© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ένας Κοινοτάρχης του Μαργαριτίου αφηγείται
Istorima Code
18219
Story URL
Speaker
Δημήτρης Μάτης (Δ.Μ.)
Interview Date
19/02/2021
Researcher
Ευγενία Μπέλλου (Ε.Μ.)
Όνομα πατρός.
[00:00:00]
Το ’33, το 1933. Δημήτριος Μάτης του Γεωργίου. Ο πατέρας μου ήτανε απ’ τη Βόρειο Ήπειρο, όπως και ο παππούς μου, απ’ το Λάμποβο Βόρειου Ηπείρου, απ’ το χωριό του Ζάππα. Είχε έρθει εδώ ο παππούς – δεν ήταν μόνο ο παππούς, εδώ ήταν πολλοί Λαμποβίτες, καμιά δεκαριά οικογένειες. Εδώ δεν υπήρχαν χριστιανοί. Αυτοί οι Τσάμηδες, οι Οθωμανοί, οι Τσάμηδες, αυτοί είχαν αλλαξοπιστήσει πρέπει να ’ταν. Κι εδώ ήτανε, οι χριστιανοί που ήτανε, ήτανε όλοι οι επαγγελματίες: ήταν απ’ τις Καλαρρύτες –αυτοί ήταν χρυσοχόοι και τέτοια πράγματα–, ήταν απ’ το Μέτσοβο αυτά –αυτοί ήτανε, φτιάχνανε… σαγματοποιοί, φτιάχνανε για τα ζώα τα σαμάρια–, ήτανε οι Λαμποβήτες ήταν τσαρουχάδες, απ’ το Λάμποβο οικογένειες. Φτιάχνανε τσαρούχια. Ετούτοι εδώ είχαν τα τσιφλίκια όλα –είκοσι τέσσερα χωριά, πόσα ήταν, του Φαναρίου– τα ’χαν οι αγάδες εδώ του Μαργαριτίου. Ο καθένας είχε ένα χωριό μαζί με τους κατοίκους και είχε έναν σε κάθε χωριό που ’κανε κουμάντο – χριστιανός αυτός. Λοιπόν… Ο παππούς είχε μεγάλη επιρροή στην περιοχή. Δεν υπήρχε Νομός Θεσπρωτίας τότε, ήταν επαρχία Μαργαριτίου. Η Ηγουμενίτσα ήταν χωριουδάκι μπροστά… τίποτα, ένα… και έπιανε από το Καστρί, Άι Βλάση, Καστρί και τέτοια, Παραπόταμο, και μέχρι κάτω τα χωριά εδώ του Φαναρίου μέχρι όξω απ’ την Πρέβεζα ήταν επαρχία Μαργαριτίου. Αλλά αυτά τα χωριά του Φαναρίου ήτανε τσιφλίκια των αγάδων ετούτων εδώ. Κάθε αγάς είχε ένα χωριό μαζί με το… Ο παππούς είχε μεγάλη επιρροή γιατί – επειδή ήταν από κει κι επειδή η Αστυνομία τότε, επί τουρκοκρατίας, και ο στρατός κι αυτό ήτανε όλοι απ’ την Αλβανία και επειδή θεωρούσαν κι αυτοί τη Βόρεια Ήπειρο σαν πατριώτες και το είχανε… του πέρναγε ο λόγος και εξυπηρετούσε πολύ κόσμο. Το ’08 –ή το ’09 ή το ’08– ήρθε εδώ ένας Δεσπότης στην Παραμυθιά. Ιερόθεος, Δωρόθεος, δεν θυμάμαι καλά, αυτό βρίσκεται από τα… Και αυτός ρώτησε από δω από κει, έμαθε για τον παππού, τον καλεί τον παππού, του λέει: «Έλα εδώ, σε θέλω. Επειδή έχεις επιρροή, θα ιδρύσουμε», λέει, «το Κομιτάτο της Ηπείρου διαμέσου εκκλησιαστικών συμβουλίων». Και τι έκανε εν τω μεταξύ; Κάθε Σαββατοκύριακο άρχισε να σηκώνει την Ελληνική σημαία, είχε δικαίωμα να σηκώσει την ελληνική σημαία. Έγινε σχεδόν επανάσταση – θέλαν να κάψουν τη Μητρόπολη κι αυτά και πήγαιναν κάθε βράδυ απ’ την Αμπελιά –Δράγανη τη λέγανε, Δράγανη– πήγαιναν απ’ τη Δράγανη δέκα-δεκαπέντε και φύλαγαν τη Μητρόπολη το βράδυ στην Παραμυθιά. Πήγαιναν απ’ τη Δράγανη, τι να κάνει ο κόσμος; Εν τω μεταξύ τον παππού… όχι, τον διώξαν τον δεσπότη. Τον διώξαν τον Δεσπότη, τον παππού κάποιος τον πρόδωσε και μία μέρα που είχε πάει προς το Φανάρι κάτω εκεί –έτσι λεγόταν, το Φανάρι, τα χωριά αυτά, είκοσι τόσα χωριά– του στέλνει ένας Αγάς –γι’ αυτό δεν θυμάμαι τώρα, ποιος Αγάς– του στέλνει έναν δικό του άνθρωπο και του λέει: «Θα πας να βρεις τον Νάκο Λαμποβίτη», δεν τον φώναζαν Νάκο Μάτη, Νάκο Λαμποβίτη, επειδή ήταν απ’ το Λάμποβο, «και θα του πεις: “Μου ’πε ο Αγάς απ’ τον δρόμο που σκέφτεσαι να ’ρθεις, να μη ’ρθεις”». Μόλις του το ’πε έτσι του παππού, κατάλαβε εκείνος απ’ τον δρόμο… αλλά, πονηρός κι ο παππούς, δεν πήγε να του πει: «Αγά, γιατί μου ’στειλες το…». Χτυπάει την πόρτα στο σπίτι, πάει στο σπίτι και του λέει: «Με ζήτησες, Αγά;» Αυτός του απάντησε: «Φοβήθηκες, Χριστιανέ του κερατά;». Αλλά στα Αρβανίτικα. «Τι να φοβηθώ;» του λέει. «Τους ξυπόλυτους; Εγώ έχω εσένα». Τον σήκωσε. «Πήγαινε», του λέει, «άνοιξε το καφενείο», κάπου εδώ είχε το καφενείο ο παππούς, «και μη φοβάσαι». Μετά από κάνα τέταρτο ακούει –ήταν καλντερίμι τότε εδώ [00:05:00]και στη μέση πέρναγε ένα σαν χαντακάκι, αλλά με καλντερίμι πέρναγαν τα νερά– ακούει γκραν-γκρουν, φόραγαν και τα παπούτσια τότε με καρφιά και τέτοια, σηκώνεται ο Αγάς, βγαίνει όξω στην πόρτα, κοιτάει… Ήταν καμιά πενηνταριά. «Τι συμβαίνει;» τους λέει. «Όποιος θέλει να πιει καφέ, να μπει μέσα να πιει καφέ από μένα. Όποιος δεν θέλει να πιει, να σηκωθεί να φύγει· κι όποιος πειράξει τον Νάκο Λαμποβίτη είναι σαν να πειράζει εμένα». Μπήκαν ορισμένοι μέσα, ορισμένοι που ’ταν λίγο κι αυτοί… Αγάδες, δηλαδή, αλλά ήταν κατώτεροι απ’ αυτόν – γι’ αυτό δεν ξέρω τώρα, δεν θυμάμαι ποιος Αγάς ήταν. Φύγανε. Ναι, αλλά είδε ο παππούς, δεν μπορεί, δεν στεκόταν πλέον, θα τον καθάριζαν. Και σηκώνεται και φεύγει και πάει στη Ρουμανία. Είχε εκεί συγγενείς, στη Ρουμανία. Όταν ο Ζάππας πήγε στη Ρουμανία και πιάστηκε εκεί και έγινε μεγάλος και τρανός, είχε πάρει πατριώτες, πολλούς πατριώτες Λαμποβήτες και δίπλα απ’ το Λάμποβο, άλλα χωριά, [Δ.Α.] και τέτοια. Τους είχε πάρει και δούλευαν εκεί – και είναι δηλαδή, υπάρχουν τέτοιες φάρες εκεί ακόμα. Πήγε εκεί αλλά ο παππούς φόραγε ρούχα παραδοσιακά… Βράκα, γιλέκο, μουστάκια τέτοια… Θέλετε να τη βρω τώρα μια φωτογραφία; Δεν… πρέπει να ψάξω. Λοιπόν… Και μία μέρα του αγοράζει ένα κουστούμι και του λέει: «Για φόρεσέ το», του λέει, «Νάκο». «Νάκος» είναι Γιάννης, Γιαννάκος. Το φοράει ο παππούς, του φάνηκε ότι ήτανε Καραγκιόζης. Του λέει: «Κοίτα να δεις, ξάδερφε, άμα με θέλεις να κάτσω με τα ρούχα που φοράω τακτικά, να καθίσω. Αν νομίζεις ότι σε ντροπιάζω, να φύγω. Εγώ μασκαράς των σκυλιών δεν γίνομαι, να βάλω αυτά τα ρούχα». «Όχι, ρε ξάδερφε», του λέει, «προς Θεού». Αλλά λέει: «Γιατί βγαίνεις όξω και βγαίνουν όλοι έξω και σε κοιτάν». «Αυτοί κοιτάνε έναν», λέει, «κι εγώ τους κοιτάω όλους». Ήταν κι αυτός να… ήτανε το κεφάλι. Νόμιζε ότι δεν τον ήθελε ο ξάδερφος, σηκώνεται φεύγει και πάει στην Κωνσταντινούπολη – είχε μια αδερφή παντρεμένη στην Κωνσταντινούπολη. Εν τω μεταξύ τον Δεσπότη τον είχανε διώξει από δω. Πού να μάθει τώρα πού ήταν ο Δεσπότης, επί τουρκοκρατίας τώρα, πού ήταν και τι, αυτό… Και μία μέρα εκεί στην Κωνσταντινούπολη πάει να περάσει τη γέφυρα του Γαλατά, του λέει ο σκοπός: «Σταμάτα». «Γιατί;» του λέει. «Γιατί περνάει ο Πατριάρχης με την άμαξα». «Α», λέει ετούτος εδώ, μόλις περνάει η άμαξα κάνει και τον σταυρό του, πήγε καμιά διακοσαριά μέτρα. Σταματάει η άμαξα, κατεβαίνει ένας παπάς – ο παπάς ήταν ο Δεσπότης ετούτος, της Παραμυθιάς. Ήταν στην Κωνσταντινούπολη και τον είχε ακόλουθο ο Πατριάρχης. Σταματάει η άμαξα, κατεβαίνει ο Δεσπότης, εκεί. Του φωνάζει: «Νάκο! Νάκο!» Πηγαίνει εκεί ο παππούς, τον βλέπει, αγκαλιές, κακό… «Τι ζητάς εδώ;» «Ωχ», λέει, «είναι ιστορία μεγάλη. Όταν έφυγες εσύ και μετά έτσι κι έτσι κι αυτά…» «Παρ’ τον μέσα», λέει ο Πατριάρχης. Τον παίρνουν στην άμαξα και έλεγε την ιστορία του, ότι αυτό κι αυτό. Του λέει: «Πρέπει να του βρούμε μία καλή δουλειά και να πληρώνεται καλά», λέει ο Δεσπότης ο πρώην της Παραμυθιάς. «Συμφωνώ», λέει ο Πατριάρχης. «Βρες του εσύ και συμφωνώ εγώ». Και τον διορίζουνε θυρωρό στη σχολή της Χάλκης. Ανακατεύτηκε μ’ όλους τους υποψήφιους Δεσποτάδες και τέτοια… Και μόλις έγινε η Απελευθέρωση εδώ, το ’13, σηκώθηκε κι έφυγε και ήρθε εδώ ξανά. Εν τω μεταξύ από κει στέλναν τα λεφτά στο Λάμποβο από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, στέλναν τα λεφτά στην οικογένεια στο Λάμποβο, του παππού. Εκεί γνώρισε όλους τους Δεσποτάδες και όλα τα αυτά. Εν τω μεταξύ είχε φυσιογνωμία, ήταν το ντύσιμο και η φυσιογνωμία του κι αυτά και τον ξέραν όλοι. Ήτανε ανή[00:10:00]συχος ο άνθρωπος και δεν φοβόταν. Είχαν κάνει το Κομιτάτο. «Θέλω», λέει, «να κάνουμε παπάδες. Παπάδες θέλω να είναι του τουφεκιού», του λέει ο Δεσπότης. «Λίγα γράμματα ας ξέρουν, να ψέλνουν», λέει, «κι αυτά. Του τουφεκιού». Του έλεγε ο παππούς: «Στο τάδε χωριό ποιον θα κάνουμε;» Έλεγε: «Τον τάδε». Τους ήξερε όλους, είχε αυτό… και αυτά με τον παππού.
Μετά γύρισε στη Δρόπολη και με τι ασχολήθηκε;
Όχι, εδώ γύρισε.
Εδώ γύρισε, στο Μαργαρίτη.
Εδώ. Μετά πήρε και την οικογένειά μετά και τη γυναίκα του και ήρθε εδώ. Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου είχε πάει κι αυτός στη Ρουμανία. Απ’ τη Ρουμανία έφυγε μετά και πήγε στην Αμερική. Πήρε και τον άλλο τον αδερφό, τον δεύτερο, και όλη η οικογένεια μετά η άλλη… ο τρίτος αδερφός ήταν εδώ, ο παππούς, η γιαγιά και η οικογένεια του αλλουνού. Και ήρθε κι ο πατέρας μου το ’28, παντρεύτηκε, έκατσε κάναν χρόνο εδώ, άφησε κι έγκυος τη μάνα μου στη μεγάλη την αδερφή που ’ναι στο Αγρίνιο, κι έφυγε ξανά στην Αμερική. Έκατσε κάμποσα χρόνια κι εκεί πάλι και ήρθε μετά, τα πούλησε όλα –είχε αφήσει στον άλλον τον αδερφό, τον δεύτερο, στην Αμερική–, τα πούλησε και ήρθε εδώ. Εδώ μετά, με την Κατοχή, μας διώξαν πάλι, μας αυτό, ωχ…
Τι έγινε με την Κατοχή;
Τα χάσαμε όλα, τα ’χασε τα λεφτά. Πάει να κάνει μια αγορά μεγάλη στο Αγρίνιο, στην κεντρική πλατεία εκεί του Αγρινίου, έδωσε και την προκαταβολή. Δεσμεύονται τα λεφτά κι αρχίσαμε… Εδώ μας διώξανε εν τω μεταξύ, εδώ άρχισαν αυτοί με την Κατοχή και μας απειλούσαν όλους τους χριστιανούς. «Να σηκωθείτε να φύγετε, να αυτό»… Εν τω μεταξύ σκοτώσαν τον πατέρα μιανού, του Φάνη του Παπαδιαμάντη και του Κέρσου, έναν άλλον. Πήγαν οι άνθρωποι να πουλήσουν κάτι πράγματα εκεί με την Κατοχή σ’ αυτό, αυτοί οπλοφορούσαν, ήτανε με τους Ιταλούς ένα – δεν τους άγγιζαν. Ο Γιασίνης που λέγαμε, που σκότωσε ο… που τον σκότωσε απ’ το Σπαθαράτι ο Βασίλης Μπαλούμης τον Γιασίν Σαντίκ, έφερνε βαθμό Συνταγματάρχη του Ιταλικού στρατού. Και φορούσε και το… το θυμάμαι σαν τώρα –ήμουνα τότε 8-9 χρόνων, ξέρω γω – το θυμάμαι που το χαιρέταγαν εν στάση οι Ιταλοί. Φόραγε στολή και ήθελαν να πάρουν τώρα τα τσιφλίκια ξανά, τα χωριά όλα του Φαναρίου που ’ταν τα τσιφλίκια. Λοιπόν, μας απειλούσαν να φύγουμε. «Θα σας σκοτώσουμε, θα κάνουμε, θα ράνουμε, αυτό…» κάθε βράδυ μπαμ-μπουμ τις πόρτες κι αυτά… Εν τω μεταξύ σκοτώσαν τον πατέρα του Φάνη και έναν άλλον, τον Κέρσο, γειτόνοι εκεί. Σαν να βλέπω τώρα… Ξεκίνησαν αυτοί, είχαν τρία άλογα: ένα ψαρό άλογο –άσπρο δηλαδή, φοράδα ήταν, τι ήταν– εκεί, που το ’χαν φορτώσει, και ξεκίνησαν να πάνε για το Φανάρι, να πουλήσουν τα πράγματα· δεν πήγαινε με τίποτε. Τα άλογα έχουνε… αυτό, κατάλαβες, καταλαβαίνουνε.
Ένστικτο.
Ένστικτο. Και δεν πήγαιναν. Με σπρωξιές, με ξύλο εκεί… ξεκίνησε. Και όταν γύριζαν, βγήκαν στο δρόμο εδώ κάτω στις Κούλιες, που λέμε – ήταν το παλιό χωριό εκεί παλιά, εκεί ήταν κάστρο παλιά, γι’ αυτό το λέγαν Κούλιες, ήτανε… Και τους σκοτώσαν τους ανθρώπους, τους σκότωσαν και τους δύο και γκρέμισαν και έναν τοίχο και τους σκέπασε ο τοίχος. Τέλος πάντων, τους βρήκαμε· αφού ψάξαμε τους βρήκαμε. Και σαν σκοτώσαν και τον πατέρα του Φάνη και τον άλλο τον Κέρσο, άρχισε ο κόσμος… Εν τω μεταξύ εδώ ήταν κάποιος… ο ξάδερφος του πατέρα μου, πάλι κι αυτός απ’ τη Βόρειο Ήπειρο, λεγόταν Βέης στο επίθετο, Βασίλειος Βέης. Αυτός είχε έναν ανιψιό που ’ταν στη Ρουμανία, το Σωκράτη το Βέη, ο οποίος όταν ελευθερώθηκε το ’40 που μπήκε ο στρατός, ο Ελληνικός Στρατός στην Αλβανία, τον φώναξαν –αυτός ήταν και μορφωμένος– και του ’χαν δώσει κάποιο αξίωμα εκεί, το κράτος, η Ελλάδα. Κι όταν έγινε οπισθοχώρηση έφυγε, πήγε στην Αίγυπτο κι αυτός. Ήταν παντρεμένος με μία Ρουμάνα η οποία ήξερε τέσσερις-πέντε γλώσσες. Κι αυτή μίλαγε άπταιστα τα Ιταλικά και έμπαινε μέσα και τους έλεγε των Ιταλών «δεν ντρέπεστε, μωρέ, Χριστιανοί εσείς και υποστηρίζετε τους[00:15:00] Οθωμανούς και κυνηγάτε τους Χριστιανούς;» και τέτοια. Και όταν έγιναν αυτά τα πράγματα και είχαν στριμωχτεί λέει: «Καλά είναι να φύγετε τώρα. Όχι εσείς, κι εγώ θα φύγω» κι αυτά. Κι είχε μάλιστα κι έναν γιο, τον Ζωστίνο, ο οποίος ήτανε… είχαμε μία ηλικία, κι αυτός γεννηθείς το ’33. Δεν ξέρω αν ζει ο άνθρωπος τώρα εν τω μεταξύ. Και έφυγε κι εκείνη μετά, έφυγε. Μετά, όμως, όταν ήρθαν τα πράγματα, ελευθερωθήκαν και τέτοια, αυτός ήταν στην Αλβανία, είχε και την οικογένεια στην Αλβανία– ο Ζωστίνος έφτασε κι έγινε γιατρός. Έγινε γιατρός, πήγε δεν ξέρω πού, τον στείλανε εκεί στα κράτη τα ανατολικά. Και φύγαμε τότε, πήγαμε στο Ελευθέρι εδώ, κάτσαμε κάνα δύο χρόνια εκεί πέρα. Ήρθαν τότε –τον Αύγουστο ήταν, 11 Αυγούστου ήταν;– και κάψαν ορισμένα σπίτια. Οι Γερμανοί κάψανε τρία σπίτια, αλλά αυτοί παίρναν φωτιά απ’ αυτά και βάζαν και στ’ άλλα. Κάψαν τρία σπίτια, αυτών που ήτανε οργανωμένοι. Εν τω μεταξύ δεν τους πειράξαν, δεν τους τουφεκίσαν κι αυτά και γλιτώσαμε, αλλιώς θα μας αυτό… Τον πατέρα μου τον είχαν πιάσει, τον είχαν στη σειρά εκεί, όξω απ’ το σπίτι που καθόμασταν εκεί στο Ελευθέρι. Καμιά εικοσαριά άτομα, το πολυβόλο, για να αυτό… Και μετά απ’ το Ελευθέρι πήγαμε στην Πάργα. Φύγαν οι Παργινοί γιατί θα ’ρχόνταν πάλι οι Τσάμηδες –οι Τούρκοι λέγαμε– με τους Γερμανούς να κάψουν την Πάργα. Άρχισαν οι Παργινοί να φεύγουν, αφού εμείς είχαμε φύγει, δεν είχαμε σπίτι δικό μας, φύγαμε κι εμείς πήγαμε στους Παξούς. Κάτσαμε τρεις μήνες εκεί και μετά γυρίσαμε και ήρθαμε εδώ. Κι αρχίσαμε απ’ την αρχή. Εν τω μεταξύ εδώ την περιουσία, τον αλευρόμυλο και το λιοτρίβι που ’χαμε κι αυτά, τα δούλευαν αυτοί και τα παίρναν. Είχε έναν υπάλληλο ο πατέρας μου και δεν έστειλε ένα φόρτωμα αλεύρι για να αυτό… Ξεχερσώσαμε χωράφια στου Ελευθέρι εκεί, είχαμε πάρει και ένα χωράφι με το τρίτο, που λέγαμε, το ένα τρίτο εμείς και τα δύο τρίτα ήταν της Εκκλησίας να το πάρει και περάσαμε, τέλος πάντων. Περάσαμε…
Είχε τον αλευρόμυλο, ε;
Ναι, ήταν στην Αμερική και μετά ήρθε και έφτιαξε τον αλευρόμυλο.
Τι θυμάστε από τον αλευρόμυλο που είχε ο πατέρας σας;
Τι να θυμηθώ… είχε πολλή δουλειά τότε, άλεθε ο κόσμος. Εν τω μεταξύ, μετά την Κατοχή δεν είχε και τι γινότανε – γιατί μας έδιωξαν, με την Κατοχή μας έδιωξαν τούτοι εδώ οι Τσάμηδες και το δούλευε εκείνος εκεί. Κι εμείς, ο πατέρας μου ξεχέρσωνε χωράφια στο Ελευθέρι και εγώ μάζευα τα ξύλα, τα ’κανα αγκαλιές αγκαλιές να μην πάνε χαμένα, να τα κάψουμε στη φωτιά. Τέλος πάντων… Και έχασε τα λεφτά, έχασε πολλά εκατομμύρια. Θα ’κανε μια αγορά μεγάλη στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Δεν βαριέσαι, περάσαμε καλά…
Στ’ Αγρίνιο πώς βρεθήκατε;
Γιατί ήτανε ο θείος μου εκεί, ο αδερφός του πατέρα μου.
Α, από κει…
Τον οποίον τον είχε πάρει στην Αμερική ο πατέρας μου.
Κατάλαβα.
Και μετά που έληξε η Κατοχή αυτός ξαναέφυγε και πήγε στην Αμερική και ήθελε να με πάρει κι εμένα, επειδή θα ’παιρνε και την κόρη του, τη Σουζάνα – η οποία είναι στην Αμερική, έχει παιδιά εκεί κι αυτά.
Κατάλαβα πώς έγινε… Και μετά ξαναγύρισε να πάρει τον αλευρόμυλο; Τον ξαναπήρε;
Ποιος;
Ο πατέρας.
Ο πατέρας μου γύρισε τότε, προπολεμικώς.
Ναι, τον πήρε τον αλευρόμυλο πίσω;
Ε, μετά την Κατοχή…
Τον πήρε.
Ναι.
Έφυγαν αυτοί.
Ναι – και να μη φεύγανε, θα τον παίρνανε, ποιος…
Καλά, ναι. Αλλά τα λεφτά τα ’χε χαμένα.
Τα λεφτά τα ’χαν μαζί τα δύο τ’ αδέρφια, ο Τηλέμαχος με τον πατέρα μου. Τα χάσανε, δεσμεύτηκαν, χάθηκαν, πώς το λένε… Χάσαν πολλοί λεφτά, δεν έχασε ο πατέρας μου μόνο.
Το σπίτι το βρήκε πάλι, πίσω;
Ε, το σπίτι εδώ ήταν, θα ’φευγε;
Ναι. Επανήλθαν, δηλαδή, όλη η οικογένεια;
Ε, ναι.
Ποια χρονιά ξαναήρθατε πίσω, στο Μαργαρίτι;
Το ’44.
Το ’44. Μετά το ’46-’47 ήταν ήσυχα εδώ; Δεν είχε κάτι;
Ήταν λίγο τότε με τα αντάρτικα κι αυτά… Δεν ήταν, ήταν ησυχία, είχε υποδιοίκηση εδώ πέρα. Δεν ήταν ο κόσμος, ήτανε…
Το ’50 φτώχεια είχε εδώ;[00:20:00]
Ε;
Μετά την Κατοχή φτώχεια εδώ είχε ο κόσμος;
Είχε, είχε.
Ή ήταν καλά επειδή είχε τον Κάμπο;
Είχε τον Κάμπο αλλά είχε, είχε φτώχεια, πώς να το κάνουμε…
Έπεσε φτώχεια.
Είχε.
Θυμάστε κόσμο να πεινάει, δηλαδή; Να ’ναι φτωχός πολύ;
Όχι να πεινάει, γιατί βολευόταν. Πώς, έτσι…
Ναι.
Βολευόταν. Του ’λειπε λάδι, ας πούμε. Ερχόταν – είχαμε το ελαιοτριβείο: «Θέλω 20 κιλά λάδι και θα σ’ το δώσω με τη σοδειά». «Παρ’ τα». Ερχόταν άλλος στον μύλο, θα ’θελε έναν μήνα ή ενάμιση μήνα να θερίσει, ξέρω γω, το καλαμπόκι ή το στάρι ή τα αυτά. Έφερε μια… «Θα μου βάλεις 15 κιλά αλεύρι;» Αλλά τι τους λέγαμε κι εμείς; «Αφήστε εδώ τη σακούλα». Άφηναν τις σακούλες. «Να δούμε τι θα πιάσουμε και θα σου βάλουμε. Αν είναι παραπάνω, παραπάνω θα σου βάλουμε. Άμα είναι λιγότερο, τι να σου πω…» Και κοιτάγαμε τώρα… τι ξάι, γιατί παίρναμε 10% – απ’ αυτό που αλέθαμε τα 10% το κράταγε ο μύλος. Το «ξάι» που το λέμε. «Τι αλέσαμε σήμερα; 500; 1.000 κιλά; Με 10% είναι 100. Λοιπόν, πόσες σακούλες έχουμε; Τρεις. Πόσα παιδιά έχει, πόσα μέλη είναι αυτή η οικογένεια η μία; Τόσο. Πόσο είναι η άλλη; Τόσο». Εκείνη που είχε περισσότερα μέλη βάζαμε περισσότερο αλεύρι. Στην άλλη που ήτανε λιγότερα λιγότερο αλεύρι. Και δίναμε, κάναμε αναλογία. Τα παίρναμε, δεν τα χάναμε, δεν έχουμε χάσει τίποτα, αλλά κάναμε ευκολίες, έτσι ζούσαμε. Όπως ζούσαμε μ’ αυτούνους έτσι κι αυτοί να ζήσουν μ’ εμάς.
Εκείνη την εποχή είχαν όλοι οικόπεδο; Είχαν όλοι ή είχαν κάποιοι και δουλεύαν οι άλλοι;
Τότε δεν ήταν όλα, δεν τα ’χαν μοιράσει ακόμα. Δεν είχε γίνει διανομή. Όποιος είχε πιάσει, όπου είχε πιάσει κι είχε κάνει… Ήταν σκεπασμένο; Καλώς. Δεν ήτανε; Πήγαινε, ήταν στη λίμνη –τότε είχε άχυρο πολύ η λίμνη–, έκοβε και το σκέπαζε και το… κι έκανε. Πέρασε ο κόσμος, εντάξει, πέρναγε. Μετά βγήκε η Γερμανία, άρχισαν, πήγανε στη Γερμανία ο κόσμος από δω από κει, πιάσαν λεφτά, κάναν σπίτια, κάνανε… Μετά την Κατοχή εγώ πήγα στ’ Αγρίνιο. Τέλειωσα εδώ το Δημοτικό, έδωσα εξετάσεις στην Παραμυθιά στο Γυμνάσιο και από κει πήγα στο Αγρίνιο στο θείο μου. Ο αδερφός του πατέρα μου, που ήταν κι αυτός στην Αμερική, έμενε στ’ Αγρίνιο. Και μάλιστα, επειδή δεν είχε τότε Γυμνάσια εδώ, είχε μόνο της Παραμυθιάς, και… μάλιστα ο θείος έφυγε ξανά για την Αμερική γιατί αφού έχασαν τα λεφτά κι αυτά, ήρθε ένα αυτό ότι μπορούσε να πάει στην Αμερική ξανά. Έρχεται εδώ, του λέει του πατέρα μου: «Θα μου αφήσεις τον Μήτσο, να τον πάρω στην Αμερική;» Γιατί θα ’παιρνε τη μεγάλη κόρη, ήταν έναν χρόνο μικρότερη από μένα, τη Σουζάνα. «Άμα θέλει», λέει, «να ’ρθει». Αλλά τι γίνεται; Με την Κατοχή είχε κρύψει το βιβλιάριο ο πατέρας μου… Όχι το βιβλιάριο, το… πώς λένε, το διαβατήριο, γιατί έπρεπε να δίνει το παρόν κάθε μέρα στην Γκεστάπο και στ’ αυτά, να μην ξέρουνε –έλεγε ότι ήταν στην Αμερική–, να μην ξέρουνε, κατάλαβες; Ψάχνουμε να βρούμε το βιβλιάριο και δεν το βρήκαμε το βιβλιάριο. Το είχε κρύψει στ’ Αγρίνιο, όταν– γιατί φύγαμε από δω, μετά είχαμε πάει στο Αγρίνιο, όταν μας διώξανε εδώ κι αυτά πρωτοπήγαμε στο Αγρίνιο και μετά γυρίσαμε. Και, ποιος ξέρει, μπορεί και για καλύτερα γιατί μπορεί να ’χα γίνει γκάνγκστερ, που λέμε… Και πήρε την κόρη του τότε μόνο, τη Σουζάνα, εκεί πέρα κι εγώ έμεινα στ’ Αγρίνιο, πήγαινα στο Γυμνάσιο στ’ Αγρίνιο. Τρία χρόνια εκεί, ήρθα εδώ στην Ηγουμενίτσα, που άνοιξε στην Ηγουμενίτσα. Εκεί… στο Γυμνάσιο εγώ δεν ήμουνα μαθητής να σκύβω το κεφάλι κι αυτά – δεν έκανα φασαρία ποτέ αλλά δεν σήκωνα κουβέντα. Τσακώθηκαν μια μέρα δύο παιδιά μέσα στην τάξη – ήταν μικτό το Γυμνάσιο. «Τη μάνα σου» ο ένας, «τον πατέρα σου» ο άλλος, ξέρω γω τι… Τους λέω: «Ρε παιδιά, ό,τι έχετε να κάνετε και να πείτε να βγούμε στο διάλειμμα και πέστε τα και κάντε… Έχουμε και κοπέλες τώρα εδώ, είναι ντροπή». Πετάγεται μία και λέει: «Κύριε καθηγητά, εδώ τσακώνονται». Πετάγεται ο καθηγητής: «Τον Μάτη;» λέει. «Τον ξέρω εγώ τον Μάτη». Δεν είχα δυο μήνες στο Γυμνάσιο, ούτε μου ’χε κάνει παρατήρηση ούτε έκανα… δεν μ’ άρεγε να κάνω φασαρίες. «Όχι», του λέει, «είναι ο τάδες με τον τάδε». Σηκώνω το χέρι κι εγώ, του λέω: «Κύριε καθηγητά, επιτρέπεται να σας ρωτήσω από πού μ[00:25:00]ε ξέρετε και τι σας έχω κάνει; Πέστε μου να ξέρω, να διορθωθώ. Εάν κάπου φταίω, να μου πείτε να διορθωθώ». Κι έρχεται αυτός: «Κάτσε κάτω» και πάει να με δείρει εκεί, να με αυτό. «Ποιος σου δωσε εσένα τον λόγο να μιλήσεις;» «Εσείς», του λέω, «πήρα την άδεια, σήκωσα το χέρι και μου ’πατε “ναι”». Και πάει να αυτό. Εγώ ήμουνα παιδί της Κατοχής, τι να πω τώρα; «Ωχ…»; Εγώ μπήκα και πέταγα τα όπλα απ’ το στρατόπεδο 12 χρόνων στην Πάργα, σ’ αυτό, και τώρα… Με πιάνουν και μένα τα νεύρα μου, σηκώνομαι, πετάγομαι απάνω όπως ήμασταν –καθόμασταν τρεις στο θρανίο, ήμουνα στη μέση–, τον πιάνω τον καθηγητή: «Βοήθεια». Μια άλλη μέρα ένας άλλος τα ίδια. «Εγώ», μου λέει αυτός, «είμαι…» Μ’ έφαγε το μάγουλο, κάτι μ’ έτρωγε το μάγουλο. Κάνω έτσι, μου λέει: «Τι κάνεις;». «Έτσι, κύριε καθηγητά, αυτό κι αυτό». «Αν είσαι άρρωστος», λέει, «να πας στο σπίτι». Του λέω: «Σας είπα έτσι κι έτσι». «Σήκω», λέει «απάνω, τιμωρία». Πάω κάθομαι τιμωρία, έρχεται εκεί αυτός, πάλι μου ζητάει το λόγο κι αυτά. Του λέω: «Σας είπα». Πάει να με χτυπήσει. «Καλά κάνατε», του λέω, «ούτε με ξέρατε ούτε σας ήξερα. Από δω και πέρα μπορεί να με αποβάλετε, να με βάλετε τιμωρία όπως τώρα κι αυτά, αλλά ξύλο απάνω μου δεν δέχομαι». «Εγώ», μου λέει, «είμαι Αρβανίτης». «Είσαι Αρβανίτης εσύ», του λέω, «είμαι κι εγώ», δύο. Πάει να με χτυπήσει… Τσακώνομαι με τρεις καθηγητές μέσα σε έναν μήνα. Ο γυμνασιάρχης ο Σουρβίνος, του λέω έτσι κι έτσι. Δεν με απέβαλε, φωνάζει τον πατέρα μου, κατέβηκε κάτω, το Δήμαρχο της Ηγουμενίτσας –ήταν ο Πιτούλης–, τέλος πάντων. Λέει: «Τι θα γίνει; Μπορεί να ’χε δίκιο το παιδί, αλλά τώρα πώς θα γίνει; Για ποιο Γυμνάσιο θέλει να πάει να πάρει μεταγραφή;». Και ζήτησα εγώ να ξαναπάω στ’ Αγρίνιο. Αλλά τι μου κάνανε; Τρεις μήνες μου ’χαν δώσει και βαθμούς κι αυτά, από τότε που μου δωσαν τους βαθμούς δεν με ξανασήκωσαν κι αυτά· και μου χάλασαν όλους. Μου δίνουν το αποδεικτικό μεταγραφής και δεν έλεγε «λόγω υγείας», αλλά μου είχαν χαλάσει τη διαγωγή. «Διαγωγή κοσμία», οι βαθμοί όλα 10-11, 10-11, από 18, ξέρω γω. Εγώ μόνον ήμουνα πολύ χαμηλά στα Ελληνικά, δεν… Μετά Μαθηματικά, μου ’πες, Γεωγραφία και Χημείες και τέτοια ήμουνα εντάξει σε όλα, Ιστορία. Και μου τα κάνουν όλα 10-11. Δεν μου το δωσαν αυτό, μου δωσαν όταν έφυγα ένα πρόχειρο κι έδωσα στον πατέρα μου. Κι όταν ήρθε ο πατέρας μου και το διάβαζε… κι έφυγα γιατί είπα ψέματα στον Γυμνασιάρχη – με εξανάγκασαν να πω εγώ ψέματα στο νέο Γυμνασιάρχη, γιατί λόγω υγείας, είπαμε, κι αυτά. Όχι, όταν βλέπω τους αριθμούς 10-11… Όταν βλέπω «κοσμία»–
Και μετά το σχολείο το τελειώσετε στο Αγρίνιο;
Όχι, να δείτε. Ήρθα εδώ, φεύγω, τον παρατάω τον πατέρα μου στο Αγρίνιο και φεύγω με τέτοια νεύρα, λέω: «Θα πιάσω τον Γυμνασιάρχη και θα τον πετάξω στη θάλασσα». Ήταν Κερκυραίος, ο Σουρβίνος. Έρχομαι, κατεβαίνω στο… απ’ το αμάξι στην Ηγουμενίτσα, να, ήταν κι ένας καθηγητής απ’ τα Γιάννενα. Μου λέει: «Ρε Μάτη, ήρθες; Πώς…». «Ναι, το τελείωσα», του λέω, «κι ήρθα». «Αλλά φύγε, να μην τα πληρώσεις εσύ. Φύγε να μην τα πληρώσεις εσύ τώρα», του λέω. «Δεν φταις εσύ και θα τα πληρώσεις». Και πήγα κατευθείαν για το σπίτι, που τότε στην Ηγουμενίτσα δεν είχανε κι είχαν κάνει για τους υπαλλήλους σπίτια και καθόταν. Πηγαίνω εκεί στο διαμέρισμα που καθόταν, χτυπάω την πόρτα – με φύλαξε ο Θεός, τι να πεις, που δεν σκέφτηκα. Χτυπάω, τίποτε. Μία, δύο, τρεις τίποτα. Μπαπ μία την πόρτα, την ανοίγω. Μόλις άνοιξα την πόρτα μου πάει στο μυαλό – ήταν Σαββάτο και το Σαββάτο πήγαινε στην Κέρκυρα αυτός. «Ωχ», λέω. Με το «ωχ», εκεί, πάω να κλείσω την πόρτα, να ο καθηγητής αυτός απ’ τα Γιάννενα ο Γιαννιώτης. «Πάλι μου βγήκες μπροστά;» του λέω. «Θες να τα πληρώσεις; Μην έρχεσαι κοντά». Του τα ’πε βέβαια εκείνος εκεί του Γυμνασιάρχη. Ο Γυμνασιάρχης στέλνει τον ξάδερφό μου μετά την άλλη μέρα και του λέει «πες του τώρα και θα του κάνω εγώ Μαθηματικά και τέτοια, θα βρούμε έναν Έλληνα να του κάνει Ελληνικά κι αυτά και θα δώσει το Σεπτέμβρη κατ’ οίκον διδαχθείς» κι αυτά. Με είχαν πιάσει τα νεύρα εμένα τώρα…
Τελικά το τελειώσατε το σχολείο;[00:30:00]
Όχι–
Το αφήσατε.
–το διέκοψα μετά.
Και τι δουλειά κάνατε;
Και μετά… τι δουλειά; Μυλωνάς και λουτρουβιάρης, που λένε.
Εδώ στο Μαργαρίτι;
Στο Μαργαρίτι.
Πού είχατε; Πού το είχατε;
Να εδώ. Εδώ μόλις κάνουμε έτσι στο δρόμο δεν είναι ένα με τσίγκια; Μόλις εδώ–
Λιοτριβειό;
Λιοτριβειό, ναι.
Πότε λειτούργησε αυτό; Ποια χρονιά;
Τον μύλο τον είχε από… προπολεμικώς ο πατέρας μου, αλλά αυτό το φτιάξαμε το ’50. Το ’50. Και πήγαν τα ξενύχτια μετά και τ’ αυτά… Και σηκώναμε και τα τσουβάλια…
Το λάδι από πού το φέρνανε;
Ποιο λάδι; Τις ελιές.
Ελιές φέρνανε.
Ελιές και κάναμε λάδι.
Από πού; Από Πάργα;
Από δω, απ’ όλα τα χωριά.
Ναι…
Απ’ όλα τα χωριά.
Θυμάστε, έτσι, κάποιο περιστατικό με το Λιοτροβιό;
Τι περιστατικό;
Μια παλιά ιστορία, ας πούμε. Πώς ήταν η περιοχή; Πώς λειτουργούσε με το λάδι;
Ε, βέβαια, τι, δεν θυμάμαι; Πρώτα πρώτα τότε τέσσερις μήνες δουλεύαμε μέρα-νύχτα· μέρα νύχτα. Κι εγώ δεν είχα τότε… δεν υπήρχε ο κόσμος να ξέρει από μηχανές και ήμουνα υποχρεωμένος τέσσερις μήνες να κοιμάμαι κάτω εκεί – δύο ώρες κοιμόμουνα. Και άμα αυτό με ξύπναγαν, ας πούμε, αν χρειαζότανε κάτι. Πολλή, πολλή δουλειά… Αυτοί, αφού είχαν κάνει τόσα πράγματα, φοβήθηκαν ότι θα τους… Γιατί στην Παραμυθιά τους πιάσαν και τους σκότωσαν ορισμένους και, σου λέει, φοβήθηκαν, σου λέει: «Τώρα εμείς, τι θα γίνουμε τώρα; Αφού φεύγουν αυτοί και φεύγουν άρον άρον». Και, εν τω μεταξύ ξέχασα να πω, ο Βασίλης Μπαλούμης τότε είχε βγει ο πρώτος αντάρτης της Ελλάδος, που ’πε το BBC –γιατί είχε ραδιόφωνο ο πατέρας μου και το ’κρυβε· τ’ άνοιγε και έπιανε το BBC– και έλεγε: «Ο πρώτος αντάρτης της Ελλάδος, Βασίλειος Μπαλούμης απ’ το Σπαθάρατι». Είναι το παιδί του εκεί και… Και αυτός τον είχε ειδοποιήσει αυτόν τον Γιασίνη, που πήγε να κάνει αυτό το πράγμα, να πάρει ξανά τις περιουσίες απάνω του, να μην ξαναπάει, να μην πάει στο Φανάρι· δεν τον άκουσε. Και μια μέρα, εκεί που είχε πάει και γύριζε, βγαίνει και τον σκοτώνει. Εν τω μεταξύ ήταν πολύ σκοπευτής. Ενώ ήταν σαν αλλήθωρος, τον έβλεπες έτσι νόμιζες ότι ήταν αλλήθωρος, αλλά ήταν πολύ σκοπευτής. Το γύρισε, πάει, δεν… τέλειωσε, τρίχα. Και τον σκότωσε τότε το Γιασίν Σαντίκ. Τους έκοψε τη φόρα. Εν τω μεταξύ βγήκε κι ένας άλλος, ο Ηλία Νίκου, ο Κουτσονικόλας, τον λέγαν στην Παραμυθιά. Πήγε κι αυτός, έγινε ένα… πριν μπουν ακόμα ΕΔΕΣ και ΕΑΜ και τέτοια. Το πρώτο αντάρτικο στο… αυτό. Και ο Κουτσονικόλας –Γεωργίου λεγόταν, Κώστας Γεωργίου–, βγαίνει κι ένας άλλος μετά… βγήκαν καμιά δεκαριά παρέα, ήταν εκεί στο Σπαθαράτι, εκεί μαζί με τον… με τον Βασίλη Μπαλούμη. Βγήκαν οι οργανώσεις μετά, ΕΔΕΣ και ΕΑΜ, χωριστήκαν – ορισμένοι πήγαν στο… οι περισσότεροι πήγαν στο ΕΔΕΣ, όπως κι ο Βασίλης. Αυτοί την πρώτη φορά που φύγανε, που σηκώθηκαν –γιατί τους είχαν κάνει μια επίθεση, κάναν μια επίθεση ο Μπαλούμης και οι Λευθεριώτες–, αφήσανε και τα φαγητά στα πιάτα και φύγαν όλοι· τα ’χαν αφήσει όλα, τα πάντα. Αλλά λένε ότι μία γυναίκα… πήγαινε μια γυναίκα. Ποια ήταν, από πού και τι… Και στο Καρτέρι είχαν σταματήσει εκεί και τη ρωτάνε: «Τι γίνεται; Ποιοι ήταν;» γιατί νόμιζαν ότι ήτανε το ΕΔΕΣ, του Ζέρβα. «Ποιοι ήταν» του λέει, «στ’ αυτά;» «Α, μωρέ», λέει, «τι, αυτό; Απ’ το Ελευθέρι ήταν, απ’ τη Σελίτσα και το Σπαθαράκι, αυτά». Και γυρίσαν πίσω και έκατσαν έναν μήνα και τότε τα ξεσήκωσαν όλα. Τα πήραν τα πράγματα όλα και φύγαν· ήτανε μια αιτία που ξεκαθάρισε.
Θέλω δύο λεπτά για την κοινότητα, ναι. Να μου πείτε λίγο πόσα χρόνια ήσασταν εδώ στην κοινότητα;
Οχτώ χρόνια ήμουνα πρόεδρος.
Οχτώ χρόνια; Από ποια χρονιά;
Μη με ρωτάς για χρονιές.
Περίπου.
Θέλω να σου πω, γιατί τα ’χω μπερδεμένα.
Δεν πειράζει.
Ήμουνα Αντιπρόεδρος–
Ναι.
–μετά Πρόεδρος, μετά Νομαρχιακός Σύμβουλος επαρχίας Μαργαριτίου… Συνέχεια, τι να σου πω; Δεν θυμάμαι, τώρα έχω κάναν χρόνο, λέω την αλήθεια, πώς να πω…
Ναι, ναι. Σας άρεσε η πολιτική, όμως, να ’χετε εμπλοκή;
Ναι, εντάξει. Εντάξει και… [00:35:00]όταν ήμουνα Νομαρχιακός Σύμβουλος, πέρασε ο Ράλλης, που ’τανε Πρωθυπουργός. Κι είχα πάει στην Ηγουμενίτσα, αφού είχε έρθει στην Ηγουμενίτσα κι αυτά, κι άρχισαν εκεί ο Νομάρχης και λέει για τον Κάμπο κάτω του Καλαμά, για τον Κάμπο Παραμυθίας… Για τον Κάμπο του Μαργαριτίου – 25.000 στρέμματα όλα, Μαργαρίτι, Ελευθέρι, όλα, όπως είναι και τώρα που γίνεται… έχεις δει τι έχει γίνει; Λίμνες. Τίποτα. Σηκώνομαι, λέω: «Συγγνώμη, άκουσα έτσι κι έτσι. Τον κάτω Κάμπο του Καλαμά, εκείνο κι εκείνο, αλλά δεν άκουσα για τον Κάμπο του Μαργαριτίου». Λέει ο Νομάρχης: «Θα το πάμε ιεραρχικώς. Πρώτα…». Λέω: «Με συγχωρείτε, αν πρέπει να πάει πρώτα, πρέπει να πάει ο Κάμπος του Μαργαριτίου. Ο κάμπος στο Καλαμά, όπως έχει σήμερα, αποδίδει 300 κιλά το στρέμμα καλαμπόκι ή 250. Της Παραμυθιάς αν σπείρει, στάρι και τέτοια θα σπείρει, γιατί καλαμπόκια δεν κάνουν εκεί –κάνουν, αλλά δεν συμφέρει, δεν έχουν απόδοση–, θα πάρουνε άλλα 250-300. Όπως είναι ο Κάμπος του Μαργαριτίου είναι 100 κιλά το στρέμμα. Ποιος πρέπει να… Αυτός που θα ζήσουν λίγο καλύτερα ο κόσμος ή αυτός που… δεν αυτό;» Τέλος πάντων, τα συζητήσαμε εκεί. Μετά, όταν τελειώσαμε, λέει ο Νομάρχης: «Μη φύγεις, θα ’χουμε και γεύμα». Αλλά προσπαθούσαν να τον περάσουν τον Ράλλη από την Παραμύθια, απάνω. Εγώ έλεγα: «Πώς θα περάσει από δω, να τον σταματήσω να του δείξω». Εν τέλει: «Τι να το κάνω εγώ το γεύμα;», λέω. «Πάω να φάω, άμα θέλω να φάω πάω εκεί να φάω όξω σ’ ένα αυτό, σε μια ψησταριά». Αλλά λέω σε ένα φίλο εγώ, που ’τανε στην Τροχαία διοικητής –Θεός συγχωρέσ’ τον τώρα, έχει πεθάνει–, του λέω: «Ηλία, κοίτα. Εγώ φεύγω, πάω στο Μαργαρίτι. Θέλω να μου κάνεις μία χάρη. Θα πάω στο Μαργαρίτι και θα ’μαι» – δεν είχαμε τηλέφωνο τότε στα σπίτια, είχε η Αστυνομία εδώ τηλέφωνο, είχε η Κοινότητα, είχε αυτό… Λέω: «Θα ’μαι στο αστυνομικό τμήμα απ’ όξω. Εάν περάσει ο Ράλλης απ’ το Μαργαρίτι, θα με πάρεις τηλέφωνο και θα πεις… μην αναφέρεις όνομα, δεν ξέρεις τι γίνεται στον δρόμο, θα με ζητήσεις και θα μου πεις: “Ο φίλος σου θα περάσει, να τον περιμένεις”». Ήμουνα κι εγώ καλό παιδί. Τέλος πάντων, ήρθα εδώ, καθίσαμε εδώ πέρα… Καμία φορά χτυπάει το τηλέφωνο, μου λέει: «Ο φίλος σου, να τον περιμένεις, θα περάσει οπωσδήποτε». Βγαίνω εγώ να μάσω κάναν άνθρωπο να πάμε να τον περιμένουμε μετά στον δρόμο. «Πώς θα το σταματήσεις;» γέλαγε ο ένας, γέλαγε ο άλλος. «Ωρέ, ελάτε να πάμε και τι σας νοιάζει πώς θα τον σταματήσω; Να, έτσι θα βγω μπροστά και θα τον σταματήσω. Ας με πατήσουν». Εν τω μεταξύ, όσοι μαζευτήκαμε, τον σταματάω τον Ράλλη. Του λέω: «Αυτός ήταν ο κάμπος που είδατε και που θα δείτε πηγαίνοντας για την Πρέβεζα· γι’ αυτό σας έλεγα. Το βλέπετε πώς…». Εν τω μεταξύ κατέβηκε αυτός απ’ τ’ αμάξι, λέει: «Εγώ, ξέρεις, ήμουνα Υπολοχαγός στον πόλεμο του ’40, κι όταν έγινε η πρώτη οπισθοχώρηση είχαμε σταματήσει μέχρι εδώ, ήμουνα του Ιππικού. Και κάπου εδώ σ’ ένα λιοστάσι, στο κάστρο από πίσω…». «Να το κάστρο», του λέω. «Εδώ». Ήμασταν από κάτω. «Α, ναι, το κάστρο». «Να και το λιοστάσι», λέω, «που ’ναι κι η εκκλησία η Παναγία». «Ναι», μου λέει, «ναι, ναι, καλά λες». Και λέω: «Τι θα γίνει; Κάτι να αυτό…». Εν τω μεταξύ είπαμε τι είπαμε, ξεκίνησε να πάει για την Πρέβεζα, για να φύγει μετά – πάω κι εγώ μαζί. Μπαίνω σ’ ένα αμάξι μιανού και πήγα. Όταν πήγα εκεί, εν τω μεταξύ, κυκλοφορούσα ελεύθερα, γιατί ήταν ο Διοικητής της Αστυνομίας που ’ταν στην Πρέβεζα εδώ πέρα και τον ήξερα. Και μόλις πήγα απ’ έξω απ’ τη Νομαρχία που ’τανε κι ήτανε εκεί, είδαν ότι μίλαγα εγώ με τον Διοικητή κι αυτά, δεν με πείραξε κανένας χωροφύλακας· κυκλοφορούσα ελεύθερα. Κυκλοφόρησα ελεύθερα. Εν τω μεταξύ ήταν και το άγημα, ένα άγημα εκεί που έδινε… για τον… ήταν γνωστός και ο Ταγματάρχης εκεί. Κουβεντιάσαμε, συνεχίσαμε μ’ αυτόν ελεύθερα. Μόλις πάει να βγει απ’ τη Νομαρχία για να μπει στο κα[00:40:00]ΐκι εκεί για να φύγουν –θα πήγαιναν απέναντι– δεν με πείραζε κανένας, ελεύθερα. Βγήκα μπροστά, του λέω: «Μην ξεχάσετε το…» «Πάλι εδώ είσαι;» μου λέει. «Ε, είπα μήπως θυμηθείτε στο όνειρό σας», λέω… Και τότε έβγαλε 10.000.000 κι έγινε η μελέτη αυτή… Αλλά έμειναν έτσι ακόμα, ακόμα έτσι. Έχουν γίνει τα αντλιοστάσια, έχουν αυτό κι έχει μείνει, έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε, τριάντα.
Εκεί στο Καλοδίκι.
Ε;
Στο Καλοδίκι; Εδώ;
Ναι, ναι, εδώ.
Εδώ στο Καλοδίκι, που είναι η λίμνη, τι ήτανε;
Λίμνη.
Πάντα ήταν λίμνη;
Λίμνη πάντα.
Πάντα ήταν εκεί.
Αυτή ήταν ταμιευτήρας. Οι λίμνες αυτές, αυτή η λίμνη ήταν ταμιευτήρας. Την είχανε οι παλιοί, την είχανε κλείσει, είχε φράγμα με πόρτα. Γέμιζε τον χειμώνα και το καλοκαίρι πότιζαν κάτω, τα χωράφια. Είχε στύψει μία χρόνια και πήγα· είχε στύψει τελείως. Και πήγα κι είδα που είχε αύλακες, είχε… τι είχαν, σου λέει «τώρα, να την έχουμε και να κρατάμε νερό το χειμώνα, να μην παίρνει κάτω, και να ποτίσουμε». Και την είχαν σαν ταμιευτήρα την αυτή.
Εσείς παντρευτήκατε κιόλας. Ποια χρονιά;
Πενήντα χρόνια έχω.
Πόσα παιδιά έχετε;
Τρείς κόρες
Α, να σας ζήσουν. Και εγγόνια;
Ένα εγγόνι.
Να σας ζήσει.
Γιατί οι άλλες δεν… Η μία παντρεύτηκε, η μεγάλη, για… χώρισε· γιατί δεν άκουσε.
Δεν πειράζει, όλοι έτσι χωρίζουν τώρα…
Δεν είναι και λογική, κοίτα να δεις. Της είπαμε: «Μην τον παίρνεις, δεν κάνει αυτός». Μετά ας ξαναπαντρευόταν. Η άλλη η δεύτερη πάλι, δεν αυτό… Κακώς, τι να κάνουμε τώρα;
Εσείς παντρευτήκατε γυναίκα εδώ απ’ το χωριό;
Όχι.
Από πού;
Απ’ τα Γιάννενα.
Πώς βρεθήκατε στα Γιάννενα;
Ήτανε νηπιαγωγός αυτή.
Εδώ;
Ήταν σ’ ένα χωριό κάτω Καταβόθρα και μετά πήγε στο Σπαθαραίους. Εκεί κι εκεί.
Εσείς ήσασταν στην κοινότητα τότε;
Όχι. Όχι, τότε δούλευα…
Στο λιοτρίβι;
Στον μύλο, στο λιοτρίβι, σ’ αυτό…
Καμία ιστορία από το λιοτρίβι, παλιά, δηλαδή πώς γινόταν εδώ πέρα; Πού ήτανε οι ελιές; Από πού τις φέρνανε;
Απ’ το περιβόλι.
Που ’χει κυρίως ελιές εδώ, περισσότερες;
Όλο.
Παντού, ε;
Όλο το χωριό.
Έχει παντού εδώ.
Δεν βλέπεις; Δεξιά, αριστερά…
Ε, τώρα δεν έχει και τόσες πολλές… Παλιά–
Όχι εδώ μέσα στο αυτό. Έχει όλο, τα πλάγια, εκεί…
Ερχόταν, δηλαδή, μόνο απ’ το χωριό εδώ;
Κι απ’ την Καταβόθρα και απ’ το Ελευθέρι, απ’ το Μορφάτι –Μορφή–, απ’ το Παλιόκαστρο… Είχε και–
Γυναίκες μαζεύαν τις ελιές;
Ε;
Γυναίκες;
Όχι, βέβαια.
Γυναίκες-άντρες.
Και γυναίκες και άντρες. Οι άντρες τις ραβδίζαν. Αλλά παλιά μαζεύαν κι από κλωνιά κάτω οι γυναίκες, δεν αφήναν ελιά καθόλου. Τώρα δεν κοιτάνε. «Έπεσε ελιά; Άσ’ την να πέσει», λέει.
Είχατε, δηλαδή, καλή δουλειά εδώ; Ήταν καλή δουλειά αυτή;
Ήτανε, βέβαια.
Πήγαινε καλά;
Πήγαινε.
Και μετά επειδή σας ξέραν όλοι σας ψηφίζαν κιόλας; Είχατε καλές επαφές;
Κοίτα να δεις, δεν θέλω τώρα να παινευτώ… Εξυπηρετούσα πολύ κόσμο εγώ.
Πολλά χρόνια, βέβαια.
Σ’ όλες τις δουλειές, δεν είναι αυτό. Δεν [Δ.Α.]. Πρώτα πρώτα, δεν ήξερε κανένας… αγοράζαν μηχανάκια για να ποτίζουν και δεν ήξεραν ούτε βενζίνη να βάλουνε. Χάλαγαν, φώναζαν εμένα. Πήγαινα, τους τα ’φτιαχνα, αυτά, δεν τους έπαιρνα λεφτά, σε κανέναν. Ήμουνα [Δ.Α.]… άμα ρώταγε κανένας τον τάδε: «Α, τον μηχανικό» λέγανε… Τέλος πάντων. Αυτό όμως βγήκε και σε καλό, ας πούμε, με μένα, γιατί είχα μάθει την τέχνη, είχα… με τις μηχανές ήμουνα… Και στην Αεροπορία που πήγα μετά – όχι πήγα εγώ, με πετάξαν στην αεροπορία. Απ’ το Στρατό Ξηράς με πέταξαν στον Στρατό Αέρος κι υπηρέτησα και πέντε μήνες παραπάνω. Τι να ’κανα, να πω: «Δεν πάω φαντάρος;». Μου στέλνουν ένα χαρτί ότι: «Από σήμερα κι αυτό εσείς θα υπάγεστε…», έγινε επιστράτευση και πήγα στην Αεροπορία. Κι ήμουνα βενζινοπετρινομηχανικός. Κι εκεί γνωρίστηκα πάλι με πολύ κόσμο κι αυτά, ωχ… Ήμουνα κι ανάποδος όμως… Δηλαδή ανάποδος, δεν σήκωνα κουβέντα, πώς το λένε…
Με την επιστράτευση πού πήγατε;
Πουθενά, εδώ. Ήταν η ηλικία μου που δεν με πήρανε. Ήμουνα εδώ, στο αυτό.
Εδώ.
Ναι. Εγώ αν θα γινόταν επιστράτευση μού ’χε έρθει ένα χαρτί και λέει ότι: «Θα παρουσιαστείς ενώπιον… στη Διοίκηση Χωροφυλακής Θεσπρωτίας». Εκεί θα πήγαινα. Τι να πεις τώρα… Γιατί με στείλαν εκεί… Αλλά εκεί πέρα μια φορά στο… Είχαμε έναν σμηνίτη, ένα παιδάκι εθελοντής. Πώς πήγε εθελοντής αυτός; Ο λα[00:45:00]ιμός του ήταν πιο λεπτός απ’ το χέρι μου. Ένας αυτό… Τον βλέπω μία μέρα –ήμασταν σ’ ένα κλιμάκιο όξω, στη [Δ.Α.]– τον βλέπω έκλαιγε· σε μία σκηνή από πίσω έκλαιγε. «Τι έχεις, βρε; Τι σε πονάει;» «Τίποτε». «Έπαθε τίποτα ο πατέρας σου;» «Όχι». «Η μάνα σου;» «Όχι». «Εκείνο;» «Όχι». «Τι έχεις;» «Με χτύπησε ο μαστρο-…» Ένας Βέλγος. Ήταν μια εταιρεία που ’φτιαχνε εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ εκεί πέρα· αντλιοστάσια και μηχανές θα ’βαζε. Και ένας Βέλγος… «Γιατί σε χτύπησε;» «Έτσι μου κάνει κάθε μέρα». «Γιατί σου κάνει;» «Μου στραμπούληξε το χέρι κι εκείνο…» «Γιατί σου κάνει; Γιατί δεν μας είπες; Έλα εδώ», του λέω. Πάω εκεί, του λέω: «Έλα εδώ, γιατί τον πειράζεις αυτόν; Θες να παλέψουμε; Έλα να παλέψουμε μαζί. Έλα μαζί να…». Κάτι μ’ έβρισε. Ήταν ένας απ’ τα Γιάννενα που δούλευε στην εταιρεία και του λέω: «Ρε πατριώτη, τι είπε; Τι μ’ έβρισε αυτός;» «Τίποτα» και γέλασε. «Μη με κοροϊδεύεις εμένα», του λέω, «πες μου τι μου ’πε». Του ξαναείπα πάλι: «Τι λέει;». Με πιάνουν και μένα τα νεύρα, τον πιάνω τον Βέλγο τον πετάω κάτω, του πιάνω τα χέρια, του βάζω το γόνατο στο στομάχι και τον αρχίζω με τις κεφαλιές στα μούτρα… Τον κάνω… Σηκώθηκε αυτός μετά, πηγαίνει– ήταν ένας μηχανικός του υπουργείου, γιατί το υπουργείο θα τα περιλάβαινε πρώτα τα έργα αυτά –ποιο υπουργείο, μωρέ, ξέρω…– και μετά θα τα ’παιρνε το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Και πήγε αυτός εκεί και του λέει έτσι κι έτσι. Το βλέπει εκείνος: «Τι έπαθες;» «Εκείνο». Έρχεται σε μένα: «Τι έκανες;». «Τι έκανα;» του λέω. «Αυτό κι αυτό έκανα. Και μου λες εμένα τι έκανα;» Πάει αυτός στον διοικητή, εκεί, του κλιμακίου, λέει: «Έτσι κι έτσι, ο τάδες χτύπησε τον τάδε κι εκείνο». Μου λέει ο διοικητής: «Τι έκανες, μωρέ; Θα περάσεις Αεροδικείο». «Να περάσω δέκα Αεροδικεία». Του λέω: «Κοίτα να δεις, κύριε διοικητά, εγώ ήρθα να υπηρετήσω τρία ιδανικά: πατρίδα, θρησκεία κι οικογένεια. Αν βρεθεί ένας και μου θίξει ένα απ’ τα τρία αυτά, τον σκότωσα. Τι δουλειά έχω εγώ εδώ;».
Κοιτούσατε το δίκαιο πάντα.
Ναι, ναι. Του λέω, τον… Με κοίταγε ο διοικητής: «Μωρέ, θα περάσεις αεροδικείο». «Ας περάσω», του λέω. Τέλος πάντων, έγινε τι έγινε, πέρασα τώρα αναφορά… Εν τω μεταξύ ήρθε ο Διοικητής Ασφαλείας Πτέρυγος, ένας…
Ναι.
Λοιπόν, Συνταγματάρχης δηλαδή, στην Αεροπορία το λένε…
Δεν πειράζει.
Γι’ αυτό σου λέω, έχω πάθει… ξεχνάω. Μου λέει: «Τι έγινε, ρε Μάτη;». Αυτός είχε πάρει γυναίκα αδερφή της Ζωζώς Σαπουντζάκη, και την είχα μάθει ποδήλατο εγώ τη γυναίκα του. Ωραία γυναίκα ήταν και καλή γυναίκα. «Τι έγινε;» μου λέει. «Πώς αυτό;» Του λέω: «Κύριε διοικητά, έτσι κι έτσι, εγώ ήρθα να υπηρετήσω τρία ιδανικά». «Μη φοβάσαι», μου λέει. «Τι να φοβηθώ;» του λέω. «Ε, θα φάω φυλακή, τι έγινε;» Με… πέρασαν συμβούλιο εκεί, ήρθε η σειρά μου… τάδες, τάδες, σμηνίτης… αναφέρομαι γιατί έκανα αυτό. Μου λέει ο διοικητής: «Ρε Μάτη, εγώ έχω πληροφορίες ότι είσαι καλός σμηνίτης, καλός στη δουλειά σου… Πώς το ’κανες εσύ αυτό;». Του λέω κι εκεινού: «Κύριε διοικητά, εγώ ήρθα να υπηρετήσω τρία ιδανικά: πατρίδα, θρησκεία και… άμα βρεθεί ένας να μου θίξει ένα απ’ αυτά, τον σκότωσα. Τι δουλειά έχω εδώ;» του λέω.
Ο πατέρας σας τι έλεγε γι’ αυτά;
Τίποτα, δεν μου έλεγε…
Δεν έλεγε κάτι.
Όχι.
Που ήσασταν άτακτος;
Άτακτος, τακτικός–
Αλλά τακτικός άτακτος.
Ναι…
Με τάξη άτακτος.
Λοιπόν… πρώτα ασχολήθηκα, ήμουνα στα Τάγματα Εθνοφυλακής. Εκτός απ’ αυτό τότε, είχε τάγματα… από κάθε χωριό επιστράτευαν ορισμένους και με είχαν επιστρατεύσει κι εμένα μετά… και ήμουνα Επιλοχίας Λόχου – ήταν λόχος εδώ τότε. Δώσε με την Εθνοφυλακή… Μετά έμπλεξα με τα κοινοτικά. Άντε αντιπρόεδρος, άντε Νομαρχιακός Σύμβουλος, άντε πρόεδρος… Όλους τους δρόμους[00:50:00] τους είχα ανοίξει εγώ, τους δρόμους. Το ένταξα τότε σε παραδοσιακό οικισμό και –βέβαια δεν βγήκα εγώ εκείνη τη χρονιά μετά, το είχα εντάξει μέσα–, που έγιναν όλοι οι δρόμοι που είναι πλακοστρωμένοι, γιατί το ένταξα σαν παραδοσιακό οικισμό. Άντε και να κάνουμε ενέδρες, πολιτοφυλακή τότε, για κατάσκοπους, για… Ωχ, έχουμε περάσει… Τέλος πάντων, καλά είμαστε.
Υπήρχε τέτοιος κίνδυνος εδώ;
Ήτανε… ήταν μετά απ’ τον αδερφοπόλεμο, αυτόν τον συμμοριτοπόλεμο, γι’ αυτό ακόμα ήτανε τα πράγματα… ήταν μπερδεμένα τα πράγματα. Αλλιώς δεν θα ’χαν. Είχε εδώ, τα παραμεθόρια είχανε τάγματα Εθνοφυλακής. Έλεγε η Αστυνομία, ας πούμε, ήθελε η Αστυνομία να κάνει ενέδρες και ξέρω γω, έλεγε σ’ εμάς, ας πούμε, «θέλω δέκα άντρες να κάνουμε αυτό». Πηγαίναμε δέκα εθνοφύλακες και κάναμε…
Η ενέδρα πού γινότανε; Πού ήτανε;
Σε διάφορα μέρη. Σε διάφορα μέρη για λαθρεμπόρια, για τέτοια, γι’ αυτά… Δεν υπήρχαν και δρόμοι τότε. Αφού να φανταστείς δεν υπήρχαν– είχα ένα μηχανάκι εγώ και εξυπηρετούσα… δούλευα στον δρόμο κάτω –όταν γινόταν ο δρόμος κι αυτό εγώ ήμουνα στο δρόμο, μαζί με τον τοπογράφο με το τζιπ– κι εγώ εξυπηρετούσα και την Αστυνομία, ό,τι θελαν αυτοί. Εν τω μεταξύ, επειδή τους εξυπηρετούσα κι αυτούς στην εταιρεία, είχε δώσει εντολή το αφεντικό, λέει: «Το τζιπ δεν θα το αφήνει ο Δημήτρης στο εργοτάξιο, θα το ’χει μαζί του». Ήθελε ο Δεσπότης κάτι, ας πούμε, μου έλεγε, έπαιρνε τηλέφωνο, ξέρεις, ότι: «Θέλω να πάει τώρα ο πρωτοσύγκελος», που κάνουν τους χαιρετισμούς, «να πάει σε κάνα δυο-τρία χωριά που δεν έχει παπάδες. Θα μπορέσεις να ’ρθεις να τον πάρεις να τον πας;». Πήγαινα εγώ, τώρα, τι να κάνω; Πήγαινα έπαιρνα το τζιπ, έπαιρνα τον… Όταν μετά έφυγα απ’ την εταιρεία κι είχα το μηχανάκι, τους έβαζα στο μηχανάκι – τον συγχωρεμένο, γιατί τον σκότωσαν κάτω στο αυτό, είχε γίνει Δεσπότης και ήταν κάτω στην Αφρική εκεί πέρα· ο Τίτος ο Καράντζαλης. Και τον σκότωσαν εκεί πέρα κι αυτά. Και πήγαινα εγώ, μ’ έπαιρναν τηλέφωνο και λέω: «Δεν έχω τζιπ», ξέρεις, «καλύτερα με το αυτό». Μόλις το ’λεγα αυτό, ερχόταν να μπει: «Βάστα το ράσο καλά», του λέω, «να μην μπλέξεις στις ακτίνες και πέσουμε». Και τον έφερνα και πήγαινα. Τι να κάνουμε, μωρέ, έτσι ήταν τα πράγματα. Ζήσαμε…
Με την Εθνοφυλακή έχει γίνει κάνα περιστατικό; Θυμάστε κάποια συμπλοκή;
Όταν έγινε… πού ’χε γίνει τότε δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα πότε, αλλά τότε που ’χε γίνει… με τις Χούντες, που είχε ρίξει η μία την άλλη και είχαμε βγει στο καρτέρι. Μας είχαν πει να πιάσουμε τα πόστα, να περνάμε και να σταματάμε το αυτό κι ένας φορτηγατζής άρχισε –τον σταμάτησαν εκεί τα παιδιά– άρχισε να βρίζει και να… Κάποια φορά έτυχε πάω, του λέω: «Άκου εδώ. Τι θέλεις τώρα; Για να σου λέμε εμείς να σταματήσεις, πρέπει να σταματήσεις. Τώρα θέλεις να τσακωθούμε; Κάτσε, ρε χριστιανέ μου». Ε, γινότανε…