© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

Όλγα Ιωάννου: Μια δημοσιογράφος με καριέρα στα ιστορικά γυναικεία περιοδικά της Ελλάδας

Istorima Code
14604
Story URL
Speaker
Όλγα Λαοπόδη-Ιωάννου (Ό.Λ.)
Interview Date
15/06/2020
Researcher
Ειρήνη Κωνσταντά (Ε.Κ.)
Ε.Κ.:

[00:00:00]Ωραία, αρχικά να μου πείτε το όνομά σας.

Ό.Λ.:

Ναι, λέγομαι Όλγα Ιωάννου. Αρχικά είχα ξεκινήσει ως Όλγα Λαοπόδη και μετά τον γάμο μου, με τον ζωγράφο Γιώργο Ιωάννου, κράτησα το Ιωάννου.

Ε.Κ.:

Ωραία, να πω κι εγώ ότι είμαι, λέω κι εγώ το όνομά μου. Είμαι η Ειρήνη Κωνσταντά, βρισκόμαστε σήμερα στο κέντρο της Αθήνας, είναι 16 Ιουνίου και είμαι ερευνήτρια στο Istorima και θα ξεκινήσουμε τώρα τη συνέντευξή μας.

Ό.Λ.:

Ωραία. Εγώ είχα σπουδάσει Νομική και στην αρχή είχα πάρει και την άσκηση της δικηγορίας, είχα πάρει την άδεια. Είχα δώσει εξετάσεις και είχα πάρει την άδεια, τότε δίναμε εξετάσεις, αλλά δεν με τράβαγε καθόλου το επάγγελμα. Και έτσι, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστώ με το περιοδικό Γυναίκα ήμουνα πολύ ευτυχής. Στην αρχή έκανα μεταφράσεις ως εξωτερική συνεργάτρια, μετά με προσέλαβαν με τον αστρονομικό μισθό για εκείνη την εποχή των 2.500 δραχμών. Λοιπόν, στο Γυναίκα, ήμαστε τότε στην Ερμού, Ερμού 8, το περιβάλλον ήτανε οικογενειακό, αλλά και λίγο δημοσιοΰπαλληλικό. Δηλαδή δεν είχε την ένταση αυτήν της, του δημοσιογραφικού γραφείου, ήταν όλα πιο ήρεμα. Ο εκδότης, ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, ήτανε και ο διευθυντής του περιοδικού, δηλαδή εκείνος καθόριζε την πορεία του περιοδικού, δεν το άφηνε απ’ τα χέρια του. Ο Ευάγγελος Τερζόπουλος ήτανε απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών, είχε δουλέψει σκιτσογράφος, γελοιογράφος και λοιπά. Αλλά η αγάπη του ήτανε η Γυναίκα και μας εδιηγείτο ότι, ότι αποφάσισε να την βγάλει όταν ήταν στο Σύνταγμα και έβλεπε τα εξώφυλλα των ξένων περιοδικών και είδε το Elle και τα λοιπά και αποφάσισε να βγάλει το, την Γυναίκα. Η οποία βγήκε το ’50, βέβαια εγώ μπήκα το ’64 στην Γυναίκα. Ήταν τότε αρχισυντάκτρια η Ειρήνη η Μπουζάλη. Πρέπει να πω ότι τότε τα περιοδικά τα γυναικεία ήτανε πολύ συντηρητικά, δηλαδή μόδα, ραπτική, πατρόν, κέντημα, μαγειρική, συμβουλές, ψυχολογία για τα ερωτικά. Γενικώς ήτανε, ναι, ήταν πολύ περιορισμένα. Την εποχή εκείνη αυτό ήτανε. Όταν πήγα, βρήκα εκεί άξιες συναδέλφους, την Ρούλα την Μητροπούλου, που μετέπειτα ήμαστε μαζί και στον Οργανισμό Λαμπράκη, και την Φανή Πετραλιά και μετά ακολούθησαν και πολλές άλλες συνάδελφοι, με τις οποίες διατηρώ κι επαφές ακόμα, η Σόνια η Ζαχαράτου, η Κατερίνα η Δασκαλάκη ήταν εκεί από πριν. Ποιες άλλες; Θα μου ’ρθουνε σιγά-σιγά, θα τις σκεφτώ και θα τις θυμηθώ. Και υπήρχαν και συνεργασίες με εξωτερικούς συνεργάτες, όπως ο Στάθης Δρομάζος που ήτανε γνωστός για τις θεατρικές του κριτικές, η Έλλη Παππά, η γνωστή Έλλη Παππά, η Λιλή Ζωγράφου, ήτανε συνεργάτες του περιοδικού, και ο Σπύρος Μελάς. Τον οποίον μάλιστα κάποια στιγμή ο Ευάγγελος Τερζόπουλος τον είχε φωνάξει να μας κάνει μαθήματα. Τώρα, αυτά τα μαθήματα βέβαια ήτανε μάλλον αδιάφορα, αλλά ο Σπύρος ο Μελάς ήταν πανευτυχής, γιατί ήταν ανάμεσα σε κοριτσόπουλα και ήταν η καλύτερή του. Τέλος πάντων, τώρα για να μιλήσω για το, την Γυναίκα, είναι όπως σας το είπα, ήτανε λίγο οικογενειακό και λίγο δημοσιοΰπαλληλικό. Δηλαδή πηγαίναμε στις 8:00 το πρωί, φεύγαμε στις 13:00 και έπρεπε να ’μαστε συνεπείς στα ωράριά μας, γιατί ο Τερζόπουλος κάτι πάθαινε. Αυτός ξυπνούσε απ’ τις 5:00 η ώρα το πρωί και 6:00 ήταν στο περιοδικό, οπότε 8:05 αν πήγαινες θεωρούσε ότι έχεις αργήσει πάρα πολύ. Και θυμάμαι μια ιστορία, νομίζω την έχω πει και στο blog, ότι κάποια φορά είχαμε καθυστερήσει όλοι όμως μαζί, εκτός από την Όλγα την Μπακομάρου, η οποία πήγαινε λίγο πιο νωρίς και πρόλαβε και μπήκε στα γραφεία. Όλοι οι άλλοι είχαμε καθυστερήσει και δεν μας άφηνε να μπούμε καθόλου. Εγώ θυμάμαι ότι έβαλα τον άντρα μου να τηλεφωνήσει ότι ήταν, ότι ήμουν άρρωστη. Ούτε τον Μπακογιαννόπουλο, τον Γιάννη τον Μπακογιαννόπουλο, ο οποίος ήτανε υπεύθυνος για το Φαντάζιο, τότε έβγαινε και το Φαντάζιο εκεί, ούτε αυτόν δεν άφησε να μπει. Και λέει η Όλγα η Μπακομάρου: «Περάσαμε» λέει «μία ημέρα δυστυχίας, να ’μαι εγώ με τον Τερζόπουλο, μόνοι, και αυτός να είναι έξαλλος», γιατί δεν είχαμε πάει οι υπόλοιποι στην ώρα μας. Ήταν αυστηρός, αλλά ήτανε και σωστός, ήτανε δίκαιος δηλαδή. Στην αρχή έγραφα διάφορα θέματα, ελεύθερο ρεπορτάζ, αλλά δεν ήταν το ρεπορτάζ όπως το εννοούμε τώρα, ήτανε πολύ πιο flat θα ’λεγα. Μετά ανέλαβα διάφορα θέματα πιο γυναικεία, σαν editor, μας έχριζε editors ο Τερζόπουλος σε διάφορα θέματα, μετά κάποια στιγμή μου ’χε αναθέσει και τα καλλιτεχνικά, μετά μου τα πήρε, γενικώς. Τα ’δωσε στην Βεατρίκη την Σπηλιάδη, που ήταν και πολύ καλή και μετά πήγε στην Ελευθεροτυπία εκείνη και πέθανε, πέθανε πολύ νωρίς αυτή η κοπέλα, από καρκίνο. Μετά εκείνο που ένιωθα ήτανε μία ασφάλεια, μια ασφάλεια μέσα στον χώρο αυτόν. Γι’ αυτό όταν έφυγα από το περιοδικό, έφυγα μετά από δεκατρία χρόνια, είχα αποκτήσει τότε τον γιο μου και μου ήταν πάρα πολύ –είχε, εν τω μεταξύ, είχε μεταφερθεί το περιοδικό στην Φραγκοκκλησιάς, στο Μαρούσι– και μου ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να ξυπνάω από τις 5:00, να τακτοποιήσω το παιδί, να φύγω για να φτάσω στο Μαρούσι κάποτε και να ’μαι στις 8:00 η ώρα, που στην αρχή μας είχανε βάλει να χτυπάμε και κάρτα, τελικά όμως αυτό απεφεύχθη με παρέμβαση της Ένωσης. Και όταν μου, η Λένα η Ζαννιδάκη, εκ μέρους του Γιάννη του Πουρνάρα, μου έκανε την πρόταση να πάω στα Επίκαιρα για να αναλάβω τα γυναικεία θέματα, και με μεγάλη διαφορά μισθού, τότε έπαιρνα 13.000 στην Γυναίκα και μου έδιναν στα Επίκαιρα 20.000, οπότε όλα αυτά παίξανε ρόλο και πήγα στα Επίκαιρα. Αλλά εκεί ένιωθα αποπροσανατολισμένη, σαν να ήμουνα ξεκρέμαστη, μου έλειπε το περιβάλλον, μου έλειπε η ασφάλεια που είχα γύρω-γύρω, τότε είχε αναλάβει και ο γιος Τερζόπουλος, ο Άρης, μαζί με τον πατέρα του. Δηλαδή ένιωθα ξεκρέμαστη. Γιατί ωράριο εκεί δεν υπήρχε, μπορούσα να πηγαίνω όποτε θέλω, αλλά εγώ, συνηθισμένη στο να πηγαίνω, πήγαινα [Δ.Α.]! Αλλά κι εκείνη, κι εκείνη η περίοδος ήτανε πολύ καλή. Τώρα, όσον, όσον αφορά το ξεκίνημα, οι τεχνικές ήταν τελείως διαφορετικές. Κατ’ αρχήν, είχαμε τυπογραφείο. Οι τυπογράφοι ήτανε κράτος εν κράτει τότε, παίρνανε μεγάλους μισθούς, πολύ μεγάλους μισθούς, και δεν τολμούσε να τους αγγίξει κανείς. Εμείς έπρεπε να δίνουμε τα κείμενά μας, αλλά τα κείμενά μας έπρεπε να ’ναι αψεγάδιαστα, δηλαδή που σήμαινε ό,τι κάναμε μουτζούρες, λάθος και λοιπά, άντε να το ξαναγράψεις στη μηχανή από την αρχή. Αυτό γινότανε για να είναι το κείμενο καθαρό, να το πάρει ο Τερζόπουλος, να μην νομίζει ότι είναι πρόχειρο και έχουμε μουτζούρες και τέτοια, και καλά άμα ήταν και κάνα μικρό λαθάκι μπορούσες να το σβήσεις με το ξυράφι και να το διορθώσεις, αν δεν ήταν έπρεπε να το ξαναγράψεις. Δύσκολα πράγματα ήταν τότε. Αφού γράφαμε το κείμενό μας πήγαινε στο τυπογρα… το ’βλεπε πρώτα η αρχισυντάκτρια, πήγαινε στο τυπογραφείο –κι ο Τερζόπουλος τα ’βλεπε τα κείμενά μας–, πήγαινε στο τυπογραφείο, μετά το φέρνανε στα, στο ατελιέ, το οποίο ατελιέ ήτανε υπεύθυνη η Αλίκη Σισμανίδου, η οποία είχε διδαχθεί από τον Ευάγγελο Τερζόπουλο, γιατί αυτός έκανε τις σελιδοποιήσεις πολλές φορές μόνος του. Και είχε διδαχθεί από εκείνον και ήτανε κι εξαιρετική. Πήγαιναν στο ατελιέ, όπου κολλούσανε τα κείμενα στα φύλλα του κασέ, τα κολλούσαν τα κείμενα, υπολόγιζαν τον χώρο των φωτογραφιών, ποιες φωτογραφίες θα πάνε και τα λοιπά, και εν προκειμένω να γίνει η μακέτα. Μια διαδικασία χρονοβόρα, πάντως αυτή ήτανε. Η μακετίστρια είχε πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί έπρεπε να δει μήπως της ξεφύγει κάτι, μήπως έγινε κάνα λάθος. Είχε πολλή δουλειά η ιστορία όλη αυτή, ήτανε χειροτεχνία, ήτανε χειροτεχνία, πραγματικά. Και το κόλλημα των φωτογραφιών και, γινόντουσαν τότε με slides βέβαια και ήτανε μια δουλειά που έπρεπε να γίνει η αναπαραγωγή των slides και να έρθουνε στο ατελιέ για να τα σελιδοποιήσει και… Τώρα, άσχετα με αυτό που σας λέω, θυμάμαι τον Χρήστο τον Τερζόπουλο που κάποια στιγμή, επειδή είχαν αρχίσει να γίνονται τα ξεγυριστά της μόδας, τα, να φωτογραφίζεις ένα αντικείμενο και να το χρησιμοποιείς ξεγυριστό στη σελίδα, επειδή αυτό ήταν ακριβή η αναπαραγωγή μάς επέβαλλε να κάνουμε φωτογραφίσεις σελίδας, όλα τα αντικείμενα μαζί, και το κάναμε βέβαια, πραγματικά το κάναμε και είχε πετύχει. Παράλληλα τώρα αυτή η διαδικασία είχε, όσο ήμουν στην Γυναίκα αυτή η διαδικασία ήτανε, δεν είχε αλλάξει, δηλαδή ήτανε στο, στο κασέ, να κολλήσουνε το κείμενο, να κολλήσουν τις φωτογραφίες, να γίνουν οι διορθώσεις κτλ. Η Γυναίκα είχε πάντα πολλή διαφήμιση, πάντα, και η ισορροπία μεταξύ ύλης[00:10:00] και διαφήμισης ήταν υπέρ της διαφήμισης και όχι υπέρ του κειμ... της ύλης. Είχε περισσότερη διαφήμιση απ’ ό,τι ύλη, αλλά ο Τερζόπουλος υποστήριζε πάντα ότι η διαφήμιση είναι πληροφόρηση, οπότε πρέπει να την δεχτούμε έτσι. Και παράλληλα εκείνη την εποχή δημοσιεύονταν –ή λίγο αργότερα ίσως– άρχισαν να δημοσιεύονται πολύ ωραίες συνεντεύξεις από την Όλγα την Μπακομάρου, την Όλγα την Μπατή, την Λιάνα την Ελευθερουδάκη. Γενικώς, ήμαστε λίγο γυναικοκρατούμενοι, χωρίς να πω ότι δεν είχαμε και άντρες στο περιβάλλον μας. Ήταν ο Αντώνης ο Μπουλούτζας, ο Μανώλης ο Φουρτούνης, ο Βενάρδος, ποιοι άλλοι; Ο Νίκος ο Ξυδάκης και κάποιοι άλλοι που δεν τους θυμάμαι τώρα για να σας τους πω, πάντως γενικά ήταν γυναικοκρατούμενα. Το πολύ δύσκολο ήταν όταν φύγαμε από την Ερμού και πήγαμε στο Μαρούσι, γιατί εκεί είχε πια γίνει, η εταιρεία είχε γίνει ανώνυμος, αλλάξαν τα δεδομένα, το ωράριό μας επιμηκύνθηκε, δηλαδή έπρεπε να ’μαστε πια 8:00-15:00 και όχι 8:00-13:00, και μακριά, δύσκολα. Ο Τερζόπουλος σαν άτομο ήταν ολιγαρκής, δεν ήθελε lifestyle και τέτοια πράγματα, και συνήθως μας διηγείτο ότι πήγαινε το, το Σαββατοκύριακο πήγαινε στο βουνό –στην Πεντέλη πήγαινε συνήθως– ορειβασία και μάζευε χορταράκια, που με τη γυναίκα του την Αφρούλα τα βράζανε… Τέλος πάντων. Ήτανε μια καλή εποχή, ήρεμη, πολύ ήρεμη, δεν θα έλεγα ότι ήταν πολύ δημοσιογραφική, ήτανε λίγο περιορισμένα τα πράγματα, στην αρχή τουλάχιστον, μετά βέβαια εξελίχθηκαν όπως εξελίσσονται όλα. Και μετά γίναν και πολύ καλές συνεντεύξεις, πολύ καλά θέματα. Έτσι κι αλλιώς οι συνεργάτες ήταν πάρα πολύ καλοί και γι’ αυτό και μετά ευδοκίμησαν στον χώρο, σε διάφορους τομείς. Η Ρούλα η Μητροπούλου μετά είχε πάει στον Οργανισμό Λαμπράκη και ανέλαβε ως εκδότρια τα περιοδικά, το Marie Claire, τα... ό,τι περιοδικό έβγαινε εκεί, την είχα εκδότρια εγώ την Ρούλα την Μητροπούλου. Η Όλγα η Μπακομάρου συνέχισε τις συνεντεύξεις της στην Ελευθεροτυπία, η Φανή Πετραλιά επίσης σε εφημερίδα, δηλαδή όλες είχανε μία, οι περισσότερες τουλάχιστον... Η Σόνια η Ζαχαράτου έγραφε ωραίες συνεντεύξεις στο Βήμα και τώρα εκδίδει, είναι συγγραφέας, δηλαδή θέλω να πω ότι ήτανε μια ομάδα... Η Κατερίνα Δασκαλάκη ακολούθησε την πολιτική, έγινε, ήταν η πρώτη γυναίκα διευθύντρια εφημερίδας, στην Μεσημβρινή, η Κατερίνα η Δασκαλάκη. Και μετά, τι έγινε μετά;

Ε.Κ.:

Γενικά η σχέση με τις συναδέλφους καταλαβαίνω ότι ήτανε πολύ καλή–

Ό.Λ.:

Α! Πάρα πολύ καλές–

Ε.Κ.:

Το κλίμα σας–

Ό.Λ.:

Πάρα πολύ καλές! Εγώ δεν ήμουν άλλωστε και ποτέ ανταγωνιστική. Το παραδέχονται κιόλας, δηλαδή δεν, δεν ανταγωνιζόμουνα τις συναδέλφους και τις αγαπούσα όλες. Ήτανε, ήτανε πολύ καλή η ομάδα μας, πάρα πολύ καλή. Ναι, υποστηρίζαμε η μία την άλλην και αυτό φαινότανε, δηλαδή έβγαινε. Έβγαινε και προς τα έξω, δεν... Η Νατάσσα η Μπακογιαννοπούλου ήταν ανταγωνιστική πολύ και ήθελε –η γυναίκα του Μπακογιαννόπουλου, που ήτανε στην Γυναίκα– και ήθελε πάντα να έχει μια άποψη παραπάνω, ας το πω. Και γιατί ένα διάστημα της είχε δώσει, πώς να το πω, αρμοδιότητες πολλές ο Ευάγγελος ο Τερζόπουλος. Η Ειρήνη η Μπουζάλη ήτανε αξιόλογη, μέσα στα πλαίσια της εποχής εκείνης, που ήτανε νοικοκυρίστικα θα έλεγα, περισσότερο σε αυτόν τον τομέα, παρά να πω ότι ήτανε για, για έρευνες ή για λογοτεχνικά ή για τέτοια, ήταν περισσότερο, το περιοδικό ήταν περισσότερο νοικοκυρίστικο. Άλλωστε, στην αρχή λεγόταν Η Γυναίκα Για το Σπίτι, μετά έγινε Γυναίκα, ήταν στην αρχή δεκαπενθήμερο, μετά έγινε μηνιαίο.

Ό.Λ.:

Τέλος πάντων, φεύγοντας από εκεί πήγα στα Επίκαιρα. Εκεί είχα αναλάβει την «Κυρία Ε.», βαρετό, βαρετό, βαρετό, γιατί ήθελε μόδα, ήθελε, ό,τι τέλος πάντων ήθελε ένα μικρό γυναικείο περιοδικό ο Πουρνάρας μέσα στα Επίκαιρα, κυρίως για να προσελκύσει διαφήμιση και να έχουν και οι γυναίκες που παίρναν το πολιτικό περιοδικό κάτι να διαβάζουνε, να μην είναι μόνο αντρικό. Τέλος πάντων, κράτησε αρκετό καιρό αυτό, μετά όμως ανέλαβα με την Λιλάντα την Λυκιαρδοπούλου μία άλλη ενότητα, που τη λέγαμε «Σύγχρονη ζωή» και ήταν κοινωνικά, καλλιτεχνικά κτλ. Εκεί πια αντί να θεωρώ ότι ήμαστε, πώς το λένε, σε άδεια, γιατί κάπως έτσι ήτανε στην αρχή, εκεί πια είχαμε πάρα πολλή δουλειά, μα πάρα πολλή δουλειά. Βέβαια είχαμε και καλούς συνεργάτες, την Άννα την Μιχαλιτσιάνου, την Άννα την Βλαβιανού, την Τέτη την Σαραντοπούλου, την Στέλλα την Βλαχογιάννη και άλλους που δεν τους θυμάμαι τώρα. Λοιπόν, εκεί άρχισα να γνωρίζω την επανάσταση στον τομέα της δημοσιογραφίας, στον τεχνικό τομέα. Θυμάμαι ότι ήταν ένας συνάδελφος, όχι στο περιοδικό, στον Πάπυρο, ο οποίος μας είχε διηγηθεί μία μέρα ότι θα στέλνουμε τα κείμενά μας, τα κείμενα απ’ την Θεσσαλονίκη θα μας έρχονται στον υπολογιστή και θα αναδημοσιεύονται από εκεί. Αυτό μας είχε φανεί ιστορία –τι να σας πω!– εξωπραγματική, τελείως! Λέγαμε: «Αυτό πώς θα γίνεται; Είναι δυνατόν;», δεν το πιστεύαμε. «Δεν μπορεί να γίνεται. Πώς θα έρθει το κείμενο από την...». Εν τω μεταξύ, είχανε πάει, και ο Μπέρτσος, που ήταν τότε διευθυντής, στην Θεσσαλονίκη γιατί γινόταν μία έκθεση για να λύσουν αυτά τα θέματα, μπήκε πια η φωτοσύνθεση, καταργήθηκε το τυπογραφείο, μπήκε η φωτοσύνθεση, που άλλαξε πολλά γιατί γινότανε γρήγορα. Η φωτοσύνθεση έβγαζε γρήγορα το κείμενο, δεν σε ενδιέφερε αν έχει μουτζούρα ή δεν έχει μουτζούρα, γιατί περνούσε από τη φωτοσύνθεση σε ρολό, που το έπαιρνε το ατελιέ και έκανε τη σελιδοποίησή του. Ήταν τελείως διαφ… πολύ μεγάλη ευκολία. Βέβαια, οι τυπογράφοι σβήσανε, αλλά ήτανε και κάστα οι τυπογράφοι. Εκτός από αυτό, λοιπόν, που άλλαξε η φωτοσύνθεση, που ήταν η μεγάλη επανάσταση τότε, μετά, προϊόντος του χρόνου, άρχισαν να αλλάζουνε κι άλλα πράγματα. Δηλαδή πάω τώρα πολύ αργότερα, φτάσαμε στο σημείο όταν ήμουνα πια στον Οργανισμό Λαμπράκη, που εκδίδαμε το περιοδικό Το Παιδί Μου κι Εγώ και το Marie Claire, κι όλα αυτά, και τον Ταχυδρόμο, εκεί πια όλα γινόντουσαν μέσω υπολογιστή. Έστελνες το κείμενο στον επιμελητή, ο επιμελητής στον διορθωτή, ο διορθωτής στο ατελιέ. Το ατελιέ το ’παιρνε μαζί με τις φωτογραφίες, που τις είχες στείλει προηγουμένως και είχαν σκαναριστεί και τους είχαν έρθει στον υπολογιστή και κάνανε τη σελιδοποίηση, την οποία σελιδοποίηση την βλέπαμε στον υπολογιστή. Εγώ δεν είχα συνηθίσει αυτήν τη, τη διαδικασία και πάντα ήθελα να τα βλέπω τυπωμένα. Ε, μου τα τυπώνανε. Τι να κάνουνε; Και τα βλέπαμε και ήταν αλλιώς η… Τέλος πάντων, έτσι είχα συνηθίσει, γιατί μετά τα, όλα τα παιδιά είχανε μπει σε αυτήν τη διαδικασία του ότι όλα γίνονται πια με τον υπολογιστή. Ακόμα το τελευταίο οχυρό που έπεσε ήταν η –πώς να το πω;– όταν τοποθετούνταν οι διαφημίσεις και τα λοιπά και το περιοδικό πια έφευγε, δεν γινότανε πια κασέ στο, να βάλουμε τη σελίδα, αυτή θα μπει εδώ, τη σελίδα θα μπει… κι αυτό γινότανε στον υπολογιστή. Ξεκινάμε έτσι, συνεχίζουμε έτσι, οπότε ήταν όλο το περιοδικό πια στον υπολογιστή. Βέβαια ήταν μεγάλη ευκολία, χωρίς να πω ότι δεν ήτανε πάρα πολλή δουλειά, γιατί ήτανε πάρα πολλή δουλειά, η οποία έπεφτε κυρίως και στο ατελιέ, στον συντονισμό και ήτανε μια άλλη όψη πραγμάτων, που νομίζω και τώρα αυτό γίνεται. Δεν νομίζω ότι πια έχει αλλάξει πολύ, πόσο να αλλάξει; Δεν ξέρω, βέβαια, γιατί έχω αποχωρήσει απ’ το 2008, αλλά πιστεύω ότι λίγο πολύ κάπως έτσι είναι. Και, βέβαια, ενδιάμεσα από τα Επίκαιρα και τον Οργανισμό Λαμπράκη, από τα Επίκαιρα έφυγα όταν έκλεισε, το 1982, είχα πάει το ’77 και έφυγα το ’82. Ήτανε μια εποχή που μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί είχε πολλά και διαφορετικά θέματα, δεν ήτανε μόνο γυναικεία, σχεδόν καθόλου γυναικεία δηλαδή, ήτανε πολλά καλλιτεχνικά, πολλά κοινωνικά. Ήτανε ζωντανή, ζωντανή η όλη η διαδικασία και είχαμε πολύ καλή συνεργασία και με την Λιλάντα την Λυκιαρδοπούλου, μοιραζόμαστε αυτό το, το βάρος θα το ’λεγα. Και η Ισαβέλλα η Παπαζήση συνεργαζόταν μαζί μας, προσπαθώ να θυμηθώ ποιους άλλους, ήτανε πολλοί, ήτανε πολλοί, ήταν και απ’ το οικονομικό τμήμα. Γενικά, ήτανε δημοσιογραφικά εκεί τα πράγματα, είχανε ζωντάνια, είχανε ρυθμό, είχαν εναλλαγές, είχε πολύ ενδιαφέρον. Βέβαια, ήταν εξοντωτικό, διότι δουλεύαμε από το πρωί ώς το βράδυ. Κι εγώ από, κι εκεί που πήγα για να είμαι ήσυχη για τον γιο μου, βρέθηκα μπλεγμένη! Μπλεγμένη πάρα πολύ, αλλά με χαροποιούσε, με γέμιζε. Τέλος πάντων, όταν έκλεισαν τα Επίκαιρα είχα μία πρόταση για να πάω στο Βήμα, δεν ευδοκίμησε, και πήγα στο Πάνθεον, με[00:20:00] το οποίο συνεργαζόμουνα ήδη, από πιο παλιά. Και εκεί πάλι ήτανε οικογενειακά, πολύ οικογενειακά, αλλά ήτανε λίγο –πώς να το πω– πιο χαλαρά τα πράγματα για να τα πω. Υπεύθυνες ήταν η Ινώ Κωνσταντοπούλου και η Πόλυ Μηλιώρη, οι δυο κόρες του Θεοφανίδη και οι οποίες είχανε ένα… Πώς να το πω; Α, με συγχωρείτε, είχαν ένα ένθετο. Είχαν ένα ένθετο σε ένα περιοδικό του Οργανισμού και όταν... Ο Θεοφανίδης με τον Τερζόπουλο είχανε μία συμφωνία, να μην βγάλουνε. Ο Θεοφανίδης ήταν στα λαϊκά περιοδικά, ο Τερζόπουλος που ’χε την Γυναίκα και τα Disney, και είχανε μία συμφωνία να μην βγάλει ο Τερζόπουλος περιοδικό ποικίλης ύλης και ο Θεοφανίδης να μην βγάλει γυναικείο. Αυτή η συμφωνία έσπασε, κατά τους, κατά τον Θεοφανίδη έσπασε απ’ τον Τερζόπουλο, κατά τον Τερζόπουλο έσπασε απ’ τον Θεοφανίδη, δεν ξέρω ποια ήταν η αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει, όταν έγινε αυτό το ένθετο, που είχανε, που το επιμελούντο οι δύο κόρες Θεοφανίδη έγινε περιοδικό. Και εκεί είχε μία άλλη, πάλι ήτανε χαλαρά τα πράγματα δηλαδή από άποψη ωραρίου και λοιπά, δουλειά είχε αλλά ήτανε σε άλλον τόνο. Και εκεί το Πάνθεον έπαιξε έναν πολύ μεγάλο ρόλο στο Φεμινιστικό Κίνημα. Το Φεμινιστικό Κίνημα τότε είχε ξεκινήσει μεν στην Ευρώπη το ’64, από το ’60 και μετά, αλλά εδώ ήρθε μετά το ’74, μετά την Χούντα και ήρθε δυναμικά, με πορείες, με συλλαλητήρια, με αξιώσεις, με τέτοια. Το Πάνθεον ήτανε, πώς να το πω, ένας φορέας που μετέδιδε την, τις διεκδικήσεις των γυναικών και νομίζω ότι ο ρόλος του ήταν και πολύ σημαντικός γιατί ήταν ευρείας κυκλοφορίας περιοδικό, γιατί είχαν κυκλοφορήσει κι άλλα, η Κατίνα, το… ένα άλλο πολύ γνωστό… Τέλος πάντων, ήταν η Σκούπα, είχανε κυκλοφορήσει τέτοια περιοδικά, αμιγώς φεμινιστικά, αλλά αυτά ήτανε περιορισμένα, τα έπαιρναν οι φεμινίστριες, οι στρατευμένες. Ενώ το Πάνθεον, όπως ήτανε μία, ήταν ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, όχι ποικίλης ύλης, γυναικείο, το διάβαζε, διάβαζε πολύς κόσμος, επομένως περνούσαν τα μηνύματα πιο εύκολα. Εκεί τη σύνδεση με τα φεμινιστικά όργανα και οργανισμούς είχε η Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, η οποία είχε κάνει πάρα πολύ καλή δουλειά σ’ αυτόν τον τομέα, πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Τότε ήτανε, εγώ δεν ήμουνα ποτέ σε, δεν είχα εγγραφεί ποτέ μου σε κανένα απ’ αυτά τα, τους οργανισμούς και τις ενώσεις και τα ιδρύματα. Κατ’ αρχήν, είχε κάνει πολύ κακό ότι είχανε πολλές οργανώσεις, πολλά πολιτικά κόμματα είχανε κάνει φεμινιστικές οργανώσεις μέσα στο κόμμα, όπως ήταν η «Ε.Γ.Ε.» με την Μαργαρίτα την Παπανδρέου, αντίστοιχα είχε το, το κόμμα του Καραμανλή. Γενικά υπήρχαν αυτές οι πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά υπήρχαν και πολλά κόμματα, όπως το, ο «Σύνδεσμος Για τα Δικαιώματα της Γυναίκας» με την Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, ένας άλλος σύνδεσμος με την Αμαλία Φλέμινγκ, που ήταν και πολύ σοβαροί και προσέφεραν πάρα πολλά. Ακόμα και ο Σύνδεσμος των Ελλήνων Επιστημόνων, των Ελλήνων Νομικών, όπου ήμουνα εγγεγραμμένη, όλοι αυτοί είχανε συμβάλει πάρα πολύ. Και για σας τώρα, που είσαστε πολύ νέα, είναι, δεν μπορείτε να φανταστείτε ότι βγαίναμε, γινόντουσαν οι διαδηλώσεις για να πούνε ότι: «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του αντρός μου, είμαι ο εαυτός μου» ή «Κάτω τα χέρια από το σώμα μας» για τις αμβλώσεις, δεν υπήρχε Οικογενειακό Δίκαιο, το οποίο ψηφίστηκε επί Παπανδρέου, θα υπήρχε, αλλά ήταν υποτυπώδες. Και με το Οικογενειακό Δίκαιο απέκτησαν και κάποια δικαιώματα για την επιμέλεια των παιδιών και τα λοιπά οι γυναίκες. Αυτό… Υπήρχαν και βιβλιοπωλεία για τις, φεμινιστικά, όπως η «Σελάνα» της Ελένης Παμπούκη ή το «Βιβλιοπωλείο των Γυναικών» και έβραζε, όλο αυτό το κίνημα έβραζε. Ήτανε πολύ ζωντανό και πολύ δυνατό, γινόντουσαν διαδηλώσεις βέβαια, με πλακάτ και με τέτοια. Όλο αυτό σιγά-σιγά άρχισε, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές ’80 άρχισε να, να ξεφουσκώνει.

Ε.Κ.:

Το Πάνθεον ποια ακριβώς ήταν η συμβολή του θεωρείτε εσείς;

Ό.Λ.:

Η συμβολή του ήτανε ότι δημοσίευε τις διεκδικήσεις των γυναικών, οπότε άνοιγε δρόμο για να σκεφτεί κανείς, να σκεφτεί η νοικοκυρά, η εργαζόμενη, να σκεφτεί, ας πούμε, ότι μπορεί... Η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρούσε ότι, εντάξει, έτσι είναι τα πράγματα, έπρεπε να πάρει το όνομα του αντρός της, έπρεπε να, στα παιδιά να έχει εκείνος το πρώτο χέρι, την πρώτη γνώμη, να υπακούει, τα ξέρουμε όλα αυτά. Λοιπόν το Πάνθεον τους έφερνε μες στο σπίτι τους να διαβάσουνε πράγματα τα οποία δεν τα ξέρανε και ξέραν ότι μπορούν, και να μάθουν ότι μπορούν να αλλάξουνε, που είναι πολύ σημαντικό. Και η Ινώ η Κωνσταντοπούλου ήτανε πολύ δυνατή σε αυτό. Εκεί στο Πάνθεον, λοιπόν, πέρα από το φεμινιστικό –δεν ξέρω αν το ολοκλήρωσα–, πέρα απ’ το φεμινιστικό είχανε οι κυρίες, είχανε, δεν ήταν, εκεί δεν υπήρχε η δομή που υπήρχε στην Γυναίκα, που ήτανε τα πράγματα καθορισμένα και επαγγελματικά ρυθμισμένα, εκεί ήτανε πιο χαλαρά και ήτανε, είχανε πολλές ιδέες, πολλές ιδέες, πραγματικά πολλές ιδέες, δηλαδή κάποια στιγμή αντικαταστήσανε την, το εξώφυλλο του περιοδικού από τα μοντέλα με προσωπικότητες, που δεν ήταν εύκολο. Ήτανε, ναι, ήτανε πιο, πιο ζωντανό. Πιο ζωντανό, είχε, είχανε πολλές ιδέες και καλές ιδέες. Εκεί ήτανε, είχα γνωρίσει τον Μπακουνάκη, την Μαρία την Αντωνιάδου, την Μαρία την Λιναρδάκη, την Αίμη την Μπακούρου, την Σοφία την Μαλτέζου, τώρα δεν θυμάμαι άλλους, αλλά ήταν πολλοί, την Μάρθα την Σαμαρά. Γενικώς, ήταν ένας ζωντανός οργανισμός, ο οποίος εξελισσόταν. Το κακό είναι ότι κάποια στιγμή όλα αυτά ανατράπηκαν, γιατί δεν τα πήγαινε καλά οικονομικά και παραλίγο να χρεοκοπήσει. Υπήρχανε εποχές που δεν υπήρχε, δεν μας δίνανε χαρτί για να τυπωθεί το περιοδικό και υπήρχε αγωνία: «Θα μας δώσουνε χαρτί; Δεν θα μας δώσουνε χαρτί; Θα κυκλοφορήσουμε; Δεν θα κυκλοφορήσουμε;». Πάρα πολύ δύσκολη εποχή, εκεί έγιναν και, βγήκαν μαχαίρια απ’ τους συναδέλφους, από όλους, ο ένας θεωρούσε υπαίτιο τον άλλον, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον, εμένα με κατηγορούσανε πολλοί γιατί είχα αναλάβει το περιοδικό μετά τον Φεμινισμό, είχα αναλάβει το περιοδικό, το οποίο πια έπρεπε να κάνει μια στροφή στο lifestyle, γιατί πια αυτό πέρναγε, δηλαδή αλλιώς θα καταρρακωνόταν, ο Φεμινισμός είχε υποχωρήσει και εκδοτικά δεν συνέφερε να συνεχιστεί. Λοιπόν, θέλω να πω ότι με όλα αυτά είχαμε περάσει πολλές μεγάλες δυσκολίες, τότε ήτανε η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Και το, και τα Επίκαιρα όταν έκλεισαν είχα, εκεί είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ, αλλά είχα ήδη μια δουλειά. Ενώ στο Πάνθεον η δουλειά μου ήτανε το Πάνθεον, δεν είχα άλλη δουλειά και ήτανε πολύ δύσκολο. Τέλος πάντων, τότε ήταν και η εποχή του Κοσκωτά, ο οποίος Κοσκωτάς είχε βγάλει το Ένα, την Μία, το Τέταρτο. Είχα μια πρόταση τότε να πάω στην Μία, αλλά δεν πήγα. Δεν, δεν μου, δεν ξέρω, δεν μου πήγαινε πολύ όλη αυτή η ιστορία. Και ευτυχώς όμως τότε, επειδή ακριβώς είχε, ο Κοσκωτάς έβγαζε συνέχεια περιοδικά, ο Λαμπράκης αποφάσισε να τα αγοράσει τα περιοδικά του Θεοφανίδη, τα οποία περιοδικά του Θεοφανίδη αλλάξανε πολύ βέβαια. Δηλαδή το Ρομάντσο έγινε Συν Ρομάντσο, Ρομάντσο Συν, κάτι τέτοιο, η Βεντέτα νομίζω ότι έκλεισε, το Πάνθεον, το Πάνθεον συνέχισε βεβαίως και πήγαινε και πολύ καλά, πάντα σε αυτό το στιλ το lifestyle που σας λέω, γιατί ήταν η εποχή του τότε, ήταν η εποχή του ’80, δεν μπορούσες να επιζήσεις διαφορετικά. Τέλος πάντων, πέρασε, πέρασε εκεί, η Κωνσταντοπούλου ήτανε δυσαρεστημένη βέβαια, γιατί από την οικογενειακή επιχείρηση βρέθηκε να είναι αλλού, η Μηλιώρη είχε αποχωρήσει, οι συντάκτες μείνανε όλοι, δεν, δεν είπανε: «Φύγετε για να ’ρθουν άλλοι», άλλωστε οι περισσότεροι συντάκτες του Πάνθεον δεν ήτανε στο μισθολόγιο, ήτανε με μπλοκάκι που λέγαμε τότε[00:30:00]. Και, και προχώρησε έτσι το Πάνθεον αρκετά χρόνια, δεν θυμάμαι τώρα πότε έκλεισε, αλλά, όπως λέει και η Κωνσταντοπούλου, το κλείσανε με 40.000 κυκλοφορία, που ήτανε πολύ μεγάλη, κυρίως γιατί θέλανε να υποστηρίξουν τότε στις διαφημίσεις το Marie Claire, δεν θέλαν να διασπώνται σε δύο περιοδικά του οργανισμού, αλλά να συγκεντρωθούνε σε ένα. Έκλεισε τέλος πάντων κι αυτό το περιοδικό, πολύ κρίμα ήτανε, ήτανε καλό περιοδικό, και εγώ τότε μεταπήδησα στην αρχή στον Ταχυδρόμο και μετά ανέλαβα τα δύο περιοδικά, το ένα ήταν το Γάμος που είχε ξεκινήσει από το Πάνθεον, το ’χα ξεκινήσει από εκεί, και βγάλαμε και Το Παιδί Μου κι Εγώ, το οποίο διηύθυνα για 15 χρόνια. Γενικά είχα βγάλει πολλά περιοδικά, το, ο Γάμος ήταν δική μου ιδέα, είχαμε βγάλει ένα περιοδικό για το σπίτι που λεγόταν Εντός, το οποίο ήταν πάρα πολύ ωραίο, είχαμε βγάλει μαγειρική με το Πάνθεον, ξεχωριστά τεύχη, είχαμε... Τι άλλο είχαμε βγάλει; Βγάζαμε έκτακτα τεύχη, δηλαδή έξτρα τεύχη πολλά και πήγαιναν και καλά.

Ό.Λ.:

Και εδώ πρέπει να σας μιλήσω και λίγο και για τον ρόλο της διαφήμισης. Στην Γυναίκα η διαφήμιση πήγαινε μόνη της και η Μπουζούλα, που ήταν υπεύθυνη της διαφήμισης, έδινε μία ημερομηνία και μετά δεν δεχότανε, τελείωσε. Και επέβαλλε και ό,τι ήθελε, αν αυτό, ας πούμε, της φαινόταν ότι είναι έμμεση διαφήμιση, το χρέωνε ως έμμεση διαφήμιση και ας μην ήτανε. Δεν μπορούσε κανείς να κάνει κάτι. Και στο Πάνθεον περιμέναν να κλείσει η Γυναίκα και ό,τι περίσσευε να το πάρουν εκείνοι. Αλλά αυτή ήταν η εποχή της παντοδυναμίας της Γυναίκας, ήταν τότε με τα, που η διαφήμιση ήταν στο απόγειό της, ’80 μιλάμε πάλι, όχι η Γυναίκα και πιο πριν, η Γυναίκα ήταν πιο πριν αυτά. Μετά η διαφήμιση το ’80 πέρασε στις μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες, την McCann Erickson, όπου είχαν τόσο εντυπωσιακά γραφεία, τόσο υπερπολυτελή, που δεν μπορούσες, τώρα που το σκέφτομαι λέω: «Ήτανε η υπερβολή της υπερβολής». Τέλος πάντων, έτσι ήταν όμως τα πράγματα τότε, η McCann Erickson ήταν ήδη πολύ μεγάλη εταιρεία απ’ την Αμερική και αυτοί είχαν ορισμένα κονδύλια μεγάλα, τα οποία διοχέτευαν. Παράλληλα, όμως, είχε αρχίσει να γίνεται το, να γίνονται τα εμπορικά αφιερώματα, δηλαδή ο Γάμος ξεκίνησε σαν εμπορικό αφιέρωμα και μετά έγινε περιοδικό. Και μέσα στα περιοδικά γινόντουσαν εμπορικά αφιερώματα, αυτό που κάνει τώρα το Lifo, το Athens Voice, που παίρνει ένα θέμα, «Η Κυψέλη», και όλα τα μαγαζιά της Κυψέλης βάζουνε, ένα τέτοιο πράγμα. Λειτούργησε αυτό, λειτούργησε καλά, για αρκετό μεγάλο διάστημα. Μετά, επειδή δεν μπορούσανε να αρκεστούνε στο τι θα έρθει σαν διαφήμιση στο έντυπο, υπήρχε ο εσωτερικός διαφημιστής, ας το πούμε, ο παραγωγός, ο οποίος έπρεπε να φέρει διαφήμιση πέρα απ’ τα καθιερωμένα. Θα ερχόταν σε επαφή με τις διαφημιστικές εταιρείες, αλλά έπρεπε να βρει και νέους διαφημιζόμενους. Κι όλα τα περιοδικά είχανε πια τον παραγωγό διαφήμισης, όχι έναν, πολλές φορές και περισσότερους. Τι άλλο έχω ξεχάσει να σας πω που ήτανε σημαντικό; Γιατί κι αυτό ήταν μια μεγάλη αλλαγή στο θέμα της διαφήμισης, το πώς έγινε, δεν ήταν μόνο το, το ό,τι αφορούσε τον δημοσιογραφικό τομέα, γιατί και στη διαφήμιση είχε μεγάλη, μεγάλη αλλαγή. Τα πράγματα αλλάξανε πάρα πολύ.

Ε.Κ.:

Οι εκδότες έδιναν, και οι διευθυντές έδιναν μεγαλύτερη βάση στη διαφήμιση απ’ ό,τι στην ύλη τότε–

Ό.Λ.:

Όχι–

Ε.Κ.:

Γιατί φαντάζομαι είναι το άμεσο κέρδος, ήταν και είναι το άμεσο κέρδος.

Ό.Λ.:

Όχι, η ύλη ήτανε πολύ σημαντικό, αλλά η διαφήμιση ήταν ανάγκη για να επιζήσουνε, ήταν ανάγκη για να επιζήσουνε, αλλά αυτό το άφηναν στους, στους οικονομικούς. Ο Χρήστος ο Λαμπράκης ειδικά είχε πολύ μεγάλη αδυναμία –ας το πω αδυναμία– στο θέμα του, του κειμένου, της ύλης και μάλιστα μας έδινε πολλές φορές και συμβουλές. Αφού να σκεφτείτε –και δυστυχώς δεν το έχω τώρα, κακώς το πέταξα μάλλον– όταν ήταν ένα δίσεκτο έτος και μας έστειλε στην Ρούλα την Μητροπούλου και σε μένα ένα σημείωμα, είχε μια «Olivetti» που έγραφε «τσάκα-τσάκα-τσάκα», και μας έστειλε ένα σημείωμα τι να κάνουμε το δίσεκτο έτος για το περιοδικό Γάμος, το οποίο το περιοδικό Γάμος έβγαινε δύο φορές τον χρόνο, και ούτε ήτανε να τον απασχολεί, αλλά απασχολείτο με όλα, μα με όλα! Όταν γινόντουσαν οι συναντήσεις για την, να βγάλουμε το περιοδικό Το Παιδί Μου κι Εγώ ήξερε τόσα πολλά πράγματα που εγώ δεν τα ’ξερα, ας πούμε για τον τοκετό στο νερό, εγώ δεν το είχα ξανακούσει, ο Λαμπράκης το ’ξερε. Ήτανε πάρα πολύ ενημερωμένος για όλα και στις συσκέψεις μάς άκουγε πολύ προσεκτικά, λάμβανε υπ’ όψιν τη γνώμη μας. Αντίθετα με τον Ψυχάρη που λάμβανε υπ’ όψιν μόνο του οικονομικού συντάκτη τη γνώμη, του οικονομικού διευθυντή τη γνώμη! Ναι, ήτανε, ήτανε πολύ, πολύ κοντά μας. Α! Εκείνο που ήθελα να πω επίσης είναι ότι τότε που ήμαστε, που είχα Το Παιδί Μου κι Εγώ, το οποίο πήγε πάρα πολύ καλά στην αρχή, κάποια στιγμή αποφάσισα να του βάλω σαν δώρο μία κασέτα για τα παιδιά. Αυτό έπιασε πολύ και ανέβασε το περιοδικό σε 70.000 κυκλοφορία. Για ένα ειδικό περιοδικό ήτανε πάρα πολύ μεγάλη κυκλοφορία. Κράτησε κάποιο διάστημα, αλλά μετά άρχισε να πέφτει. Κάνανε τη βιντεοθήκη τους οι γονείς και μετά άρχισε να πέφτει. Το περιοδικό όσο το ’χα εγώ ήτανε σοβαρό, τα θέματά του ήτανε πολύ, ήτανε πολύ υπολογισμένα και μετρημένα, να μην διαδοθεί κάτι που ήτανε λάθος, να μην έχουμε, να είναι ελεγμένα σε όλους τους τομείς γιατί αφορούσε και έναν ευαίσθητο τομέα, τα παιδιά. Και αυτό το ’χαμε πετύχει, το ’χαμε πετύχει πάρα πολύ. Μετά, όμως, όταν άρχισε να πέφτει η κυκλοφορία του, έπρεπε να γίνει μία στροφή. Εγώ τότε αποχώρησα το 2008, το περιοδικό άλλαξε τίτλο, έγινε Mommy, συντηρήθηκε ένα διάστημα στα περίπτερα και μετά μετατράπηκε και αυτό και ο Γάμος σε διαδικτυακό. Όπου μετά, εντάξει, σβήσανε δεν... Ήταν το τέλος, τα διαδικτυακά έντυπα δεν είναι πολύ εύκολα. Είναι άλλο να παίρνεις το περιοδικό, να το ξεφυλλίσεις, να το δεις, να το χαρείς, όπως είναι και το βιβλίο βέβαια. Αυτά, δεν ξέρω αν ξέχασα τίποτα να σας πω.

Ε.Κ.:

Θέλω να ρωτήσω, υπάρχουνε κάποια ρεπορτάζ από όλη την καριέρα σας που, έτσι, τα ξεχωρίζετε, λέτε ότι: «Ναι, είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτά», κάποια θέματα–

Ό.Λ.:

Ναι, έχω, αλλά να σας πω δεν ξέρω πού τα έχω καν, έχω κάνει κάτι… είχα κάνει ένα πολύ ωραίο ρεπορτάζ στα Επίκαιρα για τα Ευρωπάλια. Τότε ήτανε η Ελλάδα τιμώμενο έθνος και είχα ένα πάρα πολύ ωραίο ρεπορτάζ στα Επίκαιρα γι’ αυτό το θέμα. Στην Γυναίκα τι είχα κάνει; Ούτε και που θυμάμαι, ευτυχώς μου τα είχε κρατήσει ο πατέρας μου αυτά, γενικά δεν κρατούσα αρχεία και τέτοια. Στο Παιδί Μου κι Εγώ είχα κάνει μια πολύ ωραία συνέντευξη με μία Γαλλίδα, που ήταν καταπληκτική. Γενικά από τη στιγμή που ανέλαβα αρχισυνταξία και διεύθυνση σύνταξης, και αυτό έγινε στα Επίκαιρα και στο Πάνθεον και μετά στον Λαμπράκη, δεν έγραφα πια, ο ρόλος μου ήταν άλλος, ο οποίος μού πήγαινε και μ’ άρεσε. Μου άρεσε, δηλαδή μ’ άρεσε πολύ να συντονίζω, να, ιδέες είχα πάρα πολλές, ήμουνα πλούσια σε ιδέες και έβλεπα και πιο μπροστά, όπως έβλεπα και τον κάθε συντάκτη πώς μπορούσα να τον αξιοποιήσω. Δηλαδή θα σας έβλεπα εσάς και θα ’λεγα: «Είναι καλή γι’ αυτό, αυτό θα κάνει». Καταλάβατε; Αυτό το προσόν το είχα και πήγαινα καλά με αυτό το... Ε, τα τελευταία χρόνια βέβαια στον Λαμπράκη ήτανε δύσκολα, γιατί όταν έφυγε ο Λαμπράκης τα πράγματα αλλάξανε, ανέλαβε ο Ψυχάρης, ο οποίος δεν ήταν και τόσο πολύ υπέρ των περιοδικών, όχι τόσο πολύ, καθόλου! Θεωρούσαν ότι είναι: «Τι είναι αυτό τώρα;», ας πούμε.

Ε.Κ.:

Ότι δεν είναι σοβαρά–

Ό.Λ.:

Άλλη νοοτροπία, τελείως, άλλη νοοτροπία. Αλλά, εντάξει, κι εκεί γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, τον Γιάννη τον Μαρίνο, τον Λεωνίδα τον Ζενάκο, πολλούς, πολλούς. Γενικά σε όλη μου την καριέρα αυτήν, η οποία κράτησε 44 χρόνια, έχω γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο. Πάρα πολύ κόσμο και πάντα είχα καλές σχέσεις, και με τους συναδέλφους και με τους υφιστάμενους, που τους, τους υποστήριζα όλους πάντως. Γενικώς τους υποστήριζα όλους.

Ε.Κ.:

Έχετε κρατήσει ακόμα επαφές;

Ό.Λ.:

Ναι, με μερικές συναδέλφους έχω κρατήσει. Με αρκετές, με την Φανή Πετραλιά, με την Ρούλα την Μητροπούλου, με την Μπακομάρου από την Γυναίκα, με την Μπατή[00:40:00] πότε-πότε, μετά… Από τον Λαμπράκη, ναι, και απ’ τον Λαμπράκη, την Τζένη την Κανελλοπούλου, την Κάτια την Δημοπούλου. Η Κάτια η Δημοπούλου και η Τζένη η Κανελλοπούλου είχαν έρθει στο Πάνθεον, η Κάτια θα δούλευε πρώτη φορά σαν συντάκτης και ήρθε για να αναλάβει μόδα, που τότε είχαμε κενά, είχα να, ήμουνα υπεύθυνη της μόδας και έπρεπε να, να βρω συντάκτες, στιλίστες. Και ήτανε η Κάτια η Δημοπούλου και η Τζένη η Κανελλοπούλου, που ήταν πάρα πολύ καλές και οι δυο. Και μετά και οι δύο συνέχισαν, εγκατέλειψαν μάλλον το styling κάποια στιγμή, αλλά η Κάτια η Δημοπούλου είχε κάνει ένα ρεπορτάζ με τον Τάσο Βρεττό, που είχανε πάει στην Ρωσία. Κι ήταν ένα εκπληκτικό ρεπορτάζ, είχε και ρεπορτάζ εκτός απ’ τη μόδα, που έβλεπες ότι, τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες εκεί, οι οποίες έπρεπε να βγούνε στο δάσος για να μαζέψουν μανιτάρια για να φάνε, οι οποίες δεν μπορούσαν να ’χουν ένα καλλυντικό για το δέρμα τους, δηλαδή τέτοια πράγματα. Μετά η Τζένη η Κανελλοπούλου ήτανε μαζί μου στο Παιδί Μου κι Εγώ ως αρχισυντάκτρια, μαζί μου ήταν και η Αλέκα η Κυφιώτη, που ήτανε κι αυτή στο Πάνθεον, και η Κάτια η Δημοπούλου ανέλαβε το Marie Claire και στη συνέχεια ανέλαβε το Τέταρτο που έβγαζε… Όχι το Τέταρτο, ανέλαβε, ναι, το Τέταρτο, δεν κάνω λάθος, το Τέταρτο έβγαζε, που είχε κάνει μια πάρα πολύ καλή δουλειά, αλλά και αυτό ήτανε θνησιγενές, δεν κράτησε πολύ. Δεν κράτησε πολύ, για γνωστούς λόγους. Δεν ξέρω αν θέλετε να με ρωτήσετε κάτι άλλο ή αν ξέχασα κι εγώ κάτι.

Ε.Κ.:

Θέλω να ρωτήσω, τότε ποια ήταν η αντίληψη γενικότερα για μία γυναίκα συντάκτρια;

Ό.Λ.:

Κοιτάξτε να σας πω, επειδή ήμαστε στα περιοδικά δεν είχαμε ζήσει κανένα, καμία διαφοροποίηση, να έχουμε καμία διαφοροποίηση, να νιώθουμε κατώτερες ή οτιδήποτε. Μπορώ να σας πω ότι στην Γυναίκα ειδικά οι άντρες θα νιώθανε κατώτεροι, όχι εμείς. Εμείς ήμαστε οι παντοκράτορες εκεί. Και στο Πάνθεον καθόλου, καμία, καμία ένδειξη ότι οι γυναίκες μπορεί να είναι κατώτερες, αντίθετα υπολογίζανε πολύ στη δύναμή μας. Δηλαδή εγώ δεν έχω βιώσει αυτό το, την υποτίμηση λόγω φύλου σε καμία περίπτωση. Δεν το ’χω, δεν το ’χω βιώσει καθόλου αυτό, αντιθέτως θεωρούσαμε πάντα ότι είμαστε, μας υπολογίζουνε πολύ. Αλλά μέσα στα πλαίσιά μας βέβαια, σε εφημερίδες δεν ξέρω τι γινότανε. Αν και η Μπακομάρου και η Πετραλιά, που ’χανε δουλέψει σε εφημερίδες δεν είχανε κανένα πρόβλημα, δηλαδή... Ή η Βεατρίκη Σπηλιάδη, που είχε πάει στην Ελευθεροτυπία, δεν είχανε κανένα πρόβλημα, δουλέψανε πολύ καλά. Νομίζω ότι, εντάξει, σίγουρα θα υπήρχανε, δεν το αμφισβητώ, αλλά εγώ δεν το είχα νιώσει.

Ε.Κ.:

Ναι–

Ό.Λ.:

Δεν το είχα νιώσει–

Ε.Κ.:

Το εργασιακό περιβάλλον δεν ήταν αυτό–

Ό.Λ.:

Όχι, όχι.

Ε.Κ.:

Εντάξει, μετά οι γυναικείες δυσκολίες φαντάζομαι ήτανε άλλες, που είχαν όλες οι εργαζόμενες γυναίκες–

Ό.Λ.:

Ναι, ναι–

Ε.Κ.:

Προφανώς, αλλά, ναι, ήτανε γυναικοκρατία–

Ό.Λ.:

Ήταν γυναικοκρατία, ναι–

Ε.Κ.:

Στον περιοδικό Τύπο. Και μετά θα ήθελα, επειδή είναι πολύ ωραίες οι περιγραφές σας, αν θέλετε να μου πείτε για τα χρόνια της Γυναίκας, να μου περιγράψετε μία τυπική μέρα που ήταν η μέρα της εργασίας σας.

Ό.Λ.:

Α, ναι, λοιπόν–

Ε.Κ.:

Αν θυμάστε.

Ό.Λ.:

Ναι, θα θυμηθώ. Λοιπόν, σας είπα ξεκινούσαμε 8:00 το πρωί, που έπρεπε να τακτοποιηθούμε, ο Τερζόπουλος ήταν εκεί, μας περίμενε, δεν το συζητώ, και να γινότανε μια πρώτη σύσκεψη με την αρχισυντάκτρια. Στην αρχή σας είπα ότι ήταν η Ειρήνη η Μπουζάλη, μετά ήρθε η Μαριάννα η Μουτζουρίδου, πολύ δυναμική παρουσία. Και γινότανε μια σύσκεψη για το τι έχουμε, βέβαια με το ότι έχεις, στην αρχή που ήταν περιοδικό μηνιαίο και μετά ήτανε δεκαπενθήμερο, είχες πάντα την έννοια ότι: «Έχω χρόνο». Στο δεκαπενθήμερο στριμωχτήκαμε, στον μήνα όμως ήτανε απλά, πρακτικά. Μετά ο καθένας αναλάμβανε την επαφή με τους συνεργάτες, να αναθέσει θέματα –γιατί σας είπα ότι εκεί που ήμαστε μέσα, ήμαστε editors– και να αναθέσει θέματα ή ο Τερζόπουλος και η αρχισυντάκτρια θα ανέθετε σ’ εμένα το τάδε θέμα ή στις άλλες συναδέλφους, στην Λιάνα την Ελευθερουδάκη, την Μπακομάρου, τον Μπουλούτζα, δεν ξέρω ποιους άλλους, τα θέματα που έπρεπε να πάρουνε και ημερομηνίες για να τα παραδώσουνε. Α! Ήταν και η Μάρω η Κυριακού μαζί μας, η οποία ήτανε πολύ καλή επίσης και δυστυχώς το εγκατέλειψε. Και η έγνοια σου ήτανε να μαζέψεις την ύλη στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που σου δινόταν για να την παραδώσεις και να προχωρήσεις. Γιατί σας είπα πόσο ήταν η διαδικασία αργή για να γίνει η σελιδοποίηση και όλα αυτά. Βέβαια, όταν πήγα στον Ταχυδρόμο και είχα αναθέσει κάποια θέματα και τα λοιπά, θεωρούσαν ότι σε δύο μέρες το πολύ έπρεπε να τα ’χουν παραδώσει, με όλο τους το υλικό, δηλαδή τους φαινότανε… τρελό να λέμε ας πούμε ότι: «Εντάξει, έχουμε χρόνο». Γιατί δουλεύανε με στάνταρ εφημερίδας και ο Ταχυδρόμος ήταν και εβδομαδιαίο. Αλλά εκεί, ναι, είχαμε τον χρόνο και είχαμε και τον χρόνο να το λεπτολογήσουμε, να αλλάξουμε φωτογραφία, να αφαιρέσουμε, να προσθέσουμε κτλ. Μετά στο έντυπο στον Ταχυδρόμο δεν γινόταν αυτό. Έπρεπε να τα έχεις φροντίσει να είναι όπως είναι και να προχωράνε γρήγορα. Είτε ήτανε μία συνέντευξη με καλλιτέχνιδα, όπως με την Ρένα την Παπασπύρου, που είχα στείλει μια συνεργάτιδα να της πάρει συνέντευξη, είτε αν ήταν ένα ρεπορτάζ στο Μοναστηράκι, είτε ήτανε… ένα οποιοδήποτε θέμα. Με τον Στάικο, θυμάμαι τον Κώστα τον Στάικο που είχαμε να κάνουμε ένα θέμα για την Βιβλιοθήκη. Λοιπόν, ο Στάικος έδωσε τη συνέντευξη, του ζητήσανε τις, τα slides από τα βιβλία και αυτός έλεγε: «Αφού δεν θα δημοσιευτεί τώρα γιατί να τα δώσω τώρα;», ο συντάκτης εννοούσε να τα έχει γιατί έτσι έπρεπε να τα παραδώσει όλα μαζί πακέτο και να ’ναι έτοιμο να δημοσιευτεί. Θέλω να πω ότι είχανε μία, ήτανε μία διαφορετική οπτική. Την οποίαν υπηρέτησα κι αυτήν βέβαια. Αυτά.

Ε.Κ.:

Μάλιστα.

Ό.Λ.:

Δηλαδή σε γενικές γραμμές είμαι πολύ ικανοποιημένη από την πορεία αυτήν. Έκανα μια δουλειά που μου άρεσε, είχα, ναι, ας το πω επιτυχίες, είχα επιτυχίες και νομίζω ότι απέδωσα αρκετά καλά σε αυτά που έκανα, αυτό πιστεύω.

Ε.Κ.:

Τώρα που λέμε για την τωρινή κατάσταση του Τύπου, το βλέπετε με μία πικρία ή ότι αυτό, ότι είναι μια φυσιολογική αλλαγή της εξέλιξης;

Ό.Λ.:

Δεν ξέρω αν είναι φυσιολογική αλλαγή, γιατί εγώ είμαι υπέρ του εντύπου, δηλαδή μ’ αρέσει το έντυπο, δεν νομίζω ότι μπορεί να το αντικαταστήσει ένα site στην, στο Διαδίκτυο. Να βλέπεις ας πούμε από εκεί, εντάξει, τώρα τα βλέπουμε, πολλά βλέπουμε. Αλλά άλλο είναι το έντυπο, ειδικά τα γυναικεία έντυπα δεν πρόκειται και να πεθάνουνε ποτέ, γιατί δίνουνε μία ψευδαίσθηση, ένα όνειρο, μία πολυτέλεια που την έχεις ανάγκη και σου αρέσει. Και η Vogue θα επιζήσει και η Γυναίκα θα επιζήσει, άσχετα αν έχουνε μπει μέσα στα, στις εφημερίδες πια, το Elle, είναι το μόνο που λειτουργεί ανεξάρτητα και είναι και πολύ καλό περιοδικό. Όλα τα άλλα έχουνε μπει σε εφημερίδες μέσα.

Ε.Κ.:

Η Γυναίκα σταμάτησε κιόλας, η Γυναίκα σταμάτησε να κυκλοφορεί και με την εφημερίδα πλέον–

Ό.Λ.:

Α, σταμάτησε;

Ε.Κ.:

Ναι, ναι, σταμάτησε. Τώρα δεν ξέρω αν θα συνεχίσουν, αλλά εδώ και μήνες δεν βγαίνει πια. Ναι, να δούμε τι θα γίνει μ’ αυτό...

Ό.Λ.:

Α, κρίμα, κρίμα, κρίμα. Η Γυναίκα ήταν ένα ιστορικό περιοδικό, ήταν ιστορικό περιοδικό. Βέβαια ο Άρης ο Τερζόπουλος λέει: «Την παντρέψαμε, τελείωσε». Ε, ίσως και να μην μπορούσε να επιζήσει τώρα μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, γιατί όλα τα περιοδικά κάνουν, όλα τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους. Τώρα η γυναίκα μπορούσε να μην επιζήσει, γιατί αφότου ήρθαν οι ξένοι τίτλοι, το Elle, μετά το Marie Claire, μετά το Madame Figaro, όλα αυτά στερήσαν από την Γυναίκα, και με αναγνώστες και διαφήμιση, δηλαδή δεν μπορούσε να επιζήσει εύκολα, ήταν πολύ δύσκολο πια. Όλοι τρέχαν να πάρουνε το Marie Claire, το θεωρούσανε –πώς να το πω– στάτους να κυκλοφορούν με το Marie Claire, άσχετα αν ήταν και αγόρια, κυκλοφορούσαν μ’ ένα Marie Claire, ή άλλες πιο μεγάλες κυρίες το Madame Figaro. Ήτανε διαφορετική πια η αντιμετώπιση, έτσι είναι.

Ε.Κ.:

Λέγατε πριν και για το, για τη μετάβαση μετά το ’80 που έγινε πιο lifestyle, που υπήρχε ενδιαφέρον γι’ αυτά τα θέματα, δηλαδή ζήσατε αυτήν τη χλιδή και ταξίδια φαντάζομαι.

Ό.Λ.:

Ναι, ταξίδια, δεν έκανα πολλά ταξίδια για τη δουλειά. Έκανα, βασικά έκανα, πήγαινα στο Παρίσι μια φορά τον χρόνο για τον Γάμο και για το Παιδί, παρακολουθούσα κάτι συνεδρίες σε έναν οργανισμό[00:50:00] που είχε σχέση με το παιδί για να δω τις τάσεις και τα λοιπά. Αλλά απ’ τα μεγάλα επαγγελματικά ταξίδια που γινόντουσαν δεν πήγαινα, γιατί ως διευθύντρια δεν έπρεπε να πηγαίνω, πήγαιναν οι συντάκτες, αλλά, εντάξει, με τον άντρα μου κάναμε ταξίδια και τα ευχαριστιόμαστε, περνάγαμε και πολύ ωραία! Δεν ξέρω αν σας κάλυψα.

Ε.Κ.:

Ναι, με καλύψατε πολύ, είπαμε, οι αφηγήσεις σας μου αρέσουνε πάρα πολύ και το, αυτό ήταν που με κέρδισε και στο blog, τα λέτε πολύ ωραία. Γιατί, ξέρετε, είναι και κάτι πολύ ξένο, όπως σας είπα ότι τα ’χω διαβάσει, αλλά όταν ακούω μια βιωματική ιστορία είναι πολύ πιο γλαφυρό και μεταφέρομαι εκεί.

Ό.Λ.:

Ναι. Όχι ότι δεν είχαν τις δυσκολίες τους όλα αυτά τα πράγματα, γιατί εγώ θυμάμαι όταν γέννησα την κόρη μου, το ’67, και ήμουνα στον Τερζόπουλο αναγκάστηκα να πάω στις 20 μέρες να επιστρέψω, γιατί καταλάβαινες ότι –ήταν τότε η Νατάσσα εκεί η Μπακογιαννοπούλου–, καταλάβαινες ότι δεν σου έμενε πολύ περιθώριο και αυτό με είχε βέβαια κουράσει πάρα πολύ. Πάρα πολύ με είχε κουράσει και γενικά κι ο Τερζόπουλος δεν ήταν και εύκολος άνθρωπος. Αλλά ήτανε πολύ καλός δάσκαλος, μας έμαθε πάρα πολλά πράγματα, πάρα πολλά πράγματα. Να σας πω και μια ιστορία που δεν αφορά εμένα, αλλά την Όλγα την Μπακομάρου. Η Όλγα η Μπακομάρου ήθελε πάντα να γίνει δημοσιογράφος. Πήγε, λοιπόν, μια φορά, πήρε θάρρος, πήγε στον Λαμπράκη, στον Λαμπράκη λέω, στον Τερζόπουλο και του είπε ότι: «Θέλω να με προσλάβετε να γίνω δημοσιογράφος». Και ο Τερζόπουλος λίγο τα ’χασε με το θάρρος της, με το θράσος της, της λέει: «Κοίταξε να δεις, τώρα δεν έχω, δεν έχω πού να σε βάλω, κοίταξε» λέει «τα γραφεία, είναι όλα γεμάτα. Αλλά θα γεννήσει» λέει «μία κυρία που είναι στο ατελιέ και θα αδειάσει το γραφείο της, όταν θα γεννήσει, έλα» λέει «για να τα πούμε». Οπότε η Όλγα είχε σημειώσει πότε θα γεννήσει η... και πάει, της λέει: «Τι θέλεις εσύ εδώ;». «Να με προσλάβετε, δεν μου είπατε» λέει «ότι θα με προσλάβετε;» και την προσέλαβε. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί ήτανε, η Όλγα είναι πολύ καλή, έχει κάνει πολύ καλές συνεντεύξεις. Αυτά.

Ε.Κ.:

Τα σκεφτόμαστε με μια ωραιοποίηση ίσως για το παρελθόν, αλλά νομίζω ότι ήτανε, έτσι όπως μου τα περιγράφετε ήταν όντως όμορφα χρόνια–

Ό.Λ.:

Ναι–

Ε.Κ.:

Αυτά που ζήσατε και στην Γυναίκα και στο Πάνθεον

Ό.Λ.:

Ναι–

Ε.Κ.:

Αλλά έχετε και με το Ρομάντσο κάποια σχέση;

Ό.Λ.:

Όχι.

Ε.Κ.:

Δεν είχατε εργαστεί;

Ό.Λ.:

Όχι–

Ε.Κ.:

Ούτε–

Ό.Λ.:

Είχα κάνει κάτι μεταφράσεις νομίζω, αλλά δεν, όχι, δεν είχα συνεργαστεί. Το Ρομάντσο στην αρχή ήταν πολύ καλό περιοδικό. Είχε, δηλαδή ανταποκρινότανε στα, στις ανάγκες του αναγνωστικού του κοινού. Είχε ψυχολογία, είχε διάφορα, και καλούς συνεργάτες είχε. Ε, μετά, εντάξει, σιγά-σιγά κι αυτό...

Ε.Κ.:

Όπως όλα.

Ό.Λ.:

Αξίζει να σας πω τώρα για το Πάνθεον, για τον Θεοφανίδη, έβγαζε ένα περιοδικό, την Βεντέτα, που είχε τα, σε σειρά τα εικονογραφημένα. Τα σίριαλ, ας πούμε, τα σημερινά, που ήταν εικονογραφημένα και τα λοιπά. Λοιπόν, υπήρχε ένα στούντιο απέναντι από το, από την Αναξαγόρα –στην Αναξαγόρα ήτανε η βάση του, τα γραφεία του περιοδικού και της Βεντέτας και όλων–, απέναντι λοιπόν είχε ένα μικρό στούντιο, όπου πήγαινε ο διευθυντής της Βεντέτας και έβγαζε καρέ-καρέ τις φωτογραφίες για να δημοσιευθούνε στο, στην Βεντέτα. Είχε πολύ γούστο κι αυτό. Ο Αρχέλαος ήτανε υπεύθυνος της σελιδοποίησης, ο οποίος ήτανε λίγο αρνητικός σε ό,τι καινούργιο, φυσικό ήτανε. Γιατί ήτανε παλαιάς σχολής και ήτανε λίγο αρνητικός, συμπαθέστατος άνθρωπος, βέβαια, και με πολύ έργο. Και ποιον άλλονε θυμάμαι, έχω ξεχάσει να πω που ήτανε σημαντικός; Θα ’χω ξεχάσει, αλλά τώρα δεν θυμάμαι άλλους.

Ε.Κ.:

Και τώρα τι θα λέγατε σε κάποιον που θα ήθελε να ασχοληθεί με τον Τύπο ίσως και τα μέσα;

Ό.Λ.:

Τι θα έλεγα; Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο. Για να κάνει καλή δημοσιογραφία και να βρεθεί σε, πρέπει να, πρέπει να πάει σε εφημερίδα βασικά. Ή να πάει, τα δυο περιοδικά που ’χουν απομείνει είναι η Vogue και το Elle. Αλλά αν καταφέρει να πάει θα πρέπει να δουλέψει πολύ. Ή στην τηλεόραση, αλλά η τηλεόραση δεν κάνει καλή δημοσιογραφία, είναι υποβαθμισμένη, είναι, ναι. Το ξέρουμε. Είναι δύσκολο, πάντως, τώρα για τη, για γίνει κανείς δημοσιογράφος, πολύ δύσκολο, πρέπει να έχει δηλαδή, πώς να το πω, να ’ίναι αποφασισμένος, να ταλαιπωρηθεί, να, να, να. Θα μου πείτε και στην αρχή όλοι ταλαιπωρούμεθα, δεν ήταν όλα εύκολα. Αλλά τώρα είναι ακόμη πιο δύσκολα, είναι ακόμη πιο δύσκολα, πολύ. Εγώ, πάντως, από όλα αυτά και τώρα που το σκέφτομαι, καθώς μιλάμε το σκέφτομαι, έχω, παρά τις δυσκολίες και πολλές φορές τις αρνητικές επιπτώσεις που υπήρχανε, έχω, θεωρώ ότι είμαι πολύ τυχερή που γνώρισα τον Τερζόπουλο, τον Νίκο τον Θεοφανίδη, τον Γιάννη τον Πουρνάρα, τον Χρη… την Ινώ την Κωνσταντοπούλου από τον Θεοφανίδη, την, και τον Χρήστο Λαμπράκη, με τον οποίον είχα μία πολύ καλή σχέση. Είχα μία πολύ καλή σχέση. Και θεωρώ ότι είμαι τυχερή που γνώρισα αυτούς τους ανθρώπους και συνεργάστηκα μαζί τους. Αυτά.

Ε.Κ.:

Σίγουρα είναι από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του εγχώριου, είναι από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του εγχώριου Τύπου και–

Ό.Λ.:

Ναι, ναι, ναι.

Ε.Κ.:

Είναι οπωσδήποτε… Ωραία, κυρία Ιωάννου, αυτά–

Ό.Λ.:

Αυτά–

Ε.Κ.:

Και εγώ είχα κυρίως να σας ρωτήσω. Έχετε να πείτε κάτι άλλο, να σκεφτούμε–

Ό.Λ.:

Δεν σκέφτομαι κάτι–

Ε.Κ.:

Κάτι που θα θέλατε να ακούσει κάποιος, να, κάποιος να ξέρει κάτι που θεωρείτε σημαντικό. Είπαμε πολλά.

Ό.Λ.:

Δεν μου ’ρχεται τώρα τίποτα.

Ε.Κ.:

Ναι. Ωραία.

Ό.Λ.:

Τι άλλο μπορούσε να ’ναι; Εκείνο που πέρασα τις πιο δύσκολες στιγμές, δεν ξέρω, το είπα en passant προηγουμένως, τις πιο δύσκολες στιγμές τις πέρασα όταν ήτανε να χρεοκοπήσει ο Θεοφανίδης. Ήτανε τραγικό, άμα σας λέω τραγικό, τραγικό. Ήτανε πάρα πολύ δύσκολες στιγμές. Κατέρρεε, μια αυτοκρατορία κατέρρεε, δυστυχώς. Ε, και μετά η ένταξη του περιοδικού δεν ήταν εύκολη στον Οργανισμό Λαμπράκη, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Μας θεωρούσαν εξωγήινους, «τι δουλειά έχουν αυτοί εδώ τώρα;», ένα τέτοιο πράγμα, αλλά, εντάξει, εμείς κάναμε τη δουλειά μας και την κάναμε καλά. Μετά η Ινώ η Κωνσταντοπούλου πήγε στο Madame Figaro, γιατί ένα διάστημα υπήρχε περίπτωση να βγει το Madame Figaro μαζί με το Πάνθεον. Ήδη είχαμε βγάλει Πάνθεον Grazia, το ιταλικό περιοδικό, αλλά δεν φτούρησε, δηλαδή σας λέω τότε που ήρθαν οι ξένοι τίτλοι, για να υπάρχει ένας ξένος τίτλος, και υπήρχε μία περίπτωση να βγει Πάνθεον, Madame Figaro Πάνθεον. Τώρα πόσο θα ’πιανε δεν ξέρω, γιατί το Πάνθεον σαν τίτλος ήτανε διαφορετικός τελείως από αυτά των ξένων εντύπων που ήταν καθαρά γυναικείοι, Marie, συγγνώμη, Marie Claire, Madame Figaro, Elle, ήτανε γυναικείοι τίτλοι, το Πάνθεον ήτανε γενικός τίτλος. Τέλος πάντων, δεν, δεν έγινε τελικά αυτή η συνεργασία, αλλά όταν έκλεισε το Πάνθεον, οι υπεύθυνοι του Madame Figaro που ’χαν συνεργαστεί με την Ινώ την Κωνσταντοπούλου την κάλεσαν για την έκδοση την ελληνική, κι αυτό ήτανε μια ικανοποίηση βέβαια για εκείνην, πολύ μεγάλη. Η Πόλυ Μηλιώρη δεν συνεργάστηκε με τον Λαμπράκη, είχαν τσακωθεί κι οι δυο αδερφές τότε, και εγώ συνεργαζόμουνα έτσι κι αλλιώς πάντα με την Ινώ την Κωνσταντοπούλου, οπότε...

Ε.Κ.:

Δηλαδή εσείς αντιλαμβανόσασταν τον ανταγωνισμό των εκδοτών, σαν, σαν συντάκτρια και μετέπειτα αρχισυντάκτρια;

Ό.Λ.:

Κοιτάξτε, τον ανταγωνισμό με τα έντυπα ένιωθες, όχι με τον εκδότη. Με τα έντυπα το ένιωθες και είχες και να δεις την κυκλοφορία των, έπρεπε να πάρεις την, ήταν η μέρα που θα έπαιρνες το, την κυκλοφορία ήταν η χειρότερή σου. Δηλαδή άμα, άμα ανέβαινε σε είχανε στα πούπουλα, ήσουνα η βεντέτα του, του συγκροτήματος, όποιου συγκροτήματος, του Πάνθεον, του Λαμπράκη, ειδικά στον Λαμπράκη πέρασε μία περίοδος που μ’ είχαν στα όπα όπα. Όταν άρχισε να πέφτει η κυκλοφορία, πέφτανε και τα, χαμηλώνανε οι τόνοι. Η μέρα της κυκλοφορίας ήταν η πιο δύσκολη και δεν ήξερες και τι να κάνεις. Εμείς κάναμε και κάτι άλλο στο περιοδικό, επειδή είχε αρχίσει να έχει πτωτική πορεία και να πέφτει και η διαφήμιση, γιατί αυτά πάνε μαζί, βγάλαμε βιβλία, βιβλία με το αντικείμενό μας. Θέλω να Γίνω Μητέρα, Το Μωρό: Τα Πρώτα Χρόνια, ξέρω γω τι, τα οποία αυτά πουλιόντουσαν πάρα πολύ – στα περίπτερα, όχι στα βιβλιοπωλεία, στα περίπτερα, έκδοση Το Παιδί Μου κι Εγώ - τάδε, αυτά πουλιόντουσαν πάρα πολύ καλά και[01:00:00] μας αποφέρανε και μεγάλο κέρδος. Κι έτσι συντηρηθήκαμε ένα διάστημα. Αυτά. Τώρα, ας πούμε για τον Γάμο, όταν το ανέλαβε άλλη εκδότρια, η οποία θεωρούσε ότι έπρεπε να ’ναι περιοδικό μόδας, ενώ στην ουσία ο Γάμος ήτανε περιοδικό-κατάλογος για να δει η νύφη τι θα διαλέξει. Και τότε, και τότε εκείνη την εποχή ήταν μεγάλη υπόθεση, δηλαδή δινόντουσαν πολλά λεφτά για τους γάμους, μα πολλά λεφτά όμως μιλάμε. Δηλαδή μπορούσε μία να μένει στο, σε ένα καλυβάκι και να είχε προσλάβει την Σάντυ την Καραγιάννη να της κάνει το μακιγιάζ. Αφού ντρεπόταν η Σάντυ να πάρει τα λεφτά, ας πούμε, όταν έβλεπε την κατάσταση. Και το μετατρέψαν σε περιοδικό μόδας, όπου ήταν δυσαρεστημένοι όλοι οι πελάτες και φύγανε, και φύγανε. Γιατί βάλαν τους γαμπρούς αλυσοδεμένους να είναι, ξέρω γω τι, εντάξει, διάφορα τέτοια.

Ε.Κ.:

Ωραία. Ωραία, κυρία Ιωάννου, αυτά.

Ό.Λ.:

Ευχαριστημένη, Ειρήνη μου;

Ε.Κ.:

Ναι, ναι, με βοηθήσατε πάρα πολύ. Είναι πιστεύω η μαρτυρία πάρα πολύ αξιόλογη και–

Ό.Λ.:

Χαίρομαι!