Μια ζωή γεμάτη δράση: Η δικηγόρος Βερόνικα Λέκκα αφηγείται
Segment 1
Οι οικογενειακές στιγμές και αξίες, παιδικές και μαθητικές αναμνήσεις
00:00:00 - 00:19:20
Partial Transcript
Καλησπέρα! Καλησπέρα! Θα μας πείτε το όνομά σας; Λέκκα Βερονίκη λέγομαι. Είναι Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου του 2020, είμαι με την κυρία Λέκ…ανε δύο εντελώς διαφορετικά άτομα. Δεν πίστευε η μία με την άλλη πόσο ανήσυχη ήμουνα στο γυμνάσιο και πόσο ήσυχη ήμουνα στο λύκειο. Φοβερό.
Lead to transcriptSegment 2
Οι σπουδές στο εξωτερικό και η μετέπειτα επαγγελματική πορεία και δράση
00:19:20 - 00:43:08
Partial Transcript
Τέλος πάντων, μετά σοβάρεψα και παρασοβάρεψα. Έφυγα, σπούδασα στο εξωτερικό. Όλα μου τα αδέρφια σπουδάσανε στο εξωτερικό. Σπουδάσαμε στην Ιτ…αντικό αυτό. Αυτό, ναι, δεν θα πάψω να το κάνω. Τώρα αν ενεργά ασχοληθώ πάλι, κανείς δεν ξέρει. Ούτε εγώ. Θα σας το ’λεγα. Μάλιστα. Ωραία!
Lead to transcript[00:00:00]Καλησπέρα!
Καλησπέρα!
Θα μας πείτε το όνομά σας;
Λέκκα Βερονίκη λέγομαι.
Είναι Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου του 2020, είμαι με την κυρία Λέκκα Βερονίκη.
Ναι.
Και βρισκόμαστε στη Σπάρτη. Είμαι η Παρασκευή Παπακωνσταντίνου, είμαι ερευνήτρια στο Istorima και ξεκινάμε. Πείτε μας για τη ζωή σας.
Γεννήθηκα το 1980 στη Νίκαια Αττικής. Ήτανε μία περιπετειώδης εισαγωγή στη ζωή η γέννησή μου, διότι μετά από δέκα ώρες τοκετού γεννήθηκα στο νοσοκομείο που εργαζόταν ο πατέρας μου. Ήτανε σοκαριστικό και για τον ίδιο να δεχθεί το τέταρτο παιδί του με τόσο επεισοδιακό και δύσκολο τρόπο. Και, ευτυχώς, η μάνα μου βγήκε ηρωίδα από όλο αυτό που έζησε μετά από δέκα ώρες τοκετό. Γεννήθηκα με παράλυτο χέρι λόγω του τοκετού. Οι γιατροί – Ήταν τόση η πίεση, που εγώ βγήκα με το αριστερό χέρι παράλυτο. Είχανε πάει σε όλους τους γιατρούς που μπορούσαν να φανταστούν εκείνη την εποχή. Γιατρός γαρ ο πατέρας, έπρεπε να... είχε πρόσβαση, ας πούμε, σε γιατρούς κατάλληλους για προβλήματα τέτοια. Κι είχαν πει ότι θα έμενα για πάντα παράλυτη από το χέρι, γιατί το νεύρο το αρχικό –τώρα δεν ξέρω αν σ' τα εξηγώ καλά– είχε σπάσει και ήταν παράλυτο. Τέλος πάντων, η μητέρα μου – Το αριστερό μου χέρι το ότι κινείται και ότι είμαι μια χαρά και δεν έχω προβλήματα αναπηρίας το οφείλω 100% στη μητέρα μου, γιατί επί δύο μήνες ήταν αυτή που έκανε ασκήσεις στο χέρι μου. Κάθε κίνηση που κάνει το χέρι της έκανε. Κάθε μέρα, όλη μέρα. Και έκλαιγε όλη μέρα ασφαλώς. Μέχρι που μία μέρα γύρισε ο πατέρας μου απ’ το νοσοκομείο και είδε ότι το χέρι μου δεν ήταν δεμένο ψηλά, όπως έπρεπε να είναι –μου το δένανε ψηλά κάπως– και ήταν πεσμένο. Είχε φύγει από τη γάζα. Δεν ξέρω τώρα νεογέννητη που ήμουν. Και της λέει: «Γιατί το χέρι είναι έτσι του παιδιού;», λέει: «Το είχα δέσει». Και είχε επανέλθει το χέρι μετά από δύο μήνες προσπαθειών. Οπότε, αυτό ήτανε η γέννηση, η γέννησή μου. Είμαι παιδί πολύτεκνης οικογένειας. Εγώ είμαι η τέταρτη στη σειρά, έχω άλλα τρία μεγαλύτερα από μένα αδέρφια και δύο μικρότερα. Τα δύο μικρότερα είναι και δίδυμοι τα αδέρφια μου. Το 1982 γύρισαν οι γονείς μου στη Σπάρτη και εγώ απ’ το ’82 έχω μεγαλώσει στη Σπάρτη. Φύγαμε απ’ την Αθήνα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν σε ένα σπίτι με οχτώ άτομα. Φανταστείτε. Με έναν πατέρα που δούλευε όλη την ημέρα, γυναικολόγος στο επάγγελμα. Με μία μητέρα που δούλευε φιλόλογος στο λύκειο. Και αν είμαι πάρα πολύ, έτσι, σαν προσωπικότητα δυναμική κα ενεργητική στη ζωή μου μέχρι τώρα, νομίζω ότι το οφείλω στις εικόνες που έχω από την παιδική ηλικία, βλέποντας τη μητέρα μου και τον πατέρα μου, δύο ανθρώπους με έξι παιδιά, να δουλεύουν ασταμάτητα και να ασχολούνται μαζί μας ασταμάτητα. Εγώ τη μητέρα μου δεν τη θυμάμαι ποτέ –δεν ξέρω τώρα αυτό πώς θα ακουστεί, καλό ή κακό, αλλά για ένα παιδί νομίζω ότι το θεωρεί δεδομένο–, δεν την είχα δει ποτέ να μας αφήσει, να πάει μόνη της να βγει έξω για καφέ με τις φίλες της. Ποτέ. Ήταν ένα είδος κτητικότητας των παιδιών προς τη μητέρα. Αλλά νομίζω και η μητέρα μου ήθελε να ρουφήξει κάθε στιγμή μαζί μας. Και δεν μετάνιωσε ποτέ που ήταν η ζωή της όλη με εμάς, όσο της επέτρεπε η δουλειά της ως φιλόλογος. Ο πατέρας μου, εντάξει, πρωί-απόγευμα σε μια ιδιωτική κλινική. Καταλαβαίνετε ότι δεν υπήρχε και πολύς χρόνος για πολλά. Τον βλέπαμε τα Σαββατοκύριακα, όταν πηγαίναμε πολύ συχνά μαζί του στο χωριό του, λίγο πιο έξω από τη Σπάρτη. Με τ’ αδέλφια μου δημιούργησα πολύ στενούς δεσμούς, γιατί είχαμε κοινά. Η μητέρα μου προσπαθούσε να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα εξωσχολικά. Δηλαδή από μικρά ασχοληθήκαμε με [00:05:00]τον αθλητισμό και τη μουσική. Και επειδή είναι υπέρμαχος ανέκαθεν της ανεξαρτησίας της γυναίκας η μητέρα μου, ήταν πάντα υπέρ της δικής μας άριστης, όσο το δυνατόν, εκπαίδευσης. Γι’ αυτό κι εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου και τα αδέρφια μου όλα, όχι μόνο τα κορίτσια αλλά και τα αγόρια, να είμαστε πολύγλωσσοι. Έχουμε μάθει τρεις γλώσσες ο καθένας μας. Έχουμε κάνει πιάνο, κλασικό πιάνο, στο Ελληνικό Ωδείο, στο παράρτημα που υπάρχει στη Σπάρτη, αλλά και θεωρεία της μουσικής. Είχαμε, δηλαδή, μία σφαιρική εκπαίδευση γύρω από τη μουσική. Και με τον αθλητισμό όσο γινόταν. Μάλιστα στο δημοτικό – Τώρα μπορεί να πηγαίνω μπρος πίσω στην ηλικία μου, αλλά ό,τι θυμάμαι θα λέω. Μάλιστα, στο δημοτικό που πήγαινα, μετά από κάποια αθλήματα, είχε έρθει μία ομάδα γυμναστών από το τότε, μόλις είχε ανοίξει, το Αθλητικό Γυμνάσιο. Αν το θυμάσαι κι εσύ. Το Τρίτο Γυμνάσιο εθεωρείτο Αθλητικό Γυμνάσιο, τώρα δεν θυμάμαι να σου πω. Και μας είχαν επιλέξει ως παιδιά που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την αθλητική καριέρα. Κάναμε πάρα πολλή προπόνηση, για να εστιάσουμε στα αθλήματα. Και είχα επιλεχθεί, να σου πω την αλήθεια. Τετάρτη δημοτικού ήτανε. Παίρνανε πέντε παιδιά από κάθε τμήμα. Τα τμήματα τότε ήταν τριάντα-τριάντα πέντε παιδιά. Τέλος πάντων, το ξεκίνησα αυτό, αλλά κάπου στην πορεία είδα ότι μου έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο από άλλα ενδιαφέροντα και κάπου είχα κουραστεί. Δηλαδή ήθελα να κάνω και άλλα πράγματα, δεν ήθελα μόνο αθλητισμό, αθλητισμό και τίποτα σε τόσο σοβαρό επίπεδο. Έτσι, λοιπόν, σε αυτήν την οικογένεια εμείς μάθαμε δύο-τρεις γλώσσες. Και ήταν βέβαιο, μας είχαν εντρυφήσει την ιδέα ότι έπρεπε όπως και δήποτε να σπουδάσουμε, διότι πίστευαν οι γονείς μου ότι οι πιο γερές βάσεις είναι αυτές που βασίζονται στην εκπαίδευση και στη μόρφωση. Δεν μας είπαν: «Θα κάνεις αυτό, θα κάνεις εκείνο», μας λέγανε: «Πρέπει να σπουδάσεις και μετά κάνε ό,τι θέλεις». Αυτό το θυμάμαι! Επίσης, ήτανε πάρα πολύ θετικοί στο να ταξιδεύουμε. Μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα του ιδιωτικού σχολείου εδώ που πήγαινα, εγώ και τ’ αδέρφια μου έχουμε κάνει ταξίδια που δεν τα κάνει κανείς συχνά. Οι αδερφές μου είχανε πάει στην Αφρική, θυμάμαι, με αυτό το ιδιωτικό σχολείο εδώ, το δημοτικό. Τα αδέρφια μου είχανε ταξιδέψει στην Ευρώπη τ’ αγόρια, πολύ μικρά, Γαλλία, Ιταλία. Ένα αυτό. Ή και εμείς ως οικογένεια, ως παιδιά, ταξιδεύαμε το καλοκαίρι κυρίως σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Δηλαδή η μία μου η αδερφή που έκανε γερμανικά –εγώ δεν έκανα γερμανικά, εγώ έκανα αγγλικά, γαλλικά– πήγαινε τα καλοκαίρια στη Γερμανία σ’ ένα σχολείο καλοκαιρινό, που είχε αθλητικές δραστηριότητες και μάθαινες και την κουλτούρα τη γερμανική και τη γλώσσα. Αυτά, λοιπόν, τα κάναμε – δεν είναι μόνο δικές μου εμπειρίες, είναι παράλληλες εμπειρίες και των υπόλοιπων αδελφών μου. Πέρα, όμως, από την τόση εκπαίδευση που είχαμε, πάντα υπό την επίβλεψη της μάνας μας, τα καλοκαίρια τα θυμάμαι πάρα πολύ ξέγνοιαστα. Δηλαδή περνάγαμε πάρα πολύ καιρό στο χωριό και του πατέρα μου και της μάνας μου. Είμαι τυχερή, γιατί προέρχονται από καταπληκτικά χωριά. Ο πατέρας μου είναι απ’ τη Λακωνία, από ένα χωριό που είναι 5 χιλιόμετρα από τη θάλασσα, και η μητέρα μου είναι απ' την Αρκαδία, από το βουνό. Πανέμορφα μέρη, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, με μία ώρα απόσταση. Η Στεφανιά έχει αυτήν τη φοβερή ζέστη, που σου προκαλεί να είσαι όλη μέρα στη θάλασσα. Και ήμασταν όλη μέρα στη θάλασσα και όλη μέρα παιχνίδι στην παραλία. Η γιαγιά και ο παππούς δεν μας χάλαγε ποτέ χατίρι. Ποτέ, ποτέ, ποτέ! Και μάλιστα, εντάξει, ήμασταν στα όρια... εντάξει, ακραία φαινόμενα καθημερινά στο σπίτι των παππούδων. Θα σου πω ένα. Δεν ξέρω πώς θα ακουστεί, αλλά είναι αλήθεια αυτό. Λοιπόν, η μητέρα μου έλεγε: «Στο σπίτι της γιαγιάς θα κάνετε ό,τι θέλει η γιαγιά. Δεν θα πω ποτέ τίποτα, κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Αν η γιαγιά σας θέλει να κάνετε αυτό, εκείνο ο παππούς σας, θα κάνετε ό,τι λέει η γιαγιά και ο παππούς σας και μετά θα ρωτάτε εμένα». Η γιαγιά και ο παππούς δεν μας χαλάγανε ποτέ χατίρι. Είχαν ένα καναπέ, θυμάμαι, που έπεφτε ο μισός σαν κατηφόρα. Σαν να… επειδή γινότανε κρεβάτι, δεν [00:10:00]ξέρω, τον μισό μπορούσαμε να τον κάνουμε... ήταν κατηφορικός, βρε παιδί μου, πριν τον ανοίξουμε για να γίνει κρεβάτι. Είχε τύχει να βλέπω τον αδερφό μου να κάνει ποδήλατο πάνω στον καναπέ. Δηλαδή, θέλω να σου πω, ήταν ο ορισμός της ξεγνοιασιάς, η απόλυτη ασυδοσία. Πάντα μπροστά στη γιαγιά και στον παππού, δεν κάναμε κάτι κρυφό. Όπως επίσης, εντάξει, ο παππούς μπορεί να ήταν υπερβολικός, γιατί πάντα ήθελε... όταν πίνανε τον καφέ τους το απόγευμα, θέλαν να μας έχουν παρέα. Και παίζαμε... πώς παίζεις τις κυρίες με τις φίλες σου; Η γιαγιά έκανε ένα υποτυπώδες, ας πούμε, κακάο, να φαίνεται σαν καφές και καθόμασταν όλοι και πίναμε υποτίθεται καφέ. Και ο παππούς πάντα έφερνε δεκάδες γλειφιτζούρια. Παλιά υπήρχαν μια σειρά γλειφιτζουριών, που ήτανε στη σειρά μέσα σε ζελατίνες. Ολόκληρη σειρά και τα έκοβες ένα ένα. Επειδή η γιαγιά τον μάλωνε: «Δεν πρέπει να φέρνεις τόσα γλυκά και τόσα γλειφιτζούρια και πολλά...» – είχε και υποβρύχιο τότε, αν θυμάσαι, μαζί με τον καφέ. Λοιπόν, χαμός από υποβρύχια και από γλειφιτζούρια – τα έκρυβε ο παππούς μου από τη γιαγιά μου. Καλά, όχι από τη μάνα μου και τον πατέρα μου εννοείται. Τα έκρυβε δεν θυμάμαι πού στο σπίτι και μας καλούσε κρυφά: «Ψιτ, έλα εδώ» και μας έδινε ένα όταν φεύγαμε να πάμε να παίξουμε, ξέρω γω, ή όταν γυρνάγαμε. Ναι, θέλω να σου πω ότι σε αυτήν την οικογένεια από τη μία πλευρά είχαμε την καθοδήγηση των γονέων: «Να μορφωθείτε, να αποκτήσετε εφόδια πάρα πολύ ισχυρά». Από την άλλη, όμως, είχαμε και την απόλυτη ασυδοσία στους παππούδες. Στους παππούδες της θάλασσας, γιατί στη γιαγιά δεν γνώρισα ποτέ τον παππού μου απ’ την πλευρά της μαμάς μου. Είχε φύγει πάρα πολύ νωρίς, πριν γεννηθώ. Ήτανε το άκρως αντίθετο η γιαγιά μου στην Αρκαδία. Ήτανε πάρα πολύ αυστηρή με τις ώρες. Δηλαδή τώρα ξυπνάμε, τώρα παίζουμε, τώρα τρώμε, τώρα ξαπλώνουμε για να μην ενοχλούμε τους γείτονες, τώρα παίζουμε, τώρα μαζευόμαστε. Δεν έχει εξαλλοσύνες αργά το βράδυ, είμαστε μικροί και πρέπει να μαζευτούμε νωρίς στην αυλή. Βέβαια, παίζαμε στην αυλή, αλλά μας μάζευε απ’ την πλατεία. Ήταν τα αντίθετα, εντελώς αντίθετα άκρα. Θυμάμαι στη Βλαχοκερασιά, στο χωριό της μάνας μου, έπαιζα με τα πρώτα μου ξαδέρφια, γιατί μαζευόμασταν και παίζαμε κάποιες μέρες τον Αύγουστο στην πλατεία. Μας έλεγε η γιαγιά, ξέρω γω: «8.00 η ώρα θα είσαστε πίσω, αλλιώς η πόρτα κλείνει». Και το εννοούσε. Ήταν απίστευτη! Θυμάμαι την ταχύτητα κάτι φορές. Εγώ ήμουν απ’ τα πιο μικρά. Ήταν μεγαλύτερα τα ξαδέρφια μου και τα αδέρφια μου. Είχαμε αργήσει, ξέρω γω, κόντευε 8.00. Θυμάμαι την ταχύτητα που μ’ έβαλε ο ξάδερφός μου ο Νικόλας καβάλα στο ποδήλατο και αυτός όρθιος, να πηγαίνει με 300 στην κατηφόρα, λέω: «Πάει, θα σκοτωθούμε». Πώς στρίψαμε, πώς φτάσαμε... Τέλος πάντων, πολύ ωραίες καλοκαιρινές, παιδικές αναμνήσεις. Βέβαια, με τη γιαγιά ήμασταν πάντα σοβαροί, σωστοί. Έπρεπε να φάμε όλο μας το φαγητό, αλλιώς δεν σηκωνόμασταν. Ήτανε φοβερή. Δηλαδή το άκρο αντίθετο απ' την άλλη γιαγιά. Αλλά δεν είναι ότι περνάγαμε άσχημα, γιατί πηγαίναμε. Δηλαδή ήτανε όλα ωραία. Μια χαρά. Είχε και δροσιά εκεί, γιατί είναι το βουνό, ήμασταν ψηλά. Ήταν άλλες διακοπές. Διακοπές στο βουνό. Πολύ κοντά ένα τεράστιο δάσος. Ήμασταν πολύ περισσότερα παιδιά στη Βλαχοκερασιά. Όλα, πολλοί συγγενείς, θα παίζαν ποδόσφαιρο τ’ αγόρια, εμείς θα κοιτάγαμε, παίζανε κυνηγητά, μπάλα… Ήταν ωραία. Αυτά η παιδική-παιδική ηλικία. Αργότερα... Τι ήθελα να πω για τη γιαγιά την Κατερίνα; Θυμάμαι η γιαγιά η Κατερίνα, τη φοβόμασταν λίγο στη Βλαχοκερασιά, γιατί ήταν έτσι αυστηρή, τηρούσε τα ωράρια ανελλιπώς. Κάποτε, δεν θυμάμαι πού είχαμε πάει με κάτι γειτονόπουλα και βγήκε η μητέρα των παιδιών αυτών να μας μαλώσει, γιατί κάπου είχαμε φύγει πολύ μακριά. Δεν θυμάμαι τώρα τι, είχαμε κρυφτεί σε κάτι... θα γινόταν ένα αρδευτικό δίκτυο τεράστιο και υπήρχαν τεράστιοι τσιμεντένιοι σωλήνες, που χωράγαμε μέσα δηλαδή. Και είχαμε χωθεί μέσα, αυτή προφανώς είχε φοβηθεί και έβαλε τις φωνές, δεν ξέρω, ήθελε να μας δείρει και όλα αυτά. Γιατί τότε δέρνανε περισσότερο, τώρα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Θυμάμαι όμως και είχαμε τρέξει να κρυφτούμε στην αυλή μας, [00:15:00]να μην μας πιάσει αυτή η γυναίκα. Θυμάμαι πόσο ένιωσα τόση προστασία κάτω απ' τη γιαγιά μου που βγήκε έξω. Η γιαγιά μου ήταν ψηλή, γεροδεμένη, ήτανε γυναικάρα θα πεις αν την έβλεπες σήμερα. Πώς θυμάμαι που βγήκε έξω στην αυλή και της λέει: «Τι κάνεις εδώ; Τι θέλεις;». Δηλαδή πλησιάζεις τα δικά μου εγγόνια έτσι; Δηλαδή φύγε. Το θυμάμαι αυτό, το πόσο... την τρομάρα ότι θα μας πιάσει και το πώς τρέξαμε στην αυλή και βγήκε μπροστά η γιαγιά στην πόρτα και της λέει: «Τι γίνεται εδώ;». Τέλος πάντων, αυτά η παιδική ηλικία. Περάσαν τα χρόνια. Δεν ξέρω γιατί, νομίζω πάντα στη ζωή μου, μέσα μου, σαν να ήτανε δεδομένο ότι θα πάω στη νομική. Δεν ξέρω γιατί. Δεν είμαι η κοπέλα που είπα θα πάω, δεν ξέρω, να μάθω, να γίνω μεταφράστρια, ή γιατρός, ή μηχανικός. Δεν πήγαινα καθόλου καλά στα θετικά μαθήματα, τραγωδία. Ένα αυτό. Και δεν ξέρω, μέσα μου, εντάξει, σκεφτόμουνα λίγο τη δουλειά της μαμάς, αλλά έβλεπα ότι είχε πολύ κορεσμό, τέλος πάντων, αυτό το επάγγελμα και το προσπέρασα σχεδόν αμέσως. Δεν ήτανε στις επιλογές. Α, πόσο ζωηρό παιδί ήμουνα τότε. Ήμασταν συνέχεια, όπως καταλαβαίνεις, μες στη φύση, είτε στη θάλασσα είτε στο βουνό. Με την αδερφή μου φτιάχναμε τόξα, βρίσκαμε ιδανικά κλαριά και, δεν ξέρω, δέναμε ένα είδος σκοινιού και ακονίζαμε άλλα κλαριά και παίζαμε τόξα με κάτι ξαδέρφια. Βρίσκαμε κάποια φυτά, που είχανε μέσα υγρό, φτιάχναμε γούβες για να πατάει μία συγκεκριμένη πολύ ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία ήτανε χρυσός άνθρωπος. Έπεφτε μες στη γούβα, δεν έχει σπάσει ποτέ πόδι, δεν ήταν πια τόσο, γέμιζε με αυτά τα υγρά και έλεγε: «Κορώνες μου, τι κάνετε;». Να σου πω, μάλλον δεν ξέρω αν το ξέρεις, στη Μάνη από κει που είμαι εγώ, το «Κορώνα μου» ήτανε σύνηθες να σε λέει ο παππούς ή η γιαγιά. Ήτανε έτσι χαϊδευτικό και πολύ τρυφερό γι' αυτούς. «Τι κάνεις, κορώνα μου;». Αν σ’ το πει άντρας για φαντάσου πόσο γοητευτικό είναι, να σε πει «Κορώνα μου». Εγώ το έχω ακούσει μέχρι τώρα μόνο απ' τον παππού, τη γιαγιά και το σόι δηλαδή. Ναι, ήμασταν συνέχεια μες στη φύση το καλοκαίρι. Τον χειμώνα είχαμε τα μαθήματά μας, τις γλώσσες μας, τα αθλήματά μας, τις μουσικές μας. Και το καλοκαίρι είχαμε απίστευτο παιχνίδι. Όσο μεγαλώναμε, ταξιδεύαμε. Αρχίσαμε να ταξιδεύουμε, όπως σου είπα, σε διάφορες χώρες. Δηλαδή μετά τη δευτέρα γυμνασίου κάποιο καλοκαίρι πάντα θα κάναμε ένα ταξίδι, είτε αυτά τα υπερατλαντικά είτε αυτά στην Ευρώπη. Και σιγά σιγά, από το τόσο απίστευτα ζωηρό κορίτσι που ήμουν, ήρθα και σοβάρεψα πάρα πολύ στο λύκειο. Δεν ξέρω, διάβαζα και πώς να σου πω, ήμουνα πάρα πολύ... πώς να σου πω, σαν να τα έκανα όλα και μετά διάβαζα και τέρμα. Το περιστατικό που η μάνα μου δεν θα ξεχάσει ποτέ, ακόμα λέει ότι όταν πήγαινε να πάρει βαθμούς για εμένα στο γυμνάσιο, ανέβαιναν οι σφίξεις της καρδιάς της, τι θα ακούσει. Ηρέμησε στο λύκειο. Σε κάποια συγκέντρωση των εκπαιδευτικών, η μάνα μου ως φιλόλογος έτυχε να καθίσει στο τραπέζι, από τη μία πλευρά ήταν η φιλόλογός μου στο γυμνάσιο και από την άλλη πλευρά ήτανε η φιλόλογός μου στο λύκειο. Και μιλάγανε για μένα λες και ήτανε δύο εντελώς διαφορετικά άτομα. Δεν πίστευε η μία με την άλλη πόσο ανήσυχη ήμουνα στο γυμνάσιο και πόσο ήσυχη ήμουνα στο λύκειο. Φοβερό.
Τέλος πάντων, μετά σοβάρεψα και παρασοβάρεψα. Έφυγα, σπούδασα στο εξωτερικό. Όλα μου τα αδέρφια σπουδάσανε στο εξωτερικό. Σπουδάσαμε στην Ιταλία, στην ίδια πόλη, στο ίδιο σπίτι. Εγώ έκανα νομική, τα αδέρφια μου ήταν ήδη εκεί, κάνανε Ιατρική, οικονομικά. Πήγα εγώ και μετά συνέχισαν τα αγόρια που κάνανε Πολυτεχνείο. Η Ιταλία άρεσε ανέκαθεν στους γονείς μου. Είχε πάει ο πατέρας μου κάποιον χρόνο εκεί στα φοιτητικά του και την είχε αγαπήσει. Θέλανε να αποκτήσουμε όσο περισσότερες εμπειρίες γινόταν. Με το να σπουδάσουμε έξω, [00:20:00]μαθαίναμε μία άλλη κουλτούρα, έναν άλλο πολιτισμό. Πολύ καλά τα πανεπιστήμια στη Φλωρεντία. Ήταν δημόσια πανεπιστήμια, όχι ιδιωτικά. Ήτανε πολύ μεγάλο τεστ για τον εαυτό μας να μάθουμε να οργανωνόμαστε σε μία ξένη κοινωνία και να προσπαθήσουμε να βγάλουμε μία τόσο δύσκολη σχολή, όπως ήτανε τα οικονομικά, ή η ιατρική, ή η νομική. Έκανα, όμως, πολύ δυνατές φιλίες στη Φλωρεντία. Η Φλωρεντία είναι ένα κομμάτι της ζωής μου και της καρδιάς μου. Γιατί εκεί πλάστηκα, εκεί έγινα γυναίκα, εκεί γνώρισα πώς είναι πραγματικά η κοινωνία όταν φεύγεις απ’ τη φτερούγα του πατέρα και της μάνας. Και, ευτυχώς, είχα πολύ καλή επικοινωνία με τους Ιταλούς. Μοιάζουμε στον αυθορμητισμό σαν λαοί. Διαφέρουμε σε πάρα πολλά, αλλά έχω φίλες ακόμα που τις νιώθω αδερφές μου, δύο συγκεκριμένα, κι αυτές δικηγόροι. Η Φλωρεντία σού δίνει ένα άλλο είδος καθημερινότητας, είναι ένα κινητό μουσείο. Έχει μία ομορφιά που δεν την έχουμε εμείς στην Ελλάδα. Όχι μόνο η Φλωρεντία, όλη η Ιταλία είναι ένα, θα έλεγα, απέραντο μουσείο. Την Ιταλία την ταξίδεψα όλη, από το Βαρέζε απάνω μέχρι κάτω τη Σικελία. Στη Σικελία όντως σου θυμίζει Ελλάδα, διότι βλέπεις και φραγκοσυκιές στον δρόμο και κότες να περπατάνε στον δρόμο. Δηλαδή είναι τόσο, αν όχι Ελλάδα, Λακωνία. Εκεί πέρασα... ήταν δύσκολες οι σπουδές, δυσκολεύτηκα, οκ. Κατάφερα, όμως, να πάρω μία υποτροφία για τη Βοστώνη. Είχε συνεργαστεί τότε η Νομική της Φλωρεντίας με το Boston University School of Law. Για ένα εξάμηνο ήταν η υποτροφία και έφυγα και πήγα στη Βοστόνη έξι μήνες. Φοβερή εμπειρία κι εκείνη. Να είσαι στη Σπάρτη μεγαλωμένη, να πας στη Φλωρεντία και από τη Φλωρεντία να σου δοθεί η ευκαιρία να πας ένα εξάμηνο στη Βοστόνη, είναι εναλλαγές εικόνων που χαράσσονται μέσα σου. Εκεί ήταν ένα έντονο εξάμηνο. Πάρα πολύ δύσκολες οι σπουδές. Γνώρισα άτομα απ’ όλο τον κόσμο. Βλέπεις συνήθειες, κοινωνικές διαφορές, κοινωνικές αντιλήψεις, όλοι μέσα σε έναν τόσο μικρό χώρο που είναι, ας πούμε, μία σχολή. Και μαθαίνεις να προσαρμόζεσαι πάρα πολύ εύκολα στις διαφορετικές νοοτροπίες που έχει ο καθένας. Όταν κάποιος δίπλα σου –κι αυτό, ό,τι σου λέω είναι βιώματα– έχει κάνει αλλαγή φύλου και είναι συμφοιτητής σου, αυτό αυτομάτως σου αλλάζει την αντίληψη που έχουν κάποιοι άνθρωποι για το τι είναι η ζωή μου και το σώμα μου και οι αντιλήψεις μου για την καθημερινότητά μου. Δεν μπορώ εγώ, δηλαδή, πλέον σε αυτήν την ηλικία να παραξενευτώ με οτιδήποτε κι αν ακούσω. Δηλαδή, πώς να σου πω. Παίρνω παράδειγμα από αυτό. Δεν μπορώ να κάνω κριτική σε κάποιον που επέλεξε να ζει με άτομο του ίδιου φύλου ή να έχει κάνει αλλαγή φύλου και να αισθάνεται πραγματικά ο εαυτός του και αλλαγή ονόματος κατ' επέκταση. Θέλω να σου πω, τα δέχομαι όλα. Αυτά με έχουνε βοηθήσει, αυτά τα βιώματα, πάρα πολύ στην επιστήμη που έχω επιλέξει να κάνω. Και σαν άνθρωπο δηλαδή και σαν επιστήμονα. Νομίζω ότι η νομική επιστήμη είναι επιστήμη που συνεχώς μεταβάλλεται, μεταλλάσσεται, εξελίσσεται. Γιατί όπως αλλάζει η κοινωνία, η νομική επιστήμη πρέπει να την ακολουθεί. Πώς αλλάζει συνεχώς, ξέρω γω, ο ποινικός κώδικας. Πώς κάποια αδικήματα έχουν πάψει να υπάρχουν, που πρώτα ήτανε με πολύ αυστηρές ποινές. Πώς δεχόμαστε πλέον το σύμφωνο συμβίωσης, που αν το άκουγες πριν τριάντα χρόνια στον νομικό κόσμο, θα λέγανε ότι είσαι εξωγήινος. Οπότε, θέλω να σου πω ότι τα βιώματά μου με την επιστήμη που κάνω ήταν τύχη που τα έχω. Τώρα τι να σου πω; Μετά τις σπουδές, γύρισα... μετά τις σπουδές, μετά τη Βοστόνη, μετά τη Φλωρεντία – Τα αδέρφια μου όλα μείνανε έξω, ακολούθησαν... η μία μου αδερφή είναι γιατρός στη Φλωρεντία, παρέμεινε στη Φλωρεντία γιατρός, έχει κάνει οικογένεια. Η άλλη, γιατρός, έφυγε στην Αγγλία, έκανε εκεί ειδικότητα. Και η άλλη μου αδερφή, η Κατερίνα, έφυγε, είναι [00:25:00]έμπορος, έχει παντρευτεί στην Αμερική. Και τα δύο μου αδέρφια εργάζονται στη Ζυρίχη. Είναι πολλά χρόνια, δηλαδή, όλοι έξω. Εγώ επέστρεψα και λόγω του επαγγέλματος και λόγω του ότι… δεν ξέρω, λόγω του επαγγέλματος. Ήθελα να γίνω δικηγόρος εδώ, στην Ελλάδα. Και έδωσα αυτές τις εξετάσεις που έπρεπε και απ' το 2008 είμαι δικηγόρος. Έδωσα τα ΔΙΚΑΤΣΑ, όλες αυτές τις άδειες. Τώρα η ζωή εδώ πώς είναι; Η Σπάρτη είναι μία μικρή και ασφαλής πόλη, σου δίνει αυτά που έχει να σου δώσει, τα οποία είναι περιορισμένα όσον αφορά πολιτιστικές δράσεις. Δεν έχει τα θέατρα τα χειμερινά που έχει μία μεγάλη πόλη, μουσικά σχήματα που έχει μία μεγάλη πόλη. Έχει, αν ασχολείσαι με τον αθλητισμό, υπέροχα πράγματα να κάνεις, είτε ορειβασία είτε κολύμβηση. Αυτό, ναι, σ’ το παρέχει πλουσιοπάροχα. Το θετικό, όμως, είναι ότι, καλώς ή κακώς, είναι πολύ κοντά η Αθήνα και ένα άτομο σαν εμένα που του αρέσει να παρακολουθεί παραστάσεις ή μουσική, είσαι εκεί σε δυο ώρες. Το πιάνο που έκανα για δέκα χρόνια, αν και το έχω αφήσει χρόνια, δεν με άφησε ως προς το να πηγαίνω και να ακούω μπαλέτα ή κλασική μουσική. Μ’ αρέσει πάρα πολύ. Αυτό είναι κάτι που ακόμα κάνω. Παλιά, μικρή, ήμουνα μέλος και στη χορωδία του ωδείου που έκανα πιάνο. Το άφησα για κάποια χρόνια. Και τα τελευταία χρόνια έχω ασχοληθεί πάλι. Είναι η χορωδία «Η Ταϋγέτη». Είχε πάρα πολλές δράσεις μέχρι πέρσι, μέχρι τον κορονοϊό δηλαδή. Έχει διακριθεί και σε παγκόσμιο διαγωνισμό, έχει έρθει τρίτη, έχει πολλά βραβεία στην Ελλάδα, έχει λάβει μέρος σε διαγωνισμούς. Είναι μία ωραία απασχόληση. Φεύγει εντελώς το μυαλό σου από την καθημερινότητά σου όταν είσαι εκεί και τραγουδάμε. Είναι ωραία, μ’ αρέσει. Κάτι άλλο που... μ’ αρέσει πάρα πολύ να προσφέρω όπως μπορώ στην κοινωνία, στον συνάνθρωπο. Για δυο χρόνια ήμουνα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, μέχρι πέρσι δηλαδή, στο Γηροκομείο Σπάρτης, σε αυτό το νομικό πρόσωπο. Δεν είχα ξανασχοληθεί με την τρίτη ηλικία. Είναι συγκινητικό το πόσο ευαίσθητες είναι αυτές οι ψυχές σε αυτήν την ηλικία. Και δυο χρόνια μπορώ να πω ότι μέσα από τις δράσεις μας, νομίζω ότι προσφέραμε πολλά σε αυτούς τους ογδόντα ανθρώπους που ήτανε εκεί στο γηροκομείο.
Εσάς αυτή η εμπειρία τι σας έδωσε;
Κοίταξε, έγινα πολύ πιο ευαίσθητη όσον αφορά τα θέματα της τρίτης ηλικίας. Γιατί όσο είσαι νέος και ασχολείσαι με τη ζωή σου και με την ηλικία σου, δεν κάθεσαι να σκεφτείς τι αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος λίγο πολύ 80 ετών. Παίζει πλέον με τον χρόνο. Δηλαδή πραγματικά κάθε πρωινό που ξυπνάει ένας άνθρωπος αυτής της ηλικίας, λέει: «Θεέ μου, όντως ξύπνησα και είμαι καλά ή είμαι εδώ ή ζω ακόμα». Εμείς αυτό δεν το σκεπτόμαστε, γιατί λέμε: «Α, είμαστε νέοι και έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας». Αυτό δεν το εκτιμάμε, πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος. Αν η νεολαία με κάποιον τρόπο ερχόταν σε επαφή, συζητούσε, συνομιλούσε, όπως έχω κάνει εγώ αυτά τα χρόνια, με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, θα εκτιμούσε πολύ περισσότερο τον χρόνο του. Θα έκανε πολύ περισσότερα πράγματα στην καθημερινότητά του, θα εκτιμούσε τα απλά πράγματα που για άλλες ηλικίες είναι δώρο να τα έχουν. Και πιστεύω ότι θα είχαν και λιγότερα ψυχολογικά προβλήματα, λιγότερες στεναχώριες, θα απλοποιούσαν περισσότερο πράγματα που τα θεωρούν βουνό και δύσκολα. Δεν ξέρω, με το γηροκομείο, με τους τροφίμους που είναι σε ένα γηροκομείο, όταν έρχεσαι σε επί δύο χρόνια που ήμουνα εγώ, έτσι, σε επικοινωνία, βλέπεις ότι πρέπει να απλοποιήσεις καταστάσεις, να χαρείς αυτό που έχεις, να μην στεναχωριέσαι, να μην είσαι τόσο απαιτητικός από τη ζωή σου και τον εαυτό σου. [00:30:00]Όλα θα έρθουν στην ώρα τους. Και να εκμεταλλευτούμε όσο μπορούμε τον χρόνο, ρε παιδί μου, που έχουμε. Αυτό μου ’δωσε το γηροκομείο. Ήταν πολύ ωραίο, γιατί ήρθαμε σε επαφή με οργανισμούς που κάνανε τεράστιες δωρεές, το βάψαμε, αλλάξαμε κρεβάτια. Δηλαδή να βλέπεις να έρχονται τα ηλεκτρικά κρεβάτια, τα εντελώς σύγχρονα, φεύγουν τα παλιά. Δεν ξέρω, κάνανε πάρτι οι άνθρωποι εκεί μέσα, ήτανε φοβερό δώρο. Σου λέω εγώ τώρα παράδειγμα. Οι γιορτούλες που κάναμε, καλούσαμε τη χορωδία ή κάποια θεατρική παράσταση όταν υπήρχε εδώ να παίξει κάποιο θέατρο. Ήτανε για αυτούς φοβερό γεγονός. Αυτά όσον αφορά το γηροκομείο. Τώρα, μέσα από τη δουλειά μου, ένα πολύ πολύ ευαίσθητο κομμάτι με το οποίο είχα την τύχη να ασχοληθώ ενεργά και να ασχολούμαι ακόμα ήτανε πριν ένα χρόνο... όχι, πάνε δύο χρόνια. Είχα κληθεί από την Περιφερειακή Ενότητα Λακωνίας να μιλήσω ως δικηγόρος σε μία ημερίδα για την Αντιμετώπιση της Παιδικής Σεξουαλικής Κακοποίησης. Μέσα απ' αυτήν την ημερίδα, γνωρίστηκα με την βουλευτή Θεσσαλονίκης την Έλενα Ράπτη. Η Έλενα Ράπτη είναι η συντονίστρια της καμπάνιας που λέγεται «Ένα στα Πέντε» του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είχε έρθει, δηλαδή, να μιλήσει με αυτήν τη θέση η Ράπτη, εγώ ως δικηγόρος γι’ αυτό το θέμα, μία ψυχολόγος και ένας αστυνόμος γι' αυτό το πρόβλημα, για την σεξουαλική παιδική κακοποίηση. Έκτοτε, μαζί της συνεργάζομαι ενεργά σε αυτήν την καμπάνια, να προωθήσουμε όσο γίνεται την ενημέρωση για την πρόληψη της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Και είναι κι αυτό ένα πολύ ευαίσθητο κομμάτι και συγκλονιστικό, όταν ακούς κάποιες πολύ άσχημες ιστορίες που συμβαίνουνε στον διπλανό μας. Νομίζουμε ότι σαν άνθρωποι δεν θα μας συμβεί ποτέ τίποτα και όλα είναι γλυκά και χαλαρά. Δυστυχώς και μέσα από τη δουλειά μου ως δικηγόρος και μέσα από τη δράση αυτή, της καμπάνιας «Ένα στα Πέντε», πρέπει να είμαστε όσο γίνεται πιο ενημερωμένοι πάνω σε αυτό το θέμα. Και μέσα απ’ αυτήν την καμπάνια υπάρχουνε φυλλάδια, υπάρχει ιστοσελίδα, υπάρχουνε ιστορίες-παραμύθια που απευθύνονται σε παιδιά πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους. «Ένα στα Πέντε», λέμε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα παιδί στα πέντε κακοποιείται σεξουαλικά. Είναι τεράστιο το ποσοστό 20% της κακοποίησης της παιδικής. Και αυτό, η καμπάνια αυτή, με συντονίστρια την Έλενα Ράπτη προσπαθεί να προωθήσει την ενημέρωση όσο τον δυνατόν γίνεται και την προστασία των παιδιών, μέσω γραμμής τηλεφωνικής και δομών κατάλληλων. Το πολύ θετικό είναι ότι από φέτος έχει εγκριθεί αυτό το πρόγραμμα να εισαχθεί ως πιλοτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης στα νηπιαγωγεία και στα δημοτικά. Για μένα αυτό είναι μεγάλη καινοτομία. Να μάθουν τα παιδιά απ’ το νηπιαγωγείο και από το δημοτικό πώς να προστατεύουν το σώμα τους και τον εαυτό τους από πιθανές τέτοιες κακοποιήσεις και δη της σεξουαλικής. Και είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό, γιατί η Υφυπουργός Παιδείας το ανακοίνωσε μόλις πριν δέκα μέρες ότι θα ενταχθεί σιγά σιγά αυτό στα σχολεία. Οπότε, αυτό είναι άλλη μία δράση που έξω απ’ τη δικηγορία όσο μπορώ ασχολούμαι, μαζί με τη φίλη πλέον Έλενα. Όπως σου είπα και νωρίτερα, μέσω της νομικής επιστήμης, η οποία συνεχώς αλλάζει, αντιμετωπίζεται το τεράστιο πρόβλημα της συμφόρησης των δικαστικών υποθέσεων, μέσω της διαιτησίας και διαμεσολάβησης. Είναι θεσμοί εναλλακτικοί στην κλασική δικαιοσύνη που εμείς γνωρίζουμε. Πάμε στο δικαστήριο και ζητάμε το δίκιο μας από τον δικαστή. Εγώ και το μεταπτυχιακό μου έχω κάνει στη Σουηδία, στη Στοκχόλμη, ήτανε πάνω στη διαιτησία, σε αυτήν την εναλλακτική επίλυση των διαφορών μεταξύ εταιρειών, ανθρώπων. Τέλος πάντων, να μην αναλύσουμε τώρα την εμπορική διαιτησία. Αλλά και μετά, με την εκπαίδευσή μου εδώ στην Ελλάδα, που πήρα την διαπίστευση απ’ το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως διαμεσολαβήτριας. Yπάρχουν πλέον υποθέσεις που μπορούν να επιλυθούν εναλλακτικά. [00:35:00]Δηλαδή οι άνθρωποι γίνονται πρωταγωνιστές και όχι οι δικηγόροι και οι δικαστές, μέσω... ας μιλήσω για τη διαμεσολάβηση. Ασχολούμαι με αυτό όσο μπορώ, εκπαιδεύομαι συνεχώς, γιατί δεν σταματάει ποτέ η ενημέρωσή σου, με σεμινάρια έτσι επιμορφωτικά. Αλλά αν ο κόσμος αρχίσει και γίνεται λίγο πιο διαλλακτικός και εναλλακτικός, δηλαδή καταλάβει ότι η δικαιοσύνη έρχεται πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο και στα προβλήματά του μέσω αυτών των θεσμών της εναλλακτικής επίλυσης στις διαφορές τους, νομίζω θα αγαπήσουν πολύ περισσότερο τους δικηγόρους και τη νομική επιστήμη και τον νομικό κόσμο. Οπότε και με αυτό ασχολούμαι, ναι, εντάξει, ως διαμεσολαβήτρια. Αλλά και αυτό είναι μία, έτσι, προσέγγιση του κοινωνικού συνόλου. Δηλαδή έχεις προβλήματα ασφαλώς και θέλεις να πας σε έναν δικηγόρο ή σε ένα δικαστήριο, γιατί πιστεύεις ότι εκεί θα βρεις το δίκιο σου και έτσι γίνεται πάντα. Αλλά αν μάθει ο κόσμος, αν ενημερωθεί κατάλληλα, αρκετά από εμάς κυρίως ότι υπάρχει και η διαμεσολάβηση – δηλαδή αν πας σε ένα διαμεσολαβητή και σε βοηθήσει μέσα από τον διάλογο με τον άνθρωπο που έχεις το πρόβλημα αυτό να το επιλύσετε μεταξύ σας, η δικαιοσύνη λύνεται μέσα σε μέρες. Όχι σε μήνες ή χρόνια που περνάμε πολλές υποθέσεις στο δικαστήριο. Οπότε, το τελευταίο στην επαγγελματική μου ζωή είναι αυτό, ότι και με τη διαπίστευση ως διαμεσολαβήτριας προσπαθώ να μην κάνω την κλασική δικηγορία, την δικαστηριακή, αλλά και τη συμβουλευτική, εναλλακτική, ας πούμε. Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να σου πω, αν έχεις απορίες. Πάντα μου άρεσαν τα ταξίδια, κάτι που εξακολουθώ να κάνω όποτε μπορώ, εξαιρουμένου του covid, της εποχής αυτής πλέον. Και είναι πολύ σημαντικό, αν θέλεις ένα μήνυμα, αν βρει ο καθένας να κάνει στην καθημερινότητά του αυτό που επέλεξε σαν επάγγελμα, δηλαδή να του αρέσει το επάγγελμά του, ο κόσμος θα ήτανε πολύ πιο χαρούμενος. Χωρίς περιττά άγχη και προβλήματα και συναισθηματικές και ψυχολογικές φορτίσεις. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, να διαλέξεις να κάνεις αυτό που θέλεις. Όχι αυτό που αναγκάζεσαι από περιστάσεις ή από ανάγκες να κάνεις. Αυτά, Παρασκευή.
Συμφωνώ απόλυτα με αυτά που λέτε.
Ναι!
Ευχαριστούμε που μοιραστήκατε όλα αυτά μαζί μας.
Να είσαστε καλά! Χαρά μου!
Να είσαστε καλά κι εσείς. Καλή συνέχεια!
Επίσης, ευχαριστώ πολύ! Από το 2015 εντελώς ξαφνικά μπήκε στη ζωή μου η πολιτική. Μέσα από τη δουλειά μου πάλι, ήρθα, γνωρίστηκα με άτομα, συναδέλφους που ασχολούνται ενεργά στον πολιτικό βίο της πόλης. Και ανέκαθεν ήμουνα ενεργό μέλος της πολιτικής ζωής. Δηλαδή δεν ήμουν άτομο ποτέ που θα έλεγε: «Δεν ψηφίζω, δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Το θεωρώ ύψιστο καθήκον το να ψηφίζουμε, να συμμετέχουμε σε εκλογές σαν πολίτες, γιατί είναι ο τρόπος να διαμορφώνουμε την πολιτική ζωή της χώρας. Το ’15 είχα την τιμή, πραγματικά δεν το περίμενα, όπως επίσης και το ’19, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να με συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιό της για τον Νομό Λακωνίας. Είναι ένας νομός πολύ δύσκολος, γιατί έχει μονοσταυρία. Είναι ένα νομός που έχει, λίγο πολύ, σταθερές πολιτικές έτσι απόψεις. Αλλά αυτές οι δύο εμπειρίες, αυτές οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις... τι να σου πω! Οι βόλτες στα χωριά, έτσι, της Λακωνίας, όσο μπορούσα, γιατί είχα λίγο χρόνο, δεν το ήξερα πολύ καιρό να προετοιμαστώ γι’ αυτά. Είναι φοβερό, η εμπειρία να έρχεσαι σε επαφή, να μιλάς στα καφενεία με κόσμο. Το τι ακούς, το τι σου λένε, το τι σου ζητάνε, το τι περιμένουν από σένα. Αλλά αυτό που μου άρεσε είναι ότι βλέπανε γυναίκα νέα να ασχολείται τόσο ενεργά και σε τόσο δύσκολα χρόνια πολιτικά, που μπορώ να πω ότι, εντάξει, ήτανε έτσι δυνατό, δυνατή εμπειρία. Γνώριζα ότι είχα ελάχιστες έως μηδαμινές πιθανότητες [00:40:00]να εκλεγώ στο Κοινοβούλιο, αλλά το θεώρησα τιμή το να με επιλέξει αυτό το Κόμμα, τόσο σημαντικό για την πολιτική ζωή της Ελλάδας τις τελευταίες δεκαετίες. Μία από τις –πόσοι κάτοικοι είμαστε– 60 χιλιάδες στη Λακωνία, μία από τους πέντε για το ψηφοδέλτιό της. Κι αυτό ήταν πολύ, έτσι, ωραίο και έντονο. Αν και η Σπάρτη είναι μικρή και όντως έχεις λίγα πράγματα να κάνεις αν θες να ασχοληθείς έτσι, αν είσαι κοινωνικό άτομο, παρά ταύτα ομολογώ ότι η δική μου ζωή δεν μπορώ να πω ότι είναι βαρετή. Είτε στο γηροκομείο, είτε η δράση της Έλενας Ράπτη με την πρόληψη για τη παιδική σεξουαλική κακοποίηση, είτε η πολιτική μου ενασχόληση τα τελευταία χρόνια, μπορώ να πω ότι είναι γεμάτες οι μέρες μου όταν δεν εργάζομαι. Που εργάζομαι, έτσι, πολλές ώρες, εντάξει, όπως όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Εντάξει, αν μου λείπει κάτι είναι τα αδέρφια μου ασφαλώς και τα ανίψια μου τα πέντε. Αλλά χάρη στην τεχνολογία, ευτυχώς, η επικοινωνία μας είναι καθημερινή και άμεση. Αφήνω το γεγονός ότι έχω πάει πάμπολλες φορές να επισκεφτώ τα ανίψια μου. Κι αυτό είναι φοβερή παγίδα, γιατί λες: «Έχω λίγες μέρες, θέλω να πάω να ταξιδέψω σε χώρα που δεν έχω δει» και από τότε που έχω γίνει θεία, πού θα πάω; Να δω τη Νεφέλη, να δω την Κωνσταντίνα ή να δω τον Παναγιώτη μου, τη Μαρία μου και τη Ζωή μου. Αυτά.
Με την πολιτική σκέφτεστε να ασχοληθείτε και στο μέλλον;
Θα είμαι ειλικρινής. Η πολιτική ασχολήθηκε μαζί μου. Δεν προσπάθησα εγώ να μπω σε ψηφοδέλτια. Μέσα από τη δουλειά, δικηγόροι της ίδιας πολιτικής παράταξης με είδανε και είπανε: «Νέα, μορφωμένη, μας κάνει». Και με ένα τηλέφωνο με βάλανε. Δεν θα πάψω όσο μπορώ να συνεισφέρω και στην πολιτική αυτή παράταξη και όπως μπορώ στον πολιτικό βίο. Αν μπορούσα να πω, να μεταλαμπαδεύσω στους νέους, στη νεολαία, στις νεότερες γενιές από μένα ή στη γενιά μου, ότι παρά τις τόσο άσχημες συνθήκες που ζούμε τα τελευταία δέκα χρόνια, ότι είναι τόσο σημαντικό να ψηφίζουμε και να ενημερωνόμαστε. Αυτή η φτωχή και τόσο ελλιπής και μονομερής ενημέρωση από ανθρώπους όχι αντικειμενικούς κάνει πολύ κακό στην πολιτική μας, στη διαμόρφωση για τα πολιτικά δρώμενα. Πρέπει να ενημερωνόμαστε από σοβαρές πηγές όλοι μας. Είναι για μένα πάρα πάρα πολύ σημαντικό αυτό. Αυτό, ναι, δεν θα πάψω να το κάνω. Τώρα αν ενεργά ασχοληθώ πάλι, κανείς δεν ξέρει. Ούτε εγώ. Θα σας το ’λεγα.
Μάλιστα. Ωραία!
Summary
Η Βερόνικα Λέκκα αφηγείται τη ζωή της, από την επεισοδιακή γέννησή της μέχρι το σήμερα. Αναλύει το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, τη σχέση με τους γονείς της και τα πέντε αδέρφια της. Περιγράφει τα παιδικά της χρόνια, μένοντας σε στιγμές από τις καλοκαιρινές διακοπές στα δύο χωριά της. Καταγράφει τα φοιτητικά χρόνια της στη Νομική Σχολή της Φλωρεντίας και το εξάμηνο σπουδών στη Βοστώνη. Συνεχίζει με τη ζωή της στη Σπάρτη σήμερα, την ενασχόλησή της με το γηροκομείο και τη δράση της ενάντια στην παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Αναφέρεται στη διαπίστευσή της ως διαμεσολαβήτρια και αναδεικνύει τη σημασία αυτού του ρόλου στις μέρες μας. Κλείνει με την πολιτική δραστηριότητά της και την αφοσίωσή της στη δράση και την αλλαγή.
Narrators
Βερονίκη Λέκκα
Field Reporters
Παρασκευή Παπακωνσταντίνου
Tags
Interview Date
27/09/2020
Duration
43'
Summary
Η Βερόνικα Λέκκα αφηγείται τη ζωή της, από την επεισοδιακή γέννησή της μέχρι το σήμερα. Αναλύει το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, τη σχέση με τους γονείς της και τα πέντε αδέρφια της. Περιγράφει τα παιδικά της χρόνια, μένοντας σε στιγμές από τις καλοκαιρινές διακοπές στα δύο χωριά της. Καταγράφει τα φοιτητικά χρόνια της στη Νομική Σχολή της Φλωρεντίας και το εξάμηνο σπουδών στη Βοστώνη. Συνεχίζει με τη ζωή της στη Σπάρτη σήμερα, την ενασχόλησή της με το γηροκομείο και τη δράση της ενάντια στην παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Αναφέρεται στη διαπίστευσή της ως διαμεσολαβήτρια και αναδεικνύει τη σημασία αυτού του ρόλου στις μέρες μας. Κλείνει με την πολιτική δραστηριότητά της και την αφοσίωσή της στη δράση και την αλλαγή.
Narrators
Βερονίκη Λέκκα
Field Reporters
Παρασκευή Παπακωνσταντίνου
Tags
Interview Date
27/09/2020
Duration
43'