

Α.Ν.:

Και όσο ήταν οι Βούλγαροι το σχολείο, εσείς βέβαια είχατε τελειώσει, λειτουργούσε για τα παιδιά τα μικρά; 

Λ.Β.:

Όχι, δεν λειτούργησε το σχολείο, δεν λειτούργησε. Δεν λειτούργησε το σχολείο. Είχε κλείσει. 

Α.Ν.:

Ούτε βουλγαρικό σχολείο είχε δηλαδή. 

Λ.Β.:

Όχι δεν είχε. Τώρα η εκκλησία λειτουργούσε, αλλά βουλγαρικό δεν ήταν πάλι. Δικοί μας παπάδες λειτουργούσαν. Μας είχαν ελεύθερους την εκκλησία. 

Α.Ν.:

Υπήρχε δηλαδή κόσμος που επί Βουλγαρίας έφυγε από την περιοχή, τον διώξανε οι Βούλγαροι που είπατε; 

Λ.Β.:

Ήταν 2-3 οικογένειες τσοπαναραίοι, Τσομπάνογλου ο Ζήσης που είναι, ο πατέρας τους ήταν τρία αδέλφια. Τον αυτόνα, τον πεθερό σας, του Καπλάνη. Και αυτόν τον στείλανε στη Βουλγαρία. Ύστερα, το Δημήτρη το Σάββογλου. Του Πάνου του Σάββογλου τον πατέρα του. Αυτούς τους διώξανε, δήθεν συνεννοηότανε με τους αντάρτες στο βουνό. Δήθεν. Τρίχες. Πήγανε οι άνθρωποι 3-4 χρόνια εξορία στη Βουλγαρία, μετά ήρθανε. Ευτυχώς, δεν τους κόψανε. Εδώ στον Πολύσιτο παρακάτω, ένα χωριό που είναι, ήρθαν αντάρτες τη νύχτα, πιάνουν και σκοτώνουν τον φύλακα το Βούλγαρο. Νυχτοφύλακας ήταν ο άνθρωπος. Τον σκοτώσανε, ήρθαν και οι Βούλγαροι ύστερα. Τρία άτομα πήρανε ούτε και ξέρουν πού τους έθαψαν. Αυτό το κακό είδαν τα χωριά μας από τους Βούλγαρους. Αλλού μαθαίνουμε ότι έγιναν πολλά, αλλά είχαν αντίρρηση από τα χωριά φαίνεται, όπου αυτά γινότανε. Όπως στη Δράμα, έκαναν, στο αυτό, κάτι αυτά έτσι. 

Α.Ν.:

Την απελευθέρωση πώς τη θυμάστε; 

Λ.Β.:

Από τους Βούλγαρους; Ε, πολύ, ήμουνα παλληκαράκι τότες. Νύχτα φύγανε, νύχτα. Δεν τους είδαμε, νύχτα φύγανε. Αποβραδίς ξεκίνησαν με τα κάρα. Με τα κάρα ξεκινήσανε, το πρωί βγαίνουμε έξω, οι Βούλγαροι έφυγαν. Έφυγαν οι Βούλγαροι. Μερικά παιδιά μάθανε και βουλγάρικα. Όσα ήταν μικρά και με τα μικρά παίζανε, τα μικρά μαθαίνουν πιο γρήγορα. Εμείς τόσα χρόνια που τους είχαμε, δεν μάθαμε βρε, εγώ.

Α.Ν.:

Να ρωτήσω πάλι επί Βουλγαρίας, από την πόλη, από την Ξάνθη που δεν είχαν αυτοί χωράφια καθόλου, ερχόντουσαν στο χωριό, για να βρουν τίποτα να πάρουνε; 

Λ.Β.:

Βέβαια, βέβαια. Γυρίζαν τα χωριά. Τότες μερικοί αγρότες που είχανε, βγάζανε πολύ καλαμπόκια και αυτά και τα κρύβανε ή είχανε μερικά χρήματα στην άκρη, τα νοίκια τα αυτά, είχαν πέσει πολύ οι τιμές στην Ξάνθη. Και μερικοί αγοράσανε, βολευτήκανε και μερικοί. Και τέτοια γίνανε. 

Α.Ν.:

Όταν φύγαν οι Βούλγαροι, ήρθαν στο χωριό αντάρτες του ΕΑΜ; 

Λ.Β.:

Ναι, πόσες μήνες κρατήσαν αυτοί. Το ΕΑΜ ήρθε. Ήρθε το ΕΑΜ. Ήρθαν εδώ στο σχολείο και τραγουδούσανε δικά τους τραγούδια. Μας μάζεψαν και μας έκαναν οργανώσεις, ΕΠΟΝ, ΕΑΜ πώς τους λέγανε αυτούς. Και αυτά γίνανε. Τώρα, το ΕΑΜ δεν θυμάμαι πόσες μήνες κράτησε. 

Α.Ν.:

Κάνα εξάμηνο θα ‘ταν. 

Λ.Β.:

Έτσι λέω, πρέπει να κράτησε κάνα εξάμηνο. 

Α.Ν.:

Αυτοί ήτανε από άλλα χωριά, από αλλού ή είχε και ντόπιους; 

Λ.Β.:

Από το χωριό μας δεν είχαμε. Τα Κιμμέρια είχανε πολλούς. Από κει ερχόντανε. Ήταν και οργανωμένοι αυτοί πολύ. Και συνδεότανε και με το βουνό. Είχαν για και ανθρώπους στα βουνά. Από το χωριό μας έφυγαν, ένας μελισσάς έφυγε και κείνος τελευταία, τελευταία. Φοβόταν και έφυγε. Αυτός ήταν μονάχα. Και μετά γράφτηκε εθελοντής χωροφύλακας, επί πληρωμή ήτανε. Ο κόσμος δεν είχε και λεφτά. Μερικά παλικαράκια γράφτηκαν, όπως αυτά τα δυο τα παιδιά που σκοτωθήκανε με τη μάχη. Δεν είχαν πατέρα να τους πει, «Πού πάτε εσείς». Νεολαία, σου λέει θα κρατάμε όπλο, σου λέει Αλτ, ανάτ θα κάνουμε», και μετά σκοτωθήκανε τζάμπα. 

Α.Ν.:

Οι αντάρτες τότε μπαίνανε στο χωριό, κατεβαίνανε να πάρουν τρόφιμα ή να πάρουνε κόσμο μαζί τους; 

Λ.Β.:

Οι αντάρτες; 

Α.Ν.:

Ναι. 

Λ.Β.:

Βέβαια. Από δω πήρανε, πόσα άτομα πήρανε. Καμιά 17 άτομα πήραν από δω στο βουνό και δύο-τρεις δεν γύρισαν. Βέβαια. Πήρανε αυτά. Τα είδαμε όλα αυτά. Κατεβήκανε ένα βράδυ, 9 Μαρτίου και 13 Μαρτίου πάλι ήρθανε. Στις 13 Μαρτίου και εγώ έτυχα να ‘μαι εδώ. Γιατί στις 9 ήμουνα στην αρραβωνιαστικιά μου. Ήρθα 13, πάλι ήρθανε. Και χτυπούσανε. Ο στρατός εκεί κοντά από το σχολείο είχανε πολυβολείο. Από το πολυβολείο οι σφαίρες μας έβρισκε, το διπλανό σπίτι ήταν του πατέρα μου, ακριβώς την εξώπορτα έβρισκαν οι σφαίρες. Είχαμε βουβάλια τότες ζεύγαμε. Πέφτει ένας όλμος στην αχυρώνα μας, εδώ δίπλα. Ανάμεσα και στάβλος ήταν στιβιασμένο κοπριά. Δεν πέρασε η φωτιά στο στάβλο. Ο γείτονας μας βγήκε από κει, φωνάζει: «Ε, βγείτε ρε. Θα καείτε. Πήρε ο αχυρώνας σας φωτιά». Ο όλμος έπεσε μέσα στην αχυρώνα, πήρε φωτιά. Εμείς δεν μπορούσαμε να βγούμε, γιατί η εξώπορτα, θέριζαν οι σφαίρες. Και το βουβάλι λύθηκε από μέσα, από τον κρότο και είχαμε δίπλα στην εξώπορτα μια τριανταφυλλιά. Ήρθε και έτρωγε τα φύλλα από την τριανταφυλλιά. Τόσες σφαίρες στο βουβάλι δεν χτύπησε καμιά σφαίρα. Που λες έρχονται, ο στρατός έβλεπαν, ο στρατός το βουβάλι έβλεπαν. Σου λέει σε αυτό το σπίτι ήταν αντάρτες. Έφυγαν αντάρτες, βγαίνω στη διμοιρία αυτός, έρχεται ένας ανθυπολοχαγός στο σπίτι μέσα. «Από δω -λέει- αντάρτες ήταν». «Όχι βρε παιδάκι μου, τι αντάρτες». «Εβλέπαμε εμείς -λέει- αντάρτες». Και έψαξε με το ξίφος. Είχαμε τότες κοφίνες, βάζαμε μέσα σιτάρια. Σου λέει μήπως κρύφτηκε μέσα στο σιτάρι. Τέλος πάντων, αυτοί κυνηγούσαν τους αντάρτες, αυτός άφησε ένα φαντάρο να μας φυλάει εδώ. Αφού δεν βρήκαν τίποτα, τελείωσε το πράγμα, έκλεισε το αυτό. Να σου πω σε αυτή την ιστορία τώρα. Πήγα φαντάρος μετά στο Βόλο. Πήγαμε να δούμε ποδόσφαιρο. Εγώ με το ποδόσφαιρο δεν έχω καθόλου δοσοληψίες. Πήγαμε και δίπλα στο στρατόπεδο ήταν ποδόσφαιρο. Βλέπω δίπλα μου ένας κύριος καπνίζει τσιγάρο. Λέω: «Αυτόν κάπου τον έχω δει μωρέ, κάπου τον έχω δει». Εγώ δεν καπνίζω τσιγάρο, παίρνω από το φίλο μου ένα τσιγάρο και ζητάω φωτιά από αυτόν που κάπνιζε για να ανοίξουμε συζήτηση. Λέω: «Κάπου σε έχω δει εσένα βρε λέω, δεν μπορώ να θυμηθώ». Με λέει: «Από που είσαι;». Λέω: «Από την Ξάνθη είμαι». «Α -λέει- εγώ έκανα εκεί φαντάρος, ανθυπολοχαγός ήμουνα». Λέει: «Από ποιο χωριό;». «Από το Σούνιο», λέω. Και ύστερα, τον είπα την περίπτωση που λες. Και τι [00:20:00]να ‘ναι! Εγώ το φανταριλίκι στο σταθμό του Βόλου έκανα. Στα τρένα μας είχαν, ήταν τότες στρατιωτικός νόμος. Τον έλεγχο, εγώ ήμουνα στρατονόμος στο τρένο μέσα και αυτός που λες ήταν υπάλληλος σε εκείνο το σταθμό που υπηρετούσα εγώ και κάθε μέρα τα λέγαμε ύστερα. Θέλω να σου πω ιστορίες.  Εγώ ως φαντάρος, την καλύτερη ζωή τότες την έκανα. Γιατί έπεσα... Η τύχη με έριξε, όχι ότι εγώ προσπάθησα. Μας είχανε στο τρένο και με είχανε, πώς να στο πω, τη μυστική αστυνομία. Και 6 μήνες έκανα από το σταθμό της Λάρισας στο Θεσσαλικό το τρένο μέχρι το Βόλο. Μετά με κατεβάσανε στο Βόλο στο σταθμό και παίρναμε το Θεσσαλικό Βελεστίνο-Φάρσαλα, από κείνο το δρόμο. Μέχρι τα Φάρσαλα πηγαίναμε εμείς και περιμέναμε το άλλο το τρένο να ‘ρθει, για να φύγουμε πίσω. Το τρένο από πίσω είχε ένα βαγόνι. Από μέσα μεριά τσιμέντο ριγμένο, [Δ.Α.] και είχαμε εκεί μέσα τον ασύρματο. Ασύρματος, έτσι γύριζες και όταν μιλούσες, δύσκολα γύριζε. Τέλος πάντων, ήταν και 4-5 φαντάροι. Μαζί με το τρένο πηγαίναμε. Και που λες χτυπάνε την Καρδίτσα αντάρτες. Μπαίνουνε στην Καρδίτσα, κρατάνε την Καρδίτσα δυο μέρες. Και ανατινάζουν μια γεφυρίτσα ανάμεσα Σοφάδες και Καρδίτσα. Εμείς πηγαίναμε μέχρι τα Φάρσαλα, από κει περιμέναμε το άλλο το τρένο, ανταλλαγή επιβατών γινόταν. Που λες, αναγκαστικά, μέχρι τη γεφυρίτσα έπρεπε να πάμε τώρα και περιμέναμε το άλλο το τρένο. Ερχόταν από πάνω και θα γινόταν ανταλλαγή επιβατών. Έτυχε να πάμε το δικό μας το τρένο πιο μπροστά. Κατεβαίνουμε όλοι από περιέργεια. Ε, να άνθρωποι, άσε οι επιβάτες υποχρεωτικά έπρεπε να κατέβουν αλλά και ‘μεις οι φαντάροι, μηχανοδηγός, το προσωπικό του τρένου και αυτοί κατεβαίνουνε. Πάμε να δούμε την ανατιναγμένη γέφυρα. Εκείνη η γεφυρίτσα ήτανε στον κάμπο για τα βροχόνερα ήταν... Δεν ήταν, δυο μέτρα. Αλλά μετά όταν την ανατινάξαν στα φρέσκα χώματα, βάλανε νάρκες οι αντάρτες. Πήγαμε που λες, από περιέργεια μαζευτήκαμε και ένας ταγματάρχης, του λέει ο σιδηροδρομικός: «Κύριε ταγματάρχα, μην πατάς τα φρέσκα χώματα». Δεν πρόλαβε να τελειώσει το αυτό, πατάει ο ταγματάρχης τη νάρκα. 7 επιτόπου και εμένα με πήρε στο γόνατο. Και άλλα 2-3 αυτά, αυτό το πόδι έχει κάμποσα αυτά. Γυρίζω που λες στο αυτό πίσω. Δεν κοιτάζω τίποτα τι έγινε, πόσοι τραυματίες ήταν και εγώ δεν ξέρω. Από κει, μας κατέβαζανε στις Σοφάδες, μας πάνε σε ένα γυμνάσιο, φωνάζουν έρχονται γιατροί. Εμένα με δέσανε από δω και από κει, για να μην αιμορραγεί. Μετά ακόμα έχω τώρα αυτό, δες. Να το από δω μπήκε το αυτό και τώρα εδώ βλέπεις ένα κομματάκι. Πρόπερσι με ενοχλούσε, πήγα το ‘βγαλα, το ‘σκισαν, το πήραν. Ένα κομματάκι έμεινε φαίνεται, τώρα άρχισε να με ενοχλεί. Και όταν κοιμάμαι και είναι το ποδάρι μου μαζεμένο έτσι, στο βαθύ τον ύπνο με ξυπνάει. Και θέλω να πάω να το βγάλω πάλι. Που λες, εκεί στο αυτό και τέσσερα δάχτυλα χιόνι έξω. Που λες στο γυμνάσιο πάμε, κοιτάζω γύρω-γύρω, πω πω. Μερικοί μαυρισμένοι, δεν μπορούσες να τους γνωρίσεις. «Μην μιλάς -λέει- εσύ καλά είσαι, μη μιλάς». Από κει μας κατεβάζουν στα Φάρσαλα. Παίρνουν τηλέφωνο από το νοσοκομείο, στέλνουν 6-7 νοσοκομειακά. Μας παίρνουν από κει, μας κατεβάζουν στη Λάρισα. Εκεί κάθομαι κάνα ενάμιση μήνα. Αυτό εδώ, τραβούσανε το υγρό από μέσα και δεν μου είπαν ότι... Με στείλανε ύστερα στη Δράμα, γιατί όσοι εξεταζότανε, οι τραυματίες και ήτανε γεροί, τους στέλνανε πίσω στα τάγματα πάλι. Και είχανε, όσοι τους στέλναν στα τάγματα, στις επιχειρήσεις απάνω, δεν πήγαιναν στο τάγμα που τους έστελνε η υπηρεσία και πήγαιναν στο δικό τους το τάγμα. Που λες, εγώ τώρα ήξερα αυτή τη διαταγή, πήγα στη Δράμα. Από κει με είδανε, με στείλανε πίσω. Ήμουνα μάχιμος, δηλαδή. Έτυχε να αλλάξει πάλι το αυτό, επειδή δεν πηγαίναν στα αυτά και από κείνο το γλίτωσα. Δηλαδή, η σειρά η δικιά μας, τώρα τι σειρά υπηρετά μήπως ξέρεις; 

Α.Ν.:

Δεν ξέρω τώρα. 

Λ.Β.:

6η ΕΣΣΌ ήμουν εγώ. 6η ΕΣΣΟ. Και αυτοί που την πληρώσανε, η δικιά μας η σειρά την πλήρωσε. Μας πήρανε με ένα μήνα εκπαίδευση, τι εκπαίδευση; Και είχαμε, μισοί και μισοί ήμασταν με του αυτουνού του πανεπιστημίου, τους είχανε πάρει και αυτουνούς όλους. Και σκοτωθήκαν, οι περισσότεροι που χάσανε σαρανταεξάρηδες. Η σειρά μας. Αυτά, τελείωσε και με το αυτό, με το αντάρτικο. 

Λ.Β.: Μπορώ να κάνω μια- 
Α.Ν.:

Ναι, ναι. 

Λ.Β.: Με ρώτησες τι σειρά είναι τώρα, τι ΕΣΣΟ είναι τώρα. 
Λ.Β.:

Ναι. 

Λ.Β.: Πριν 42 χρόνια η δικιά μου ΕΣΣΟ ήταν 148. Τώρα είναι 400 τόσο, άσ’ το. Εσύ ήσουν 6. 
Λ.Β.:

Το είπε προχθές τη σειρά. 

Λ.Β.: 400 τόσο είναι τώρα. 
Λ.Β.:

Ναι. 6η ΕΣΣΟ ήμουν εγώ. Υπηρέτησα, εμείς υπηρετήσαμε 29 μήνες, χωρίς άδεια. Η προηγούμενη σειρά από μας, 45 μήνες. 45 μήνες υπηρετήσαν. Εμάς μόλις τελείωσε ο ανταρτοπόλεμος, έγιναν εκλογές στις 20 του Μάρτη, τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς. Έγιναν οι εκλογές, μας κράτησαν, για να ψηφίσουμε το κόμμα που ήθελαν αυτοί. Δέκα μέρες μετά μας απολύσανε. Άντε φευγάτε. 

Α.Ν.:

Εκεί δηλαδή σας ελέγχαν τι ψηφίζετε σαν φαντάρος; 

Λ.Β.:

Αφού μας πήγαινε αποκλειστικά ο στρατός. Περιοχή λέγανε, μας είπαν την τάδε περιοχή, στο Βόλο μέσα μας πήγανε. Μπορείς να ψηφίσεις πουθενά; 

Λ.Β.: Υποχρεωτικά. 
Λ.Β.:

Έτσι γινότανε. Και τώρα ακόμα σε μερικές περιπτώσεις, έτσι γίνεται πάλι. Τώρα ρώτα και συ, αν έχεις που να ξέχασα εγώ. 

Α.Ν.:

Ναι, να ρωτήσω για το χωριό λίγο πιο γενικά. Εσείς τι καλλιέργειες είχατε; 

Λ.Β.:

Γενική αγροτική. 

Α.Ν.:

Είχατε και καπνά; 

Λ.Β.:

Βέβαια, τα καπνά ήταν η καλλιέργεια καθαυτή καλλιέργεια καπνοπαραγωγική είχαμε. Από κει βλέπαμε καμιά δραχμή. Γιατί ο κάμπος έβραζε παντού. Τότες υπόγεια γεωτρήσεις, τέτοια δεν υπήρχαν. Τα χωράφια όλα τσαΐρια ήταν, όλα λιβάδια. Αφού σκέψου εδώ στον κάμπο το δικό μας, τα αυτά τα λιβάδια με τα χέρια θερίζανε. Και όταν ερχόταν η εποχή, για να θεριστούν τα λιβάδια, εδώ κάτω στον κάμπο το δικό μας ερχόταν από τα νησιά πάρα πολλοί εργάτες, μόνο και μόνο θεριστάδες. Και έβλεπες εκεί, αν πεις πάλι πελαργοί, γιατί είχε τροφή τότες. Παντού πελαργοί ήταν. 

Α.Ν.:

Στα καπνά, θυμάστε ερχόντουσαν μεσίτες από την Ξάνθη; 

Λ.Β.:

Οι έμποροι είχαν μεσίτες, μας στέλνανε εδώ και έβλεπαν οι μεσίτες. Κατείχαν και από την ποιότητα του καπνού. Κατείχαν, βαθμολογούσανε. Του τάδε του καπνού έτσι πολλά και όταν ανοίγαν οι αγορές, ερχόταν ο μεσίτης και σου έλεγε: «Ο δικός σου ο καπνός 40 δραχμές. Ο δικός σου 43. Ο δικός σου...». Άμα ήθελες, τον έδινες. Άμα έβρισκες αλλού καλύτερη τιμή, αλλά δεν έβρισκες. Αυτοί συνεννοημένοι ήτανε. Και αυτό γινότανε. Ύστερα, από την τράπεζά μας, όχι. Από την τράπεζα παίρναμε λεφτά για τον καπνό. Όταν ερχόταν η εποχή να σπείρουμε, «πόσα στρέμματα έχεις να σπείρεις; 10 στρέμματα». Σου ‘βαζε 50 ευρώ το στρέμμα δικαιούσουν να πάρεις. Το παίρναμε εκείνο, μετά ερχότανε, ωρίμαζαν τα καπνά, τα κρεμούσαμε. Πόσα κιλά έβγαλες; Τόσα. Σου ‘κοβε η τράπεζα ένα ποσό, πήγαινες το [00:30:00]‘παιρνες και εκείνο. Και έτσι τη βγάζαμε. Και όταν πουλούσες τον καπνό, άμα δεν σε περίσσευε τίποτα, τότε ο φάκελος ερχόταν άδειος. Έτσι, την περάσαμε τότες. Τα καπνά μας, το χωριό μας καθαρό καπνό. Εδώ, οι πρόποδες των βουνών, όλα τα καπνά, τα χωριά, καθαρά από τον καπνό βλέπανε καμιά δραχμή. 

Α.Ν.:

Τα καπνά μέχρι πότε τα ‘χατε ως κύρια καλλιέργεια; 

Λ.Β.:

Κοίταξε να δεις, καθώς βγήκανε οι γεωτρήσεις, τα ποτιστικά, τότες παρατήσαμε τα καπνά. Γιατί κουραστική δουλειά τότες, δεν είχανε βγει φυτευτικές μηχανές και αυτά ήταν πολύ κουραστική δουλειά. Μετά που βγήκανε τα ποτιστικά, όλοι τα παρατήσανε. Πότιζε το χωράφι του, έπαιρνε καλή σοδειά. Τότες γλιτώσανε και οι γυναίκες από τη δουλειά. Και τώρα καμιά γυναίκα δεν πάει στη δουλειά. Θα πεις τώρα εδώ δεν έχουμε και γυναίκες.

Α.Ν.:

Για τα καπνά που λέτε είναι κουραστική δουλειά, τι είχε δηλαδή και ήταν κουραστική; 

Λ.Β.:

Ωχ, τι είχε. Το αυτό, φύλλο-φύλλο το περνούσες στη βελόνα. Έχεις ιδέα από τέτοια, δεν έχεις ιδέα. 

Α.Ν.:

Για αυτό, ρωτάω. 

Λ.Β.:

Φύλλο-φύλλο περνούσε. Άσε που το περνούσε, το κρεμούσαν, ξεραινότανε και το χειμώνα άρχιζες, το έβγαζες, το άπλωνες από το σχοινί, φύλλο-φύλλο το έφτιανες παστάλι. Φύλλο-φύλλο. Ξέρεις τι μαρτύριο εκείνο; Φύλλο-φύλλο, εκείνα τα μικρά τα φύλλα, πολύ. Να τώρα... Τώρα δεν είναι τίποτα. Πάει στο χωράφι, το σπάζει, παίρνει μηχανή, κατευθείαν το μπουρλιάζει, έρχεται το βάζει από πάνω νάιλον στρωμένα. Τότες έβρεχε το καλοκαίρι, τακτικά έβρεχε. Τα είχαμε απλωμένα στα αυτά, τα βαγόνια τα λέγαμε εμείς. Άντε έπιασε μία ψιχάλα, σήκωσε τα, μαζέψτε τα μέσα. Άντε έκανε ήλιος, πάτε βγάλ’ τα έξω πάλι. Μαρτύριο, πολύ μεγάλο μαρτύριο. Τώρα τι είναι ο καπνός; Τώρα, να μην έχουν οι αγρότες, να μην έχουν παράπονα οι αγρότες. Πάλι έχουν γιατί αυτοί τώρα δεν θυμάνται πώς τους μεγαλώσαμε εμείς, με τι φασαρία. 

Λ.Β.: Εσύ πάντως έζησες και καλά χρόνια στα χωράφια, τα τελευταία χρόνια. 
Λ.Β.:

Δόξα τω Θεώ. 

Λ.Β.: Χωράφια είχες, το τρακτέρ σου, τα εργαλεία σου, τα πάντα σου. Δεν είχες. 
Λ.Β.:

Χωράφια δεν μας δώσανε εμάς. Δεν ήρθαμε μαζί με τους άλλους, τους εντόπιους εδώ. Καμιά δέκα-δώδεκα οικογένειες. 

Λ.Β.: Από που, από την Κοζάνη ήρθατε εσείς; 
Λ.Β.:

Ναι. Πήγαμε, ο παππούς μας ήταν από της αυτηνής τα χωριά. 

Λ.Β.: Πτολεμαΐδα; 
Λ.Β.:

Όχι, όχι. Γρεβενών. 

Λ.Β.: Από τα Γρεβενά.
Λ.Β.:

Τα χωριά. Ζάλοβο λεγόταν με το παλιό. Τρίκωμο λέγεται με το καινούριο. Πήγαμε και σε κείνο το χωριό, πήγαμε. Βρήκαμε τους συγγενείς. Ο παππούς μας έφυγε από κει επί Τουρκοκρατίας. Ποιος ξέρει πότε έφυγε; Εγώ τον θυμάμαι τον παππού. Το ‘32 πρέπει να πέθανε εδώ. Αλλά μόλις έγινε προσφυγιά, μας πήγε και κει, κατά εκεί προς το χωριό του. Και μας πήγε εκεί, γιατί το χωριό τους είχε εργάτες. Αυτοί δούλευαν αμπέλια πολύ. Και τώρα εκείνο το χωριό λέγεται Τρίκωμο, αλλά συνήθως το λένε Κρασοχώρι. Κρασιά βγάζει πολύ. 

Α.Ν.:

Εσείς δεν είπατε, δεν είχαν έρθει οι δικοί σας από τη Μικρά Ασία, από Προύσα; 

Λ.Β.:

Ναι, από κει ήρθαμε, από την περιοχή Προύσας. 

Α.Ν.:

Και πήγαν πρώτα Γρεβενά; 

Λ.Β.:

Παππούς μας πήγε εκεί, επειδή ήταν από κει. 

Λ.Β.: Α, μάλλον έφυγε από τα Γρεβενά στην Προύσα και μετά από την Προύσα ήρθαν εδώ. 
Λ.Β.:

Ε, ναι. Πήγε δηλαδή στο χωριό του, μετά 50 χρόνια μπορώ να σου πω. Δεν μπορούσε να πάει τότες, συγκοινωνία, πράγματα δεν είχε. 

Λ.Β.: Εσύ μπάρμπα Μήτσο, από την Προύσα Γιελετζικλήδες είστε ή... 
Λ.Β.:

Ναι από το Γιαλατζίκ. 

Λ.Β.: Το Γιελετζίκ. Έχει σημασία να το πούμε αυτό; 
Α.Ν.:

Α, ναι. 

Λ.Β.: Το Γιελετζίκ, είναι πόσο καμιά 30 χιλιόμετρα από την Προύσα; 
Λ.Β.:

Όχι, 14 χιλιόμετρα αλλά τώρα ενώθηκε. Ενώθηκε. 

Λ.Β.: Το Γιελετζίκ. Εδώ στο χωριό Γιελετζικλήδες ποιοι είναι, εσείς; 
Λ.Β.:

Και εσείς. Κελεσενλήδες. 

Λ.Β.: Κελεσενλήδες. Ο πεθερός μου είναι από το Κελεσέν. 
Λ.Β.:

Ε, ναι αυτοί ήταν. Και οι άλλοι Θρακιώτες. 

Λ.Β.: Μετά οι άλλοι Θρακιώτες. 
Α.Ν.:

Οπότε τα χωράφια εδώ οι Θρακιώτες τα είχαν δηλαδή; 

Λ.Β.:

Όχι, οι Θρακιώτες δεν ήταν εντόπιοι και αυτοί ήρθαν από τη Θράκη. 

Α.Ν.:

Όχι, επειδή είπατε άλλοι πήραν χωράφια τότε. 

Λ.Β.:

Κοίταξε τι γίνεται. Στη διανομή, δεν ήμασταν εδώ. Ήρθαμε το ‘29 από την Κοζάνη εδώ, αλλά εδώ το χωριό είχε μια επιτροπή. Και μερικοί από κει από το Γιαλατζίκ μας είχανε μανία. Σου λέει να μην τους δώσουμε, να προσκυνάνε σε μας. Και έγινε και δεν μας δώσανε χωράφια.

Α.Ν.:

Να ρωτήσω κάτι. Είπατε που ήταν δύσκολα στα χωράφια και αυτά. Πότε άρχισε να γίνεται πιο εύκολη η αγροτική δουλειά; 

Λ.Β.:

Να, καθώς βγήκαν τα ποτίσματα, τα μηχανήματα. 

Λ.Β.: Γύρω στο 70;
Λ.Β.:

Ναι, ναι εκεί μέσα. 

Α.Ν.:

Τρακτέρ δηλαδή πότε πήρε ο κόσμος στο χωριό εδώ; 

Λ.Β.:

Όταν πήρα εγώ το πρώτο τρακτέρ, το πήραμε το ‘65. Το ‘60 πήραμε. 

Λ.Β.: Στο χωριό πόσα τρακτέρια είχε τότε, δυο-τρία; 
Λ.Β.:

Όταν πήρα εγώ, δύο είχε. 

Λ.Β.: Παπάζογλους. 
Λ.Β.:

Ε, από του Παπάζογλου ήταν ένα πατατράκ. Δεν ήταν τρακτέρ εκείνο. Ένα το είχανε πάρει δυο-τρία αδέρφια, είδαν και πάθανε, για να πληρώσουνε. Γιατί δεν έβγαινε δουλειά, κατάλαβες; Εμείς όταν το πήραμε, κάπως ήταν αλλαγμένα τα πράγματα. 

Λ.Β.: Εσύ το '65 το πήρες. 
Λ.Β.:

Ναι το '65 πήρα εγώ. Ο αδερφός μου είχε πάει στη Γερμανία. Οικονόμησε μερικά λεφτά, ήρθε και πήρε κομπίνα. 

Λ.Β.: Ο μπαρμπα-Σταύρος. 
Λ.Β.:

Κοντά στην κομπίνα χρειαζόταν και τρακτέρ και πήραμε το τρακτέρ. Τότες τα τρακτέρια που πήραμε, δεν είχανε έτσι στο παρτικό πίσω δύναμη. 

Λ.Β.: Α, είχαν... 
Λ.Β.:

Στο πλάι είχανε. 

Λ.Β.: Είχαν στο πλάι το ντεμί και με [Δ.Α.]. 
Λ.Β.:

Α, μπράβο. Και βάζαμε μπροστά στο αυτό την κεντρόφυγα και με το λουρί ποτίζαμε. Είχαμε χωράφια πολύ κάτω από το χωριό μας σε άλλη περιοχή. Και ποτίζαμε νύχτα-μέρα εκεί με τα τρακτέρια. Κουνούπια... Εγώ είχα ένα τρακτέρ, η εξάτμιση ήτανε χαμηλά. Ήτανε δύο πιθαμές απάνω από το χώμα, η εξάτμιση. Ξαπλωνόμουνα εκεί και έβαζα και κατέβαζα την εξάτμιση για τα κουνούπια. 

Λ.Β.: Για να φεύγουν τα κουνούπια. 
Λ.Β.:

Και κοιμόμουνα στην εξάτμιση. Να δουλεύει το τρακτέρ και να κοιμάσαι. Τι να πρωτοθυμηθώ; Και όπως δούλευε το τρακτέρ, φραπ κάνει σβήνει. Ε, τώρα άντε την άλλη μέρα ρυμούλκα στην Ξάνθη. Τότες, ιδέα δεν είχα απ’ αυτά. Ένας Ανδρέας ήτανε στην Ξάνθη, γκαράζ αυτόν τον ξέραμε. Το πήγαμε εκεί, λέμε έτσι και έτσι και έτσι έπαθε. Ύστερα, αυτός τι έκανε. Εκείνο τι είχε; Έπεσε ένα παξιμάδι και σφήνωσε στο γκρανάζι μέσα, το σταμάτησε. Ευτυχώς, φτηνά τη γλιτώσαμε. 

Α.Ν.:

Ηλεκτρικό στο χωριό πότε ήρθε θυμάστε; 

Λ.Β.:

Πως... Ηλεκτρικό. Όταν ήρθε το ηλεκτρικό, εκείνο το χρόνου που πήραμε το ‘65. Στα αλώνια βγήκαμε με την κομπίνα, εδώ αλωνίσαμε και μετά στον Έβρο πήγαμε. Όταν ήρθαμε από τον Έβρο, είχε πάρει το χωριό ρεύμα, το ‘65. 

Α.Ν.:

Στον Έβρο, γιατί πήγατε; 

Λ.Β.:

Για να αλωνίσω με την κομπίνα. Έτσι ήταν τότες. Ο Έβρος αργούσε να ωριμάσουν τα στάρια και όσοι τελείωναν από δω.

Λ.Β.: Πήγαιναν απάνω.
Λ.Β.:

Πήγαιναν εκεί. 

Α.Ν.:

Όταν ήσασταν μικρός, τότε εκείνα τα χρόνια πέρα από τη δουλειά στα χωράφια που είχατε, στον ελεύθερο χρόνο από διασκέδαση τι κάνατε με άλλους νεαρούς; 

Λ.Β.:

Κάθε μέρα στο βουνό πηγαίναμε, μόλις τελειώσαμε το δημοτικό. Κάθε μέρα όλη η νεολαία και μερικοί γέροι που δεν είχαν παιδιά με τα γαϊδουράκια στο βουνό να φέρουμε ένα φορτίο ξύλα. Εμείς που ήμασταν παλικαράκια, πηγαίναμε την Κυριακή το βουνό, πουλούσαμε τα ξύλα στου καφετζή και περνάμε χαρτζιλίκι. Πόσο χαρτζιλίκι θα ήταν! Ύστερα φορτώναμε. Όσο σκέφτομαι τώρα εκείνες τις αμαρτίες από τα ζώα, ρε παιδάκι μου. Φορτώναμε στο γαϊδούρι ξύλα και πηγαίναμε στην Ξάνθη να τα πωλήσουμε. Πόσο φορτίο, πόσα λεφτά θα πάρεις στην Ξάνθη; Και θυμάμαι μικρός ήμουνα, την Ξάνθη δεν τη γνώριζα. [00:40:00]Πότε πηγαίναμε στην Ξάνθη; Με παίρνει ένας το φορτιό, εδώ-εκεί, εδώ-εκεί και μου πάει κάτω στο Πούρναλικ. Τώρα από κει εγώ πώς θα ‘ρθω εδώ, δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Πού έχει τώρα από την τράπεζα ένας δρόμος, μια ανηφορίτσα έχει στο δρόμο της Καβάλας που βγαίνει. 

Λ.Β.: Ναι, ναι, ναι. 
Λ.Β.:

Από κει από πάνω βλέπω. «Α -λέω- πού είμαι τώρα, πώς θα πάω;». Και πληρώνω ένα δίφραγκο το γυφτάκι και με φέρνει στο παζάρι. 

Λ.Β.: Οδηγό. 
Λ.Β.:

Αυτά. 

Α.Ν.:

Δεν πηγαίνατε στην πόλη τότε μικρός... 

Λ.Β.:

Όχι, βρε. Καμιά φορά που είχε την έκθεση, μας έδινε ο πατέρας μου... Ήταν κι άλλα παλικαράκια, τα ξαδέρφια μου. Τέλος πάντων που λες, μας έστελνε. Πού να γυρίζεις πίσω, πού να πας στο ξενοδοχείο! Άσε ξενοδοχεία τότες δεν είχαν πολλά. Πανδοχεία ήτανε. Που λες στο Ζυγό, στη Μορσίνη ήταν χωριανοί μας από το Γιαλατζίκ και αυτά τα παιδιά από εκεί ερχότανε, παρέα μας πηγαίνανε και μέναμε εκεί. Τι γίνεται; Αφού είδαμε την έκθεση, από το Ζυγό ήταν δυο-τρία παιδιά και από δω ήτανε δυο-τρεις ήμασταν. Μας παίρνουν τα παιδιά να πάμε στο Ζυγό. Όπως ξεκινήσαμε από τον δρόμο που κατεβαίνει την Αγροτική Τράπεζα τώρα, εκεί αριστερά ο δρόμος είχε κάτι πλατάνια μεγάλα. Τα κόψανε εκείνα τώρα. Είναι αυτά τα παιδιά. «Άντε -λένε- να πάμε να περάσουμε», τρέξιμο. Αρχίζουν και τρέχουν, εγώ δεν μπορούσα να τρέξω μαζί τους, έμεινα πίσω. Πίσω από τον πλάτανο ένας χωροφύλακας τους σταματάει. «Γιατί τρέχετε, ρε;». Τους προλαβαίνω και ‘γω. Από ένα χαστούκι σε όλους. Τι παιδιά ήμασταν... 

Α.Ν.:

Αυτό πότε έγινε, η έκθεση είπατε δεν κατάλαβα. 

Λ.Β.:

Η Ξάνθη, πότε άρχισε η Ξάνθη έκθεση να κάνει; Δεν θυμάμαι. Αυτό που σου λέω μπροστά από την κατοχή πρέπει να ήταν. 

Α.Ν.:

Πιτσιρικάς, δηλαδή. 

Λ.Β.:

Βέβαια, βέβαια. Είχα έναν ξάδερφο μεγαλύτερο 3-4 χρόνια και ο μπαμπάς μου έστελνε και εμένα μαζί με αυτόν. Και αυτό πάθαμε. 

Λ.Β.: Ο μπαρμπα-Γιώργης ήταν μεγαλύτερος από σένα; 
Λ.Β.:

Βέβαια, δυο χρόνια. 

Λ.Β.: Δυο χρόνια. 
Λ.Β.:

Είχαμε έναν άλλον, άλλα δυο χρόνια μεγαλύτερος του Βασίλη, του μπαρμπα-Γιώργη αδερφός πιο μεγάλος. Εκείνος πέθανε πιο νέος. Πήγαμε... Επί ΕΑΜ ήταν αυτό. Πήγαμε στην Ξάνθη, αυτοί οι πορτοφολάδες με τα πορτοφόλια που κλέβανε, δεν ξέραμε αυτούς. Όλη η αλητεία από κάτω ήρθε εδώ. Και παίζανε, κάτι αυτά παίζανε στο παζάρι μέσα, παπατζήδες. Κοιτάζαμε σε αυτουνούς, ένας έρχεται και τραβάει το πορτοφόλι από την τσέπη μας. Και τι είχαμε, αλλά επειδής ήμασταν εμείς παρέα τον πιάσαμε. Ειδοποιήσαμε έναν αστυφύλακα και τον πήραμε στην ασφάλεια. Ασφάλεια ήτανε στην πλατεία εκεί. Ένα ξύλο τον τραβήξανε στην ασφάλεια αυτόν. Με δώσανε εμένα να τον χτυπήσω. Εγώ μπορούσα να τον χτυπήσω; «Εσύ -λέει- θα μπορέσεις αλλά θα σε δείρω εσένα», σε λέει. Τον παίρνει και αρχίζει. Τον έβαλε ύστερα να πλύνει και το κεφάλι του με κρύο νερό. Επί ΕΑΜ ήταν. 

Λ.Β.: Αυτοδικία. Επί ΕΑΜ; 
Λ.Β.:

Ναι, επί ΕΑΜ γίνονται αυτά.

Λ.Β.: Αυτοδικία. 
Λ.Β.:

Μετά αυτή λίμνη εδώ μας έσωσε. Αυτή η λίμνη μας μεγάλωσε εμάς. Ψάρι, πολύ ψάρι έβγαζε αυτή η λίμνη. Αφού πηγαίναμε τέτοια εποχή το χειμώνα, έβλεπες παγωμένο η λίμνη, αλλά είχε κάτι στενά μονοπάτια, βαθιά χαντάκια. Από το κρύο μαζευότανε εκεί το ψάρι και εκεί που κινούτανε, δεν πάγωνε το νερό, επειδή έπαιζε το ψάρι. Και πηγαίναμε με τα κάρα, όπως ήταν τα πλαϊνά μπρος και πίσω, βάζαμε κουρελού με την κοφίνα. Σε πέντε λεπτά μέχρι απάνω ψάρι. Τέτοια ψάρια και παχιά ψάρια. Και πηγαίναμε στην Ξάνθη, στη λαϊκή. Μας λένε, μια φορά μας πιάσανε. Μας λένε, «Πού τα βρίσκετε αυτά εσείς;». Εμείς λέμε, «Έχουμε χωράφια στη λίμνη κοντά. Το χειμώνα πλημμυρίζει η λίμνη, βγαίνουν τα νερά στα χωράφια μας, βγαίνουν και τα ψάρια. Τώρα στράγγισαν τα νερά και μεριές-μεριές στα χωράφια μας έμειναν αυτά τα ψαρά σε λίγα νερά. Άμα δεν θα πιάσουμε, θα βρωμίσουν». Μας λένε, «Θα τα φέρετε στη λαϊκή, θα τα πληρώνετε και θα κόψετε». Ύστερα άρχισαν να κουβαλάνε, μας σταματάν πάλι, μας λένε. Και πήγαμε να κάνουμε παράπονα. Η νομαρχία ξέρεις πού ήταν; Πού ήταν πιο μπροστά η γεωργική υπηρεσία απάνω; 

Λ.Β.: Ναι, ναι. 
Λ.Β.:

Όπως πας από την πλατεία Αντίκας λέγεται. 

Λ.Β.: Από την πλατεία απάνω, κατάλαβα. 
Λ.Β.:

Εκεί πήγαμε, κάναμε τα παράπονά μας. Νομαρχία ήταν εκεί, νομίζω, τέλος πάντων. Και από κει μας είπανε, «Δεν θα ξαναφέρετε». Αλλά αυτή η λίμνη μας έσωσε. Δώδεκα οκάδες γριβάδι, γριβάδια. Τώρα την άνοιξη βγαίνουν τα γριβάδια, για να ρίξουν τα αυγά τους έξω και τα αρσενικά από πίσω έριχναν το αυτό τους, έτσι γονιμοποιούνται αυτά. Δώδεκα κιλά ψάρι. Οκάδες ήταν τότες. 

Λ.Β.: Οκάδες. 
Λ.Β.:

Ναι. 

Λ.Β.: 15 κιλά. 
Λ.Β.:

Ναι, 15. Πηγαίναμε εμείς με τα καμάκια, είχαμε καμάκια. Με βέργα, καμάκι είχε. Άμα κάρφωνες το ψάρι, δεν μπορούσε να φύγει. Είχε το καμάκι, είχε αφτιά εδώ. Ένας γέρος το κυνηγούσε το ψάρι, από τους Αμαξάδες ένας γέρος. Δεν μπορούσε μέσα στο νερό να τρέξει, δεν μπόρεσε. Το περιέλαβα εγώ και θυμάμαι το ‘βαλα στον ώμο, μέχρι κάτω ήτανε. Δώδεκα οκάδες. 

Λ.Β.: 12 οκάδες ψάρι. 
Λ.Β.:

Πού είναι εκείνα τα μπερεκέτια; Τώρα, τίποτα δεν έχει το ψάρι. Παστώναμε και όλο το καλοκαίρι το ξαλμυρίζαμε και το τρώγαμε το ψάρι. Άλλο πάλι εκείνο. Εδώ ο κάμπος κάτι νερά, ποταμάκια είχε, όλο το καλοκαίρι είχε ψάρια. Πηγαίναμε να θερίσουμε με τα... Τότες, με τα χέρια θερίζαμε και παίρναμε από το σπίτι αυτό, φωτιά και λάδι με ξύδι. Το λάδι και το ξύδι σε ένα μπουκάλι βάζαμε. 

Λ.Β.: Λαδόξυδο, ναι. 
Λ.Β.:

Ναι. Μόλις σταματούσαμε κάνα δυο ώρες το μεσημέρι για ξάπλα, μπαίναμε με την κοφίνα μέσα στο αυτό, ένα σωρό ψάρια. Ερχόμασταν, στο τηγάνι ή στο αυτό. 

Λ.Β.: Στο Τζελέπι, είχε ψάρια τότε. 
Λ.Β.:

Ναι, για το Τζελέπι, ναι το ποτάμι. Πού είναι εκείνα τώρα; 

Λ.Β.: Δεν έχει τέτοια. 
Λ.Β.:

Ούτε νερά έχουν. Τότες υπήρχαν αρτεσιανά νερά. 

Λ.Β.: Από κάτω έβγαζε. 
Λ.Β.:

Ναι. Στο αυλάκι, ένα χωράφι είχαμε, πήγαμε, κάναμε για να βρούμε νερό αρτεσιανό. Με το χέρι τότες. Αυτά δεν υπήρχαν τέτοια εργαλεία. Πήγαμε, που λες, τρυπήσαμε μες στη μέση το χωράφι, για να είναι εύκολο το πότισμα. Μες στη μέση το χωράφι πήγαμε να κάνουμε γεώτρηση. Δεν υπήρχε ΔΕΗ τότες, με το χέρι. Εκείνο που λες έβγαλε αρτεσιανό, δεν είχε... Δεν μπόρεσε... Δεν είχε παραπάνω νερό να ποτίσεις. Ούτε και έκλεινε και μας έκανε. 

Λ.Β.: Όλο το χωράφι. 
Λ.Β.:

Ναι, μισό μέτρο, ένα μέτρο γύρω-γύρω- 

Λ.Β.: Νερό- 
Λ.Β.:

Δεν μπορούσαμε να το καλλιεργήσουμε. Κάμποσα χρόνια. 

Λ.Β.: Ε, βέβαια άμα έβγαζε νερό. 
Λ.Β.:

Ύστερα, που βγήκαν τα μηχανήματα, έγινε και το αυτό, γεώτρηση καλή εκεί. 

Λ.Β.: Ε, αυτά γύρω στο ‘70, όπως λες. 

Λ.Β.:

Και τώρα πάμε 110 μέτρα και δεν βρίσκουμε νερό. Βρίσκουμε ένα δωδεκάρι, ένα δεκατεσσάρι, τίποτα. 

Λ.Β.: Ναι, μια πίπα δεκατεσσάρι. 
Λ.Β.:

Τότες εγώ την πρώτη γεώτρηση που έκανα σε αυτό το χωράφι που σου λέω, ΔΕΗ είχαμε, πάλι έκανα την πρώτη γεώτρηση. Καλοκαίρι ήτανε. Τότες, είχαμε την κομπίνα. Ο γείτονας μου ένας, εκεί έχει ένα χωραφάκι. Το παίρνει αυτός ο Σωτήρης. Ο Ασλάνης. 

Λ.Β.: Ναι, ο Ασλανίδης. 
Λ.Β.:

Ναι, ο Σωτήρης και το σπέρνει σόγια. Και βάζει τρεις πυραύλους, μικρούς πυραύλους, αλλά εκείνους τους πυραύλους τους ξέρεις. 

Λ.Β.: Ξέρω... 
Λ.Β.:

Όχι αυτούς τους πολύ μεγάλους τώρα. Όχι εκείνα. Τρεις πυραύλους γεώτρηση. 

Λ.Β.: Δωδεκάρια, δεκατεσσάρια, τι είχαν; 
Λ.Β.:

Ναι, ναι. 

Λ.Β.: Τώρα που... Δεν έχει τέτοια νερά. 
Λ.Β.:

[00:50:00]Εκείνη η γεώτρηση τότες ήτανε στα 40 μέτρα. Μετά εκείνο το καταργήσαμε και πήγαμε στα 70 μέτρα. Και τώρα έχω τα 70 μέτρα, τελευταία ένα δωδεκάρι. 

Λ.Β.: Αυτά θα στα εξηγήσω μετά. Είναι τεχνικοί όροι. 
Λ.Β.:

Και τώρα κάναμε άλλες γεωτρήσεις μέχρι 110 μέτρα άλλες δυο. Τα ίδια είναι πάλι. Ξεκινάει από δεκαοχτάρι και κατεβαίνει στα δωδεκάρια. 

Λ.Β.: Στα δωδεκάρια. Όσο τραβάς. 
Λ.Β.:

Ναι. Πίπα. 

Α.Ν.:

Εδώ στο χωριό έχει, στο Σούνιο έχει και μουσουλμάνους κατοίκους, έτσι; 

Λ.Β.:

Ε, τώρα μόνο μουσουλμάνοι έμειναν. 

Α.Ν.:

Από παλιά, όμως... 

Λ.Β.:

Ε, ήταν. Οι παλιοί πολύ λίγοι μείνανε. Αυτοί κατεβήκαν, αυτό το χωριό τώρα έγινε κωμόπολις. Από δω μπροστά από μένα εδώ, 30 παιδιά πάνε σε ένα σχολείο. Τώρα, στο Γυμνάσιο πάνε, στο Τεχνικό πάνε. Και από κάτω κατεβαίνουν και από κάτω τους παίρνουν. Ένα δικό μας δεν έχουμε. Κάνα δυο νέοι που παντρεύονται τώρα, στην Ξάνθη μένουν και έρχονται τα δουλεύουν τα χωράφια. 

Α.Ν.:

Αυτοί είναι δηλαδή Πομάκοι από τα χωριά απάνω. 

Λ.Β.:

Α, μπράβο. Από το βουνό, από το βουνό είναι όλοι. Αρέντες που τους λέμε. 

Λ.Β.: Μπαρμπα-Μήτσο, στο Κιόσελερ ήταν παλιοί Τουρκαλάδες; 
Λ.Β.:

Και κει ήτανε. 

Λ.Β.: Και κει είναι. Από δω μεριά πάνω τώρα; 
Α.Ν.:

Από δω Πομάκοι. 

Λ.Β.: Από δω μεριά είναι Πομάκοι. Οικογένειες τουρκικές εδώ ήταν ποιοι, Νταλαμπάζηδες και ποιοι άλλοι; 
Λ.Β.:

Α, μπράβο. Νταλαμπάζηδες, ένας άλλος [Δ.Α.]. 

Λ.Β.: [Δ.Α.] του Μουσταφά ο μπαμπάς. 
Λ.Β.:

Ναι. Ήταν καμιά αυτό, αλλά τώρα αραίεψαν πολύ. 

Λ.Β.: Εδώ απάνω είχε λίγες οικογένειες Τουρκαλάδων, πρέπει να ήταν 5-6 οικογένειες. 
Λ.Β.:

Ε, ναι 5-6 μείνανε. 

Λ.Β.: Οι περισσότεροι ήταν κάτω στο Κιόσελερ. 
Λ.Β.:

Όχι, όχι και κει. Το Κίρτσαλ πολύ μικρό χωριό ήταν. 

Λ.Β.: Πρέπει να ‘ταν μικρό χωριό εκεί. 
Λ.Β.:

Και κει έμεναν μερικές οικογένειες και εδώ απάνω μείνανε. Εδώ απάνω κάμποσοι ήταν. [Δ.Α.] ήταν. Δεν είχαν από το βουνό. Μετά κατεβήκαν από το βουνό. 

Λ.Β.: Οι Τούρκοι από δω πότε έφυγαν; Μετά το ‘74 ή πριν; 
Λ.Β.:

Από το ‘50 άρχισαν και πιο μπροστά έφυγαν μερικοί λαθραία. Αλλά από το ‘54, εγώ αγόρασα από Τούρκο χωράφι το ‘50. 

Λ.Β.: Οι Μουτούσηδες τι είναι, Τούρκοι ή Πομάκοι; 
Λ.Β.:

Τούρκοι, εντόπιοι. 

Λ.Β.: Τούρκοι. 
Λ.Β.:

Ναι, Τούρκοι. 

Λ.Β.: Ο βουλευτής του ΚΙΝΑΛ στην Ξάνθη είναι από δω. Ο Μπουρχάν Μπαράν. 
Λ.Β.:

Ναι, από δω είναι. 

Λ.Β.: Είναι τουρκικής καταγωγής. 
Α.Ν.:

Από δω. Αυτοί φύγανε για Τουρκία δηλαδή; 

Λ.Β.:

Ναι, στην Τουρκία πήγαν. Είναι στη μάνα πατρίδα. 

Λ.Β.: [Δ.Α.] galiba? 
Α.Ν.:

Εσείς με αυτούς τι σχέσεις είχατε; 

Λ.Β.:

Είχαμε καλές σχέσεις. Αφού στα χωράφια ο ένας τον άλλον βοηθούσαμε, στα καφενεία μαζί ήμασταν. Δεν έχουν και τώρα ακόμα πολύ καλά είμαστε. Δεν έχουμε παράπονο. Υπάρχουν και μερικοί γκρινιάρηδες. Πήγα προηγουμένως, χτύπησε το τηλέφωνο και βλέπω, «Halo, Halo», με είπε. Νόμιζα από την Προύσα, γιατί από το αυτό, από το χωριό μιλάμε καμιά φορά. 

Λ.Β.: Α, μιλάς; Δεν μου λες, εκείνος ο φίλος σου που είχαμε πάει τότε με τον πεθερό μου ζει; Αυτός που ‘χε, ταβουκτσής, βρε. 
Λ.Β.:

Βέβαια. 

Λ.Β.: Ζει αυτός; 
Λ.Β.:

Ζει, αλλά από τη μέση και κάτω δεν πιάνει. Σακατεύτηκε τότες. Ε, να νόμισα αυτουνού ο γιος νόμισα. «Halo» με είπε, είπα εγώ το όνομά του. Έκλεισε, φαίνεται δεν ήταν αυτός.

Λ.Β.: Δεν θα ήταν αυτός. 
Λ.Β.:

Από δω από μέσα φαίνεται πήρε λάθος. 

Α.Ν.:

Α, είχατε στο χωριό λέτε στην Προύσα είχατε πάει και είχατε.... 

Λ.Β.:

Βέβαια, τρεις φορές πήγα εγώ στην πατρίδα. 

Λ.Β.: Τρεις φορές. Και με τον πεθερό μου είχατε πάει. Και μαζί είχαμε πάει. 
Λ.Β.:

Και φωτογραφία δεν έχουμε; 

Λ.Β.: Φωτογραφίες έχουμε. Μαζί είχαμε πάει. 
Λ.Β.:

Με αυτουνού τα παιδιά μιλάμε. Αυτός έκανε τώρα γεφυροπλάστιγγα απάνω στο δρόμο, γιατί τώρα μέσα στη Προύσα έμεινε το χωριό σχεδόν. 

Λ.Β.: Ναι, επεκτάθηκε η Προύσα. 
Λ.Β.:

Και ήθελε να πάρει και βενζίνα να βάλει και δεν τον έδιναν. Αυτός δεν είναι με τον Ερντογάν. 

Λ.Β.: Με τον Ερντογάν. Ήταν καλός άνθρωπος ο μπαμπάς του, Χαλή, πως τον έλεγαν; 
Λ.Β.:

Μουμίν. Καλός άνθρωπος. Αφού πήγα και με γυρίσανε όλα τα αυτά τα χωριά γύρω-γύρω. Πήγαμε σε μια λίμνη εκεί, πώς λέγεται να δεις. Από κείνη τη λίμνη, εδώ έξω από τη Θεσσαλονίκη είναι πρόσφυγες. 

Λ.Β.: Ναι, στο Ιζνίκ, κάπως έτσι. 
Λ.Β.:

Όχι, όχι. Άμα θυμηθώ θα στο πω. Μουνταλιά και από κείνη τη λίμνη φέρνανε ψάρια στο χωριό μας. Και αυτός ο Τουρκάλας μας πήγε και κει γυρίσαμε και είδα και σε αυτή τη λίμνη παραλία-παραλία όλο ψαροταβέρνες με μεγάλα μαγκάλια, για να τηγανίζουν αυτά. Και την εκκλησία δεν την πειράξανε καθόλου. 

Α.Ν.:

Αυτούς εσείς πού τους γνωρίσατε στο χωριό; 

Λ.Β.:

Τους Τουρκαλάδες αυτούς;

Α.Ν.:

Ναι- 

Λ.Β.:

Από δω, τότες που φύγανε παλιά, αυτός ήταν χρυσοθήρας. Έψαχνε παλιά, σου λέει οι παλιοί κάτι θα ξέχασαν εδώ και έπαιρναν να ψάξουν να βρούμε να τα βγάλουμε μαζί τα λεφτά.

Λ.Β.: Κι ήλθαν εδώ- 
Λ.Β.:

«Εγώ θα βγάλω -λέει- άδεια και τα λεφτά μαζί». Και του λέω εγώ: «Βρε -λέω- πήγαινε ένα φορτίο ξύλα στο αυτό, στην Προύσα, για να πάρουν ότι θα πάρουν [Δ.Α.]. Από που είχαν λεφτά;». «Αυτά τα λεφτά -λέει- είναι από τους αντάρτες». Τέλος πάντων, ήρθε εδώ αυτός και έψαχνε, γιατί οι γονείς του από δω πήγαν εκεί. 

Λ.Β.: Α, ήταν ανταλλάξιμος και αυτός. 
Λ.Β.:

«Πώς λεγόταν το χωριό σου;». «Καβακλί». Βρε φάγαμε, τρεις φορές ήρθε. Όλη την περιοχή, τη Θεσσαλονίκη, πήγαμε, πήγαμε. 

Λ.Β.: Το Καβακλί είναι ο Άγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης. 
Λ.Β.:

Ε, ναι. Εκείνο είναι πόλις είναι. 

Λ.Β.: Είναι πόλη τώρα. 
Λ.Β.:

Και εντόπιο δεν έχει ούτε έναν. Τέλος πάντων εκεί πήγαμε. 

Λ.Β.: Από εκεί έφυγε αυτός. 
Λ.Β.:

Οι γονείς του. 

Λ.Β.: Οι γονείς του, ναι. 
Λ.Β.:

Ναι, αλλά δεν ήταν από εκεί. Αν σου πω από πού ήτανε. Που λες, πήγαμε από κει, ήρθαμε σε ένα άλλο μέρος, μας είπαν εδώ είναι το χωριό το τάδε. Πάμε εκεί στο χωριό, «Αυτός -λέει- δεν είναι εδώ». Εν τω μεταξύ, μια φορά πήγε αυτός το χωριό του μια φορά, αλλά δεν ήξερε που, τα παιδιά δεν ήταν τότε μαζί του, μόνος του ερχότανε. Με έναν Τουρκαλά από δω πήγανε. «Βρε -του λέω- χωριανούς δεν έχεις απ' το άλλο το χωριό να σου πούνε σε ποιο μέρος είναι το χωριό σου;». Τελευταία, που λες όποτε ερχόνταν, με παίρνανε από δω και πηγαίναμε μαζί, για να γυρίσουμε. Τελευταία, ήρθε ο γέρος ο Μουμίνης, ο γιος του και ο εγγονός του, τρεις. Ξεκινήσαμε από δω, μόλις φτάσαμε εκεί στο Σοχό, που λέει για το Σοχό, βλέπω αυτοί γυρίζανε, στο Σοχό γυρίσανε. Πω λέω. Βρήκαν το χωριό τους εκεί πού είναι ακριβώς. «Βρε, πού πάμε;». «Να, εδώ κάπου -λέει- πρέπει να είναι το χωριό μας». Το πρώτο χωριό που ανταμώσαμε, λέμε έτσι και έτσι και έτσι, ψάχνουν αυτοί ένα χωριό. Το χωριό του δεν λεγότανε Καβακλί, Καβάκ. 

Λ.Β.: Καβάκ. 
Λ.Β.:

Καβάκ λεγότατε. 

Λ.Β.: Αυτοί ψάχναν Καβακλί, στον Άγιο Αθανάσιο. 
Λ.Β.:

Ναι, Καβάκ. Σταματήσαμε, ήταν ένα σούπερ μάρκετ εκεί, μια γυναικούλα ήτανε. Τον είπαμε έτσι, μας είπε το χωριό και μας έκανε και το σχεδιάγραμμα. «Θα πάτε από δω έτσι, αυτό το χωριό θα περάσετε, εκείνο το άλλο το χωριό θα περάσετε. Τέλος πάντων, αριστερά θα στρίψετε, δεξιά θα στρίψετε». Πήγαμε, βρήκαμε το χωριό. Ένα ρημαγμένο χωριό μες στο βουνό. «Βρε -λέω- εσύ σε καλό σε έγινε προσφυγιά. Από δω έφυγες». 

Λ.Β.: Έφυγες από δω και πήγες στην Προύσα. 
Λ.Β.:

«Λοιπόν τώρα -λέω- τα λεφτά που θα βρεις από το χωριό σου, θα τα πάρουμε μισά». Και τον πειράζω τώρα. Μιλάμε τακτικά. 

Α.Ν.:

Αυτός δηλαδή μένει στο χωριό που ήταν οι γονείς σας. 

Λ.Β.:

Ναι, ναι το χωριό μας. 

Λ.Β.: Το Γιέλετζικ. 
Λ.Β.:

Μας γύρισε το χωριό μας. Τώρα, τελευταία που πήγα, ένας πλουσιότερος του χωριού μας, ήρθε εδώ στη Μορσίνη έμενε. Στο Πούρναλικ, εκεί ένα αυτό μέρος, τότες αλλά φτηνό ήταν και αγόρασε, έχουν μαγαζιά εκεί. Και που λες, ύστερα έχω και ένα φίλο από τον αυτόνα, φίλο λέγοντας από το ίδιο το χωριό, πατριώτης. Στην Κοζάνη, σε ένα χωριό. Εκείνος στη Θεσσαλονίκη μένει τώρα. Έχει χρόνια που μένει στη Θεσσαλονίκη. Έρχονται από την Προύσα ένα γκρουπ δικηγόροι, παραλήδες εκδρομή. Και παν σε ένα κέντρο να φάνε και σε εκείνο το κέντρο αυτός ο φίλος μου έτυχε να είναι εκεί ο μόνος που ήξερε τουρκικά. 

Λ.Β.: Ε, τι Μικρασιάτες. 
Λ.Β.:

Που λες με την ομιλία εκεί, τώρα τον έχουν αντιπρόσωπο. Όποιος έρχεται από κει. 

Λ.Β.: Τον στέλνουν σε αυτόν; 
Λ.Β.:

[01:00:00]Ναι σε αυτόν. Και με αυτόν πήγαμε, ένας δικηγόρος τον γιο του πάντρευε και τον κάλεσε στο γάμο. 

Λ.Β.: Και πήγες και συ; 
Λ.Β.:

Ναι, και αυτός μου λέει, «Πάμε ρε, έτσι και έτσι. Μόνος μου να μην πάω». «Πάμε ρε», λέω. Πάμε που λες, αυτός καπάρωσε το ξενοδοχείο, μας περίμενε εκεί που κατεβήκαμε, πήγαμε στο νικιάχ πρώτα. 

Λ.Β.: Α, στον αρραβώνα. 
Λ.Β.:

Ναι, αρραβώνα. Εκεί που κάνουν, όχι αρραβώνα, στέψη αυτονών. 

Λ.Β.: Η στέψη. 
Λ.Β.:

Ναι. Εκεί που γίνεται η στέψη, η Προύσα μεγάλη πόλις. Ένα απέραντο μέρος σκεπασμένο για πάρκινγκ τα αυτοκίνητα. Όμορφα πράγματα, θέση, με θέσεις τα αυτοκίνητα και έχει ταμπέλες, σε ποια ταμπέλα είναι σειρά σου και γράφει,Την τάδε ώρα θα γίνει του αλλουνού το νικιάχ, την άλλη ώρα... Πήγαμε, εκεί που λες είδαμε και το νικιάχ. Το βράδυ μας κάλεσαν να πάμε στο κέντρο. Πήγαμε και στο κέντρο, μέχρι στις δύο η ώρα χορέψαμε. Τέσσερα βραδιά μείναμε στο ξενοδοχείο, δεν μας άφησε να πληρώσουμε φράγκο ο άνθρωπος. Είναι δικηγόρος και αυτός και ο γιος του μόλις είχε πάρει το πτυχίο. Και η νύφη από την Αδριανούπολη από δω. Και τώρα αυτό, μιλάμε στο τηλέφωνο και με αυτόν. 

Α.Ν.:

Μια χαρά. Τώρα που είπατε για γάμο, η δικιά σας η σύζυγός ήταν από την Μορσίνη; 

Λ.Β.:

Από κει ήτανε. 

Α.Ν.:

Με προξενιό δηλαδή αρραβωνιαστήκατε; 

Λ.Β.:

Ε, με προξενιό, τότες οι γέροι δεν ρωτούσανε. 

Λ.Β.: Κάτσε, η Μορσίνη είναι Γιελετζικλήδες και αυτοί; 
Λ.Β.:

Σκέτοι. 

Λ.Β.: Ε, είδες... 
Λ.Β.:

Σκέτοι Γιαλατζίκ είναι το Κατράμιο, η Μορσίνη. Αυτά τα δύο τα χωριά νέτοι σκέτοι Γιαλατζίκ είναι. 

Λ.Β.: Κρατούσαν από κει κοινή καταγωγή. 
Λ.Β.:

Ύστερα έχουμε και στο Ζυγό κάμποσους, αλλά μες στους Πόντιους είναι. 

Λ.Β.: Ναι αυτοί ανακατεύτηκαν. 
Λ.Β.:

Στην Κοζάνη, είμαστε καμιά σε 7-8 χωριά σκορπισμένοι. Σκορπίσανε. Στα Κουφάλια, μια οικογένεια. Του πεθερού μου η αδερφή. Τότες, με την προσφυγιά δεν ήξερε πού και πού να πάει. 

Λ.Β.: Ποιος που να πάει. 
Λ.Β.:

Ναι. Αυτά. 

Α.Ν.:

Οπότε σας την επιλέξανε, επειδή ήτανε και αυτή από κει. 

Λ.Β.:

Βέβαια από τζάκι. Κυνηγούσανε, τζάκια κυνηγούσανε. 

Λ.Β.: Τζάκια, βέβαια. Η κυρα-Ελένη. Την πρόλαβα εγώ, τη γνώρισα την κυρα-Ελένη. Αρχόντισσα. 
Λ.Β.:

Τζάκια κυνηγούσανε. 

Λ.Β.: Πόσα χρόνια έχει που συγχωρέθηκε η κυρά-Ελένη; 15, παραπάνω; 
Λ.Β.:

Τόσα περίπου, τόσο περίπου. 80 χρονών πέθανε, 97. 

Α.Ν.:

Αυτά, νομίζω. Υπάρχει κάτι άλλο που θέλετε να πείτε, που δεν το ρώτησα εγώ, δεν το σκέφτηκα. Από τα παλιά κάτι, θυμάστε; 

Λ.Β.:

Παλιά να σου πω. Η γριά μου, η μάνα μου έλεγε, είχανε στο χωριό απάνω ένα μοναστηράκι, όπως εδώ έχουν αυτό. Και το λέγανε, να δεις πώς το λέγανε. Του Αϊ-Γιάννη γιορτάζανε. Αυτοί δεν το ξέρανε πώς τον λένε τον Αϊ-Γιάννη. Δεν μπορώ να το θυμηθώ τώρα. Κεφαλή. «Κεφαλή» έλεγε η μάνα μου. Κεφαλή θα πει, αποκεφάλιση. Από 400 χρόνια Τουρκίας έτσι τους έμεινε. Κεφαλή. 

Λ.Β.: Από την αποκεφάλιση. 
Λ.Β.:

Ναι, μπράβο! Κεφαλή, κεφαλή και είπα εγώ τον Τουρκαλά τότες που πήγα. Έτσι και έτσι, η μάνα μου έλεγε. «Α, θα σε πάμε εκεί», λέει. Με πήγανε, μια σωλήνα έτσι, τρέχει νερό. Άλλο τίποτε δεν έχει. Τότες είχανε μοναστηράκι και βγαίνανε το γιορτάζανε, ας πούμε, 400-500 χρόνια. Αλλά τότες που ήμασταν μικρά παιδιά, δεν ρωτήσαμε τους μπαμπάδες μας πώς τα περνούσαν εκεί και αυτοί από τους πρόγονούς τους τι άκουσαν, τι δεν άκουσαν. Τώρα, το σκέφτομαι και ένας άλλος από την Κοζάνη με πήρε, για να με ρωτήσει ορισμένα πράγματα, όπως εσείς. 

Λ.Β.: Ο μπαρμπα-Μήτσος είναι πολύτιμη πηγή πληροφοριών. 
Α.Ν.:

Οι γονείς σας όταν γεννηθήκατε εσείς μικρός, ελληνικά δεν μιλούσανε, τα μάθανε μετά; 

Λ.Β.: Δεν έμαθαν. 
Α.Ν.:

Δεν μάθανε ποτέ; 

Λ.Β.: Έμαθαν ποτέ Ελληνικά, η μάνα σου μίλησε ποτέ Ελληνικά, όχι;
Λ.Β.:

Μπα! Ο πατέρας μου γραφή ούτε ένα γράμμα ελληνικό δεν ήξερε. Ο πατέρας μου υπηρέτησε και στον ελληνικό στρατό εκεί, τον πήρανε. 

Λ.Β.: Α, τον πήρανε τότε. 
Λ.Β.:

Τότες και έτυχε να είναι ένας από της Δράμας τα χωριά και τον έμαθε να γράφει το όνομά του. Και σιγά-σιγά διάβαζε εγώ θυμάμαι, γράμμα-γράμμα διάβαζε ο πατέρας μου.

Λ.Β.: Διάβαζε. Η μάνα σου δεν έμαθε ποτέ ελληνικά; 
Λ.Β.:

Όχι. 

Λ.Β.: Όπως και οι δικοί μας, ποτέ. Η γιαγιά Φρόσω αυτοί, αυτοί δεν μίλησαν ποτέ ελληνικά. 
Λ.Β.:

[Δ.Α.], είδαμε και πάθαμε, για να το φορέσουμε φουστάνι. Βράκα. 

Λ.Β.: Α, με τη βράκα, ναι βέβαια. 
Λ.Β.:

Ντρεπότανε να βάλουν. 

Λ.Β.: Ντρεπότανε να βάλουνε φουστάνια. Βράκες, όπως ήταν από κει, χανούμισσες. 
Α.Ν.:

Ωραία.