© Copyright Istorima

Istorima Archive

Story Title

«Ξένος σε ξένο τόπο»: μία ιστορία μετανάστευσης από ένα ελληνόφωνο χωριό της Αλβανίας στην Ελλάδα

Istorima Code
14505
Story URL
Speaker
Αχιλλέας Κουρεμένος (Α.Κ.)
Interview Date
27/05/2023
Researcher
Κατερίνα Χαρανά (Κ.Χ.)
Κ.Χ.:

[00:00:00]Είναι Κυριακή 28 Μάϊου του 2023, είμαι η Κατερίνα Χαρανά, ερευνήτρια στο Istorima, είμαστε με τον Αχιλλέα Κουρεμένο στην Αθήνα.

Α.Κ.:

Λοιπόν, Αχιλλέας Κουρεμένος, γεννημένος 13/04 του '81, στο χωριό Βουλιαράτι Αργυροκάστρου, στην Αλβανία. Κατά τη μεταφορά της μάνας μου, έβρεχε εκείνη τη μέρα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι είμαι μεγαλωμένος σε χωριό είναι αυτό που μου έχει δώσει κι όλες... ένα μεγάλο κομμάτι των παραστάσεων που θεωρώ ότι κουβαλάω και σε όλη μου τη ζωή που είναι ακριβώς αυτή η επαφή, ας πούμε, με τη φύση. Λοιπόν, εκεί γνώρισα το χιόνι, τη βροχή, τα φυτά, τα δέντρα, εκεί, ας πούμε, γνώρισα τα ζώα και εν πάση περιπτώσει ήμουν μεγαλωμένος σ' ένα περιβάλλον το οποίο αφενός αφορά μία οικογένεια χαμηλού εισοδήματος, όπως, βέβαια, ήτανε και όλες οι οικογένειες και στο χωριό, τόσο στο χωριό όσο και σε όλη τη χώρα, καθότι η Αλβανία ως γνωστόν μέχρι το 1990 βρισκόταν σ' ένα καθεστώς κομμουνιστικό. Η ζωή, οι πρώτες μνήμες από τη ζωή, φυσικά έχουν να κάνουν με το οικογενειακό περιβάλλον, με το σχολικό περιβάλλον. Είμαι μεγαλωμένος σ' ένα σπίτι το οποίο ήτανε η επιτομή της πατριαρχίας, όπως ήταν, βέβαια, και όλο το κομμάτι των οικογενειών στο χωριό μου. Με ποια έννοια πατριαρχία; Ότι μέναμε στο σπίτι του παππού μου, ο οποίος ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Ο πατέρας μου είχε άλλα τρία αδέρφια, μέναμε όλοι μαζί, με τη μάνα μου φυσικά, και αυτό που θυμάμαι είναι ένα σπίτι με μία τεράστια αυλή και πάρα πολλά έτσι δέντρα, κήπους και τα λοιπά και η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το κομμάτι ζωντάνια, γιατί ήμασταν πάρα πολύς κόσμος ο οποίος κινούνταν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στο σπίτι δηλαδή. Η πρώτη στιγμή που θυμάμαι έντονα απ' τα παιδικά μου χρόνια είναι όταν πέθανε η γιαγιά μου, όπου υπήρχε, ρε παιδί μου, έντονο το στοιχείο της θλίψης, ας πούμε, και νομίζω ότι είναι και η πρώτη φορά που ένιωσα ένα συναίσθημα τέτοιο, βλέποντας, όμως, στην πραγματικότητα τον περίγυρό μου να είναι στεναχωρημένος, ας πούμε, όχι τόσο ότι εγώ καταλάβαινα τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή, καθότι ήμουνα τεσσάρων; Κάπου εκεί. Αυτό σήμαινε αυτόματα ότι τα παιδιά του παππού μου, ας πούμε, ο πατέρας μου και τα αδέρφια του μείνανε ορφανά, αυτό σήμαινε αυτόματα και ότι π.χ. η μάνα μου φρόντιζε, ας πούμε, αναγκαστικά τον πεθερό της, γεγονός που άρχισε μ' έναν τρόπο να δημιουργεί και κάποιες εντάσεις, όπως εγώ τις καταλάβαινα, γιατί υπήρχε πια μία σχέση, ρε παιδί μου, η οποία ήταν γεμάτη απαιτήσεις. Έλειπε, ξέρω 'γω, το κομμάτι της μητριαρχίας που ήταν η γιαγιά μου μέσα απ’ το σπίτι, οπότε οι ευθύνες επιμεριζόταν στα υπόλοιπα παιδιά. Εν πάση περιπτώσει, κάπου εκεί ξεκινάει η διαδικασία κατά την οποία πηγαίνω στο σχολείο. Τα σχολικά χρόνια, όπως τα θυμάμαι... δηλαδή στην Αλβανία έκανα τέσσερις τάξεις του δημοτικού. Ήταν ένα αυστηρό εκπαιδευτικό σύστημα, με ό,τι στερεότυπα μπορεί να έχει ο καθένας στο μυαλό του: δηλαδή χάρακα, βίτσες, ξέρω 'γω, σήκωμα απ' τις φαβορίτες, ως τιμωρητικά μέσα. Ωστόσο, ήταν ένα σύστημα το οποίο, ας πούμε, επικέντρωνε όντως στο κομμάτι της ανάπτυξης του γνωσιακού πεδίου. Επίσης κάθε —είναι σημαντικό αυτό— κάθε χωριό, ας πούμε, τότε είχε και έναν κινηματογράφο, έτσι και το δικό μας είχε κινηματογράφο. Οπότε, ρε παιδί μου, οι παραστάσεις που είχαν να κάνουνε με τις δραστηριότητες εκτός σχολείου, ας πούμε, ή εκτός σπιτιού δεν ήταν μόνο το κομμάτι, εντάξει, παιχνίδι στα βουνά, στα χωράφια, στο χωριό ή οτιδήποτε τέτοιο, αλλά είχαμε και έτσι και πιο πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως φυσικά ήταν πάρα πολύ έντονο και το κομμάτι του γλεντιού. Τα γλέντια ήτανε τακτά και άτακτα και θυμάμαι, ρε παιδί μου, με τους φίλους μου, τους συμμαθητές και όλα αυτά, ότι η διαδικασία του να παρεισφρήσουμε σ' ένα γλέντι μας κατανάλωνε φοβερό κόπο και τέτοιο, γιατί δεν μας αφήναν φυσικά, ειδικά όταν επρόκειτο για γλέντια τα οποία κάνανε λυκειόπαιδα ή νεολαίοι, ας πούμε, όπου, επειδή ερωτοτροπούσαν κιόλας, δεν θέλανε τα μούλικα τα παιδιά να μπαίνουν στα πόδια τους. Οπότε, το να μπούμε μέσα σ' όλο αυτό το πράγμα, το να σκαρφαλώσουμε τους τοίχους, ας πούμε, να μπούμε απ' τα παράθυρα —γιατί γινόταν σε κλειστούς χώρους κυρίως— και τα λοιπά, ήτανε μία διαδικασία έτσι χρονοβόρα και επίπονη. Όταν τα καταφέρναμε, βέβαια, η χαρά ήταν τρομερή, όσο κρατούσε, δηλαδή ένα δεκάλεπτο, μέχρι να μας πάρουν πρέφα και να μας σουτάρουν, να μας διώξουν. Σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο κομμάτι, η οικογένεια η δικιά μου, παρόλο που οι γονείς μου, ας πούμε είναι λογιστές —ήταν εκεί—, αυτό είχανε σπουδάσει, ας πούμε, και ως τέτοιοι δουλεύανε, ήταν έντονη η επαφή με τα ζώα, γιατί ο παππούς μου ήταν βοσκός, όπως και ο προπάππους μου κτλ., η οικογένεια, όλο το σόι, δηλαδή, ήτανε βοσκοί. Οπότε και εγώ είχα την υποχρέωση, ας πούμε, κάθε μέρα μετά το σχολείο να... ειδικά την άνοιξη που γεννούσαν, τέλος πάντων, τα πρόβατα, ότι αναλάμβανα τα αρνιά. Ξέρω 'γω, τα έπαιρνα 20-30 αρνιά, τα πήγαινα στον κάμπο ή στο βουνό. Όταν πηγαίναμε στο βουνό, βέβαια, επειδή ήταν πολύ συγκεκριμένο το σημείο που πηγαίναμε όλα τα παιδιά μαζί, γιατί ο καθένας είχε, ας πούμε, το δικό του μικρό κοπάδι, οπότε ήταν, ας πούμε, μία διαδικασία η οποία είχε φουλ παιχνίδι και τα λοιπά. Στον κάμπο ήτανε διαφορετικά, γιατί πήγαινες σε συγκεκριμένο σημείο —ο καθένας στο χωράφι του, ας το πούμε έτσι—, παρόλο που δεν υπήρχε ιδιοκτησία, αλλά ήταν συγκεκριμένο, οπότε ήταν πιο απομονωμένα. Και εκεί θυμάμαι, ας πούμε, ότι άρχισα πρώτη φορά να διαβάζω κάποια βιβλία, τα οποία δεν είχαν να κάνουνε... δεν ήτανε σχολικά, ήταν εξωσχολικά βιβλία, κυρίως λογοτεχνία. Και επειδή τα βιβλία που παίζανε στην Αλβανία, όπως και να το κάνουμε, είχαν να κάνουν με μία αριστερή λογοτεχνία, ας το πούμε έτσι, οπότε άρχισα να διαβάζω κάποια τέτοια πράγματα.  Λοιπόν, κάποια στιγμή, λοιπόν, φεύγουμε. Φτιάχνει ο πατέρας μου δικό του σπίτι, όταν ήμουνα πια 7 χρονών και ήταν η μάνα μου έγκυος στην αδερφή μου, φτιάχνει... τελειώνουνε το δικό του σπίτι, ας πούμε, οπότε μετακομίσαμε στην πραγματικότητα στο σπίτι μας πλέον. Δεν ήμασταν με όλο αυτό το σόι, ας πούμε, που μέναμε εκεί, λοιπόν, το οποίο ήταν έτσι και μία ιδιαίτερη εμπειρία, γιατί πρώτη φορά κάπως η καθημερινότητα, το να ξυπνάς κι όλα αυτά, δεν ξυπνούσαμε μέσα σε φασαρία, δεν είχε βαβούρα, δεν είχε τσακωμούς, δεν... Ξυπνούσα μόνος μου, ξέρω 'γω, ετοιμαζόμουνα —με ετοίμαζε η μάνα μου, ας πούμε— για το σχολείο και τα λοιπά. Οπότε, ήτανε κάπως, ρε παιδί μου... και περνούσαν τα χρόνια, κάπως αποκτούσα και λίγο συνείδηση, ξέρω 'γω, κατά τα οποία μάλλον άρχισα να σκέφτομαι, ξέρω 'γω, τι είναι ο άνθρωπος και τα λοιπά. Λοιπόν, οπότε μέσα στο σπίτι άρχισα να αντιλαμβάνομαι, ρε παιδί μου, ότι υπήρχε έντονη μία διαδικασία, ας πούμε, μυστικών, ότι κρατούσαμε μυστικά. Αυτά τα μυστικά είχαν να κάνουνε με το καθεστώς, το οποίο παρότι λεγόταν κομμουνιστικό, είχε στοιχεία ολοκληρωτισμού, ας πούμε, επειδή εμπεριείχε την εξορία ως τιμωρητικό μέσο και τα λοιπά. Οπότε π.χ. επειδή εμείς ήμαστε κοντά στα σύνορα, πιάναμε ΕΡΤ1. Λοιπόν, όταν βάζαμε ΕΡΤ1, να δούμε στην τηλεόραση, όταν πήραμε πια τηλεόραση —αργά, δηλαδή, κοντά στο ‘90, το ‘88—, όταν πήραμε πια τηλεόραση, δεν έπρεπε να βάζουμε δυνατά τη φωνή, μην τυχόν και περάσει κάποιος γείτονας και μην τυχόν αυτός ο γείτονας είναι σπιούνος, ας πούμε, του καθεστώτος και μεταφέρει ότι παρακολουθούμε έτσι καπιταλιστικά κανάλια. Οπότε, σ' αυτό το περιβάλλον άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχει και ένα ιδιαίτερο έτσι πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει τιμωρητικές μεθόδους και ότι πρέπει να κρατάμε τα μυστικά της οικογένειας μέσα στο σπίτι και να μην πηγαίνουμε στο σχολείο και λέμε ό,τι μας κατεβάσει το κεφάλι μας. Λοιπόν, οπότε το γενικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα είναι αυτό. Συνοψίζοντας είχε ρε παιδί μου πάρα πολύ έντονη ζωντάνια, δηλαδή το χωριό είχε χίλιους κατοίκους, ας πούμε, τα σχολεία ήτανε γεμάτα, τα καφενεία ήτανε γεμάτα, αν και εμείς δεν πατούσαμε βέβαια, δεν μας επιτρεπόταν να πηγαίνουμε. Αυτό που μας έκανε να γυρνάμε σπίτι δεν ήταν το ρολόι ή οτιδήποτε τέτοιο, ήτανε όταν έπεφτε ο ήλιος, ας πούμε, και όταν αποφασίζουμε να παραστρατήσουμε και να μείνουμε μέχρι να βγει το φεγγάρι, τότε επιστρέφουμε σπίτι, τρώγαμε και κάνα δυο σφαλιάρες και καθόμασταν ήσυχα ήσυχα και κοιμόμασταν.

Κ.Χ.:

Τα σχολεία ήταν ελληνόφωνα;

Α.Κ.:

Τα σχολεία στα χωριά τα δικά μας, του Αργυροκάστρου, ήταν ελληνόφωνα. Είχαμε τα αλβανικά ως ξένη γλώσσα από την τρίτη δημοτικού και μετά. Εμείς κάναμε, δηλα[00:10:00]δή, τρίτη δημοτικού 2 ώρες την εβδομάδα, κάναμε αλβανικά. Τετάρτη δημοτικού το ίδιο. Εγώ μετά έφυγα. Στο γυμνάσιο άρχιζε και γινόταν πιο έντονο το κομμάτι των αλβανικών στην εκπαίδευση, μέσω βιβλίων και τα λοιπά και πλέον στο λύκειο, ας πούμε, σχεδόν όλα τα μαθήματα γινόταν στα αλβανικά.

Κ.Χ.:

Στο χωριό τι γλώσσα μιλιότανε περισσότερο;

Α.Κ.:

Αμιγώς ελληνικά, δηλαδή η γιαγιά μου, ας πούμε, δεν ήξερε ούτε μία λέξη αλβανικά. Αλβανικά ήξερε ο κόσμος που εν πάση περιπτώσει είχε πάει στο σχολείο ή είχε πάει σε μεγάλες πόλεις να σπουδάσει και τα λοιπά ή όσος κόσμος δούλευε και είχε διάδραση και με Αλβανούς. Οπότε, αυτό είναι το περιβάλλον, ας πούμε, στο οποίο είμαι μεγαλωμένος. Κάποια στιγμή, το 1989, ακούγαμε τις πρώτες ιστορίες που λέγανε ότι μία παρέα τάδε απ' το τάδε χωριό, ας πούμε, είτε... ότι επιχείρησε να περάσει τα σύνορα και άλλοι σκοτωθήκανε, άλλοι... Ακουγόταν έντονα μια ιστορία, ότι κάποιος που επιχείρησε να περάσει τα σύνορα, όχι από το χωριό το δικό μας, νομίζω από αλβανόφωνο χωριό κιόλας, κοντά στο Αργυρόκαστρο, τέλος πάντων, σκοτώθηκε, και ότι τον φέρνανε πίσω —εγώ δεν το είδα με τα μάτια μου, αλλά εξιστορούνταν ως τέτοιο— τον φέρνανε πίσω, ρε παιδί μου, και τον είχανε δεμένο σ' ένα φορτηγάκι, ξέρω 'γω, και τον σέρνανε σ' όλο τον δρόμο, για να βλέπει ο κόσμος ότι: «Ορίστε, αυτά παθαίνει όποιος επιχειρεί να περνάει τα σύνορα». Τέλος πάντων αυτές τις ιστορίες, όχι μ' αυτή την αγριότητα εννοώ, αλλά ιστορίες κόσμου που επιχειρούσε να περάσει τα σύνορα, πια από το 1989 και μετά άρχισαν να πυκνώνουν. Οπότε, εκεί καταλάβαινα, ρε παιδί μου —εντάξει, είχα μεγαλώσει κι εγώ, είχα πάει 8 χρονών, ας πούμε, 9—, ότι κάτι πολύ έντονο γίνεται, το οποίο είναι πιθανό, ας πούμε, να επηρεάσει τις ζωές μας, ας πούμε, γιατί, ξαναλέω, άρχισαν να πυκνώνουν αυτές οι ιστορίες. Και άρχισαν να πυκνώνουν και οι συζητήσεις μέσα στο σπίτι το δικό μας, ότι: «Εμείς τι θα κάνουμε;». Βέβαια, όλες αυτές οι αφηγήσεις γινόταν με άκρα μυστικότητα και με τρομοκρατία προς εμένα ότι: «Μην τολμήσεις να πεις κάτι παραέξω, θα σε σκοτώσουμε». Λοιπόν, το ‘90 δε, όταν πια κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ και επειδή το χωριό μας ήτανε κοντά στα σύνορα, έγινε κόμβος από τον οποίο περνούσανε οι μετανάστες, για να πάνε στην Αλβανία, γιατί το χωριό δεν ήταν ακριβώς πάνω στην Εθνική Οδό που έβγαζε, ας πούμε, στα σύνορα, ήταν λίγο πιο… ήταν στους πρόποδες του βουνού τέλος πάντων και περνούσαν εκεί, απ' τους πρόποδες, για να πάνε βουνό βουνό, να περάσουν παράνομα στην άλλη μεριά του βουνού. Και ερχόταν μέσα απ' τα χωριά οι άνθρωποι, οι οποίοι μπορεί να ξεκινούσαν, ξέρω 'γω, ποδαρόδρομο απ' τα Τίρανα, ας πούμε, και 'φταναν ποδαρόδρομο μέχρι τα σύνορα και συνέχιζαν και μετά. Εν πάση περιπτώσει, περνούσαν απ' το χωριό, για να πάρουν ένα καρβέλι ψωμί, να πιούν νερό και να λύσουν έτσι κάποιες ζωτικές ανάγκες της στιγμής. Η σχέση η δικιά μας με αυτό τον κόσμο —εντάξει, εμείς ως παιδιά, βέβαια...—, ήτανε πάρα πολύ καλές, εννοώ και ούτε από τους γονείς μας ή απ' το χωριό είχαμε —πώς το λένε;— παραινέσεις που να λένε ότι: «Αποφύγετέ τους», ας πούμε. Όχι, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Ότι: «Άμα θέλουν ψωμί, δώστε τους ψωμί, άμα θέλουν νερό, δώστε τους νερό», ότι εν πάση περιπτώσει να είμαστε όσο μπορούμε πιο βοηθητικοί. Και υπήρχε έντονα και το στοιχείο της λύπησης, γιατί πολύς κόσμος περπατούσε 6-7 μέρες, ας πούμε, και ερχότανε φοβερά καταπονημένος, έφτανε, ξέρω 'γω, άλλοι δεν αντέχανε, γυρίζανε πίσω. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η καθημερινότητα για δύο χρόνια, μέχρι να φύγω και εγώ δηλαδή, ήταν αυτή η καθημερινότητα, η ενασχόλησή μας, δηλαδή σχολείο και μετά η διάδραση, ας πούμε, με το κομμάτι των μεταναστών που πέρναγε από το χωριό, για να περάσει τα σύνορα. Σιγά σιγά, άρχισε να φεύγει πολύς κόσμος και από το χωριό, οι περισσότεροι παράνομα βέβαια, ενώ άλλοι επιχειρούσαν να πάρουνε βίζα, μία φοβερά χρονοβόρα διαδικασία, η οποία ήθελε τον κόσμο να πηγαίνει στην πρεσβεία της Ελλάδος στα Τίρανα. Που για να φτάσεις στα Τίρανα, οι δρόμοι δεν είναι, όπως ήτανε τώρα φυσικά, ήθελες 6-7 ώρες, ας πούμε, και αν βρεις αυτοκίνητο. Τα αυτοκίνητα ήταν περιορισμένα έτσι κι αλλιώς την εποχή και σ' αυτά τα καθεστώτα, δεν είναι ότι είχε ο κόσμος τρόπο να μεταβεί. Άλλοι πηγαίναν με τα πόδια, άλλοι με τα λεωφορεία στοιβαζόντουσαν και τα λοιπά. Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή, χωρίς να το έχω αντιληφθεί εγώ βέβαια, ο πατέρας μου άρχισε να λείπει από το σπίτι. Οπότε, ρωτώντας, ας πούμε, τη μάνα μου, μού είπε ότι έχει πάει στα Τίρανα να βγάλει βίζα. Έχει και μία ιστορία εκεί την οποία την έχει διηγηθεί ο πατέρας μου, δεν ξέρω άμα είναι μύθος ή οτιδήποτε, αλλά εν πάση περιπτώσει τη λέω, ρε παιδί μου, που έλεγε ότι: ήταν τρεις συνεχόμενες μέρες έξω απ' την πρεσβεία, στην οποία ήταν, βέβαια, πάρα πολύς κόσμος, ρε παιδί μου, ουρές και τα λοιπά. Ήταν αδύνατον να μπεις μέσα και ότι ένα βράδυ, απλά πήδηξε απ' το παράθυρο μιας τουαλέτας μες στην πρεσβεία, το έσπασε, ξέρω 'γω, κοιμήθηκε μέσα, κάτω από ένα γραφείο, για να μην τον βρουν, ας πούμε, και ξύπνησε το πρωί και μπήκε μπροστά στην ουρά και έτσι κατάφερε να πάρει βίζα. Πριν απ' αυτό, είναι πολύ έντονο, ρε παιδί μου, στο μυαλό μου, όταν φεύγει ο πρώτος άνθρωπος από την οικογένεια, που είναι ο θείος μου, είναι ο αδερφός της μητέρας μου, ο Κωστάκης, καλό παιδί. Λοιπόν, έχουμε μαζευτεί όλοι στο χωριό της μητέρας μου, που είναι δίπλα απ' το δικό μου, Γεωργουτσάτι λέγεται, το δικό μου λέγεται Βουλιαράτι εν πάση περιπτώσει, έχουμε μαζευτεί στην αυλή, όλη η οικογένεια για να αποχαιρετήσουμε τον θείο, ο οποίος είναι το πρώτο μέλος, ας πούμε έτσι... ο πιο στενός συγγενής εν πάση περιπτώσει που φεύγει. Μπορεί να ήμασταν, ξέρω 'γω, 30-40 άτομα στην αυλή, για να αποχαιρετήσουμε τον Κωστάκη, τον θείο Κώστα, λοιπόν, ο οποίος είπε την περίφημη φράση, ότι: «Και δεμένο, σαν σκυλί, να με ξαναφέρουν πίσω, εγώ δεν ξαναγυρνάω», ένα τέτοιο τέλος πάντων, κάποια φοβερή ατάκα, δεν τη θυμάμαι τώρα κι εγώ, ότι: «Δεν ξαναγυρνάω», εν πάση περιπτώσει και ότι: «Το μέλλον πλέον είναι κάπου αλλού». Ήταν πρώτος άνθρωπος που έφυγε. Αυτό το αναφέρω, γιατί είναι και η πρώτη στιγμή που ζω πλέον στα σύνορα, ρε παιδί μου, όπου πάμε —φεύγουμε όλοι απ' την αυλή και τα λοιπά— και πάμε στα σύνορα να τον αποχαιρετήσουμε. Όπου εκεί καταλαβαίνω πρώτη φορά τι είναι τα σύνορα, τι είναι οι συνοριοφύλακες που το φυλάνε, τι είναι το ένα μέρος και τι είναι το άλλο μέρος, το οποίο είναι ο παράδεισος, στον οποίο, ας πούμε, για να φτάσεις, πρέπει να περάσεις τα πάνδεινα και ότι, αν φτάσεις εκεί, είναι ο επίγειος παράδεισος. Λοιπόν, πλέον αυτό —πέρα απ' το κομμάτι των αφηγήσεων— γίνεται πλέον εικόνα, ρε παιδί μου, γιατί φτάνεις εκεί, στα σύνορα, και βλέπεις όντως τι σημαίνει αυτό που λέμε, ρε παιδί μου, χαρακιά. Λοιπόν, είναι πολύ έντονα με τον θείο Κώστα και μία ακόμα στιγμή: όταν πλέον μετά από έναν μήνα ξανάρχεται στα σύνορα, στο ελληνικό πλέον κομμάτι, για να μεταφέρει τα νέα, ας πούμε, γιατί, ok, μιλούσαμε στο τηλέφωνο... Τηλέφωνα δεν υπήρχαν, υπήρχε ένα κεντρικό τηλέφωνο στο χωριό. Οπότε, για να μιλήσεις με τον δικό σου, που είχε περάσει τα σύνορα, έδινες ένα ραντεβού στο τηλεφωνείο εκεί του χωριού, στην πιάτσα, την τάδε ώρα, ας πούμε, και μιλούσες για τρία λεπτά, γιατί από πίσω στην ουρά περιμένανε ο κόσμος να μιλήσει κι αυτός με τους δικούς του. Οπότε, κάποια στιγμή ήρθε στα σύνορα, για να δει από κοντά, ας πούμε, τους δικούς του. Δεν θυμάμαι αν ήταν ένας μήνας, μπορεί να ήταν και τρεις. Τώρα το ένας είναι κάπως σχηματικό, μετά από τρεις μήνες. Όπου είμαστε απ' τη μία πλευρά των συνόρων, εγώ έχω πάει με τη γιαγιά μου, ας πούμε, τον παππού μου και τα λοιπά —τη μάνα μου δεν τη θυμάμαι, γιατί ήμουνα με τη γιαγιά μου, δεν ξέρω αν είχε έρθει—, λοιπόν και είναι ο θείος Κώστας απ' την άλλη πλευρά των συνόρων σε μία απόσταση —εντάξει, εμένα μου φαινόταν τότε πάρα πολύ μεγάλη-—νομίζω τώρα ότι είναι γύρω στα 300 μέτρα. Έχει αλλάξει, βέβαια, και το... εκεί, στην Κακαβιά, που είναι τα σύνορα, έχει αλλάξει λίγο και η γεωμορφία, την έχουν αλλάξει, έχουνε κάνει κατασκευές και τα λοιπά. Τώρα όπως το θυμάμαι εγώ, ήτανε, ξέρω 'γω, 300 μέτρα απόσταση, ήταν ένα χαντάκι, ας πούμε, που χώριζε τη μία πλευρά και την άλλη πλευρά, μπάτσοι απ' τη μία πλευρά, μπάτσοι από την άλλη. Δεν επιτρεπόταν φυσικά ούτε να περάσεις απ' τη μία πλευρά ούτε να γυρίσεις πίσω από την άλλη. Οπότε, ο διάλογος γινότανε, ξέρω 'γω, ότι: «Α τι κάνεις Κώστα; Πού είσαι, τέλος πάντων, πώς περάσατε;» τέτοιο. Λοιπόν και εκεί, λοιπόν, επειδή όλοι προσπαθούσαν να προσεγγίσουνε περισσότερο, ρε παιδί μου, για να μπορέσουν να επικοινωνήσουνε, εκεί, είδα και, αυτό που λέμε, πρώτη φορά το κομμάτι της καταστολής, γιατί έφαγε ένα κλωτσίδι η γιαγιά μου από έναν μπάτσο, ας πούμε, Αλβανό, το οποίο το θυμάμαι μέχρι σήμερα, ρε παιδί μου, και ήταν η πρώτη φορά που μίσησα αυτούς τους ανθρώπους. Με τη γιαγιά μου να ωρύεται σε ελληνοαλβανικά, γιατί δεν ήξερε αλβανικά, ότι: «Εσύ δεν έχεις μάνα; Και δεν ντρέπεσαι; Και πώς φέρεσαι έτσι; Εσύ...». Ναι και: «Στη μάνα σου, άμα... θα φερόσουν το ίδιο;» και τα λοιπά, να ωρύεται. Εν πάση περιπτώσει, γεννήθηκαν συναισθήματα, ας πούμε, τα οποία μάλλον δεν τα είχα νιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα οποία εμπεριείχαν λίγο το μίσος. Οπότε, επιστρέφουμε στο κομμάτι του πατέρα μου, ρε παιδί μου. Οπότε είναι η μέρα που... να φύγει, έφυγε τον... χειμώνας του ‘90 ή αρχές του ‘91 ή τέλη του ‘90 ή αρχές του ‘91... ναι.

Κ.Χ.:

Υπήρχε κάποιο ειδικό καθεστώς για ελληνόφωνους της Αλβανίας, έτσι ώ[00:20:00]στε να είναι πιο εύκολη η μετανάστευση;

Α.Κ.:

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε. Μετά πράγματι βγήκε... υπήρχαν —πώς το λένε;— οι προδιαγραφές, ρε παιδί μου, πήραμε την ταυτότητα ομογενούς, αλλά αυτό είναι... Εκείνη τη στιγμή περνούσες, όπως περνούσε όλος ο κόσμος, δηλαδή είτε παράνομα είτε έπρεπε να βγάλεις βίζα απ' την ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα. Όποτε, έρχεται η στιγμή που φεύγει ο πατέρας μου. Να πω επίσης ότι ο παππούς μου, επειδή ήτανε βοσκός, είχε περιουσία, είχε πρόβατα πολλά και το καθεστώς τότε, ας πούμε, τα απαλλοτρίωσε τα πρόβατα. Οπότε, όλο μου το σόι, του παππού μου, ο πατέρας μου και τα λοιπά, ήτανε αντικαθεστωτικοί με μία έννοια. Και επειδή είμαστε και ελληνόφωνοι, ρε παιδί μου, είχαμε πάρα πολύ έντονα το στοιχείο το πατριωτικό, ας το πούμε έτσι. Μάνα Ελλάδα, ας πούμε, και τα λοιπά. Οπότε, ο πατέρας μου όταν έφυγε πια —πώς το λένε;—, περνώντας τα σύνορα, έκανε την εξής πράξη, ας πούμε, για την οποία ακόμα τον κοροϊδεύω ακόμα, εννοείται, ότι έσκυψε, ρε παιδί μου, με το που πέρασε τα σύνορα και πήρε χώμα, ας πούμε, και το φίλαγε, εν πάση περιπτώσει. Λοιπόν, σταματάω εδώ. Θέλω να επανέλθω σε κάτι που είπα και το κομμάτι το πατριωτικό, τέλος πάντων. Ότι στο χωριό υπήρχαν δύο τηλεοράσεις, δύο σπίτια είχανε τηλεοράσεις, ας πούμε, μέχρι —εμείς αποκτήσαμε το ‘88; Δεν θυμάμαι, τέλος πάντων—, αλλά μέχρι τότε υπήρχανε δύο τηλεοράσεις. Και επειδή πιάναμε ΕΡΤ1, ήτανε πάρα πολύ έντονη —και ΕΡΑ Σπορ στο ράδιο— ήταν πάρα πολύ έντονο το κομμάτι, η ενασχόληση με τον αθλητισμό. Και παρακολουθήσαμε, ας πούμε, πάρα πολύ το κομμάτι μπάσκετ. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, στο μπάσκετ, ας πούμε, μεσουρανούσε ο Άρης Θεσσαλονίκης με τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τα άλλα παιδιά και ήτανε πάρα πολύ έντονα τα στιγμιότυπα, που τα θυμάμαι μέχρι σήμερα, ότι μαζευόμαστε, ας πούμε, 40, 50, 60 άτομα από το χωριό σε μία αυλή ενός σπιτιού, ας πούμε, με μία πολύ μικρή τηλεόραση —ανάθεμα αν έβλεπαν οι πρώτοι 10, ας πούμε στη σειρά— εν πάση περιπτώσει, μαζευόμασταν, ιδίως τις Πέμπτες, ας πούμε, για να δούμε τον Άρη να παίζει στην Ευρώπη. Που και πάλι κι αυτό εμπεριείχε ένα κομμάτι ομερτά, που παρόλο που ήμασταν 60 άτομα, ήταν σε φάση: «Δεν θα πείτε ότι πήγαμε εκεί, να δούμε το ματς, ας πούμε, και στην ΕΡΤ1» και τέτοια, υπήρχε το κομμάτι της ομερτά. Το κλείνω αυτό. Οπότε, φιλάει το χώμα ο πατέρας μου, φεύγει. Τι γινόταν τότε; Πάρα πολλοί κάτοικοι από τη Θεσσαλία κυρίως, εν πάση περιπτώσει από μέρη που είχανε αγροτική οικονομία και τα λοιπά, ερχόταν στα σύνορα, για να πάρουνε εργάτες. Ειδικά όσους μιλούσαν ελληνικά, ας πούμε, όπως ήμασταν εμείς, τους προτιμούσανε βέβαια. Και παίρνανε, ας πούμε, τους εργάτες αυτούς και τους πηγαίνανε, ξέρω 'γω, στον τόπο, τους παρείχαν ένα κάτι, σαν σπίτι ή οτιδήποτε τέτοιο, και τους βάζανε να δουλέψουν στα χωράφια ή στην κτηνοτροφία. Έτσι έγινε και με τον πατέρα μου, πήγε και δούλεψε στον Δομοκό, στην Ξυνιάδα Δομοκού, δούλευε σε χωράφια. Αυτό το μαθαίναμε, βέβαια, απ' τα τηλεφωνήματα τα οποία ήτανε μία φορά την εβδομάδα —δεν θυμάμαι αν το είπα πριν— μία φορά την εβδομάδα για 5 λεπτά.

Α.Κ.:

Ωραία, μετά από 6 μήνες ανακοινώνεται, τέλος πάντων, ότι θα πάμε κι εμείς, εγώ, η μάνα μου και η αδερφή μου εν πάση περιπτώσει, ότι θα πάμε να βρούμε τον πατέρα μου στο πλαίσιο τώρα… Αν θυμάμαι καλά τα χαρτιά ήταν πιο εύκολα, γιατί είχε να κάνει με επανένωση οικογενειών κτλ., οπότε το να βγάλουμε εμείς χαρτιά, η υπόλοιπη οικογένεια νομίζω ήταν πιο εύκολη διαδικασία, δεν το θυμάμαι ακριβώς, αλλά νομίζω ήταν πιο εύκολη. Οπότε, με έναν τρόπο, ρε παιδί μου, έρχεται η στιγμή, ας πούμε, που φεύγουμε. Όλο αυτό, βέβαια, δεν ήταν μία ξαφνική διαδικασία, γιατί σιγά σιγά το σχολείο άρχισε ν' αδειάζει, η τάξη η δικιά μου, ένα ένα τα παιδιά φεύγανε, ας πούμε, ήδη απ' τις αρχές του ‘90, είχαμε φτάσει πια ‘91 τέλος πάντων. Ήδη είχε περάσει ένας χρόνος, όπου άρχισε και έφευγε ο κόσμος και π.χ. η τάξη μου που είχε 24 παιδιά, αν θυμάμαι καλά, είχαμε μείνει 12, ας πούμε. Εγώ ήμουνα τότε τετάρτη δημοτικού, τελείωνα την τετάρτη δημοτικού. Εν πάση περιπτώσει, μου ανακοινώνει η μάνα μου ότι όταν τελειώσουμε, ρε παιδί μου, τη σχολική χρονιά, θα φύγουμε, να πάμε να βρούμε τον πατέρα μου. Και πράγματι, μέσα Ιουνίου; 6 Ιουνίου; Ιούνιος ήτανε —κάπως μου έρχεται το 6 τώρα, αλλά μπορεί να ήταν και μέσα Ιουνίου—, περνάμε τα σύνορα, ας πούμε, όπου στην απέναντι πλευρά μας περιμένει ο πατέρας μου με το αφεντικό του, ας πούμε, που τέτοιο... και ένα βανάκι. Δεν ήμασταν μόνοι μας, νομίζω, ήτανε και κάποιοι άλλοι απ' το σόι μας, ας πούμε, που φεύγαμε όλοι μαζί την ίδια μέρα. Μπαίνουμε στο βανάκι και ξεκινάμε ένα ταξίδι. Εν πάση περιπτώσει, εγώ στην Αλβανία δεν είναι ότι είχα ταξιδέψει, ρε παιδί μου, πάρα πολύ μες στην ενδοχώρα. Δηλαδή, οι πιο μακρινές αποστάσεις που έχω πάει είναι τρεις ώρες, ας πούμε, με το λεωφορείο, για να πάμε στους αρραβώνες μιας θειάς, που ήτανε... παντρεύτηκε με έναν αλβανόφωνο κάπου στην Κουτσόβα —τη πόλη του Στάλιν, που τη λέγανε τότε— ή να πάω στην Αυλώνα, ας πούμε, που ήταν παραθαλάσσια χώρα κάμπινγκ, όταν ήμουνα 7. Τέλος πάντων είναι πολύ λίγα τα ταξίδια. Οπότε, η διαδικασία του ταξιδιού, ας πούμε, και μάλιστα σε δρόμους που ήτανε φαρδιοί και τα λοιπά ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Είχα μείνει λίγο χαζός με το κομμάτι ότι... επειδή ήτανε... είχε ήλιο εκείνη τη μέρα, τέλος πάντων, καθρεφτιζόταν ο δρόμος και η άσφαλτος, ρε παιδί μου. Οι δρόμοι σε μας δεν είχανε άσφαλτο, ήτανε τσιμεντοάσφαλτος, τέλος πάντων, καθρεφτιζότανε η άσφαλτος και νόμιζα ότι είναι λίμνη μπροστά, ας πούμε, ότι είναι κάτι σε ποτάμι, δεν καταλάβαινα τι γινότανε, έτσι λιμνάζοντα νερά, όχι λίμνη. Εν πάση περιπτώσει, οπότε φεύγουμε, ας πούμε, και μετά από αρκετές ώρες, απροσδιόριστες —δεν θυμάμαι πόσο κράτησε, εγώ νόμιζα ότι κράτησε ένας αιώνας, ας πούμε, το ταξίδι κάπου—, φτάνουμε εκεί, στην Ξυνιάδα Δομοκού. Εκεί μας περιμένει ένα γιαπί. Ήταν ένα σπίτι, δηλαδή, γιαπί κανονικό, δεν είχε πόρτες παράθυρα και όλα αυτά. Και εκεί μέναμε ας πούμε, ένα δωμάτιο εν πάση περιπτώσει, σ' αυτό το πράγμα. Και ήμουνα εγώ, η μάνα μου και η αδερφή μου στο ίδιο δωμάτιο, ξέρω 'γω. Παρεμπιπτόντως, το σπίτι στο χωριό, τα σπίτια στο χωριό ήταν μεγάλα, είχαν πολλά δωμάτια, μπλα, μπλα, μπλα, ήτανε σπίτια με άνεση, ρε παιδί μου. Εντάξει και επειδή και ο παππούς μου, σου έχω πει, ήταν τσοπάνος και τέτοια ήταν ψιλοαρχοντικά, ας πούμε, και τέτοια, ήτανε πλουσιόσπιτα. Τώρα ήταν καλοκαίρι, δεν είχε σχολείο εκεί, άκουγα τις συζητήσεις της μάνας μου με τον πατέρα μου. Πηγαίνανε στα χωράφια, πήγε και η μάνα μου κατευθείαν στα χωράφια δηλαδή, παρόλο που ήτανε καλομαθημένοι λογιστές, ας πούμε, μέχρι τότε, αναγκαστικά πήγαν να δουλέψουν στα χωράφια. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση, θυμάμαι, ότι το αφεντικό, ας πούμε, του πατέρα μου, ένας μεσήλικας, 45-50, φόραγε σορτσάκι, ας πούμε, και ότι: «Τι έκφυλα πράγματα είναι αυτά, που φοράνε οι μεσήλικες σορτσάκια και πόσο ασόβαροι άνθρωποι είναι αυτοί», ας πούμε. Θυμάμαι αυτή την αφήγηση. Εν πάση περίπτωσει, θυμάμαι να κουβεντιάζουν οι δικοί μου και να λένε ότι: «Εντάξει, πόσο θα κάτσουμε στο γιαπί, ξέρω 'γω, πρέπει να πάμε σε μία πόλη να μείνουμε». Αυτό ήταν ένα χωριό τώρα 40 κατοίκων, πολύ μικρό. Το οποίο άρχισε να παίρνει ζωή όντως, ρε παιδί μου, επειδή ερχόμασταν μετανάστες από την Αλβανία, ας πούμε, και άρχισε και γέμιζε με έναν τρόπο. Λοιπόν, εκεί άρχισα να μαθαίνω και τι σημαίνει μαγαζί, ας πούμε, γιατί στην πραγματικότητα μαγαζιά που είχαμε στο χωριό ήταν πάρα πολύ συγκεκριμένα: ήταν το κρεοπωλείο, ο φούρνος, το καφενείο και εκεί που παίρναμε πετρέλαιο, που ήταν αποθήκη στην ουσία, δεν ήταν μαγαζί, εν πάση περιπτώσει, και στηνόμασταν στις ουρές, ας πούμε, με το κουπόνι ο καθένας. Κάθε οικογένεια έπαιρνε, ρε παιδί μου, ξέρω 'γω, 1 κιλό κρέας για όλη την εβδομάδα. Δεν τα είπαμε αυτά, είδες; Εντάξει, εν πάση περιπτώσει. Οπότε, άρχισα να βλέπω τι σημαίνει μαγαζί, ξέρω 'γω. Είχε ένα ψιλικατζίδικο εκεί κτλ., περιοδικά, το ένα, τ' άλλο, πράγματα τελείως, ρε παιδί μου, ξένα, ας πούμε, καθότι δεν υπήρχαν... δεν υπήρχε εμπορευματική κάπως διαδικασία στο χωριό. Και συζητούσαν πλέον οι δικοί μου τι, πώς θα γίνει στο μέλλον. Εν πάση περιπτώσει, ο θείος ο Κώστας, που έφυγε πρώτος, είχε πάει στα Φάρσαλα Λαρίσης και δούλευε. Και μέσω του θείου του Κώστα βρήκε δουλειά ο πατέρας μου σε γεωτρύπανο, ας πούμε. Που τα γεωτρύπανα είναι... έχεις... τέλος πάντων τρυπούσαν όλο τον κάμπο το θεσσαλικό, για να ποτίζουνε τα χωράφια. Μια πάρα πολύ σκληρή δουλειά, έλειπε εικοσιτετράωρα και τα λοιπά. Εν πάση περιπτώσει, φεύγει κάνα μήνα ο πατέρας μου, πηγαίνει εκεί, στα Φάρσαλα, εμείς μέναμε στην Ξυνιάδα. Εντάξει, δεν είχαμε σχολείο ακόμα, οπότε δεν υπήρχαν και υποχρεώσεις για μένα. Η μάνα μου δούλευε στο χωράφι. Εν πάση περιπτώσει, μετά από κάνα δυο μήνες, μας λέει ο πατέρας μου ότι: «Θα ‘ρθείτε στα Φάρσαλα, βρήκα ένα σπίτι να μείνουμε». Εν πάση περιπτώσει, φεύγουμε. Τα Φάρσαλα είναι κοντά εκεί, στον Δομοκό, μιάμιση-δύο ώρες, ας πούμε, με τους τότε δρόμους. Φεύγουμε και πάμε και μένουμε έξω απ' την πόλη των Φαρσάλων, σ' ένα υπόγειο, ξέρω 'γω, υπόγεια γκαρσονιέρα, [00:30:00]ένα υπνοδωμάτιο, σαλόνι, τουαλέτα, αυτό, that’s it. Όπου αυτό το σπίτι τον επόμενο χρόνο μετατράπηκε σε κέντρο διερχομένων. Αυτές οι εικόνες που μπορεί να έχει δει κανείς τώρα, ας πούμε, τους μετανάστες από την Ασία ή οτιδήποτε και τα λοιπά, ήταν οι ίδιες εικόνες τότες. Δηλαδή, τι; Ήρθε η θεία μου, ο θείος μου, τα ξαδέρφια και αυτά και εν πάση περιπτώσει η γκαρσονιέρα ήτανε ένα ατέλειωτο στρώμα κάτω. Και για να πας, ξέρω 'γω, να περπατήσεις, πηδούσες πάνω στα στρώματα, για να πας στην τουαλέτα. Μέναμε —δεν ξέρω— 10 άτομα, 8-10; Ξαδέρφια, σόγια και τα λοιπά. Εκεί μείναμε κάνα χρόνο. Όπου εκεί πλέον, ρε παιδί μου, αρχίζει και αλλάζει η ζωή κάπως, γιατί πλέον, έστω και μικρή, ήτανε μία πόλη, ας πούμε, οπότε η ενασχόληση μέσα στην καθημερινότητα, η διάδραση μέσα στην καθημερινότητα ήτανε με παιδιά, ρε παιδί μου, της ηλικίας μου ή οτιδήποτε, που ήταν στη γειτονιά, ήταν με ποδήλατα. Χαζεύαμε εμείς, ας πούμε, που είχαν ποδήλατα ότι: «Ω! Τι είναι αυτό!» και τέτοια, εν πάση περιπτώσει, και αρχίσαμε να διαδράμε μαζί τους, να μαθαίνουμε και εμείς ποδήλατο. Μας το δίνανε καμιά φορά, αν και μας κοροϊδεύαν στο κομμάτι: «Ε, Αλβανέ!» και τέτοια. Εν πάση περιπτώσει, ήταν μεγάλο πλεονέκτημα ότι εμείς ξέραμε τη γλώσσα. Οπότε, το στοιχείο της επικοινωνίας ήταν απείρως πιο εύκολο, ας πούμε, απ' τους συνομήλικούς μου, και όχι μόνο, που ήταν Αλβανοί, δεν ξέραν τη γλώσσα. Οι άνθρωποι αυτοί ταλαιπωρήθηκαν πολύ περισσότερο απ' ό,τι ταλαιπωρηθήκαμε εμείς.  Οπότε υπάρχει ένα κομμάτι, ρε παιδί, μου που πλέον... εγκατάσταση στην πόλη, ας το πούμε έτσι, το οποίο η πρώτη φορά βιώνεις το συναίσθημα του ξένου. Είσαι σ' έναν ξένο τόπο, όπου σε βλέπουν σαν ξένο, ας πούμε. Και ήταν η πρώτη φορά που βίωσα αυτό το συναίσθημα. Εντάξει, υπήρχε κόσμος ο οποίος το εκδήλωνε με χυδαίο τρόπο, υπήρχε κόσμος που το εκδήλωνε με το βλέμμα, υπήρχε κόσμος που δεν το εκδήλωνε καθόλου και υπήρχε και κόσμος ο οποίος ήτανε πάρα πολύ δεκτικός, όσον αφορά το κομμάτι το μεταναστευτικό. Οπότε, η πρώτη διαδικασία που μπαίνουμε σε αυτή την κατάσταση είναι… καταρχήν αυτό που θυμάμαι πάρα πολύ έντονα είναι ότι πολυκοσμία μες στο σπίτι, ότι πραγματικά να μην βρίσκεις ούτε εκατοστό, ας πούμε, να απλώσεις στο πόδι, όταν κοιμάσαι και ένα ατελείωτο ροχαλητό τα βράδια, όταν κοιμόμασταν όλοι μαζί. Έλεγα, λοιπόν, ότι απ' το στόμα του ενός στο στόμα του άλλου, ας πούμε, κάπου στα Φάρσαλα δημιουργήθηκε μία μικροκοινότητα από το σόι μου ή από άλλους χωριανούς και τα λοιπά, οι οποίοι ως επί το πλείστον δουλεύανε εργάτες στα χωράφια.

Α.Κ.:

Οπότε, εγώ εκεί πήγα αρχές Αυγούστου, εν πάση περιπτώσει φτάνει ο Σεπτέμβρης, οπότε εγγράφομαι στο 1ο Δημοτικό. Πήγαινα πέμπτη δημοτικού. Το γεγονός ότι η μαθησιακή, η εκπαιδευτική διαδικασία στην Αλβανία ήταν αρκετά προχωρημένη, ας πούμε, όπως έλεγα πριν, και το γεγονός ότι μίλαγα τη γλώσσα, ας πούμε, με καθιστούσε έναν καλό μαθητή. Οπότε, στο κομμάτι το μαθησιακό, δεν είχα καθόλου ζητήματα, προβλήματα και τέτοια. Τώρα στο κομμάτι της διάδρασης με τα υπόλοιπα παιδιά, υπήρχε μία διαδικασία, ας πούμε, που ένιωθα ότι πρέπει να καταβάλλω προσπάθεια, για να κάνω παρέα ή να ενσωματωθώ ή οτιδήποτε, ωστόσο γενικά, επειδή ήμουνα λίγο τσαούσης σαν χαρακτήρας, ούτε εκεί αντιμετώπισα κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Και όταν έπαιζε, ας πούμε, κάποια χυδαία ατάκα τύπου: «Κωλοαλβανέ» και τα λοιπά, υπήρχε αντιπαράθεση. Εννοώ αντιδρούσα, δεν το άφηνα να πέσει κάτω. Οπότε, στην έκτη πια δημοτικού —πώς το λένε;— στην ουσία όλος αυτός ο χρόνος, ρε παιδί μου, ο πρώτος χρόνος στην πόλη, κύλησε με βασικό άξονα, ας πούμε, το σχολείο και την ενσωμάτωση μέσα σε αυτό το κομμάτι, την επικοινωνία με τα υπόλοιπα παιδιά. Κάπου εκεί, μετά από έναν χρόνο περίπου πια, μετακομίσαμε. Πήραμε ένα καλύτερο σπίτι, γιατί πια ο πατέρας μου δούλευε στις γεωτρήσεις, έλειπε ολόκληρες μέρες, ας πούμε. Να πω ότι την πρώτη φορά που πήγαμε, την πρώτη μέρα που πήγαμε, εγώ η αδερφή μου και η μάνα μου, πριν έρθει το σόι, ας πούμε, και πλημμυρίσει η υπόγα με κόσμο, ο πατέρας μου έλειπε για τρεις συνεχόμενες μέρες. Όπου στην πραγματικότητα είχαμε αυτό το τριήμερο... δεν ξέραμε πόσο θα λείπει, είπε ότι: «Φεύγω για δουλειά και θα λείψω, δεν ξέρω πόσο θα λείψω». Και εν πάση περιπτώσει, αυτό που είχαμε πίσω ρε παιδί μου —χρήματα δεν είχαμε καθόλου— αυτό που είχαμε πίσω ήταν 1-2 καρβέλια ψωμί, ας πούμε, και ένα τεράστιο λουκάνικο. Δεν ξέρω πού το είχανε βρει. Και εν πάση περιπτώσει τρεις μέρες τρώγαμε αυτό το πράγμα. Δεν ξέρω η έρμη η μάνα μου πώς τα κατάφερνε. Εμείς εντάξει, εγώ και η αδερφή μου εννοώ, δεν είναι ότι μας έκαιγε κιόλας να φάμε, πιο πολύ μας έκαιγε να βγούμε έξω να παίξουμε και τέτοια. Η έρμη η μάνα μου δεν ξέρω πώς κατάφερε και επιβίωσε. Επιβιώσαμε, ας πούμε, ήρθε μετά από μέρες ο πατέρας μου και έφερε τρόφιμα εν πάση περιπτώσει. Λοιπόν, επανέρχομαι. Μετακομίζουμε, λοιπόν, μετά από ένα χρόνο πια και μένω εγώ, η μάνα μου, η αδερφή μου, ο πατέρας μου, η αδερφή του πατέρα μου, η αδερφή της μάνας μου, αυτοί, 7 άτομα. Αλλά εν πάση περιπτώσει, ήμασταν λιγότερα, ρε παιδί μου, από τα 10-12 που μέναμε στην υπόγα και πλέον μέναμε σ' ένα δυαράκι, ας πούμε, και μάλιστα σε όροφο, δεύτερο όροφο. Οπότε, έτσι καταφέραμε ένα κομμάτι ταξικής ανέλιξης με έναν τρόπο, γιατί δούλευε πλέον και η μάνα μου, όπου από το γραφείο της, ας πούμε, το λογιστικό κοιμόταν τη μισή μέρα με τις φίλες της —γιατί δουλεύανε στον δήμο, ξέρω 'γω, στην Αλβανία και όταν τις επισκεπτόμουν τις έβλεπα να κοιμούνται, τόσο παραγωγικές ήταν—, εν πάση περιπτώσει, πλέον καθάριζε τουαλέτες, αυτή ήτανε… καθάριζε σπίτια, το τουαλέτες το λέω… φυσικά και τις τουαλέτες, αλλά καθάριζε σπίτια και μαγαζιά. Ειδικά το Σαββατοκύριακο, ας πούμε, πήγαινα κι εγώ και τη βοηθούσα, ας πούμε, και καθαρίζαμε μαζί κυρίως μαγαζιά, που ήταν και το αγαπημένο μου, γιατί ήτανε ένα μπαρ, ας πούμε, θυμάμαι, club, ξέρω 'γω, και έβρισκα και ψιλά, ξέρω 'γω, που είχανε πέσει απ' τον κόσμο, τα 'παιρνα και αγόραζα Μπλεκ, το περιοδικό, πάρα πολύ ωραίο και Μικρό Ήρωα, τον Γιώργο Θαλάσση. Λοιπόν, οπότε μ' έναν τρόπο αυτή ήταν η διαδικασία: καθημερινότητα σχολείο, Σαββατοκύριακα με τη μάνα μου, συνεστιάσεις με το σόι που είχε μαζευτεί πλέον στα Φάρσαλα και ήμασταν αρκετοί. Εντάξει, οι γονείς μου δεν ξέρανε τι πήγαινε να πει η ταβέρνα, ας πούμε, δεν βγαίνανε ποτέ έξω. Οι συνεστιάσεις ήταν σε σπίτια αποκλειστικά.

Κ.Χ.:

Εσύ αυτή τη νέα πραγματικότητα ως παιδάκι πώς την βίωνες; Σου έλειπε το χωριό;

Α.Κ.:

Λοιπόν, μία διαδικασία ήτανε, επειδή όλα αυτά τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν με μεγάλη ταχύτητα στο μυαλό το δικό μου, ρε παιδί μου, ότι υπήρξε μία ριζική αλλαγή, την οποία επειδή ήμουνα και μικρός, δεν καταλάβαινα ότι θα έρθει, ας πούμε. Οπότε, όλη αυτή η αλλαγή ήτανε με φοβερές ταχύτητες, απ' το ένα μέρος στο άλλο με κόσμο πολύ και μία διαδικασία μετάλλαξης, ρε παιδί μου, η οποία στην ουσία δεν γίνεται αντιληπτή, ξέρω 'γω. Και ηλικιακά δεν μπορούσα να κάτσω να το σκεφτώ τι σημαίνει αυτό για μένα, αλλά κυρίως, γιατί η ταχύτητα ήταν τόσο μεγάλη, ας πούμε, και τα προβλήματα που είχες να αντιμετωπίσεις στην καθημερινότητα, ξέρω 'γω και... Αυτό το καταλάβαινα μέσα από τις συζητήσεις των δικών μου, όχι ότι είχα εγώ τη συνείδησή του οικονομικού προβλήματος, ας το πούμε έτσι, αλλά καταλάβαινα ότι: «Αχ, έχουμε τώρα να πάρουμε ψωμί; Έχουμε να πάρουμε γάλα; Έχουμε να πάρουμε παπούτσια, ας πούμε, για τον Αχιλλέα και για την Έλλη; Αχ, του χρόνου η Έλλη θα πάει σχολείο, έχουμε να πάρουμε βιβλία;». Όλο αυτό το κομμάτι, ρε παιδί μου, ότι υπήρχε μία διαρκής αγωνία μέσα στην καθημερινότητα η οποία στην πραγματικότητα δεν σε άφηνε να σκεφτείς. Ωστόσο, επειδή, όπως είπα ήμουνα κοινωνικός και όλα αυτά, η διάδραση με τα υπόλοιπα παιδιά και η καθημερινή, ας πούμε, διαδικασία παιχνιδιού, δραστηριοτήτων και τα λοιπά ήταν διαρκής, δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Εννοώ ότι δεν ένιωθα κάποια νοσταλγία, ας πούμε, για αυτό που είχε μείνει πίσω. Περισσότερο το έβλεπα ως μία πρόκληση, ας πούμε, μέσα στην καθημερινότητα, ότι: «Α, να κοινωνικοποιηθώ, να κάνω παρέες, να κάνουμε παιχνίδια, μπάλες, μπάσκετ, να είμαι καλός στο μπάσκετ», ας πούμε και τα λοιπά, παρά ως κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Βέβαια, ξαναλέω, μέσα από τις αφηγήσεις των δικών μου ή στα σόγια στις συνεστιάσεις καταλάβαινες ότι τα προβλήματα είναι μεγάλα, ας πούμε, και ότι πάλευαν οι μεγαλύτεροι, οι δικοί μου, ας πούμε, με την καθημερινότητά τους. Οπότε, κάπως έτσι. Φτάνουμε πλέον.... περνάει η πρώτη χρονιά. Στη δεύτερη, είναι ένα σημείο έντονο, ας πούμε, που θέλω να το αναφέρω, είναι ότι επειδή έβγαλα τους καλύτερους βαθμούς, τέλος πάντων, ήμουνα σημαιοφόρος. Η δε διευθύντρια στο σχολείο μου ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ήτανε πάρα πολύ δεκτικοί απέναντι στο κομμάτι το μεταναστευτικό και τα λοιπά, ήταν μία καλή γυναίκα εν πάση περιπτώσει. Και τότε υπήρξαν αντιδράσεις, ας πούμε, από τους γονείς. Ότι: «Ο Αλβανός τη σημαία;», το κλασικό που το είδαμε μετά και με το παιδί —ξεχνάω το όνομά του, πώς το λένε, το...—, λοιπόν, που έγινε, εννοώ, πανελλήνιο τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, αντιδράσαν οι γονείς, στο σχολείο η δασκάλα αυτή το απορροφούσε αυτό το πράγμα, δεν το άφηνε να το μάθω. Ωστόσο, εγώ το έμαθα από συγγενείς που κάνανε παρέα με διάφορους άλλους γονείς παιδιών από το σχολείο και τα λοιπά και έφτασε στα αυτιά μου εν πάση περιπτώσει, ότι: «Δεν θέλουνε να είσαι σημαιοφόρος, ας πούμε, γιατί είσαι από την Αλβανία» και τα λοιπά. Εν πάση περιπτώσει, ούτε αυτό με πτόησε, αλλά εκεί πια έγινε έντονο, ρε παιδί μου, ακόμα πιο έντονο, το συναίσθημα ότι είμαστε ξένοι σε ξένο τόπο. Και ότι αυτό, ας πούμε, με έναν τρόπο δεν είναι ότι αλλάζει, επειδή κάνεις παρέες ή οτιδήποτε, μάλλον θα είσαι πάντα ξένος σε ξένο τόπο, ας πούμε, κάπως έτσι. Εν πάση περιπτώσει, έγινε η παρέλαση πάρα πολύ ωραία[00:40:00]. Αλλά αυτό ήταν ένα όντως, ρε παιδί μου, ένα περιστατικό που κάπως το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Λοιπόν, μετά πάω στο γυμνάσιο. Στο γυμνάσιο έγινα ακόμα πιο άτακτος, ας πούμε, νομίζω. Άρχισα και έμπαινα στην εφηβεία, εν πάση περιπτώσει, και ήμουνα καπετάν φασαρίας, όπως είχε πει η δασκάλα στη μάνα μου, όταν πήγε να πάρει τους βαθμούς. Σκανδαλιές, αυτά, βάφαμε τα αυτοκίνητα των καθηγητών, κάναμε ό,τι μαλακία μας κατέβαινε. Εκεί είχα και μία προστριβή, ας πούμε, το θυμάμαι και αυτό πάρα πολύ έντονα, γιατί ήτανε τα μακεδονικά τότε. Λοιπόν οπότε, ήταν ένα παιδί στο σχολείο, μεγαλύτερο δύο τάξεις από μένα, ο όποιος λέγανε: «Α, ο χρυσαυγίτης του σχολείου», εν πάση περιπτώσει, με τον οποίο αρπάχτηκα μία μέρα, γιατί αυτός βασικά με άρπαξε, ρε παιδί μου, ότι: «Α, κωλοαλβανέ» και τέτοια και με έπιασε από το λαιμό. Τον χτύπησα, με χτύπησε, δεν θυμάμαι ποιος κέρδισε, αυτός μάλλον, ήταν μεγαλύτερος, εν πάση περιπτώσει. Αλλά θυμάμαι μία προστριβή τέτοια που είχε να κάνει αμιγώς πρώτη φορά με το κομμάτι της ρατσιστικής εκδήλωσης, ξέρω 'γω, των πραγμάτων μέσα από τη φυσική βία, ας το πούμε έτσι. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ότι εγώ δεν απαντούσα σ' αυτά. Απάντησα, εννοώ και σ' αυτόν απάντησα. Ωστόσο, ρε παιδί μου, κάποια περιστατικά στο σχολείο, ας πούμε, και με καθηγητές και τέτοια… Και αυτό, άλλα και άλλα περιστατικά με καθηγητές. Δηλαδή, ένας καθηγητής με είχε πει: «Κωλοαλβανέ», ας πούμε, και τον είχα κλωτσήσει. Εν πάση περιπτώσει, κάπως υπήρξαν παράπονα στη μάνα μου, ξέρω 'γω, ότι: «Είναι πάρα πολύ οξύθυμος» και τα λοιπά. Και αλλάξαμε σχολείο, πήγα σε άλλο γυμνάσιο. Εκεί έκανα την τρίτη γυμνασίου. Εκεί... αυτό ήτανε πιο προλεταριακό σχολείο, δηλαδή είχε παιδιά από την εργατική τάξη. Το προηγούμενο που ήμουνα, το... ναι, είχε έτσι παιδιά πιο… από εύρωστες οικογένειες, από πλούσιες οικογένειες. Το άλλο που πήγαινα εγώ μετά, το 2ο Γυμνάσιο, ήτανε παιδιά λαϊκών οικογενειών, πιο προλεταριακές. Και μου ήτανε πολύ πιο εύκολη και η επικοινωνία και ταυτιζόταν έτσι και η καθημερινότητά μας με τα παιδιά, οι κουβέντες ήταν πιο… τακιμιάζαν πιο πολύ, ας πούμε. Και εκεί με τους καθηγητές είχα ζήτημα, όχι τόσο μεγάλο βέβαια. Μία καθηγήτρια, η οποία... πάρα πολύ συμπαθητική εν πάση περιπτώσει, την οποία τη συμπαθούσα, έχει γίνει το εξής περιστατικό: κάποιος φέρνει γλυκά στην τάξη, κάποιος γιόρταζε, φέρνει γλυκά στην τάξη και παίρνω το χαρτάκι, εν πάση περιπτώσει, και επειδή είχαμε ένα μπαλκονάκι στην τάξη, τέτοιο, πέταξα το χαρτί στο μπαλκόνι. Και μου κάνει: «Γιατί το πετάς έξω;». Λέω: «Α, συγγνώμη». «Ναι, ναι —μου λέει—συγγνώμη. Ξέχασα —μου λέει— είσαι και από αμόρφωτη χώρα». Μάλιστα! Εκεί αναποδογυρίζω θρανία, της πετάω το στιλό, ξέρω 'γω, όλο αυτό το consept. Δεν ξαναπήγα στο μάθημά της, αυτή, όμως, επειδή μάλλον ένιωθε και τύψεις, ας πούμε, συνέχιζε μου έβαζε 19-20, ξέρω 'γω. Πάντως εγώ ξαναπήγα στο τέλος της χρονιάς στα... θρησκευτικά έκανε, δεν θυμάμαι τι έκανε. Κάτι έτσι θεωρητικό, κάποιο θεωρητικό μάθημα, εν πάση περιπτώσει. Ο αθλητισμός ήταν φουλ μέσα στη ζωή, έπαιζα μπάσκετ, πήγαινα στις ομάδες, ας πούμε, και τα λοιπά. Και εκεί υπήρχε το κομμάτι ότι δεν με προωθούσαν, ρε παιδί μου, ξέρω 'γω, στις ομάδες, ενώ ήμουνα καλός. Δεν περιαυτολογώ, αλλά δεν με προωθούσαν. Τέλος πάντων, με προωθήσανε σε κάποια φάση, με πήγαν στο εφηβικό αντί για το παιδικό. Εκεί έσπασα το χέρι και τελείωσε άδοξα η φοβερή αυτή η καριέρα. Λοιπόν, εκεί κάπου αποφασίζει ο πατέρας μου —ήταν έντονες οι συζητήσεις— ότι ήθελε να αγοράσει ο ίδιος πλέον ένα γεωτρύπανο, για να το πάει στην Αλβανία —γιατί η Αλβανία δεν είχε γεωτρύπανα και ήτανε μία αγορά που πλέον έμπαινε σε καπιταλιστικούς ρυθμούς, ρε παιδί μου— και ότι ήθελε να το κάνει αυτό, το άκουγα από τις συζητήσεις, ας πούμε έτσι. Οπότε, όντως το αγόρασε μαζί με τον συνέταιρό του, με έναν άλλο κύριο εκεί, και αποφασίζουν να φύγουνε, να πάνε πίσω στην Αλβανία. Δεν ξέρω αν φίλησε το χώμα το αλβανικό, όταν ξαναπήγε πίσω ο πατέρας μου, εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω. Οπότε, αναγκαζόμαστε κι εμείς ξανά να μετακομίσουμε και φεύγουμε από τα Φάρσαλα και πηγαίνουμε στα Γιάννενα, για να είμαι εγώ με την αδερφή μου στο σχολείο, να πηγαίνουμε σχολείο, ελληνικό σχολείο και να είμαστε ταυτόχρονα και κοντά στο χωριό, να πηγαίνει η μάνα μου τα σαββατοκύριακα, ας πούμε, να φροντίζει τον πατέρα μου στην πραγματικότητα, ο οποίος είχε ξαναπάει στο χωριό και έμενε εκεί.  Οπότε, ξανά νέο περιβάλλον. Πλέον, όμως, είχα συνηθίσει με έναν τρόπο, ας πούμε, δεν μου φαινόταν κάτι ξένο, ρε παιδί μου. Εντάξει, ok, πλέον καταλάβαινα και όλο το κομμάτι του οικονομικού, όλη αυτή τη διαδικασία. Φύγαμε εκεί, μετακομίσαμε. Και στην ουσία από κει και πέρα το κομμάτι της εφηβικής ζωής. Μένω με τη μάνα μου, την αδερφή μου και την αδερφή του πατέρα μου, που είναι κοντά στην ηλικία μου, είναι τρία χρόνια μεγαλύτερη τέλος πάντων, που την είχαμε πλέον σαν ψυχοκόρη, γιατί είχε πεθάνει η μάνα της και ο πατέρας μου, ως μεγαλύτερος αδερφός, την είχε αναλάβει. Οπότε, όλα αυτά τα χρόνια που περιγράφω είναι και με τη Λιάνα δίπλα. Οπότε, είναι σαν δεύτερη αδερφή στην πραγματικότητα. Και μετακομίζουμε εκεί, οπότε στην ουσία τα εφηβικά μου χρόνια είναι ότι μεγαλώνω με γυναίκες, τρεις γυναίκες μες στο σπίτι: την αδερφή μου, τη μάνα μου και τη Λιάνα και τη θεία μου. Και πλέον, είναι το κομμάτι του σχολείου, ρε παιδί μου... Γρήγορα κάνω παρέες, εννοώ συναντιέμαι με κόσμο και τα λοιπά, αρχίζουμε βγαίνουμε, πάμε γήπεδο μαζί, μπάσκετ, τα γνωστά, αυτά. Πάρα πολύ ωραία. Και η μάνα μου πηγαινοέρχεται στο χωριό, οπότε στην πραγματικότητα έχω μία αυτονομία, ας πούμε, να κάνω πλέον ό,τι χαζαμάρα μου έρχεται στο κεφάλι: να αρχίσω το κάπνισμα, να πίνω μπύρες, ας πούμε, και τα λοιπά, γιατί πλέον δεν είχα, ρε παιδί μου… ήταν στιγμές που δεν είχα τον κέρβερο πάνω απ' το κεφάλι μου. Γιατί οι γονείς μου ήταν αρκετά αυστηροί, ας πούμε, ειδικά σε ό,τι είχε να κάνει με το κομμάτι σχολείο, μάθηση και τα λοιπά, ήτανε προσηλωμένοι στο στόχο, ας πούμε, ότι: «Τα παιδιά μας να σπουδάσουν, ας πούμε, για να μην καθαρίζουν και αυτά τουαλέτες». Λοιπόν, εντάξει, εκεί είναι πλέον εφηβική ζωή, ρε παιδί μου. Εννοώ ότι ξεκινάνε τα κομμάτια του φλερτ, ας πούμε, το ερωτικό, η μουσική να μπαίνει στη ζωή, ξέρω 'γω, σιγά σιγά και δειλά δειλά. Σπυριάρικα ήμασταν, βέβαια, ποιο φλερτ, ας πούμε;

Α.Κ.:

Εν πάση περιπτώσει, και γίνεται το εξής περιστατικό: είναι το 1997, ας πούμε, πλέον είμαι δευτέρα λυκείου, είμαι στα Γιάννενα ήδη δύο χρόνια, πρώτη λυκείου και δευτέρα Λυκείου, και το 1997 ξεσπά το ζήτημα με τις πυραμίδες στην Αλβανία. Να το περιγράψω; Λοιπόν, οπότε τι ήταν στην πραγματικότητα; Είχανε σκεφτεί ένα πάρα πολύ ωραίο κόλπο και λέγανε ότι: «Φέρτε τις καταθέσεις σας και σας δίνουμε επιτόκιο 60%», ας πούμε. Οπότε, βάζεις μία δραχμή, ας πούμε, στην τράπεζα; Σ' έναν μήνα παίρνεις 16 δραχμές. Πάρα πολύ ωραίο κόλπο. Πήγε ο κόσμος, ό,τι είχε μαζέψει αυτά τα χρόνια, ας πούμε, ο έρημος, άλλοι πούλησαν σπίτια, άλλοι τέτοιο, ό,τι λεφτά είχανε μαζέψει στην Ελλάδα με σκληρή δουλειά και τα λοιπά... Πάρα πολύς κόσμος τσίμπησε από αυτή τη μαλακία, ας πούμε, γιατί το πουλήσαν και καλά, δηλαδή κόσμος άρχισε τους πρώτους μήνες όντως να παίρνει λεφτά πίσω μ' αυτά τα επιτόκια, λοιπόν, και πήγε και έριξε τα λεφτά στις τράπεζες. Φυσικό και επόμενο, μετά από ένα εξάμηνο γίνεται κραχ, σκάει η φούσκα. Κάτι ανάλογο που έγινε εδώ με το χρηματιστήριο του ‘99, εν πάση περιπτώσει, αλλά σε πολύ πιο υπερθετικό βαθμό. Οι δικοί μου το συζητούσαμε —πλέον κάπως είχα κι εγώ άποψη πάνω στα πράγματα, ρε παιδί μου— και ευτυχώς δεν πέσαν σ' αυτή την παγίδα. Βάλαν ένα μικροποσό, αμελητέο, δηλαδή ανάξιο αναφοράς, εν πάση περιπτώσει. Ωστόσο το ‘97, επειδή έγινε αυτό, ξεσπάει στην πραγματικότητα ένας μίνι εμφύλιος στην Αλβανία. Όπου ανοίγουν οι οπλαποθήκες, ο κόσμος ξεσηκώνεται, ας πούμε, παίρνει τα όπλα διαμαρτυρόμενος για αυτή την κατάσταση, απελευθερώνει τον σοσιαλιστή πρώην πρόεδρο, που ήτανε στη φυλακή, ας πούμε... πώς τον λέγανε;

Κ.Χ.:

Χότζα;

Α.Κ.:

Όχι ρε, ποιος... Ο Χότζα είχε πεθάνει το ‘85. Ο... κόλλησα. Τέλος πάντων και μπαίνει πρόεδρος στη θέση του Μπερίσα, ας πούμε, ο οποίος Μπερίσα καθίσταται έκπτωτος, ξέρω 'γω, και θεωρήθηκε υπαίτιος, γιατί προωθούσε, προμόταρε να ρίξει ο κόσμος τα λεφτά του. Εν πάση περιπτώσει, ο πατέρας μου δύο χρόνια που ήταν στην Αλβανία με τον γεωτρύπανο ήταν μονοπώλιο, όποτε οικονομικά έχει κερδίσει αρκετά χρήματα. Έφτιαξε το σπίτι στο χωριό, ας πούμε, το 'φτιαξε, ξέρω 'γω, καλύτερο και είχαμε μία οικονομική άνεση, εν πάση περιπτώσει, πλέον. Ωστόσο, το κραχ του ‘97, στην ουσία, τον καθιστά χωρίς δουλειά, γιατί υπήρχανε πάρα πολλές λεηλασίες κτλ., ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο να ταξιδεύεις, ρε παιδί μου, από τη μία πόλη στην άλλη και μένα η δουλειά του πατέρα μου απαιτούσε ταξίδια, για να πηγαίνει να τρυπάει, ας πούμε. Οπότε, στην πραγματικότητα πήγε, έκρυψε τα μηχανήματα σ' ένα βουνό, ας πούμε, να μην τα λεηλατήσουνε και ξαναήρθε στα Γιάννενα. Οπότε, για να εξάμηνο ήρθε στα Γιάννενα και μέναμε όλοι μαζί. Δούλεψε, σε κάποιο εργοστάσιο δούλεψε εν πάση περιπτώσει. Οπότε, για ένα εξάμηνο ήταν πάρα πολύ χάλια τα πράγματα, γιατί βαριόμουνα που ήταν ο πατέρας μου σπίτι και πλέον είχα κέρβερο πάνω απ' το κεφάλι μου. Εκείνη την περίοδο εκτυλίχθηκαν τραγικές ιστορίες, ξέρω 'γω. Ερχότανε σπίτι κόσμος, ρε παιδί μου. Είχε έρθει ένας ξάδερφός μου, ο έρημος, ο οποίος είδε να σκοτώνει τη θεία του ένα εξάχρονο αγόρι. Περνούσαν στον δρόμο, ήταν το εξάχρονο, έπαιζε με το όπλο, τη σημαδεύει, πυροβολεί, τη σκοτώνει και αυτός ήτανε δίπλα. Οπότε, αυτό το παιδί το στείλανε οι γονείς του σ' εμάς, στην Ελλάδα, ας πούμε, με έναν τρόπο να ξεχάσει κάπως τα ζητήματα. Ήταν και στην ηλικία μου, κάναμε πάρα πολύ παρέα. Και, εν πάση περιπτώσει, ερχόταν κόσμος, ας πούμε. Όλες οι αφηγήσεις εκείνη την περίοδο, για ένα[00:50:00] εξάμηνο τουλάχιστον, είχαν να κάνουν με την εξέγερση στην Αλβανία το 1997. Μέσα σ' αυτό το διάστημα πήγα κι εγώ δύο φορές στο χωριό, όπου πλέον τα πράγματα ήταν αγνώριστα, ας πούμε, γιατί έβλεπες συμμορίες στον δρόμο, ρε παιδί μου, να σταματάνε αυτοκίνητα. Για να πάω στο χωριό μου, που είναι από τα σύνορα είναι 5 χιλιόμετρα, μας σταματήσανε δύο φορές κάτι τύποι, που δεν ξέρω, δεν ήταν ούτε μπάτσοι ούτε τίποτα. Ήταν κάτι τύποι με μαλλιά, καλάσνικοφ και τέτοια. Ότι: «Ποιοι είστε, πού πάτε;» και τέτοια. Εν πάση περιπτώσει, στο χωριό, όπως και κάθε χωριό τότε, στην ουσία ο κόσμος που είχε μείνει αναγκαζόταν να το περιφρουρεί ένοπλα, με σκοπιές, δηλαδή στις παρυφές του χωριού, ρε παιδί μου, και από κει που ανεβαίνει ο δρόμος, ας πούμε, στις παρυφές στηνόντουσαν μπλόκα. Και υπήρχε κόσμος ας πούμε που τα βράδια —κυρίως νεολαίοι βέβαια, έτσι;— που τα βράδια περιφρουρούσαν το χώρο, γιατί γινόταν λεηλασίες πάρα πολλές. Οπότε, πήγα ένα Πάσχα εκεί, πάρα πολύ ωραίες εμπειρίες, ρίχναμε χειροβομβίδες, ρίχναμε με τα καλάσνικοφ, πάρα πολύ ωραία. Μάθαμε να παίζουμε, ας πούμε, και πραγματικά ήμασταν πάρα πολύ μικρά παιδιά, για να παίζουμε μ' αυτά τα πράγματα, αλλά ήταν πλέον, ρε παιδί μου, μία καθημερινότητα το κομμάτι του όπλου. Και πήγα και το καλοκαίρι. Πήγα Πάσχα και καλοκαίρι, οπότε το βίωσα αυτό το πράγμα. Δεν ήμουνα κάτοικος εκεί, αλλά το βίωσα, γιατί το καλοκαίρι ειδικά κάθισα ενάμιση μήνα, κάτι τέτοιο. Οπότε, κάπως τελειώνει αυτή, επιστρέφει η ομαλότητα κι όλα αυτά, επιστρέφει και ο πατέρας μου στο χωριό, συνεχίζει να δουλεύει. Και πλέον είμαι τρίτη λυκείου, ας πούμε, και μεγάλο κομμάτι των εμπειριών, ρε παιδί μου, το οποίο με ακολούθησε και στα υπόλοιπα χρόνια, ήταν το κομμάτι των καταλήψεων για τα εκπαιδευτικά, για τη μεταρρύθμιση του Αρσένη, νόμος Αρσένη. Όπου καταλάβαμε το σχολείο, χειμώνας του ‘98. Ήμασταν από τις μεγαλύτερες καταλήψεις στην Ελλάδα, νομίζω, 2,5 μήνες. Το κομμάτι της κοινωνικοποίησης και της πολιτικοποίησης άρχισε σιγά σιγά να είναι —της πολιτικοποίησης— να είναι πολύ έντονο, ρε παιδί μου. Αρχίσαμε να συζητάμε κανονικά πολιτικά. Σ' αυτό έπαιξε ρόλο, βέβαια, και ότι ερχόταν και κάποιοι φοιτητές, ας πούμε, αριστεροί, κνίτες και τα λοιπά. Οπότε, υπήρχε διάδραση, ρε παιδί μου, και τα λοιπά, υπήρχε μία αναστάτωση σε όλη τη χώρα, βέβαια, οπότε υπήρχε πάρα πολύ έντονα το κομμάτι της πολιτικοποίησης πλέον. Για μένα ήταν ένα φοβερό γεγονός, γιατί η κατάληψη σου παρείχε, ρε παιδί μου, και ένα κομμάτι κοινότητας, ας πούμε. Το οποίο το περιφρουρούσαμε κιόλας, γιατί δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Δηλαδή, ερχότανε πασόκοι —γιατί ήταν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία τότε—, γονείς πασόκοι και προσπαθούσαν να σπάσουν την κατάληψη. Τα βράδια κάναμε αταξίες, ας πούμε, απαλλοτριώναμε γάλατα και τα λοιπά, μπύρες και τα λοιπά και προσπαθούσαμε έτσι να φτιάξουμε την καθημερινότητά μας. Κοιμόμασταν μες στο σχολείο αρκετά παιδιά, πάνω από 15, ας πούμε. Και αναπτύχθηκαν πάρα πολύ έντονοι δεσμοί. Και είναι χαρακτηριστικό ότι την παρέα απ' την κατάληψη, ας πούμε, παρόλο που έφυγα από τα Γιάννενα και είχα 20 χρόνια να έχω καθημερινότητα μ' αυτά τα παιδιά, έχω πάρα πολύ καλές φιλικές σχέσεις ακόμα. Και βρισκόμαστε πάρα πολύ συχνά και κάνουμε ακόμα παρέα μ' αυτά τα παιδιά. Οπότε, το κομμάτι των καταλήψεων ως μια διαδικασία πολιτικοποίησης —και όχι ως κάτι το οποίο, ρε παιδί μου, εγώ το είχα προαποφασισμένο ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα, δεν είχα καταληγμένη, ας πούμε, πολιτική θέση, ας το πούμε έτσι, αλλά ήταν μία διαδικασία πολιτικοποίησης—, εμένα μου προσέφερε πάρα πολλά πράγματα.

Α.Κ.:

Λοιπόν, από κει και πέρα τελειώνει η χρονιά κουτσά στραβά, μπαίνω στο πανεπιστήμιο, οπότε εγώ έρχομαι στην Αθήνα. Η μάνα μου πηγαίνει, εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό με τον πατέρα μου. Εγώ έρχομαι στην Αθήνα και η αδερφή μου μπαίνει σε ένα οικοτροφείο θηλέων στα Γιάννενα, για να μπορεί να είναι στο σχολείο εκεί και ταυτόχρονα —πώς το λένε;— να μην πάει στο χωριό, που πλέον το εκπαιδευτικό σύστημα είχε διαλυθεί και τα λοιπά. Το κομμάτι, το πανεπιστήμιο στην Αθήνα είναι παιδική χαρά για μένα. Ήταν και μία σχολή αρκετά εύκολη, θεωρητική τέλος πάντων, Επικοινωνίας και Μαζικής Ενημέρωσης. Μου φαινότανε απλά τα πράγματα, είχε μία φοβερή περιπλάνηση πάλι με σπίτια, το ένα... Έμεινα σε θείους μου στην αρχή, έμεινα σε ένα σπίτι... τέλος πάτων υπήρχαν οικογενειακά προβλήματα, δεν ήθελα με τίποτα να μένω σε σόι. Οπότε, μαζί με έναν ξάδερφό μου, νοικιάσαμε ένα σπίτι στην Αθήνα, ένα δυαράκι και μείναμε εκεί. Μείναμε για δύο χρόνια στην Καλλιθέα. Το πανεπιστήμιο, όπως είπα, ήταν παιδική χαρά. Γρήγορα γνώρισα πάρα πολύ κόσμο και μάλιστα, ειδικά το δικό μου έτος, επειδή ήτανε παιδιά τα οποία προερχότανε από τις καταλήψεις του Αρσένη, ήτανε αρκετά ποιοτικός κόσμος και υπήρχε πάρα πολύ έντονο το κομμάτι της πολιτικοποίησης, ας πούμε, και στο πανεπιστήμιο. Από κει και πέρα πλέον, το κομμάτι το πολιτικό, ρε παιδί μου, άρχισε να κατασταλάζει, ας πούμε, και αποτελεί ένα κομμάτι της ζωής μου έως και σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, εγώ θα τα χαρακτήριζα τα φοιτητικά χρόνια εύκολα και ανέμελα, ας πούμε, με έναν τρόπο. Από κει και πέρα, αρχίζει και μεγαλώνει η αδερφή μου. Πλέον πρέπει να πάει στο λύκειο, οπότε οι γονείς μου συζητούσαν μήπως την πάρουνε μαζί τους, για να πηγαίνει σχολείο στο Αργυρόκαστρο. Τέλος πάντων, εγώ δεν το ήθελα καθόλου αυτό το πράγμα. Ήθελα η αδερφή μου να αποκτήσει εμπειρίες τις οποίες είχα κι εγώ ήδη, να ζει σε μία πόλη έτσι πιο μεγάλη και να μην οπισθοδρομήσει με έναν τρόπο. Οπότε, με έναν τρόπο δήλωσα ότι την αναλαμβάνω εγώ, ρε παιδί μου. Οπότε, ήρθε η αδερφή μου. Όταν εγώ ήμουνα 21, η Έλλη ήταν 14, θα πήγαινε πρώτη λυκείου. Έμενα ήδη και με την —έφυγα απ' τον ξάδερφό μου— έμενα με τη θεία μου, τη Λιάνα, που έλεγα και πριν, που είναι σαν αδερφή μου. Οπότε, κατέβηκε η μικρή και μείναμε σ' αυτό το σπίτι οι τρεις μας για έναν χρόνο. Το δύσκολο ήταν, όταν έφυγε πια η Λιάνα, ας πούμε, η οποία έπαιζε και το ρόλο κάπως... όχι κάπως, μας μαγείρευε, μας καθάριζε, έκανε τις δουλειές, ας πούμε, και εμείς απλά μαλακιζόμασταν και αντί να τη βοηθήσουμε —εγώ δηλαδή— το μυαλό μου ήταν στο πώς θα πάω σε καμιά πορεία, ξέρω 'γω, και πώς θα πάω στο στέκι να... αυτό. Εν πάση περιπτώσει, έφυγε η κοπέλα σε κάποια φάση —γνώρισε ένα αγόρι, έφυγε— και έμεινα μόνος μου με την αδερφή μου. Αυτή ήταν μία διαδικασία δύσκολη, καθότι ήμουνα, ξέρω 'γω, 21 και είχα παιδί στην εφηβεία, με ό,τι φέρει αυτό, ας πούμε. Η ίδια η αδερφή μου έμπαινε σε μια διαδικασία και αυτή, έρωτες, μουσικές, πολιτικοποίηση, σε μία μεγάλη πόλη. Εγώ ήμουνα κηδεμόνας της, ας πούμε, οπότε έπρεπε να πάω στο σχολείο να πάρω τους βαθμούς και να ακούω τους καθηγητές να μου λένε: «Η Έλλη έχει κάνα μήνα να 'ρθει στο σχολείο, μήπως ξέρεις τι κάνει;». Εν πάση περιπτώσει, οπότε είχαμε όλο αυτό το κομμάτι των προστριβών. Πάντα επικρεμόταν πάνω απ' την Έλλη —γιατί δεν είχα άλλο όπλο να το αντιμετωπίσω— η απειλή, ρε παιδί μου, ότι: «Θα σε στείλω πίσω στους γονείς σου, να πας εκεί να δεις πώς είναι η ζωή», ας πούμε. Οπότε και η Έλλη άρχισε σιγά σιγά να φροντίζει τον εαυτό της, ξέρω 'γω, και να συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα. Εν πάση περιπτώσει, πάρα πολύ με βοήθησε μία σύντροφος με την οποία ήμουνα εκείνη την περίοδο, η οποία στην ουσία είχε αναλάβει να επικοινωνεί μαζί της τα ζητήματα που εγώ δεν μπορούσα, λόγω και διαφοράς φύλου ας πούμε, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι ήμουνα μικρός, στην ουσία είχα, όπως είπα, στα 21 μου παιδί στην εφηβεία. Λοιπόν, κάπως έτσι, τέλος πάντων, κλείνει αυτός ο κύκλος, με την έννοια ότι και η Έλλη πέρασε στο πανεπιστήμιο, ξαναπήγε στα Γιάννενα, αλλά πλέον αυτή τη φορά ως σπουδάστρια. Και μένω μόνος μου εγώ και εκεί έρχεται το σοκ της αγοράς εργασίας, όπου συνειδητοποιείς ότι πρέπει να δουλέψεις, για να φας, γιατί μέχρι εκείνη την περίοδο κουτσοδούλευα. Καλοκαίρια, το ένα, τ' άλλο, έχω κάνει μεροκάματα, έχω δουλέψει και όλα αυτά, αλλά η βασική οικονομική τροφοδοσία ήταν από τους γονείς. Η αγορά εργασίας ήταν ένα σοκ, ας πούμε, το οποίο εμένα μου πήρε δύο χρόνια να προσαρμοστώ στην ιδέα ότι έτσι θα είναι το υπόλοιπο της ζωής. Δηλαδή, δεν θα ξυπνάς ό,τι ώρα θες, πρέπει να ξυπνάς συγκεκριμένη ώρα, οκτάωρο, πενθήμερο —στην καλύτερη— και τα λοιπά και τα λοιπά. Περιπλανήθηκα σε διάφορες δουλειές, ξέρω 'γω. Εντάξει, δούλεψα και οικοδομή, γιατί ήτανε περίοδοι που δεν έβρισκα δουλειά. Εν πάση περιπτώσει, μετά βρήκα μία δουλειά στον Εξάντα, ας πούμε, που ήταν ένα ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ. Εκεί πέρασα 7 χρόνια, ήταν μία πάρα πολύ σημαντική εμπειρία, με την έννοια ότι ο κόσμος που δούλευε ήτανε πάρα πολύ ποιοτικός, ρε παιδί μου και κόσμος με τον οποίο φυσικά έχω σχέσεις ακόμα και η δουλειά που κάναμε ήταν αρκετά ποιοτική, εν πάση περιπτώσει.

Κ.Χ.:

Στο χωριό επιστρέφεις ακόμα;

Α.Κ.:

Ποτέ δεν έχασα τη σύνδεση με το χωριό, γιατί οι γονείς μου 'μεναν εκεί, μένουν ακόμα εκεί. Οπότε, σίγουρα πήγαινα κάθε καλοκαίρι όσο —πώς το λένε;— σπούδαζα, ήμουνα σχολή. Καθόμουνα πάρα πολύ καιρό, ένα-ενάμιση μήνα κτλ. Όσο περνούσαν τα χρόνια, βέβαια, όλο και λιγότερο. Πλέον, εντάξει, πηγαίνω μία φορά το καλοκαίρι και θα καθίσω μία εβδομάδα, ας πούμε, κάπως έτσι, και αν τύχει κάποιο έκτακτο γεγονός, γάμος, κηδεία και τα λοιπά. Εντάξει, το χωριό έχει αλλάξει πάρα πολύ, πλέον μένουν 150 κάτοικοι και διαρκώς μειώνονται, αυτό.

Κ.Χ.:

Πότε σταμάτησες να νιώθ[01:00:00]εις ξένος σε ξένο τόπο;

Α.Κ.:

Λοιπόν, αυτό, ναι. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Συνδέεται με το κομμάτι της πολιτικοποίησης, όταν, ρε παιδί μου, άρχισα να μπαίνω σε κοινότητες, ας πούμε, πολιτικές, στις οποίες, ξέρω 'γω, ο κόσμος με τον οποίο συμπράτταμε και βρισκόμασταν είχε ίδιες απόψεις πάνω στο κομμάτι το μεταναστευτικό, τον ρατσισμό, το έθνος, το φύλο —όχι τόσο πολύ—, το έθνος. Και εν πάση περιπτώσει, σε πολιτικές κοινότητες ας πούμε που προέτασσαν έτσι πιο πολύ το κομμάτι του: «Πατρίδα μας όλη η γη» με έναν τρόπο. Οπότε, είναι ένα πράγμα, ρε παιδί μου, που όταν βγαίνεις έξω... όταν βγαίνω, ακόμα και τώρα, έξω, στην κοινωνία, όπως το λέμε, στον καθημερινό άνθρωπο, θα επιλέξω σε ποιον θα πω από πού κατάγομαι. Δεν είναι ότι θα το πω με μεγάλη άνεση, όχι γιατί έχω εγώ πρόβλημα, αλλά γιατί βαριέμαι να ανοίξω μία κουβέντα, ρε παιδί μου, που εμπεριέχει το κομμάτι: «Α, από εκεί είσαι; Ok». Ήταν πάρα πολλά παιδιά, και από το χωριό μου κιόλας και κορίτσια, τα οποία δεν λέγανε τον τόπο καταγωγής τους, με αποτέλεσμα το Δελβινάκι Ιωαννίνων να έχει περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους, γιατί όλοι λέγανε ότι κατάγονται από κει, ας πούμε, απ' το Δελβινάκι, για να αποφύγουνε τα παιδιά, ας πούμε —τους καταλαβαίνω απόλυτα, ρε παιδί μου— για να αποφύγουνε όλο αυτό το κομμάτι της επίκρισης, ας πούμε, με βάση τον τόπο καταγωγής. Εντάξει, εγώ ήμουνα πάντα πιο δυναμικός σε αυτό το πράγμα. Εννοώ το προέτασσα κιόλας, το έλεγα και δυνατά, ρε παιδί μου, ούτως ώστε να —κάπως— να μην αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Υπήρχε, όμως, κόσμος, ρε παιδί μου, και πολλοί γνωστοί μου και φίλοι μου, οι οποίοι μέχρι και σήμερα, ξέρω 'γω, μπορεί να είχανε ερωτικούς συντρόφους ή φίλους και τέτοια, που να μην ξέρανε πραγματικά από πού κατάγονται, ας πούμε, και να νομίζανε ότι είναι όντως απ' το Δελβινάκι. Αυτό. Τώρα υπόλοιπο κομμάτι της ζωής, δεν νομίζω ότι αλλάζει και πάρα πολύ, ρε παιδί μου. Εννοώ ότι κάποια στιγμή έκλεισε η ΕΡΤ, ας πούμε, γίναν όλα αυτά τα πράγματα, σταμάτησα από τον Εξάντα, έπιασα αλλού δουλειά. Δούλεψα ξανά οικοδομή, έπιασα αλλού δουλειά, στην οποία είμαι μέχρι και σήμερα, σε μία εφημερίδα, τον Εθνικό Κήρυκα. Και δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει πάρα πολύ κάτι μέσα στην καθημερινότητα ή οτιδήποτε. Είναι η ίδια, ας πούμε, ή παρόμοια τέλος πάντων —ίδια δεν είναι ποτέ— είναι παρόμοια τα τελευταία αρκετά χρόνια με κομβικό σημείο, ας πούμε, δύο πράγματα: το ένα την εργασία φυσικά και το άλλο αυτό που λέμε πολιτικές κοινότητες. Αυτά.

Κ.Χ.:

Σ' ευχαριστώ πολύ.

Α.Κ.:

Εγώ σ' ευχαριστώ Κατερίνα, ήταν τιμή μου που σου άνοιξα την καρδιά μου!