© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Λεν καμιά φορά να γυρίσουν τα χρόνια πίσω, δεν θα ήθελα με τίποτα να γυρνούσαν πίσω: ιστορίες και αναμνήσεις από τη Χωράφα Καβάλας

Istorima Code
19440
Story URL
Speaker
Ελένη Μαρουλάκη-Ισαακίδου (Ε.Μ.)
Interview Date
26/07/2021
Researcher
Άγγελος Ξούνχιας (Ά.Ξ.)
Ά.Ξ.:

[00:00:00]Καλημέρα, θα μας πείτε το όνομά σας;

Ε.Μ.:

Ελένη Μαρουλάκη-Ισαακίδου.

Ά.Ξ.:

Λοιπόν, είναι Τρίτη, 27 Ιουλίου 2021, είμαι με την κυρία Ελένη Μαρουλάκη, βρισκόμαστε στην Καβάλα, εγώ ονομάζομαι Ξουνχιάς Άγγελος, είμαι ερευνητής στο Istorima και ξεκινάμε. Αρχικά θέλω να μας πείτε πού μεγαλώσατε και πώς ήταν εκεί που μεγαλώσατε, και πότε γεννηθήκατε.

Ε.Μ.:

Γεννήθηκα το 1955, μεγάλωσα στη Χωράφα, περιοχή Προφήτη Ηλία και Τίμιου Σταυρού, και πώς ήταν; Ήταν γενικά φτωχογειτονιά, ο κόσμος ήτανε εργατόκοσμος και ο πιο πολύς κόσμος δούλευε στα καπνά, ήταν καπνεργάτες. Όταν ήμουνα μικρή τα καπνά τα είχα μίσος γιατί δούλευαν οι γονείς τρεις μήνες και τους εννιά μήνες καθότανε, υπήρχε μεγάλη αγωνία για να παν στα καπνά, και πάντα έλεγα: «Τα καπνά να γίνουνε καπνός και να φύγουνε», πού να ʼξερα ότι τώρα σʼ αυτά τα χρόνια θα ήταν τόσο πολύτιμη δουλειά. Αυτό είχε συνέπεια όλοι... όλοι οι άνθρωποι να γράφουν στον μπακάλη, στο μανάβη, υπήρχε φτώχεια και μιζέρια. Ήταν και καλές αναμνήσεις, υπήρχε... υπήρχε αγάπη, αλλά υπήρχε και πολλή φτώχεια. Εκείνα τα χρόνια τα λαμπρά μυαλά ήτανε ξεχωριστά, δηλαδή ένα παιδί που ήταν έξυπνο πάντα ξεχώριζε από τα άλλα. Βέβαια εγώ δεν ανήκω στα έξυπνα τα παιδιά, να το πω κι αυτό, γιατί με αριθμούς και γράμματα δεν έχω ιδέα... δεν είχα ποτέ καλή σχέση.

Ά.Ξ.:

Θυμάστε το σπίτι που μεγαλώσατε, πώς ήταν;

Ε.Μ.:

Ναι. Το θυμάμαι το πατρικό μου, γιατί... το θυμάμαι πάντα με συγκίνηση, γιατί... ένα σπίτι φτωχό, ρεύμα βάλαμε αργότερα, ρεύμα δεν είχε, νερό απʼ της γειτονιάς τη βρύση, φτώχεια και τίποτα άλλο. Δηλαδή το θυμάμαι με θλίψη. Ήταν καλά, γιατί ήμασταν παιδιά, αλλά η φτώχεια... Και τώρα υπάρχει φτώχεια αλλά είναι άλλου είδους φτώχεια, τότε ήταν άλλου είδους φτώχεια ήταν τότε. Θυμάμαι πάρα πολύ τα κεράσια, τι είναι τα κεράσια; Τότε να παίρναμε κεράσια; Ήτανε πολύ... έπρεπε δηλαδή να τελειώνουν τα κεράσια, να φτηνύνουν πολύ για να φέρει ο πατέρας μου κεράσια. Καθόμουν πίσω από την κουρτίνα, θυμάμαι, ένα κοριτσάκι που ήταν πιο καλά στην κατάσταση από μας, και το ʼβλεπα μέσα από το παράθυρο εγώ, αυτό καθότανε και έτρωγε τα κεράσια. Και γω καθόμουν και μετρούσα πόσα κεράσια έτρωγε η Κούλα. Είχε φάει 23 κεράσια και γω πίσω από το παράθυρο κρυφοκοίταζα πότε έφαγε τα κεράσια. Τώρα που μπορώ να φάω έναν κάμπο κεράσια; Δεν μʼ αφήνει αυτό το παλιοπάχος και μου λένε όλο: «Μην τρως, μην τρως!».

Ά.Ξ.:

Υπήρχε ρεύμα ή τηλέφωνο στο σπίτι ή τηλεόραση;

Ε.Μ.:

Όχι, όχι, όχι, τηλεόραση πρώτη φορά είδα 17 χρονών. Ναι. Τότε ένα ήτανε το τέτοιο, να μεγαλώσει το παιδί και να μπει κι αυτό στη δουλειά να βοηθήσει το σπίτι. Αυτό ήταν το... το ζητούμενο. Τα κορίτσια προπαντός κοιτάζαν πότε θα τα παντρέψουν, μικρά μικρά, να φύγουν απʼ το κεφάλι τους. Το σχολείο ήτανε... 4ο και 8ο, συστεγαζόταν μαζί στο 4ο, το 8ο το σχολείο έγινε το ʼ67. Εγώ πήγα στο σχολείο το 4ο, εκεί... ήταν σε ένα σχολείο ήταν δύο σχολεία. Το σχολείο το 4ο ήτανε πότε πρωί, πότε απόγεμα, δηλαδή έτσι κυλούσε η χρονιά. Οι δάσκαλοι πάρα πολύ αυστηροί, χωρίς καμιά ευαισθησία, δεν είχανε αγάπη στα παιδιά. Αλλά και οι γονείς δεν πηγαίναν να διεκδικήσουν των παιδιών τα δικαιώματα.

Ά.Ξ.:

Πώς ζεσταινόσασταν στο σπίτι ή πώς μαγειρεύατε;

Ε.Μ.:

Ξυλόσομπα. Α, ξυλόσομπα. Μαγειρεύαν στην γκαζιέρα, μαγείρευε η μάνα μου και ζεσταινόμασταν με την ξυλόσομπα, δηλαδή είχαμε μπει και τα παιδιά στο πρόγραμμα, όπου βρίσκαμε ξύλο στο δρόμο το μαζεύαμε και το πηγαίναμε σπίτι. Ξυλόσομπα. Που όταν πήραμε μασίνα ήταν πολύ πρωτοποριακό για εκείνα τα χρόνια. Δεν το συζητώ για τη σόμπα πετρελαίου, είχαμε ξετρελαθεί όλοι με το πετρέλαιο. Ναι, πράγματα που τώρα τα παιδιά τα έχουν βρει εύκολα και είναι αυτονόητα, για τα παιδιά τότε ήτανε το θαύμα. Φαγητό στην γκαζιέρα. Αυτό, παιδί μου.

Ά.Ξ.:

Νερό; Από πού παίρνατε νερό;

Ε.Μ.:

Νερό... το νερό ήταν ένα πράμα λίγο δυσεύρετο. Να φανταστείς ότι μπάνιο κάναμε μια φορά την εβδομάδα, κάθε Σάββατο, ήταν η μέρα του μπάνιου. Δηλαδή και γω απορώ πώς ο κόσμος τότε... [00:05:00]πώς ζούσαμε έτσι. Η μπουγάδα ήτανε κάθε Δευτέρα. Και η μία η γειτόνισσα έβλεπε της αλληνής τα ρούχα, ποια πλένει καθαρά και ποια πλένει βρώμικα. Τώρα βέβαια στα χρόνια που φτάσαμε, ούτε ένα μαντήλι πλένει ο κόσμος στο χέρι, ένα μαντηλάκι, ένα τίποτα δεν το πλένει στο χέρι. Τώρα είναι το πλυντήριο, τότε υπήρχε η μπουγάδα, η σκάφη, το καζάνι. Θυμάμαι ο πατέρας μου είχε κάνει τη μάνα μου ένα καζάνι και ήταν δηλαδή πολύ, πολύ καλό, όλη η γειτονιά ερχόταν και έπαιρνε ζεστό νερό από εκείνο το καζάνι. Θυμάμαι ακόμα τη μάνα μου την καημένη, τα μάτια της κοκκίνιζαν να φυσάει τη φωτιά για να ζεστάνει, για να πάρουν τα ξύλα μπρος και να κάνει το καζάνι για να... για να πλένει τα ρούχα μας. Και τι ρούχα βγάζαμε, Παναγία μου, τώρα θαρρείς και τόσα ρούχα δεν βγάζουμε. Καπνεργάτες, ταλαιπωρία. Λεν καμιά φορά: «Να γυρίσουν τα χρόνια πίσω». Δεν θα ήθελα με τίποτα να γυρνούσαν πίσω. Και ήταν και καλά, ήμασταν νέοι, ήμασταν παιδιά, ήταν η ζωή λίγο πιο ξέγνοιαστη, δεν είχε αυτά τα προβλήματα. Αλλά τότε ήταν πολύ δύσκολα. Σε όλη τη γειτονιά δεν υπήρχε ένας ευκατάστατος, όλοι ήταν στην ίδια μοίρα. Δεν μπορούσες να πεις ότι αυτός είχε, αυτός δεν έχει. Κουρελούδες. Κουρελούδια ήτανε... όταν, τέλος πάντων, κάναμε μια κουρελού, τρελαινόμασταν απʼ τη χαρά, σαν να είχαμε το καλύτερο χαλί. Τώρα οι κουρελούδες, δεν θα ξέρει και ο κόσμος τι είναι οι κουρελούδες σίγουρα. Αυτό.

Ά.Ξ.:

Εσείς ως παιδί χρειάστηκε να δουλέψετε;

Ε.Μ.:

Εγώ δούλεψα... εγώ πήγα πρώτα πρώτα μόλις έβγαλα το σχολείο, πήγα στο... στη μοδίστρα να μάθω ράψιμο. Από 13 χρόνων δούλευα στη Βιοτεχνία, δούλευα στη Βιοτεχνία του Χωριανόπουλου. Αυτός έκανε γυναικεία εσώρουχα. Τώρα βέβαια αυτές οι βιοτεχνίες όλες έχουν χαθεί, και από 13 μέχρι να παντρευτώ δούλευα στον Χωριανόπουλο. Έλεγα... κάθε φορά δεν ήθελα να πηγαίνω στη δουλειά και έλεγα: «Αχ, πότε θα... θα παντρευτώ να σταματήσω να δουλεύω;», λες και αυτό ήταν το ζητούμενο! Τόσο μικρή, τόσο μικρά... μικρές σκέψεις κάναμε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τότε τι ήτανε η παντρειά, οι συνθήκες που δούλευα κι όλα αυτά. Βέβαια συνέχεια γινότανε αγώνες για καλύτερη ζωή. Με τα χρόνια... δεν ήταν πάντα έτσι, με τα χρόνια διορθώθηκε η κατάσταση: πήγαιναν οι άνθρωποι, κάνανε... κάναν μεροκάματο παραπάνω, άρχισε να έρχεται εξέλιξη, ήρθε η τηλεόραση στη ζωή μας, άρχισαν να ανοίγουν τα μάτια του κόσμου, να βλέπουμε καλύτερα πώς ζει ο κόσμος, άρχισαν οι νοικοκυρές να παίρνουν ένα πράγμα καλύτερο, να παίρνουν ένα ρούχο πιο καλό, να ντύνουν πιο καλά τα παιδιά τους. Εκείνα τα... στα πιο μικρά μου χρόνια, εκείνα τα χρόνια δηλαδή που δεν δούλευα εγώ που ήμουν, τα παιδικά παιδικά, πάντα τα θυμάμαι δηλαδή τα... τα καπνά με θλίψη. Τα καπνά ήτανε το κύριο επάγγελμα όλων των... όλων των... όλης της συνοικίας. Πότε θα ανοίξουν, αν πήραν μάρκα, αν... Μάρκα ήταν δηλαδή το κάλεσμα να πας στα καπνά, σαν να λέμε η πρόσληψη, πόσα μεροκάματα θα κάνουν, πηγαίναν και δουλεύαν και απʼ την αρχή, απʼ την πρώτη μέρα ξεκινούσαν πόσα μεροκάματα θα κάνουν, πού, πότε θα κάνουν, θα συμπληρώσουν για το επίδομα; Θα συμπληρώσουν για τα 45; Και πού να βρουν μέσο να παν στα καπνά, πού να βρουν μέσο να παν στα καπνά. Δηλαδή, τι να πω τώρα. Φτώχεια και τίποτα άλλο.

Ά.Ξ.:

Πώς νιώθατε έτσι την ώρα που πηγαίνατε στη δουλειά; Στον δρόμο τι σκεφτόσασταν, θυμάστε;

Ε.Μ.:

Τι να σκέφτομαι, παιδί μου; Πάντα σκεφτόμουν πώς θα γίνει για μια καλύτερη ζωή. Με τα χρόνια ήρθε η εξέλιξη. Τι να σκεφτώ, παλικάρι μου; Δεν ήμουνα σε θέση να... να ʼχω μεγάλα όνειρα, δεν αφήνανε οι γονείς τα κορίτσια, γιατί πάντα είχανε το τέτοιο να μην τους προσβάλλουν, υπήρχε το ταμπού της παρθενιάς, υπήρχε το ταμπού να μην ακουστεί, το ένα, το άλλο, οι γονείς, το κορίτσι δεν ξέραν πού να το φυλάξουνε. Δεν ήτανε... δεν ήταν οι γονείς όπως είναι τώρα, φίλοι με τα παιδιά. Και αυτό τώρα το σημερινό βέβαια δεν μʼ αρέσει, που λέει: «Με τα παιδιά μας είμαστε φίλοι»! Ο γονιός είναι γονιός και το παιδί είναι παιδί, αυτό. Αυτή η ισοπέδωση δεν είναι καλό. Αλλά και κείνο το παλιά τα χρόνια που δεν μπορούσαμε ελεύθερα να πούμε αυτό που αισθανόμασταν στους γονείς, ήταν η άλλη άκρη, και κείνο δεν ήταν καλό, δεν υπήρχε ισορροπία. [00:10:00]Δηλαδή πάντα τους γονείς τους βλέπαμε... πάντα με φόβο. Κι ας δούλευες, κι ας είχες δικά σου χρήματα κι ας είχε το δικό σου κόπο, πάντα η μάνα ήταν... έπρεπε να είναι αυστηρή, να μην... να μη δίνει πρόσωπο στη κόρη να κάνει... Να βγει μια βόλτα, να πάει μια εκδρομή, κάπου να πάει, πάντα ήτανε τα πράγματα σφιχτά. Δεν μπορούσες να είσαι ελεύθερη. Δηλαδή, εγώ στα... στα χρόνια τα παιδικά, τώρα λεν περνάν εφηβεία: «Μην το μιλάς το παιδί, περνάει εφηβεία», μα εμείς ούτε εφηβεία καταλάβαμε, ούτε παιδικά χρόνια, εμείς καταλάβαμε... μια και μια εγώ, παιδί, παντρεμένη, γριά, αυτό. Αυτά... Αυτά είναι τα δικά μου τα στάδια. Ούτε υπήρχε όνειρο το κορίτσι να το σπουδάσουνε, όχι. Μοδίστρα θα μάθει, ράψιμο θα μάθει. Δεν υπήρχε ένα όνειρο να κάνει ένα βήμα το παιδί παραπάνω.

Ά.Ξ.:

Η καθημερινότητά σας ως παιδί πώς ήτανε; Δηλαδή μετά το σχολείο δουλεύατε;

Ε.Μ.:

Όχι. Κοίταξε, όσο πήγαινα στο δημοτικό, δεν μπορούσα να δουλέψω, αλλά και οι γονείς... τώρα τα παιδιά τα καινούργια, τα κοριτσάκια τα μικρά δεν ξέρουν τι θα πει. Εμένα για να με κρατάει μέσα στο σπίτι η μάνα μου, για να μη γυρίζω έξω, με είχε κέντημα. Όταν πήγαινα στα καπνά μʼ έλεγε: «Θα κάνεις από δω μέχρι εδώ, θα κεντήσεις», δηλαδή έπρεπε να κάνω το κέντημα, ώστε να κάθεσαι μέσα στο σπίτι και να μη γυρνάς στους δρόμους. Τώρα τα μικρά τα κοριτσάκια δεν ξέρουν τι θα πει και το κέντημα. Γιατί οι παλιές οι γυναίκες ήταν πάρα πολύ υπέρ του νοικοκυριού, δεν υπήρχε τότε: «Θα πάρουμε γυναίκα να μας κάνει τις δουλειές», με τίποτα. Τότε ήταν όλα χειροποίητα. Κέντημα, τότε κέντημα, γεμίσαμε το κόσμο κεντήματα και τι καταλάβαμε; Ξεσκονόπανα θα γίνουν στο τέλος. Τώρα δεν έχει κεντήματα, τα παιδιά τα βλέπω δεν έχουν κέντημα. Τότε όταν πήγαινα στα καπνά, έπρεπε εγώ να κάτσω σε μια γωνιά και να τελειώσω το κέντημα και να... κι αν προλάβω να βγω έξω να παίξω. Για να μη βγαίνεις στους δρόμους, για να μην είναι εκτεθειμένοι. Γιατί και αυτή η γυναίκα πού να αφήσει τα παιδιά της; Πού να τα αφήσει; Δεν υπήρχε τότε «Τʼ αφήνω στην νταντά και τʼ αφήνω εδώ και τʼ αφήνω εκεί», όχι. Τώρα, τώρα μπήκαν αυτά.

Ά.Ξ.:

Τι παιχνίδια παίζατε τότε, θυμάστε;

Ε.Μ.:

Τα παιχνίδια που παίζαμε ήταν... πιο πολύ παίζαμε κουτσό, κρυφτό, σκοινάκι, κυνηγητό... Παίζαμε μακριά γαϊδούρα, ναι. Καλά ήτανε... Σπασμένο τηλέφωνο. Παρόλα αυτά ήμουν πάρα πολύ φιλική, είχα πάρα πολλές φίλες. Αυτό το είχα, ναι, ίσως αυτό λίγο φόβιζε τη δικιά μου τη μάνα, ότι ήμουν πάρα πολύ ανοιχτή με τις φίλες. Περιμέναμε πότε θα ʼρθει καμιά θεία απʼ τη Γερμανία να μας φέρει κάνα δώρο απʼ τη Γερμανία, και τα δώρα ήταν καμιά γερμανική σοκολάτα, κανένα καλτσόν, θυμάμαι είχαν φέρει μια μπλούζα και είχα ξετρελαθεί, μέρα νύχτα εκείνη την μπλούζα φορούσα. Ήταν γερμανική, μέχρι και η μυρωδιά της μπλούζας τη φέρνω στην ανάμνησή μου. Τα αδέρφια της μητέρας μου ήταν στη Γερμανία και ερχόταν τα καλοκαίρια και με φέρναν και μένα ένα δώρο και με κείνο το δώρο πια εγώ ξετρελαινόμουνα. Α, ναι, με είχαν φέρει μια φορά και ένα στυλό. Το στυλό αυτό είχε τέσσερα χρώματα και η μάνα μου είπε: «Εσύ δεν είσαι καλή μαθήτρια, θα το δώσουμε σε ένα ξάδερφό μας που είναι καλός μαθητής και ξέρει να γράφει», πού να δει τώρα το τι στυλούς πετάμε! Ναι, ο ξάδερφος, ναι, αυτό το θυμάμαι με παράπονο.

Ά.Ξ.:

Ως παιδιά τότε τι συζητούσατε;

Ε.Μ.:

Τι συζητούσαμε. Τι συζητούσαμε; Τα κοριτσάκια συζητούσαν ποιο παλικάρι τʼ αρέσει, και τα αγόρια ποιο κοριτσάκι τʼ αρέσει. Σαν παιδιά συζητούσαμε αυτό. Είχαμε μάθει εμείς ότι ποτέ τα μυστικά του σπιτιού δεν βγαίνουν παραέξω, οπότε τα προσωπικά μας δεν... είχαμε μάθει να μην τα λέμε. Δεν... δεν υπήρχε αυτή, αυτή η ξενοιασιά που υπάρχει τώρα, ήταν πιο σφιχτά τα πράγματα. Δεν λέγαμε... Τι να πούμε, παιδί μου, να... Εγώ έχω και έναν αδερφό, είναι εφτά χρόνια μικρότερος από μένα. Βέβαια ήτανε πολύ λαμπρό μυαλό, αυτός έγινε δάσκαλος. Το κορίτσι έπρεπε να το παντρέψουν, τον γιο έπρεπε να τον σπουδάσουν, νόμος. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

Ά.Ξ.:

Θυμάστε κάποια χαρακτηριστική ιστορία από την παιδική σας ηλικία;

Ε.Μ.:

Ναι.

Ά.Ξ.:

Κάτι που να σας έχει αποτυπωθεί στη μνήμη;

Ε.Μ.:

Κάτι... κάτι που μʼ έχει μείνει και πάντα το λέω και το ʼχω πει και στα παιδιά μου και το ʼχω πει σε όλο το κόσμο, είναι η [00:15:00]φωτογραφία. Τι είναι η φωτογραφία; Στο σπίτι μέσα φυσικά δεν υπήρχαν αυτά τα στολίδια που υπάρχουν που στολίζουν τώρα τα σπίτια, τώρα τα γεμίσαμε όλα ακριβά κρύσταλλα και το ένα και το άλλο, τότε στολίζαμε το σπίτι με φωτογραφίες. Μέσα σʼ αυτές τις φωτογραφίες που είχαμε, ήταν μια φωτογραφία, που η φωτογραφία απεικόνιζε τρεις άντρες ξαπλωμένους κάτω από ένα δέντρο. Έμπαινε, έβγαινε η συγχωρεμένη μάνα μου και έλεγε τον μπαμπά μου: «Τεμπέληδες αυτοί, δεν πάνε στα χωράφια να δουλέψουν, πάρα ξάπλωσαν κάτω απ’ το δέντρο». Τι σήμαινε όμως η φωτογραφία; Η φωτογραφία είχε μια ιστορία, αλλά ήταν τόσο... οι άνθρωποι ξέραν να κρατήσουν μυστικά, που... που τα κρατούσαν για τον εαυτό τους, δεν βγαίναν να τα πούνε. Ο πατέρας μου ήταν αριστερός κι όταν έγινε ο Εμφύλιος πάρα πολλοί πήγανε και ζήσαν στη Βουλγαρία στη... το λέγαν Ανατολικό Μπλοκ αυτό, το λέγαν αυτό. Λοιπόν. Όταν ξεσηκωθήκαν όλοι οι φίλοι να παν στη Βουλγαρία, παλικάρια αυτά, γιατί ο πατέρας μου ήρθε το ʼ22 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στον Πόλεμο του ʼ40 ήτανε 2-3 χρονών και στον πόλεμο του ʼ40, ήταν ένα παλικαράκι 22-23 χρονών. Λοιπόν, μετά τον πόλεμο ξεσηκωθήκαν αυτοί, αυτοί κυνηγούσαν όλο το όνειρο, το όνειρο, το όνειρο τι ήτανε; Να ζήσουν μια μέρα καλύτερη, να ζήσουν καλύτερα, να δούνε... να δουν κάτι. Τότε ο κόσμος είχε μια ελπίδα ότι θα ʼρθουν καλύτερες μέρες, τώρα χάθηκαν και οι ελπίδες, τώρα ακούς και λένε: «Ο γέροντας Παΐσιος είπε ότι θα ʼρθουν χειρότερες μέρες», δηλαδή είσαι που είσαι κάτω, σε παν πιο κάτω. Αυτοί λοιπόν είχαν μια ελπίδα, ότι θα παν εκεί και θα ζήσουν πιο καλά, είχαν μια ελπίδα. Λοιπόν, όταν φύγανε όλοι και πήγαν εκεί, όταν φύγαν οι φίλοι του, τον είπαν: «Εσύ μην έρχεσαι, θα σε στείλουμε μήνυμα γιατί έχεις μόνο τη μάνα σου, -πατέρα δεν είχε- και μόνο τη μάνα σου έχεις επειδή είσαι ορφανός, θα σε στείλουμε να... μήνυμα να ʼρθεις». Πώς ήταν το μήνυμα; Στείλανε με κάποιο τρόπο, στείλαν μια φωτογραφία. Αν στη φωτογραφία ήταν όρθιοι, σήμαινε ότι το... ότι τα πράγματα εκεί που πήγανε στη Βουλγαρία ότι ήταν πάρα πολύ καλά. Αυτοί είπαμε είχαν το όνειρο, εάν ήταν καθιστοί ότι είναι μέτρια και αν είναι ξαπλωμένοι, να κάτσει εκεί που κάθεται και να μην κουνηθεί καθόλου, γιατί τα πράματα ήταν χειρότερα απʼ ό,τι στην Ελλάδα. Με κάποιο τρόπο γύρισε η φωτογραφία. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον πατέρα μου, που πάντα έπαιρνε τη φωτογραφία και με τι συγκίνηση έβλεπε τους φίλους του. Αλλά και ποτέ δεν είπε τι σήμαινε αυτή η φωτογραφία. Αυτό μας το είπε μετά πάρα πολλά χρόνια, στη δεκαετία του ʼ70, που έπεσε ο... Που έπεσε ο... δηλαδή που έπεσε ο κομμουνισμός και κάπως... και ανοίξαν τα σύνορα. Τότε ειπώθηκε, στη δεκαετία του ʼ70, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, αλλά τότε. Που έπεσε και το τοίχος του Βερολίνου κι όλα αυτά, τότε μας είπε την ιστορία, πώς έγινε. Βέβαια οι φίλοι δεν βρεθήκαν ποτέ αλλά η φωτογραφία έμεινε και πάντα λέμε «Η φωτογραφία». Αυτή η φωτογραφία αυτό σήμαινε. Δεν υπήρχαν κινητά για να πούνε, δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να πάρουν είδηση, αυτός ήταν ο τρόπος. «Αν είμαστε όρθιοι είναι καλά, αν είμαστε καθιστοί είναι μέτρια, κι αν είναι χάλια τα πράγματα μην κουνηθείς καθόλου». Μʼ αυτό το... μʼ αυτή την κατάσταση πάρα πολύ, πάρα πολλά άτομα που πήγαν εκεί, ύστερα δεν μπόρεσαν να γυρίσουν, να δούνε τις μάνες τους, τα... τα αδέρφια τους, αντρόγυνα χωρίσαν γιατί πήγαν πολλοί άντρες εκεί πέρα με το σκεπτικό ότι θα πάρουνε τις γυναίκες τους και έγινε ένα μπέρδεμα τότε με τον Εμφύλιο και μʼ όλα αυτά. Τον Εμφύλιο εγώ δεν τον έζησα αλλά άκουγα τον μπαμπά μου πολλές φορές που τα έλεγε. Μας τα λεγε σαν ιστορίες, σαν παραμύθι. Τώρα όλα έχουν ισοπεδωθεί.

Ά.Ξ.:

Όταν μάθατε εσείς αυτήν την ιστορία με τη φωτογραφία, πώς νιώσατε; Δηλαδή...

Ε.Μ.:

Συγκινήθηκα πάρα πολύ κι ακόμη το λέω και συγκινούμαι. Και με έκανε εντύπωση ότι ήξερε να κρατήσει μυστικά. Υπάρχει ένα ποίημα, το «Αν» του Κίπλινγκ, και μέσα στο ποίημα λέει: «αν μπορέσεις να κρατήσεις και τα ξένα μυστικά». Το κράτησε μυστικό ο άνθρωπος δεν έπιασε να το πει. Ούτε στη γυναίκα του το είπε, ότι αυτή η φωτογραφία σημαίνει αυτό, μόνο την έλεγε: «Άσε τη φωτογραφία εκεί, θέλω να τη βλέπω». Θυμήθηκα, μπορεί τώρα να μην είναι τίποτα αυτό, αλλά εμένα με φέρνει συγκίνηση αυτή η ιστορία, «Δες –λέω– ο άνθρωπος». Για να πας στη δουλειά τότε στα καπνά, δηλαδή εγώ το έζησα με τον μπαμπά μου, έπρεπε να έχει χαρτί που έλεγε, λεγόταν το χαρτί αυτό «Κοινωνικών Φρονημάτων», δηλαδή έπρεπε να ήτανε πολύ... έπρεπε να έχει αυτό το χαρτί για να πάει να δουλέψει στα καπνά. Τι να πω τώρα. Τώρα είναι αλλιώς τα πράγματα, τώρα υπάρχει πιο ελευθερία, ο [00:20:00]κόσμος ζει πιο καλά... Όλοι θυμούνται την παιδική τους ηλικία σαν ένα παράδεισο ή περνώντας τα χρόνια το ʼχουν κάνει παράδεισο στο μυαλό τους. Εγώ μπορώ να πω ότι δεν ήταν παράδεισος, όχι. Ήτανε χρόνια πολύ δύσκολα, δίσεκτα χρόνια. Τώρα είναι πιο καλά τα παιδιά. Έχουν πιο πολύ ελευθερία, πιο πολύ οι γονείς εκδηλώνουν την αγάπη τους. Τότε και να εκδηλώσουν την αγάπη τους οι άνθρωποι, δεν θέλανε. Δηλαδή το είχαν... όχι ότι δεν αγαπούσαν τα παιδιά τους, αλλά ήταν πιο αυστηροί οι γονείς. Δεν ξέρω τώρα, οι άλλες οι κυρίες που είπαν, δεν ξέρω άμα έχουν αυτές τις αναμνήσεις σαν και μένα.

Ά.Ξ.:

Στο σχολείο τα πράματα πώς ήταν; Τι θυμάστε από κει;

Ε.Μ.:

Στο σχολείο... στο σχολείο... στο σχολείο, είπαμε, με αριθμούς και γράμματα δεν είχα καμιά σχέση εγώ. Ήμουνα... πάντα ήμουν αφηρημένη, έλεγε ο δάσκαλος τη μάνα μου ότι είναι αφηρημένη. Εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι θα πει αφηρημένη και μετά κατάλαβα τι θα πει αφηρημένη. Θα πει να είσαι κάπου και να σκέφτεσαι άλλα, ναι. Ένα περιστατικό που θυμάμαι από το σχολείο είναι... εμείς καθόμασταν ψηλά, επάνω στο βουνό, και το 4ο Σχολείο, όπως ξέρουμε όλοι, είναι στον Άγιο Γιώργη κοντά. Και έπρεπε να κατεβούμε μια κατηφόρα, ερχόταν όλες οι φιλενάδες να με πάρουν απʼ το σπίτι και πηγαίναμε. Σʼ όλον τον δρόμο. Από μικρή το είχα αυτό, έλεγα πάντα και λέω τα παιδιά μου: «Πάντα να παρατηρείτε, να μην τα περνάν όλα απʼ τα μάτια σας έτσι, πάντα να κοιτάζετε –τους έλεγα– να βλέπετε τι γίνεται γύρω σας». Τώρα έτσι που πηγαίναμε, τα σπίτια είπαμε φτωχά, αυλές και δεν συμμαζεύεται. Περνούσα από ένα σπίτι που ακόμα αυτό το σπίτι, όποτε περνάω το θυμάμαι, τώρα βέβαια έγινε πολυκατοικία, είχανε βάλει μια μικρή καπάντζα, καπάντζα τα λέγανε τότε, ένα ποντίκι. Κι ο νοικοκύρης έβαλε πετρέλαιο και το έκαιγε το ποντίκι. Τώρα στα δικά μου τα μάτια πώς έκανε. Αυτό τι εντύπωση έκανε αυτό το ποντίκι, τρελάθηκα εγώ που το είδα. Κάθισα το έβλεπα, βρε με τραβούσαν, εγώ μέχρι τέλος να το δω. Έλα που τώρα που μας βάζει μια έκθεση μετά δυο-τρεις μέρες «Η αγάπη μου στα ζώα;» Εγώ τώρα τόσο σαΐνι που ήμουνα, αντί να γράψω για ένα γατάκι, για ένα σκυλάκι, έγραψα για το ποντίκι, όλη την ιστορία που είδα. Βέβαια τώρα οι φιλοζωικοί σύλλογοι άμα το ʼλεγα; Θα με κάναν ήρωα, θα λέγαν: «Αυτή είναι ηρωίδα». Αλλά τότε; Ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τέλος πάντων, έγραψα εκεί πέρα ότι δεν πρέπει να βασανίζουμε τα ζώα, και τα ζώα είναι έτσι και είναι αλλιώς, και το είδα αυτό και το καημένο το ποντικάκι και ένα σωρό βλακείες έγραψα. Ο δάσκαλος, αφού διάβασε των πρώτων μαθητών τις εκθέσεις, που ήταν παιδιά έξυπνα, και πραγματικά πήγαν και πολύ μπροστά στη ζωή τους, λέει: «Θα σας διαβάσω τώρα μια έκθεση –λέει– που θα γελάσουμε όλοι», και διάβασε εμένα για το ποντίκι. Τα παιδιά και όλος ο κόσμος ύστερα με βγάλαν το παρατσούκλι «Το ποντίκι». Δεν είμαι και πολύ όμορφη, το είχα πάρει δηλαδή ότι με κοροϊδεύουν και γιʼ αυτό. Κλάματα, κακό, η φουκαριάρα η μάνα μου τι να κάνει: «Δεν θέλω να πάω σχολείο, γιατί να με κοροϊδεύουν, γιατί να με κάνουν», έχω και μια ευαισθησία από μικρή. Λοιπόν, σηκώθηκε η μάνα μου με χίλια ζόρια και πήγε στο δάσκαλο να τον πει να μη με κοροϊδεύουν τα παιδιά. Ο δάσκαλος την είπε:« Έλα, μωρέ, τι ασχολείσαι μʼ αυτήν; Αυτή θα την παντρέψεις, θα κάνει οικογένεια, δεν είναι για τίποτα άλλο!» Ο δρόμος είχε ανοίξει, ο δρόμος είχε ανοίξει, περπατούσα το δρόμο της παντρειάς! Λοιπόν, τα χρόνια πέρασαν, συναντηθήκαμε μετά από πολλά χρόνια με τους συμμαθητές. Όλοι οι συμμαθητές μηδενός εξαιρουμένου, όλοι θυμηθήκαμε.... δηλαδή τότε με έκανε και έκλαιγα, τώρα το θυμάμαι με γέλια, θυμηθήκαμε και γελάσαμε με το ποντίκι. Αυτό μας είχε μείνει, το ποντίκι. Δηλαδή τους είχε κάνει τόσο εντύπωση. Τι να πω.

Ά.Ξ.:

Μπορείτε να μου περιγράψετε την εικόνα της γειτονιάς σας; Όταν βγαίνατε από το σπίτι, όταν βγαίνατε από το σπίτι, τι βλέπατε; Πώς ήτανε; Μπορείτε να μας το κάνετε σαν εικόνα;

Ε.Μ.:

Πολλές φορές, αγόρι μου, όταν ακούω έτσι και σʼ ένα τραγούδι που λέει ότι... Γκρεμισμένα σπίτια, φτώχεια, σπίτια, σπίτια μικρά, φτωχά, με πάρα πολλά λουλούδια, τότε οι γυναίκες βάζανε, στολίζανε το σπίτι τους με πάρα πολλά λουλούδια. Αλλά τα σπίτια ήταν μικρά, φτωχά σπίτια, δεν υπήρχανε, δεν ήταν τα σπίτια όπως είναι τώρα. Κάθε τι που έκανε δηλαδή, κάποιος νοικοκύρης, έστω μια βρύση που έβαζε, έστω μία λάμπα που έβαζε, κάτι, φαινόταν το σπίτι, φάνταζε. Δηλαδή ακόμη θυμάμαι τα Χριστούγεννα. Ο καημός μου ήταν... γιατί εμείς στο [00:25:00]Χριστουγεννιάτικο το δέντρο, το χρυσό απʼ τα τσιγάρα του μπαμπά, το κάναμε μπαλάκι και το βάζαμε σʼ ένα δέντρο, σʼ ένα δέντρο που πήγαινε ο μπαμπάς και το έκοβε πάνω από το βουνό, όχι δέντρο δέντρο. Και βάζαμε. Ο καημός μου ήταν να πάρουμε δύο χριστουγεννιάτικες... να πάρουμε μπάλες και έλεγα: «Δύο μπάλες». Λοιπόν, τόσο πολύ μʼ αρέσανε που πήγαινα τις χάιδευα, αφού πήρε ο άνθρωπος και τις στολίσαμε, όλη τη μέρα κοίταζα εγώ τις μπάλες, τις μπάλες, μπάλες. Λίγο την έπιασα έτσι, λίγο την έπιασα αλλιώς, η μπάλα έσπασε. Αυτά όλα τα βιώματα, τα έχω σαν δηλαδή... τα έχω σαν παραδείγματα και για τα παιδιά μου. Ο γιος μου, που έγινε μουσικός, τον έλεγα: «Αυτό που ζεις είναι μια χριστουγεννιάτικια μπάλα. Θα σπάσει, δεν θα κάνει», και πάντα... πάντα θυμόμαστε τις μπάλες. Και λέει... και τον λέω: «Αλέξη;» και λέει: «Ναι, μαμά, θα σπάσει η μπάλα, πρόσεχε». Ναι, τώρα αυτά που... δηλαδή λίγο έτσι την έπιασα, λίγο αλλιώς την έπιασα, φαίνεται την έσφιξα λίγο παραπάνω κι έσπασε. Ο καημός μου ήταν τόσα χρόνια να πάρουμε τις μπάλες και τις μπάλες τις έσπασα μόνη μου. Αυτοκαταστροφική! Δεν υπήρχαν τότε τα ψυχολογικά, το παιδί έχει ψυχολογικά, να μην το πιέσει ο γονιός. Γιατί περνάει εφηβεία, γιατί κάνει... τότε δεν υπήρχαν αυτές οι ευαισθησίες. Από τη μια. Από την άλλη όμως μπορώ να πω ότι πιο γρήγορα ωρίμαζαν τα παιδιά, τα παιδιά ωρίμαζαν πιο γρήγορα. Το παιδί ήξερε ότι πρέπει να... μικρό να βγει στη βιοπάλη, να δουλέψει, να αγωνιστεί. Τώρα δεν υπάρχει αγώνας, τώρα υπάρχει η ευκολία του ίντερνετ. Το κορίτσι το προετοίμαζαν για μάνα και νοικοκυρά και το αγόρι το προετοίμαζαν να βγει στη βιοπάλη. Αυτό, αυτό θυμάμαι. Δεν υπήρχε τώρα καλοκαίρι να ʼρθει και το... και το παιδί να κάτσει, έπρεπε να το στείλουν σʼ ένα μάστορα. Δεν υπήρχε να μην κουραστεί, να κάτσει να ξεκουραστεί, να κάνει φροντιστήρια, δεν υπήρχαν τότε αυτές οι πολυτέλειες. Ίσως γιʼ αυτό οι έξυπνοι... οι έξυπνοι ήταν λίγοι και προχωρούσανε. Τώρα όλοι, μπορούν δεν μπορούν, οι μάνες τα... από δω από κει τα σπρώχνουν τα παιδιά, και καλά κάνουν δηλαδή.

Ά.Ξ.:

Στη γειτονιά σας τι μαγαζιά υπήρχανε; Τι επαγγέλματα;

Ε.Μ.:

Τι επαγγέλματα υπήρχανε. Κοίταξε τώρα τι επαγγέλματα: οι πιο πολλοί ήταν καπνεργάτες, κτίστες. Υπήρχε ένα... υπήρχε ένα μπακάλικο, που εκείνο ήταν και χρέη, ήτανε και το τηλεφωνείο της γειτονιάς, ήταν και το μπακάλικο, ήταν και το μέρος που γινότανε τα κουτσουμπολιά, ήτανε και το μέρος που γινόταν... που λειτουργούσε και σαν... σαν ένα μικρό καφενείο. Δηλαδή έβγαζε ο μπακάλης δυο πιπεράκια τουρσί κι ένα ουζάκι και πίνανε οι άντρες της γειτονιάς. Ένα μπακάλικο υπήρχε. Δεν υπήρχανε... πιο εκεί υπήρχε το γαλατάδικο, τον θυμάμαι το γαλατά που ερχόταν μʼ ένα τρίκυκλο μηχανάκι και έφερνε τα γάλατα στα σπίτια... Τι άλλο είχε; Και ένα περίπτερο λίγο παρακάτω, δεν υπήρχε αυτή η αφθονία που υπάρχει τώρα. Και το κάθε τι που είχαμε το είχαμε... Δηλαδή το κάθε τι είχε την αξία του, ήταν πολύτιμο. Ακόμα και η καραμέλα που τρώγαμε ήτανε πολύτιμη, γιατί δεν υπήρχε αυτή η πληθώρα που υπάρχει τώρα.

Ά.Ξ.:

Τότε πώς διασκεδάζατε;

Ε.Μ.:

Η διασκέδαση ήταν μία: σε μια οικογενειακή γιορτή, σε μια... σε... την πρώτη φορά που έφαγα κεκ, τρελάθηκα, τρελάθηκα, δεν ήξερα τι ήτανε το κεκ, πρώτη φορά είδα κεκ. Τρελάθηκα, δεν... δεν μπορούσα να το περιγράψω αυτό το γλυκό. Η διασκέδαση ήταν, αγόρι μου, να πάμε σε μια φίλη να πιούμε έναν καφέ, να ʼρθει μια... δεν υπήρχανε... στη δικιά μας τη σειρά δεν υπήρχανε διασκεδάσεις μʼ αυτή την έννοια διασκεδάσεις, να παν να... Ήταν οικογενειακές γιορτές, να πάμε και να ʼρθουμε, πουθενά αλλού, δεν υπήρχαν άλλες διασκεδάσεις.

Ά.Ξ.:

Θυμάστε κάποια συνταγή έτσι αγαπημένη από παλιά; Που ήσασταν μικρή και δοκιμάσατε και σας άρεσε;

Ε.Μ.:

Ναι, ναι, ναι. Η μάνα μου ήταν Πόντια και έκανε τα «τσιριχτά». Τα «τσιριχτά» ήτανε ένα είδος λουκουμάδες. Αλεύρι, λίγο μαγιά και νερό, έκανε ένα χυλό και τα έκανε σαν λουκουμάδες. Ναι, αυτή η συνταγή μʼ άρεσε, ήταν τα «τσιριχτά», αυτό το έκανε κάθε Σάββατο μετά το μπάνιο, έπρεπε να φάμε και «τσιριχτά». Το μπάνιο τότε ήτανε μια φορά την εβδομάδα. Και το είχαμε ένα [00:30:00]είδος γιορτής, τα Τσιριχτά. Η ζάχαρη ήτανε χύμα, πουλούσαν τη ζάχαρη, παίρναμε πολλές φορές, παίρναμε πάντα ζάχαρη, αυτό. Άλλο, άλλη συνταγή ήταν τα πισία. Ήταν τα πιτάκια κι αυτά ποντιακά, ήταν τα πιτάκια που ήταν γεμάτα με πατάτες. Αυτά γινόταν με μαγιά. Τα φαγητά τότε θαρρείς και πιο νόστιμα ήταν, βρε παιδιά.

Ά.Ξ.:

Τον άντρα σας εσείς τον γνωρίσατε με προξενιό ή πιο αυθόρμητα;

Ε.Μ.:

Όχι, όχι, όχι, όχι. Τον άντρα μου τον πήρα με αγάπη. Ναι, αγαπιόμασταν δύο τρία χρόνια. Τότε υπήρχε το έθιμο οι άντρες να μην παντρεύονται αν υπάρχει ελεύθερη αδερφή, έπρεπε να δώσει η αδερφή την άδεια. Και ύστερα η κουνιάδα μου, ας είναι καλά η γυναίκα, είπε: «Τι την έχεις την κοπέλα, πάρʼ τηνα». Ναι, ναι, παντρευτήκαμε, δούλευε, οικοδόμος ήταν ο άνθρωπος. Μετά με το ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ ωραία χρόνια, θα το πω κι αυτό, μπήκε στα λιπάσματα. Και δούλεψε μέχρι που... μέχρι που βγήκε στη σύνταξη δούλεψε στα λιπάσματα. Τότε τα λιπάσματα δεν ήτανε όπως είναι τώρα, τότε είχανε χρήματα, είχανε καλά λεφτά, είχανε γερό συνδικαλισμό. Ζήσαμε καλά με τα λιπάσματα. Τώρα έχουνε πτώση τα λιπάσματα, τότε δεν είχαν, όχι. Τότε ήταν μια από τις καλύτερες δουλειές.

Ά.Ξ.:

Τώρα με τι ασχολείστε; Πώς περνάτε την ώρα σας;

Ε.Μ.:

Τώρα έμεινα μόνη, έχω χάσει τον άντρα μου, ζω με τον γιο μου, καμιά φορά με πιάνει και γράφω καμιά χαζομάρα, κάνα ποίημα, και νομίζω και γω ότι κάνω κάτι. Μʼ αρέσει πάρα πολύ να μαγειρεύω, πάρα πολύ, πάρα πολύ, τρελαίνομαι για μαγειρική. Τρελαίνομαι. Είπαμε για... με προετοίμασαν μαγείρισσα! Ναι. Τώρα γράφω κάνα ποιηματάκι, καμιά χαζομάρα εκεί πέρα, να λέω και γω ότι ζω.

Ά.Ξ.:

Μπορείτε να μας διαβάσετε ένα δυο, έτσι, να επιλέξετε εσείς.

Ε.Μ.:

Να διαβάσω ένα... Να διαβάσουμε ένα ποίημα. Να διαβάσω ένα που ήμουν στο νοσοκομείο τώρα, τελευταία νοσηλεύτηκα και έγραψα κι ένα ποίημα. Γράφω: «Είμαι στο νοσοκομείο, στην πόρτα γράφει αναμονή και ένα στιχάκι χριστιανικό εξυμνεί την υπομονή – είναι κρεμασμένο στον τοίχο το στιχάκι. Είναι δύο λέξεις που με συνοδεύουνε συνέχεια ήμουν παιδί και έλεγα: “Πότε θα μεγαλώσω;” και με έλεγαν: “Αναμονή”. Μεγάλωσα, μου έλεγαν: “Πρόσεχε! Κάνε υπομονή, μην ντροπιάσεις τους γονείς και τους άθλιους συγγενείς”. Παντρεύτηκα, υπομονή, υπομονή, στον ανάποδο τον άνδρα, στα παιδιά, στη στραβή την πεθερά. Τα χρόνια πέρασαν, γέρασα με την υπομονή και την αναμονή δυστυχώς, πάντα ήθελα να ʼχω μια αδερφή εγώ όμως έχω δύο, την υπομονή και την αναμονή, δυο στραβές κόρες, δυο γεροντοκόρες, που με συνοδεύουνε παντού μέχρι την άκρη του ουρανού». Θα σας διαβάσω κι ένα, τώρα τελευταίο που το έγραψα, και μʼ αρέσει πάρα πολύ. «Σήμερα κάνω απολογισμό, κοινώς λογαριασμό. Ας αρχίσω από το και. Τα χρόνια που έζησα πόσο καλά πέρασα: τους γονείς, τους τίμησα ως καλούς την οικογένεια, τα παιδιά.  Η ζωή ήταν μια χαρά, ήμουν πάντοτε μπροστά και αισθανόμουν δυνατή και σίγουρη για ό,τι κι αν μου συμβεί. Τα χρόνια φεύγουν σαν νερό, οι δυσκολίες εμφανίζονται και είναι ένα σωρό. Ας αρχίσω τώρα από το πλην: φεύγουν οι γονείς αλλά πάλι δεν με φοβίζει τίποτα και κανείς. Τα παιδιά μεγάλωσαν, τα πράγματα άλλαξαν, καινούργια πρόσωπα μπήκανε στη ζωή μου, αλλά κι αυτά με τη θέλησή μου. Από πρώτη πήγα τελευταία, αλλά έχω καλή παρέα.  Άρχισα όμως να χάνω, τον άντρα που έφυγε, τα παιδιά που μεγάλωσαν την υγεία, τα νιάτα, τα χρόνια, τα δόντια κι από πρωταγωνίστρια έγινα κομπάρσος και μου λένε και με περίσσιο θράσος: “Δεν ξέρεις εσύ! Κι ας υποφέρεις”. Έμεινα μόνη και τώρα καταλαβαίνω πόσο γρήγορα μέτρησα τις σελίδες του βιβλίου πιο πολλά είνʼ τα πλην, παρά τα συν ευτυχώς, υπάρχει κι ο πολλαπλασιασμός είνʼ ο εγγονός εν ολίγοις, αυτός είναι ο λογαριασμός!»

Ά.Ξ.:

Πάρα πολύ ωραία, και τα δύο!

Ε.Μ.:

Να σας διαβάσω και ένα και για τη φτώχεια που έγραψα.

Ά.Ξ.:

Βέβαια.

Ε.Μ.:

«Στον κόσμο ήρθε η ανεργία θα ʼρθει η πείνα, η δυστυχία. Το σπίτι σου δεν σε χωρά τι έχεις, τι κάνεις, κανείς δεν ρωτά. Τι τρως και πώς κοιμάσαι [00:35:00]κανείς δεν σε θυμάται.  Η αρρώστια απλώθηκε σʼ όλα τα κράτη και τα σοφά μυαλά δεν μπορούν να κάνουν κάτι κι όλοι λένε θέλουν ειρήνη αλλά δυστυχώς, τίποτα δεν θα γίνει». Κι άλλα πολλά, αλλά ας μην τα διαβάσουμε όλα, γιατί θέλουμε ώρες!

Ά.Ξ.:

Από αυτά που μας διαβάσατε, υπάρχει έτσι κάποια ιστορία που να σας ενέπνευσε να τα γράψετε ή ήταν έτσι της στιγμής;

Ε.Μ.:

Κοίταξε, στο νοσοκομείο που πήγα, εκείνο δηλαδή στο νοσοκομείο πιο πολύ με συγκίνησε, γιατί στο νοσοκομείο είδα μεγάλες γυναίκες στη δικιά μου την ηλικία, είναι τώρα κι ο κορονοϊός, δεν μπορούν να έχουν συμπαράσταση από τα παιδιά τους. Είδα μόνες γυναίκες στα κρεβάτια και αυτό με έχει... με τάραξε. Βέβαια οι νοσοκόμες, οι γιατροί, κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους, θέλουν κι αυτοί συμπαράσταση. Στο νοσοκομείο αυτό το πρώτο που έγραψα που ήμουν στο νοσοκομείο, και μου λέγαν συνέχεια στο νοσοκομείο: «Κάνε υπομονή, κυρία Ελένη», και: «Κάνε υπομονή», γιʼ αυτό το έγραψα. Γιατί με λέγαν ακόμα και στο νοσοκομείο «Κάνε υπομονή». Δεν μπορώ να ακούω τη λέξη «υπομονή», όταν την ακούω με έρχεται... Δυσκολία μεγάλη. Δεν χρειάζεται, τόσα χρόνια υπομονή, δεν χρειάζεται άλλη υπομονή, ό,τι θέλω το θέλω εδώ και τώρα, γιατί δεν έχω και πολλά περιθώρια, έφτασα... Έφτασα προς το τέλος. Η πείνα και η δυστυχία που ήρθε στο κόσμο, φυσικά, ήρθε και η ανεργία... ήρθε. Σου είπα ότι εκείνα τα χρόνια ήταν... μπορεί να ήταν δύσκολα αλλά είχαν μια ελπίδα. Τώρα εγώ βλέπω ότι ο κόσμος δεν έχει ελπίδα, χάθηκε η ελπίδα από τον κόσμο. Ήρθε και η αρρώστια, αυτός ο κορονοϊός, και τα ισοπέδωσε όλα. Τα έχει φέρει όλα σε μια κατάσταση πολύ άσχημη.

Ά.Ξ.:

Από όλα αυτά τώρα που μου διηγηθήκατε, τι σας έχει μείνει περισσότερο;

Ε.Μ.:

Η φωτογραφία. Πιο πολύ κι απʼ τα... κι απʼ τον άντρα, κι απʼ τα παιδιά. Ίσως γιατί... δηλαδή η προηγούμενη γενιά που πέρασε πριν από μας πέρασε πιο δύσκολα από μας. Και ο αγώνας που κάναν οι γονείς, με συγκινεί πάρα πολύ η φτώχεια, η ανεργία, ίσως είναι δυο πράγματα που τα έχω ζήσει. Ακόμη θυμάμαι ότι στη γειτονιά δεν είχαμε τηλέφωνο. Τηλέφωνο είχε μια γειτόνισσα, και έπρεπε να τα έχουμε καλά και με τη γειτόνισσα, μας φωνάζει στο τηλέφωνο, όχι τώρα τα παιδιά που έχουν δέκα κινητά. Ναι, πιο πολύ... πιο πολύ με συγκινεί η φωτογραφία από όλα, τη φωτογραφία όταν θυμάμαι συγκινούμαι. Όποιος διαβάσει το «Αν» του Κίπλινγκ, θα δει ότι μέσα γράφει ότι: «Αν μπορέσεις να κρατήσεις και τα ξένα μυστικά». Ίσως γιατί ζήσαν αυτοί οι άνθρωποι στη φτώχεια, στη μιζέρια, δεν ζήσανε καλά. Καλά ζήσανε στα χρόνια που μεγάλωσα, δηλαδή τα παιδιά τους που αρχίσαν και δουλεύανε, που ύστερα που ήρθε το ΠΑΣΟΚ, που έδωσε χρήματα κι όλα αυτά. Εκείνα τα χρόνια ζήσαν καλά, τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, στα νιάτα τους δεν ζήσανε καλά, ζήσαν πολύ φτωχά. Με συγκινεί πάντα η φτώχεια. Μέχρι τώρα που έγινα 67 χρονών με συγκινεί η φτώχεια. Και φυσικά λατρεύω και τη μουσική, γιʼ αυτό. Πράγματα που συγκινούν εμένα, δεν σημαίνει ότι συγκινούν όλο τον κόσμο, πολύ καλά κάνει ο κόσμος. Ήμουνα λίγο κλαψιάρα, μια φορά που με πήγε η μάνα στον γιατρό, είπε ο γιατρός: «Το καημένο αυτό. Πολύ ευαίσθητο είναι, θα υποφέρει στη ζωή του», και είπε ο γιατρός: «Το καημένο αυτό, χαζό είναι, θα υποφέρει», είπε: «Ευαίσθητο είναι», το είπε μορφωμένος άνθρωπος!

Ά.Ξ.:

Μάλιστα! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας!

Ε.Μ.:

Αχ, αγόρι μου, να ʼσαι καλά! Να ʼσαι καλά.