© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Αντάρτικες σημειώσεις: Η Μάχη του Κοσμά γραμμένη από τα χέρια ενός εκ των πρωταγωνιστών της

Istorima Code
18267
Story URL
Speaker
Ιωάννα, Παναγιώτα Τσολομίτη (Ι.Τ.)
Interview Date
26/02/2021
Researcher
Αγγελική Καττή (Α.Κ.)
Α.Κ.:

Καλησπέρα σας.

Ι.Τ.:

Καλησπέρα σας.

Π.Τ.: Καλησπέρα.

Α.Κ.:

Θα μας πείτε το όνομά σας πάλι;

Ι.Τ.:

Ιωάννα Τσολομίτη και Παναγιώτα Τσολομίτη.

Α.Κ.:

Ωραία, είμαι η Καττή Αγγελική, ερευνήτρια στο Istorima, βρίσκομαι σε επικοινωνία με την κυρία Ιωάννα Τσολομίτη και την κυρία Παναγιώτα Τσολομίτη, με τις οποίες θα μιλήσουμε για διάφορες πληροφορίες όσον αφορά το αντάρτικο. Κυρία Ιωάννα, Κυρία Παναγιώτα, ο λόγος σε σας.

Ι.Τ.:

Λοιπόν, καταρχήν ο πατέρας μας, μαζί με τον αδερφό του Χρήστο, ο πατέρας μας Κωνσταντίνος Τσολομίτης και ο Χρήστος Τσολομίτης που ζει στον Κοσμά, είχαν πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου. Μάλιστα, όταν πήγαινε στη μάχη ο ένας, ο άλλος περίμενε πίσω αν θα γυρίσει ζωντανός. Όταν τελείωσε το αλβανικό μέτωπο και οπισθοχώρησαν οι Έλληνες, όταν γύρισαν στο χωριό, επειδή η μητέρα τους ήταν χήρα και ανήμπορη, δεν είχαν καλλιεργήσει τα χωράφια και φυσικά υπήρξε η μεγάλη πείνα, όπως και για όλη την Ελλάδα. Σώθηκαν χάρη στην αλληλεγγύη των συγχωριανών τους. Το '42, μετά, την επόμενη χρονιά, αφού καλλιέργησαν τα χωράφια τους, άρχισε και η ανταλλαγή είδος με είδος. Ο πατέρας μου οργανώθηκε από το '41. Το 1941, το Σεπτέμβρη του '41 είχε οργανωθεί από τον Κώστα Απαλοδήμα, που έμενε στον Κοσμά. Μετέφερε Άγγλους στρατιώτες και συνεργαζόταν με το δάσκαλο Δρεπανία, Μιχαήλ Δρεπανία, γράφει. Λοιπόν, μετέφερε τους Άγγλους στρατιώτες από τον Κοσμά στα Τσιτάλια, από κει στα παράλια της Νότιας Κυνουρίας, όπου τους έπαιρναν συμμαχικά υποβρύχια και τους πήγαιναν στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική, και τα λοιπά. Και αυτό έγινε, γιατί υπήρξαν κάποιοι Άγγλοι στρατιώτες προηγούμενα, τέσσερις-πέντε οι οποίοι βρέθηκαν στην πλατεία του χωριού και συνελήφθησαν από τις τότε αρχές, οι οποίοι συνεργάζονταν με τους Γερμανούς. Και τους παρέδωσαν στους Γερμανούς και από τότε δεν ήξεραν τι είχαν απογίνει οι άνθρωποι. Φυσικά, τους εκτελούσαν. Έτσι, λοιπόν, οργανώθηκε το αντάρτικο, το 1941 που σας είπα, τον Σεπτέμβριο. Και ο πατέρας μου σε συνεργασία με το δάσκαλο τον Μιχαήλ Δρεπανία μετέφερε τους Άγγλους στρατιώτες και τους πήγαινε στα Τσιτάλια από κει κάτω, στα παράλια της Νότιας Κυνουρίας και διέφευγαν. Μετά από εκεί είχε πλέον οργανωθεί, πέρασε όταν… Καταρχήν το '42 ξεκίνησε και μόλις πήραν την πρώτη σοδειά, ξεκίνησε ένα νέο δράμα. Άρχισαν να έρχονται οι Ιταλοί και Γερμανοί, οι οποίοι άρχισαν να κλέβουν τα σπίτια, δηλαδή, να κάνουν το λεγόμενο πλιάτσικο. Δηλαδή, μόλις οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να βγάζουν λίγη παραγωγή για να μπορούν να κάνουν ανταλλαγή, είδος με είδος —γιατί τα χρήματα δεν είχαν καμία αξία—, αυτοί ανέβαιναν πάνω στα σπίτια του χωριού και έπαιρναν ό,τι ήθελαν. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισαν με αυτό τον τρόπο, πήγανε και στο διπλανό χωριό, στις Καρυές, όπου είχε καεί. Ήταν ένα χωριό μαρτυρικό γιατί είχε καεί και από τον Ιμπραήμ, γιατί είχαν πάρει μέρος και τα χωριά και οι Καρυές και ο Κοσμάς. Ήταν χωριά τα οποία ήταν μαρτυρικά χωριά και έχουν μεγάλη ιστορία και από το 1821.  Οι πρώτοι που τα έκαψαν ήταν ο Ιμπραήμ. Ο πρώτος που τα έκαψε ήταν ο Ιμπραήμ. Λοιπόν όταν, έτσι, και μάλιστα εδώ θέλω να κάνω μία παρένθεση για να δείξω την ιστορία αυτών των χωριών, τα οποία είχαν πάρει μεγάλο μέρος το 1821 και είχαν —ο Κοσμάς συγκεκριμένα— από ό,τι γράφει ο πατέρας μου, είχε και τέσσερις-πέντε καπεταναίους και μάλιστα κάποιοι οι οποίοι είχαν πολεμήσει με το Κολοκοτρώνη και είχαν σκοτωθεί και στα Δερβενάκια.

Π.Τ.: Ο γιος του Ασημάκη.

Ι.Τ.:

Ο γιος του Ασημάκη είχε σκοτωθεί στα Δερβενάκια. Χαρακτηριστικά, στο σπίτι του πατέρα μου υπήρχε κρεμασμένο στον τοίχο το καριοφίλι των παππούδων του. Οι Κοσμίτες πάντα χτυπούσαν τους Τούρκους, ήταν πάντα αδούλωτοι και ελεύθεροι, χτυπούσαν τους Τούρκους και έφευγαν πιο μέσα. Δεν θέλησαν ποτέ να δεχτούν ξένο ζυγό. Εδώ, λοιπόν, το ίδιο συνέβαινε και δίπλα με τις Καρυές ή Αράχωβα. Γερμανοί πήγαν στις Καρύες.

Π.Τ.: Στην Αράχωβα.

Ι.Τ.:

Στην Αράχωβα δηλαδή, ναι, έτσι την λέει. Πήγαν στις Καρυές και ζήτησαν από εκεί που πήγαν να κάνουν πλιάτσικο, γιατί είχε βγει εκεί η καινούργια σοδειά της πατάτας. Αυτό όμως δεν μπορούσαν να το δεχτούν, για παράδειγμα ο Λεβεντάκης, ο οποίος ήταν γεωπόνος, ο έφεδρος αξιωματικός, ο Πρεκεζές, ο Θεόδωρος, ο Κονταλώνης και ο Ντάρμος, οι οποίοι είχαν συνεννοηθεί, γιατί είχαν δεχθεί και προηγούμενες επιδρομές και προηγούμενο πλιάτσικο από Γερμανούς και Ιταλούς, οπότε τους σκότωσαν και έτσι βγήκαν στο βουνό. Έγινε το πρώτο αντάρτικο. Το ίδιο συνέβαινε φυσικά και στο διπλανό χωριό που ήταν ο Κοσμάς. Έτσι, λοιπόν, αυτοί οι πρώτοι αντάρτες πήγαν στον Κοσμά κάποια στιγμή, μεταφέρθηκαν στον Κοσμά. Τώρα πρέπει να δούμε ποια ακριβώς ημερομηνία έγινε αυτό.

Ι.Τ.:

Κάνανε συνέλευση στο σχολείο.

Π.Τ.: Ναι, έγινε μία συνέλευση στο σχολείο. Στο σχολείο —μισό λεπτό, λιγάκι να βρούμε ακριβώς τα στοιχεία, για να μη λέμε και αερολογίες. Εδώ υπάρχουν συγκεκριμένες ημερομηνίες που έχουμε για την περίπτωση αυτή. Αυτοί πήγαν —να το, εδώ το λέει ακριβώς— «Το Σεπτέμβριο του '41 οργανώθηκα στο ΕΑΜ του Κώστα Απαλοδήμα. Και μετέφερα ακριβώς αυτό το πράγμα», λέει. Γιατί δεν θέλω να πω ονόματα, έχω και το όνομα του ενωμοτάρχη που παρέδωσε τους Άγγλους στρατιώτες στους Γερμανούς, Έλληνας —υπάρχει το όνομα, αλλά δεν θα το πω— και τους σκότωσαν τους ανθρώπους αυτούς.

Έτσι, λοιπόν, αυτός έγινε ο σύνδεσμος που τους μετέφερε. Στη συνέχεια, λοιπόν, αυτοί και οι αντάρτες κάποια στιγμή πήγαν στον Κοσμά. Να το δούμε αυτό από τη μάχη συγκεκριμένα που το αναφέρει εκεί. Στη μάχη —λίγο να δούμε τη μάχη, που είναι η μάχη του Κοσμά —όχι, πότε πήγαν οι άνθρωποι αυτοί στο σχολείο. Εκεί. Ναι, ας προχωρήσουμε και θα σας πω πότε πήγαν στο σχολείο του Κοσμά, έγινε μία γενική συνέλευση όλου του χωριού εκεί, μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι. Ο πατέρας μου ήταν στο βράχο του Κοντογιάννη, ναι, φρουρός, για να βλέπει, δηλαδή, αν έρθουν Ιταλοί οι Γερμανοί οι άλλοι ταγματασφαλίτες, Έλληνες δηλαδή οι οποίοι συνεργάζονταν κάποιοι με τους Γερμανούς και τους προδώσουν τους ανθρώπους.

Εκεί αποφάσισαν όλοι μαζί ότι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι, όπως ήταν πάντα αδούλωτος ο Κοσμάς. Σήκωσαν τη γαλανόλευκη ελληνική σημαία. Είναι συγκινητική η στιγμή που περιγράφει, όταν ήταν στο βράχο του Κοντογιάννη και την βλέπει από απόσταση 300 μέτρων μέσα σε ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό να κυματίζει η γαλανόλευκη, είχε δακρύσει και χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, κυρίως σκέφτηκε το Θούριο του Ρήγα, την Αγία Λαύρα και το καριοφίλι των παππούδων που κρεμόταν στον τοίχο. Και δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο τόπος του αυτός θα καθόταν άπραγος, ενώ αυτοί θα λεηλατούσαν, θα πλιατσικολογούσαν και θα ήταν υπόδουλοι. Έτσι, λοιπόν, πήρε την απόφαση να μπει στην αντάρτικη ομάδα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου.

Και έγινε η ομάδα η οποία δεν θα επέτρεπε πλέον στους Ιταλούς και στους Γερμανούς να τους συμπεριφέρονται ως υπόδουλοι. Αλλά πρέπει να συμπληρώσω εδώ ότι πήραν μέρος στο ΕΑΜ, από ό,τι βλέπουμε και διαβάζουμε με στοιχεία και ονόματα, ήταν οι περισσότεροι οι αξιωματικοί οι έφεδροι του αλβανικού μετώπου και γενικά οι στρατιωτικοί οι οποίοι ήταν από τις σχολές Ευελπίδων, και όσοι ήταν στο μέτωπό της Αλβανίας. Οι άλλοι νέοι, και τα λοιπά, ήταν άπειροι, επονίτες ή εφεδρικός, ΕΑΜ δηλαδή δεν είχαν και γνώση, εμπειρία πολέμου, βοηθούσαν όπως μπορούσαν οι άνθρωποι, αλλά αυτοί που είχαν τον κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν οι έμπειροι του αλβανικού μετώπου. Τώρα…

Π.Τ.: Τις ερωτήσεις.

Ι.Τ.:

Ναι, οι άνθρωποι αυτοί οπωσδήποτε είχαν και τα κρησφύγετά τους. Αλλά τα κρησφύγετα πώς δημιουργήθηκαν και πώς έγινε η όλη ιστορία. Οι Άγγλοι τους έριξαν...

Π.Τ.: Με αεροπλάνα.

Ι.Τ.:

Με αεροπλάνα. Συγγνώμη, με αεροπλάνα, τους έριξαν, οι Άγγλοι...

Π.Τ.: Ιματισμό. 

Ι.Τ.:

Ιματισμό και πυρομαχικά.

Π.Τ.: Ιματισμό, και οπλισμό, και αλεξίπτωτα για μια διμοιρία. Ναι, λέει: «Στο τέλος του Απρίλη του 1943, στις αρχές του πέμπτου, ήρθαν τα εγγλέζικα αεροπλάνα τη νύχτα έξω από τον Κοσμά, στο οροπέδιο Μαζαράκι, που βρίσκεται μεταξύ των δύο κορυφών του Πάρνωνα Κορομηλιάς, λέει Μαζαράκι, νοτιοδυτικά του Κοσμά και σε απόσταση τριών τετάρτων της ώρας. Με σήματα φωτιάς έριξαν με αλεξίπτωτα μερικά αυτόματα, ατομικά όπλα, διαφόρων τύπων, πυρομαχικά, δύο οπλοπολυβόλα Breda ιταλικής κατασκευής και πολύ λίγο ιματισμό, εγγλέζικα ρούχα». Λοιπόν, ο εξοπλισμός αυτός ήταν για μία διμοιρία και τα μοίρασαν σε δύο κρύπτες.

Π.Τ.: Τρεις κρύπτες.

Ι.Τ.:

Σε τρεις κρύπτες, εντάξει, σε τρεις κρύπτες. Τα αλεξίπτωτα μεταφέρθηκαν σε άλλη κρύπτη τροφίμων στην περιοχή Σακούλη, όπου και αργότερα προδόθηκε αυτή η κρύπτη. Λοιπόν για κάθε κρύπτη —να το, το λέει, τρεις σε σύνολο—, απείχαν η μία από την άλλη σε διαφορετικές περιοχές. Και την καθεμία γνώριζαν τέσσερα με πέντε άτομα, χωρίς να γνωρίζουν την ύπαρξη των άλλων. Δηλαδή, καθένα από αυτά τα τέσσερα πέντε άτομα γνώριζαν τη μία κρύπτη. Λοιπόν, στη βίγλα ήταν η αποθήκη όπλων.

Π.Τ.: Ήταν ο πατέρας.

Ι.Τ.:

Και πυρομαχικών, είχαν αναλάβει τη διαφύλαξη —να πούμε ονόματα; Ποιοι είχαν αναλάβει τη διαφύλαξη, δεν χρειάζεται;

Α.Κ.:

Όπως επιθυμείτε, δεν υπάρχει πρόβλημα.

Π.Τ.: Δεν ξέρουμε αν θέλουν.

Ι.Τ.:

Δεν ξέρουμε αν θέλουν. Τα ονόματα υπάρχουν. Και επειδή δεν ξέρουμε αν θέλουν, δεν θα τα πούμε. Πάντως, ναι, ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο πατέρας μου. Αυτή η μία η κρύπτη, η κρύπτη τροφίμων, προδόθηκε από κάποιον ποινικό.

Π.Τ.: Ναι.

Ι.Τ.:

Να το πούμε έτσι, γιατί τον εκβίαζαν μέσα. Και τον εκβίαζε κυρίως...

Π.Τ.: Όχι, δεν εκβιαζόταν, ο ποινικός είχε προσωπικά, τέλος πάντων, με κάποιους αντάρτες.

Ι.Τ.:

Τέλος πάντων, εντάξει, είχε προσωπικούς λόγους, είχε διασωθεί, ενώ θα έπρεπε να έχει τιμωρηθεί και να είναι στις φυλακές. Και τελικά πρόδωσε τη μία αυτή των τροφίμων που ήταν και τα αλεξίπτωτα. Έτσι αυτοί πήγαν στον πρόεδρο του χωριού, τον Λαμπράκο, οι Ιταλοί μετά και ζητούσαν να τους δικαιολογήσει το γεγονός της ύπαρξης των τροφίμων και των αλεξίπτωτων. Τα τρόφιμα βέβαια μπόρεσε να τα δικαιολογήσει, γιατί είπε ότι τάχα μου είχε αποθηκεύσει, και τα λοιπά, δικά του τρόφιμα λόγω της κατοχής κρυφά εκεί, και τα λοιπά. Το ζήτημα ήταν ότι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τα αλεξίπτωτα, με κανέναν τρόπο. Έτσι, λοιπόν, εκεί έγινε και η σύλληψη του προέδρου του Λαμπράκου, του αγροφύλακα.

Π.Τ.: Και του αγροφύλακα, ο οποίος ήξερε την κρύπτη από την Βίγλα.

Ι.Τ.:

Ναι, ήξερε την κρύπτη. Και όχι μόνο του αγροφύλακα, και του γαμπρού του Τζοβάνη, από ό,τι λέει εδώ —για να το δούμε λίγο, να σας πω πώς... Μισό λεπτό, θα σας πω λίγο. Λοιπόν, καταρχήν εδώ πρέπει να πούμε ότι πριν —νομίζω— από αυτά τα γεγονότα, το Δεκέμβριο, είχαν πάει... Μισό λεπτό, γιατί έχει προηγηθεί το ότι ζήτησαν αυτοί τα όπλα...

Π.Τ..: Οι Ιταλοί ζήτησαν να παραδοθούν τα όπλα.

Ι.Τ.:

Οι Ιταλοί ζήτησαν να παραδοθούν τα όπλα που είχαν. Αυτοί παρέδωσαν κάτι παλιά κυνηγητικά, αφού συνεννοήθηκαν. Αυτοί όμως βρίσκοντας και το αυτό, μετά ξαναπήγαν στον πρόεδρο και του είπαν: «Πώς θα τα δικαιολογήσεις τα αλεξίπτωτα και τα αυτά;». Και δεν μπορούσαν να το δικαιολογήσουν, έτσι πια τον συνέλαβαν και αυτόν και τον αγροφύλακα που ήταν, αλλά και τον επιμελητή της οργάνωσης που ήταν ηπειρωτικής καταγωγής. Ναι, γαμπρός κάποιου Τζοβάνη, νομίζω. Έτσι, λοιπόν, άρχισαν να τους βασανίζουν για να ομολογήσουν. Μάλιστα, ήταν τέτοια τα βασανιστήρια, που έφτασε στο σημείο —ήταν καταρχήν ένας Γκιουλέας, ο οποίος ήταν από τα Καρδάμυλα. Αυτός ήταν διερμηνέας και μεταφραστής των Ιταλών, αλλά ήταν και ένα αιμοσταγές τέρας, συνεργάτης, δηλαδή, με δύο όπλα ο οποίος βασάνισε αυτούς τους ανθρώπους, και καλά για να πουν πού είναι...

Π.Τ.: Τα όπλα.

Ι.Τ.:

Πού είναι οι αποθήκες με τα όπλα. Έφτασε σε τέτοιο σημείο να βασανίζει το Λαμπράκο, που του είπε ότι: «Θα πάρω το μονάκριβο παιδί σου και θα το φέρω εδώ μπροστά σου. Θα το σκοτώσω και μετά θα σκοτώσω και σένα». Όταν το άκουσε αυτό ο Λαμπράκος, φυσικά καταλαβαίνετε, μόλις είχε αποκτήσει ένα παιδάκι όλο κι όλο. Όταν είδε σε κάποια στιγμή που ο αξιωματικός κατέβηκε, τον φώναξε τον Γκιουλέα να κατέβουν κάτω για κάποιο του ζητούσαν, κάτι συνέβη, βρήκε τη δύναμη ο Λαμπράκος και έσπρωξε με πολλή δύναμη —γιατί ήταν και δυνατός— την πόρτα και διέφυγε, τρέχοντας, περνώντας μέσα από το χωριό, ενώ είχαν βγει οι άλλοι έξω, γιατί οι Ιταλοί τον κυνηγούσαν και πυροβολούσαν. Φώναξε στη γυναίκα του: «Το παιδί και φύγε!». Η γυναίκα του τότε, οι γυναίκες όλες του Κοσμά, την πήραν, πήραν αυτομάτως το παιδί και το κρύψανε. Και αυτή την πήραν, την μεταμφίεσαν και την πήγαν σε άλλο χωριό. Αυτός έτρεχε προς τις Καστανιές, στο δάσος που είναι Καστανιές. Εκεί συνάντησε δέκα άοπλους άντρες, οι οποίοι τον φυγάδευσαν μετά τον άνθρωπο αυτόν. Θα πούμε και σε ποια περιοχή, τώρα δεν τα έχουμε ακριβώς εδώ. Λίγο τα έχουμε, γιατί είναι και πάρα πολλά. Ναι, οι Ιταλοί όταν πια δεν τον... Χτυπούσαν και την καμπάνα του Κοσμά, να πάνε και οι Κοσμίτες εκεί πέρα, να βοηθήσουν στην όλη κατάσταση. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία οι νεαροί και φύγαν προς τον Βρονταμά, με αυτό τον τρόπο, εξαφανίστηκαν. Ενώ αυτός είχε ήδη διαφύγει, οπότε οι Ιταλοί κυνηγώντας και μη μπορώντας να τον συλλάβουν είπαν: «Τώρα ο πρόεδρος, τώρα ο πρόεδρος παρτιζάν». Έγινε παρτιζάνος, δηλαδή, ο πρόεδρος. Λοιπόν, μετά, βέβαια, αργότερα, από ό,τι λέει —να το, εδώ το έχουμε, λοιπόν— και αυτό έγινε στις 17/6 του... Όχι. «Στις 17/6 '43 μάθαμε ότι απέδρασε και ο αγροφύλακας με μία φανταστική απόδραση, από ό,τι θυμόμαστε».

Π.Τ.: Ο αγροφύλακας ήξερε για την κρύπτη στη Βίγλα και για αυτό άλλαξε και την κρύπτη ο πατέρας μας.

Ι.Τ.:

Ναι, ναι, και επειδή ο αγροφύλακας... Εν τω μεταξύ, ενώ βασανίζονταν αυτοί και γινόντουσαν όλα αυτά, ο πατέρας μας είπε —και οι άλλοι που συνομιλούσαν—, είπαν δεν ήξεραν πόσο μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι. Γιατί τα βασανιστήρια ήταν φρικτά. Οπότε αποφάσισαν να αλλάξουν την κρύπτη, δηλαδή να πάρουν τα όπλα από τη μία, από τη Βίγλα και να τα πάνε σε άλλη κρύπτη. Λοιπόν, τώρα πήραν αυτοί όντως τα όπλα και τα μετέφεραν σε άλλη κρύπτη, για να μην πάνε και τα βρουν. Εν τω μεταξύ, είχαν συμβεί και πολλά άλλα πράγματα. Τα οποία... Όπως για παράδειγμα, είχαν συμβεί —για να φανταστείτε, δηλαδή, το πλιάτσικο που γινόταν, το κλέψιμο και η αισχρότητα των κατακτητών, η καταδυνάστευση, δηλαδή, των κατοίκων του Κοσμά. Πήγαιναν και μάζευαν τα ζώα τους, τα οποία τα μετέφεραν κάτω για να τα σφάξουν. Δηλαδή, αυτοί έκαναν εφοδιασμό από τα τρόφιμα των κατοίκων, οι οποίοι πέθαιναν της πείνας και ήταν στο μέτωπο την προηγούμενη χρόνια, και μόλις είχαν μπορέσει να ανατάξουν. Πήγαν, λοιπόν, και πήραν, συγκέντρωσαν δεκαπέντε χιλιάδες αιγοπρόβατα, γράφει εδώ ο πατέρας μας. Και το ζήτημα ήταν ότι αυτοί τα μετέφεραν διαμέσου…

Π.Τ.: Μέσα από το χωριό.

Ι.Τ.:

Μέσα από το χωριό με δέκα ενόπλους Ιταλούς από το σχολείο προς Λακωνία στο δρόμο. Καθώς όμως περνούσαν... Τα ζώα ήταν πεινασμένα και ήταν και διψασμένα. Καθώς περνούσαν μέσα από το χωριό, οι γυναίκες άνοιγαν τις αυλόπορτες, έκλειναν μέσα όσο πιο πολλά έμπαιναν. Και αυτά καθώς έβρισκαν δροσιά και τους έδιναν και νερό και λίγη τροφή, δεν μιλούσαν καθόλου. Φυσικά μέχρι να… Δεν μπορούσαμε φυσικά να κάνουν κουμάντο τόσα πολλά ζώα. Και καθώς πηγαίναμε προς το δρόμο, πολλά, ειδικά τα κατσίκια έφευγαν στα βουνά. Είχαν φτάσει στο τέλος κάτω μόνο με τριακόσια. Και στη συνέχεια τα μάζεψαν όλα αυτά, η οργάνωση τα μάζεψε, τα πήγαν στο σχολείο. Και ο κάθε κτηνοτρόφος πήρε αυτά που του αντιστοιχούσαν ανάλογα με το σημάδι που είχαν. Γιατί κάθε κτηνοτρόφος είχε στα δικά του ένα σημάδι. Αυτό έγινε από την οργάνωση. Τώρα, όταν οι κάτοικοι του Κοσμά —οι αδούλωτοι θα έλεγα, θα τους χαρακτήριζα εγώ αδούλωτοι, αδούλωτες ψυχές— έβλεπαν ότι οι κατακτητές ήταν όχι αισχροί και προσπαθούσαν να τους πλιατσικιολογήσουν, να τους κλέψουν και την περιουσία τους. Δεν τους άφηναν να ζουν πέρα από την ελευθερία τους, και τον πολιτισμό τους, και την ιστορία τους, έπρεπε κάπως να αντιδράσουν. Όταν, λοιπόν, ήρθαν και οι αντάρτες από τις Καρυές και συνεννοήθηκαν στο σχολείο που έγινε η συγκέντρωση, αποφάσισαν ότι δε θα τους άφηναν να ξαναμπούν στο χωριό για να κάνουν τα ίδια. Έτσι, λοιπόν... Εδώ ξεχάσαμε να πούμε ότι όταν έγιναν τα βασανιστήρια του προέδρου Λαμπράκου και του αγροφύλακα, όταν αυτοί έφυγαν και μπόρεσαν και διέφυγαν μέσα στο δάσος, στη συνέχεια αυτοί για αντεκδίκηση, οι κατακτητές κάψανε τα σπίτια τους. Όχι μόνο έκαψαν το σπίτι του Λαμπράκου, έκαψαν το εργοστάσιο του, έκαψαν του αγροφύλακα.

Π.Τ.: Και τον αλευρόμυλο.

Ι.Τ.:

Τον αλευρόμυλο και το σπίτι. Και κάηκε και ένα ακόμα σπίτι, το οποίο ήταν ανεξάρτητο στην πλατεία, ένα του Τσιρώνη, ενός γιατρού, ο οποίος είχε πεθάνει. Αυτό, βέβαια, συνδεόταν με τον ποινικό. Λοιπόν, τώρα δεν θα πούμε τα σχετικά δεν μας ενδιαφέρουν τώρα εκείνα, αλλά αυτό δείχνει το ποιόν του ανθρώπου, τέλος πάντων. Λοιπόν, στη συνέχεια, αφού αποφάσισαν οι Κοσμίτες ότι θα τους χτυπήσουνε, όπως έκαναν και επί τουρκοκρατίας, όπως να συνεχίσουν την ιστορία τους, αποφάσισαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τους αφήσουν να ξαναπεράσουν μέσα στο χωριό για να κάνουν αυτά που έκαναν. Έτσι, λοιπόν, βρίσκονται στο λημέρι της Βίγλας στις 20/7 του '43.

Π.Τ.: Να πω τώρα τη μάχη.

Ι.Τ.:

Όπου ήρθε ο ταγματάρχης. Ναι, ας το πει η αδερφή μου, να το πει η Παναγιώτα, τώρα θα μιλήσει θα το περιγράψει η Παναγιώτα.

Α.Κ.:

Ευχαρίστως. Κυρία Ιωάννα, θα σας ευχαριστήσω προσωρινά. Πραγματικά, εντάξει, δεν χορταίνω να σας ακούω, αυτό έχω μόνο να πω για αρχή. Παρακαλώ, σας ακούμε, κυρία Παναγιώτα, συγγνώμη.

Π.Τ.: Ναι, δεν πειράζει. Λοιπόν. «Στις 30/6 του '43 από την Τζούκα μετακινούμεθα στο λιμέρι Μαζαρακιώτικο πηγάδι, νοτιοδυτικά του Κοσμά και απέναντι στον δρόμο που κατευθύνεται από τον Κοσμά που κατευθύνεται προς Γεράκι Λακωνίας. Εκεί τίθεται θέμα ψευδωνύμων και ερωτούντο ο καθένας τι ψευδώνυμο θέλει. Ο καθένας πήρε το όνομα της αρεσκείας του εγώ πήρα το όνομα του αγαπημένου μας βουνού και η γενέτειράς μου Πάρνωνας,, αυθόρμητα χωρίς σκέψη. Από εκεί έρχεται διαταγή μετά από μία εβδομάδα και μετακινούμεθα στη Βίγλα, πάνω από τον Άη Γιώργη και παραμείναμε εκεί μέχρι τις 20/7 του '43.

Την ημέρα αυτή ήρθαν στο λημέρι ο ταγματάρχης Σταθάκης με τον Ιωάννη Μακρή, υπολοχαγός μόνιμος του Ελληνικού στρατού της σχολής Ευελπίδων με τον Μπαλή από τον Άγιο Βασίλη Κυνουρίας, που ήταν και πατέρας των δύο ανταρτών μας.

Έχουμε μαζί μας το Μιχάλη και τον Αθανάσιο Μπαλή. Οι δύο αξιωματικοί Σταθάκης και Μακρής και ο Σαρήγιαννης έφυγαν το πρωί της 20ης/7ης, '43, προς αναγνώριση της περιοχής σε ποια σημεία είναι κατάλληλα για ενέδρα. Αφού επέλεξαν ορισμένα σημεία, επέστρεψαν το βράδυ στο λιμέρι της Βίγλας. Εμείς, μία ομάδα, πήγαμε με τα όπλα στον προφήτη Ηλία που γιόρταζε να προσκυνήσουμε και επιστρέψαμε στο λημέρι». Ήταν γιορτή του προφήτη Ηλία. «Την επόμενη το βράδυ, μόλις σουρούπωσε, οι ίδιο αξιωματικοί Σταθάκης, Μακρής και μαζί με τον πατέρα τον αδερφών Μπαλή, αναχώρησαν για το συγκρότημα Λεβεντάκη, Κονταλώνη, Πρεκεζέ», είναι ονόματα που είχαν υπεύθυνοι, ας πούμε. «Όπου βρισκόταν ο καθένας έξω από το Γεράκι Λακωνίας στη θέση Βελοτά, το δε τρίτο τμήμα» —συγκρότημα το λέει ο πατέρας μου, εντός παρενθέσεως—, «υπό την αρχηγία Σταθάκη, Μακρή και Αστραπόγιαννη» —έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο Αστραπόγιαννης— «εδρεύει κάπου στην περιοχή Αγίου Δημητρίου Λακωνίας, στην περιοχή Μολάοι, νότια του Πάρνωνα όπου από το Γεράκι απέχει περί τις δύο ώρες». Έχει σημασία που λέει πόσο απέχει το ένα από το άλλο τα συγκροτήματα, γιατί περίμεναν και βοήθεια όταν έγιναν η μάχη.

Λοιπόν, η μάχη του Κοσμά ξεκινάει τώρα.

«Ο Ιταλός διοικητής Φεστούτσιο εβρίσκεται στο Γεράκι επικεφαλής επίλεκτου ιταλικού τμήματος για εκκαθαριστική επιχείρηση του Πάρνωνα, εναντίον των ανταρτών και την καταστροφή των ορεινών χωριών Κοσμά, Παλαιοχώρι, Αγίου Βασιλείου, Πλατανάκι και Καστάνιτσα. Όλα αυτά τα χωριά και κωμοπόλεις βρίσκονταν στην κεντρική και Ανατολική κορυφογραμμή του Πάρνωνα, επαρχίας Κυνουρίας του Νομού Αρκαδίας και βάσεις εξορμήσεων των ανταρτών». Ήταν βάσεις εξορμήσεων των ανταρτών. «Αλλά όχι μόνο Γερμανό ιταλική κατοχή του 1941 έως το 1944 αλλά και το 1821, αυτά τα χωριά έπαιξαν, συνέβαλαν στον αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας. Οι Καρυές κάηκαν για πρώτη φορά από τον Ιμπραήμ. Οι πληροφορίες μας είναι ότι άλλοι δύο λόχοι Ιταλών έρχονται ο ένας από Χρύσαφα Λακωνίας προς Ζαραφώνα και ο άλλος από Καστάνιτσα προς Άγιο Βασίλειο, με κέντρο συναντήσεως τους στον Κοσμά.

Λοιπόν, τα τρία ιταλικά τμήματα, εκτός του άρτιου εξοπλισμού τους, διαθέτουν και ασύρματο και τελούν υπό τας διαταγάς του Φεστούτσιου, που ήταν διοικητής της Πελοποννήσου με αντικειμενικό σκοπό την συνάντηση των τριών». Να συναντηθούν τα τρία τμήματα στον Κοσμά. «Η απόφαση που έχει παρθεί από το αρχηγείο των ανταρτών που εδρεύει στο συγκρότημα το Λεβεντάκη είναι: "Οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν ακολουθήσει ο Ιταλός διοικητής με το τμήμα του, να εξοντωθεί’’. Εμείς αναμένουμε στο λιμέρι Μαζαρακιώτικο πηγάδι, όπου βρίσκεται πλησίον της κορυφής Κορομηλιάς του Πάρνωνα. Πολύ κοντά και απέναντι στον Κοσμά Κυνουρίας που απέχει περίπου τα τρία τέταρτα της ώρας. Λοιπόν, την 26/7 του '43 μας έρχεται εντολή να μετακινηθούμε προς Γεράκι στη θέση χάνι του Μαρουντά».

Αυτά είναι όλα τοπωνύμια εκεί και παρατσούκλια.

«Δίπλα στου Ρήγα τη σπηλιά, όπου απέχει από το από το Γεράκι περί τη μία ώρα. Όταν φτάσαμε εκεί, στήνουμε καραούλι ένα σκοπό με τα κιάλια που του έδωσα εγώ, για να μπορεί να ελέγχει πιο μακριά και καλύτερα. Το τμήμα του Φεστούτσιου, εκτός του άρτιου εξοπλισμού και τον ασύρματο που διαθέτει, έχει και ένα μεγάλο όλμο τύπου ορειβατικού πυροβόλου και ατομικούς όλμους, πλαισιωμένο με πολλά αυτόματα ατομικά και ομαδικά όπλα. Αντίθετα το δικό μας τμήμα, αλλά και τα άλλα δύο τμήματα του ΕΛΑΣ διαθέτουν μόνο δύο οπλοπολυβόλα και πολλά ατομικά αυτόματα. Το δικό μας τμήμα που έχει δύναμη σε άντρες μία διμοιρία, εκτός των ατομικών αυτόματων όπλων και τα δύο ιταλικά οπλοπολυβόλα Breda, που δεν τα είχαμε καν δοκιμάσει ακόμη στη λειτουργία τους, έχουμε και ένα πολυβόλο με άριστο σκοπευτή.

Μειονεκτούμε σε πυρομαχικά, διότι έχουμε πολύ λίγα και δεν είναι δυνατόν να κρατήσουμε μαχόμενοι όλη την ημέρα. Δεύτερο μειονέκτημα, έχουμε πολλούς επονίτες άπειρους πολέμου και στη χρήση των όπλων άπειροι. Αλλά το πλεονέκτημά μας είναι η ακαριαία μαχητικότητα, η γνώση του εδάφους», που ο εχθρός δεν έχει τη γνώση του εδάφους, «και το θάρρος ώστε αγωνιζόμενοι επί του πατρίου εδάφους να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας.

Ενώ βρισκόμαστε στο πάνω χάνι του Μαρουντά, τα ξημερώματα της 27ης Ιουλίου του '43 και ενώ έχουν εγκαταστήσει σκοπιά, ελέγχοντας τους δρόμους Ζούπενα, Ζαραφώνα από Γεράκι και Κοσμά κατά την 8η πρωινή, βλέπει από Γεράκι προς Κοσμά, ο σκοπός μας με τα κιάλια, που του έχω δώσει, να έρχονται οι Ιταλοί προς εμάς» —ήταν το τμήμα του Φεστούτσιου που περιμένανε. Και ήταν η απόσταση περί τα τρία τέταρτα της ώρας από εκεί που βρισκόταν. Λοιπόν ναι. «Για να μη μας αντιληφθούν πηδήσαμε στη χαράδρα Ξηροπόταμου». Είχε μία χαράδρα δίπλα. «Και βγήκαμε πάνω από του Ρήγα τη σπηλιά που ήταν αδύνατον να μας δουν πάνω στο δρόμο που κατευθύνεται για Κοσμά για τον Κοσμά. Ταυτόχρονα ο Σαρρηγιάννης έστειλε σύνδεσμο στο Λεβεντάκη τον» —να πούμε το όνομα— «τον Αθανάσιο Τσολομίτη ή Λέγουρα», είχαν και παρατσούκλια, «για να έρθουν και αυτοί προς ενίσχυσή μας».

Αυτοί όμως απείχαν κάπου μία ώρα, από ό,τι θυμάμαι.

«Η απόσταση που βρίσκεται το τμήμα Λεβεντάκη» —το λέει παρακάτω— «είναι πλέον της μιας ώρας από εμάς και η διαδρομή να φτάσουν έξω από τον Κοσμά, όπου έγινε η μάχη» —γιατί μετατέθηκαν από κει που ήταν, έτσι; Πλησίαζαν προς τον Κοσμά και οι αντάρτες. «Αρκετά μεγαλύτερη από τη δική μας διαδρομή».

Ο Λεβεντάκης είχε να κάνει ακόμα μεγαλύτερη διαδρομή, δηλαδή, για να φτάσει κοντά στον Κοσμά, γιατί έγινε περίπου είκοσι λεπτά έξω από τον Κοσμά η μάχη.

«Όταν βγήκαμε επάνω στου Ρήγα τη σπηλιά και πήραμε το δρόμο, μερικοί είπαν να πιάσουμε θέσεις και να τους χτυπήσουμε εκεί, χωρίς να έχουν πείρα πολέμου. Τη στιγμή αυτή τους φώναξα να ακολουθήσουν το Σαρρήγιαννη. "Αυτός ξέρει που θα στήσουμε την ενέδρα. Εδώ", τους εξήγησα, "δεν είναι κατάλληλο το μέρος σε περίπτωση αποχώρησης μας και οι Ιταλοί είναι περισσότεροι από εμάς". Με άκουσαν όλοι οι διαφωνούντες και προχώρησαν τρέχοντας με όλες τις δυνάμεις που μας είχαν απομείνει να προφτάσουμε, να φτάσουμε στον προορισμό μας, προτού προλάβουν οι Ιταλοί να μας δουν σε κανένα αγνάντιο του δρόμου. Διότι η απόσταση ήταν περίπου δύο ώρες πεζοί», η απόσταση που είχαν να διανύσουν από κει που είχαν κάνει πιο μπροστά και ο δρόμος ήταν ανηφορικός, «εμείς φτάσαμε στα τρία τέταρτα της ώρας στη θέση της ενέδρας.

«Κατά τη διαδρομή μας» —να το πούμε αυτό; Εντάξει, ας το πούμε. «Είχαμε και τρεις χωροφύλακες που είχαν προχωρήσει στον ΕΛΑΣ προς ενίσχυση της διμοιρίας μας οι οποίοι, οι άνθρωποι δεν είχαν σκληραγωγηθεί σαν και εμάς. Ήταν καινούργιοι και βραδυπορούσαν, ήταν ασυνήθιστοι σε τέτοιες πορείες. Τότε εγώ για κάθε ενδεχόμενο με τρόπο άφησα δύο δικούς μας να τους αναγκάζουν να επιταχύνουν τα βήματά τους, ώστε να μην προδοθεί η παρουσία μας. Και οι τρεις χωροφύλακες, κατά την πορεία του αγώνα, ήταν καλοί πατριώτες και ιδιαιτέρως, ο Νιόνιος από τη Ζάκυνθο. Όταν φτάσαμε στο σημείο της ενέδρας, ο Σαρρήγιαννης έστειλε άλλο σύνδεσμο στο χωριό μας, που απείχε από τη θέση της ενέδρας είκοσι λεπτά της ώρας, προς ενημέρωση του Κώστα Απαλοδήμα και των κατοίκων του χωριού, ότι ο Φεστούτσιο έρχεται στον Κοσμά με προορισμό να τον κάψει. Αυτές ήταν οι πληροφορίες που είχαμε από τις οργανώσεις Γερακίου Λακωνίας.

Εμείς με μοναδική δύναμη τριάντα έξι Κοσμίτες και πέντε έως έξι άτομα αλλά, στήσαμε ενέδρα στη Γερδούκα κάτω»

—άλλοι το λένε Σταυρό το αναφέρουν, από ό,τι είδα. Αυτό φαίνεται το τοπωνύμιο πατέρας μου το ξέρει Γερδούκα.

«Πάνω στο σταυροδρόμι που οδηγούν από Κοσμα προς Μαζαράκι-Βελωτά και δεύτερος δρόμος Γεράκι Λακωνίας-Παλαιοχώρι-Άγιος Βασίλειος Κυνουρίας».

Η περιγραφή του τοπίου τώρα.

«Στη θέση της ενέδρας ορθώνονται δύο απότομα υψώματα, το ένα δεξιά και το άλλο αριστερά. Το ένα από το άλλο απέχει περίπου 300 μέτρα εκεί αρχίζει να κατέρχεται απότομα μία χαράδρα, η οποία φτάνει παράλληλα με το δρόμο του Κοσμά-Γεράκι Λακωνίας. Στο μεν αριστερό ύψωμα κατέρχεται ο παλιός δρόμος Γεράκι-Κοσμάς, στο δεξιό ο καινούργιος δρόμος που έχει γίνει με προσωπική εργασία των κατοίκων του Κοσμά αμαξωτός, αλλά λόγω του πολέμου είναι ημιτελής».

Δεν είναι αυτός που φτιάχτηκε των 100 ημερών αργότερα που τελειοποιήθηκε, είχε μείνει ημιτελής.

«Εκεί ο Σαρρήγιαννης τοποθετεί στα δύο υψώματα τους αντάρτες του έναν προς έναν στις θέσεις τους και από ένα οπλοπολυβόλο στο κάθε ύψωμα. Στο δεξιό ύψωμα είμαι εγώ σκοπευτής οπλοπολυβόλου, στο αριστερό ο Μιχάλης Σπύρου, έφεδρος λοχίας και οι δύο με πείρα στο αλβανικό μέτωπο. Είμαστε πλαισιωμένοι με αυτόματα ατομικά. Εγώ βρίσκομαι στο δεξιό τέρμα της λαβίδας» —το παρουσιάζει σαν πέταλο την περιοχή, ας πούμε— «και απέναντί μου ο Σπύρου στο αριστερό ύψωμα. Η ενέδρα», το λέει τώρα, «έχει σχήμα πετάλου στη δε κεφαλή, στο κέντρο της ενέδρας  είχε τοποθετηθεί πολυβόλο με σκοπευτή το Γεώργιο Κουρτέση και δίπλα [Δ.Α.] της μάχης. Δίπλα μου έχω τον Γεώργιο Αγγελέτο ή Βεϊγκάν» ήταν παρατσούκλι τότε, ναι— «έφεδρος λοχίας, ομαδάρχης και αργότερα διμοιρίτης με ένα Sten αυτόματο γερμανικό.

Από τη θέση πού κατέχουμε, προσφέρει και τη θέα ολόκληρης της περιοχής και τη διαδρομή που έρχονταν οι Ιταλοί περίπου μία ώρα απόσταση. Και ολόκληρη την περιοχή Καρυά» —αγροτική περιοχή είναι Καρυά—, «περίπου την ίδια θέα έχει και η αριστερή πτέρυγα, όπου βρίσκεται τοποθετημένος ο Σπύρου, ο οπλοπολυβολιτής και αυτός πλαισιωμένος με αυτόματα όπλα. Ταυτόχρονα έφτασε ο Κώστας Απαλοδήμας,  με άλλους πατριώτες, οπλισμένοι με διαφόρων τύπων οπλισμό: κυνηγετικά όπλα μέχρι και γράδες που τα ξέθαψαν εκείνη τη στιγμή για την εθνική αντίσταση, για τη λευτεριά της πατρίδας. Πήραν όλοι θέσεις εν αναμονή, αφού έχει όλος ο ίδιος Γιάννης Σαρρής ή Σαρρήγιαννης τοποθετήσει και αυτός θα δώσει το σύνθημα της έναρξης του πυρός.

Εγώ με την ομάδα μου και με ομαδάρχη τον Βέιγκαν, λόγω της θέσης, ελέγχουμε τον δρόμο που έρχονται οι Ιταλοί περί τα 2 χιλιόμετρα ως του Γαλή το καλύβι. Μετά από πάροδο αρκετού χρόνου, βλέπουμε τους Ιταλούς να έρχονται σε διάταξη κατά άνδρα, βαδίζοντας, επειδή ο δρόμος ήταν στενός και ανώμαλος. Τότε είπαμε σχεδόν όλοι ότι δεν θα τους χωρέσει η ενέδρα με αυτόν τον σχηματισμό. Όταν όμως, μετά από λίγη ώρα έφτασαν στον καινούργιο δρόμο, που ήταν φαρδύς αμαξωτός, όπως αναφέρω και πιο πάνω, κατασκευασμένος δια προσωπικής εργασίας των κατοίκων προς σύνδεση με τον αυτοκινητόδρομο προς Λακωνία και έμεινε ημιτελής λόγω πολέμου. Οι Ιταλοί γνωρίζοντας την απόσταση του χωριού μας και λόγω προηγούμενων επιδρομών με ουδεμία ενόχληση, θεώρησαν καλό να σχηματίσουν τριάδες, με μοναδικό μέτρο την εμπροσθοφυλακή και αυτή σε μικρή απόσταση. Και πιο πίσω ακολουθεί το κυρίως τμήμα. Μετά από αυτούς, τρεις ή τέσσερις μεταγωγικοί Γερακίτες που τους έχουν πάρει αγγαρεία.

Πιο πίσω ο Φεστούτσιο καβάλα σε ένα άλογο. Και λίγο πιο πίσω ακολουθούν τέσσερις-πέντε Ιταλοί με λίγα πρόβατα, από αυτά που είχαν πάρει προ ημερών από το χωριό μας. Εμείς βλέποντας το σχηματισμό των Ιταλών —που ήταν ανά τριάδες— έλαμψε το πρόσωπό μας και αστραπιαία μεταδόθηκε από ακρό σε άκρο, στην ενέδρα». Διότι λόγω του εδάφους, δεν ήταν δυνατόν όλοι οι αντάρτες να βλέπουν καθαρά τη διαδρομή των αντιπάλων. «Η κάθε πτέρυγα της ενέδρας είχε απόσταση γύρω στα 300 μέτρα με μία στροφή τύπου καμπύλης. Η δεξιά πτέρυγα ήταν δασώδης. Μετά από αρκετή ώρα, οι Ιταλοί μπαίνουν στην ενέδρα. Ο Σαρρήγιαννης αφήνει την εμπροσθοφυλακή να πλησιάσει στο κέντρο της ενέδρας, 15 έως 20 μέτρα. Όταν έδωσε το σύνθημα της έναρξης της μάχης, όλοι ήταν επί σκοπώ με το χέρι στη σκανδάλη. Οι Ιταλοί πανικόβλητοι, πέφτοντας πάνω σε διασταυρούμενα πυρά αυτόματων όπλων, σκοτώθηκαν πολλοί, προσπάθησαν βέβαια μερικοί να αντιδράσουν όπως και ο Φεστούτσιο που ήταν καβάλα σε ένα άλογο.

Όταν ο Φεστούτσιο ετοιμαζόταν να χτυπήσει έναν αγωγιάτη, που τον είχαν πάρει αγγαρεία μαζί με άλλους από το Γεράκι, εκείνη τη στιγμή τον βρήκε μία ριπή αυτόματου και έπεσε νεκρός». Να κάνω μία παρένθεση: οι Έλληνες που ήταν, τους είδαν οι αντάρτες και προσπαθούσαν να τους φωνάξουν και σταματούσαν τους πυροβολισμούς, ώστε να προλάβουν να κρυφτούν. Βέβαια, κάνα-δυο έπεσαν νεκροί. «Την ώρα αυτή κατέφθασε και ο Παρασκευάς Λεβεντάκης με το τμήμα του για ενίσχυση». Ο Λεβεντάκης είπαμε, ήταν αρκετά μακριά. «Ο Παρασκευάς κάθισε δίπλα μου επάνω σε μία πέτρα με ένα γερμανικό Sten και έριξε και αυτός μερικές ριπές. Η μάχη ήταν σχεδόν στο τέλος και οι Ιταλοί παρεδίδοντο. Είχαν πολλούς νεκρούς, αλλά και οι τραυματίες ήταν πάρα πολλοί και οι αξιωματικοί τους. Ξαφνικά είχαν σιγήσει οι πυροβολισμοί και βλέπουμε το Σαρρήγιαννη στη στροφή με τρεις αντάρτες, ακριβώς εκεί που είχε σκοτωθεί ο Φεστούτσιο και πιο πίσω να ακολουθούν δύο-τρεις γυναίκες. Είχαν έρθει πολλές γυναίκες από το χωριό μας για να βοηθήσουν σε περίπτωση τραυματιών μας. Αφού έγινε ο έλεγχος στο Πεδίο της μάχης...». Μήπως σας κούρασα; Να συνεχίσω…

A.K.: Όχι, όχι, το απολαμβάνω. Το βλέπετε άλλωστε, έτσι; Κουνάω το κεφάλι μου, δεν θέλω να σας διακόψω καθόλου, γιατί είναι πραγματικά συγκλονιστικά όσα μας λέτε.

Π.Τ.: Ναι, τα περιγράφει. «Αφού έγινε ο έλεγχος στο Πεδίο της μάχης, οι γυναίκες του χωριού ανέλαβαν την περισυλλογή των Ιταλών τραυματιών και την επίδεση των τραυμάτων, την μεταφορά των βαριά τραυματιών στο χωριό μας, στα σπίτια τους προς ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη. Τους ελαφριά τραυματίες, μετά την επίδεση στα τραύματά τους, τους μετέφεραν στο σχολείο του χωριού μας, όπου φρουρούνταν από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ με τρεις σκοπούς.

Οι δε υπόλοιποι αιχμάλωτοι Ιταλοί αξιωματικοί και στρατιώτες τους συγκεντρώσαμε πιο πέρα από το χώρο της μάχης, σε ένα χωράφι. Έτσι περιήλθε όλος ο οπλισμός και τα πυρομαχικά των Ιταλών στα χέρια μας, καθώς και ένας μεγάλος όλμος και ο ασύρματος. Το κόστος της μάχης ούτε μία γρατζουνιά από τα μέλη που πήραν μέρος στη μάχη. Μόνο δύο μεταγωγικοί Έλληνες σκοτώθηκαν, που ήταν από το Γεράκι. Αυτοί που τους είχαν πάρει μαζί, που τους είχαν πάρει αγγαρεία οι Ιταλοί, ονόματα Νικόλαος Τσίνης και ο Μήτρης. Αλλά την επομένη είχαμε και ένα άλλο τρίτο θύμα, μέλος της οργάνωσης, τον πατριώτη Θεόδωρο Μιχαλαριά, αδερφό του αντιπροέδρου της κοινότητας». Να το πω και αυτό για να τελειώσουμε, έτσι;

Ι.Τ.:

Ναι, ναι.

Π.Τ.: Αυτός που σκοτώθηκε την άλλη μέρα. «Είχαν σταλεί στο πεδίο της μάχης, προς ανεύρεση σκοπευτικού εξαρτήματος του μεγάλου όλμου, μία μικρή ομάδα με δύο ένοπλους αντάρτες και οι άλλοι άοπλοι. Κατά την έρευνα, ένας Ιταλός τραυματίας κρυμμένος σε θάμνο μόλις αντίκρισε τον Μιχαλαριά άοπλο, τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Αντιληφθέντες οι άλλοι, έτρεξε ένας ένοπλος αντάρτης και τον σκότωσε. Μεταφέραν και το νεκρό στο νεκροταφείο του Κοσμά χωρίς να βρεθεί το σκοπευτικό εξάρτημα του μεγάλου όλμου και τελικά τα θύματα μας ήταν τρεις Έλληνες άοπλοι στη μάχη αυτή.

Συνελήφθη και ο διερμηνέας του Φεστούτσιου και εξετελέσθη, ονόματος Τέλης. Τους αιχμαλώτους αξιωματικούς και οπλίτες, αφού τους ενημέρωσαν για την έκβαση του διασυμμαχικού μετώπου, ότι οι σύμμαχοι έκαναν απόβαση στην Ιταλία και τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο τους είπαν» —γιατί δεν γνώριζαν οι Ιταλοί ότι έγινε η συνθήκη τελικά— «τους είπαν: "Οι στρατιώτες σας θα μας δώσουν την εξωτερική περιβολή και τα παπούτσια σας, τα άρβυλα, διότι τα έχουμε ανάγκη. Από δε τους αξιωματικούς δεν θέλουμε τίποτα’’. Τους αξιωματικούς δεν τους ξέντυσαν. Τους είπαν: "Θα σας συνοδεύσουν δύο αντάρτες ένοπλοι μέχρι τη διακλάδωση Ζούπενα-Γερακίου με κατεύθυνση προς Σπάρτη. Κατά τη διαδρομή σας δεν θα πειράξετε κανέναν εμείς θα ειδοποιήσουμε τα τμήματά μας να μη σας πειράξει κανείς μέχρι να φτάσετε στη Σπάρτη Λακωνίας. Τους τραυματίες σας θα τους περιποιηθούμε όσο μας επιτρέπουν οι δυνατότητές μας και όταν θα γίνουν καλά, θα τους αφήσουμε ελεύθερους. Αλλιώς στείλτε μας φάρμακα ή θα στείλετε τραυματιοφορείς με το σήμα του Ερυθρού Σταυρού άοπλους να τους παραλάβουν και αμέσως τώρα μπορείτε να αναχωρήσετε". Έτσι οι Ιταλοί στρατιώτες με τα σώβρακα και ξυπόλητοι, εννιά ώρες πεζοί έφτασαν στη Σπάρτη Λακωνίας.

Εμείς συγκεντρωθέντες πάνω στο σταυροδρόμι Μαζαράκι-Κοσμά, αναχωρήσαμε για το λημέρι της Βίγλας και τα δύο συγκροτήματα του Λεβεντάκη και του Σαρρήγιαννη, μεταφέροντας και τον οπλισμό και πυρομαχικά, όλμο και ασύρματο των Ιταλών που πήραμε από τη μάχη, και γενικά όλα τα κέρδη της μάχης. Έχουμε ασυρματιστή δικό μας το Γεώργιο Τζοβάνη του εμπορικού Ναυτικού για να τον χειριστεί» —τον ασύρματο. «Εν τω μεταξύ, καταφθάνουν ομάδες από τα γύρω χωριά και ζητούν όπλα να καταταγούν στον ΕΛΑΣ. Όλος ο οπλισμός διετέθη εις χείρας των νέων αγωνιστών και η δύναμή μας διπλασιάστηκε. Τώρα υπάρχουν...». Έχει ο πατέρας μου από κάτω όλον τον κατάλογο των ονομάτων που πήραν μέρος

Α.Κ.:

Δεν ξέρω αν θέλετε να...

Ι.Τ.:

Πες τους, διάβασέ τους, να μην τους πει;

Α.Κ.:

Δεν νομίζω ότι... Όπως θέλετε εσείς. Δεν θέλω να σας κουράζω απλά.

Π.Τ.: Όχι, δεν με κουράζετε, απλώς τους έχουμε βάλει και στο facebook.

Ι.Τ.:

Ναι, τους έχουμε βάλει στο facebook. Ναι, λοιπόν, ας τους διαβάσουμε να μείνουν τα ονόματά τους, διότι…

Π.Τ.: «Τα μέλη συγκροτήματος των ανταρτών του Κοσμά Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας που έλαβαν μέρος στη μάχη στις 27/7/43 κατά του ιταλικού λόχου και των ιταλικών δυνάμεων, με επικεφαλής τον διοικητή Πελοποννήσου Φεστούτσιο ήταν τα παρακάτω, με επικεφαλής τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Ιωάννη Σαρρή ή  καπετάν Σαρρήγιαννη, από τα Τσιτάλια Κυνουρίας.

Λοιπόν Κοσμίτες: 37 άτομα. Έχει πρώτον:

Σαρηγιάννης —Διμοιρίτη τον λέει, ο διοικητής ήταν.

Γεώργιος Αγγελέτος, λοχίας.

Κωνσταντίνος Τζοβάνης.

Γεώργιος Τραϊφόρος.

Σωτήριος Τραϊφόρος.

Γεώργιος Σταυριανός.

Κωνσταντίνος Κουρτέσης.

Ιωάννης Σταθούσης.

Νικόλαος Πήλιουρας.

Ηλίας Πήλιουρας.

Αντώνιος Τσολομίτης.

Αθανάσιος Τσολομίτης.

Κωνσταντίνος Τσολομίτης.

Θεόδωρος Κοτζιάς.

Παναγιώτης Ρόρρης.

Γεώργιος Κουρτέσης.

Κωνσταντίνος Κουρτέσης.

Δημήτριος Κοκκινόβραχος.

Ιωάννης Λαχανάς.

Ηλίας Απαλοδήμας ή Τσεκούρας —υπάρχει και άλλος Ηλίας.

Παναγιώτης Νίκιας.

Πέτρος Ρήγας.

Χρήστος Αγλαμίσης.

Νικόλαος Αγγελέτος.

Μιχαήλ Σπύρου.

Σπύρος Μαργαρώνης.

Παναγιώτης Σταυριανός.

Αργύριος Νίκιας.

Λάμπρος Κατσικάς.

Παναγιώτης Κατσίκας.

Κωνσταντίνος Παπαγιάννης.

Ιωάννης Μπίλιας.

Νικόλαος Σταυριανός.

Ιωάννης Λάμπρου —ο πρόεδρος που ήταν.

Γεώργιος Τζοβάνης, ασυρματιστής.

Ηλίας Απαλοδήμας, φαρμακοποιός.

Κωνσταντίνος Απαλοδήμας, έφεδρος λοχαγός και ήταν και ο λογιστής.

Μιχαήλ Μπαλής, από τον Άγιο Βασίλειο.

Νιόνιος Ουράνης, χωροφύλαξ.

Και άλλοι δύο χωροφύλακες αγνώστων στοιχείων», δεν ξέρει τα επώνυμά τους. Λοιπόν, αυτά από εμένα. 

Α.Κ.:

Μάλιστα και πάλι θα σας ευχαριστήσω, έτσι; Κυρία Παναγιώτα, ευχαριστώ και εσάς. Ήταν πράγματι συγκλονιστικά όσο μας είπατε. Πολλές πληροφορίες. Να σχολιάσω τη συνέλευση που δεν έχει ειπωθεί καν, δεν έχει ακουστεί ότι τι έγινε συνέλευση...

Π.Τ.: Ναι.

Α.Κ.:

Με σκοπό να επανδρωθεί έτσι και να αποκτήσει ένα συλλογικό χαρακτήρα η όλη προσπάθεια.

Π.Τ.: Ναι.

Α.Κ.:

Ήθελα να  ρωτήσω, αν τυχόν γνωρίζετε, αν σας είχε πει κάτι, τώρα, της τελευταία στιγμής ερώτηση. Ο Λαμπράκος, δηλαδή, ήταν και αυτός σύμφωνος με την όλη αυτή η αντιστασιακή προσπάθεια;

Π.Τ.: Ναι, από ό,τι ξέρω, από ό,τι θυμάμαι.

Α.Κ.:

Με την έννοια ότι... Όχι τους κάλυπτε, αλλά ότι, κατά κάποιον τρόπο, γνώριζε, εν πάση περιπτώσει, ή είχαν την ανοχή του.

Π.Τ.: Από ό,τι ξέρω πήρε και μέρος στη μάχη του Κοσμά, αναφέρεται.

Α.Κ.:

Ναι, ωραία.

Ι.Τ.:

Αν δεν συμφωνούσε, δεν θα έπαιρνε μέρος στη μάχη του Κοσμά.

Α.Κ.:

Οπωσδήποτε.

Ι.Τ.:

Αφού αναφέρεται στη Μάχη του Κοσμά.

Α.Κ.:

Έτσι πολλά πολλά περιστατικά πολύ ιδιαίτερα. Θα πω εδώ. Να πω για το περιστατικό πρώτα από όλα με τον Λαμπράκο, που προσπάθησαν να τον φυγαδεύσουν και η γυναίκα του, εν πάση περιπτώσει, που προσπάθησαν και αυτοί να τους σώσουν από τους Ιταλούς. Το περιστατικό με τα ζώα που, εμένα με το που το διάβασα, με είχε συγκλονίσει. Και το περιστατικό που άκουσα τώρα, που δεν το είχα ακούσει ή δεν το θυμάμαι, εν πάση περιπτώσει, με τα ενδύματα και τα υποδήματα των στρατιωτών, τα οποία υποχρεώθηκαν να τα αφήσουν πίσω. Πολύ ιδιαίτερο.

Π.Τ.: Ναι, ναι, από τους αξιωματικούς δεν πήραν τίποτα.

Α.Κ.:

Ήθελα να σας ρωτήσω. Αυτό ο πατέρας σας, το όλο εγχείρημα, έτσι, αυτή τη προσπάθεια να τα καταγράψει, το έκανε σε περασμένη ηλικία ή όταν ήταν νέος σταδιακά;

Π.Τ.: Όχι, σε μεγάλη ηλικία, γύρω στα 70.

Α.Κ.:

Ναι. Στόχος του να μείνουν πίσω κάποια πράγματα;

Ι.Τ.:

Ο στόχος του ήταν ξεκάθαρα: ήθελε να πει την πραγματική ιστορία, γιατί λεγόντουσαν, όπως είπε, πάρα πολλά ψέματα. Εκείνο που ήθελε πάρα πολύ ήταν να πει την πραγματική ιστορία, γιατί το βίωσε ο ίδιος και πώς ήταν τα πραγματικά γεγονότα. Ότι τι πραγματικά ήταν οι αντάρτες και το αντάρτικο. Τι ήταν, τι έκανε ακριβώς. Και φυσικά να πάρει το πραγματικό του χαρακτήρα, που ήταν καταρχήν εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο. Ναι ήθελε την απελευθέρωση, δεν ήθελε την υποδούλωση ήταν η συνέχεια το θεωρούσαν του 1821, το είχε αναφέρει πάρα πολλές φορές μέσα. Και δεν μπορούσαν να ανεχτούν οι περισσότεροι, γιατί το Ε.Α.Μ.  είχε πάρα πολλούς από το αλβανικό μέτωπο, τους αξιωματικούς και της σχολής Ευελπίδων. Όλοι όσοι είχαν πάρει κατά το 90 τα 100 είχαν προσχωρήσει στο ΕΑΜ. Δεν μπορούσαν να δεχτούν την υποδούλωση από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Είπαν, δηλαδή, με λίγα λόγια ότι ο αγώνας συνεχίζεται.

Α.Κ.:

Σωστά, πολύ ωραία.

Ι.Τ.:



«Μπορεί να τελείωσε το μέτωπο στην Αλβανία, αλλά εμείς υπόδουλοι δεν γινόμαστε. θα συνεχίσουμε στα πάτρια εδάφη. Ο αγώνας συνεχίζεται. Ούτε την ιστορία θα μας αφαιρέσετε, ούτε τον πολιτισμό θα μας αφαιρέσετε ούτε θα μας υποδουλώσετε να μας κάνετε πλιάτσικο και να αφαιρούν την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου».

Α.Κ.:

Πολύ εύστοχος, κυρία Ιωάννα, και ο χαρακτηρισμός που αποδώσατε: αδούλωτες ψυχές. Πράγματι, δηλαδή, ερχόμενη και σε επαφή καθημερινά, βέβαια όχι με τους ίδιους με αυτούς  που πολέμησαν, αλλά με τους απογόνους τους, θεωρώ και εγώ ότι πράγματι δηλαδή είναι αδούλωτες ψυχές. Και πόσω μάλλον όταν μιλάμε για εκείνους τους ανθρώπους, έτσι; Που έβαλαν στην άκρη τη ζωή τους, στην ουσία. Και έθεσαν τη ζωή τους σε κίνδυνο προκειμένου να παλέψουν για τα ιδεώδη τους και για την ελευθερία, φυσικά.

Ι.Τ.:

Ήταν μία γενιά περήφανη, μία γενιά Ελλήνων που πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτούς και να χαιρόμαστε που δεν έσκυψαν το κεφάλι. Και φαίνεται χαρακτηριστικά και από τις διηγήσεις. Εμένα μου έκανε εντύπωση το σημείο που είπε —είναι αυτό ακριβώς που συναντάμε και στο 1821— όπου λέει: «

Είπαμε να πιάσουμε θέσεις εδώ, πριν από την ενέδρα», που είπαν στην ενέδρα στο χάνι του Μαρουντά που είπαν και είναι η έκφραση που είπε: «Είπαμε να πιάσουμε θέσεις εδώ». Αυτή η έκφραση είναι καθαρά του 1821, των κλεφτών και των αρματολών. Και πήγαινε η συνέχεια μετά περνούσε στο εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο. Βέβαια, μέσα από την απελευθέρωσή τους και αυτή ονειρεύονταν, και αυτή η γενιά, μία καλύτερη Ελλάδα αβασίλευτη καταρχήν.

Και αβασίλευτη θα ήταν και από τότε που ήταν και ο Καποδίστριας, αν δεν τους σκότωναν οι Μαυρομιχαλαίοι και οι υπόλοιποι. Λοιπόν, θα ήταν αβασίλευτη. Θέλανε να είναι η χώρα τους ακηδεμόνευτη. Αυτό ήταν το βασικότερο όλων  και αβασίλευτη. Είναι άλλο πράγμα να κάνει ως χώρα μία χώρα συμφωνίες με άλλα κράτη, διπλωματικές συμφωνίες. Και άλλο είναι να είσαι αποικία. Αυτό που έγινε μετά, ήταν ότι αυτό το αδούλωτο πνεύμα θέλησαν να το υποδουλώσουν μαζί με τις ελπίδες για ένα κράτος πιο δίκαιο. Και με μεγαλύτερη δικαιοσύνη για όλους τους Έλληνες, με περισσότερες ηθικές αξίες. Και αυτό το πράγμα καθυπόταξαν αυτοί που τους έσωσαν δηλαδή οι Άγγλοι ο πατέρας μου από τη μία τους έσωσε και το ευχαριστώ ήταν να έρθουν, να τους υποδουλώσουν και να δώσουν όπλα σε αυτούς που ήταν συνεργάτες. Και ήταν στην κυριολεξία τα κατακάθια εκείνης της εποχής. Τα κατακάθια, διότι δεν μπορεί να είσαι Έλληνας και να πας να προδίδεις τον Έλληνα και να είσαι με τον κατακτητή.

Με αυτόν που καταπιέζει έναν λαό. Και για να σας το δώσω να το καταλάβετε ακόμη περισσότερο, πόσο ταπεινά ένστικτα και πόσο αυτοί οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι χαμηλού επιπέδου, άνθρωποι τελείως ανήθικοι, θα έλεγα. Θα σας πω ένα περιστατικό που συνέβη με το θείο μου, το Χρήστο, που ήταν εκεί, μετά από την καταραμένη Βάρκιζα, όπως έλεγε ο πατέρας μου, που όταν επέστρεψαν πίσω, αφού επέστρεψαν τα όπλα. Και είχε βρεθεί ο θείος μου ο Χρήστος μαζί με έναν Λάμπρου που ήταν έξω και κάνανε τις δουλειές, οι άνθρωποι. Αυτά τα άτομα, τα οποία τα εξόπλισαν εκ των υστέρων, τους συνεργάτες των Γερμανών, τους οποίους εξόπλισαν, ενώ είχαν παραδοθεί στην κυβέρνηση τότε, βέβαια. Και θα πούμε και πώς, γιατί μας τα γράφει. Γιατί τότε υπήρχε κυβέρνηση Εθνικής ενότητας, υπήρχε κυβέρνηση και λειτουργούσαν κάτω από τις διαταγές της κυβέρνησης εθνικής ενότητος όλοι και είχε κατέβει στην Πελοπόννησο ως πολιτική εξουσία ο Κανελλόπουλος και ως στρατιωτική ηγεσία ο Άρης Βελουχιώτης.

Λοιπόν, δεν λειτούργησε κανένα τμήμα του ΕΑΜ ανεξάρτητα των διαταγών. Και μάλιστα, επειδή έπρεπε να συλλάβουν όλους αυτούς, εγινόντουσαν και κάποιες διαπραγματεύσεις και διαδικασίες διαπραγματεύσεων. Στις οποίες μιλούσε ο Κανελλόπουλος με τον Άρη και μετά λάμβαναν τις αποφάσεις τις οποίες είχαν. Για ποια αυθαίρετα πράγματα μιλούν επομένως; Και μετά τους συνέλαβαν, τους παρέδωσαν και αντί να τους δικάσουν —που η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχουν τιμωρηθεί οι συνεργάτες των Γερμανών. Ενώ σε όλες τις άλλες χώρες έχουν τιμωρηθεί οι συνεργάτες των Γερμανών, και στην Ιταλία ακόμα. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχουν τιμωρηθεί, δεν τιμωρήθηκαν οι ταγματασφαλίτες, οι συνεργάτες των Γερμανών. Όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, τους έδωσαν τα όπλα οι Άγγλοι, γιατί δεν είχαν στηρίγματα, γιατί ήξεραν τι ήταν το ΕΑΜ για να μπορέσουν να υποδουλώσουν αυτό το ελεύθερο και αδούλωτο πνεύμα των Ελλήνων.

Οι Έλληνες δεν μπορούν να φέρουν εις πέρας ή δεν μπορούσαν να φέρουν εις πέρας τις υποθέσεις του κράτους τους; Βεβαίως και μπορούσαν να τα βρουν και να βρουν πώς θα διακυβερνηθεί το κράτος τους. Μεταξύ τους να συνεννοηθούν και να τα βρουν είτε με τις εκλογές με οτιδήποτε. Αυτοί τι δουλειά είχαν στο ξένο κράτος που ήρθαν και έκαναν επέμβαση; Αυτό ήταν το ευχαριστώ. Από τη μία τους έσωσε τη ζωή... Ας πήγαιναν σε αυτούς που τους παρέδιδαν στους Γερμανούς και τους εκτελούσαν. Έλληνας είναι, το όνομά του το έχω, ποιος τους παρέδωσε και τους εκτέλεσε. Από τη μία, δηλαδή, τους πήγαιναν να τους ελευθερώσουν και από την άλλη κουβαλήθηκαν εδώ πέρα, γιατί είχαν κάνει τη συμφωνία. Και ήρθαν εδώ πέρα να πάρουν το κομμάτι γης, που ήταν αποικία τους. Και έπρεπε για να μπορέσουν να σταθούν, έπρεπε να καθυποτάξουν και αυτό το πνεύμα το ελεύθερο, το αδούλωτο και το ελεύθερο. Το οποίο το ΕΑΜ δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να είναι οι Έλληνες αποικία, δεν ήθελαν πάτρωνες, ούτε βασιλιά.

Ούτε θα είχε η Ελλάδα από τον Καποδίστρια. Αν δεν σκοτώνουν τον Καποδίστρια, δεν θα έχει η Ελλάδα βασιλεία. Και αυτοί έκαναν μετά τα χείριστα. Να σας ολοκληρώσω την ιστορία για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Όταν, λοιπόν, μπήκαν αυτά τα τάγματα ασφαλείας μετά τη Βάρκιζα, γιατί έκαναν αισχρά πράγματα αφού είχαν παραδοθεί τα όπλα. Μπήκαν μέσα στο χωριό και φυσικά ο θείος μου φοβόταν να πάει. Και του λέει του Λάμπρου: «Εγώ δεν θα πάω στο χωριό. Δεν πάω στο χωριό». Λέει ο άλλος: «Εγώ θα πάω». Λέει: «Πήγαινε, εσύ, εξάλλου, είσαι και δικός τους», εννοούσε ιδεολογικά προσκείμενος. Πήγε ο άνθρωπος μέσα στο χωριό και όταν είδε —γιατί αυτοί κάνανε πλιάτσικο, έκλεβαν δηλαδή με λίγα λόγια δεξιά και αριστερά τα σπίτια των χωριανών—, κάπου τους έκανε την παρατήρηση: «Μην κλέβετε», ας πούμε. Και εκεί αυτοί πρότειναν το όπλο οι ταγματασφαλίτες και μπήκε η γυναίκα του μπροστά για να τον προστατεύσει, με αποτέλεσμα να σκοτώσουν και το Λάμπρο και τη γυναίκα του.

Ομοϊδεάτες τους ήταν, για να καταλάβετε το ποιόν τους. Ήθελαν αυτό δείχνει το φασισμό τους, το ποιόν τους και ότι ήταν τα κατακάθια της κοινωνίας. Κάπου το γράφει: «Με ποιους θα πηγαίναμε; Με τα κατακάθια της κοινωνίας θα πηγαίναμε, με τους δυνάστες μας θα πηγαίναμε, με τους φασίστες θα πηγαίναμε, τους Γερμανούς;». Και το αποτέλεσμα λοιπόν να πούμε τώρα και για την ομάδα του Κοσμά που έκανε. Τον Κουρτέση, αφού παρέδωσαν οι άνθρωποι τα όπλα τους, τότε με τη Βάρκιζα, τα παρέδωσαν. Και μάλιστα λέει και το όνομα σε ποιον τον παρέδωσαν, σε ποιο σημείο παραδόθηκε.

Π.Τ.: Στη Σπάρτη τα παρέδωσαν, σε μια αποθήκη.

Ι.Τ.:

Σε μία αποθήκη παρέδωσαν τα όπλα τους. Αυτοί επειδή ήθελαν να τους εξοντώσουν, καταρχήν πήραν τον Κουρτέση τον κακομοίρη τον πυροβολητή που ήταν εκεί. Τον βασάνισαν και τρυπούσαν τις πατούσες του με τις ξιφολόγχες. Του έκαναν βασανιστήρια του ανθρώπου, ο οποίος δεν είχε πάρει μέρος και σε καμία άλλη μάχη. Αγωγιάτης ήταν. Και απλά είχε πάρει μέρος μόνο στη μάχη του Κοσμά εναντίον των Ιταλών. Αυτό ήταν το ευχαριστώ, του τρυπούσαν τις πατούσες τάχα μου να τους πουν πού ήταν τα όπλα. Ποια όπλα; Ούτε όπλα είχαν. Αυτό ήταν η δικαιολογία για να τους εξοντώσουν. Παίρνουν τον Κοτζιά, που ήταν επίσης στη μάχη, και τον βασάνιζαν τόσο πολύ που ο άνθρωπος είχε ουρήσει αίμα. Συνέλαβαν και τον πατέρα μου και του ζητούσαν όπλα. «Ποια όπλα;», τους λέει, «τα όπλα τα παραδώσαμε. Ήρθαμε στα σπίτια μας να ζήσουμε ειρηνικά, να δούμε από δω και πέρα τι θα γίνει και να φτιάξουμε τα σπίτια μας και τις οικογένειές μας».

 Π.Τ.: «Να φτιάξω το καμένο χωριό μου».

Ι.Τ.:

Το καμένο χωριό, που ήταν ερείπια από τους Γερμανούς που το έκαψαν, μετά την άλλη, όταν ξαναήρθαν για εκδίκηση. Και αντί αυτών κάλεσε το θείο μου τον Χρήστο και είπε: «Θα είναι μάρτυρας ο αδερφός μου, είσαι  μάρτυρας για τη ζωή μου αν με πειράξουν». Και επειδή αυτοί ξανά έβλεπαν…

Π.Τ.: Τον άφησαν προς το παρόν.

Ι.Τ.:

Τον άφησαν προς το παρόν, αλλά έβλεπε ότι τον παρακολουθούσαν. Τον ειδοποίησε ενώ πήγε στο κουρέα να κουρευτεί. Και ήρθε κι ένας επονίτης που τον ειδοποίησε, που τον είχε στείλει Απαλοδήμας και του λέει: «Θα σε σκοτώσουν, πάρε το Κότζια και φύγετε». Είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν. Πήρε τον Κοτζιά, ο οποίος ο καημένος ήταν κουτσός, γιατί από τα βασανιστήρια κιόλας δεν μπορούσε και να περπατήσει και πολύ για να φύγουν προς τα κάτω. Πήγαν, μετά πέρασαν πού; Στο Βρονταμά;

Π.Τ..: Πέρασαν και είδαν νομίζω το Σαρρήγιαννη. 

Ι.Τ.:

Πέρασαν και συνάντησαν τον Σαρρήγιαννη και τον Ατζακλή. Και τους λένε: «Τι θα γίνει; Εμείς πρέπει να προστατεύσουμε τις ζωές μας. Αυτοί ήθελαν να μας σκοτώσουν. Θα πάρουμε τα όπλα και θα βγούμε στο βουνό;». «Όχι», είπαν αυτοί, «εμείς θα μπούμε στη νομιμότητα, δεν έχουμε σκοπό να πάρουμε τα όπλα». «Να προστατεύσουμε τις ζωές μας», είπε ο πατέρας μου. «Βλέπετε τον Κοτζιά;». Τον δε Κουρτέση κάποιος συγγενής του τον φυγάδευσε και από ό,τι νομίζω ήταν και δεξιός κιόλας ο συγγενής του;

Π.Τ.: Δεν ξέρω.

Ι.Τ.:

Νομίζω. Για να τους σώσουν τη ζωή και τον πήγαν στην Αθήνα τον άνθρωπο, να φανταστείτε. Λοιπόν, έφτασαν εκεί και είπαν: «Όχι, εμείς δεν έχουμε σκοπό τέτοιο. Θα πας», λέει, «στη Σπάρτη να πάρεις από τη φυλακή και το Μπίλια που θα βγει σε δύο μέρες —γιατί τον είχανε βάλει λέει φυλακή τον άνθρωπο εκείνον, αφού παρέδωσαν— που πήγαινε και πάρε δώσε και θα φύγετε λέει να πάτε στην…

Π.Τ.: «Ναι, μην πάτε στο χωριό πάτε στην Αθήνα».

Ι.Τ.:

Πήγε εκεί πήρε και το Μπίλια και φύγανε για την Αθήνα .Φυσικά συνάντησε και άλλους και έφυγαν. Και είπε μάλιστα: «Εγώ δεν ξαναγυρίζω πίσω. Θα φύγω προς Θεσσαλονίκη». Γιατί προς Θεσσαλονίκη είχαν φύγει πάρα πολλοί. Είχαν φύγει πάρα πολλοί δεν θα πω ονόματα. Γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί, γεωπόνοι, όλοι μαζί ανέβηκαν σε φορτηγά και φύγανε προς βόρεια. Και είπε: «Δεν θα ξαναγυρίσω αφού είναι έτσι τα πράγματα».

Π.Τ.: Αναγκάστηκαν να βγούνε στο δεύτερο από το κυνηγητό.

Ι.Τ.:

Φυσικά απ' το κυνηγητό και αναγκάστηκαν να βγούνε στο δεύτερο. Πολλοί για να προστατεύσουν τη ζωή τους. Δεν είχαν σκοπό. Ούτε ο Σαρρήγιαννης είχε σκοπό εφόσον έλεγε στον πατέρα μου τέτοιο πράγμα. Ούτε για τον Απαλοδήμα είχε σκοπό, ούτε κανένας είχε σκοπό. Αυτοί τους εξόρισαν, διότι αυτοί δεν είχαν πλέον κατά πού να διαφύγουν οι άνθρωποι και έπρεπε να προστατεύσουν τη ζωή τους. Για να προστατεύσουνε τη ζωή τους, έπρεπε να βγουν στο βουνό. Επίτηδες τους έβγαλαν για να τους σκοτώσουν στο βουνό. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Γιατί απλά ήθελαν την Ελλάδα αποικία ξένων, πάτρωνες, οι οποίοι δεν ήθελαν αυτό το αδούλωτο πνεύμα, το περήφανο πνεύμα. Να μπορούν οι Έλληνες… Μπορούσαν οι Έλληνες να τακτοποιήσουν τις δουλειές μόνοι τους, μία χαρά. Ο πατέρας μου διέφυγε προς τη Θεσσαλονίκη, ήταν πάρα πολύ δύσκολα, κρύφτηκε σε συγγενείς του Κοσμίτες. Δεν θα πούμε ονόματα. Κρύφτηκε σε συγγενείς τους Κοσμίτες, που ήταν εδώ, τον έκρυψαν για πολύ καιρό.

Π.Τ.: Το πρόδωσαν, προδόθηκε από κάποιους από τη γειτονιά.

Ι.Τ.:

Προδόθηκε από κάποιους από τη γειτονιά, αναγκάστηκε να φύγει, πήγε κρύφτηκε  μετά στο Βαρδάρη προς τα μέσα. Διέφευγε σε διάφορα μέρη, γιατί τότε για να κινηθείς δεν αρκούσε μόνο η ταυτότητα, έπρεπε να έχεις και χαρτιά.

Π.Τ.: Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ι.Τ.:

Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Όπου πήγαινε δεν τον άφηναν να δουλέψει. Εν τω μεταξύ, είχε παντρευτεί τη μητέρα μου. Δηλαδή, με λίγα λόγια έπρεπε να πεθάνουμε. Ο πατέρας μου δεν έπρεπε να δουλέψει, άρα εμείς έπρεπε να πεθάνουμε. Γιατί πολέμησε τους Ιταλούς και τους Γερμανούς και έπρεπε εμείς να πεθάνουμε. Και γιατί δεν έσκυψε το κεφάλι και πολέμησε τους Άγγλους τους πάτρωνες στην Αθήνα, γιατί δεν ήθελε ξένους.

Α.Κ.:

Ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ.

Ι.Τ.:

Πάρα πολύ. Αυτοί εδώ με τον Τrump κάτι έγινε και πήγανε στο κοινοβούλιο και αμάν-αμάν κάνανε. Αλλά σε εμάς τους φέσωσαν ό,τι κατακάθια είχανε. Διότι εμείς έπρεπε να τους δεχτούμε αυτούς. Ό,τι κατακάθια είχανε. Τελικά διέφυγε προς τα εδώ ο άνθρωπος, πολύ δύσκολη η ζωή, με το μεροκάματο. Η μητέρα μου η οποία ήταν μαθημένη και από μία οικογένεια η οποία ήταν ο παππούς μου δάσκαλος, τα δύο αδέρφια της δάσκαλοι. Και αυτοί είχανε θύμα. Ο ένας, ο μικρότερος ο οποίος ήταν δάσκαλος με τέλεια αγγλικά, με δύο μουσικά όργανα επειδή ήταν στο επιτελείο στην Αλβανία, στην πρώτη γραμμή. Είχε βγει και αυτός στο βουνό, δεν μπορούσε να δεχτεί η υπερηφάνεια τους αυτό το πράγμα. Είπαν: «Ο πόλεμος συνεχίζεται. Φεύγουμε από δω, αλλά συνεχίζουμε». Και την ώρα που μιλούσε στο Μυστρά στην πλατεία για την Ελευθερία της πατρίδας, άοπλος, κόσμος ήταν εκεί και τους μιλούσε. Κάποιος ταγματασφαλίτης από εκεί, από αυτούς που ήταν εκεί στην περιοχή αυτή συνεργάτες και αυτοί, μπήκε κρυφά στην εκκλησία φαίνεται ως ελεύθερος σκοπευτής και το σκότωσε τον άνθρωπο. Και ήταν κι άλλος ένας ακόμα από το ΕΑΜ. Και εκείνον τον χτύπησαν, σώθηκε ως εκ θαύματος. 30 χρόνων παλικάρι. Ένα παλικάρι που είχε εκείνη την εποχή για τη μόρφωση που είχε ήταν ένας λαμπρός νέος. Σας λέω ότι ήταν στο επιτελείο, δηλαδή, εκεί που σχεδίαζαν τις μάχες, στην πρώτη γραμμή. Και η μητέρα μου ήταν τελείως διαφορετικά μαθημένη. Φυσικά, παρ' όλα αυτά, γυναίκες εκείνη την εποχή δεν εργάζονταν. Αυτή έσκυψε το κεφάλι, είπε: «Εγώ έχω παιδιά. Πρέπει να ζήσουμε», παρόλο που ήταν… ζούσε μία πολύ καλή ζωή και σε μία πολύ καλή οικογένεια. Και έσκυψε το κεφάλι και βγήκε να δουλέψει. Η μητέρα μου και ο πατέρας μου είχαν μία ζωή όπως είναι τα σύγχρονα τωρινά ζευγάρια. Δηλαδή, βοηθούσαν εξίσου στις δουλειές, μοιραζόντουσαν όλα τα βάρη. Και τα παιδιά... Θυμάμαι τον πατέρα μου, δεν υπήρχε μία στιγμή που να ήρθαμε από το σχολείο και να μην υπήρχε ζεστό φαΐ και να μη στεκόταν, ενώ η μητέρα μου ήταν στη δουλειά. Να μη στέκεται από πάνω να μας βοηθήσει και να κάνει ό,τι μπορεί. Όπως είναι τα σύγχρονα ζευγάρια. Αφού το λέω και δεν το πιστεύω δηλαδή που κάνω συγκρίσεις. Σε όλα τους και στη συζήτηση, ο πατέρας μου ήταν πολύ της συζήτησης. Πολύ αγαπητός στην περιοχή της Θεσσαλονίκης σε οποιοδήποτε,  σε όλο το πολιτικό φάσμα. Ήταν εδώ ομάδα Πελοποννησίων, υπήρχαν και άλλοι Πελοποννήσιοι εδώ γύρω, όλων των πολιτικών απόψεων. Πολύ αγαπητός. Ακόμη και σήμερα σε αυτούς που ζούνε. Ο γιος της μιας καλαματιανής έχει γίνει ιερέας, είναι στην περιοχή μας εδώ. Και όταν του μιλάς για τον πατέρα μου, λέει: «Ο Κώστας». Τις προάλλες, πριν την καραντίνα, είχαμε πάει με το σύζυγο στη λαϊκή και με γνώρισε ένας έμπορος εκεί που ήτανε παλιά στο σπίτι μου και άρχισε να φωνάζει: «Ξέρετε…» —μείναμε άναυδοι με το σύζυγο— «ξέρετε τι οι γονείς είχε αυτή; Τι πατέρα είχε αυτή;». Δηλαδή, ένας Ιησούς εντός εισαγωγικών επί της γης, ανθρωπιστής, ειρηνιστής, πατριώτης. Αγαπούσε την πατρίδα του και οι περισσότεροι ήταν… Το αντάρτικο της Πελοποννήσου είχε εκλεκτούς, ήταν μορφωμένοι. Όταν κάποτε εξέφρασα αυτό το παράπονο και είπα σε κάποια συγγενή μου κάτω στο χωριό, στην Αρβανιτοκερασιά. Και είπα: «Πώς έγινε αυτό και ο θείος...». Μου λέει: «Κορίτσι μου ήταν όλοι μορφωμένοι στο βουνό, οι  άλλοι ήταν τα κατακάθια». Λοιπόν. αυτά. Περάσαμε πολύ δύσκολα, ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να κατέβει, εργαζόταν πάρα πολύ σκληρά, γιατί είμαστε με το μεροκάματο. Και θέμα διακοπών δεν υπήρχε, ούτε για αστείο εκείνη την εποχή. Βέβαια η μητέρα μου μας έπαιρνε εμάς τα μικρά. Κατεβαίναμε με το τρένο κάθε καλοκαίρι στην Αθήνα. Σταματούσαμε στην αδερφή της, και από κει που πηγαίναμε προς τα κάτω στην Αρβανιτοκεράσια δίπλα στη Βλαχοκερασιά. Και βγάζαμε όλο το καλοκαίρι, βέβαια, γιατί ο παππούς ήταν δάσκαλος, γιατί η οικογένεια είχε οικονομική δυνατότητα. Γιατί ήταν αυτό: ότι ξαλαφρονούμε λίγο τον πατέρα και όχι μόνο αυτό, αλλά μας βοηθούσε ο παππούς μας και οικονομικά. Και έτσι επανερχόμασταν το Σεπτέμβριο για το σχολείο. Παρ' όλα αυτά, κατορθώσαμε και σπουδάσαμε, και κάναμε οικογένειες, και κάναμε παιδιά, σε πείσμα όλων αυτών των σκουπιδιών, θα έλεγα.

Κ.Α.: Κυρία Ιωάννα, ο πατέρας σας αναπολούσε το χωριό;

Ι.Τ.:

Ναι, γράφει εδώ, εδώ έχει μία θαυμάσια περιγραφή του χωριού, γράφει: «Το μπαλκόνι της Κυνουρίας», το λέει, γράφει την ιστορία του... Ξεκινάει από το 1821, γράφει αναλυτικά ποιοι ήταν οι δημογέροντες που πήραν μέρος, που ήταν με τον Κολοκοτρώνη. Ένας σκοτώθηκε στα Βέρβενα, ένας που τον αποκεφάλισαν οι Τούρκοι.

 Π.Τ.: Τον Ασημάκη.

Ι.Τ.:

Έχει και το τραγούδι του Ασημάκη, μας έχει αφήσει που έγραψε. Το έγραψε για αυτόν. Και πάντα τον εξυμνούσε και έλεγε ότι: «Η ιστορία συνεχίζεται. Εμείς ήμασταν η συνέχεια του 1821».

Α.Κ.:

Είχε βιώσει, έτσι, έντονο το συναίσθημα, θα έλεγα, και ότι ήθελε την πατρίδα του ελεύθερη. Αυτό καταλαβαίνω εγώ.

Ι.Τ.:

Ναι, ήθελε ένα: την πατρίδα του ελεύθερη, αλλά μέσα από αυτό, πέρα από την Ελευθερία, αυτή η γενιά ήθελαν και μία καλύτερη πατρίδα, με άλλα στοιχεία από αυτά τα προηγούμενα. Αβασίλευτη καταρχήν. Ένα το κρατούμενο, πολύ βασικό. Και δεύτερον: πιο δίκαιη.

Α.Κ.:

Έτσι.

Ι.Τ.:

Είναι πολύ βασικά στοιχεία αυτά και σήμερα τα ζητάμε. Και σήμερα έχουμε δημοκρατία, δεν έχουμε βασιλεία και θα είχαμε από τον Καποδίστρια αν δεν τον σκότωναν οι Μαυρομιχαλαίοι. Και αυτοί από την Πελοπόννησο ήταν.

Α.Κ.:

Κυρία Παναγιώτα, Κυρία Ιωάννα, θυμάστε στην παιδική σας ηλικία ή μετέπειτα στην εφηβική ηλικία, νεανική να σας λέει ιστορίες από το αντάρτικο ο πατέρας σας; Δηλαδή, είχε πάντα αυτή την ανάγκη να εξωτερικεύσει όσα έχει ζήσει;

Π.Τ.: Όχι, δεν μας έλεγε ιστορίες. Έλεγε ιστορίες;

Ι.Τ.:

Όχι, δεν μας έλεγε, δεν μας έλεγε λεπτομέρειες, δεν έλεγε ποτέ λεπτομέρειες. Καταλάβαινε ότι ήθελε να μας προστατέψει καταρχήν, γιατί τα χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Ήθελε να μας προστατεύσει γιατί ήταν πολύ δύσκολα τα χρόνια και τον καλούσαν συνέχεια στην ασφάλεια. Δεν ήταν, δηλαδή, ότι τον είχαν ξεχάσει. Τον καλούσαν μέχρι τη μεταπολίτευση, μέχρι τότε που αναγνωρίστηκε η εθνική αντίσταση και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, μέχρι τότε τον καλούσαν.

Α.Κ.:

Ταλαιπωρημένος αρκετά.

Ι.Τ.:

Δεν το ξέχασαν, δηλαδή, ποτέ και δεν μας είπε εμάς ποτέ. Δεν μας έλεγε ακριβώς για αυτό το λόγο, γιατί δεν ήθελε. Ήταν οι εποχές πολύ δύσκολες και δεν ήθελε να... Τα βλέπαμε, βιώναμε. Ωστόσο καταλαβαίναμε φυσικά μας έλεγε, γιατί είμαστε διαπαιδαγωγούσε. Μας διαπαιδαγωγούσε καταρχήν —αυτό δεν ξεχνιέται—, με πολύ μεγάλο ανθρωπισμό. Αυτό το καταλαβαίνω και τώρα που είμαι μεγάλη, πόσο είχε περάσει μέσα μου όταν πήγα και δίδαξα στο σχολείο. Όταν πήγα και δίδαξα στο σχολείο, δεν ασχολιόμουν με τους καλούς μαθητές, όπως κάνει μεγάλη μερίδα συναδέλφων. Ασχολιόμουν με όλο το πεδίο της τάξης. Από τον καλύτερο μέχρι το χειρότερο. Όλοι συνέβαλαν και έβαζαν το πετραδάκι, όλοι παίρνουν μέρος στο ταξίδι αυτό της γνώσης. Και αναρωτιόμουν πολλές φορές γιατί και καταλάβαινα ήταν ο πόνος μέσα και έλεγα και ο τελευταίος. «Να αγαπάς τον άνθρωπό», μας έλεγε, «και να σέβεσαι και το μυρμήγκι», για αυτό ήταν τόσο αγαπητός.

Α.Κ.:

Εγώ θα σας ευχαριστήσω σε αυτό το σημείο, δεν ξέρω αν θέλετε να προσθέσουμε κάτι άλλο, σας έχω κουράσει χρονικά.

Ι.Τ.:

Όχι, όχι, και εμείς ευχαριστούμε Αγγελική, να 'σαι καλά.

Α.Κ.:

Ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας ευχαριστώ για τη διάθεσή σας να ειπωθούν αυτά, γιατί εντάξει, είναι πάρα πάρα πολύ σημαντικά. Και θεωρώ ότι θα βγει κάτι καλό από αυτή τη συνέντευξη. Και ευχαριστώ, φυσικά...

Ι.Τ.:

Είναι και η αλήθεια το κυριότερο το κύριο και πάνω από όλα είναι η αλήθεια και ήταν αυτόπτης μάρτυς. Και ο πατέρας μου ένα πράγμα που σιχαινόταν ήταν η αδικία και το ψέμα.

Α.Κ.:

Σωστότατα, πολύ ωραία. Ευχαριστώ πάρα πολύ.