© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ιστορίες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο: Ο Σωτήρης Παππάς διηγείται
Istorima Code
17996
Story URL
Speaker
Σωτήρης Παππάς (Σ.Π.)
Interview Date
30/01/2021
Researcher
Ελευθερία Ιωάννου (Ε.Ι.)
[00:00:00]Μπορείτε να μου πείτε το όνομά σας;
Ναι, εγώ λέγομαι Σωτήριος Σπύρου Παππά, είμαι γεννηθείς το 1933 στις 5 του Αυγούστου.
Ωραία.
Το 1947 λόγω του πολέμου του 1940, πήγαμε, χάσαμε τρεις τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, και συνεχίσαμε μετά το 1945. Το ‘45, πάλι την Πρώτη Τάξη την έβγαλα κανονικά, η Δευτέρα και η Τρίτη πάλι τις χάσαμε τις δύο τάξεις αυτές, και πήγα στο σχολείο αυτομάτως Τετάρτη Τάξη. Βγάζοντας την Τετάρτη Τάξη, πήγα μετά στην Πέμπτη. Στην Πέμπτη Τάξη το σχολείο που είχαμε εκεί πέρα στο χωριό είχε καταστραφεί και πήγαμε σε ένα σπίτι, ήμασταν πολλά παιδιά, το οποίο μπορεί να σας δώσω και ένα βιβλίο που γράφει ακριβώς πόσοι κάτοικοι ήταν εδώ, πόσοι ήταν στον Νομό Θεσπρωτίας και τι έχει γίνει. Εάν έχω τώρα, θα σας το παραδώσω.
Το σχολείο από τι είχε καταστραφεί;
Λόγω που έβρεχε – τότε τα σπίτια στο χωριό ήτανε με πλάκα, όχι με κεραμίδια. Έμεινε το σχολείο, εγκαταλείφθηκε το σχολείο, έγιναν σταλαγματιές, σάπισε η στέγη, έπεσαν τελείως. Λοιπόν, τι έγινε όμως, 1η του Απρίλη πέθανε ο Βασιλιάς, το ‘46. Εν τω μεταξύ, ο δάσκαλος που είχαμε στο χωριό ήταν δυναμικός δάσκαλος, αλλά ήταν αριστερός. Λοιπόν, δόθηκε το σύνθημα ότι πέθανε ο Βασιλιάς από εδώ από εκεί, πως το πέρασαν αυτοί ότι είναι που γελάνε…
Για αστείο.
Που λένε ότι… ναι, για αστείο. Τέλος πάντων ,προχωρήσαμε, ήρθε τώρα να πάμε για το σχολείο. Μόλις ξεκίνησε το Σεπτέμβριο μήνα δόθηκε το σύνθημα ότι θα έχουμε πόλεμο. Θα έχουμε πόλεμο. Ο πατέρας μου εν τω μεταξύ, ήταν πολύ δυναμικός. Το 1900, μέχρι το 1910 στο Ξέχωρο λειτουργούσε ο δάσκαλος και μάθαινε και τα παιδιά Γαλλικά. Και ήξερε και έγραφε και Γαλλικά, και ήταν κατατοπισμένος και από ιστορία για τούτο, για εκείνο, για τα πάντα, και είχε και βιβλία. Τέλος πάντων δόθηκε το τέτοιο, λέει: «Θα φύγουμε, δεν θα καθίσουμε στο χωριό».
Ο πατέρας σας.
Ο πατέρας μου. «Πού θα πάμε; Θα μετακομίσουμε, εγώ δεν κάθομαι στο Κομμουνιστικό Καθεστώς». Λοιπόν, ήξερε ακριβώς τι εστί Κομμουνισμός. Ο Λένιν που έφτιαξε τον Κομμουνισμό έχει τεράστια διαφορά με τους Κομμουνιστάς που είναι σήμερα. Λοιπόν οι Κομμουνιστές που είναι σήμερα δεν έχουν το πρόγραμμα εκείνο, ο Λένιν δεν έλεγε να σκοτώσουν, δεν έλεγε να παίρνουν την περιουσία, δεν έλεγε αυτά όλα. Δυστυχώς όμως ήταν το αντίθετο. Και έκανε διάφορες συζητήσεις που έκανε, και ήταν… και είχαν κρατήσει στοιχεία. Τι είχε γίνει όμως γρηγορότερα με την Κατοχή που κράτησαν στοιχεία! Εδώ διοικούσε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και από την άλλη τη μεριά ήταν το ΕΔΕΣ. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχε πάρει απόφαση[00:05:00] να σκοτώσει 20 άτομα στο χωριό, μεταξύ αυτών ήταν και ο πατέρας μου. Ήρθαν αυτοί να πάρουν, αλλά τι έγινε, τότες ο Παπανδρέου έκανε τη συμφωνία της Βάρκιζας, και γλίτωσε. Δεν έγινε η εκκαθάριση να σκοτώσουν τον κόσμο. Τέλος πάντων λέει: «Θα φύγουμε». «Που θα πάμε;» «Θα κατεβούμε στο Φιλιάτι». Είχαμε όμως ένα ζώο, δρόμος δεν υπήρχε, μονοπάτια ήταν.
Και κατεβαίνετε στο Φιλιάτι …
Από το Ξέχωρο. Εδώ στο Φιλιάτι, υπήρχαν τρεις τέσσερις οικογένειες, η μία οικογένεια εδώ πιο πάνω, είναι ένα σπίτι μεγάλο, το οποίο τώρα χάλασε, έπεσε η στέγη, διότι πάνε οι άνθρωποι. Αυτός έζησε στη Κωνσταντινούπολη, είχε βγάλει, λεγότανε Σωτήριος Βέγκος, είχε δύο αγόρια και τα είχε και τα δύο καθηγητάς. Είχαν βγάλει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, ήταν μορφωμένοι. Και εδώ το Φιλιάτι που δεν το έκαψαν οι Γερμανοί, γιατί ο Διοικητής των Γερμανών καθόταν σπίτι του, και αυτός ήξερε τα Γερμανικά και όταν είχαν Εθνική Εορτή οι Γερμανοί, του έκανε υπόμνημα και του πήγε και του το έδωσε και αυτός δεν πίστευε ότι αυτός ήξερε τα Γερμανικά. Και του ζήτησε χάρη. «Τι χάρη θέλεις;» του λέει ο Γερμανός. «Θες να σου κάνω;» «Να μην πειράξεις τον κόσμο εδώ…», του λέει «….είναι φτωχοί… και να μη κάψεις τα σπίτια». Και δεν έκαψαν εδώ στο Φιλιάτι σπίτι οι Γερμανοί, έκαψαν στη Σαγιάδα, στο Πλαίσιο έκαψαν, στο Τσαμαντά. Δεν ξέρω αν τα ξέρεις αυτά τα χωριά!
Τα γνωρίζω.
Λοιπόν, τα γνωρίζεις. Θα προχωρήσουμε εκεί εμείς. Είχαμε ένα ζώο, λοιπόν, λέει: «Θα φύγουμε». «Θα φύγουμε…» Το φορτώσαμε το ζώο, εγώ είχα εν τω μεταξύ και δύο αδερφές ακόμα ανύπαντρες, και ένας ο αδερφός μου –εγώ ήμουν ο μικρότερος που είμαι τώρα, που ζω. Ήρθαμε εδώ στο Φιλιάτι, καθίσαμε εδώ κάπου 15 μέρες. Σε αυτό, έπρεπε, στις 15 μέρες δεν του άρεσε εδώ. «Θα φύγουμε», λέει, «θα πάμε στην Ηγουμενίτσα». Η Ηγουμενίτσα ήταν ένα χωριό, όχι σαν το Φιλιάτι, πιο χειρότερο. Δεν υπήρχε, ήταν στο λιμάνι, ο μόλος που ήταν εκεί πέρα που λέγανε, ήταν ένα κτίριο – τώρα πόσες κολόνες είχε, δύο τέσσερις έξι κολόνες που στεγάζονταν, δεν ήταν τίποτε. Προς την κορφή επάνω ήταν τα σπίτια αυτά που κατοικούσαν οι Βλάχοι. Που θα πάμε, κατεβαίνουμε στην Ηγουμενίτσα, «Όχι», λέει, «θα πάμε σε ένα χωριό, το Λαδοχώρι».
Θυμάστε καθόλου εικόνες από τότε, κύριε Σωτήρη;
Πώς δεν θυμάμαι. Τις βλέπω, σαν να τις βλέπω μπροστά. Λοιπόν, τι είχε συμβεί, γρηγορότερα είχε πάει ο αδερφός μου στο Λαδοχώρι, με έναν, με τον γαμπρό μου τον μεγαλύτερο, τον άντρα της μεγαλύτερής μου αδερφής, και πήραν λάδι και το πηγαίνανε το λάδι επάνω στο Πωγώνι. Έδιναν μία οκά λάδι και έπαιρναν έξι οκάδες καλαμπόκι. Λογάριασε τώρα το καλαμπόκι. Πήγε όμως δύο φορές, την τρίτη φορά, τους πιάνει μια κακοκαιρία και γλιστράει η αδερφή μου και έβγαλε τη πλάτη. Πάθαμε, τι πάθαμε, τέλος πάντων, δεν ήθελε να καθίσει και λέει: «Θα γυρίσουμε πάλι». Εδώ ήταν τώρα το μεγαλύτερο. Αφήνουμε εκεί ορισμένα πράγματα στο Λαδοχώρι, σε ένα σπίτι γνωστού εκεί και γυρίσαμε πάλι στο χωριό. Γυρίσαμε πάλι στο χωριό, από το χωριό δεν είχαν φύγει οι άλλοι, ήταν ακόμα εκεί. Λοιπόν την καινούρια χρονιά το 1947, την πρώτη του έτους, γυρίζοντας από την εκκλησία «Τα πράγματα», λέει, «στο σπίτι είναι πολύ δύσκολα, και τι, θα φύγουμε πάλι οπωσδήποτε».
Ο πατέρας ένιωθε ότι[00:10:00] ήταν κυνηγημένος; Ότι υπήρχε κίνδυνος και για την οικογένειά του και για τον ίδιον;
Βέβαια. Κίνδυνος, πολύ κίνδυνος, εάν δεν τον έβρισκαν αυτόν, θα έπαιρναν από εμάς να σκοτώσουν.
Θα σκότωναν τα παιδιά του;
Παιδιά… τη μάνα μου…. όποιον μπορούν…. Τέλος πάντων, λέει, αφού την Πρωτοχρονιά το βράδυ φάγαμε, λέει: «Απόψε θα κάνουμε μια δουλειά». Ο καιρός καθάρισε, τι είχε συμβεί όμως, το διάστημα αυτό είχε περάσει και ο στρατός και προς το βόρειο τμήμα του χωριού, εκεί έχουμε δυο τρία ξωκκλήσια, το ένα εξωκλήσι είναι… τα τρία είναι Αγία Παρασκευή, Άγιος Ιωάννης και Άγιος Μάρκος. Ο Άγιος Μάρκος είναι χτισμένος σε δεσπόζων θέση, εκεί πήγε και έβαλε την έδρα το τάγμα. Λοιπόν, τέλος πάντων, λέει: «Απόψε θα καθίστε σκοπιά», και λέει: «Πρώτος σκοπός θα καθίσεις εσύ», μου λέει εμένα.
Πόσο χρονών ήσασταν τότε, κύριε Σωτήρη;
Θα σου πω, πόσο ήμουν τώρα, το ‘47….14 περίπου. 14 χρονών. Όπως κάθισα, απέναντι από το χωριό, έχουμε το Κόκκινο Λιθάρι, πίσω από το Κόκκινο λιθάρι είναι η Κεραμίτσα, και δεξιότερα είναι το Μαλούνι και το Ριζό, λεγόταν Αράχωβα, και το έχουν μετονομάσει Ριζό. Το βουνό επάνω της Κεραμίτσας λέγεται Βελούνα. Το βουνό το δικό μας εδώ λέγεται Φαρμακοβούνι, είναι το ψηλότερο βουνό στο κέντρο της Περιφέρειας εδώ, μετά τη Μουργκάνα, έρχεται αυτό ψηλότερο, έχει 1.240 υψόμετρο, η δε Κεραμίτσα έχει 1.200, η Βελούνα. Εκεί που κάθισα εγώ και με έβαλαν σκοπό βλέπω απέναντι στην Κεραμίτσα, είδα πρώτα σαν να έπεσαν αστέρια, έπεσαν δυο αστέρια. Δεν περνάει λίγο, από δυο έπεσαν τέσσερα, έγιναν έξι. Μου ήρθε περιέργεια, πηγαίνω, γυρίζω, δεν είχε κοιμηθεί ακόμα ο πατέρας μου, του λέω: «Αυτό και αυτό, για βγες να δεις» . Βγαίνοντας κοιτάει, «Για μη κοιμάστε», λέει… «Θα βγω απάνω στη κορφή, να δω τι γίνεται στο βάθος προς Τσαμαντά, Λια», εκεί μέσα να δει. Βγαίνοντας στη κορφή, τι να δει, εκεί γινόταν μάχη τρομερή. Εκεί είχε μπλέξει ένα τάγμα με τους αντάρτες και πήγαν να το κλείσουν αυτοί, αλλά δεν μπόρεσαν, και εκεί τους γλίτωσε το τάγμα. «Ετοιμαστείτε», λέει και ετοιμαζόμαστε και φορτώνουμε πάλι άλλα τόσα πράγματα και πηγαίνω και ξυπνάω και την αδερφή μου, διότι ο άντρας της ήταν στρατιώτης, και την παίρνω και αυτή και μαζί κατεβήκαμε εδώ. Εδώ όμως ξημερώσαμε, δεν μπόρεσε να μας δει κανένας από πού φύγαμε και τι κάναμε. «Εδώ θα φύγουμε», λέει, «θα πάμε για Ηγουμενίτσα».
Εκείνο το βράδυ τα αστέρια που βλέπατε εσείς να πέφτουν….
Ήταν οι τροφοδοτικέ σφαίρες. Και χτύπαγαν και έλεγαν: «Θα πάμε προς τα εδώ». Παιρνώντας την Κεραμίτσα έβγαιναν εδώ, ο συνοικισμός Δάφνης που είναι, ανήκει στην κοινότητα Ξεχώρου. Πιάνοντας εδώ μας έκλεισαν, δεν μπορούσαμε να φύγουμε. Κατέβαιναν κάτω και έπιαναν εδώ. Ξημερώσαμε εδώ, πήγαμε εδώ σε ένα θείο μου, εδώ που είχαν φύγει γρηγορότερα αυτοί μετά, μετά την κατάρρευση που έφυγαν οι Αλβανοί από εδώ, κατέβηκαν τρεις τέσσερις οικογένειες αμέσως και έπιασαν τούρκικα σπίτια. Εδώ όμως στο Φιλιάτι, ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάρει ένα τούρκικο σπίτι, που το είχε φτιάξει τότε με την Κατοχή, διότι αυτό μας [00:15:00]γλίτωσε από την πείνα, και ήταν τούρκικο, ήταν τέσσερα αδέρφια αυτοί που το βρήκαν, ήταν μάστορας, οικοδόμος όπως και εμείς παραπίσω οικοδόμοι. Φύγαμε τώρα να πάμε για Ηγουμενίτσα, λέει ο πατέρας μου, «Εσύ», μου λέει…. Εγώ φορτώθηκα από το χωριό ένα σακούλι, τα έλεγαν τότε σακούλια, τα οποία σακούλια αυτά τα έφτιαχναν στον αργαλειό, η μάνα μου ήταν τότε υφάντρια. Έφταναν πολύ και τα έραβαν και μπορούσες να το πάρεις, ήταν 14 οκάδες. Εγώ το φορτώθηκα και κράταγα δυο ανιψιδάκια μου, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μου λένε: «Έλα παραπίσω», στον Καλαμά όμως γέφυρα δεν υπήρχε, ήταν ένας που είχε βάρκα, λεγόταν Βασίλειος Τσάμης, αυτός είχε βάρκα και έπαιρνε τον κόσμο και τους πήγαινε πέρα και τους γύριζε. Ύστερα είχε δέσει ένα συρματόσχοινο από τη μια τη μεριά και από τη άλλη και το είχε φτιαγμένο και την τράβαγε από εδώ πήγαινε πιο εκεί και γύριζε πάλι… Και γυρίσαμε και εν τέλει μπήκα μέσα εγώ και κατεβήκαμε από την πέρα τη μεριά. Μόλις ξεκινήσαμε, ο αδερφός μου γρηγορότερα τι είχε κάνει –τότε εκεί δεν ήταν ο δρόμος αυτός τώρα που πηγαίνει για τα Γιάννενα. Ήταν χωματόδρομοι και έκαναν τα αυτοκίνητα ένα κύκλο και πήγαιναν για την Ηγουμενίτσα. Τι συνέβη εκεί – τότε ήταν κάτι αυτοκίνητα που τα έλεγαν ΙΕΚ, αυτοί κουβάλαγαν τρόφιμα, και το είχε ψηλά αλευριά και όπως γύρισε την ανηφόρα πέφτει από ψηλά ένα τσουβάλι το οποίο ήταν 60 κιλά, οκάδες, όχι κιλά, οκάδες… Το βλέπει ο αδερφός μου και λέει: «Εγώ θα το πάρω το αλεύρι», ένα φόρτωμα του κάνει του αλευριού, έμεινα εγώ, ο πατέρας μου η μάνα μου και οι δυο οι αδερφές μου έφυγαν, έμεινα εγώ με τα δυο τα παιδιά. Πιάνει μια βροχή στο δρόμο, φτάσαμε στο Μαυρούδι, κοιτάζω εγώ, κρύωσαν τα παιδιά. Αφού και εγώ κρυωμένος ήμουν.
Ναι… και εσείς τότε…
Πάμε εκεί σε ένα ελαιοτριβείο ,δεν μας έδωσαν σημασία… δεν έβαλαν μέσα λιόστρια να ζεστάνει να πυρωθούμε. Βλέπω εγώ την κοπέλα, της μαύρισε ο χείλος. Θα φύγουμε, τι είχε συμβεί όμως, ο πατέρας μου είχε φύγει, είχε πάει Ηγουμενίτσα και γύρισε να μας βρει να μας πάρει. Και μας βρήκε στο δρόμο και μας πήρε και που να πάμε, λέει: «Θα πάμε στο Δημοτικό Σχολείο». Το Δημοτικό σχολείο εδώ στην Ηγουμενίτσα είναι το πρώτο από την πλευρά της εκκλησίας. Πάμε σε μια αίθουσα. Σε μια αίθουσα μέσα ήμασταν τώρα δυο οικογένειες εμείς και εκεί ήταν άλλες δυο οικογένειες Βορειοηπειρώτες και άλλες δύο οικογένειες, μια από εδώ από το Φιλιάτι δυο άτομα, αυτοί ήταν που τους λέμε εδώ εμείς Αιγύπτιοι, Γύφτοι – λέγονται Αιγύπτιοι αυτοί που ήταν εδώ. Δεν ξέρω αν το ξέρετε αυτό εσείς, λέγονται Αιγύπτιοι, μαύρη φυλή. Και άλλοι δυο, ο ένας από εδώ και άλλη μια οικογένεια πάλι από το Πλαίσιο, ένας και είχε δυο αδερφές. Εμείς μαζί μας είχαμε ένα δίκαννο, ναι αλλά αυτός από το Πλαίσιο είχε ένα πολεμικό μαζί, το είχε και αυτός μέσα στο σακί. Πιάνει μια πλημμύρα και ήταν μια σταλαγματιά στο σχολείο, που να σταματήσουμε, εμείς έτυχε να πάμε κοντά στη πόρτα που έπεφτε η σταλαγματιά. Τέλος πάντων, ο πατέρας μου βγήκε έξω για να πάει να βρει σπίτι, για να πάμε να στεγαστούμε. Και εκεί δημιουργήθηκε μια φ[00:20:00]ασαρία με τους Βορειοηπειρώτες. «Όχι, μας πήρατε εδώ». «Όχι, δεν μπορείτε να μας χωρέσετε» και τούτο και εκείνο, αυτός ο άνθρωπος από το Πλαίσιο: «Συμμορφώνεστε», του λέει, «ή δεν συμμορφώνεστε;» και βγάζει το όπλο από το σακί. Εκεί επενέβη ο αδερφός μου και η αδερφή μου η μεγαλύτερη που ήμασταν κοντά εκεί, ήρθε ο πατέρας μου, παρουσιάστηκε ο διοικητής της Αστυνομίας με τον… να βρω τη λέξη…
Ο αντίστοιχος Νομάρχης της περιόδου εκείνης;
Ο Διευθυντής της νομαρχίας. Οπότε βρήκαμε σπίτι δίπλα από εκεί, από τη Νομαρχία. Εκεί τότε είχε γίνει στην Ηγουμενίτσα πρώτη φορά η ανοικοδόμηση. Μπαίνουμε μέσα, ρούχα είχαμε, σοβατισμένο το σπίτι και πιάνουμε ένα διαμέρισμα και βάζουμε στα παράθυρα, στις πόρτες κουβέρτες που είχαμε μαζί και μείναμε εκεί. Μείναμε ένα χρονικό διάστημα, οπότε άρχισαν οι υπηρεσίες να φροντίσουν να μας στεγάσουν, που θα στέγαζαν, πλάκωσε κόσμος, από εκεί φύγαμε και πήγαμε στο Γραικοχώρι. Στο Γραικοχώρι που θα κατοικήσουμε εκεί, που σπίτια; Στο σχολείο, μια αίθουσα στο σχολείο. Το σχολείο σε μια αίθουσα καθίσαμε τέσσερις οικογένειες, ήταν μεγάλη η αίθουσα και καθίσαμε.
Κυνηγημένοι όλοι;
Τώρα το σχολείο αυτό έχει καταστραφεί, δεν ξέρω αν είναι ο τοίχοι ακόμα, γιατί μετακόμισε το Γραικοχώρι. Καθίσαμε εκεί ένα χρόνο. Στο διάστημα αυτό φροντίζει ο πατέρας μου, παρακάτω εκεί ένας συνοικισμός στο Γραικοχώρι λέγεται Κατούνα, και βρίσκει ένα σπίτι και το νοικιάζει. Και πηγαίνουμε και καθόμαστε στο σπίτι αυτό, εμείς και η αδερφή μου.
Είχε τελειώσει εν τω μεταξύ ο Εμφύλιος;
Ακόμα δεν τελείωσε, κάτσαμε εκεί. Και μετά δόθηκε το σύνθημα ότι έγινε αυτό, αυτό, αυτό και τελείωσε. Αφού τελείωσε ο Εμφύλιος εκεί, πήρε απόφαση να εργαστούμε. Το μεροκάματο εκεί ήταν πολύ μικρό, εδώ στο Φιλιατί ήταν το μεροκάματο…. εκεί ήταν 25 δραχμές και εδώ ήταν 40 δραχμές. Ένας φίλος του πατέρα μου, δύο αδέρφια ήταν αυτοί, τους είχε φτιάξει το σπίτι, το 1932 με 1933, και αυτοί στην Αμερική εκεί οι πατριώτες ο ένας με τον άλλον έσμιγαν, και ένας από εκεί έφυγε και ήρθε εκεί και λέει: «Εγώ θα πάρω στο Φιλιάτι, θα κάνω τούτο και εκείνο και το άλλο», ο ένας. Ο άλλος ήταν από τον Τσαμαντά και λεγόταν Μπέμπης και ήταν αδερφός του Γερουσιαστή, και ήθελε και αυτός να φτιάξει το σπίτι του εδώ πέρα. Η γυναίκα του ήταν από εδώ απ’ το Φιλιάτι, από μια οικογένεια που λέγονται Γούλα, αλλά άκληρη όμως, δεν είχαν οικογένεια. Τέλος πάντων, θα πάμε στον πρώτο, ο οποίος ήταν από το Μπαμπούρι. «Εγώ θέλω να φτιάξω τούτο, να φτιάξω εκείνο, να φτιάξω μια δεξαμενή, να κάνω αυτά όλα». Εκεί, τέλος πάντων, πιάσαμε δουλειά. Και είχαμε μαζί και τον πατέρα εδώ της συζύγου μου, μαζί ήταν και αυτός χωριανός ήταν εκεί πέρα.
Δεν την είχατε γνωρίσει ακόμα τη σύζυγο;
Όχι, καλά πότε πέρασε, ήταν μικρή αυτή. Πιάσαμε εκ[00:25:00]εί και φτιάξαμε μια δεξαμενή, δεν είχε νερό τότε εδώ το Φιλιάτι, εδώ είχε πηγάδια, όλο πηγάδια. Το έδαφος εδώ που είναι τα πηγάδια είναι το έδαφος –όχι ότι βγαίνει νερό, κρατάει νερό. Με κατάλαβες;
Κρατάει το βρόχινο νερό και μπορείτε και το συλλέγετε;
Ναι, εδώ όμως που είναι η εκκλησία, ο Άγιος Δημήτριος, που πάμε, που είναι δίπλα εκεί το μνημείο, εκεί είναι ένα μεγάλο πηγάδι , το οποίο ήταν… είχε πάρα πολύ νερό. Ναι όμως έπαιρναν από τα ιδιωτικά και έπαιρναν και από εκεί νερό, και στη μέση είχε ένα μικρό ακόμα, εκεί παρακάτω, 4 μέτρα βάθος που εκείνο δεν έστυβε καθόλου, ποτέ. Αλλά έγινε ο δρόμος αυτός και έκλεισε η παραλλαγή αυτή όλη. Τι έγινε όμως; Στο διάστημα όλο αυτό εμείς είχαμε και παιδιά από το χωριό που ήταν στο στρατό. Δόθηκε το ένα το σύνθημα ότι χάθηκε το τάδε παιδί πού; Στην Νιάουσα. Δεν μπόρεσε να βρεθεί εκείνο, είχαν λήξει, αλλά μια ομάδα τους αντάρτες κυκλοφορούσε με αρχηγό έναν από το Φοινίκι, ο οποίος λεγόταν Ιωάννης Κόντης και μαζί του είχε και έναν, είχε και άλλους τρείς, αλλά ο ένας ήταν δάσκαλος , λεγόταν Παναγιώτης Μήτσης. Αυτός ήταν και δάσκαλος στο χωριό μου, στο Φοινίκι, όμως πριν από πολλά χρόνια όμως έχει φύγει ένα τμήμα από το Ξέχωρο και έχει κατοικήσει στο Φοινίκι. Και ήταν πολύ και σχεδόν και λίγο συγγένεια από εμάς και γνωστοί.
Κυνηγημένοι και αυτοί πήγαν από το Ξέχωρο να εγκατασταθούν στο Φοινίκι;
Από χρόνια δεν χώραγε εκεί να πάνε, ένα τμήμα ήρθε εδώ στο Φοινίκι, ένα ήρθε εδώ στο Φιλιάτι, ένα πάει στην Αθήνα και ένα στην Κωνσταντινούπολη. Ο κόσμος ήταν εκεί, θα βρω τώρα αυτό και θα σου πω πόσοι κάτοικοι ήταν, ήμασταν εκεί. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, ζόρικα. Οι αντάρτες αυτοί έφερναν γύρω, μια πήγαιναν επάνω στο βουνό σε μια τοποθεσία που λέγεται Λιονέρι, εκεί ήταν μια οικογένεια από το χωριό που είχε τα ζώα, και πήγαιναν αυτοί και έπιαναν έτρωγαν και δεν τους έπιανε κανένας. Το διάστημα αυτό που έγινε ερχόταν ο Νομάρχης περιοδεία και αυτοί έβαλαν νάρκες εδώ . Και εδώ που είναι η γέφυρα τώρα πιο κάτω έβαλαν νάρκη και όπως ερχόταν το αμάξι, πάτησε αλλά δεν τον είχε τον Νομάρχη, πάτησε τη νάρκη ο οδηγός και σκοτώθηκε …..
Χωρίς να είναι ο Νομάρχης μέσα…
Χωρίς να είναι ο Νομάρχης μέσα.
Είχε ειδοποιηθεί ή ήταν τυχαίο γεγονός;
Φοβόταν όλοι ότι είναι εδώ και εκεί και είχαν βάλει και εδώ στη Φανερωμένη από κάτω, έβαλαν και εκεί για να ανατινάξουν τη γέφυρα. Την ανατίναξαν, κάτι έκαναν και εκεί, ζημιά μεγάλη. Τα πράγματα ήταν ακόμα φοβισμένα, ήταν… πρόσεχε ο κόσμος όλος πού να πάει, πού να μη πάει, ήταν όλα και καθόλα. Οπότε με ένα τρόπο τέτοιο έφυγαν οι αντάρτες και τελείωσε, αλλά όταν έγινε η κατάρρευση και έπεσε η Μουργκάνα, οι αντάρτες από το δεξιό μέρος, όπως είμαστε τώρα του Λια που ήταν το κέντρο, δεν έφυγαν από εκεί, γιατί τους είχε πιάσει ο στρατός, έφυγαν από εδώ και μπήκαν στου Τσαμαντά. Στου Τσαμαντά έχει μια χαράδρα, με τη χαράδρα αυτή μπήκαν και μέσα και έφυγαν. Και τότε έγινε και το Παιδομάζωμα, που πήρανε και τα παιδιά. Πάντως επικρατούσ[00:30:00]ε όμως μεγάλος φόβος, οπότε αφού εξελίσσονταν τα πράγματα. Τι έγινε όμως … το διάστημα αυτό πήγαν εδώ στο Φοινίκη ο στρατός και έκαψε τέσσερα σπίτια.. αυτών τα σπίτια.
Ανταρτών;
Των ανταρτών, του Κόντη, του Μήτση και δυο ακόμα άλλα. Τέλος πάντων, άρχισαν και καλυτέρευσαν σιγά σιγά και διορθώθηκαν. Οπότε δόθηκε μετά να γίνει αποκατάσταση στους κατοίκους, και άρχισε το κράτος να δώσει ξυλεία, διάφορα πράγματα να αποκατασταθούν, και πήραμε και εμείς στο χωριό, αλλά δρόμο δεν είχαμε. Και έπρεπε να φροντίσουν να γίνει και ο δρόμος. Ο δρόμος έπρεπε να τον κάνουν δια προσωπικής εργασίας, οπότε….
Φτιάξατε μόνοι σας τον δρόμο.
Ξεκινήσαμε το δρόμο και φτάσαμε μέχρι εδώ σήμερα. Πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, παντρέψαμε τις αδερφές, παντρεύτηκε και ο αδερφός μου και κατά το 1960 παντρεύτηκα και εγώ. Αλλά στο διάστημα αυτό πήγα στο Νιάρχο, που σας είπα, εκεί γνώρισα και τον Αρχηγό του Αγροτικού Κόμματος, ο οποίος λεγόταν Αλέξανδρος Μπαλτατζής. Και που μας πρότεινε να πάμε στη Αθήνα με τον αδερφό μου, αλλά το τυχερό του καθενός ήρθε εκεί, δεν πήγαμε, μείναμε εδώ, γίναμε εργολάβοι, σιγά σιγά δημιουργήσαμε κατόπιν οικογένεια…
Αγαπούσατε πολύ τον τόπο σας….
Αγαπούσα πολύ τον τόπο μου, πάρα πολύ. Εμένα μου αρέσει εδώ πάρα πολύ και έλεγα ότι παρόλο που πήγα… Η Ύδρα έχει 365 εκκλησίες, όσες μέρες έχει ο χρόνος, έχει τόσες εκκλησίες. Είναι γυμνή τελείως, αλλά ζώα έχουν όλοι, τα ζώα τα βλέπεις να τρώνε αυτό το λίγο το χορτάρι που έχουν και βγάζουν και είδη, τυρί και γάλα και όλα τα νησιά. Πέρασα ..εκείνη που είναι πολύ δυνατοί και βασταγμένοι είναι τα Μέθανα, γιατί όλοι αυτοί που είναι εκεί πέρα είναι βασταγμένοι στα Μέθανα. Οι Σπέτσες δυνατοί ήταν και αυτοί και όλα τα νησιά δε ξέρω γιατί, κρατιούνται σε καλή κατάσταση.
Εσάς όμως δεν σας κράτησαν;
Κρατάει ο τουρισμός. Είναι οι γονείς..
Ότι θέλετε εσείς θα μου πείτε.
Tώρα θα πω εγώ… Ο πατέρας της, εν τω μεταξύ, με την Κατοχή που δημιουργήθηκαν οι οργανώσεις, πάει στο ΕΔΕΣ. Και στο ΕΔΕΣ που πάει έγινε οπλαρχηγός. Η βάση στο ΕΔΕΣ ήταν το Σούλι. Τι έγινε όμως… Δόθηκε μια διαταγή ότι αν μπορέσει να πάει μια επιτροπή από το χωριό να πάει στον Ζέρβα. Και ξεκίνησε από το χωριό, ο Πρόεδρος του χωριού, ο παπάς, και δυο ή τρία άτομα, και από ένα άλλο χωριό. Ο παπάς όμως ήταν λόγιος, μπορούσε και μίλαγε και πήγαν στο Ζέρβα. Στο Ζέρβα που πήγαν βγάζει μια ομιλία εκεί, και τι κάνει, και του λέει: «Πόσους κατοίκους έχετε το χωριό;». «Έχουμε τόσους κατοίκους». Λέει: «Από μισή λύρα το κάθε άτομο».
Για ποιον λόγο;
Να ενισχύσει….
Τον α[00:35:00]γώνα;
Nα ενισχύσει τον κόσμο εδώ. Και 400 τόσους κατοίκους, πήρε τόσες λίρες, με το τσουβάλι. Και τις έφερε και τις έδωσε ανεξαρτήτως… Τι είχε συμβεί όμως στο χωριό….όταν ήρθαν αυτοί που οργάνωσαν τον συμμοριτοπόλεμο, ήταν δύο αδέρφια από του Λια. Αυτοί οι δυο οι καπεταναίοι, ο ένας λεγόταν Σπύρος και ο άλλος Προκόπης. Ο μεν Προκόπης ήταν λόγιος, μπορούσε και μίλαγε και ο μεν Σπύρος δεν μίλαγε, ήταν άνθρωπος της σκανδάλης. Και πώς το χωριό γύρισε και πήγε στη Δεξιά, πήγε στους δεξιούς. Αφού ήρθαν και συγκέντρωσαν τον κόσμο το βράδυ και λένε: «Θα πάμε στην εκκλησία». Στην εκκλησία που πήγαινες, ο πατέρας μου ήταν επίτροπος της εκκλησίας και το κερί τότε το έφτιαχναν με το χέρι– η μάνα μου ήξερε να φτιάξει το κερί με το χέρι, έπιανε την κλωστή την έδενε και με το χέρι έφτιαχνε κερί . Ναι αλλά αυτοί είχαν και ένα ιερέα μαζί, και ο ιερέας μπήκε μέσα στο ιερό, στην Ωραία Πύλη, και άναψε τσιγάρο. Εκεί τους χάλασε τη συνέχεια η οργάνωση . Την άλλη την ημέρα στο σχολείο που έβγαλε λόγο εκεί ο Προκόπης, λέει: «Θα καταργήσουμε εκείνο, θα καταργήσουμε εκείνο, θα καταργήσουμε και τα Δικαστήρια. «Και τι θα γίνει;», του λέει… «Θα γίνει το εξής… Δεν θα υπάρχει, ο κόσμος θα είναι κατά αυτόν τον τρόπο». Αφού κάνουν διάλειμμα, του λέει ένας: «Συναγωνιστή Προκόπη, θέλω να σου κάνω μια ερώτηση». «Εδώ», του λέει, «πέρασα στον κήπο του συναγωνιστή και φίλου μου, Σπύρου Παππά...»
Του πατέρα σας…
Του πατέρα μου. «Και έκοψα έναν πάσσαλο. Πώς θα με δικάσετε, αφού δεν υπάρχει Δικαστήριο;» Εκεί έκανε το λάθος αυτός, και όπως ήμασταν εκεί τα παιδιά, μια πιθαμή κόντεμα. «Για έναν πάσσαλο εκτέλεση». Και εκεί γύρισε το χωριό στη δεξιά αυτομάτως και έμειναν στο χωριό δυο άτομα μονάχα. Δύο άτομα, και έτσι μπήκε το χωριό στη Δεξιά παράταξη και παρέμειναν. Τώρα άλλαξαν γενικά…
Τους εκτέλεσαν;
Θα εκτελούσε .Δεν εκτέλεσε, δεν πάει… αλλά του έκανε την ερώτηση να δει και κατόπιν είπε ότι: «Αυτό και αυτό και αυτό», οπότε είπα σκοτώνεται ένα παιδί, που είπα ότι σκοτώθηκε στη Νάουσα, ένα παιδί σκοτώθηκε στο Κλέφτη, και ένα σκοτώθηκε εδώ στο Παλιοχώρι. Εκείνος που έφυγε στο χωριό και θάφτηκε ήταν αυτός στο Παλιοχώρι, ο άλλος εκεί πέρα στον Κλέφτη και ο άλλος χάθηκε τελείως, εκείνος φέρθηκε σαν αγνοούμενος τελείως. Όλους τους πολέμους τους πληρώσαμε. Και του 1940 και του 1922. Τους έχουμε το χωριό πληρωμένους. Το 1922 χάσαμε δύο παιδιά στο Εσκί Σεχίρ, λοιπόν, πάει, έμειναν εκεί πέρα. Και φτάσαμε μέχρι εδώ τώρα. Τώρα από εδώ και πέρα τα πράγματα έχουν αλλάξει.
Θυμάστε φίλους σας από τότε στο Παιδομάζωμα να έφυγαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες τότε;
Στο χωριό έφυγαν μονάχα που τους πήρανε, έφυγαν δυο αγόρια από το χωριό και ένα κορίτσι. Τα μεν αγόρια τα εκτέλεσαν, το κορίτσι το πήγαν…
Τότε τα πήγαιναν στην Αλβανία… στην Τσεχοσλοβακία…
Πάει αυτό, ξέρεις πού πάει… στη Τσεχοσλοβακία, και ονόμασαν ένα χωριό Μπελογιάννης, εκεί.
Και τα αγόρια τα εκτέλεσαν εδώ στο χωριό;
Όχι, αλλού τα εκτέλεσαν. Τα αγόρια τα εκτέλεσαν. Και τους πληρώσαμε τους πολέμους ακριβά. Τώρα κατά αυτόν τον τρόπο δεν έχω να σου πω άλλα περισσότερα πράγματα.
Σπουδαία ζωή έχετε ζήσει, κύ[00:40:00]ριε Σωτήρη.
Τώρα θα πω τούτο, να μην ξανάρθουν πάλι να κάνουμε Εμφύλιο Πόλεμο ξανά. Είναι τόσο κακός και τόσο δύσκολος. Και σε μια επιχείρηση ένας ξάδερφος μου, για να καταλάβουνε ένα αμπρί και ήρθε η δουλειά να πάω εγώ να μαζέψω τσάι, και να δω το μέρος. Επέμενα για να πάω να το δω, και πήγα και το είδα. Το είχε μέσα το αμπρί μια κοπέλα. Η κοπέλα αυτή καθάρισε πέντε έξι στρατιώτες. Και όταν πήγαν και την έπιασαν, πήγαν και την έπιασαν από πίσω, χωρίς να καταλάβει ότι θα την πιάσουν, η κάννη του πολυβόλου ήταν κόκκινη. Τόσο είχε βαρέσει. Και εκεί την καθάρισαν, ο στρατός, και έτσι έγινε η κατάληψη της Μουργκάνας. Αυτά να μην ξαναγίνουν πάλι, και παρόλο που οι οργανώσεις που γίνονται τώρα κάνουν κακό! Αυτές οι συγκεντρώσεις, είμαι αντίθετος πολύ! Και τα μέτρα που έλαβαν, σκληρά μεν αλλά είναι καλά. Δεν μπορεί να πάει, διότι πήγα στην Αθήνα και πήγα στο Πανεπιστήμιο. Που η εγγονή μου ήταν φοιτήτρια, και είδα τα γραψίματα εκεί και στενοχωρήθηκα πολύ, να γράφουν τα παιδιά που θέλουν να γίνουν επιστήμονες κατά αυτών τον τρόπο. Ένα λάθος έχει η χώρα μας, πρέπει να φτιάξει ιδιωτικά Πανεπιστήμια να λήξει η υπόθεση. Τότε θα λήξει, διότι ο άνθρωπος ο άλλος που έχει το παιδί στο Πανεπιστήμιο εκεί, θα το στείλει το παιδί και θα του πει: «Πήγαινε τώρα να μάθεις γράμματα». Έχω δίκιο ή δεν έχω σε αυτό;
Δίκιο έχετε.
Εσύ ποια σχολή έβγαλες;
Δεν έχει σημασία, τώρα είμαστε εδώ να μιλήσουμε για τη ζωή σας.
Εντάξει. Ωραία. Δίκιο έχετε.
Θα ακούσουμε αυτά που περάσατε εσείς, που είναι πολύ όμορφα.
Εντάξει. Δίκιο έχεις, και περάσαμε δύσκολες καταστάσεις.
Στον Εμφύλιο εσείς τότε που ήταν οι Έλληνες εναντίον Ελλήνων, ήταν άνθρωποι κοντινοί σας, είδατε τον πατέρα σας να έρχεται αντιμέτωπος με τους φίλους του, με συγγενείς σας;
Ναι αντιμέτωπος, συζητούσε πολύ, πάρα πολύ συζητούσε και εκείνο εκεί μας δημιούργησε δυσκολία εμάς κατόπιν. Μας είχαν εκεί στην αρχή, μας έβαλαν στο στόχαστρο. Εάν δεν τον έπιαναν αυτόν, είχαν σκοπό να καθαρίσουν την οικογένεια. Με κατάλαβες;
Και εκείνος περπάτησε όλη τη Θεσπρωτία για να γλιτώσει την οικογένειά του.
Και είχε σκοπό να φύγουμε για Κέρκυρα, θα κάναμε ό,τι κάνουν όλοι αυτοί που έρχονταν από εκεί κάτω και έρχονταν να γλιτώσουν, και στον δρόμο πνίγονται. Έτσι θα το παθαίναμε και εμείς.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Σωτήρη. Είμαι η Ιωάννου Ελευθερία, είμαστε στο Φιλιάτι Θεσπρωτίας, είναι Κυριακή 31 Ιανουαρίου του 2021 και ακούσαμε την αφήγηση ζωής του κυρίου Σωτήρη Παππά. Να είστε καλά,φ κύριε Σωτήρη.
Ευχαριστώ πολύ. Και εσείς να έχετε πάντα υγεία και να εργάζεστε πάντα για το καλό.
Ευχαριστώ πολύ, κύριε Σωτήρη.