© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
«Ένα φίδι δυο μέτρα, το κεφάλι το είχε σαν το κατσίκι και δύο κέρατα να!»: Ιστορίες και θρύλοι από τον Αργυρότοπο Θεσπρωτίας
Istorima Code
18539
Story URL
Speaker
Πολυξένη Αθανασίου (Π.Α.)
Interview Date
12/03/2021
Researcher
Ανδρομάχη Μπιστιώλη (Α.Μ.)
[00:00:00]Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας;
Καλησπέρα! Πολυξένη Αθανασίου.
Είναι Σάββατο, 13 Μαρτίου του 2021. Είμαι με την κυρία Πολυξένη Αθανασίου. Βρισκόμαστε στον Αργυρότοπο. Εγώ ονομάζομαι Ανδρομάχη Μπιστιώλη, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε.
Ναι.
Κυρία Πολυξένη, θα μου πείτε λίγα λόγια για εσάς;
Ναι.
Πότε γεννηθήκατε;
Θα σας πω. Γεννήθηκα το ’47, 7 Μαρτίου.
Πού γεννηθήκατε;
Στο χωριό εδώ, στο τζάκι, κοντά στο τζάκι, στο σπίτι το πατρικό.
Πού είναι το χωριό;
Εδώ.
Πώς λέγεται το χωριό;
Αργυρότοπος.
Και μεγαλώσατε στον Αργυρότοπο;
Και μεγάλωσα στον Αργυρότοπο και παντρεύτηκα στον Αργυρότοπο και θα πεθάνω στον Αργυρότοπο! Καλό δεν είναι αυτό; Και, όταν ήμουνα μικρή, πήγαινα στο σχολείο, 9 χρονών, 10, και είχα πολλές φιλενάδες. Θα το γράψεις; Και είχα πολλές φιλενάδες, και τελειώναμε στις δύο η ώρα από το σχολείο, για να πάμε στο σπίτι να φάμε. Και μου είπε μία φιλενάδα μου: «Μπορώ να έρθω και εγώ μαζί σου σπίτι σου;». Και της είπα: «Ναι, γιατί όχι; Να πάμε στο σπίτι μου». Και την πήρα και πήγαμε στο σπίτι μου. Μας έβαλε η μητέρα μου και φάγαμε και μας είπε η μητέρα μου: «Πολυξένη, θα πας φαγητό του πατέρα σου στο κτήμα το τάδε που καθαρίζει τις ελιές;». Και είπα εγώ στη φιλενάδα μου: «Θα πάμε;». «Θα πάμε», μου είπε η φιλενάδα μου. Πήρα το ψωμί που μου έδωσε η μητέρα μου, πήρα το φαγητό και το νερό και τη φιλενάδα μου και περάσαμε το ποτάμι και πήγαμε στο κτήμα αυτό το οποίο είπε η μητέρα μου που ήταν ο πατέρας μου και καθάριζε τις ελιές. Μόλις μπήκαμε στο κτήμα, στην αρχή που πρωτομπήκαμε, εγώ φώναξα, στάθηκα και φώναξα μαζί με τη φιλενάδα μου. Η φιλενάδα μου δεν φώναζε, εγώ: «Ω πατέρα! Ω πατέρα! Ω πατέρα!». «Φου!», μου κάνει, μια.. ένα σφύριγμα. Εγώ νόμιζα από τον πατέρα μου. «Ω πατέρα!», ξανά. Γιατί τότες δεν λέγαμε «μπαμπά», λέγαμε «πατέρα» και «μάνα», δεν ξέρω γιατί λέγαμε αυτά, δεν λέγαμε «μπαμπά» και «μαμά», όπως λένε τώρα τα παιδιά. Ξαναφωνάζω, ξανά το φίδι: «Φου, φου!», που σφύριξε έτσι ακριβώς, και εγώ νόμιζα σφύραε ο πατέρας μου, κατέβαινε ο πατέρας μου που καθάριζε τις ελιές, για να έρθει πιο κάτω. «Έλα -του λέω εγώ- γιατί σου έφερα, μου έδωσε η μάνα το ψωμί και το φαγητό και το νερό και το έφερα, πού είσαι;». Βλέπω μια στιγμή ένα φίδι δυο μέτρα, το κεφάλι το είχε σαν το κατσίκι και δύο κέρατα να! Το είδα και εγώ και η φιλενάδα μου! Ζει ακόμη η φιλενάδα μου, το θυμάται και, όταν με βλέπει, μου το λέει: «Το θυμάσαι, Πολυξένη, το φίδι;». «Πώς δεν το θυμάμαι; -της λέω- τι ήταν αυτό; Αυτό ήταν φάντασμα», της λέω εγώ. Και δεν ήταν ο πατέρας μου, ήταν φίδι. Το είδαμε. Πετάω εγώ… γιατί τότε στα φαγητά δεν είχαμε μπολ πλαστικά, είχαμε κάτι μπολ ξύλινα, τα φέρανε οι Μετσοβίτες, τα πουλάγανε παλιά, και το είχα εκεί μέσα το φαγητό. Το πετάω το μπολάκι κάτω με το φαγητό που είχε κάνει η μητέρα μου από τον φόβο, για να το φάει το φίδι εκεί, και ο… τον τορβά, γιατί τορβά το λέγαμε τότες, δεν είχαμε νάιλες σακούλες, είχαμε τορβά από αργαλειό, και το ψωμί με τον τορβά και το νερό έτρεχα, το είχα στην πλάτη μου έτσι περασμένο, περασμένο από το χέρι και από την πλάτη και έτρεχα και λέω εγώ: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς». Έλεγα το Πάτερ ημών, για να φύγει το φίδι. Και αυτό αντιστάθηκε, μας είδε, το είδαμε, κάναμε μια τρεχάλα, δεν πήραμε τον δρόμο τον δεξί, ούτε εγώ ούτε η φιλενάδα μου, πήραμε τον δρόμο τον αριστερό, ένα άλλο μονοπάτι. Αυτό έφυγε κάτω τον δρόμο το δεξί, το είδα, ήτανε 2 μέτρα, χτυπιότανε, «πα πα πα πα» η ουρά[00:05:00] του… που, αν είχαμε πάρει αυτό τον δρόμο, θα μας είχε κατασπαράξει. Φοβηθήκαμε τόσο πολύ που, τι να σου πω κοπέλα μου, μέχρι το ποτάμι που φτάσαμε, έλεγα συνέχεια το Πάτερ Ημών, Πάτερ ημών, συνέχεια, μου μάδιασε το στόμα μου με το Πιστεύω και με το Πάτερ Ημών και εγώ και η φιλενάδα μου. Η φιλενάδα μου έκλαιγε, φοβήθηκε, αλλά εγώ δεν έκλαψα, φοβήθηκα όμως, αλλά συνέχιζα το Πάτερ Ημών εγώ πιο πολύ από το Πιστεύω. Και μετά πήγαμε μέχρι το ποτάμι, κάτσαμε πήραμε μία ανάσα όρθιοι στο ποτάμι, γιατί φεύγαμε όλο αυτόν τον δρόμο τρέχοντας, δεν ανασάναμε πουθενά, και κάτσαμε εκεί στην άκρη στο ποτάμι, πήραμε μία ανάσα και φωνάζω εγώ: «Ω πατέρα! Ω πατέρα!». Και ο πατέρας μου ήταν στο άλλο το κτήμα πίσω από το ποτάμι και εγώ δεν τον είδα, γιατί η μάνα μου μας είπε σε εκείνο το κτήμα. Του λέω: «Πού είσαι;». «Για εδώ». «Πατέρα, φοβηθήκαμε, θα μας έτρωγε το φίδι! -του λέω- Πού είσαι;». Ήρθε ο πατέρας μου, μπήκε με τις μπότες μέσα στο ποτάμι, μας πήρε αγκαλιά, μας έβγαλε από το ποτάμι, γιατί έπρεπε να βγάζαμε τις κάλτσες και τα παπούτσια να μπαίναμε, όπως κάναμε την πρώτη φορά. Εγώ, να πω την αλήθεια, την πρώτη φορά τα έβγαλα και πήρα τη φιλενάδα μου κότσι και την πέρασα από το ποτάμι. Τη δεύτερη φορά μάς πήρε ο πατέρας μου, μπήκε με τις μπότες, βάζαν κάτι μπότες μακριές, μεγάλες, μας πήρε, μας πέρασε, του είπα όλη την ιστορία και λέει: «Παναγία μου, αυτό ήταν φάντασμα!». «Γιατί ωρέ πατέρα;», του είπα. «Γιατί στα παλιά τα χρόνια εκεί πάνω στον λόγγο μέσα -μου είπε- είχαν οι Χριστιανοί εκκλησία, την οποία τη λέγαν Αγία Σοφία και για αυτό το μέρος από εδώ -μου λέει- από την αριστερά μεριά είναι μία εκκλησία και το λένε Σοφίζα -μου είπε-, το λένε Σοφίζα, έχουνε βαφτίσει το μέρος. Και από την αριστερή και από τη δεξιά το λέγανε Σούτιλια. «Εμείς αυτό το κτήμα το έχουμε αγορασμένο -είπε- και δεν έχουμε προλάβει να το καθαρίσουμε να βρούμε την εκκλησία». Και ούτε την έχει καθαρίσει κανένας ακόμη ούτε και την έχει βρει κανένας μες τον λόγγο ακόμη την εκκλησία. Και αυτό το φίδι, είμαι 75 χρονών τώρα, δεν το ξανάδα ποτέ. Φοβήθηκα τόσο πολύ και, όταν το σκέφτομαι, φοβάμαι ακόμη, όταν το σκέφτομαι. Και όταν βρίσκω τη φιλενάδα μου μού το λέει: «Πολυξένη, το θυμάσαι αυτό που πάθαμε; Το θυμάσαι αυτό το φίδι;». «Το θυμάμαι, μην το λογοπιάνεις» ,της λέω εγώ. «Α, φοβήθηκες πιο πολύ από εμένα», μου λέει. «Όχι, εσύ κάθισες, που έκλαιγες», της είπα εγώ.
Και μετά επιστρέψαμε στο σπίτι;
Μετά επιστρέψαμε στο σπίτι, τα είπαμε όλα και στη μητέρα μου, στη μάνα μου, και τα είπαμε όλα εκεί, και όσες φορές περνάγαμε, γιατί τότες δεν είχαμε αμάξια, όσες φορές περνάγαμε για να πάμε στα άλλα τα κτήματα, γιατί είχε πολλά κτήματα ο πατέρας μου, εγώ δεν ήθελα να περάσουμε από αυτό το κτήμα, γιατί φοβόμουνα. Έλεγα στην αδερφή μου και στη νύφη μου: «Πάμε από εδώ, πάμε από εδώ για από εκεί θα μας βγει το φίδι», έλεγα εγώ. Και δεν πηγαίναμε. Και όταν παίρναμε εργάτες -ξέρεις τι είναι οι εργάτες- που ραντίζανε και μαζεύανε τις ελιές, τότες πηγαίναμε, αλλά εγώ δεν είχα πάει. Από τότε δεν έχω πατήσει σε αυτό το κτήμα καθόλου. Το έχω δει που περνάμε και με το αμάξι τώρα που έχει ο Σπύρος και πιο πρώτα που περνάγαμε με τα πόδια, περνάγαμε πολύ μακριά, 50 μέτρα μακριά, περνάγαμε από άλλο δρόμο, γιατί φοβόμασταν και αυτόν τον φόβο τον μεγάλο δεν το έχω πάθει ποτέ.
Η μητέρα σας τι σας είπε;
Είπε πώς δεν μας κατάπιε το φίδι. Γιατί αυτό ήταν όφι, όφι το έλεγαν παλιά. Πώς δεν μας κατάπιε, να μας κατάπιε, να μας έτρωγε.
Θα μας περιγράψετε λίγο πιο αναλυτικά, πώς ήταν αυτό το φίδι;
Το κεφάλι του θυμάμαι το είχε σαν κατσίκι με μάτια μεγάλα, με κέρατα μεγάλα και με φρύδια. Είχε κεφάλι σαν κατσίκι και τον κορμό του πια[00:10:00]νότανε, είχε τόσο πάχος, 20 πόντους, ήτανε τόσο, πολύ χοντρό!
Ήταν ψηλό, μακρύ;
Μακρύ πολύ, 2 μέτρα και, όσο είναι το κρεβάτι μου. Και όταν έφευγε, που γύρισα το κεφάλι από τον άλλο τον δρόμο που πήραμε για να δω αν ερχόταν πίσω μας ή όχι και το είδα μετά από 10 μέτρα, καταπελεκιόταν η ουρά του που έφευγε και το κορμί του που έφευγε κάτω. Δεν… θα το θυμηθώ, θα το…, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, θα το θυμάμαι πάντα αυτό, δεν το ξεχνάω. Καταπελεκιόταν «πα πα πα πα»! Τι ήταν αυτό Παναγία μου!
Τι χρώμα είχε; Θυμάστε;
Καφέ, το θυμάμαι, πώς δεν το θυμάμαι! Αφού το είδα σου λέω! Το είδα και το ξαναείδα, για να δω μήπως ερχόταν πίσω μας. Και καλά που πήρε τον δρόμο εκείνο που ήταν το κανονικό και δεν ήρθε τον δρόμο που πήγαμε κρυφτήκαμε εμείς.
Δηλαδή, το είδατε σε σταυροδρόμι; Σε ποιο ακριβώς σημείο;
Μες το κτήμα. Κατέβηκε από τον λόγγο και εγώ νόμιζα κατέβαινε ο πατέρας μου, που καθάριζε τις ελιές, και ήτανε το φίδι αντί να κατεβεί ο πατέρας μου. Και εμείς είχαμε σταματήσει στον πάτο σε μία ελιά, να σταματήσουμε να πάρουμε ανάσα που πήγαμε τον δρόμο εκεί. Και τι να δούμε, τι ήταν όλο αυτό που κατέβηκε από το λόγγο, από το βουνό, το λόγγο έτσι...
Το κτήμα αυτό βρίσκεται στο βουνό, βρίσκεται στην πλαγιά; Σε ποιο σημείο;
Όχι, έχει και πεζούλια, έχει και έτσι πλαγιά, έχει, έχει και δεξιά και αριστερά πλαγιά. Αυτό μάς ήρθε από την αριστερά πλάγια και εκεί μας είπε την ιστορία ο πατέρας μου, η οποία είναι παλιά εκκλησία εκεί μέσα. Τώρα τι έχει η εκκλησία εκεί δεν ξέρω.
Δηλαδή, το φίδι ερχόταν από το σημείο στο οποίο βρίσκεται-
Η εκκλησία-
Η εκκλησία-
Ναι-
Για την οποία μας λέτε;
Ναι, αλλά δεν το καθάρισε κανείς ακόμη αυτό το μέρος εκεί, για να δούνε πού είναι η εκκλησία που ήτανε παλιά, εδώ και 200 χρόνια που την είχαν οι χριστιανοί. Οι χριστιανοί τότες είχανε σπίτια στα κτήματα, γιατί εδώ στο χωριό μας ήτανε Τουρκοαλβανοί, στον μαχαλά κάτω ήταν Έλληνες και στα κτήματα, που είχαν σπίτι. Δεν είχαμε από εδώ πάνω.
Η εκκλησία για την οποία μας λέτε πότε χρονολογείται;
200 χρόνια και είναι μες στον λόγγο, δεν την άνοιξε κανένας να τη βρει, πού είναι ακριβώς να τη δει, να τη φτιάξει, χαλασμένη είναι; Τι είναι τώρα; Ποιος την είδε; Πρέπει να ανοίξουν τον λόγγο, για να τη βρουν την εκκλησία. Είναι… έχουνε βάλει και το μέρος Σοφίζα, επειδής λένε Άη Σοφία την εκκλησία, Σοφίζα, από εκείνη τη μεριά, όχι από τούτη τη μεριά, που είναι το κτήμα του πατέρα μου, που το έχει ο Μαραντόνας τώρα.
Σε ποιο σημείο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία ακριβώς; Δηλαδή το χωριό, πείτε μας λίγο για το χωριό, το χωριό-
Είναι στο… είναι στα κτήματα πέρα, από το ποτάμι πέρα.
Το χωριό δηλαδή χωρίζεται σε δύο μέρη;
Χωριζόταν σε δύο μέρη, τώρα όχι. Έχουν… το ’41 έκαναν πόλεμο, έχουν φύγει οι Τουρκοαλβανοί, έχουνε πάει στην Αλβανία, πού ξέρω πού πήγαν αλλού και δεν είναι εδώ. Μερικοί έχουνε μείνει, μερικά σπίτια. Λίγα στα Σύβοτα, λίγα στα… στην Πέρδικα, λίγα στον Βραχωνά, λίγα στο Πολυνέρι, εδώ στο χωριό μας δεν έμεινε κανένας, άφησαν τα σπίτια, ό,τι είχαν, φύγανε. Και τα πήρε το κράτος μετά και μετά από πολλά χρόνια τα μοίρασε στους Έλληνες, στους Τσάμηδες τους φτωχούς, που δεν είχαν σπίτια. Και τα κράτησαν και αυτοί πόσο τα κράτησαν, πήγαν στην Γερμανία και έκαναν δικά τους σπίτια και αυτά πέσανε. Τα έχουν κάμποσοι, αλλά έτσι.
Δηλαδή, μέχρι το ’41 το χωριό είχε… χωριζόταν σε δύο μέρη;
Ναι.
Πώς λέγονταν αυτά τα μέρη;
Μαχαλά και από εδώ πάνω το χωριό που είχαν οι Τουρκοαλβανοί, από εδώ πάνω, του… Αλβανοί αλλά ήτανε…
Στο επάνω μέρος…
Αλλά ήτανε… ήτανε Τουρκοαλβανοί τους λέγανε. Και στο πάνω μέρος δεν έμεινε κανένας εδώ στο χωριό μας, στο Πολυνέρι έμειναν, και είναι ακόμη στο Πολυνέρι, και στην Πέρδικα είναι, και στα Σύβοτα είναι, αλλά [00:15:00]δεν ξέρω τώρα άμα είναι και στην Παραμυθιά, αλλά δεν θυμάμαι καλά. Είναι... είναι. Και εδώ στο χωριό μας δεν έμεινε κανένας Τουρκοαλβανός, φύγανε και μείνανε τα σπίτια τους, τα μελίσσια τους, τα δέντρα τους, ελιές που είχανε. Και μετά το κράτος, δεν ξέρω τι έκανε, πήρε λεφτά; Τους έστειλε λεφτά στην Αλβανία και τους τα κράτησε, γιατί τα ζητάγαν αυτοί τα σπίτια και τα κτήματα. Και μετά, τούτοι τους έδωσαν λεφτά και μετά τα πήραν τα κτήματα και τα μοίρασαν στους φτωχούς και αυτουνούς από την Σέλλιανη, Κρυσταλλοπηγή, έχουν εδώ στο χωριό μας ελιές, και τους δώσανε. Όποιος είχε όμως κτήμα εδώ δεν τους έδωσε, στους φτωχούς έδωσε.
Τους θυμάστε εσείς αυτούς από τα παιδικά σας χρόνια;
Θυμάμαι. αλλά ήμουνα μικρή, 10 χρονών, που κάνανε… θυμάμαι που κάνανε τις μοιρασιές, θυμάμαι πώς βάζανε έτσι… που χωρίζανε, που τους δίνανε, «πού θα σου δώσω εσένα, πού θα σου δώσω το τάδε», αυτά έβλεπα.
Τι μοιρασιές έκαναν;
Δίνανε τα κτήματα που είχαν οι Αλβανοί εδώ και τα σπίτια. Αυτά. Και τα έχουνε τώρα ακόμη. Και μετά όσα μείνανε φέρανε από την Κρυσταλλοπηγή, από την Σέλλιανη, και δώσανε και σε αυτουνούς και τα έχουν ακόμη σήμερα εδώ. Κάμποσοι τα πούλησαν, κάμποσοι τα κράτησαν. Σου αρέσει να σ' τα πω;
Λοιπόν.
Ναι. Εδώ παλιά λέγανε, στο χωριό τον Αργυρότοπο, εδώ και 300 χρόνια τώρα, λέγανε ότι το μισό το χωριό ήτανε θάλασσα και το μισό το χωριό ήτανε σπίτια και ελιές και ζώα, τέτοια πράγματα. Και μια μέρα κατάπιε, κατάπιε το μέρος... τη θάλασσα όλη, μέχρι την Πλαταριά. Έγινε… Πώς το λένε αυτό που… όταν το καταπίνεις… που έκανε σε ένα μέρος στην τηλεόραση; Που το κατάπιε όλο, δεν έμεινε θάλασσα εδώ, ούτε στα χωράφια, έγιναν χωράφια και μέρος έτσι, έφυγε η θάλασσα, πήγε κάτω, στέρεψε. Και μετά το χωριό το δικό μας πήρε αυτός που ήτανε πρόεδρος του χωριού τότες παλιά, πήρε και γραμματέας, πήρε μια… μονόγερο, μονόγερο το έλεγαν τότες, τις τσάπες, και άνοιξε το... βάθυνε το ποτάμι και το βάθυνε για να πήγαιναν τα νερά του ποταμού κάτω στη θάλασσα, να μην ανοιγόταν άλλο στα χωράφια, για να είχανε χωράφια να βάζανε σιτάρια, καλαμπόκια, σουσάμια, κουκιά, τέτοια πράγματα οι παλιοί. Και δεν είχανε τρακτέρια και τέτοια πράγματα τότες, είχανε… παίρνανε δύο βόδια και υνί και οργώνανε και κάνανε να φάνε, να τρώγανε σιτάρι, καλαμπόκι, βρώμη, βαμβάκι, κουκιά, μπιζέλια, αρακά, φακές, τέτοια πράγματα. Δεν τα αγοράζανε, δεν είχανε τότες πού να αγοράσουν τέτοια πράγματα, τα κάνανε γιατί τα τρώγανε μόνοι τους. Και είχανε και μύλο και αλέθανε το σιτάρι, το καλαμπόκι το έκαναν αλεύρι και κάνανε και τρώγανε… που κάνανε ψωμί. Και μετά δεν είχανε δρόμο στο χωριό και μετά πήρανε κασμάδες, φτυάρια και κάνανε τον δρόμο σιγά σιγά σιγά μέχρι την Πλαταριά. Γιατί όταν ήτανε η θάλασσα πηγαίνανε με βάρκα και στην Ηγουμενίτσα, και με καραβάκι, και στην Ηγουμενίτσα και στην Κέρκυρα και στο Παξούς και στην Πλαταριά. Όταν στέρεψε η θάλασσα με τι να πηγαίνανε; Και πήρανε αναγκαστικά, μαζεύτηκαν το χωριό, αυτοί που ήτανε πιο μεγάλοι πήραν τους κασμάδες, πήραν τα φτυάρια και κάνανε δρόμο να πηγαίνανε στην Πλαταριά και να πηγαίνανε από εκεί με βάρκα στην Ηγουμενίτσα, στο… Κέρκυρα, στην πόλη. Γιατί δεν είχανε με τι να πάνε, γιατρό δεν είχανε, μόνο σ[00:20:00]το Μαργαρίτι. Αν αρρώσταινε κανείς και ήθελε γιατρό, πηγαίνανε παίρνανε τον γιατρό στο Μαργαρίτι ή τον πηγαίνανε στο Μαργαρίτι. Δεν είχαν γιατρό εδώ. Και μετά το κάνανε τον δρόμο, έναν μήνα ολόκληρο κάνανε δρόμο, και κάνανε… ένας άνθρωπος του χωριού ένα κάρο με το μουλάρι και πήγαινε στα χωράφια τους, τούς έπαιρνε το καλαμπόκι, τους έπαιρνε το σιτάρι και τον πληρώνανε 5 δραχμές, 2 δραχμές. Δεν δίναν πολλά λεφτά τότες ή έναν κουβά καλαμπόκι, έναν κουβά σιτάρι, τέτοια πράγματα. Και μετά ευχαριστηθήκανε που κάνανε τον δρόμο, γιατί δεν μπορούσανε, πώς θα περπατάγανε; Και από τότε είχανε μείνει πολύ καιρό δίχως δρόμο, χρόνο συν το χρόνο ανοίξανε και κάνανε δρόμο καλό, ερχόταν λεωφορείο μετά, ερχόταν κούρσες, τέτοια πράγματα που γίνανε μετά, γιατί δεν τα είχανε. Και εδώ στο χωριό μας δεν είχαμε ούτε φως ούτε νερό. Κάναμε πολλά χρόνια με λάμπες και με καντήλι, με φυτίλι, καντήλι με λάδι. Ρίχνανε λάδι, κάναν και φυτίλι με βαμβάκι και το είχανε, γιατί δεν είχανε… όχι ένα σπίτι, όλα τα σπίτια. Δεν είχε ρεύμα το χωριό. Και το ψωμί το κάναν οι γυναίκες με ξύλα μες στον φούρνο και το φαΐ το κάνανε πάλι με ξύλα στο… έξω με ξύλα, με ένα πυροστί, βάζαν την κατσαρόλα από πάνω και το φτιάχναν το φαγητό ή αλλιώς στον φούρνο, όταν ανάβαν τον φούρνο, κάνανε στον φούρνο. Γιατί δεν είχανε τότε σε φούρνους με ρεύματα ή με γκάζ ή μασίνες.
Για ποια χρονιά μιλάμε; Για ποια περίοδο;
Για πολλά χρόνια, εδώ και 100 χρόνια, πολλά χρόνια. Μετά γίναν όλα σιγά σιγά. Έγινε το φως, έφτιαξαν το νερό. Μετά πήρανε τα νερά τα μάσανε, κάνανε νερά. Όλα αυτά τα κάνανε πιο καλά. Είχανε κάνει παλιά και δύο γέφυρες στο χωριό, γιατί όταν έπιανε και έβρεχε είχαμε μεγάλο ποτάμι. Και κάνανε δύο γέφυρες παλιά το κράτος, και η μία η γέφυρα είναι ακόμη εδώ και μη πω και 100 χρόνια και η άλλη έπεσε, την πήρε το ποτάμι κάτω, έπεσε. Και μετά την ξανακάνανε μετά από πολλά χρόνια, την ξανακάνανε, είναι τώρα. Αλλά η μία που πρωτοκάνανε που είναι… είναι ακόμη, θα είναι 100 χρόνια και... Αλλά αυτή είναι με μεγάλο φόβο, πρέπει να την εγκαταστήσουν, για να μην πέσει, γιατί δεν ξέρεις καμιά φορά. Η μία έπεσε, αλλά την ξανακάνανε πάλι. Και όταν το ποτάμι αυτό το δικό μας βρέχει πολύ κάνει τόσο πολύ νερό που πηδάει πάνω από τις γέφυρες.
Πώς λέγεται αυτό το ποτάμι;
Κόκκινο ποτάμι, το κόκκινο ποτάμι. Γιατί το λένε κόκκινο; Γιατί, όταν πιάνουν οι βροχές και πέφτουνε νερά όλα τα μέρη από εκεί πάνω που έρχονται, αυτό κοκκινίζει και πολύ βρογκάει. Ακούγεται σε όλο το χωριό όλη τη νύχτα και όλη μέρα και κάνει μία εβδομάδα να χαμηλώσει, να πέσει το νερό, τόσο πολύ νερό πιάνει. Αλλά το καλοκαίρι στερεύει, δεν κρατάει, τον Αύγουστο δεν κρατάει, στερεύει. Λίγο κάπου γούρες, γούρες κρατάει και πηγαίνουν, πλένονται τα γουρούνια τα άγρια και πηγαίνει και κανένας σκοτώνει κρυφά. Αλήθεια.
Κυρία Πολυξένη, οι γέφυρες για τις οποίες μας είπατε, κυρίως για τη μία από τις δύο, σε ποιο σημείο βρίσκονται;
Κάτω στα ποτάμια.
Σε ποιο σημείο του χωριού; Είναι νότια; Είναι βόρεια;
Προς τα κάτω έτσι. Η μία είναι δεξιά και η άλλη προς τα κάτω, προς τα [00:25:00]κάτω. Πώς λέγεται αυτό; Δεν είναι από εδώ αριστερά, είναι προς τα κάτω. Η μία είναι έτσι δεξιά, η άλλη… πώς το λένε; Νότιο; Προς την Πλαταριά, πώς το λένε; Γιατί η αριστερά είναι από εδώ, από εδώ δεν έχουμε ποτάμι, έχουμε βουνό.
Η ιστορία που μας είπατε με το… με τη θάλασσα, μας είπατε ότι υπήρχε θάλασσα παλιά-
Ναι, εδώ και πολλά χρόνια-
Αυτήν την ιστορία από πού την έχετε ακούσει;
Από τη γιαγιά μου και τη λέγαν και πολλοί άλλοι εδώ στο χωριό. Είχαμε θάλασσα, λέει, και το κατάπιε η θάλασσα.
Είχε ζήσει δηλαδή αυτήν την περίοδο η γιαγιά σας;
Ναι, εγώ όχι, εγώ ό,τι έχω ακούσει λέω.
Τι άλλο θυμάστε να σας έλεγε;
Που είχανε πολλά ελαιόδεντρα εδώ και, όταν στέρεψε η θάλασσα και έφυγε, θυμάμαι και τούτο, έκανε πάρα πολύ μεγάλο σεισμό, ξεριζώθηκαν πάρα πολύ ελαιόδεντρα, ήταν μεγάλα, δεν τα κλαδεύαν τότες τα ελαιόδεντρα, τις ελιές, και ξεριζώθηκαν πάρα πολλά και άλλα δέντρα, έκανε μεγάλο σεισμό και μεγάλη ξηρασία. Το θυμάμαι και αυτό. Γιατί έλεγε η γιαγιά μου: «Ου! Μην κάνει κάνα σεισμό πάλι, όπως είχε κάνει τότες παλιά. Παναγία βόθεια!», έλεγε. Λέω και εγώ που έλεγε καλά η γιαγιά μου, όταν κάνει ξηρασία, κάνει σεισμό. Το έχω κρατήσει αυτό, γιατί όταν κάνει πολλή ξηρασία, κάνει πραγματικά σεισμό. Το έχω κρατήσει από μεγάλο. Και όταν είχε στερέψει η θάλασσα είχε μείνει σε πολλά μέρη λιμνούλες, οι οποίες κρατάγαν ψάρια και χέλια, και πηγαίνανε και μαζεύανε το καλοκαίρι του Άη Σωτήρος ψάρια και χέλια. Αυτό το θυμάμαι κι εγώ, γιατί είχα πάει και εγώ με τον πατέρα μου και την αδερφή μου. Είχαμε μάσει πολλά ψάρια και πολλά χέλια, τα οποία εγώ φοβήθηκα, τα νόμιζα φίδια. Φοβόμουνα. Τα μάζευε ο πατέρας μου με τον τενεκέ και έλεγα: «Ου! Παναγία μου, θα μας φάνε τα φίδια! -έλεγα εγώ- Μαζεύει ο πατέρας μας φίδια». Και μου έλεγε η αδερφή μου που ήταν πιο μεγάλη: «Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι, αυτά είναι χέλια, τα μαγειρεύει η μάνα και τα τρώμε, -μου έλεγε εμένα, όλος ο κόσμος τα τρώνε τα χέλια», μου έλεγε. Και είχανε μείνει πολλές λιμνούλες από τη θάλασσα, δεν είχαν στερέψει και είναι κάνα δυο ακόμη, ναι, τις οποίες πηγαίνουν το καλοκαίρι, βάζουν το τρακτέρ και παίρνουν το νερό και ποτίζουν τα τριφύλλια, τραβάν το νερό τους και το ρίχνουν στα τριφύλλια. Αλλά αυτό πηγάζει πάλι, δεν πάει δυο-τρεις μέρες πηγάζει, γιομίζει η λιμνούλα πάλι.
Κυρία Πολυξένη-
Ναι-
Θα ήθελα να επιστρέψουμε στην ιστορία πάλι με το φίδι-
Ναι-
Θα ήθελα να σας ρωτήσω, έχετε ακούσει και άλλους που… και άλλους να έχουν αντίστοιχη εμπειρία με ένα τέτοιο-
Ναι-
Τέτοιο φίδι;
Έχω ακούσει ο ψωμάς -πέθανε τώρα, έχει δέκα χρόνια- που ερχόταν, μας έφερνε το ψωμί. Είπε ότι είδε, ερχόταν προς τα πάνω και «φοβάμαι, τρέμω -λέει- και μες στο αμάξι που είμαι αυτό που είδα σήμερα δεν το είχα δει ποτέ!». «Τι είδες;», του είπα εγώ. «Φίδι με κέρατα, Πολυξένη, φίδι με κέρατα -λέει- μου πέρασε μπροστά -λέει- και έφυγε προς τα κάτω. Φοβήθηκα -λέει- Παναγία μου, τι ήταν αυτό;», λέει. Και του είπα εγώ: «Και εγώ έχω δει τέτοιο πράγμα, εσύ ήσουν μες στο αμάξι, αλλά εγώ ήμουν με τα πόδια», του είπα.
Σε αυτό το φίδι δίνετε κάποιο συγκεκριμένο όνομα, υπάρχει συγκεκριμένο…;-
Όφι τον λέγανε, έτσι το ονόμαζαν, όφι. Ο όφις είναι… σε καταπίνει, τον καταπίνει τον άνθρωπο. Έτσι λένε τώρα. Είχε πιει κανέναν, δεν έχει πιεί, δεν το γνωρίζω, αλλά αυτό το έχω ακούσει και από αυτόν.
Θυμάστε πότε ακριβώς το είδατε; Ποια εποχή ήταν;
Ήμουν σχολείο. Η εποχή ήτανε τα πρώτο…-
Ήταν άνοιξη;
Που πρωτοπήγαμε[00:30:00] σχολείο, που καθαρίζουν τις ελιές για να τις μάσουνε, τα πρωτοβρόχια; Πώς το λένε;
Οκτώβριο;
Οκτώβριο μήνα θα ήτανε, που ανοίγουν τα σχολεία που πηγαίνουμε και καθαρίζουμε τις ελιές, για να τις μάσουν. Τότε. Ήμουνα 9-10 χρονών.
Και ποια ώρα της ημέρας; Ήταν μεσημέρι, πρωί;
Τρεις η ώρα.
Το μεσημέρι;
Ναι. Τρεις η ώρα, τρεις με τρεισήμισι, δεν είχα ρολόι, δεν είχαμε ρολόι.
Και ο πατέρας σας τι σας είπε για αυτήν την εμπειρία που είχατε;
«Αυτό -λέει- μπορεί να φυλάει την εκκλησία. Είναι εκκλησία εκεί πάνω». Αυτό μας είπε: «Μπορεί να φυλάει την εκκλησία, γιατί -λέει- είχαμε εκκλησία εκεί πάνω, αλλά έπηξε -λέει- ήθελε καθάρισμα, δεν την καθάρισε κάνεις και έμεινε μες στον λόγγο η εκκλησία Άη Σοφία και λένε το μέρος από εδώ -λέει- Σοφίζα. Είχανε κάνει το μέρος όνομα Σοφίζα. Γιατί; Γιατί ήταν εκκλησία εκεί πάνω, περνάγαν ο κόσμος -λέει- εκεί στο μέρος και πήγαιναν στην εκκλησία και πήρε Σοφίζα το μέρος αυτό». «Μπορεί -λέει- να είναι στην εκκλησία, να φυλάει την εκκλησία», είπε ο πατέρας μου. Έτσι μας είπε: «Μη φοβόσαστε». Αλλά εμείς είχαμε φοβηθεί, τι θα πω ψέματα πως δεν είχαμε φοβηθεί;
Η φίλη σας πώς αντέδρασε; Τι σας είπε;
Φοβήθηκε και όταν με βλέπει μου λέει συνέχεια: «Θυμάσαι τι πάθαμε; Το θυμάσαι το φίδι; Πόσο φοβηθήκαμε και έκανες «Πάτερ ημών, Πάτερ ημών, Πιστεύω, Πιστεύω;». «Εσύ δεν έκλαιγες;», της λέω. Εγώ έλεγα το Πάτερ ημών και το Πιστεύω η καημένη. Αυτή έκλαιγε. «Αλλά καλά που με τράβηξες και πήγαμε άλλο δρόμο», μου είπε. Δεν πήγαμε τον δρόμο τον ίσιο, την τράβηξα, πήραμε άλλο δρόμο. Ήμουν πιο έξυπνη εγώ.
Μάλιστα. Κυρία Πολυξένη, σας ευχαριστώ πολύ.
Τίποτα, τίποτα, παρακαλώ.