Ιταλοκρατία και γερμανική εισβολή στα Δωδεκάνησα μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού
Segment 1
Παιδικές αναμνήσεις από την Ιταλοκρατία στην Κάλυμνο και η εγκατάσταση στην Κω
00:00:00 - 00:10:56
Partial Transcript
Καλησπέρα σας! Καλησπέρα σας! Θέλετε να μοιραστείτε λίγο μαζί μας το όνομά σας; Πώς σας λένε; Ευχαρίστως! Κατίνα Ιωάννου Ρεΐση. Είμαι …υ, δεν μπορώ!». Λέει: «Ας μην έτρωγες τόσο πολύ!». Πόσες μέρες; Τρεις μέρες έκαμα να φάω, για να χωνέψει το στομάχι μου. Τέτοια πείνα είχα!
Lead to transcriptSegment 2
Η ζωή στην Καρδάμαινα και ο βομβαρδισμός από τους Γερμανούς
00:10:56 - 00:28:09
Partial Transcript
Επιτέλους στην Καρδάμαινα λοιπόν! Αρχίσανε να ράβουν ο πατέρας μου με τον Δημήτρη, αλλά εγώ, όμως, το μυαλό μου ήταν πάντα στο σχολείο. Στην…ι των παιδιών: «Από αύριο ένας ένας με τη σειρά του θα φέρνει ένα κομμάτι ψωμί της Πατέλλη», γιατί του 'πα: «Ούτε ψωμί είχαμε ούτε τίποτα».
Lead to transcriptSegment 3
Μετεγκατάσταση στη Νίσυρο
00:28:09 - 00:37:15
Partial Transcript
Πέρασε αυτό. Μετά πια, που είπαν ότι πηγαίνετε όπου θέλετε, βρέθηκε ένας Καρδαμιώτης και λέει: «Εγώ έχω ένα πλοίο μικρό, όποιος θέλει να 'ρθ…τη, δώσ’ του το σπάω, λοιπόν, το αυγό «τάκα τάκα», το κατάπια ούτε πήρε χαμπάρι κανένας. Πήγαμε πια στο σπίτι, κάτι είχε, φάγαμε, ξέρω ‘γω.
Lead to transcriptSegment 4
Επιστροφή στην Κω και έπειτα και πάλι πίσω στην Κάλυμνο
00:37:15 - 00:45:09
Partial Transcript
Μετά πια από το Πάσχα, Λαμπρή ήτανε, περάσαν κάποιο διάστημα. Μήνες ήτανε; Παραπάνω ήτανε; Aυτό δεν είμαι πολύ σίγουρη, γιατί δεν πολυθυμάμα…τον χρόνο, αλλά είναι πολύ σημαντικό να τους ακούμε . Να 'στε καλά, χάρηκα! Κι εγώ Γιάννη μου κι εγώ! Ό,τι επιθυμείς, χιλιόχρονος να 'σαι!
Lead to transcriptSegment 1
Παιδικές αναμνήσεις από την Ιταλοκρατία στην Κάλυμνο και η εγκατάσταση στην Κω
00:00:00 - 00:10:56
[00:00:00]Καλησπέρα σας!
Καλησπέρα σας!
Θέλετε να μοιραστείτε λίγο μαζί μας το όνομά σας; Πώς σας λένε;
Ευχαρίστως! Κατίνα Ιωάννου Ρεΐση.
Είμαι ο Γιάννης Αντωνόπουλος, ερευνητής για το Istorima και βρισκόμαστε σήμερα, 17/11 του 2020 εδώ, στην Κάλυμνο με την Κατίνα Ρεΐση.
Μάλιστα.
Και πάμε να ξεκινήσουμε.
Ναι.
Έτσι;
Ξεκινάμε;
Θέλετε να μας πείτε, να ξεκινήσετε να μας πείτε, πώς ήταν η παιδική σας ηλικία εδώ στην Κάλυμνο;
Nαι.
Εσείς γεννηθήκατε στην Κάλυμνο, σωστά;
Μάλιστα, ναι.
Πώς ξεκινήσατε; Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία στην Κάλυμνο;
Λοιπόν, μια ιστορία θα σας πω από τα μικρά, παιδικά μου χρόνια. Μου έμεινε αξέχαστη και τη θυμάμαι ακόμα. Γεννήθηκα στην Κάλυμνο το 1931, 10 Οκτωβρίου, επί Ιταλοκρατίας και όταν έγινα οχτώ χρονών, με πήγε η μάνα μου στο σχολείο, στο Παρθεναγωγείο, το οποίο δίδασκε με Έλληνες, με Καλύμνιους δασκάλους και με Ιταλούς. Εμένα μου 'τυχε η σειρά να με πάρει μια Καλυμνιά δασκάλα, η Ναταλία η Αλεξίου, η οποία ήτανε μάλλον ιταλόφρων, αλλά μας έκανε περισσότερα ελληνικά παρά ιταλικά και μας είχε πει μια συμβουλή: «Όταν δείτε κανένα καραμπινιέρο —δηλαδή χωροφύλακα— και σας κάνει καμιά ερώτηση, να μιλήσετε ιταλικά να τον απαντήσετε, γιατί διαφορετικά θα με απολύσουνε». Ε, κάθε μέρα, λοιπόν, περνούσε μια συμμαθήτριά μου, που έμενε δίπλα, και πηγαίναμε στο σχολείο μαζί. Αυτοί οι χωροφύλακες, δηλαδή οι καραμπινιέρηδες, ήτανε επιτακτικοί. Δηλαδή, παρακολουθούσανε τα παιδιά, με ερωτήσεις, με κινήσεις, με διάφορα. Συναντάμε, λοιπόν, δύο χωροφύλακες —να τους πούμε έτσι ή καραμπινιέρους;—, ο οποίος παίρνει τη μια στη δική του πλευρά, παίρνει εμένα στην άλλη. Μου λέει: "Buongiorno signorina". "Buongiorno" του λέω εγώ. "Come stai?", "Bene, grazia" του είπα εγώ. "La tua maestra Natalia Alexiou va bene, va bene", "Grazia tanto", "Tu sei bella ragazza", που σημαίνει «Εσύ είσαι ωραίο κορίτσι». «Ξέρεις εσύ ιταλικά, δεν ξέρεις ιταλικά; Α! Πολύ ωραία τα είπες! Είσαι πολύ ωραίο κορίτσι». Πάει στην άλλη, δεν μπορούσε... σπαστά, σπαστά: “Va bene, va bene”. Φύγαμε, πήγαμε, λοιπόν, στο σχολείο, μας ρώτησε η δασκάλα: «Είχατε καμιά ερώτηση στον δρόμο;». «Ναι κυρία», της είπα εγώ αυτά που μου 'πανε. «Α τα είπες —λέει—! Πού τα ‘μαθες;» λέει. «E , αυτά που ακούω από σένα —λέω—, λίγα από δω, λίγα από εκεί». Λοιπόν, μετά από παρέλευση ενός χρόνου, οι Ιταλοί είχαν βάλει έναν στόχο, να μας κάμουνε, να μας βάλουνε μαύρη ποδιά —φασίστες!— με το σχήμα του Μουσολίνι, με το σήμα. Αυτή —πώς τη λένε αυτή;— μια καρφίτσα με το πρόσωπο του Μουσολίνι. Μόλις το άκουσε, λοιπόν, η μητέρα μου, μού λέει: «Δεν θα πας, να σε κάμουνε εσένα φασίστα, να σε φωνάζουνε "καμπανέλα"». Γιατί όποιος ήτανε με το μέρος των Ιταλών, τους λέγανε «καμπανέλους». «Τι ήθελα να κάμω λοιπόν τώρα; Ε τι θα κάμω —λέω— τώρα; Καλά, μάνα, εγώ θα κάμω τον άρρωστο —λέω—, να πει η δασκάλα ότι είμαι άρρωστη». Ε, έκαμα τον άρρωστο, λέω: «Κυρία, δεν είμαι στα καλά μου —λέω—, έχω αδυναμία, έχω μεγάλη αδυναμία». Μου λέει: «Δεν πειράζει, παιδί μου, θα σε δικαιολογήσω». Και μετά η μάνα μου με πήγε σε μία δασκάλα Καλυμνιά κρυφά και έβαζα το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη μου τυλιγμένο και μου 'κανε μαθήματα ελληνικά. Συγχρόνως, λοιπόν, εγώ ήξερα μερικά ιταλικά σπαστά. Ένα βράδυ ακούμε θόρυβο, φασαρία, αρβύλες με τους Ιταλούς, βλαστημούσανε. Ο πατέρας μου κάτι υποψιάστηκε: «Αχ —λέει— κάτι έγινε, κάτι έγινε!». Το πρωί, που ξυπνήσαμε, λοιπόν, μαθαίνουμε ότι η Ελλάδα άρχισε τον πόλεμο με την Ιταλία, του ‘40. Από τότε, λοιπόν, άρχισε η δυστυχία μες στην Κάλυμνο: στερήσεις, ανωμαλίες, ο κόσμος άνω κάτω, ούτε [00:05:00]δουλειά ούτε τίποτα. Ο πατέρας μου ήτανε ράφτης. Είχε πάρει δίπλωμα από την Αθήνα και έραβε τα καλύτερα κοστούμια. Όπως βλέπετε τώρα, τα κοστούμια, που είναι οι υπουργοί κι αυτά, τέτοιο στυλ έραβε ο πατέρας μου. Αλλά με τη φτώχεια ποιος θα ράψει κοστούμι; Λέει μια μέρα ο πατέρας μου της μάνας μου: «Μαρίνα, δεν θα τα βγάλουμε πέρα εδώ. Να πάρουμε τα παιδιά να πάμε στην Κω;». «Ναι, Μιχαήλο μου, να πάμε». Τα μαζεύουμε, λοιπόν. Πάμε ένα πρωί, μπαίνουμε στον Κουρούνη, ήταν ο Κουρούνης τότε, σε ένα πλεούμενο του Κουρούνη. Πάμε στην Κω. Μόλις πήγαμε στην Κω, λοιπόν, ο πατέρας μου ήτανε, έτσι, ξύπνιος άνθρωπος. Ρώτησε κάποιον, λέει: «Εδώ ποιοι είναι οι ραφτάδες σας;». Λέει: «Oι ραφτάδες μας είναι πολλοί, αλλά ένας είναι ο μοναδικός, ο Νίκος ο....». Πώς...
Δεν έχει τόση σημασία το όνομα, συνεχίστε.
Ναι. Πήγε, λοιπόν, ο πατέρας μου στο... εμποροραφείο είχε αυτός. Πήγε, λοιπόν, και του λέει: «Oρίστε το δίπλωμά μου. Με παίρνεις να με πληρώνεις με το μεροκάματο;». Όταν είδε ο άνθρωπος το δίπλωμα αμέσως: «Εσύ —λέει— μπαίνεις μέσα, εγώ σταματώ τη δουλειά. Εσύ θα με αναλάβεις». Έραβε, λοιπόν, ο πατέρας μου. Βρήκαμε ένα μικρό σπιτάκι όπως όπως, μπήκαμε μέσα εγώ με τον αδερφό μου και η μάνα μου με τον πατέρα μου, δηλαδή τέσσερα άτομα. Τότε, όμως, οι Ιταλοί είχαν στριμώξει πολύ τα πράγματα και δίνανε το ψωμί με το δελτίο. Πήγαινε, λοιπόν, ο καθένας στον αρτοποιό να πάρει. Όσα άτομα, εκατό γραμμάρια το ψωμί το άτομο. Όπου θέλεις, πήγαινέ το. Κάθε πρωί, λοιπόν, ο πατέρας μου με έπαιρνε μαζί του, πηγαίναμε στον φούρνο, έπαιρνε το ψωμάκι, μου το ‘δινε, να το πάω στο σπίτι. Ο αρτοποιός, όμως, είχε ένα ψωμί κομμένο και αυτό που ζύγιζε, αν ήθελε ακόμη λίγο να το πει τετρακόσια γραμμάρια, έκοβε ένα κομματάκι ψωμί και έβαζε. Μου λέει: «Αυτό είναι δικό σου», λέει μου ο πατέρας μου. Στον δρόμο λοιπόν σιγά σιγά, σιγά σιγά, να καταλάβω ότι τρώω κάτι, που ένα κομματάκι ψωμί πόσο θα... Το πήγαινα, λοιπόν, στο σπίτι, το φύλαγε η μάνα μου, το μεσημέρι, που θα έρθει ο πατέρας να κόψει το ψωμί τέσσερα κομμάτια, να πάρουμε το κομματάκι αυτό. Αυτό, λοιπόν, το εκατό γραμμάρια ψωμάκι, με τρεις ελιές, με τέσσερις ελιές, καμιά φορά και με τίποτα. Φαΐ; Tίποτα! Ρούχα; Ξυποληταρία! Φτώχεια είχε πέσει, μεγάλη φτώχεια το ‘40. Ε, η μάνα μου ήταν πια εργατική γυναίκα. Είχε μια γειτόνισσα περιβολάρισσα και πήγαινε και τη βοηθούσε και μας έδινε χόρτα η γυναίκα και τα βράζαμε και τρώγαμε. Μέσα, όμως, στο εργαστήριο που έραβε ο πατέρας μου, είχε πάνω από δέκα παιδιά μαθητευόμενοι. Σ' αυτά τα δέκα παιδιά, είχε ένα παπαδόπαιδο από την Καρδάμαινα, Δημήτρη τον λέγανε. Του λέει: «Μάστορα, θέλεις να σε πάρω στην Καρδάμαινα, που το χωριό μου είναι εύφορο, εργάτες όλοι —δηλαδή γεωργοί όλοι— να ανοίξουμε δουλειά μαζί συνεταιρική; Εσύ θα με μαθαίνεις κι εγώ θα ράβω κι εσύ θα ράβεις και θα μας δίνεις εσύ ό,τι είναι, τα μισά μισά». Τα ακούει ο πατέρας μου, έρχεται στο σπίτι χαρούμενος: «Ετοίμασε τα παιδιά, να πάμε στην Καρδάμαινα». Αποσκευές πολλές δεν είχαμε, τα ρουχαλάκια μας ήτανε, τα μπογαλιάζουμε λοιπόν. Μία Κυριακή πρωί φέρνει ο πατέρας μου έναν καροτσέρη. Πώς είναι τώρα τα τρίκυκλα; Tότε τα τραβούσανε μουλάρια, δεν είχε μηχανές. Καθίζουμε πάνω λοιπόν. Η Καρδάμαινα από την Κω απέχει είκοσι πέντε χιλιόμετρα βαδίζοντας, ναι, με τα πόδια. Στην Κω, όμως, κάτω που είμαστε, είχε δίπλα μας μια γυναίκα, η οποία έραβε και αυτό μου κίνησε την περιέργεια: «Καλέ μάνα, αφού δεν πάω στο σχολείο, να πάω στη γυναίκα, να μάθω καμία βελονιά;», «Ναι ναι, να πας!». Η γυναίκα, όμως, αυτή έκανε και λουλούδια από χαρτί γκοφρέ, διάφορα χρώματα. Πήρα εγώ αυτά, τα ‘μαθα τα λουλούδια. Πηγαινόμενη πλέον στην Καρδ[00:10:00]άμαινα, τι να σου πω, τι να σας πω; Είχε ο παπάς μία τραπεζαρία! Πώς είναι ο πλουσιότερος γάμος, που έχει δεκαπέντε είδη φαγητά; Μόλις πήγαμε, λοιπόν, φύγαμε πρωί, πήγαμε 15:00 η ώρα το απόγευμα. Καθίζουμε, λοιπόν, στην τραπεζαρία. Aπό πού να τρώω δεν ήξερα! Έτρωγα από δω, λέει ο παπάς: «Όλα δικά σας!». Πω πω χαρά εγώ! Έτρωγα και δεν χόρταινα, μέχρι που το στομάχι μου έγινε φούσκα! Άμα, λοιπόν, τελείωσε το τραπέζι και πήγαμε, μας είχε δωμάτιο να πάμε. «Μα καλέ το στομάχι μου, δεν μπορώ!». Λέει: «Ας μην έτρωγες τόσο πολύ!». Πόσες μέρες; Τρεις μέρες έκαμα να φάω, για να χωνέψει το στομάχι μου. Τέτοια πείνα είχα!
Επιτέλους στην Καρδάμαινα λοιπόν! Αρχίσανε να ράβουν ο πατέρας μου με τον Δημήτρη, αλλά εγώ, όμως, το μυαλό μου ήταν πάντα στο σχολείο. Στην Καρδάμαινα είχε ένα ωραίο, μεγάλο σχολείο και το χαλάσαν οι Ιταλοί και οι Καρδαμιώτες είχανε στο προαύλιο της Παναγίας δύο δωμάτια και αυτά τα χρησιμοποιούσανε σχολείο. Μόλις το μαθαίνω εγώ, λοιπόν, δρόμο στην Παναγιά, πάω ευθύς στο σχολείο. «Είμαι από Κάλυμνο, να με δεχτείτε, μαθήτρια είμαι». «Ναι» λέει μέσα ο παπα-Ιωάννου —ο Θεός συγχωρέσ’ τον—, λέει: «Τώρα, όμως, αφού είσαι νεότερη μαθήτρια, θα σε εξετάσω μπροστά στα παιδιά, να δω τη δύναμή σου. Πρώτη θα σε βάλω, δευτέρα, τρίτη;». Άρχισε, λοιπόν, να με εξετάζει. Μωρέ στα Μαθηματικά, στα Ελληνικά, στην Ιστορία απήντησα, γιατί ήμουν εγώ προετοιμασμένη από την Κάλυμνο, με τη δασκάλα. Μου λέει: «Εσύ, παιδί μου, ούτε για πρώτη είσαι, ούτε για δεύτερη, ούτε για τρίτη. Τετάρτη θα σε βάλω!». Με βάλει, λοιπόν, στην τετάρτη τάξη. Χαρά μου εγώ με το σχολείο. Έγραφα, ήμουνα καλλιτέχνης. Δηλαδή, η γραφή μου δεν συγκρινόταν με κανενός παιδιού. Δέκα με τόνο, δέκα με τόνο πάνω πάνω το τετράδιό μου. Μια μέρα λέει ο δάσκαλος: «Α τώρα Καλυμνιά θα σε δοκιμάσω, αν είσαι Καλυμνιά». Λέει, λοιπόν, στα παιδιά όλα: «Θα σας βάλω μια ερώτηση, όποιο παιδί την ξέρει: "Ποιος είναι αυτός, πώς λέγεται αυτός που πουλάει τα σφουγγάρια;"». Πού να ξέρουν τώρα αυτά τα κακόμοιρα, που ήταν όλοι... Κάνω πάνω το χέρι μου: «Σπογγέμπορος!». «Μπράβο Καλυμνιά μου! Μπράβο, συγχαρητήρια!». Ερχόταν, όμως, και τα Χριστούγεννα. Ήτανε Νοέμβριος προς τον Δεκέμβρη και μόλις μπήκαμε στον Δεκέμβρη, ερχότανε να μας λέει ο δάσκαλος: «Παιδιά, τώρα έρχονται Χριστούγεννα. Θα σας βάλω ένα τραγούδι, θα σας κάνω ένα τραγούδι, να βγούμε στη γειτονιά, να το πούμε, να μαζέψουμε λεφτά, να χτίσουμε, να φτιάξουμε το σχολείο. Να πάμε στο σχολείο, να μην είμαστε μέσα στο... Ναι». Μας γράφει, λοιπόν, ένα τραγούδι: «Εμείς η νέα γενεά, με πόθο και με ελπίδα, ας πούμε την Πρωτοχρονιά σε λατρευτή πατρίδα. Ρίξτε όλοι τον οβολό σας και είναι μέγας ο σκοπός, ιερότατος εν γένει και εκπαιδευτικός, μα μ’ έναν ωραίο σκοπό. Ρίξτε όλοι τον οβολό σας και είναι μέγας ο σκοπός», ναι. Πάω στο σπίτι, λέω της μάνας μου: «Μάνα, τώρα θα πούμε το τραγούδι την Πρωτοχρονιά. Θα με αφήσεις να πάω να πω το τραγούδι;». «Θα σε αφήσω με έναν όρο: θα πας με τη γειτόνισσα πρωί την παραμονή, την ημέρα αυτή, να μαζέψεις χόρτα από το χωράφι. Να 'ρθεις στο σπίτι, να μου φέρεις τα χόρτα, να τα μαγειρέψω και μετά πήγαινε στο τραγούδι». Λοιπόν, γιατί πηγαινόμενη προς στην Καρδάμαινα, ωραία ήταν όλα αυτά, αλλά τελευταία είχε στριμωχτεί λίγο ο κόσμος. Δηλαδή, από την πείνα, ας πούμε, ναι, δεν ήταν όλοι, ας πούμε, όπως ήταν οι μεγαλοκτηματίες αυτοί, ναι. Και τελευταία στριμωχτήκαμε κι εμείς. Πάω, λέω, ήταν η γειτόνισσα, λέω: «Θεία Χρυσή, να ‘ρθω μαζί σου, να πάω μαζέψω χόρτα;». «Ναι, να ‘ρθεις, ρε παιδί μου, να ‘ρθεις». Έρχεται, λοιπόν, πά[00:15:00]ω με τη γυναίκα. Το χωράφι ήτανε από τον δρόμο τον κεντρικό, ας το πούμε, από τον σταθμό μέχρι τον Χριστό, ήταν η απόσταση που πήγαμε, δηλαδή, στο χωράφι. «Τάκα τάκα», λοιπόν, εγώ. Τα χόρτα που βγάζουν στην Καρδάμαινα είναι ένα είδος, τα λένε «καρδαμούτσες». Tόσα μεγάλα χόρτα, έκανα έτσι, λοιπόν, γέμιζα τη σακούλα μου. Εκεί που μάζευα, λοιπόν, ακούω τα παιδιά που τραγουδούσανε: «Μα θεία, τα παιδιά τραγουδούνε! Τι θα κάμω τώρα;». Λέει: «Πάρ' τα χόρτα σου και πήγαινε μάνι μάνι!». Παίρνω τα χόρτα, πάω στη μάνα. «Μάνα πάρ' τα χόρτα, εγώ πάω στα παιδιά». Πού να πάω πια στα παιδιά, στο τελευταίο σπίτι. Μπήκα κι εγώ στη γραμμή μέσα, ό,τι πρόλαβα, έψαλα εκεί πέρα. Όταν τελείωσε το τραγούδι, βγαίνει μια ωραία γυναίκα έξω, μια περιποιημένη, που δεν συγκρινόταν με τις Καρδαμιώτισσες. Αυτή ήτανε μάλλον μισό-Αθηναία. Δίνει, λοιπόν, έναν φάκελο στον δάσκαλο για… ναι και μετά βγαίνει με μια σουπιέρα σύκα ξερά. Άμα είδα εγώ τα σύκα, «Δόξα τω Θεώ», λέω από μέσα μου. Τα δίνει, λοιπόν, στον δάσκαλο, λέει: «Δάσκαλέ μου, μοίρασέ τα εσύ στα παιδιά». Αλλά τα σύκα ήτανε πιο λίγα από τα παιδιά. Δεν φαίνονταν, δηλαδή, πολλά. Λέει: «Παιδιά, να σας δώσω από δύο σύκα, για να φτάσουνε να πάρουνε όλα τα παιδιά. Μην απομείνει κανένα χωρίς...», ναι . Δύο, δύο. Δίνει, λοιπόν, από δύο σύκα. Μα όταν τα πήρα, χαρά που την είχα. Τα βάζω, λοιπόν, στο μαντήλι μου. Ήταν και το τελευταίο τραγούδι που λέγαμε, το τελευταίο σπίτι. «Πάμε —λέει— τώρα παιδιά και του χρόνου, καλή χρονιά αύριο!». Αύριο ήταν πια η Πρωτοχρονιά, του Αγίου Βασιλείου. Ε, πάω στο σπίτι, λέω: «Καλέ μάνα, δύο σύκα μας δώκανε», «Α φέρ’ τα —λέει— να τα κρύψουμε. Αύριο, που είναι η Πρωτοχρονιά, να τα φάμε —λέει—, αντί να πάρουμε γλυκά, που δεν έχει εδώ πέρα γλυκά». Βασιλόπιτα δεν ήξεραν τότε. «Ε, με φαΐ;», «Ε φαΐ —λέει— θα φάμε τα χόρτα». Ούτε λάδι ούτε τίποτα. Λίγο σουσάμι, που είχα πουλήσει εγώ λουλούδια, γιατί μου δίνανε πότε σουσάμι, πότε κριθάρι, πότε αυτό, το καβούρδισε η μαμά. Έρχεται, λοιπόν, ο πατέρας: «Βάλε μου ένα σουφρά». «Σουφράς» είναι ένα τραπεζάκι, που το βάλεις χάμω και καθίζεις, έτσι, σταυροπόδι. Καθίσαμε, λοιπόν, τρεις, ούτε ψωμί ούτε τίποτα. Η γειτόνισσα ρώτησε τη μάνα μου, λέει: «Θέλεις να σου δώσω πίτουρα που το... κριθάρι;». Αυτές αλέθανε το κριθάρι και κάνανε ψωμιά και το κοσκινίζανε. Αυτό, λοιπόν, το πίτουρο είναι όπως είναι τα ψιλά άχυρα, αν έχεις υπόψιν σου. Τι ήθελε να κάμει η μάνα μου, ώστε να βράσουν τα χόρτα, το βρέχει με το νερό και το βάλει μέσα στο τηγάνι. Πώς θα ψηθεί τώρα αυτό παρακαλώ; Oύτε λάδι ούτε τίποτα, το χόρτο αυτό. Και το μεταγυρίζει μια καμένη, καμένο και το βάζει εκεί πέρα, ποιος θα το φάει; Ήρθε ο πατέρας, λοιπόν, καθίσαμε στον σουφρά, μέσα στη σκουτέλα τα χόρτα. Bούτα ο ένας, βούτα ο άλλος, δεν είχε ούτε ψωμί ούτε τίποτα. Mε το σουσάμι από πάνω δεν τρωγότανε. «Βάλε την πίτα πια την αχυρένια αυτή, ποιος θα φάει;». Λέει η μάνα μου: «Δεν δοκιμάζεις πια λιγάκι, δοκίμασε πια λίγο». Έβαλα λοιπόν... πώς να το πούμε τώρα; Όπως τσιμπάς ένα ψίχουλο από το ψωμί, αυτή τη στιγμή που μιλώ, νομίζω ότι με γκελώνει ακόμη ο λάρυγγας μου, τέλος πάντων. Πέρασε το τραπέζι, βγάλει πια ύστερα η μάνα μου τα σύκα. Λέει: «Μιχαήλο, δύο σύκα —λέει— δώσαν της Κατίνας, να τα μοιράσεις». Και πήρε ένα σύκο η μάνα με τον πατέρα και ένα σύκο εγώ με τον αδερφό μου, μισό ο ένας, μισό ο άλλος. Αυτή, όμως, η κατάσταση δεν κράτησε και πολύ. Ο πόλεμος προχωρούσε, είχαμε φτάσει στο τέλος του Σεπτέμβρη. Ένα πρωί, λοιπόν, στις 2 του Οκτώβρη, ημέρα Δευτέρα, ακούω την πόρτα που χτυπούσε. Λέει ο πατέρας μου: «Μα [00:20:00]ποιος να ‘ναι;», «Ε πήγαινε, ρε πατέρα». Ανοίγει ο πατέρας και βλέπει δύο καραμπινιέρηδες εφ’ όπλου λόγχη και λένε: “Presto, presto!”, δηλαδή «Σύντομα, σύντομα!», “Andate la campagna”, «Πηγαίνετε στην εξοχή», “Perché Germani, Germani!”. E κατάλαβε ο πατέρας μου ότι πρόκειται για σοβαρή κατάσταση. O κόσμος έτρεχε, έβλεπα τις γυναίκες με τα σακούλια και πηγαίναν προς τα πάνω. E λέει του η μάνα μου: «Να πάμε και εμείς Μιχαήλο, να πάρουμε τα παιδιά, να μην σκοτωθούμε», «Ε δεν βαριέσαι —λέει— τώρα; Τι είναι; Ασ’ τους καημένους». Εκεί που το λέγαμε: «Δεν βαριέσαι», έρχεται ένας σμήνος είκοσι αεροπλάνα από τη Ρόδο φορτωμένο με οβίδες και αρχίσανε «τακα τούκου, τάκα τούκου», την κάνανε την Καρδάμαινα γης μαδιάμ. Αυτοί οι Καρδαμιώτες είχαν κάμει ένα... πώς το λένε αυτό;
Σαν καταφύγιο;
Ναι.
Υπόγειο.
Ναι, υπόγειο... καταφύγιο, καταφύγιο, για να μπούνε, ναι. Τελευταία στιγμή, που ήταν το αεροπλάνο από πάνω, πήγε μια γυναίκα με το τσεμπέρι το άσπρο να μπει. Την είδαν από πάνω, τραβούνε μια από τη μια μπάντα, τραβούνε μια από την άλλη, τους σκάσανε όλους μέσα. Εννιά άτομα σκάσαν μέσα και μέσα είχε και έναν μου συμμαθητή, ο Ευγένιος, το καλύτερος συμμαθητής μου. Εμείς όταν είδαμε όλο αυτό το κακό, φοβήθηκε ο πατέρας μου ύστερα. Αφού πετάξαν όλα, ό,τι είχαν, το φορτίο τους, φύγανε. Λέει: «Τώρα Μιχαήλο, που φύγανε, εγώ θα πάρω τα παιδιά να φύγω. Θες να έρθεις; Έλα. Δεν θέλεις, μην έρθεις». Μόλις ξεκινήσαμε και φύγαμε, πήγαμε λίγο παραπάνω, προς τα χωράφια, ξέχασα εγώ να πάρω ένα εξώρουχο: «Kαλέ μάνα, πώς θα ξημερωθούμε τώρα; —2 του Οκτώβρη, νύχτα— πώς θα ξημερωθούμε, που θα κρυώνω;». Λέει: «Εσείς προχωράτε κι εγώ θα στρέψω γρήγορα γρήγορα, να σου φέρω το σακάκι σου». Μόλις ήρθε η μάνα και πρόλαβε να πάρει το σακάκι και ήρχισε να πηγαίνει, να τα αεροπλάνα πάλι! Παίρνει, λοιπόν, γωνιά γωνιά —λέει— τον τοίχο, μας έλεγε, και μας φτάνει πιο πάνω σ' ένα χωράφι, που έχει μια συκιά. Εκεί πια ποζέψαμε, σταματήσαμε εκεί πέρα, δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά. Και αρχινά δεύτερη φορά, δεύτερη φορά ο βομβαρδισμός και πέφτει μία βόμβα από πίσω από αυτό το σπιτάκι που μέναμε και ανοίγει έναν λάκκο και βγάζει νερό. Τόσο βάθος! Πετάει άλλη μια από μπροστά το ίδιο και σηκώνεται μία πέτρα τόση —όχι τόση, άλλη τόση— και πέφτει στο δώμα, που είμαστε στο σπίτι μέσα, που καθόμαστε στη γωνιά την πρώτη δόση, και έπεσε εκεί πέρα. Αν εμέναμε, θα μας σκότωνε και τα τέσσερα άτομα. Εμείς πια πήγαμε στη συκιά, ναι, ξημερωθήκαμε στη συκιά. Οι Γερμανοί, λοιπόν, αφού τελείωσε ο δεύτερος βομβαρδισμός, κατάλαβαν ότι όλα ήτανε πια τελειωμένα. Σου λέει: «Δεν θα βρούμε αντίσταση». Κατεβαίνουν κάτω, πήγανε στην Αντιμάχεια και κατέβηκαν κάτω. Έρχεται, λοιπόν, το κουμάντο, ο μεγάλος Γερμανός και δίνει διαταγή την Τρίτη, αυτό γίνεται Δευτέρα, την Τρίτη 3 του Οκτωβρίου με το μεγάφωνο, λοιπόν, και γυρίζει: «Όσοι είστε πάνω στα χωράφια, να κατεβείτε κάτω, στην αυλή της Παναγίας, γιατί το κουμάντο θέλει να σας μιλήσει». Η δεύτερη φορά δε, που ήρθανε τα αεροπλάνα, πετάξανε στην Παναγία από πάνω στη στέγη της δέκα βόμβες. Καμία δεν έσκασε, κυλούσαν έτσι κάτω και πέφτανε. Οι άλλες όλες κρεπάρανε. Όταν το ακούσαμε, λοιπόν: «Ε τώρα —λέω— θα μας σκοτώσει, δεν θα γλιτώσουμε. Οι Γερμανοί τώρα θα μας σκοτώσουνε». Έβλεπες, λοιπόν, ομάδες ομάδες και κατεβαίναμε κάτω, κατεβήκαμε κι εμείς. Πάμε, λοιπόν, στην αυλή της Παναγίας, φοβισμένοι πια περιμέναμε τον θάνατο. Μπαίνει αυτός πάνω στο τραπέζι, ο μεγάλος, το κουμάντο, με διερμηνέα κι αρχίζει να λέει: «Συγνώμη παιδιά,[00:25:00] δεν ξέραμε τι έγινε με τον βομβαρδισμό. Μάθαμε, όμως, τώρα το δυστύχημα. Εμείς δεν φταίμε. Πήγαμε στην Αντιμάχεια, ρωτήσαμε “Πού είναι οι Εγγλέζοι και οι Ιταλοί;”, “Στην Καρδάμαινα”. Πάμε στο Πυλί “Πού είναι οι Εγγλέζοι;”, “Στην Καρδάμαινα” και νομίζαμε ότι θα βρούμε αντίσταση. Τώρα —λέει— συγνώμη. Τώρα πια σας δίνω —λέει— την ελευθερία να πάτε όπου θέλετε. Στην Ανατολή, στη Μικρά Ασία, όπου θέλετε, στα διάφορα. Βγείτε —λέει— έξω από τον τόπο σας, να ζήσετε καλύτερα». Ο χαμός, όμως, έγινε. Εμείς τι να κάνουμε; Πάλι στο σπιτάκι εκεί πέρα, με τη βελόνα ο πατέρας ό,τι έκανε. Μείνανε, όμως, μερικοί Ιταλοί στην Καρδάμαινα κρυμμένοι, οι οποίοι πια ήτανε κυνηγημένοι από τους Γερμανούς. Άσ' τα να πάει. Και όπου βρίσκανε πια μέρος να κρυφτούν, κρυφτήκανε. Ένα βράδυ εκεί που καθόμασταν, λοιπόν, βάλει η μάνα τον σουφρά, βάλει κάμποσες ελιές και λίγο ψωμάκι, κάτσαμε να φάμε. Ακούμε, λοιπόν, την πόρτα και χτυπά. Σηκώνομαι εγώ πάνω να ανοίξω την πόρτα, που ήμουν πιο κοντά στην πόρτα, βλέπω, λοιπόν, έναν Ιταλό με τη χλαίνα, γέρος άνθρωπος, πικραμένος, πονεμένος! Μόλις είδε το τραπέζι με τις ελιές, λέει: “Date mi olive”, “olive”, «ελιές» και “Poco pane”. Λέει ο πατέρας μου: «Ίντα λέει;», λέω: «Λίγο ψωμάκι θέλει και μια ελιά» και έδωσέ του πια η μάνα λίγο ψωμάκι και δύο ελιές. “Grazia tanto, Grazia tanto! Paura, paura!”, «Φόβος —λέει— φόβος» λέει. Λέω: «Τώρα το ‘δαν οι Γερμανοί, να μας σκοτώσουν και εμάς». Έφυγε ο άνθρωπος. Αφού είπε πια ο μεγάλος, το κουμάντο, ότι: «Όπου θέλετε, πηγαίνετε», λέει ένας Καρδαμιώτης... Αφού τελείωσε η Πρωτοχρονιά και πήγαμε στο σχολείο, λέει πια τώρα ο δάσκαλος: «Πώς τα περάσατε παιδιά; Eγώ θέλω να μάθω πώς τα περάσατε, αλλά καλύτερα δεν είναι άμα τα γράψετε; Γράψετε τα τώρα εδώ, εδώ κάμετέ μου μια έκθεση ο καθένας, πώς τα πέρασε». Ένα ένα παιδί έγραφε κι αυτό πώς τα πέρασε. Γράφω κι εγώ μια έκθεση, όταν τη διάβασε ο δάσκαλος, άρχισε να κλαίει, άρχισε να κλαίει. Και αυτό που θυμάμαι, δηλαδή, το περιεχόμενο όλο δεν το θυμάμαι, τις αρχές θυμάμαι: «Εγώ, ως ξένη μαθήτρια, ως ξένη μαθήτρια, πέρασα τις εορτές χωρίς ψωμί, χωρίς οτιδήποτε φανταστεί το μυαλό» και πάει συνέχεια και αυτήν την έκθεση πια λέει: «Αυτή θα την κρατήσω —λέει— εγώ». Και μετά λέει των παιδιών: «Από αύριο ένας ένας με τη σειρά του θα φέρνει ένα κομμάτι ψωμί της Πατέλλη», γιατί του 'πα: «Ούτε ψωμί είχαμε ούτε τίποτα».
Πέρασε αυτό. Μετά πια, που είπαν ότι πηγαίνετε όπου θέλετε, βρέθηκε ένας Καρδαμιώτης και λέει: «Εγώ έχω ένα πλοίο μικρό, όποιος θέλει να 'ρθει, να τον πάω πέρα στη Νίσυρο, που είναι οι Εγγλέζοι και δίνουν μπισκότα και φαΐ». Ακούει το ο πατέρας μου, έρχεται μάνι μάνι, πάμε στη Νίσυρο. Τα μαζεύουμε πάλι, μπαίνουμε στη Νίσυρο. Αυτό το πλεούμενο ήταν τόσο μικρό, που ο κόσμος τόσος πολύς, που ήθελε δύο δάχτυλα από τη θάλασσα μέσα. Λέω: «Τώρα θα πνιγούμε —λέω—, τώρα θα πνιγούμε». Εν τω μεταξύ, οι Γερμανοί από την Αντιμάχεια με την Καρδάμαινα είχαν τον ασύρματο, τι κάνει εδώ και τι κάνει ο από εκεί και τι κάνει αυτό. Λέει ο αυτός, ο Γερμανός πάνω, λέει: «Αυτή τη στιγμή —λέει— φεύγει ένα πλεούμενο προς τη Νίσυρο, αλλά έχει τόσο κόσμο —λέει—, που δεν πιστεύω να τους πάει εκεί πέρα». Βλέπανε από πάνω με τα κιάλια. Για να πάμε στη Νίσυρο, λοιπόν, είχε βραδιάσει πια, γιατί φύγαμε απόγευμα, βράδυ και για να κόψει δρόμο ο καπετάνιος, έχει ένα πέρασμα, έχει ένα νησάκι από τη Νίσυρο λίγο πιο έξω, που λέγεται «Γυαλί». Αυτό, λοιπόν, το νησάκι είχε πάνω ένα κτίριο, που το χαλάσανε οι Ιταλοί, γιαπί, ερείπιο και για να πας εσύ πέρα, έχει ένα πέρασμα όπως είναι ο Ισθμός της Κορίνθου. Περνάς, βέβαια, αλλά καλώς εχόντων. Αυτοί από πάνω, οι Γερμανοί, που είδανε ότι θα πηγαίναμε προς τα εκεί[00:30:00], στο μέρος που πήγαμε να μπούμε μέσα, κάνει έτσι το καΐκι, δίπλαρε! «Παναγία μου!» φωνάζαν όλοι, «Παναγία μου Σπηλιανή —της Νισύρου— σώσε μας, που έχουμε και μικρά παιδιά μέσα!». Και κάνει ευθύς το καΐκι έτσι και σοφά, δηλαδή συνήλθε. Ε, μπήκαμε στο κανάλι μέσα, πάμε. Εδώ στο Γυαλί δεν είχε λιμάνι, ήτανε παραλία. Λέει ο καπετάνιος, λέει: «Στη θάλασσα θα τα δώσουμε, ένας ένας θα βουτά στη θάλασσα, θα βγαίνει έξω. Βρεχτεί, δεν βρεχτεί, δεν έχουμε… γιατί δεν μπορώ να το σκαρώσω μέσα στην άμμο το καΐκι». Ε, τι να κάνουμε; Χέρι χέρι βγήκαμε όξω. Πάμε κατευθείαν, λοιπόν, στο κτίριο αυτό. Ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα, ούτε τίποτα, μπήκαμε μέσα, ήταν και κρύο κιόλας. Βγαίνουν, λοιπόν, έξω οι άντρες να μαζέψουν κανένα ξύλο, να ανάψουμε φωτιά, να βράσουμε. Από τη Νίσυρο οι Εγγλέζοι πήρανε με τα κιάλια κάποιο πλοίο που ήρθε, πήγε στο Γυαλί, και στέλνουνε τρεις κατασκόπους. Μέσα στους τρεις ο ένας ήταν Καλύμνιος, ο Βουράχης. Βλέπουν, λοιπόν, τη φωτιά οι Εγγλέζοι από τη Νίσυρο, στέλνουν τρεις κατασκόπους, λέει: «Πηγαίνετε από το πίσω μέρος, να δείτε μήπως είναι Γερμανοί, να λάβουμε τα μέτρα μας». Βγαίνουν, λοιπόν, οι άνθρωποι από πίσω, ερχότανε προς τη φωτιά, ερχότανε, ερχότανε... Από μακριά φωνάζει ένας: «Ποιοι είστε παιδιά;», για να δούμε Γερμανοί είναι για Έλληνες. Λέει: «Είμαστε από την Καρδάμαινα». «Αφού είσαι από την Καρδάμαινα…». Ήρθαν, λοιπόν, μέσα τρεις άνθρωποι. Λέει ο ένας, λοιπόν, ο Καλύμνιος: «Μήπως υπάρχει καμιά καλυμνιά οικογένεια;». Σηκώνει ο πατέρας μου το χέρι του πάνω και έρχεται πια και μας κάνει μια χαρά! Λες και είδανε τον Θεό μας. Λέει: «Μην φοβάστε, στη Νίσυρο είναι Εγγλέζοι, σας περιμένουνε και θα βρείτε και λίγο φαγητό παραπάνω». Παίρνει ευθύς τον ασύρματο αυτός ο Βουράχης, λέει: «Στείλετε δύο πλεούμενα, γιατί αυτό δεν θα τους πάει, θα τους βουλιάξει». Έρχονται δύο, από το ένα μπήκαμε σε δύο και μας πάνε. «Πού θα σας πάνε;», λέει: «Στα Λουτρά». Μας πήγανε στα Λουτρά, που ήτανε δωμάτια, δωμάτια πολλά και ήτανε χειμώνας και ήτανε άδεια. Πήγαμε, λοιπόν, στα Λουτρά —σαν πρόσφυγες δηλαδή, πρόσφυγες— και ήτανε ο κανονισμός: τέσσερα άτομα, ένα δωμάτιο. Εμείς τέσσερα άτομα, μας δώσανε ένα δωμάτιο μ' ένα ντιβάνι, πέφτει ο πατέρας πάνω, εμείς χάμω με τη μάνα μου. Ξημερώνει η μέρα, λέει τώρα ένας από τους Καρδαμιώτες: «Τώρα —λέει— παιδιά πρέπει να φροντίσουμε και για τον εαυτό μας, γιατί ποιος θα μας ταΐζει;». Λέει ένας, λοιπόν, λέει: «Θα πάρετε πια να ορίσετε μια επιτροπή —ας το πούμε έτσι—, να πάει, γιατί όλα τα σπίτια —λέει— είναι έτοιμα να βοηθήσουνε, ό,τι έχει ο καθένας». Βάζουν και τον πατέρα μου μέσα στην επιτροπή. Πήρε, λοιπόν, τώρα μια τσάντα ο καθένας και χωριό χωριό πήγαινε πάνω και πήγαινε και μέχρι τα Νικιά. Τα Νικιά είναι το τελευταίο χωριό της Νισύρου, που από κάτω είναι το ηφαίστειο. Σκέψου τι ύψος έχει, δύο χιλιάδες υψόμετρο. Εκεί πάνω είχε μια οικογένεια, του Σακελλαρίδη, αν έχεις ακουστά τον Σακελλαρίδη, που ο γιος του ήταν στην τράπεζα. Ο παππούς του, ο Γιώργος, ήτανε αγαπητός φίλος της οικογένειάς μας, ήξερε τη μαμά μου, τον θείο μου, τον γιατρό, τον Κρητικό. Ήταν στην Κάλυμνο και ο πατέρας του ήταν παπάς και όταν πήγανε πάνω στα Νίκια κι ο παπάς έμαθε ότι ο πατέρας μου ήταν Καλύμνιος, μα χαρά που την έκαμε! Αντί να τους δώσει αυτά που είχε, άλλα τόσα τους έδωσε ακόμα, δηλαδή φαγώσιμα προς χάριν του γιου του, που μας γνώριζε από την Κάλυμνο. Μαζέψανε, λοιπόν, ό,τι μαζέψανε, ήρθαν κάτω. Τα βάζουνε μέσα στο σαλόνι εκεί πέρα, τώρα λέει: «Ποιος θα κάμει τη διανομή;», «Να την κάνει ο μαστρο-Μιχάλης», ο πατέρας μου. Άρχισε, λοιπόν, ο πατέρας μου να κάνει τη διανομή: «Πάρε εσύ, πάρε εγώ, πάρε ο άλλος», στο τέλος δεν άφησε για τον εαυτό του. Στο τέλος δεν άφησε για τον εαυτό του! Πάει λοιπόν. Άμα τελείωσε το μοιράσι, η διανομή[00:35:00] και πήγε στο δωμάτιο, περίμενε μήπως η μάνα μου να φέρει κατιτί για τα παιδιά. Λέει: «Μαρίνα, δεν έφερα τίποτα». «Ίντα πήγες ξετελεμένα;». Λέει: «Να, ώστε να κάμω —λέει— το μερίδιο, δεν αφήκα για τον εαυτό μου», «Μάνα, μάνα! Και τώρα τα παιδιά τι θα φάνε;». Εκείνη την ώρα, να σου ο Σακελλαρίδης, που έμαθε ότι είμαστε Καλύμνιοι στα Λουτρά. «Έλα να σου πω, Γιώργο —του Γιώργου το 'λεγε αυτό, του Σακελλαρίδη—, έλα να σου πω Γιώργο μου, ο προκομμένος δεν ήφησε μερίδιο για τα παιδιά», «Πω —λέει—, μην στεναχωριέσαι Μαρίνα μου. Εγώ θα πάω από κάτω, στον Διευθυντή και κάτι θα γίνει». Πάει από κάτω λέει του: «Κύριε Κώστα, ο διανομέας δεν άφησε μερίδιο για τα παιδιά του». Λέει: «Πάρε τα μισά τα δικά μου». Και έφερε μας από πάνω ό,τι ήτανε το βρισκούμενο. Ε, αυτό κράτησε κάμποσο διάστημα, μήνες! Μήνες, δηλαδή φύγαμε Γενάρη από την Καρδάμαινα και κάμαμε Πάσχα στη Νίσυρο, κάμαμε Πάσχα στη Νίσυρο. Τη Λαμπρή, λοιπόν, τη βραδιά της Λαμπρής, λέει... Φέρανε πια κάτι αυγά στα Λουτρά, όπως κάνουμε τώρα εμείς και μαζεύουμε για τους μετανάστες. Λέει: «Δώσε τα της μάνας σου, να βράσετε τα αυγά». Εγώ από την πείνα μου έπιασα ένα αυγό και το 'κρυψα, γιατί έλεγέ μας η μάνα μου: «Να τελειώσει η εκκλησία, να έρθουμε να φάμε». «Ναι, να φάμε» λέω. Παίρνω ένα αυγό λοιπόν και το κρύβω μέσα στην τσέπη μου και πάμε στην εκκλησία, στην Παναγιά την Ποταμίτισσα κάτω, στο Μαντράκι, στην πόλη. Καθίζω, λοιπόν, εγώ πάνω σ' ένα παραθύρι —ήμουν μικρή τώρα, ναι—, η μάνα μου στο στασίδι, μπήκα και εγώ στο παραθύρι από πάνω, να έχω περιθώριο να φάω το αυγό. Μόλις ήκουσα κι εγώ το Χριστός Ανέστη, δώσ’ του το σπάω, λοιπόν, το αυγό «τάκα τάκα», το κατάπια ούτε πήρε χαμπάρι κανένας. Πήγαμε πια στο σπίτι, κάτι είχε, φάγαμε, ξέρω ‘γω.
Μετά πια από το Πάσχα, Λαμπρή ήτανε, περάσαν κάποιο διάστημα. Μήνες ήτανε; Παραπάνω ήτανε; Aυτό δεν είμαι πολύ σίγουρη, γιατί δεν πολυθυμάμαι. Ακούμε, λοιπόν, μια μέρα λέει: «Tελείωσε ο πόλεμος!», “Finito la guerra!”, χτυπούσαν τα παλαμάκια τους, γιατί αυτοί, οι μεγαλύτεροι, ξέραν πιο πολλά ιταλικά. “Finito la guerra!”, καταλαβαίνω εγώ, λέει: «Τελείωσε ο πόλεμος». «Δόξα τω Θεώ —λέω—, δόξα τω Θεώ!». Τώρα λέω... Α, οι Καρδαμιώτες, οι κακόμοιροι, θέλανε και αυτοί να πάνε πέρα, στην πατρίδα τους, έρχεται πια ένα καραβάκι πιο μεγάλο, μας παίρνει πάλι όλους, πάμε στην Καρδάμαινα. Μόλις πήγαμε στην Καρδάμαινα, λοιπόν, τη δεύτερη μέρα, χαιρετά ο πατέρας μου τους γνωστούς ανθρώπους, που ήταν του παπά και την οικογένεια, όλα αυτά. Είχε ένα αμάξι τότε, είχε η Καρδάμαινα. Ένα αμάξι που έκανε τη συγκοινωνία τους, ναι. Του λέει αποβραδίς, λέει: «Αύριο μην κλείσεις κάτι για σένα, να μας πάρεις να πάμε στην Κάλυμνο, γιατί θα φύγουμε». Λέει: «Σας περιμένω». Ο Γιαβρούδης, Γιαβρούδη τον λέγανε. Τα μαζεύουμε, λοιπόν, ό,τι ήτανε και κατεβήκαμε στην Κω και ήρθαμε στην Κάλυμνο. Ήρθαμε στην Κάλυμνο, όλοι καλά, δόξα τω Θεώ, φάγανε βομβαρδισμό, φάγανε βομβαρδισμό, το σπίτι μας το ανοίξανε και άλλα κλέψανε, άλλα βρήκαμε, άλλα δεν βρήκαμε. Όσοι πήγανε, όμως, στη Μέση Ανατολή, ήρθανε όλοι ενισχυμένοι, με βραχιόλια οι γυναίκες, με ρούχα, μ' αυτά. Εγώ περπάτησα ξυπόλυτη από την Καρδάμαινα, να πάω στη Κάλυμνο και για να βάλω ένα ρούχο, έκοψε η μάνα μου μια σεντόνα άσπρο και το μανίκι ήταν καφέ, το μανίκι καφέ και το άσπρο, σαν πουκαμίσα, να πάω στη Κάλυμνο. Ήρθα πια εδώ, έπιασε ο πατέρας το ράψιμο σιγά σιγά, δρομολογήσαμε. Τέλος καλό, όλα καλά, πώς το λένε; Όλα καλά, τέλος καλό, πώς το λένε;
Μια χαρά, μια χαρά το λέτε. Όταν—
Ναι, για πες μου.
Επιστρέψατε στην Κάλυμνο—
Ναι—
Πόσο καιρό πήρε, ώστε να ορθοποδήσετε;
Λίγο, γιατί τότε δεν είχε μπουτίκ να ράψεις, να πάρεις αυτά. Ο πατέρας μου ήτανε μαθημένος πια[00:40:00], είχε πελατεία και άρχισε πελατεία σιγά σιγά και έραβε ο πατέρας μου και έβγαινε το ψωμί μας.
Ο κόσμος, όμως, οι συμπολίτες σας στην Κάλυμνο είχανε λεφτά να ξοδέψουνε;
Αυτοί που μείνανε, είχανε. Ήτανε ματσωμένοι. Όσοι δεν είχανε, πήρανε δρόμο, πηγαίνανε στην Ψέριμο, από την Ψέριμο πηγαίνανε στα Τσατάλια, απέναντι στην Τουρκία, και από την Τουρκία το;yς πηγαίνανε στη Γάζα, κάτω στη Γάζα. Εκεί τους είχανε πια μηνιάτικο, τσαντίρια ωραία, γιατρούς, όλα αυτά. Αλλά εμείς δεν είχαμε λεφτά, να πληρώσει ο πατέρας μου ναύλα, να πάμε. Αυτό θα μπορούσαμε να το κάνουμε κι εμείς από την Καρδάμαινα, που είχαμε το ελεύθερο από τους Γερμανούς, αλλά δεν είχαμε λεφτά. Kαι ένας επαγγελματίας τι περίσσευμα θα 'χει; Και ήρθαν πια αυτοί ματσωμένοι, με ρούχα, με βραχιόλια, αυτά. Ε, μετά εγώ δεν είχα και ρούχα να πάω στο σχολείο, με παλιόρουχα είχα. Ήρθε ο χειμώνας, κρύωνα. Λέει τώρα η μάνα μου: «Πώς θα πας τώρα στο σχολείο;». Πιάνει, λοιπόν, μια κουβέρτα καφέ, αυτές που σκεπαζόμαστε, λέει του πατέρα μου: «Μιχάλη, κάμε ένα παλτό του παιδιού!». Μου ράβει ο πατέρας μου ένα παλτό από χράμι και ζεστάθηκα. Παπούτσια που δεν είχα; Έρχεται ένας πελάτης του, παπουτσής, ο Μελισσάς, λέει: «Να μου κάμεις, να μου ράψεις ένα παντελόνι». «Θα σου ράψω ένα παντελόνι, να κάμεις της Κατίνας ένα ζευγάρι παπούτσια». Και μου έκανε πια ένα ζευγάρι παπούτσια από προβιά. Προβιά, δηλαδή το πιο... δέρμα, δηλαδή, όχι καλό. Και είχα πια ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα παλτό και πήγαινα. Στην πρώτη γυμνασίου βγήκα αριστούχα με δεκαεννιά και ενδέκατα, παίρνω έπαινο. Τη δεύτερη χρονιά αριστούχα, όλα μου είκοσι. Η μάνα μου ύστερα, μου λέει: «Τώρα —λέει— τώρα τι να συνεχίσεις —λέει—; Να πας σε μια μοδίστρα, να μάθεις να ράβεις», γιατί τότε ήταν όλα τα στενά μοδίστρες, όλα τα στενά παπουτσήδες, ραφτάδες, δεν είχε μπουτίκ, δεν είχε το ένα, δεν είχε, δεν… Και όταν ήρθε πια μετά η τράπεζα, η Ιονική, που μας ζήτησε το σπίτι μου και το νοικιάσαμε, μου λέει ο Διευθυντής: «Έχεις απολυτήριο; Μέσα θα σε βάλω». Έχασε όλη μου τη... αλλά...
Μια τελευταία ερώτηση θέλω να σας κάνω—
Ναι.
Εγώ, γιατί κουραστήκατε κιόλας. Θέλω να μου πείτε... Ακούμε τόση ώρα πόσα περάσατε.
Ναι.
Και εσείς και άλλοι μαζί σας—
Ναι.
Ακόμα και τότε, βλέπουμε ότι όσοι είχαν χρήματα—
Ναι—
Κατάφεραν να διαφύγουν, κατάφεραν να περάσουν καλύτερα.
Ναι.
Θέλω να μου πείτε, να κάνουμε μία σύγκριση στο μυαλό σας, πώς βλέπετε την κατάσταση σήμερα—
Ναι.
Σε σχέση μ' όλα αυτά που περάσατε εσείς και πάλι δεν παραπονιόσασταν.
Λοιπόν, τότε δεν παραπονιόμουνα, όχι! Αυτό ήθελα να σας πω. Αισθανόμουν τόσο χαρούμενη, δεν ήξερα, δηλαδή, αν πεινώ, αν έχω ρούχα, αν έχω παπούτσια. Όλο χαρούμενη ήμουνα. Τώρα βλέπω, όμως, τη διαφορά της ζωής εδώ και λέω: «Αυτά που βλέπω είναι παραμύθια». Μου φαίνεται η ζωή τώρα παραμυθένια. Να, πόσες φορές το λέω; Παραμυθένια ζωή. Πού τα ξαναείδα εγώ αυτά; Ρούχα, γεμάτη ντουλάπα, παπούτσια; Δεν ξέρω τι να βάλω. Παραμύθια μου φαίνονται, Γιάννη μου, γιατί πέρασα πολύ άσχημα. Μέχρι τα δεκαπέντε μου-δεκαέξι, ήταν πολύ βαριά: πείνα, φτώχεια, αλλά δεν αισθανόμουν τίποτα, δηλαδή ούτε στενοχώρια, ούτε τίποτα, ούτε αυτό. Τώρα, με τόσα αγαθά στεναχωριέμαι κιόλας... Συγχώρεσέ με Θεέ μου! Καμιά φορά πρέπει να είμαστε πάντα ευχαριστημένοι στον Θεό, γιατί είναι αμαρτία.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ—
Κι εγώ σε ευχαριστώ—
Που μοιραστήκατε—
Ακούσαμε μια κουβέντα—
Μοιραστήκατε μαζί μας όλα αυτά τα οποία ήτανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Γιατί, ξέρετε, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πράγματα να πουν, πολλές φορές δεν έχουμε τη δυνατότητα ή δεν καθόμαστε να τους ακούσουμε. Είναι πολύ σημαντικό. Δεν καθόμαστε να τους ακούσουμε, δηλαδή μας φαίνεται στην καθημερινότητα πολλές φορές ότι δεν έχουμε τον χρόνο, αλλά είναι πολύ σημαντικό να τους ακούμε[00:45:00]. Να 'στε καλά, χάρηκα!
Κι εγώ Γιάννη μου κι εγώ! Ό,τι επιθυμείς, χιλιόχρονος να 'σαι!
Part of the interview has been removed for legal issues.
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Η κυρία Ρεΐση φέρνει ξανά στη μνήμη της πώς έζησε σαν μικρό παιδί την Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα και μετέπειτα τη γερμανική εισβολή, και πώς αναγκάστηκε να ξεριζωθεί και να περάσει κακουχίες με την οικογένειά της, μέχρι να επιστρέψει στο νησί της Καλύμνου, μετά το πέρας του πολέμου. Μέσα από τις παιδικές της αναμνήσεις σκιαγραφείται η ιταλική Κατοχή στα Δωδεκάνησα, αλλά και η μετακινήσεις του ντόπιου πληθυσμού προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής.
Narrators
Κατίνα Ρεΐση
Field Reporters
Ιωάννης Αντωνόπουλος
Historical Events
Tags
Interview Date
16/11/2020
Duration
45'
Part of the interview has been removed for legal issues.
Part of the interview has been removed to facilitate its flow.
Summary
Η κυρία Ρεΐση φέρνει ξανά στη μνήμη της πώς έζησε σαν μικρό παιδί την Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα και μετέπειτα τη γερμανική εισβολή, και πώς αναγκάστηκε να ξεριζωθεί και να περάσει κακουχίες με την οικογένειά της, μέχρι να επιστρέψει στο νησί της Καλύμνου, μετά το πέρας του πολέμου. Μέσα από τις παιδικές της αναμνήσεις σκιαγραφείται η ιταλική Κατοχή στα Δωδεκάνησα, αλλά και η μετακινήσεις του ντόπιου πληθυσμού προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής.
Narrators
Κατίνα Ρεΐση
Field Reporters
Ιωάννης Αντωνόπουλος
Historical Events
Tags
Interview Date
16/11/2020
Duration
45'