Η προσήλωση του λαογράφου Τάκη Μπάιτση στην προβολή και στην προστασία του εθίμου Γενίτσαροι και Μπούλες
[00:00:00]Ονομάζομαι Αντωνία Μαρκοβίτη και είμαι ερευνήτρια στο Istorima. Σήμερα, 7 Σεπτεμβρίου, βρισκόμαστε στη Νάουσα. Μαζί μας ο κύριος Τάκης Μπάιτσης, ο οποίος σήμερα θα μας μιλήσει για το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες. Ο κύριος Μπάιτσης ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου, Πρόεδρος και σήμερα επίτιμος Πρόεδρος. Θα γίνει μία αναφορά από το παρελθόν και για την όλη δημιουργία του σημερινού αυτού εθίμου, αλλά και πώς διεξάγεται, λεπτομέρειες για τη φορεσιά. Αλλά αφήνω τον ίδιο να μας πει περισσότερα. Καλησπέρα, κύριε Τάκη.
Γεια σας, γεια σας. Εγώ θα πω πρώτα το προσωπικό μου βίωμα, πώς πέρασα και υπηρέτησα αυτό το έθιμο, το οποίο είναι η ταυτότητα, η πολιτισμική ταυτότητα, θαρρώ, της Νάουσας. Μ’ έκαναν μικρό γενιτσαρόπουλο το 1958, ένα μικρό παιδάκι. Εν συνεχεία, συνέχισα, πήγαμε στο δημοτικό. Πρόσωπο έβαλα το 1970 και σταμάτησα μέχρι το 1981, ήταν η τελευταία χρονιά. Δώδεκα χρόνια δηλαδή, έγινα Γενίτσαρος με πρόσωπο. Από μια οικογένεια που ήταν μέσα στο έθιμο από πολλές γενιές, τουλάχιστον αυτές που γνωρίζουμε απ’ τον πατέρα μου, απ’ τον παππού μου, μέχρι εκεί που είχαμε προσωπική συζήτηση με την προηγούμενη γενιά, αλλά παραπέρα, απ’ ό,τι έλεγαν, γίνονταν κι άλλοι, προηγούμενα. Τώρα ασχολούμενος από τα παιδικά χρόνια με τη συλλογή ήταν κάτι που πραγματικά με επηρέασε και χάραξε, θαρρώ, και την πορεία της ζωής μου παραπέρα. Το 1970 ήταν μία χρονιά που ξεκινήσαμε μετά από παρότρυνση της τότε Οργανωτικής Επιτροπής του Τουριστικού Ομίλου Νάουσας να πάμε στην Καρδίτσα στα πρώτα, αν δεν απατώμαι, Καραϊσκάκεια. Πήγαμε εκεί και επιστρέφοντας ο Φόρης ο Σιάτρης, ένας δάσκαλος, ο οποίος ήτο πολύ δραστήριος και ανακατώνουνταν με τα πολιτιστικά, μας παροτρύνει να κάνουμε έναν σύλλογο για να περισώσουμε το έθιμο και να το συγκροτήσουμε όπως μπορούμε καλύτερα, διότι πραγματικά τα χρόνια εκείνα εξέπνεε. Γυρίσαμε, κάναμε τον Σύλλογο το ’71, το 1971 αναγνωρίστηκε. Έκτοτε ανέλαβα. Ίσως να ήμουν ο μόνος που γνώριζα γράμματα από κείνη τη γενιά, βέβαια, του γυμνασίου και συνέχισα να είμαι γραμματέας, ταμίας, να αντικαθιστώ προέδρους... Αργότερα, το ’74 ανέλαβα την προεδρία μέχρι το ’82. Και πιστεύω ότι υπηρετήσαμε όπως μπορούσαμε καλύτερα το έθιμο. Κάναμε κάποιες εκδόσεις, κάναμε το δημοτικό τραγούδι της Νιάουστας, κάναμε Κωνσταντούλης, ο λαϊκός ποιητής της Νιάουστας το ’82. Το πρώτο έγινε το ’77, το δημοτικό τραγούδι, και στη συνέχεια το 1986 έγινε η πρώτη επίσημη καταγραφή του εθίμου Γενίτσαροι και Μπούλες σε βιβλίο, το οποίο κατέγραψα το ’86. Πάλι με τον Σύλλογο Γενίτσαροι και Μπούλες δημοσιεύσαμε αργότερα «Ο κύκλος της ζωής και το δημοτικό τραγούδι στη Νιάουστα», όπoυ είχαμε κάνει και CD με τριάντα τέσσερα τραγούδια ενδεικτικά όχι, συλλεκτικά. Καθαρά, καθαρά δεν ψάχναμε καλλίφωνους τραγουδιστές, αλλά απ’ αυτούς που ήταν μόνο και μόνο για να περισώσουμε απ’ τη λησμονιά του χρόνου τα ακούσματα αυτά. Έτσι είναι καταχωρημένα πέραν των λόγων που έχει το τραγούδι, των στίχων και τη μουσική, όπως τα τραγουδούσαν τότε. Το 1981, με τη ΝΕΛΕ, Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης, η ΝΕΛΕ, δίδαξα το δημοτικό τραγούδι αυτό και έτσι πέρασε, και σήμερα το χαίρομαι πάρα πολύ που οι νέες γενιές το έχουν. Τουλάχιστον τα βασικότερα των τραγουδιών, γιατί, όπως ξέρουμε, είναι ενότητες. Αλλά γενικά, αυτά που αναφέρονται στο έθιμο, σε πατινάδες ή σε κύκλους, πέρασαν πάρα πολύ ωραία στις νεότερες γενιές, οι οποίοι σήμερα το λατρεύουν, πέραν του χορού και το τραγούδι. Και να φανταστείτε, όπως είπα πριν, εξέπνεε το έθιμο πριν τον Σύλλογο. Μία πρώτη Κυριακή ήμασταν πέντε μεγάλοι Γενίτσαροι και σήμερα έχουμε μικρούς-μεγάλους γύρω στα τριακόσια άτομα με την καθοδήγηση του Συλλόγου, και φυσικά υπάρχουν πάντα και οι διαφωνίες[00:05:00]. Και σ’ ένα σπίτι υπάρχουν διαφωνίες, όπως είπε κάποιος φίλος, αλλά πιστεύω ότι μέσα απ’ όλη αυτή την οργάνωση βγαίνει κάτι καλό. Τώρα για να κλείσουμε για τον Σύλλογο, πέρα απ’ όλα αυτά, αργότερα αγοράσαμε ένα σπίτι, είχα γίνει πλέον επίτιμος Πρόεδρος σε Γενική Συνέλευση για την προσφορά στο έργο, όπως είπαν εκεί στη Γενική Συνέλευση. Εν συνεχεία, πρωτοστάτησα να αγοραστεί ένα παραδοσιακό σπίτι, το οποίο εντάξαμε με την τότε δημοτική αρχή σε κάποια προγράμματα, απεκατεστάθη κι έτσι ο Σύλλογος έχει ένα κόσμημα διατηρητέο μέσα στον τόπο που είναι σημείο αναφοράς, όχι μόνο για το έθιμο, αλλά και για την τότε την αρχιτεκτονική την παραδοσιακή της Νιάουστας. Σταθμοί από τον Σύλλογο, σταθμός κατ’ ουσίαν είναι το 1978, τότε που επαναφέραμε το έθιμο του Σπήλιου –μιλώ για τον Σύλλογο γιατί θα αναφερθούμε και σε άλλους σταθμούς γενικά για το έθιμο–, το οποίο είχε σταματήσει το 1926. Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο ήταν. Το επαναφέραμε το 1978. Και πήγαν οι Γενίτσαροι στο Σπήλαιο, ήταν βέβαια μία υπέροχη μέρα και αυτό στάθηκε και αιτία και αφορμή, ο καλός καιρός έκτοτε κάθε χρόνο, ανελλιπώς μέχρι σήμερα, γίνεται το έθιμο του Σπήλιου, τηρείται, που πάνε οι Γενίτσαροι στην ομώνυμη προαναφερόμενη τοποθεσία την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Γιατί έχουμε την Κυριακή της Αποκριάς, την Κυριακή της Τυρινής και έτσι επανήλθε και την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Νομίζω ότι είναι πολύ βασική αυτή η παρουσίαση μετά από έλλειψη μισού αιώνα και πλέον. Αυτά σχετικά με τον Σύλλογο, ο οποίος έχει παρουσία σε όλο τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο. Να φανταστείτε ότι παρουσιάστηκε το έθιμό μας από την ήπειρο της Αμερικής έφτασε μέχρι και την Κίνα. Βεβαίως! Είχε φτάσει μέχρι και την Κίνα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Δεν μιλώ για την Ευρώπη και για όλα τα γειτονικά κράτη εδώ, που την έχει «οργώσει» ουσιαστικά παρουσιάζοντας το έθιμό μας και έχει αποσπάσει πάρα πολλά διεθνή και φυσικά τοπικά βραβεία, της Ελλάδος. Αυτά για τον Σύλλογο. Τώρα, ας πούμε, όμως για το έθιμο, πώς χάνεται, πώς παρουσιάζεται μάλλον. Χάνεται μέσα στους αιώνες από τα γραφούμενα που έχουμε0 από παλαιότερους φαίνεται ότι το έθιμο προϋπήρχε της Ελληνικής Επαναστάσεως για ίσως και για εκατόν πενήντα χρόνια πριν της επαναστάσεως του 1821. Εκείνο που είναι ουσιαστικό όμως και αφήνει είναι ότι περίπου πριν την επανάσταση δέκα-δεκαπέντε χρόνια, ο τότε προύχοντας μπασμπουγιού –όπως λέγονταν οι δήμαρχοι οι εκλεγμένοι στη Νάουσα, διότι η Νάουσα δεν είχε Τούρκους– Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης, μετατρέπει τη στολή τού τότε Γενίτσαρου που απ’ ό,τι γράφουν ήταν τσόχινα πουτούρια και τα λοιπά και φέρνει την ελληνικότατη φουστανέλα και τη στολή που φοράνε σήμερα οι Γενίτσαροι. Διότι έχει κομμάτια της ναουσαίικης φορεσιάς, φουστανέλα, πισλί, σιλιάχι, αλλά έχει και επιπλέον. Είναι στολή, έχει τον θώρακα με τα ασήμια... θα αναφερθούμε για τη στολή του Γενίτσαρου αργότερα. Συνεχίζεται το έθιμο, φτάνει μέχρι την Επανάσταση. Και βεβαίως σταματάει. Η Νάουσα καταστρέφεται ολοσχερώς το 1822, εκείνον τον ματωμένο Απρίλη, αλλά τα επόμενα χρόνια γίνονται πάλι εφτά Γενίτσαροι μέσα απ’ τις ανταριασμένες ψυχές περισσότερο των ανθρώπων και όχι τη Νάουσα, αυτών που έζησαν και επανέρχεται. Συνεχίζει όλα αυτά τα χρόνια, φτάνει και στον Μακεδονικό Αγώνα, φτάνει μέχρι και το 1940 που είναι η τελευταία χρονιά. Σταματά το ’41 λόγω της Κατοχής ως γνωστόν και επανέρχεται το 1954, τότε που με πρωτοβουλία του Τρύφωνος Χατζητρύφωνος, ενός ανθρώπου που πίστευε σ’ αυτό και όλη του η ζωή ήταν[00:10:00], η ψυχή του ήταν οι «Γενίτσαροι και οι Μπούλες», πρωτοστατεί, το επαναφέρει επί δημάρχου Φιλώτα Κόκκινου το 1954 και γίνονται οχτώ Γενίτσαροι απ’ ό,τι έχουμε και τις φωτογραφίες και δυο μικρά. Σήμερα, βέβαια, ζει μόνο ένας εξ αυτών και τα μικρά έχουν αποβιώσει. Και συνεχίζονται, τον επόμενο χρόνο γίνονται περισσότεροι. Πρέπει να τονίσουμε ότι έγιναν Γενίτσαροι μεγάλης ηλικίας, αυτοί που γίνονταν πριν τον πόλεμο του ’40 για να δείξουν στις νεότερες γενιές το έθιμο και να τους βάλουν στον ντορό τον σωστό. Κρατώντας στολή, τραγούδια, πατινάδες, δρομολόγιο και όλα αυτά που γίνονταν πολλά χρόνια. Έτσι περπατάνε και, όπως είπαμε, το ’78 είχαμε την ολοκλήρωση του εθίμου του κύκλου και σήμερα είμαστε ευτυχείς να έχουμε τριακόσιους, όπως προανέφερα, Γενίτσαρους, μικρούς και μεγάλους, και Μπούλες. Τώρα, σταθμός κατ’ άλλους στην ιστορία στέκεται το 1705, όπου έχουμε το πρώτο παιδομάζωμα για τη μέχρι τότε προνομιούχο Νάουσα και από τα τελευταία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως είναι καταγεγραμμένο. Βέβαια, ο σελεχτάρης που έρχεται να στρατολογήσει, Αχμέτ Τσελεμπή, δεν τα καταφέρνει, οι Ναουσαίοι ανθίστανται και υπό την αρχηγίαν τότε του Ζήση Καραδήμου σκοτώνουν τους απεσταλμένους και όλους τους στρατολόγους. Αργότερα, έρχεται ασκέρι τούρκικο, τους καταδιώκει, τους συλλαμβάνει, σκοτώνει και τον Καραδήμο, τον απαγχονίζει στη Βέροια και τους δυο γιους του τον Βασίλη και τον Δημήτρη, το σώμα διαλύεται και κατά μία εκδοχή από κει ξεκινά και το έθιμο του Γενίτσαρου και της Μπούλας. Δεν μπορούμε, όμως, να πούμε ότι όλα αυτά είναι επιβεβαιωμένα. Μόνον η μηχανή του χρόνου μπορεί να μας τα παρουσιάσει. Καταγραφές, όπως είπα, έχουμε την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η πρώτη είναι το ’17 από τον Καψάλη, έχουμε από τον Ευστάθιο Στουγιαννάκη βάσει στοιχείων του Δημητρίου Πλαταρίδη, που κάνει την Ιστορία της Νάουσας το 1924, έχουμε από τον λόγιο Σταύρο Χωνό το 1927, που έβγαζε την εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» για την Νάουσα, έχουμε την εφημερίδα «Νάουσα» του Νίκου Δουλγεράκη το 1928, που αναφέρει ο Αμερόληπτος ο Ναουσαίος άρθρα με ακριβή στοιχεία για την τότε περίοδο. Και φυσικά, μετά την παρουσίαση του 1954, με τη «Φωνή της Ναούσης», που είναι εφημερίδα εκδοθείσα από το ’51 και μετά, έχουμε κάθε χρόνο αναφορά ποιοι έγιναν, πώς έγιναν, ποιοι χόρεψαν, διότι, όπως είπα και αρχικά, είναι ένα κομμάτι της ναουσαίικης ταυτότητας, αυτό το έθιμό μας. Τώρα, να πούμε για τη φορεσιά του Γενίτσαρου. Είναι, όπως είπα, η ναουσαίικη φορεσιά των Ναουσαίων, η στολή που μια μεγάλη μερίδα Ναουσαίων φορούσε φουστανέλα, άλλη μια μεγάλη μερίδα προς τα βόρεια προάστια, στα Αλώνια, οι Σαργκαβίτες που έλεγαν, φορούσαν σαλβάρι, και άλλη μια μεγάλη μερίδα φορούσαν το αντιρί, δηλαδή το γνωστό αντιρί, με τους τσιουμπέδες κι αυτά. Αυτοί ήταν οι πλέον ολιγάριθμοι. Η φουστανέλα σταμάτησε τη δεκαετία του ’20, το αντιρί σταμάτησε το 1957 με τελευταίο τον Γιώργη Γκούγκουρα, και τα σαλβάρια σταμάτησαν τέλη της δεκαετίας του ’70 ή αρχές του ’80 με τελευταίο τον μπάρμπα Γιώργη Καραμπατζό, όπως θυμούμαστε εμείς οι μεγαλύτεροι. Και βεβαίως απ’ αυτή τη φορεσιά του Ναουσαίου πήραν τη φουστανέλα, τις μπέτσφες, την κοντέλα, δηλαδή το πουκάμισο, τα πισλιά, το γιλέκο με τα μανίκια και πάνω σ’ εκείνα έκαναν... τα τσαρούχια με τη φούντα που φοράει ο Γενίτσαρος, τα ασήμια που σήμερα είναι θώρακας, τότε ράβονταν όλα απάνω τους, όπως θα πούμε για την τέλεση του εθίμου. Και βασικά τον πρόσωπο, τον κέρινο πρόσωπο, με το ζουνάρι, το ταράμπουλο, τον κεφαλόδεσμο αυτόν, ο οποίος φτάνει τα τρεισήμισι μέτρα μήκος και ένα μέτρο φάρδος, δένεται έτσι τεχνικά και καλύπτει πλήρως τον κέρινο πρόσωπο, ο οποίος γινόταν από γύψο, μέσα με κερί, διότι φοριόνταν και κρατιόνταν όλη μέρα. Τα μουστάκια ήταν από αλογότριχα και κατράμι και το έξω[00:15:00] χρώμα του άσπρου αυτού προσώπου ήταν από σύνθεση χρωμάτων που ως βάση είχαν το αυγό. Και βεβαίως είναι το χαρακτηριστικό όλων ο πρόσωπος, που δένονταν, όπως είπαμε, τεχνικά με ένα μικρό μαφέσι κάτω απ’ το σαγόνι και δεν έβγαινε όλη μέρα. Βασικό εξάρτημα στη στολή του Γενίτσαρου είναι η πάλα. Η πάλα η οποία είναι το πλατύκυρτο αυτό σπαθί, με το οποίο χορεύουν όλη μέρα όταν μετακινιούνται από γειτονιά σε γειτονιά με την πατινάδα. Αυτή είναι η στολή του Γενίτσαρου. Στα ασημικά, βέβαια, διακρίνουμε πέρα από τα ρούπια, δηλαδή τα κέρματα που είναι ραμμένα πάνω σε αλυσίδες, σταυρούς, χαμαϊλιά, τα φυλαχτά, διαφόρων ειδών χαμαϊλιά, συνήθως τετράγωνα, στρόγγυλα, άλλα σε σχήμα κυλίνδρου, φουσεκιού όπως τα ’λεγαν, τρίγωνα, ενώ στην πλάτη πίσω είχε ασήμια λιανά, όπως τα ’λεγαν, ψιλά ή τα κιουστέκια, τα οποία είχαν οι τότε προύχοντες που φορούσαν κιουστέκια επιστηθίως. Οι Γενίτσαροι τα ’βαζαν στην πλάτη μαζί, συμπληρώνοντας κι άλλα ασημικά. Στη φουστανέλα υπήρχαν αρκετά ασημικά λιανά, αλυσίδες, τοκάδια Καπεταναίων και πάνω στον λαιμό έμπαινε το γκιουρντάνι συνήθως. Ξεκινώντας, βέβαια, το ράψιμο, είχε και κάποιο μπαΐρι ασημένιο. Αυτά, έτσι χαρακτηρίζονται τα ασημικά, τα οποία συνήθως, ασημικά τα μάζευαν από τα χωριά, τα οποία φορούσαν τότε, τα χωριά του κάμπου, για να γίνει ένας Γενίτσαρος. Και φυσικά, καλύτεροι ήτανε οι κασάπηδες και οι ψαράδες, οι οποίοι είχαν επικοινωνία με τα χωριά και μπορούσαν από κει να δανείζονται τις εκεί τοπικές φορεσιές, τα καλύτερα και περισσότερα ασημικά. Η φορεσιά, η στολή της Μπούλας, η στολή της Μπούλας, που είναι άντρας που υποδύεται κι αυτός τον ρόλο της γυναίκας. Είναι με τα μακριά φουστάνια σε στιλ Ευρώπης, με στεφάνια, μια καρικατούρα θα μπορούσαμε να πούμε. Έχει, όμως, ναουσαίικα στοιχεία, όπως είναι η ζώστρα στη μέση, το λιμπαντί, το γιλέκο που φοράει, τα κολάνια, η πόρπη που έχει στη μέση, οι τραχηλιές και στο κεφάλι πάλι πρόσωπο, χωρίς μουστάκια, με στρόγγυλα μάγουλα, και αντί κεφαλόδεσμου έχει τεχνικά λουλούδια – παλαιότερα έλεγαν οι παλιοί ότι έβαζαν φυσικά με πυξάρι και λουλούδια εποχής. Αργότερα μπήκαν χάρτινα, τα οποία είναι πολύ ωραία. Και σ’ αυτόν τον πρόσωπο, όπως του Γενίτσαρου, έχουμε τα κόκκινα μάγουλα και πάνω στο μέτωπο μία κίτρινη, ένα κίτρινο στρόγγυλο με βαράκιο, όπως το ’λεγαν. Και αυτός ο πρόσωπος είναι κέρινος και έτσι διεξάγεται το έθιμο από τους άγαμους νέους. Τους άντρες τους άγαμους, που γίνονται Γενίτσαροι και Μπούλες. Βασικό στοιχείο είναι τα μικρά παιδάκια. Είναι τα μικρά παιδάκια, τα οποία, αντί προσώπου, είναι μινιατούρες σε μικρογραφία των μεγάλων. Αντί όμως προσώπου, ο οποίος δεν κρατιέται εννοείται από ένα μεγάλο, από ένα μικρό παιδάκι, φορούσαν στο κεφάλι τους το σκουφάκι, το οποίο μπροστά είχε έναν σταυρό και μια φούντα. Αυτά σχετικά με τη φορεσιά του Γενίτσαρου, τη στολή του Γενίτσαρου και της Μπούλας. Βασιζόμενη όπως είπαμε, στη ναουσαίικη αντρική φορεσιά, στη μέση πάντα το ζουνάρι το μοραΐτικο, το ριγέ με μπλε και άσπρες ρίγες, τις λόντρες που έλεγαν, και πάνω απ’ το σελιάχι, το μαφέσι. Ένα μαντήλι να σκεπάζει το σελάχι. Τα τσαρούχια απαραίτητα με τη φούντα και πάνω απ’ τις μπέτσφες, δηλαδή αυτές τις μακριές, θα λέγαμε, κάλτσες μέχρι πάνω, είναι οι βουδέτες. Δηλαδή βουδέτης ήταν σαν καλτσοδέτα που τυλίγονταν γύρω-γύρω με φούντα στο πίσω μέρος του Γενίτσαρου που φορούσε όταν χόρευε. Αυτή είναι, αυτές είναι οι στολές.
Για τη διεξαγωγή τώρα, πιο συγκεκριμένα, όταν έγινε η επαναφορά. Και βασικά κιόλας και το ντύσιμο αν μπορούμε να το συνδυάσουμε, γιατί πριν αναφέρατε το ράβανε. Ενώ σήμερα ποια είναι η διαφορά;
Ναι, οι Γενίτσαροι που ήθελαν να γίνουν, τα παλικάρια που ήθελαν να γίνουν, τόσο αυτοί όσο και οι οικογένειες, μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν να μαζεύουν τη στολή, τα κομμάτια, γιατί έρχονταν οι Αποκριές και αμάν αμάν ποιος να πρωτοπάρει τα καλύτερα που τα είχαν τα σπίτια. Για παράδειγμα το ζουνάρι του Καρατάσιου το οποίο φόρεσα κι εγώ έξι χρόνια. Ποιος να το πάρει; Ήταν ό,τι κα[00:20:00]λύτερο. Σήμερα φυλάσσεται και το ζουνάρι και το πισλί στο Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Νάουσας. Εκεί ήταν η θέση του, εννοείται. Πάλες υπήρχαν στα σπίτια των αγωνιστών, αυθεντικές. Δηλαδή στα χρόνια μας, όλοι είχαμε πάλες αυθεντικές και ξέραμε από το σπίτι του τάδε, το σπίτι του δείνα, ποιοι τις κρατούσαν. Να φανταστείτε ότι στο σπίτι του Δημισκή ήταν η πάλα του Γαρέφη, του Μακεδονομάχου, που την άφησε κι έφυγε με σκοπό να γυρίσει, έγινε το ατύχημα απάνω στην Γραδέσνιτσα, χωρίς να θέλουν, που τον σκότωσαν οι δικοί μας εκ λάθους, η πάλα έμεινε έτσι εδώ. Και πάλες αγωνιστών, σας λέγω, σε πάρα πολλά σπίτια Νάουσας. Φουστανέλες γαμπριάτικες ραμμένες στο χέρι, πισλιά, φυσικά όλα γαϊτανωμένα. Έτρεχαν όλοι από πού θα πρωτοπάρουν τα καλύτερα που θα γίνουνταν Γενίτσαροι. Πρέπει να σημειώσουμε ότι στα χρόνια του παππού μας, τέλη 19ου αιώνος, αρχές 20ου είχαμε έντεκα μπουλούκια. Έντεκα μπουλούκια, φυσικά δεν ήταν μπουλούκια τόσο μεγάλα, γίνονταν παρέες-παρέες δέκα-δώδεκα άτομα και καμπόσα μικρά. Απαραίτητα ήταν ο ζουρνάς και το νταούλι που έπρεπε ν’ αναφέρουμε τα μουσικά όργανα που συνοδεύουν όλο το έθιμο και συνήθως αυτά τα έπαιζαν Τούρκοι, οι οποίοι ως ανταλλάξιμοι με την Συνθήκη της Λωζάνης, έφυγαν. Οι λεγόμενοι Τουρκόγυφτοι. Και έκτοτε έμεινε. Φυσικά, ατόνησε το έθιμο την περίοδο του Μεσοπολέμου, ένα μπουλούκι, δυο. Φημισμένος ήταν ο Μήτρος ο Βογιατζής, ο Δημήτριος Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος, ξακουστός ζουρνατζής που έμαθε από τους Τούρκους, και ο ζουρνάς δεν ήταν καπά ζουρνάς, όπως κάτω στον Γιδά και στο Ρουμλούκι, αλλά ήταν κοντός, τζιουράς όπως τον έλεγαν, με καμπάνα μπροστά. Και το νταούλι. Φημισμένοι οργανοπαίχτες, βέβαια, επί Τουρκίας ήταν ο Τζιαμαλής, ο Μυτόσης, ο Ισύγγας και μάλιστα έλεγαν: «Όταν βάραιναν τα νταούλια, έσβηναν τα φώτα, οι γκαζόλαμπες που είχαν». Τέτοιος συντονισμός και μεγάλο νταούλι είχε. Έχουμε φωτογραφίες απ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίες είναι ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας. Πήγαιναν, λοιπόν, μάζευαν τα ρούχα από τα σπίτια και φτάναμε την παραμονή της Αποκριάς. Τους Γενίτσαρους που θα γίνονταν, όπως είπαμε, τους άγαμους νέους, πάντα τους έντυνε ένας παλιός, με τη βοήθεια της μάνας, της αδερφής, της αρραβωνιαστικιάς –αν και οι αρραβωνιαστικιές δεν πήγαιναν τότε στα σπίτια των γαμπρών– συνήθως τους έντυναν και πάσχιζε ο ένας να βγει καλύτερος από τον άλλο. Ξεκινούσε το ντύσιμο το Σάββατο βράδυ, γίνονταν ιεροτελεστία ολόκληρη, αφού πήγαινε ο παλιός για να δείξει, η νοικοκυρά τούς υποδέχονταν με πίτες, με κρασιά, στήνουνταν το παλικάρι όλη νύχτα μετά τις 01.00 η ώρα και ξεκινούσε το ράψιμο. Τους έραβαν πάνω τους τ’ ασημικά. Αλυσίδα-αλυσίδα, περνώντας σταυρούς, χαμαϊλιά... Φανταστείτε πόσο επίπονο ήταν αυτό, τελείωνε το πρωί. Τι να ραφτεί; Ολόκληρος θώρακας με τετρακόσια-πεντακόσια κέρματα με αλυσίδες, σταυρούς και χαμαϊλιά πάνω του. Και πίσω στο πισλί, ο παππούς μου, που έραβε, φρόντιζε να βάζει μπροστά πάντα ένα ύφασμα τσόχινο για να μην χαλνάει. Πού να έραβε; Πάνω στη φουστανέλα; Τα πισλιά ήταν ελάχιστα μπροστά. Ενώ πίσω έραβε στο πισλί. Αφού τελείωνε το ράψιμο, περνούσαν στη φουστανέλα το σιλιάχι, τις αλυσίδες γύρω-γύρω, τα τοκάδια. Αυτά τα θεωρούσαν τίποτα, το ράψιμο ήταν επίπονο και η μεγάλη φασαρία. Μόλις τελείωναν αυτά, έρχονταν ο ειδικός να δέσει τον πρόσωπο. Προσωπάδες δεν έδεναν όλοι. Ήταν ελάχιστοι και έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι. Και δεν ράβουνταν όπως τώρα τόση ώρα, δένουνταν. Γι’ αυτό λέμε: «Θα δέσουμε τον πρόσωπο με το ζουνάρι». Και φημισμένοι τεχνίτες ήταν ο Μέσκος και ο Λέμας. Δένονταν το, ο πρόσωπος τεχνικά με το ζουνάρι αυτό που σας είπα κάνουντας δυο ντουράδες, δηλαδή δυο στριφτά γύρω-γύρω από το κεφάλι και κάνοντας τ’ αυτιά ανοιχτά βάζοντας μέσα λίγο τούλι να ανοίγει. Αυτή ήταν και μια επίπονη εργασία, που έπρεπε ο άνθρωπος να τρέχει απ’ τον έναν στον άλλον. Στα χρόνια τα δικά μας καλύτερος ήταν ο Κώστας ο Τσίτσκαρης που έδενε, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Μέσκος, αλλά ο πλέον καλύτερος τεχνίτης ήταν ο μπαρμπα-Στέργιος ο Νικούσης[00:25:00]. Πρέπει να τονίσουμε ότι κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν αμειβόμενος, έτσι; Περνούσε από γενιά σε γενιά και όχι όπως τώρα, που έχει εργαστήρια και κρατούν τον πρόσωπο από χρόνο σε χρόνο. Φυσικά, όταν έβγαινε ο πρόσωπος το βράδυ, λύνονταν, γιατί ήταν δεμένος, και την άλλη Κυριακή ξανά από την αρχή. Αυτό ήταν το ντύσιμο. Τώρα, μόλις τελείωνε το ντύσιμο ξεκινούσε ο ζουρνάς με το νταούλι πρωί-πρωί για τη διεξαγωγή, την τέλεση όλη αυτή του εθίμου. Έπαιρνε τον πρώτο γενίτσαρο μόλις έφταναν στο σπίτι, έπαιζε τον λυπητερό σκοπό, τον μάσιμο. Κατέβαινε ο Γενίτσαρος, αφού πρώτα έπαιρνε χέρι όλους τους σπιτικούς κι όσους παρευρίσκονταν στο ντύσιμο. Ήταν συγκινητικότατες στιγμές, κατέβαινε, έκανε τον σταυρό του, έπαιρνε χέρι τους οργανοπαίχτες και ξεκινούσε. Ήταν η στιγμή του αποχωρισμού και, όπως έλεγε ο Γιώργης ο Πλατίτσας, σήμαινε: «Παιδιά, φεύγω για τον αγώνα, δεν θα με ξαναδείτε». Έπαιρνε χέρι πηδώντας δυο-τρεις φορές στα δυο του πόδια ο Γενίτσαρος και βροντούσαν και τ’ ασημικά και όλα. Τα μικρά μαζώνονταν στα σπίτια των μεγάλων, δεν τα έπαιρναν απ’ τα σπίτια, και μιμούνταν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις. Φεύγοντας ο Γενίτσαρος, αν είχε και μικρά στο σπίτι, έπαιρνε τον δεύτερο, τον τρίτο, έπαιρναν την Μπούλα, η οποία Μπούλα φιλούσε τα χέρια όλων των παρευρισκομένων, ενώ ο Γενίτσαρος πηδά, όπως είπαμε, στα δυο του πόδια. Η Μπούλα φιλά τα χέρια όλων, τα χαιρετά, οι οποίοι δίδουν χρήματα. Αυτά τα χρήματα, σύμφωνα με μαρτυρίες των παλιών, μαζώνουνταν για τον αγώνα, για να γίνουν λουφέδες και ζαϊρές για τους κλεφταρματωλούς, για τους κλέφτες των βουνών, αργότερα για τους Μακεδονομάχους. Και φυσικά, πολύ αργότερα μαζεύονταν και γλεντούσαν τα παιδιά με αυτά ή πλήρωναν τους οργανοπαίχτες. Ένα μέρος των οργανοπαιχτών, τους οποίους πλήρωνε το μπουλούκι, η ομάδα. Είναι σημαντικό ότι ο Δήμαρχος Θωμάς Αρνής, πρώτος γύρω στο 1920 πλήρωσε για πρώτη φορά τα όργανα του εθίμου, το οποίο κινδύνευε μετά την περίοδο του Μεσοπολέμου και αργότερα, ο Γεώργιος Περδικάρης το συνέχισε δίδοντας και βραβεία, όπως κι ο Φιλώτας Κόκκινος. Μιλώ πριν τον πόλεμο του 1940. Όλοι μαζί, αφού μαζευτούν, οι δυο Γενίτσαροι παίρνοντας χέρι πηδούν στα δυο τους πόδια, οι δε Μπούλες μεταξύ τους φιλιούνται και αποκαλούνται «συννυφάδες». Μπροστά τα παιδάκια και πίσω οι μεγάλοι πιανόμενοι απ’ τα χέρια δυο-δυο, οι Μπούλες ανάμεσα στους Γενίτσαρους. Κάθε μπουλούκι είχε μια-δυο. Μια χρονιά είχαμε και έξι Μπούλες στο μπουλούκι θυμάμαι. Όλοι μαζί πήγαιναν στο Δημαρχείο ακολουθώντας όλη η Νάουσα το μπουλούκι. Εκεί γίνονταν το προσκύνημα. Οι Γενίτσαροι δεν έκαναν τεμενά, σε αντίθεση με την Μπούλα, η οποία έκανε τεμενά μέχρι κάτω. Οι Γενίτσαροι έγερναν τα κορμιά τους πίσω και τινάζονταν. Ο υπεύθυνος του μπουλουκιού, ο αρχηγός με μια Μπούλα ανέβαινε πάνω στον τότε μουντήρη, στον δήμαρχο σήμερα, για να δώσει την άδεια. Αφού έδινε την άδεια σταματούσε ο λυπητερός σκοπός του μαζώματος και του προσκυνήματος και άρχιζε να παίζει την πατινάδα που χορεύονταν με τα μαντηλάκια: «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα. Κι η Ρωμιοπούλα δεν τονε θέλει κι η σκύλα μάνα της τον προξενεύει. “Πάρ’ τονε κόρη μου τον Τούρκο άντρα να σε φωνάζουν χανούμ σουλτάνα”. “Δεν τονε θέλω, δεν τονε παίρνω, πέρδικα γίνομαι, στα όρη φεύγω”». Έπαιζαν αυτήν την πατινάδα, οπότε, με την άδεια που έδινε ο δήμαρχος, έβγαιναν οι πάλες και χόρευαν τον «Μπουλά Βασί», μέχρι που ήρθε το ελληνικό, μια πατινάδα επαναστατική, και έκτοτε άρχισαν να χορεύουν το «Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά», τον «Θούριο του Ρήγα», ο οποίος ήταν σε μία ιδιόρρυθμη μουσική, την οποία άκουσα τον Θούριο με αυτόν τον σκοπό τον μουσικό μόνο στη Νάουσα. Αφού τελείωνε η πατινάδα και δίδονταν η άδεια, κατέβαιναν όλοι, και ο αρχηγός με την Μπούλα, κάτω, χόρευαν. Πρώτος χορός «Παπαδιά», ακολουθούσε η «Μακρυνίτσα», χορός με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας έπεσαν στις, στους Στουμπάνους, στην Αράπιτσα προτιμώντας τ’ αφρισμένα νερά από μία ατιμωτική[00:30:00] σκλαβιά. Μετά τη «Μακρυνίτσα», άλλος χορός «Νταβέλης», ακολουθούσε «Νιζάμικος», τα μικρά χόρευαν «Μουσταμπέικο», χόρευαν «Ξένε, στα ξένα πώς περνάς», η άλλη Μπούλα χόρευε τη «Σούδα». Πρέπει να πούμε ότι όλοι οι χοροί ήταν ατομικοί. Χόρευε ο πρώτος. Και ήταν, τόνιζε την παλικαριά του και με διάφορες φιγούρες επιδείκνυε τις χορευτικές του ικανότητες ο καθένας, με μια φορεσιά που είχε πάνω από είκοσι κιλά και να είναι ζωσμένος και σφιγμένος, καταλαβαίνετε. Γι’ αυτό βγήκε κι η παροιμία: «Να μπεις στον χορό να σε δω πώς χορεύεις». Γιατί απ’ όξω απ’ τον χορό πολλά τραγούδια σε λέγονται. Όντως, ήταν έτσι, χοροί ατομικοί, οι άλλοι ακολουθούσαν. Γι’ αυτό και ο Πουκεβίλ, ο περιηγητής, είπε ότι: «Είναι χορός τρελών, των οποίων ηγείται μαινόμενος», όταν είδε αυτούς τους χορούς μας. Αφού τελείωνε κι ο κυκλικός χορός, ξανάβγαιναν οι πάλες κι έβγαιναν με τον Μπουλά Βασί μέχρι να κόψουν απ’ του Λόγγου προς τα πάνω για το Τριόδι του Λάμνια. Εκεί πλέον, και επί Τουρκίας, έβαζαν το: «Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά. Στην πίστη του ο καθένας ελεύθερος να ζει, στη δόξα του πολέμου, ας τρέξουμε μαζί». Και τα γνωστά του Θούριου, έφταναν μέχρι το Τριόδι του Λάμνια. Εκεί στήνονταν χορός, χόρευαν τα παλικάρια της γειτονιάς τιμώντας αυτούς που πέρασαν, όλους κατά καιρούς. Από κει έβγαιναν πάλι με πατινάδα, στα Καμένα, σήμερα Πλατεία Διοικητηρίου, Πλατεία Τρόμπακα, η οποία ήταν η κεντρική πλατεία της Νάουσας. Κι εκεί στήνονταν μεγάλος χορός, πάλι χόρευαν όσοι ήταν απ’ αυτή τη γειτονιά. Από κει με άλλη πατινάδα της Πουλιάνας. Έβγαιναν στην Πουλιάνα, κι εκεί χορός. Από την Πουλιάνα πάλι τα παιδιά της γειτονιάς, ξεκινούσαν για τα Μπατάνια με το, με την πατινάδα: «Ένα μικρό καράβι σηκώνει τα πανιά, σηκώνει την παντέρα και πόλεμο ζητά. “Τι έχεις, βρε Ρουσάκι, και ήρθες με θυμό ωσάν αστροπελέκι από τον ουρανό;”. “Ζητώ τα Δαρδανέλια, το όρος του Σινά, ζητώ τον Άγιον Τάφο και την Αγια Σοφιά. Ακόμα δα ζητήσω τον Πατριάρχη μας, που τον εκρεμασέτε για το γινάτι σας. Που τον εκρεμασέτε και πήρετε φλουριά και τώρα τονε σέρνουνε οι Τούρκοι τα σκυλιά στης Πόλης τα σοκάκια και σε όλα τα τζαμιά. Αγγλία και Γαλλία προσέξατε καλά, θα διώξουμε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά”». Αυτό το παίζει μέχρι την γειτονιά σας, που όταν βγει εδώ που είναι η Μητρόπολη αρχίζει, παίζει την πατινάδα του «Ύπατρου»: «Απ’ τη Σιβηρία νέος ήρθεν και στον τόπο μας και κονεύει με τους αρχόντους μας. Ρούχα φράγκικα φοράει κι έχει χρυσό σταυρό, θέλει να μας φέρει χαμπέρι από τον αρχηγό». Ήρθε για να μυήσει τους Ναουσαίους στη Φιλική Εταιρεία ο Δημήτριος Ύπατρος. Με αυτήν την πατινάδα περνάν τη Γέφυρα των Μπατανιών και βγαίνουν μέχρι το Τριόδι του Πλατίτσα. Εκεί τελείωνε η Νάουσα. Ήταν ο Μέγας Μαχαλάς, όπως καλούνταν παλιά. Και είναι μια διαδρομή γυρνούν απ’ το Τριόδι του Πλατίτσα ξανά απ’ τη γέφυρα για να βγουν στα Καμένα. Είναι η μοναδική διαδρομή που γίνεται δύο φορές. Παν’ και γυρίζουν, όπως κι άλλη μια το βράδυ. Μετά τα Καμένα βγαίνουν από τον μόνο δρόμο που υπήρχε, τον μετέπειτα Βασιλέως Κωνσταντίνου, σήμερα Αλεξάνδρου Χωνού, βγαίνουν στο Κιόσκι, στην πλατεία Ηρώων, εκεί που σφαγιάστηκαν οι χίλιοι διακόσιοι σαράντα ένας Ναουσαίοι, Ναουσαίοι το 1822, μέχρι που περπάτησε ο Κοκοβίτης, ακέφαλο πτώμα, θεωρήθηκε θαύμα και σταμάτησε η σφαγή. Εκεί στήνεται ο επίσημος χορός, είναι πλέον μεσημέρι, γύρω η ώρα στις 3:00, και όλη η Νάουσα παρακολουθεί στην πλατεία Ηρώων αυτό το έθιμο με τη διεξαγωγή του. Φεύγουν από κει με άλλη πατινάδα, την «Καμπάνα», βγαίνουν στον Αϊ-Γιώργη. Απ’ τον Αϊ-Γιώργη φεύγουν προς τα πάνω, πάλι με πατινάδα. Αναφέρω μικρά τριόδια που χορεύουν. Τονίζω ότι κάθε μαχαλάς έχει τη δική του πατινάδα. Βγαίνουν Αγια Μηνά κι από εκεί κινούν, περνούν 17ης Οκτωβρίου όπως ονομάζεται η οδός, μέρα που λευτερώθηκε η Νάουσα το ’12 από τους Τούρκους, μέχρι το Τριόδι του Μαγγαβέλα παίζει: «Δεν μας φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες τα κανόνια, μον’ μας φοβίζουν μάνα μου, του Μπιζανιού τα χιόνια». Μετά εκεί, αρχίζει του Μαγγαβέλα το Τριόδι: «Κατέβα, Λέγκω, κι άνοιξε την πόρτα την καρένια». Βγαίνουν στα αλώνια[00:35:00] και παίζει: «Δεν σ’ άρεζαν τ’ Αλώνια Μαρίγια, τ’ Αλώνια μαχαλά, Μον’ σ’ άρεζε η Πουλιάνα κι ο γιος του Κεχαγιά». Διότι τότε, μετά το χτίσιμο της Νάουσας, μετά τον χαλασμό, δεν παντρεύονταν ούτε και μεταξύ τους και του φάνηκε παράξενο που μια Μαρίγια απ’ τα Αλώνια ερωτεύτηκε στην Πουλιάνα και έβγαλαν τραγούδι. Στα Αλώνια γίνεται πάλι χορός. Σήμερα βγαίνουν εκεί οι προσωπάδες, ενώ παλιά έβγαιναν στα Καμένα το βράδυ. Όταν ο Γενίτσαρος βγάλει τον πρόσωπο, τότε μπορούν να χορέψουν και πολίτες, παλιοί Γενίτσαροι. Όση, όλη μέρα που φοράει τον πρόσωπο, δεν χορεύει κανένας πολίτης. Είναι αυστηρά, το τελετουργικό τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια, είναι απαράβατο. Αφού βγουν οι προσωπάδες σήμερα στ’ Αλώνια, παλιά με τους προσωπάδες συνέχιζαν απ’ την Αγίου Θεοφάνους, έβγαιναν στα Γαλάκεια, στον στραβό τον πλάτανο που είναι σημάδι αναφοράς απ’ την κτίση της Νάουσας, στο Τριόδι του Λάτση, γυρίζουν ξανά στο Τριόδι του Λάμνια με πατινάδες, αυτά, κι από κει για δεύτερη φορά γίνεται μια διαδρομή για να βγουν στα Καμένα. Στα Καμένα βγαίνουν οι προσωπάδες το βράδυ, γίνεται ο τελευταίος χορός και γίνεται διαγωνισμός χορού. Οι πλούσιοι δωρίζουν όταν χορεύει ο καλύτερος χορευτής. Αυτό γίνεται μέχρι το βράδυ. Θα φύγουν για τα σπίτια τους, αφού πάρουν χέρι. Θα ξαναβγούν τη Δευτέρα στο σπίτι του αρχηγού. Κοιμούνται ντυμένοι όλη τη νύχτα για τη Δευτέρα. Δεν είναι δυνατόν να ξεντυθούν και να τους ράψουν. Φυσικά βγάζουν πάλα και είναι χωρίς προσωπάδες. Στην καρέκλα κοιμούνται ή σ’ ένα σεντόνι, όπως έλεγαν, τους έστρωναν. Τη Δευτέρα μαζεύονται στο σπίτι του αρχηγού κι από δω κινούν με πάλες, με πατινάδα πλέον, για να παν’ πάλι πρώτα στο Δημαρχείο, όπου κερνιούνται κι από εκεί στα σπίτια όλων των παλικαριών που γίνονται, όπου τους κερνούν το άφθονο ναουσαίικο κρασί, ρακί, μεζέδες στο σπίτι, ό,τι μπορεί ο καθένας και σε άλλα σπίτια που τους καλούν. Γυρίζουν, το βράδυ τελειώνει αφού γυρίσουν όλη τη Νάουσα, στα σπίτια τους. Γι’ αυτό έλεγαν η πρώτη Δευτέρα είναι για τα παιδιά να χαρούν. Μετά από όλα αυτά, παίρνουν χέρι το βράδυ πάλι, πηδώντας στα δυο τους πόδια, οι Μπούλες χαιρετούν και φεύγουν για τα σπίτια τους. Αυτό επαναλαμβάνεται και τη δεύτερη Κυριακή της Αποκριάς, μόνο που την Καθαρά Δευτέρα τηρείται το δρομολόγιο. Όχι όπως σήμερα, που πάνε σε σπίτια. Τηρείται αυστηρά το δρομολόγιο για να επιδειχθούν σε όλους ποιοι ήταν ντυμένοι την Κυριακή, διότι με τον πρόσωπο δεν μπορούσαν να τους γνωρίσουν. Και συνεχίζει την Καθαρά Δευτέρα το βράδυ, όταν βγουν στα Καμένα χτυπούν τις πάλες καταγής στη γη: «Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε, εδώ να μείνει». Είναι ένα συχώριο μεταξύ τους για μικροπαρεξηγήσεις χορών, είπε ο ένας μια κουβέντα, ο άλλος... Κι ως εκεί κλείνουν όλα. Με την πλατιά πλευρά της πάλας χτυπούν τον ζουρνατζή στο κεφάλι: «Πάντα άξιος» και τον σηκώνουν στα χέρια: «Και του χρόνου». Έτσι κλείνει. Θα τους ξαναδούμε, όπως είπαμε, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπου φροντίζουν οι οικογένειες να κάνουν νηστίσιμα γλυκά και τις λεγόμενες ριζόπιτες, σπηλιόπιτες νηστίσιμες για να προσφέρουν και να γλεντήσουν, χωρίς προσωπάδες, εννοείται, οι Γενίτσαροι και όλοι στον Σπήλιο με τα κεράσματα και έτσι κλείνει όλο αυτό το έθιμο. Πρέπει να τονίσω ότι είναι έθιμο, το οποίο βασίζεται στις λαϊκές τάξεις, όπως όλα τα λαϊκά δρώμενα. Φροντίζουν τα παλικάρια μέσω αυτού του εθίμου να καθιερωθούν, να επιδειχθούν στις καλές τους, να πάρουν την έγκριση των πεθερικών ότι «είμαι κι εγώ εδώ, ένα παλικάρι». Και φυσικά, δεν μετέχει η άρχουσα τάξη των πλουσίων, η οποία έχει τα καλύτερα ρούχα που δανείζει, κάνει τα παιδιά του, τα παιδιά της η άρχουσα τάξη όταν είναι μικρά γενιτσαρόπουλα ή βοσκοπούλες τα κορίτσια τους, τα βάζει στο μπουλούκι, μέχρι εκεί όμως. Δεν συνεχίζουν. Φυσικά είναι καθιερωμένοι με το όνομά τους, με το βιος τους, με την περιουσία τους. Γι’ αυτό λέγω είναι λαϊκά έθιμα, λαϊκά δρώμενα, τα οποία βασίζονται, βγαίνουν, πηγάζουν, τηρούνται κι επιστρέφουν στον λαό. Είναι σημεία αναφοράς μέσα σε όλο τον χρόνο. Και η Αποκριά για τη Νάουσα δεν υστερεί από τις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων και της Πασχαλιάς ή της Παναγιάς. Είναι [00:40:00]μια από τις μεγαλύτερες γιορτές. Συγχωριέται ο κόσμος. Όταν πάρει χέρι τις Απόκριες και συγχωρεθούν, οδεύουν για το Πάσχα. Σημαίνει ότι δεν έχουμε κακία μεταξύ μας, και μάλιστα το βράδυ της Κυριακής γίνονταν η χάσκα στο σπίτι. Ντυμένοι οι Γενίτσαροι τα παλιά τα χρόνια –εμείς στα χρόνια μας ξεντυνόμασταν εννοείται– κάναμε τη χάσκα. Μ’ ένα αυγό που έκλεινε το στόμα. Μερικοί και με χαλβά. Που σημαίνει με αυγό κλείνει το στόμα, ποιος θα το πιάσει με τον κλώστρη, δεμένο το αυγό με την κλωστή, όπου όλοι να τανιούνται να το πιάσουν. Με αυγό έκλεινε το στόμα και με αυγό άνοιγε το Πάσχα. Ήταν από τα έθιμα του λαού μας, γιατί άρχισε η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής απ’ την Καθαρά Δευτέρα. Έτσι ακριβώς ήταν κι από κει και πέρα ξεκινούσαν τα νηστίσιμα. Νομίζω...
Μία, έτσι, ερώτηση, αν και βασικά την καλύψατε πιο πολύ με την ιστορική σας αναφορά. Υπήρχε κάποιος λόγος που το έθιμο συνδέθηκε συγκεκριμένα με την Αποκριά, δηλαδή απ’ το παρελθόν, με γιορτές της άνοιξης;
Ήταν, πραγματικά, στις γιορτές της άνοιξης, όπως έχουμε και σε άλλα μέρη κι από την αρχαιότητα ακόμα. Ανθεστήρια, Ανθεσφόρια, αυτά τα Ρουγκάτσια. Ήταν έθιμο το οποίο τελούνταν τις Αποκριές. Όπως και τα νταούλια έρχονταν με το άνοιγμα του Τριωδίου, Τελώνου και Φαρισαίου, και κρατούσαν τρεις βδομάδες στη Νάουσα. Είχαν οι ταβέρνες, είχαν τα καφενεία νταούλια, τα μεγαλύτερα κέντρα είχαν χάλκινα, τα οποία ήρθαν ως μαρς με τους... μετά το 1915 που ήρθαν οι Γάλλοι που τα ’φεραν. Εκεί καθιερώθηκαν κι αυτά ως μουσική, ενώ τα λαϊκά όργανα για τη Νάουσα ήταν το βιολί, ο νταϊρές, το ούτι. Ο ζουρνάς ήταν μόνο για τις Απόκριες. Μετά τις Απόκριες έμπαινε στο ντουλάπι και δεν ακούγονταν ο ζουρνάς. Δεν είναι το λαϊκό όργανο της Νάουσας όπως νομίζουν μερικοί. Δηλαδή γάμοι κι αυτά που γίνονταν, γίνονταν με ορχήστρες, με βιολιά, όπως ανέφερα. Ναι, ο ζουρνάς ήταν καθαρά μόνο για το έθιμό μας.
Και για να κάνει τον, τον κύκλο της αυτή η αφήγηση, μιας και ξεκινήσαμε με την προσωπική σας εμπειρία, είπαμε για το έθιμο λεπτομερώς, θα ξανακλείσω, θα κλείσουμε με μία ερώτηση πάλι επί του προσωπικού και να σας ρωτήσω μέσα από όλα αυτά τα χρόνια, με τη συμβολή σας σε αυτό το έθιμο, υπάρχει κάποια στιγμή που θα μπορούσατε να ξεχωρίσετε, που να τη θυμάστε με την περισσότερη συγκίνηση, χαρά, χαμόγελο;
Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Θυμάμαι την πρώτη φορά που έβαλα πρόσωπο πόσο ζορίστηκα. Αλλά πειθαρχούσαμε και δεν έβγαινε όλη μέρα. Θυμάμαι τους γονείς μου, τη μάνα μου που... να με ράβει, να κάνει, να τυραννιέται, να έρχεται ο μπαρμπα-Στέργιος, να δένει ζουνάρια, στο σπίτι να μαζεύεται η μισή η Νάουσα... Ναι, τα θυμάμαι. Πρόβες χορού να κάνουμε στο ανώγι, στο σπίτι μας, που ήταν και μεγάλο το, το σαλόνι, το ανώγι τότε, όπως λέγαμε. Να μας μαθαίνουν χορό ο μπαρμπα-Αλέξης ο Πιττάκης, γιατί δεν υπήρχε ούτε διδασκαλείο, ούτε Σύλλογος τότε. Έρχονταν οι παλιοί να σε δείξουν χορό. Και μάλιστα, ο μπαμπάς μου είχε ξάδερφο τον Πιττάκη, ο οποίος ήταν δεινός χορευτής. Ο άνθρωπος δεν ήταν μεταδοτικός. Χόρευε και έλεγε: «Κοιτάξτε, να έτσι, έτσι». Όσο μπορούσε. Έπειτα, συγκινητικές ήτανε οι στιγμές του αποχωρισμού, που όταν φεύγειςμ κλαίει όλο το σπίτι, όταν έρχονται να σε πάρουν. Και βέβαια, αυτό που κληρονόμησα εγώ απ’ τις προηγούμενες γενιές το κληροδότησα στα παιδιά μου. Κι ο μεγάλος ο γιος μου σταμάτησε, έχει τώρα λίγα χρόνια. Φυσικά παντρεμένος είναι κι αυτός τώρα, δεν γίνονται οι παντρεμένοι Γενίτσαροι. Σταμάτησε πριν λίγα χρόνια, τι να σας πω. Έτσι ακριβώς είναι. Είναι συγκινητικά όλα αυτά. Και μάλιστα, αυτό που παίρνεις όταν φροντίζεις, γιατί ό,τι καλύτερο έχει ο άνθρωπος φροντίζει να το δώσει στα παιδιά του. Αυτή είναι η αλήθεια. Θεωρώντας ότι είναι ένα, το ύψιστο ίσως έθιμο εδώ για τον τόπο μας, φρόντισα αυτό που κληρονόμησα, να το δώσω στα παιδιά, να το κληροδοτήσω. Και στους δυο μου γιους, ο οποίος, ο ένας σταμάτησε πιο μικρός, ο μεγάλος, όμως, συνέχισε για πολύ περισσότερα χρόνια.
Και όχι μόνο στα παιδιά σας, το κληροδοτήσατε και στην πόλη μ’ αυτά, με τα πονήματα, με τα βιβλία σας και τη συμβολή σας στην παράδοση.
Πιστεύω ότι όλα τα παιδιά που ασχολούνται, είναι παιδιά μας. Στα πρώτα χρόνια που κάναμε τον Σύλλογο ήμουν χοροδιδάσκαλος, ήμουν πρόεδρος, ήμουν καθαρίστρια του Συλλόγου να κάνουμε. Ήταν... Ξεκινήσαμε από το ισόγειο του σπιτιού μου, το μαγαζί, διότι δεν είχε πού αλλού να στεγαστούμε[00:45:00]. Είχαμε κάποιο μαγαζί εκεί. Ιστορίες ολόκληρες είναι αυτές. Να φανταστείτε, για να κάνουμε τον Σύλλογο, το πρώτο τραπέζι το πήραμε από τον Σύλλογο Αναπήρων και Θυμάτων, το πρώτο γραφείο. Τις πρώτες καρέκλες η Ξυλοτεχνική, ένας ξάδερφος ο Χρήστος ο Χατζηϊωάννου, άμα θέλουμε καρέκλες για τον Σύλλογο. «Δεν είχε πού να καθίσουμε, ελάτε πάρτε». Με τα πρώτα ημερολόγια που κάναμε, κάναμε τα πρώτα οκτώ ζευγάρια τσαρούχια το 1971-’72. Ο μακαρίτης ο Χριστόφορος ο Βλάχος, ένας άριστος τεχνίτης, τσαγκάρης, μας έκανε οχτώ ζευγάρια τσαρούχια. Ούτε τσαρούχια δεν υπήρχαν. Παίρναμε δανεικά, ποιος ξέρει από πότε, απ’ το ένα πόδι στο άλλο, να μην ταιριάζουν. Αλλά ήμασταν, όπως είπα, και μια μικρή ομάδα. Μετά αρχίσαμε κάναμε φουστανέλες, κάναμε στολές. Και έτσι αναπτύχθηκε. Γιατί πρέπει να τονίσουμε ότι και η μια στολή Γενίτσαρου είναι πανάκριβη, δεν γίνεται εύκολα. Δεν μιλώ για αυθεντική. Γιατί μια αυθεντική πάλα», φανταστείτε, αγωνιστού, πόσο μπορεί να κάνει ή αυθεντικά πισλιά. Μιλούμε και τα αντίγραφα, τα αξιόπιστα αυτά αντίγραφα που γίνονται από τεχνίτες σήμερα, είναι ακριβά. Είναι προϋπολογισμός και για μια οικογένεια με τη σημερινή κατάσταση που αντιμετωπίζει είναι δύσκολο. Γι’ αυτό νοικιάζουν πολλά παιδιά και από εργαστήρια ολόκληρη φορεσιά. Δεν έχει όπως τότε: «Θειάτσα, θα με δώσεις τη φουστανέλα;». «Έλα ταχιά να τη βγάλω». Τις είχαν στο σεντούκι τους φυλαγμένες και πραγματικά το χαίρουνταν και οι ίδιοι όταν δάνειζαν. Μετείχαν με αυτόν τον τρόπο στο έθιμο. «Μπάρμπα, θέλω τον σταυρό». «Πέρνα αύριο». «Ή το κιουστέκι». «Πέρνα αύριο να τα πάρεις». Αυτή ήταν η αλήθεια κι αυτά είναι μέρη του εθίμου, τα οποία βέβαια τελείωσαν σήμερα, δεν υπάρχει δανεισμός. Ίσως να ήμασταν η τελευταία γενιά που τα πήραμε. Και σήμερα φαίνεται ότι κι από τα λίγα άτομα που κάναμε τον Σύλλογο, μείναμε ελάχιστοι. Οι περισσότεροι αποδήμησαν, δυστυχώς. Τι να πω; Κάθε χρόνο φεύγει από ένας-δυο, ένας-δυο, ένας-δυο. Είναι η φυσιολογική ροή, για να μην πω φθορά του χρόνου.
Εντάξει. Και πάλι σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, κύριε Τάκη.
Καλά να είστε.
Να είστε καλά, πάντα να συμβάλλετε με τον τρόπο σας σ’ αυτό το, την ταυτότητα της πόλης μας.
Κι εσείς μ’ αυτό που φκιάνετε, θαρρώ συμβάλλετε, διότι όταν κάναμε τον Σύλλογο, είπαμε: «Σύλλογος για την προστασία και προβολή του εθίμου Γενίτσαροι και Μπούλες». Διότι έρχουνταν δημοσιογράφοι και αξιόλογοι τότε, αλλά και τυχάρπαστοι, έπαιρναν, έφευγαν, έγραφε ο καθένας ό,τι ήθελε χωρίς να υπάρχει... Βέβαια, πολύ αργότερα, ήρθε η κυρία Νόρα η Σκουτέρη, πανεπιστημιακή, η οποία κατέγραψε το έθιμο επακριβώς. Της είχε ανατεθεί απ’ τον Δήμο και φυσικά βασίστηκε στην εργασία που είχα κάνει εγώ στο βιβλίο «Γενίτσαροι και Μπούλες», το οποίο έτυχε τρεις εκδόσεις και έχει εξαντληθεί. Ίσως κάποια μέρα... Και κάθε έκδοση που φκιάνουμε είναι και βελτιωμένη. Βρίσκουμε και κάποια άλλα στοιχεία, γιατί η αλήθεια είναι ότι όταν δημοσιεύεις κάτι, έρχονται και οι άλλοι: «Έχω κι εγώ εκείνο, αν ήξερα, θα σ’ το ’δινα». Και ξεκινάς να βρεις κάτι άλλο και βρίσκεις άλλα στοιχεία. Έτσι είναι όταν κάνεις έρευνες...
Ακριβώς. Πολύ ωραία, να ’στε καλά και ευχαριστούμε και πάλι.
Κι εσείς. Να ’στε καλά κι εσείς.
Photos

Τάκης Μπάιτσης
Πορτρέτο του αφηγητή.

Τάκης Μπάιτσης
Πορτρέτο του αφηγητή.
Summary
Ο Τάκης Μπάιτσης κατάγεται από τη Νάουσα Ημαθίας και είναι λαογράφος και συγγραφέας, παλιός χορευτής και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Γενίτσαροι και Μπούλες». Περιγράφει με λεπτομέρειες το συγκεκριμένο έθιμο της Αποκριάς, κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο δρώμενο. Επιπλέον, μιλάει για τη φορεσιά του Γενίτσαρου και της Μπούλας, καθώς και για την προετοιμασία και την τέλεση του εθίμου με τραγούδια και χορούς. Τέλος, αναφέρεται στη σημασία της προβολής του εθίμου με στόχο τη διατήρηση αυτού από γενιά σε γενιά.
Narrators
Δημήτριος Μπάϊτσης
Field Reporters
Αντωνία Μαρκοβίτη
Tags
Interview Date
06/09/2020
Duration
48'
Summary
Ο Τάκης Μπάιτσης κατάγεται από τη Νάουσα Ημαθίας και είναι λαογράφος και συγγραφέας, παλιός χορευτής και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Γενίτσαροι και Μπούλες». Περιγράφει με λεπτομέρειες το συγκεκριμένο έθιμο της Αποκριάς, κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο δρώμενο. Επιπλέον, μιλάει για τη φορεσιά του Γενίτσαρου και της Μπούλας, καθώς και για την προετοιμασία και την τέλεση του εθίμου με τραγούδια και χορούς. Τέλος, αναφέρεται στη σημασία της προβολής του εθίμου με στόχο τη διατήρηση αυτού από γενιά σε γενιά.
Narrators
Δημήτριος Μπάϊτσης
Field Reporters
Αντωνία Μαρκοβίτη
Tags
Interview Date
06/09/2020
Duration
48'