© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Σπουδές Φύλου και Φυσικές Επιστήμες: Συνέντευξη με την ακαδημαϊκό Μαρία Ρεντετζή

Istorima Code
16408
Story URL
Speaker
Μαρία Ρεντετζή (Μ.Ρ.)
Interview Date
27/09/2020
Researcher
Λουκάς Φρέρης (Λ.Φ.)
Λ.Φ.:

[00:00:00]Καλημέρα, θα μου πείτε το όνομά σας;

Μ.Ρ.:

Ρεντετζή Μαρία.

Λ.Φ.:

Ωραία, είμαστε με την κυρία Μαρία Ρεντετζή στο Μαρούσι, είναι Δευτέρα 28/9, εγώ είμαι ο Λουκάς Φρέρης απ’ το Istorima, ξεκινάμε. Κυρία Ρεντετζή, θα μου πείτε μερικά βασικά βιογραφικά σας στοιχεία; Πότε γεννηθήκατε; Πού;

Μ.Ρ.:

30 Μάρτη του ’69 και γεννήθηκα στην Καβάλα.

Λ.Φ.:

Ωραία. Και θα μου περιγράψετε λίγο την οικογένειά σας πολύ σύντομα;

Μ.Ρ.:

Δεύτερη κόρη σε μία οικογένεια, όπου δούλευε, εργαζόταν μόνο ο πατέρας μου στα «Λιπάσματα» στην Καρβάλα, ακριβώς έξω απ’ την Καβάλα, ενώ η μητέρα μου ήταν, είναι αναλφάβητη, το οποίο νομίζω ότι έχει μία σημασία για την οικογενειακή πορεία και των δύο αδερφών, έχω μία δεύτερη αδερφή, μεγαλύτερη.

Λ.Φ.:

Όταν λέτε αναλφάβητη, τυπικά αναλφάβητη ή πραγματικά δεν ήξερε ούτε να διαβάζει;

Μ.Ρ.:

Πραγματικά και τυπικά, γεννήθηκε το ’33, επομένως, την εποχή που θα ’πρεπε να πάει σχολείο –και οι δυο τους είναι την ίδια χρονιά, και οι δύο γονείς– την εποχή λοιπόν που θα ’πρεπε να πάνε σχολείο η μητέρα μου, δεν μπορούσε να πάει, προφανώς λόγω πολέμου, ούτε ο μπαμπάς. Ωστόσο, με το τέλος του πολέμου, ο μπαμπάς ως άνδρας την εποχή εκείνη, ήταν δυνατό να ξαναγυρίσει στο σχολείο, ενώ η μητέρα μου όχι. Που αυτό καθόρισε και τη δική της ζωή. Δεν ήτανε σε θέση επομένως, να δουλέψει εκτός σπιτιού, αλλά καθόρισε νομίζω και την οικογένεια και την καριέρα τη δική μας, των δύο παιδιών τους. Γιατί στην οικογένεια ήταν πάντα πολύ σημαντικό το διάβασμα και να μπορέσουμε να τελειώσουμε –όχι απλώς να τελειώσουμε– το σχολείο, αλλά να είμαστε και πρώτοι στο σχολείο και γενικά, υπήρχε αυτή η ανάγκη για μόρφωση.

Λ.Φ.:

Άρα στο σχολείο εσείς ήσασταν καλή μαθήτρια.

Μ.Ρ.:

Ναι.

Λ.Φ.:

Και όταν ξεκινάτε πια Λύκειο, για να τελειώνει σιγά-σιγά το σχολείο, εντάξει, τι έχετε αποφασίσει να κάνετε;

Μ.Ρ.:

Μου είναι πολύ καθαρό ότι θέλω να κάνω, να σπουδάσω φυσική, άρα και όταν ήρθε η ώρα των Πανελλαδικών τότε, εξετάσεων έκανα τα χαρτιά μου, έκανα την αίτηση τότε, τα σχετικά που έπρεπε να γίνουν, έδωσα τις εξετάσεις και πέρασα, αν θυμάμαι καλά και με πολύ καλή σειρά.

Λ.Φ.:

Πού;

Μ.Ρ.:

Στο Φυσικό Θεσσαλονίκης.

Λ.Φ.:

Ωραία, άρα Φυσικό Θεσσαλονίκης, τη δεκαετία του ’80 μπαίνετε;

Μ.Ρ.:

Πέρασα το 1986, έδωσα τις εξετάσεις, το ’86, επομένως αν θυμάμαι καλά, Σεπτέμβρη βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη, να σπουδάσω στο Φυσικό τμήμα της πόλης.

Λ.Φ.:

Το οποίο σας καλύπτει τελικά; Είχατε ένα όνειρο να γίνετε φυσικός και μπαίνετε στο τμήμα. Πώς είναι το κλίμα;

Μ.Ρ.:

Δυστυχώς, το όνειρο μοιάζει να γίνεται εφιάλτης πολύ γρήγορα. Δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον, διαπιστώνω μπαίνοντας στο Φυσικό, ότι είμαι απ’ τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής. Να πω όμως, ότι έχω ήδη αν θες, στρατολογηθεί σ’ αυτό που λέμε «Φεμινιστικό Κίνημα» της εποχής. Ήδη απ’ την περίοδο του Λυκείου συμμετέχω σε εναλλακτικές ομάδες στην πόλη της Καβάλας και άρα, πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη ήδη ψυλλιασμένη για το τι σημαίνει η συμμετοχή των γυναικών στα Κοινά, στη μόρφωση, σε πεδία όπως επιστήμες, όπως η Φυσική, η Χημεία, αυτό που λέγαμε «σκληρές επιστήμες». Επομένως, όταν μπαίνω στο Φυσικό, διαπιστώνω αυτά τα οποία διαβάζω και ακούω από πριν. Δηλαδή, ότι οι γυναίκες είναι πολύ δύσκολο να έχουν μια παρουσία σ’ αυτούς τους χώρους. Οι συμφοιτήτριες είναι ελάχιστες, αλλά δεν είναι αυτό που ενοχλεί περισσότερο, είναι ότι οι καθηγήτριες είναι ελάχιστες. Θυμάμαι –η αλήθεια είναι– μόνο μία! Και η φήμη που υπήρχε γι’ αυτή τη γυναίκα –δεν μπορώ να θυμηθώ όνομα, δεν έχει σημασία– είναι ότι ήταν η κόρη ενός καθηγητή και άρα, ότι μπήκε εξαιτίας του μπαμπά. Παρόλο που στο Φυσικό –και όχι μόνο στο Φυσικό, αλλά και σε άλλες σχολές– υπήρχε αυτή η έντονη οικογενειοκρατία και για τους άντρες. Ωστόσο δεν το ξέραμε, γι’ αυτούς δεν το συζητούσαμε, το συζητούσαμε για την κυρία, η οποία ήταν καθηγήτρια την εποχή εκείνη. Άρα λοιπόν, μπαίνοντας στο Φυσικό, μετά το πρώτο εξάμηνο, δεν έχω πια μεγάλο ή τουλάχιστον τόσο ενδιαφέρον όσο είχα πριν για τις σπουδές. [00:05:00]Ταυτόχρονα όμως, μπαίνω σε φεμινιστική ομάδα, σε μια φεμινιστική ομάδα της πόλης, λεγόταν «Κατίνα», πολύ γνωστή στον χώρο κι αρχίζω να ασχολούμαι με τα φεμινιστικά ζητήματα, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με τις σπουδές,  χωρίς όμως να εγκαταλείπω τις σπουδές. Ξαναλέω ότι έρχομαι από μια οικογένεια, που πρώτον, είχε όλη αυτή την έμφαση, έδινε την έμφαση στη μόρφωση, αλλά και ταυτόχρονα και μία αίσθηση ευθύνης, διότι ο πατέρας, ο οποίος ήταν ο μόνος που δούλευε, πλήρωνε και για τις σπουδές. Άρα δεν μπορούσα να τις εγκαταλείψω.

Λ.Φ.:

Και πώς συνδυάσατε την ενασχόλησή σας με τον φεμινισμό, με το Φεμινιστικό Κίνημα της Θεσσαλονίκης σε σχέση με τις σπουδές σας ή αυτό δεν συνδυάστηκε;

Μ.Ρ.:

Συνδυάστηκε και μάλιστα απόλυτα. Με ενδιέφερε πάντοτε, ο ρόλος των γυναικών σ’ αυτούς τους χώρους, αυτό που λέγαμε «σκληρές επιστήμες», Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά. Επομένως, είμαι από τις πρώτες της εποχής εκείνης, που αρχίζει να ασχολείται με τα ζητήματα τα φεμινιστικά και του φύλου. Τότε δεν λέγαμε τόσο φύλο, όσο λέγαμε γυναίκες στον χώρο αυτό των επιστημών. Άρα, δεν είναι μόνο ένα ενδιαφέρον για τα κοινά γενικά και τη θέση των γυναικών γενικότερα, αλλά υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο ενδιαφέρον για τον ρόλο των γυναικών σ’ αυτούς τους χώρους. Και άρα, νομίζω ότι ήταν κι ένας τρόπος, να μου κρατά το ενδιαφέρον η Σχολή.

Λ.Φ.:

Την πτυχιακή σας την παρουσιάσατε ή απλώς την καταθέσατε;

Μ.Ρ.:

Αν θυμάμαι καλά, δεν την παρουσίασα. Ήταν όμως, για τον ρόλο των γυναικών στις Φυσικές Επιστήμες, που ήταν η πρώτη –και ίσως και η μόνη διπλωματική– στη Φυσική Σχολή, δεν ξέρω, μάλλον ακόμα και σήμερα που έγινε σ’ ένα τέτοιο αντικείμενο. Θα πρέπει να πω, ότι χρωστάω πολλά στον Βαλασιάδη. Ο Βαλασιάδης ήταν καθηγητής, ο οποίος έκανε Διδακτική των Φυσικών Eπιστημών, ήταν ό,τι πιο κοντά θα μπορούσε να βρει κανείς, εκείνη την εποχή, είχαμε κι έναν άλλον καθηγητή, ο οποίος έκανε Φιλοσοφία των Επιστημών –σ’ αυτόν ουσιαστικά έκανα τη διπλωματική μου– αλλά ο Βαλασιάδης ήταν αυτός που μ’ έσπρωξε προς αυτή την κατεύθυνση και με βοήθησε και με υποστήριξε και είναι σημαντικό να το πω, γιατί αν και έλειπαν οι γυναίκες της Σχολής, υπήρχαν άντρες, οι οποίοι ήτανε αρκετά ανοιχτοί σε τέτοιου είδους ζητήματα.

Λ.Φ.:

Πάντως αντίδραση μάλλον, δεν συνάντησε κάπου το θέμα.

Μ.Ρ.:

Όχι, πέρασε, μάλλον, πάρα πολύ εύκολα. Δεν νομίζω ότι δημιούργησε ποτέ ζήτημα, το συγκεκριμένο θέμα. Ίσως και γιατί δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Ήταν μια απλή διπλωματική, όπως πολλές άλλες. Απλώς ένα περίεργο θέμα για την εποχή.

Λ.Φ.:

Στη συνέχεια, σπουδάζετε, συνεχίζετε;

Μ.Ρ.:

Στη συνέχεια, ήθελα να ασχοληθώ με τις γυναικείες σπουδές στην Ελλάδα. Ήταν ένα αντικείμενο, που ήτανε πολύ γνωστό, τουλάχιστον εκείνη την εποχή στην Αμερική. Στη Θεσσαλονίκη, ήδη υπήρχε η ομάδα «Γυναικείων Σπουδών». Να πούμε εδώ για την ιστορία, ότι η Σάσα η Λαδά ήταν απ’ αυτές που ουσιαστικά, άνοιξαν αυτόν τον χώρο, μαζί με τη Ζώγια τη Χρονάκη. Πολύ σημαντικές προσωπικότητες και για το ελληνικό πανεπιστήμιο και ειδικά, για την πόλη της Θεσσαλονίκης. Άρα... ξεχνάω σίγουρα και αρκετές άλλες. Αν θυμάμαι καλά και η Έφη η Αβδελά ήταν εκεί, ήταν ο καιρός που άλλαζε πανεπιστήμιο, αλλά υπήρχε μια έτσι... ισχυρή ομάδα γυναικών, που ασχολιόταν με τις Γυναικείες Σπουδές. Μέσα απ’ τη συμμετοχή και στην «Κατίνα» είχα τη δυνατότητα, να ’ρθω σε επαφή μαζί τους και η Σάσα ήταν αυτή μάλιστα, εκείνη την εποχή που έφερε καινούργιες ιδέες από την Αμερική. Είχε περάσει ένα χρόνο sabbatical στη Βοστώνη, γύρισε, έβγαιναν τότε, έβγαινε ένα πολύ σημαντικό περιοδικό «Η Δίνη» και δημοσίευσε ένα κείμενο η Σάσα, για τις Γυναικείες Σπουδές και ειδικά, για τις Γυναικείες Σπουδές στις Φυσικές Επιστήμες, με ένα κείμενο για την Evelyn Fox Keller, η οποία απ’ ό,τι μετά κατάλαβα και είχα και την ευκαιρία να τη γνωρίσω ήταν απ’ τις κεντρικές προσωπικότητες σ’ όλο αυτό που λέμε «Γυναικείες Σπουδές» της δεκαετίας του ’70-’80 μέχρι και το ’90. [00:10:00]Επομένως, μ’ αυτά ως δεδομένα κι αυτό το πλαίσιο στην πόλη, ήθελα να ασχοληθώ με Γυναίκες Σπουδές. Γυναικείες Σπουδές όμως, όχι γενικά, αλλά Γυναίκες Σπουδές στον χώρο των Φυσικών Επιστημών. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε τίποτα. Δεν υπήρχε κανένα οργανωμένο, ούτε Μεταπτυχιακό Τμήμα και ούτε υπήρχε κάνεις που θα μπορούσε να συμβουλεύσει για ένα διδακτορικό. Επομένως θυμάμαι, θυμάμαι ένα πρωινό είμαι στο Campus, στο πανεπιστήμιο και συναντώ την Έφη την Αβδελά και μου λέει –γνωρίζοντας όλο αυτό το ενδιαφέρον– μου λέει: «Υπάρχει σήμερα μία συνάντηση, με τον Γκουνταρούλη και τον Γαβρόγλου, οι οποίοι συζητούν γενικά για την ιστορία των επιστημών και ίσως αυτό» μου λέει «είναι και πιο κοντά σ’ αυτά, που θέλεις εσύ να κάνεις». Όντως, είχα τη δυνατότητα να πάω, άκουσα την ομιλία του Γαβρόγλου, ήρθα σε επαφή μαζί του και ήταν η εποχή που στηνόταν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στην Αθήνα, για την Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών. Δεν υπήρχε καν ακόμη, ήταν ακόμη στη συζήτηση. Ήταν αυτός, που μου μίλησε γι’ αυτό το πρόγραμμα και βρέθηκα μετά από έναν χρόνο, αν θυμάμαι καλά στην Αθήνα, έχοντας δώσει εξετάσεις στο ΙΚΥ για μία υποτροφία.

Λ.Φ.:

Την οποία;

Μ.Ρ.:

Την οποία πήρα, ξεκίνησα μ’ ένα... με μια ιδέα, ότι θέλω να ασχοληθώ με τις γυναίκες, όπως είπα, στην επιστήμη και κυρίως στις Φυσικές Επιστήμες, αλλά στη διαδρομή διαπίστωσα, ότι αυτό, τελικά, στην Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν. Δεν υπήρχε κανείς, παρά τις καλές προθέσεις, που να μπορούσε να υποστηρίξει ένα τέτοιο διδακτορικό.

Λ.Φ.:

Ωραία, επομένως μπαίνετε στο ΜΙΘΕ από την πρώτη χρονιά που λειτουργεί το πρόγραμμα.

Μ.Ρ.:

Δεν είναι καν ΜΙΘΕ τότε. Το ΜΙΘΕ φτιάχνεται δύο χρόνια αργότερα κι αφού εγώ έχω τελειώσει το μεταπτυχιακό. Τότε ήτανε πρόγραμμα, μεταπτυχιακό πρόγραμμα στα πλαίσια του γενικού τμήματος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Λ.Φ.:

Σωστά, άρα μπαίνετε στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, που είναι στο Μετσόβιο «Ιστορία και Φιλοσοφία Επιστημών».

Μ.Ρ.:

Και είμαι η πρώτη, ανήκω στην πρώτη φουρνιά των φοιτητών, που βγήκανε απ’ το πρόγραμμα.

Λ.Φ.:

Θυμάστε καθόλου το κλίμα εκείνων των ημερών, όχι ένα μάθημα συγκεκριμένο...

Μ.Ρ.:

Ναι, ήταν εξαιρετικό, ήτανε πολύ συναδελφικό, δεν έχω ξαναβιώσει. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξαναβιώσει ένα αντίστοιχο κλίμα, ούτε όταν πήγα στην Αμερική. Είχε μια εξαιρετικά μεγάλη ένταση και ενθουσιασμό απ’ όλους, ενθουσιασμό και απ’ τους καθηγητές, που το στήνανε και ενθουσιασμό και από όλους εμάς, οι οποίοι συμμετείχαμε χωρίς καμία, κανέναν προγραμματισμό, αν θες, για το μετά. Δηλαδή, κανείς μας δεν ήτανε εκεί θεωρώντας ότι την επόμενη βγαίνοντας, θα έπαιρνε μία υποτροφία –άλλωστε δεν υπήρχαν τότε– θα έπαιρνε μία υποτροφία ή θα έκανε ένα διδακτορικό, όπως κάνουμε σήμερα, πληρωμένο ή ότι θα έβρισκε μία δουλειά και πολύ περισσότερο μία δουλειά στα ακαδημαϊκά.

Λ.Φ.:

Άρα πώς ζούσατε; Μόνο με την υποτροφία;

Μ.Ρ.:

Εγώ ήμουν απ’ τους τυχερούς, ζούσα με την υποτροφία του ΙΚΥ και κάνοντας ιδιαίτερα, είχα –όπως είπα πριν– τελειώσει το Φυσικό, το οποίο ήταν εξαιρετικό προσόν από άποψη επαγγελματική, για να βρει κανείς ιδιαίτερα και οι περισσότεροι κάνανε αντίστοιχες δουλειές.

Λ.Φ.:

Τελειώνοντας το μεταπτυχιακό, έχετε ήδη αποφασίσει για το διδακτορικό; 

Μ.Ρ.:

Ήμουνα, αν δω έτσι πίσω, όλα αυτά τα χρόνια, πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν εξαιρετικά τυχερή σε μερικά πράγματα. Ήταν η χρονιά, που ενώ ξεκίνησα με τον Γαβρόγλου κατέληξα να δουλεύω πολύ πιο στενά με τον Αριστείδη τον Μπαλτά και την ομάδα τη δική του. Και ήταν η χρονιά, που ο Αριστείδης έφερε στην Ελλάδα, τον Peter Machamer. Ο Machamer ήταν πολύ γνωστός –είναι ο άνθρωπος– πολύ γνωστός καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Pittsburgh. Ο Αριστείδης προσπαθούσε να στήσει και όντως κατάφερε να στήσει μια σχέση με το πανεπιστήμιο του Pittsburgh. Στα πλαίσια λοιπόν αυτά, ήρθε ο Peter μ’ ένα sabbatical στην Αθήνα. Εξαιρετική εμπειρία, απ’ τις πιο έντονες εμπειρίες της... που μπορώ να θυμηθώ και της εποχής. Ήμασταν όλοι γύρω από τον Peter και τον Αριστείδη συζητώντας έντονα, [00:15:00]μέχρι αργά τις νύχτες, για τις δουλειές που κάναμε, για τις ιδέες που είχαμε και ο Peter ήταν αυτός που μου πε, τι δυνατότητες θα είχα στην Αμερική, τι τμήματα υπήρχαν και με τη βοήθεια, κυρίως του Peter και του Αριστείδη βρέθηκα να κάνω αιτήσεις σε αμερικανικά πανεπιστήμια.

Λ.Φ.:

Πριν πάμε στην Αμερική. Πού βρισκόσασταν με τον Machamer, με τον Μπαλτά, με όλους αυτούς, που ήσασταν στην ομάδα;

Μ.Ρ.:

Πού βρισκόμασταν; Ενδιαφέρον. Βρισκόμασταν οπουδήποτε αλλού, εκτός από το πανεπιστήμιο περίπου. Διότι δεν υπήρχαν γραφεία, οι φοιτητές δεν είχαμε γραφεία, όπως πια συνηθίζεται τουλάχιστον στο εξωτερικό τώρα. Συναντιόμασταν σε καφενεία, στις αίθουσες διδασκαλίας, στο σπίτι του Αριστείδη του Μπαλτά, το οποίο ήταν ένας πολύ ανοιχτός χώρος, αν ήμασταν στον 19ο αιώνα, θα το λέγαμε «σαλόνι», τα «salons», τα Γαλλικά. Ήταν λοιπόν ένας πολύ ανοιχτός χώρος για όλους εμάς, για όλους τους φοιτητές και πρέπει να ομολογήσω ότι εκεί τουλάχιστον σ’ αυτόν το χώρο, δεν ένιωσα ποτέ διαφορά φύλου. Δεν υπήρξε ποτέ μια αίσθηση ότι «μένω πίσω, γιατί είμαι γυναίκα», ενώ οι συνάδελφοι άντρες προχωράνε ή παίρνουν περισσότερα απ’ ό,τι εγώ. Υπήρχαν επίσης, κάποιες άλλες γυναίκες –δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν άπειρες– οι άντρες σίγουρα ήταν περισσότεροι, αλλά υπήρχε μια έννοια αποδοχής και αδιαφορίας για το φύλο των υπολοίπων, όλων μας. Άρα, υπήρχε μια έννοια ισότιμης συμμετοχής και πρόσβασης και στον Peter και στον Αριστείδη.

Λ.Φ.:

Ωραία. Και άρα, συνεχίζοντας προς το διδακτορικό και ο Αριστείδης ο Μπαλτάς κάνει Φιλοσοφία Επιστήμης και ο Machamer. Εσείς, επίσης Φιλοσοφία Επιστήμης σκέφτεστε, ότι θέλετε να κάνετε; 

Μ.Ρ.:

Ξεκίνησα να φύγω, έχοντας στο μυαλό μου, ότι πάω να κάνω αυτό που λέγαμε «Feminist Epistemology», φεμινιστική επιστημολογία. Πεισμένη και απ’ τους δύο, ότι πραγματικά αυτό ήταν κάτι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Άρα αφήνω την ιστορία πίσω και φεύγω από την Ελλάδα μ’ αυτό το σχέδιο. Επίσης, θα πρέπει να πω, ότι δεν πηγαίνω σ’ ένα τμήμα Ιστορίας της Επιστήμης, αλλά πηγαίνω σ’ ένα τμήμα Σπουδών στην Επιστήμη και την Τεχνολογία, αυτό που λέμε «STS», Science and Technology Studies απ’ τα πρώτα και πιο ισχυρά τμήματα STS στην Αμερική και αυτό νομίζω, καθόρισε και όλη την υπόλοιπη πορεία που είχα. Ακριβώς γιατί δεν ήταν Ιστορία της Φυσικής, αλλά ήταν ένα –επιστήμης γενικότερα– αλλά ήταν ένα τμήμα, που ήταν πολύ πιο ανοιχτό και λιγότερο παραδοσιακό απ’ τα τμήματα, είτε Φιλοσοφίας της Επιστήμης, είτε Ιστορίας της Επιστήμης.

Λ.Φ.:

Εκεί κάνατε αίτηση για διδακτορικό ή μεταπτυχιακό;

Μ.Ρ.:

Κατευθείαν εκεί πηγαίνεις για διδακτορικό, αλλά υποχρεούσαι να παρακολουθήσεις δύο χρόνια μεταπτυχιακά μαθήματα.

Λ.Φ.:

Και επομένως, δεν υπάρχει μία πρόταση διδακτορικού, όπως συνηθίζεται τώρα;

Μ.Ρ.:

Υπάρχει μια καταρχήν πρόταση, η οποία σίγουρα αλλάζει, αλλά αν θυμάμαι καλά, ήμασταν υποχρεωμένοι να πούμε ποιον θέλουμε να ’χουμε στην επιτροπή μας και ως advisor, στο πρώτο εξάμηνο ή το πολύ, δεύτερο της παρουσίας στο τμήμα. Την εποχή εκείνη, επιλέγω έναν καθηγητή, ο οποίος είναι ελάχιστα μεγαλύτερος από εμένα, Hardcastle, πολύ γνωστός στη Φιλοσοφία της Επιστήμης και ξεκινάω μαζί του να κάνω Φεμινιστική Επιστημολογία και κυρίως, πάνω στις Φυσικές Επιστήμες. Η έμφαση ήταν πάντα στις φυσικές επιστήμες. Δυστυχώς, ο ίδιος όμως, δεν παίρνει tenure, δεν παίρνει μονιμότητα, φεύγει στο τέλος της πρώτης χρονιάς και μένω χωρίς advisor. Ταυτόχρονα, ο μόνος ιστορικός Φυσικών Επιστημών του τμήματος πεθαίνει από καρκίνο, ο Moyer, ένας «άγιος» άνθρωπος την εποχή εκείνη και άρα, βρίσκομαι χωρίς ιστορικό και χωρίς advisor. Υπάρχει μία σκέψη, να πάω στο Harvard και κάνω δύο συναντήσεις με τον Peter Galison και την Keller, την Evelyn Fox Keller, απ’ το ΜΙΤ. Τελικά, μένω στο Virginia Tech και δουλεύω με τον Rick Burian, ο οποίος είναι Φιλόσοφος Βιολογίας και ομολογώ ότι ακριβώς επειδή είναι Φιλόσοφος και άρα έχει μια ιδιαίτερη, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο που χρησιμοποιεί κανείς τις έννοιες, στον τρόπο που γράφει...[00:20:00] Ο τρόπος της δικής μου γραφής και μελέτης, επηρεάστηκε πάρα απ’ τον δικό του. Άρα, δεν έρχομαι από ένα κλασικά ιστορικό χώρο, αλλά έρχομαι από έναν άλλο τύπου χώρο, Κοινωνιολογίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, περισσότερο απ’ ό,τι Ιστορίας.

Λ.Φ.:

Να κάνω μια παρένθεση. Πήγατε στην Αμερική, στο Virginia Tech. Υποθέτω ότι δεν είχατε ξαναταξιδέψει στην Αμερική μέχρι τότε.

Μ.Ρ.:

Σωστό, σωστή υπόθεση.

Λ.Φ.:

Άρα παίρνετε ένα αεροπλάνο και φτάνετε εκεί. Πρώτη στιγμή, τι είδατε; Τι αντικρίζετε;

Μ.Ρ.:

Το πανεπιστήμιο ευτυχώς, έχει ένα πολύ καλό σύστημα, αυτό το «welcoming» των καινούργιων φοιτητών. Yπήρχαν οργώσεις, εθνικές οργανώσεις φοιτητών. Υπήρχε λοιπόν και μια αντίστοιχη ελληνική. Όταν εγώ αποφάσισα ότι θα πάω, με δέχτηκαν και αποφάσισα ότι θα πάω μου στείλανε τις λεπτομέρειες και τις επαφές με την ομάδα των Ελλήνων και μου είπαν ότι θα μπορούσε να έρθει ένας Έλληνας να με πάρει, αν ήθελα απ’ το αεροδρόμιο. Πραγματικά, ήτανε πολύ σημαντικό αυτό. Νομίζω ότι ήταν ένας πολύ σημαντικός τρόπος έτσι, υποδοχής στο πανεπιστήμιο για όλους τους φοιτητές, όχι μόνο για τους Έλληνες. Οπότε, φτάνω εκεί και υπάρχει ένας Έλληνας, ο οποίος με υποδέχεται. Άρα, μιλάω ξαφνικά τη γλώσσα μου σε μία ξένη χώρα, αλλά γενικά, ήταν ένα ταξίδι πολύ επεισοδιακό, διότι –δεν ξέρω αν έχουν νόημα όλες αυτές οι λεπτομέρειες– ξεκινάω να φύγω, πετούσα μέσω του JFK στη Νέα Υόρκη και για κάποιον περίεργο λόγο, μοιάζει ότι το υπόλοιπο της διαδρομής έχει κάποιο πρόβλημα το εισιτήριό μου και υπάρχει μία πιθανότητα, να ξεμείνω στο JFK. Kαι χρωστάω ξανά πάρα πολλά, στον Αριστείδη τον Μπαλτά, ο οποίος εκείνο το πρωί, που θα ’φευγα, έρχεται μαζί με άλλους δύο συναδέλφους, που κάναμε μαζί το μεταπτυχιακό, για να με αποχαιρετήσουν. Είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, γιατί εκείνα τα χρόνια, υπήρχε μια πολύ στενή σχέση με τους ανθρώπους που δουλεύαμε μαζί. Έφευγα έξι η ώρα το πρωί και οι άνθρωποι ήταν εκεί. Και μου ’δωσε στοιχεία ανθρώπων, γνωστών του, ώστε αν ξέμενα στη Νέα Υόρκη, να μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί τους. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Φτάνω λοιπόν, στην Αμερική –τελικά όλα δούλεψαν καλά– φτάνω στην Αμερική και υπάρχει ένας Έλληνας, που με υποδέχεται. Αρχίζω να ασχολούμαι με την Ελληνική ομάδα και διαπιστώνω, ότι είμαι η μόνη γυναίκα μέσα σε μια ομάδα περίπου δεκαπέντε Ελλήνων και Κύπριοι μαζί. Και αυτή η σχέση δεν κρατάει για πολύ, γιατί θεωρώ, ότι είναι μία πολύ «μάτσο» ομάδα, είναι –να θυμίσω ότι πηγαίνω σ’ ένα Πολυτεχνείο– επομένως, έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ ανδροκρατούμενος ο χώρος και άρα ξεκόβω από τους Έλληνες πολύ νωρίς και μπλέκω με τους υπόλοιπους συμφοιτητές της ομάδας, του τμήματος.

Λ.Φ.:

Ωραία. Άρα πάμε πάλι λίγο πίσω τώρα στα του διδακτορικού. Το πρώτο σχέδιο που κάνετε  για το διδακτορικό τι είναι πάνω-κάτω, ποιο είναι το θέμα;

Μ.Ρ.:

Αυτό που τελικά κατέληξα και να κάνω. Ήμουν πολύ τυχερή ξαναλέω, γιατί το ’97 βγάζει ο Galison το βιβλίο Image and Logic και έχω φτάσει στην Αμερική το ’96, αυτός το δημοσιεύει το ’97 και κάνω αυτό που λέγαμε «independence study» με τον Gary Hardcastle, τον τότε advisor. Επί ένα εξάμηνο, συζητάω μόνο μαζί του, το βιβλίο του Galison. Διαπιστώνω ότι μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η ιστορία, που έχει με τη Marietta Blau, μία από τις Βιεννέζες φυσικούς της δεκαετίας του... της περιόδου του μεσοπολέμου. Αρχίζω να ενδιαφέρομαι γι’ αυτή την ιστορία και αποφασίζω να ασχοληθώ με το εργαστήριο ραδιενέργειας, που υπάρχει στη Βιέννη ήδη από την αρχή. Άρα η πρόταση είναι για αυτό το εργαστήρι. Δεν έχω ιδέα γερμανικά, δεν μιλάω καν.[00:25:00] Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα, δεν κάνω τίποτα. Ο Gary φεύγει, συνεχίζω να κάνω το διδακτορικό με τον Burian, Richard Burian, Dic τον λέγαμε και μου λέει –προς τιμή του– μου λέει τότε ο Dic, ότι: «Δεν ξέρεις Γερμανικά. Άρα, νομίζεις ότι μπορείς; Γιατί είναι βασικό, για να πας στα αρχεία. Νομίζεις ότι μπορείς;». Του λέω: «Νομίζω μπορώ». Κάποιος άλλος advisor στη θέση του, θα ’λεγε: «Δεν θεωρώ ότι αυτό το θέμα είναι για σένα, θα πρέπει να αλλάξεις θέμα, αφού δεν ξέρεις τη γλώσσα». Αντίθετα, αυτός με υποστήριξε και μου ’πε: «Βεβαίως» και με υποστήριξε και στην υπόλοιπη ομάδα των καθηγητών, το «advisory committee» που λέγαμε. Επομένως, ξεκίνησα αυτό το θέμα ήδη απ’ την αρχή. Έγραψα την πρόταση, τελείωσα μετά, τα μαθήματα του master, έκανα αιτήσεις, ήμουν τυχερή, πήρα μία υποτροφία και βρέθηκα στην Αυστρία, να κάνω έρευνα σε αυστριακά αρχεία, χωρίς καν να ξέρω Γερμανικά. Τα έμαθα στην πορεία, με κάποια μαθήματα στο Virginia tech και μετά, στην Αυστρία.

Λ.Φ.:

Άρα δηλαδή, τα γερμανικά σας, αρκούσαν για να διαβάσουν τ’ αρχεία;

Μ.Ρ.:

Ναι, τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο, στο Virginia Tech ήταν τέτοια, που μας βοηθούσαν να μάθουμε, να εξασκηθούμε στην ανάγνωση, ακόμα κι αν δεν μιλούσαμε γερμανικά. Άρα ναι, διαβάζω τα αρχεία μια χαρά. Μετά το πρώτο εξάμηνο δηλαδή, μπορώ να διαβάσω.

Λ.Φ.:

Ωραία και έχετε επιλέξει ένα θέμα, που έχει να κάνει με τις ακτινοβολίες, «radiation». Εσείς έχετε τελειώσει Φυσικό. Τι ξέρατε; Κάποια θα ξέρατε, κάποια πράγματα για την ακτινοβολία, για την πυρηνική φυσική, αλλά τι; Σε τι βάθος;

Μ.Ρ.:

Ό,τι αφορούσε τα βασικά της φυσικής ναι, τα ήξερα. Δηλαδή δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Η δική μου δυσκολία δεν ήταν να καταλάβω τη φυσική που συζητιόταν σε γράμματα, σε αλληλογραφίες, στα paper της εποχής. Για μένα, η δυσκολία ήτανε –η δυσκολία– το καινούριο challenge ήτανε να μπω στη λογική της Ιστορίας των Επιστημών, έτσι όπως –και της Κοινωνιολογίας των Επιστημών– έτσι όπως γινόταν τουλάχιστον στην εποχή μου, στην Αμερική.

Λ.Φ.:

Αλλά είναι η πρώτη φορά που ασχολούσασταν με ακτινοβολίες, έτσι δεν είναι;

Μ.Ρ.:

Μ’ αυτή την προοπτική, ναι. Να πω όμως, ότι το ενδιαφέρον ξεκινάει νωρίτερα. Όταν πηγαίνω στην Αμερική, στο δεύτερο εξάμηνο είμαι υποχρεωμένη, απ’ τη στιγμή που έχω υποτροφία απ’ το αμερικανικό πανεπιστήμιο, να κάνω διδασκαλία. Ήταν αυτό που λέγαμε, το «teaching assistantship». Και βοηθώ σ’ ένα μάθημα, γενικά την τεχνολογία και την κοινωνία, δεν θυμάμαι ακριβώς τον τίτλο. Αλλά σε ένα από τα κείμενα, που η καθηγήτρια δίνει στους φοιτητές, υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα υποσημείωση και η υποσημείωση αφορά την περίπτωση των «ραδιούχων κοριτσιών». Οι γυναίκες, οι οποίες στην περίοδο του Μεσοπολέμου στην Αμερική, βάφουν τα ρολόγια χεριού, τους δείκτες των ρολογιών, με ραδιούχα μπογιά. Για να είναι –επειδή πληρώνονται με το κομμάτι– για να είναι πιο γρήγορες, γλύφουν το πινέλο. Μετά από κανένα χρόνο, αρχίζουν να πεθαίνουν η μία μετά την άλλη. Κι άρα, αυτό γίνεται μία πολύ μεγάλη... αποτελεί πολύ μεγάλο σκάνδαλο στην ιστορία την αμερικάνικη και είναι επίσης, η περίοδος του ’97, που βγαίνει ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία, που εξετάζουν αυτή την ιστορία, της Claudia Clark. Και άρα, από τη σημείωση, φτάνω να ασχολούμαι με αυτό εδώ και το πρώτο μου paper, πριν καν να ασχοληθώ με το διδακτορικό και την περίπτωση της Βιέννης, είναι γι’ αυτά τα ραδιούχα κορίτσια. Και άρα, έχοντας αυτή τη γνώση, έχοντας κάποια βασική γνώση, πηγαίνω να κάνω το διδακτορικό και την έρευνα στη Βιέννη.

Λ.Φ.:

Όπου, πότε τελειώνετε;

Μ.Ρ.:

Τελειώνω το 2003, αλλά ενδιάμεσα έχω πάρει κι ένα δεύτερο μεταπτυχιακό στην Αμερική. Δηλαδή, στην Αμερική κάνω δύο μεταπτυχιακά. Κάνω το μεταπτυχιακό στο STS και κάνω ένα δεύτερο μεταπτυχιακό στην Καθαρή Φιλοσοφία, πριν ολοκληρώσω το διδακτορικό. [00:30:00]Άρα ουσιαστικά, είμαι στην Αμερική πέντε χρόνια, συν ένας χρόνος, η έρευνα στα αρχεία της Βιέννης.

Λ.Φ.:

Κι έπειτα, μένετε στην Αμερική;

Μ.Ρ.:

Η μετέπειτα ιστορία είναι επίσης ενδιαφέρουσα, προσωπικά ενδιαφέρουσα. Γιατί κάποια στιγμή, την τελευταία χρονιά, πηγαίνω σ’ ένα συνέδριο στην... γυρνάω στην Ευρώπη σ’ ένα συνέδριο. Συναντάω την Ursula Klein, μία ερευνήτρια στο Max Planck για την Ιστορία της Επιστήμης στο Ινστιτούτο, η οποία μ’ ακούει, ενδιαφέρεται για τη δουλειά μου και πιάνω κουβέντα μαζί της. Έγραφα ένα κεφάλαιο, στο οποίο είχα μια δυσκολία να βρω τη μεθοδολογία γι’ αυτό το κεφάλαιο, κάνω τη συζήτηση μαζί της, μου υποδεικνύει μία σχετική δουλειά και πράγματι, χωρίς όμως να έχω κάτι επιπλέον στο μυαλό μου, γυρνώντας στην Αμερική μετά από ένα μήνα, της στέλνω ένα μήνυμα: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήταν πολύ χρήσιμο αυτό που μου είπατε, ολοκλήρωσα το κεφάλαιο, να το κεφάλαιο, περιμένω και τα σχόλιά σας». Μετά από κάνα δυο μήνες, παίρνω κι ενώ είμαι στη διαδικασία, όπου σκέφτομαι αν θα ξεκινήσω να κάνω αιτήσεις, για να μείνω στην Αμερική, όπως όλοι οι υπόλοιποι οι συμφοιτητές, παίρνω ένα μήνυμα απ’ την κυρία Klein, η οποία με προσκαλεί να ’ρθω στο Max Planck, με μία υποτροφία από το Ινστιτούτο –καταρχήν για έξι μήνες– μεταδιδακτορική υποτροφία και να δουλέψω μαζί της. Όταν το λέω και ρωτάω τον advisor και τους καθηγητές εκεί και «αν θα πρέπει να το πάρω και ίσως, μήπως δεν θα ’πρεπε, διότι...» η απάντηση είναι: «Μην είσαι τρελή, είναι η καλύτερη ευκαιρία στη ζωή σου. Το Max Planck αποτελεί το πρώτο Ινστιτούτο στην Ιστορία της Επιστήμης», οπότε δεν κάνω καν αιτήσεις για αμερικανικά πανεπιστήμια και βρίσκομαι πίσω στην Ευρώπη. Όπου οι έξι μήνες γίνονται ενάμισης χρόνος και στο ενδιάμεσο, έχω κάνει τα χαρτιά μου για μία θέση στο Πολυτεχνείο, που έχει ανοίξει και την παίρνω το 2005 και διορίζομαι το 2006.

Λ.Φ.:

Ωραία. Μεταδιδακτορικό στο Max Planck. Ποιο είναι το θέμα; Πάλι ακτινοβολίες, ραδιενέργεια;

Μ.Ρ.:

Το θέμα εκεί είναι... ναι, συνεχίζω να ασχολούμαι με το διδακτορικό, προσπαθώντας να κάνω τις πρώτες μου δημοσιεύσεις. Αλλά να πω ότι έχω πάρει ένα... ακριβώς μόλις τελείωσα κάποιους μήνες μετά, πήρα ένα εξαιρετικά μεγάλο για την εποχή, βραβείο από –τότε λεγόταν Gutenberg e-prize– από το American Historical Association για τη διατριβή. Και είναι εξαιρετικά μεγάλη τιμή τότε, αυτό το βραβείο για δύο λόγους. Πρώτον, διότι είναι ο πρώτος οργανισμός, που υποστηρίζει τη δημοσίευση ψηφιακών βιβλίων, είμαστε οι πρώτοι, αν θες, από την ακαδημαϊκή κοινότητα, που βγάζουμε ψηφιακό βιβλίο, είναι το 2004. Και επίσης, μας δίνεται ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό για την εποχή, 20.000 δολάρια, για να κάνουμε αυτή τη δουλειά, με μια εξαιρετική υποστήριξη από το American Historical Association και όλο τον μηχανισμό του Gutenberg e-prize. Δίνανε έξι υποτροφίες, έξι βραβεία κάθε χρόνο και αυτό κράτησε για μια πενταετία. Αν θυμάμαι καλά, ήτανε με χρήματα του Mellon Foundation, δεν το θυμάμαι. Αλλά τέλος πάντων, εξαιτίας αυτής της πολύ μεγάλης, του πολύ μεγάλου βραβείου, διευκολύνεται και όλη η υπόλοιπη επαγγελματική πορεία. Άρα, στο Max Planck ασχολούμαι με το να κάνω το διδακτορικό βιβλίο, για να βγει από το Columbia University Press, μέρος του συμβολαίου με το Gutenberg e-prize.

Λ.Φ.:

Άρα το Max Planck είναι αρκετά φιλικό σε αυτό το κομμάτι, δηλαδή πολύ ανοιχτό στο τι θα κάνατε.

Μ.Ρ.:

Το Max Planck εξακολουθεί να είναι έτσι. Κάνει κανείς την πρότασή του και όταν έρχεται και συμμετέχει στις διαδικασίες –ανάλογα βέβαια, και το Τμήμα και τον διευθυντή και τα λοιπά– υπάρχει μία εξαιρετική υποστήριξη στο να κάνει κανείς πρώτον, καινούργια πράγματα και innovative,[00:35:00] αλλά και στο να συμμετέχει και να συζητάει σε μία ομαδικού τύπου δουλειά.

Λ.Φ.:

Ωραία. Και τελειώνει και η περίοδος με το Max Planck και έχετε ήδη κάνει είπατε αίτηση για μια θέση στο Πολυτεχνείο, την οποία παίρνετε και άρα γυρνάτε στην Ελλάδα;

Μ.Ρ.:

Γυρνάω στην Ελλάδα, η προσαρμογή είναι απότομη και άσχημη. Πριν τη θέση ξεκινώ με αυτό που τότε ήταν πολύ της μόδας, στα «407» που λέγαμε, «μια θέση 407». Είναι επίσης η εποχή, που διάφορα προγράμματα καταφθάνουν στην Ελλάδα, στα ελληνικά πανεπιστήμια και υπάρχουν αρκετά για την ανάπτυξη των γυναικείων σπουδών και άρα ξαφνικά, γίνομαι –εξαιτίας της δουλειάς της δικής μου– γίνομαι περιζήτητη, αν θες, για όλα αυτά τα προγράμματα. Κάνω διάφορα τέτοια. Θυμάμαι ότι έκανα μαθήματα, υπήρχε μία εποχή, που έπαιρνα το λεωφορείο απ’ την Αθήνα, έκανα ένα μάθημα στην Αθήνα, πήγαινα στο Βόλο έκανα ένα δεύτερο, πήγαινα στη Θεσσαλονίκη έκανα ένα τρίτο και ξαναγύριζα. Κι αυτό ήτανε κάθε εβδομάδα. Αυτή ήταν η διαδρομή για περίπου ένα εξάμηνο; Έναν χρόνο; Δεν θυμάμαι. Αλλά αυτή ήτανε η λογική και από όλα αυτά τα προγράμματα, πληρωνόμουν με μία καθυστέρηση εξαμήνου. Άρα λοιπόν, γινόταν όλα αυτά, χωρίς άμεση απολαβή. Ξαναγυρνάω στο Max Planck, προκύπτει θέση στο Πολυτεχνείο, κάνω τα χαρτιά μου. Όσο καιρό παίζεται, διότι υπάρχει και μια μεγάλη καθυστέρηση, εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα, τότε ήταν ακόμα μεγαλύτερη, απ’ τη στιγμή που γίνεται η εκλογή, μέχρι τη στιγμή της υπογραφής και της δημοσίευσης του ΦΕΚ, όπου εγώ πηγαινοέρχομαι, μεταξύ Βερολίνου και Αθήνας, προσπαθώντας να κρατήσω και την επαφή στην Αθήνα, αλλά και να μην χάσω και την επαφή με τη διεθνή κοινότητα, μέσω του Βερολίνου.

Λ.Φ.:

Ωραία. Άρα, τελικά μπαίνετε όμως, στο Πολυτεχνείο, τελειώνει η διαδικασία βγαίνει το ΦΕΚ. Και επομένως είστε καθηγήτρια, είστε ακαδημαϊκός στην Ελλάδα. Ψάχνεστε ακόμα με το έξω; Συνεχίζετε; Μένετε;

Μ.Ρ.:

Δεν το παράτησα ποτέ το έξω. Ήταν εμφανές ότι η Ελλάδα δεν είχε να δώσει πολλά σε σχέση με... και με το αντικείμενο που ασχολιόμουν εγώ, αλλά και με το πως ήταν δομημένη η κοινότητα γενικότερα, στη Ελλάδα, αλλά και με τον χώρο του Πολυτεχνείου. Δηλαδή, ο χώρος του Πολυτεχνείου στα πράγματα που εγώ ήθελα να κάνω, ξεκίνησα να κάνω ένα μάθημα για το φύλο και την τεχνολογία. Για το φύλο και τις φυσικές επιστήμες, κάποια μεταπτυχιακά. Δεν γινόταν αποδεκτά –όχι απ’ τους φοιτητές– απ’ τους συναδέλφους δεν γινόταν αποδεκτά εύκολα. Δέχτηκα μεγάλη επίθεση –όχι άμεση επίθεση και ανοιχτή, αλλά από πίσω– για το είδος των μαθημάτων, που επέλεγα να κάνω. Επομένως, η σχέση με το εξωτερικό ήταν και αυτή, που με κρατούσε στο να αντέχω την κατάσταση στην Ελλάδα. Γιατί υπήρχε πάντοτε μία κοινότητα, στην οποία εγώ μπορούσα να απευθυνθώ και να αναπτύξω τις ιδέες. Η οποία ήταν πάντα στο εξωτερικό.

Λ.Φ.:

Όταν λέτε «επίθεση», θυμάστε κάποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα;

Μ.Ρ.:

Ναι. Η επίθεση ξεκίνησε εντός της... ήδη από την στιγμή της εκλογής, απ’ τη διαδικασία της εκλογής. Θυμάμαι, ότι με είχαν καλέσει να παρουσιάσω τη δουλειά μου και είναι ενδιαφέρον ότι μία, αργότερα συνάδελφος βγήκε και είπε: «Τι να τα κάνουμε τα μαθήματα αυτού του είδους στο Πολυτεχνείο; Δεν τα χρειαζόμαστε». Γιατί τότε, έλεγα ότι: «Εγώ ασχολούμαι με το φύλο, έχω κάνει αυτό, εκείνο, τ’ άλλο...». Η δική της άποψη ήταν ότι: «Δεν τα χρειαζόμαστε». Αυτή ήταν η πιο light εκδοχή της επίθεσης. Σιγά-σιγά και με όλα τα διάφορα που προέκυψαν στην Ελλάδα με την κρίση, [00:40:00]απέμεινα να είμαι η μόνη καθηγήτρια στον δικό μου τομέα, γυναίκα καθηγήτρια στον δικό μου τομέα και δεν υπήρχε ποτέ υποστήριξη από τους άντρες συναδέλφους πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο. Τη χρονιά που έφυγα –γιατί ενδιάμεσα πήρα μία υποτροφία και έφυγα με άδεια άνευ αποδοχών– ενώ υπήρξε συνεννόηση και συμφωνία, στα πλαίσια του τομέα ότι τα μαθήματά μου θα συνεχιστούν και υπήρχε άνθρωπος που θα κάνει τα μαθήματά μου, ένα απ’ αυτά ήταν και το «Φύλο και Τεχνολογία». Με το που έφυγα, την επόμενη, στην επόμενη συνέλευση, υπήρξε επίθεση και υπήρξε μία προσπάθεια να καταργηθεί το συγκεκριμένο μάθημα απ’ τον τομέα.

Λ.Φ.:

Όταν λέτε ότι φύγατε για ένα διάστημα με «άνευ», πού πήγατε;

Μ.Ρ.:

Πήγα στην Αυστρία, πήρα μία υποτροφία από το Austrian Science Foundation λέγεται, FWF είναι στα γερμανικά, η οποία ήτανε δίχρονη, είχα... Αυτή απαιτούσε να υπάρχει ένας μέντορας, ο μέντορας ήταν στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Επομένως, είχα την άμεση σχέση με το πανεπιστήμιο της Βιέννης, το host institution ήταν αυτό και η έρευνά μου όμως, ήταν πάνω στην Ιστορία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Λ.Φ.:

Όπου, αυτή η έρευνα, πού κατέληξε;

Μ.Ρ.:

Η έρευνα αυτή, αλλά και όλη η εμπειρία της Αυστρίας, κατέληξε στο να πάρω... Πρώτον, να γράψω την πρόταση για ένα «ERC Grant» και τελικά, να πάρω το «Grant» το 2018.

Λ.Φ.:

Τι σημαίνει «ERC Grant»;

Μ.Ρ.:

Σημαίνει αλλαγή καριέρας. Σημαίνει εξαιρετική δυνατότητα, μοναδική δυνατότητα, για να κάνει κανείς πρώτον την έρευνα που θέλει να κάνει, αλλά ταυτόχρονα και να επιλέξει το ίδρυμα, στο οποίο θέλει να πάει. Ξαφνικά, εξαιτίας του ότι το «ERC» είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό βραβείο –στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης– διάφορα πανεπιστήμια, διεκδικώντας τη φήμη και τη δυνατότητα να αυξήσουν το δικό τους visibility, την ορατότητά τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα, συλλέγουν «ERC». Άρα, αυτός που παίρνει ένα «ERC», αυτή που παίρνει ένα «ERC» γίνεται ξαφνικά περιζήτητη και άρα, αυτό ανοίγει πόρτες, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα άνοιγαν.

Λ.Φ.:

Εσάς ποια πόρτα σας άνοιξε;

Μ.Ρ.:

Μου άνοιξε την πόρτα του Πολυτεχνείου του Βερολίνου. Είχα μια πρόταση να έρθω εδώ, να μεταφέρω όλο το πρόγραμμά μου, στο Βερολίνο και επομένως, αυτή τη στιγμή, είμαι με άδεια άνευ αποδοχών από το Πολυτεχνείο της Ελλάδας, δουλεύω στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου και υπάρχει μία σκέψη, να παραμείνω εδώ και να αφήσω τη θέση στην Ελλάδα.

Λ.Φ.:

Και ποιο είναι το θέμα όλου του «ERC»; Μιλήστε μου λίγο γι’ αυτό.

Μ.Ρ.:

Το θέμα του «ERC» είναι η Ιστορία της Ακτινοπροστασίας, αλλά στα πλαίσια του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας και πώς ο Διεθνής Οργανισμός, αυτό που λέμε ο «ΔΟΑΕ» κατάφερε –ενώ είναι ένας πολιτικός και διπλωματικός οργανισμός– να είναι αυτός, που καθορίζει επιστημονικά ζητήματα σε σχέση με την ακτινοπροστασία.

Λ.Φ.:

Ωραία, πείτε μου τώρα κάτι άλλο. Δουλεύετε ως Ιστορικός Επιστήμης. Άρα τη δουλειά που κάνουμε τώρα, που σας παίρνω εγώ συνέντευξη, την έχετε κάνει κι εσείς άλλες φορές. Και μιλάγατε κατά βάση με επιστήμονες, πυρηνικούς, ακτινολογία και τα λοιπά, επιστήμονες πάντως. Πώς ήταν η αντιμετώπιση απ’ αυτούς τους επιστήμονες σε εσάς; Πηγαίνατε μ’ ένα πτυχίο Φυσικής και με σπουδές στην Ιστορία, άλλου είδους εφόδια. Πώς ήταν αυτή η αλληλεπίδραση, θυμάστε; 

Μ.Ρ.:

Το πτυχίο της Φυσικής άνοιγε πόρτες, που χωρίς αυτό, δεν θα άνοιγαν. Δηλαδή θυμάμαι ότι συζητούσα με συνάδελφους στην Αμερική –γιατί ξεκίνησα αυτό που λέμε «την προφορική ιστορία» από τότε, απ’ την περίοδο του διδακτορικού– οι οποίοι έρχονταν από άλλου τύπου disciplines και οι οποίοι δεν είχαν την ίδια αντιμετώπιση. Αλλά έχοντας το πτυχίο Φυσικής, υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός με τον άνθρωπο, τον οποίο έπαιρνα τη συνέντευξη. Υπήρχε μια κοινή γλώσσα. [00:45:00]Άσχετα αν εγώ είχα αλλάξει πορεία και καριέρα στο ενδιάμεσο, η κοινή γλώσσα υπήρχε. Ήταν η βάση για να συνεννοηθεί κανείς και όχι απλώς για να συνεννοηθεί, αλλά να υπάρχει ένα επίπεδο σεβασμού. Και απ’ τις δύο πλευρές. Προφανώς, απ’ τη δική μου πλευρά, γιατί ένας άνθρωπος δεχόταν να μου δώσει τον χρόνο του, αλλά κι από την άλλη πλευρά, ότι ένας άνθρωπος με γνώσεις και κατανόηση αυτών που πιθανά θα άκουγε, ενδιαφέρονταν για την ιστορία αυτών των ανθρώπων.

Λ.Φ.:

Θυμάστε μια δύσκολη στιγμή; Την πιο δύσκολη συνέντευξη;

Μ.Ρ.:

Δεν είχα δύσκολες συνεντεύξεις, είχα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις. Από τις πρώτες συνεντεύξεις, ήταν ένας κύριος Χάλπερν, λεγόταν, ένας Αυστριακός, ο οποίος ζούσε στο Μαϊάμι. Και πήγα να του πάρω συνέντευξη. Ταξίδεψα λοιπόν, απ’ το Blacksburg, όπου έμενα και πήγα στο Μαϊάμι να τον πάρω συνέντευξη. Ήτανε η πιο έτσι ανοιχτή, ευχάριστη συνέντευξη. Ο άνθρωπος ήταν ήδη πολύ μεγάλος, μου έδωσε... Δεν ήταν απλώς ότι μου μίλησε γι’ αυτά που μ’ ενδιέφεραν, αλλά μου έδωσε αρχειακό υλικό, όπου δεν θα έβρισκα υπό άλλες συνθήκες. Άνοιξε τα συρτάρια του, τα ντουλάπια του, μου ’δωσε φωτογραφίες, μου ’δωσε ό,τι είχε από την εποχή εκείνη. Και το ίδιο μου συνέβη σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, όταν πήγα στο Γκέτεμποργκ, να πάρω συνέντευξη από –μου διαφεύγει το όνομά του– από έναν άλλον κύριο, ο οποίος μου έδωσε ό,τι πιο βασικό φωτογραφικό υλικό χρησιμοποίησα για το διδακτορικό μου, το οποίο δεν θα το έβρισκα σε κανένα αρχείο. Και μετά τη διατριβή, επειδή είχα αυτό το υλικό, το έδωσα με τη σειρά μου, στα αρχεία του πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ. Άρα δηλαδή και όλο αυτό βοήθησε στη διάσωση, αν θες, ενός αρχειακού υλικού, που ίσως δεν θα γινόταν διαφορετικά.

Λ.Φ.:

Ωραία, έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Μ.Ρ.:

Να πω, ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη και είμαι στη διάθεσή σας.

Λ.Φ.:

Ευχαριστώ πολύ.