© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Μία εκπαιδευτικός αφηγείται τις ταξιδιωτικές της περιπέτειες απ' όλο τον κόσμο

Istorima Code
20361
Story URL
Speaker
Κλεοπάτρα Λύτρα (Κ.Λ.)
Interview Date
12/11/2021
Researcher
Νίνο Μτσεντλίντζε (Ν.Μ.)
Ν.Μ.:

[00:00:00]Ονομάζομαι Νίνο Μτσεντλίντζε, είμαι Ερευνήτρια στο Istorima, βρισκόμαστε στον Βόλο, έχουμε 13/11/2021. Θέλετε να μου πείτε το όνομά σας;

Κ.Λ.:

Λέγομαι Κλεοπάτρα Λύτρα, για τους φίλους Πάτι.

Ν.Μ.:

Μπορείτε να μου πείτε λίγα πράγματα για τον εαυτό σας;

Κ.Λ.:

Έχω γεννηθεί στον Βόλο, το '60. Είμαι 61 χρονών αυτήν τη στιγμή, γιατί πιάνουμε και τον λήγοντα, ξέρεις, έχουμε '21 άρα είμαι 61. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν μια διαρκής κίνηση, λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, που ήταν εργολάβος. Έπαιρνε δουλειά σε πάρα πολλά μέρη της Ελλάδας. Οπότε, μόνιμα, ήμουνα μια εδώ μια εκεί. Αναγκαζόμουν να προσαρμόζομαι και τα λοιπά. Αυτό μάλλον μου 'μεινε, γιατί και η μετέπειτα ζωή μου έτσι ήταν. Τελείωσα σχολείο στον Βόλο, το λύκειο, και από πολύ νωρίτερα βέβαια, είχα αρχίσει να ασχολούμαι και να με προβληματίζουν άλλοι τόποι, αρχαία μυστήρια και τα λοιπά. Το πρώτο μου βιβλίο το διάβασα στα 13, σε σχέση με αυτά τα θέματα. Διάβασα για τους Μάγια συγκεκριμένα, και εκείνη τη στιγμή αποφασίζω να γίνω αρχαιολόγος. Τελειώνοντας το λύκειο, δίνω εξετάσεις για φιλοσοφική, με σκοπό να πάω Αρχαιολογία. Πάω λοιπόν εκεί, αλλά στο εξάμηνο επάνω κατάλαβα ότι ουδεμία σχέση αυτό που είχα στο μυαλό μου, να είμαι κάτι σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς, ας πούμε, και τέτοια με αυτό που μου πρόσφερε το Πανεπιστήμιο. Οπότε, τα παρατάω. Επιστρέφω Βόλο, και σκέφτομαι τι άλλο μου αρέσει, και αποφάσισα να γίνω δασκάλα, γιατί είπα ότι καλό είναι στα παιδάκια να δώσω χαρά, γέλιο, γνώση και τη σπίθα της ζωής, δηλαδή να δούνε και λίγο τη ζωή από διαφορετική άποψη, και όχι αυτό που λέει το βιβλίο καθαρά και στεγνά. Τελειώνω, λοιπόν, την Ακαδημία, τότε που υπήρχε στην Πάτρα. Διορίζομαι αναπληρώτρια, μόνιμη, έχοντας πάντα στο βάθος του μυαλού μου, ότι μπορώ να φύγω με απόσπαση στο εξωτερικό, γιατί αυτό ήταν ο σκοπός μου. Στα 18 μου, λοιπόν, γυρίζω λίγο πίσω, είχα κάνει μια λίστα με κάποια ταξίδια που πρέπει οπωσδήποτε να κάνω στη ζωή μου, και κάποιους τόπους που πρέπει σίγουρα να δω. Πρώτο ήταν η πυραμίδα. Οπότε, από τη στιγμή που αποκτώ το δικαίωμα με 3-4 χρόνια μόνιμου διορισμού να ζητήσω απόσπαση, αποφασίζω να ζητήσω την Αίγυπτο. Γιατί; Για την πυραμίδα. Και φεύγω, λοιπόν, ως δασκάλα για το ελληνικό σχολείο στην Αίγυπτο. Βρίσκομαι, λοιπόν, στην Αλεξάνδρεια, μια φανταστική πόλη, πανέμορφη, στα μάτια τα δικά μου, με τις ιδιαιτερότητες, βέβαια, του αιγυπτιακού λαού, από καθαριότητα παράδειγμα, έπασχε τρομερά, κατσαρίδες ιπτάμενες παντού και τις φοβόμουνα κιόλας. Όπου εκεί, τον πρώτο καιρό, πέρασα από τραγικά μέχρι εφιαλτικά, καθότι από τη βιασύνη μου να πάω και αυτήν την υπερένταση, τι θα δω; Τι θα κάνω; Να δω την πυραμίδα και τα λοιπά, αποφάσισα να πάω 20 Αυγούστου εγώ, με αποτέλεσμα έναν μήνα να είμαι ολομόναχη. Η κοινότητα εκεί μας έδινε διαμερίσματα, μη φανταστείς διαμερίσματα, εντάξει, σε στυλ τρώγλης, ας πούμε, θα το λέγαμε; Μέσα σε έναν χώρο, που ήτανε 3-4 οικοδομικά τετράγωνα τεράστιο, με ζούγκλα, δέντρα μέσα, όπου ήταν τα δικά μας τα σπίτια, τα σχολεία, η κοινότητα. Μου δίνουν, λοιπόν, ένα διαμέρισμα τραγικό, που έπρεπε να διασχίζω σκοτεινά μονοπάτια μέσα σε φοίνικες, εξωτικούς μεν, αλλά τραγικούς το βράδυ. Και μόνη, χωρίς να ξέρω κανέναν, χωρίς να ξέρω τη γλώσσα, γιατί εγώ στην Αίγυπτο πήγα με γαλλικά, όπου γαλλικά δεν μιλούσε κανένας, και το ανακάλυψα στο αεροδρόμιο, μόλις έφτασα. Αναγκάζομαι, λοιπόν, να ξεκινήσω να μαθαίνω λίγα αραβικά, για να μπορώ να λέω πέντε κουβέντες. Καθόμουν, λοιπόν, στο διαμέρισμα, όπου είχε ένα παραθυράκι που έβλεπε σε έναν κεντρικό δρόμο, και μου έχει μείνει αυτό, οι πρώτες λέξεις που έμαθα στα αραβικά να τις διαβάζω και να τις γράφω, λόγω της εικόνας, ήταν μια αφίσα διαφημιστική, ήταν η κόκα-κόλα και έμαθα λοιπόν κι εγώ να γράφω στα αραβικά κόκα-κόλα. Όπου έχουν «ου» και ουσιαστικά διαβάζονταν «κουκακούλα» και μου φαινόταν πάρα πολύ αστείο. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα βράδια, όπου είχα ανοιχτό το παράθυρο, απ' έξω δέντρα, τώρα φαντάζεσαι πώς ήταν. Μόνιμα άκουγα έξω από το παράθυρό μου κάποιον να βαριανασαίνει, δηλαδή, ακουγόταν ένα τέτοιο πράγμα. Δεν ήξερα τι μπορεί να είναι. Μιλάμε για φόβο τραγικό. Έτσι ξενυχτούσα διαβάζοντας, είχα τον νου μου τι θα γίνει. Πέρασα γύρω στις 20 ημέρες, με αυτό το εφιαλτικό πράγμα. Πήγαινα τα πρωινά να εξετάσω τον χώρο, να δω τι μπορεί να είναι, έχει κανείς πρόσβαση και τα λοιπά. Μέχρι που κάποιος ανθρωπάκος που δούλευε στη βιβλιοθήκη εκεί, ο κυρ Αλέκος, καλή του ώρα, μάλλον έχει πεθάνει τώρα, μου είπε ότι «Είναι ένα νυχτοπούλι, το οποίο ανασαίνει ακριβώς σαν άνθρωπος». Τέλος πάντων, πέρασε και αυτό, έδωσα μάχη με τις κατσαρίδες, άρχισα να εξοικειώνομαι με το περιβάλλον, μετά ήρθαν και οι υπόλοιποι εκπαιδευτικοί. Και από κει και πέρα ζω τρία ονειρεμένα χρόνια στην Αίγυπτο. Με την πρώτη ευκαιρία, πραγματοποίησα το μεγάλο μου όνειρο, να δω την πυραμίδα. Είμαι μέσα στο λεωφορείο, είχε ένα συγκεκριμένο λεωφορείο, το σούπερ τζετ λεγόταν, εντυπωσιακό έτσι, από Αλεξάνδρεια για Κάιρο. Όλες οι φωτογραφίες που είχα δει με την πυραμίδα, ήταν στην έρημο. Αν δεις και τις φωτογραφίες βλέπεις παντού τη Σαχάρα, έτσι; Και εγώ φανταζόμουν ότι είναι αρκετά έξω. Οπότε, μπαίνοντας στην πρώτη συνοικία του Καΐρου, στην Γκίζα, με σπίτια γύρω και τα λοιπά, βλέπω μπροστά μου την πυραμίδα. Δεν περίμενα ότι θα είναι εκεί, δηλαδή, περιττό να σου πω ότι τέτοιο κλάμα δεν έχω κάνει στη ζωή μου. Συγκλονίστηκα, έπαθα πλάκα που την είδα, το όνειρο μου ήταν εκεί δηλαδή, και ξεσπάω σε κλάματα. Να με κοιτάνε όλοι και να μην καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Κάποιοι ψιθύριζαν και στα αραβικά «مجنون [majnun=τρελή]», είναι τρελή!». Τέλος πάντων, και πάω που λες στην πυραμίδα, ήμουνα με έναν φίλο, φυσικός ο φίλος μου, χαρούμενη, ενθουσιασμένη και η πυραμίδα είναι κλειστή γιατί κάνανε επισκευές. Δεύτερο κλάμα, βέβαια, απογοήτευση αυτήν τη φορά. Από κει και πέρα, βέβαια, σχεδόν μια φορά τον μήνα ήμουνα στην πυραμίδα. Την πυραμίδα την ξέρω καλύτερα από το σπίτι μου. Είχα μόνιμα το χαρτί, επειδή είχα διαβάσει άπειρα βιβλία, τους διαδρόμους, την αίθουσα του βασιλιά, τη σαρκοφάγο, το αντεστραμμένο δωμάτιο κάτω, πού είναι η αίθουσα του χάους, και μόνιμα εξερευνούσα, έψαχνα να βρω τον μυστικό διάδρομο. Έπιανα ογκόλιθο-ογκόλιθο, μήπως βρω τον μοχλό. Όπου κάποια στιγμή, βέβαια, πολύ τυχερή εκεί, ακριβώς εκεί που είχα ακουμπήσει το χέρι, δίπλα υπήρχε ένας τεράστιος άσπρος σκορπιός, είναι ο σκορπιός της ερήμου. Εγώ είμαι και αλλεργική στα έντομα, αν με είχε χτυπήσει, εκεί θα ήμουν ακόμα, γιατί δεν μπορούν να βγάλουν και το πτώμα, ξέρεις είναι πολύ στενά τα περάσματα στην πυραμίδα. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι επί τρία χρόνια έζησα πραγματικά εμπειρίες απίστευτες. Εκτός από την πυραμίδα, λοιπόν, που ήταν η λόξα μου, μια επίσκεψη στο Σινά, που και εκεί πάλι ωθούμενη από αυτό με τα αρχαία μυστήρια και τι περίεργο συνέβη, ήθελα να δω, πώς είναι εκείνος ο τόπος που υποτίθεται ότι ο Μωυσής παρέλαβε τις 10 εντολές. Πραγματικά, συγκλονιστικό το τοπίο, απίστευτος ο χώρος. Υπήρχε μια διάχυτη μαγεία, να το πω; Εξωπραγματική κατάσταση, να το πω; Και σκέφτηκα, θα με συγχωρέσεις, δεν σκέφτηκα τον Θεό συγκεκριμένα. Σκέφτηκα ότι εάν κάποτε εξωγήινοι προσγειώθηκαν στη γη, ήταν το απόλυτο κοσμοδρόμιο αυτό. Τέλος πάντων, αφήνουμε και το Σινά, και εδώ, αυτήν τη στιγμή, θέλω να σου δείξω κάποιες φωτογραφίες. Εδώ είναι από την Αλεξάνδρεια, όπου πάντα μου άρεσε πάρα πολύ να μπλέκομαι με τους ντόπιους. Είχα μάθει ήδη και αραβικά να συνδιαλέγομαι μαζί τους. Ξέρεις, να μου λένε διάφορα. Εδώ είναι η πυραμίδα, εδώ είμαι μέσα στην πυραμίδα, σε έναν από τους στενούς διαδρόμους. Εδώ η απόλυτη αίσθηση ευτυχίας και ελευθερίας, καβάλα στο άλογο, να τρέχει στη Σαχάρα, με φόντο τις πυραμίδες. Εδώ με δύο ντόπιους, οι οποίοι ευτυχώς ήξεραν ιταλικά αυτοί, και μπορέσαμε και συνεννοηθήκαμε καλύτερα. Βλέπεις τον ψηλό εδώ; Ο τυπάκος αυτός -ήμουν μαζί με έναν φίλο μου που σου είπα, όλοι οι Αιγύπτιοι έχουν μια τάση έτσι με τις γυναίκες ξέρεις λίγο παραπάνω-, προσπαθούσε να με βοηθήσει με κάθε τρόπο να ανέβω στο άλογο, όπου του εξηγούσα ότι «Εγώ φίλε, ξέρω από άλογα, βοήθα τον φίλο μου που σκοτώνεται». Αυτός επέμενε να πιάνει εμένα όμως, ο δε φίλος μου είχε κατασκοτωθεί, καταμακελευτεί, δεν του έδωσε ουδεμία σημασία. Ήταν μόνιμα να βοηθάει εμένα να ανέβω στο άλογο, αυτός ο ψηλός ο τυπάκος που βλέπεις εκεί.

Ν.Μ.:

Εδώ πόσο χρονών είσαστε;

Κ.Λ.:

Είμαι 28. Πήγα στην Αίγυπτο το '88. Εδώ είναι η αγορά του Αλ Χαλίλ, κι αυτό καταπληκτικό, [00:10:00]μοναδικό μέρος. Εδώ είναι το Σινά, που σου έλεγα, το μοναστήρι και αφήνοντας το Κάιρο, πάμε από την αντίθετη πλευρά, ανατολικά της Αλεξάνδρειας, μέσα στην έρημο της Σαχάρας, είναι το Ελ Αλαμέιν. Εκεί δόθηκε μια μεγάλη μάχη, από τη μια μεριά ήταν όλοι οι σύμμαχοι, Ιταλοί, Έλληνες... όχι Ιταλοί, όχι. Γάλλοι, Έλληνες, και τα λοιπά, και από την άλλη οι Γερμανοί. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν χιλιάδες ανθρώπων και υπάρχουν μνημεία για κάθε χώρα με τα ονόματα αυτών που σκοτώθηκαν στη μάχη αυτή. Εδώ λοιπόν είναι το μνημείο το ελληνικό, με τα ονόματα όσων σκοτώθηκαν, και εδώ είναι οι χιλιάδες τάφοι των σκοτωμένων, και διαβάζεις ηλικίες 18,19, 20 και τα λοιπά. Κάθε χρόνο, στην επέτειο της μάχης, γίνεται μία τρομερή τελετή εκεί, όπου την ξεκινάνε Σκωτσέζοι, οι οποίοι πολέμησαν κιόλας στο Ελ Αλαμέιν, και μπαίνουν μέσα με τις γκάιντες. Πραγματικά, σου σηκώνεται η τρίχα, είναι κάτι φοβερό. Κλαις, τρέχουν τα δάκρυα, χωρίς να το θέλεις. Είναι σαν να το ξαναζείς όλο αυτό το πράγμα, και θεωρώ ότι και αυτό πραγματικά ήτανε κάτι συναρπαστικό που έχω ζήσει εκεί, στο Ελ Αλαμέιν. Και πάμε, μετά την πυραμίδα, στο δεύτερο για μένα μαγευτικό πράγμα στην Αίγυπτο, στην όαση της Σίβα. Είχα διαβάσει πάρα πολλά για την όαση της Σίβα. Εγώ πίστευα και πιστεύω ακόμα ότι ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι εκεί, όπου η απλή αθώα παιδούλα πήγα να βρω και τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αφού έλυσα τον μύθο της πυραμίδας, πήγα για άλλη εξερεύνηση. Η όαση της Σίβα λοιπόν είναι 900 χιλιόμετρα μέσα στη Σαχάρα, όπου διανύσαμε τη Σαχάρα, έμεινα νύχτα στη Σαχάρα. Δεν ξέρω, πραγματικά θα ευχόμουνα στον καθέναν που του αρέσουν τα ταξίδια, να τη ζήσει αυτήν την εμπειρία. Φοβερό κρύο, με φωτιές, σκηνές, ξέρεις, καμήλες, όλα τα σχετικά, και ο πιο όμορφος ουρανός που έχω δει στη ζωή μου. Απόλυτο σκοτάδι, όπου όχι απλώς βλέπεις τον γαλαξία, είναι σαν να είσαι εκεί. Είναι τρομερό, είναι κάτι τρομερό πραγματικά. Και φτάνοντας στην όαση της Σίβα, ένα υπέροχο μέρος, εντελώς ξεχωριστό, δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο. Πανέμορφο το χωριουδάκι, πολύ καλοί οι άνθρωποι. Όπου ανακαλύπτω τα εξής, επειδή σου είπα πάντα μου άρεσε να πιάνω κουβέντα με τους ντόπιους. Πρώτα απ' όλα, μου 'κανε μεγάλη εντύπωση που οι άνθρωποι αυτοί δεν έμοιαζαν με τους άλλους Αιγυπτίους που είχα γνωρίσει. Ήταν όλοι σχετικά κοκκινομάλληδες, είχαν μια κοκκινωπή απόχρωση στο μαλλί. Επειδή έχω κι εγώ κάτι το ίδιο, με πλησιάσανε όλοι και μου λέγαν αν έχω σχέση με τη Σίβα «Σίουα» όπως τη λένε στη γλώσσα τους. Πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είχαν σχεδόν όλοι γαλάζια μάτια, δηλαδή καμία σχέση με αραβική φυλή, και φυσικά παντρεύονται μεταξύ τους. Είναι κάστα. Δεν κάνουν επιμειξίες με άλλες φυλές, γιατί θεωρούν ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Φυσικά, εμάς μας αποκαλούσαν αδέρφια, επειδή ήμασταν Έλληνες. Και ήταν από τις λίγες φορές που έλεγα «Κοίτα, ρε παιδί μου, τελικά διαβάζεις πράγματα που σου φαίνονται παραμύθια και λες σιγά τώρα, αν είναι δυνατό, και πας εκεί και βλέπεις ότι όντως είναι πραγματικότητα». Και το αποκορύφωμα, φυσικά, όλων αυτών περί Μεγάλου Αλεξάνδρου «الإسكندر الأكبر [aliiskandar alakbar= Μέγας Αλέξανδρος]» στη γλώσσα τους. Κάποιος μου λέει ότι εκεί υπάρχει, ο ναός του Άμμωνος Διός, όπου ακριβώς εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος έγινε Φαραώ, χρίστηκε Φαραώ. Βρήκα τον δρόμο. Ταλαιπώρησα έναν φουκαράκο οδηγό και τελικά τον βρήκα. Το βλέπεις και εσύ είναι ένας καθαρά αρχαιοελληνικός ναός. Ήταν άλλη μια από τις φορές που έβαλα τα κλάματα, αντικρίζοντας κάτι, στη μέση του πουθενά. 900 χιλιόμετρα μέσα στη Σαχάρα, και βλέπεις μπροστά σου έναν αρχαίο, ελληνικό ναό και ξέρεις ότι εκεί έχει πατήσει ο Αλέξανδρος. Δηλαδή, πώς να νιώσεις και τι να πεις; Σου λέω μεγαλείο, μένεις αποσβολωμένος, πραγματικά. Εντάξει, γύρισα γύρω γύρω, έψαξα τα πάντα. Άφησα και αυτήν τη φορτισμένη συγκινησιακά σκηνή, και σε στιγμή, και προχώρησα παρακάτω, που μου είπαν ότι κάπου υπήρχαν τα λουτρά, όπου έκανε μπάνιο η Κλεοπάτρα. Λίγο και το όνομα; Δεν ξέρω, με κάλεσε. Πήγα λοιπόν και βρήκα και τα λουτρά της Κλεοπάτρας, στα οποία φυσικά και βούτηξα, και είναι το νερό ιαματικό, καθότι αναβλύζει από μέσα. Βλέπεις, όταν βουτήξεις, στον βυθό, βλέπεις τις φυσαλίδες και όταν βγαίνεις, νιώθεις άλλος άνθρωπος, αναζωογονημένος, το δέρμα τέλειο. Τι να σου πω! Άλλο πράγμα! Φοβερά, λοιπόν και τα λουτρά της Κλεοπάτρας, και μετά περιηγήθηκα στο χωριό, όπου ως δασκάλα πάντα ήθελα να έρχομαι σε σχέση με τα πιτσιρίκια. Μάζεψα, λοιπόν, όσα περισσότερα πιτσιρίκια μπορούσα. Πάντα τους είχα καραμέλες, σοκολάτες, ξέρεις, και πιάσαμε κουβέντα, μου δείχνανε το σπίτι τους, μου λέγανε για το σχολείο τους, ήρθαμε πάρα πολύ κοντά. Στη Σίβα έχω πάει δύο φορές. Την πρώτη φορά, έμεινα 4 μέρες και την επομένη μια εβδομάδα. Οπότε, αυτούς τους ανθρώπους τους είχα γνωρίσει σχεδόν έναν προς έναν, τους ήξερα και με ξέρανε, με το όνομα τους κανονικά. Εδώ είμαι στη Σαχάρα και εδώ. Εδώ είναι το ένα από τα σπιτάκια στη Σίβα, πλινθόκτιστα όλα. Αυτοί με κάλεσαν κιόλας, και μπήκα στο σπίτι τους και με κέρασαν και τσάι και αυτά. Δεν υπάρχουν έπιπλα, όλα κάτω στρωματσάδα. Εδώ είναι ένας καταπληκτικός τύπος, ο Άχμετ, που πουλούσε κοσμήματα και κελεμπίες. Εδώ είναι κάτι λόφοι, στα περίχωρα της όασης, όπου ζούσαν τρωγλοδύτες. Είναι όλο υπόγειες στοές, που ζούσαν εκεί, λόγω της ζέστης και τα λοιπά, και εδώ είναι το μαγευτικό τοπίο, στην όαση της Σίβα, που υπάρχει μια λίμνη με αλμυρό νερό, με φοίνικες. Είσαι κάπου εντελώς εξωτικά. Αυτά, λοιπόν, για Αίγυπτο. Είναι πάρα πολλές οι εμπειρίες. Δεν ξέρω τι να σου πρωτοπώ, από αστεία μέχρι και τραγικά. Για τους Αιγύπτιους έχω μία άποψη, ότι είναι ίσως ο πιο γλυκός λαός που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Πάρα πολύ καλοί άνθρωποι, αλλά λίγο χαζούληδες, δηλαδή έχω δει πολύ αστείες καταστάσεις που λες «Δεν δυνατόν». Ας πούμε, τελευταίο και με αυτό κλείνω, περνούσα σε έναν δρόμο, στην Αλεξάνδρεια, και ήτανε τρεις τύποι που βάφανε ένα σπίτι και το βάφανε από κάτω προς τα επάνω, όπου η μπογιά σούρωνε και έπεφτε στο φρεσκοβαμμένο. Το είδα, λοιπόν, τους παρακολούθησα, έλεγα «Θα το περάσουνε δεύτερο χέρι, δεν ξέρω τι κάνουν». Όχι, ήταν έτσι, και έπεφτε όλη η μπογιά στο βαμμένο. Και πήγα, λοιπόν, με τα αραβικά αυτά τα σπασμένα που μιλούσα και τους λέω «Συγγνώμη, να σας πω κάτι; Γιατί δε βάφετε από πάνω προς τα κάτω;». Και με κοιτάξανε με ένα βλέμμα, λες και ήμουνα ο Μεσσίας «Πω πω τι μας είπε τώρα;». Δεν ξέρω αν μέχρι τώρα το εφαρμόζουν αυτό που τους είπα ή συνεχίζουνε. Τέλος πάντων, λοιπόν, αυτά από Αίγυπτο. Αφήνουμε τις φωτογραφίες από Αίγυπτο και συνεχίζουμε. 

Ν.Μ.:

Δεν μου είπατε για το σχολείο στην Αίγυπτο.

Κ.Λ.:

Α! Για το σχολείο! Ναι, το σχολείο ήταν αμιγές ελληνικό, δηλαδή, όπως λειτουργεί ένα σχολείο στην Ελλάδα, με πλήρες ωράριο κανονικά. Ήτανε τριθέσιο, ήμασταν τρεις Έλληνες δάσκαλοι, οι δύο μάλιστα, οι δασκάλες, η διευθύντρια και άλλη μια ήταν Αιγυπτιώτισες, γεννημένες στην Αλεξάνδρεια. Εγώ ήμουνα από Ελλάδα. Είχαμε από δύο τάξεις η καθεμία. Γενικά, η Αλεξάνδρεια έχει μία τεράστια ιστορία με τον ελληνισμό, με τους Αιγυπτιώτες. Τα σχολεία της ήταν κάτι το απίστευτο. Δηλαδή, από κτήριο μόνο να έβλεπες, τρομερά. Ήτανε του Τοσίτσα, πάρα πολλών ευεργετών, που άφησαν όλα αυτά τα κτήρια. Δεν υπήρχαν ιδιαίτερες δυσκολίες, πλην κάποιων παιδιών που ήταν από μικτούς γάμους, με Άραβες και τα λοιπά, όπου δεν μιλούσαν πολύ καλά ελληνικά. Εκεί, εντάξει, προσπαθούσαμε, σεβόμασταν βέβαια και τη γλώσσα, τη δική τους. Μάθαινα κι εγώ διάφορα από αυτά. Πολύ καλά, πάρα πολύ καλά, δηλαδή δεν υπήρξε κανένα, μα κανένα πρόβλημα ούτε με τους συναδέλφους ούτε με τους γονείς, πολύ καλοί όλοι τους. Τα πιτσιρικάκια, φοβερά χαριτωμένα, βέβαια. Εκείνος που ήταν λατρεμένος ήταν ο επιστάτης του σχολείου, ο Μοχάμεντ, ο οποίος αυτός μου έμαθε ουσιαστικά αραβικά. Γιατί άλλη η αραβική γλώσσα του τύπου, που μάθαινα με τον δάσκαλο, και άλλη η διάλεκτος η αραβική, όπου ο Μοχάμεντ στα διαλείμματα, καθόταν και μου μάθαινε αραβικά. Εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι ήταν κάτι συγκλονιστικό, η εμπειρία μου ως δασκάλα στην Αίγυπτο. Ήταν ένα απλό ελληνικό σχολείο. Δεν είχε κάτι δηλαδή ιδιαίτερο. Γι' αυτό και ίσως δεν μου ήρθε στο μυαλό έτσι να στο πω πρώτο, παρ' όλο που έφυγα με την ιδιότητα της δασκάλας, δεν ήταν αυτό που μου [00:20:00]έμεινε τόσο πολύ στην Αλεξάνδρεια. Θα πω κάτι, δεν ξέρω, αρνητικό, αν θέλετε το κόβετε ή όχι. Η αρνητική εντύπωση από την ιδιότητα μου αυτή, στον χώρο της εκπαίδευσης, ήτανε για τους Έλληνες εκπαιδευτικούς που είχαν έρθει στην Αίγυπτο, όπου για μένα, όχι ότι οι άνθρωποι δεν κάναν καλά τη δουλειά τους. Για μένα ήτανε θλιβερό, να βλέπεις άτομα, και μάλιστα εκπαιδευτικούς, που θεωρείς ότι έχουν και ανοιχτό μυαλό και τα λοιπά, το οποίο θα πρέπει να προσφέρουν και στα παιδιά, που είχαν έρθει καθαρά για οικονομικούς λόγους. Δηλαδή, όταν εγώ και ο άλλος ο φυσικός, που σου λέω, φίλος μου, ανακαλύπταμε την Αίγυπτο, κάναμε ταξίδια, γυρνούσαμε παντού, ζούσαμε, ζούσαμε την κάθε στιγμή, αυτοί κάθονταν σε κάποιες γωνίτσες, εκεί στην ταράτσα, που ήταν κοινά τα διαμερίσματα, μέσα στην κακομοιριά και να υπολογίζουν με τα προσπέκτους στα χέρια, ποιο αυτοκίνητο θα αγοράσουν, όταν γυρίσουν στην Ελλάδα; Ποιες ηλεκτρικές συσκευές θα πάρουν; Γιατί δικαιούμασταν και δωρεάν οικοσκευή να φέρουμε, αφορολόγητα και πέρασαν 3 χρόνια χαμένα με μόνο όφελος μια BMW, ας πούμε, που θα αγόραζαν, όταν θα γυρνούσαν στην Ελλάδα. Αυτό ήταν πραγματικά τραγικό και τους θεωρώ αξιολύπητους, έχασαν δηλαδή 3 χρόνια από τη ζωή τους χωρίς λόγο. Τέλος πάντων, εμείς είχαμε δικαίωμα να μείνουμε με απόσπαση 5 χρόνια. Εγώ στα 3 χρόνια θεώρησα ότι έχω καλύψει αυτό που ήθελα να ζήσω και να πάρω από την Αίγυπτο. Αποφάσισα λοιπόν να ζητήσω ανάκληση, να γυρίσω Ελλάδα, ούτως ώστε να μου μείνουν τα άλλα 2 χρόνια, γιατί για ένα δεν μπορούσαμε, για διετή έπρεπε να ξαναφύγουμε, για να πάω κάπου αλλού στον κόσμο. Επέστρεψα, λοιπόν, Ελλάδα. Γυρίζω, δηλαδή, από Αίγυπτο '88-'89-'90, το '91 επιστρέφω. Μένω Ελλάδα, άρχισε πάλι, ξέρεις, έβλεπα τα αεροπλάνα και τώρα πού να πάει αυτό; Kαι τούτο κι εκείνο, δίσταζα κιόλας. Μέχρι που κάποια στιγμή είμαι καθισμένη στον καναπέ και βλέπω τηλεόραση, νιώθω ότι έχω λίγο βαλτώσει. Ξέρεις, ένα τέλμα έτσι, μια επανάληψη, μια ρουτίνα και ακούω μια διαφήμιση στον ΑΝΤ1 τότε που έλεγε «Τρόπος να δεις, τρόπος να ζεις» και λέω «Θεέ μου, τι κάνω; Ζω μέσα από την τηλεόραση; Είναι δυνατόν;». Δηλαδή, αυτό που μου είπανε, με ταρακούνησε, φεύγω επί τόπου, παίρνω το ποδήλατο και πάω στο γραφείο, στο γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, με σκοπό να πάρω το χαρτί για να κάνω αίτηση να ξαναφύγω. Επιστρέφω, κοιτάω τις χώρες πάντα με γαλλικά, γιατί αγγλικά ήταν καραβίσια, δεν μπορούσα να δώσω εξετάσεις, και βλέπω σε ποιες χώρες θα μπορούσα να πάω με γαλλικά. Μέσα σε αυτές, λοιπόν, είναι το Μπουρούντι. Το Μπουρούντι είναι μια χώρα στην καρδιά της Αφρικής, στη Βόρεια Όχθη της Τανγκανίκα, και επέλεξα αυτό γιατί θεώρησα ότι θα το χρησιμοποιήσω ως βάση για να γνωρίσω όλες τις υπόλοιπες χώρες που είναι γύρω εκεί. Και φεύγω για Μπουρούντι. Εδώ θα σου πω μια πολύ μικρή ιστοριούλα που λες «Κοίτα, πώς σου τα φέρνει η ζωή και τι ανακαλύπτεις ξαφνικά». 

Κ.Λ.:

Πριν χρόνια, ήμουν δασκάλα στον Πόρο. Είχα, λοιπόν, μια τρίτη δημοτικού και είχα έναν πιτσιρικάκο μέσα, τον Μιχαήλ, ένα πολύ ζωηρό και χαριτωμένο παιδάκι. Κάποια στιγμή τους έχω βάλει μια έκθεση για το ταξίδι των χελιδονιών. Και μου γράφει, λοιπόν, ο Μιχάλης ότι «Τα χελιδόνια αντιμετωπίζουν τρομερά προβλήματα και κινδύνους στο ταξίδι τους, γιατί στην Αφρική οι Κινέζοι σκοτώνουν τα χελιδόνια». Έχω πάθει πλάκα «Έλα δω ρε αγόρι μου -του λέω-, πρώτον, η Αφρική δεν έχει Κινέζους». «Όχι, έχει!». «Όχι, οι Κινέζοι μένουν αλλού», του δείχνω το χαρτί, αυτά «Όχι. Η Αφρική έχει Κινέζους!». Άντε υποχώρησα, άντε λέω για να το λέει ο Μιχάλης, ας τον να το πιστεύει, αλλά και να έχει, του λέω «Γιατί να σκοτώνουν τα χελιδόνια;». Αφού μεσολάβησε που λες μια συζήτηση με τον Μιχάλη, ο Μιχάλης έφυγε με τις απόψεις του, εγώ με τις δικές μου, πέρασαν χρόνια, και είμαι στο Μπουρούντι. Μετά από 14 ώρες, ένα φοβερό ταξίδι, καθότι εγώ φοβάμαι τα αεροπλάνα. Όσο κι αν περίεργο ακούγεται, συνήθως ταξίδευα μεθυσμένη, έπαιρνα κάτι παραπάνω για να το αντιμετωπίσω. Προσγειωθήκαμε Κάιρο, προσγειωθήκαμε Αντίς Αμπέμπα, Ρουάντα, Ουγκάντα, και φτάσαμε στη Μπουζουμπούρα, που ήταν η πρωτεύουσα από το Μπουρούντι.  Ήρθε ένα τζιπάκι να μας παραλάβει από το Προξενείο και να μας πάει, υποτίθεται, στα σπίτια μας, εκεί που θα μας φιλοξενούσαν. Με το που βγαίνω από το αεροδρόμιο, τι βλέπω; Κινέζικη συνοικία! Και η πρώτη μου σκέψη είναι «Ρε συ, ο Μιχάλης είχε δίκιο!». Και λέω «Εάν δω και τους Κινέζους με σφεντόνες να κυνηγάνε χελιδόνια, ο Μιχάλης όντως κάτι ήξερε». Αυτή, λοιπόν, ήταν η πρώτη μου σκέψη στο Μπουρούντι. Μας πήγαν μετά εκεί στην κοινότητα, και εκεί όπως και στην Αίγυπτο, ένα τεράστιο οικοδομικό τετράγωνο με κήπους. Καλά εκεί μιλάμε πραγματικά για τον κήπο της Εδέμ, έτσι; Άπλωνες το χέρι λωτοί, χουρμάδες, παπάγια, μάνγκος, ό,τι μπορείς να φανταστείς, και πιθηκάκια άπειρα να περιφέρονται στα δέντρα. Η χαρά μου, έχω και το ψώνιο με τα ζώα εγώ, μόνιμα ήμουν με ένα πιθηκάκι αγκαλιά. Μας πήγανε, λοιπόν, στα σπίτια. Φαντάσου, ένα κτήριο ορθογώνιο, κάτω τα σχολεία, και η κοινότητα, και επάνω ένας μακρύς διάδρομος -έχω λόγο που στο περιγράφω- ένας μακρύς διάδρομος με βεράντα που έβλεπε εσωτερικά στον κήπο, όπου ήταν τα διαμερίσματα στη σειρά. Εμένα μου δώσαν το τελευταίο στον διάδρομο.  Τα σπίτια αυτά είχαν παράθυρα με κάγκελα, και είχα απορήσει τότε, γιατί με κάγκελα όλα τα παράθυρα; Και θυμήθηκα και το τραγούδι του Τζιμάκου το «Κάγκελα παντού», το τραγουδούσα σχεδόν κάθε μέρα, όπου τα παράθυρα αυτά βλέπανε στον δρόμο. Εγώ πήγα στο Μπουρούντι, τέλος Αυγούστου. Ανακαλύπτουμε ότι ο εκεί επίτιμος πρόξενος, δεν υπήρχε κανονικό διπλωματικό προξενείο στο Μπουρούντι, όπως και σε πολλές άλλες χώρες. Ένας κύριος, ο οποίος μπορεί να ήταν μπακάλης, οτιδήποτε άλλο, δήλωνε πρόξενος. Υπήρχε ένα προξενείο εκεί. Το σχολείο, αμιγές ελληνικό και εκεί, κανονικό σχολείο δηλαδή, όπου για αυτά τα σχολεία παίρνουν και επιχορηγήσεις θεωρώ, και είχε 7 παιδιά, για 7 παιδιά είχαν στείλει 2 δασκάλους, 4 εγώ 3 ο άλλος. Προφανώς δηλώνουν περισσότερο, ψευδή αριθμό παιδιών, για να παίρνουν επιχορηγήσεις. Τέλος πάντων, μοιραστήκαμε που λες τα παιδάκια, όχι τριάμισι-τριάμισι, 4 εγώ, 3 ο άλλος ο δάσκαλος, ο Βασίλης. Πάρα πολύ καλές συνθήκες για μάθημα ήταν σαν ιδιαίτερο με τα 4 παιδάκια. Επανέρχομαι στο ίδιο θέμα που σου είπα και πριν, εδώ ξεκινάω με την ιδιότητά μου ως δασκάλα, όπου δυστυχώς για άλλη μια φορά οι εκπαιδευτικοί με απογοητεύουν.  Θέλανε, δεν ξέρω πού το είχαν δει γραμμένο αυτό, ότι εκτός από το επιμίσθιο, γιατί εμείς φεύγαμε με τον μισθό μας στην Ελλάδα, συν ένα ποσό σε δολάρια, ανάλογα τη χώρα που είσαι, που ήταν το επιμίσθιο, δηλαδή έναν διπλό μισθό ουσιαστικά. Θέλανε, λοιπόν, εκτός από τον μισθό, αυτό το επιμίσθιο, να μας δίνει έξτρα και η κοινότητα 1/3 μισθό. Εγώ δεν είχα καταλάβει, δεν πήγα και στις συζητήσεις αυτές «Γιατί, ρε παιδιά, πού το βρήκατε αυτό;» και τα λοιπά, και αποφασίζουν να κάνουν τι; Απεργία. Να απεργούν σε ένα ελληνικό σχολείο, στο Μπουρούντι, γιατί ζητούσαν λεφτά από την κοινότητα. Τέλος πάντων, εκεί μπήκε κάποια ένταση, ξέρεις, και τα λοιπά, έκλεισα και εγώ την τάξη, και είχα πει στους γονείς, 4 παιδάκια είναι «Φέρτε τα σπίτι τα απογεύματα, να τους κάνω μάθημα, να τελειώνουμε. Τι βλακείες είναι αυτές τώρα;». Έληξε, τέλος πάντων, αυτό. Δεν ξέρω αν μας έδωσε η κοινότητα, όχι δεν το θυμάμαι καν. Έτσι κάπως πέρασαν, ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης, παραμονές του Αγίου Δημητρίου. Α! Περιττό να σου πω, ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί που ζούσαμε σε αυτήν την κοινή βεράντα, που σου λέω, ήταν Ηπειρώτες και αυτό θα παίξει ρόλο παρακάτω.  Παραμονές, λοιπόν, του Αγίου Δημητρίου έχω πέσει για ύπνο, εγώ ζωγράφιζα κιόλας, αργούσα, είχα και μια κιθάρα. Μόνη μου ουσιαστικά, δεν είχα πολλές παρτίδες με τους υπόλοιπους. Έπαιζα, λοιπόν, κιθάρα, ζωγράφισα, έγραψα. Κατά τις 02:00 η ώρα πέφτω για ύπνο. Κατά τις 03:00 η ώρα ξυπνάω από ριπές, ριπές πολυβόλων. Χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει «Τι γίνεται, ρε παιδιά, τι είναι αυτό; Όνειρο ζω, μη με ξυπνάτε;». Πλησιάζω στο παράθυρο και βλακεία μου μεγάλη, τέλος πάντων, και βλέπω έξω στον δρόμο να γίνεται μακελειό, να περνάνε τζιπ με στρατιώτες, πολίτες με [00:30:00]πολυβόλα, να πέφτουν σφαίρες. Πτώματα; Ο ένας μετά τον άλλον. Επειδή, εκεί το σκέφτομαι ότι είναι πολύ επικίνδυνο να κάθομαι εδώ πέρα, τα μαζεύω και φεύγω προς την έξω πλευρά, που σου είπα η βεράντα έδειχνε στον κήπο. Χτυπάω τις πόρτες ολονών και τους ξυπνάω και τους λέω «Παιδιά, σηκωθείτε. Προφανώς γίνεται πραξικόπημα. Βγείτε από μέσα, απ' τη μέσα μεριά γιατί απ' έξω κινδυνεύουμε». Ξυπνάνε όλοι, ένας πανικός, ξέρεις τώρα, εντάξει, πώς να νιώσεις εκείνη την ώρα, πανικός, φόβος. Ήμασταν σίγουρα ασφαλείς εκεί, δεν μπορούσε να μας βρει κάτι από τη μέσα μεριά. Βγήκαμε όλοι στη βεράντα αυτή, έξω σου λέω κραυγές, σφαίρες, πανικός. Σκέφτηκα ότι έχω ξεχάσει τα τσιγάρα στην κρεβατοκάμαρα και ξαναμπαίνω. Όπου πρόσεξε τι έχει συμβεί τώρα. Με το που μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα, βλέπω στην πόρτα ριπή να έχει καρφωθεί πάνω στο ξύλο. Εάν είχα σηκωθεί δηλαδή λίγο αργότερα ή αν είχα μπει λίγο νωρίτερα, υποθέτω θα ήμουνα νεκρή. Θα με είχε πετύχει σίγουρα. Ήταν και στο ύψος μου, μια χαρά θα με πετύχαινε. Εντάξει, εκεί οι σφυγμοί έχουν ανέβει, δεν ξέρω πόσο. Βγαίνοντας, πήρα κι ένα μπουκάλι βότκα που είχα, λέω «Θα χρειαστεί, θα είναι μακριά η νύχτα». Βγήκα μαζί με τους άλλους. Εκεί ακριβώς στον διάδρομο αυτό, υπήρχε ένα τηλέφωνο, κοινό τηλέφωνο για όλους, όπου μπορούσαν και να μας καλέσουν και οι δικοί μας, από Ελλάδα και τα λοιπά. Χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Πρόεδρος της κοινότητας, της ελληνικής κοινότητας. Μας λέει «Παιδιά, έχει ξεσπάσει πραξικόπημα στη Μπουζουμπούρα αυτήν τη στιγμή, μην τολμήσετε να βγείτε έξω! Μείνετε απ' τη μέσα μεριά γιατί πέφτουν σφαίρες!». Του λέμε «Ναι, εντάξει, το καταλάβαμε αυτό, τις είδαμε κιόλας» και «Μείνετε όσο πιο καλυμμένοι μπορείτε, γιατί σε λίγο θα αρχίσουν να χτυπάνε και με οβίδες!».  Ωραία μας έφτιαξες τη νύχτα, εντάξει. Έχω καθίσει εγώ, που λες, με τον δάσκαλο εκεί, σε ένα τραπεζάκι. Προσπαθούμε να σκεφτούμε, τι να σκεφτείς; Δεν μπορούσαμε να κάνουμε και τίποτα. Αρχίσαμε να πλακωνόμαστε στις βότκες. Χτυπάει το τηλέφωνο και μας λέει «Μη φοβάστε, γιατί μάλλον οι αντάρτες αυτήν τη στιγμή είναι στο βουνό και οι οβίδες θα πέφτουν από την άλλη μεριά». Το επόμενο δευτερόλεπτο, έχει σκάσει οβίδα μέσα στον κήπο, μπροστά από το σχολείο. Εντάξει, λάμψεις, μυρουδιά, θραύσματα να φεύγουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν μας πέτυχε ευτυχώς τίποτα. Περάσαμε, λοιπόν, την πρώτη νύχτα εκεί. Την επόμενη μέρα, κομμένα τα τηλέφωνα, κομμένες οι γραμμές, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει κανείς από τους έξω, με εμάς τους μέσα. Όπου έχει συμβεί το εξής. Εγώ μόνη μου ήμουνα, ένα άτομο, ποτέ μου δεν ψώνιζα, δεν έτρωγα και ιδιαίτερα, έφτιαχνα κάτι, ας πούμε τώρα εκεί. Την προηγούμενη μέρα, λες και κάτι, έφαγα μια φλασιά, δεν ξέρω τι συνέβη, έχω πάει στο μάρκετ και έχω ψωνίσει ό,τι μπορείς να φανταστείς. Τι κρέατα, τι αυτά, τι εκείνα, τι βότκες, τσιγάρα κούτα ολόκληρη, προμήθειες μιλάμε για κι εγώ δεν ξέρω πόσο.  Και ανακαλύπτουμε ότι είμαστε σε στρατιωτικό νόμο, ο οποίος κρατάει γύρω στον έναν μήνα. Περιττό να σου πω, ότι όλοι οι υπόλοιποι ζήσαν από από τις δικές μου προμήθειες, καθότι εγώ ήμουνα μόνη μου, πηγαίνω στη φιλόλογο, αυτή ήταν με τον άντρα της, μαθηματικό, ο άντρας και δυο κορίτσια. Ο δάσκαλος είχε το γιο του, ήταν και ένας φυσικός αξιολύπητος και αυτός και δίνω στην κοπέλα αυτή τα πάντα και της λέω: «Κοίτα να δεις, μαγείρευε απλώς εάν περισσεύει και ένα πιάτο φαΐ μπορώ να έρχομαι να τρώω και εγώ» και μαζευόμαστε όντως και τρώγαμε όλοι μαζί. Πέρασε ένας μήνας τραγικός, όταν λέμε τραγικός, τραγικός. Κάποια στιγμή μάς δώσανε εντολή ότι άνοιξε ο στρατιωτικός νόμος. Μπορούσαμε να βγούμε μόνο μέρα για τις στοιχειώδεις προμήθειες και τα λοιπά. Εγώ είχα γνωρίσει ένα παιδί, αδερφό του Πρόξενου που σου λέω, ένα πολύ καλό παλικαράκι ήταν αυτό, με τον οποίο κάναμε και παρέα, βγαίναμε με αυτόν, ο οποίος φυσικά είχε όπλα. Μετά ανακαλύψαμε ότι όλοι είχαν όπλα, γιατί το να συμβεί πραξικόπημα ήταν ρουτίνα εκεί πέρα, και με το παιδί αυτό, Κώστα τον λέγανε, μπορούσαμε και κυκλοφορούσαμε, ψωνίζαμε και για τους υπόλοιπους, βγαίναμε λίγο από δω, από κει. Κι εγώ μπορούσα να κυκλοφορώ και μόνη μου και θα σου πω το γιατί. Πριν το πραξικόπημα, όποτε πήγαινα στο μάρκετ και τα λοιπά, έπαιρνα πάντα καραμέλες, σοκολάτες, οτιδήποτε, γιατί δίπλα, εκεί που μέναμε, υπήρχε ένα σχολείο με παιδάκια ντόπια, με τα οποία πάντα μιλούσα. Εκεί απ' έξω, λοιπόν, υπήρχαν και πάρα πολλοί ζητιάνοι στους οποίους πάντα κάτι έδινα. Με ξέρανε λοιπόν αυτοί, μιλούσαμε μαζί. Έκανα και μια απόπειρα να μάθω σουαχίλι και προσπαθούσα να μιλάω τη γλώσσα τους και με τα πιτσιρικάκια και με αυτούς, και μάλιστα όποτε περνούσα από το σχολείο μου λέγανε «Αμπάρι, Μουζούρι -τους έλεγα-, τι κάνεις, καλά;», ξέρεις, έτσι τέτοια. Όταν, λοιπόν, έγινε το πραξικόπημα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι ζητιάνοι, ξέρεις, κάποιοι εκεί έξω, με συνοδεύανε παντού για να είμαι ασφαλής. Υπήρχαν δυο φυλές, αυτοί σφάχτηκαν μεταξύ τους: Οι Χούτου και οι Τούτσι. Οι Χούτου ήταν οι γηγενείς, οι ντόπιοι στο Μπουρούντι. Οι Τούτσι ήταν αυτοί που ήρθαν από Σουδάν και Αιθιοπία, και τους γνώριζες και από τα χαρακτηριστικά. Οι Χούτου ήταν αυτή με τα αφρικάνικα, ξέρεις, τις πλατιές μύτες. Οι Τούτσι ήταν οι ψηλόλιγνοι με ωραία πρόσωπα, οι οποίοι Τούτσι για πολλά χρόνια σπούδαζαν και στην Ελλάδα, σε στρατιωτικές σχολές, και είχαν αυτοί την εξουσία. Το θέμα ποιο είναι; Λίγα χρόνια πριν, στο Μπουρούντι, βρέθηκε πλουτώνιο και ουράνιο. Το Μπουρούντι αποικία Βέλγων και Γάλλων. Λογικό είναι να τους βάλουν να σφαχτούν μεταξύ τους. Υποκινούμενο, λοιπόν, το πραξικόπημα. Ξεσηκώθηκαν οι Χούτου, ζήτησαν εκλογές. Περισσότεροι οι Χούτου, πήραν αυτοί την εξουσία. Σφάξανε τον Πρόεδρο των Τούτσι, και συνέχισε να σφάζονται μεταξύ τους. Εδώ μιλάμε για ιστορίες που πραγματικά δεν τις χωράει ο νους του ανθρώπου. Δηλαδή, ένας από τους φύλακες που είχαμε κάτω εκεί, ο τύπος ήταν Χούτου παντρεμένος με Τούτσι. Η γυναίκα του ήταν Τούτσι. Έφυγε, πήγε σπίτι, την έσφαξε και ξαναγύρισε στη δουλειά του. Σφάχτηκαν οικογένειες μεταξύ τους. Σου λέω περιστατικά απίστευτα, απίστευτα. Στο δικό μου το σπίτι, έχει τύχει να κρύψω 2-3 άτομα που τους ήξερα. Ο Ετιέν, ένα παιδάκι το θυμάμαι, κι αυτός φύλακας εκεί στην κοινότητα, γιατί τους κυνηγούσανε οι δικοί τους άνθρωποι να τους σκοτώσουνε. Και, κάποια στιγμή, μάλιστα, γνωρίζω... είχα ήδη γνωριστεί με κάποιους γιατρούς, τώρα δεν είμαι σίγουρη αν ήταν από τους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα» ή από τους «Γιατρούς του Κόσμου» κάποιες οργανώσεις, τέλος πάντων, τέτοιες, και μου είπαν ότι θα φύγουν στη ζούγκλα, όπου εκεί γινόταν το μακελειό, και χρειάζονται χέρια.  Δηλαδή, δεν ήταν απαραίτητο να είσαι γιατρός. Μου λέει «Να στήσεις μια σκηνή, να περίθαλψεις κάποιον, να σκουπίσεις τα αίματα, οτιδήποτε, θες να 'ρθεις;». Και φυσικά πήγα. Νίνα, είναι ό,τι τραγικότερο έχω δει στη ζωή μου, δηλαδή, παραπάνω και από ταινίες που βλέπεις. Να μπαίνεις στη ζούγκλα, όπου υπήρχε ένα ποτάμι, να βλέπεις πτώματα, κομμένα χέρια να επιπλέουν, κομμένα πόδια, έγκυες γυναίκες να τις έχουν σκίσει την κοιλιά και να έχουν βγάλει το έμβρυο από μέσα, γυναίκες με κομμένα στήθη, να έρχονται... είχανε, ένα από τα βασικά τους όπλα ήταν η ματσέτα, ένα κυρτό μεγάλο μαχαίρι, να βλέπεις να σου 'ρχεται άτομο που είχε φάει τη ματσέτα στο κεφάλι, να έχει ανοίξει το κεφάλι, και να βλέπεις τον εγκέφαλο να πάλλεται μέσα. Κάψανε ένα σχολείο, βάλαν φωτιά σε σχολείο και κάηκαν 80 τόσα παιδάκια. Κάποια από αυτά είχαν έρθει στους γιατρούς να τα περιθάλψουμε. Δεν περιγράφεται. Απλώς αυτό που μου έμεινε μετά, για αρκετά... μέχρι και σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν μου 'χει φύγει, ήταν η μυρωδιά του αίματος. Για πολύ καιρό, δεν μπορούσα να περάσω έξω από κρεοπωλείο. Μου μύριζε το αίμα και μου ερχόταν ακριβώς... υπήρχε παντού η μυρουδιά του αίματος. Παράδειγμα, ξυριζόμουνα και κοβόμουνα στο ξύρισμα και μύριζε το αίμα. Κατευθείαν μου ερχόντουσαν οι σκηνές αυτές. Ήταν κάτι τραγικό.  Τέλος πάντων. Έμεινα, γίνεται δεύτερο μπαμ, δεύτερο αιματοκύλισμα, τέλος πάντων. Ξανά μέσα. Ξανά στρατιωτικός νόμος και έρχεται αυτός ο φίλος μου, που σου λέω, ο αδερφός του Προξένου και μου λέει «Πάτη, θα μπει ένα αεροπλάνο του ΟΗΕ για ελάχιστα άτομα» επειδή εγώ είχα πει ότι «Θέλω να φύγω» και φυσικά ήθελα να φύγω. Δεν είχε νόημα να μείνω. Δηλαδή, εγώ είχα πάει με σκοπό να ζήσω, να ταξιδέψω, να κάνω. [00:40:00]Εάν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, να κάνω τι; Να κάθομαι σε μια βεράντα; Επανέρχομαι με τους Ηπειρώτες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια αυτή του πραξικοπήματος δεν κάνανε τίποτε άλλο από το να κάθονται όλοι μαζί και να λένε ηπειρώτικα μοιρολόγια. Το φαντάζεσαι; Να βιώνεις όλο αυτό, και αντί να μαζεύεσαι με την παρέα σου, κάτι να πεις, να ξαλεγράρεις, λίγο να... κάτι, ρε παιδί μου, να ακούς ηπειρώτικα μοιρολόγια, από το πρωί ως το βράδυ. Και εγώ να 'μαι μέσα, με την κιθάρα και να παίζω Παπακωνσταντίνου, μπας και νιώσω λίγο διαφορετικά, και είχα για παρηγοριά στο απέναντι σπίτι, υπήρχε ένα φωτιστικό, τραβηγμένες κουρτίνες και ένα φωτιστικό και έλεγα «Θεέ μου, υπάρχει και κάποιος άλλος άνθρωπος εκεί απέναντι».  Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ. Μου είπε ότι μπορώ να φύγω με ένα αεροπλάνο του ΟΗΕ. Ετοίμασε αυτός ο άνθρωπος, του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη το παιδί αυτό, Κώστα Λάσκαρη τον λένε. Τώρα δεν ξέρω πού βρίσκεται, από τη Σάμο ήτανε. Μου ετοίμασε αυτός όλα τα χαρτιά και μπορούσα να πάρω μόνο μία αποσκευή, μία. Όπου αποφάσισα να αφήσω όλα μου τα πράγματα εκεί, τα πάντα. Καλά υλικό για το σχολείο δεν φαντάζεσαι πόσο, τα πτυχία, το πτυχίο των γαλλικών, το πτυχίο των ιταλικών, ό,τι είχα και δεν είχα, και τι έβαλα στη βαλίτσα; Ό,τι αφρικανικό είχα αγοράσει, και ίσως είναι κάποια πράγματα που μπορείς να τα φωτογραφίσεις κιόλας, που έχω από κει. Και έφυγα με αυτό το αεροπλάνο του ΟΗΕ, παραμονές Χριστουγέννων. Σταματήσαμε Ρουάντα, όπου εκεί ήταν στα σκαριά το πραξικόπημα, γιατί οι περισσότεροι ξέρουν το πραξικόπημα της Ρουάντα. Αυτό έχει μείνει, και όχι το Μπουρούντι που εκεί ξεκίνησε, με κυανόκρανος, με...  Τέλος πάντων. Και φτάνω Ελλάδα, παραμονές Χριστουγέννων, τώρα '93 πρέπει να ήτανε, δεν είμαι και σίγουρη. Όπου έχω φύγει από Μπουρούντι, εκεί έχω πάθει ένα σοκ, καθότι φεύγω από Μπουρούντι με 27 βαθμούς, φτάνω Χαρτούμ με 40 βαθμούς, Αντίς Αμπέμπα, ξέρω γω, κάπου εκεί, τόσο 40, φτάνω Κάιρο με 30, και φτάνω Αθήνα με -5 ίσως, γιατί χιόνιζε κιόλας, και είμαι με ένα πουκάμισο, κι έχω πάθει σοκ πραγματικά, με αυτές τις εναλλαγές θερμοκρασίας. Έκανα πάρα πολύ καιρό να συνέλθω. Επικοινώνησα με το Υπουργείο, δεν ξέραν τι να με κάνουνε. Φυσικά, ζήτησα ανάκληση. Δεν μέτρησε η χρονιά, οι μήνες αυτοί, λόγω ειδικών συνθηκών. Οπότε είχα πάλι ατόφια τα δύο χρόνια, για καινούρια απόσπαση. Θέλαν να με στείλουνε στη Ντιριντάουα. Εγώ τη Ντιριντάουα την ήξερα ως τραγουδίστρια, τα πολύ παλιά χρόνια ήταν περιοχή της Αιθιοπίας. Δεν πήγα. Θέλαν να με στείλουν στην Μποτσουάνα, είπα «Αφρική, για μένα έκλεισε, τέλος» και πραγματικά δεν θέλω να ξαναπάω ποτέ μου. Και ταινίες που βλέπω χαλιέμαι πραγματικά, δεν μπορώ να το δω καν, ούτε καν τη φύση της Αφρικής. Στο Μπουρούντι, λοιπόν, πέρα από όλα αυτά τα τραγικά, εκπλήρωσα πάλι και κάτι από την αναζήτηση που είχα, όπου πήγαινα. Είχα διαβάσει, ότι εκεί βρέθηκαν δύο μεγάλοι εξερευνητές, ο Livingstone και ο Stanley, που έψαχναν τις πηγές του Νείλου. Βρήκα, λοιπόν, το σημείο και βρήκα μία μεγάλη πέτρα, και θα σου τη δείξω τώρα, όπου έχουν χαράξει και ήταν για μένα, τώρα κάτσε γιατί εδώ, για μένα ήταν συγκλονιστική στιγμή, όπου έφτασα εκεί που έφτασε ο Stanley. Δεν μπορώ να βρω τις φωτογραφίες από το Μπουρούντι. Α! Εδώ πρέπει να είναι. Εδώ, λοιπόν, είναι. Και είμαι με τρία από τα πιτσιρίκια, τα Ελληνάκια, που είχα στο σχολείο μου. Αυτά τα τρία παιδάκια. Το ένα δεν ξέρω πού ήταν, 4 είχα. Δεν ξέρω αν βλέπεις πάνω στον βράχο, είναι χαραγμένα και εδώ είναι από πιο κοντά, είναι τα ονόματα του Livingstone και του Stanley. Εδώ είναι η λίμνη Τανγκανίκα, που περνούσα ώρες εκεί. Με συνάρπαζε η ιδέα ότι είναι η Τανγκανίκα, οι κροκόδειλοι και οι ιπποπόταμοι δίπλα, εν τω μεταξύ, μπορεί να μπορούσες να τους χαϊδέψεις. Δεν το επιχείρησα. Εδώ είναι τρία παιδάκια ντόπια, εκεί στην Τανγκανίκα, τα οποία δεν ξέρω αν επιζήσανε μετά από όλα αυτά, και εδώ είναι δύο φωτογραφίες από την Αντίς Αμπέμπα. Εδώ είναι ένα μνημείο για την εξέγερση που κάναν, να απαλλαγούν από την ιταλική κατοχή, γιατί ήταν ιταλική κατοχή η Αιθιοπία, και εδώ είναι δύο μικρούλια που είναι λουστράκια. Δουλεύανε στον δρόμο σαν λούστροι, και μάλιστα μου επιτέθηκε κι ένας τύπος, μου έκανε πολύ έντονη επίθεση, ότι δεν έχω δικαίωμα να τραβάω φωτογραφίες και τέτοια. Εδώ, λοιπόν, κλείνει το κεφάλαιο Αφρική, με το Μπουρούντι, με μία από τις πιο επώδυνες εμπειρίες της ζωής μου αλλά που θα αφήσω όλα τα επίθετα που θα μπορούσα να βάλω μπροστά, και θα το κρατήσω απλά ως εμπειρία. Και μέσα από αυτό θα βγάλω κι ένα καλό. Δηλαδή, εγώ πάντα ήθελα να περνάω, ξέρεις, τη ζωή μου και να περνάω μέσα από τις ζωές άλλων ανθρώπων, όπως και οι άλλοι περνάνε μέσα από τη δική μου ζωή και να λέω ότι «Κοίτα, μωρέ, να εκεί, έκανα ένα καλό, βοήθησα λίγο». Και εκεί βοήθησα πολύ. Κι αυτό μένει.  Λοιπόν, επιστρέφω από Μπουρούντι. Έρχομαι Ελλάδα. Μένω κάποια χρόνια. Ίσως να έμεινα περισσότερο απ' όσο θα ήθελα, γιατί, σου λέω, ήταν πολύ δύσκολο όλο αυτό. Οι γονείς μου βέβαια και ο αδερφός μου είχαν πάθει ένα σοκ κι αυτοί γιατί δεν ξέραν τι γίνεται. Τυχαία διάβασε ο αδερφός μου σε μια εφημερίδα, τι συνέβη στο Μπουρούντι, γιατί δεν μπορούσε να με πάρουν τηλέφωνο. Δεν υπήρχαν γραμμές. Και μετά από κάποια χρόνια, μου ξανάρθε και λέω τώρα τι κάνω εδώ; Πρέπει να πάω κάπου αλλού. Αποφασίζω, λοιπόν, να πάω ξανά στο γραφείο, με το ίδιο ποδήλατο, να πάρω ένα ακόμα χαρτί, να δω για ποια άλλη χώρα θα ζητήσω αυτήν τη φορά απόσπαση. Αποφασίζουμε να είμαστε μαζί με τον αδερφό μου αυτήν τη φορά. Πηγαίνουμε σε ένα πολύ ωραίο τσιπουράδικο του Βόλου, στον Kύκλο, έχω πάρει το χαρτί και ετοιμάζομαι να κάνω την αίτηση. Εδώ λειτούργησε, δεν ξέρω τι να πω, κάρμα, μοίρα; Εγώ δεν ήθελα να δηλώσω αραβική χώρα ξανά, ήθελα να δηλώσω κάτι άλλο. Είπα «Τόσα χρόνια στην Αίγυπτο, μετά είδα το Μπουρούντι κι αυτά, ας πάω κάπου αλλού, να δω άλλα πράγματα». 

Κ.Λ.:

Επειδή ο μπαμπάς μου ήταν και άρρωστος, είχε καρκίνο, η πρώτη μου σκέψη ήταν ας μη φύγω πολύ μακριά. Όπου δηλώνω τα εξής, δηλώνω πρώτη την Ουγγαρία στο χωριό του Μπελογιάννη. Δεν ξέρω αν το έχεις ακούσει το Μπελογιάννης, είναι Έλληνες. Oλο το χωριό είναι ελληνικό, ήταν οι παλιοί κομμουνιστές και τα λοιπά. Ήθελα εκεί, ήταν η πρώτη μου προτίμηση. Δηλώνω Ισπανία, όπου, εντάξει, η Ευρώπη γενικά μου είναι λίγο αδιάφορη. Δεν περίμενα κάτι συγκλονιστικό. Δηλώνω Ισπανία, όπου λέω «Εντάξει, όμορφη χώρα θα 'ναι». Δηλώνω Σουηδία γιατί ένα από τα μεγάλα μου όνειρα και είναι στη λίστα που είχα κάνει στα 18, και δεν έχω πάει, είναι να δω το Σέλας. Οπότε, σκέφτηκα ας την κάνω για Βορρά, μήπως καταφέρω και πάω και δω το Σέλας. Ένας άλλος μεγάλος καημός ήταν πάντα η Λατινική Αμερική. Δηλώνω, λοιπόν, τη Βενεζουέλα, εννοώ ήθελα κι άλλες χώρες, αλλά αυτές που υπήρχαν στη λίστα. Δηλώνω τη Βενεζουέλα, λέω «Να πιάσω Λατινική Αμερική, τι ωραία θα πάω και στο Περού που θέλω να δω το Μάτσου Πίτσου και να ψάξω για τους Ίνκας». Ξέρεις, όλα αυτά. Και έχω τον αδερφό μου να επιμένει «Όχι, βάλε και τα Εμιράτα». « Όχι ρε, άσε με του λέω, δεν θέλω Εμιράτα! Δεν θέλω πια αραβική χώρα!». «Βρε βάλε τα Εμιράτα που σου λέω!». «Βάλε τα Εμιράτα, βάλε τα Εμιράτα», με πείθει και το βάζω τελευταίο. Και περιμένω. Περιμένω να με καλέσουν. Περνάει καιρός, τίποτα. Παίρνω τηλέφωνο στο Υπουργείο και συμβαίνουν τα εξής, λες και η μοίρα με έστελνε κάπου συγκεκριμένα. Ουγγαρία δεν ανοίγει θέση, δεν έφυγε άλλος δάσκαλος, δεν μπορούσα να πάω. Ισπανία ζητούσαν δάσκαλο παπά, δεν είχα τη δεύτερη ιδιότητα, μετά την Πάπισσα Ιωάννα δεν νομίζω να υπήρξε άλλη. Η Βενεζουέλα, όπου με καλέσανε, εθεωρείτο νότιο ημισφαίριο και πήγαινε ανάποδα η χρονιά. Δηλαδή, έπρεπε να δουλεύω καλοκαίρια και να επιστρέφω χειμώνα, που δεν το 'θελα. Ακυρώνω τη Βενεζουέλα, δεν το δέχομαι, και με καλούνε μετά από αρκετό καιρό, με καλούν για Σουηδία. Σουηδία ήταν από τις τελευταίες μου προτιμήσεις. Άντε, λέω, Σουηδία. Ο αδερφός μου «Περίμενε! Μπορεί να σε καλέσουν για Εμιράτα!». « Βρε, δεν θέλω τα Εμιράτα! Άσε με! Ούτως ή άλλως λήγει η προθεσμία». Είμαι, λοιπόν, στον ΟΤΕ και στέλνω το φαξ, ότι αποδέχομαι την απόσπαση στη Σουηδία. Την ώρα που έχει φύγει το φαξ είναι απ' έξω ο αδερφός μου με τη μηχανή και φωνάζει, να μην πω τη λέξη «Σταμάτα! Σε έχουν καλέσει για Εμιράτα!». Α! Τώρα, του λέω «Δεν γίνεται, μόλις έστειλα την αποδοχή της απόσπασης». «Ακύρωσε την! Τελείωσε! Εμιράτα, [00:50:00]θα πας!». Και με πείθει. Ακυρώνω την απόσπαση, και πάω Εμιράτα, αποδέχομαι τα Εμιράτα. Όπου στα Εμιράτα γνωρίζω τον άντρα μου. Έφαγα όλα... εγώ εναντίον του γάμου εν τω μεταξύ, καμία σχέση. Γύρισα όλο τον κόσμο και έπρεπε να πάω στα Εμιράτα για να βρω τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Και λέω η μοίρα λειτούργησε μέσω του αδερφού μου. Έπρεπε σώνει και καλά να πάω στα Εμιράτα για κάποιο λόγο. Και πηγαίνω, λοιπόν. Δέχομαι την απόσπαση και πηγαίνω Εμιράτα, Άμπου Ντάμπι. Εκεί δεν ήταν αμιγές ελληνικό το σχολείο, ήταν σχολείο ελληνικής γλώσσα. Όπου μου προκύπτουν οι τραγικότερες συνθήκες που έχω γνωρίσει στη ζωή μου ως δασκάλα, καθότι υπήρχαν παιδάκια, άλλα Ελλήνων, άλλα ξένων, αλλά να μιλάνε ελληνικά, αλλά να μη μιλάνε. Δημοτικό πρώτη, τρίτη, τέταρτη, έκτη. Παιδιά γυμνασίου, παιδιά λυκείου που θέλαν να δώσουν εξετάσεις με το σύστημα των παλιννοστούντων. Ενήλικες που θέλαν να μάθουν ελληνικά, και που εγώ έπρεπε να κάνουν μάθημα σε όλους αυτούς. Περιττό να σου πω, ότι δούλευα δεν ξέρω πόσες ώρες την εβδομάδα. Μόνο απογεύματα. Δηλαδή, έφευγα 4 η ώρα από το σπίτι και γυρνούσαν 10 η ώρα το βράδυ, ας πούμε, γιατί το πρωί πήγαινα σε ξένα σχολεία. Αυτό ήταν μόνο ελληνικής μητρικής γλώσσας.  Πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες, πάρα πολύ δύσκολες. Με κάποια να μην μπορώ να συνεννοηθώ καθόλου. Είχα να σκεφτείς και έναν Ινδό μαθητή, ο οποίος ήταν υπάλληλος της πρεσβείας, και ο Ινδούλης, ο Σουρές, ήθελε να μάθει ελληνικά, και πολύ καλά έκανε το παιδί, γιατί ήθελε να πάει μπροστά στη δουλειά του. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει ινδική γλώσσα. Αυτός ήταν από την Κεράλα, έχει πολλές διαλέκτους η Ινδία. Είναι αυτοί που βάζουν πάρα πολύ «Ρο» μιλάει, δηλαδή, ο Ινδός και να του λέω εγώ να πει «Καλημέρα» και να μην μπορεί να το πει και να του λέω «Σουρές, δεν είναι δυνατόν αγόρι μου, να μην μπορείς να πεις τα φωνήεντα; Με τη γλώσσα αυτή που έχεις;». Τέλος πάντων, τον πείθω τον Σουρές «Όταν μιλάω -του λέω- θα κοιτάς στο στόμα μου. Θα βλέπεις πώς ανοιγοκλείνω το στόμα». Εμείς, εδώ, στον Βόλο, κάποιοι από μας λέμε το «νι» και το «λι». Δεν λέμε «νι», λέμε «ννιι». Περιττό σου πω, ότι ο Σουρές, μετά από 2 μήνες, μιλούσε βολιώτικα. Έλεγε «Καλημέρα» γιατί παρακολουθούσε το στόμα μου. Τέλος πάντων, βρίσκομαι στο Άμπου Ντάμπι, γάνιασα να βρω σπίτι, καθότι ο Πρέσβης με είχε παραμυθιάσει κιόλας, ότι μου 'χουν βρει σπίτι, και τούτο και κείνο, και τα λοιπά. Με φιλοξενούσε η Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων.  Μπήκα σε έναν άλλο κόσμο. Η πρώτη λέξη που βλέπεις εκεί με neon, να φωσφορίζει παντού είναι «χρήμα». Πολύ χρήμα, ρε παιδί μου. Οι Έλληνες εκεί; Νεόπλουτοι όλοι. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι εγώ εδώ, 6 μήνες; Και πολλοί είναι. Θεωρούσα ότι δεν έχω κανένα σημείο επαφής. Δεν γινόταν πραγματικά, δεν γινόταν. Άλλος κόσμος, με άλλα ενδιαφέροντα. Εγώ πήγα πάλι για την εμπειρία, την αναζήτηση να ζήσω, να κάνω και το έβλεπα πάρα πολύ χλωμό, με πολλές ώρες δουλειάς, μη έχοντας παρέα, καθότι δεν θα μπορούσα να κάνω παρέα με αυτά τα άτομα. Ας πούμε, να σου λέει η άλλη « Πάμε μια βόλτα στα jewelry». Στα jewelry να κάνουμε τι, ας πούμε; Και άσε που δεν ήξερα Swarovski εγώ τότε, και μου λέει αυτή «Να δούμε Swarovski». «Swarovski;». «Δεν ξέρεις τι είναι Swarovski;». «Όχι, κατά τον Tchaikovsky;». Φαντάσου τώρα. «Το τραπεζάκι πρέπει να είναι rosewood, αν δεν είναι rosewood, εγώ δεν το παίρνω». Εντάξει, να λέω «6 μήνες κουράγιο, θα φύγεις, δεν γίνεται». Και ευτυχώς πριν τους 6 μήνες γνωρίζω τον άντρα μου. Έλληνας μηχανικός, 24 χρόνια στα Εμιράτα, δούλευε σε μια πετρελαϊκή εταιρεία και τον γνωρίζω. Όπου αμέσως καταλαβαίνουμε, ξέρεις, ότι ο ένας είναι πλασμένος για τον άλλον. Δεν λέμε «Το άλλο μισό μας, ποτέ», γιατί είσαι και νέο κορίτσι. Πρέπει να είσαι ολοκληρωμένος, δεν χρειάζεσαι το άλλο σου μισό. Είσαι ολόκληρος, και βρίσκεις αυτό που είναι και αυτός ολόκληρος. Τέλος πάντων. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τον άντρα μου αλλάζει εντελώς και η ζωή μου στα Εμιράτα. Αρχίζω να γνωρίζω τα Εμιράτα. Ταξίδια απίστευτα με το τζιπ στις ερήμους, στις οάσεις, και με βάση τα Εμιράτα, αρχίζουν ταξίδια αλλού. Η εμπειρία μου απ' τα Εμιράτα: Ένας τόπος όπου μπορείς να δεις τα πάντα, δηλαδή, πρώτα απ' όλα το Αμπού Ντάμπι και το Ντουμπάι για μένα, και μάλιστα είχαμε διαφωνήσει στο πρώτο ραντεβού, τσακωθήκαμε καθότι μου έλεγε «Κοίτα, τι ωραίο το Άμπου Ντάμπι» και του έλεγα «Σιγά, μια ψεύτικη πόλη είναι». Για μένα ήταν όλα επίπλαστα, όλα ψεύτικα. Φτιάχναν ψεύτικα νησιά, ας πούμε, φτιάχνανε ψεύτικο εκείνο. Ήταν όλα ψεύτικα κατ' εμέ. Μια βιτρίνα χλιδής, μια ματαιοδοξία πλούτου, όπως και το Ντουμπάι, ακόμη περισσότερο. Ακόμη χειρότερα εκεί τα πράγματα.  Αλλά μία πόλη, όπου πραγματικά, πίσω από τη βιτρίνα του πλούτου, νοιαζόταν για τους πολίτες. Απίστευτα πάρκα. Μία πόλη φτιαγμένη για παιδιά, με ευκολίες που δεν πήγαινε το μυαλό σου. Δηλαδή, στα διαμερίσματα που έμενες, υπήρχε δίπλα παραθυράκι στον διάδρομο, που πετούσες τα σκουπίδια. Δεν κατέβαινες καν κάτω. Έπαιρνες τηλέφωνο τον θυρωρό. Ό,τι χαλούσε, ερχόταν κάποιος και στο 'φτιαχνε αμέσως. Δηλαδή, αυτά τα καθημερινά που έχουμε εμείς εδώ που μας αγχώνουν, δεν υπήρχαν. Δεν υπήρχε εφορία, τι άλλο θες; Τέλος πάντων, αυτό καθ 'αυτό, ο τρόπος ζωής στο Άμπου Ντάμπι εμένα δεν μου άρεσε, δεν μου ταίριαζε, έτσι καθαρά προσωπική άποψη, για άλλους ήταν παράδεισος. Εμένα δεν μου ταίριαζε. Μακριά από τη φύση, παντού ουρανοξύστες, γυάλινοι. Ξέρεις, οι τζιπάρες, εκείνο, τούτο. Τεράστια εμπορικά κέντρα, ένας κόσμος που εμένα δεν μου ταίριαζε. Οι 6 μήνες όμως έγιναν 8 χρόνια. Καθότι τελειώνω την πενταετία. Τελείωσε. Έπρεπε να γυρίσω Ελλάδα. Παίρνω άδεια 3 χρόνια άνευ αποδοχών, γιατί ήμουνα παντρεμένη με μόνιμο κάτοικο εξωτερικού, και μένω έγκυος και γεννάω την κόρη μου, στο Άμπου Ντάμπι. Μέχρι τώρα, η κόρη μου φέρει τόπο γέννησης Άμπου Ντάμπι. Το Άμπου Ντάμπι θα με ακολουθεί παντού. 

Κ.Λ.:

Με βάση, λοιπόν, το Άμπου Ντάμπι, αποφασίσαμε πριν γεννηθεί η μικρή, αν και με τη μικρή, το τι έχει τραβήξει αυτό το παιδί, αποφασίζουμε, λοιπόν, να πάμε μια Ταϊλάνδη. Εάν στα ταξίδια μπορούσα να βάλω βαθμολογία μέχρι το 10, η Ταϊλάνδη παίρνει το απόλυτο 10. Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει στη ζωή μου. Ήτανε ένας άλλος κόσμος, γιατί λίγο πολύ για πολλούς τόπους, όλο και κάτι ξέρεις, όλο και κάτι έχεις δει. Αυτό που είδα εκεί, δεν το είχα ξαναδεί. Δηλαδή, ήταν άγνωστο. Ερχόταν η μια πληροφορία μετά την άλλη. Η μαγεία σε όλο της το μεγαλείο. Ο τρόπος ζωής, οι άνθρωποι, το τοπίο, η θάλασσα, σου λέω, ήταν κάτι απίστευτο. Το Πουκέτ, ένας παράδεισος, σε σχέση με τα μέρη, με τις θάλασσες, με τις παραλίες και τα λοιπά. Αλλά εκεί που συγκλoνίστηκα ήταν η Μπανγκόκ. Η Μπανγκόκ μία από τις ασχημότερες πόλεις που έχω δει στη ζωή μου, χάλια, αλλά είχε κάτι εντελώς ιδιαίτερο. Παράδειγμα, υπήρχαν εκείνα τα μικρά, κάτι τρίκυκλα που τα λέγαν «Τουκ-Τουκ». Έμπαινες, λοιπόν, στο τρίκυκλο και σε πήγαινε ο τύπος σε διάφορα τουριστικά σημεία της πόλης.  Υπήρχε ένα μέρος μέσα στην Μπανγκόκ, όπου τη μέρα ήτανε κανονικά δρόμοι με κίνηση, με αυτοκίνητα και το βράδυ κλείνανε οι δρόμοι, στηνόντουσαν μαγαζιά παντού, και ήταν η νυχτερινή αγορά. Ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός. Εκεί βέβαια ήταν και πάρα πολλά, ξέρεις αυτά τα στριπτιτζάδικα, γιατί η Ταϊλάνδη φημίζεται και γι' αυτό, μπαράκια απίστευτα, προϊόντα απ' όπου μπορείς να φανταστείς. Ένας κόσμος σου λέω, που δια μαγείας μόλις ξημέρωνε εξαφανιζόταν. Ήταν κάτι τρομερό. Και το δεύτερο, που θεωρώ πραγματικά ότι είναι ένα από τα ομορφότερα πράγματα που έχω δει, σε ένα άλλο σημείο της Μπανγκόκ, υπήρχε η πλωτή αγορά. Όλες οι αγορές και όλα τα εμπορεύματα υπήρχαν μέσα σε βάρκες. Όλες οι αγορές γινόταν εν πλω. Έμπαινες κι εσύ σε μια βάρκα, υπήρχε μία ωραία τύπισσα Ταϊλανδή. Κωπηλατούσε, ήσουνα κι εσύ μέσα, πλεύριζες άλλες βάρκες και αγόραζες. Η πλωτή αγορά. Εδώ, λοιπόν, σου δείχνω μια εικόνα από την πλωτή αγορά, για να έχεις κι εσύ εικόνα στο μυαλό σου. Εδώ είναι στο Πουκέ, είναι το νησί, το λένε το νησί του James Bond, γιατί εκεί γυρίστηκε μία από τις ταινίες του James Βond.  Απίστευτοι ναοί, υπέροχα χρώματα, μια μαγεία όπου και να γυρνούσες. Και φοβερή εμπειρία είναι όταν μπήκαμε στη ζούγκλα, στη ζούγκλα της Ταϊλάνδης. Όπου εκεί γνώρισα πάρα πολλούς ντόπιους, φωτογραφία με μία κοπελίτσα από εκεί. Οι Ταϊλανδές για μένα είναι οι ομορφότερες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου. Ήταν πανέμορφες όλες. Εδώ με άφησαν και οδήγησα λίγο το τζιπ, μέσα στη [01:00:00]ζούγκλα, μέχρι που έπεσα φάτσα κάρτα με κάποιους ελέφαντες, και πανικοβλήθηκα, και το άφησα σε μια γωνιά. Εκεί κάναμε και ταξίδι καβάλα στον ελέφαντα. Δεν μπόρεσα να τις βρω αυτές τις φωτογραφίες. Δεν ξέρω πού τις έχω, και εδώ είναι ένα από τα πιο γλυκά παιδάκια που έχω δει στη ζωή μου. Ένας μικρουλάκος, ο οποίος με νοήματα, τώρα του είπαν « Θέλεις να σε φωτογραφίσω;». Έκανε τα χεράκια αυτό και με χαιρέτησε και ο χαιρετισμός τους είναι «Κομπ κουμ κα» και με αυτή το «Κομπ κουμ κα» και μου κάνει ακριβώς αυτό. Ένα γλυκύτατο παιδάκι. Η Ταϊλάνδη, λοιπόν, ήτανε το δεκάρι όντως. Και το 9μισάρι το βάζω στο ταξίδι που κάναμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αυτό πριν γεννηθεί η μικρή.  Μένω τώρα, βέβαια, Άμπου Ντάμπι, έτσι; Έρχομαι Ελλάδα, ερχόμαστε για διακοπές και τα λοιπά. Ο μόνιμος τόπος είναι το Άμπου Ντάμπι. Από Άμπου Ντάμπι, λοιπόν, αποφασίζουμε να φύγουμε για Αμερική. Εγώ δεν ήθελα. Γάνιασε να με πείσει ο άντρας μου. Εγώ είχα τις γνωστές απόψεις για την Αμερική, τα χαζοαμερικανάκια και τι να πάμε να κάνουμε, και σιγά, και τούτο και τ' άλλο. Το μόνο που ήθελα εγώ από Αμερική ήταν οι Ινδιάνοι. Ήθελα να δω τους Ινδιάνους, μόνο με αυτούς θεωρούσα ότι έχω κάτι κοινό. Άντε, λέω, κομμάτια να γίνει, ας πάμε και μια Αμερική να δω. Μπορεί και να ανασκευάσω τις απόψεις μου. Και πάμε, λοιπόν, Αμερική οι δυο μας. Προσγειωνόμαστε Νέα Υόρκη, νοικιάζουμε αυτοκίνητο, διανύουμε 14 Πολιτείες. Όπου βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον, σταματούσαμε. Εγώ περίμενα να βρω και τον ψυχοπαθή δολοφόνο με το πριόνι, ξέρεις, όλα αυτά που έχεις ζήσει στις ταινίες, που βλέπεις. Ουδεμία σχέση, πραγματικά. Δεν μέναμε, βέβαια, σε μεγάλες πόλεις. Το απέφευγα, γιατί δεν τις αντέχω. Νέα Υόρκη, μια που μπήκαμε, και μια που βγήκαμε, δεν ήθελα να μείνω. Υπέροχα μέρη. Διασχίσαμε όλη την ανατολική, κάτσε, όπως είναι η Αμερική, όλη τη δυτική πλευρά, από τη μεριά του Ατλαντικού. Ένα απέραντο δάσος. Ανασκεύασα για τους Αμερικανούς, μόνο στο θέμα αυτό. Xαζοαμερικανάκια εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι μέχρι σήμερα. Αγεωγράφητοι άσχετοι, εντάξει, καρφωμένοι στο αμερικανικό όνειρο, παντού Αμερικανοί και σημαιούλες. Αλλά μιλάμε για σεβασμό για το περιβάλλον. Ήταν κάτι τρομερό, το πώς αγαπούσαν τον τόπο τους, δηλαδή μακάρι οι Έλληνες να είχαν αυτό. Όχι, προσέχανε τα πάντα, όχι, υπήρχαν παντού ταμπέλες, που στην αρχή δεν καταλαβαίναμε τι λέγανε. Έλεγε «Υιοθετήστε έναν δρόμο» και λέγαμε «Τι υιοθετήστε έναν δρόμο;». Είχαν ένα κομμάτι, ο καθένας τους, είχε ένα κομμάτι του δρόμου που ήταν καθαρά δικό του. Αυτός το καθάριζε, κούρευε το γκαζόν, μάζευε σκουπίδια, τάιζε τα άγρια ζώα που υπήρχαν, ελάφια να περνάνε έτσι δίπλα σου, αρκούδες, σκιουράκια χιλιάδες. Στην πρώτη μέρα που είδαμε σκιουράκια, είδα ένα σκιουράκι σε ένα δέντρο και έλεγα« Αχ, Θεέ μου, τι υπέροχο το σκιουράκι». Μετά να λέω« Να, κοίτα, είναι στο άλλο δέντρο. Α! Κοίτα πού πήγε!». Απλώς ήταν χιλιάδες τα σκιουράκια, δεν ήταν το ίδιο σκιουράκι. Εγώ νόμιζα ότι είναι το ίδιο. Εκεί, λοιπόν, πραγματικά τους έβγαλα το καπέλο, ήταν απίστευτοι. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, από Νέα Υόρκη. Περνάμε Πολιτείες, θα σου πω αυτά που μου έμειναν. Αυτό που μέχρι και τώρα, όταν τα σκέφτομαι, είναι αυτό που σου είπα πριν, ότι λες «Έχω ζήσει κάποιες στιγμές που γυρίζεις πίσω... ». Τώρα είμαι 61 χρονών, έτσι; Σε 30 χρόνια θα 'μαι 91. Πιστεύω ότι θα ζήσω πάρα πολλά χρόνια. Τι σημαίνει ζω, γιατί έζησα; Να γυρίσεις πίσω σου και να πεις «Άξιζε που έζησα, το 'ζησα κι αυτό». Αλλιώς τίποτα άλλο δεν έχει νόημα. Δεν έχει νόημα. Πραγματικά, εκεί, λοιπόν, όπως και τα προηγούμενα που σου είπα, αλλά και εκεί έχω ζήσει κάποιες στιγμές, τόσο μοναδικές για μένα πάντα, έτσι; Σε κάποιον άλλον μπορεί να είναι εντελώς αδιάφορο, για μένα ήταν όμως τα πάντα και λέω «Πραγματικά, όσα χρόνια και να περάσουν, θα λέω, κοίτα, ρε παιδί μου, άξιζε και μόνο που έζησα αυτό το πράγμα». Για μένα η ομορφότερη πόλη του κόσμου πραγματικά -είναι πολλές στη λίστα- αλλά για μένα είναι η Νέα Ορλεάνη. Η Νέα Ορλεάνη είναι ένας άλλος κόσμος. Βέβαια, είμαι και πότης. Όλοι οι πότες πρέπει κάποτε να πάνε στη Νέα Ορλεάνη.  Εκεί, λοιπόν, ήτανε λες και ζούσες μια ταινία. Λες και ήσουνα πρωταγωνιστής σε μια ταινία. Αφού περάσαμε πάρα πολλές Πολιτείες, διανυκτερεύοντας, κάθε βράδυ μέναμε και αλλού, ξέρεις; Όπου μας έκανε εντύπωση, βλέπαμε και κάτι άλλο. Φτάνουμε, λοιπόν, στη Νέα Ορλεάνη. Στη λίστα που είχα κάνει, από τους τόπους που ήθελα να επισκεφτώ ήταν η Νέα Ορλεάνη, γιατί πάντα την είχα στο μυαλό μου κάπως. Ήταν ο Νιαγάρας, και ήταν κι ένα ινδιάνικο χωριό. Ήτανε μέσα στα τρία πράγματα που ήθελα να δω. Εκεί τα είδα και τα τρία. Στη Νέα Ορλεάνη, λοιπόν, υπάρχει μια περιοχή που λέγεται French Quarter. Εκεί είναι όλοι μαύροι, οι περισσότεροι, και μάλιστα είναι από τις γαλλικές αποικίες της Καραϊβικής. Οι Kρεολοί, δεν ξέρω αν έχεις ακούσει, και οι περισσότεροι μιλάνε και λίγο γαλλικά. Αυτό, λοιπόν, είναι το γαλλικό τετράγωνο, French Quarter, είναι όλα τα μπαράκια. Προχωράς στους δρόμους, είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος. Σπίτια, ξέρεις, αποικιακού στιλ, τέτοιο πράγμα, άμαξες. Οι κοπέλες αυτές οι μαυρούλες, οι πανέμορφες, με τα φουστάνια της εποχής. Φυσικά το κάνουν για τουριστικούς λόγους. Δεν ντύνονται έτσι. Και απίστευτα μπαράκια. Προχωράς και ακούς από δω jazz ,από κει rhythm & blues, από κει να παίζει B. B. King, κιθάρες και φυσικά είναι όλοι τύφλα.  Κυκλοφορούν όλοι και είναι τυφλά. Γέλια, παντού γέλια, είναι όλοι ευτυχισμένοι εκεί πέρα. Όπου εγώ, βέβαια, βρέθηκα στο στοιχείο μου. Να τραβολογάω τον κακομοίρη τον Λάμπρο, τον άντρα μου. «Πω, άκου τι παίζει εδώ, πάμε εδώ μέσα» μπαίναμε στο ένα μπαράκι. Φυσικά, όταν έμπαινα στο μπαράκι έπινα κιόλας, έτσι; «Πω πω! Άκου τι παίζει εκεί. Δεν θα ακούσουμε τζαζ; Πάμε και σ' εκείνο το μπαράκι». Έπινα, λοιπόν, κι εκεί. Περιττό να σου πω ότι κατέληξα σε ένα μπαράκι, όπου βλέπω και θα τον δεις κι εσύ, επάνω στην ορχήστρα είναι ένας τυπάς -τώρα, δεν ξέρω αν φαίνεται εδώ, δες εσύ-, είναι ένας Τζαμαϊκανός με ράστα, κλασική φυσιογνωμία Τζαμαϊκανού, ο οποίος παίζει κιθάρα. «Πω πω! Να τον βγάλεις φωτογραφίες, κοίτα ο τύπος, τι φάτσα κι έτσι, και τι ζούμε, Θεέ μου!». Ενθουσιασμένη εγώ, ξέρεις. Γενικά, είμαι και ενθουσιώδης άνθρωπος, εκδηλώνομαι και τα λοιπά. «Φέρε ένα ουίσκι, κέρασε και το παιδί ένα ουίσκι». Κάποια στιγμή, κάνουν διάλειμμα. Κατεβαίνει ο τυπάς από πάνω και πίσω από μένα ήταν το Jukebox. Περνάει, λοιπόν, από μένα και πάει να βάλει Jukebox. Γυρίζω, λοιπόν, εγώ και του λέω «B.B. King!».  Γυρίζει και με κοιτάει με ένα ύφος, λέει ο Λάμπρος «Ωχ, Θεέ μου, τι του είπες; Δεν θα βγούμε καλά από δω μέσα». Γυρίζει, λοιπόν, με πλησιάζει, εν τω μεταξύ ανέκφραστος, δεν ξέρεις τις διαθέσεις του. Έχω μαζευτεί κι εγώ, μ' αγκαλιάζει «Sister!». Αγκαλιάζει και τον Λάμπρο «Brother!». Προφανώς, του άρεσε πάρα πολύ ο B.B. King και κάθεται στο τραπέζι μας. Όπου πρόσεξε τώρα σκηνή που ζω. Είμαι στη Νέα Ορλεάνη, τύφλα, σε ένα υπέροχο μπαράκι που παίζει τζαζ. Τα πίνω με έναν Τζαμαϊκανό, ο οποίος Τζαμαϊκανός αποκαλύπτεται χριστιανός ορθόδοξος, παθιασμένους χριστιανός ορθόδοξος, κι εκεί που εγώ θέλω να τον ρωτήσω πράγματα για την Τζαμάικα, για την Ορλεάνη, που ζω το όνειρό μου, ξέρεις τι λέει ο τύπος; Εξίσου τύφλα. «Πρέπει να την πάρετε την Κωνσταντινούπολη πίσω! Είναι ελληνική η Κωνσταντινούπολη! Θα την πάρετε!» και να του λέω εγώ «Ok, Mike! Not now, tomorrow! Don't worry Mike!». «Όχι, θα πάρετε την Κωνσταντινούπολη! Είναι ελληνική η Κωνσταντινούπολη! Είναι ορθόδοξη!» «Ok, Mike!».  Τέλος πάντων, του έδωσα την υπόσχεση ότι θα του στείλω κομποσκοίνια από το Άγιο Όρος ήθελε, και του 'στειλα και ότι θα πάρουμε την Κωνσταντινούπολη. Τώρα, δεν ξέρω αν έχει απογοητευτεί, δεν ξέρω αν ζει κιόλας, απ' την πολλή πρέζα ο Μike. Αυτό, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι κάτι που ίσως δεν συμβαίνει ούτε σε ταινίες. Να είσαι εκεί, στη δεδομένη στιγμή, στο δεδομένο μέρος, και να έχεις τον Mike να θέλει να πάρει πίσω την Κωνσταντινούπολη, και μετά αφού περιηγηθήκαμε σε πάρα πολλά μπαράκια, καταλήξαμε στο τελευταίο, όπου έπαιζε κι εκεί τζαζ. Μπήκαμε την ώρα που είχε διάλειμμα. Βλέπω εγώ επάνω την ορχήστρα άδεια, και σηκώνομαι και λέω στον Λάμπρο «Εγώ θα πάω να παίξω ντραμς!». Ο Λάμπρος «Κάτσε κάτω, θα καταλήξουμε σε αμερικανική φυλακή». « Όχι, εγώ θα πάω να παίξω τζαζ!» και ανεβαίνω επάνω που λες και πιάνω τις μπαγκέτες εκεί στα πιατίνια, κι έρχεται ένας γλυκούλικος τυπάκος, Αμερικανούλης, [01:10:00]μαυρούλης, ο οποίος είναι πανευτυχής που το έκανα αυτό και προσπαθεί να με μάθει να παίζω ντραμς. Αυτό είναι που σου λέω ότι όταν γυρίζω πίσω και λέω «Θεέ μου, έζησα αυτήν τη στιγμή». Ήτανε πραγματικά κάτι μοναδικό για μένα.  Κάποιος άλλος θα σου πει «Καλά, σιγά, και τι έγινε;». Για μένα έγιναν τα πάντα, δηλαδή είναι στιγμές που λες «Αυτό είναι ζωή, έχω γευτεί και κείνο, έχω γευτεί και τ' άλλο κι έχω ζήσει αυτό». Και πραγματικά τώρα θα μπορούσα να μηδενίσω και να ξαναρχίσω, να τα ξαναέκανα όλα αυτά από την αρχή. Αυτός, λοιπόν, είναι ότι τυπάκος που προσπάθησε να μου μάθει τζαζ. Εδώ είναι ο Νιαγάρας, ένα από τα όνειρα που εκπλήρωσα. Εδώ είναι σε έναν δρόμο της Νέας Ορλεάνης. Παντού βλέπεις ορχήστρες που παίζουν μουσικούλα. Η απίστευτη Κρεολή με το φουστανάκι εποχής. Εκεί, έβαλα πάρα πολλές φορές τα κλάματα από συγκίνηση. Εδώ είμαι με τον Ινδιάνο στα Απαλάχια, είναι τα βουνά εκεί πάνω, που ζουν οι Τσερόκι συγκεκριμένα, είναι της φυλής των Τσερόκι αυτός ο τύπος, όπου μας εξιστόρησε και την ιστορία τους και το τι περάσανε, πώς τους ξεκλήρισαν οι πολιτισμένοι που ήρθαν, οι Δυτικοί. Τέλος πάντων, πάρα πολύ δύσκολα πέρασαν, αυτοί οι Ινδιάνοι.  Εδώ είναι το Cape Canaveral, όπου ήταν άλλο μου ένα όνειρο. Εκεί πλάνταξα στο κλάμα. Είναι ακριβώς ο διαστημικός σταθμός από τον οποίο έφυγε το Απόλλων 11; Ποιο έφυγε; Τέλος πάντων, και μπήκα στην αίθουσα όπου ήταν... έχεις δει στις ταινίες που είναι αυτοί που είναι κάτω και επικοινωνούν με τους αστροναύτες επάνω «Χιούστον, το λύσαμε» και τα τέτοια. Και είναι η πραγματική αίθουσα και πάνω στις καρέκλες είναι οι ποδιές με τα ονόματα αυτών, που όντως επικοινώνησαν και μίλησαν με τον Άρμστρονγκ, ξέρεις, τέτοιο κλάμα που έκανα όταν μπήκα και το είδα αυτό. Ήτανε και αυτό πραγματικά τι να σου πω; Δηλαδή όχι συγκίνηση, το να βρίσκεσαι σε κάτι είναι σαν να ζεις μια τόσο σημαντική στιγμή και να λες « Ήρθα εδώ, ήρθα, το είδα, άγγιξα την ποδιά του Τζον, ας πούμε, ο οποίος μίλησε με τον Άρμστρονγκ είναι πραγματικότητα πια. Ένα άλλο φοβερό, εδώ είμαι με έναν αστροναύτη. Έβγαλα φωτογραφία, ο τύπος μόλις επέστρεφε από πτήση.  Ένα άλλο πραγματικά συγκλονιστικό ήταν τα Universal Studios. Εκεί στη Φλόριντα είναι τα studios, όπου γυρίζονται οι ταινίες της Universal. Αυτό με την υδρόγειο που περιφέρεται. Και έκατσα στην καρέκλα του αγαπημένου μου σκηνοθέτη, του Spielberg. Και εκεί είναι φοβερή εμπειρία, που μπαίνεις μέσα και βιώνεις πραγματικά την ταινία. Έχουν τόσα απίστευτα σκηνικά. Μπαίνεις μέσα και δηλαδή μπήκαμε, ας πούμε, παράδειγμα στον «Κινγκ Κονγκ». Μπαίνεις σε ένα εναέριο βαγονέτο, κανονικά με σκηνικό όλο αυτό, έτσι; Αλλά πραγματικό, το οποίο κινείται. Από δω και από κει βλέπεις τους ουρανοξύστες, σκηνικό με φώτα τηλεόρασης αναμμένες, σαν πόλη και ξαφνικά σου την πέφτει ο Κινγκ Κονγκ, και μπαίνει η χερούκλα του μες στο βαγονέτο, και αρχίζουνε όλοι και ουρλιάζουνε, τέλειο πράγμα. Ταξιδεύοντας, δυτικά, τυχαία πέσαμε πάνω σε ένα χωριό. Χωριό, κωμόπολη που λέγεται Tarpon Springs. Δεν είχα ξανακούσει γι' αυτό. Τυχαία το βρήκαμε. Βλέπεις στο άγαλμα τι δείχνει; Είναι ένας σφουγγαράς. Το χωριό αυτό το ίδρυσαν, πριν πολλά χρόνια, Καλύμνιοι σφουγγαράδες. Είναι μία μικρογραφία της Ελλάδας, της Καλύμνου συγκεκριμένα. Όλες οι βάρκες έχουν ονόματα ελληνικά, «Άγιος Νικόλαος», ξέρεις, έτσι. Όλοι οι δρόμοι είναι ελληνικοί. Οδός Δωδεκανήσου, Οδός Αθηνών και φυσικά παντού σουβλατζίδικα, χιλιάδες σουβλατζίδικα και μάλιστα κάπου υπήρχε μια μεγάλη ταμπέλα που έλεγε στα αγγλικά «Gyros, the Greek answer to MCDonald's». Ήτανε σου λέω θεϊκό. Ήταν τόσο όμορφο μέρος. Όλοι Έλληνες, βέβαια, έτσι; Βέβαια δεύτερης, τρίτης γενιάς. Κάποιοι μιλούσαν και σπασμένα ελληνικά. Εντελώς ξεχωριστό μέρος, στην καρδιά της Αμερικής τώρα, ένα χωριό που θυμίζει ελληνικό νησί, τρομερό. Και εδώ είναι μια από τις πιο αστείες σκηνές που έζησα στην Αμερική. Είναι το αυτοκίνητο του σερίφη, γράφει επάνω «Sheriff». Εγώ δεν πίστευα ότι τους λένε σερίφηδες ακόμα. Γράφει Sheriff;

Ν.Μ.:

Ναι. Γράφει.

Κ.Λ.:

Γράφει. Εκεί υπάρχει Νόμος που λέει ότι στο αυτοκίνητο απαγορεύεται να κουβαλάς αλκοόλ. Εγώ δεν το ήξερα. Είχα εκείνα τα μπουκαλάκια, που λες, κάτι που είναι με Bacardi και λεμονάδα, δηλαδή δεν είναι ποτό-ποτό. Είχα 2-3 τέτοια μπουκαλάκια, και μου λέει ο Λάμπρος «Αυτά εξαφάνισε τα, καθότι εδώ απαγορεύεται, αν μας σταματήσει αστυνόμος, τελειώσαμε». Την ώρα, λοιπόν, που πάω να πάρω τα μπουκαλάκια και να τα κρύψω, περνάει δίπλα το αυτοκίνητο που γράφει «Sheriff». «Ω, Θεέ μου, λέω, ο σερίφης!». Και μετά από λίγο, τον προσπερνάμε και μας ξαναπερνάει «Λάμπρο, μας ακολουθεί. Τι θα κάνουμε τώρα;» κι αρχίζω την πλάκα, βέβαια «Τώρα, ήταν ανάγκη να τον δούμε τον σερίφη; Τι τον είδαμε; Τώρα θα αναγκαστούμε να τον σκοτώσουμε». Οπότε, σταματάμε σε ένα από αυτά τα Rest House που έχει στον δρόμο, σε μια καφετέρια εκεί. Παρκάρουμε εμείς, και ακριβώς δίπλα παρκάρει ο σερίφης. Κατεβαίνει ο σερίφης, ένα τεράστιο κτήνος, ξέρεις, έτσι ξανθός, με μαύρο γυαλί το American optical, αυτό το κλασικό τέτοιο, και μπαίνει μέσα. Ευκαιρία λέω, πάω να βγάλω φωτογραφίες στο αυτοκίνητο και στήνομαι εκεί που λες, και βγάζω φωτογραφία με το αυτοκίνητο που γράφει Sheriff. Έλα, ντε, που με πρόλαβε ο Sheriff. Καλά, μόνο που δεν με πυροβόλησε. Άρχισε, όχι να βρίζει, σου λέω, περίμενα ότι θα τραβήξει πιστόλι. Την επόμενη στιγμή λέω τραβάει... δηλαδή, άρχισε να μου λέει «Get out! Get away!». «Ok» να του λέω, και αφού έβρισε, άρχισα να απομακρύνομαι εγώ, γυρίζω και του λέω «Θες να βγάλουμε και μια φωτογραφία μαζί;». Απλώς με κοίταξε κι έφυγα. Αυτό από τα πιο αστεία περιστατικά που έζησα εκεί. Αυτά που λες κι από το ταξίδι στην Αμερική. Τις βάζεις με τη σειρά;

Ν.Μ.:

Ναι.

Κ.Λ.:

Ωραία. Και ας επανέλθουμε στο Άμπου Ντάμπι, γιατί το προσπεράσαμε χωρίς φωτογραφίες. Απλώς, είναι πολλά τα χρόνια στο Άμπου Ντάμπι, είναι πάρα πολλές οι εμπειρίες. Στο Άμπου Ντάμπι ήταν πάρα πολύ κοντά, στα Εμιράτα, ήταν πολύ κοντά το Ομάν. Μια πανέμορφη χώρα, είναι από τις αγαπημένες μου χώρες, το Ομάν. Η πρωτεύουσα του Ομάν, η Μάσκατ [=Μουσκάτ] μου θύμιζε πάρα πολύ Ελλάδα. Είχε υπέροχη θάλασσα, άσπρα σπιτάκια, ήταν πανέμορφη χώρα. Προς τα βόρεια του Ομάν, βέβαια, εκεί που ξεκινάνε τα βουνά είναι τόσο άγριο το τοπίο. Και όταν είχα πάει, μου είχαν πει ότι «Από το Ομάν ξεκίνησε ο μύθος με τα τζίνι». Το τζίνι, ξέρεις, ο Αλαντίν και όλα αυτά. Πραγματικά, όταν διέσχιζα με το τζιπ αυτές τις εκτάσεις, μέσα στις ερήμους και στα βουνά, έλεγες ότ: «Εάν υπάρχουν τζίνι, εδώ ζούνε». Το ζούσες εδώ! Περίμενα, από στιγμή σε στιγμή, και όλο σκεφτόμουνα «Ποιες θα είναι οι τρεις ευχές; Μήπως να τον κοροϊδέψω, να κάνω μία που να περιλαμβάνει και τις υπόλοιπες;». Περίμενα, από στιγμή σε στιγμή, να εμφανιστεί το τζίνι. Τρομερό μιλάμε. Εδώ, λοιπόν, είμαι με -εδώ, είναι εκεί που σου λέω στην έρημο- είμαι με πιτσιρίκια πάλι. Διάφορα παιδάκια, τα οποία ήταν τόσο καλά, τόσο ευγενικά. Εδώ είναι ένας μικρούλης, που σε κάποιο δρόμο πουλάει λεμόνια.  Αυτό είναι απ' αλλού. Υπήρχε και μια ινδική συνοικία. Αυτά είναι ινδάκια, τα κοριτσάκια. Εδώ είναι η Μάσκατ, είμαι πάλι με 2 πιτσιρίκια. Εδώ είναι ένα σχολείο, μόλις σχόλασαν αυτά, όλα με τις κελεμπίες, όπως βλέπεις. Και πάντα, φυσικά, πιάναμε κουβέντα. Τα ρωτούσα, ξέρεις και έχω μαζέψει πάρα πολλές φορές, καλά και τότε που ήμουν δασκάλα εγώ, αλλά και μετά από τη στιγμή που έφυγα με σύνταξη, πάρα πολλές φορές σε σχολεία κάνω παρουσιάσεις. Δηλαδή, πηγαίνω για 2-3 βδομάδες. Αναλαμβάνω το μάθημα της γεωγραφίας, θεωρώ ότι είναι ειδικότης μου και έχω μαζέψει πάρα πολλές φωτογραφίες παιδιών, από όλα αυτά τα μέρη που έχω ταξιδέψει. Εάν δεις εκεί στη βιβλιοθήκη αυτή, υπάρχουν κούκλες, από όλα αυτά τα μέρη, που έχω ταξιδέψει, και κάνω παρουσιάσεις. Δείχνω, λοιπόν, τα μέρη, δείχνω τα παιδάκια, δείχνω την κούκλα από εκεί που είναι. Είχα και πάρα πολλά μουσικά όργανα, αλλά επειδή πήγαινε η κόρη μου στο μουσικό, τους τα χάρισα, τα άφησα εκεί. Μετάνιωσα τώρα, τέλος πάντων.  Και ένα από τα τελευταία μεγάλα ταξίδια που έχω κάνει -σου είπα, την Ευρώπη δεν τη βάζω καν μέσα, έτσι; Γιατί τελευταία χρόνια μόνο Ευρώπη είμαστε, μου είναι παγερά αδιάφορη-[01:20:00] είναι το Νεπάλ. Στους προορισμούς που είχα σκοπό να πάω ήταν τα Ιμαλάια. Ήθελα κάποια στιγμή στη ζωή μου να δω τα Ιμαλάια. Η κόρη μου ήταν 2 χρονών. Μέναμε στο Άμπου Ντάμπι, και αποφασίζουμε με τον άντρα μου, να πάρουμε το δύστυχο το παιδάκι των 2 χρονών, και να το πάμε στα Ιμαλάια. Πάμε, λοιπόν, στην Κατμαντού. Μία χώρα και μία πόλη, όπου δεν μοιάζει με τίποτε άλλο. Ήτανε κάτι το μοναδικό. Και μόνο τα Ιμαλάια να δεις, δηλαδή, να δεις το Έβερεστ. Πετάξαμε με αεροπλανάκι γύρω γύρω, είναι εμπειρία ζωής. Βέβαια, εγώ δεν θα το έκανα ποτέ να σκαρφαλώσω ποδαράτη, προτιμώ με το αεροπλανάκι να το δω. Οι άνθρωποι, το ντύσιμό τους, τα πράγματα που κατασκευάζουνε, οι ιστορικές τους πόλεις, οι ναοί τους, είναι αυτά τα κυκλικά, δεν ξέρω αν έχεις δει, με τα πολλά σημαιάκια.

Ν.Μ.:

Ναι.

Κ.Λ.:

Δεν ξέρω αν έχω κάποια φωτογραφία, τα οποία λέγονται Στούπα, έτσι το λένε. Ήταν καταπληκτικό ταξίδι, με μεγάλο μειονέκτημα, βέβαια, το ότι ο άντρας μου και η κόρη μου κόλλησαν κάποια ίωση, και τις τελευταίες μέρες ήταν με 40 πυρετό και δεν ευχαριστηθήκαμε τόσο, όσο θα θέλαμε. Εγώ άντεξα και εκεί. Και εδώ, λοιπόν, είναι κάποιες φωτογραφίες από την Κατμαντού, όπου θα σου πω ένα πάρα πολύ αστείο περιστατικό. Αυτά τα πιτσιρικάκια που βλέπεις, είναι... Κάτσε αν γράφω το χωριό, το Navacort, μπράβο. Είναι το ψηλότερο χωριό του Νεπάλ στα Ιμαλάια. Είναι το τελευταίο χωριό στο μεγαλύτερο υψόμετρο. Πήγαμε, λοιπόν, εκεί. Είχα την κόρη μου σε καροτσάκι. Τέτοιο, αυτά τα παιδικά, με το καροτσάκι. Κάποια στιγμή, σχολάει ένα σχολείο, είναι αυτά τα παιδάκια που βλέπεις εκεί με στολές τα παιδάκια, πανέμορφα. Με το που μας βλέπουνε, ορμάνε όλα και αρχίζουν και περιτριγυρίζουν το καρότσι με το μωρό. Άρχισα να νιώθω άσχημα. Ταυτόχρονα, έρχονται και κάτοικοι του χωριού, διάφοροι και μας έχουν περικυκλώσει.  Πιάνω τον ξεναγό, γιατί μας είχε πάει άνθρωπος εκεί και του λέω «Τι γίνεται; Νιώθω λίγο απειλητικά, ας πούμε, τώρα όλοι αυτοί περικύκλωσαν το μωρό, τι συμβαίνει;». «Δεν είναι τίποτα, μου λέει. Πρώτον, είναι το πρώτο λευκό παιδί που βλέπουνε, δεν έχουν ξαναδεί, δεν έχει ξανάρθει κανένα εδώ πάνω και δεύτερον, δεν έχουν ξαναδεί καρότσι». Δεν είχαν ξαναδεί καροτσάκι, όπου τι κάνω; Πιάνω, λοιπόν, όλα αυτά τα πιτσιρικάκια που είχαν σχολάσει, και τα βάζω στη σειρά, στην κεντρική πλατεία του χωριού και τους λέω « Δεν θα έρχεστε όλοι εδώ γύρω γύρω. Θα περιμένετε ένας, με νοήματα όλα αυτά τώρα, έτσι; Και θα παίρνει ένας-ένας το καρότσι να το πηγαίνει βόλτα». Θεωρώ ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους. Να βλέπεις, λοιπόν, ένα σχολείο παρατεταγμένο στη σειρά και να 'ρχονται να παίρνουν την Ανέτα, την κόρη μου, με το καροτσάκι. Καμάρι; Δεν μπορείς να φανταστείς. Να κάνουν μία βόλτα γύρω γύρω, το έπαιρνε ο επόμενος. Η Ανέτα είχε ζαλιστεί βέβαια από τις βόλτες γύρω γύρω. Νιώσανε τόσο ευτυχισμένα αυτά τα παιδάκια, δεν ξέρω. Το θεωρήσανε κάτι φοβερό, που είδαν λευκό κοριτσάκι, και το πήγαν βόλτα, και το λέγανε και χαιρόντουσαν και τα λοιπά.  Πάρα πολύ ωραία σκηνή ήτανε, και μετά ανακαλύψαμε... Εδώ είμαι πάλι με κάποιους ντόπιους εκεί στα χωριά, στο Νεπάλ επάνω, στα βουνά. Πάντα μου άρεσε να πιάνω κουβέντα. Το έχω επαναλάβει πάρα πολλές φορές. Εδώ είναι μια πολύ ωραία πόλη, το Πατάν, όπου είναι εντελώς ιστορική πόλη. Είναι όλο αρχαίοι ναοί και με πολλούς μύθους από τη θρησκεία τους, και τα λοιπά, και εδώ είναι ένα εργοστάσιο κατασκευής χαλιών. Είναι όλες οι γυναίκες που δουλεύουν εδώ, είναι από το Θιβέτ, Θιβετιανές. Πήγαμε, λοιπόν, εκεί, τις γνωρίσαμε, μας έδειξαν πώς δουλεύουν. Και είχα και τη μικρή μαζί, όπου την παίρναν αγκαλιά, ξέρεις, έτσι, τη χαιρόντουσαν. Και μας λέγαν κι αυτές, τις δικές τους ιστορίες, κυρίως στο πώς τις εκμεταλλεύονταν, και ζούσαν και σε άθλιες συνθήκες.

Κ.Λ.:

Εδώ, λοιπόν, είναι το... επανερχόμαστε, φεύγουμε από το Νεπάλ, επιστρέφουμε Αμπού Ντάμπι. Εδώ είναι το Αμπού Ντάμπι, η ψεύτικη πόλη, που σου λέω, με τους ουρανοξύστες. Τα χρόνια αυτά που ήμουνα στο Άμπου Ντάμπι, κυβερνήτης της χώρας των Εμιράτων ήταν ένας γεράκος, ο οποίος λεγόταν Ζάγιεντ. Αυτό το όνομα είναι, θεωρώ, πάρα πολύ άγνωστο. Για μένα θα έπρεπε να γίνουν ταινίες; Να γραφτούν βιβλία; Είναι ο πιο χαρισματικός ηγέτης του αιώνα που πέρασε. Αυτός, εδώ λοιπόν, ο Σεΐχης Ζάγιεντ ήταν ένας αγράμματος Βεδουίνος. Κάποια στιγμή, πήρε την εξουσία στα χέρια του, με κάποιους εμφύλιους, με τ' αδέρφια του και τα λοιπά, και έγινε ο σεΐχης της χώρας. Τα Εμιράτα είναι επτά. Το κάθε Εμιράτο έχει τον δικό του εμίρη, τον δικό του κυβερνήτη. Πρωτεύουσα είναι το Άμπου Ντάμπι. Ο τύπος ήταν ο κεντρικός ηγέτης. Έχει πεθάνει βέβαια τώρα. Εάν διαβάσεις και μάθεις την ιστορία αυτού του ανθρώπου, μιλάμε για το ότι το Άμπου Ντάμπι, τα Εμιράτα γενικά, είναι μια χώρα πρότυπο, με την έννοια του πώς κατάφερε να προστατέψει τους κατοίκους του. Σκέψου, τότε που ήμουνα εγώ, μιλάω με νούμερα του τότε, οι ντόπιοι ήταν 800.000, οι ξένοι ήταν 5 εκατομμύρια. Φαντάσου, τι θα γινόταν εάν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένοι Νόμοι που προστάτευαν ουσιαστικά μία μειονότητα. Οι ντόπιοι ήταν μειονότητα. Αυτός, λοιπόν, ο γεράκος, ο αγράμματος, η υπογραφή του ήταν η παλάμη του, κατάφερε... Τα Εμιράτα ανακάλυψαν πετρέλαια. Κατάφερε, λοιπόν, και έφερε Αμερικανούς και Ιάπωνες. Στήσανε τις πετρελαιοπηγές, με κάποιες συμβάσεις και συμφωνίες και τα λοιπά, με τον όρο ότι μετά από κάποια χρόνια θα τους πετούσε έξω. Δεν άφησε καμία ξένη δύναμη να κυριαρχήσει στον τόπο του. Τα ίδια τα Εμιράτα ανέλαβαν την εκμετάλλευση των πετρελαιοπηγών τους. Φυσικά είναι από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Δεν υπάρχει φτωχός ντόπιος, ενώ αντίθετα στη Σαουδική Αραβία, ο πλούτος είναι στα χέρια των κυβερνώντων του βασιλιά και τα λοιπά, και ο λαός πεινάει. Έχουμε δει Σαουδάραβες να πλένουν τζάμια αυτοκινήτων στο Άμπου Ντάμπι, να σκεφτείς. Στο Άμπου Ντάμπι, λοιπόν, οι ντόπιοι είναι όλοι πλούσιοι, με την έννοια ότι προσλαμβάνονται στις κρατικές υπηρεσίες. Πρώτα θα προσληφθεί ο ντόπιος, και μετά ο ξένος. Μιλάμε για επίδομα παιδιών. Όσα πιο πολλά παιδιά κάνουν, τόσα πιο πολλά λεφτά παίρνουνε. Μιλάμε για πραγματικά δωρεάν παιδεία, ειδικά αν φεύγουν τα παιδιά και στο εξωτερικό, τα πληρώνει τα πάντα το κράτος. Πραγματικά δεν έχω δει τόσο σοφούς νόμους, όσο κι αν ακουστεί, δεν ξέρω πώς θα ακουστεί αυτό που θα πω, εθνικιστικό; Ρατσιστικό; Στο Άμπου Ντάμπι ο ξένος δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με τον ντόπιο. Έχει μία πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ασφάλεια σε σχέση με αστυνόμευση και τα λοιπά, ακριβώς ίσα δικαιώματα στα δικαστήρια. Δεν θα ευνοηθεί ο ντόπιος, ίσα. Εξασφάλιση κατοικίας, δεν ξέρω τι άλλο και τα λοιπά, αλλά δεν έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας.  Δεν μπορεί να αγοράσει κάτι δικό του εκεί. Ακόμα και οι επιχειρήσεις ή μαγαζιά, τα οποία ανοίγει ξένος, το 50% ή το 51% το έχει ο ντόπιος, και αυτός έχει το μικρότερο μέρισμα. Τα τελευταία χρόνια, άρχισαν να πουλάνε σε ξένους κάποιες βίλες στο Ντουμπάι. Έχεις δει αυτά τα τεχνητά νησιά, έτσι; Την αγοράζεις τη βίλα, αλλά είναι δική σου για 99 χρόνια. Δηλαδή, άντε εσύ και λίγο το παιδί σου. Στον εκατοστό χρόνο επανέρχεται στο κράτος. Δηλαδή, για μένα είναι ένας τόσο σοφός νόμος αυτός, όπου ο ξένος πραγματικά έχει ισοπολιτεία όντως, αλλά δεν μπορεί... Φαντάζεσαι αυτά τα εκατομμύρια ξένων να μπορούσαν να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους ντόπιους, που είναι ελάχιστοι; Θα εξαφανίζονταν. Δεν ξέρω πώς το βλέπεις εσύ; Εγώ το βλέπω σοφό. Εγώ στον Σεΐχη Ζάγιεντ βγάζω το καπέλο πραγματικά, και μάλιστα είχα σκοπό τότε, εάν μπορούσα, μέσω κάποιων κοινών γνωστών, και τα λοιπά, ήθελα πάρα πολύ να τον γνωρίσω, και να του πάρω κάποια συνέντευξη, με σκοπό να γράψω ένα βιβλίο γι' αυτόν, και δεν πρόλαβα, γιατί πέθανε. Τέλος πάντων. Αυτά που λες για τον Σεΐχ Ζάγιεντ, και θα πρέπει ίσως να γίνει και λίγο περισσότερο γνωστός το πόσο [01:30:00]αγαπούσε τον λαό του. Ήταν κάτι τρομερό. Φεύγει, είχε πρόβλημα υγείας και έφυγε στο εξωτερικό να χειρουργηθεί, και όταν επέστρεψε, τον υποδέχτηκε όλη η πόλη με σημαιοστολισμούς. Ανάψανε φωτάκια, πώς ανάβουμε εμείς τα Χριστούγεννα, όλα τα κτήρια φωταγωγημένα, πανό που του λέγαν «Καλώς όρισες» και τέτοια. Και όταν ήρθε ο γεράκος συγκινήθηκε τόσο πολύ από αυτό που είδε. Και τι έκανε νομίζεις; Την επόμενη μέρα, έδωσε σε όλους μας, σε όλους, έναν διπλό μισθό, μπόνους για την υποδοχή. Σε όλους. Ήτανε ψυχούλα. Τέλος πάντων. Λοιπόν, εδώ ένα υπέροχο, μέσα σε κάποιο εμπορικό κέντρο είναι το παραδοσιακό σπίτι, το παλιό, το αραβικό, και ένας από τους άλλους προορισμούς. Το άφησα τελευταίο που είχα σταμπάρει και κατάφερα και πήγα, αλλά απογοητεύτηκα πάρα πολύ. Εκεί ήταν η Πέτρα στην Ιορδανία. Όταν έχεις δει... έχεις δει το φαράγγι αυτό το απίστευτο, που βλέπει στο παλάτι; Εκεί είναι τόσο μαγικό το σκηνικό και λες «Πού θα πάω; Τι θα δω;». Όντως, όταν διέσχισα το φαράγγι και βρέθηκα πριν βγω και είδα το παλάτι, ξανάβαλα τα κλάματα, πάλι είχα πετύχει έναν από τους σκοπούς μου. Έφτασα στην Πέτρα, τι υπέροχο, τι μαγεία.  Και με το που βγήκα από το φαράγγι ήτανε, τι να σου πω; Η απογοήτευση. Ένα τσίρκουλο, εμπόριο παντού. Tύποι που να πουλάνε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ακαθαρσίες παντού, βρωμιά. Όχι απλώς δεν είχαν σεβαστεί τον τόπο, ήτανε... δεν θα ήθελα πραγματικά να το σκέφτομαι, γιατί απομυθοποίησε όλο αυτό που είχα στο μυαλό μου. Εδώ, λοιπόν, είναι ένα σκηνικό στην Πέτρα και είναι και μία από τις καμήλες. Τις καμήλες δεν τις συμπαθούσα ποτέ μου, παρόλο που ήμουνα μόνιμα με καμήλες, τις θεωρούσα πολύ χαζά ζώα. Αυτή ήταν η αγαπημένη μου καμήλα και τον λέγαν Σαχίν. Όποτε, πήγαινα λοιπόν εκεί, είναι μια όαση, ήμουνα πάντα αγκαλιά με τον Σαχίν, ο οποίος Σαχίν για 8 χρόνια με αναγνώριζε. Δεν ξέρω αν το πιστεύεις. Κάθε φορά που με έβλεπε, και μιλάμε με έβλεπε σε απόσταση, έτρεχε. Σηκωνόταν, γιατί πάντα είναι καθισμένες οι καμήλες, σηκωνόταν και ερχόταν τρέχοντας, και έβαζε την κεφάλα του εδώ. Ήτανε λατρεία, ήταν η αγαπημένη μου καμήλα, και με αυτήν κλείνουμε.  Αφού, λοιπόν, έγιναν όλα αυτά, Νίνα, έχουμε τώρα, πόσα χρόνια; 16 νομίζω; 16 χρόνια που επιστρέψαμε οριστικά στην Ελλάδα. Εγώ επέμενα ουσιαστικά να επιστρέψουμε, τον άντρα μου μάλλον τον κατέστρεψα, είχε μια υπέροχη δουλειά εκεί πέρα. Τον ανάγκασα να γυρίσουμε πίσω. Βέβαια, δεν μας βγήκε σε κακό. Απλώς, έχουμε περιορίσει τα ταξίδια, και λόγω χρόνου και λόγω χρήματος, έχουμε αρκεστεί μόνο σε Ευρώπη, και το μόνο που έχω πια στο μυαλό μου είναι αυτή η λίστα που είχα κάνει, τα μέρη που δεν έχω πάει, που ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να πάω. 

Ν.Μ.:

Πού δεν πήγατε;

Κ.Λ.:

Η λίστα τι περιλαμβάνει ακόμα; Περού, Γιουκατάν στις πυραμίδες των Μάγιας, να δω το Σέλας, κάτι νησάκια περίεργα, τα οποία δεν ξέρω αν θα τα προλάβω, γιατί ανεβαίνει η στάθμη της θάλασσας και βουλιάζουνε, το Τουβαλού, το Κιριμπάτι, εκεί στη Μικρονησία και φυσικά η Καραϊβική. Γιατί μεγαλώσαμε, η δικιά μου η γενιά με εκείνο το υπέροχο τραγούδι τη «Τζαμάικα». Δεν ξέρω αν το έχεις ακουστά. Από τότε, λοιπόν, που ήμουν παιδί, ήθελα να πάω στην Τζαμάικα. Είναι όνειρο ζωής. Όχι ότι περιμένω να βρω κάτι φοβερό, γιατί ξέρω, έχω δει εικόνες πια, παραείναι αξιοποιημένη και εντελώς τουριστικό μέρος. Αλλά, έτσι, να μην πάω και μια Τζαμάικα; Πιστεύω θα την πάω. Λοιπά, αυτά από μένα. Τώρα, αν θες να ρωτήσεις εσύ οτιδήποτε.

Ν.Μ.:

Στην Ελλάδα γιατί επιστρέψατε;

Κ.Λ.:

Στην Ελλάδα γιατί επιστρέψαμε. Γιατί τελείωσε και η άδεια άνευ αποδοχών που είχα, και τα χρόνια της απόσπασης, και έπρεπε να επιστρέψω στη θέση μου. Το θέμα είναι ότι αποδείχθηκε, για άλλη μια φορά, η ασχετοσύνη του Υπουργείου Παιδείας. Εγώ πάντα έλεγα ότι δίπλα στο υπουργείο Παιδείας μπαίνει η λέξη παράλογο. Πριν φύγω για Αμπού Ντάμπι, και πριν δηλώσει παραίτηση ο άντρας μου, είχα κάνει αίτηση να ξαναποσπαστώ για τα επόμενα 5 χρόνια. Γιατί είχα το δικαίωμα, επειδή ήμουν παντρεμένη με Έλληνα του εξωτερικού. Ερχόμαστε το καλοκαίρι εδώ, φεύγει ο άντρας μου γιατί δούλευε. Όλο το καλοκαίρι προσπαθώ να... έχω φύγει κι εγώ Αμπού Ντάμπι και προσπαθώ να επικοινωνήσω με το γραφείο μου, εδώ που ανήκω. Όπου τα κορίτσια που δουλεύουν, ξέρουνε, ότι έχω κάνει την αίτηση, ότι θέλω να ξαναφύγω Άμπου Ντάμπι και τα λοιπά. Παίρνω, λοιπόν, τηλέφωνο όλο το καλοκαίρι «Κορίτσια, μήπως ήρθε η απόσπαση;». «Όχι». Προσπαθώ να επικοινωνήσω με το Υπουργείο στο Τμήμα Απόδημου Ελληνισμού. Δεν το σήκωσαν ποτέ αυτό το τηλέφωνο. Δεν μπόρεσα ποτέ να μιλήσω και τελικά αποφασίζουμε ότι προφανώς δεν έχω αποσπαστεί.  Παραιτείται, μαζεύουμε τα πράγματα, αυτά που είπες, πού είδες, που λες «Πώς τα φέρατε;». Τα βάζουμε στο κοντέινερ κι ερχόμαστε Ελλάδα. Είναι τέλος Αυγούστου. Έχουμε φύγει από Άμπου Ντάμπι πια. Απαρηγόρητος, γιατί έχει αφήσει μια δουλειά εκεί, έχουμε γυρίσει πίσω και τα λοιπά. Χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνω, με ζητάνε και μου λέει «Είμαι ο συντονιστής εκπαίδευσης από το Κάιρο». «Ναι, λέω και;». «Πότε θα πάτε στη θέση σας;». «Ποια θέση μου;». «Στο Άμπου Ντάμπι» μου λέει «Έχετε ξανααποσπαστεί» κι έχω μείνει κάγκελο. «Τι εννοείτε έχω αποσπαστεί;». «Μα η απόσπασή σας έχει έρθει από 14 Ιουνίου», και πρόσεξε τι έχει συμβεί. Η απόσπασή μου έχει έρθει στο γραφείο του Βόλου, στο γραφείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, έχει μείνει στη διεύθυνση, η οποία είναι στον τρίτο όροφο, και δεν έχει κατέβει στο δεύτερο, όπου είναι το γραφείο που ανήκω. Δεν ενημέρωσε κανείς, ποτέ κανέναν. Τα κορίτσια δεν ξέραν ότι ήταν επάνω, και αναγκαζόμαστε και φεύγουμε οριστικά. Παραιτείται. Είμαστε Ελλάδα και η απόσπασή μου υπήρχε. Θα ήμουνα, δηλαδή, άλλα 5 χρόνια Άμπου Ντάμπι.  Το τραγικό, βέβαια, μου είπαν ότι έπρεπε κανονικά να τους κάνω μήνυση, να διεκδικήσω τα λεφτά αυτά και τα λοιπά, αλλά τώρα. Εγώ είμαι της άποψης κάθε εμπόδιο για καλό. Ποτέ δεν ξέρεις. Καλά μας πήγε η ζωή, ούτως η άλλως. Άστο, πέρασε.

Ν.Μ.:

Όλα αυτά τα ταξίδια τι γεύσεις σάς έχουν αφήσει;

Κ.Λ.:

Τι γεύσεις; Το πρώτο για μένα, που είναι συνώνυμο της λέξης ζωή είναι ο ενθουσιασμός, το αλλιώτικο, το άγνωστο, η περιπέτεια. Κάθε φορά που ήταν να πάω κάπου, εγώ δεν ήθελα καν να δω πώς είναι ο τόπος, πού θα πάω. Ήθελα να το δω, πού θα φτάσω εκεί, είναι η ζωή η ίδια. Εγώ πιστεύω ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να έχουν ρίζες. Ρίζες έχουν τα δέντρα. Οι άνθρωποι πρέπει να μετακινούνται, να φεύγουν, να γνωρίζουν. Ανοίγει το μυαλό σου, γνωρίζεις ανθρώπους, μαθαίνεις και τη γλώσσα. Εγώ ήθελα να μαθαίνω και 5 λεξούλες. Έτσι από δω κι από κει και νιώθεις, ξέρεις τι; Νιώθεις πολίτης του κόσμου, ανήκω στη Γη. Η Γη είναι ο τόπος μου, και θέλω αυτό τον πλανήτη να τον γευτώ, να τον γνωρίσω παντού. Γεύσεις; Γεύσεις, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Σε κάθε τόπο οι μυρουδιές, για μένα η μυρωδιά είναι η ανάμνηση, η μνήμη λέει « Αναγνωρίζει πρώτα απ' όλα τις μυρωδιές». Οι μυρωδιές είναι μέχρι και τώρα μπορώ να τις φέρω στο μυαλό μου. Δηλαδή, η μυρωδιά από τα μπαχαρικά από τις αραβικές χώρες, η μυρωδιά του μάνγκο, η μυρωδιά της θάλασσας. Σου λέω, είναι σαν να ζει κάθε κύτταρό σου, νιώθεις ζωντανός. Αυτό είναι για μένα, το μότο που θα μπορούσα να βάλω. 

Ν.Μ.:

Θέλετε να μου διαβάσετε τα ποιήματα που έχετε γράψει;

Κ.Λ.:

Ναι. Βέβαια, τα έχω γράψει πριν γνωρίσω τον άντρα μου, να μη γίνει παρεξήγηση. Εγώ πάντα ήμουνα... Φυσικά, όπως όλοι οι άνθρωποι, έχω ερωτευτεί, έχω ξαναερωτευτεί, και τα λοιπά, αλλά ποτέ δεν θεώρησα ότι ήταν κάτι τόσο, ότι άξιζε κάτι τόσο, ώστε να με κρατήσει. Γιατί για μένα στο μυαλό μου υπήρχε ένα πράγμα: Το ταξίδι. Και θεωρώ, όταν είσαι άνθρωπος που του αρέσει αυτό το στιλ ζωής, θα ήταν λάθος να κάνεις οικογένεια, γιατί δεσμεύεσαι. Και όταν κάνεις οικογένεια ξεχνάς το εγώ και πάμε λίγο στο εμείς. Θεωρούσα, λοιπόν, ότι όχι εγώ δεν πρέπει ποτέ μου να κάνω οικογένεια. Θέλω να είμαι πάντα ελεύθερη, να φεύγω. Αυτή είναι η ζωή μου. Βέβαια, έτυχε να γνωρίσω έναν άνθρωπο που είναι σαν κι εμένα, οπότε δεν μπήκε ποτέ εμπόδιο, συνεχίσαμε. Λοιπόν, τα ποιήματα αυτά που λες θεωρώ ότι δείχνουν καθαρά το τι είμαι και το πώς έβλεπα πάντα τη ζωή. Το ένα έχει τον τίτλο «Μεθυσμένη [01:40:00]ρότα». Η ζωή μου, τα πάντα, μια ρότα, πάντα.  «Ώρα αργά και μεθυσμένη, το ποτήρι για καράβι, θάλασσες ουίσκι. Τζάμπα πάει η ρότα, τζάμπα παν κι δίσκοι.  Εγώ πάντα ακολουθούσα τον Σταυρό του Νότου  και αν αλλάξανε οι χάρτες του ουρανού  θα μπαρκάρει το όνειρό μου, με πυξίδα το τραγούδι  και ορθάνοιχτους τους χάρτες του μυαλού. Ώρα 3 ξεγελασμένη, ένα αστέρι για φανάρι, πέλαγα ουίσκι χαραγμένη η πορεία, χαραγμένοι και οι δίσκοι.  Εγώ πάντα ακολουθούσα τον Σταυρό του Νότου και αν μπερδεύτηκαν οι δρόμοι του νερού, θα σαλπάρω με έναν στίχο και του δίσκου ένα αυλάκι,  θα με βγάλει κατευθείαν στο Περού». Τους δίσκους τούς ξέρεις πιστεύω, το βινύλιο, έτσι; 

Ν.Μ.:

Ναι.

Κ.Λ.:

Εννοώ τα αυλάκια που είναι...

Ν.Μ.:

Ναι, ξέρω.

Κ.Λ.:

Όχι, γιατί εσείς οι νέες γενιές, δεν ξέρουμε τα CD και τα λοιπά. Λοιπόν, και το άλλο έχει τον τίτλο «Οδύσσεια», που εκτός ότι είναι το αγαπημένο μου βιβλίο, θεωρώ και ότι η ζωή μου, θα μπορούσε να έχει αυτόν τον τίτλο. «Όσα και αν είπα σ' αγαπώ, ψέματα ήταν της στιγμής, που έπληξε το μυαλό. Ποτέ μου δεν αγάπησα όλους αυτούς, τους άντρες.  Ένα σκαρί μονάχη μου έριξα στο γιαλό και το όνειρό μου το φτιαξα από μπαμπού και χάντρες. Tου Οδυσσέα το όνομα λες κι άκουσα στον κλήδονα και ψάχνω μες στις θάλασσες με πείσμα να το βρω, στο Λιβυκό, στον Ινδικό ή στον Σαρωνικό. Από όσους μου είπαν σε αγαπώ, κανένας δεν μου έδωσε λόγο για γυρισμό.  Το μόνο που νοστάλγησα, λίγο κρασί με φίλους. Για τη ζωή, μονάχη μου έδωσα το χρησμό, την Ιωλκό, την αφίσα για άλλους παραλλήλους».

Ν.Μ.:

Τέλειο.

Κ.Λ.:

Η Ιωλκός είναι ο Βόλος, φυσικά. Αυτά που λες. Τον Κλήδονα τον ξέρεις; Δεν το ξέρεις το έθιμο αυτό;

Ν.Μ.:

Όχι.

Κ.Λ.:

Είναι ένα έθιμο που υπήρχε χρόνια στην Ελλάδα, εδώ στον Βόλο το κρατάμε ακόμα. Κάθε καλοκαίρι, στις 24 του Ιούνη, είναι η γιορτή του Αη Γιαννιού. Τότε, λοιπόν, τι κάνουν; Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές. Υπάρχει ένα ωραίο τραγουδάκι αυτό, βρες το «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές», έτσι λέγεται. Καίνε τα στεφάνια που έχουμε φτιάξει την Πρωτομαγιά. Δεν φτιάχνουμε το στεφάνι, το μαγιάτικο; 

Ν.Μ.:

Ναι.

Κ.Λ.:

Μαζεύουμε, λοιπόν, όλη η γειτονιά, τα στεφάνια και τα καίμε, και δυναμώνει η φωτιά, και όλοι πρέπει να πηδήξουν 3 φορές, πάνω από τη φωτιά. Ταυτόχρονα, τα παλιότερα χρόνια, πια δεν γίνεται αυτό, οι κοπέλες έπρεπε να ρίξουν ένα κλειδί μέσα στο πηγάδι, γι' αυτό λέγεται ο Αη Γιάννης ο Κλήδονας, να βάλουν στο στόμα τους μια μπούκα νερό και να το κρατήσουν εκεί, μέχρι να ακούσουν ένα αντρικό όνομα. Κάποιος που φωνάζει έναν άλλον, οτιδήποτε. Που σήμαινε ότι έτσι θα λέγανε αυτόν που θα παντρευόντουσαν. Αυτό ήταν λοιπόν το έθιμο του 'Αη Γιάννη του Κλήδονα. Εμείς έχουμε κρατήσει μόνο τις φωτιές. Και μαζευόμαστε και πηδάμε τις φωτιές και γελάμε και τα λοιπά. Αυτά.

Ν.Μ.:

Έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Κ.Λ.:

Κάτι άλλο, την ελπίδα ότι θα κάνω και τα υπόλοιπα ταξίδια. Την ευτυχία που νιώθω, κάθε φορά που σκέφτομαι όλα αυτά, και κάτι που είχε ακούσει ο άντρας μου, είχε διαβάσει. Θεωρώ μία πολύ σοφή κουβέντα, που είχε πει ένας άνθρωπος, δεν ξέρω ποιος, που του λέγανε « Ρε παιδί μου, εσύ δεν έχεις, πέρασαν από τα χέρια σου τόσα λεφτά, ξέρω γω, και δεν έφτιαξες τίποτα, δεν έχτισες, δεν...». Ξέρεις, τι τους απάντησε; «Εγώ έκανα επενδύσεις σε αναμνήσεις». Πιστεύω ότι αυτό έχω κάνει κι εγώ. Ελπίζω να μην πάθω alzheimer και πάνε χαμένα όλα αυτά. Αυτά.

Ν.Μ.:

Λοιπόν, ευχαριστώ πάρα πολύ.

Κ.Λ.:

Τίποτα. Να 'σαι καλά και συνέχισε την προσπάθεια, είναι πολύ ωραία.