© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Νάσια Μάτσα: το high fashion model και δημοσιογράφος διεθνών εφημερίδων και περιοδικών
Istorima Code
18975
Story URL
Speaker
Νάσια Μάτσα (Ν.Μ.)
Interview Date
30/05/2021
Researcher
Μαριάννα Τζιράκη (Μ.Τ.)
[00:00:00]Θα μας πείτε το όνομά σας;
Ονομάζομαι Νάσια Μάτσα.
Είναι Δευτέρα 31 Μαΐου του 2021. Βρισκόμαστε στο Λονδίνο με τη Νάσια Μάτσα. Εγώ ονομάζομαι Τζιράκη Μαριάννα και είμαι ερευνήτρια στο Istorima και βρίσκομαι στο Ρέθυμνο Κρήτης. Κυρία Μάτσα, είμαστε εδώ για να ακούσουμε την ιστορία σας. Αρχικά θα θέλαμε να μας πείτε τι επάγγελμα κάνετε.
Είμαι δημοσιογράφος και μοντέλο. Έχω γράψει για εφημερίδες όπως η «Financial Times», για περιοδικά όπως «Wired», «Vanity Fair» και εφτά τίτλους της «Vogue» και επίσης έχω κάνει καμπάνιες για brands όπως Burberry, Prada και Balenciaga.
Οπότε λοιπόν, κυρία Μάτσα, ας ξεκινήσουμε. Πάμε λίγο πίσω. Να μας μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια. Πού γεννηθήκατε και πού μεγαλώσατε;
Γεννήθηκα στο Μαρούσι, στην Αθήνα. Είχα μια πολύ όμορφη παιδική ηλικία, ουσιαστικά μεσαία τάξη, βόρεια προάστια, πάρα πολύ ευχάριστα θυμάμαι γενικά το «πάρα πολύ έξω», ότι ήμουνα πάρα πολύ έξω, συνέχεια και λόγω καιρού και είναι ουσιαστικά κάτι που τώρα εκτιμώ περισσότερο λόγω το ότι είμαι στο Λονδίνο. Το ότι ουσιαστικά μπορούσαμε τα παιδικά μας χρόνια να ’ναι έξω και να παίζουμε. Το σχολείο που φοίτησα ήτανε τα «Ανάβρυτα», που το θεωρώ πάρα πολύ μεγάλη τύχη στην ηλικία μου τότε, νομίζω ήταν αρχές 2002-2003, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε μπήκα, γινόταν με κλήρωση και ουσιαστικά ήταν ένα σχολείο… είναι ένα σχολείο που είναι μέσα σε ένα δάσος, οπότε δεν είχαμε περιορισμούς δηλαδή το γεγονός, ότι έβγαινες στο προαύλιο και δεν είχες κάγκελα και ουσιαστικά το προαύλιο ήτανε όσο πήγαινε το μάτι σου ήτανε καταπληκτικό. Μια πάρα πολύ ευχάριστη παιδική ηλικία, με πάρα πολύ ωραία ερεθίσματα. Η μητέρα μου ήτανε γραφίστρια, οπότε μεγάλωσα μέσα στα περιοδικά, μεγάλωσα μέσα στη μόδα, μεγάλωσα μέσα στις εκθέσεις. Ο πατέρας μου είναι χειρούργος, οπότε από κει πέρα έχουμε λίγο την πιο πλευρά, πιο λογική, πιο αναλυτική. Οπότε ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο mix, που με έφερε σε ισορροπία και πιστεύω ότι και ο λόγος που ο χαρακτήρας μου είναι τώρα έτσι, είναι λόγω του ότι είχα αυτά τα ερεθίσματα που ήταν έτσι ολιστικά, θα μπορούσα να το πω, και το creativity, είχαμε μέσα και τη λογική, αυτό.
Πώς θυμάστε τον εαυτό σας σαν παιδί; Σαν παιδί πώς ήσασταν;
Σαν παιδί; Πάρα πολύ εξωστρεφής. Μ’ άρεσε να πιάνω κουβέντα με τους πάντες και τους ρωτούσα συνέχεια πράγματα, που νομίζω βγάζει νόημα για το θέμα της δημοσιογραφίας. Ήμουνα μέτρια μαθήτρια, με την έννοια ότι μ’ άρεσε πολύ το μάθημα, δηλαδή μ’ άρεσε να μαθαίνω, μ’ άρεσε να ακούω διάφορες ιστορίες και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά μετά το σχολείο ψιλοβαριόμουν να διαβάσω. Οπότε ήμουν περισσότερο… έκανα μπαλέτο για δεκατέσσερα χρόνια, που αυτό μου έμαθε πάρα πολύ το στοιχείο της πειθαρχίας. Που νομίζω είναι μία ικανότητα που δεν μπορούσα να την μάθω αλλιώς και είναι πάρα πολύ σημαντική, γιατί, okay, ακούμε, το μπαλέτο, εκτός από τη φυσική, ας πούμε, κατάσταση, βοηθάει πάρα πολύ, αυτό που λέμε και στην Αγγλία, είναι τα discernible skills, το θέμα της πειθαρχίας, το θέμα του ότι ελέγχω το σώμα μου και ελέγχω τον εαυτό μου και ελέγχω και τις σκέψεις μου. Είναι πάρα πολύ σημαντικές ικανότητες που με έχουν βοηθήσει πάρα πολύ. Επίσης έπαιζα και drums, που πάλι είναι αυτό το θέμα της ισορροπίας, που ουσιαστικά νομίζω το ότι είναι ένα pattern στη ζωή μου το ότι θέλω να έχω ισορροπία τα δύο extreme, να τα φέρνω λίγο στη μέση. Έπαιζα drums ουσιαστικά ικανοποιώντας την αγάπη μου για μουσική και ουσιαστικά ανακάλυψα ότι και τα drums είναι λίγο σαν χορογραφία, γιατί έχεις να συνδυάσεις τέσσερα πράγματα, με την έννοια ότι τα χέρια σου παίζουνε, το δεξί με το αριστερό χέρι, παίζει τελείως διαφορετικά πράγματα, όπως και τα πόδια σου το ίδιο. Οπότε έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον. Γενικά μ’ άρεσε να πηγαίνω πάρα πολύ σε εκθέσεις, μ’ άρεσε να πηγαίνω σε συναυλίες, μ’ άρεσε να πηγαίνω σε μουσεία, σινεμά και πολλές φορές πήγαινα και μόνη μου, όταν δεν είχα παρέα, γιατί απλά ήθελα να πάω, ήθελα να δω. Οπότε αυτό θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία, πολύ ωραία ερεθίσματα και ουσιαστικά μου άρεσε ότι είχα χρόνο να κάνω τα δικά μου. Αυτό περισσότερο.
Ποιο ήταν το αγαπημένο μέρος στην Αθήνα που επισκεπτόσασταν ή ποια ήταν τα μέρη που συχνάζατε γενικά;
Το αγαπημένο μου ήτανε κέντρο, βασικά, γιατί αυτό, μεγαλωμένη στο Μαρούσι και Ανάβρυτα, που ήταν όλο δάσος, ξαφνικά, ξέρεις, πας κέντρο, όπου είναι άλλα τελείως ερεθίσματα. Επίσης η μητέρα μου είναι από Εξάρχεια, οπότε έχω μία ειδική αγάπη στα Εξάρχεια και πολύ όμορφες μνήμες. Οπότε ουσιαστικά κάθε Σάββατο πρωί, όταν ήμουνα πιο μικρή, δηλαδή γύρω στα 13 με 14, κάθε Σάββατο πρωί πηγαίναμε Εξάρχεια, πηγαίναμε σε όλα τα δισκοπωλεία, γιατί τότε άκουγα metal και hard core και τέτοια πράγματα, και πηγαίναμε σ’ όλα τα δισκοπωλεία, κάναμε όλες τις βόλτες. Πηγαίναμε στα κομιξάδικα και αυτό θυμάμαι, το ότι απλά εξερευνούσα το κέντρο, με σημείο τα δισκοπωλεία και τα κομιξάδικα, και ουσιαστικά χανόμουνα. Επίτηδες χανόμουνα για να μάθω την πόλη. Αυτά θυμάμαι. Μετά αργότερα, τα κλασικά, [00:05:00]εντάξει, Ψυρρή, Κεραμεικός, αλλά αυτό. Το αγαπημένο μου μέρος, ας πούμε, της Αθήνας είναι το κέντρο.
Κυρία Μάτσα, όταν ήρθε η ώρα να πάτε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γυμνάσιο, Λύκειο, που έρχεται και η εφηβεία, εκεί υπήρξανε αλλαγές στα «θέλω»; Υπήρχανε δείγματα του ότι θα ακολουθήσετε μια πορεία πιο ακαδημαϊκή, πιο δημοσιογραφική;
Ουσιαστικά είχα έρωτα με τα περιοδικά. Πάντα. Κάθε εβδομάδα πήγαινα στα περίπτερα που πουλάνε διεθνή τύπο και έπαιρνα πέντε-έξι περιοδικά. Και ουσιαστικά είναι και ο τρόπος που έμαθα καλά Αγγλικά, γιατί με… το ήθελα πάρα πολύ, μου άρεσε πάρα πολύ να βλέπω τις εικόνες και ουσιαστικά χωρίς να ξέρω τι και πώς. Έλεγα το ότι, όταν μεγαλώσω, θέλω ουσιαστικά να κάνω το design των περιοδικών. Όταν το ανέφερα αυτό στη μητέρα μου, λέει: «Εντάξει, αυτό είναι δουλειά της γραφίστριας». Οπότε από 11 χρονών έλεγα: «Θέλω να γίνω γραφίστρια». Όπως σου είπα, ήμουνα μέτρια μαθήτρια στο σχολείο, γιατί μ΄ άρεσαν τα ερεθίσματα, αλλά βαριόμουν να κάνω τη δουλειά. Και ουσιαστικά το μάθημα στο οποίο ήμουν πάρα πολύ καλή ήταν η Έκθεση. Δηλαδή μιλάμε 18, 19, 20 πάντα. Και πάντα οι καθηγητές διάβαζαν τις εκθέσεις μου, ως δείγμα, ας πούμε, καλής γραφής στην τάξη και πολλές φορές οι φίλοι μου μου ’λεγαν: «Σαν να μην είσαι εσύ, σαν να είναι κάποιος άλλος που γράφει». Ουσιαστικά μου ’ρχόταν πολύ φυσικά λόγω του ότι διάβαζα πάρα πολύ περιοδικά και διεθνή τύπο και ουσιαστικά ήμουν πάρα πολύ τυχερή με την καθηγήτριά μου, των Αγγλικών, η οποία ήτανε Αγγλίδα και είχε δουλέψει και στη «Vogue» και ουσιαστικά είχε έρθει στην Ελλάδα, το κλασικό, λόγω έρωτα και, επειδή την ενδιέφερε τα άρθρα, ουσιαστικά είχα πολύ καλά ερεθίσματα. Οπότε αυτό. Ποια ήταν η ερώτησή σου; Γιατί ξέφυγα λίγο.
Okay, αν υπήρχαν δείγματα ότι θα κινηθείς προς το κομμάτι αυτό, οπότε ναι.
Ναι, ναι, ναι. Οπότε αρχίζουμε, ναι, ότι ήμουν ξεκάθαρη ότι από 11 χρονών θα γίνω γραφίστρια, που εντάξει, από πολύ μικρή μέχρι 11 πέρασα τη φάση του ότι θέλω να γίνω τα πάντα. Ήθελα να γίνω μουσικός, ήθελα να γίνω κτηνίατρος, και εγώ δεν θυμάμαι τι ήθελα, πάρα πολλά, αλλά κατέληξα από 11, ας πούμε, μέχρι 15-16 κατέληξα ότι θέλω να γίνω γραφίστρια. Μέσω της Έκθεσης έβλεπα το ότι μ’ άρεσε πάρα πολύ να γράφω, μ’ άρεσε πάρα πολύ να κάνω challenge στον τρόπο σκέψης μου μέσω της γραφής και ουσιαστικά με το να μου δίνουν διάφορα θέματα πώς μπορώ να τα δω αλλιώς και ουσιαστικά κάθε φορά που έγραφα ήθελα αυτός που το διαβάζει, δεν τον έβλεπα σαν καθηγητή, το ’βλεπα σαν αναγνώστη, αυτός που το διαβάζει να μαθαίνει κάτι από αυτό. Οπότε ουσιαστικά ήταν και πάρα πολύ ωραίο ουσιαστικά, ένας ωραίος τρόπος για μένα, να σκεφτώ κάπως αλλιώς και ουσιαστικά να κάνω challenge στον εαυτό μου. Και εκεί πέρα άρχισε λίγο να σκάει το θέμα της δημοσιογραφίας. Άρχισα επίσης να σκέφτομαι το ότι η γραφιστική ίσως είναι ένα επάγγελμα που θέλει νέο μυαλό, θέλει συνέχεια φρέσκιες ιδέες και ίσως μετά με περιορίσει, αργότερα, όταν θα ήμουνα 40. Ενώ δημοσιογραφία μπορώ να την… λίγο να τη φέρω στα μέτρα μου, να το κάνω όπως θέλω. Και ουσιαστικά ελέγχεις περισσότερο το μυαλό σου, παραπάνω απ’ ό,τι οι ιδέες και την αισθητική, ας πούμε, γιατί καλώς ή κακώς η αισθητική στα επαγγέλματα που είναι creatives, στα επαγγέλματα που είναι πιο δημιουργικά, πρέπει να αφήνεις τα νέα μυαλά να μπαίνουν, δεν μπορείς να πεις ότι: «Είμαι 60 χρονών και ξέρω τι είναι το καινούριο». Έχεις εμπειρία, μπορείς να κατευθύνεις καινούρια μυαλά, αλλά αναγκαστικά αυτά είναι τα επαγγέλματα που θέλουνε καινούριες ιδέες, που θέλουνε καινούρια, καινούριες ιδεολογίες, καινούριες αισθητική. Δηλαδή και η αισθητική είναι αυτό, είναι ότι πρέπει να την pushάρουμε συνέχεια. Οπότε πήγα προς τη δημοσιογραφία. Στην αρχή ήμουνα περισσότερο πολιτική δημοσιογραφία. Ουσιαστικά, έδωσα Πανελλήνιες, δεν πέρασα και ήμουνα λίγο σ’ αυτό το μεταξύ καλοκαιριού ότι, σε ποιο… ποιο μονοπάτι διαλέγω. Διαλέγω να ξαναδώσω Πανελλήνιες; Διαλέγω να πάω σε μια ιδιωτική σχολή ή διαλέγω να πάω εξωτερικό; Το να ξαναέδινα Πανελλήνιες θα μου έδινε κάτι, ας πούμε, το οποίο ήξερα, ένα μονοπάτι που ψιλοήξερα, ας πούμε, και είναι αυτό που σου είπα, ότι είχα την τύχη και είμαι ευγνώμων για αυτό, να μεγαλώσω σε ένα άνετο περιβάλλον. Δεν μου έχει λείψει κάτι. Το ίδιο και με μια ιδιωτική σχολή. Ήταν αυτό, δεν είχα να κάνω challenge στον εαυτό μου και, αν είσαι μεγαλωμένος σε μεγάλη πόλη, δηλαδή το επόμενο challenge ήταν να πάω Θεσσαλονίκη ή να πάω Κρήτη ή να πάω σε κάποιο από τα μεγάλα νησιά της Ελλάδας. Αλλά δεν ήταν το ότι θα pushαρα τον εαυτό μου παραπάνω. Οπότε ήτανε… όλο το καλοκαίρι έλεγα: «Τι θα κάνω, τι θα κάνω;» και μια εβδομάδα πριν, νομίζω την πρώτη εβδομάδα τον Σεπτέμβριο, ήμουνα «Okay, θα πάω Λονδίνο». Όχι, μάλλον λάθος: «Okay, θα πάω εξωτερικό και θα πάω Αγγλία», το διάλεξα λόγω γλώσσας, το ότι απλά με τα Αγγλικά είναι πιο εύκολο και πάμε για δημοσιογραφία. Αυτό.
Τι είπαν οι γονείς σου, όταν τους ανακοίνωσες την απόφασή σου;
Ο πατέρας μου μου λέει: «Καλά θα κάνεις». Ήτανε του στυλ, ήτανε… τώρα μιλάμε για χρονολογία γύρω στο 2008, λίγο πριν σκάσει η κρίση που ήτανε τώρα, που δεν ήταν της μόδας τόσο [00:10:00]πολύ να φεύγεις πολύ εξωτερικό. Η μητέρα μου ήταν λίγο πιο σκεπτική, περισσότερο για συναισθηματικούς λόγους. Ο πατέρας μου ήτανε βουρ: «Φύγε». Αυτό, ήταν πιο λογική. Επίσης ο πατέρας μου είναι πρόσφυγας από την Κύπρο, έτσι, είναι από τα Κατεχόμενα, οπότε γενικά η έννοια… και προέρχομαι από αριστερή οικογένεια από τη μεριά της μητέρας μου και του πατέρα μου, οπότε λίγο η έννοια της πατρίδας δεν υπάρχει πάρα πολύ έντονη σε εμάς. Δηλαδή είναι αυτό, το ότι, αν δεν σου αρέσει κάτι, φεύγεις, τελείωσε. Δεν υπάρχει το ότι «οι πατρίδες» και όλα αυτά που τα θεωρώ λίγο… Οπότε ναι, και έκανα έναν χρόνο foundation, ουσιαστικά που είναι η προετοιμασία. Μ’ άρεσαν πάρα πολύ τα μαθήματα, γιατί για πρώτη φορά δεν είχαμε παπαγαλία, δεν είχαμε απλά γνώση που ήτανε λίγο βαρετή. Είχαμε να κάνουμε με Ιστορία της Τέχνης, είχαμε να κάνουμε με οικονομία σε σχέση με την Ιστορία, είχαμε να κάνουμε με Κοινωνιολογία, που ήτανε μαθήματα που ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρον για μένα. Και μου έδωσαν κιόλας και το έναυσμα να κάνω εργασίες, ας πούμε, εργασίες που ήταν λίγο πιο διαφορετικές. Ας πούμε, για την Ιστορία Τέχνης ανέλυσα την αισθητική πλευρά των metal συγκροτημάτων από το 1980 μέχρι το 2005, τότε που έκανα το foundation, και το συνδύασα κοινωνιολογικά και ιστορικά, ας πούμε, το τι σημαίνει και αυτά.
Σε τι ηλικία αυτό, Νάσια μου;
18. Ναι. Ναι.
18 χρονών είχες αναπτύξει μία προσωπικότητα η οποία μπορούσε να αγγίξει και να θίξει τέτοια ζητήματα.
Σε ευχαριστώ! Τώρα που μου το λες, το συνειδητοποιώ. Ίσως ναι. Ξέρεις, είναι λίγο… αυτό που έχω δει τώρα, ας πούμε, που είμαι 31, ότι είναι λίγο ενστικτωδώς κάποια πράγματα και ότι πρέπει να το ακολουθείς. Οπότε λίγο με πήγαινε από εκεί, δηλαδή με την έννοια του ότι πάντα με ενδιέφερε η αισθητική πλευρά, πώς την αναλύουμε από, από ένα πρίσμα πιο οικονομικό, πιο πολιτικό και πιο ιστορικό. Και μετά ουσιαστικά μέσω της δημοσιογραφίας που έκανα στο πρώτο μου πτυχίο με ενδιέφερε πάρα πολύ το θέμα της προπαγάνδας. Και ουσιαστικά είχα πάρα πολύ το ερώτημα στο μυαλό μου το ότι: «Πώς η προπαγάνδα διαφέρει από το marketing;», που δεν διαφέρει. Ουσιαστικά απλά είναι ένας marketing, μία marketing ορολογία, ώστε να κάνουμε rembranding την προπαγάνδα. Αυτό πριν με ρωτήσεις παραπάνω.
Πάμε λοιπόν τώρα, Νάσια, να θυμηθείς, όταν τελειώνει το foundation και ξεκινάει το ταξίδι για την Αγγλία. Τα συναισθήματά σου, οι σκέψεις σου, οι προσδοκίες σου.
Ναι. Λοιπόν θα σου πω λίγο πριν αρχίσει το ταξίδι πώς ένιωσα, γιατί αυτό που κάναμε στο foundation γύρω στον Απρίλιο, Μάρτιο κάπου εκεί στο τέλος της χρονιάς πάντα κάνεις ένα ταξίδι για να δεις τα πανεπιστήμια και να μιλήσεις με τους καθηγητές και τα λοιπά και τα λοιπά. Στην αρχή είχα πει το ότι δεν θέλω να πάω Λονδίνο, με την έννοια το ότι είναι πολύ μεγάλη πόλη για να τη χειριστώ, το ότι θα πάω σε κάτι πιο μικρό, ώστε αργότερα να δω αν μπορώ να πάω Λονδίνο. Το ταξίδι μας ήταν στο Λονδίνο και ουσιαστικά το Λονδίνο, ο καθένας θα πήγαινε στα ανάλογα πανεπιστήμια αυθημερόν για να δει, ας πούμε, πώς είναι οι χώροι και τα λοιπά και τα λοιπά. Μόλις πάτησα το πόδι μου στο Λονδίνο, είπα ότι: «Εντάξει, εδώ θέλω να μείνω». Είναι αυτό, το ότι δεν το συζητάς, δεν το κάνεις debate, δεν ρωτάς περισσότερες ερωτήσεις, είναι το στυλ ότι σε όλα τα πανεπιστήμια που είχα δηλώσει, τα οποία ήταν εκτός Λονδίνου... όχι. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, ήταν σαν κάποιος να σου έδωσε ένα χαστούκι και να σου είπε: «Τελείωσε, αυτό». Οπότε ήμουνα: «Όχι, Λονδίνο». Οπότε το καλοκαίρι πριν φύγω ήταν πάρα πολύ χαρούμενο, ουσιαστικά έχω κάτι το οποίο το διάβασα αργότερα πώς αναλύεται από ψυχολογικής πλευράς. Αν είμαι αγχωμένη για κάτι, θα πω: «Είμαι ενθουσιασμένη, ανυπομονώ», που ουσιαστικά μετά το διάβασα κάπου και λέει ότι στο σώμα μας παράγονται ίδιες ορμόνες, όταν έχεις άγχος, που είναι κάτι που το θεωρούμε αρνητικό, ας πούμε: «Έχω άγχος για το πώς θα είναι οι σπουδές μου στο Λονδίνο», αλλά είναι οι ίδιες ορμόνες που παράγονται, άμα νιώσω το ότι: «Είμαι ενθουσιασμένη, ανυπομονώ να πάω στο Λονδίνο». Οπότε πάντα πήγαινα από αυτή τη μεριά, ότι ανυπομονώ, ότι είμαι ενθουσιασμένη, το ότι σίγουρα θα υπάρχουν εμπόδια, σίγουρα θα υπάρχουν πράγματα που δεν τα ξέρω για όλα αυτά, αλλά ανυπομονώ. Και ουσιαστικά αυτό που έλεγα την προηγούμενη χρονιά, όταν ήμουν στο foundation, ήμουν, έβλεπα τα άτομα γύρω μου, έβλεπα τους φίλους μου γύρω μου και ήμασταν όλοι ίδιοι με την έννοια ότι… ίδια ερεθίσματα, μεγαλώσαμε με τον ίδιον τρόπο, οι κουλτούρες και τα λοιπά και τα λοιπά και έλεγα: «Θέλω κάπως να είμαι διαφορετική, θέλω κάπως να μπω σε κάτι το οποίο θα είμαι τελείως εκτός από τα νερά μου». Αυτό, οπότε ανυπομονούσα για να πάω στο Λονδίνο και πήγα και ήτανε καταπληκτικά. Κατ’ αρχάς ένας άλλος λόγος ήταν το ότι έβλεπα τα περιοδικά μουσικής στο Λονδίνο και έβλεπα τις μπάντες, σε ποια πόλη κάνουν περισσότερες συναυλίες και πάντα ήταν το Λονδίνο οπότε: «Λονδίνο θα πάω για να πάω και στις συναυλίες». Ναι, συνέχισε.
Οπότε λοιπόν, όταν φτάνεις στο Λονδίνο, εγκαθίστασαι εκεί, έτσι; Το Πανεπιστήμιο ανταποκρινόταν στις προσδοκίες σου; Βρήκες τον εαυτό σου και τα θέλω σου μέσα στις σπουδές αυτές;
[00:15:00]Ναι, βασικά στην αρχή θυμάμαι το ότι πήγαινα σούπερ μάρκετ, ήταν από τις πρώτες φορές, ξέρεις, που πας για να τα μαζέψεις όλα και έβρεχε, ήταν χάλια ο καιρός, είχε κρύο, η περιοχή που ήμουν δεν ήταν τόσο καλή και ήμουν του στυλ: «Τι θέλω εγώ εδώ; Από πού και ως πού είμαι εγώ εδώ;» και θυμάμαι αυτό το πρώτο. Και η πρώτη εβδομάδα ήταν πάρα πολύ δύσκολη, γιατί ήταν τότε που μας λένε ότι: «Την πρώτη εβδομάδα δεν θα έχετε ίντερνετ», δεν ήξερα πώς, με το τηλέφωνο τι να κάνω, όλα αυτά. Οπότε, ξέρεις, ήταν του στυλ ότι έπαιρνα τους γονείς μου για δύο λεπτά, δεν είχα ζήσει ποτέ μόνη μου, δεν είχα κανέναν στην Αγγλία, ήταν τελείως «πάω έτσι». Οπότε ήτανε λίγο περίεργα στην αρχή, αλλά από την άλλη θυμάμαι ότι δεν είχα απογοητευτεί ποτέ και ίσως λίγο το είδα ότι, λόγω του ότι δεν πέτυχα στις Πανελλήνιες και είχα λίγο στο μυαλό μου το ότι… από τη στιγμή που είμαι 18, είμαι υπεύθυνη για τον εαυτό μου, τελείωσε, χωρίς να μου έχουνε πει κάτι του στυλ: «Φύγε απ’ το σπίτι» ή ότι: «Δεν θα σε στηρίξουμε» ή οτιδήποτε, απλά το είχα έτσι στο μυαλό μου. Οπότε ήμουνα πάρα πολύ ευγνώμων που μπορούσανε να μου χρηματοδοτήσουν τις σπουδές μου. Οπότε το είχα πάρει πάρα πολύ ζεστά, ότι πρέπει να αποδείξω στον εαυτό μου το ότι δεν χαλάω λεφτά, το ότι έχω πάει για έναν σκοπό και ότι θα το πιάσω από τα κέρατα όλο αυτό και θα το καταφέρω και θα το κάνω τέλεια. Στο Πανεπιστήμιο που είχα ήμουν στο Westminster, έκανα ουσιαστικά Media Studies και δημοσιογραφία, μ’ άρεσε πάρα πολύ, μ’ άρεσαν οι εργασίες που μας δίνανε, μπορούσα, έκανα ραδιόφωνο, είχαμε όλα αυτά τα unions, η βιβλιοθήκη μ’ άρεσε πάρα πολύ. Το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη είχε περιοδικά και, εντάξει, όταν εννοούμε περιοδικά, δεν εννοούμε περιοδικά τα glossy, που λένε, τα λίγο πιο mainstream. Περιοδικά που ήταν απίστευτες εκδόσεις, πάρα πολύ όμορφες εκδόσεις, και εικονικά, έβλεπες πράγματα που αυτό, γέμιζε το μάτι σου. Οπότε ήμουνα πάρα πολύ ευχαριστημένη με το πανεπιστήμιο και εκεί πέρα άρχισα επειδή ψιλοβαριόμουν τα βράδια, γιατί δεν ήξερα πώς να βγω και τα λοιπά και τα λοιπά και εκεί πέρα υπάρχει πάρα πολλή μοναξιά, όταν πας κάπου μόνος σου στην αρχή, ώσπου να βρεις φίλους και να μπεις στα νερά σου και να βρεις τι σ’ αρέσει και τι δεν σ’ αρέσει. Άρχισα να βλέπω ταινίες που έπαιρνα από τη βιβλιοθήκη, οπότε είδα πάρα πολύ Χίτσκοκ, είδα πάρα πολύ γερμανικό εξπρεσιονισμό, είδα πάρα πολλές ταινίες του 1930, του ’14, τέτοια σκληροπυρηνικά πράγματα. Αλλά τώρα είμαι ευγνώμων, γιατί πάλι είχα τον χρόνο τότε και είχα τα ερεθίσματα να δω πράγματα τα οποία δεν είχα ξαναδεί.
Εκείνη τη στιγμή, Νάσια, συνειδητοποιούσες ότι εξασκείς την αισθητική σου; Γιατί αντιλαμβάνομαι ότι από πολύ μικρή ηλικία και λόγω των ερεθισμάτων σου είχες μπει σε μία τέτοια διαδικασία, ίσως χωρίς να το καταλαβαίνεις. Εκείνη τη στιγμή ένιωθες ότι: «Αυτή η θυσία είναι σημαντική» και ότι: «Είμαι σε δρόμο που επιθυμώ»;
Όχι, όχι, γιατί ήμουνα τόσο ενθουσιασμένη. Είναι πώς πας σε ένα ταξίδι και νιώθεις τόσο πολύ και ζεις τόσο πολύ τη στιγμή, που δεν λες: «Τώρα είμαι στο Παρίσι», που είναι το κέντρο, ας πούμε, του κόσμου και όλα αυτά. Απλά ζεις στο Παρίσι και δοκιμάζεις πράγματα και βλέπεις ανθρώπους και δοκιμάζεις καινούρια φαγητά και πας σε μουσεία και απλά μετά γυρίζεις στο ξενοδοχείο σου και είσαι σε φάση: «Τι έγινε τώρα;», αυτό. Έτσι ήταν οι σπουδές μου, του στυλ το ότι απλά δεν είχα χρόνο να σκεφτώ και νομίζω είναι και οι ρυθμοί του Λονδίνου, ότι δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς, και ίσως είναι αυτό που λέγαμε πριν και για ισορροπίες, και ότι είναι ένα pattern στη ζωή μου ότι το καλό το ότι είμαι Ελληνίδα είναι ότι κάθε καλοκαίρι έρχομαι πίσω και λέω στον εαυτό μου… γιατί γενικά δεν παίρνω ρεπό, θα το συζητήσουμε μετά, για ποιον λόγο και γιατί. Οπότε παίρνω μόνο, όταν γυρίζω καλοκαίρι στην Ελλάδα, και εκεί πέρα, το λέω συνειδητά το ότι θα απολαύσω την επιτυχία μου, ότι δεν κάνω τίποτα και ότι απλά σκέφτομαι αυτά που έχω κάνει, κάνω reflection τι έκανα σωστά, τι έκανα λάθος, τι θέλω για την επόμενη χρονιά, αλλά επίσης χωρίς, ας πούμε, να ’μαι ψώνιο, χωρίς να το λέω το ότι: «Εγώ είμαι». Το ότι θα απολαύσω αυτά που έκανα, και ουσιαστικά την ψυχική, ας πούμε, τα ψυχικά δώρα που σου δίνουνε αυτά που έκανες με την έννοια την αυτοπεποίθηση, με την έννοια του ότι: «Okay, πάμε καλά», με την έννοια του ότι: «Τι έχω προσφέρει;», με την έννοια του ότι: «Πώς μπορώ να εμπνεύσω και άλλους ανθρώπους;», με την έννοια του ότι: «Σε ποιους ανθρώπους μίλησα και μου έδωσαν πολύ ωραία...».
Ερεθίσματα;
Όχι..
Εναύσματα;
Αυτό. Εναύσματα.
Okay.
Ναι, αυτό, με αυτή την έννοια. Οπότε ναι, για να απαντήσω στην ερώτησή σου, όχι, δεν πρόλαβα, δεν είχα, δεν πρόλαβα και ακόμα νομίζω δεν έχω προλάβει να καταλάβω το τι γίνεται ακριβώς. Είμαι του στυλ ότι: «Πάμε να το ζήσουμε όσο δεν πάει» και έχω πει και στον εαυτό μου το ότι θα ηρεμήσω στα 60 μου και το ότι εκεί πέρα, ας πούμε, στα 60 μου θα σταματήσω. Γιατί είναι αυτό που λέγαμε και πριν, όταν έχει να κάνει με αισθητική ή με οτιδήποτε, ότι πρέπει να πεις «όχι», ή όταν έχεις πάρα πολλή εξουσία, πρέπει να πεις «όχι», γιατί είναι πολύ δύσκολο να πας, βλέπε Anna Wintour, βλέπε διάφορα. Οπότε έχω πει ότι στα 60 μου θα σταματήσω, δεν θα κάνω απολύτως τίποτα και απλά θα αναπολώ το παρελθόν και θα είμαι του στυλ: «Όλα καλά, προχωράμε».
Νάσια μου, πώς ήρθε τώρα το κομμάτι της μόδας στη ζωή σου;
[00:20:00]Α okay, ναι. Ουσιαστικά, όταν έκανα τη δημοσιογραφία στην Αγγλία, πήγα με πολύ… με σκοπό ουσιαστικά για πολιτική δημοσιογραφία και τα πρώτα ουσιαστικά δύο χρόνια της ζωής μου λίγο τα έδωσα εκεί. Πώς ήρθε η μόδα; Πάντα μου άρεσε η μόδα, πάντα αυτό που είπαμε, αισθητική και τα λοιπά, αλλά περισσότερο μου άρεσε με την έννοια της τέχνης, δεν μου άρεσε το κομμάτι του commercial ή ότι φοράω, ας πούμε, το τελευταίο κομμάτι και designer και όλα αυτά. Δεν μου άρεσε με την έννοια του fashion victim, μου άρεσε με την έννοια της τέχνης και το έβλεπα λίγο απέξω. Όταν ήρθα στο Λονδίνο, άρχισα να πηγαίνω στις εβδομάδες μόδας του Λονδίνου και άρχισα λίγο να βλέπω και τα στυλ του Λονδίνου, το οποίο λόγω του ότι το Λονδίνο είναι και τόσο μεγάλη πόλη, μπορείς… σε διάφορα patches του Λονδίνου υπάρχει και αντίστοιχο στυλ και αντίστοιχα μέρη που πας και είναι όλα μιας συγκεκριμένης αισθητικής. Οπότε είδα αυτό και ήταν πάρα πολύ ενθουσιώδες τότε και ουσιαστικά η μόδα, σαν βιομηχανία της μόδας στο Λονδίνο είναι πάρα πολύ μεγάλη, μιλάμε νομίζω για οχτώ δισεκατομμύρια τον χρόνο; Και είναι νομίζω είναι έβδομη; Έβδομη ή έκτη στο top 10 με τις μεγαλύτερες βιομηχανίες στην Αγγλία, οπότε μιλάμε για πολλά λεφτά, οπότε μιλάμε για πολλά ερεθίσματα, οπότε μιλάμε για πολλά μυαλά και για πολλές ιδέες. Οπότε με πήγε κάπως εκεί λόγω αυτού. Εν τω μεταξύ, όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο, πάλι ήμουνα σε δίλημμα, γιατί ήτανε ή να πάω σε photo journalism, γιατί είχα κατανόηση το ότι είμαι Ελληνίδα, όπως και να γίνει είναι λίγο δύσκολο να γίνω δημοσιογράφος και να χειρίζομαι τη γλώσσα τόσο καλά. Οπότε μπορώ να πω τις ιστορίες που θέλω μέσω της φωτογραφίας και ουσιαστικά έκανα μία πρακτική στους «The Times» και παράλληλα γινότανε τότε, γινόντουσαν διαδηλώσεις, γιατί ανεβάζανε τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια, και πήγα στις διαδηλώσεις και έβγαλα φωτογραφίες και οι φωτογραφίες μου μπήκανε στην «Guardian». Οπότε λίγο από εκεί μου ’δωσε έναυσμα ότι μήπως να πάμε προς τα εκεί, προς photo journalism. Παράλληλα με είχε… μου είχε πει το «ναι», μου είχε δώσει offer, έτσι λέγεται, μου είχε δώσει offer το πανεπιστήμιο για να γίνω… για το photo journalism μεταπτυχιακό και είχα κάνει αίτηση για το London College of Fashion, για να κάνω fashion journalism, που είχε να κάνει περισσότερο με περιοδικά. Και πάλι πήγα προς τα εκεί με την έννοια του ότι ένιωθα ότι απλά το photo journalism ένιωθα μέσα μου ότι κατάφερα αυτό που ήθελα και δεν ήθελα να το pushάρω άλλο, το ότι μπήκαν οι φωτογραφίες μου στην «Guardian», οπότε είμαι εκεί. Οπότε είπα στον εαυτό μου ότι: «Το έκανες αυτό το tick και προχωράς». Ενώ το fashion journalism ήθελα να δω λίγο πού αλλού θα το πάω και βλέποντας και τη βιομηχανία της μόδας στην Αγγλία, ότι πόσο, πόσο γεμάτη είναι. Οπότε πήγα fashion journalism. Και μετά... πες μου, συγγνώμη.
Όταν λοιπόν μπαίνεις σε αυτό το κομμάτι, συνειδητοποιείς τελικά ότι αυτά τα περιοδικά που ξεφύλλιζες, όταν ήσουν μικρή, κάπως κουμπώνει το παζλ;
Ναι, ναι, ναι, ναι, απίστευτο ήταν όλο το ότι και βασικά το βλέπω όσο προχωράω και όσο μεγαλώνω, το βλέπω να κουμπώνει ακόμα περισσότερο και βλέπω πόσο χρήσιμα ήταν όλα αυτά τα πράγματα που έκανα και πόσο χρήσιμα ήταν και ίσως τα πράγματα που είπα στον εαυτό μου, ότι: «Βαριέμαι να κάνω τα μαθήματά μου, θα πάω σε μια έκθεση». Ότι πόσο χρήσιμο ήταν το ότι ακολούθησα και λίγο αυτό που μου άρεσε χωρίς να το πολυσκέφτομαι, γιατί θυμάμαι είχα μιλήσει με μια γραφίστρια, όταν ήμουν πιο μικρή, όταν ήμουνα 13, 14, και της λέω: «Έχεις κάποια συμβουλή να μου δώσεις;» και μου λέει: «Κάνε όσα περισσότερα πράγματα μπορείς χωρίς να σκέφτεσαι τι και πώς και: “Τι καριέρα θα κάνω;”. Κάνε όσα περισσότερα πράγματα μπορείς και θα σε οδηγήσει» και ήταν από τις πολύ καλές συμβουλές που μου είχανε δώσει, γιατί έτσι πήγε όλο. Οπότε ναι, μπαίνουμε στο London College of Fashion, πάρα πολύ ωραία, γιατί εκεί πέρα οι εργασίες είναι λίγο πιο παιχνιδιάρικες, σε pushάρουνε διαφορετικά, είχε πλάκα και είχε όλο αυτό το fun της μόδας. Μετά μπαίνω, κάνω πρακτική στο «Vice» που ήταν τότε στα πάρα πολύ πάνω του και είχε πάρα πολλή πλάκα, γιατί ήταν όλοι μέχρι 25 χρονών, μιλούσαν για πολιτική, ήταν ένα γραφείο το οποίο ήταν πάρα πολύ φρέσκο, πάρα πολύ ωραίες εμπειρίες, πάρα πολύ ωραία parties. Τελειώνω το London College of Fashion και είμαι ανάμεσα, ή να κάνω… να πάω στο YouTube γιατί μου είχανε κάνει πρόταση, αλλά τα παιδιά ήταν στην Ιρλανδία, ή να κάνω αίτηση την οποία την ήθελα για London School of Economics, και πάλι πέφτει αυτό, το θέμα της ισορροπίας, το ότι έχω τη μόδα, έχω την αισθητική, αλλά θέλω να ξέρω και τους κανόνες του παιχνιδιού. Με πήραν στο LSC, οπότε πήγα LSC κατευθείαν, ήταν πάρα πολύ δύσκολο στην αρχή, πάρα πολύ δύσκολο και πάλι ήμουν του στυλ στην αρχή: «Τι κάνω εγώ εδώ; Γιατί pushάρω τον εαυτό μου τόσο πολύ χωρίς λόγο; Ίσως πρέπει να κάτσω στα αυγά μου». Αλλά πάλι καταπληκτική εμπειρία, γιατί προς το τέλος θυμάμαι… και το συζητούσα και με τους συμφοιτητές μου το ότι μπαίνεις τόσο πολύ στη γνώση, το ότι κάνεις challenge τόσο πολύ τον τρόπο της σκέψης σου, το ότι απλά αυτό, κάθεσαι και σκέφτεσαι, αυτό είναι το activity σου και βλέπεις πόσο μπορείς να σκεφτείς αλλιώς και ποια είναι η αλήθεια και τι γίνεται στην κοινωνία και πώς μπορείς να ελέγξεις πράγματα και τα λοιπά και τα λοιπά, που πραγματικά το λέγαμε για πλάκα το ότι απλά μαστουρώνεις από τη γνώση. Γιατί αυτό, κάνεις τόσο challenge στον εαυτό σου που μπαίνεις σε πολλά πράγματα μέσα και ήταν απίστευτο το… και τα μυαλά που γνωρίζεις, έτσι; Δηλαδή ναι, είναι άτομα απ’ όλον τον κόσμο και με σκέψεις απ’ όλον τον κόσμο και σε κάνει πάρα πολύ να, αυτό, να σκεφτείς αλλιώς, τελείως αλλιώς και σε πιο παγκόσμιο επίπεδο. Και είναι αυτό το ότι το θέμα της τύχης, ο όρος της [00:25:00]τύχης βγήκε ουσιαστικά με το πρώτο globalization που έγινε στην Ελλάδα, με τον Μέγα Αλέξανδρο που, όταν είδαν διάφορες κουλτούρες, το ότι πιστεύουμε σε διαφορετικούς Θεούς, σε διαφορετικά πράγματα, οπότε το πολύ σωστό, επειδή υπήρχε ευμάρεια, το ότι αντί να τσακωθούνε, πόλεμοι και τα λοιπά και όλα αυτά που γίνονται τώρα με το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, αντί να τσακωθούμε, ήταν του στυλ του ότι: «Θα ανακαλύψουμε ένα concept που είναι το concept της τύχης που είναι το… έτυχε και γεννήθηκα σ’ αυτό το μέρος και έχω μαύρα μαλλιά και πιστεύω σ’ αυτή τη θρησκεία και μιλάω αυτή τη γλώσσα και έτυχε και εσύ που είσαι αλλού». Οπότε αυτό, βλέπεις ότι αυτό το concept το βλέπεις στην πράξη, το ότι όλοι είναι από διαφορετικές κουλτούρες, έχουν διαφορετικά πράγματα να σου πούνε και ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, δηλαδή και το γεγονός ότι μπορεί να σου χαμογελάσω τώρα, σε μια άλλη γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί λάθος. Αυτό.
Πόσο μεγάλο είναι το να είσαι στη δεκαετία των early twenties σου, στα 20 σου, πόσων ετών ήσουν τότε, Νάσια μου, στο…
Στο LSC;
Ναι.
Στο LSC ήμουν 24.
24.
Γιατί ήταν δύο μεταπτυχιακά back to back, ναι.
Δύο μεταπτυχιακά back to back, το κομμάτι του πολυπολιτισμικού τριγύρω σου, πώς σε καθόρισε αυτό σαν άνθρωπο και αξιακά;
Αξιακά με έκανε ακόμα πιο φιλελεύθερη στις απόψεις μου, δηλαδή ό,τι συντηρητισμό μπορεί να είχα, έχει φύγει και είμαι πάρα πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ακόμα σίγουρα σαν μια γυναίκα η οποία έχει γεννηθεί, θεωρείται, ας πούμε, λευκή, δεν είχα κάποια προβλήματα, λόγω του ότι πως φαίνομαι ή το τι είμαι ή του φύλου μου ή οτιδήποτε. Σίγουρα αναγνωρίζω το privilege μου, αλλά και σίγουρα αναγκαστικά γεννιέσαι με συντηρητισμό, όπως και να είναι, το οποίο προσπαθώ να κάνω relent και προσπαθώ να pushάρω κι άλλο τον εαυτό μου για να μαθαίνω και ουσιαστικά προχωράμε και πάντα βλέπω, ας πούμε, τα καινούρια παιδιά τι γίνεται. Αλλά ναι, είμαι πάρα πολύ περήφανη που δεν έχω συντηρητισμό πάνω μου, είμαι άθεη, δεν έχω θέματα του στυλ ότι: «Πρέπει να παντρευτείς, πρέπει να κάνεις οικογένεια ή πρέπει να βγάλεις τόσα λεφτά ή πρέπει να κάνεις αυτό στη ζωή σου ή πρέπει να ’χεις μόνο αυτούς τους φίλους» και είναι πάρα πολύ ωραίο. Φυσικά υπάρχει το θέμα της ηθικής, το οποίο το έχω ερευνήσει λόγω των σπουδών μου και γι’ αυτό δεν κρίνω κάποιον ο οποίος είναι πάρα πολύ hard core, θρήσκος, ας πούμε, ή οτιδήποτε, αλλά είναι πάρα πολύ ωραία αυτή η ελευθερία, ψυχικά.
Νάσια, πώς μπήκε το κομμάτι του modeling; Γιατί μας είπες ότι έχεις συνεργαστεί με πολύ σπουδαίους luxury fashion brand, επομένως μίλα μας λίγο για αυτή την εμπειρία.
Ναι, λοιπόν, οπότε ουσιαστικά τελειώνω τα δύο μεταπτυχιακά μου, είμαι σε μία φάση που ψάχνω δουλειές, πέρασα, μπήκα... Ουσιαστικά είχα συνέντευξη με την Goldman Sachs, που είναι η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική εταιρία που ουσιαστικά κοντρολάρει τον κόσμο. Ευτυχώς δεν με πήραν, αλλά πήγα στα γραφεία και ουσιαστικά πάλι είχα λίγο το ηθικό δίλημμα του στυλ ότι ξέρω τι μπορώ να κάνω για να ελέγξω και να βγάλω λεφτά, αλλά είναι ηθικό; Δεν είναι ηθικό, αλλά ξέρω το ότι έχω τα skills να το κάνω. Οπότε ευτυχώς δεν με πήραν, που ουσιαστικά μου κάναν χάρη, και εκεί πέρα πάει και το ότι ξέρεις κάθε… είναι αυτό που λένε οι Άγγλοι «blessing in disguise», γιατί και το ότι δεν μπήκα με Πανελλήνιες στη δημοσιογραφία ήταν πραγματικά «blessing in disguise», το ότι δε με πήρε η Goldman Sachs «blessing in disguise». Πάρα πολλά, δηλαδή όλες οι αποτυχίες μου ήτανε αυτό ευλογίες, κυριολεκτικά. Και είναι και πώς θα χειριστείς την αποτυχία, έτσι; Οπότε το μαθαίνεις και αυτό, θα το συζητήσουμε αργότερα. Οπότε ψάχνω ουσιαστικά, κάνω αιτήσεις για δουλειές και μπαίνω στο «Wired». Το «Wired» είναι ένα περιοδικό τεχνολογίας που είναι στον Όμιλο της Conde Nast που έχει το «Vogue», το «Traveller», το «New Yorker», το «Vanity Fair», το «GQ» και άλλα και είμαι στο εμπορικό κομμάτι. Πάρα πολύ ωραίο, γιατί πάλι μιλάμε για ιδέες για το μέλλον. Τότε, ας πούμε, συζητούσαμε το μέλλον των οικονομικών, το ότι πως όλα θα γίνονται μέσα από το κινητό, και βλέπε τώρα monjo. Το γεγονός το ότι με τα Genetics, ας πούμε, το ότι οι επιστήμονες τώρα θέλουν να πεθάνουνε, όταν θα είναι 140, και τι προβλήματα φέρνει αυτό από ηθικής άποψης, γιατί εμένα ακόμα η άποψή μου είναι ότι οι άνθρωποι είναι καλό να πεθαίνουν, γιατί πεθαίνουν και οι ιδέες μαζί τους. Μία φίλη μου μου έλεγε το ότι: «Όχι», το έπαιρνε πάρα πολύ λογικά, «το ότι το κράτος μπορεί να σε στηρίξει μόνο για είκοσι χρόνια συνταξιοδότησης και το ότι μετά από εκεί και πέρα το κράτος χάνει, οπότε αυτό σημαίνει ότι θα παίρνουμε σύνταξη, όταν θα ’μαστε 80». Και εγώ το πήγα από την άλλα πλευρά, ότι κάποιες φορές είναι καλό να πεθαίνουν οι άνθρωποι, γιατί πεθαίνουν και οι ιδέες, γιατί πρέπει να βγαίνουν καινούριες ιδέες που ίσως, όταν μεγαλώνεις, δεν μπορείς να τις αφομοιώσεις και να τις καταλάβεις. Και νομίζω ότι το βλέπουμε όλοι αυτό, το ότι, αν μιλήσεις με κάποιον ο οποίος είναι πάρα πολύ μεγάλος, με κάποιον που μιλήσεις πάρα πολύ μικρό που είναι, ξέρεις, λίγο free και ανοιχτοί σε όλα. Οπότε πάλι μιλάμε για άλλες ιδέες, πάρα πολύ ενδιαφέρον, εντάξει και κάποιες ιδέες επίσης δεν ήτανε και κάτι σημαντικό, είναι και αυτό λίγο αυτό το start-up mentality, το ότι: «Θα αλλάξουμε τον κόσμο» και είμαι του στυλ: [00:30:00]«Όχι, δεν θα αλλάξεις τον κόσμο. Σε δύο χρόνια η start-up σου θα έχει φαλιρίσει». Οπότε, ξέρεις, βλέπεις και λίγο αυτά και ουσιαστικά παράλληλα, λόγω του ότι μπαίνω σε μία φόρμα, σκέψου τώρα το ότι είχα έρθει από ακαδημαϊκό background, έτσι; Που το μυαλό είναι… το pushάρεις συνέχεια, για να νιώσει διαφορετικά και να σκεφτεί διαφορετικά πράγματα, ξέρεις, όταν μπαίνεις σε μια φόρμα 9:00 to 17:00, που ενώ είμαι, μ’ αρέσει να δουλεύω, μ’ αρέσουν τα καινούρια πράγματα, δεν ήταν του ότι απλά chillάρω και δεν κάνω τίποτα. Νιώθω ότι κάθε μέρα που περνάει γερνάω, κυριολεκτικά και απλά προσπαθώ να βρω διέξοδο. Και τη βρίσκω στο night culture του Λονδίνου, το οποίο είναι φανταστικό, είναι φανταστική αυτή η κουλτούρα, πάρα πολύ ωραίες μουσικές, πάρα πολύ ωραία άτομα, τελείως αυτό το escapism κι οι διαφορετικοί χώροι, ντυσίματα, περιοχές που πας, μουσικές. Πραγματικά γέμιζε το μάτι σου από αυτά που έβλεπες και ουσιαστικά λόγω του ότι γίνομαι part του night culture και της σκηνής του Λονδίνου της cool σκηνής του Λονδίνου αρχίζουν και με προσεγγίζουν διάφοροι φωτογράφοι και διάφορα περιοδικά πια, όχι για να γράψω, για να δουλέψω για αυτά από πίσω σαν backstage, αλλά ως ένα πρόσωπο το οποίο αντιπροσωπεύει το Λονδίνο. Έρχεται σε επαφή ένας casting director, ο οποίος μου έστειλε μήνυμα στο Facebook και θυμάμαι ήμουνα στο γραφείο και ήταν δίπλα συνάδελφος μου και της λέω: «Εντάξει, απλά είναι spam ή με κοροϊδεύουνε». Μετά είδα στο Facebook ότι έχουμε κοινούς φίλους και ότι είμαστε από την ίδια σκηνή οπότε λέω: «Okay, θα το προσπαθήσω». Με έστειλε σε μια φωτογράφιση και ουσιαστικά ήταν… το ένα έφερε το άλλο και πάλι με το ίδιο mentality, το ότι: «Πάμε να το ζήσουμε, πάμε να το δούμε» και ήμουνα: «Στην καλύτερη best case scenario, έχω μια ωραία φωτογραφία του εαυτού μου, worst case scenario έχω μια ωραία φωτογραφία του εαυτού μου και δεν το ξανακάνω, είναι μια μέρα». Και απλά το ένα φέρνει το άλλο και μ’ αρέσει πάρα πολύ. Φτάνω σε ένα σημείο που δουλεύω για το «Wired», στο εμπορικό κομμάτι, έτσι; Και απλά παίρνω, δεν μπορώ να πάρω ρεπό, γιατί τα έχω πάρει όλα για να δουλέψω modeling και απλά είμαι του στυλ ότι λέω το ότι είμαι άρρωστη για να πάω να κάνω καμπάνια Louboutin και την επόμενη μέρα πάω στη δουλειά και πονούσαν τα πόδια μου απ’ τα ψηλοτάκουνα. Το δεύτερο, είχε πλάκα για τη δεύτερη, για τη δεύτερη καμπάνια που ήμουνα ούτως ή άλλως Ελλάδα για ένα ταξίδι και μετά πήγα Πορτογαλία για την καμπάνια, οπότε τους είπα λίγο να καθυστερήσω το ταξίδι μου για προσωπικούς λόγους και κατευθείαν από Πορτογαλία πήγα στη δουλειά και είχα τα κόκκινα νύχια και δεν μπορούσα να τα βγάλω και μου λένε: «Τι γίνεται;», γιατί, ξέρεις, στη δουλειά πήγαινα τελείως… ήτανε και «Wired», οπότε ήτανε, ας πούμε, πάρα πολύ tech, οπότε ήμουνα με αθλητικά και t-shirt, καθόλου extra, και μου λένε: «Τι;» και λέω: «Ναι, ναι, ναι» και ήμουν με τα κόκκινα νύχια και δεν μπορούσα να γράψω στον υπολογιστή, ξέρεις, που κάνει αυτόν τον ήχο. Οπότε φτάνω σ’ αυτή τη φάση, παράλληλα ήθελα και να το γυρίσω και στη δημοσιογραφία να γράφω, γιατί ένιωσα το ότι μετά από έξι-εφτά χρόνια στο Λονδίνο μπορώ να χειριστώ την αγγλική γλώσσα καλά και έχω πολλές ιδέες που θέλω να τις μεταφράσω μέσω του γραπτού λόγου και οπότε είμαι σε μία φάση που ουσιαστικά έχω τρεις δουλειές, κοιμάμαι τέσσερις ώρες, κάνω κάτι τρελά, αυτό το ότι γυρίζω από τη δουλειά, κοιμάμαι 18:00 με 20:00, κοιμάμαι 18:00 με 21:00, 21:00 με 03:00 ξυπνάω, δουλεύω, 03:00 με 08:00 κοιμάμαι, και 08:00 ξυπνάω και πάω στη δουλειά, για να τα βγάλω όλα. Δεν ξέρω πώς το έκανα όλο αυτό, αλλά βγήκε και ουσιαστικά ο στόχος μου ήτανε ότι αφήνω τη δουλειά στο «Wired», που είναι εμπορικό, και πηγαίνω προς δημοσιογραφία και modeling. Έρχεται η δεύτερη καμπάνια του Louboutin με τα νύχια και εκεί πέρα έχω την οικονομική άνεση, είχα μαζέψει λεφτά να αφήσω τη δουλειά μου τη 9:00 to 17:00 και to push my luck, που λέγεται και εδώ, αυτό. Και μετά πιάνω μια, ουσιαστικά κάνω μία συνεργασία στους «Financial Times» που ήθελα να πάω εκεί και το ένα έφερνε το άλλο.
Νάσια, τι ήτανε αυτό που σου έδινε τροφή; Εγκεφαλική και δύναμη στο σώμα για να μπορέσεις να αντεπεξέλθεις σε όλο αυτό;
Σε όλο, το γεγονός ότι δεν μπορούσα να δω τον εαυτό μου να είμαι στην ίδια δουλειά, ότι, ξέρεις, να είμαι 40 και ξαφνικά να ξυπνήσω μια μέρα και να ’μαι στην ίδια δουλειά και να πω: «Δεν το προσπάθησα, δεν το κατάφερα». Προτιμώ να το προσπαθήσω και να αποτύχω και να πω «Okay, δεν βγήκε, προχωράμε» παρά να μην το κάνω καθόλου και να λέω: «Τι θα γινόταν, εάν;». Και ουσιαστικά ήταν αυτό, το ότι ήμουνα του στυλ το ότι έχω δουλέψει τόσο πολύ, έχω δύο μεταπτυχιακά, έχω κάνει τόσες εργασίες, για να κάνω αυτό στην υπόλοιπη ζωή μου; Για να μην ουσιαστικά, να μην ακονίσω καθόλου το μυαλό μου; Για να ουσιαστικά να έχω αυτά τα τοξικά office politics; Όχι και ουσιαστικά γι’ αυτό ήθελα να βρω μέσω, διέξοδο μέσω της δημοσιογραφίας, γιατί ήτανε γραπτό, γιατί πάλι πάω πίσω και δουλεύω το μυαλό μου. Με το modeling είχε πλάκα, έτσι; Ήταν ωραίο και σε ποιον δεν αρέσει; Πάρα πολύ κουραστικό, επίσης και τώρα επίσης που το κάνω full time, εντάξει, είναι άλλο το επίπεδο και ψυχικά και σωματικά. Είναι όλο πάρα πολύ challenging, αλλά εντάξει, έχει ενδιαφέρον και πάλι ήταν μια διέξοδος.
[00:35:00]Σαν άνθρωπος, Νάσια, πώς διαχειρίζεσαι την τόση ευθύνη; Θέλω να πω ότι είσαι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι πάρα πολύ εξωστρεφής, παράλληλα ακονίζει το μυαλό του, του αρέσει να ψάχνει τα ερεθίσματα, φτάνει στα άκρα. Πώς το εξισορροπείς όλο αυτό; Εννοώ σαν άνθρωπος ποια είναι τα μέτρα και τα σταθμά σου στις συνεργασίες σου, για παράδειγμα;
Α, ναι, okay, γιατί, ας πούμε, η πρώτη ερώτηση που μου είπες είναι, ξέρεις, ότι απλά συνειδητοποίησα το ότι αυτό είναι η ρουτίνα μου. Δηλαδή είναι η ρουτίνα μου να pushάρω τον εαυτό μου. Οπότε μου φαίνεται λογικό, δεν χρειάζεται να το ισορροπήσω. Ναι.
Είναι η κατασκευή σου;
Ναι, ναι, ναι. Είναι η κατασκευή μου έτσι. Ναι. Το θέμα με τις συνεργασίες έχει να κάνει με τα επικοινωνιακά, με τις επικοινωνιακές ικανότητες που όσο μεγαλώνεις τις καθορίζεις και ευτυχώς λόγω και των σπουδών μου, ξέρω την επικοινωνία και την αναλύω την επικοινωνία με την έννοια το μήνυμα που θα δώσεις, το μήνυμα που θα λάβεις, γιατί και όλα αυτά. Προσέχεις πάρα πολύ, βάζεις τα όριά σου, να μη σε εκμεταλλευτούν, να μην κάνεις κάτι το οποίο δεν είναι true to yourself ή δεν συντονίζεται το… η ηθική σου ή αυτά που θες να προσφέρεις ή αυτά που θες να κάνεις, οπότε ναι, χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή. Αλλά ναι, αλλά ουσιαστικά δεν είναι ότι πιέζομαι πολύ σ΄ αυτό το κομμάτι, με την έννοια ότι το έχω δουλέψει τόσο πολύ, το έχω δουλέψει τόσο πολύ το μυαλό μου, τα όριά μου και τον εαυτό μου και το τι θέλω να κάνω και πώς θέλω να το κάνω και τα λοιπά και τα λοιπά, που μου έρχεται πάρα πολύ εύκολο, δηλαδή ξέρω το ότι, αν κάποιος πάει να μου μιλήσει, ότι: «Να κάνουμε αυτό;», είμαι του στυλ: «Ευχαριστώ πάρα πολύ για το ενδιαφέρον, αλλά όχι» και το αντίστοιχο. Ξέρεις με ποιον ταιριάζετε επαγγελματικά και λόγω του ότι έχω δουλέψει σε τόσο πολλά γραφεία και με τόσο πολύ κόσμο μετά είναι λίγο σου έρχεται κατευθείαν, δεν το σκέφτεσαι καν. Το ότι: «Okay, ξέρω ότι θα έχουμε καλή συνεργασία, ξέρω ότι είναι επαγγελματική η δουλειά της ή του» και επίσης έρευνα, έτσι; Άμα δεν ξέρεις κάποιον. Νομίζω ότι στην εποχή των social media άνετα μπορείς να δεις κάποιος τι και πώς. Αυτό. Επίσης είμαι πολύ πιο ανοιχτή στις γυναίκες και σε queer άτομα, γιατί ξέρω το ότι δεν έχω να φοβηθώ κάτι. Οι straight άντρες είναι λίγο περίεργοι. Δεν φταίνε αυτοί, φταίει η πατριαρχία, αλλά ναι.
Okay, Νάσια, πώς φροντίζεις μέσα στην τόση πληροφορία και στα τόσα ερεθίσματα που έχεις εσύ να ενημερώνεσαι σαν άνθρωπος, σαν δημοσιογράφος που ασχολείται με τόσους τομείς;
Ναι, είναι το παράδοξο αυτό το ότι έχεις περισσότερες πηγές μπορείς, ουσιαστικά δεν μπορείς να έχεις μια πηγή, γιατί στην αρχή έλεγα ότι: «Η “Financial Times” είναι καλή εφημερίδα, θα διαβάζω μόνο “Financial Times”», όχι. Όσο περισσότερες πηγές μπορείς οι οποίες να είναι καθορισμένες, εντάξει, να μην είναι, ας πούμε, fake news ή, ξέρω γω, websites, άσχετα που δεν ξέρω, που είναι προ Trump ή οτιδήποτε. Αλλά ουσιαστικά κάθε μέρα διαβάζω γύρω στις πέντε με έξι διαφορετικές πηγές; Και από εκεί και πέρα ό,τι εξωτερικά ερεθίσματα και ουσιαστικά τα φιλτράρεις όλα, έτσι; Και είμαι πάρα πολύ τυχερή πάλι λόγω της εκπαίδευσής μου, που καταλαβαίνω για ποιον λόγο λέγονται όσα λέγονται, πώς λέγονται, τι καταφέρνουνε, τα συμφέροντα από πίσω και ουσιαστικά είναι και αυτό το δημοσιογραφικό, το γιατί. Γιατί το γράφουν έτσι, γιατί το ρωτάς έτσι, τι προσπαθείς να κάνεις με αυτό, τι παίζει από πίσω, ποιες είναι οι προηγούμενες κινήσεις κάποιου πολιτικού προσώπου, που ουσιαστικά δείχνει και τα συμφέροντά του. Αυτό.
Okay, στο κομμάτι τώρα της δημοσιογραφίας, μόδα, τι είναι αυτό που σε συναρπάζει περισσότερο;
Το καινούριο, το καινούριο. Λατρεύω το καινούριο. Με την έννοια του ότι δείξε μου κάτι το οποίο θα… όχι απαραίτητα θα με σοκάρει, το «σοκάρει», ξέρεις, το λένε οι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι, ξέρεις: «Είναι σοκαριστικό αυτό», όχι, δεν είναι σοκαριστικό. Με την έννοια το ότι είναι διαφορετικό, το ότι είναι διαφορετικό από αυτό που έχω δει και ουσιαστικά αυτό είναι το νόημα και της τέχνης και είναι και ένα θέμα που έχουμε λίγο στην Ελλάδα, λόγω του ότι peakάραμε πολύ νωρίς, πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, έχουμε λίγο chillάρει σ’ αυτό το θέμα. Και ουσιαστικά κιόλας κι οι καλλιτέχνες φοβούνται να pushάρουνε και το κοινό φοβάται να δεχτεί κάτι καινούριο, γιατί έχουμε μείνει σε αυτό, ότι το παλιό ήτανε καλό και ότι δεν μπορούμε να πάμε πιο μπροστά και ότι δεν μπορούμε να το… να πάμε καλύτερα από αυτό που είχαμε κάνει καλύτερα σαν αρχαίος πολιτισμός. Συμφωνώ, αλλά σαν μοντέρνος πολιτισμός δεν έχουμε πολλά να δώσουμε δυστυχώς και έχει να κάνει αυτός ο συντηρητισμός που... και ένα self regulation από τους καλλιτέχνες και από το κοινό, φοβόμαστε μην συγκριθούμε με το προηγούμενο. Αλλά αυτό όμως δεν μας πάει μπροστά, οπότε η τέχνη και η κουλτούρα και η κοινωνία και ιδεολογικά πιστεύω το ότι ο λόγος που υπάρχουν, εκτός από προσωπικές ανάγκες να εκφραστείς είναι να pushάρεις και την ανθρωπότητα, στον τρόπο που σκέφτεται, στον τρόπο που βλέπεις, στον τρόπο που ντύνεται, στα πάντα, στον τρόπο που τρώει.
Στο διάβα σου, Νάσια, ποιοι είναι οι άνθρωποι που ξεχώρισες; Και αν όχι σαν προσωπικότητες, σαν συναίσθημα, σαν συμβουλές, σαν αξίες που σου έμειναν από αυτούς.
Ξέρεις κάτι; Πάλι κάνω, επειδή είμαι λίγο… πάλι λόγω της εκπαίδευσής μου είμαι λίγο εναντίον του celebrity culture ή σαν, [00:40:00]ας πούμε κατ’ επέκταση σαν να κάνω idolize κάποιο άτομο. Έχω την ίδια προσέγγιση στα άτομα που έχω και στα media, με την έννοια του ότι μιλάω με πάρα πολύ κόσμο και παίρνω αυτό που μου χρειάζεται και ουσιαστικά φτιάχνω το δικό μου, ας πούμε, άρθρο, αν θέλεις, με τις συμβουλές του καθενός, τα ερεθίσματα του καθενός. Οπότε θα το πάω κάπως έτσι. Είναι, εντάξει, φίλοι και οικογένεια, το κλασικό. Δεν ταυτίζομαι ποτέ με άτομα τα οποία δεν τα έχω γνωρίσει, γιατί δεν ξέρεις τι κρύβεται από πίσω ή τι είναι και νομίζω και τα πολιτικά μας έχουνε δείξει αυτό, το ότι μπορεί ας πούμε, ξέρω γω, να υποστηρίζεις κάποιον ο οποίος έχει αναγνωρισιμότητα και μετά ακούς τις απόψεις της ή του και λες: «Α, ok, ντρέπομαι λίγο που είχα σχεδιάσει την ταυτότητά μου μ’ αυτόν» και μου φαίνεται και λίγο παιδικό, γιατί εντάξει, ας πούμε, ξέρω γω, γύρω στα 15 είναι που λες: «Συνδυάζω την ταυτότητά μου με τη μουσική που ακούω ή με τις μάρκες που φοράω ή με τους τραγουδιστές» ή όλο αυτό, ξέρεις, μου φαίνεται λίγο παιδικό το να συνδυάζω τα «θέλω» μου με αυτές τις ταυτότητες. Συνδυάζω την ταυτότητά μου με τις ιδέες μου περισσότερο.
Ελεύθερος χρόνος υπάρχει, Νάσια, μέσα στην καθημερινότητά σου;
Υπάρχει, γιατί είμαι πάρα πολύ οργανωμένη. Αλλά από την άλλη αυτό που θέλω να πάω πίσω, ότι μ’ αρέσει επίσης πάρα πολύ να δουλεύω, γιατί αυτό που κάνω το αγαπάω τόσο πολύ. Πολλές φορές έχω συζητήσεις με τον εαυτό μου του ότι είναι μήπως το καπιταλιστικό, να είσαι πάντα παραγωγικός; Αλλά από την άλλη δεν έχει να κάνει νομίζω με θέμα παραγωγής, γιατί δεν είναι το ότι κάνω κάποια δουλειά η οποία δεν μ’ αρέσει, οπότε, ξέρεις, απλά δουλεύω για να δουλεύω, είναι το ότι όντως ξυπνάω το πρωί, ή πηγαίνω στο κρεβάτι μου το βράδυ και ανυπομονώ για την επόμενη μέρα και είναι κάποιες φορές που ανυπομονώ τόσο πολύ που δεν μπορώ να κοιμηθώ μ’ αυτά που έχω να κάνω. Απλά είμαι πάρα πολύ τυχερή. Φυσικά και έχω δουλέψει πάρα πολύ, αλλά κάνω πράγματα τα οποία τα αγαπώ τόσο πολύ που πραγματικά ανυπομονώ για την επόμενη μέρα, για την επόμενη βδομάδα, για τον επόμενο μήνα, για τον επόμενο χρόνο και γι’ αυτά που θα έρθουν. Και ουσιαστικά είχα… το σκεφτόμουνα και λίγο με την έννοια του χρόνου, το ότι ξέρεις εγώ στα 22, 23, δεν ξέρω πόσων χρονών είσαι σε πιάνει λίγο ένα άγχος του στυλ του ότι: «Πρέπει να είμαι 25 και να έχω σπίτι, οικογένεια, σταθερή καριέρα, να είμαι πετυχημένη...» και είσαι σε φάση: «Όχι» και, ξέρεις, και λες λίγο: «Okay, πώς μπορώ λίγο να το τεστάρω αυτό και να αντεπεξέλθω σ’ αυτές τις φόρμες που μας έχουνε πει;». Και η απάντηση η δική μου στον εαυτό μου ήταν με το να κάνεις αυτά που θέλεις, οπότε είμαι 31 τώρα, δεν θα μπορούσα να έχω δύο μεταπτυχιακά, δύο καριέρες, δεκατρία χρόνια στο Λονδίνο, αν δεν ήμουν 31. Δεν γίνεται, δηλαδή δεν γίνεται να είμαι 20 και να έχω δύο μεταπτυχιακά και τόσο μεγάλο βιογραφικό, οπότε το πάω λίγο έτσι.
Το μότο σου, επειδή όλα αυτά που είπες ουσιαστικά ακούγονται σαν μικρές φράσεις με τις οποίες κάποιος μπορεί να πορεύεται–
Χαίρομαι–
–και επειδή υπάρχει η επόμενη γενιά η οποία ψάχνει αυτά τα ερεθίσματα, εσύ, Νάσια, τι είναι αυτό που θα συμβούλευες τους νέους ανθρώπους που έχουν φόβους, έχουν αναστολές, φοβούνται το εξωτερικό, έχουν μια χώρα που προσπαθεί να φύγει από την κρίση και να προχωρήσουν;
Την καλύτερη συμβουλή μου την έχει δώσει ο πατέρας μου, που μου έχει πει: «Μην ακούς τη συμβουλή κανενός», που είναι παράδοξη, αλλά ήταν η καλύτερη συμβουλή που έχω ακούσει. Μου λέει: «Θα κάνεις ό,τι θέλεις εσύ». Και είναι αυτό, το ότι πάντα αυτό που κάνω, πάλι το προσεγγίζω δημοσιογραφικά, τους λέω ότι αν έχω κάποιο… ξέρεις, είναι αυτό, το ότι είσαι στη μέση και είναι να πας δεξιά ή αριστερά και δεν ξέρεις ποιο μονοπάτι να διαλέξεις. Αυτό που κάνω είναι ρωτάω φίλους και την οικογένειά μου, τη γνώμη τους, και μετά κάνω αυτό που θέλω εγώ, οπότε είναι απλό το θέμα, ότι κάνεις αυτό που θέλεις εσύ. Γιατί θα το μετανιώσεις, άμα κάνεις κάτι για κάποιον άλλον, εκτός αν το κάνεις πολύ συνειδητοποιημένα, ότι: «Ναι, το κάνω γι’ αυτόν τον λόγο, γι’ αυτό και γι’ αυτό», οπότε ναι, η συμβουλή μου είναι το ότι: «Να μην ακούς τη συμβουλή κανενός».
Βάζεις μακροπρόθεσμους στόχους;
Ναι, αλλά με την… αλλά είμαι συνειδητοποιημένη με την έννοια του ότι δεν μπορεί να βγει τίποτα, έτσι; Δες πανδημία, έτσι, πώς μας τα άλλαξε όλα. Έχω ένα γενικό πλάνο που το αλλάζω συνεχώς, με την έννοια ότι κάπου προς το πού θέλω να πάω, με ποιους θέλω να δουλέψω, τι θέλω να καταφέρω, αλλά έχω την επίγνωση το ότι όλα αλλάζουν. Οπότε ναι, και πάλι ναι, είναι και το θέμα της οργάνωσης και έτσι όπως λειτουργεί το μυαλό μου, έχω ανάγκη να γράφω τις σκέψεις μου, γιατί μετά οι σκέψεις μου γίνονται κάτι χειροπιαστό. Αλλιώς νομίζω θα τρελαινόμουν, αν δεν είχα την ικανότητα να γράψω, οπότε αυτό, οργανώνω τις σκέψεις μου μέσω των λέξεων και μέσω αυτών που ουσιαστικά θέλω να καταφέρω, μέσω του γραπτού λόγου.
Νάσια, τελευταία ερώτηση. Ως άνθρωπος που βρίσκεσαι σε ένα κέντρο-πηγή μόδας, ερεθισμάτων και λοιπά, είδαμε μία πανδημία να αλλάζει πολλά δεδομένα και ειδικά στον δικό σου χώρο, τον χώρο της μόδας. Πώς το βίωσες, ποιες είναι οι, ας το πούμε, προσδοκίες για το μέλλον και τι σε ευχαρίστησε μέσα στην αλλαγή; Για τα θετικά στοιχεία, όχι τόσο για τα αρνητικά.
[00:45:00]Ναι, ναι, ναι. Γενικά είμαι από τους ανθρώπους που πέρασε καλά και ακόμα περνάω καλά μέσα σε όλο αυτό. Είμαι συνειδητοποιημένη και επίσης πάρα πολύ τυχερή, το οποίο δεν είμαι άρρωστη, ούτε είμαι στις ευπαθείς ομάδες, ούτε οι γνωστοί μου ούτε ο κύκλος μου είναι στις ευπαθείς ομάδες. Οπότε αν βγάλεις αυτό και αν βγάλεις το γεγονός το ότι δεν έχω κάποιο βιοτικό πρόβλημα, δηλαδή οπότε αναγνωρίζω το privilege μου, ήταν μια πάρα πολύ καλή περίοδος, γιατί ξαφνικά φύγανε όλα, βασικά βγήκε όλη η βρώμα έξω για να καθαρίσει αυτό. Οπότε βγήκανε όλα τα distractions, βγήκανε, φύγανε όλες οι φιλίες οι οποίες απλά δεν χρειάζονται, οι δουλειές οι οποίες πάλι δεν χρειάζονται, οι ρουτίνες οι οποίες ήτανε κακές για το σώμα σου και για το μυαλό σου, γιατί αναγκαστικά πρέπει να συγκεντρωθείς σε αυτά που έχουνε σημασία, ό,τι είναι για τον καθένα, ό,τι έχει σημασία για τον καθένα. Οπότε ήταν μια πάρα πολύ θετική περίοδος για μένα, ήμουνα τυχερή πάλι, γιατί στο πρώτο lockdown δούλευα για τη «Vogue Global Network», η οποία είναι ουσιαστικά η παγκόσμια εταιρία που διευθύνει όλους και τους είκοσι εφτά τίτλους της «Vogue». Οπότε δούλευα από το σπίτι, οπότε πάλι ήμουνα καλυμμένη από το θέμα απ’ της δουλειάς, γιατί στο πρώτο lockdown δεν είχαμε modeling. Και μετά το καλοκαίρι υπέγραψα με ένα καινούριο πρακτορείο, πιο μεγάλο, το οποίο είναι το τέταρτο τώρα στον κόσμο, και ουσιαστικά τώρα κάνω full time modeling, οπότε είμαι πάλι πάρα πολύ ευγνώμων, γιατί μέσα σε όλο αυτό ήταν σαν οι άνθρωποι της μόδας να ’τανε λίγο αόρατοι, γιατί συνεχίζαμε να κάνουμε τις φωτογραφίσεις βέβαια με πάρα πολλά test, δηλαδή κάνω γύρω στα τρία με τέσσερα test την εβδομάδα; Οπότε κάπως σαν να συνεχίσαμε, και ουσιαστικά, επειδή η δουλειά μας παράγεις κάτι, παράγεις κάτι όμορφο και ουσιαστικά είναι αυτό, ότι κάθε μέρα μαζεύονται διαφορετικοί άνθρωποι, δέκα-δεκαπέντε διαφορετικοί άνθρωποι και ουσιαστικά ο στόχος τους είναι να παράγουνε κάτι όμορφο και κάτι διαφορετικό και κάτι που να ’ναι… να εξάπτει το μάτι θετικά, ήταν κάτι πάρα πολύ ευχάριστο. Ουσιαστικά το… εντάξει, με περιόρισε στο θέμα των ταξιδιών, ανυπομονώ να πάω Παρίσι για δουλειά, μακάρι. Αυτό, αλλά από την άλλη είχα χρόνο πάλι να σκεφτώ, γιατί είναι από τις αγαπημένες μου δραστηριότητες, απλά αυτό, κάθομαι και σκέφτομαι για ώρες, και είναι πάρα πολύ ωραία ικανότητα, γιατί, αν δεν έχεις τίποτα να κάνεις ή άμα σε οποιαδήποτε κατάσταση αν είσαι, οτιδήποτε και αν γίνεται γύρω σου, από τη στιγμή που μπορείς να κάτσεις κάτω και να χρησιμοποιήσεις το μυαλό σου, είναι πάρα πολύ σημαντικό και μου έδωσε αυτή την ευκαιρία, ότι μπορούσα να κάτσω για δύο-τέσσερις ώρες και απλά να αναλύω τις ιδέες που έχω στο μυαλό μου και διάφορα θέματα και αυτό.
Νάσια μου, έχεις να προσθέσεις κάτι άλλο;
Νομίζω πως όχι, τα καλύψαμε όλα. Επίσης ένα τελευταίο, ένα τελευταίο για το θέμα της πανδημίας και το θέμα της μόδας, έλεγα στην αρχή το ότι η μόδα έχει δημιουργικά μυαλά, έτσι; Κάποιες φορές τα δημιουργικά μυαλά είναι καλό να τα περιορίζεις, γιατί σκέφτονται αλλιώς, οπότε έχει πολύ ενδιαφέρον πώς αυτά τα μυαλά, με τον περιορισμό του covid σκεφτήκανε αλλιώς και το pushάρανε ακόμα παραπάνω. Βλέπε, ας πούμε, τον Ballenciaga που ήμουνα μέρος αυτού σε αυτό το project που έκανε όλα τα μοντέλα του σε video game, αντί ένα κλασικό σόου που απλά περπατάνε τα μοντέλα, τώρα είχαμε πια video game. Είναι ένας φωτογράφος που έχουμε συνεργαστεί και θα βγει σε λίγο η φωτογράφιση, ο οποίος κάνει φωτογραφίσεις μέσω Zoom και βάζει πάνω cgi, ειδικά εφέ και βγαίνουν σαν να είναι από ταινίες οι φωτογραφίες. Οπότε βλέπεις πώς χρησιμοποιείται το digital και πως πάλι αυτά τα δημιουργικά μυαλά εκεί πέρα που θα pushαραν, ας πούμε, τη μόδα στο, ξέρω γω, 30% λόγω του covid την pushαραν στο 80 και στο 90 και βλέπουμε πράγματα τα οποία δεν τα ’χουμε ξαναδεί. Οπότε είναι και πώς θα το δεις και γενικά οι άνθρωποι, οι άνθρωποι επιβιώνουν, γιατί έχουνε το flexibility, οπότε αυτό, τα μυαλά που επιβίωσαν και που δεν έχουν κάποιο πρόβλημα ή του ότι: «Okay, συνεχίζουμε» ήταν το μυαλό το οποίο ήτανε: «Ωραία, έχουμε αυτό το πρόβλημα, πάμε μπροστά». Αυτό του στυλ το ότι: «Να πάνε τα πράγματα όπως ήτανε παλιά ή πριν ανοίξουμε ή πάλι πίσω» όλο αυτό δεν γίνεται, έχει αλλάξει πια ο κόσμος, δεν πάμε πάλι σ’ αυτά που ξέραμε πριν, προχωράμε και ουσιαστικά και, αν το δεις ψυχολογικά, το ότι αυτό το: «Άντε, ξέρω γω, πάλι να είμαστε όπως παλιά», είναι τα… πως το λένε; Τα επίπεδα του θρήνου, το ότι είσαι σε άρνηση, το ότι: «Όχι, ναι, θα ξανανοίξουμε, θα ξανακάνουμε», όχι, όχι δεν είναι έτσι. Οπότε νομίζω συλλογικά σαν ανθρωπότητα, τώρα νομίζω αρχίζει και ξεφεύγει, αλλά πριν από κάναν μήνα ήμασταν σε άρνηση όλοι. Τώρα νομίζω αρχίζουμε να είμαστε σ’ αυτό το πώς το λένε, negotiation, δεν είναι το επόμενο στάδιο, που αρχίζεις λίγο και λες, «Εντάξει, okay, δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά έχουμε αυτό, οπότε μπορούμε να το πάμε έτσι». Μετά το τελευταίο στάδιο έρχεται το στάδιο της ελπίδας, που λες: «Okay, έχω τώρα όλα τα εφόδια, έχω δουλέψει με τον εαυτό μου, και σ’ ανθρωπολογικό επίπεδο και προχωράμε», οπότε είμαι ενθουσιασμένη για το τι θα έρθει. Και σε πάω στο προηγούμενο, δεν είμαι αγχωμένη, [00:50:00]είμαι ενθουσιασμένη.
Νάσια, ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Εγώ ευχαριστώ.