© Copyright Istorima
Istorima Archive
Story Title
Ψαράς από παιδί, με αγάπη και σεβασμό για τη θάλασσα και για όσα αυτή προσφέρει
Istorima Code
17008
Story URL
Speaker
Γιώργος Μαριάνος (Γ.Μ.)
Interview Date
24/11/2020
Researcher
Άννα Αμπατζή (Ά.Α.)
[00:00:00]Έχουμε 25 Νοεμβρίου του 2020. Βρισκόμαστε στην Ανάφη και πιο συγκεκριμένα στο λιμάνι αυτής. Εγώ είμαι η Αμπατζή Άννα, ερευνήτρια του Istorima. Και παρέα μου έχω τον κύριο Γιώργο, ο οποίος κάπου εδώ θα μιλήσει λίγο για εκείνον. Γεια σας!
Γεια σας. Είμαι ο Γιώργος Μαριάνος από Αντίπαρο. Βρισκόμαστε στην Ανάφη. Πώς βρισκόμαστε; Είναι ένα ερώτημα, βέβαια, κι αυτό. Ερχόμαστε και για ψάρεμα εδώ. Αλλά είμαι και παντρεμένος στην Ανάφη και είναι το σόι της γυναίκας μου, τα πεθερικά μου. Έρχομαι εδώ πέρα και βλέπω και τα πεθερικά μου. Και συνδυάζω το ψάρεμα μαζί με το κομμάτι αυτό, που πρέπει να το έχουμε, ανθρώπινο που είναι. Και βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή στο λιμάνι, το οποίο θα αρχίσουμε να πούμε μία ιστορία. Δεν ξέρω κατά πόσο, βέβαια, θα είναι ωραία και όμορφη. Αλλά όλες οι ιστορίες, γενικά, όποιος τις ακούει όμορφες είναι. Να ξεκινήσω, η δουλειά μου είναι ψαράς. Αλιέας δηλαδή. Να ξεκινήσουμε από τα παιδικά μου χρόνια. Τα παιδικά μου χρόνια, λοιπόν, όταν ήμουνα μικρός, πώς μπήκα και στη θάλασσα, που μου άρεσε δηλαδή. Από μικρός, επειδής είχαμε το πλεονέκτημα και το σπίτι μας ήτανε δίπλα στην παραλία, πέντε μέτρα από την παραλία. Κάποια στιγμή, έχω βέβαια πέντε αδέρφια, να πω, εκεί, ότι με τα παιδιά που παίζαμε, τα αδέρφια μου που παίζαμε, επειδής ήτανε η θάλασσα κοντά και τα παιχνίδια μας τότες, δεν υπήρχανε τα παιχνίδια που υπάρχουνε σήμερα και παίζαμε με αυτοσχέδια πράγματα, που κάναμε μόνοι μας στην παραλία. Με πέτρες, με βότσαλα, με διάφορα, τέλος πάντων. Εκεί, είχα κατεβεί κρυφά βέβαια από τη μητέρα μου. Με τα τέσσερα, γιατί ήμουνα σε ηλικία που δεν θυμάμαι και ο ίδιος. Τώρα, τριών χρονών ήμουνα, δυόμιση ήμουνα, τριάμισι ήμουνα; Δεν θυμάμαι. Τέλος πάντων, όμως, κατέβηκα με τα τέσσερα. Και κάποια στιγμή, βγαίνοντας η μάνα μου από το σπίτι με βλέπει όρθιο. Ο μισός μες στη θάλασσα και ήμουνα όρθιος. Και γέλαγα. Και βάζει τις φωνές η μητέρα μου και τρέχει να με πιάσει. Ε, από τότε σηκώθηκα όρθιος. Δηλαδή μες στη θάλασσα. Ε, και αυτό ήτανε ένα κομμάτι που ίσως και μέχρι σήμερα, που βιώνω. Δηλαδή μ’ έχει βάλει μες στην αγκαλιά της η θάλασσα και τώρα δεν μπορώ να φύγω, πλέον, και στην ηλικία που ’μαι, 64 χρονών αυτήν τη στιγμή. Γιατί μου αρέσει πάρα πολύ και από μικρός είχα τη μανία της θάλασσας. Μου άρεσε. Και έτσι έγινα ψαράς. Όταν ξεκινήσαμε, βέβαια, ήτανε πολύ τα πράματα, δεν υπήρχανε μηχανήματα, δεν υπήρχανε εργαλεία που μπορούσαν να σε βοηθήσουνε στη δουλειά. Ήταν όλο με το χέρι. Ήτανε πάρα πολύ δύσκολα. Μπορεί να ήτανε και πιο ωραία, βέβαια, τότες. Γιατί υπήρχανε και ψάρια άφθονα. Υπήρχανε πολλά πράγματα. Τώρα, όμως, και εγώ βλέπω στην ηλικία που είμαι αυτήν τη στιγμή, βλέπω ότι και εμείς οι ίδιοι, οι ψαράδες δηλαδή γενικά, έχουμε... Και όχι μόνο, όχι να, γιατί… Έχει περάσει, βέβαια, και το μήνυμα ότι οι ψαράδες καταστρέφουνε τη θάλασσα. Αλλά αυτό είναι ένα σοβαρό κομμάτι, που δεν, Να το βγάλουμε έξω, είναι πάρα πολύ. Υπάρχει η μόλυνση, τα οποία από πλοία-βαπόρια πλύνουνε μέσα τα τάνκερ και τα πετάνε στη θάλασσα. Τα οποία δεν τα βλέπει κανένας. Είναι όλο φάρμακα, όλο δηλητήρια. Αυτή είναι η καταστροφή εγώ νομίζω. Η περισσότερη, παρά που να κάνει το, ο ψαράς δηλαδή τη ζημιά που μπορεί να κάνει. Σίγουρα κάνει, δεν λέω ότι δεν κάνει. Όλοι που είμαστε στη θάλασσα, όλοι προσφέρουμε τη ζημιά. Ο καθένας, όμως, με τον τρόπο τον δικό του και στον βαθμό που του αναλογεί. Υπάρχουνε, που είναι βαθμοί, δεν μπορείς να τους βγάλεις, είναι πάρα πολλή δηλαδή η ζημιά που γίνεται. Όπως αναφέρθηκα προηγουμένως για τα χημικά. Αλλά είναι και στα εργαλεία, που δουλεύουνε κάποια εργαλεία. Κάποια, πώς τα λέμε, γρι-γρια, ανεμότρατες, γενικά δηλαδή που κάνουν τη ζημιά, που είναι, δεν είναι λογικό να γίνεται. Δεν πρέπει να γίνεται. Αλλά γίνεται, δυστυχώς. Ε, μεγαλώνοντας λίγο-λίγο τα πράγματα, η τεχνολογία εξελίγεται. Μεγάλωσα μετά από, που έφτασα στην ηλικία 14-15 χρονών περίπου. Αγοράσαμε ένα σκάφος 14 μέτρα. Ο πατέρας μου, βέβαια, το αγόρασε. Προοριζότανε για μένα, γιατί μου άρεσε. Αλλά ήμουνα μικρός εγώ και δεν, δεν ήθελε να με αφήσει μόνο μου. Κάποια στιγμή, με τη συναίνεσή του, με άφησε για ψάρεμα να έρθω. Γιατί με έβλεπε ότι μου άρεσε και... Δηλαδή ό,τι έκανα, ό,τι έκανα εγώ, εκείνος ήτανε στην άκρια. Δεν μίλαγε. Εκείνος ήτανε παλιά ναυτικός, ναυτικός όμως, ναυτικός με όλη τη σημασία της λέξεως. Πολύ καλός ναυτικός. Αλλά εγώ ήμουνα πάλι στο ψάρεμα. Δηλαδή μου άρεσε το ψάρεμα και έβλεπε την τεχνική τη δικιά μου και έκανε πίσω. Σαν πατέρας δεν μίλαγε. Κι έτσι ασχολιόμαστε, ασχολήθηκα δηλαδή με το ψάρεμα. Και θυμάμαι χαρακτηριστικά, δηλαδή 15 χρονών με παράτησε μόνο μου μ’ έναν αδερφό που είχα οχτώ χρονών από την Αντίπαρο να έρθουμε 50-55 μίλια μακριά από το νησί το δικό μας και να έρθουμε για ψάρεμα στην Ανάφη. Που τώρα, βέβαια, το σκέφτομαι και λέω, λέω ο άλλος είναι 25 χρονών παιδί του, 30 χρονών, και όταν είναι για να φύγει από το σπίτι τον παίρνει τηλέφωνο, «έφυγες;», «ναι, είμαι στο λιμάνι στην Αντίπαρο, έφυγα», παράδειγμα. «Έφτασες;», «όχι είμαι στην Νιο», «τι κάνεις, πώς πας;». Μετά από ώρες που θα φθάσει στην Ανάφη, π.χ., τον παίρνει τηλέφωνο τώρα και του λέει «έφτασες; Πώς έφτασες; Πώς ήταν το ταξίδι;». Εγώ τότες, όταν ξεκίνησα, αυτά δεν υπήρχανε. Για μας αυτά ήτανε πολυτέλειες. Δηλαδή φεύγαμε κι άμα γυρίζαμε. Δηλαδή έπρεπε να, το μυαλό να δουλεύει και οι τεχνικές να είναι εν πλω όλες. Για να μπορείς να ανταπεξέλθεις γενικά στη θάλασσα. Αλλά, βέβαια, να πούμε και μια παρένθεση εδώ, ότι στην ηλικία που ήμουνα εγώ τη θάλασσα, που τώρα που έχω καταλάβει και πρέπει ο καθένας μας να την σέβεται, πρώτο και κύριο. Το βασικό. Εγώ τότες αυτό δεν το ήξερα. Μόνο το άκουγα. Αλλά, βέβαια, το είχα κρεμασμένο στο αυτί και έλεγα: «Για να το λέει κάποιος, που έχει μια ηλικία 50 και 60 και 70 χρονών», που άκουγα ιστορίες, λέω «λογικό είναι, δεν είναι παράλογο». Αλλά η ηλικία η δικιά μου, που ήτανε μικρή, ήτανε διαφορετικά. Δηλαδή ναι μεν το κράταγα, αλλά πολλές φορές δεν το τηρούσα. Και το ’βλεπα μπροστά μου, βέβαια, αυτό. Και μιλάμε για φουρτούνες, μιλάμε για μπουρίνια, μιλάμε σε μέρη που να μην υπάρχει λιμάνι. Και όλα αυτά τα διάφορα, δηλαδή. Τώρα, βέβαια, στην ηλικία που έχω φτάσει έχω καταλάβει ότι το πρώτο και κύριο, βασικά κάποιος που μπαίνει στη θάλασσα, πρέπει να έχει κάνει μαθήματα και να ξέρει τον σεβασμό που πρέπει να έχει στη θάλασσα. Το βασικό είναι αυτό. Και μετά προχωρώντας τα βλέπεις όλα. Ανάλογα τι ψάρεμα κάνεις ή τι δουλειά είναι. Και δεν έχει σημασία αν είσαι ψαράς. Μπορεί να είναι και τουριστικό. Έχει κι αυτό τα δικά του προβλήματα, γιατί είσαι μες στη θάλασσα και εκεί νομίζω ότι είναι και χειρότερα. Γιατί έχεις να κάνεις με κόσμο. Δηλαδή κουβαλάς κόσμο. Εκεί είναι πιο σοβαρό. Γιατί κουβαλάς ψυχές μαζί σου. Αλλά, εντάξει, τώρα μιλάμε για το κομμάτι το δικό μου. Μετά, όταν κάποια στιγμή άρχισα και έκανα το πρώτο ταξίδι αυτό, ξεκίνησα. Σίγουρα, μετά ήρθε και το δεύτερο. Ήρθε και το τρίτο. Τα ταξίδια, βέβαια, που ερχόμαστε ήτανε 10 μέρες, 15 μέρες. Ψαρεύαμε συνέχεια. Ό,τι ψάρια μαζεύαμε, περνάγανε καράβια από την Ανάφη, τα στέλναμε στην Ιχθυόσκαλα στον Πειραιά. Είχαμε ψαρομανάβη, δηλαδή έμπορα εκεί. Και συνεχίσαμε έτσι. Σε κάποια ηλικία, βέβαια, μετά μεγαλώνοντας αλλάζανε τα πράγματα, άλλαζε η τεχνολογία. Αλλάζανε όλα. Μετά, βέβαια, όταν ήμουνα εδώ, όταν είχα ξεκινήσει και ερχόμουνα στην Ανάφη, μετά από κάποια χρόνια, ηλικία περίπου 19 χρονών βρήκα μια κοπέλα εδώ πέρα και παντρευτήκαμε. Μετά που απολύθηκα από στρατιώτης. Έφτιαξα την οικογένειά μου. Έμεινα στην Αντίπαρο. Και τώρα μένουμε ακόμα στην Αντίπαρο, βέβαια, εκεί. Αλλά, γενικά, η θάλασσα έχει, έχει δηλαδή πολλά προβλήματα. Και ειδικά τον χειμώνα. Ειδικά τον χειμώνα. Τώρα, ιστορίες έχουμε πολλές να πούμε. Αλλά να πούμε μια που ’ναι, νομίζω είναι σοβαρή και την έχω βιώσει και αυτό μου έχει μείνει. Γιατί κάθε φορά που βίωνα και μια ιστορία δύσκολη, την έριχνα στο καλάθι στων αχρήστων, που λέμε. Βέβαια, στη μνήμη, όχι από τη μνήμη να φύγει. Αλλά λέω: «Εντάξει, πέρασε αυτό. Τελείωσε». Αλλά αυτό που δεν έχει τελειώσει ακόμη μέχρι σήμερα είναι το 2000 περίπου, αν θυμάμαι καλά. Με το ναυάγιο που έχει γίνει στην Πάρο. Που όλος ο κόσμος, βέβαια, το θυμάται αυτό. Με το «Σαμίνα». Χειμώνας ήτανε, δεν θυμάμαι και συγκεκριμένα ποιος μήνας ήτανε. Αλλά το μόνο που θυμάμαι ότι ήτανε 8-9 μποφόρ βοριάς. Πολύ δύσκολος καιρός, φουρτούνα. Και μας ζητήσανε, μας ζήτησε το Λιμεναρχείο να πάμε για βοήθεια. Γιατί το καράβι είχε τρακάρει εκεί απέξω από την Πάρο, σε ένα σημείο που ονομάζεται Πόρτες. Και πήγαμε, βέβαια, και όταν χτύπησε το τηλέφωνο και πήγαμε για να κάνουμε τη διάσωση, επειδής ήτανε νύχτα, ο κόσμος, χειμώνας ήτανε, ο κόσμος απροετοίμαστος. Εγώ, με το που με πήρε ο Πρόεδρος τότες του χωριού, δεν υπήρχε, βέβαια, τότες Δήμος. Πριν είκοσι χρόνια. Είχαμε κάποιον Πρόεδρο, εκεί Φιλολίας Γιώργος λεγότανε. Με παίρνει τηλέφωνο, έτυχε να ’μαι Πρόεδρος των Αλιέων εγώ και κράταγα κάποια χαρτιά από σκάφη και απ’ αυτά. Και με παίρνει τηλέφωνο, μου λέει: «Γιώργο, πάρε τηλέφωνα. Μάζεψε κόσμο, έχει τρακάρει το ‘‘Σάμινα’’, πνίγεται κόσμος. Πρέπει να πάμε για διάσωση». Του λέω: «Εγώ φεύγω τώρα, να γλιτώσουμε ένα λεπτό, δύο λεπτά. Να κερδίσουμε χρόνο. Αυτό κάν’ το» λέω «εσύ, με όποιον τρόπο μπορείς». Και έτσι έγινε. Φύγαμε, πήγαμε στο λιμάνι. Βέβαια, τα σκάφη μας δεν ήταν αυτήν τη στιγμή έτοιμα για να ανταπεξέλθουνε ακριβώς όπως έπρεπε να πάνε. Γιατί είχαμε πράγματα που δεν χρειαζότανε μέσα, ήτανε σε, υπό επισκευή το σκάφος. Και παρ’ όλα αυτά, βρέθηκε και κόσμος. Ήρθε και με το σκάφος για να βοηθήσει. Και το σκάφος ήτανε ένα σκάφος από το πρώτο που πήγε στη διάσωση. Βέβαια, χαρακτηριστικό ήταν να σας πω, όταν [00:10:00]βέβαια πήγα εγώ το καράβι είχε βουλιάξει. Και το μόνο που μπορώ να, που θυμάμαι και μου έχει μείνει δηλαδή είναι ότι όταν, γιατί τα μέρη τα γνωρίζουμε και τη νύκτα, επειδής ταξιδεύουμε και τη νύκτα. Και φυσικά τις περισσότερες φορές, τώρα βέβαια έχουμε μάθει με μηχανήματα, με GPS και με διάφορα και διάφορα. Τότες ήτανε δύσκολα τα πράγματα. Δεν υπήρχανε ακριβώς στα ψαράδικα. Δεν υπήρχανε GPS. Ναι μεν κυκλοφοράγανε, αλλά, λόγω το οικονομικό, δεν μπορούσαμε να πάρομε μηχανήματα τέτοια. Και περισσότεροι πηγαίναμε τη νύχτα με σημάδια, με, ξέραμε δηλαδή τον τρόπο και ταξιδεύαμε δίχως μηχανήματα. Και βγαίνοντας έξω από το λιμάνι, από την Αντίπαρο, θυμάμαι δηλαδή συγκεκριμένο, αυτό που μου έχει μείνει. Ήξερα τη θάλασσα τη νύχτα πώς είναι. Και βλέπω ένα πράγμα, αν μπορείτε να το καταλάβετε ότι, όπως βλέπεις τα λαμπιόνια τα Χριστούγεννα σε ένα δωμάτιο, μέσα σε ένα σπίτι ή σε ένα δέντρο απάνω και αναβοσβήνουνε, έτσι ακριβώς είδα μες στο πέλαγος, στη θάλασσα να αναβοσβήνουνε οι λάμπες. Και λέω εγώ τώρα: «Όλες αυτές οι λάμπες είναι κόσμος». Είναι άνθρωποι που θένε βοήθεια. Ποιον να πας να πρωτοβοηθήσεις αυτήν τη στιγμή; Ποιον απ’ όλους; Όλοι βοήθεια θένε. Οπότε, λοιπόν, πρέπει εκεί να δουλέψει το μυαλό. Να κάνεις μια σωστή επιλογή, να κερδίσεις χρόνο. Και να γλιτώσεις κόσμο, όσο, όσο μπορείς περισσότερες ψυχές. Και αυτήν τη στιγμή, αυτήν τη στιγμή αρχίζω και καταλαβαίνω ότι πρέπει να κάνω, δηλαδή να, τα χρόνια που είχα στη θάλασσα, την πείρα που είχα, εκείνη την ώρα έπρεπε να καταλάβω ότι πρέπει να εκμεταλλευτώ αυτά που είχα μάθει. Και αυτό έκανα. Και έπιασα, ας πούμε, τον πρώτο με τη σειρά. Με τα σωσίβια που πετάγαμε, τα κυκλικά που είχαμε. Με λάμπες απάνω και μαζεύαμε τον κόσμο και τα φέρναμε. Βγάλαμε πάρα πολύ κόσμο. Βγάλαμε εβδομήντα άτομα. Περιττό, βέβαια, να σας πω μες στον κόσμο αυτόν ότι ήτανε, σίγουρα ήτανε βρεγμένοι. Στην αρχή, εγώ το σκάφος που είχα ήτανε για τρία άτομα, που μέναμε, όταν πηγαίναμε δηλαδή στη δουλεία είχαμε κουβέρτες μέσα. Είχαμε δέκα κουβέρτες μέσα. Είχαμε ρούχα δικά μας, προσωπικά, τα οποία στους πρώτους τα δίναμε, επειδής ήτανε βρεγμένοι και έκανε κρύο, για να ζεσταθούνε. Να τυλιχθούνε με τις κουβέρτες, τέλος πάντω. Ε, μετά οι υπόλοιποι που βγαίνανε δεν υπήρχανε ούτε κουβέρτες ούτε ρούχα στεγνά. Ήτανε ο ένας απάνω στον άλλονε. Με κάτι μουσαμάδες που είχαμε, να τους βάλουμε πάνω να μην τους χτυπάει ο αέρας, να παγώσουνε. Τέλος πάντων, φορτώσαμε. Βγάλαμε τον κόσμο αυτόν, τον πήγαμε στην Πάρο. Εκεί απέναντι, στην Πούντα. Να ξαναπάμε δεύτερο δρομολόγιο. Είχανε βγει, βέβαια, και σκάφη μετά πολλά από την Πάρο. Από την Αντίπαρο. Βγήκανε σκάφη. Αλλά ήτανε το θέμα ότι πήγαμε σύντομα, ας πούμε. Και γλίτωσε κόσμος. Γλίτωσε κόσμος. Δηλαδή αν καθυστεράγαμε δέκα λεπτά, τον μισό κόσμο θα γλιτώναμε. Και ο χρόνος μέτραγε, λόγω της πείρας. Δηλαδή αν το καθυστεράγαμε, που εγώ, όταν με πήρανε τηλέφωνο, εκείνη τη στιγμή που ήμουνα στο κρεβάτι έβλεπα τηλεόραση. Γιατί ήτανε χειμώνας, δεν είχα κάτι να κάνω. Βγήκα από το σπίτι με το παντελόνι στο πόδι, το ένα το μπατζάκι. Και το άλλο το κράταγα για μανίκι. Και νόμιζα ότι ήτανε το πουκάμισό μου. Και όταν βγήκα στον δρόμο, κατάλαβα ότι είχα περάσει το ένα μπατζάκι του παντελονιού και το άλλο μπατζάκι το κράταγα στο χέρι. Δηλαδή βγήκα από τον πανικό μου. Γιατί κατάλαβα ότι δεν είναι ούτε αστείο αυτό το πράγμα ούτε σοβαρός, ο πανικός μου, λοιπόν, ήτανε δικαιολογημένος γιατί ήθελα να κερδίσω χρόνο. Και ντυνόμουνα, βέβαια, φυσικά στον δρόμο. Τα ρούχα μου, έτσι, τα κράταγα στο χέρι. Και έτρεχα και ντυνόμουνα. Ό,τι προλάβαινα, σταμάταγα και πέρναγα, να βάλω το παντελόνι μου σωστά. Να βάλω την μπλούζα μου, να βάλω το μπουφάν μου. Βέβαια, ήτανε ένα τραγικό πράγμα. Μετά, εγώ έπαθα, πήγαμε στο δεύτερο δρομολόγιο. Άρπαξα ένα ξύλο, επειδής το σκάφος μου έχει δύο, δύο προπέλες και πολεμάγαμε να πιάσουμε κάποια κυρία. Είχε ένα ξύλο από τη βάρκα, που ήτανε κάτω. Που στρώνει κάτω και έπλεγε αυτό, ήτανε κοντά μας. Και κάναμε ανάποδα και το βουτάει η μία προπέλα. Κάναμε ζημιά. Έπρεπε να φύγομε, γιατί το σκάφος μετά δεν μπορούσαμε να το κυβερνήσουμε εύκολα. Λόγω τα μποφόρια. Πήγαμε, αράξαμε το σκάφος το δικό μου. Πάω με ένα άλλο σκάφος, με μία βάρκα μετά να βγούμε σε ένα νησί. Να κάνουμε πεζοπορία, να ψάξουμε το νησί. Μήπως έχει βγει κόσμος έξω. Να δούμε μήπως να βρούμε κάτι. Μας βούλιαξε η βάρκα, μας έβαλε από κάτω. Τέσσερα άτομα μέσα στη βάρκα, μπήκαμε από κάτω. Μετά μπατάραμε τη βάρκα, βγήκαμε έξω βρεγμένοι. Και παρ’ όλο που ήμαστε βρεγμένοι, πήγαμε. Κάναμε πεζοπορία, βρήκαμε, να βρούμε το μέρος που έπρεπε να πάμε. Ψάξαμε, δεν βρήκαμε κάτι. Δεν είχε βγει εκεί κάτι, σε αυτό το σημείο. Έπρεπε, όμως, να ψάξουμε. Και επιστρέφοντας μετά στην Αντίπαρο, που ετελείωσε δηλαδή όλο αυτό το νυχτερινό, βέβαια, είχε ελικόπτερα. Είχε πολλά πράγματα που ψάχνανε. Ε, και το πρωί τα είδαμε, είδαμε ότι ακόμα, όντως, έβγαινε ο κόσμος και βρίσκανε, που ήτανε σε βάρκες μέσα και σε αυτά. Βέβαια, εγώ έπαθα σοκ, βέβαια, μετά με όλα αυτά που είδα. Γιατί ήτανε πολύ τραγικό το πράγμα αυτό. Εγώ έκανα τέσσερις μήνες, κοιμόμουνα στο κρεβάτι και είχα πει στη σύζυγο, λέω: «Όταν δεις κάτι παράξενο, φύγε από το δωμάτιο». Γιατί καταλάβαινα ότι δεν μπορούσα, δηλαδή κάποια στιγμή ένιωθα ότι δεν λειτουργούσα σωστά. Δηλαδή μ’ έπιανε όχι φοβία ακριβώς. Νόμιζα ότι ήμουνα μες στη θάλασσα μαζί με τους ναυαγούς. Έβανα τα χέρια μου κάτω απ’ το κρεβάτι, έψαχνα στο κρεβάτι να βρω τα πλακάκια. Το πάτωμα δηλαδή του σπιτιού. Να αισθανθώ, να καταλάβω ότι όντως είμαι στο σπίτι; Είμαι στη θάλασσα; Πού βρίσκομαι; Έκανα τέσσερις μήνες να το ξεπεράσω αυτό. Και, βέβαια, μετά τη ζημιά αυτήν που έπαθα, είχα μείνει τέσσερις μήνες άνεργος. Είχα δύο παιδιά φαντάροι. Ήτανε δύσκολα τα πράγματα, αλλά όλα αυτά, εντάξει, τα ξεπεράσαμε. Πέρασε το κομμάτι αυτό, ήτανε το πιο δύσκολο που το ’χω βιώσει δηλαδή. Έχω δει κι άλλα περιστατικά, βέβαια. Αρκετά. Αλλά αυτό ήτανε που μου έχει μείνει. Ε, και τώρα από τότες, συνεχίζουμε το ψάρεμα, δηλαδή ακόμα. Βέβαια, προσπαθούμε τώρα όσο μεγαλώνουμε όλο λίγο και, όχι λίγο, πολύ πιο πολύ προσέχομε. Γιατί, όπως είπαμε, ότι η θάλασσα θέλει σεβασμό. Τώρα αρχίζουμε, βέβαια, επειδής έχουμε μεγαλώσει λίγο και είμαστε χορτασμένοι πλέον από τη δουλειά, προσπαθούμε να κάνουμε και κάτι για μας. Δηλαδή να κάνουμε ένα ελαφρύ ψάρεμα, που να κάνουμε το κέφι μας, το γούστο μας, ξέρω γω. Που να μη ζοριζόμαστε να δουλεύουμε είκοσι ώρες, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Θέμε κι εμείς λίγο, μια ώρα, παράδειγμα, να πιούμε έναν καφέ μ’ έναν φίλο. Να κουβεντιάσουμε, κάτι να πούμε. Και προσπαθούμε τώρα να αλαφρώνουμε λίγο τη δουλειά. Και νομίζω ότι πρέπει να το δικαιούμαστε, βέβαια, αυτό μετά από τόσα χρόνια. Να κρατήσουμε, τέλος πάντων, και ό,τι μπορούμε και για μας. Για την πάρτη μας. Γιατί στο τέλος αυτό θα μείνει. Η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ. Και ούτε θα τελειώσει. Αλλά, γενικά, η θάλασσα είναι ένα κομμάτι πάρα πολύ δύσκολο.
Ωραία. Κύριε Γιώργο–
Ορίστε.
Είστε απ’ τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα στην Ανάφη.
Ναι.
Σας έχω συνδέσει με το καΐκι σας. Με τις δραστηριότητές σας μέσα στο νερό. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να επανέλθουμε στην ιστορία του ναυαγίου. Κατανοώ ότι σας φορτίζει ιδιαίτερα και, πώς να το πω, συναισθηματικά.
Αυτό ακριβώς.
Πραγματικά, όμως, δεν ξέρω αν μετά από αυτό το συμβάν σκεφτήκατε να τα παρατήσετε–
Όχι, ποτέ–
Αν ποτέ φοβηθήκατε τη θάλασσα.
Ποτέ, ποτέ. Ποτέ. Μία–
Συνεχίσατε–
Μία φορά έχω φοβηθεί που ήμουνα μόνος μου. Μία φορά φοβήθηκα. Αλλά, κι όμως, εκεί είπα, το ’πα, δηλαδή παρ’ όλο που ήμουνα... Μάλλον, δύο φορές έχω, μία φορά έκανα εγκατάλειψη σκάφους. Εδώ στην, στο λιμάνι της Ανάφης. Λόγω στον καιρό, κοιμόμουνα και για είκοσι λεπτά, εκεί τα είδα όλα. Όταν μπορείς να δεις ένα ντοκιμαντέρ, που βλέπεις στην Χαβάη με κύματα τεράστια. Που κάνεις surf και κάνει αυτά τα καπάκια τα μεγάλα. Ξυπνάω από τον ύπνο και βλέπω ξαφνικά το λιμάνι όλο να σκεπάζεται απ’ αυτά τα κύματα, τα τεράστια. Και λέω: «Εγώ τώρα πού να πάω;». Εκείνη τη μέρα, βέβαια, έπαθα σοκ. Δύο μέρες δεν μπορούσα να μιλήσω στο τηλέφωνο. Είχα τρομάξει πάρα πολύ. Αλλά, όμως, λόγω της εμπειρίας που είχα και λόγω το αυτό, νομίζω ότι δεν, τα πήγα καλά. Δηλαδή την γλίτωσα. Να το πούμε. Γιατί ήδη είχα ετοιμάσει τα πράγματά μου σε ένα σακίδιο. Κινητά, χαρτιά του σκάφους. Όλα, μία ρούχα, μία αλλαξιά ρούχα στεγνά. Τα ’χα βάλει σε σακούλες διπλές. Λέω: «Να πέσω στη θάλασσα και βγω έξω», επειδής ήτανε χειμώνας. Αν έβγαινα έξω, εάν, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση και να βγω σίγουρα. Γιατί σίγουρα θα σκοτωνόμουνα πάνω στα βράχια. Αλλά λέω «αν τη γλιτώσω, τουλάχιστον να έχω τα ρούχα να αλλάξω. Να μην ξεπαγιάσω». Αλλά δεν χρειάστηκε, βέβαια, να το κάνω αυτό. Αλλά, ήμουνα προετοιμασμένος. Γιατί το περίμενα. Δεν υπήρχε δηλαδή λύση άλλη. Γιατί αν έκοβε τα σχοινιά το σκάφος, δεν μπορούσα να φύγω. Και έπρεπε αναγκαστικά να πέσω στη θάλασσα. Και το σκάφος, βέβαια, θα πήγαινε στο έλεος του Θεού. Αυτό.
Θέλω λίγο να επανέλθω στα αρχικά σας βήματα στο επάγγελμά σας αυτό. Σαν ψαράς. Αν θυμάστε κάποια φιγούρα, η οποία με κάποιον τρόπο, όχι μόνο σας έμαθε, σας έδωσε την απαραίτητη τεχνογνωσία. Δηλαδή πέρα από τον πατέρα σας–
Ναι, ναι.
Αλλά, ταυτόχρονα, σέβεστε και εσείς ο ίδιος απεριόριστα. Έχετε κρατήσει πολλές γνώσεις από εκείνον. Ίσως να συνεργαστήκατε, να εργαστήκατε για εκείνον. Κάποιον που να σας σημάδευσε στα πρώτα σας βήματα ως ψαράς.
Ναι, επειδής, επειδής το λάτρευα το επάγγελμα αυτό. Το λάτρευα, δηλαδή το αγάπησα. Βέβαια, κάποιος όταν αρχίσεις και αγαπάς δεν ξέρεις πώς, πόσο θα αγαπήσεις. Σε τι βαθμό θα αγαπήσεις. Αυτό που θα αγαπήσεις, έτσι; Και σήμερα μία δουλειά που κάνεις όταν δεν την αγαπάς είναι καλό να μην την κάνεις. Δηλαδή αναγκαστικά... Εντάξει, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις που κάνεις κάποια δουλειά γιατί πρέπει να την κάνεις, να επιβιώσεις. Αλλά αν κάνεις μια δουλειά μελλοντικιά και βέβαια αυτό μιλάω προσωπικά, από μένανε. Ότι αν κάνεις μια δουλειά που δεν την αγαπάς, καλό είναι να την σταματάς νωρίς και να αποφύγεις από εκεί και να πας κάπου [00:20:00]που νομίζεις ότι το κομμάτι αυτό σού ταιριάζει. Εάν, λοιπόν, νομίζεις ότι το βρήκες το κομμάτι και σου ταιριάζει, μ’ αυτό το κομμάτι θα προχωρέσεις. Δεν θα σε κουράζει. Θα δουλεύεις όμορφα, θα αισθάνεσαι όμορφα. Γιατί δεν σε, δεν σε πιέζει κάποιος. Δεν σε πιέζει η δουλειά που δεν σ’ αρέσει. Δεν σε πιέζει ούτε ο εργοδότης που θα είσαι, παράδειγμα. Αλλά το κομμάτι που αγαπάς σε ξεκουράζει. Όσο και κουραστικό να ’ναι. Όσο και κοπιαστικό να ’ναι. Αυτό δεν σε πτοεί. Οπότε, λοιπόν, πρέπει να επιλέξεις κάποια δουλειά, όπως έχω επιλέξει εγώ αυτήν τη δουλειά που μ’ αρέσει, που ξέρω, βέβαια, που σχεδόν, όχι καθημερινά, αλλά τον χειμώνα πολύ τακτικά βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση. Εδώ όπως βρίσκομαι εγώ είναι και σίγουρα και άλλοι συνάδερφοί μου. Αλλά αφού τη στιγμή μιλάμε τώρα για μένα, εγώ πολλές φορές τον χειμώνα, επειδής και ψαρεύω μόνος μου, όντως είναι, είναι δύσκολα. Δηλαδή είναι η θάλασσα τον χειμώνα, γενικά, είναι δύσκολα. Πάρα πολύ δύσκολα. Και γι’ αυτό λέμε ότι θέλει προσοχή και θέλει να είσαι πολύ προσεχτικός σε αυτό το κομμάτι. Έμαθα μόνος μου, δηλαδή να ψαρεύω. Μου άρεσε και τα... Βέβαια, έχουνε περάσει χρόνια τώρα πολλά, σίγουρα ό,τι έκανα δεν ήταν όλα σωστά. Γιατί πέφταμε, βάζαμε ας πούμε δίχτυα ή παραγάδια, σίγουρα δεν πιάναμε ψάρια. Βάνοντας, μαθαίνοντας. Δεν υπήρχανε τα μηχανήματα που μπορούσαμε να πούμε ότι «εδώ πιάσαμε ψάρια, το σημαδέψαμε το μέρος, θα ξαναπάμε αύριο». Τώρα είναι πολύ πιο εύκολα. Και οι περισσότεροι, τώρα, σήμερα τα βρίσκουνε έτοιμα. Τους τα δίνουνε έτοιμα και πάνε, και πάνε και κάνουνε τον ψαρά. Αυτό… Εντάξει, εγώ δεν παραπονιέμαι για τη δική μου ζωή, ευχαριστημένος είμαι και λέω δόξα τω Θεώ που είμαι καλά μέχρι σήμερα. Και μου αρέσει αυτό που κάνω. Δηλαδή το λέω και το ευχαριστιέμαι. Δηλαδή το λέω, γιατί είναι η ζωή μου αυτό. Είναι η ζωή μου, μου αρέσει. Όσο και δύσκολο να ’ναι. Σίγουρα, βέβαια, κάποια στιγμή για να πω για να τα παρατήσω, σίγουρα δεν τα παρατάω. Αλλά θα με παρατήσουν αυτά. Λόγω της ηλικίας και λόγω, πλέον, που δεν θα μπορώ, σίγουρα θα τα παρατήσω. Αλλά να τα παρατήσω από μόνος μου, δηλαδή να πω σήμερα αυτήν τη στιγμή ότι τα παρατάω και βγαίνω από τη θάλασσα, δεν το κάνω. Με τίποτα. Δεν το κάνω. Γιατί δεν μπορώ δίχως τη θάλασσα. Μου αρέσει. Είναι η ζωή μου.
Είστε απ’ την Αντίπαρο και, παρ’ όλα αυτά, επισκέπτεστε την Ανάφη πολύ έντονα. Τι έχετε να πείτε για την Ανάφη; Τι θέση έχει στη δική σας–
Ναι, έχει στην καρδιά μου, έχει, λοιπόν, στην καρδιά η Ανάφη έχει, έχω το, την αίσθηση, μου ’χει μείνει, γιατί όταν ερχόμαστε, πρωτοήρθα το ’74 εδώ πέρα. Την άλλη μέρα που έγινε το πραξικόπημα, το Κυπριακό, τι είχε γίνει, το Κυπριακό. Την άλλη μέρα απ’ το Κυπριακό. Λοιπόν, από τότες που έχω έρθει ήτανε ένα νησί που είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δηλαδή δύσκολο σε τι; Δεν υπάρχει λιμάνι. Τώρα, σήμερα, αυτήν τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει ένα λιμάνι. Που τώρα και εγώ βγάζω το άχτι μου. Δηλαδή έρχομαι και δένω το σκάφος μου, που λέμε, με το λουρί μου. Τότες δεν υπήρχε αυτή η ευκολία. Δηλαδή να φανταστείτε το ότι τον χειμώνα που ερχόμαστε τότε και ψαρεύαμε, έτυχε τον χειμώνα να πάρουμε όλο το νησί βόλτα, λόγω καιρού. Να αλλάξει ο καιρός πέντε φορές, δέκα φορές; Να τον φέρει νοτιά, να τον φέρει βοριά. Να τον φέρει γαρμπή, να τον φέρει σορόκο. Και να γυρίζουμε όλη νύχτα, σκοτάδι με μπουρίνια και βροχές γύρω-γύρω το νησί όλο και να μη βρίσκουμε μέρος να σταματήσομε. Από τη θάλασσα, από την κακοκαιρία. Και όλη νύχτα, βέβαια, στο πόδι. Να δουλεύει η μηχανή, βέβαια, στο σκάφος. Να είμαστε εν πλω όλη νύχτα. Και τη μέρα ήμαστε πεθαμένοι, γιατί ούτε κοιμόμαστε με τα κύματα τα τεράστια που υπήρχανε, ήτανε κουραστικό πάρα πολύ, όλη νύχτα και κάναμε δεκαπέντε μέρες και είκοσι μέρες ταξίδι. Και ήτανε δύσκολα, δηλαδή, βέβαια, δεν ήτανε κάθε μέρα αυτός ο καιρός. Αλλά ήτανε ένα μέρος που ήταν αλίμενο. Και έλεγα εγώ τότες, λέω: «Πού θα πάει, δεν θα έρθει κάποια στιγμή και για μένα που να μπορώ να βγω έξω;», επειδής ήτανε, βέβαια, τα πεθερικά μου εδώ πέρα και έχομε σπίτι, λέω «να μπορώ και εγώ να μείνω ένα βράδυ. Να βγω έξω, να πάω να κάτσω. Να δω τα πεθερικά μου με ησυχία και να δέσω το σκάφος μου, να βγω έξω; Να μπορώ να έρθω». Όμως, όπως το ονειρευόμουνα, όπως το ονειρευόμουνα, αυτό το πράγμα ήρθε και έδεσε. Και τώρα, αυτήν τη στιγμή, γι’ αυτό έρχομαι επανειλημμένα και ξαναέρθομαι. Για τον λόγο ότι είναι βιώματα, νομίζω ότι από τότες που δεν μπορούσα να βγω. Και έλεγα: «Αν μπορέσω να βγω, θα ’μαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος που υπάρχει». Και όμως, αυτό αισθάνομαι. Αυτό δηλαδή που ονειρευόμουνα, μου έχει εφαρμοστεί μέχρι τώρα. Έχει γίνει. Γι’ αυτό λέω δόξα τω Θεώ. Και ευχαριστώ τον Θεό και την Παναγία, που είμαι καλά και πολεμάω και μου αρέσει. Αυτό.
Έχετε μαθητεύσει πολύ κόσμο εδώ στην Ανάφη.
Ναι.
Νιώθω ότι έχετε βοηθήσει αρκετούς ώστε να μάθουν κάποια στοιχεία–
Ναι–
Από το συγκεκριμένο επάγγελμα–
Σίγουρα.
Θέλετε λίγο να μας μιλήσετε για αυτό;
Αφού να φανταστείτε και όταν, μία παρένθεση εδώ. Όταν ερχότανε τότες, που ερχόταν το καράβι, λιμάνι δεν υπήρχε να δέσει. Έμενε το καράβι μακριά από τη στεριά. Δεν υπήρχε λιμάνι. Και ο κόσμος έμπαινε και έβγαινε. Και τα προϊόντα, βέβαια, και αλεύρια και μπακαλικής, που υπήρχανε όλα αυτά, βγαίνανε με τη βάρκα. Ήτανε πολύ δύσκολα. Γιατί πάντα ήτανε φουρτούνα. Και φανταστείτε, τώρα, μία βάρκα τέσσερα και πέντε μέτρα τι μπορούσε να βάλει μέσα. Και εγώ, επειδής το σκάφος ήτανε μεγάλο, τι έκανα; Πήγαινα τα ψάρια μου απάνω στο καράβι να τα διώξω για τον Πειραιά και ό,τι πράγματα υπήρχανε μες στο καράβι και επιβάτες, τους έβαζα στο σκάφος μου. Για να φύγει το πλοίο, να μην καθυστεράει. Και για να βγαίνουνε πιο ασφαλείς και τους εβγάζαμε μετά με το σκάφος το δικό μου. Που δεν υπήρχε και πρόσβαση, βέβαια, εύκολη. Ήτανε δύσκολη, γιατί δεν υπήρχανε κατασκευές λιμανιού. Ήτανε μόνο για βαρκάκια. Και παρ’ όλα αυτά, τα βγάζαμε έξω. Όλα τα πράγματα. Έτυχε σε, έτυχε και πολλές φορές να μείνει το καΐκι μου φορτωμένο με τα πράγματα όλα του χωριού, με αλεύρια μέσα, με μπακαλικής, τέσσερις και πέντε μέρες. Μες στο σκάφος φορτωμένα. Να τα ’χουμε σκεπασμένα με μουσαμά, να βρέχει μέρα-νύχτα και να μην μπορούμε να προσεγγίσουμε το λιμάνι. Να τα βγάλομε έξω. Και τα ’χαμε τα πράγματα μες στο σκάφος, ούτε για ψάρεμα πηγαίναμε. Γιατί είχαμε τα πράγματα μέσα, φορτωμένο το σκάφος. Και έπρεπε να βγουν τα πράγματα έξω, για να μπορούμε να πάμε για ψάρεμα. Και αναγκαστικά μένανε μέσα. Στο σκάφος. Μέχρι που να γίνει ο καιρός, να βελτιωθεί. Να μπορούμε να προσεγγίσομε όπου θα επιτρεπότανε, μπορεί να ήτανε στο βόρειο μέρος του νησιού, μπορεί να ήτανε στο νότιο. Δεν υπήρχε, δηλαδή πρόσβαση όπως είναι αυτήν τη στιγμή. Λέμε: «Πάμε στο λιμάνι της Ανάφης», τότες δεν υπήρχε λιμάνι. Λιμάνι υπήρχε όπου ήτανε ο καιρός ευνοϊκός. Μπορεί να ’τανε από το χωριό είκοσι χιλιόμετρα μακριά που μπορούσες να προσεγγίσεις. Μπορεί να ’τανε δεκαπέντε χιλιόμετρα μακριά από το χωριό. Τα οποία, βέβαια, αυτά τα είχανε προβλέψει οι ντόπιοι. Και είχανε σε τρία σημεία βάρκες. Και όπου ήταν ο καιρός, δηλαδή δεν μπορούσε να πιάσει στο συγκεκριμένο σημείο που είμαστε τώρα, αυτήν τη στιγμή, που ονομάζεται Άγιος Νικόλαος. Δηλαδή στο λιμάνι σήμερα, στο λιμάνι της Ανάφης. Πηγαίνανε σε άλλα σημεία, που είχανε βάρκες. Τις είχανε εκεί μόνιμες. Και ήτανε νοτιάς, ρίχνανε τη βάρκα, πηγαίνανε, βγάζανε τα πράγματα, ό,τι μπορούσαν να βγάλουν, και τους επιβάτες. Και έφευγε το καράβι. Και ερχόντανε με τα πόδια, με τα μουλάρια. Φορτώνανε τα πράγματα και ερχόντανε στο χωριό. Έτσι γινότανε. Τώρα, όσο για τη δουλειά που ερχόμουνα εδώ πέρα, ας πούμε, είχα ξεκινήσει με κάποια παιδιά εδώ πέρα. Δεν θυμάμαι και τώρα και τον αριθμό. Ήτανε οχτώ-δέκα άτομα, τέλος πάντω, κατά διαστήματα. Δηλαδή πότε ο ένας, πότε δεύτερος, πότε... Πάντα δύο είχα, βέβαια, μαζί με το σκάφος. Και ερχόντανε για ψάρεμα, τους έπαιρνα για ψάρεμα. Γιατί ήτανε, ήτανε πολύ καλοί. Δηλαδή εκτός σαν άνθρωποι, που είναι πολύ καλοί άνθρωποι και τους έχω αγαπήσει γενικά όλους, με όποια ελαττώματα είναι. Γιατί όλοι έχομε ελαττώματα, τέλος πάντω. Αλλά ήτανε ανθρώποι εργατικοί. Και αυτό εμένα μου άρεσε, γιατί ποτέ, και άρρωστοι που ήτανε, δηλαδή είχανε έναν πονοκέφαλο, δεν λέγανε ποτέ: «Ξέρεις, πονάει το κεφάλι μου, Καπετάνιε, εγώ δεν πάω στη δουλειά». Ποτέ, μα ποτέ κανένας δεν μου έχει πει τίποτα γι’ αυτό το πράγμα δηλαδή. Δηλαδή… Δεν το θεωρώ, βέβαια, σωστό ότι ο άλλος άμα είναι άρρωστος, να τον αναγκάσεις να πάει στη δουλειά. Αλλά δεν ανάγκασα και κανέναν. Λέω: «Να μην πάμε, δεν μπορείς». «Όχι, θα πάει το καΐκι για δουλειά». Αυτό, ήτανε όλοι δηλαδή. Ο ένας δηλαδή πίσω από τον άλλονε, αυτό το πράγμα. Κανένας ποτέ δεν με είχε στεναχωρέσει απ’ αυτό το πράγμα. Και, βέβαια, εντάξει και εγώ είχα μάθει κάποια πράγματα, αυτά που έμαθα εγώ μάθαινα κι αυτούς. Όσα είχα μάθει από μόνος μου ή από κάποιοι ηλικιωμένοι. Οι οποίοι μου τα λέγανε σε νεαρή ηλικία που ήμουνα. Βέβαια, όπως είχα, είπα και προηγουμένως, ότι πολλές φορές δεν έδωνα βάση. Αλλά εγώ τα πέρναγα, τώρα όπως λέμε, στον σκληρό τον δίσκο. Λέω: «Πέρασέ τα, κράτα τα. Και αν χρειαστούνε». Και μου έχουνε χρειαστεί πολλά πράγματα που μου ’χουνε πει ανθρώποι μεγάλοι. Κάποιες στιγμές μού χρειαστήκανε. Και λέω: «Οπ! Αυτό μου ’χε πει ο τάδε. Αυτό έτσι, πρέπει να γίνει τώρα αυτό». Και έτσι κάναμε, ας πούμε. Αλλά τα περισσότερα πράγματα στη δουλειά πάνω, ας πούμε, στη θάλασσα με τα χρόνια τα έχω μάθει. Και βέβαια μπορώ να πω σήμερα, στην ηλικία που είμαι, 64 χρονών, δεν μπορώ να πω ακόμα ότι έχω μάθει. Ακόμα μαθαίνω πράγματα, τα οποία που ούτε καν τα βάζει το μυαλό μου. Ακόμα, σήμερα.
Κάτι που θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω. Κάποια πολύ χαρμόσυνη στιγμή μέσα στη θάλασσα, που σας δημιουργεί, σας δημιουργεί ένα χαμόγελο όποτε το σκέφτεστε; Δηλαδή πέρα από όλες τις δύσκολες και κάποιες άσχημες στιγμές.
Ναι.
Κάποιο επίτευγμα, που να το θυμάστε ακόμα. Κάτι που να σας είχε γεμίσει πολύ μεγάλη χαρά.
Ναι, γενικά στη δουλειά, δηλαδή στα ψαρέματα μπορώ [00:30:00]να πω ότι έχω κάνει κάποια ψαρέματα καλά. Αλλά ποτέ, ποτέ δεν έχω, δηλαδή να πάω στη δουλειά και να πιάσω, παράδειγμα, έναν τόνο ψάρια και να πω, όχι ότι δεν είμαι ευχαριστημένος. Ευχαριστημένος σίγουρα είμαι, γιατί δεν μπορεί να το πει κανένας αυτό. Αλλά δεν με συγκινεί, δηλαδή όταν πιάσω έναν τόνο ψάρια, ή άμα πιάσω πέντε κιλά ψάρια. Εμένα μ’ αρέσει να ’μαι καλά, να πηγαίνω στη δουλειά κάθε μέρα και αυτά που βγάζω, όσα, πέντε κιλά, ένα κιλό, δέκα κιλά, είμαι ευχαριστημένος. Γιατί ξέρω, θα πάω και την άλλη μέρα. Και θα πιάσω, ίσως παραπάνω, ίσως πιο λίγα. Μου αρέσει, δηλαδή, αυτό που κάνω. Δηλαδή που πηγαίνω στη δουλειά με ευχαριστάει. Γιατί σίγουρα στην καριέρα μου έχω δουλέψει και άλλα... Τώρα, αυτήν τη στιγμή, δουλεύω παραγάδια, που πιάνουν ψάρια μικρά. Ψιλά παραγάδια. Κάποια εποχή, που δούλευα πριν είκοσι χρόνια, δούλευα τον ξιφία. Έχω πιάσει ψάρια δύο μέρες δύο τόνοι. Δεν μου, εντάξει, χαρούμενος ήμουνα, βέβαια. Αλλά υπάρχουνε πάλι άλλα πίσω απ’ αυτά. Είναι ότι, με τους εμπόρους που μπλέκεις, αν δούνε λίγο ψάρι παραπάνω ότι πιάσεις ή αν σ’ το πληρώνουνε, ας πούμε, δέκα ευρώ, θα σου πούνε πέντε ευρώ. Οπότε, το ξέρουμε το παιχνίδι και δεν... Είναι, είναι κάπως η δουλειά λίγο μπερδεμένη. Δηλαδή αν δεν μπορείς να πουλάς μόνος σου και λέω «πιο καλά να πιάνω πέντε κιλά», να τα δώνω μόνος μου. Παίρνω τα λεφτά μου και είμαι πιο ευχαριστημένος. Γιατί και αυτοί, οι περισσότεροι με τα πολλά ψάρια δεν είναι και τόσο ευχαριστημένοι. Δηλαδή μπορεί να πιάνεις ψάρια, αλλά λεφτά δεν παίρνεις. Και μου αρέσει, δηλαδή αυτό, το καθημερινό. Που είμαι καλά και πάω όποτε θέλω στη δουλειά. Μ’ αρέσει, όταν είμαι μες στη θάλασσα είμαι ευτυχισμένος. Είναι όλα καλά.
Το καΐκι που έχετε τώρα, πώς το έχετε ονομάσει;
Το καΐκι που έχω το ’χω ονομάσει «Χριστίνα».
Είναι, το αποκτήσατε πρόσφατα–
Όχι, όχι–
Ή είναι απ’ τα πρώτα που είχατε;
Το πρώτο. Επειδής λένε τη σύζυγο Χριστίνα, το ’χα βγάλει το πρώτο που είχα «Χριστίνα». Μετά αυτό κάποια στιγμή το έδωσα. Επειδής ήτανε μεγάλο κι είχε πολλά έξοδα. Ήθελε πολλά στις επισκευές, πολλά λεφτά. Αποφάσισα, επειδής ένας, το ένα παιδί μου ήθελε να μπει στη θάλασσα, του άρεσε το ψάρεμα, δηλαδή είχε την τρέλα την δικιά μου. Και εγώ με τον τρόπο μου προσπάθησα και δεν τον παράτησα, να μπει μέσα. Και κάναμε κάποια δουλειά έξω, κάποιο εστιατόριο έξω. Και έμεινε στο εστιατόριο. Βέβαια, η τρέλα τού έχει μείνει στο ψάρεμα. Αλλά δεν μπέρδεψε μες στη θάλασσα όπως εγώ. Εγώ τώρα και να θέλω να φύγω, δεν μπορώ να φύγω. Είπαμε ότι δεν είναι, το ’χω αγαπήσει, δεν μπορώ. Αλλά επειδής ήτανε νέος και θα έκανε οικογένεια και έπρεπε... Δηλαδή όταν έκανε κάποιο σκάφος, δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει εύκολα. Πρέπει να λείπει από το σπίτι του, να έχει, δηλαδή είναι άλλα πράγματα, τα οποία είναι δύσκολα. Και έτσι, έχει κάνει τη δουλειά του έξω και είναι έξω. Ε, και το έκανα σκάφος πιο μικρό, για να μην τον παίρνω μαζί. Γιατί με το μεγάλο αναγκαστικά θα το αναλάμβανε εκείνος. Και έπρεπε να πηγαίνω και εγώ μαζί, δηλαδή έπρεπε να μπει μες στο σκάφος σίγουρα. Και του λέω «θα κάνω ένα πιο μικρό», για να μπορώ να πηγαίνω μόνος μου. Να μη χρειάζομαι βοήθεια. Και αυτό έκανα δηλαδή. Και πάλι το ξαναέβγαλα πάλι «Χριστίνα». Και το δεύτερο σκάφος, ας πούμε, πάλι «Χριστίνα».
Τι δέσιμο έχετε με το σκάφος σας;
Το σκάφος είναι, είναι η ψυχή, είναι η ψυχή. Είναι, βέβαια, ένα πράγμα το οποίο ναι μεν δεν μιλάει, δεν αυτώνει. Αλλά θέλει και αυτό την περιποίησή του. Θέλει την προσοχή του. Δεν θέλει να το βγάνεις έξω απ’ τη δύναμή του στο θέμα του καιρού. Πρέπει να το σέβεσαι αυτό. Δηλαδή σέβεσαι ένα εργαλείο, το οποίο σε ζει. Ζει την οικογένειά σου. Και δεν πρέπει να το βγάνεις έξω από τη δύναμή του. Εκεί είναι το βασικό. Δηλαδή πρέπει να το προσέχεις. Για να σε προσέξει, να μη σου βγάλει ζημιές. Γιατί οι ζημιές είναι πολύ δύσκολες, δηλαδή αν γίνει ζημιά είναι σίγουρα δύσκολα να ανταπεξέλθει. Γιατί το ψάρεμα δεν είναι μια δουλειά που είναι επικερδής. Αν κάτσεις κάτω, δηλαδή εργαλεία και έξοδα, όλα αυτά που γίνονται, είναι πάρα πολύ δύσκολα. Οπότε, αν σου βγάλει και το σκάφος ζημιά είναι πάλι δύσκολα. Βέβαια, βγαίνουνε ζημιές. Και πληρώνουνε. Και πληρώνεις. Αλλά, εντάξει, προσπαθείς. Επειδής με, δηλαδή ζεις μ’ αυτό. Ζεις μ’ αυτό. Εγώ, τώρα, αυτήν τη στιγμή που είμαι, που είμαι εδώ πέρα, κοιμάμαι μες στο σκάφος. Τρώω μες στο σκάφος. Δηλαδή τα έχω όλα. Δεν μου λείπει κάτι. Δηλαδή αν θέλω κάτι, εντάξει, αν θέλω κάτι παραπάνω, σίγουρα θα πάω κάπου έξω. Σε ένα εστιατόριο, να φάω κάτι άλλο, ας πούμε, αν θέλω. Αλλά μες στο σκάφος προτιμώ, τρώω ψάρι. Ή θα φάω κάτι άλλο, ας πούμε, που μπορώ να το πιάσω μόνος μου, να το μαγειρέψω, να το φάω.
Επειδή δεν γνωρίζω πάρα πολλά και θέλω να τα δω, λίγο, μέσα απ’ τα δικά σας μάτια–
Ναι.
Πώς ξεκινάει μία μέρα σας; Δηλαδή τι ώρα ξυπνάτε; Μας περιγράψατε το παραγάδι. Τι ακριβώς είναι αυτή η διαδικασία; Τι περιλαμβάνει;
Η διαδικασία της δουλειάς, επειδής είναι, έχει τρόπους πολλούς η δουλειά, δηλαδή έχει δίχτυα, έχει και παραγάδια. Το κάθε, το κάθε είδος έχει και το δικό του ωράριο. Ωράρια, βασικά, βέβαια, δεν υπάρχουνε. Μόνο με το δίχτυ μπορείς να προσδιορίσεις κάποιες ώρες. Το παραγάδι δεν μπορείς. Έχει πολύ, πολλές ώρες το παραγάδι. Ξεκινάει, το παραγάδι για να το αρχίσεις πρέπει να το βάλεις, δηλαδή πρέπει αρχικά να έχεις δόλωμα. Να κόψεις δόλωμα, δηλαδή αν έχεις σαρδέλα, να την κόψεις τη σαρδέλα. Να κάνεις κομμάτια, ανάλογα το αγκίστρι που βάζεις. Αν έχεις χταπόδι-καλαμάρι, πρέπει να τα καθαρίσεις. Πάλι, να κόψεις την αναλογία, το δόλωμα σύμφωνα με το αγκίστρι που δουλεύεις. Το μέγεθος δηλαδή. Ε, αρχίζεις. Δολώνεις, έχει ένα, μια λεκάνη, ας πούμε, που έχει δύο χιλιόμετρα παραγάδι μέσα. Μπορείς να βάλεις και ένα χιλιόμετρο. Αυτό είναι επιλογή, βέβαια. Εγώ αυτήν τη στιγμή δουλεύω κάποια παραγάδια τα οποία έχουνε δυο χιλιόμετρα μέσα. Και είναι γύρω στα 380 με 400 αγκίστρια, το κάθε, η κάθε λεκάνη, ας το πούμε. Επειδής είμαι μόνος μου, βάζω δύο λεκάνες, 800 αγκίστρια. Βέβαια, και για, και τα 800 αγκίστρια πάλι πολλά είναι για μένα, που είμαι μόνος μου. Αλλά, τέλος πάντων, επειδής έχει τον ενδιάμεσο που κάνει και φουρτούνα και κάθομαι κάποιες μέρες και μπορώ να το καθαρίσω, να το νετάρω. Γιατί πρέπει να το δολώσεις. Να σηκωθείς τη νύχτα δύο ώρες πριν να ξημερώσει. Να πας πού έχεις επιλέξει πριν να κοιμηθείς. Έχεις επιλέξει, πώς είναι ο καιρός, πώς είναι ο καιρός ο κατάλληλος. Πού πρέπει να πας. Έχεις επιλέξει. Εάν πας λίγο πιο μακριά, πρέπει να σηκωθείς μισή ώρα πιο γρήγορα. Ή μία ώρα πιο γρήγορα. Δηλαδή αν είναι να σηκωθείς 4:00, πρέπει να σηκωθείς στις 3:00. Εάν πας πιο μακριά. Οπότε, λοιπόν, σηκώνεσαι 4:00 οι ώρες, 4:00 η ώρα μέσον όρο περίπου. Ξημερώνει 6:00 η ώρα, τώρα, αυτήν τη στιγμή 6:30. Πας, βάζεις το παραγάδι. Ξημερώνει, βγαίνει ο ήλιος. Κάνεις το καφεδάκι σου εν πλω, πίνεις το καφεδάκι σου. Μία ώρα, μισή ώρα εν πλω εκεί. Να περάσει λίγο η ώρα. Και αρχίζεις και μαζεύεις. Περίπου στο μάζεμα, το παραγάδι θέλει τα δύο χιλιόμετρα περίπου μιάμιση με δύο ώρες, το κάθε παραγάδι. Οπότε, υπολογίζουμε δηλαδή δύο παραγάδια τέσσερις ώρες περίπου μέσον όρον. Γιατί μπλέκει σε πέτρες κάτω, κόβεται. Πρέπει να πας από την άλλη πλευρά να πιάσεις. Έχει κάποια διαδικασία, που πρέπει για να το τραβήξεις, να το βγάλεις, έχει κόπο να το βγάλεις δηλαδή. Και έτσι είναι η διαδικασία του παραγαδιού αυτό. Όταν το φέρεις, λοιπόν, τελειώσεις, μετά από τέσσερις ώρες πρέπει να πας στο, να γυρίσεις στο λιμάνι. Πρέπει να φτιάξεις φαγητό, την κακαβιά που λέμε, να φας. Σίγουρα έχεις σηκωθεί και κάποιες ώρες που είναι, έχεις χάσει απ’ τον ύπνο σου. Πρέπει μισή ώρα, μια ώρα το μεσημέρι, μετά το φαγητό, να ξαπλώσεις. Και να σηκωθείς μετά να πιάσεις να νετάρεις το παραγάδι. Σίγουρα, δεν προλαβαίνεις. Γιατί, ο χρόνος μετά για να το ξαναφτιάξεις για να βάλεις δόλωμα, το ένα παραγάδι, τα 400 αγκίστρια, θέλει τρεις με τέσσερις ώρες. Οπότε, λοιπόν, καταλαβαίνουμε ότι δεν προλαβαίνεις. Οπότε, νετάρω. Δηλαδή καθαρίζω ό,τι μπορώ, 200 αγκίστρια, 100-150 ή 300. Σταματάω κάποια στιγμή και αρχίζω, έχω άλλα παραγάδια μαζί, τα οποία είναι έτοιμα για δουλειά. Και φτιάχνω πάλι τα άλλα, δολώνω τα άλλα. Και περιμένοντας, βέβαια, να κάνει μία μέρα φουρτούνα, δύο μέρες φουρτούνα. Για να κάτσω να νετάρω αυτά τα δίχτυα που υπάρχουνε. Συγγνώμη, τα παραγάδια να τα νετάρω, να τα φτιάξω. Να τα καθαρίσω. Αυτό είναι το ψάρεμα του παραγαδιού. Το δίχτυ είναι πιο απλό. Μπορεί να το βάλεις το απόγευμα και να το σηκώσεις με το ηλιοβασίλεμα. Τ’ αφήνεις μία ώρα, πας και το σηκώνεις. Κάνεις μία ώρα. Ανάλογα, βάνεις ένα χιλιόμετρο δίχτυα, σε μία ώρα τα έχεις σηκώσει. Είσαι στο λιμάνι. Μπορείς να σηκωθείς πάλι 4:00 η ώρα το πρωί. Με το δίχτυ να πα’ να το βάλεις, όταν βγει ο ήλιος πας πάλι και το σηκώνεις. Σε μια ώρα έχεις γυρίσει στο λιμάνι. Είναι πολύ πιο εύκολο το δίχτυ, στη δουλειά του. Αλλά υπάρχουν, όμως, κάποια σημεία που το δίχτυ όταν το βάλεις βαθιά, δηλαδή πας 40-50 μέτρα, 80 μέτρα, 100 μέτρα, εκεί ο βυθός έχει μέσα διάφορα. Όπως είναι έξω κι η στεριά, είναι και ο βυθός. Έχει πέτρες, έχει ξύλα, έχει διάφορα, τέλος πάντω, που τα χαρακτηρίζουν, τα έχουμε ονομάσει εμείς διάφορα τα, διάφορες ονομασίες. Όταν πιαστούνε, λοιπόν, αυτά πάνω στα δίχτυα πρέπει να κάτσεις να τα βγάλεις τα δίχτυα έξω, στην προβλήτα απάνω, να τα απλώσεις, να στεγνώσουνε. Να τα καθαρίσεις. Για να ξαναπάς πάλι το βράδυ. Αυτό, βέβαια, γίνεται όταν πας στα μέτρα, σε μέτρα βαθιά. Όταν πας σε 20 μέτρα, 30 μέτρα, 15 μέτρα, αυτό δεν υπάρχει. Δηλαδή δεν υπάρχει να σου λερώνουνε τα δίχτυα. Είναι πιο ξεκούραστο. Και η επιλογή είναι δικιά σου. Ανάλογα, όπως θες δουλεύεις. Θες να πας, να πας βαθιά; Βαθιά όταν, βαθιά μιλάμε να πας σε περισσότερα μέτρα; Θα πας σε περισσότερα μέτρα. Εκεί η επιλογή είναι να βγάλεις και περισσότερα ψάρια. Και γι’ αυτό πας αναγκαστικά. Το κάνεις μόνος σου. Δηλαδή αν έχεις, μπορείς και τα κάνεις, το πας και βάζεις σε μέτρα βαθιά. Ή αν δεν μπορείς, βάζεις ρηχά, πιάνεις πιο λίγα ψάρια κι είσαι πιο ξεκούραστος.
Κάτι που εγώ το έμαθα πρόσφατα σχετικά. Και το ακούω και από εσάς. Το να φτιάχνετε την κακαβιά μέσα στο καΐκι–
Ναι–
Σαν διαδικασία, θέλετε λίγο να μας την περιγράψετε; Είναι μπορεί πάρα πολύ απλό, αλλά είναι και πολύ χαρακτηριστική–
Είναι πολύ απλό και δυστυχώς όπου και να την δώσεις τη συνταγή, να την κάνει κάποιος στο σπίτι, δεν γίνεται. Να μου πεις: «Γιατί δεν γίνεται; Είσαι εσύ ο, είσαι εσύ ο σεφ;». Είναι και αυτό ένα πλεονέκτημα. Για να σε ευχαριστάει η κούρασή σου, μαγειρεύεις, λοιπόν, ωραία και απολαμβάνεις μετά από την κούραση όλο αυτό το ωραίο που έχεις φτιάξει. Που δεν προσφέρεις δηλαδή, δεν έχεις επιλογές να προσφέρεις στην κατσαρόλα που θα μαγειρέψεις στολίδια διάφορα. Έτσι; Το βάνεις απάνω, καθαρίζεις πατάτες, [00:40:00]κρεμμύδια, αυτά, ψάρια. Βάζεις μέσα και γίνεται. Και βγαίνεις ένα πράγμα, που πίνεις το ζουμί, ας πούμε, με το κουτάλι και λες: «Να το καταπιώ αυτό το πράγμα ή να το κρατάσω στον ουρανίσκο και να το κρατάω και να το γυρίζω», από τη γεύση που έχει. Πώς γίνεται, είναι απλό. Δηλαδή όπως το κάνουμε, συνήθως το κάνουμε. Δεν έχει, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο δηλαδή. Ξύνεις, βέβαια, πρέπει να ξύσεις τα ψάρια. Ψάρια, βέβαια, θέλει και σίγουρα άμα είναι ψάρια διάφορα, βραστόψαρα, είναι πιο καλό. Δηλαδή άμαν έχει δύο, τριών λογιών, πέντε λογιών ψάρια σίγουρα είναι καλύτερα. Άλλοι βάζουνε βάζουνε περισσότερα λαχανικά μέσα. Εγώ μες στο σκάφος θα βάλω, δυο κρεμμυδάκια θα βάλω μέσα, πάντα βάζω. Είμαι μόνος μου. Πάντα θα βάζω ψάρια για τέσσερα-πέντε άτομα. Θα μου πεις: «Γιατί τα βάζεις;». Θα ’ρθει κάποιος φίλος, μ’ αρέσει η παρέα. Θα κάτσω με τον φίλο μου να φάμε, να πιούμε μια μπίρα, ένα κρασί, ό,τι… Αν, που δεν πίνω, πολύ σπάνια πίνω. Μια μπίρα θα την πιω. Κρασί απαγορεύεται, λόγω που είμαστε μες στη θάλασσα. Όπως λένε και στη στεριά, «μην πίνεις, γιατί θα σου κάνουνε αλκοτέστ», εγώ το κάνω μόνος μου. Προσέχω, γιατί δεν θέλω να μου συμβεί κάτι, που ξέρω τι θα μου συμβεί δηλαδή άμαν είμαι πιωμένος. Οπότε, δεν το κάνω. Δεν το διακινδυνεύω. Και το αποφεύγω. Και είναι απλό, καθαρίζεις τα ψάρια, καθαρίζεις το κρεμμύδι. Βάζεις κρεμμύδια, πατάτες. Αν έχεις και καρότο, εγώ καρότο δεν έχω, βέβαια, δεν παίρνω. Τα βάζεις μέσα. Βάζεις τα ψάρια, ανάλογα. Θες να βράσεις λίγο το κρεμμύδι και την πατάτα πέντε λεπτά, επτά λεπτά παραπάνω. Δηλαδή να βράζει το νερό, να βράσουν αυτά λίγο παραπάνω. Βάζεις τα ψάρια, αυτά που είναι πιο σκληρά. Τι έχομε; Έχομε σκορπίνα, έχουμε λύχνο, έχουμε μουγγρί, που λέμε. Αυτά τα ψάρια είναι σκληρά. Θένε δέκα λεπτά πιο πολύ βράσιμο από τα άλλα. Αν είναι πλατόψαρα, είναι πιο εύκολα να βράσουν. Βράζουνε σε δέκα λεπτά. Εάν τα βάζεις, λοιπόν, όλα μαζί, γενικά θέλει είκοσι λεπτά να βράσει η κακαβιά. Ανάλογα και τη φωτιά που έχεις. Εμείς επειδής δουλεύουμε, λοιπόν, το πετρογκάζι, που είναι ένα πλεονέκτημα, το πιο σοβαρό είναι αυτό. Δηλαδή που γίνεται η κακαβιά. Δηλαδή το ψάρι πρέπει να χορεύει μες στην κατσαρόλα τσιφτετέλι. Για να βράσει. Εάν είναι, χορεύει συρτό, κακαβιά δεν τρως. Πρέπει να χορεύει τσιφτετέλι. Εγώ έτσι το χαρακτηρίζω. Το ψάρι πρέπει να χορεύει μέσα, να βράζει. Και στην κουζίνα δεν μπορείς να φας κακαβιά, για τον λόγο ότι είναι οι κουζίνες, γενικά οι περισσότερες, δεν έχουνε τη δύναμη που πρέπει να δώσει στην κατσαρόλα τη δύναμη να βράσει το ψάρι. Και εκεί το αρρωσταίνει το ψάρι. Δηλαδή όταν βράζει αρρωσταίνει. Και γι’ αυτό γίνεται και στο σκάφος έτσι. Απλά, δηλαδή δεν γίνεται ότι κάνεις κάτι το ιδιαίτερο. Ότι υπάρχει κάποια συνταγή και λες «δεν την λέω τη συνταγή, γιατί δεν...». Γίνεται έτσι. Και αυτό το τρως και σε ξεκουράζει. Δηλαδή μετά από όλη την κούραση που έχεις και όλο αυτό, κάνεις ένα μαγείρεμα, δηλαδή το οποίο που είναι πολύ απλό. Και γίνεται τόσο ωραίο και το απολαμβάνεις. Και σε ξεκουράζει αυτό το πράγμα.
Όσο μιλάμε, εν τω μεταξύ, κοιτάτε συνεχώς στη θάλασσα. Αυτό είναι πολύ… Το έχω παρατηρήσει–
Ναι.
Αρκετή ώρα. Γι’ αυτό και ήρθαμε εδώ. Κάτι τελευταίο, για να κλείσουμε. Και να μη σας κουράζουμε άλλο. Έχετε ένα σημαντικό έργο, αυτό του ότι μαζεύετε από τη θάλασσα διάφορα δίχτυα... Εσείς ξέρετε καλύτερα να μας το περιγράψετε–
Ναι–
Το ’χετε ξεκινήσει απ’ την Αντίπαρο.
Ναι–
Λίγο να μας μιλήσετε πάνω σε αυτό.
Ναι. Αυτό είναι ένα κομμάτι πολύ σοβαρό για όλους μας, βέβαια. Επειδής και εγώ είμαι πολλά χρόνια μες στη θάλασσα και βλέπω ότι υπάρχει, λέμε μόλυνση στη θάλασσα, γενικά. Όλα μόλυνση είναι. Δηλαδή ό,τι αντικείμενο πετάς μες στη θάλασσα. Όταν ξεκινήσαμε, γιατί να ξεκινήσουμε τώρα, από πού να ξεκινήσουμε. Να ξεκινήσουμε από την παιδεία που δεν έχομε. Δηλαδή απ’ την ηλικία την δικιά μου. Τώρα, τι να πω εγώ, ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχει παιδεία; Δεν το γνωρίζω τι γίνεται στα σχολεία, δεν μπορώ να πω ότι γίνεται είτε δεν γίνεται. Για μένα η παιδεία ποια είναι; Αφού ένα παιδί δεν ξεκινάει σωστά από το σχολείο. Να το μάθουνε οι δασκάλοι του, οι καθηγητές, κάποια πράγματα για τη ζωή, βασικά, που πρέπει μακροχρόνια θα τα δει μπροστά του, στον ορίζοντα. Ένας καθηγητής νομίζω ότι εφόσον είναι μορφωμένος ξέρει κάποια πράγματα περισσότερα απ’ τα παιδιά που είναι στο σχολείο, πρέπει να δώνει, δηλαδή να δώνει το όραμα στο παιδί να βλέπει μακριά. Και όχι να το μαθαίνει «ι και α, α», ξέρω γω, αυτό το πράγμα. Σίγουρα από εκεί θα ξεκινήσει. Αλλά, όμως, πρέπει να ξέρει κάποια πράγματα τα οποία είναι δύσκολα. Δηλαδή η ζωή, όπως κατάλαβα εγώ… Και εγώ, όταν μπήκα στην θάλασσα, τι κάναμε; Παίρναμε του σουπερμάρκετ την τσάντα, μόλις τελειώναμε της κοπανάγαμε μια, την πετάγαμε στη θάλασσα. Ποτέ δεν μας είπε κανένας, δεν μας είχε μαλώσει. Ποτέ δεν μας είχε πει κανένας ότι «αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό». Μεγαλώνοντας, όμως, εγώ και σε ηλικία περίπου, τώρα, είκοσι χρόνια, είκοσι πέντε χρόνια από μόνος μου, έβλεπα δεν μου άρεσε. Γιατί δεν μου άρεσε; Δεν μπορώ να πω ότι είμαι οικολόγος. Μου αρέσει, όμως, η φύση να λειτουργεί όπως είναι η φύση. Βλέποντας, λοιπόν, περνώντας τα χρόνια, βλέπω ότι όλα αυτά τα πράγματα που πετάγαμε μες στη θάλασσα, τι να ’ναι αυτά; Τα πάντα! Τα πάντα. Δηλαδή όχι εγώ μονάχα, όλος ο κόσμος. Και από τη στεριά, που έπαιρνε σκουπίδια, πλαστικά, τα πάντα. Τα πάντα, όλα μες στη θάλασσα. Δηλαδή ένας μεγάλος σκουπιδοτενεκές η θάλασσα. Είναι απαράδεκτο αυτό το πράγμα, δηλαδή που γίνεται. Που αυτό συμβάλλει ο άνθρωπος και σήμερα, αυτήν τη στιγμή, σε αυτά τα πράγματα που αντιμετωπίζουμε, που βλέπουμε σήμερα με τα καιρικά φαινόμενα, τα περισσότερα για μένανε είναι από αυτό το πράγμα. Το περιβάλλον, δηλαδή το έχουμε καταστρέψει. Από μόνοι μας. Ο κάθε ένας έχει βάλει ένα λιθαράκι. Άλλος έχει βάλει ένα μπλόκι, ας το πούμε, ο άλλος έχει βάλει ένα χαλικάκι. Όλοι, όμως, συμβάλλουμε. Τώρα, βέβαια, τα πράγματα επειδής, όμως, έχουν αλλάξει, κι εγώ κατάλαβα ότι δεν πρέπει να γίνεται αυτό, άρχισα εδώ και δεκαπέντε-είκοσι χρόνια περίπου, από μόνος μου, δίχως να μου λέει κάποιος κάτι, ό,τι είχα στο σκάφος. Πλαστικά, χαρτιά, μπουκάλια από νερό. Ντενεκάκια, αναψυκτικά, τα πάντα. Δηλαδή, το καΐκι είναι ένα σκάφος μέσα, όπως είναι ένα σπίτι. Τα πετάγαμε στην αρχή όλα στη θάλασσα. Και λέω: «Όχι, δεν πρέπει να τα πετάμε στη θάλασσα». Είχα, λοιπόν, ένα σκου… μια σακούλα των σκουπιδιών, δεμένη έξω απ’ το καΐκι και βάζαμε τα χοντρά πράγματα και μικρές τσάντες δίπλα στο καΐκι, δυο-τρεις τσάντες κρεμασμένες, διάφορα γύρω-γύρω. Και μαζεύαμε τα πράγματα. Μόλις πηγαίναμε στο λιμάνι, πού υπήρχε σκουπιδοντενεκές, τα πηγαίναμε αυτά. Αυτό, βέβαια, το έκανα μόνος μου εδώ και δεκαπέντε-είκοσι χρόνια. Και, βέβαια, με βλέπανε πολλοί και με κοροϊδεύανε, «ωρέ, πέτα τα» λέει «στη θάλασσα!». Λέω: «Όχι, δεν, να προσέχεις, δεν γίνεται αυτό το πράγμα». Τέλος πάντων, τώρα όμως, πρόσφατα, πριν έναν χρόνο, ενάμιση περίπου, είχαν κάποια παιδιά το οποίο ονομάζεται «G.I. Press» με την ονομασία, το άτομο που γνώρισα, δηλαδή και την ομάδα του. Τον αρχηγό, ας τον πούμε. Τον λένε Γιώργο, όπως με λένε κι εμένα Γιώργο. Ήρθε στην Αντίπαρο, συγκέντρωσε τον Δήμαρχο εκεί, Λιμεναρχείο. Έκανε κάποια ομιλία, αναφέρθηκε πώς είναι τα πράγματα. Γιατί ήρθανε στο νησί μας, για ποιο σκοπό είχανε. Βέβαια, ήμουνα και εγώ στο ακροατήριό του. Ένας από τους ενδιαφερόμενους, που μου άρεσε πάρα πολύ. Δηλαδή και είπα, λέω μόνος μου, λέω: «Ήρθε ο άνθρωπος αυτός για μένα την κατάλληλη στιγμή». Εγώ ήθελα να βοηθήσω, δεν είχα τον τρόπο. Βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, ο οποίος είχε την τεχνική. Είχε μιλήσει, προφανώς, σίγουρα με άλλους ανθρώπους που ήτανε, που ξέρανε περισσότερα από αυτόνε. Κι από κει ξεκίνησε. Σιγά-σιγά κάναμε έναν σταθμό στην Αντίπαρο και αρχίσαμε και μαζεύαμε δίχτυα, τα οποία ξηλώναμε τον χειμώνα. Και τι τα κάναμε; Οι περισσότεροι τα κάβανε. Κι όπως φαντάζεστε, ένα δίχτυ, το οποίο είναι πλαστικό και του βάνεις φωτιά, που είναι από πετρέλαιο, δεν χρειάζεται να σας πω τι μπορείς να δει το μάτι του ανθρώπου όταν του βάλεις φωτιά. Δεν χρειάζεται να το πω αυτό. Πιστεύω να καταλαβαίνετε τι βλέπετε. Δίχως να το δείτε. Τα πετάγαμε στα χωράφια, από δω κι από κει. Τα πετάγαμε στη θάλασσα, από δω κι από κει. Και άρχισε, λοιπόν, τώρα, αυτό το πράγμα, δεν γίνεται λοιπόν αυτό το πράγμα. Μαζεύονται τα δίχτυα. Και εκτός αυτό, έχουμε ξεκινήσει όλη η ομάδα τώρα, γιατί και εγώ πλέον πια έδεσα μες στην ομάδα. Γιατί το ήθελα. Και μπλέχτηκα, δηλαδή όχι μπλέχτηκα. Ούτε με μπλέξανε ούτε με χρησιμοποιεί κανένας. Μου αρέσει αυτό που κάνω. Και βοηθάω με τον τρόπο που μπορώ. Όσο μπορώ. Και έχομε, τώρα, δραστηριότητες να κάνουμε πολλές. Και μες στη θάλασσα, βουτάνε σε ξέρες, οποίες έχουνε παραγάδια, δίχτυα, χρόνια πεταμένα κάτω, δηλαδή έχουνε μπλεχτεί κάτω, έχουνε κοπεί κάτω. Τα οποία, βέβαια, αυτά περιττό να σας πω ότι είναι κάποια πράγματα καταστροφικά. Δεν μπορεί το ψάρι να επιβιώσει. Φράζει τις φωλιές, φράζει τα πάντα. Τα οποία βουτάνε τώρα αυτοί οι άνθρωποι και τα βγάζουνε τα δίχτυα αυτά. Και τα μαζεύουμε και τα βγάζουμε έξω στη στεριά. Μαζεύουμε από τις παραλίες, καθαρίζουμε τις παραλίες. Μία και δύο φορές και στην Αντίπαρο και γύρω-γύρω στην Πάρο. Παντού, δηλαδή πάνε κάνουνε δράσεις παντού. Και βλέπω, ας πούμε, ότι μαζεύουνε πολλά αντικείμενα, τα οποία δηλαδή αν τα βλέπει κάποιος που δεν το βάζει το μυαλό του, τρελαίνεται. Και πρόσφατα, τώρα, στην Αντίπαρο, που είχανε κάνει πριν έναν χρόνο και ξανακάνανε τώρα, πλαστικά, σίδερα, σκοινιά! Που ήτανε καθαρό μες στο λιμάνι και έξω γύρω-γύρω, ας πούμε. Πολύ, πολύ πράγμα, δηλαδή υπάρχει πολύ σκουπίδι. Και μπορώ να πω ότι εγώ, τουλάχιστο, προσωπικά, και όλη η ομάδα βέβαια, και πολύς κόσμος θέλει να βοηθήσει σ’ αυτό το πράγμα. Υπάρχουν δηλαδή ανθρώποι που δεν είναι στην ομάδα, προσφέρουνε κι αυτοί με τον τρόπο τους. Βοηθάει ο καθένας, αυτό που μπορεί. Όσο μπορεί. Και βλέπω ότι γίνεται μια, έχει ξεκινήσει μια πολύ καλή δουλειά. Και μπορώ να σας πω ότι μετά από την Αντίπαρο, που κάναμε τον σταθμό, έγινε και στην Πάρο. Ξεκινήσαμε στην Σαντορίνη, έχουμε κάνει σταθμό. Βρισκόμαστε τώρα στην Ανάφη, θέμε να κάνουμε και στην Ανάφη. Γιατί μας σταμάτησε, βέβαια, και ο Covid, τώρα με τον κορονοϊό δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάποιες ενέργειες που θέλαμε να κάνουμε. Αλλά πιστεύω κάποια στιγμή πιστεύω θα λήξει κι αυτό και θα προχωρήσουμε και στην Ανάφη να γίνει κι αυτό. Που υπάρχει κόσμος και θέλει και τον ενδιαφέρει να γίνει κι αυτό. Και αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Δηλαδή όταν βλέπεις τον άλλον και θέλει να βοηθήσει δεν πρέπει να το παρατάς. Είναι λάθος. Όπως λέω και εγώ στην ομάδα που είμαστε: «Υπάρχουν ανθρώποι που θέλουν να βοηθήσουνε και πρέπει εκεί να το κυνηγήσουμε, δεν πρέπει να το παρατήσομε». Γιατί είναι, έχουμε φτιάξει κάτι πολύ καλό, σημαντικό. Και τώρα είναι αυτό που λέει ο λαός μας ότι «το νερό έχει μπει στο αυλάκι». Οπότε, το νερό πρέπει να το αφήσεις να τρέξει. Να πάει εκεί που πρέπει να πάει και να μην το σταματήσεις. Εγώ στην ομάδα, αυτό λέω, το λέω λαϊκά, δηλαδή έτσι. Και [00:50:00]καταλαβαίνουν όλοι τι έχει γίνει αυτήν τη στιγμή. Όταν ξεκινήσαμε τον σταθμό στην Αντίπαρο, να σας πω, ο Γιώργος, αυτό το παιδί, μου ’λεγε: «Γιώργο, βασίζομαι απάνω σου εσένα». Του λέω: «Ένα θα σου πω, επειδής εγώ είμαι επαγγελματίας και είναι η δουλειά μου αυτή, εγώ κάποια στιγμή μπορεί να μην μπορώ να βοηθήσω». Για τον άλφα βήτα λόγο, γιατί εγώ πρέπει να φύγω να πάω ταξίδι, είμαι στο Σωματείο στην Αντίπαρο, στους ψαράδες εκεί. Είναι κάποια πράγματα, που πρέπει, αφιερώνω από τον χρόνο μου, πρέπει να πάω να τα κάνω ή να συγκεντρωθούμε, να συζητήσουμε να αυτό, έχουμε κάποια πράγματα κι ο χρόνος μου είναι πιεσμένος. Και όμως, απ’ αυτά που του είπα ότι δεν μπορώ να τα κάνω, αντίθετα εγώ υπερβαίνω πάρα πολύ. Και είμαι και συνεπής και στα τηλέφωνά μου και στις υποχρεώσεις μου και σε όλα αυτά. Και είμαι και ευχαριστημένος που μπορώ και το κάνω. Δηλαδή συνδυάζω και τον επαγγελματισμό μου, τη δουλειά μου. Συνδυάζω και το χόμπι στη δουλειά μου που κάνω, το προσωπικό το δικό μου δηλαδή. Και τώρα, στην ομάδα που έχω μπλέξει, δίχως να ξέρω άτομα, ας πούμε, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: «Γιώργο», λέει, «σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ». «Τι ευχαριστάτε;», λέω, «εγώ», λέω, «ευχαριστώ, που βρεθήκατε εσείς και μπορείτε να βοηθήσετε. Όχι εμένανε». Βέβαια, ήτανε ένα καλό για εμένανε, ότι εγώ ήθελα να κάνω κάποια πράγματα, αλλά δεν είχα τον τρόπο. Δεν ήξερα πού να απευθυνθώ. Όπως, ας πούμε, ψάχνω, που λέμε, ας πούμε, θέμε να κάνουμε κάποια στιγμή, να οργανώσουμε κάποιο σεμινάριο για τα ψαρέματα. Για τα ψάρια, η συμπεριφορά, οι θερμοκρασίες. Όλα αυτά. Καλά είναι ο κόσμος να ξέρει κάποια πράγματα πιο μπροστά. Όχι μετά. Το μετά είναι αργά, δηλαδή μαθαίνεις πράγματα τα οποία να τα προβλέπεις και να ξέρεις πώς μπορείς. Και να μιλήσεις, κάποιονε που βλέπεις και κάνει κάτι το οποίο δεν πρέπει να το κάνεις. Θα ενημερώσεις την Αρχή, να πεις αυτός αυτό, κάνει αυτό. Δεν πρέπει να το κάνει, ξέρω γω. Υπάρχουνε πράγματα που πρέπει να είσαι ενήμερος. Εάν δεν είσαι ενήμερος, να ξέρεις, στο κομμάτι δηλαδή, να ξέρεις το κομμάτι που είσαι, δεν κάνεις κάτι σοβαρό, δηλαδή που πρέπει να γίνει. Αλλά, γενικά, με το πράγμα που έχουμε ξεκινήσει αυτό, είναι μια δύναμη πολύ καλή. Δηλαδή νομίζω ότι, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι «ναι, πλέον είμαστε αργά πια. Δεν κάνουμε τίποτα». Αλλά εμένα, όπως το χαρακτηρίζω, είναι λέω ότι «θα το σταματήσουμε σχεδόν στα μισά». Δηλαδή όχι ότι θα ανέβουμε απάνω πια πλέον. Γιατί μιλάω τώρα για τη φύση. Για τις καταστροφές που γίνεται. Ναι, εμείς σε ένα κομμάτι μπορεί να βοηθάμε τη φύση. Κάποια πράγματα σε κάποιες ισορροπίες. Αλλά είναι κάποιοι μεγαλοκαρχαρίες, που οι πράξεις που κάνουνε είναι εμάς σαν να μας δώνει χαστούκι. Το οποίο το τρως και παίρνεις δέκα βόλτες. Ναι μεν, εμείς προσφέρουμε κάποια πράγματα. Όλες οι ομάδες, γενικά, όλες οι ομάδες που έχουνε βγει και κάνουν αυτό το πράγμα και μπράβο. Είναι αξιολάτρευτα που μπορούνε και διαθέτουνε τον χρόνο τους. Και όχι μόνο. Και χρηματικά ποσά και πολλά και διάφορα. Αυτό είναι σημαντικό. Όπως το έχω κάνει και εγώ. Και εγώ έχω προσφέρει δηλαδή. Όχι μόνο τον χρόνο μου, και χρηματικά. Πώς; Φεύγω απ’ την Ανάφη, παράδειγμα, που δεν υπήρχε σταθμός. Φορτώνω δίχτυα απ’ την Ανάφη, φεύγω από δω, πάω Σαντορίνη, στο λιμάνι. Φορτώνω δίχτυα από κει, που έπρεπε να φύγω, να πάω τα ψάρια μου, να τα στείλω στον Πειραιά. Και έκανα την άγονο αυτή, με έξοδα δικά μου. Να μαζέψω τα δίχτυα, να τα πάρω να τα πάω, που υπήρχε σταθμός στην Αντίπαρο. Να μετακινηθούν από εκεί, να φύγουνε, να πάνε εκεί που πρέπει να πάνε. Δηλαδή νομίζω ότι υπάρχουνε ανθρώποι που το κάνουνε από ευχαρίστηση και το θένε. Όπως λέω: «Δεν με χρησιμοποιεί κανένας». Και το λέω και το τονίζω, μου αρέσει και το κάνω. Και το ευχαριστιέμαι. Μου αρέσει. Γιατί βλέπω ότι βοηθάω. Εντάξει, μπορεί να μη φαίνεται κάπου, ας πούμε. Αλλά, ανθρώποι που το δουλεύουνε το κομμάτι αυτό, βλέπουν ότι όντως ο άλλος προσφέρει με τον τρόπο του. Με όποιον τρόπο μπορεί. Προσφέρεις κάτι, που δεν μπορεί να το κάνει άλλος.
Και δηλώνει και μια αισιοδοξία για το μέλλον αυτή η προσπάθειά σας. Γιατί πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.
Σίγουρα. Μα και εγώ το κάνω αυτό για, το κάνω και είμαι αισιόδοξος, γενικά. Γιατί λέω, δεν λέω, όχι ότι, το ξαναλέω αυτό το πράγμα. Όχι ότι επειδής τώρα κάνουμε τη δουλειά αυτήν, δηλαδή όχι εμείς, όλες οι ομάδες που ’χουνε βγει και κάνουνε αυτά τα πράγματα για το περιβάλλον. Και μαζεύουνε και κάνουνε. Και ενημερώνουνε. Ο άλλος μπορεί να μη μαζεύει σκουπίδια, παράδειγμα, από τη θάλασσα. Όμως, βγαίνει και ενημερώνει κόσμο, ενημερώνει πράγματα. Και αυτή δουλειά είναι. Και αυτός μπορεί να μη βάνει το χέρι του, ας πούμε, να κάνει εργασία εκεί, κάνει όμως εργασία με άλλον τρόπο, που κι αυτή είναι πολύ χρήσιμη. Ας μη φαίνεται. Μπορεί να μην είναι, δηλαδή μες στην ομάδα που είναι δέκα άτομα και βλέπεις μαζέψανε τα σκουπίδια, ένα αυτοκίνητο σκουπίδια. Ο άλλος έκανε άλλη δουλειά. Και, όμως, και κείνη η άλλη δουλειά που έκανε ο άλλος κι αυτή χρήσιμη είναι. Προσφέρει, δηλαδή με τον τρόπο του τον δικό του ο καθένας. Και βλέπω και λέω: «Εντάξει, εμείς δεν θα φέρουμε τώρα, δεν θα φέρουμε τον κόσμο όπως ήτανε ξανά». Το περιβάλλον, δηλαδή να το ξαναφέρουμε όπως ήτανε. Αλλά, τουλάχιστον, να μπορέσουμε να το συγκρατήσομε. Δηλαδή κάνουμε ένα τείχος, απλά να το πω, και μπορούμε να το συγκρατήσουμε να μη γίνεται πλέον 100% η καταστροφή, να γίνεται 40%, 50%. Δεν ξέρω πόσο να το ζυγίσω δηλαδή και να πω περίπου πόσο τα εκατό. Αλλά, σίγουρα, όμως, κάνουμε καλό. Και πολύ καλό. Εγώ έτσι το βλέπω και έτσι το χαρακτηρίζω. Κάνουμε ένα, μια πολύ σημαντική δουλειά για το περιβάλλον. Πολύ καλή. Γιατί τα βλέπουμε μπροστά μας. Δηλαδή δίχτυα, αυτά τα πράγματα, εκατό χρόνια να περάσουν το πλαστικό πλαστικό θα είναι. Θα το βγάλεις από τη θάλασσα, θα το πετάξεις. Απλώς, θα μαζέψει σαβούρες διάφορα. Θα γίνει ένα πράγμα, μια μάζα. Θα τη βγάλεις μετά από εκατό χρόνια και θα λες: «Τι είναι αυτό το πράγμα;». Και θα είναι δίχτυ και θα έχει φορτώσει επάνω μικροαντικείμενα. Θα έχει ψάρια. Περιττό να σας πω, βέβαια, ότι πρόσφατα τώρα τα παιδιά που ’χαν έρθει της G.S., που ήρθανε στην Αντίπαρο και κάνανε καταδύσεις σε ένα σημείο που τους πήγα με το σκάφος, βουτήξανε και βγάλανε ένα κομμάτι δίχτυ. Μάλλον, δύο κομμάτια δίχτυα βγάλαμε. Αλλά το ένα κομμάτι, το έχω τραβήξει και φωτογραφία, έχει ένα ψάρι ένα κιλό. Το οποίο είναι το ψάρι γερό, μια στήρα συγκεκριμένο. Το ψάρι είναι γερό. Και είναι ψόφιο απάνω στο δίχτυ. Και το δίχτυ αυτό μπορεί και να είναι πέντε χρονών. Οπότε, λοιπόν, καταλαβαίνουμε τι καταστροφή γίνεται. Εγώ, βέβαια, έχω τη γνώση, με την πείρα μου τόσα χρόνια μες στη θάλασσα. Και ξέρω. Όπως έλεγα και στα παιδιά εκεί, στην ομάδα που βουτήξανε: «Εγώ», λέω, «προσωπικά, δίχτυα έχω πολλές φορές, μου έχουνε κοπεί. Έχουνε μείνει κάτω. Αλλά ποτέ δεν τα αφήνω». Και με ρωτάγανε: «Με τι τεχνική τα βγάνεις;». Δηλαδή πας σε ένα σημείο. Και είναι 50, 70 μέτρα, 100 μέτρα, «πώς θα το βγάλεις το δίχτυ;». Δεν κάνω μπάνιο, να βουτήξω να το βγάλω βέβαια. Αλλά, το βγάζω με τεχνικές δικές μου. Λένε: «Μα, πώς;». «Τώρα, πώς να σου εξηγήσω;» λέω. Υπάρχουν τεχνικές, λόγω της πείρας, που τα βγάζω. Δεν τα παρατάω. Πρέπει να το βγάλω, να το ξαρματώσω, να το σκίσω το δίχτυ, να το βγάλω κομμάτια. Να το βγάλω. Να φύγει, να βγει από μέσα από τον βυθό. Και να πάρω τα υλικά που έχω εγώ πάνω. Τα υλικά που λέμε, φελλά, μολύβια, γιατί αυτά κοστίζουνε. Και άμα μείνουνε κάτω, μετά είναι ζημιά για τον κάθε καπετάνιο. Βέβαια, άλλος, όμως, που έχει την οικονομική ευχέρεια και του έμεινε 100 μέτρα δίχτυ ή 200 μέτρα δίχτυ, λέει: «Κόπηκε; Δεν βαριέσαι! Άσ’ το». Το κάνουνε, να πω, παρεμπιπτόντως, το κάνουνε πολλοί αυτό. Εγώ, όμως, δεν είμαι ένας απ’ αυτούς τους πολλούς αυτούς. Γιατί δεν έχω, και όπως πολλοί συνάδελφοί μου σαν κι εμένα, δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να το κάνουνε αυτό. Δηλαδή να το αφήσουν το κομμάτι αυτό κάτω. Πρέπει να το βγάλει. Με όποιον τρόπο μπορεί. Και έτσι, δεν παρατάς εργαλείο κάτω. Και είναι δύσκολα, είναι δύσκολα, δηλαδή να τα αφήνεις τα εργαλεία κάτω. Γιατί κάνει ζημιά. Τα βλέπομε. Και εγώ, αυτήν τη στιγμή, ξέρω δηλαδή, μετά από τόσα χρόνια που κάνω τη δουλειά αυτήν, ξέρω πολλά σημεία. Και εδώ στην Ανάφη, τα οποία τα έχουμε προγραμματίσει και όταν τα πράγματα φτιάξουν δηλαδή και δεν μας έχουν περιορισμένοι και αυτά, θα φροντίσουμε να καθαρίσουμε και εκεί τον βυθό. Δηλαδή ξέρουμε, υπάρχουν εργαλεία κάτω. Δίχτυα και διάφορα αντικείμενα απ’ τον βυθό. Πρέπει να καθαριστούνε, γιατί δεν είναι μόνο αυτά που βλέπουμε. Έχει κι ο βυθός μέσα πράγματα. Τα οποία πρέπει να φύγουνε. Γιατί, είπαμε. Ξεκινάμε, να το ξαναπώ πάλι, ότι με την παιδεία, δηλαδή ο άλλος τα παράταγε κάτω, λες: «Δεν βαριέσαι, άσ’ το». Τώρα, όμως, οι περισσότεροι δεν το λένε «άσ’ το». Δεν το παρατάει ο άλλος. Πολύ δύσκολα.
Σπουδαία προσπάθεια. Ελπίζω, μακροπρόθεσμα είτε πιο άμεσα, να φτιαχτεί και ένας σταθμός εδώ στην Ανάφη–
Θα φτιαχτεί–
Θα φτιαχτεί, πιστεύω ότι–
Όχι, μην το πιστεύετε. Το έχουμε προγραμματίσει. Είναι προγραμματισμένο. Οι ενέργειες είναι όλες εν πλω, που λένε. Το μόνο που δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτήν τη στιγμή η ομάδα. Η ομάδα, δηλαδή περιμένει το okay, να μπορούν να βγούνε. Δεν μπορούνε να βγούνε, δεν έρχονται. Εγώ θα το έκανα από μόνος μου, δηλαδή θα έκανα τον σταθμό από μόνος μου. Γιατί έχω τον τρόπο, ξέρω. Πήγαμε και Σαντορίνη με ένα παιδί, δυο άτομα, μας λένε τότε «δεν χρειάζεται». «Έχω», λέω, «γνωστούς, θα βοηθήσουνε». Με πέντε τηλέφωνα που ’κανα έγινε η δουλειά. Έγινε από εκεί. Εγώ δεν τα ’ξερα αυτά τα πράγματα. Και μου λένε και τώρα ο Γιώργος, που είναι το κουμάντος, ας το πούμε. Εντάξει, ο άνθρωπος είναι ομαδάρχης, κάνει την, όλη τη διεύθυνση κατευθύνει. Μου λέει: «Ρε Γιώργο», μου λέει. «Ναι», λέω, «δεν είναι δύσκολο» του λέω. «Α, ρε Γιώργο», μου λέει, «μου ’χεις λύσει» λέει «τα χέρια». «Δεν σου έχω λύσει τα χέρια, μπορώ και το κάνω». Έρχομαι στην Ανάφη, παράδειγμα, εδώ με το αυτοκίνητο. Γιατί έρχομαι κάθε δυο μήνες, λόγω που έχω έναν κήπο, κάποια δέντρα, ας πούμε. Και μ’ αρέσει κι έρχομαι κάθε δυο μήνες. Αν δεν έρχομαι για ψάρεμα, θα ’ρχομαι με το αυτοκίνητο. Και θα έχω μία βδομάδα να καθίσω, να φτιάξω τα δέντρα μου, να δω τα πεθερικά μου. Να δω πέντε φίλους. Και δρόμο, φεύγω. Και δεν φεύγω, που πάει το καράβι, από Ανάφη Πάρο κατευθείαν. Θα βγω στην Σαντορίνη, θα πάω να κάνω τον γύρο της Σαντορίνης να ελέγξω τους σταθμούς. Δίχως να ξέρει κανένας κάτι. Από μόνος μου. Και θα πάρω άλλο καράβι μετά, να πληρώσω έξτρα εισιτήρια, για να φύγω να πάω το βράδυ στο σπίτι μου. Αυτό νομίζω ότι λέει πολλά, δηλαδή. Και δεν μου λέει κάποιος «πήγαινε». Πάω από μόνος μου.
Θαυμάζω το πείσμα σας σε αυτό το έργο. Και εύχομαι να συνεχίσετε έτσι.
Θα συνεχίσουμε όσο είμαστε, όσο που είμαστε καλά και θέλει κι ο Θεός κι είμαστε καλά, θα το πολεμήσουμε όσο μπορούμε.
Κάτι για να κλείσουμε, κύριε Γιώργο. Από την Ανάφη, γιατί είναι ένας πολύ όμορφος τόπος. Πολύ άγριος. Δεν ξέρω αν συμμερίζεστε την άποψή μου για αυτόν. Ποιο είναι το αγαπημένο σας σημείο, αυτό που θέλετε να αγναντεύετε;
Γενικά και το όνομα Ανάφη μόνο που μου λένε, με γεμίζει όλον. Δηλαδή δεν μπορώ να χαρακτηρίσω το κομμάτι εδώ, ας πούμε, παράδειγμα, του λιμανιού. Είτε το μοναστήρι. Γενικά, άμα λέω Ανάφη με γεμίζει όλο το μέρος. Και οι ανθρώποι της. Και το λέω όλο το, γενικά, το περιεχόμενο που έχει. Και η στεριά και όλο. Και η θάλασσα, γύρω-γύρω όλα. Όπου να γυρίσω έχω και μια καλή μνήμη. [01:00:00]Είτε στη θάλασσα είτε στη στεριά. Και να σου πω, για να κλείσουμε κιόλας, ότι ακριβώς το μυαλό μου, όπως είναι εδώ στην Αντίπαρο, μπορώ να σου πω με βεβαιότητα. Δηλαδή από δω, από την ακτή, μέχρι δύο-τρία μίλια έξω, γύρω-γύρω περιμετρικά την Ανάφη, στο μυαλό μου έχω, στον σκληρό μου δίσκο γραμμένο, αυτό είναι πολύ σημαντικό που σας λέω, ξέρω ο βυθός κάτω τι έχει. Ξέρω πού κάνει αυτήν τη στιγμή τον αστακό, πού κάνει το φαγκρί, πού κάνει το μπαρμπούνι, πού κάνει τα πάντα. Δηλαδή εδώ κάθομαι τώρα και βλέπω, ας πούμε, απέναντι εκεί και λέω: «Σ’ αυτό το κομμάτι κάνει», ας πούμε, «έχει μια πέτρα και κάνει φαγκριά. Ένα κομμάτι. Αν πάω λίγο πιο εκεί κάνει αστακούς. Αν πάω πιο εκεί κάνει συναγρίδες. Δηλαδή ξέρω στο κάθε κομμάτι, όπως κάθεσαι τώρα στην τηλεόραση, και τώρα, αυτήν τη στιγμή, κάθεσαι στο κομπιουτεράκι: «Τσακ! Τι να δούμε; Να δούμε ένα ντοκιμαντέρ που, τι θέμε; Να δούμε για καρχαρίες». Το βάλεις, το βλέπεις. Εγώ το έχω στο μυαλό μου, δηλαδή αυτήν τη στιγμή ξέρω η κάθε πέτρα, το κάθε σημείο. Δεν μπορώ να υπολογίσω τι ψάρια έχει απάνω, τι κιλά ψάρια έχει. Γιατί μπορεί να υπολογίσω ότι έχει δέκα κιλά ψάρια και να βάλω το παραγάδι μου και να πιάσω ένα ψάρι μόνο. Γι’ αυτό, αυτό εμένα δεν λέει τίποτα. Γιατί τα ψάρια άμα δεν τρώνε, δεν πιάνεις. Ή αν το δόλωμα δεν είναι καλό, δεν το πιάνεις. Και δεν μπορώ να τα πιάσω εγώ, αν βλέπω, ας πούμε, δέκα ψάρια, δέκα κιλά ψάρια να τα πιάσω εγώ. Θα πιάσω ένα ψάρι-δυο, θα περάσει άλλος συνάδελφος να πιάσει αυτός άλλα δυο. Και έτσι γίνεται αλυσίδα. Αλλά, γενικά, ξέρω τον βυθό. Τόσο, τόσο πολύ.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ για τον χρόνο σας.
Τίποτα. Και εγώ, να ’στε καλά. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορώ να ήμουνα κατανοητός. Ε, να τα καταλάβουνε αυτοί που θα τα ακούσουνε.
Παραπάνω απ’ όσο νομίζετε–
Γιατί νομίζω ότι ήτανε κάτι που είναι σημαντικά να ξέρουνε πράγματα, ας πούμε, ορισμένοι, ο κόσμος δηλαδή, γενικά, όλος. Γι’ αυτά τα θέματα.
Ευχαριστούμε πολύ.
Κι εγώ, να ’στε καλά.