© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Ανδρέας Κατσικόπουλος: «Η μουσική και η γλώσσα των άστρων έχουν οριοθετήσει τη ζωή μου»

Istorima Code
16277
Story URL
Speaker
Ανδρέας Κατσικόπουλος (Α.Κ.)
Interview Date
21/09/2020
Researcher
Σταύρος Κεραμίδας (Σ.Κ.)

[00:00:00] 

Σ.Κ.:

Καλημέρα σας! Πώς ονομάζεστε;

Α.Κ.:

Λοιπόν, το όνομά μου είναι Ανδρέας Κατσικόπουλος.

Σ.Κ.:

Βρισκόμαστε στην Αγία Παρασκευή Αττικής. Είναι 22 Σεπτεμβρίου του 2020 και είμαι εδώ με τον κύριο Ανδρέα Κατσικόπουλο. Ονομάζομαι Σταύρος Κεραμίδας και είμαι ερευνητής στο Istorima. Ξεκινάμε. Κύριε Κατσικόπουλε–

Α.Κ.:

Παρακαλώ;

Σ.Κ.:

Θα ήθελα αρχικά να μου πείτε λίγα πράγματα για σας: πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε, το μορφωτικό σας επίπεδο, αν έχετε σπουδάσει κάτι, τι δουλειά κάνετε, αν έχετε οικογένεια, παιδιά...

Α.Κ.:

Μπορώ; Ωραία! Λοιπόν, εγώ γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό των Καλαβρύτων. Σκεπαστό λέγεται. Παλιότερα λεγόταν Βισοκά. Είναι 4 χιλιόμετρα έξω από τα Καλάβρυτα. Γεννήθηκα στις 10 Ιουλίου του 1951. Έμεινα στο χωριό μου μέχρι τα 18 μου χρόνια. Εκεί τέλειωσα το Γυμνάσιο, εξατάξιο τότε. Και μετά είχα διακαώς την επιθυμία να φύγω από τον τόπο μου και να αναζητήσω την τύχη μου αλλού.   Ήμουν στην Τρίτη Γυμνασίου, όταν για πρώτη φορά, έτσι, μου ήρθε η ιδέα ότι μπορεί να κάνω, να ασχοληθώ με κάτι καλλιτεχνικό. Μ’ άρεσε πάρα πολύ η μουσική. Μ’ άρεσε να τραγουδάω. Αυτό –θα χρησιμοποιήσω μια έκφραση– αυτό μου το «ψώνιο» μου στάθηκε, έτσι, ένας πολύ... μια πολύ ωραία πυξίδα στη ζωή μου και με οδήγησε όχι ακριβώς εκεί που ονειρευόμουνα, αλλά σε παραπλήσια μονοπάτια. Κι αυτήν τη στιγμή, στα 69 μου χρόνια, νιώθω πάρα πολύ γεμάτος, νιώθω πάρα πολύ όμορφα. Έκανα μια δουλειά την οποία αγαπάω, αγάπησα πάρα πολύ και την υπηρέτησα με πάθος. Για τριάντα τέσσερα χρόνια ήμουν καθηγητής Μουσικής, κατά κύριο λόγο στο 1ο Γυμνάσιο Αγίας Παρασκευής. Κι επειδή ήμουν και συνεχίζω να είμαι ένα ανήσυχα δημιουργικό άτομο –έτσι με χαρακτηρίζω–, δεν έμεινα στο καθαρά τυπικό μέρος της δουλειάς μου: «Πηγαίνω το πρωί, κάνω το μάθημά μου, σηκώνομαι, φεύγω πάω σπίτι μου». Εμένα μου άρεσε να δημιουργώ πράγματα, να δημιουργώ καταστάσεις όμορφες. Είχα μια απίστευτη σχέση με τα παιδιά! Πέρασα πάρα πολύ ωραία μαζί τους και τα ευγνωμονώ, γιατί έδωσαν έναν πολύ ωραίο τόνο, ένα ζωντανό κύτταρο γενικά, που κάθε φορά άλλαζε και ήτανε διαφορετικά τα πρόσωπα, αλλά ίδιες οι συνήθειες, ίδιες οι συμπεριφορές. Γέμιζαν τη ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια.  Μ’ άρεσε πάρα πολύ να γράφω. Από κάποια στιγμή και μετά, την είχα «ψώνιο» με το θέατρο. Ανέβαζα θεατρικές παραστάσεις κάθε Μάη. Αλλά, από κάποια στιγμή, μου ήρθε η επιθυμία να πειραματιστώ κι εγώ ο ίδιος. Ξεκίνησα κι έγραψα το 1997 το πρώτο μου θεατρικό έργο με τίτλο «Μετέωροι σε δυο αιώνες». Ε, με πολύ ανασφάλειες το ανέβαζα… Δεν ήξερα πώς θα το δεχτεί ο κόσμος… Γιατί μέχρι τότε τους είχα συνηθίσει με ρεπερτόριο απ’ το αρχαίο θέατρο, απ’ το σύγχρονο θέατρο. Τώρα, να γράψω εγώ ένα θεατρικό έργο, δεν ξέρω πώς θα το δεχότανε ο κόσμος. Το έκανα λίγο συγκρατημένος. Πήγε πάρα πολύ ωραία! Το επαναλάβαμε και την επόμενη χρονιά. Κι από κει και πέρα, αρχίζω και γράφω και θεωρώ, έτσι, πολύ τυχερό τον εαυτό μου, γιατί έγραψα εφτά θεατρικά έργα, τα οποία με τα παιδάκια μου τα ανέβασα κι είχα την ευτυχία, είχα την ευτυχία να τα δω ζωντανεμένα επί σκηνής. Αυτή τη στιγμή, ζω με τις πολύ όμορφες αναμνήσεις, βλέποντας το DVD της κάθε παράστασης, φέρνοντας στο μυαλό μου τα παιδάκια μου – που, σου λέω, είχαμε μια απίστευτη σχέση. Και πριν δυο χρόνια –και κάτω από την πίεση της κόρης πιο πολύ–, έφτιαξα μια σελίδα στο Facebook. Γιατί στην αρχή ήμουν αντίθετος, ίσως κι από κακή μου ενημέρωση. Και βλέπω ότι τα παιδιά που είχα μαθητές πριν από τριάντα χρόνια, πριν από σαράντα χρόνια, δεν με ξεχάσανε! Και έρχονται και είμαστε στην ομαδούλα και επικοινωνούμε και χαιρόμαστε και αυτά και εγώ. Να πω και... γιατί πέρασα πολύ πολύ πολύ γρήγορα, τα υπόλοιπα στοιχεία μου. Ναι, είμαι παντρεμένος, τριάντα πέντε χρόνια τώρα. Έχω μια κορούλα. Αυτή είναι η οικογενειακή μου κατάσταση. Φυσικά τώρα είμαι συνταξιούχος, δεν έχω ενεργό δράση. Αλλά γενικώς δεν είμαι κι από τα άτομα που έχω [00:05:00]παροπλιστεί. Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα ενεργό. Λυπάμαι βέβαια για έναν και μοναδικό λόγο. Γιατί στην Αγία Παρασκευή, που γενικώς κινήθηκα όλα αυτά τα χρόνια, βγάζαμε μια υπέροχη τοπική εφημερίδα, την «Περισκόπηση», για δεκαεννιά χρόνια, όπου ήτανε αρχικώς μηνιαία, μετά έγινε εβδομαδιαία. Και λόγω μικρού πορτοφολιού, αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε αυτήν τη δραστηριότητα. Εκεί μου δινότανε η ευκαιρία να γράφω κι απευθυνόμενος σ’ ένα πολύ μεγάλο κοινό, ήταν είκοσι χιλιάδες φύλλα που μοιραζόντουσαν. Βέβαια. Τετραχρωμία όλη η «Περισκόπηση» σε ιλουστρασιόν χαρτί. Άλλες εποχές, αγόρι μου, τότε… Δυστυχώς, τώρα δεν υπάρχει ούτε για να τυλίξουμε μπακαλιάρο το χαρτί! Κατάλαβες–

Σ.Κ.:

Τη διανείματε δωρεάν ή με αντίτιμο;

Α.Κ.:

Ναι, ναι, ναι, δωρεάν, δωρεάν! Είχαμε την… Γιατί είχαμε πρόσωπο στην περιοχή. Και είχαμε ωραίους επαγγελματίες, που τότε είχανε τη δυνατότητα να διαφημίζονται. Τώρα… μαζευτήκαμε! Λοιπόν, εγώ θα ήθελα να σου μιλήσω για δύο συμπτώσεις ή συγκυρίες –δεν ξέρω, ο καθένας θα το κρίνει όπως θέλει– που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Ενδιαφέρει αυτό;

Σ.Κ.:

Πάρα πολύ!

Α.Κ.:

Πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία! Λοιπόν, όπως ξεκίνησα να λέω στο... λίγο πριν, ήθελα να φύγω από το χωριό μου, και γιατί δεν είχα περάσει καλά τα παιδικά μου χρόνια και πολύ άσχημες οι συνθήκες σε όλα τα επίπεδα, αλλά και κυρίως γιατί αναζητούσα τη... ήθελα να αναζητήσω την τύχη μου αλλού. Έκανα όνειρα, σκεφτόμουν τι μπορεί να καταφέρω. Κυρίως γύρω από το θέμα της μουσικής, αλλά και γενικότερα στη συνέχεια της τέχνης. Το βιβλίο του Κοέλιο, «Ο Αλχημιστής», έχει δύο πολύ ωραίες ατάκες. Ως βιβλίο, δεν μπορώ να σου πω ότι με συγκίνησε ή με συντάραξε. Αλλά οι δύο ατάκες που έχει μέσα εμένα μου λένε πάρα πάρα πάρα πολλά. Βέβαια η μια απ’ αυτές έχει γίνει πλέον και καθημερινό σλόγκαν, πράγμα το οποίο δεν μπορώ να σου πω ότι το χαίρομαι. Ότι: «Όταν θέλει κάποιος κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για πάρτη του». Αυτό το λέει ο πάσα ένας πλέον. Και η δεύτερη ατάκα που μου είχε καθίσει εμένα ήτανε: «Να ζει το άτομο τον προσωπικό του μύθο». Θα τα εξηγήσω και τα δύο. Εγώ ήθελα πάρα πάρα πολύ να ασχοληθώ με τη μουσική, αλλά στα Καλάβρυτα, για την εποχή που μιλάμε και μέχρι τα 18 μου χρόνια, –τώρα βέβαια έχουν αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο κι είναι κάτι που το χειροκροτώ–, αλλά για τότε δεν υπήρχε η δυνατότητα. Και δεν ήμουν εγώ μέσα στα Καλάβρυτα. Το χωριό μου είναι 4 χιλιόμετρα… Γιατί αν ήμουν στα Καλάβρυτα, θα μπορούσα να πάω, ας πούμε, στην μπάντα του Δήμου, υπήρχε και τότε, και τότε υπήρχε. Αλλά δεν είχα τη δυνατότητα να ασχοληθώ με τη μουσική πιο σοβαρά, να μελετήσω, να μάθω ένα μουσικό όργανο… Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Φεύγω λοιπόν και, μολονότι είμαι μοναχογιός... Ήταν κι αυτό ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, γιατί μια μάνα η οποία ήτανε μόνιμα άρρωστη, χειρουργημένη πολλές φορές κι αυτά, πολλά τα προβλήματα, όταν της είπα ότι εγώ θέλω να φύγω, μου λέει: «Άμα θα φύγεις εσύ, εγώ θα πεθάνω». Ε, είναι η πρώτη φορά που είπα μια κουβέντα στην μητέρα μου, –Θεός σ’χωρέσ’ τη, ελπίζω να με έχει συγχωρήσει–, ότι: «Αν μείνω εγώ εδώ, θα πεθάνω εγώ. Οπότε θα μου επιτρέψεις να φύγω κι από κει και πέρα ας κανονίσει η φύση τι έχει και για τους δυο μας!».

Σ.Κ.:

Πατέρας;

Α.Κ.:

Υπήρχε ο πατέρας. Ναι, υπήρχε. Αλλά με τον πατέρα μου δεν είχα... δεν είχαμε επαφή. Όχι ότι ήταν κακός, αλλά δεν είχε... ήτανε άτομο το οποίο δεν ήθελε να εκφράζεται, δεν, δεν, δεν… Ό,τι ήθελα εγώ να συζητήσω απευθυνόμουνα στη μάνα μου και αυτή κανόνιζε τα πάντα.

Σ.Κ.:

Είχατε, εννοείτε δηλαδή, καλύτερη επικοινωνία με τη μαμά σας;

Α.Κ.:

Άψογη! Άψογη. Βέβαια δεν συμφωνούσαμε, ήμασταν και στην κόντρα. Αλλά έστω και η κόντρα είναι μια μορφή επικοινωνίας. Και πολύ δυνατή, πολύ ζόρικη. Λοιπόν… Οπότε, λέω στη μάνα μου: «Εγώ φεύγω» και, ως Ελληνίδα μάνα: «Πού θα πας, ποιος θα σου πλένει, ποιος θα σου μαγειρεύει;».

Α.Κ.:

Λοιπόν, φίλτατε Σταύρο, με πολλή περηφάνια θα σου πω ότι η πρώτη δουλειά που έχω κάνει στη ζωή μου –μην αρχίσεις να με φοβάσαι– είναι νοσοκόμος σε τρελάδικο! Δεν ξέρω αν αυτό είναι ένα μήνυμα ότι μπορεί να είναι και τα τελευταία χρόνια ζουρλός, ας πούμε, εν πάση περιπτώσει, για να κάνουμε λίγο χιούμορ το λέω. Λοιπόν, ναι, έφυγα από τα Καλάβρυτα, ήρθα εδώ. Εγώ όμως στο μυαλό μου μέσα δούλευα το τι μπορώ να κάνω γύρω από το θέμα μουσική. Έκανα κάποιες πολύ αποτυχημένες προσπάθειες, δεν έχει νόημα να φάω τον χρόνο τώρα σε τέτοια χαζά [00:10:00]πράγματα. Θέλω όμως να σου πω για τη συγκυρία ή την τύχη –ξέρω γω πώς θες να το πεις– που έπαιξε καθοριστικότατο ρόλο στη ζωή μου! Το τρελάδικο τότε, –θα μου επιτρέψεις να το λέω έτσι–, ήτανε στη γωνία ακριβώς λεωφόρος Πεντέλης και Οδός Σισμανογλείου. Ήταν το Σισμανόγλειο εκεί στη γωνία, που είναι τώρα ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο… Κι η πλάκα είναι ότι πήγα κι αγόρασα ένα μόντεμ από κείνο το μαγαζί. Είναι μια σειρά μαγαζιών εκεί πέρα…

Σ.Κ.:

Αυτό ήτανε ψυχιατρικό ίδρυμα;

Α.Κ.:

Ναι.

Σ.Κ.:

Νοσοκομείο δηλαδή για ανθρώπους με ψυχική ασθένεια–

Α.Κ.:

Ναι, δύο κλινικές όπου ήτανε κλινική... νευρολογική κλινική «Ευαγγελισμός», σου λέω και την επωνυμία της επιχείρησης. Ως επιχείρηση το κρίνω εγώ τώρα αυτή τη στιγμή. Λοιπόν, δούλευα εκεί και – άκου σύμπτωση, φίλε: έρχονται δυο παιδιά –καλή τους ώρα, καλή τους ώρα, όπου κι αν βρίσκονται, χαθήκαμε και κακώς χαθήκαμε, αλλά εν πάση περιπτώσει, από τότε δεν τους έχω δει–, ο Μπάμπης και ο Τάσος. Και, στη γωνία απέναντι ακριβώς, που είναι τώρα κάποιο φαστφουντάδικο, –δεν θυμάμαι τώρα ποιο είναι, ναι–, φτιάχνουνε, ανοίγουνε μια ταβέρνα. Λοιπόν, η ταβέρνα αυτή, δυστυχώς για τα παιδιά, δεν πήγε. Πήγε όμως για μένα! Γιατί; Τι να φας τώρα το πρασόρυζο που ’χει μαγειρευτεί το μεσημέρι, να το φας το βράδυ στις 23:00 η ώρα που γύρναγα από το φροντιστήριο. Τότε έκανα φροντιστήριο κι έδωσα στην Ιατρική. Ευτυχώς δεν πέρασα! Γιατί για γιατρός δεν έκανα. Θα ’χα στείλει ανθρώπους στον άλλον κόσμο! Δεν έκανα, τέλος! Αυτό με στενοχωρούσε βέβαια τότε, η δεύτερη αποτυχία, αλλά –έτσι– με τον χρόνο που μεσολάβησε, λέω ευτυχώς που δεν έγινε αυτό το πράγμα. Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει. Εγώ πήγαινα στο φροντιστήριο και έκανα μαθήματα για να δώσω –όπως κι έδωσα– κι ευτυχώς δεν πέρασα. Λοιπόν. Τα παιδιά αυτά που άνοιξαν την ταβέρνα απέναντι, πήγαινα τα βράδια να φάμε, ξέρω γω, μια μακαρονάδα με τον φίλο μου, που δουλεύαμε μαζί, λοιπόν, και πιάσαμε γνωριμία. Χούντα μιλάμε ακόμα, έτσι; Λοιπόν. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Μπάμπης, έπαιζε κιθαρούλα. Ό,τι έπαιζε. Κι αρχίσαμε εκεί να τραγουδάμε, με λίγο με κλειστές τις πόρτες και κλειστά τα φώτα, να τραγουδάμε Θεοδωράκη, ναι, και τέτοια τρελά πράγματα. Οπότε ανοίχτηκα κι εγώ και τους είπα ότι πηγαίνω σ’ έναν τύπο και κάνω μαθήματα κιθάρας, αλλά δεν έμενα ικανοποιημένος, δεν μ’ άρεσε σαν δάσκαλος, δεν με κάλυπτε αυτά που μου έδειχνε, δεν με κάλυπταν. Και μου λέει ο Τάσος: «Ρε συ, εγώ στην Κυψέλη –λέει– που ήμουνα και μοίραζα γάλα, –άλλες εποχές, έτσι;–, γνωρίζω έναν συμπαθέστατο κύριο, πιανίστας είναι, μουσικός είναι. Θες να σε πάω να σε γνωρίσουν;». Ε, με τις «δάφνες», σε εισαγωγικά το λέω, που είχα στη ζωή μου, είχα εντυπωσιάσει αυτόν, είχα εντυπωσιάσει τους συμμαθητές μου, είχα εντυπωσιάσει… Ηλιθιότητες, αστεία πράγματα… Αλλά εν πάση περιπτώσει, για τότε, στους στραβούς βασίλευε ο μονόφθαλμος. Λοιπόν. Και πάμε… 26 Μαρτίου του... του... του ’70. Η επομένη της εθνικής μας γιορτής. Λοιπόν, γνωρίζω ένα συμπαθέστατο ηλικιωμένο άτομο. Μου έκαναν εντύπωση από την πρώτη στιγμή τα μάτια του. Είχε κάτι μάτια σαν τους προβολείς του Ολυμπιακού Σταδίου, δηλαδή σε κοίταγε και σου ’κανε αυτομάτως τέσσερις ακτινογραφίες. Ναι, ένα πολύ διεισδυτικό βλέμμα. Ανοίγει το πιάνο. Αυτός από μουσική και τραγούδια που ήξερα εγώ τι είχε; Μεσάνυχτα! Ε, ναι, γιατί ήτανε σε άλλον χώρο, σε άλλη κατηγορία μουσικών. «Τι θα μας τραγουδήσεις, παλικάρι μου;» Λέω: «Να σας πω, ξέρω γω…» είπα, δεν θυμάμαι, ένα τραγούδι. Με κοιτάει. Μου λέει: «Θες να μου πεις κι ένα άλλο;». Το ερμηνεύω εγώ αυτό. Α, τον εντυπωσίασα και τούτον, λοιπόν, για να μου ζητάει και δεύτερο! Οπότε, αρχίζω να του λέω, να πούμε, ένρινος, ανάλογα με το τι άκουγα στα Καλάβρυτα, έτσι; Του κερατά δηλαδή, δεν το συζητάω. Μια φωνή αστεία, γελοία. Χωρίς καμία προπαίδεια, χωρίς τίποτα. Οπότε, φίλτατε Σταύρο, θυμάμαι, σαν να το βλέπω τώρα, τη σκηνή, όπως είναι το πιάνο έτσι, κάνει τη μαγική κίνηση και γυρνάει το καπάκι και το κλείνει. Και γυρνάει σε μένα και μου λέει επί λέξει: «Όσο για φωνή, ξέχασέ το!». Καταλαβαίνεις πώς γκρεμίζονται, ξέρω γω, η πολυκατοικία που είδαμε προχθές να γκρεμίζεται στην Ινδία, ένα τέτοιο πράγμα. Χρακ, κατέρρευσα! Γυρνάω έτσι με τρόπο προς τον Τάσο και του λέω: «Τι μου λέει τώρα; Τι είναι αυτά;». Εν πάση περιπτώσει, να μην σ’ τα πολυλογώ, ο άνθρωπος αυτός –άγιο το χώμα που τον [00:15:00]έχει σκεπάσει– εμένα έγινε ο δάσκαλός μου στη μουσική, ο πατέρας μου, ο φίλος μου, ο αδερφός μου, ο άνθρωπος πυξίδα στη ζωή μου! Γιατί; Μου λέει: «Άκουσε να σου πω. Δεν ξέρω τι θα γίνεις, είσαι νέος άνθρωπος –18, 19 χρονών παρά κάτι–, αν κάνεις μαθήματα και καλλιεργήσεις τη φωνή σου και τα λοιπά, μπορεί κάτι να γίνει. Δεν το ξέρω, αυτή τη στιγμή. Μου έχει πει όμως ο Τάσος –λέει– ότι γράφεις και κάποια τραγούδια δικά σου». Τι να του έλεγα εκείνη την ώρα; Είχαν λυθεί τα πόδια μου! Τα γόνατά μου δεν τα καταλάβαινα! «Ε, ναι –λέω–, γράφω», σαν να του ’λεγα: «Τώρα τι μου ζητάς;». Εν πάση περιπτώσει, του είπα ένα δικό μου τραγούδι κι εντυπωσιάστηκε! Άσχετος εγώ… Κι εντυπωσιάστηκε. Μου λέει: «Άκουσε να σου πω. Μου ’χει πει ο Τάσος για τη δουλειά που κάνεις και για τον αγώνα που δίνεις στη ζωή σου. Εγώ παιδιά –μου λέει– δεν έχω, οικογένεια δεν έχω. Μου ταιριάζεις σαν άνθρωπος και πολύ ευχαρίστως να σε αρχίσω μαθήματα πιάνου». Εγώ σκέφτηκα του στιλ: «Πώς θα σε πληρώνω, ρε μάστορα;». Το κατάλαβε και μου λέει: «Εννοείται, δεν θέλω χρήματα». Λοιπόν. Και μου λέει: «Αν δω ότι τα καταφέρνεις και τα πας περίφημα και τα λοιπά, θα σου πω: “Eντάξει, ρε παιδί μου, συνέχισέ το. Ειδάλλως πήγαινε μάθε μια τέχνη, γίνε τσαγκάρης, γίνε μανάβης, δεν ξέρω τι θα κάνεις, να ζήσεις μεθαύριο την οικογένειά σου”». Έφευγα από το Σισμανόγλειο, Σταύρο, με τα μέσα της εποχής εκείνης, άλλαζα τρεις συγκοινωνίες για να πάω στην Κυψέλη… Και η διάθεσή μου να είναι στα ουράνια! Να λέω τώρα: «Πω πω, θα πάω να καθίσω στο πιάνο του δάσκαλου». Μια σελίδα μού παρέδιδε, πέντε διάβαζα εγώ επιπλέον. Κάποια στιγμή, επειδή σπούδασα και ηλεκτρονικός, στο δεύτερο έτος πήρα μια υποτροφία, δώδεκα χιλιάρικα. Μιλάμε τώρα για το ’71 ή ’72, δεν μπορώ να τα υπολογίσω τώρα. Εκεί. Σ’ εκείνα τα χρόνια, τα δώδεκα χιλιάρικα ήτανε τεράστιο ποσόν, έτσι; Οπότε αγόρασα ένα πιάνο. Ο δάσκαλος πάλι μεσολάβησε και το βρήκαμε και είχα πιάνο στο σπίτι μου. Οπότε έχω τρελάνει τη γειτονιά, εννοείται, δεν το συζητάω. Διαβάζω –τι θα πει ώρες ακατάλληλες;– δέκα ώρες την ημέρα πιάνο. Απ’ ότι βλέπεις και τώρα, δεμένο το έχω το χέρι, απ’ την υπερκόπωση. Λοιπόν. Γιατί εγώ ξεκίνησα πολύ μεγάλος. Για πιάνο 19 χρονών… Όταν, μετά που πήγα στο Ωδείο, είχα τον πιτσιρικά τον πεντάχρονο και μου ’βαζε γυαλιά, αισθανόμουνα και πολύ άσχημα. Λοιπόν. Οπότε, που λες, φίλτατε, παθιάζομαι με το θέμα μουσική. Προχωράω. Γίναμε σχεδόν γείτονες με τον δάσκαλο. Και ήμουν κάθε μέρα σπίτι του να με παρακολουθεί, να, να, να, να… Μου έγινε τεράστιο πάθος το θέμα μουσική, το θέμα του πιάνου, συγκεκριμένα. Και κάποια στιγμή έρχεται και μου λέει: «Κοίταξε να σου πω κάτι…». Α, πριν σου πω αυτό, να σου πω το άλλο. Σε μήνες της γνωριμίας μας, μου λέει: «Ρε φίλε, να σου πω κάτι; Καλό παιδί φαίνεσαι»… Τον κορόιδεψα, ναι, λοιπόν... «Αλλά δεν έχεις διαβάσει». Εγώ με το μυαλό του βλάχου –δεν με θίγει αυτό που λέω, μόνος μου το λέω– δεν πήγε το μυαλό μου τι ήθελε να μου πει ο δάσκαλος. Του λέω: «Εγώ δεν έχω διαβάσει;». Εκείνο τον καιρό, Σταυράκη, δεν πήγαινες στο σχολείο αδιάβαστος, γιατί έπεφτε το ξύλο της αρκούδας! Α, ναι, γεια σου… Τι χέρια, τι κεφάλια, τι… Δεν καταλάβαινε κανένας τίποτα! Κι όχι τίποτα άλλο, αν πήγαινες στο σπίτι κι έλεγες: «Μ’ έδειρε ο δάσκαλος», τις έτρωγες κι απ’ το σπίτι. Α, τι ωραία, τι καλά!

Σ.Κ.:

Το έχω ακούσει απ’ τους γονείς μου αυτό–

Α.Κ.:

Ναι, αγόρι μου. Πού να σ’ τα λέω… Λοιπόν. Οπότε, του λέω: «Εγώ –λέω– κάθε μέρα διαβασμένος είμαι…». «Βλάκα –μου λέει–, έχεις διαβάσει ποίηση; Έχεις διαβάσει λογοτεχνία; Έχεις διαβάσει φιλοσοφία;» «Τι μου λες τώρα;» του λέω. «Λοιπόν, πάρε –μου λέει– αυτό το βιβλίο να διαβάσεις. Σε μια βδομάδα θα το ’χεις τελειώσει και μετά θα κάνουμε κουβέντα». Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα εξ ανάγκης, αγαπητέ Σταύρο; Το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε. Σκόπιμα μου το ’δωσε. Και αυτό ήτανε –πώς το λένε, ρε παιδί μου;– η κίνηση ματ. Δεν ξέρω από τυχερά παιχνίδια και επιτραπέζια και τα λοιπά, δεν ξέρω. Ως έκφραση το λέω. Δηλαδή ή θα λειτουργούσε έτσι όπως λειτούργησε σε μένα ή θα έλεγα: «Πω πω, τι λέει εδώ πέρα, ρε παιδί μου; Τόσο χαζός είμαι; Άσ’ το να πάει στον διάολο, δεν μπορώ εγώ να ασχοληθώ μ’ αυτά». Είδα το μέγεθος της άγνοιάς μου και, φίλτατε, εγώ που δεν διάβαζα, έπαιρνα από τη βιβλιοθήκη του –γιατί δεν υπήρχε το «ψιλικό οξύ», δεν γινότανε–, έπαιρνα–

Σ.Κ.:

Εννοείτε τα χρήματα.

Α.Κ.:

Ε, βέβαια, ε, ναι. Επειδή σου το είπα «ψιλικό οξύ»; Ναι. Λοιπόν. Έπαιρνα, που λες, ένα βιβλίο και διάβαζα ένα βιβλίο την ημέρα. Δηλαδή μέχρι τις 23:00 η ώρα διάβαζα πιάνο το βράδυ. Ε και μετά κάνα δυο ώρες, τρεις ώρες, ναι… Καλά, βέβαια, υπήρχαν και φορές που πήγαινα διαβάζοντας πιάνο μέχρι τις 02:00 και φεύγαν κάτι γλάστρες από απέναντι… Αλλά τι να κάνουμε; Δεν [00:20:00]γινόταν και διαφορετικά, ξεχνιέσαι δηλαδή. Πώς γίνεται με το κομπιούτερ και τρως τον χρόνο σου και λες: «Πότε πέρασε η ώρα, ρε παιδί μου;». Ε, εγώ το πέρναγα τότε με το πιάνο! Λοιπόν. Οπότε με βάζει σ’ αυτό το τριπάκι κι αρχίζω να διαβάζω. Και κάποια στιγμή, στη βδομάδα που μου είπε, κάνουμε κουβέντα. Εκεί πλέον με διέλυσε. Κι αρχίζει να μου λέει κι αυτό κι εκείνο… Του λέω: «Τι μου λες τώρα; Κατ’ αρχάς, πόσον καιρό; Πότε το διάβασες εσύ αυτό το βιβλίο; Εγώ τώρα το τέλειωσα». «Ε –μου λέει–, πάνε καμιά εικοσαριά χρόνια». «Είκοσι χρόνια και τα θυμάσαι έτσι;» Ε, εκεί ήτανε που πήρα τη φόρα τη μεγάλη. Άρα, λοιπόν, αρχίζω να διαβάζω. Μου δίνει κάποια στιγμή, ένα από τα πέντε αντίτυπα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα, «Το κριτήριο» του Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Ένα θεατρικό έργο. Ένα πρόσωπο επί σκηνής. Και τόλμησε να το παίξει μόνο ένας άνθρωπος. Ο Μυράτ, όταν ήταν σε ηλικία 25 χρονών. Δεν ξανατόλμησε άνθρωπος να παίξει αυτό το έργο. «Καταλαβαίνω ή πέθανα, μα κάτι μου ’χει μείνει. Κάτι μέσα μου ρωτά πού πάει και τι θα γίνει. Θα ’μαι του ζέφυρου πνοή ή της βροντής ο κρότος; Θα γίνω φως από το φως ή σκότος μες το σκότος; Είμαι αέρας σύννεφο, είμαι ανεμοβρόχι, είμαι μηδέν ή αριθμός, είμαι το ναι ή το όχι;». Έτσι ξεκινάει «Το Κριτήριο»! Το διαβάζω και παθαίνω την πλάκα της ζωής μου! Έλα μου όμως που οι φωτοτυπίες τότε, φίλε μου, κάνανε 10 δραχμές η μία… Και στην έκδοση που το είχε ο δάσκαλος –άγιο το χώμα του, που τον έχει σκεπάσει– ήταν σε εβδομήντα δύο σελίδες… 720 δραχμές, δεν γινότανε. Πού να τις έβρισκα; Και –σ’ το λέω με πολλή περηφάνια– κάθισα και το αντέγραψα! Αυτό το βιβλίο –πες με ηλίθιο, πες με χαζό, πες με βλάκα– εγώ κάθισα και το αντέγραψα και το διάβαζα όποτε ήθελα! Τώρα κυκλοφοράει και σε μικρά βιβλιαράκια τσέπης, εν πάση περιπτώσει. Τότε όμως δεν υπήρχε. Το ένα αντίτυπο το είχε ο δάσκαλός μου. Λοιπόν.

Σ.Κ.:

Μιλάμε δηλαδή για το έτος... Έτσι και για να μπούμε λίγο στη χρονική σειρά;

Α.Κ.:

Πότε τον γνώρισα;

Σ.Κ.:

Πότε συνέβη το περιστατικό αυτό που λέτε.

Α.Κ.:

Α, ναι, ναι, ναι, θα σου πω. Εγώ ήρθα στην Αθήνα το ’69. Άρα μιλάμε, η γνωριμία μου έγινε το ’70. Κι από το ’70 και μετά, μέχρι που έφυγε από τη ζωή, ήμασταν μαζί. Ο άνθρωπος αυτός κάποια στιγμή μού λέει ότι: «Εντάξει, μαζί μου περνάς τα πάντα. Ωραία και καλά. Αλλά κι εδώ υπάρχει πρόβλημα, γιατί εγώ δεν μπορώ να σου δώσω κάποιο πτυχίο. Δεν είμαι κρατικός φορέας». «Και τι θα κάνουμε τώρα;» του λέω. Μου λέει: «Θα σε πάω στο Ωδείο». Ώχου… Μόλις μου το ’πε αυτό, άλλο τα πόδια κόψιμο, ας πούμε. Εν πάση περιπτώσει, με πήγε στον φίλο του –τον επίσης συγχωρεμένο– τον Γιώργο τον Πλάτωνα. Τον πατέρα της Λένας Πλάτωνος. Και συνέχισα με τον Πλάτωνα. Κι από το Ελληνικό Ωδείο πήρα όλους τους τίτλους: πτυχίο ωδικής, πτυχίο αρμονίας, πτυχίο ενοργάνωσης και διεύθυνσης μπάντας, πτυχίο αντίστιξης, πτυχίο φούγκας. Το πιάνο το έφτασα μέχρι την ανωτέρα, αλλά μετά πήγα φαντάρος. Το βράδυ άρχισα να δουλεύω σαν επαγγελματίας μουσικός. Δεν υπήρχε και χρόνος, για να καθίσω κάνα χρόνο ακόμα να μελετάω σαν τρελός, για να πάρω πτυχίο. Δεν πειράζει. Εντάξει! Στη μουσική δεν είναι το τι λένε οι τίτλοι σου. Το θέμα είναι κάτσε εκεί και παίξε! Κάτσε εκεί και παίξε! Λοιπόν. Είναι μέσα μου αυτός ο άνθρωπος. Ωστόσο, δεν ήτανε ο αγκαλίτσας και φιλάκια και λοιπά. Ήταν κι ο άνθρωπος με το σπαθί ακονισμένο. Έκανα μία και μοναδική –επειδή το ηχογραφείς δεν θα το πω όπως το νιώθω– μία και μοναδική βλακεία στη ζωή μου, την οποία μου την έφερε στα μούτρα τελείως. Ερωτεύτηκα κάποια στιγμή, ρε φίλε. Απλά πράγματα. Λοιπόν. Ερωτεύτηκα, που λες, και κάποια στιγμή η κοπελιά μού την έκανε και με πολύ άσχημο τρόπο. Έπεσα στα μαύρα κατάστιχα… Μήπως δεν πρέπει να τα πω αυτά; Έπεσα λοιπόν στα μαύρα κατάστιχα–

Σ.Κ.:

Κάθε άλλο! Μας ενδιαφέρουν.

Α.Κ.:

Α, μας ενδιαφέρουνε… Κουτσομπόληδες!

Σ.Κ.:

Απ’ τη στιγμή που θέλετε να τα μοιραστείτε, μας ενδιαφέρουν…

Α.Κ.:

Ναι, δεν έχω εγώ… Δεν τραβάω κανένα ζόρι… Είμαι, απ’ ό,τι βλέπεις, είμαι πάρα πολύ ανοιχτός σε όλα. Λοιπόν. Κι εγώ πού να έχω μυαλό να διαβάσω πιάνο… Τι με ενδιέφερε εμένα τώρα τι έκανε ο Μπετόβεν ή ο Σούμαν ή ο Σούμπερτ; Δεν μ’ ενδιαφέρανε τότε. Εγώ είχα τον καημό μου που με παράτησε η γκόμενα τώρα και αηδίες, να πούμε, και τέτοια πράγματα. Οπότε ούτε στο σπίτι του… Εξαφανίστηκα! Εννοείται, δεν είχαμε τηλέφωνο στο σπίτι τότε. Εγώ τουλάχιστον. Αυτός είχε. Αλλά εγώ δεν είχα. Εντάξει; Λοιπόν. Να με πάρει ένα τηλέφωνο να μου τα ψάλει. Λοιπόν. Και–

Σ.Κ.:

Είμαστε στη δεκαετία του ’70, συμβαίνουν αυτά, σωστά;

Α.Κ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, ναι… Αυτό συνέβη –να σου πω και συγκεκριμένα πράγματα– αρχές του ’72. Λοιπόν. Οπότε, ντριν, ντριν, ντριν... Εγώ είχα πιει και τα σκονάκια μου το βράδυ. Τι [00:25:00]σκονάκια δηλαδή, μη φανταστείς, κάνα βερμουτάκι ήτανε τότε, ναι. Λοιπόν.

Σ.Κ.:

Αλκοόλ δηλαδή, όχι σκόνη;

Α.Κ.:

Ναι, ναι. Όχι, όχι, «σκονάκια» τα είπα εγώ έτσι χαριτολογώντας. Όχι, ναι, αλκοόλ! Κι εννοώ τώρα το αλκοόλ που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή. Ναι, είναι… ναι. Βερμούτ ήταν της εποχής εκείνης το ποτό. Λοιπόν. Οπότε, ντριν, ντριν, ντριν, χτυπάει την πόρτα. Σηκώνομαι εγώ με τα μάτια... ποιος ξέρει πώς ήμουνα. Πάω να ανοίξω να τον αγκαλιάσω και χραπ… Η κουβέντα του: «Κρίμα το σάλιο να σε φτύσω!». Ααα! Αμάν, φίλε… Δεύτερη φορά, τρίτη, πέμπτη… Δεν ξέρω ποια ήταν… Που χάνω… «Εντάξει –μου λέει–, εγώ τώρα φεύγω! Βρες τα με τον εαυτό σου και ξέρεις πού θα με βρεις!» Αυτό ήτανε, Σταύρο! Δεν διανοήθηκα, όχι να κάνω, να το ξανακάνω… Δεν διανοήθηκα ότι θα μπορούσα να μην είμαι συνεπής την ώρα που έχουμε μάθημα, ας πούμε, ναι. Αυτό λοιπόν το κουβαλάω μέσα μου… Του έχω πει με χίλιους, ένα εκατομμύριο τρόπους: «Να είσαι αναπαυμένος εκεί που θα είσαι…». Έγραψα ένα μυθιστόρημα, με κωδικοποιημένο –έτσι– το περιεχόμενό του… Δηλαδή δεν είπα το όνομά του κι αυτά… Έγραψα ένα μυθιστόρημα, συγκεκριμένα είναι το «Φεγγάρια άλλης γης». Είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα που έχω γράψει. Όπου, μεταξύ των άλλων θεμάτων, γιατί διαπραγματεύομαι διάφορα άλλα κι άλλα θέματα, το κύριο, το βασικό, το κεντρικό του θέμα είναι να πω: «Βάσο Μανουσάκη, –αυτό ήταν το όνομά του, Βασίλης Μανουσάκης–, σε ευγνωμονώ που βρέθηκες στη ζωή μου και μου έδωσες φως». Μου έδωσες, βέβαια, και κάτι στ’ αυτιά μου αρπαχτές, έτσι, παπ, παπ! Αλλά για καλό μου, έτσι; Και τώρα ένας άνθρωπος που πάει και κάνει εγχείρηση, ας πούμε, βγάζουν το νεκρό κομμάτι για να δώσουν ζωή στο υπόλοιπο! Λοιπόν. Άλλο τίποτα δεν μπορώ να κάνω. Σου λέω, τον ευγνωμονώ κάθε ώρα και λεπτό! Γιατί ό,τι έκανα στη ζωή μου... Και πέρασα πάρα πολύ ωραία. Εντάξει, δεν είχα… Μάλλον είχα, ένα διάστημα, είχα και πολλά λεφτά, γιατί, μούτρο τελείως, δούλευα και τα βράδια. Ήμουνα στο σχολείο καθηγητής, αλλά δούλευα και τα βράδια. Μια δεκαετία νύχτα έχω δουλέψει στη ζωή μου. Το μεγαλύτερο σχολείο είναι. Νύχτα είναι το μεγαλύτερο σχολείο. Λοιπόν. Οπότε έβγαζα λεφτά.

Σ.Κ.:

«Νύχτα» εννοείτε σε κέντρα διασκέδασης;

Α.Κ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι, ναι. Έχω δουλέψει σε μαγαζιά, κυρίως ταβέρνες ήτανε, αλλά και πιάνο μπαρ και τέτοια. Ναι. Και πληρωνόμασταν τότε. Και υπ’ όψιν, τότε τα μαγαζιά αυτά δουλεύανε έξι μέρες τη βδομάδα. Ενώ τώρα, πού να δουλέψει ο μουσικός ο δόλιος; Μια Παρασκευή κι ένα Σάββατο; Αυτό, που λες, είναι το άτομο που έπαιξε τον βασικότατο ρόλο στη ζωή μου. Πέρα από το να το λέω συνέχεια και να τον ευγνωμονώ, κάθισα, έγραψα ένα βιβλίο. Υποτίθεται ότι μιλάει ο μπαρμπα-Γιωργής στον Μάνιο και τον νουθετεί και, και, και… Ο Μάνιος, τον θέλω να είναι ανάπηρος από το ένα πόδι. Στην ουσία είναι ο δάσκαλος με μένα τον «ανάπηρο», σε εισαγωγικά η λέξη, ναι, γιατί ήμουν το χαζό παιδί που δεν ήξερε από πούθε παν τα τέσσερα. Κι αυτός ο άνθρωπος με ευθυγράμμισε, –πώς έκανα χθες ζυγοστάθμιση στο αυτοκίνητο–, μ’ έφερε σ’ ένα δρόμο και έζησα μια υπέροχη ζωή! Έκανα μια δουλειά που τη λάτρεψα. Με τα παιδάκια μου στο σχολειό είχα μια απίστευτη σχέση. Και χαίρομαι που, ενώ έφυγα, δεν με ξεχάσανε! Αυτό που λέει ο Λάο Τσε: «Αιωνιότητα σημαίνει το να πεθαίνεις και να μη χάνεσαι», εγώ το ζω. Εντάξει, δεν πέθανα, δόξα τω Θεώ. Αλλά πέθανα σ’ ό,τι έχει να κάνει με την εκπαίδευση. Ωστόσο, όμως, δεν χάθηκα. Με ψάχνουνε, με…

Α.Κ.:

Και να σου πω, αν έχω δυο λεπτά, να σου πω και την άλλη σύμπτωση στη ζωή μου. Το μάθημα της Μουσικής στο σχολείο ήταν και δυστυχώς παραμένει μονόωρο. Οπότε εγώ ήμουν πολύ τίμιος από την αρχή, από την πρώτη ώρα, σε κάθε τμήμα της Πρώτης Τάξης. Έμπαινα μέσα, συστηνόμουνα: «Είμαι αυτός, θα κάνουμε εκείνο… Λοιπόν, πόσοι από σας κάνετε μουσική; Τόσοι. Ωραία! Θαυμάσια! Εσείς, λοιπόν, που κάνετε μουσική να διαβεβαιώσετε και τους άλλους γι’ αυτό που θα πω. Μουσική με μια ώρα την εβδομάδα δεν μαθαίνεται. Οπότε εγώ εδώ πέρα μουσική δεν θα σας μάθω. Αν μπορώ να κάνω το συνοικέσιο, μέσα από εμένα να αγαπήσετε τη μουσική, κάποιοι θα βρείτε τον τρόπο να το κάνετε. Λοιπόν. Θέλω να είμαστε πιο πολύ φίλοι και λιγότερο να με βλέπετε για δάσκαλό σας ή και να μη με βλέπετε καθόλου. Φίλοι θέλω να είμαστε». Οπότε γίνεται διάλειμμα, έρχεται μια πιτσιρίκα, τοσοδούλι ήτανε, ένα περιληπτικό [00:30:00]πλασματάκι, τόσο δα–

Σ.Κ.:

Τοσοδούλι… Δείχνετε γύρω στο 1,50-1,60;

Α.Κ.:

Όχι, καλέ, όχι, καλέ, 1,20, ένα... τίποτα, σου λέω, τοσοδούλι… ένα πράγμα…

Σ.Κ.:

1,20-1,30, ok.

Α.Κ.:

1,20-1,30, Πρώτη Γυμνασίου, σου μιλάω, έτσι; Λοιπόν. Οπότε, που λες, όπως ήμουνα στο προαύλιο και κάπνιζα, έρχεται από δίπλα και μου λέει: «Φίλε!». Με πιάνουν εμένα τα γέλια. Λέω: «Ναι, φίλοι, ναι… Πώς σε λένε, κούκλα μου;». Μου λέει: «Κατερίνα». Ωραία. Θαυμάσια. Το παίρνω έτσι αγκαλίτσα. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ούτε υπόνοιες και αυτά… Και κάνουμε τη βόλτα στο προαύλιο μέσα. Μου λέει κάποια στιγμή: «Τι ζώδιο είσαι;». «Γιατί, ρε Κατερίνα –λέω–, θα μου γράψεις το ωροσκόπιο;» «Όχι εγώ –μου λέει–, αλλά η μαμά μου». «Ώπα; Η μαμά σου;» Τσιμπάω εγώ, γιατί ήμουνα στη φάση της αρχής του ψαξίματός μου: τι γίνεται, ποιοι είμαστε, πού πάμε, πώς ήρθαμε, τέτοια τρελά πράγματα. Λέω: «Η μαμά σου;». Μου κάνει: «Ναι». Πράγματι, πήγα στο σπίτι, με πήγε η Κατερίνα στο σπίτι, μου κάνει –καλή της ώρα– η Λένα το ωροσκόπιο και αρχίζει να μου λέει κι εγώ κάθομαι και την κοιτάω σαν χαζός! Της λέω: «Αυτά πού τα βλέπεις;». «Ε –μου λέει–, εδώ, στον χάρτη». Λέω: «Αυτόν τον χάρτη δεν μπορώ να τον μάθω κι εγώ, να τον…». «Βεβαίως» μου λέει. Λοιπόν. «Πώς –λέω– γίνεται;» «Α –μου λέει–, κάθε Τρίτη, –αν θυμάμαι καλά τη μέρα–, η Λίτσα η Πατέρα –δεν ήταν ακόμα γνωστή η Λίτσα, δεν υπήρχαν τα ιδιωτικά κανάλια– μας μαζεύει και στον Νέο Κόσμο, κάπου εκεί, και μας κάνει μαθήματα αστρολογίας». Τσίμπησα εγώ με τη μία. «Τι λες, ρε παιδί μου; Ναι, ωραία, μπράβο!» Λοιπόν. Πάω, γνωρίζομαι με τη Λίτσα. Είδε κάποια στιγμή ότι εγώ ήμουνα πολύ τρελός και μου λέει: «Κοίταξε να σου πω», παρόμοια κατάσταση με την προηγούμενη που σου είπα. Μου λέει: «Εγώ δεν μπορώ να σου δώσω κάποιο χαρτί για να είσαι κατοχυρωμένος ότι γνωρίζεις αυτήν την τέχνη, εν πάση περιπτώσει. Λοιπόν. Μπορώ όμως να σου δώσω τη διεύθυνση απ’ τη Mayo School στο Λονδίνο και να κάνεις μαθήματα δι’ αλληλογραφίας». Άλλο που δεν ήθελα εγώ! Ναι, λοιπόν. Οπότε μέσα από το Κατερινάκι του 1,30 που είπαμε πριν, –κι αυτό να το ’χει καλά ο Θεός, Παναγία μου–, εγώ γνωρίζω τη Λίτσα την Πατέρα. Μάλιστα, το περσινό καλοκαίρι... Γιατί δεν τη βλέπω τώρα, αυτή η γυναίκα δεν προλαβαίνει ούτε να φάει. Έχει ανοίξει τη σχολή, είναι επίσημη πλέον αντιπρόσωπος, εκπρόσωπος μάλλον, της Mayo School στην Ελλάδα. Μιλάμε για ένα απίστευτο άτομο, οπότε δεν θέλω να πάω να της φάω τον χρόνο. Και πέρσι που βρέθηκα με τον γιο της τον Ηλία, –καλή του ώρα κι αυτουνού–, του λέω: «Δώσ’ μου, ρε συ, να μιλήσω στη μαμά σου». Ε, και της είπα: «Σ’ ευχαριστώ, ρε Λίτσα, για το ότι έπαιξες κι εσύ έναν καθοριστικότατο ρόλο στη ζωή μου!». Έχω και πτυχίο Αστρολογίας και Δίπλωμα Αστρολογίας. Και για μένα, αυτά τα δύο πράγματα, μουσική και η γλώσσα των άστρων, έχουν φτιάξει, μάλλον έχουν οριοθετήσει τις δύο άκρες του δρόμου της ζωής μου. Σου το είπα έτσι, ποιητικά. Ο δάσκαλος και η δασκάλα. Κι εγώ να κινούμαι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο.

Σ.Κ.:

Άρα, λοιπόν, μπήκατε σ’ αυτούς τους δρόμους–

Α.Κ.:

Από σύμπτωση, ξέρω γω, από τύχη. Αυτό που λέει ο Κοέλιο: «Αν θέλεις κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για πάρτη σου!». Δεν μπορώ να τη λέω αυτήν την ατάκα, γιατί τη λένε, ξέρω γω, οπουδήποτε. Ωστόσο, σε μένα λειτούργησαν αυτά τα δύο και καθόρισαν τη ζωή μου και μάλιστα μ’ έναν τρόπο ιδιαίτερα ευεργετικό για μένα. Γιατί και με τη μουσική που ασχολήθηκα και συνεχίζω να ασχολούμαι και με το θέμα των άστρων που μελετώ, συνεχίζω να μελετώ, νιώθω πολύ όμορφα, νιώθω πολύ χρήσιμος για τον κόσμο, συμβουλεύω τους φίλους μου: «Μην το κάνεις τότε, βρε, δεν θα σου πάει καλά!». «Γιατί;» «Γιατί είναι ο Ερμής ανάδρομος». Εντάξει, τώρα έχει γίνει... ναι. Του εξηγώ, γι’ αυτόν και γι’ αυτόν και για εκείνον τον λόγο. Λοιπόν. Αυτό που πάμε τώρα για τη δεύτερη καραντίνα να μας βάλουνε, εγώ το έχω αναρτήσει στο Facebook, –μπες στη σελίδα μου–, 17 Ιουνίου. Το γράφει! Λοιπόν, λέω… Από τότε τους είπα πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Τους λέω: «Δεύτερη καραντίνα θα είναι; Θα είναι κάτι χειρότερο; Και μάλιστα δεν το συνεχίζω –λέω–, για να μη με πείτε φαρμακόγλωσσο. Αλλά πάρτε κανένα μακαρόνι, κάνα ρύζι, κάνα τέτοιο πράγμα. Αν περισσέψουν, να φτιάξετε ένα παστίτσιο να με καλέσετε!».

Σ.Κ.:

Λέτε δηλαδή ότι κάτι θα συμβεί μες τις επόμενες εβδομάδες–

Α.Κ.:

Ναι, μες στα μισά του Οκτώβρη για μένα είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα.

Σ.Κ.:

Στα μισά του Οκτώβρη–

Α.Κ.:

Ναι, ναι, ναι, ναι. Στα μισά… Τώρα αν δεν είναι 14 κι είναι 16, μη με πάρεις να μου πεις: «Φίλε, την έκανες». Ναι. Μισά Οκτώβρη είναι βαριά τ’ αστέρια, σου το λέω–

Σ.Κ.:

Να φύγουμε λίγο απ’ την πρόγνωση του μέλλοντος–

Α.Κ.:

Ό,τι θέλεις.

Σ.Κ.:

Εμάς μας ενδιαφέρουν οι εμπειρίες και τα βιώματα.

Α.Κ.:

Ναι.

Σ.Κ.:

Άρα λοιπόν θα ήθελα να γυρίσουμε–

Α.Κ.:

Ό,τι θέλεις.

Σ.Κ.:

Στο εξής: είπατε κάτι–

Α.Κ.:

Ναι.

Σ.Κ.:

Για το πρώτο ερέθισμα, για να ασχοληθείτε με τη μουσική.

Α.Κ.:

Πώς το εννοείς δηλαδή;

Σ.Κ.:

[00:35:00]Το πρώτο ερέθισμα, δηλαδή το πρώτο ερέθισμα, επειδή αυτό δεν συγκράτησα, ήτανε στην παιδική ηλικία;

Α.Κ.:

Βέβαια, βέβαια! Μπορώ να σου πω και συγκεκριμένη μέρα! 16 Ιουνίου του ’65. Γράφω… Διαβάζω, γιατί την άλλη μέρα θα γράφαμε Μαθηματικά. Και διαβάζω τις ασκήσεις του Τόγκα –σου λέω και τα δεδομένα του καιρού εκείνου– και κάποια στιγμή το μυαλό μου έχει «μπουου». Και λέω στη μάνα μου, συγχωρεμένη: «Ρε μαμά, δεν μου φτιάχνεις ένα καφεδάκι;». Πρώτη φορά στη ζωή μου έπινα τέτοιο καφέ εγώ. Δεν έπινα καφέ. Απόρησε κι η κυρα-Κατίνα, η συγχωρεμένη. Μου φτιάχνει τον καφέ. Κι εγώ εκείνη την ώρα, όπως έπινα τον καφέ, κάθισα κι έγραψα το πρώτο ποίημα! Βέβαια δεν σ’ το λέω τώρα, γιατί ντρέπομαι, ναι. Αλλά τότε εγώ το είδα ότι, ξέρω γω, ρε παιδί μου: «Μετά την Ιλιάδα, εγώ;». Χιούμορ κάνω, έτσι; Ναι… Ένα γελοίο κατασκεύασμα! Γιατί τα ’χω όλα τα τετράδιά μου. Είναι ένα γελοίο κατασκεύασμα. Σου λέω, ντρέπομαι να το πω, είναι αστείο πράγμα, να το συζητάω τώρα.

Σ.Κ.:

Δεν έχει σημασία. Ήσασταν 14 χρονών!

Α.Κ.:

Ναι. Αλλά τότε όμως, εγώ το είδα: «Πω, ρε, εγώ το έγραψα αυτό;». Και αρχίζω και γράφω και γράφω και γράφω και τραγουδάω... Ο αδερφός του πατέρα μου ήτανε ναυτικός και είχε φέρει ένα ακορντεόν, μεταξύ των άλλων που είχε φέρει από τα καράβια. Και το ακορντεόν ήταν στο σπίτι. Οπότε καταλαβαίνεις, ευτυχώς που δεν υπήρχαν κασέτες εκείνον τον καιρό. Δηλαδή κάποιος να με έχει ηχογραφήσει από τότε, να με εκβιάζει τώρα! Γιατί όπου πήγαινε… Αλλού παπάς, αλλού τα ράσα του! Δεν ήξερα τι πατάω. Αλλά εγώ τ’ άκουγα ότι ήτανε, ω, καταπληκτικά! Γι’ αυτό σου λέω, το ψώνιο που είχα, δεν με θίγει η λέξη, αλλά ήμουνα ψώνιο! Σε κοιτάω στα μάτια και σ’ το λέω! Μου βγήκε όμως σε καλό, ρε φίλε! Ε, τι να κάνουμε τώρα, να το αναιρέσω; Όχι! Ήταν η ζωή μου. Ήμουνα ψώνιο και σ’ το λέω τρίτη φορά, λοιπόν. Και μέσα απ’ αυτό το ψώνιο τώρα τι να σου πω; Ότι βρέθηκα στο σπίτι του Μάνου του Λοΐζου και τρέλανα τον άνθρωπο; Ε, βέβαια! Ναι. Κατέβαινα την Οδό Πανεπιστημίου, κάνοντας φροντιστήριο. Και βλέπω έναν τύπο που... Τότε δεν είχαμε ούτε τηλεοράσεις, τουλάχιστον εμείς στο χωριό, έτσι; Ούτε τηλεόραση… Ό,τι είχε πάρει το μάτι μου από τα περιοδικά που οι συμμαθήτριές μου, από τα Καλάβρυτα στο χωριό, τα ανοίγανε και ό,τι προλάβαινα εκεί κι έβλεπα. Βλέπω έναν τύπο που κατεβαίνει μαζί μ’ έναν άλλονε και λέω: «Ρε παιδί μου, αυτός πρέπει να ’ναι ο Λοΐζος». Δεν ήμουν σίγουρος όμως. Οπότε πήγαινα μπροστά, στεκόμουν λίγο, έτσι, με τρόπο τους κοίταζα… Από την άλλη πλευρά, –να μην σ’ τα πολυλογώ–, στη γωνία Πανεπιστημίου και –πώς λέγεται αυτή;– Σταδίου, στη γωνία, λοιπόν–

Σ.Κ.:

Αυτές είναι παράλληλες. Πώς γίνεται γωνία;

Α.Κ.:

Όχι, όχι–

Σ.Κ.:

Κάποια άλλη θα είναι κάθετη, τέλος πάντων–

Α.Κ.:

Αυτή που έρχεται; Η Πατησίων! Συγγνώμη.

Σ.Κ.:

Η Πατησίων.

Α.Κ.:

Ναι. Η συνέχειά της ποια είναι; Η Αιόλου είναι;

Σ.Κ.:

Ναι.

Α.Κ.:

Α, μπράβο. 

Σ.Κ.:

Ο πεζόδρομος πλέον. Τότε δεν ξέρω!

Α.Κ.:

Μπράβο, ναι. Εκεί, λοιπόν, ακούω τον τύπο τον πιο μεγαλύτερο που του λέει: «Άντε, γεια σου, Μάνο…». Ώπα, λέω, αυτός πρέπει να είναι! Οπότε, αφήνω τον Λοΐζο, φεύγει και πάω στον δίπλα. Ήταν ο Παπαδόπουλος! Του λέω: «Συγγνώμη –λέω–, κύριε, ο κύριος που μιλούσατε είναι ο Μάνος Λοΐζος;». «Ναι –μου λέει–, ο Μάνος είναι και πάει εδώ στο...». Εκεί που είναι τώρα τα ταχυδρομεία, στην Αιόλου, στα Χαυτεία τέλος πάντων, ήτανε το σούπερ μάρκετ Θανόπουλος. «Πάει –μου λέει– εκεί που δουλεύει ο πατέρας του». Ααα! Κοιτάω εγώ, λοιπόν, με ποιον μιλάει ο Λοΐζος. Ααα! Σάββατο έγινε αυτό. Την Δευτέρα, τσουπ, εγώ στον παππού. Του λέω: «Γεια σας –λέω–, είστε ο πατέρας του Μάνου;». Μου λέει: «Ναι, ναι, ναι». Λέω: «Θα ήθελα να έρθω σε επαφή με τον γιο σας» και λοιπά. Σου λέω, άγνοια, παιδί μου, άγνοια. Βλαμμένο τελείως.

Σ.Κ.:

Μιλάμε για χρονολογία; Αν θυμάστε.

Α.Κ.:

Θα σου πω. Πώς δεν θυμάμαι; Τι λες τώρα που δεν θυμάμαι; ’69! Ναι, αμέ. Λοιπόν. Μου δίνει το τηλέφωνό του. Παίρνω τηλέφωνο τον Λοΐζο. Σου λέω, άγνοια, παιδί μου, τελείως! Γκαγκά. Λοιπόν. Παίρνω τηλέφωνο. Ευγενέστατος ο Μάνος. Ευγενέστατος ο Μάνος! Να μην σ’ τα πολυλογώ, πήγα στο σπίτι του. Μία απ’ την ταραχή και δεύτερον έτυχε εκείνη την ημέρα να ρίχνει ο Θεός με τον Θεό κι από την υγρασία κι αυτά να πάω στο σπίτι του και να μην μπορώ να βγάλω άχνα. Ως φαίνεται, τον πέτυχα σε μια ώρα που βαριότανε κι αυτός και με καθίζει κάτω και μου μιλάει δυο ώρες! Αυτό το πράγμα, φίλτατε Σταύρο, το είδα σαν μια τεράστια υποχρέωση που μου δημιούργησε ο Μάνος, που… Εντάξει, μου είπε ο άνθρωπος, με τρόπο, ότι: «Ξέρεις κάτι, να κόψουμε τις χαζομάρες, δεν είσαι τραγουδιστής τώρα, αηδίες». Μου λέει: «Εγώ, κοίτα να σου πω –μου λέει–, φίλε, δεν ξέρω από φωνές τώρα». Του λέω: «Εσύ δεν ξέρεις από φωνές;». «Όχι –μου λέει–, είναι άλλη, είναι άλλη τέχνη –μου λέει– αυτή. Θα σε στείλω όμως σε μια κυρία, να κάνεις μαθήματα φωνητικής. Έχει πάει και η Μαρίζα Κωχ σ’ αυτή». Μάλιστα. Με στέλνει σε μια κυρία, γεροντοκόρη, στο Παγκράτι… Ναι, αλλά ήθελε 150 δραχμές το μάθημα! Εγώ στο τρελάδικο έπαιρνα εφτά κατοστάρικα. Πώς θα πλήρωνα, ρε Σταύρο; Έκανα τρία [00:40:00]μαθήματα και της είπα: «Ευχαριστώ» κι έφυγα! Λοιπόν. Ωστόσο όμως το ότι ο συγχωρεμένος ο Μάνος ο Λοΐζος εμένα μου αφιέρωσε δύο ώρες απ’ τον χρόνο του, εγώ το αισθάνθηκα σαν –και το αισθάνομαι και τώρα– σαν μια τεράστια, έτσι, γενναιοδωρία του Μάνου, που, όταν πέθανε, και συγκεκριμένα το… πότε ήταν, θα σου πω… 18 Δεκέμβρη του ’83, επαναλάβαμε στο Πολιτιστικό Κέντρο των Αμπελοκήπων κι έχω DVD τη συναυλία που έκανα με τα πιτσιρίκια μου, αφιέρωμα στο έργο του Μάνου Λοΐζου. Η πρώτη παράσταση ήτανε–

Σ.Κ.:

Ο Μάνος πέθανε τον Σεπτέμβριο του ’82, ε;

Α.Κ.:

Ναι, ναι. Γι’ αυτό σου λέω, περάσανε κάτι μήνες. Εμείς την πρώτη που κάναμε ήταν 5... ή 4 ή 5 – ποια μέρα είναι Κυριακή θα το... μπορούμε να το δούμε. Ή 4, νομίζω ότι ήταν 5 Απριλίου του ’83. Είναι ο Δήμαρχος από κάτω της Αγίας Παρασκευής, –γάτος ο Χατζηανδρέου–, είδε τι απήχηση είχε η παράσταση και μου λέει: «Δεν γίνεται να τη μεταφέρουμε το καλοκαίρι στην πλατεία;». Δέκα χιλιάδες κόσμος στην πλατεία! Λοιπόν. Και μετά απ’ αυτό, τα πιτσιρίκια μου πήρανε φόρα… Άσε που έχω το ηθικό δίλημμα… Οι μισοί γίνανε ηθοποιοί κι οι άλλοι μισοί γίνανε τραγουδιστές. Τώρα ποιος απ’ όλους με βρίζει περισσότερο δεν ξέρω! Δεν ξέρω… Πολλά παιδιά στο θέατρο... ναι. Γιατί; Γιατί παίζανε στο 1ο Γυμνάσιο… Μάλιστα το καλοκαίρι συνάντησα τη Λουκιάννα, λέω: «Τι κάνεις, βρε Λουκιάννα; Σε έχω χάσει…». «Α –λέει–, κύριε, να σας πω, κάνω –λέει– και θέατρο!» «Ωχ αμάν –λέω–, κι εσύ;» Ναι. Οπότε, που λες, αυτά είναι τα πράγματα στη ζωή μου και κάναμε και τον Δεκέμβρη, κάναμε, επαναλάβαμε για τρίτη και τελευταία φορά –δεν έχει νόημα να το κάνεις συνέχεια– την παράσταση στο Πολιτιστικό Κέντρο των Αμπελοκήπων. Εκεί ήταν οι φίλοι με την κάμερα της εποχής εκείνης και μας πήρανε… Και το ’χω το ντιβιντάκι –το λέω έτσι χαριτωμένα– και τα βλέπω τα πιτσιρίκια μου... Η γυμνάστρια τότε, η Ιωάννα η Κολανδρέα, απίθανη φίλη, τους είχε μάθει τρεις χορούς σε τραγούδια του Μάνου. Το χασάπικο με το «Δελφίνι-Δελφινάκι», χασαποσέρβικο με τη «Γοργόνα» και ζεϊμπέκικο με το «Όποιος δει το παλικάρι». Και συνδυάσαμε και χορούς και αυτά και… Υπέροχα πράγματα! Έχω ζήσει μια πολύ γεμάτη ζωή, φίλε! Μέσα από τη μουσική, μέσα απ’ την ποίηση, μέσα από τη δουλειά μου, νιώθω ευλογημένος! 

Σ.Κ.:

Αυτό… ήτανε που ήθελα να σας ρωτήσω τώρα, το συναίσθημά σας.

Α.Κ.:

Ευλογημένος!

Σ.Κ.:

Είναι πάρα πολύ καλό αυτό για έναν άνθρωπο, θεωρώ. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο;

Α.Κ.:

Σου τρώω χρόνο. Είπαμε… Εντάξει. Να προσθέσω κάτι άλλο… Ό,τι κι αν προσθέσω, θα ’ναι λίγο πιο φθηνό απ’ ό,τι είπαμε. Θα ’θελα να μείνει η έκφραση που σου είπα. Νιώθω τεράστια υποχρεωμένος από τους ανθρώπους που βρεθήκανε στον δρόμο μου. Αποδέχθηκα πάρα πολλούς δασκάλους. Μάλλον, γνώρισα πολλούς δασκάλους. Ελάχιστους τους απέρριψα. Οι υπόλοιποι μου ταιριάζανε. Και τους κράτησα. Και νιώθω και υποχρεωμένος που με κράτησαν κι αυτοί ως μαθητή τους. Γιατί μπήκα σε πολλούς χώρους, σε πολλά πράγματα, άρχισα να το ψάχνω… Μέχρι και αναδρομές ζωής έκανα! Μάλιστα, με είχε βγάλει και στην τηλεόραση ο… όχι, ο Χαρδαλιάς λέω... ο Χαρδαβέλλας! Λοιπόν. Ναι, είχα γνωρίσει τον Βουλούκο. Επειδή, σου λέω, την έψαχνα πολύ. Και έκανα και δύο αναδρομές ενώπιον εκατό ανθρώπων! Και μάλιστα φέτος είχα σκοπό να ανέβω στον Όλυμπο, να πάω να βρω αν έχει κάποια βάση το ότι εγώ το 1873 ως Πέτρος… –δεν θυμάμαι το όνομα τώρα– αν έζησα εκεί στο χωριό Πέτρα στον Όλυμπο. Έδινα στοιχεία, ημερομηνίες, αυτά… Είχα βρεθεί να πάω από κεραυνό… Τρελά πράγματα! Τι να σου λέω;

Σ.Κ.:

Αυτά τώρα προκύπτουν απ’ τα άστρα που λέτε, σωστά;

Α.Κ.:

Όχι, όχι, όχι, όχι. Αυτό ήταν μέσα από τη Σχολή Παραψυχολογίας που είχε ανοίξει ο Βουλούκος. Κι εγώ, επειδή ήμουν ανήσυχο άτομο και παραμένω ανήσυχο, γιατί, αν πω να ηρεμήσω θα πεθάνω και δεν μ’ αρέσει... Και γενικώς είμαι στην τσίτα παντού. Λοιπόν. Κι αυτό με κρατάει και ζωντανό! Το χαίρομαι δηλαδή! Το χαίρομαι! Και το απολαμβάνω. Και σου λέω, το γενικό αίσθημα… Γιατί την κάνεις την... τον ισολογισμό ζωής. Λες: «Τι έδωσα, τι πήρα;». Εγώ, σου λέω, όχι μόνο είμαι κερδισμένος, αλλά νιώθω ευλογημένος! Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να έχουν τη δικαίωσή τους, μέσα από τη δουλειά τους, μέσα από την προσφορά τους… Έχω προσφέρει πάρα πολλά πράγματα. Γιατί εγώ, φίλτατε, δεν είχα Κυριακή ελεύθερη. Μόνος μου, από μόνος μου, την είχα [00:45:00]σκλαβωμένη! «Σκλαβωμένη», σε εισαγωγικά η λέξη. Γιατί; Έλεγα στα πιτσιρίκια μου: «17:30 με 20:30 έχουμε πρόβα στο σχολείο». Τέλος! Ετοιμάζαμε τη θεατρική παράσταση κάθε χρονιάς. «Οπότε, πηγαίντε όπου έχετε να πάτε Σαββατοκύριακο…». Και με βρίσκανε οι γονείς στον δρόμο, οι οποίοι γονείς οι περισσότεροι ήταν παλιοί μου μαθητές, γιατί εγώ στην Αγία Παρασκευή είμαι απ’ το ’79 ως δάσκαλος. Λοιπόν. Και το ογδοντακάτι είχα τα... άρχισα να έχω τα παιδιά των πρώτων... των παλιών μου μαθητών. Λοιπόν. Και μου λέγανε: «Αμάν, ρε μάστορα, να πούμε…». Εν τω μεταξύ, είχα άψογη σχέση και με Αντρέα και… ούτε... Δεν τα επιθυμούσα, δεν τα επιθυμούσα. «Ρε, άσε μας να πηγαίνουμε ένα Σαββατοκύριακο μια εκδρομή!». Λοιπόν. Ε, λέω: «Θα πηγαίνετε μέχρι τις 17:00 και 17:30 θα ’σαστε...»–

Σ.Κ.:

«Και το απόγευμα θα ’στε πίσω». Πολύ ωραία! Κύριε Ανδρέα, σας ευχαριστούμε πάρα πάρα πολύ!

Α.Κ.:

Κι εγώ, παλικάρι μου! Ευχαριστώ πάρα πολύ. Ελπίζω να μείνατε ικανοποιημένοι… Εγώ, αυτή είναι η ζωή μου σε πέντε κουβέντες, ξέρω γω, πόσο κάναμε την κουβεντούλα αυτή.

Σ.Κ.:

Και με το παραπάνω.

Α.Κ.:

Ναι. Και, σου λέω, χαίρομαι και που σε γνώρισα και που μιλήσαμε…

Σ.Κ.:

Να είστε καλά!

Α.Κ.:

Κι εσύ να είσαι καλά, παλικάρι μου! Ευχαριστώ κι εγώ!