Η αναζήτηση του πολιτικού πρόσφυγα πατέρα, το κασέρι και το μέλι
Segment 1
Η ιστορία του πολιτικού πρόσφυγα πατέρα, οι άκαρπες προσπάθειες για γνωριμία και η συνάντηση με τον θείο και τις ξαδέρφες
00:00:00 - 00:14:30
Partial Transcript
Καλημέρα σας. Θα μας πείτε το όνομά σας; Βεβαίως. Σημώνης Απόστολος του Κωνσταντίνου. Είναι Πέμπτη 19 Αυγούστου του 2021, είμαι με τ…ι, τέλος πάντων, αυτός ο περιβόητος πατέρας μου–, δεν τον γνώρισα. Το άχτι μου αυτό ήτανε. Γιατί; Ήτανε ένα «Γιατί». Έμεινε. Τώρα, γιατί...
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 2
Οι παππούδες, η αλλαγή επωνύμου, μνήμες από τον Εμφύλιο και ο δεύτερος γάμος της μητέρας
00:14:30 - 00:23:06
Partial Transcript
Το επίθετό του είναι ίδιο με το δικό σας; Όχι. Όχι... Όχι. Το επίθετό μου αυτό το πήρα... Είναι... Πώς να σ’ το πω δηλαδή; Ο παππούς…; Δεν ξέρω τι ήταν, κάποια εταιρεία. Δηλαδή ξεκίνησα απ’ τα 14 μου ξένη δουλειά. Ξένη δουλειά, ξένη δουλειά, ξένη δουλειά και ούτω καθεξής.
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 3
Η δουλειά στο τυροκομείο, η διαδικασία παρασκευής κασεριού και η ψαλτική
00:23:06 - 00:30:29
Partial Transcript
Έχετε δουλέψει και σε τυροκομείο, έτσι δεν είναι; Ναι, στο τυροκομείο εδώ, του χωριού μας, του Γερακάρη. Εδώ δούλεψα, αν θυμάμαι καλά, π…λο. Ψάλτης για να φάω ξύλο, όχι τίποτα άλλο. Ήσασταν, πριν γνωρίσετε αυτόν τον φίλο σας, αρκετά θρησκευόμενος, ή μετά; Όχι, μετά, μετά.
Lead to transcriptTopics
Locations
Segment 4
Η ενασχόληση με τη μελισσοκομία, η κοινωνία των μελισσών και η παραγωγή μελιού
00:30:29 - 00:43:05
Partial Transcript
Και επίσης ασχολείστε και με τη μελισσοκομία πλέον; Με τη μελισσοκομία είχα ένα μεράκι... Γύρω στο ’80 ήτανε... Είχα κάνει καμιά τριάντα…. Ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ. Εγώ δεν έχω να ρωτήσω κάτι άλλο. Εγώ ευχαριστώ που μπόρεσα να σου προσφέρω αυτά που θέλεις. Ευχαριστώ πολύ.
Lead to transcriptTopics
Segment 1
Η ιστορία του πολιτικού πρόσφυγα πατέρα, οι άκαρπες προσπάθειες για γνωριμία και η συνάντηση με τον θείο και τις ξαδέρφες
00:00:00 - 00:14:30
[00:00:00]
Καλημέρα σας. Θα μας πείτε το όνομά σας;
Βεβαίως. Σημώνης Απόστολος του Κωνσταντίνου.
Είναι Πέμπτη 19 Αυγούστου του 2021, είμαι με τον Αποστόλη Σημώνη στο Θεοδωράκι Πέλλας, εγώ ονομάζομαι Μούλη Βασιλική και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Κύριε Αποστόλη, πότε γεννηθήκατε;
13 Δεκεμβρίου 1945.
Και από πού κατάγεστε;
Θεοδωράκι. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα και εδώ είμαι.
Όταν λέτε «εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα και εδώ είμαι»; Έχετε από κάπου αλλού καταγωγή;
Καταγωγή μου, του πατέρα μου, είναι από την Κορυφή, Κορυφή Αριδαίας. Αλλά εγώ γεννήθηκα στο Θεοδωράκι, μεγάλωσα και κατοικώ στο Θεοδωράκι.
Η μητέρα σας ήταν από δω;
Η μητέρα μου ήταν από δω, ο πατέρας μου ήταν από την Κορυφή, μέχρι το 1946, που έφυγε στο Παραπέτασμα και δεν ξαναγύρισε.
Ωραία. Θέλετε να μας πείτε λίγο για την ιστορία του πατέρα σας, αυτά που γνωρίζετε εσείς;
Πολλά δεν γνωρίζω. Απ’ ό,τι μου έλεγε η μάνα μου η συγχωρεμένη, έκατσε περίπου έναν χρόνο εδώ στο Θεοδωράκι –αυτό πρέπει να έγινε γύρω στο ’44–, το ’45 τον πήραν μαζί με τον παππού μου και τον είχανε βάλει φυλακή στους Προμάχους. Δεκαπέντε μέρες; Είκοσι μέρες; Δεν ξέρω ακριβώς. Αποφυλακίστηκε από κει, έφυγε πάνω, στο Παραπέτασμα, και δεν ξαναγύρισε. Αυτά γνωρίζω από τη μάνα μου, δεν είμαι σίγουρος. Έτσι μου τα ’λεγε.
Δεν σας είχε πει γιατί τον είχανε βάλει φυλακή;
Ήταν σε κάποια οργάνωση, λέει. Σε ποια οργάνωση και τι οργάνωση, δεν ξέρω. Δεν γνωρίζω.
Και ύστερα έφυγε στον Εμφύλιο;
Έφυγε στον Εμφύλιο επάνω. Στον Εμφύλιο έφυγε πάνω, πήγε στο Παραπέτασμα και δεν ξαναγύρισε.
Ξέρετε μήπως τι απέγινε; Αν σκοτώθηκε ή–
Όχι, ζούσε, παντρεύτηκε, συν δύο... Έκανε δύο παιδιά.
Αυτά εσείς πώς τα μάθατε;
Τα ’μαθα εκ των υστέρων από κάποια ξαδέρφη μου, η οποία είναι στο Μοναστήρι, τα λεγόμενα Bitola. Από κείνη τα ’μαθα και εκεί είχα την πρώτη συνάντηση με τον ένα τον αδερφό. Tον άλλον ακουστά το ’χω, δεν τον έχω δει. Eκεί έγινε μια συνάντηση γύρω στο... 2000 και ήτανε... Tώρα, ακριβώς ημερομηνία... 2002; 2003; 2005; Δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκεί έγινε η πρώτη συνάντηση. Εκεί γνώρισα τον θείο μου, ο οποίος ήτανε δάσκαλος, φευγάτος κι αυτός στο Παραπέτασμα, όπως παρέμεινε εκεί πάνω. Κι εκείνος εκεί παντρεύτηκε. Τότε τους γνώρισα. Έκτοτε δεν γνωρίζω τίποτα άλλο.
Άρα, ο πατέρας σας ήταν πολιτικός πρόσφυγας...
Μάλλον, μάλλον. Θυμάμαι το... ’98; ’88; Όχι, ’98, νομίζω, είχα πάει για πρώτη φορά. Είχα κάποια στοιχεία, πήγα πάνω, στο Βελιγράδι, τον έψαξα και δεν τον βρήκα. Γιατί και πώς... Τον ειδοποιήσανε... Εγώ πάντως δεν τον βρήκα. Έφυγα, γύρισα και δεν τον συνάντησα. Μετά μια δεκαετία, μπορεί και παραπάνω, γνώρισα τον γιο του, τον έναν, τον λεγάμενο αδελφό μου, από κει πάνω, από τη μεριά του πατέρα μου.
Ο πατέρας σας, φεύγοντας, δεν προσπάθησε να πάρει εσάς και τη μητέρα σας μαζί του;
Απ’ ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου, εγώ πριν γεννηθώ, την κάλεσε, έστειλε κάποιους αντάρτες για να την πάρουν, να περάσει στο Παραπέτασμα. Η μάνα μου δεν δέχτηκε. Λόγω της εγκυμοσύνης, που ήτανε στον ένατο μήνα, δεν δέχτηκε, μες στον χειμώνα. Παρέμεινε κοντά στον αδερφό της και στη μάνα της και εγώ γεννήθηκα εδώ πέρα. Έκτοτε δεν γνωρίζω άλλα.
Η μητέρα σας σταμάτησε να έχει επικοινωνία με τον πατέρα σας;
Μέχρι το τελευταίο γράμμα, απ’ ό,τι θυμάμαι, το ’50-’51... Ήταν το ’51 απ’ ό,τι θυμάμαι, το τελευταίο γράμμα που της έστειλε, και της έγραφε ότι «Παντρέψου, εγώ δεν πρόκειται να γυρίσω».[00:05:00]
Το είχανε καταλάβει δηλαδή ότι δεν θα τους επιτρέψουν να ξαναγυρίσουν πίσω...
Ίσως να μην ήθελε να γυρίσει, δεν ξέρω, δεν ξέρω.
Πριν, που είπατε ότι πήγατε και τον ψάξατε, είπατε ότι κάποιος ίσως να τον ειδοποίησε...
Ναι, γιατί, όταν πήγα πρώτα εδώ, στα σημερινά Σκόπια, αναζήτησα κάποιον εδώ, από την περιοχή του Νομού Πέλλας, ο ταξιτζής με πήγε σε κάποιον, ο οποίος ήταν από τη Φλώρινα. Εκείνος μου έδωσε κάποιες πληροφορίες, με πήγε σε έναν... Έτυχε να ’ναι χωριανός... Γιατί εγώ ζήτησα κάποιον Εδεσσαίο... Και με πήγε σ’ αυτόνα, τον οποίο αυτός τυγχάνει να ’τανε ξάδερφος του πατέρα μου, η γυναίκα του, αυτουνού. Και λέω «το και το». Η γυναίκα αυτή ταράχτηκε εκείνη την ώρα, πήρε... πώς ειδοποίησε τον θείο μου, ο δε θείος μου από τα Bitola ειδοποίησε τον πατέρα μου και ούτω καθεξής. Γιατί πήγαινα εγώ για να τον βρω, μπας και μου δώσουν κάποια στοιχεία. Δεν μου δώσαν στοιχεία. Τελικά, πήγα πάνω στο Βελιγράδι, τον έψαξα, δεν τον βρήκα, έφυγα... Βρήκα το σπίτι του, κανονικά, σε μια οκταώροφη πολυκατοικία, δεν τον βρήκα σπίτι, σηκώθηκα, έφυγα και...
Άρα, θεωρείτε ότι ο πατέρας σας δεν ήθελε να σας δει...
Ίσως, δεν μπορώ να πω. Ίσως. Μπορεί να μην ήθελε, για τον άλφα ή βήτα λόγο. Δεν ξέρω.
Όταν επιτράπηκε η επιστροφή τους, ο πατέρας σας είχε πεθάνει;
Όχι. Ο πατέρας μου πρέπει να πέθανε γύρω στο ’92-’93, κάπου εκεί πέρα.
Άρα, κι όταν άνοιξαν τα σύνορα, πάλι δεν ήρθε να σας βρει...
Όχι. Δεν ήθελε; Δεν ξέρω. Πάντως, είχε κάνει οικογένεια εκεί πάνω, δεν ασχολήθηκε μαζί μου. Είχε τη δικιά του οικογένεια, εκεί πάνω.
Και έκτοτε εσείς, μετά, που πήγατε στο Βελιγράδι, δεν ξαναπροσπαθήσατε να τον ψάξετε...
Όχι. Αφού πήγα, βρήκα το σπίτι του, πήγα κανονικά, χτύπησα την πόρτα, το ’να τ’ άλλο, δεν άνοιξε κανείς, δεν ασχολήθηκα πλέον μετά.
Εσείς γιατί θέλατε να τον βρείτε;
Από περιέργεια και μόνο. Να δω ποιος είναι, τι είναι αυτός ο άνθρωπος.
Η μητέρα σας ήταν θετική σ’ όλο αυτό; Ήθελε δηλαδή να πάτε να τον βρείτε;
Βεβαίως. Η μητέρα μου είχε πάει, τον είχε βρει. Μίλησε μαζί του, και το ’να και τ’ άλλο, μιλήσανε. Αλλά εγώ, όταν πήγα, δεν τον βρήκα. Τον ειδοποιήσανε, για τον άλφα ή βήτα λόγο... Κρύφτηκε; Τι έκανε, δεν ξέρω. Πάντως, δεν μπόρεσα να–
Η μητέρα σας πότε είχε πάει να τον βρει;
Ε, πολύ πιο μπροστά είχε πάει. Πριν το... ’85; ’86; Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία.
Και τι της είπε αυτός τότε; Δεν σας είπε;
Δεν μου είπε κάποια συγκεκριμένα πράγματα, τέλος πάντων. Κι αυτός, απ’ ό,τι μου ’λεγε μετά αυτή, είχε τρομάξει, δηλαδή δεν μπορούσε να φέρει κάτι... Και το ’να και τ’ άλλο... Τώρα, τι συζητήσαν αυτοί μεταξύ τους δεν ξέρω. Απλά, η γυναίκα του εκεί πέρα γνώριζε ότι ήτανε παντρεμένος, ότι ήταν η μάνα μου και το ’να και τ’ άλλο. Αλλά περαιτέρω δεν γνωρίζω. Τι είπαν, τι δεν είπαν, δεν ξέρω.
Ποιος σας έφερε μετά σε επαφή με τον αδερφό σας;
Σε επαφή με έφερε... Συγκεκριμένα, αυτοί εδώ στα Bitola, το λεγόμενο Bitola, Μοναστήρι το παλιό το όνομα είναι... Είχα πάει για να τον γνωρίσω εγώ. Τον έψαξα... Τον θείο μου, να γνωρίσω τον θείο μου... Έτυχε με κάποιον άνθρωπο, με τον γαμπρό μου συγκεκριμένα... Ο γαμπρός μου έναν μακρινό ξάδερφο έχει εκεί πάνω... Πήγαμε εκεί πέρα, κουβέντα στην κουβέντα, και ο πατέρας του ξαδέρφου του γαμπρού μου μου λέει: «Το γνωρίζω αυτό το άτομο». Με παίρνει, κατεβαίνουμε κάτω, με πήγε στο σπίτι του και ρωτάει... «Ο τάδε άνθρωπος εδώ κάθεται» και εκεί τον γνώρισα τον θείο μου. Ο θείος μου είχε σπουδάσει στο [00:10:00]Μοναστήρι –στα Bitola, που λένε– και ήτανε δάσκαλος, αλλά είχε μπλέξει στα κομματικά, οπότε... Ήταν τα χρόνια τέτοια που... Ε, μετά που γνώρισα αυτόν, γνώρισα τις δύο κόρες του. Η μία είναι καθηγήτρια αγγλικών, είναι Αγγλίδα, η δε άλλη στο πανεπιστήμιο καθηγήτρια, κι αυτή διδάσκει παιδιά μεγάλα, στην ηλικία σου, τέλος πάντων... Εκείνη έκανε ό,τι έκανε και κατέβηκε ο μεγάλος ο αδερφός, κατέβηκε από πάνω, εκεί, στο σπίτι το δικό του... Εκεί τον γνώρισα, ήρθε... Αλλά κι αυτός, απ’ ό,τι έμαθα, συγχωρέθηκε. Είχε κάποια αρρώστια, καρκίνο στο κεφάλι, τέλος πάντων. Εκεί τον γνώρισα αυτόνα. Τη γυναίκα του δεν την ξέρω. Πάνω στο Βελιγράδι ήταν αυτός, κατέβηκε εδώ. Τον άλλο τον αδερφό δεν τον γνώρισα, δεν τον ξέρω. Τώρα, πρόσφατα, έμαθα ότι και ο θείος μου πέθανε. Δεν έχω άλλες επαφές με τις ξαδέρφες από την πλευρά του πατέρα μου.
Πώς ήταν η πρώτη συνάντηση με τον αδερφό σας; Δηλαδή εσείς πως νιώσατε;
Πώς να νιώσω; Κοίταξε, ήμασταν δύο ξένοι. Ούτε καν... Δεν έχουν την επικοινωνία που έχουμε εμείς εδώ, καμία σχέση. Εντάξει, δεν μπορώ να πω... Ήτανε τελείως κρύα. Πώς να σου πω δηλαδή; Δεν...
Δεν σας είπε κάτι για τον πατέρα σας;
Κατ’ αρχήν, τη γλώσσα τη δικιά τους δεν μπορώ να την ερμηνεύσω εγώ, να την καταλάβω. Έπρεπε να ’χω διερμηνέα. Δηλαδή σπαστά που καταλάβαινα από την ξαδέρφη μου στη γλώσσα τους, στη μακεδονική προφορά, που λένε. Δηλαδή κάτι λίγα πράγματα. Δηλαδή κι αν ήταν αλήθεια, δεν ξέρω. Όπως ήθελε αυτή τα μετέφραζε. Οπότε δεν γνωρίζω.
Ο αδερφός σας μιλούσε σέρβικα;
Ναι.
Και η ξαδέρφη σας μιλούσε τη γλώσσα που μιλάνε στα Σκόπια...
Ναι.
Άρα, γι’ αυτό μπορούσατε να συνεννοηθείτε με την ξαδέρφη σας...
Ε, ναι. Όχι σε όλα, όμως.
Ναι.
Γι’ αυτό σου λέω, εκεί, όπως ήθελε να τα μεταφράσει, αυτή τα μετέφραζε. Εντάξει, καταλάβαινα εγώ κάποιες λέξεις, αλλά ό,τι μου ‘λεγε αυτή–
Ναι.
Όχι ότι γνώριζα τη γλώσσα τη δικιά τους. Κι αυτός, φυσικά, δεν μπορούσε... Η ξαδέρφη μου καν ελληνικά δεν ξέρει. Ο δε θείος μου τα ελληνικά μιλούσε σε καθαρεύουσα, που ήταν δάσκαλος. Και θυμάμαι που τον είχα κάνει παρατήρηση, γιατί, λέω: «Δάσκαλος, καθηγήτρια η κόρη σου η μία, καθηγήτρια η άλλη στο πανεπιστήμιο, και να μην ξέρουν την ελληνική γλώσσα; Γιατί;». Αυτός δεν μου απάντησε καμία, τίποτα, έσκυβε το κεφάλι του. Δεν μίλησε τίποτα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Αλλά επειδή γνωρίζω αυτή τη διάλεκτο –όχι βέβαια όλη, αλλά κατά το ήμισυ και, δηλαδή γνωρίζω αυτή τη διάλεκτο–, οπότε μπορούσα και συνεννοούμουνα.
Και τι σας είπαν τότε για τον πατέρα σας; Δηλαδή η ξαδέρφη σας τι σας μετέφρασε;
Η ξαδέρφη μου δεν ήξερε κι αυτή τίποτα... Τα μυστικά τους δεν τα λένε–
Ναι, προφανώς.
Οπότε δεν ασχοληθήκαμε... Πώς να σου πω; Κι ούτε ανάφερα κι εγώ γιατί και πώς. Λέω: «Τα χρόνια ήταν τέτοια, απλά ήρθα να τους γνωρίσω, να δω ποιος είναι, τέλος πάντων». Αλλά, δυστυχώς.
Εσάς όμως σας είχε πληγώσει αυτή η κατάσταση, το γεγονός ότι ο πατέρας σας είχε κάνει άλλη οικογένεια και σας είχε αφήσει εσάς εδώ;
Όχι, εμένα δεν με πλήγωσε αυτό. Αυτό που με πλήγωσε, επειδή ήθελα παρά πολύ να τον γνωρίσω –ποιος είναι, τέλος πάντων, αυτός ο περιβόητος πατέρας μου–, δεν τον γνώρισα. Το άχτι μου αυτό ήτανε. Γιατί; Ήτανε ένα «Γιατί». Έμεινε. Τώρα, γιατί...
Segment 2
Οι παππούδες, η αλλαγή επωνύμου, μνήμες από τον Εμφύλιο και ο δεύτερος γάμος της μητέρας
00:14:30 - 00:23:06
Το επίθετό του είναι ίδιο με το δικό σας;
Όχι.
Όχι...
Όχι. Το επίθετό μου αυτό το πήρα... Είναι... Πώς να σ’ το πω δηλαδή; Ο παππούς μου, απ’ ό,τι μου έλεγε η μάνα μου, είχε πάει στην Αμερική. Ήταν δευτεροπαντρεμένος, την πρώτη γυναίκα τη χώρισε. Όταν ήρθε από Αμερική, πήγε στην εκκλησία και, αντί να βάλει φιλοδώρημα, παράδειγμα, 1-2 δραχμές, έβαλε 1 χρυσή [00:15:00]λίρα. Από κει του δώσανε το όνομα «Ασήμωσε». Δηλαδή η λέξη «Σημώνη» είναι... Περισσότερο ιταλικιά είναι; Αυτά καλύτερα τα ξέρεις εσύ, να πούμε... Από κει ξεκίνησε «Σημώνη». Ενώ στην ουσία είναι από την Dibra, λεγόμενη Dibra της Αλβανίας, σημερινή Dibra. Dibra σημαίνει, στη γλώσσα τη δικιά μας, όπως λέμε «standard -να στο πω πιο απλά, δηλαδή- στον λόγο σου», «ντόμπρος», πώς να σου πω δηλαδή; «Είναι ντόμπρος», από κει... Είναι μία πόλη η οποία από κει ξεκίνησε. Απ’ ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου, δεν ξέρω εγώ. Ήτανε τρία αδέρφια, λέει, ο παππούς μου, σκοτώσαν τον πατέρα τους, φύγαν από κει και εγκαταστάθηκαν στην Κορυφή, στην Κάτω Κορυφή. Ο ένας έφυγε στην Αμερική παρέμεινε στην Αμερική. Οι δύο παραμείναν εδώ πέρα. Και ο παππούς μου είχε πάει Αμερική, γύρισε εδώ, στην Κορυφή. Με την πρώτη τη γυναίκα του είχε ένα παιδί το οποίο δεν το γνωρίζω. Απ’ ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου, έκανε δύο παιδιά άλλα μ’ αυτή τη γυναίκα, μπήκανε στον πόλεμο του ’40-’42, που έγινε με τους Γερμανούς, το ’να τ’ άλλο, ’46-’47, με τον Εμφύλιο, είχανε φύγει πάνω και ούτω καθεξής.
Άρα, το επίθετό σας το ’χετε από τον μπαμπά του μπαμπά σας;
Είναι ένα παρατσούκλι-όνομα, γιατί έχω ξάδερφο που λέγεται Δέβερλης. Δηλαδή κανονικά Δέβερλης, η λέξη Δέβερλης, προέρχεται από την Dibra.
Ναι, τώρα το κατάλαβα.
Κατάλαβες; Αλλά του δώσαν... Η μάνα μου... Και το είχε ο παππούς μου σαν δεύτερο... Όχι δεύτερο, σαν παρατσούκλι δηλαδή και τον φωνάζανε «Σημών’», «Σημών’», «Σημών’», και η μάνα μου με έγραψε «Σημώνη».
Τον πατέρα σας όμως δεν τον λένε στο επίθετο έτσι...
Όχι, τον πατέρα μου, απ’ ό,τι κατάλαβα, Arsov λέγεται.
Λεγόταν όταν ανέβηκε πάνω...
Όταν ανέβηκε πάνω, δεν ξέρω. Εγώ, που τον βρήκα τον θείο μου, Arsov λέγεται. Και ο πατέρας μου Arsov Kosta και ο θείος μου Arsov Tasko, δηλαδή Αναστάσιος. Τώρα, το Arsov από πού το πήρανε και πώς το πήρανε, δεν ξέρω.
Ωραία. Και απ’ όταν έφυγε ο πατέρας σας... Βασικά, κατά τη διάρκεια του πολέμου, που ο πατέρας σας ήτανε στο βουνό, φαντάζομαι, εσείς εδώ πέρα, με τη μητέρα σας, δεν είχατε γεννηθεί ακόμα... Πότε... Γεννηθήκατε το ’45...
Ναι.
Μετά που γεννηθήκατε;
Ε, μετά που γεννήθηκα, το ’47 φύγαμε από δω, κατεβήκαμε Εξαπλάτανο. Ο πατέρας μου είχε φύγει. Το ’45-’46 είχε ξεκινήσει ο Εμφύλιος.
Ναι.
Οπότε το ’47 εμείς κατεβήκαμε Εξαπλάτανο. Εξαπλάτανο κάτσαμε τρία χρόνια και το ’50 γυρίσαμε εδώ πάνω πάλι.
Ωραία. Εκεί, στον Εξαπλάτανο, θυμάστε να μας πείτε κάποια λίγα πράγματα; Γιατί ήσασταν και μικρούλης...
Στον Εξαπλάτανο, απ’ ό,τι θυμάμαι, τη νύχτα που είχε πέσει ένα βλήμα –τι ήταν δεν ξέρω, είχε σκάσει στη γωνία του σπιτιού, επάνω, και πέσαν κάτι χώματα– εγώ μαζεύτηκα δηλαδή, παιδάκι μικρό, χώθηκα στη μάνα μου, έτρεμα από το αυτό... Ένα περαστικό αυτό είναι. Ένα δεύτερο περιστατικό, απ’ ό,τι θυμάμαι δηλαδή, κάποια άλλα παιδιά –κι εγώ πιτσιρίκι, τι ήμουνα, 3-4 χρονών– που με ποδοπάτησε ένα... Ποδήλατο ήτανε; Κάτι τέτοιο δηλαδή... Άλλα παιδιά, πιο μεγάλα από μένα... Όχι με ποδοπάτησε, απλά με έριξε κάτω... Αυτά τα θυμάμαι, αυτά τα δύο περιστατικά τα θυμάμαι. Άλλο περιστατικό δεν θυμάμαι.
Όταν επιστρέψατε εδώ πέρα, και μετά δηλαδή, που ανακαλύψατε ότι ο πατέρας σας δεν πρόκειται να γυρίσει, πώς ήταν η ζωή σας με τη μητέρα σας;
Κοίταξε, η ζωή μου ήτανε φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια. Δεν γνώριζα ούτε καν τον πατέρα μου, ούτε καν αν είχα πατέρα, ή το ’να ή τ’ άλλο... Μεγάλωσα με τον θείο μου, τον αδερφό της μάνας μου, και με τη μάνα μου. Σχολείο πήγα μεγάλος, δεν είχε σχολείο. Αυτά θυμάμαι απ’ τα παιδικά μου χρόνια, φτώχεια.
Η μητέρα σας ξαναπαντρεύτηκε;
Η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε το ’54, το ’54 ξαναπαντρεύτηκε. Αυτό που θυμάμαι... Μικρός, όταν παντρεύτηκε ο θείος μου,[00:20:00] θυμάμαι, μου είχανε βάλει ένα στεφάνι λουλουδένιο και πήγαμε στη νύφη, και το ’δωσα στη νύφη. Κάτι τρελά πράγματα, δηλαδή πώς τα κάναν τότε... Και, απ’ ό,τι θυμάμαι, μετά πήραν τη νύφη καβάλα σ’ ένα άλογο, τη φέρανε, κι εμένα με βάλανε πίσω από τη νύφη, καθόμουν δίπλα στη νύφη και εγώ. Αυτά τα θυμάμαι από τον γάμο του θείου μου. Η μάνα μου παντρεύτηκε, δευτεροπαντρεύτηκε, το ’54, μέχρι που χωρίσαν με τον αδερφό της, εγώ έκατσα εδώ, μαζί με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου εκείνα τα χρόνια. Αλλά φτώχεια, καταραμένη φτώχεια.
Ο πατριός σας ήρθε και έζησε εδώ;
Ο πατριός μου εδώ. Κι αυτός ήταν παντρεμένος. Για μένα, κακώς. Γι’ αυτούς καλώς, για μένα κακώς. Γιατί είχε εφτά παιδιά, παράτησε τα παιδιά και ήρθε εδώ. Κακώς. Καλώς, κακώς, τέλος πάντων. Το περισσότερο χρονικό διάστημα εδώ ήτανε.
Ήταν παντρεμένος και χώρισε για να παντρευτεί τη μητέρα σας;
Αυτά δεν τα γνωρίζω, γιατί χώρισε και πώς χώρισε. Πάντως, χωρίσαν, αλλά τον περισσότερο καιρό ήταν εδώ δηλαδή. Κάπου κάπου, μία στις τόσες, πήγαινε πέρα, στο Λουτράκι, έλεγχε, και ξανά εδώ ήταν. Εδώ δούλευε, ήτανε χτίστης.
Α, ήτανε απ’ το Λουτράκι...
Ήτανε από το Λουτράκι, ήτανε χτίστης.
Και κάνανε κι άλλα παιδιά με τη μητέρα σας μετά;
Όχι, άλλα παιδιά δεν... Αν είχαν άλλα παιδιά, θα είχα κι αδέρφια. Άρα...
Μάλιστα. Εσείς δουλέψατε από μικρός;
Από μικρός... Ξεκίνησα από τα 14. 14 χρονών ξεκίνησα να δουλεύω όπου έβρισκα δουλειά, οτιδήποτε δουλειά. Οτιδήποτε! Μα τσομπάνος, μα με τους μαστόρους λασπατζής, μα να πάω να τσαπίσω, μα να πάω να σκάψω, μα... Οτιδήποτε, οτιδήποτε. Μετά γίναν κάποια έργα εδώ τότε, κρατικά έργα, θυμάμαι, 24 δραχμές παίρναμε, δραχμές το οχτάωρο. Παίρναμε τον κασμά, το βαριό, σπάναμε τις πέτρες, ανοίγαμε αυλάκι, και το ’να και τ’ άλλο. Και οτιδήποτε άλλο δηλαδή. Αλλά, θυμάμαι, εκεί τότε δουλεύαμε 24 δραχμές. Πρόνοια. Πρόνοια ήταν; Δεν ξέρω τι ήταν, κάποια εταιρεία. Δηλαδή ξεκίνησα απ’ τα 14 μου ξένη δουλειά. Ξένη δουλειά, ξένη δουλειά, ξένη δουλειά και ούτω καθεξής.
Segment 3
Η δουλειά στο τυροκομείο, η διαδικασία παρασκευής κασεριού και η ψαλτική
00:23:06 - 00:30:29
Έχετε δουλέψει και σε τυροκομείο, έτσι δεν είναι;
Ναι, στο τυροκομείο εδώ, του χωριού μας, του Γερακάρη. Εδώ δούλεψα, αν θυμάμαι καλά, περίπου οχτώ χρόνια ή δέκα. Δηλαδή δούλευα... Η δουλειά που έκανα εγώ... Ήμουν με τον κασερομάστορα, με τον μάστορα... Εγώ ήμουν ο βοηθός του μάστορα, δούλευα το κασέρι. Εκεί δουλεύαμε... Εγώ, προσωπικά, δούλευα 20 ώρες το 24ωρο. Ήταν τέτοια η δουλειά που δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε δηλαδή. Τελειώναμε το ζύμωμα του κασεριού, μπαίναμε στην κασερία μέσα, στην αποθήκη, τα αλατίζαμε όλα, να τα περάσουμε... Πόσα ήτανε; 500 κεφάλια; 700 κεφάλια; Τα μονά τα κάναμε διπλά, τα διπλά τα κάναμε τριπλά και ούτω καθεξής. Ερχότανε... Όταν τελείωνε η ωρίμανση, τα μαζεύαμε πεντάρια, τα πλέναμε, τα παραφινιάραμε στην παραφίνη μέσα, τα βάζαμε στα τσουβάλια. Μετά το τσουβάλι τα ράβαμε. Κάθε βράδυ αυτό γινότανε. Κάθε βράδυ κόβαμε το κασέρι, ωσότου μετά φέραμε μηχανή, βάζαμε τη μηχανή –μισή ώρα δουλειά– έκοβε όλο το κασέρι. Αλλά ασχολούμασταν με άλλα αυτά. Αλλά ξεκινούσε 6 η ώρα το πρωί, τελείωνε 01.00, 02.00, 00.00, αναλόγως πώς ήτανε. Σκληρή δουλειά, ορθοστασία, αλλά, δόξα τω Θεώ. Δόξα τω Θεώ, καλά πήγα.
Μπορείτε λίγο να μας πείτε απ’ την αρχή τη διαδικασία του κασεριού, δηλαδή από το γάλα μέχρι να φτάσετε στο τσουβάλι;
Το γάλα που παίρναμε ήτανε πρόβειο γάλα, αποκλειστικά [00:25:00]πρόβειο γάλα, και γλυκό γάλα. Το περνούσαμε στη μηχανή, να καθαρίσει καθαρό το γάλα, από κει το ρίχναμε στο καζάνι, το ζεσταίναμε σε μια θερμοκρασία γύρω στους 36-38 βαθμούς, ρίχναμε τη μαγιά, το πήζαμε, αφότου το πήζαμε, μετά περίπου τρία τέταρτα, το βλέπαμε ότι όντως είναι για σπάσιμο, το σπάναμε με ειδικό μηχάνημα, το κομματιάζαμε, βάζαμε τον ατμό μέσα, το βάζαμε στους 60 τόσο βαθμούς, 70, δεν θυμάμαι ακριβώς, ζεσταινότανε, βγάζαμε τον ατμό, παίρναμε το τυρόγαλο από μέσα, το βγάζαμε όλο το τυρόγαλο, το τυρί μετά το παίρναμε και το βάζαμε στην τσαντίλα. Εκεί το δέναμε, βάζαμε και βάρος επάνω να φύγουν όλα τα υγρά, το λεγάμενο μπασκί. Την άλλη μέρα, το βγάζαμε, το παίρναμε, το πηγαίναμε στον πάγκο μας, το κόβαμε, το ετοιμάζαμε για την κόφα, η λεγάμενη κόφα. Ξεκινούσαμε την κόφα. Η κόφα βράζαμε νερό –ζεματιστό νερό, γύρω στους 80-82-83 βαθμούς, με το θερμόμετρο μαζί– βουτούσαμε μέσα να λιώσει το τυρί. Έλιωνε το τυρί, γινότανε σαν ζυμάρι. Το ’βγαζα, το χτυπούσα πολλές φορές με το χέρι να φύγουν όλα τα υγρά, το πήγαινα σαν ζυμάρι στον μάστορα. Ο μάστορας έβαζε το αλάτι, το ζύμωνε και το ’βαζε στα καλούπια. Ε, τα καλούπια μετά, αφού παγώνανε, τα βγάζαμε. Την άλλη μέρα παίρναμε τα καλούπια, παίρναμε το τυρί εκείνο, το πηγαίναμε στην ωρίμανση. Το πηγαίναμε μες στην ωρίμανση, το αλατίζαμε και ούτω καθεξής. Η προεργασία αυτή γινότανε... Τα μονά κεφάλια που ήτανε τα γυρνούσαμε, αλατίζαμε, τα βάζαμε διπλά, τα διπλά τα βάζαμε τριπλά και ούτω καθεξής. Δηλαδή, μόλις γινόταν η ωρίμανση, μετά τα παίρναμε, τα πλέναμε... Επειδή πιάνανε μούχλα γύρω γύρω, τα πλέναμε, τα παραφινιάραμε –σε παραφίνη μέσα τα βάζαμε–, τα παραφινιάραμε και από κει τα βάζαμε πάλι στην αποθήκη, παίρναμε το τσουβάλι, αραδιάζαμε πέντε κεφάλια μεγάλα –των 8-10 κιλών–, ράβαμε το τσουβάλι, το τσουβάλι όπως ήταν στο φορτηγό, και φεύγαν για εξαγωγή.
Στην παραφίνη γιατί τα βάζατε;
Η παραφίνη έχει την ιδιότητα να μην περάσει τίποτα, ούτε κρύο ούτε ζέστη. Κρύο περνάει. Να μην περάσει... Ούτε μύκητες να μπουν ούτε τίποτα. Δηλαδή είναι σφραγιστό. Είναι σφραγίδα, το σφραγίζει, δεν μπορεί να περάσει τίποτα.
Και στα τσουβάλια γιατί τα ράβατε;
Ε, στα τσουβάλια τα βάζαμε... Βάζαμε στο τσουβάλι για να το πιάσουν, να το σηκώσουν, να πάει για εξαγωγή. Εκεί που πήγαινε, στο άλλο το μαγαζί, το κόβαν, το ανοίγαν και παίρναν τα κεφάλια.
Κατάλαβα. Επίσης, εσείς πλέον είστε και ψάλτης, εδώ και αρκετά χρόνια.
Ψάλτης ξεκίνησα από το ’97. Τυχαία ξεκίνησα δηλαδή, από κάποιον φίλο μου ο οποίος έχει αυτό το χάρισμα. Ας το πω χάρισμα. Δεν ξέρω, έτσι το βλέπω εγώ. Εκεί που κουβεντιάζαμε, που συχνά πήγαινα κοντά του, συνέχεια μιλούσαμε για αγίους, για θαύματα, για τέτοια. Από κει ξεκίνησα. Δηλαδή μια μέρα –ήταν πριν τον Δεκαπενταύγουστο–, εκεί που συζητούσα με τη γυναίκα του, τη λέω «Φέτο, άμα με αξιώσει η Παναγία, εγώ θα πάω να παρακολουθήσω σε... την εκκλησία στο»–
Τις Παρακλήσεις.
«Τις Παρακλήσεις». Ε, πήγα στην Πρώτη Παράκληση, στη Δεύτερη Παράκληση, στην Τρίτη Παράκληση με φωνάζει ο ψάλτης μπροστά στον κόσμο. «Έλα εδώ», μου λέει, «εδώ θα μάθεις». «Εγώ», λέω «δεν ξέρω το Πάτερ Ημών, εσύ μου λες να μάθω...» «Κι όμως», λέει, «εδώ θα ’ρθεις». Ε, κάποια στιγμή, ντροπή ξεντροπή, εγώ πήγα. Από τότε και στο εξής ξεκίνησα. Ε, μετά με τράβηξε κιόλα. Αφού με τράβηξε η ψαλτική, ασχολήθηκα πάρα πολύ. Δηλαδή με διάφορες κασέτες από μεγάλους ψαλτάδες, τότε που ήτανε, ξεκίνησα. Ακουστικά [00:30:00]περισσότερο, όχι με νότες. Σήμερα, οι σημερινοί ψάλτες πάνε με νότες. Εγώ με νότες δεν μπορώ, απλά ακουστικά. Αλλά επειδή ξέρω τους ήχους, το ’να τ’ άλλο, ε, όσο να φάμε ξύλο. Ψάλτης για να φάω ξύλο, όχι τίποτα άλλο.
Ήσασταν, πριν γνωρίσετε αυτόν τον φίλο σας, αρκετά θρησκευόμενος, ή μετά;
Όχι, μετά, μετά.
Segment 4
Η ενασχόληση με τη μελισσοκομία, η κοινωνία των μελισσών και η παραγωγή μελιού
00:30:29 - 00:43:05
Και επίσης ασχολείστε και με τη μελισσοκομία πλέον;
Με τη μελισσοκομία είχα ένα μεράκι... Γύρω στο ’80 ήτανε... Είχα κάνει καμιά τριάντα-σαράντα μελίσσια. Αλλά, επειδή έτρεχα στα εργοστάσια κι εδώ κι εκεί, τα έχασα τα μελίσσια. Το 2007 μου ζήτησε ο γιος μου, πλέον τελείωνε η οικοδομή και μου λέει: «Μπαμπά, η οικοδομή τελειώνει. Τι να κάνω;». «Κοίταξε», λέω εγώ, «τα χωράφια που έχεις... Έχω ένα τρακτέρ, έχεις ένα στάβλο, αλλά τέτοια εσύ δεν δουλεύεις, γεωργικά». Λέω: «Κάνε μελίσσια». Λέει: «Να κάνω μελίσσια, αλλά εσύ μπροστά». «Α, όχι», λέω, «εγώ ξέρω τρία πράγματα, αυτά θα σου πω. Από κει και πέρα, θα μάθεις εσύ». Όντως, ξεκινήσαμε. Είχα κάνα εφτά-οχτώ μελίσσια εγώ –άγρια τα είχα μαζέψει–, πήγαμε αγοράσαμε καμιά δεκαοχτώ-είκοσι κομμάτια, κι άλλα δέκα –γύρω στα τριάντα κομμάτια αγοράσαμε–, είχα εφτά-οχτώ εγώ, στα σαράντα περίπου. Από κει ξεκινήσαμε. Κάναμε κυψέλες –εμείς τις κάναμε–, ούτω καθεξής, με δυσκολίες, με αγώνα, από δω, από κει... Έπαιρνε βιβλία ο γιος μου, διάβαζε –κι εγώ φυσικά διάβαζα αυτά τα βιβλία–, σιγά σιγά μπήκε στη μελισσοκομία και έχει τα μελίσσια. Είναι γύρω στα... Τετρακόσια μελίσσια έχει.
Είναι δύσκολη δουλειά;
Κοίταξε να δεις, όλα είναι δύσκολα, απλά θέλει αγάπη να ’χεις. Άμα την αγαπάς, δεν είναι δύσκολη. Αλλά θέλει συνέχεια να τρέχεις, να κυνηγάς. Θέλει να κυνηγάς ανθοφορίες. Αν δεν κυνηγάς ανθοφορίες, δεν μπορείς να επιβιώσεις, δηλαδή τα μελίσσια σου δεν... Είναι ολόκληρη επιστήμη, δεν μπορώ να σ’ την περιγράψω.
Επειδή εγώ δεν έχω καμία ιδέα από αυτά, όταν, ας πούμε, πηγαίνετε τα μελίσσια σε κάποια άλλη περιοχή–
Ναι.
Τα πηγαίνετε μέσα στις κυψέλες...
Ναι, όπως είναι η κυψέλη.
Όταν τις ανοίγετε και αφήνετε ελεύθερες τις μέλισσες–
Ναι.
Μετά πώς επιστρέφουν μόνες τους πίσω;
Ε, κοίταξε να δεις, όταν βγαίνει η μέλισσα από μέσα –γιατί κυρίως αυτό γίνεται τη νύχτα, η μετακόμιση, κλείνουμε τις πόρτες, τα πάντα, απλά έχει αερισμούς–, όταν πάμε και τα αφήνουμε, τα αραδιάζουμε τη νύχτα, ανοίγουμε τις πόρτες, οι μέλισσες βγαίνουν έξω, αλλά δεν μπορούν να πετάξουνε. Όταν ησυχάσουνε, δηλαδή το πρωί, με το που βγαίνει από την κυψέλη, κάνει ένα γύρο, εντοπίζει το μέρος εκεί πέρα και παίρνει προσανατολισμό. Προσανατολίζεται –δηλαδή βάζει κάποια σημεία, κάποια αυτά η μέλισσα– και προχωράει. Αν κάπου βρει –όπου βρει οτιδήποτε, είτε γύρη, είτε μέλι, ή το ’να ή τ’ άλλο–, αυτή που θα βρει, όταν γυρνάει μες στην κυψέλη, –δηλαδή γιατί έχω παρακολουθήσει–, η ίδια η μέλισσα κάνει γύρους μέσα τινάζοντας τα φτερά, φωνάζοντας, και ακολουθάνε κι άλλες μέλισσες. Όταν θα βγει αυτή η μέλισσα, ακόμα από μέσα δίνει την κατεύθυνση προς τα πού να πάνε οι υπόλοιπες εργάτριες. Σε είπα, είναι... Ολόκληρη επιστήμη είναι, δεν μπορείς να την καταλάβεις. Είναι άλλες που ψάχνουν το νερό –πρέπει να το παίρνουν μυρωδιά, πρέπει να το μυρίζουν το νερό–, οπότε πάνε στο νερό. Η δε βασίλισσα μέσα, εκείνη κρατάει όλο το αρχικό κουμάντο. Όταν βγαίνει η προνύμφη για πρώτη φορά, κάθεται μία βδομάδα μέσα. Δουλεύει μέσα. Δηλαδή είτε από καθαριότητα είτε από τάισμα... Μπορεί να χρειαστεί να κάνει άλλες δουλειές. Δηλαδή όταν είναι οι προνύμφες ακόμα σε σκουλήκι, πριν κλείσουνε το [00:35:00]κελί, το κάθε κελί, ταΐζουν εκείνα τα μικρά. Παίρνουνε γύρη, παίρνουνε και μέλι, το ανακατεύουν, το κάνουν πολτό και το ρίχνουν μέσα και ταΐζουνε τις προνύμφες, ώσπου να γίνει περίπου μια βδομάδα. Μετά το σφραγίζουν απέξω και περιμένουνε να μεγαλώσει. Όταν μεγαλώσει, στις είκοσι μία μέρες, βγαίνει η προνύμφη, βγαίνει κανονικό μελίσσι, μελισσάκι. Εκείνο μια βδομάδα θα κάτσει εκεί πέρα, ώσπου να πάρει διαταγές. Όταν πάρει διαταγές, θα πάει ή για νερό, ή για γύρη, ή για μέλι, δηλαδή εργάτρια θα ’ναι. Εκτός αυτού, έχει τους κηφήνες. Τους κηφήνες τους κρατάει η βασίλισσα μόνο και μόνο για αναπαραγωγή. Αν πιάσει κάποια ξερή χρονιά που να μην έχει μέλια, δίνει διαταγή και τους σφάζουν όλους, δεν αφήνει κανέναν. Μίσκουν μόνο οι εργάτες. Η εργάτρια το καλοκαίρι ζει γύρω στις 60 μέρες. Γιατί έχει πολλή κυκλοφορία, δεν σταματάει, κουράζεται, κόβονται τα φτερά της, χάνεται. Γι’ αυτό, η βασίλισσα συνέχεια ανανεώνει, συνέχεια γεννάει. Όταν πάει σε σμηνουργία, ειδικά την άνοιξη, που θέλει να γίνει πληθυσμός, γίνεται ο πληθυσμός, με το που γίνεται ο πληθυσμός, αμέσως κάνουνε βασιλοκελιά. Βασιλοκελιά κάνουνε. Πάλι, το ίδιο το αυγό, βάζουνε ειδική τροφή –η λεγάμενη βασιλικός πολτός, απ’ ό,τι λένε άλλοι μελισσοκόμοι, απ’ ό,τι διάβαζα δηλαδή, πρέπει να το βγάζουνε οι εργάτριες, οι νέες εργάτριες, από εδώ, από το σώμα–, το μαζεύουν και το φτύνουνε μέσα. Από κείνο τρώει η βασίλισσα –η λεγάμενη–, που είναι μέσα, δηλαδή στις τέσσερις μέρες –πέντε μέρες κάνει–, μετά κλείνουνε. Έχει μέσα τον πολτό, το σφραγίζουν από πάνω, θα κάνει δεκατέσσερις μέρες... Από την ώρα που θα γεννηθεί το αυγό ώσπου να βγει η βασίλισσα κάνει... Δεκατέσσερις μέρες; Ή δεκαπέντε; Δεκατέσσερις, νομίζω. Βγαίνει η βασίλισσα. Αλλά έχουνε πολλά βασιλοκελιά. Η πρώτη βασίλισσα, αν δεν έχει άλλη βασίλισσα, έχει στρατό και έχει και φαγητό... Για να φύγει ο στρατός αυτός, να βγάλει σμήνος, πρέπει να πάρει μέλια. Φορτώνονται μέλια, παίρνουν τη βασίλισσα και πάνε γι’ άλλο σπίτι. Αν δεν έχει, σταματάει, κόβει, σφάζει τις υπόλοιπες βασίλισσες... Η μία η βασίλισσα, που θα μείνει, αυτή θα ’ναι η κυρίαρχος. Αν όχι, παίρνει το μερτικό της, παίρνει στρατό και φεύγει και πάει σε άλλη φωλιά.
Φοβερό!
Αυτά είναι τα ελάχιστα που μπορώ να σου πω. Τα υπόλοιπα που... πώς δουλεύει μέσα είναι ολόκληρη επιστήμη, το οποίο δεν μπορώ να...
Είναι σαν μία κοινωνία!
Είναι κοινωνία, είναι κοινωνία. Τον χειμώνα έχει μέλισσες εργάτριες, που είναι σόμπες, παράγουν θέρμανση.
Αυτές εσείς τις αγοράζετε; Θέλω να πω ότι πάτε και ζητάτε, ας πούμε, «Θέλω»...
Όχι, όχι, είναι το φυσικό τους. Απλά, εμείς αγοράσαμε σμήνη. Σμήνη αγοράσαμε, τα βάλαμε σε δικές μας κυψέλες και από τα δικά μας–
Που να έχουν απ’ όλες τις ιδιότητες, ας πούμε, να έχει και βασίλισσες και–
Πάντα με βασίλισσα. Αν δεν έχει βασίλισσα, είναι χαμένο, δεν υπάρχει θέμα. Κύρια είναι η βασίλισσα. Γι’ αυτό μία είναι η βασίλισσα. Αν, για τον άλφα ή βήτα λόγο, χαθεί η βασίλισσα –ή μπορεί να βγει για γονιμοποίηση, έπεσε κάτω, τη σκοτώσαν, την κάνανε, έμεινε χωρίς βασίλισσα–, αν έχει αφήσει φρέσκα αυγά, κατευθείαν, μετά, σ’ ένα δίωρο ούτε, κατευθείαν αρχινάνε και κάνουνε βασιλοκελιά οι υπόλοιπες εργάτριες.
Το αντιλαμβάνονται δηλαδή ότι έχουν χάσει τη βασίλισσα...
Οπωσδήποτε, βέβαια. Πολλές φορές εμείς, που πάμε και κόβουμε, που κάνουμε άλλα μελίσσια, αφήνουμε την παλιά βασίλισσα, παίρνουμε αυγά με σμήνος, φρέσκα αυγά με σμήνο[00:40:00]ς, τα χωρίζουμε. Μέσα σε δύο ώρες εκείνο το σμήνος έχει καταλάβει ότι δεν έχει βασίλισσα. Οπότε ξεκινάνε κατευθείαν και χτίζουνε βασιλοκελιά. Το ίδιο το αυγό, που είναι ημέρας, χτίζουνε βασιλοκελί. Το κάνουν βασιλοκελί, βάζουνε βασιλικό πολτό, μεγαλώνει. Στις δεκατέσσερις μέρες βγαίνει η βασίλισσα. Στις είκοσι μέρες αρχινάει και γεννάει η βασίλισσα κανονικά.
Και κάτι τελευταίο: εσάς σας αναγνωρίζουνε; Δηλαδή αναγνωρίζουνε το πότε βρίσκονται, για παράδειγμα... ότι είναι με εσάς, με τα αφεντικά τους, και δεν είναι με κάποιον ξένο;
Όχι. Το ίδιο αντιμετωπίζουνε είτε ξένους είτε αφεντικό. Απλά, τον χειρισμό... Αν ξέρεις να τα χειριστείς εσύ, καλώς. Αν ένας ο οποίος είναι άπειρος και δεν ξέρει να χειριστεί κάποια μελίσσια, πας και το ανοίγεις απότομα, εκείνο θα ορμήσει. Γι’ αυτό, πάντα παίρνουμε τον καπνό, βάζουμε καπνό στο καπνιστήρι, δίνουμε μια δυο φορές, το καπνίζουμε στην πόρτα, να καταλάβει ότι υπάρχει έλεγχος, δηλαδή καπνός. Με το που ανοίγουμε το καπάκι, φυσάμε με τη φυσούνα μία δύο, σταματάει το μελίσσι. Το παίρνουμε το τελάρο, όπως είναι, και ελέγχουμε. Και βλέπουμε τα μελίσσια πώς δουλεύουν και τι κάνουν. Το βάζουμε εκείνο, παίρνουμε το άλλο. Και ούτω καθεξής.
Και μετά, αφού πάρετε το μέλι απ’ τα μελίσσια, μετά πώς το επεξεργάζεστε ώστε να–
Το μέλι... Έχουμε μελισσοεξαγωγείς. Κόβουμε από πάνω... Δηλαδή έχει την ιδιότητα η μέλισσα, όταν γεμίζει το κελί, μετά το σφραγίζει. Βάζει κερί από πάνω, το σφραγίζει. Είναι σφραγιστό, όπως είναι το χέρι μου, για παράδειγμα, σφραγιστό. Με το μαχαίρι, που καίει το μαχαίρι, το κόβουμε, ανοίγουμε δηλαδή τα κελιά, τα βάζουμε στον μελισσοεξαγωγέα, ο μελισσοεξαγωγέας, με την περιστροφή που δίνει από τον αέρα, το τραβάει στα τοιχώματα και πέφτει το μέλι κάτω. Το μαζεύεις, το βάζουμε σε φίλτρο, το φιλτράρουμε –γιατί θα πέσει ή κερί ή το ’να ή τ’ άλλο, φιλτράρεται κανονικά– και, από κει, μετά πάει σε δοχείο που πάμε στον έμπορα. Μετά, από κει και πέρα, ο έμπορας πώς το κάνει, δεν ξέρω εκεί.
Ναι. Ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ. Εγώ δεν έχω να ρωτήσω κάτι άλλο.
Εγώ ευχαριστώ που μπόρεσα να σου προσφέρω αυτά που θέλεις.
Ευχαριστώ πολύ.
Summary
O κύριος Αποστόλης είναι γεννημένος το 1945 και κατάγεται από το Θεοδωράκι Πέλλας. Η ιστορία του κυρίου Αποστόλη ξεκινάει πριν ακόμα από τη γέννησή του, όπου ο πατέρας του φεύγει αντάρτης στον Εμφύλιο και αφήνει πίσω την έγκυο γυναίκα του καθώς, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της, εκείνη δεν δέχεται να τον ακολουθήσει στο βουνό. Ο αφηγητής γεννιέται και δεν γνωρίζει τον πατέρα του, ο οποίος, με τη λήξη του πολέμου, φεύγει πολιτικός πρόσφυγας. Στο τελευταίο γράμμα προς τη γυναίκα του, της ανακοινώνει πως δεν θα επιστρέψει ποτέ πίσω και την προτρέπει να παντρευτεί. Μεγαλώνοντας, ο κύριος Αποστόλης αποφασίζει να προβεί στην αναζήτηση του πατέρα του από περιέργεια, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, και μας παίρνει μαζί του σε αυτό το ταξίδι, που όμως αποδείχθηκε άκαρπο. Ωστόσο, όπως μαθαίνει από έναν ετεροθαλή αδελφό του και την οικογένεια του θείου του, ο πατέρας του είχε κάνει οικογένεια στο Βελιγράδι και είχε στήσει εκεί μια καινούργια ζωή. Ο κύριος Αποστόλης αναγκάστηκε να δουλέψει από μικρός για να συντηρήσει τον εαυτό του και τη μητέρα του. Μία από τις δουλειές που έκανε ήταν στο παραδοσιακό τυροκομείο του χωριού, ως βοηθός στην παρασκευή κασεριού. Έτσι, αναλύεται η διαδικασία παρασκευής κασεριού, από το γάλα μέχρι την εξαγωγή του στα καταστήματα. Εδώ και πολλά χρόνια πλέον, ο γιος του αφηγητή, με τη βοήθεια και του ίδιου, ασχολούνται με τη μελισσοκομία, με τη μαγική και καλοοργανωμένη κοινωνία των μελισσών, στα μυστικά της οποίας μας εισάγει στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης.
Narrators
Απόστολος Σημώνης
Field Reporters
Βασιλική Μούλη
Historical Events
Tags
Interview Date
18/08/2021
Duration
43'
Summary
O κύριος Αποστόλης είναι γεννημένος το 1945 και κατάγεται από το Θεοδωράκι Πέλλας. Η ιστορία του κυρίου Αποστόλη ξεκινάει πριν ακόμα από τη γέννησή του, όπου ο πατέρας του φεύγει αντάρτης στον Εμφύλιο και αφήνει πίσω την έγκυο γυναίκα του καθώς, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της, εκείνη δεν δέχεται να τον ακολουθήσει στο βουνό. Ο αφηγητής γεννιέται και δεν γνωρίζει τον πατέρα του, ο οποίος, με τη λήξη του πολέμου, φεύγει πολιτικός πρόσφυγας. Στο τελευταίο γράμμα προς τη γυναίκα του, της ανακοινώνει πως δεν θα επιστρέψει ποτέ πίσω και την προτρέπει να παντρευτεί. Μεγαλώνοντας, ο κύριος Αποστόλης αποφασίζει να προβεί στην αναζήτηση του πατέρα του από περιέργεια, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, και μας παίρνει μαζί του σε αυτό το ταξίδι, που όμως αποδείχθηκε άκαρπο. Ωστόσο, όπως μαθαίνει από έναν ετεροθαλή αδελφό του και την οικογένεια του θείου του, ο πατέρας του είχε κάνει οικογένεια στο Βελιγράδι και είχε στήσει εκεί μια καινούργια ζωή. Ο κύριος Αποστόλης αναγκάστηκε να δουλέψει από μικρός για να συντηρήσει τον εαυτό του και τη μητέρα του. Μία από τις δουλειές που έκανε ήταν στο παραδοσιακό τυροκομείο του χωριού, ως βοηθός στην παρασκευή κασεριού. Έτσι, αναλύεται η διαδικασία παρασκευής κασεριού, από το γάλα μέχρι την εξαγωγή του στα καταστήματα. Εδώ και πολλά χρόνια πλέον, ο γιος του αφηγητή, με τη βοήθεια και του ίδιου, ασχολούνται με τη μελισσοκομία, με τη μαγική και καλοοργανωμένη κοινωνία των μελισσών, στα μυστικά της οποίας μας εισάγει στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης.
Narrators
Απόστολος Σημώνης
Field Reporters
Βασιλική Μούλη
Historical Events
Tags
Interview Date
18/08/2021
Duration
43'