«Σκουπίζαμε το τραπέζι από τα ψίχουλα για να τα φάμε»: Υπό βουλγαρική κατοχή
Segment 1
Η ζωή υπό βουλγαρική κατοχή – Καταστροφές, παιδομαζώματα και ρουφιάνοι
00:00:00 - 00:17:42
Partial Transcript
Καλησπέρα, πώς λέγεστε; Μαρίκα. Σήμερα είναι 27 Φεβρουαρίου 2021. Βρίσκομαι στην Καλαμάτα με την κυρία Μαρίκα, εγώ ονομάζομαι Χαράλαμπος…υμε. Κι όταν έγινε η απελευθέρωση, τους βγάλανε τότε, πήραν τα οστά τους και τα έθαψαν κανονικά. Έκαναν και τέτοια. Ο πόλεμος ήταν πόλεμος.
Lead to transcriptSegment 2
Βουλγαρικά στο σχολείο και βοήθεια μετά την Κατοχή
00:17:42 - 00:23:48
Partial Transcript
Την περίοδο που έφυγαν τα κατοχικά στρατεύματα, ήρθαν μετά από λίγο καιρό τα ελληνικά; Είδατε ελληνικό στρατό; Ναι. Είχαμε τον Εμφύλιο μετά…ο να κάνουμε το διερμηνέα. Τα παιδάκια. Από τις αδερφές μου ήξερα... ήμουν η μεγαλύτερη και τα είχα μάθει καλύτερα τα βουλγαρικά. Τα ήξερα.
Lead to transcriptSegment 3
Ο Εμφύλιος, η μετανάστευση στη Γερμανία και συμβουλές προς τους νέους
00:23:48 - 00:30:31
Partial Transcript
Είπατε ότι άρχισε να υπάρχει μια ανάκαμψη το 1948, αλλά τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε η λαίλαπα του Εμφύλιου πολέμου. Πώς επηρέασε... Τι ξεκίν…ώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη, κυρία Μαρίκα, να ‘στε καλά. Βέβαια εσύ μπορείς να το κάνεις τώρα, να το δουλέψεις εκεί να το... πώς είναι...
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα, πώς λέγεστε;
Μαρίκα.
Σήμερα είναι 27 Φεβρουαρίου 2021. Βρίσκομαι στην Καλαμάτα με την κυρία Μαρίκα, εγώ ονομάζομαι Χαράλαμπος Ανδριανόπουλος, έχουν τηρηθεί όλα τα μέτρα υγειονομικής ασφάλειας και ξεκινάμε τη συνέντευξη. Κυρία Μαρίκα, πόσων χρονών είστε;
Είμαι 85.
Επομένως γεννηθήκατε–
Το 1935.
Πού γεννηθήκατε;
Στην Καβάλα. Στη Χρυσούπολη Καβάλας.
Πώς θυμάστε τα πρώτα σας χρόνια εκεί;
Τα πρώτα μου χρόνια τα θυμάμαι δυστυχώς όλα, γιατί πέρασα πάρα πολύ άσχημα. Ήμουν 5 χρονών παιδάκι, όταν κατακτήθηκε η Ελλάδα από τους Γερμανούς. Αλλά από την πατρίδα μου πέρασαν για 15 μέρες μόνον οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί. Από εκεί μας παρέδωσαν, την Ανατολική Μακεδονία –Σέρρες, Δράμα, Καβάλα– στους Βούλγαρους. Είχαμε κατοχή βουλγαρική, σχολεία βουλγαρικά. Πήγα για δύο χρόνια στο βουλγαρικό σχολείο. Μιλάω πάρα πολύ λίγα βουλγαρικά, γιατί έχασα το βιβλίο, το πέταξα από το βάσανο που είχαμε, που περνάγαμε πολύ άσχημα, με πείνα, με δίψα. Δεν είχαμε φως, δεν είχαμε νερό στο σπίτι, είχαμε μία τρόμπα στους δρόμους, και όταν έκλεινε ο δρόμος και απαγορευόταν η έξοδος από το σπίτι μας, δεν είχαμε ούτε νερό να πιούμε, ούτε ψωμί να φάμε. Ψήναμε στη σόμπα το χειμώνα κουκιά και ρεβίθια, τρώγαμε, μικρά παιδιά. Σκουπίζαμε το τραπέζι από τα ψίχουλα, για να τα φάμε. Οι Βούλγαροι μας έκαναν μεγάλη ζημιά. Σκότωναν, βίαζαν, έπαιρναν τα παιδιά στο παιδομάζωμα, τα πήγαιναν στο εξωτερικό, όπως είναι η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, τα οποία βρέθηκαν μετά από πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Ήταν πάντα κυνηγημένη η ζωή μας. Θυμάμαι πάρα πολλά πώς περνάγαμε. Μας δίνανε κουπόνι για να φάμε φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί και δεν μπορούσαμε ούτε να το λαδώσουμε πουθενά. Μας μοίραζαν, μας έφερναν. Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Είχαμε καλαμπόκι, είχαμε σιτάρι, αλλά όταν ήταν ο καιρός να τα αλωνίσουμε, έβγαζες 100 οκάδες; Σου έλεγαν θα κρατήσεις μόνο τα 20, τα υπόλοιπα θα τα πάρει το κράτος. Τα έπαιρναν αυτοί. Και πηγαίναμε μετά στον έπαρχο εκεί, στο δήμαρχο που λέμε σήμερα –τότε τον έλεγαν έπαρχο το Βούλγαρο– να μας δώσει για να σπείρουμε καινούργιο καλαμπόκι. Αυτό ήταν πολλές φορές μούχλα, ούτε τρωγόταν, ούτε φυτευόταν. Πολλές φορές, επειδή μίλαγα τα βουλγαρικά εγώ, πήγαινα με τη μητέρα μου να ζητήσουμε μια χάρη να μας κάνει, να μας δώσει καλό καλαμπόκι ή καλό σιτάρι και μας έλεγαν: «Όχι, είναι καλό αυτό που έχετε». Αλλά είχαν... το μεγαλύτερο ρόλο τον έπαιζαν οι ρουφιάνοι. Μπορούσε κανένας Βούλγαρος να είναι λίγο καλός. Γιατί όταν χτυπούσε η σειρήνα και απαγορευόταν η έξοδος δεν είχαμε νερό. Βγήκαμε τα παιδάκια στο παράθυρο και φωνάζαμε ότι διψάμε. «Νερό! Voda! Voda!» φωνάζαμε. Αν ήταν καλός πήγαινε μας έφερνε μια κανάτα νερό. Αν ήταν κακός μας κλώτσαγε, δεν μας έδινε τίποτε. Θυμάμαι μια φορά μια ιστορία. Πήγα με τη μητέρα μου στον έπαρχο να ζητήσουμε να μας δώσουν καλαμπόκι κι ο ρουφιάνος έλεγε ότι έχουμε. Η μητέρα μου έλεγε: «Δεν έχουμε. Δεν έχω. Τι θα φυτέψω; Τι θα ταΐσω τα παιδιά μου;» Ο ρουφιάνος όμως δεν ήξερε ότι γω μιλούσα τα βουλγαρικά, και σε μια στιγμή τον ακούω να λέει στον έπαρχο: «Να πάμε να κάνουμε έρευνα». Τραβάω τη μητέρα μου από το φουστάνι και της λέω: «Μάνα, θα 'ρθούν στο σπίτι να κάνουν έρευνα. Θα μας σκοτώσουν όλους!» Γυρίζει η μητέρα μου και μου λέει: «Στου βοδιού το κέρατο να ψάχνουν, δεν θα το βρουν». Ήρθαν, έψαξαν, δεν βρήκανε τίποτε και γυρίζει ο βοεβόδας και του λέει: «Φτου σου, είσαι και Έλληνας! Τι είναι αυτά που κάνεις; Αφού δεν έχουν οι άνθρωποι». Πολλές φορές ο πατέρας μου ερχόταν με παρέες, κρυβόταν στο υπόγειο και είχαν όπλα. Βλέπουμε μια μέρα δίπλα απ’ το σπίτι, και γινόταν έρευνα για όπλα. Η μητέρα μου τα [00:05:00]έχασε, τρελάθηκε. Ήμασταν 4 παιδιά. «Ελάτε γρήγορα εδώ», μας λέει. Παίρνει μια λεκάνη νερό, μια πετσέτα, κάνει ότι λιποθυμάει και βάζει τα όπλα κάτω από το στρώμα –τότε καλά κρεβάτια δεν είχαμε, ήταν ξύλινα τα κρεβάτια μας– και ξάπλωσε πάνω και έκανε την άρρωστη κι εμείς τα παιδιά κλαίγαμε. Έρχεται ο Βούλγαρος με το ρουφιάνο και να λέει: «Να, να, μαλάρια, μαλάρια», έλεγε ο Βούλγαρος. «Όχι, ψέματα το κάνει», έλεγε αυτός. Η μάνα μου, από τη στενοχώρια της, από την τρομάρα της, λιποθύμησε στ’ αλήθεια, δεν έκανε ψέματα μετά, αλλά τη γλιτώσαμε πάλι. Αλλά του έδωσε μια κατάρα αυτουνού, του ρουφιάνου, να μη δει ποτέ την οικογένειά του, να πεθάνει στην εξορία. Και πέθανε στην εξορία. Δυστυχώς, έτσι ήταν η ζωή. Πολλές φορές, για τα παιδιά... γιατί εμείς είχαμε και οικογένειες, δεν ήταν μόνον ο στρατός, οι Βούλγαροι ήρθαν να κατοικήσουν στην Ελλάδα, στην Ανατολική Μακεδονία. Φέρανε τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, και κάθισαν εκεί. Πολλές φορές, τα παιδιά μας χτυπούσαν, μας βρίζανε, όμως πηγαίναμε στους γονείς τους και το λέγαμε. Αν ήταν καλοί μας υποστήριζαν, αν δεν ήταν καλοί μας άφηναν και φεύγαμε. Και στη Δράμα, στο Δοξάτο της Δράμας, βάλανε εκατό γυναικόπαιδα, άμαχο πληθυσμό, τα βάλανε φωτιά μέσα στην εκκλησία, και τα κάψανε ζωντανά, μέσα στην εκκλησία. Βγήκε ένα τραγούδι τότε, για το Δοξάτο που έλεγε, για το τραγούδι, τη Δράμα και τις Σέρρες. Όλο τα ίδια γινόντουσαν. Είχαμε μεγάλο καημό πότε θα γίνει η απελευθέρωση. Όταν όμως έγινε η απελευθέρωση, εκείνη την ημέρα εμείς φύγαμε όλοι στο βουνό, γιατί φοβόμασταν. Όλοι στο βουνό πήγαμε, περάσαμε τον Νέστο, το ποτάμι, μέχρι το λαιμό, και πιάναμε, και ο στρατός μας φώναζε: «Ήρεμα, ήρεμα! Να πηγαίνετε καλά». Γυρίσαμε μετά από 3 μέρες. Δεν άφησαν τίποτε από τα σπίτια, τα λεηλάτησαν όλα. Και πήραν πολλά παιδιά στο Παραπέτασμα, τα οποία βρέθηκαν. Ένα θείο μου, τον πήρανε και τον βρήκαμε μετά από 50 χρόνια στα Σκόπια. Τον βρήκαμε το θείο μου, αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω κι αυτός, γιατί παντρεύτηκε κι έμεινε εκεί. Δεν μπορούσε να γυρίσει, δυστυχώς. Μια συμμαθήτριά μου, την πήραν, έβαλαν, την πήραν ήταν μοναχοκόρη και το πήραν, οι γονείς της πέθαναν, ούτε τη βρήκαμε ξανά την κοπέλα. Τότε που έγινε ο διωγμός και πήγαμε στο βουνό, έκαψαν το χωριό μας ολόκληρο. Όσους πρόλαβαν και κάηκαν, όσους έπιασαν την αστυνομία, τα έκαψαν όλα. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Είχαμε τους Βούλγαρους εμείς, οι οποίοι ήταν πιο κακοί. Κάψανε ένα χωριό της Χρυσουπόλεως κι όταν έφυγε η Κατοχή, ήρθαν αυτοί και έμειναν σ’ αυτά τα σπίτια που είχαν κάνει οι Βούλγαροι, και λέγεται Βουλγάρικος Συνοικισμός στο χωριό μου. Αυτά τραβήξαμε. Πείνα, διωγμός, δίψα και λεηλασία, τίποτε άλλο. Μικρά παιδιά.
Είχατε προλάβει να πάτε σε ελληνικό σχολείο;
Πήγα στο σχολείο μετά, όταν έφυγαν. Τελείωσα και το σημερινό Λύκειο, το τότε οκτάξιο, και ήμασταν πάντα έτοιμοι. Κι όταν γινόταν με την Κύπρο εμείς ξεσηκωνόμασταν, τα παιδιά. Μετά την Κατοχή, που ήρθε... και ηρέμησαν τα πράγματα, βγήκε το τραγούδι, «Μακεδονία ξακουστή, του Αλεξάνδρου η χώρα, που έδιωξες τους Βούλγαρους κι ελεύθερη είσαι τώρα. Οι Μακεδόνες δεν μπορούν να ζούνε σκλαβωμένοι, όλα κι αν τα χάσανε, η λευτεριά τους μένει».
Υπήρχε κάποιο συσσίτιο;
Συσσίτιο είχαμε πάντα. Και όταν έφυγαν οι Βούλγαροι είχαμε συσσίτιο πάλι. Είχαμε το σταφιδόψωμο, είχαμε το γάλα σκόνη που μας δίνανε, είχαμε το συσσίτιο. Αλλά τι να το κάνεις; Ξυπόλυτα, χειμώνας καιρός, με το χιόνι να είναι 30-40 πόντοι το χιόνι, και να πηγαίνεις ξυπόλυτη, με τσόκαρα, στο σχολείο. Δεν είχαμε μέσο να πάμε, όλο με τα πόδια[00:10:00]. Δεν είχαμε να ντυθούμε. Όταν έγινε η Απελευθέρωση, ήρθαν ακόμα και από την Ολλανδία, μας έφεραν ρούχα και μας μοιράζανε. Μικρή ήμουν τότε, δεν είχα πάει γυμνάσιο ακόμη. Στο δημοτικό πήγαινα. Κάθισα όλη τη νύχτα για να μπορέσω να πάρω ένα παλτό. Όλη τη νύχτα, γιατί πηγαίναμε όλα μαζί τα παιδάκια να πάρουμε με τη σειρά, και μέχρι να προβάρεις το παλτό, αν σου κάνει, το φόρεμα, όλα αυτά, στις 2:00 η ώρα πήγα στο σπίτι μου. Και ερχόντουσαν, σε όλη την Κατοχή, παιδιά από χωριά που δεν είχαν σιτάρι, δεν είχαν καλαμπόκι. Αλλά είχαν παραγωγή μόνον καπνό. Τι να φάνε με τον καπνό; Ερχόντουσαν 8 χρονών παιδάκια, χωρίς φως, να μην έχει ούτε ο δρόμος φως, νύχτα τα χωριά τους, για να ζητιανέψουν ένα κομμάτι ψωμί, να το πάνε στους γονείς τους να φάνε. Πολλά παιδάκια σε παρακαλούσαν: «Βάλτε μου να κοιμηθώ στο στάβλο, βάλτε με να κοιμηθώ στον αχυρώνα. Πού να πάω να κοιμηθώ έξω στο δρόμο;» Πού να πήγαινε το παιδάκι; Τα βάζαμε και κοιμόντουσαν μέσα στα σπίτια μας, για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμάκι, για να πάνε το πρωί στο χωριό τους, να φάνε τα αδέρφια τους τα άλλα, τα μικρότερα, και οι γονείς. Τι να έτρωγαν αυτά τα παιδιά;
Η Χρυσούπολη, σε θέματα πληθυσμού, ήταν κεφαλοχώρι;
Ήταν κεφαλοχώρι, ήταν δήμος από τότε. Ήταν κεφαλοχώρι. Σήμερα έχει 25-30 χιλιάδες κατοίκους.
Και ο έπαρχος, ο Βούλγαρος έπαρχος είχε ως κέντρο τη Χρυσούπολη;
Είχε κέντρο τη Χρυσούπολη.
Επομένως ήταν σταθερή η παρουσία βουλγαρικών στρατευμάτων.
Ναι, βέβαια σταθερή. Βέβαια. Δεν μπορούσες να κουνηθείς, καθόλου. Πού να πας; Αλλά ήταν οι... αυτοί που έκαναν... Ο Βούλγαρος δεν ήξερε ποιος είμαι εγώ, αν είχα ή δεν είχα. Το έλεγε άλλος, γιατί σε είχε μανία, σε είχε έχθρα, σε είχε μίσος και σε κάρφωνε ότι έχεις. Είχαμε έναν ο οποίος ήταν βουλγαρόφωνος, ήταν στο μύλο, αλλά ήταν πάρα πολύ καλός άνθρωπος. Πήγαινες με 100 κιλά –οκκάδες τότε είχαμε– να αλέσεις και σου έλεγε: «Αν έχεις, φέρε ακόμα 100, δεν θα σε καρφώσω. Να φάνε τα παιδάκια σου ψωμί». Κι όταν έφυγε κι ελευθερωθήκαμε, όλο το χωριό πήγε σύσσωμο να τον υποστηρίξει αυτόν που ήταν στο μύλο, γιατί σε βοηθούσε. Υπήρχαν και τέτοια πράγματα, αλλά τη ζημιά την έκαναν οι άλλοι, οι μισούντες. Και σήμερα, υπάρχει, βέβαια παντού. Το καρφί είναι πάντα καρφί.
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν συντοπίτες σας;
Συντοπίτες. Συντοπίτες.
Και ζούσαν σταθερά στην περιοχή;
Ζούσαν σταθερά, και είχαν τα μέσα.
Και δεν απέκρυπταν την ταυτότητά τους. Φανερά υποστήριζαν...
Τους ξέραμε.
Αυτοί, μετά την υποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων–
Τους πήγαν στα Γιούρα μετά.
Γιούρα;
Στα Γιούρα, στο νησί τους πήγαν. Άλλοι αθωώθηκαν, άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πέθαναν, άλλοι έφυγαν στο Παραπέτασμα. Όσοι πρόλαβαν, έφυγαν. Όσοι δεν πρόλαβαν έμειναν εκεί. Αλλά τους ξέραμε.
Για πόσο... Για πόσο διάστημα θυμάστε τους Βούλγαρους;
Τέσσερα χρόνια. Δηλαδή από το ’40, το ’48 συνήλθαμε. Το ’48 συνήλθαμε.
Πέρασαν επομένως τέσσερα χρόνια αφότου έφυγαν οι Βούλγαροι για να πείτε ότι αρχίσατε να ανακάμπτετε.
Ναι. Να ψάχνουμε να βρίσκουμε τους χαμένους ανθρώπους. Πήραν πάρα πολύ κόσμο.
Τον θείο σας πώς τον βρήκατε στα Σκόπια;
Τον βρήκαμε μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Μέσω Ερυθρού Σταυρού τον βρήκαμε. Αλλά είχε οικογένεια, δεν μπορούσε να ’ρθεί. Να σας πω και... Στο ξενοδοχείο ήρθε πέρσι ένας ο οποίος μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Του λέω: «Πώς μιλάς τόσο άπταιστα ελληνικά, αφού είσαι στη Βουλγαρία;» Και μου λέει: «Ήταν ο παππούς μου Έλληνας, από την Ορεστιάδα». Γιατί εμείς ήμαστε στα σύνορα, δεν ήμαστε μακριά. Όταν μεγάλωσα εγώ και πήγα στο[00:15:00] γυμνάσιο έγινα Φίλη του Στρατού. Δηλαδή: ο στρατός τότε δεν είχε πουλόβερ, γάντια, κουκούλες, κάλτσες, κι εμείς ήμαστε μικρά παιδιά εμείς και πλέκαμε στο χέρι, για να πάμε στο στρατό, και πηγαίναμε στα βουλγαρικά σύνορα. Ήμασταν Φίλοι του Στρατού. Καθόμασταν παιδάκια και πλέκαμε, κάναμε δουλειές. Είχε πολύ χιόνι εκεί, πολύ το βουνό εκεί ψηλά, η Γλαύκη. Όλα τα Πομακοχώρια εκεί είναι στα σύνορα, κι η Ορεστιάδα ακόμα πιο σύνορα. Είναι και ο Έβρος και ο Νέστος, τα οποία πηγάζουν τα ποτάμια αυτά από τη Βουλγαρία κι έρχονται στην Ελλάδα. Και η Ορεστιάδα έχει και τα τουρκικά σύνορα, δεν έχει μόνο τα βουλγαρικά, και τα τουρκικά σύνορα. Στις Καστανιές.
Είχα διαβάσει για το Δίστομο, ότι έχει υποστεί τρεις καταστροφές, τρεις ανείπωτες σφαγές, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μέσα σε περίπου 20-30 χρόνια.
Να σας πω για τις σφαγές; Ο νονός μου, που με βάφτισε, είχε τρία παιδιά κι αυτός. Σ’ όλη την Κατοχή ήταν στη... στο βουνό. Ήταν στο βουνό. Ε, είπαμε ελευθερωθήκαμε και γύρισε πίσω. Όταν γύρισαν πίσω όμως, γίνεται ο Εμφύλιος. Γίνεται ο Εμφύλιος Πόλεμος. Εκεί τραβήξαμε τα δεινά, στον Εμφύλιο Πόλεμο. Το νονό μου με τρεις άλλους τους έριξαν ζωντανούς, αφού τους έβγαλαν τα νύχια, τα δόντια, τα μάτια, τους έριξαν ζωντανούς μέσα σε πηγάδι και δεν τολμούσαμε να πάμε να τους βγάλουμε να τους κηδέψουμε. Και τους βγάλαμε το ‘48.
Πόσα χρόνια μετά, δηλαδή;
Μετά τέσσερα χρόνια. Τους βγάλαμε μετά τον Εμφύλιο και τους κηδέψαμε. Κι ακόμη πέντε άτομα... οι Βούλγαροι είχαν σκοτώσει πέντε άτομα μαζεμένα και τα έθαψαν στον ίδιο τάφο, σ’ ένα βουνό. Ξέραμε όλοι πού ήταν το... θαμμένοι, αλλά δεν μπορούσαμε να πάμε να τους βγάλουμε. Κι όταν έγινε η απελευθέρωση, τους βγάλανε τότε, πήραν τα οστά τους και τα έθαψαν κανονικά. Έκαναν και τέτοια. Ο πόλεμος ήταν πόλεμος.
Την περίοδο που έφυγαν τα κατοχικά στρατεύματα, ήρθαν μετά από λίγο καιρό τα ελληνικά; Είδατε ελληνικό στρατό;
Ναι. Είχαμε τον Εμφύλιο μετά, ήταν...
Σας έφεραν εφόδια, σας έφεραν φαγητά ίσως;
Ποιος να μας φέρει;
Ο στρατός.
Όχι, δεν μας έφεραν.
Κάποια ανθρωπιστική βοήθεια από το εξωτερικό, όπως Άγγλοι;
Όπως οι Αμερικάνοι, οι Ολλανδοί, μας στέλνανε ρούχα, τέτοια πράγματα. Μας έστειλαν, μετά τον πόλεμο βέβαια, μας έστειλαν. Σου λέω, κάθισα όλη τη νύχτα για να πάρω ένα παλτό. Να πάρω ένα παλτό. Όλη τη νύχτα καθόμουν έξω από τις αποθήκες, για να πάρω το παλτό. Ήταν τότε ο... Βάντερπλαντς τον έλεγαν αυτόν τον Ολλανδό, που έφεραν τα ρούχα. Να πάρουμε.
Αντιμετωπίζατε καθημερινά–
Καθημερινά ήταν αυτά.
καταστάσεις βίας μέσα στους δρόμους;
Στους δρόμους; Φώναζαν οι σειρήνες... σειρήνα, να κλειστούμε μέσα. Αν έβγαινες έξω, μπορεί να σε τουφεκίζανε.
Γινόταν κάποια συγκεκριμένη ώρα αυτό;
Βέβαια. Φώναζε η σειρήνα και έπρεπε να μπεις μέσα, ό,τι ώρα κι αν ήτανε. Έπρεπε να την ακούσεις ξανά για να βγεις. Αν είχες νερό, έπινες. Δεν είχες νερό, ήσουν... καθόσουν διψασμένος, δεν έβγαινες. Απαγορευόταν, δεν μας άφηναν να βγούμε έξω. Αν έβγαινες, μπορούσαν να σε τουφεκίσουν, να σε σκοτώσουν.
Θυμάστε κάποιο φαινόμενο στο οποίο να ήσασταν εσείς μάρτυρας και κάποιος Βούλγαρος στρατιώτης εκείνη την ώρα να πυροβολεί κάποιον ή να τον συλλαμβάνει;
Όχι, δεν είδα τέτοιο πράγμα, αλλά μου έτυχε ένα εμένα. Είχαν πάει οι γονείς μου στο χωράφι. Εμείς ήμασταν μικρά παιδιά και είχε ζυμώσει η μητέρα μου, είχε βάλει το ψωμί στο φούρνο. Χωριάτικο φούρνο. Και μου είπε, όταν [00:20:00]βγει το ψωμί, να πάω στο χωράφι ψωμί. Πήρα στο καλάθι το ψωμί και ντομάτα, τι ήταν εκεί, να πάω στο χωράφι. Με βρίσκει ένας νεαρός στο δρόμο, Βούλγαρος, και μου λέει: «Τι έχεις στο καλάθι;» Του λέω: «Έχω ψωμί και πάω στους γονείς μου». «Φέρ’ το εδώ». «Όχι», του λέω, «εσύ έχεις ψωμί. Εγώ θα το πάω στον πατέρα μου, στη μητέρα μου, είναι νηστικοί, να φάνε». «Φέρ’ το εδώ», μου λέει. Μου πήρε το καλάθι, με χτύπησε πολύ άσχημα και ποδοπάτησε το καλάθι μου και το ψωμί. Πήγα κλαίγοντας στους γονείς μου και όταν γύρισα το βράδυ πήγα στον πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός και καθόταν απέναντι απ’ το σπίτι μας, γιατί όπως ήταν η σειρά απ’ τα σπίτια, μας είχαν βγάλει, τους Έλληνες, απ’ τη μία μεριά, μας έβαλαν απ’ την άλλη, αυτοί κάθονται κυρίες, σε κάθε σπίτι μόνοι τους, μία οικογένεια, κι εμείς καθόμασταν 2-3 οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Του λέω: «Σήμερα ο γιος σου μού έκανε αυτό το πράγμα». Ήταν πάρα πολύ καλός όμως άνθρωπος και μου λέει: «Από αύριο θα έρχεσαι στο στρατόπεδο και θα παίρνεις συσσίτιο. Πριν πάρει στρατιώτης, θα παίρνεις εσύ φαγητό απ’ το μάγειρα». Κι αυτό έκανα.
Ο γιος του, που σας συμπεριφέρθηκε μ’ αυτό τον άσχημο τρόπο, ήταν κι αυτός παιδί;
Παιδί ήταν κι αυτός, ήταν 18 χρονών όμως, παλικάρι. Ο πατέρας του όμως τον μάλωσε πολύ βαριά, του έκανε τιμωρία. Ο πατέρας του ήταν πολύ καλός. Όταν έγινε ο διωγμός, έκλαιγε, δεν ήθελε να φύγει αυτός. Δεν ήθελε να φύγει. Έκλαιγε.
Είναι όπως το είπατε. Ήρθαν με σκοπό να μείνουν.
Ήρθαν με σκοπό να μείνουν. Γι’ αυτό είχαμε παπάδες Βούλγαρους, οι εκκλησίες μας δηλαδή έψελναν βουλγαρικά –γιατί είναι ορθόδοξοι κι αυτοί– και σχολεία είχαμε βουλγαρικά, με Βούλγαρους δασκάλους. Μαθαίναμε τα βουλγαρικά. Αλλά επειδή είχα τόσο μίσος για τους Βούλγαρους πέταξα το βιβλίο μου. Αν το κράταγα, ίσως να μιλούσα ακόμα καλά τα βουλγαρικά.
Στο σχολείο, στην πλειοψηφία σας ήσασταν Ελληνόπουλα;
Ναι, βέβαια. Ήταν και τα Βουλγάρικα [Βουλγαράκια], αλλά ήταν και τα Ελληνόπουλα. Αφού ήμουν 7 χρονών, έπρεπε να πάω σχολείο.
Επιτρεπόταν η ομιλία στα ελληνικά εντός σχολείου;
Όταν δεν τα ξέραμε, δεν μιλούσαμε βουλγαρικά, τι να πούμε; Αλλά μαθαίναμε βουλγαρικά στο σχολείο μου.
Δηλαδή υπήρχε περίπτωση κάποιος Βούλγαρος δάσκαλος να–
Όχι, δεν σε μάλωνε. Προσπαθούσε να σου μάθει τα βουλγαρικά. Μάθαινες τα βουλγαρικά. Οι γονείς μου δεν ήξεραν βουλγαρικά. Δηλαδή οι γονείς δεν ήξεραν ούτε ελληνικά γράμματα, γιατί κι αυτοί ήταν πρόσφυγες απ’ την Κωνσταντινούπολη και δεν ήξεραν. Ο πατέρας μου ας πούμε ήρθε το ‘22 απ’ την Κωνσταντινούπολη. Δεν ήξεραν, ούτε σχολείο δεν είχανε πάει, ήταν με τους Τούρκους εκεί, σχολείο δεν είχαν πάει καθόλου, ήταν αγράμματοι. Ποιος θα μας μάθαινε τα βουλγάρικα; Στο σχολείο τα μαθαίναμε. Όταν έρχονταν να κάνουν μια έρευνα στο σπίτι σου, αν έχεις όπλα ή αν κρύβεις κάτι, ξέρω γω, αν έχεις κάποιον που ήταν στο βουνό και να τον κρύβεις, φώναζαν τα παιδιά που ήμασταν στο σχολείο να κάνουμε το διερμηνέα. Τα παιδάκια. Από τις αδερφές μου ήξερα... ήμουν η μεγαλύτερη και τα είχα μάθει καλύτερα τα βουλγαρικά. Τα ήξερα.
Είπατε ότι άρχισε να υπάρχει μια ανάκαμψη το 1948, αλλά τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε η λαίλαπα του Εμφύλιου πολέμου. Πώς επηρέασε...
Τι ξεκίνησε;
Το χάος του Εμφυλίου.
Ο Εμφύλιος εκεί ήταν το χειρότερο.
Εκεί ήταν χειρότερο;
Εκεί δεν ήξερες από πού να κρυφτείς. Εντάξει, ο Βούλγαρος, κρυβόσουν. Αν ήσουν Έλληνας, τι να κρυφτώ; Πώς να κρυφτώ, σε σένα; Δεν μπορούσα να κρυφτώ, με ήξερες. Αυτό ήταν το χειρότερο, γιατί δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς. Ένας ήσυχος άνθρωπος δεν μπορούσες να φυλαχτείς. Η μητέρα μου είχε φέρει κάτι τιμαλφή απ’ την Κωνσταντινούπολη που ήρθε, κι όταν έγινε ο Εμφύλιος, φύγαμε στο βουνό εμείς, αυτοί μπήκαν στα σπίτι και τα λεηλάτησαν. Δεν άφησαν τίποτα. Είχαμε κάτι σκουλαρίκια, κάτι δαχτυλίδια, η μητέρα μου απ’ τη μητέρα της. Ήρθαν στην Ελλάδα και μέσα σε 2-3 χρόνια, από το ’22 που ήρθαν, σε λίγα χρόνια έχασαν τους γονείς τους, από [00:25:00]τις περιπέτειες. Η μητέρα μου ορφάνεψε από πατέρα και από μητέρα 9 χρονών κι έμεινε στο δρόμο, μόνη της. Και τα φύλαγε η γυναίκα. Μετά, μπήκαν αυτοί μέσα και τα πήραν όλα, δεν άφησαν τίποτε. Οι χειρότεροι ήταν αυτοί με τον Εμφύλιο.
Γίνονταν συγκρούσεις κι εντός του χωριού;
Ε, βέβαια.
Ακούγατε πυροβολισμούς;
Ναι. Όταν μπήκαν το πρώτο βράδυ στο χωριό, που έγινε, σκότωσαν το βουλευτή στο χωριό μας.
Ποιοι συγκεκριμένα; Από ποια πλευρά;
Οι εμφύλιοι. Τώρα τι ήταν, παιδιά εμείς, δεν ξέραμε. Και φώναζαν. Ερχόντουσαν παιδιά στη γειτονιά και φωνάζανε: «Όχι εδώ, όχι εδώ! Εδώ είναι φτωχολογιά!» Ήμασταν αγρότες εμείς. Λεηλάτησαν τα μαγαζιά μέσα. Μαγαζιά, τα λεηλάτησαν. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο. Θα ξανάρθει πείνα, όπως φαίνεται με τον κορονοϊό αυτόν. Θα ξανάρθει πείνα.
Τι θα λέγατε πως... την... τους νέους του σήμερα; Τη γενιά; Αυτή τη νέα γενιά;
Η νέα γενιά να προσγειωθεί και να συμμορφωθεί, γιατί έχουμε ξεσαλώσει όλοι. Να προσγειωθεί. Να πάει στο σχολείο, όπως πηγαίνουνε, να μάθουν γράμματα. Και εργάτης να είναι, γράμματα να ξέρει. Να ξέρει να φερθεί, να είναι ευγενικός ο νέος. Και δεν πειράζει, ας είναι εργάτης. Γράμματα να ξέρει, πώς να μιλήσει. Εμείς ήμασταν αγράμματα. Να σου πω ότι το ‘60 πήγα στη Γερμανία και δούλεψα εργάτισσα στη Γερμανία; Όταν ξέρεις γράμματα προοδεύεις. Εγώ πήγα στη Γερμανία και με τον πρώτο μήνα παθαίνω ένα ατύχημα. Μου πήρε η μηχανή το χέρι, παρά τρίχα να μου το κόψει. Είχαμε ένα διερμηνέα, ο οποίος ήταν κι αυτός φοιτητής, στην πόλη που ήμουνα, είχε κολλέγιο, κι ήρθαν εκεί να μου πάρουν πόσο στοιχίζει, δηλαδή τι έπαθα, που πήρε η μηχανή την μπλούζα μου, την έκοψε. Σε ένα μήνα, μου έρχεται ένα χαρτί κι εγώ δεν ήξερα να διαβάσω γερμανικά, ήμουν λίγο καιρό στη Γερμανία. Λέω το διερμηνέα: «Τι λέει αυτό το χαρτί;» Διαβάζει ο διερμηνέας το χαρτί, μου λέει: «Χρωστάς 150 μάρκα». «Από πού τα χρωστάω; Εγώ τώρα ήρθα. Πώς τα χρωστάω; Ό,τι μου δίνει το εργοστάσιο, αυτά παίρνω». Αλλά είχα μαζί μου ένα λεξικό άνευ διδασκάλου. Κάθισα όλη τη νύχτα –γιατί ήξερα τα λατινικά– και κάθισα όλη τη νύχτα μία μία λέξη, έβγαλα ένα συμπέρασμα: μου χρωστάνε για το ατύχημα που έπαθα, 150 μάρκα. Πάω το πρωί και του λέω: «Έλα δω, ρε Κωστάκη μου. Χρωστάω ή μου χρωστάνε;» «Σου είπα, χρωστάς». «Δεν χρωστάω», του λέω. «Μου χρωστάνε 150 μάρκα για τη ζακέτα μου. Αμ δεν μου το έλεγες να πω ότι την πήρα πιο ακριβά; Δεν μου το ’λεγες;» Έτσι είναι. Κι οι άλλες κοπέλες, που ήμασταν παρέα, δεν ξέρανε γράμματα. Όταν θέλανε κάπου να πάνε, πήγαινα εγώ και τις έκανα το διερμηνέα γιατί, μέσα σε 6 μήνες έμαθα να μιλάω γερμανικά.
Εν ολίγοις στα 30 σας γνωρίζατε, εκτός των ελληνικών, και μια στοιχειώδη γνώση των βουλγαρικών, και είχατε μάθει μόνη σας γερμανικά για να επικοινωνείτε.
Στο τέλος είχα φτάσει, όταν κάναμε τις φορολογικές δηλώσεις, ερχόντουσαν σε μένα να κάνουν φορολογική. Γιατί δεν ήξεραν, οι γυναίκες ήταν αγράμματες. Για αυτό τα γράμματα είναι καλά, κι εργάτης αν είσαι. Αρκεί να είσαι καλός άνθρωπος. Να μην είσαι ψεύτης, να μην είσαι κλέφτης. Φτωχός; Φτωχός, αλλά καλός. Να μην ξεσαλώνουμε, να μη γυρίζουμε το βράδυ. Κυκλοφορεί πολύς κόσμος κακός. Τι γίνεται τώρα, τι λένε εκεί, με τις παρενοχλήσεις αυτές; Μικρά παιδιά, να τα παρενοχλούν; Επιτρέπεται; Αυτό δεν το κάνουν ούτε οι εχθροί, αυτό το πράγμα. Πρέπει να προσέχουμε. Να μην μπορεί να κυκλοφορήσει το παιδί έξω; Επιτρέπεται; Μάθανε τώρα όλη τη νύχτα με έναν καφέ να γυρίζουν έξω. Εκεί απαγορευόταν τότε, εμείς[00:30:00]. Νύχτα δεν προχωρούσαμε. Με το ηλιοβασίλεμα, μέσα. Βέβαια υπήρχε ο έρωτας, δεν μπορούμε να πούμε να μην το κάνουμε αυτό. Υπήρχε έρωτας, ήταν κοπέλες που ερωτεύονταν τους νεαρούς, οι νεαροί ερωτεύονταν τις κοπέλες, αλλά όχι αυτό το χάος. Όχι αυτό το χάος. Δυστυχώς.
Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη, κυρία Μαρίκα, να ‘στε καλά.
Βέβαια εσύ μπορείς να το κάνεις τώρα, να το δουλέψεις εκεί να το... πώς είναι...
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Η αφηγήτρια ξεκινά περιγράφοντας τα παιδικά της χρόνια υπό βουλγαρική κατοχή στη Χρυσούπολη Καβάλας και τις δυσκολίες που βίωσε αυτή κι η οικογένειά της. Μιλά για τον εντοπισμό του χαμένου της θείου στα Σκόπια (ήταν θύμα παιδομαζώματος) και τα εγκλήματα που σημάδεψαν την περιοχή. Διηγείται περιστατικά με Βούλγαρους κατακτητές και μιλά για την πορεία της ζωής της από τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι που μετανάστευσε στη Γερμανία. Κλείνει δίνοντας μερικές συμβουλές προς τη νέα γενιά.
Narrators
Μαρίκα "Pseudonym"
Field Reporters
Χαράλαμπος Ευάγγελος Ανδριανόπουλος
Tags
Interview Date
26/02/2021
Duration
30'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Summary
Η αφηγήτρια ξεκινά περιγράφοντας τα παιδικά της χρόνια υπό βουλγαρική κατοχή στη Χρυσούπολη Καβάλας και τις δυσκολίες που βίωσε αυτή κι η οικογένειά της. Μιλά για τον εντοπισμό του χαμένου της θείου στα Σκόπια (ήταν θύμα παιδομαζώματος) και τα εγκλήματα που σημάδεψαν την περιοχή. Διηγείται περιστατικά με Βούλγαρους κατακτητές και μιλά για την πορεία της ζωής της από τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι που μετανάστευσε στη Γερμανία. Κλείνει δίνοντας μερικές συμβουλές προς τη νέα γενιά.
Narrators
Μαρίκα "Pseudonym"
Field Reporters
Χαράλαμπος Ευάγγελος Ανδριανόπουλος
Tags
Interview Date
26/02/2021
Duration
30'